Το ότι οι Ορθόδοξοι Έλληνες είναι Έλληνες είναι ευνόητο, όπως και οι Γιαχωβάδες, οι Ευαγγελιστές, ακόμα και οι αρχαιολάτρες. Αλλά αυτοί δεν είναι Ρωμηοί. Ρωμηοί είναι οι Ορθόδοξοι Έλληνες.
Σπάρτακε όταν λες ότι «Ξέρεις οι τέτοιου είδους θεωρίες, και τα τεχνητά κατασκευάσματά τους, όπως π.χ. η λέξη Ρωμανία λέξη άγνωστη στο λαό μας…» , σε ποιον λαό αναφέρεσαι, αδελφέ μου; Παρέθεσα πριν, τρεις εξαίρετους επιστήμονες ακριβώς για να ξεκαθαρίσει το ποιος όρος είναι τεχνητός και ποιος όχι. Είχα την ψευδαίσθηση ότι δεν θα χρειαστεί να επιμείνω στο θέμα αλλά να που επανέρχομαι, ειδικά για τον όρο «Ρωμανία». Δεν θα αναφέρω τις απόψεις που τον τοποθετούν στον Γ’ αι., μετά τις μεταρρυθμίσεις του Καρακάλα, διότι δεν έχω βρει κάτι ακόμα. Θα αναφέρω τον Ιωάννη Μαλάλα, χρονογράφο των αρχών του Στ’ αι. Όπως μας αναφέρει, στα χρόνια του Αναστασίου έγινε στάση στη βασιλεύουσα διότι ο εν λόγω αυτοκράτορας, επιχείρησε να καθιερώσει την μονοφυσιτική προσθήκη «ο σταυρωθείς δι’ ημάς, ελέησον ημάς» στον Τρισάγιο Ύμνο. Τότε: «θρύλος εγένετο εν τω παλατίω, ώστε τον έπαρχο πόλεως Πλάτωνα εισδραμόντα φυγείν και αποκρυβήναι την του δήμου οργήν. Έκραζον γαρ στασιάζοντες,
Άλλον βασιλέα τη Ρωμανία». Την editio princeps του Μαλάλα θα βρείτε εδώ και το περιστατικό σελίδα 407
http://www.archive.org/details/ioannism ... 00dindgoog
Ακόμα πιο πριν ο Μέγας Αθανάσιος, τον Δ’ αι. χρησιμοποιεί την λέξη, για να δηλώσει την ιταλική Ρωμανία: «ουδ’ ότι η μητρόπολις η Ρώμη της
Ρωμανίας εστίν ηυλαβήθησαν,…». ( Περί των γεγενημενων παρ’ Αρειανών §35). Αν, λοιπόν, ο όρος Ρωμανία είναι τεχνητός, σίγουρα δεν τον κατασκευάσαμε εμείς, αλλά αυτοί που ονόμαζαν το κράτος τους έτσι, το μεσαιωνικό ελληνικό κράτος, αν θες. Υπάρχουν πολλοί ιστορικοί που προτιμούν να το λένε έτσι αντί για «Βυζάντιο».
Και συνέχιζαν να το λενε έτσι ή περιφραστικά, κράτος των Ρωμαίων, μέχρι την άλωση. Ο όρος Ρωμανία επέζησε της αλώσεως, στην εθνική μας παράδοση, όπως και τα Ρωμηός και Ρωμηοσύνη. Γράψτε, για παράδειγμα, «Πάρθεν η Ρωμανία» στην μηχανή αναζήτησης της Google και σερφάρετε. Η παράδοσή μας είναι που κράτησε ζωντανή την συλλογική εθνική μας μνήμη, και ένας από τους φορείς της παραδόσεως είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, με την στάση της απέναντι σε καινοτομίες και νεωτερισμούς. Δεν είναι μόνο οι π. Ρωμανίδης και π. Μεταλληνός αυτοί που θυμούνται την Ρωμηοσύνη, αλλά αυτοί βοηθούν κυρίως την ακαδημαϊκή σκέψη να μην ξεχάσει. Όταν η παράδοση σβήνει, τα στοιχεία της αναλαμβάνει η ιστοριογραφία. Κι επειδή ιστορία γράφει και η πολιτική και η διπλωματία (και μόλις χθες άκουγα συνέντευξη πολιτικού προσώπου σε τηλεοπτικό κανάλι, που μιλούσε εμμέσως για τα καινούργια στοιχεία που πρέπει να περάσουν στα σχολικά βιβλία, εν όψει της ελληνοτουρκικής φιλίας), κι εμείς έχουμε επιλεκτική μνήμη κάποιες φορές, χρειάζεται να τη φρεσκάρουμε που και που.
Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζει η παράδοση, αλλάζουν και τα ονόματα. Για παράδειγμα οι νηστείες της Εκκλησίας, τώρα ονομάζονται «μεσογειακή διατροφή». Και το Ρωμηοσύνη και Ρωμηός που τα άκουσα πρώτα από τους γονείς μου (γόνος ων Σμυρναίων εκ πατρός, Ποντίων εκ μητρός) και όχι από τον π. Ρωμανίδη ή τον π. Μεταλληνό, τώρα έγιναν «τεχνητοί όροι». Την εποχή που τους προγόνους μας τους έλεγαν Ρωμηούς, Έλληνες έλεγαν τους ειδωλολάτρες. Μόλις τον ΙΑ’ αι. αλλάζει η άποψη που έχουν οι πρόγονοί μας και ο αρχαιοελληνισμός παίρνει καινούργιο νόημα, αυτό του «ελληνοβυζαντινού πατριωτισμού», όπως τον χαρακτηρίζει η κα Γλυκατζή-Ahrweiler. Με αυτά τα λόγια δηλώνει την αιτία της στροφής προς την αρχαία ελληνικότητα: «Η εθνική ενότητα έπρεπε να επιτευχθεί εναντίον εχθρών, που ενώ ενεργούσαν ο καθένας για τα δικά του συμφέροντα, απειλούσαν όλοι με τον ίδιο τρόπο την αυτοκρατορία. Το «Βυζάντιο» ενδιαφερόταν να τους βάλει όλους κάτω από το ίδιο έμβλημα, την ετικέτα του βαρβάρου που τους ταίριαζε θαυμάσια, … Καθώς ο χριστιανισμός δεν επαρκούσε πια για ν’ απαλλάξει το Βυζάντιο από τους αντιπάλους του, κι εφόσον η χριστιανική Δύση – για την ώρα λόγω νορμανδών – συγκαταλέγονταν ανάμεσα σ’ αυτούς, οι Βυζαντινοί θα προσκολληθούν στην αρχαία ελληνική παράδοση, ως τους έδινε το δικαίωμα η ελληνοφωνία τους… (Η πολιτική ιδεολογία της βυζαντινής αυτοκρατορίας, Αθήνα 2003, σελ. 73). Όσο και αν δεν συμφωνώ με την απλοποίηση στην διάρκεια και το αποτέλεσμα της διεργασίας, δεν μπορώ παρά να παραδεχθώ την λογική της σκέψης της. Δηλ. πλήθος αντιπάλων, έπρεπε να χαρακτηρισθούν βάρβαροι, συνεπώς εμείς βρήκαμε αναγωγές σε αρχαίες ονομασίες. Και το μόνο συνδετικό είναι η ελληνοφωνία. Τίποτα στην καθημερινή ζωή ενός «βυζαντινού» δεν θυμίζει Αρχαία Ελλάδα, πέραν της γλώσσας.
