Σελίδα 1562 από 4232

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 1:48 pm
από toula
πώς ο Αγιος Νικόλαος έγινε "Αγιος Βασίλης" και Σάντα Κλάους

Eίναι σχεδόν 6.000 χιλιόμετρα από τον Βόρειο Πόλο, αλλά ο Αϊ- Βασίλης τα διανύει σε χρόνο-μηδέν, πάνω στο έλκηθρο που το σέρνουν ζωηρά ελάφια στον βραδινό ουρανό. Με την ίδια ευκολία και ταχύτητα ανεβοκατεβαίνει από καμινάδες για να μοιράσει δώρα στα παιδιά όλου του κόσμου.
Στη δυτική παράδοση είναι ντυμένος στα κόκκινα, έχει πυκνή λευκή γενειάδα, είναι στρουμπουλός και γελάει με την καρδιά του. Αυτός είναι ο Σάντα Κλάους των Αγγλων και των Αμερικανών, ο Περ Νοέλ των Γάλλων, ο Βάιναχτσμαν των Γερμανών και πάει λέγοντας.
Αλλά ο θρύλος γεννήθηκε αλλού, κοντά στο Ντεμρέ της σημερινής Νότιας Τουρκίας. Η ιστορία ξεκινάει τον 4ο αιώνα, όταν η περιοχή ήταν γνωστή ως Μύρα της Λυκίας.
Αρχαία ερείπια μαρτυρούν τη σημασία της πόλης: ένα ρωμαϊκό αμφιθέατρο και λαξευτοί τάφοι στο βουνό, τόποι ταφής των πλούσιων κατοίκων. Εκεί λοιπόν έζησε ο Νικόλαος, Επίσκοπος Μύρων, γνωστός και αγαπητός για τις καλές του πράξεις.
Εγινε άγιος αμέσως μετά τον θάνατό του και η εκκλησία του Αγίου Νικολάου δεσπόζει σήμερα στο κέντρο του Ντεμρέ. Πιστοί έρχονται από όλον τον κόσμο για να προσκυνήσουν στον εορτασμό της μνήμης του τον Δεκέμβριο.
Ιστορίες για την καλοσύνη του Νικολάου εξαπλώθηκαν μετά τον θάνατό του. Τόσο αγαπητός ήταν που τα οστά του εκλάπησαν από τα Μύρα το 1087 και μεταφέρθηκαν στην Ιταλία για να μην πέσουν στα χέρια των τούρκων εισβολέων. Στην ορθόδοξη παράδοση έγινε ο προστάτης άγιος των παιδιών και των ναυτικών. Αλλά χρειάστηκαν αιώνες για να μεταμορφωθεί η εικόνα του καλού επισκόπου στον Αϊ-Βασίλη με τα κόκκινα.
Η ιστορία του Αγίου Νικολάου ταξίδεψε και ρίζωσε σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο Αγιος Νικόλαος έγινε προστάτης της Μόσχας και της γεωργίας στη Ρωσία και του Ναυτικού στο Αμστερνταμ της Ολλανδίας, όπου, παρά την απαγόρευση αναγνώρισης αγίων που επέβαλλε ο προτεσταντισμός, επέζησε με το όνομα Σίντερ Κλάας, ο οποίος την ημέρα της εορτής του, στις 6 Δεκεμβρίου, παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο να μοιράζει δώρα στα παιδιά.

Αυτή είναι μάλλον η πιο καθαρή μορφή του Αγίου Νικολάου που απέμεινε σήμερα, αν και στην Ολλανδία παρουσιάζεται να έχει ως βοηθό του και ένα αγόρι από την Αιθιοπία, τον Μαύρο Πιτ, που η παράδοση θέλει να τον είχε απελευθερώσει ο Σίντερ Κλάας στα Μύρα και ο οποίος από ευγνωμοσύνη έμεινε για πάντα μαζί του ως βοηθός.
Ευρωπαίοι άποικοι, κυρίως Ολλανδοί, μετέφεραν μαζί τους τον μύθο στον Νέο Κόσμο.
Η συνέχεια γράφτηκε στη Νέα Υόρκη στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν οι Αμερικανοί άρχισαν να ψάχνουν τρόπους για να δημιουργήσουν νοσταλγικές παραδόσεις και στράφηκαν προς τον Αγιο Νικόλαο, ο οποίος γιορτάζεται λίγες ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα.
Το 1810, τη βραδιά της γιορτής του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου, παρουσιάστηκε από τον Ιστορικό Σύλλογο της Νέας Υόρκης η πρώτη αμερικανική εικόνα του Αγίου Νικολάου με έντονες τις αρχικές ορθόδοξες ρίζες της αλλά και με ένα τζάκι πλάι του με δώρα που υπονοεί την επίσκεψή του στα σπίτια. Αναγράφεται ρητά η εορτή του στις 6 Δεκεμβρίου και το πραγματικό ελληνικό όνομα του Αγίου Νικολάου.
Μερικά από τα πιο γνωστά δυτικά έθιμα των Χριστουγέννων, το έλατο και οι κάλτσες που κρεμιούνται στο τζάκι για να τις γεμίσει με δώρα ο Αϊ-Βασίλης, μεταφέρθηκαν από Γερμανούς στις ΗΠΑ, όπου εδραιώθηκαν σε συνδυασμό με τον Ολλανδό Sint-Nicolaas ή Sinter Klaas από όπου προέκυψε το Claus (Klaas και Claus από το Nicholas ή Nicholaus).
Η Coca-Cola άρχισε να χρησιμοποιεί την εικόνα του πρόσχαρου Σάντα Κλάους στις διαφημίσεις της από τη δεκαετία του 1930 εδραιώνοντας την εμφάνισή του στη λαϊκή κουλτούρα.
Η σημερινή μορφή του Αϊ-Βασίλη δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συνονθύλευμα διαφορετικών μύθων από διαφορετικές εποχές και διαφορετικές περιοχές του κόσμου που εξελίχθηκε μέσα στον χρόνο σύμφωνα με τις ανάγκες κάθε εποχής.

της Ειρήνης Μητροπούλου

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 1:49 pm
από toula
Σε ένα χωριό, κοντά στο Vologda, ζούσε ένας καλός Χριστιανός. Πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Όπου και αν τύχαινε να είναι, ακούγοντας την καμπάνα έπαιρνε τα παιδιά του και πήγαινε, όσο πιο νωρίς μπορούσε. Και συμβούλευε τη γυναίκα του να μην αργεί, να μην αφήνει να την απορροφούν οι δουλειές του σπιτιού.
Έτσι έτυχε μια μέρα και εκείνη βγαίνοντας βιαστική, για να μην αργήσει, ξέχασε να κλείσει την πόρτα του σπιτιού πίσω της.
Ήταν η μνήμη του αγίου Νικολάου, και το είχε και δική της φιλοτιμία, να πάει έγκαιρα.
Σε λίγο όμως, πέρασε έξω από το σπίτι της ένας κλέφτης. Είδε την πόρτα ανοιχτή. Και μπήκε κι άρχισε να μαζεύει τα τιμαλφή, τα πράγματα με αξία. Και αφού πήρε ό,τι ήθελε, τα έκανε κόμπο, δέμα, τα σήκωσε και ετοιμάστηκε να βγει!
Αλλά δεν πρόφθασε! Είδε ένα όραμα τρομακτικό.

Εκείνη τη στιγμή, απ την πόρτα την οποία είχε φροντίσει και την είχε κλείσει πίσω του, είδε να μπαίνει στο σπίτι ο άγιος Νικόλαος, ντυμένος με ολόκληρη την αρχιερατική του στολή! Και ρίχνοντας ένα βλέμμα άγριο στον κλέπτη, του είπε:
– Ώστε έτσι! Οι άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, στην Εκκλησία! Και στο σπίτι τους εσύ, για να τους κλέψεις; Αμ δεν θα σου περάσει!
Και με τα λόγια αυτά ο άγιος άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στον κλέπτη, που αυτοστιγμεί τυφλώθηκε. Κι ο άγιος εξαφανίστηκε.
Ο κλέπτης άρχισε να ψάχνει να βρει την πόρτα να φύγει. Αλλά δεν το κατόρθωσε. Και γύρισε ο Ιβάν από την Εκκλησία και τον βρήκε μέσα. Έτσι ο κλέφτης συνελήφθη, παραπέμφθηκε σε δίκη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε εκτόπιση στη Σιβηρία.

