Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Εορτάζει ένας Καθηγητής αλλά είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ερήμου.
Κάποτε ό Μέγας Αντώνιος «έδεσε» τόν διάβολο καί τόν ρώτησε:
- Τί φοβάσαι περισσότερο;
- Τήν ταπείνωση!
- Τί άλλο φοβάσαι πέρα από τήν ταπείνωση;
- Τήν ταπείνωση!
- Κάτι άλλο δέν φοβάσαι;
- Τήν ταπείνωση!
Καί όταν ο Μέγας Αντώνιος ξεψύχησε καί ή Αγία ψυχή του, ήταν στά χέρια τών αγγέλων καί ανέβαινε στόν ουρανό, ό σατανάς βλέποντάς τον από μακριά, τόν φώναξε:
- Αχ Αντώνιε, μού ξέφυγες!
- Όχι ακόμα! τού λέει ο Μέγας Αντώνιος.
Ακούτε ταπείνωση; Στά χέρια τού αγγέλου ή ψυχή του Μεγάλου Αντωνίου, έχει βγεί από τό σώμα καί δέν έχει περιθώριο νά αμαρτήσει, αλλά δέν άφησε νά μπεί στό μυαλό του μέσα, ότι ναί εγώ σού ξέφυγα, σέ νίκησα! Δέν τό είπε αυτό τό πράγμα! Διότι μόνο ή ταπείνωση νικάει τόν σατανά...
Καί όταν ό Μέγας Αντώνιος πάτησε τό πόδι του στόν Παράδεισο, είπε:
- Τώρα, μέ τή Χάρη Τού Θεού σέ νίκησα!
Έτσι πρέπει νά λέμε καί νά κάνουμε καί εμείς. Άνθρωπε, μήν αφήσεις ποτέ νά περάσει από τό νού σου, ότι κάτι είσαι καί ότι κάτι κάνεις. Χάθηκες...
Αλλά νά είσαι πάντα ταπεινόφρων καί νά πιστεύεις, ότι άν έκανες κάτι, τό έκανες μέ τή Χάρη Τού Θεού καί επειδή τό ήθελε Ό Θεός..Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας έφθασε μέχρι 105 χρονών.
Μέχρι τότε τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Μέχρι τότε δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Όλη του τη ζωή τη περνούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα, και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράξανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στη ψυχή.
Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες τις ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευθεί για το καλό των μαθητών του.
Παρά τα γεράματα του επισκέφθηκε πολλά μοναστήρια κι' έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πως ν' αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν' αποφεύγουν τους αιρετικούς.
Οι μοναχοί του έλεγαν να μη γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποιηθεί το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μη το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές.
Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει τον μανδύα του, στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες του τους άφησε στον μοναχό Σεραπίωνα.
Έπειτα αφού κοίταξε κατάματα τους είπε:
- Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει.
Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στο Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Κανείς δεν ξέρει, που ετάφηκε. Ήτανε 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε στη γη 105 χρόνια.
Την ευλογία του Αγίου Αντωνίου σε όλους μας.
ΠΗΓΗ ΠΑΝΑΓΊΑ ΠΑΡΑΜΥΘΊΑ
https://konstantinoupolipothoumeno.blog ... m/.../blog...
Κάποτε ό Μέγας Αντώνιος «έδεσε» τόν διάβολο καί τόν ρώτησε:
- Τί φοβάσαι περισσότερο;
- Τήν ταπείνωση!
- Τί άλλο φοβάσαι πέρα από τήν ταπείνωση;
- Τήν ταπείνωση!
- Κάτι άλλο δέν φοβάσαι;
- Τήν ταπείνωση!
Καί όταν ο Μέγας Αντώνιος ξεψύχησε καί ή Αγία ψυχή του, ήταν στά χέρια τών αγγέλων καί ανέβαινε στόν ουρανό, ό σατανάς βλέποντάς τον από μακριά, τόν φώναξε:
- Αχ Αντώνιε, μού ξέφυγες!
- Όχι ακόμα! τού λέει ο Μέγας Αντώνιος.
Ακούτε ταπείνωση; Στά χέρια τού αγγέλου ή ψυχή του Μεγάλου Αντωνίου, έχει βγεί από τό σώμα καί δέν έχει περιθώριο νά αμαρτήσει, αλλά δέν άφησε νά μπεί στό μυαλό του μέσα, ότι ναί εγώ σού ξέφυγα, σέ νίκησα! Δέν τό είπε αυτό τό πράγμα! Διότι μόνο ή ταπείνωση νικάει τόν σατανά...
Καί όταν ό Μέγας Αντώνιος πάτησε τό πόδι του στόν Παράδεισο, είπε:
- Τώρα, μέ τή Χάρη Τού Θεού σέ νίκησα!
