Σελίδα 1554 από 4232

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:38 am
από toula
Εκείνο που έχει τη μεγαλύτερη σημασία για τον Χριστό, είναι η απλότητα της ψυχής, κι όχι η άμεμπτος διαγωγή ενός ανθρώπου, πονηρού, όπως ο Φαρισαίος που προσευχότανε. Γι’ αυτό λέγει ο Κύριος: «Αμήν, λέγω υμίν, εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Το περίσσευμα της καρδίας κοιτάζει ο Χριστός, που φανερώνει την βαθύτερη ουσία του κάθε ανθρώπου. Συγχωρά τις αμαρτίες που κάθουνται απάνω στην ψυχή όπως η σκουριά απάνω στο σίδερο, και που φεύγει με το τρίψιμο, με τη μετάνοια. Μα δεν συγχωρά την ψυχή που την έχει φάγει από το θεμέλιό της η αμαρτία, που είναι σκουριασμένη και σαπισμένη ολότελα, και καταστάθηκε αμετανόητη. «Δεν υπάρχει», λέγει ένας άγιος, «αμαρτία ασυγχώρητη, παρά μονάχα εκείνη που είναι αμετανόητη». Ο Χριστός αγαπά τον άνθρωπο που έχει καλή καρδιά, και σιχαίνεται τη μοχθηρία.
Μια φορά τα ‘φερε η τύχη κ’ έζησα μ’ έναν φονιά, έναν ληστή. Βρισκόμουνα σ’ ένα έρημο μοναστήρι, μακριά από χωριό και πολιτεία, και γνωρίστηκα μαζί του, χωρίς να ξέρω πως ήτανε ληστής. Ύστερ’ από καιρό το έμαθα. Δούλευα αντιγράφοντας τις τοιχογραφίες της εκκλησίας, και χρειάστηκα κιάλια, γιατί δεν τις έβλεπα, επειδής ήτανε πολύ ψηλά. Και μου ‘φερε κάτι κιάλια εκείνος ο άνθρωπος, κ’ έτσι πιάσαμε φιλία.
Του μιλούσα για τους αγίους, που ήτανε ζωγραφισμένοι, για ιστορικά πράγματα, για τα άρματα που είχανε οι αρχαίοι. Εκείνος με άκουγε με τόση προσοχή, με τέτοιον πόθο, με τόση ταπείνωση, με τέτοια κατάνυξη, που δεν μπορώ να την παραστήσω. Σαν μωρό παιδί, όπως λέγει ο Χριστός. Η αθωότητά του ήτανε απίστευτη. Μαζί του, έγινα κ’ εγώ νήπιος, ξέχασα τι ήξερα και τι δεν ήξερα, έγινα άπλαστος, όπως γράφουνε οι παλαιοί ασκητάδες.
Με τον καιρό, η αγάπη του για μένα έγινε τόσο μεγάλη, που δεν γίνεται περισσότερο. Κ’ η δική μου σ’ αυτόν. Προσπαθούσε να μαντέψει τι θέλω, για να το φέρει, πριν του το ζητήσω. Η απλότητα της ψυχής του κ’ η αθωότητά του ήτανε απίστευτη, μ’ όλο που ήτανε πολύ έξυπνος. Έκανε ολοένα τον σταυρό του στους αγίους, και μια φορά τον βρήκα δακρυσμένον και γονατισμένον σε μια σκοτεινή γωνιά της εκκλησιάς. Παρακολουθούσε δίχως μιλιά, με μεγάλη προσοχή, τη δουλειά μου, την ώρα που ζωγράφιζα. Δεν πίστευε τα μάτια του, πως αυτά γινόντανε με τρεις τρίχες (τα πινέλα) και με λίγη μπογιά. Με είχε για κάποιο πλάσμα υπεράνθρωπο.
«Μαστρο – Φώτη, τί άνθρωπος είσαι! Τέτοιον άνθρωπο δεν τον πίστευα να υπάρχει στον κόσμο! Σάμπως τι ξέρουμε κ’ εμείς οι βουνίσιοι; Τί αγροικάμε; Σαν τα γιδερά είμαστε!»
Του μιλούσα για τους πολεμιστάδες αγίους, για τον Άη – Γιώργη, για τον Άη – Δημήτρη, για τον Άγιο Μερκούριο, και του εξηγούσα και τ’ άρματά τους. Εκείνος άνοιγε τ’ αθώα μάτια του και δάκρυζε:
«Ζήσανε, κυρ – Φώτη, στον κόσμο τέτοιοι αγιασμένοι ανθρώποι; Πώς μας σηκών’ η γης εμάς, και δεν μας καταπίνει; Τί καλό βλέπ’ ο Θεός από μας; Εμείς οι φτωχοί, είμαστε κι αμαρτωλοί! Οι πλούσιοι δεν κάνουνε αμαρτίες, και τα’ αγαπά ο Θεός!»
Μια μέρα θέλησα να τον ζωγραφίσω. Άμα είδε πως δούλευα με μολύβι, τα ‘χασε, γιατί νόμιζε πως μονάχα με πινέλα γίνεται μια ζωγραφιά. Άνοιγε το χέρι μου, που βαστούσα το μολύβι, για να δει αν κρατώ μοναχά το μολύβι ή έχω κανένα μηχάνημα, καμιά φωτογραφική μηχανή. Απόρησε ακόμα, σαν είδε πως ζωγράφιζα κι ανθρώπους ζωντανούς, επειδή νόμιζε πως η ζωγραφική ήτανε μονάχα για αγίους.
Σαν τελείωσα τη ζωγραφιά του και την είδε τελειωμένη, τρελάθηκε από τη χαρά του. Φιλούσε τα χέρια μου, και χόρευε σαν τον Παρασκευά του Ροβινσόνα. Την έβλεπε σαν ένα πράγμα μαγικό, δεν πίστευε στα μάτια του: να είναι ο ίδιος κι απαράλλαχτος! Προ πάντων του έκαναν εντύπωση η φουστανέλα με τις πτυχές, ο κάλτσες του, τα τσαρούχια του. Το χαρτί φοβότανε να το αγγίξει, και το τύλιξα εγώ και του το ‘δωσα, να το στείλει στους δικούς του. Σαν έφυγα, έκλαιγε σαν παιδί, κ’ ήθελε ν’ ‘ρθει μαζί μου στην Αθήνα.
Σ’ ένα τέτοιο ταπεινωμένο πλάσμα είπε ο Χριστός, κρεμασμένος στον Σταυρό: «Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».
Άλλη φορά, τον καιρό που ήμουνα παλληκαρόπουλο, έζησα μ’ έναν άλλον φονιά, απάνω σ’ ένα ρημόνησο, στη Μικρά Ασία. Ήτανε ένας κοντόφαρδος άνθρωπος, περασμένος, ίδιος κουρσάρος. Φορούσε μια κατσούλα από αστραχάν, έπινε πολύ, κ’ είχε κάνει μεγάλες παλληκαριές στη στεριά και στη θάλασσα.