Αλλά όλο αυτό το διάστημα, η συνείδησή του δούλευε μέσα του. Κατάλαβε, ότι το λάθος δεν ήταν δικό του. Αυτός καλά και έξυπνα την έκανε τη δουλειά του. Κατάλαβε, ότι για το «πάθημά» του «έφταιγε» ο άγιος Νικόλαος· ότι η εμφάνισή του δεν ήταν φαντασία. Και θυμήθηκε, ότι οι άγιοι δεν είναι μισάνθρωποι. Και ζήτησε να του επιτρέψουν, να πάει στο χωριό του να προσκυνήσει τον άγιο και να του ζητήσει έλεος και συγγνώμη.
Και τον πήγαν. Και γονάτισε μπροστά στην εικόνα του. Και με δάκρυα τού ζήτησε συγχώρηση για την αμαρτία του. Προσευχήθηκε ώρα πολλή, με το κεφάλι στη γη. Κι ευχαρίστησε τον άγιο, που του έκλεισε τα μάτια του σώματος και του άνοιξε τα μάτια της ψυχής. Και σηκώθηκε και ασπάστηκε την ιερή εικόνα του αγίου. Και φιλώντας την άνοιξαν και τα μάτια του σώματός του.

(«Αγιολογία», αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 234-236 )

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 1:50 pm
από toula
Κάποιος άνθρωπος, από ένδοξος και πλούσιος, είχε καταντήσει άσημος και φτωχός. Αυτός, καθώς δεν είχε εντελώς τίποτε και του είχαν πλέον τελειώσει και αυτά τα απαραίτητα, σκέφτηκε –αλίμονο, μέχρι πού μπορεί να φτάσει η φτώχεια!– να εκδώσει τις τρεις κόρες του, που ήταν εξαιρετικά όμορφες, στην πληρωμένη ακολασία, ώστε από τα σχετικά έσοδα να τρέφεται και ο ίδιος και αυτές. Γιατί το να τις παντρέψει του ήταν αδύνατο, επειδή όλοι τις απέρριπταν αμέσως για την πολλή τους φτώχεια.

Ο Θεός όμως έφερε έτσι τα πράγματα, ώστε αυτό έφτασε στα αυτιά του θαυμαστού Νικολάου. Και πρόσεξε τη συμπόνια, αλλά και τη σύνεση του αγίου. Δεν θέλησε να πάει στον άνθρωπο και να του μιλήσει, έστω και πολύ σύντομα, για το θέμα αυτό, ούτε να εμφανίσει σε αυτόν το ευεργετικό του χέρι, όπως κάνουν συνήθως όσοι ελεούν με μικρότητα. Γιατί γνώριζε ότι κάτι τέτοια είναι ενοχλητικά σε εκείνους που από τον πλούτο και τη δόξα ξέπεσαν στη φτώχεια και τους κάνουν να ντρέπονται, καθώς τους θυμίζουν την προηγούμενη ευημερία. Αντίθετα, σαν να πάσχιζε να ξεπεράσει ακόμη και την εντολή του Ευαγγελίου, που λέει να κρατάμε κρυφή την ελεημοσύνη από το αριστερό μας χέρι, δεν θέλησε να κάνει μάρτυρα της πράξης του ούτε αυτόν που θα ευεργετούσε. Τόσο πολύ δηλαδή απείχε από το να επιδιώκει να δοξαστεί από τους ανθρώπους, ώστε, ενώ έκανε μια καλή πράξη, φρόντιζε να την κρατήσει κρυφή περισσότερο από εκείνους που κάνουν πράξεις κακές. Πήρε λοιπόν ένα φουσκωμένο κομπόδεμα με χρυσά νομίσματα και τα μεσάνυχτα πήγε στο σπίτι του ανθρώπου. Εκεί, από κάποιο παράθυρο, έριξε μέσα το κομπόδεμα, και αμέσως γύρισε στο δικό του σπίτι, σαν να ντρεπόταν να τον δουν να δίνει.
Το πρωί που ο άνθρωπος σηκώθηκε, βρήκε το κομπόδεμα, το έλυσε και έμεινε κατάπληκτος, νομίζοντας ότι πρόκειται για απάτη. Φοβήθηκε ότι δεν είναι χρυσά τα νομίσματα, γι’ αυτό και τα έτριβε με τα δάχτυλά του και τα παρατηρούσε προσεκτικά. Όταν βεβαιώθηκε ότι είναι αληθινό χρυσάφι, χάρηκε πολύ, θαύμαζε, απορούσε, και από τη χαρά του έκλαιγε με θερμά δάκρυα. Καθώς όμως, παρά το ότι σκέφτηκε πολύ, δεν βρήκε κανέναν από τους γνωστούς του, στον οποίο θα μπορούσε να αποδώσει το γεγονός, το απέδωσε στον Θεό και δεν έπαυε να τον ευχαριστεί με δάκρυα. Και φυσικά έσπευσε πρώτα απ’ όλα να εξαλείψει την αιτία της αμαρτίας του προς τον Θεό· αμέσως δηλαδή πάντρεψε μία από τις κόρες του, την πρώτη, καταβάλλοντας ως ικανοποιητική προίκα το χρυσάφι που του δόθηκε.
Όταν το πληροφορήθηκε αυτό ο αξιοθαύμαστος Νικόλαος και διαπίστωσε ότι ο άνθρωπος αυτός ενήργησε σύμφωνα με τη δική του πρόθεση –γιατί αυτός ήταν ο σκοπός του, να απομακρύνει μέσω του γάμου το ενδεχόμενο της αμαρτίας–, ήταν έτοιμος να κάνει τα ίδια και για τη δεύτερη κόρη. Έριξε δηλαδή τη νύχτα από το παράθυρο και άλλο κομπόδεμα με ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς.

Το πρωί που ο άνθρωπος σηκώθηκε και βρήκε το χρυσάφι με τον ίδιο τρόπο, κυριεύτηκε από την ίδια έκπληξη και, ακουμπώντας το μέτωπό του στο έδαφος, το έβρεχε με ακόμη πιο θερμά δάκρυα λέγοντας: «Θεέ μου, που χαίρεσαι να δείχνεις έλεος και οικονομείς τη σωτηρία μας, που πρώτα έγινες άνθρωπος εξαιτίας της παρακοής μου, και τώρα με γλιτώνεις από την παγίδα του εχθρού, τη σχετική με τις κόρες μου, εσύ δείξε μου ποιος είναι αυτός που υπηρετεί στο θέλημά σου και είναι ανάμεσα στους ανθρώπους άγγελος και μιμητής της καλοσύνης σου, ο οποίος και με λύτρωσε από την πιεστική φτώχεια και με απάλλαξε από τις άτοπες σκέψεις. Γιατί τώρα, χάρη στην ευσπλαχνία σου, θα δώσω σε νόμιμο άντρα και τη δεύτερη κόρη μου, που διέφυγε πλέον τον κίνδυνο να γίνει θήραμα του διαβόλου και να μου αποδίδει κέρδος χειρότερο από κάθε ζημιά».
Αυτά είπε και αμέσως τέλεσε τον γάμο και της δεύτερης κόρης, έχοντας την ελπίδα ότι ούτε την τρίτη θα αποτύχει να παντρέψει. Θεωρούσε δηλαδή ότι είχε ήδη την προίκα της έτοιμη και στο χέρι, παίρνοντας θάρρος, όπως ήταν φυσικό, από τις προηγούμενες. Για τον λόγο αυτό ήταν προσεκτικός και σε επιφυλακή και έμενε άγρυπνος τις νύχτες, για να μην του ξεφύγει ο καλός χρηματοδότης, αλλά, αν ξαναέρθει, να τον πιάσει και με τα δυό χέρια και να μάθει από αυτόν ποιος είναι και από πού έχει τόσο χρυσάφι.

Αυτός λοιπόν έτσι ξαγρυπνούσε για να τον περιμένει· και ο δούλος του Θεού Νικόλαος ήρθε πράγματι και τρίτη φορά, αθόρυβα μέσα στη νύχτα, και φτάνοντας στον συνηθισμένο τόπο έριξε και πάλι από το ίδιο παράθυρο ένα ίδιο κομπόδεμα και αμέσως έφυγε για το σπίτι του. Ο πατέρας όμως των κοριτσιών, μόλις άκουσε τον ήχο από το πέσιμο του χρυσού και κατάλαβε ότι ήρθε πάλι ο συνηθισμένος χρηματοδότης, αμέσως έτρεξε από πίσω του με όλη τη δύναμη των ποδιών του. Όταν τον έφτασε και τον αναγνώρισε –γιατί ο άγιος ήταν γνωστός λόγω της αρετής του και της αρχοντικής καταγωγής του– έπεσε στα πόδια του και τον αποκαλούσε λυτρωτή και βοηθό και σωτήρα ψυχών που ήταν έτοιμες να πέσουν στη χειρότερη απώλεια.