Έτσι πρέπει νά λέμε καί νά κάνουμε καί εμείς. Άνθρωπε, μήν αφήσεις ποτέ νά περάσει από τό νού σου, ότι κάτι είσαι καί ότι κάτι κάνεις. Χάθηκες...
Αλλά νά είσαι πάντα ταπεινόφρων καί νά πιστεύεις, ότι άν έκανες κάτι, τό έκανες μέ τή Χάρη Τού Θεού καί επειδή τό ήθελε Ό Θεός..Ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας έφθασε μέχρι 105 χρονών.
Μέχρι τότε τίποτε δεν ένοιωσε στο κορμί του. Μέχρι τότε δεν αισθάνθηκε πόνο ή πυρετό ή δυσθυμία. Όλη του τη ζωή τη περνούσε ανάλαφρα. Οι μπόρες, τα άγρια κρύα, και οι μεγάλες ζέστες δεν τον πειράξανε. Ως τα βαθιά του γεράματα έμεινε ακμαίος και στο σώμα και στη ψυχή.
Και όταν ήρθε ο χρόνος να αποχωριστεί η ψυχή από το βασανισμένο κορμί του, το προαισθάνθηκε. Και τις τελευταίες αυτές μέρες τις ζωής του θέλησε να τις εκμεταλλευθεί για το καλό των μαθητών του.
Παρά τα γεράματα του επισκέφθηκε πολλά μοναστήρια κι' έδωσε τις τελευταίες του οδηγίες. Τους είπε πως ν' αγωνίζονται κατά του διαβόλου και ν' αποφεύγουν τους αιρετικούς.
Οι μοναχοί του έλεγαν να μη γυρίσει πίσω στην έρημο, στο ησυχαστήριο του, αλλά να μείνει κοντά τους. Ο Άγιος όμως επέστρεψε στην έρημο. Ζήτησε δε να μην μουμιοποιηθεί το σώμα του, όπως συνηθίζανε οι Αιγύπτιοι, αλλά να ταφή εκεί κοντά στην έρημο, σε σημείο που να μη το ξέρει κανένας. Δεν ήθελε μεταθανάτιες τιμές.
Λίγο προτού κλείσει τα μάτια του, λέγει στους μοναχούς, που βρίσκονται κοντά του, ότι αφήνει τον μανδύα του, στον Μέγα Αθανάσιο, ο οποίος του τον είχε χαρίσει κάποτε καινούργιο. Κατόπιν ο Μ. Αθανάσιος τον φορούσε πάντοτε ως φυλαχτό. Τους προβάτινους χιτώνες του τους άφησε στον μοναχό Σεραπίωνα.
Έπειτα αφού κοίταξε κατάματα τους είπε:
- Ο Αντώνιος σας αποχαιρετά και φεύγει.
Και με τα λόγια αυτά παρέδωσε την αμόλυντη ψυχή του στο Θεό. Τον έθαψαν κατά την επιθυμία του σε άγνωστο μέρος. Ο τάφος του έμεινε, πράγματι, άγνωστος. Κανείς δεν ξέρει, που ετάφηκε. Ήτανε 17 Ιανουαρίου 356 μ.Χ. Έζησε στη γη 105 χρόνια.
Την ευλογία του Αγίου Αντωνίου σε όλους μας.
ΠΗΓΗ ΠΑΝΑΓΊΑ ΠΑΡΑΜΥΘΊΑ
https://konstantinoupolipothoumeno.blog ... m/.../blog...
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Να εξασκείς αγάπη, σωφροσύνη, υπομονή, εγκράτεια και τα όμοιά τους, γιατί η γνώση του Θεού αυτό είναι.»
Μέγας Αντώνιος
Μέγας Αντώνιος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Πορφύριος: Να λες, να είναι ευλογημένο!
Κάποιος που είχε πρόβλημα αρκετά σοβαρό και πήγε και κλαιγότανε στο γέροντα και ξανακλαιγόταν, του λέει, αφού ήταν ανθρωπίνως άλυτο.
«Άκου, παιδί μου, σου εμπιστεύτηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μία μικρή δυσκολία, ένα προβληματάκι…
Κι εσύ αντί να χαρείς γι’ αυτό που σου εμπιστεύτηκε, κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Πές, Χριστέ μου, να είναι ευλογημένο! Αφού εσύ επέλεξες αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε αυτό και εσύ το ανέχεσαι, να είναι ευλογημένο… Και ευχαριστώ, Θεέ μου.
Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστώ και στη θλίψη και στον πόνο. Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το πείραζαν τα άλλα παιδιά, γιατί ήτανε λίγο αδύνατο, λίγο ντροπαλό κ.λπ.