Ήταν χειμώνας. Ο βοριάς ούρλιαζε απ’ όξω, ερημιά παντού. Η θάλασσα βογγούσε, δεν φαινότανε μήτε γλάρος πουθενά. Εμείς καθόμαστε στο τζάκι και κουβεντιάζαμε. Ο κυρ Παναγής ολοένα φουμάριζε, και συχνά αναστέναζε. Μου ξομολογιότανε τι είχε κανωμένα στη ζωή του.
Μ’ όλη την αγάπη που είχε για μένα, εγώ ώρες – ώρες τον φοβόμουνα, μήπως τον πιάσει το δαιμόνιο και με μαχαιρώσει μ’ ένα μαχαίρι που είχε στο ζωνάρι του. Μα ο κακόμοιρος είχε γίνει πολύ ήμερος. Αφού μου βαστούσε και ίσο, όποτε έψελνα στην μικρή εκκλησιά που είχαμε, και που ερχόντανε κάτι ψαράδες και τσομπάνηδες. Άκουγε με προσοχή, ό,τι του έλεγα για τη θρησκεία. Ήθελε να του εξηγώ το Ευαγγέλιο και «τ’ άλλα γράμματα της εκκλησιάς». Διάβαζε το Ψαλτήρι.
Σαν έμπαινε στην εκκλησιά, έκανε πολλές φορές τον σταυρό του, κ’ ύστερα πήγαινε κοντά στο τέμπλο, μπροστά στην Παναγία, απίθωνε στο σκαλοπάτι το καλπάκι του αστραχάν που φορούσε, και γονάτιζε, έφερνε το κεφάλι του και το χτυπούσε στο μάρμαρο, μουρμουρίζοντας από τα βάθη της ψυχής του:
«Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ! Ήμαρτον, Παναγία μου βασίλισσα!»
Σ’ αυτή τη στάση καθότανε κάμποση ώρα, ακίνητος, μουρμουρίζοντας:
«Ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!»
Πηγαίναμε μαζί κυνήγι. Κ’ επειδής ήτανε σημαδευτής στο τουφέκι όσο κανένας, γυρίζαμε φορτωμένοι λαγούς, αγριόπαπιες, κι άλλα πουλιά. Μια φορά μου έφερε δυο κουτάβια από λύκο, κ’ ήθελε να τα θρέψουμε, να τα έχουμε για μαντρόσκυλα. Τα λυπότανε, τα τάϊζε, μα στο τέλος κοντέψανε να τον φάνε, σαν μεγαλώσανε λίγο, αλλά δεν τα σκότωσε, παρά τ’ αμόλησε και φύγανε. Και για τα πουλιά που σκοτώναμε, έλεγε:
«Τί φταίξανε, μαθές, τούτα τα αθώα, και τα σκοτώνουμε;»
Μια μέρα θυμάμαι πως έκανε ένα κρύο τάντανο, κι ο ουρανός ήτανε μαύρος και καθόμαστε στη φωτιά. Ο κυρ – Παναγής έπινε πόντς, δηλαδή βρασμένο ρούμι, όπως συνηθίζανε οι ναυτικοί, κ’ ήθελε να πίνω κ’ εγώ μαζί του. Καθότανε, κατά τα συνηθισμένα του, συλλογισμένος και βουβός, σφιχτοκουμπωμένος, έχοντας χωμένο το ‘να χέρι του στο μανίκι τ’ αλλουνού.
Άξαφνα γυρίζει και μου λέει:
«Δε μου λες, Φωτάκη, άραγες υπάρχει Κόλαση και Παράδεισο;»
Ύστερα από λίγο, αφού σκέφτηκε κάμποσο, είπε, σαν ν’ αποκρινότανε στον εαυτό του, κουνώντας το κεφάλι του:
«Εμ κάτι τις θα υπάρχει, αφού είναι γραμμένο στα παλαιά βιβλία!»
Κι απόμεινε πάλι σκεφτικός, ώρα πολλή.
Σε μια φουρτούνα, που κοντέψαμε να πνιγούμε, σαν βγήκαμε ζωντανοί στη στεριά, ο κυρ – Παναγής έλεγε και ξανάλεγε:
«Κοίταξε, κόντεψα να σας πάρω στο λαιμό μου με τα κρίματα που έχω κανωμένα!»
Αντίκρυ στο νησί μας βρισκότανε ένα μοναστήρι του Αγίου Νικολάου, κ’ ήτανε ηγούμενος ένας ιερομόναχος Ναθαναήλ. Μια Κυριακή πρωί, είχαμε βγει από τη Λειτουργία, και πίναμε καφέ με τον Παναγή. Καθότανε βουβός, φουμάριζε και συχναναστέναζε, «ωρυόμενος από στεναγμού της καρδίας του».
Για μια στιγμή, γυρίζει και μου λέγει:
«Δε μου λές, κυρ – Φωτάκη, κείνος ο ληστής που γράφει το Βαγγέλιο πώς μετανόησε και συγχωρέθηκε και πήγε στην Παράδεισο, πόσους είχε σκοτωμένους;»
Του αποκρίθηκα πως δεν ήξερα. Μου λέγει:
«Δεν είναι γραμμένο στο Βαγγέλιο πόσα φονικά έκανε;»
Του λέγω:
«Όχι, δεν το γράφει».
Κούνησε το κεφάλι του, αναστέναξε και σώπασε. Ύστερ’ από κάμποση ώρα, μου λέγει:
«Εγώ, Φωτάκη, φαίνεται πως δεν έχω σωτηρία, έχασα την ψυχή μου! Έκανα πολλά στη ζωή μου, λες και μ’ είχε καβάλα ο Όξ’ από δω!… Άραγες εκείνος ο ληστής, που σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό (κ’ έκανε τον σταυρό του), έκανε όσα έκανα εγώ ή πιο λιγότερα, και βρήκε έλεγος από τον Χριστό; Γι’ αυτό σε ρώτηξα. Αλλά μου λες πως στο Βαγγέλιο δεν είναι γραμμένο πόσο αίμα έχυσε, πόσους ανθρώπους σκότωσε… Χμ! Αλίμονο σε μένα!…»
Τα μάτια του δακρύσανε και τα ‘σφιγγε, χώνοντας το ‘να χέρι του μέσα στο μανίκι τ’ αλλουνού.
Απόμεινε κάμποση ώρα συλλογισμένος. Ύστερα, γυρίζει και μου λέγει:
«Αύριο, σαν κόψει λίγο η φουρτούνα, δε μπαίνουμε στη βάρκα, να πάμε αντίκρυ, στον γούμενο τον Ναθαναήλ; Ίσως έχει κανένα άλλο αγιωτικό βιβλίο, που να γράφει πόσους ανθρώπους είχε σκοτωμένους εκείνος ο ληστής που πήγε στην Παράδεισο, να ξαλαφρώσει η καρδιά μου!».