Τέτοια έλεγε εκείνος με δάκρυα χαράς και θερμή πίστη· ο άγιος όμως, όταν είδε ότι φανερώθηκε, σήκωσε τον άνθρωπο και τον δέσμευσε με όρκους να μην πει σε άλλους όσα έγιναν και να μη φανερώσει την ελεημοσύνη, όσο αυτός θα ζούσε.

(Από το βιβλίο: “ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ”, τόμος Γ’, Υπόθεση ΛΘ’ (39). Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2001)

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 1:52 pm
από toula
Γιατί ο άγιος Νικόλαος ονομάστηκε προστάτης των ναυτικών.

[1] Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΑΥΤΗ.
Κάποτε ο Άγιος Νικόλαος αναχώρησε με ένα Αιγυπτιακό καράβι να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δει τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Ήθελε να προσκυνήσει τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου.
Το βράδυ, είδε στον ύπνο του, ότι είχε πιάσει μεγάλη τρικυμία και ο σατανάς έκοψε τα σχοινιά από το καράβι κι ΄εσπασε το τιμόνι. Το πρωϊ, λέει στον καπετάνιο ότι αν πιάσει τρικυμία να μη φοβηθεί, γιατί θα είναι έργο του σατανά, κι ο Θεός θα τους βοηθήσει.
Στο καράβι ήταν πολλοί χριστιανοί που πήγαιναν και αυτοί για να προσκυνήσουν. Στη μέση του ταξιδιού τους, ξέσπασε πολύ μεγάλη φουρτούνα και περίμεναν όλοι τους να βουλιάξουν από στιγμή σε στιγμή. Αμέσως όλοι πήγαν κοντά στον Άγιο και από το βέβαιο πνιγμό. Πράγματι ο Άγιος γονάτισε και προσευχήθηκε θερμά στον Κύριο παρακαλώντας τον να καταπαύσει η μεγάλη θαλασσοταραχή και ο πολύ δυνατός άνεμος. Πράγματι ο άνεμος σταμάτησε και η θάλασσα γαλήνεψε.

Όμως κάποιος ναύτης την ώρα της φουρτούνας ανέβηκε στο κατάρτι για να φτιάξει το πανί γλύστρισε κι έπεσε στο κατάστρωμα και σκοτώθηκε. Τότε ο Άγιος Νικόλαος πήγε κοντά του, παρακάλεσε το Θεό να τον αναστήσει και το θαύμα έγινε. Ο ναύτης αναστήθηκε, σηκώθηκε σαν να ξύπνησε από τον ύπνο. Μετά από αυτό το γεγονός, πολλοί έτρεξαν κοντά στον Άγιο και βρήκαν τη θεραπεία τους.

[2] Ο ΑΓΙΟΣ ΓΑΛΗΝΕΥΕΙ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Αφού ο Άγιος προσκύνησε τον Πανάγαθο Τάφο του Κυρίου και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός, ήθελε να γυρίσει στην πατρίδα του, μα κανένα πλοίο δεν πήγαινε αν δεν εύρισκε "ναύλο".
Τότε ο Άγιος είπε στον καπετάνιο ότι ο ίδιος θα του πληρώσει όλο τον ναύλο για να τον πάρει στα Πάταρα.
Όταν ανοίχτηκαν στο πέλαγος, ο αέρας ήταν καλός και αντί να πάνε στα Πάταρα, πήγαιναν πρώτα στη δικιά τους πατρίδα. Τότε ξαφνικά άρχισε μια φοβερή τρικυμία, που τους έσπασε το τιμόνι και το πλοίο ακυβέρνητο θα τσακιζόταν στους βράχους. Ο Άγιος τότε πραγματικά παρακάλεσε το Θεό και η θάλασσα γαλήνεψε και με ένα χοντρό ξύλο που ματαχειριστηκανε για τιμόνι έφτασαν στα Πάταρα. Όλοι τους χάρηκαν και δόξασαν τον Πανάγαθο.

[3] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΤΑ ΜΥΡΑ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΙΝΑ.
Κάποτε ήρθε πολύ μεγάλη πείνα στην περιοχή της Λυκίας. Οι κάτοικοι της γύρω περιοχής ουδέποτε θυμούνται τέτοια μεγάλη πείνα. Τα δε Μύρα η επαρχία του Αγίου Νικολάου κινδύνεψε να καταστραφεί. Αλλά ο Άγιος λυπήθηκε το ποίμνιό του και ενήργησε ως ακολούθως:
Κάποιος πλοίαρχος φόρτωσε το πλοίο του με σιτάρι με προορισμό τη Γαλλία. Τη νύχτα στον ύπνο του βλέπει τον Άγιο Νικόλαο να του λέει: "το σιτάρι να το πάρεις στα Μύρα της Λυκίας και όχι στη Γαλλία, γιατί εκεί είναι μεγάλη πείνα και θα το πωλήσεις πολύ άκριβά και γρήγορα. Πάρε δε και τρία φλωριά και όταν φθάσεις στα Μύρα θα πάρεις και τα υπόλοιπα χρήματα. Το πρωϊ αφού ξύπνησε ο πλοίαρχος βρήκε στα χέρια του τα νομίσματα, διηγήθηκε στους ναύτες του τα όσα του συνέβησαν τη νύχτα και τους έδειξε και τα νομίσματα. Όλοι συμφώνησαν ότι έπρεπε να οδηγήσουν το πλοίο στα Μύρα γιατί ήτανε θέλημα Θεού. Πράγματι, αφού έφθασαν στα Μύρα πώλησαν αμέσως όλο το σιτάρι σε πολύ καλή τιμή, οι δε κάτοικοι των Μύρων δόξασαν τον Θεό, ο οποίος τους φρόντησε για να μην πεθάνουν από την πείνα, αλλά πάντοτε φροντίζει αυτούς που στηρίζουν την ελπίδα τους στο πλούσιό του έλεος.

[4] Ο ΑΓΙΟΣ ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΤΙΜΟΝΙ ΚΑΙ ΣΩΖΕΙ ΤΟ ΚΑΪΚΙ
Κάποτε ένα καϊκι κινδύνεψε να βουλιάξει. Οι νάυτες του κάλεσαν τότε τον Άγιο Νικόλαο να τους σώσει, γιατί άκουσαν ότι ο Άγιος είναι ο προστάτης των θαλασσινών και ότι τους βοηθά. Επεκαλέσθησαν τον Άγιο με τούτα τα λόγια: " Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ μας την ώρα αυτή, γιατί πνιγόμαστε". Πράγματι ξαφνικά παρουσιάστηκε στην πρύμνη του καϊκιού ένας καλόγερος, που κρατούσε το τιμόνι και είπε τους ναύτες: "Μη φοβάστε, με φωνάξατε να σας βοηθήσω και αμέσως ήρθα να σας βοηθήσω".
Όταν η θάλασσα γαλήνεψε, ο Άγιος χάθηκε, οι ναύτες βγήκαν στο λιμάνι των Μύρων και ζήτησαν να δούν τον Άγιο Νικόλαο. Μόλις μπήκαν στην Μητρόπολη είδαν τον ίδιο καλόγερο που ήταν στο τιμόνι και τους έσωσε. Τον έβλεπαν για πρώτη φορά και τον γνώρισαν. Ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως πέσανε και τον προσκυνήσανε λέγοντες: "Ευχαριστούμεν σε, δούλε του Θεού, γιατί αν δεν πρόφτανες να έρθεις, θα πνιγόμασταν στη θάλασσα".

[5] ΤΟ ΛΑΔΙΚΟ
Άλλο θαύμα που έκανε ο Άγιος Νικόλαος, είναι όταν μια μέρα παρουσιάστηκε μια γριά γυναίκα, που δεν ήταν άλλος από τον σατανά, στον πλοίαρχο ενός καϊκιού, που θα πήγαινε με πολλούς χριστιανούς στα Μύρα για να ποσκυνήσουν στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου το ιερό του λείψανο. Αυτή, λοιπόν η γριά, του λέει ότι θα ήθελε να πάσε και αυτή να προσκυνήσει μα δεν αντέχει τη θάλασσα γιατί είναι γριούλα και τον παρακάλεσε να πάρει ένα δοχείο λάδι για ν' ανάψουν τα καντήλια.
Ο πλοίαρχος το πήρε. Όλη την ημέρα ταξίδευαν καλά, αλλά τα μεσάνυκτα φάνηκε ο Άγιος Νικόλαος στον πλοίαρχο και του είπε να πετάξει το δοχείο με το λάδι που του είχε δώσει η γριά, γιατί εκεί μέσα είναι κρυμμένος ο σατανάς. Την άλλη μέρα ο πλοίαρχος το πέταξε στη θάλασσα, αμέσως μια φοβερή φλόγα βγήκε από μέσα, που μύριζε θειάφι και σηκώθηκε τόσο μεγάλο κύμα, που κόντεψε να βουλίαξει το καϊκι.