Να παραθέσω και κάτι ακόμα για την ελληνικότητα και την Δύση, πάλι από την ίδια: « Έτσι δεν υπερβάλλουμε καθόλου αν πούμε, ότι η έννοια της Δύσης ως ανθρώπινης κοινότητας, που στηριζόταν στις ίδιες αξίες, γεννήθηκε στο Βυζάντιο στο τέλος του ενδέκατου αιώνα και δικαιολογείται πριν από όλα από την πνευματική ενότητα του δυτικού κόσμου και σε ένα ορισμένο βαθμό από τις σχέσεις του με την ρωμαϊκή αυτοκρατορία της Δύσης. Είναι ενδεικτικό ότι ο όρος «Λατίνος» χρησιμοποιούταν από τους Βυζαντινούς για να προσδιορίσει τους λαούς της Δύσης, ανεξάρτητα από το που ανήκαν εθνικά και πολιτικά. Με άλλα λόγια η λατινικότητα είναι στο εξής ένα είδος απάντησης στην ελληνικότητα». Τι μας λέει τώρα εδώ η καθηγήτρια; Αυτοί που επανέφεραν την κλασσική ελληνικότητα στο προσκήνιο, το έκαναν για δυο λόγους: α) για να επαναφέρουν τον διαχωρισμό σε Έλληνες και βάρβαρους, καθώς ο διαχωρισμός σε Χριστιανούς και Έλληνες δεν ήταν πια αποτελεσματικός, διότι κάποιοι από τους αντιπάλους ήταν Χριστιανοί και β) διότι το Ρωμαίος το είχαν σφετεριστεί στην Δύση που τον ΙΑ’ αι. ήταν ο Νο 1 εν δυνάμει εχθρός και αιρετικοί.
Προπαγανδιστική και ρεβανσιστική Κωνσταντινοπολίτικη πολιτική, (ο.π. σελ. 93), που αποξένωσε το «κοσμοπολίτικο» κέντρο από την περιφέρεια, με οδυνηρές συνέπειες, και επιστέγασμα την άλωση της Πόλης από τους Λατίνους το 1204 μ.Χ. Όταν μιλάει η κα Γλυκατζή για ΙΑ΄αι. δεν αναφέρεται ούτε στα χρόνια της βασιλείας του Βουλγαροκτόνου, αυτά εντάσσονται στην Εποποίϊα, ούτε στην περίοδο μέχρι την ήττα στο Ματζικέρτ, που χαρακτηρίζεται ως η «belle époque» της αυτοκρατορίας.
Και ποιοι ήταν οι πιο γνωστοί εκφραστές; Ο Γεώργιος Γεμιστός (Πλήθων επί το αρχαϊκότερο) και ο μοναχός Βησσαρίων, μετέπειτα καρδινάλιος. Πάλι από την κα Γλυκατζή: Δίπλα και μπροστά σ’ αυτό το κίνημα του «Διαφωτισμού» θα λέγαμε, κίνημα γενικά πολύ υψηλό και αριστοκρατικό από τη φύση του, σημειώνεται ένα λαϊκό ρεύμα, εμψυχούμενο από πεποιθήσεις διαδεδομένες στους απλούς ανθρώπους, που έμειναν κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας» (ο.π. σελ.141). Αυτές οι πεποιθήσεις των απλών ανθρώπων, που έμειναν κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας, είναι η Ρωμηοσύνη τους. Ώστε το κίνημα του «Διαφωτισμού» ή «πρώτος βυζαντινός ουμανισμός», κατά την έκφραση του Lemerle, ήταν φύσει αριστοκρατικό. Ευχαριστώ την κα Γλυκατζή που το τονίζει. Από την σταδιοδρομία τόσο του Γεμιστού, όσο και του Βησσαρίωνα, θα έλεγα, ότι «αλληθώριζε» προς την Δύση. Αλλά αυτοί οι δυο δεν είναι μορφές του Γένους. Μορφή του Γένους είναι ο πρώτος Πατριάρχης μετά την άλωση του 1453 μ.Χ., ο Γεννάδιος Σχολάριος.
Ως Χριστιανός Ορθόδοξος, προτιμώ να με παρασύρει το λαϊκό ρεύμα και να είμαι με τους απλούς ανθρώπους, υπό την επίδραση της Εκκλησίας, παρά καρδινάλιος.
Ως φαίνεται εκ των ανωτέρω, η Ρωμηοσύνη διατηρεί τα εθνικά και ορθόδοξα στοιχεία μας, και μέσω της παράδοσης τα παρέδωσε σε μας, και είναι προγενέστερη της αρχαιοελληνοφρένιας, που επανεμφανίστηκε τον ΙΑ’ αι. Άλλα είχα στο πρόγραμμα να γράψω κι άλλα έγραψα. Δεν πειράζει, τιμώ τον διάλογό μας.