Και στενοχωριότανε και πονούσε. Πήγαινε στο σπίτι κι έκλαιγε. Παραπονιότανε στη γιαγιά -η μητέρα του είχε πεθάνει.
Η γιαγιά ήτανε πιστή. Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεγε, να ευχαριστείς το Θεό και γι’ αυτό και για όλα. Πέρασε καιρός, κατάλαβε. Τα καλά λογάκια όταν πέφτουν στην ψυχή, μένουν, να ξέρετε. Σιγά σιγά καλλιεργούνται, καρποφορούν και βγαίνουν».
Κάποιος που είχε πρόβλημα αρκετά σοβαρό και πήγε και κλαιγότανε στο γέροντα και ξανακλαιγόταν, του λέει, αφού ήταν ανθρωπίνως άλυτο.
«Άκου, παιδί μου, σου εμπιστεύτηκε ο Θεός ένα μικρό πειρασμό, μία μικρή δυσκολία, ένα προβληματάκι…
Κι εσύ αντί να χαρείς γι’ αυτό που σου εμπιστεύτηκε, κάθεσαι και στενοχωριέσαι; Πές, Χριστέ μου, να είναι ευλογημένο! Αφού εσύ επέλεξες αυτό, ή η αδυναμία μου όρισε αυτό και εσύ το ανέχεσαι, να είναι ευλογημένο… Και ευχαριστώ, Θεέ μου.
Ξεχνάμε να λέμε ευχαριστώ και στη θλίψη και στον πόνο. Κάποτε ήταν ένα παιδάκι που το πείραζαν τα άλλα παιδιά, γιατί ήτανε λίγο αδύνατο, λίγο ντροπαλό κ.λπ.
Και στενοχωριότανε και πονούσε. Πήγαινε στο σπίτι κι έκλαιγε. Παραπονιότανε στη γιαγιά -η μητέρα του είχε πεθάνει.
Η γιαγιά ήτανε πιστή. Μη στενοχωριέσαι, παιδί μου, του έλεγε, να ευχαριστείς το Θεό και γι’ αυτό και για όλα. Πέρασε καιρός, κατάλαβε. Τα καλά λογάκια όταν πέφτουν στην ψυχή, μένουν, να ξέρετε. Σιγά σιγά καλλιεργούνται, καρποφορούν και βγαίνουν».
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Αγάπη μέχρι τέλους!
Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά χωρίς να πάσχει.
Η μεγαλύτερη οδύνη είναι να αγαπά μέχρι τέλους.
Ο Χριστός αγάπησε τόσο πολύ, ώστε παραδόθηκε σε φρικτό θάνατο.
Οι Άγιοι το ίδιο. Ο Παράδεισος έχει πάντοτε αυτό το τίμημα.
Η προσευχή για τον κόσμο είναι καρπός εξαιρετικά βαθειάς και οξείας οδύνης.
Οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτου.
Δεν μπορεί κάποιος να αγαπά χωρίς να πάσχει.
Η μεγαλύτερη οδύνη είναι να αγαπά μέχρι τέλους.
Ο Χριστός αγάπησε τόσο πολύ, ώστε παραδόθηκε σε φρικτό θάνατο.
Οι Άγιοι το ίδιο. Ο Παράδεισος έχει πάντοτε αυτό το τίμημα.
Η προσευχή για τον κόσμο είναι καρπός εξαιρετικά βαθειάς και οξείας οδύνης.
Οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτου.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
" ΑΘΑΝΑΣΙΟΝ ΕΠΑΙΝΩΝ..."
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έκπληκτος από τον βίο, τους αγώνες και το μεγαλείο του Μεγάλου Αθανασίου εξεφώνησε τον πανηγυρικό στη μνήμη του το έτος 379 λέγοντας χαρακτηριστικά: ˝Αθανασίου επαινών, αρετήν επαινέσω˝.» (Επαινώντας τον Αθανάσιον θα επαινέσω την αρετήν. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι εις αυτόν επαινώ την αρετήν). Λέγει πάλι ο Γρηγόριος: “Ο βίος του Αθανασίου κατέστη υπόδειγμα επισκόπου και η διδασκαλία του νόμος ορθοδοξίας, καθόσον ο μεν βίος του ήταν καθοδηγός της διδασκαλίας του, η δε διδασκαλία του ήταν επισφράγιση του βίου του”. (Εγκώμ. εις Αθανάσιον I -ΡG 103 420 Β).