[6] Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ (ΠΝΙΓΜΟ) ΕΥΣΕΒΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ.
Κάποτε στην Κωνσταντινούπολη ζούσε κάποιος χριστιανός ευλαβής και πιστός, ο οποίος υπεραγαπούσε τον Άγιο Νικόλαο, όπως και ο Άγιος τον αγαπούσε πολύ. Θέλησε κάποτε να ταξιδέψει με καράβι για ατομική του υπόθεση. Πήγε πρώτα στο ναό του Αγίου Νικολάου στην Κωνσταντινούπολη που τον είχε κτίσει ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός, για να προσκυνήσει προτού ξεκινήσει για το ταξείδι του. Έπειτα, αφού αποχαιρέτησε τους συγγενείς και τους φίλους του, μπήκε στο καράβι. Κατά τη νύχτα οι νάυτες ξύπνησαν για να διορθώσουν τα παννιά γιατί είχε αλλάξει η διεύθυνση του ανέμου. Την ίδια στιγμή ξύπνησε και ο καλός αυτός χριστιανός και πήγαινε για φυσική του ανάγκη. Πέρασε απ' εκεί που κατεγίνοντο οι ναύτες με τα σύνεργά τους και περιπλεχθείς με τα παννιά έπεσε στη θάλασσα. Οι ναύτες πρόσεξαν τον άνθρωπο που έπεσε στη θάλασσα, αλλά δεν μπόρεσαν να τον σώσουν, γιατί ο άνεμος ήταν πολύ δυνατός. Το μόνο που έκαναν ήταν να τον κλαίνε συνέχεια για τον τραγικό θάνατό του.
Ο άνθρωπος αυτός, καθώς ήταν ντυμένος, καταποντίστηκε στο βυθό της θάλασσας, θυμήθηκε και έλεγε νοερά: " Άγιε Νικόλαε, βοήθησέ με ".
Οι συγγενείς του, που κοιμούνταν εκείνη την ώρα στο σπίτι, ξύπνησαν έντομοι ακούοντας τις φωνές του. Επίσης ξύπνησαν και οι γείτονες του από το θόρυβο και έτρεξαν στο σπίτι του και είδαν και αυτοί τη σκηνή και πρόσεξαν που έτρεχε τον νερό της θάλασσας από τα ρούχα του. Όλοι όσοι ήταν παρόντες και είδαν τα συμβάντα έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί και δεν ήξεραν τιν να πουν. Τότε ο χριστιανός άρχισε να διηγήται αυτό που του σνηνέβξκε και να τους παρακαλεί να του πουν πως βρέθηκε στο σπίτι του σε τέτοιες συνθήκες. Όλοι τότε έκλαιγαν και φώναζαν. "Κύριε, ελέησόν".
Αφού ο χριστιανός άλλαξε τα ρούχα του και φόρεσε στεγνά ξεκίνησε για να πάει στην Εκκλησία του Αγίου Νικολάου να προσκυνήσει και να ευχαριστήσει τον Άγιο για το θαύμα που έκανε. Ο ναός έγινε κατάφωτος και είχε μαζευτεί αρκετός κόσμος ρωτώντας ο ένας τον άλλο τι είχε γίνει και αμέσως το θαύμα έγινε γνωστό. Μάλιστα δε όταν πλησίασαν τον διασωθέντα πρόσεξαν ότι ευωδίαζε το σώμα του από διάφορα αρώματα, εξέστησαν όλοι και δόξασαν το Θεό ευχαριστούντες τον μέγα Ιεράρχη Νικόλαο.

Αυτό το θαύμα του Αγίου έγινε σε λίγες μέρες γνωστό σε όλη την Κωνσταντινούπολη. Έφτασε δε και στα αφτιά του Βασιλιά και του Πατριάρχη. Αμέσως κάλεσαν Ιερά Σύνοδο, καθώς και τον διασωθέντα χριστιανό, ο οποίος στάθηκε μπροστά σε όλους τους συναθροισθέντες Συνοδικούς, που φώναζαν: "Μέγας ει Κύριε, και θαυμαστά τα τα έργα Σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου!" Όλοι οι χριστιανοί έκαμαν λιτανεία και αγρυπνία, δοξάζοντες και ευλογούντες τον Θεό, απονέμοντες δε και την πρέπουσα ευχαριστία στον Άγιο Νικόλαο.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 1:53 pm
από toula
Από τον βίο του Οσίου Σάββα του Ηγιασμένου του Κυρίλλου Σκυθοπολίτου

Τα πικρά κολοκύθια
Ο μάγειρας της Λαύρας μαγείρεψε κάποτε κολοκύθια, για να περιποιηθεί τους τεχνίτες που είχαν. Την ώρα του φαγητού τα δοκίμασε και διαπίστωσε ότι ήσαν πικρά. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ, γιατί δεν είχε τίποτε άλλο να τους δώσει να φάνε. Έτρεξε αμέσως τότε στον Γέροντα, έπεσε στα πόδια του και του ανήγγειλε το γεγονός. Ο άγιος ήλθε αμέσως, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το χάλκωμα (καζάνι) και είπε στον μάγειρα: Πήγαινε· ευλογητός ο Κύριος· παράθεσε στα τραπέζια για να φάνε οι άνθρωποι. Και, ω του θαύματος, έγιναν γλυκά τα κολοκύθια κι έφαγαν όλοι και χόρτασαν και δόξασαν τον Θεό.

Το πληγωμένο λιοντάρι
Περπατούσε κάποτε ο άγιος πρεσβύτης από τον Ρουβά πρός τον καλαμώνα του Ιορδάνη. Ξαφνικά συναντήθηκε μ’ ένα μεγαλόσωμο λιοντάρι που κούτσαινε. Έπεσε κάτω μπροστά στα πόδια του το θηρίο και του έδειχνε το πόδι του κάνοντάς του νόημα να το βοηθήσει. Ο πατέρας μας Σάββας κατάλαβε τον πόνο του θηρίου και κάθησε κι έπιασε το πόδι του. Έβγαλε απ’ αυτό ένα μεγάλο αγκάθι που είχε μπει βαθιά. Και το λιοντάρι, αφού ανακουφίστηκε από τον πόνο, σηκώθηκε κι έτρεχε. Από τότε το λιοντάρι ακολουθούσε τον Γέροντα κατά τις ημέρες τις αγίας Τεσσαρακοστής και έδειχνε έτσι την ευγνωμοσύνη του σαν πιστός δούλος.

Η προσευχή του ανοίγει τους ουρανούς
Είχε συμπληρωθεί ο τέταρτος χρόνος από τότε που είχε να βρέξει. Και οι μαθητές του αγιασμένου πατέρα μας, που έμεναν στη μονή του Σπηλαίου, ήλθαν στη Μεγίστη Λαύρα και του είπαν: Άφησε μας, πατέρα να φύγουμε. Δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο στο μοναστήρι σου, γιατί δεν έχουμε καθόλου νερό. Συμπληρώνεται μάλιστα ο Μάϊος μήνας κι απ’ εδώ κι εμπρός δεν υπάρχει ελπίδα να βρέξει.
Ο άγιος τους μάλωσε λίγο και τους ενουθέτησε να υπομένουν τις δυσκολίες που έρχονται με ευχαριστία στο Θεό· και πρόσθεσε: Πιστεύω στο Θεό ότι μετά τρεις ημέρες θα γεμίσουν από νερό όλες οι στέρνες σας. Πηγαίνετε λοιπόν, και φροντίστε να καθαριστούν όλοι οι αγωγοί του νερού κι ετοιμαστείστε να δείτε τη δωρεά του Θεού και πόσο γρήγορα θα σας επισκεφτεί.