(Από το βιβλίο: “Το Αϊβαλί η πατρίδα μου”, του Φώτη Κόντογλου. Εκδόσεις: “Άγκυρα”. Αθήνα, Μάιος του 2009)
Panteleimon Krouskos

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:39 am
από toula
Είμαστε μέσα στην πρόνοια του Θεού. Το να μην βήχω στο πρόσωπο του άλλου και να πλένω τα χέρια είναι ανθρώπινο. Όμως το να βλέπεις τον κόσμο γεμάτο πανικό, δείχνει την κατάρρευσιν ενός πολιτισμού ολόκληρου ο οποίος δεν έχει πνευματική ελπίδα. Η μόνη του ελπίδα είναι η ποσότητα του αντισηπτικού που θα ρίξει στα χέρια του. ...
.
Όλα αυτά γιατί σήμερα δεν πρέπει να έχουμε πίστιν. Στο νέο βιβλίο μιλάω για την άνοδο του βελούδινου ολοκληρωτισμού. Ο παλιός ολοκληρωτισμός είχε στέρησιν ελευθερίας ενώ αυτός έχει απόλυτη ελευθερία. Δεν υπάρχει παράδεισος, όλα είναι εδώ και τώρα. Και πολλά άλλα.
.
Κάθε άνθρωπος είναι παιδί του Θεού υιοθετημένο. Και κάθε πειρασμός σου φανερώνεται γιατί υπάρχει. Έλεγε ο π. Πορφύριος, ότι δεν υπάρχει θάνατος. Η αιωνιότητα αρχίζει από τώρα.
.
Ο Ηράκλειτος ήταν μεγάλος φιλόσοφος και... μοναχός. ''Ενώ ο λόγος είναι κοινός, πολλοί ζουν με τη δικιά τους φρόνησιν... Καλύτερα να σβήνει κανείς την αλαζονία.... Με την πίστιν γνωρίζεται ο Λόγος''. Οι φιλόσοφοι ήταν όλοι μονοθε'ι'στές γιαυτό έγινε ο λαός αυτός χριστιανικός. Ενώ τώρα όλα καταργούνται και κοιτάζουμε την επιβίωσιν.
.
Μόνο η σχέση μας με το Θεό μας δίνει πρόσωπο. Ειδάλλως θα είμαστε κοπάδι από πρόβατα. Ο Θεός δεν έρχεται όποτε τον θέλεις όπως ο διάβολος γιατί είναι ελεύθερος και δε σε έχει ανάγκη. Ο Θεός είναι ανενδεής και κάνει θαύμα μόνο αν έχει πίστιν, ειδάλλως είναι μαγεία. Ο Θεός αγαπάει ελεύθερα. Αυτό για μας είναι σταυρική κατάστασιν. Η αιωνιότητα γίνεται ''ίνα πλείονα ει τα ευεργετούμενα''. ''Ετάζει καρδίας και νεφρούς'' γιαυτό όλα τα ''Κύριε ελέησον'' δεν πιάνουν όλα, όμως προετοιμαζόμαστε μια ζωή για να το πούμε μια φορά σωστά. Όμως ο Θεός με ομολογεί παιδί του, εγώ δεν τον ομολογώ όμως Πατέρα.
.
Ο Θεός μας αγαπάει περισσότερο από τον εαυτό του. Γιατί αν αγαπούσε τον εαυτό Του όσο με μας, δε θα σε αγαπούσε.
.
Δε σταυρώθηκε μια φορά ο Χριστός. Σταυρώνεται συνέχεια για μας. Χωρίς σταυρό η αγάπη είναι ναρκισιστική ευφροσύνη. Σήμερα τα παιδιά λαμβάνουν μια εντολή: φαντασιώσου τον εαυτό σου. Σε λίγο καιρό λόγω της τεχνητής νοημοσύνης δε θα χρειάζονται οι σχέσεις. Όλα θα τα έχουμε μπροστά μας. Αν και αυτό οδηγεί στην παράνοια αλλά τέλοσπάντων.
.
Ο άγιος Παίσιος έλεγε: ''Ο διάβολος οργώνει με τα τρία ηνιά αλλά ο Θεός σπέρνει''. Δεν πρέπει να βγαίνουμε μόνο τον κακό στον κόσμο. Αλλά και το καλό που υπάρχει και αναδεικνύεται. Φοβάμαι ότι έρχεται η εποχή που θα γίνουμε κότες, χωρίς να ζητάμε πράγματα.
.
Στηρίζουμε τη ζωή μας στον Υιό και Λόγο όπως ο Ηράκλειτος στον λόγο. Θα πρέπει να συνδυάζουμε την καραντίνα με την ελπίδα στο Θεό. Το θέμα όμως της Θείας Κοινωνίας είναι αδιαπραγμάτευτο. Γιατί εγώ που κοινωνώ κόσμο 33 χρόνια και ο π. Μάξιμος 45 χρόνια θα έπρεπε να μην ζούσαμε τώρα. Όπως ο Μ. Αγιασμός είναι ένα θαύμα.''