Από τα 46 χρόνια της αρχιερατείας του τα 16 δαπανήθηκαν στις 5 εξορίες
που υπέστη, οι οποίες βασίστηκαν σε ανήκουστες συκοφαντίες ότι ήταν φονιάς, μάγος, ανήθικος, φιλοχρήματος, συνωμότης κατά του Βασιλέως και της Πόλεως εμποδίζοντας την εξαγωγή σίτου από την Αλεξάνδρεια. Ο Αθανάσιος όμως, παρ’ όλες τις συκοφαντίες, τις σκευωρίες, τους κατατρεγμούς και τις εξορίες, έμεινε βράχος ακλόνητος, πιστός στις πεποιθήσεις του και στα πιστεύματά του και πρόθυμος να υποστεί τα πάντα χάριν αυτών.Στην τελευταία του εξορία όταν ο λαός άρχισε να θλίβεται επειδή καθυστερούσε η δικαίωσή του, τον παρηγόρησε με μία πρόταση που έμεινε στην Ιστορία.: “Νεφύδριον εστι και θάττον παραλεύσεται”… συνεφάκι είναι και γρήγορα θα περάσει. Εκοιμήθη 78 ετών στις 2 Μαΐου του 373.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έκπληκτος από τον βίο, τους αγώνες και το μεγαλείο του Μεγάλου Αθανασίου εξεφώνησε τον πανηγυρικό στη μνήμη του το έτος 379 λέγοντας χαρακτηριστικά: ˝Αθανασίου επαινών, αρετήν επαινέσω˝.» (Επαινώντας τον Αθανάσιον θα επαινέσω την αρετήν. Γιατί Αθανάσιος και αρετή είναι το ίδιο πράγμα. Όταν αναφέρομαι εις αυτόν επαινώ την αρετήν). Λέγει πάλι ο Γρηγόριος: “Ο βίος του Αθανασίου κατέστη υπόδειγμα επισκόπου και η διδασκαλία του νόμος ορθοδοξίας, καθόσον ο μεν βίος του ήταν καθοδηγός της διδασκαλίας του, η δε διδασκαλία του ήταν επισφράγιση του βίου του”. (Εγκώμ. εις Αθανάσιον I -ΡG 103 420 Β).
Από τα 46 χρόνια της αρχιερατείας του τα 16 δαπανήθηκαν στις 5 εξορίες
που υπέστη, οι οποίες βασίστηκαν σε ανήκουστες συκοφαντίες ότι ήταν φονιάς, μάγος, ανήθικος, φιλοχρήματος, συνωμότης κατά του Βασιλέως και της Πόλεως εμποδίζοντας την εξαγωγή σίτου από την Αλεξάνδρεια. Ο Αθανάσιος όμως, παρ’ όλες τις συκοφαντίες, τις σκευωρίες, τους κατατρεγμούς και τις εξορίες, έμεινε βράχος ακλόνητος, πιστός στις πεποιθήσεις του και στα πιστεύματά του και πρόθυμος να υποστεί τα πάντα χάριν αυτών.Στην τελευταία του εξορία όταν ο λαός άρχισε να θλίβεται επειδή καθυστερούσε η δικαίωσή του, τον παρηγόρησε με μία πρόταση που έμεινε στην Ιστορία.: “Νεφύδριον εστι και θάττον παραλεύσεται”… συνεφάκι είναι και γρήγορα θα περάσει. Εκοιμήθη 78 ετών στις 2 Μαΐου του 373.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Μέγας Αντώνιος, ο μακάριος Ευλόγιος και ο λεπρός
Ο μακάριος Ευλόγιος από την Αλεξάνδρεια, κεντρισμένος από τον θείο έρωτα, εγκατέλειψε τους κοσμικούς θορύβους, τις δόξες, την μόρφωσι, τα πλούτη και ακολούθησε τον εξής δρόμο για την σωτηρία του:
Βρήκε στην αγορά της πόλεως έναν ανάπηρο χωρίς χέρια και πόδια. Αφού συλλογίσθηκε την δυστυχία του, προσευχήθηκε και έδωσε υπόσχεσι στον Θεό:
-Κύριε, στο όνομά Σου, παίρνω αυτόν τον σακάτη και τον περιποιούμαι μέχρι θανάτου, για να σωθώ μ’ αυτή την προσφορά. Χάρισέ μου υπομονή να τον υπηρετώ.
Τον πλησίασε έπειτα και του είπε:
-Θέλεις να σε πάρω στο κελλί μου και να σε υπηρετώ;
-Με πολλή χαρά, απήντησε εκείνος.