Την Τρίτη ημέρα ένα σύννεφο ήλθε και στάθηκε πάνω από το μοναστήρι αυτό μόνο, κι έπεσε πολλή βροχή κι εγέμισαν όλες οι στέρνες, σύμφωνα με την προφητεία του αγίου. Στα άλλα μοναστήρια που βρίσκονται κοντά στη Μονή του Σπηλαίου, το Καστέλλι που είναι στ’ ανατολικά και του Σχολαρίου στα δυτικά περί τα πέντε στάδια, καθώς και στη Μεγίστη Λαύρα, που βρίσκεται στα νότια, δεν έπεσε ούτε σταγόνα νερό.
Οι ηγούμενοι των άλλων Μοναστηριών λυπήθηκαν που δεν έβρεξε και στα δικά τους. Ήλθαν στον άγιο Γέροντα και του είπαν: Ποια είναι η αμαρτία μας, τίμιε πατέρα και μας απομάκρυνες από την ευλογία αυτή και δεν προσευχήθηκες και για τα υπόλοιπα μοναστήρια σου; Και ο άγιος τους είπε: Ο Θεός έστειλε την ευλογία του σ’ εκείνους που είχαν ανάγκη. Και σεις μη στενοχωριέστε. Γιατί δεν θα σας λείψει το νερό μέχρις ότου ο Κύριος στείλει τη βροχή στη γη.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 2:01 pm
από toula
«Ιδού η Παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Εμμανουήλ» (Ησ. 7,14)

Ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ πού ἐξῆλθε ἀπό τήν παρθενική γῆ. Ἡ γυναίκα πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς κατάρας τώρα ἐκφέρει τήν δρόσον τῆς εὐλογίας. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ νέος Νῶε πού ὑπόσχεται νά μᾶς διαναπαύσει ἀπό τίς λύπες καί τά ἔργα τῶν χειρῶν μας. Εἶναι ὁ ἀγενεαλόγητος Μελχισεδέκ πού ἔρχεται νά κληρονομήσει βασιλείαν καί ἱερωσύνην αἰώνιον. Παρῆλθε ἐπιτέλους ἡ μακρά νύχτα τοῦ σκότους καί τό ἑωθινό φῶς εἰσχωρεῖ μέσα στό γνόφο τοῦ Παλαιοδιαθηκικοῦ ἱερείου, τοῦ ναοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, πού εἶναι στραμμένος περισσότερο στήν αἰώνια ἀνατολή, παρά στήν καθημερινότητα.
Ἡ Ἁγία Παρθένος ὅταν ἀφιερώθηκε μέσα στόν ναό καί ἤτανε μέσα στόν ναό, προσευχομένη μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, βέβαια, εἶχε μέσα Της ὅλο τό κεφάλαιο τῆς ἁγιότητος τῶν Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Σέ Αὐτήν κορυφωνόταν ὅλη ἡ ἁγιότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί μέ τήν προσευχή Της κατέβασε τόν νοῦ Της στήν καρδιά Της, μᾶς λέγει ἡ παράδοση. Ἐκεῖ, μέσα στήν καρδιά Της ἔκανε δυό ἀνακαλύψεις: ἐκεῖ ἑνώθηκε μέ τόν Θεό καί τῆς μεταδόθηκε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει ἄλλη ἐπιθυμία ἀπό τό νά σωθεῖ ὅλος ὁ κόσμος. Καί ἄρχισε ἐκεῖ ἡ προσευχή τῆς μεσιτίας Της γιά ὅλο τό γένος τοῦ Ἀδάμ.

Τότε ἡ Παναγία Παρθένος διάβασε τό χωρίον τοῦ Ἠσαΐα πού λέγει «Ἰδού ἡ παρθένος ἔξει ἐν γαστρί καί τέξεται υἱόν καί καλέσουσιν τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ. Αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» . Ὅταν διάβασε αὐτό τό χωρίο, τότε θεϊκή ἐνέργεια ἔφλεξε τήν καρδιά Της καί ἀπό ἐκείνη τή στιγμή δέν μποροῦσε νά χωρίσει τόν νοῦ Της ἀπό αὐτό τό χωρίο καί ἄναψε μιά ζέουσα προσευχή μέσα Της: «Ὁ Θεός, ἀξίωσέ με νά γίνω ἡ θεραπαινίς, ἡ ὑπηρέτρια, ἐκείνης τῆς γυναίκας πού θά εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ». Πάνω στή ζέση αὐτῆς τῆς προσευχῆς Της ἐμφανίστηκε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί τῆς λέει «χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί» . Ἐσύ θά εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ καί ὄχι ἡ ὑπηρέτρια. Καί ἔχει νόημα αὐτό καί μποροῦμε νά τό διακρίνουμε καί πίσω ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι, ἀμέσως μετά, γίνεται μιά ἔκρηξη τοῦ λόγου στά χείλη τῆς Ἁγίας Παρθένου, ἔκρηξη πού ἐνεργεῖται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Καί εἶπε Μαριάμ: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον, καί ἠγαλλίασεν τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῶ τῷ σωτήρι μου» . Ἔτσι, ἦταν ἡ Ἁγία Παρθένος σέ μιά ἄβυσσο ταπεινώσεως. Προεξεπλήρωνε προφητικά τόν νόμο πού ἔμελλε νά δώσει ὁ Υἱός καί Θεός Της, ὅτι «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» . Γι’ αὐτό καί τήν ὕψωσε ὁ Θεός. Ἔβαλε τόν Ἑαυτό Της στήν ὁδό τοῦ Κυρίου, πού ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου εἶναι κάθοδος, κατάβασις στή γῆ καί ἀκόμα καί στόν ἅδη καί μετά ἡ ἀνάβασις. Καί ἐπειδή ἔβαλε τόν Ἑαυτό Της καί τό Πνεῦμα Της σέ αὐτήν τήν κενωτική ὁδό, βρέθηκε στήν ὁδό τοῦ Κυρίου, καί ὁδός εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, καί ἑπομένως ὁ Κύριος ἔγινε συνοδοιπόρος Της, ἑνώθηκε μαζί Της, ἀξιώνοντάς Την νά γίνει τό κατοικητήριό Του.

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 2:01 pm
από toula
Ένα βράδυ που πήγε στο Κυριακό της Σκήτης, πριν αρχίσει η ακολουθία, κάθισε στον πρόναο κά­τω από μια σκάλα. Μετά από λίγο μπαίνει στον ίδιο σκοτεινό χώρο ο Γερο-Δημάς, ένας ασκητής που έμενε μόνος πάνω από τη Σκήτη, σε μια πρω­τόγονη καλύβη. Κοιτάζει γύρω του. Δεν βλέπει κα­νένα. Παίρνει το κομποσχοίνι και αρχίζει τις μετά­νοιες. Λέει την ευχή. Δεν ελέγχει τον εαυτό του και τις κινήσεις του. Βγάζει μια κραυγή ευαρέσκειας. Λάμπει μέσα στο φως. Αυτό μεταδίδεται αμέσως στην εύφλεκτη ύλη του νέου μοναχού, που συγκλο­νίζεται και κλαίει ασυγκράτητα. Μπήκε δια μιας στον κόσμο της χάριτος του περιφρονημένου α­σκητή. Και γίνεται ο Γερο-Δημάς ο αρχάγγελος Γαβρι­ήλ για τον ευαγγελισμό του μικρού και άγνωστου μοναχού, που θα ονομαστή αργότερα Πορφύριος και θα αναδειχθή ο πυρφόρος άγγελος της χαράς για όλο τον κόσμο. Όταν τέλειωσε η ακολουθία, δεν μπορούσε να μιλήση σε κανένα. Πάει στο δάσος. Ξεσπάει σε κραυγές: Δόξα σοι, ο Θεός! Δόξα σοι, ο Θεός! Ήδη έχουν ανοιχθή οι αισθήσεις του. Βλέπει, ακούει, οσφραίνεται από μακριά. Διακρίνει τι γίνεται στην ψυχή του κάθε ανθρώπου. Του μιλούν τα βράχια, του λένε όλη την ιστορία και τα μυστικά των Καυσοκαλυβίων. Ομολογεί:
«Από τότε που έγινα μοναχός, κατάλαβα ότι δεν υπάρχει θάνατος». (Το κάλλος θα σώσει τον κόσμο/Αρχιμανδρίτης Βασίλειος, Προηγούμενος Ι.Μ Ιβήρων/Εκδόσεις: Ι.Μ Ιβηρων)

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 2:02 pm
από toula
Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Η -Κ Α Τ Α Θ Λ Ι Ψ Η (ὀδηγίες)