π. Νικόλαος Λουδοβίκος

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:44 am
από toula
Ο Κύριος στο παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη:
«Σ΄αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις!»..
«Η δουλειά του παπά είναι να διαβάζει ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ειδικά των κεκοιμημένων.
Οι ζωντανοί όλο και κάποιον θα βρουν να του πουν τον πόνο τους, όλο και κάποιος θα τους στηρίξει έστω λίγο.
Στην άλλη ζωή όλοι είναι εν μετανοία, αλλά δεν μπορούν οι ίδιοι να κάνουν τίποτα.
Δουλειά του παπά, είναι να μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων στην Προσκομιδή».
«Μια φορά», έλεγε ο παπά-Εφραίμ, κοιμήθηκε ένα καλογέρι μου. Είδα κατόπιν ότι το καλογέρι δεν είχε πάει σε καλό μέρος…
Έκανα λοιπόν μεγάλη προσευχή για την ψυχή του καλογεριού μου.
Το βράδυ εμφανίζεται ο Χριστός και μου λέει:
«Σταμάτα να προσεύχεσαι για το καλογέρι σου, γιατί αυτός έχει τελειώσει».
Ο παπα-Εφραίμ, τίποτα. Συνέχιζε ακάθεκτος τις προσευχές και τα κομποσχοίνια και τη μνημόνευση του καλογεριού του στην Προσκομιδή.
Του εμφανίζεται ξανά ο Χριστός μας και του λέει:
«Σε παρακαλώ, σταμάτα να τον μνημονεύεις. Αυτός δεν θα αλλάξει μέρος».
Ο παπα-Εφραίμ συνέχιζε την προσευχή για το καλογέρι, του οποίου η ψυχή δεν είχε πάει στον Παράδεισο. Έρχεται ο Χριστός μας για τρίτη φορά στον παπα-Εφραίμ και του λέει:
«Σ΄αγαπώ, γιατί μου μοιάζεις! Το καλογέρι σου δεν αξίζει ό,τι ζητάς, αλλά θα γίνει, επειδή μου μοιάζεις!».

Αγιος Εφραίμ Κατουνακιώτης

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:45 am
από toula
Κάποιος που ανεβαίνει στον άμβωνα και φωνάζει "μην αμαρτάνετε", λέγει συνήθως ανοησίες. Ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να αμαρτήσει, διότι δεν βλέπει τον Θεό. Αν τον δεί, και να τον βάλει με το ζόρι στην αμαρτία, θα την αποστραφεί πάραυτα.
Είναι σαν να έχει φάει κάποιος ένα πλούσιο γεύμα και να του δώσεις μετά να φάει φλούδες από πατάτες. Αν δεν έχει φάει όμως τίποτα, τις φλούδες θα τις φάει.
Αυτό είναι το λάθος του ηθικισμού. Ο ηθικισμός ήρθε από την Δύση και υποκαθιστά την οντολογία. Με λίγα παραγγέλματα υποκαθιστά τη σχέση μας με τον Θεό. " Μην κόψεις τα μαλλιά σου, βάλε εκείνα τα ρούχα. Κάνε ελεημοσύνη, νηστεία, συγχώρησε τους άλλους, και αυτό είναι". Όμως δεν είναι αυτή η πραγματική θεοπτία και η πραγματική σχέση μας με τον Θεό.
Αν μπουν στην θέση της σχέσης με τον Θεό ορισμένες αρετές-όποιες και να είναι αυτές-, μπορούν να κρύψουν την θέα του Θεού. Είναι ρεαλιστικότερο το να ξέρουμε ότι είμαστε αμαρτωλοί, δηλαδή να συναισθανόμαστε ότι κάτι μας βασανίζει.
Έχουμε λάβει κλήση στην αγιότητα, κλήση στη γαμήλια θέα του Θεού και στην άμεση κοινωνία μαζί Του. Τίποτα δεν εμποδίζει αυτή την θέα, εκτός από την προαίρεσή μας.