Τον πήρε λοιπόν ο Ευλόγιος στο κελλί του και τον φρόντιζε: Τον έτρεφε, τον έλουζε, τον έντυνε, τον παρηγορούσε, τον περιέθαλπε. Με τις περιποιήσεις αυτές ο ανάπηρος υπέμεινε καρτερικά την κατάστασί του και αντιμετώπιζε τον Ευλόγιο μ’ ευγνωμοσύνη. Έπειτα όμως από δεκαπέντε χρόνια, τον εκυρίευσε πνεύμα ακηδίας και εξεγέρθηκε εναντίον του.’Άρχισε να τον περιλούζη με βρισιές και κοροϊδίες:
-Παλιάνθρωπε, δραπέτη, έκλεψες ξένα χρήματα και θέλεις να σωθής προσφέροντάς μου υπηρεσία. Πήγαινέ με πάλι στην πόλι, στην αγορά που με βρήκες.
Άλλοτε απαιτούσε:
-Θέλω κρέας!
Του έφερνε ο Ευλόγιος κρέας, αλλά εκείνος δεν ησύχαζε. Φώναζε:
-Δεν αναπαύομαι. Θέλω να βλέπω κόσμο. Θέλω να ξαναπάω στην αγορά. Πήγαινέ με εκεί που με βρήκες.
Απελπισμένος ο Ευλόγιος κατέφυγε στους γειτονικούς μοναχούς και τους λέει:
-Τι να κάνω, που αυτός ο σακάτης με έχει φέρει σε απόγνωσι; Να τον εγκαταλείψω; Έχω δώσει υπόσχεσι στον Θεό και φοβάμαι. Να μην τον εγκαταλείψω; Μου κάνει μαύρη την ζωή. Δεν ξέρω λοιπόν, τι να κάνω.
Κι εκείνοι του λένε:
-Εφ΄ όσον ζη ο Μ. Αντώνιος, τι ρωτάς εμάς; Πάρε τον σακάτη, πήγαινε στην σπηλιά του και ρώτησε τον. Και ό,τι σου πη, κάνε υπακοή, γιατί μιλάει ο Θεός με το στόμα του.
Τους άκουσε, πήρε τον ανάπηρο και πήγε στον όσιο. Εκείνος τον χαιρέτησε με το όνομά του, ενώ δεν τον είχε ξαναδή. Και τον ρώτησε:
-Γιατί ήρθες εδώ;
-Αυτός που σου αποκάλυψε το όνομά μου, απήντησε ο Ευλόγιος, θα σου αποκάλυψε και το πρόβλημά μου.
-Γνωρίζω γιατί ήρθες! Αλλά πες το και συ, για να το ακούσουν και οι αδελφοί που είναι εδώ.
-Βρήκα στην αγορά αυτόν τον σακάτη και έδωσα υπόσχεσι στον Θεό να τον περιθάλψω, ώστε να σωθώ μ’ αυτόν και αυτός μ’ εμένα. Επειδή όμως έπειτα από δεκαπέντε χρόνια μ’ έφερε σε μεγάλη δοκιμασία, σκέφθηκα να τον εγκαταλείψω. Γι’ αυτό ήρθα στην οσιότητά σου. Να με συμβουλεύσης τι πρέπει να κάνω. Και να προσευχηθής για μένα, γιατί πολύ υποφέρω.
Του λέει με σοβαρό ύφος ο όσιος:
-Ώστε θέλεις να τον εγκαταλείψης… Αυτός όμως που τον έπλασε, δεν τον εγκαταλείπει. Αν εσύ τον εγκαταλείψης, θα βάλη έναν καλύτερό σου να τον περιμαζέψη.
Ο Ευλόγιος στα λόγια αυτά σιώπησε. Ο όσιος γύρισε τότε προς τον ανάπηρο και άρχισε να τον μαστιγώνη με την παιδαγωγική του γλώσσα:
– Άθλιε, ανάξιε του ουρανού και της γης, δεν παύεις να θεομαχής; Δεν ξέρεις ότι ο ίδιος ο Χριστός σε υπηρετεί; Πώς τολμάς να τα βάλης με τον Χριστό; Στο όνομα του Χριστού δεν σε περιποιείται ο Ευλόγιος;
Έπειτα τους πήρε και τους δύο και τους συμβούλευσε:
-Πηγαίνετε και μη χωρισθήτε μεταξύ σας, διώξτε κάθε λύπη που σας έβαλε ο δαίμονας και γυρίστε με καθαρή αγάπη στο κελλί σας. Σας ήρθε πειρασμός, γιατί και οι δύο βαδίζετε προς το τέλος των αγώνων σας και πρόκειται να βραβευθήτε με στεφάνια υπομονής. Μη λοιπόν χωρίσετε, και όταν θα έρθη ο άγγελος, να σας βρη στον τόπο της ασκήσεώς σας.