μπροστά μου (1987), σὲ φιλικὸ πρόσωπο ποὺ περνοῦσε κατάθλιψη στὴ βαθιά της φάση ("μεῖζον καταθλιπτικὸ ἐπεισόδιο ἢ διαταραχὴ" ἐπιστημονικῶς).
Τῆς ἔπιασε τὸν καρπὸ σὰν ὅπως ὅταν μετρᾶμε τὸ σφυγμὸ κάποιου, καὶ γιὰ μισὸ λεπτὸ δὲ μίλησε. Ξαφνιάστηκα.
Μετὰ τῆς εἶπε:
-Πώ, πώ, πόσο δυνατὸ νευρικὸ σύστημα ἔχεις! Μὲ καμιὰ φιλενάδα βγαίνετε γιὰ κουβεντούλα, γιὰ περίπατο, νὰ τὰ λέτε, νὰ γελᾶτε; Πίνετε καὶ κανένα καφεδάκι, κάνετε καὶ κανένα μπανάκι ποὺ εἶναι ὠφέλιμο τὸ ἰώδιο τῆς θάλασσας, νὰ δροσίζεστε, νὰ χαίρεστε!
(Κατὰ μαρτυρία τοῦ καθηγητοῦ μου κ. Ἀνέστη Κεσελόπουλου ὁ Ἅγιος συνιστοῦσε τὰ μπάνια στὴ θάλασσα, ὡς ἐξόχως θεραπευτικὰ καὶ ψυχαγωγικὰ γιὰ ὅλη τὴν οἰκογένεια).
Συνέχισε:
-Πάρε καὶ κεῖνα τὰ κουφετάκια ποὺ σοῦ δίνουν οἱ γιατροὶ γιὰ κάποιο χρόνο -ὕστερα δὲ θὰ τὰ χρειάζεσαι- καὶ ὅλα καλὰ θὰ πᾶνε, μὴ στενοχωρεῖσαι! Νὰ πᾶτε στὸ καλό!
ΥΓ. Σήμερα ἡ κυρία εἶναι ἔγγαμη, πολύτεκνη καὶ συνειδητὴ Χριστιανή, ἀποτέλεσμα -κ α ί- τῶν προσευχῶν τοῦ Ἁγίου. Δὲν σᾶς ἔκανε ἐντύπωση ὅτι σὲ κείνη τὴ φάση δὲν τῆς εἶπε τίποτε γιὰ ἐξομολόγηση, εὕρεση πνευματικοῦ, θεία Κοινωνία, ἐκκλησιασμό, πόλεμο τοῦ διαβόλου κλπ; Δὲν ἔπεσε δηλαδὴ στὴν παγίδα τοῦ κηρύγματος! Μά, ἔτσι κι ἀλλιῶς δὲν ὑπῆρχαν αὐτιὰ νὰ ἀκούσουν, καὶ ὁ διακριτικὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ τὸ βλέπει αὐτό. Κάθε πρᾶγμα στὸν καιρό του, γιατὶ καὶ τὸ καλὸ δὲν εἶναι καλό, ἂν καλὰ δὲ γίνει, τότε ποὺ πρέπει καὶ ὅπως πρέπει. Αὐτὸ ποὺ εἶναι φάρμακο γιὰ κάποιον, μπορεῖ νὰ εἶναι θανατηφόρο δηλητήριο γιὰ κάποιον ἄλλο. Ἂς πρεσβεύει ὁ ἅγιος γιὰ ὅλους μας, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, μὴ χάσουμε τὸ μπούσουλα τῆς στοιχειώδους -ἔστω- διάκρισης...

Από π. Εφραὶμ Τριανταφυλλόπουλος

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 2:05 pm
από toula
Χρόνος καὶ Αἰώνας – Δημήτρη Μαυρόπουλου.

«Ἡ ὀμορφιὰ θὰ σώσει τὸν κόσμο»
Ντοστογιέφσκυ

Προσπαθῶ νὰ κάνω τεράστιο ἅλμα πίσω στὴ ζωή μου, νὰ θυμηθῶ πότε αἰσθάνθηκα τὴν ὕπαρξη τοῦ χρόνου. Ὅ,τι καταλαβαίνω πὼς πρέπει νὰ συνέβη ὀφείλεται στὶς διηγήσεις τῆς μάνας μου. Ἀναπληρώνω ἀπὸ τὴν πείρα τοῦ μεγαλώματος των δικῶν μου παιδιῶν, ἢ τῶν παιδιῶν φίλων μου.
Πότε ἕνα μικρὸ παιδὶ φτάνει τελικὰ νὰ λέει «αὔριο» ἢ «χθὲς» ἔχοντας συνείδηση ἑνὸς χρονικοῦ μεγέθους ἴδιου μὲ αὐτὸ ποὺ ἔχουν οἱ γύρω του; Θὰ πρέπει νὰ παιδεύτηκα, ἀπ’ ὅ,τι ἔλεγε ἡ μάνα μου ― εἶχα κλείσει τὰ τρία καὶ μπέρδευα τὶς χρονικὲς ἀλληλουχίες. Προηγήθηκε ἡ αἴσθηση τοῦ «αὔριο» ἀπὸ τὴν αἴσθηση τοῦ «σήμερα» καὶ τοῦ «χθές». Κι ὅταν ἔμαθα πιὰ νὰ τὰ προσδιορίζω σωστὰ αὐτὰ τὰ τρία χρονικὰ σημεῖα, χαιρόμουν γιὰ τὶς ἐπιβραβεύσεις τῶν μεγάλων. Τὸ μπέρδεμα ὅμως ἐλλόχευε ὕπουλα στὴ ζωή μου, πάντα ἀγωνιοῦσα γιὰ τοὺς σωστοὺς προσδιορισμούς. Συχνὰ αἰσθανόμουν τὸ «αὔριο» ὡς «σήμερα», καμιὰ φορὰ καὶ ὡς «χθές», ἀλλὰ τέτοια αἰσθήματα τὰ κρατοῦσα γιὰ τὸν ἑαυτό μου. Στοὺς γύρω μου φανέρωνα πάντοτε αὐτὸ ποὺ περίμεναν ἀπὸ μένα, ἐπιδίωκα ἀπὸ μικρὸς νὰ σέβομαι τὶς κοινὲς συμβάσεις. Ἕνα μυστικὸ ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ διαμορφώνεται στὴ ζωή μου, ἕνα μυστικὸ ποὺ πῆρε ὑπαρξιακὲς διαστάσεις ὅταν πῆγα σχολεῖο καὶ οἱ δάσκαλοι βάλθηκαν, μὲ ζῆλο καὶ ἐπιμέλεια, νὰ μοῦ μάθουν τοὺς κανόνες τῆς ζωῆς. Τώρα δὲν ἦταν μόνο τὰ τρία βασικὰ μεγέθη (χθές, σήμερα, αὔριο), ἀλλὰ προστέθηκαν καὶ ἄλλοι χρονικοὶ προσδιορισμοί: ὁ μήνας, τὸ ἔτος, ἡ χρονικὴ περίοδος, τὸ μέτρημα τῆς ὥρας καὶ τῶν λεπτῶν ― καὶ στὸ μάθημα τῆς ἱστορίας τὸ «πρὸ Χριστοῦ» καὶ «μετὰ Χριστόν».

Καίρια σημασία γιὰ τὴν ἀντίληψη τοῦ χρόνου στὴ ζωή μου εἶχε ἕνας θάνατος. Θὰ ἤμουν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ χρόνων ὅταν ἕνα κοριτσάκι στὴ γειτονιά, μὲ τὸ ὁποῖο συχνὰ παίζαμε στὰ κοινὰ παιχνίδια, ἀρρώστησε καὶ πέθανε. Μέχρι τότε ὁ θάνατος ἦταν γνωστὸς ἀπὸ ἀκούσματα τῶν μεγάλων ― πέθανε ὁ τάδε, ἡ τάδε. Τώρα ὅμως ἦταν παρὼν στὸ σκῆνος ἑνὸς προσώπου ποὺ ἀγαποῦσα, ἦταν φίλη μου. Πῆγα στὸ σπίτι της νὰ δῶ, χωρὶς νὰ ξέρω τί ἤθελα νὰ δῶ. Ὑπῆρχε θρῆνος καὶ ὀδυρμός, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ ἔκλαιγαν κι ἕνας πατέρας νὰ χτυπιέται. Δὲν ἄφηναν τὰ παιδιὰ νὰ μποῦν στὴν κάμαρη ποὺ ἦταν τὸ σκῆνος, κατόρθωσα ὅμως νὰ φτάσω μέχρι ἐκεῖ καὶ νὰ δῶ. Ἡ Ἀννούλα ἦταν ξαπλωμένη σ’ ἕνα φέρετρο ἀνοιχτό, ντυμένη νυφούλα, καὶ ὄμορφη, πολὺ ὄμορφη, ὅσο δὲν τὴν εἶχα δεῖ μέχρι τότε. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ὀμορφιὰ ἦταν ὁ θάνατος;
Ἀργότερα, ὅταν ἤμουν δεκατεσσάρων, μία ἀνάλογη ὀμορφιὰ εἶδα στὸ σκῆνος τῆς μικρασιάτισσας γιαγιᾶς μου. Αὐτὴ ἡ γιαγιὰ πρέπει νὰ ἔχει παίξει σημαντικὸ ρόλο στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο προσέγγιζα ἀπὸ μικρὸς τὸν χρόνο. Ὅλοι οἱ ἄλλοι οἱ μεγάλοι, οἰκεῖοι, γείτονες καὶ δάσκαλοι, εἶχαν ἕναν κοινὸ κανόνα νὰ προσδιορίζουν καὶ νὰ ὀνοματίζουν τὸν χρόνο. Ἡ γιαγιὰ εἶχε ἄλλους κανόνες. Μέτραγε τὸν χρόνο μὲ τὶς μνῆμες τῶν ἁγίων, μὲ τὶς ἐκκλησιαστικὲς γιορτές, μὲ τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας ἀλλὰ καὶ τῆς κατάλυσης. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ λεγόμενα ἱστορικὰ συμβάντα, τὰ παρελθόντα ὅπως λέμε, εἶχε παράξενες ἀντιλήψεις, χρησιμοποιοῦσε πολὺ συχνὰ ἐνεστώτα ἢ μέλλοντα χρόνο.