π. Νικόλαος Λουδοβίκος

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:47 am
από toula
Αν γυρίσης τον κόσμο, θα δης πως δεν θάβρης παρά σπάνια ευτυχισμένους ανθρώπους, και κείνους με λιγόχρονη κι άστατη ευτυχία, πικραμένους όμως θα βρης πολλούς, σε κάθε πάτημά σου. Αδέρφια σου στη χαρά δεν θα βρης πολλά, μα αδέρφια στην πίκρα θα βρης πάρα πολλά.
Αυτό φανερώνει πως τούτος ο κόσμος είναι ένας τόπος που έρχεται ο άνθρωπος για να δοκιμασθή κι’ όχι για να ευτυχήση. Αφήνω πως ευτυχία δεν είναι η καλοπέραση του κορμιού, κι’ αυτό φαίνεται τρανώτατα από το ότι οι καλο­περασμένοι κ’ οι πλούσιοι δεν είναι ευτυχισμένοι, αλλά κάνουνε τον ευτυχισμένο και στο τέλος βαριούνται τη ζωή τους. Γιατί κι’ άρρωστοι να μην είναι, κ’ οικογενειακές σκο­τούρες να μην έχουνε, κι’ από τις εμπορικές έγνοιες να στέκουνται μακρυά, πάλι καταλαβαίνουνε πως η ευτυχία τους είναι ρηχή και ψεύτικη, κι’ ολοένα ζητάνε να βρούνε την αληθινή την ευτυχία, κ’ επιχειρούνε κάθε τόσο ν’ αλλάξουνε τη ζωή τους, πλην μάταια, επειδή όλα όσα κάνουνε για να ευτυχήσουνε, καταντούνε στο ίδιο συμπέρασμα, γιατί δεν βγαίνουνε έξω από την καλοπέραση του κορμιού. Πίνουνε από ένα νερό που δεν ξεδιψά τον άνθρωπο. Και το μονάχο νερό που ξεδιψά είναι εκείνο που αποζητά η ψυχή. Η ψυχή μπορεί να είναι ευτυχισμένη και μέσα σ’ ένα κορμί δυστυχισμένο, κακοπερασμένο και στερημένο, άρρω­στο κι’ ασκημισμένο. Αυτό είναι το παράδοξο. Η πίστη κ’ η ελπίδα είναι η χαρά της ψυχής, και κοντά στην ψυχή που νοιώθει την χαρά αυτή, δροσίζεται κι’ ανακουφίζεται και το σώμα, κι’ ας είναι κακοπαθιασμένο. Ίσια-ίσια μέσα σε τέ­τοιο κορμί η ψυχή λυτρώνεται και χαίρεται, ερχόμενη σε κατάνυξη. Για τούτο είπε το γλυκύτατο στόμα του Χριστού: "Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται", "μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών", "μακάριοι οι κλαίοντες νυν, ότι γελάσετε. Πλην ουαί υμίν τοις πλουσίοις, ότι απέ­χετε την παράκλησιν υμών", που θα πη "αλλοίμονο σε σας τους πλούσιους, τους ξεκούραστους, τους καλοπερασμέ­νους, γιατί δεν θα βρήτε πουθενά παρηγοριά". Κι’ ο απόστολος Παύλος λέγει πως οι χριστιανοί φαίνουνται λυπη­μένοι, μα από μέσα χαίρουνται "ως λυπούμενοι, αεί δε χαίροντες", γράφοντας στους Κορινθίους. Και στους Κολασσαείς γράφει: "Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου", "έχω χαρά, λέγει, που βασανίζουμαι για τον Χριστό". Κι’ αλλού γράφει πως σαν παρακάλεσε τον Χριστό να τον ανακουφίση λίγο από τους πειρασμούς, ο Κύριος του είπε: "Σου φτά­νει η χάρη μου, γιατί η δύναμή μου με τη δική σου αδυναμία φανερώνεται", δηλαδή "δεν παίρνω από πάνω σου τις δυστυχίες, γιατί μ’ αυτές η ψυχή σου δυναμώνει και νοιώ­θει τη χαρά της αθανασίας".

Αλλά, η θλίψη κ’ η στενοχώρια του κάθε ανθρώπου δεν φέρνει στην ψυχή του την πνευματική αγαλλίαση, αλλά μοναχά αν ο άνθρωπος πιστεύη στον Θεό και έχει μέσα του "την μακαρίαν ελπίδα", πως όσα υποφέρει είναι δοκιμασίες για να καθαρισθή και για να γίνη άξιος της θεϊκής μακα­ριότητας.

Φώτιος Κόντογλου

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:49 am
από toula
ΠΟΙΟΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟΞΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ;
Το διαδίκτυο γεμίζει καθημερινά με ανόητες υποδείξεις για να διορθώσει ο άνθρωπος την ζωή του. Ο επιθυμητός στόχος είναι να περνάμε «καλά και αυτοί καλύτερα», «ζωή χαρισάμενη», «βίον ανθόσπαρτον» και άλλα τέτοια παραμυθένια. Μας συμβουλεύουν οι απρόσωποι ψυχολόγοι του διαδικτύου να διώξουμε τους τοξικούς ανθρώπους από την ζωή μας. Να πιστεύουμε στον εαυτό μας και στην εσωτερική μας δύναμη, χωρίς να περιμένουμε βοήθεια και συμπαράσταση, γιατί οι περισσότεροι γύρω μας είναι τοξικοί και μας κάνουν κακό. Άντε, να τα πεις αυτά σε έναν άνθρωπο που πάσχει από χαμηλή αυτοεκτίμηση, να το παραδεχθώ. Αλλά πόσοι είναι αυτοί; Οι περισσότεροι των ανθρώπων πνιγόμαστε από τον υπέρμετρο εγωισμό μας. Είναι τελικά αυτή η στάση χριστιανικός τρόπος ζωής; Μπορεί να είναι χριστιανός αυτός που θεωρεί κάποιους τοξικούς; Τί θα φοβηθούμε; Μήπως χαλάσει η ζαχαρένια μας; Ο Χριστός δεν μας υποσχέθηκε καλοπέραση και γελάκια, ίσα ίσα το αντίθετο. «Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10,16). Δεν είπε διώξτε τους λύκους να περάσετε μπέϊκα, είπε «ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται». Αυτός ο υποκειμενικός διαχωρισμός σε τοξικούς και μη τοξικούς είναι μια αυτοδικαίωση ότι εγώ, που δεν είμαι «ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων», προσέχω μη μου χαλάσει η μόστρα από σας τους τοξικούς. Εννοείται βέβαια ότι δεν θα πάω να πέσω με τα μούτρα σε όποιον αποδεδειγμένα θέλει να μου κάνει κακό, αλλά δεν έχω δικαίωμα και να τον απομονώσω. Η πνευματική ζωή θέλει σοβαρότητα. Και καρδιά! Εί έχεις καρδίαν, δύνασαι σωθήναι, έλεγαν οι Πατέρες της Ερήμου. Έχεις; —