Συγκινημένοι εκείνοι με τα λόγια αυτά γύρισαν γρήγορα στο κελλί τους και συνέχισαν τον αγώνα τους. Και σε τρεις ημέρες εκοιμήθη ο Ευλόγιος. Και σε άλλες τριάντα εφτά εκοιμήθη και ο ανάπηρος.
(Λαυσαϊκή ιστορία)
Ο μακάριος Ευλόγιος από την Αλεξάνδρεια, κεντρισμένος από τον θείο έρωτα, εγκατέλειψε τους κοσμικούς θορύβους, τις δόξες, την μόρφωσι, τα πλούτη και ακολούθησε τον εξής δρόμο για την σωτηρία του:
Βρήκε στην αγορά της πόλεως έναν ανάπηρο χωρίς χέρια και πόδια. Αφού συλλογίσθηκε την δυστυχία του, προσευχήθηκε και έδωσε υπόσχεσι στον Θεό:
-Κύριε, στο όνομά Σου, παίρνω αυτόν τον σακάτη και τον περιποιούμαι μέχρι θανάτου, για να σωθώ μ’ αυτή την προσφορά. Χάρισέ μου υπομονή να τον υπηρετώ.
Τον πλησίασε έπειτα και του είπε:
-Θέλεις να σε πάρω στο κελλί μου και να σε υπηρετώ;
-Με πολλή χαρά, απήντησε εκείνος.
Τον πήρε λοιπόν ο Ευλόγιος στο κελλί του και τον φρόντιζε: Τον έτρεφε, τον έλουζε, τον έντυνε, τον παρηγορούσε, τον περιέθαλπε. Με τις περιποιήσεις αυτές ο ανάπηρος υπέμεινε καρτερικά την κατάστασί του και αντιμετώπιζε τον Ευλόγιο μ’ ευγνωμοσύνη. Έπειτα όμως από δεκαπέντε χρόνια, τον εκυρίευσε πνεύμα ακηδίας και εξεγέρθηκε εναντίον του.’Άρχισε να τον περιλούζη με βρισιές και κοροϊδίες:
-Παλιάνθρωπε, δραπέτη, έκλεψες ξένα χρήματα και θέλεις να σωθής προσφέροντάς μου υπηρεσία. Πήγαινέ με πάλι στην πόλι, στην αγορά που με βρήκες.
Άλλοτε απαιτούσε:
-Θέλω κρέας!
Του έφερνε ο Ευλόγιος κρέας, αλλά εκείνος δεν ησύχαζε. Φώναζε:
-Δεν αναπαύομαι. Θέλω να βλέπω κόσμο. Θέλω να ξαναπάω στην αγορά. Πήγαινέ με εκεί που με βρήκες.
Απελπισμένος ο Ευλόγιος κατέφυγε στους γειτονικούς μοναχούς και τους λέει:
-Τι να κάνω, που αυτός ο σακάτης με έχει φέρει σε απόγνωσι; Να τον εγκαταλείψω; Έχω δώσει υπόσχεσι στον Θεό και φοβάμαι. Να μην τον εγκαταλείψω; Μου κάνει μαύρη την ζωή. Δεν ξέρω λοιπόν, τι να κάνω.
Κι εκείνοι του λένε:
-Εφ΄ όσον ζη ο Μ. Αντώνιος, τι ρωτάς εμάς; Πάρε τον σακάτη, πήγαινε στην σπηλιά του και ρώτησε τον. Και ό,τι σου πη, κάνε υπακοή, γιατί μιλάει ο Θεός με το στόμα του.
Τους άκουσε, πήρε τον ανάπηρο και πήγε στον όσιο. Εκείνος τον χαιρέτησε με το όνομά του, ενώ δεν τον είχε ξαναδή. Και τον ρώτησε:
-Γιατί ήρθες εδώ;
-Αυτός που σου αποκάλυψε το όνομά μου, απήντησε ο Ευλόγιος, θα σου αποκάλυψε και το πρόβλημά μου.
-Γνωρίζω γιατί ήρθες! Αλλά πες το και συ, για να το ακούσουν και οι αδελφοί που είναι εδώ.
-Βρήκα στην αγορά αυτόν τον σακάτη και έδωσα υπόσχεσι στον Θεό να τον περιθάλψω, ώστε να σωθώ μ’ αυτόν και αυτός μ’ εμένα. Επειδή όμως έπειτα από δεκαπέντε χρόνια μ’ έφερε σε μεγάλη δοκιμασία, σκέφθηκα να τον εγκαταλείψω. Γι’ αυτό ήρθα στην οσιότητά σου. Να με συμβουλεύσης τι πρέπει να κάνω. Και να προσευχηθής για μένα, γιατί πολύ υποφέρω.