Ἔλεγε, π.χ., «Ἔρχονται τώρα δὰ οἱ τσέτες καὶ ὁρμᾶνε πάνω μας· ἂχ τί βλέπω… κόβουν χέρια μὲ βραχιόλια, κόβουν αὐτιὰ μὲ σκουλαρίκια, κόβουν κεφάλια», ἤ, «Θὰ τὸ πῶ τοῦ Μιλτιάδη νὰ μοῦ πεῖ ἂν συμφωνεῖ», κι ὁ Μιλτιάδης ὁ ἄντρας της εἶχε χαθεῖ χρόνια πρὶν στὴν καταστροφή.
Δεύτερη φορά, μετὰ τὸν θάνατο τῆς Ἀννούλας, ποὺ μία νέα ἀντίληψη χρόνου μπῆκε στὴ ζωή μου, ἦταν στὰ δεκαεφτά μου, ὅταν γνώρισα τὰ ποιητικὰ κείμενα τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν, ἢ μᾶλλον γνωρίστηκα ἀπ’ αὐτά. Μὴ ἔχοντας τρόπο νὰ τὰ προμηθευτῶ, πήγαινα στὴν ἐκκλησία τῆς γειτονιᾶς καὶ ἔμενα ὧρες στὸ ἀναλόγιο διαβάζοντας καὶ σπουδάζοντας τὸν λόγο ποὺ ἀναδυόταν ἀπὸ τοὺς στίχους. Τὸν λογάριαζα ὡς ποίηση πραγματική, μεγαλειώδη. Δὲν εἶχα ἀκόμα τὰ ἐφόδια νὰ εἰσδύσω στὰ νοήματα, ἂς τὰ ποῦμε θεολογικά, οὔτε ἄλλωστε ἐκείνη τὴν ἐποχὴ μὲ ἐνδιέφερε κάτι τέτοιο. Ἔμενα στὶς λέξεις καὶ στὶς εἰκόνες, στὸν ρυθμὸ καὶ στὰ γυρίσματα τοῦ λόγου, στὶς ἀναλογίες καὶ στὰ πρωθύστερα. Αὐτὰ τὰ πρωθύστερα μὲ παλάβωναν, αὐτὲς οἱ ἀντιθέσεις καὶ οἱ ἀποφατισμοί. Καὶ συνέχεια, σὰν ρεφρὲν σὲ τραγούδι ψυχῆς, νὰ ἔρχεται καὶ νὰ ἐπανέρχεται τὸ «νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».

Τί γίνεται μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις, πῶς ξεμπερδεύεις μ’ αὐτές; Τὸ ἀεὶ ὡς πάντοτε τὸ καταλαβαίνεις, ἔχεις διδαχτεῖ καὶ λίγη φυσικὴ στὸ γυμνάσιο, κάτι ξέρεις γιὰ τὸ ἄπειρο, γιὰ τὸ χάος, γιὰ διαστολὲς καὶ συστολὲς τοῦ κόσμου. Ἀεὶ σημαίνει πάντοτε, καὶ τὸ πάντοτε δὲν ἔχει τέλος. Ἀλλὰ οἱ αἰῶνες, καὶ μάλιστα οἱ αἰῶνες τῶν αἰώνων, ποῦ παραπέμπουν, σὲ ποιοὺς κόσμους; Χρόνος καὶ αἰώνας εἶναι ἴδια; εἶναι ὁμόλογα; εἶναι ἀντίθετα; Μπορεῖ ὁ χρόνος νὰ εἶναι αἰώνας καὶ ὁ αἰώνας χρόνος; Εἶναι παρὼν ὁ αἰώνας, ἢ εἶναι μέλλον, ἢ εἶναι τὸ ἀνάμεσό τους; Μήπως αἰώνας εἶναι ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀννούλας καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς γιαγιᾶς μου στὸ κρεβάτι τοῦ θανάτου; Ἂν ὁ αἰώνας εἶναι χρόνος ὅπου ἔχει σταματήσει ἡ κίνηση καὶ τὸ μόνο ποὺ ὑπάρχει εἶναι αὐτὴ ἡ ὀμορφιά, τότε χρόνος πρέπει νὰ εἶναι ὁ αἰώνας μὲ κίνηση ― ἡ Ἀννούλα ὅταν παίζουμε καὶ ἡ γιαγιὰ ὅταν μὲ κανακεύει στὰ πόδια της
ξεδιπλώνοντάς μου μαγικοὺς κόσμους μὲ διηγήσεις καὶ μὲ παραμύθια, τὶς μόνες ἀλήθειες ποὺ ἐμπιστεύτηκα στὴ ζωή μου.

Σιγὰ σιγὰ ἄρχισα νὰ ὑποψιάζομαι ὅτι ὑπάρχει χρόνος μέσα στὸν χρόνο, ὁ μέσα στὸν χρόνο χρόνος, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ τὸ μέλλον καὶ μπορεῖ νὰ πραγματοποιεῖται στὸ παρόν. Εἶναι ἕνας ἤδη καὶ ὄχι ἀκόμα χρόνος, ὁ χρόνος τῆς ὀμορφιᾶς καὶ τῆς ἀγάπης ― αὐτὸς ὁ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων χρόνος. Χρόνος ποὺ ἀναπαύεται σὲ πρόσωπα, μόνο ἡ σχέση τῶν προσώπων τὸν κάνει παρόντα. Κι ἔτσι ἄρχισαν ἐκεῖνες οἱ συνάξεις τῶν προσώπων νὰ γίνονται κόσμος, ἕνας κόσμος ὅπου ζωντανοὶ καὶ πεθαμένοι κοινωνοῦν τὴ χαρὰ καὶ τὴν ὀμορφιά. Ἄκουγα ―καὶ ἀκούω― ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς καλεῖ μ’ ἐκεῖνο τὸ «Πρόσχωμεν» καὶ συγκλονίζομαι, νὰ μᾶς καλεῖ σὲ ἐμπειρία, γεύση καὶ αἴσθημα μαζί, νὰ ζήσομε αὐτὸ τὸν χρόνο τὸν ἀπερίσταλτο, ἐδῶ καὶ τώρα, κι ἀκόμα δὲν ξέρω νὰ πῶ πότε καὶ ποῦ συμβαίνουν αὐτά ― ὅμως συμβαίνουν. Κι ὅταν κατεβαίνω στὴν καθημερινὴ ἱστορία, ὅπου συνωστίζονται ἄνθρωποι πολλοί, ἄλλοι ζωντανοὶ καὶ ἄλλοι πρωθύστερα πεθαμένοι, ἀναζητάω νὰ πιαστῶ ἀπὸ τὴν παρουσία κάποιων πεθαμένων ποὺ στέκουν ὁλοζώντανοι στὴ ζωή μου κι ἂς ἔχουν πεθάνει χρόνια πρίν, καὶ συνεχίζουν νὰ τὴν τροφοδοτοῦν μὲ λόγο τοῦ αἰώνιου χρόνου. Καὶ λαχταρῶ, λαχταρῶ νὰ ξαναβρεθῶ στὴ σύναξη ἐκείνη νὰ βυζάξω ζωή, νὰ ζήσω αὐτὸν τὸν μέσα στὸν χρόνο χρόνο, τὸν εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων χρόνο.
Ὅταν ἀσχολήθηκα μὲ τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, κατάλαβα γιατί ἡ ποίηση τῆς Ἐκκλησίας μὲ σημάδεψε καὶ μὲ σημαδεύει. Ἔμαθα γιὰ τὸ μεράκι τοῦ Παπαδιαμάντη στὸ ἀναλόγιο, τὴν ἐρωτικὴ κορύφωση πρὸς τὸν Νυμφίο, τὰ ἔζησα ὅμως στὸ παράδειγμα τοῦ ἀείμνηστου δάσκαλου Θεόδωρου Χατζηθεοδώρου τοῦ Φωκαέως (μακάριος Θεόδωρε!) ἀκούγοντας τὴ μελωδία του στὸ Ἁγιοταφήτικο ἀναλόγιο, ἐκεῖ στὶς ὑπώρειες τῆς Ἀκρόπολης. Μήπως ἡ ψαλτικὴ εἶναι ἔρωτας καὶ ὄχι τέχνη; Ἕνα τραγούδι πρὸς ἐρώμενο πρόσωπο, ἕνα ἅλμα στὸ μέλλον τῆς Βασιλείας γιὰ νὰ τὸ συναντήσεις, νὰ ἀπαντήσεις στὸν δικό του ἔρωτα; Μήπως λόγος καὶ μελωδία, ποίηση καὶ μουσική, εἶναι αὐτὸς ὁ μέσα στὸ χρόνο χρόνος, ὁ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων χρόνος;