π. Panteleimon Krouskos

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:50 am
από toula
Λοιπόν η "Παναγιά" είναι εορτή. Γι αυτό και λέμε "Της Παναγίας θα κάνω αυτό ή της Παναγίας θα είμαι εκεί". Εξ ου και η ευχή Καλή Παναγιά, όπως λέμε Καλό Πάσχα, Καλά Χριστούγεννα. Στην κοινη γλώσσα της καθημερινότητας δεν θα πούμε ποτέ "Της Κοιμησεως της Θεοτόκου θα είμαστε κλειστά" λχ αλλά λέμε "της Παναγιάς θα είμαστε κλειστα". Οπότε μια χαρά ευχόμαστε Καλή Παναγιά.
Επίσης, (καινουριο πάλι αυτό σήμερα το είδα πρώτη φορά) και ο Δεκαπενταυγουστος εορτή είναι. Συγκεκριμένη εορτή. Αυτή της Κοιμησεως της Θεοτόκου. Γίνεται χρήση στην καθομιλουμενη με αυτή την σημασία και δεν αναιρεί το νόημα και το περιεχόμενο της εορτής . Το δεκαπενταύγουστο πάλι, ως περίοδος δεκαπέντε ημερών είναι ιδιωματισμος και δεν είναι σε χρήση σε όλη την Ελλάδα.
Ας αφησουμε λοιπόν την σχολαστικοτητα .

π. Παντ. Κρούσκος

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:51 am
από toula
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ-Κώστας Βάρναλης