Του λέει με σοβαρό ύφος ο όσιος:
-Ώστε θέλεις να τον εγκαταλείψης… Αυτός όμως που τον έπλασε, δεν τον εγκαταλείπει. Αν εσύ τον εγκαταλείψης, θα βάλη έναν καλύτερό σου να τον περιμαζέψη.
Ο Ευλόγιος στα λόγια αυτά σιώπησε. Ο όσιος γύρισε τότε προς τον ανάπηρο και άρχισε να τον μαστιγώνη με την παιδαγωγική του γλώσσα:
– Άθλιε, ανάξιε του ουρανού και της γης, δεν παύεις να θεομαχής; Δεν ξέρεις ότι ο ίδιος ο Χριστός σε υπηρετεί; Πώς τολμάς να τα βάλης με τον Χριστό; Στο όνομα του Χριστού δεν σε περιποιείται ο Ευλόγιος;
Έπειτα τους πήρε και τους δύο και τους συμβούλευσε:
-Πηγαίνετε και μη χωρισθήτε μεταξύ σας, διώξτε κάθε λύπη που σας έβαλε ο δαίμονας και γυρίστε με καθαρή αγάπη στο κελλί σας. Σας ήρθε πειρασμός, γιατί και οι δύο βαδίζετε προς το τέλος των αγώνων σας και πρόκειται να βραβευθήτε με στεφάνια υπομονής. Μη λοιπόν χωρίσετε, και όταν θα έρθη ο άγγελος, να σας βρη στον τόπο της ασκήσεώς σας.
Συγκινημένοι εκείνοι με τα λόγια αυτά γύρισαν γρήγορα στο κελλί τους και συνέχισαν τον αγώνα τους. Και σε τρεις ημέρες εκοιμήθη ο Ευλόγιος. Και σε άλλες τριάντα εφτά εκοιμήθη και ο ανάπηρος.
(Λαυσαϊκή ιστορία)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Η ΕΥΚΟΣΜΙΑ...
Έλεγαν μερικοί για τον αββά Αντώνιο, ότι τον φώτιζε σε όλα το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήθελε να μιλά, εξαιτίας των ανθρώπων. Γιατί και όσα γίνονταν στον κόσμο και όσα έμελλαν να συμβούν, τα γνώριζε.
Είπε ο Αββάς Αντώνιος στον Αββά Ποιμένα: «Να τι είναι το μεγάλο έργο του ανθρώπου: Να αναλαμβάνη, μπροστά στον Θεό, την ευθύνη των σφαλμάτων του και να περιμένη πειρασμούς έως τη στερνή του πνοή ».
Ο ίδιος είπε: « Κανείς δεν μπορεί να εισέλθη στη βασιλεία των ουρανών, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς. Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχη όπου να σώζεται».
Ρώτησε ο Αββάς Παμβώ τον Αββά Αντώνιο: « Τί να κάμω; ». Και του λέγει ο γέρων: « Να μη έχης πεποίθηση στην αρετή σου. Μήτε να μεταμελήσαι για πράγμα όπου πέρασε πια. Και να κυριαρχής στη γλώσσα σου και στην κοιλιά σου ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος: « Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού
(ήγουν του διαβόλου ) απλωμένες πάνω στη γη. Και στέναξα και είπα: Ποιός άρα θα τις προσπέραση χωρίς να τον πιάσουν; Και άκουσα φωνή να μου λέγη: Η ταπεινοφροσύνη».
Είπε πάλι: Ο Θεός δεν επιτρέπει τους πειρασμούς σ’ αυτήν εδώ τη γενεά, όπως συνέβαινε στις παλαιές γενεές. Γιατί γνωρίζει ότι οι άνθρωποι, τώρα, είναι αδύνατοι και δεν αντέχουν.
Στον Αββά Αντώνιο, ενώ βρισκόταν στην έρημο, φανερώθηκε το εξής: « Στην πόλη υπάρχει κάποιος όμοιος σου, γιατρός στο επάγγελμα, όπου ό,τι του περισσεύει το δίνει σε όσους έχουν ανάγκη και όλη τη μέρα ψάλλει τον τρισάγιο ύμνο μαζί με τους Αγγέλους ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος : « Έρχεται καιρός όπου οι άνθρωποι θα παραλογίζονται. Και αν δουν κάποιον να μη παραλογίζεται, θα ξεσηκωθούν εναντίον του, λέγοντας : « Συ είσαι παράλογος. Και αυτό θα συμβεί, γιατί δεν θα είναι όμοιος τους ».