Μετά, νέα ἐμπειρία ποὺ μὲ σημάδεψε μὲ τὸν δικό της χρόνο, χώρια ἀπὸ τὸν χρόνο τοῦ θανάτου καὶ χώρια ἀπὸ τὸν χρόνο τῆς ποίησης καὶ χώρια ἀπὸ τὸν χρόνο τῆς ἱερῆς σύναξης καὶ τῆς ἱερῆς μελωδίας, ἦταν ὁ χρόνος τοῦ ἔρωτα. Ἐκεῖ πιὰ μπερδεύτηκα γιὰ τὰ καλά. Κάθε συνάντηση νὰ εἶναι πρώτη, κι ἂς εἶχαν προηγηθεῖ ἄλλες. Τὸ μέλλον νὰ γίνεται παρελθὸν καὶ τὸ παρελθὸν παρόν. Νὰ λὲς «θὰ ἔρθει» καὶ νὰ εἶναι ἤδη παρούσα. Νὰ τὴν ἀνακαλεῖς ἀπὸ τὸ μέλλον καὶ νὰ ἀνακαλύπτεις ὅτι ἦταν ἐκεῖ ὅταν γεννιόσουνα, νὰ ζεῖς μὲ ἔνταση τὴ στιγμὴ τῆς γέννας σου ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς της. Νὰ χάνεις τὶς χρονικὲς διάρκειες, τὰ λεπτὰ καὶ τὶς ὧρες καὶ τὶς μέρες καὶ τὰ χρόνια, καὶ νὰ λὲς ὅτι ὁ χρόνος μπορεῖ καὶ νὰ σταματήσει, νὰ γίνεται ὁ χρόνος αἰώνας. Κι αὐτὸ σιγὰ σιγὰ νὰ μπαίνει στὴ ζωή σου, νὰ γίνεται ἡ ζωή σου, καὶ νὰ καταλαβαίνεις ὅτι τὰ ἔργα σου, μικρὰ ἢ μεγάλα, ἔχουν
ἀποδέκτη, ἔχουν λόγο καὶ περιεχόμενο.

Κι ἀνάμεσα στὸν χρόνο καὶ τὸν αἰώνα, ἀνάμεσα στὴν παρουσία τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου, ἀναζητᾶς τὸν «καιρό», τὴν κατάλληλη στιγμή, ποὺ θὰ ἀπεκδυθεῖς τὶς συμβάσεις καὶ θὰ ἐπιχειρήσεις τὸ ἄλμα, νὰ περάσεις ἀπὸ τὸ ἐνθάδε στὸ ἐπέκεινα. Ἕνα ἐπέκεινα διαρκῶς παρόν, ἀλλὰ ἐπίσης ἕνα ἐπέκεινα χωρὶς δεδομένα – μόνο ἡ λαχτάρα τῆς συνάντησης μὲ ἐρώμενο πρόσωπο γεμίζει τὴ ζωή σου.
Λέμε: «ὁ ἱερέας παίρνει καιρό», καὶ ἀναφερόμαστε στὴ σύντομη ἀκολουθία ποὺ ἐνεργεῖται ὅταν ὁ ἱερέας πρόκειται νὰ ἀρχίσει τὴν ἀκολουθία τῆς θείας Λειτουργίας. Ἀμέσως μετὰ θὰ φορέσει τὰ ἄμφιά του. Ἔχει φύγει ἀπὸ τὸ σπίτι του, ἀπὸ τὴν ἱστορία, καὶ μεταβαίνει στὸν ναὸ γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ Βασιλεία. Ἀνάμεσα στὴν ἱστορία καὶ στὴ Βασιλεία πρέπει νὰ κάνει τὸ ἅλμα, καὶ αὐτὸ τὸ ἅλμα εἶναι ὁ καιρός. Ἕνας τέτοιος καιρὸς εἶναι στὴ ζωή μας ἕνα ἅλμα, ἐκ πρώτης ὄψεως στὸ πουθενά. Ὁ καιρὸς ἔχει ἐρωτικὸ περιεχόμενο. Πηδᾶς στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Νυμφίου χωρὶς νὰ ξέρεις τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Ξέρεις ὅμως ὅτι εἶναι ὁ μέγας ἔρωτάς σου. Σὲ μιὰ τέτοια ἀγκαλιὰ ἔσπευδε νὰ περικλειστεῖ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος: «Ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται».

Βαδίζοντας στὴν ἕβδομη δεκαετία τῆς ζωῆς μου, ἀκόμα ζῶ σὲ μία ἀναντιστοιχία μὲ τοὺς πολλοὺς ἀνθρώπους στὸ θέμα τοῦ χρόνου. Καμώνομαι ὅτι ξέρω τὰ ὅριά του, τὰ διαστήματά του, συμβουλεύομαι τὸ ρολόι μου καὶ τὸν ἡμεροδείχτη γιὰ νὰ ὀργανώσω τὴ ζωή μου, ἀλλὰ συνεχῶς καταλαμβάνομαι ἀσυνεπὴς στὶς κοινές μας συνθῆκες. Μόνο τὸν χρόνο τῆς ὀμορφιᾶς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου δὲν ἔχω προδώσει ἀκόμα. Ὅταν ἐμφανίζεται τὸν ἀναγνωρίζω καὶ τοῦ παραδίνομαι. Χρόνος καὶ αἰώνας γίνονται ἕνα.

Re: Ψυχοφελή μηνύματα...

Δημοσιεύτηκε: Κυρ Ιαν 08, 2023 2:06 pm
από toula
ΤΟΝ 4ο αιώνα, στις ερήμους της Θηβαϊδος και της Νιτρίας, ζούσαν περίφημοι και πνευματοφόροι ασκητές. Ένας απ’ αυτούς ήταν και ο πρεσβύτερος Ευλόγιος. Αυτός, όταν λειτουργούσε, έπαιρνε τόση χάρη γνώσεως, ώστε καταλάβαινε την ψυχική κατάσταση κάθε μοναχού, πού πλησίαζε για να μεταλάβει, και ανάλογα τον συμβούλευε:
«Πώς τόλμησες να προσέλθεις στα Άγια Μυστήρια, έχοντας τη διάνοια μολυσμένη; Εσύ αυτή τη νύχτα είχες λογισμούς πορνείας».
«Εσύ πάλι», έλεγε σε κάποιον άλλο, «σκεφτόσουνα πώς δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αμαρτωλό και στο δίκαιο, όταν προσέρχεται στη θεία χάρη».
«Κι εσύ», παρατηρούσε έναν τρίτο, «αμφέβαλλες αν θα σε αγιάσει η θεία Κοινωνία».
Απομακρυνθείτε λοιπόν από τα Άγια Μυστήρια και μετανοήστε ολόψυχα, για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες σας και να γίνετε άξιοι της Κοινωνίας τού Χριστού. «Αν δεν καθαρίσετε τις ψυχές σας, δεν μπορείτε να πλησιάσετε τη χάρη τού Θεού».
Ένας άλλος πρεσβύτερος, ο Πιαμμωνάς, που κατοικούσε κοντά στη Διολκόπολη, πολύ ταπεινός και ενάρετος, έβλεπε συνεχώς οπτασίες. Μία μέρα, ενώ πρόσφερε Την αναίμακτη θυσία, είδε έναν άγγελο να στέκεται στα δεξιά τού άγίου θυσιαστηρίου και να γράφει σε βιβλίο τα ονόματα των αδελφών πού πλησίαζαν για να μεταλάβουν. Είδε επίσης τον άγγελο να σβήνει τα ονόματα μερικών μοναχών που δεν είχαν έρθει στη σύναξη. Αυτοί μετά από δεκατρείς μέρες πέθαναν!
Τον Πιαμμώνα τον βασάνισαν πολύ οι δαίμονες και τον κατάντησαν τόσο αδύναμο, που δεν μπορούσε να σταθεί και να λειτουργήσει. Κάποτε όμως τον πλησίασε άγιος άγγελος, τον έπιασε απ’ Το χέρι, τον δυνάμωσε και τον οδήγησε πάλι υγιή μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο.

Από το βιβλίο: Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία. ( Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)