Ο ουρανός έβρεχε διαρκώς λεπτόν νερόχιονον, ο γραίος αδιάκοπος εφύσα και ήτο ψύχος και χειμών τας παραμονάς των Χριστουγέννων του έτους…
Ο κυρ Αλέξανδρος είχε νηστεύσει ανελλιπώς ολόκληρον το Σαρανταήμερον και είχεν εξομολογηθεί τα κρίματά του (Παπά-Δημήτρη το χέρι σου φιλώ!). Και αφού εγκαίρως παρέδωσε το χριστουγεννιάτικον διήγημά του εις την "Ακρόπολιν" και διέθεσεν ολόκληρον την γλίσχρον αντιμισθίαν του προς πληρωμήν του ενοικίου και των ολίγων χρεών του, γέρων ήδη κεκμηκώς υπό των ετών και της νηστείας, αποφεύγων πάντοτε την πολυάσχολον τύρβην, αλλά φιλακόλουθος πιστός, έψαλεν, ως συνήθως, με την βραχνήν και σπασμένην φωνήν του, πλήρη όμως ενθέου πάθους, ως αριστερός ψάλτης, εις το παρεκκλήσιον του Αγίου Ελισσαίου τας Μεγάλας Ώρας, σχεδόν από στήθους, και ότε επανήλθεν εις το πτωχικόν του δωμάτιον, δεν είχεν ακόμη φέξει!
Ήναψε το κηρίον του και τη βοηθεία του κηρίου (και του Κυρίου!) έβγαλε το υπόδημά του το αριστερόν, διότι τον ηνώχλει ο κάλος, και ημίκλιντος επί της πενιχράς στρωμνής του, πολλά ρεμβάζων και ουδέν σκεπτόμενος, ήκουε τας ορυγάς του κραταιού ανέμου και τους κρότους της βροχής και έβλεπε νοερώς τον πορφυρούν πόντον να ρήγνυται εις τους σκληρούς αιχμηρούς βράχους του νεφελοσκεπούς και χιονοστεφάνου Άθω.
Εκρύωνεν. Αλλά το καφενείον του κυρ Γιάννη του Αγκιστριώτη ήτο κλειστόν. Αλλά και οβολόν δεν είχε να παραγγείλει:
– Πάτερ Αβραάμ, πέμψον Λάζαρον! (ένα ποτηράκι ρακή ή ρώμι).
Εκείνην την χρονιάν τα Χριστούγεννα έπεσαν Παρασκευήν. Τόσον το καλύτερον. Θα νηστεύσει και πάλιν, ως το είχε τάμα να νηστεύει δια βίου κάθε Παρασκευήν δια να εξαγνισθεί ο αμαρτωλός δούλος του Θεού από το μέγα κρίμα της νεότητός του, που είδε τυχαίως από την κλειδαρότρυπαν την νεαράν του εξαδέλφην να γδύνεται.
Έκαμε τον σταυρόν του κι εσκεπάσθη με την διάτρητον βατανίαν του, όπως ήτο ντυμένος και με τα υποδήματα – πλην του αριστερού.
Και τότε ευρέθη εις την προσφιλήν του νήσον των παιδικών του χρόνων με τα ρόδιν' ακρογιάλια, τας αλκυονίδας ημέρας, τας χλοϊζούσας πλαγιάς, με τα κρίταμα, την κάππαριν και τας αρμυρήθρας των παραθαλασσίων βράχων και με τους απλούς παλαιούς ανθρώπους, θαλασσοδαρμένους ή ναυαγούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους.
Και ήλθεν ο Χριστός με το τεθλιμμένον πρόσωπον, η Παναγία η Γλυκοφιλούσα με το λευκόν και ένθεον Βρέφος της, ο Άγιος Στυλιανός, ο φίλος και φρουρός των νηπίων, η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας, ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας με τας γενειάδας και τα κομβοσχοίνιά των· και ήλθε και ο όσιος Μωϋσής ο Αιθίοψ, "άνθρωπος την όψιν και θεός την καρδίαν", η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια κρατούσα εις τας χείρας το μικρόν της ληκύθιον, το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και επωδών, ο Άγιος Ελευθέριος, η Αγία Μαρίνα και είτα ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος με τα χαντζάρια των, με τας ασπίδας και τους θώρακάς των – ολόκληρον το Τέμπλον του παρεκκλησίου της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης εκεί επάνω εις τον βράχον τον μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας και λικνιζόμενον από το πολυτάραχον και πολύρροιβδον κύμα....
Φέγγος εαρινόν και θαλπωρή διεχύθησαν εντός του υγρού δωματίου και ο κυρ Αλέξανδρος λησμονήσας τον κάλον του ανεσηκώθη να φορέσει και το αριστερόν του υπόδημα δια ν’ ασπασθεί ευλαβώς τους πόδας του Χριστού, της Παναγίας και των αγίων.
Αλλ' η οπτασία εξηφανίσθη και ιδού ευρέθη εις τον Άι Γιάννην τον Κρυφόν, που εγιάτρευε τους κρυφούς πόνους κι εδέχετο την εξαγόρευσιν των κρυφών αμαρτιών. Πλήθος πιστών είχεν ανέλθει από την πολίχνην, ζωντανοί και συγχωρεμένοι, να παρακολουθήσουν την Λειτουργίαν, την οποία ετέλει ο παπά-Μπεφάνης βοηθούμενος από τον μπάρμπ’ Αναγνώστην τον Παρθένην.
Κατά περίεργον αντινομίαν των στοιχείων, ήτο καλοκαίρι κι η Λειτουργία είχε τελειώσει και ήτον δεν ήτον τρίτη πρωϊνή, ότε η αμφιλύκη ήρχισε να ροδίζει εις τον αντικρυνόν ζυγόν του βουνού.
Όλοι γείτονες, λάλοι και φωνασκοί, εκάθηντο κατά γης πέριξ εστρωμένης καθαράς οθόνης. Τέσσερ' αρνιά, τρία πρόβατα, δύο κατσίκια, αστακοουρές, κεφαλόπουλα καπνιστά της λίμνης, αυγοτάραχον και εγχέλεις αλατισμένοι, πίττες, κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, πορτοκάλια και μήλα – όλα τα καλούδια, προϊόντα της μικρής και ωραίας νήσου, περιέμενον τους συνδαιτυμόνας.
– Καλώς ώρισες κυρ Αλέξαντρε, κάτσε κ' η αφεντιά σου, του είπεν η θεια η Αμέρσα.
Αλλά τι βλέπει γύρω του; Όλους τους ήρωας και τας ηρωίδας των Χριστουγεννιάτικων διηγημάτων του. Εκεί ήτον η θεια-Αχτίτσα, φορούσα καινουργή μανδήλαν και νέα πέδιλα, επιδεικνύουσα μετ' ευγνωμοσύνης το συνάλλαγμα των δέκα λιρών, το οποίον μόλις έλαβε από τον ξενητευμένον εις την Αμερικήν υιόν της. Δίπλα της εκάθητο κι ο Γιάννης ο Παλούκας, ο προσποιηθείς τον Καλλικάντζαρον την Παραμονήν των Χριστουγέννων και ληστεύσας τον Αγγελήν, τον Νάσον, τον Τάσον – όλα τα παιδιά τα οποία κατήρχοντο από την Επάνω ενορίαν, αφού είχαν ψάλει τα Κάλανδα. Εσηκώθη και παρέδωσεν εις τον κυρ Αλέξανδρον τας κλεμμένας πεντάρας -δεν είχε πως να μεθύσει και εορτάσει τα Χριστούγεννα εκείνην την χρονιάν (συχωρεμένος ας είναι!).
Ιδού κι ο Μπάρμπ' Αλέξης, ο Καλοκαιρής, που δεν είχεν ανάγκην του πορθμείου του Χάρωνος δια να πηδήσει εις τον άλλον κόσμον· είχε το ιδικόν του, υπόσαθρον πλοιάριον, αυτόχρημα σκυλοπνίχτην. Μαζί του ήτον κι ο σύντροφός του ο Γιάννης ο Πανταρώτας ο ναυτολογημένος ως Ιωαννίδης και διατελών εν διαρκεί απουσία κατά τας ώρας της εργασίας.
– Να φροντίσεις, του είπεν ο Πανταρώτας, να πάρω την σύνταξή μου!
Και λησμονών την ιερότητα της στιγμής εμούντζωσε το κενόν συνοδεύων την άσεμνον χειρονομίαν με την ασεμνοτέραν βλασφημίαν:
– Όρσε, κουβέρνο!
Εκεί ήτον κι ο Μπάρμπα-Διόμας, ευτυχής διότι εγλύτωσεν από το ναυάγιον και ερρόφησεν απνευστί επί του διασώσαντος αυτόν τρεχαντηρίου ολόκληρον φιάλην πλήρη ηδυγεύστου μαύρου οίνου δια να συνέλθει – ω πενιχρά, αλλ' υπερτάτη ευτυχία του πτωχού!
Αλλ' ιδού έτρεξε να του σφίξη την χείρα και ο βοσκός ο Σταθ'ς του Μπόζα, του οποίου δύο αίγες είχον βραχωθή εις τον κρημνόν υπεράνω της αβύσσου, όπου έχαινεν ο πόντος και ήτο αδύνατον να σωθούν, αν δεν τον κατεβίβαζαν δια σχοινίου εις τον βράχον με κίνδυνον της ζωής του.
– Την Ψαρή την έχω τάξει ασημένια στην Παναγιά. Τη Στέρφα (την άλλην αίγα) θα την σφάξω για σένα, να την φάμε.
Και η Ασημίνα του μαστρο-Στεφανή του βαρελά, με τας τέσσαρας κακοτυχισμένας θυγατέρας, τη Ροδαυγή, την Ελένη, τη Μαργαρώ και την Αφέντρα, η Ασημίνα, που την μίαν ημέραν εώρτασε τους γάμους της Αφέντρας με τον Γρηγόρη της Μονεβασάς και την άλλην ημέραν επένθησεν τον θάνατον του υιού της του Θανάση.
Τέλος, ω! της εκπλήξεως, ενεφανίσθη και ο έτερος εαυτός του, ο Αλέξανδρος Παπαδημούλης, ο πτωχαλαζών, ο ασχολούμενος εις έργα μη κοινώς παραδεδεγμένης χρησιμότητος!
Ο κυρ Αλέξανδρος ησθάνθη τύψεις, ότι έπλασεν όλους αυτούς τους ανθρώπους του λαού τόσον δυστυχείς και ταπεινούς ή τόσον αμαρτωλούς (ουδείς αναμάρτητος!) και τον εαυτόν του τόσον επηρμένον!...
Αλλά την στιγμήν εκείνην τον διέκοψεν η οκταόκαδος τσότρα, η περιφερομένη από χειρός εις χείρα. Δεν επρόλαβε να την εναγκαλισθή και ήχησαν τα λαλούμενα (βιολιτζήδες ντόπιοι και τουρκόγυφτοι με κλαρινέτα) και ... εξύπνησεν.
Ποτέ ο κοσμοκαλόγηρος κυρ Αλέξανδρος δεν εξύπνησε τόσον χορτάτος, όσον εκείνην την αγίαν ημέραν, ο νήστις του Σαρανταημέρου και ο νήστις όλης της ζωής του! – ζωήν να έχει!

Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogsp ... z6i6nyAbfy

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:51 am
από toula
Η προσευχή μας κατά τη διάρκεια της Τεσσαρακοστής των Χριστουγέννων θα μπορούσε να συνοψισθεί σε μια μόνο λέξη: "Έρχου!" Είναι το "Έρχου, Κύριε Ιησού!" με το οποίο τελειώνει η Αποκάλυψη.
Αν προφέρουμε αυτό το κάλεσμα με ειλικρίνεια και ζήλο, τότε γίνεται αληθινή ασκητική προσπάθεια. Πραγματικά, η ελπίδα και η προσμονή του Κυρίου αυξάνουν μέσα στην καρδιά μας. Κάθε μέρα της Τεσσαρακοστής, αυτό το "Ερχου!" μας γεμίζει όλο και περισσότερο, προφέρεται με μεγαλύτερη ένταση, και διώχνει μακριά τους λογισμούς, τις νοερές εικόνες, τα πάθη που είναι ασύμβατα με την έλευση του Χριστού.
Αυτό το "Έρχου!" μας καθαρίζει και μας φλογίζει, θα μπορούσε να δώσει το δικό του ιδιαίτερο χρώμα στην προσευχή μας. Μακάρι να μπορέσουμε, κάθε μέρα της Τεσσαρακοστής αυτής, να προφέρουμε το κάλεσμα μας προς τον Κύριο με τρόπο όλο και λιγότερο ατελή!" "Το άγγελμα της χαράς απευθύνεται και σ’ εμένα προσωπικά. Γεννήθηκε και για μένα ένας Σωτήρας. Ας αναγνωρίσουμε στη Γέννηση του Χριστού ένα δώρο πολύ προσωπικό κι ας το δεχτούμε με χαρά και ευγνωμοσύνη"....

+ μον. Λεβ Ζιλέ

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 11:57 am
από toula
Πριν αρχίσετε να κρίνετε την ζωή μου, πάρτε τα παπούτσια μου και πηγαίνετε στο δρόμο μου!
Περπατήστε στους δρόμους, στους λόφους και στις κοιλάδες. Νιώστε τον πόνο και την ευτυχία.
Περάστε από τα χρόνια που πέρασα, πέστε πάνω στη κάθε πέτρα που βρήκα στο δρόμο.
Σηκωθείτε και συνεχίστε πάλι με τον ίδιο τρόπο, όπως και εγώ! Και τότε μπορείτε να με κρίνετε.
Μην μιλάτε στους ανθρώπους για τον Κύριο, αν δεν θέλουν να ακούσουν γι’ Αυτόν. Ζήστε όπως ο Κύριος και οι ίδιοι θα σας ρωτήσουν για να μάθουν…
Η Ορθοδοξία είναι η πίστη που αναγνωρίζεται από τον τρόπο που τη ζούμε, το πως ενεργούμε και το πως φερόμαστε. Η Ορθοδοξία είναι τρόπος ζωής.

+ μακάριος Παύλος Πατριάρχης Σερβίας (+ 15-11-2009).