Κάποτε ο Αββάς Αντώνιος έλαβε γράμμα του βασιλέως Κωνσταντίνου, όπου τον καλούσε να πάη στην Κωνσταντινούπολη. Σκεπτόταν λοιπόν τί να κάμη. Και λέγει στον Αββά Παύλο, τον μαθητή του: «Τί λες, να πάω ;» Και εκείνος του αποκρίνεται: «Αν πας, θα λέγεσαι Αντώνιος. Αν δεν πας, Αββάς Αντώνιος».
Είπε πάλι:Οι ανθρωποι λέγονται λογικοί καταχρηστικά.Δέν ειναι λογικοί εκεινοι πού εμαθαν τούς λόγους καί τά βιβλία των αρχαίων σοφων,αλλά οσοι εχουν λογική ψυχή καί μπορουν νά διακρίνουν ποιό ειναι τό καλό καί ποιό ειναι τό κακό·καί ετσι αποφεύγουν τά κακά καί ψυχοβλαβή,μελετουν ομως σοβαρά τά καλά καί ψυχωφελή καί τά πράττουν μέ μεγάλη ευχαριστία πρός τό Θεό.Μόνο αυτοί πρέπει αληθινά νά λέγονται λογικοί ανθρωποι.
Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε. Θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη πού και πού να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, τού λέγει: «Βάλε μια σαϊτα στο τόξο σου και τέντωσέ το». Το έκαμε εκείνος. Τού λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε. Και πάλι τού λέγει: «Ακόμη πιο πολύ». Τού απαντά τότε ο κυνηγός: "Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».Και ο γέροντας τού λέει: «Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει λοιπόν πού και πού να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς». Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα. Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.
Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον αββά Αντώνιο και ήταν ο αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλοντας ο γέροντας να τους δοκιμάσει, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του. Και καθένας απαντούσε κατά τη δύναμή του. Ο δε γέροντας έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες». Ύστερα από όλους, λέει στον αββά Ιωσήφ: «Εσύ τί έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;» Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω». Λέει λοιπόν ο αββάς Αντώνιος: «Πάντως ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε, "δεν ξέρω"».
Τρεις από τους πατέρες είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρονιά στον μακάριο Αντώνιο. Και οι μεν δύο τον ρωτούσαν σχετικά με τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής. Ο άλλος όμως σιωπούσε πάντα, μη ρωτώντας τίποτε. Μετά λοιπόν από πολύ καιρό, του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν με ρωτάς». Και εκείνος του αποκρίνεται και του λέγει: «Μου αρκεί μόνο να σε βλέπω, πάτερ».
Έλεγαν μερικοί για τον αββά Αντώνιο, ότι τον φώτιζε σε όλα το Άγιο Πνεύμα, αλλά δεν ήθελε να μιλά, εξαιτίας των ανθρώπων. Γιατί και όσα γίνονταν στον κόσμο και όσα έμελλαν να συμβούν, τα γνώριζε.
Είπε ο Αββάς Αντώνιος στον Αββά Ποιμένα: «Να τι είναι το μεγάλο έργο του ανθρώπου: Να αναλαμβάνη, μπροστά στον Θεό, την ευθύνη των σφαλμάτων του και να περιμένη πειρασμούς έως τη στερνή του πνοή ».
Ο ίδιος είπε: « Κανείς δεν μπορεί να εισέλθη στη βασιλεία των ουρανών, χωρίς να δοκιμάση πειρασμούς. Βγάλε από τη μέση τους πειρασμούς και τότε κανείς δεν θα υπάρχη όπου να σώζεται».
Ρώτησε ο Αββάς Παμβώ τον Αββά Αντώνιο: « Τί να κάμω; ». Και του λέγει ο γέρων: « Να μη έχης πεποίθηση στην αρετή σου. Μήτε να μεταμελήσαι για πράγμα όπου πέρασε πια. Και να κυριαρχής στη γλώσσα σου και στην κοιλιά σου ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος: « Είδα όλες τις παγίδες του εχθρού
(ήγουν του διαβόλου ) απλωμένες πάνω στη γη. Και στέναξα και είπα: Ποιός άρα θα τις προσπέραση χωρίς να τον πιάσουν; Και άκουσα φωνή να μου λέγη: Η ταπεινοφροσύνη».
Είπε πάλι: Ο Θεός δεν επιτρέπει τους πειρασμούς σ’ αυτήν εδώ τη γενεά, όπως συνέβαινε στις παλαιές γενεές. Γιατί γνωρίζει ότι οι άνθρωποι, τώρα, είναι αδύνατοι και δεν αντέχουν.
Στον Αββά Αντώνιο, ενώ βρισκόταν στην έρημο, φανερώθηκε το εξής: « Στην πόλη υπάρχει κάποιος όμοιος σου, γιατρός στο επάγγελμα, όπου ό,τι του περισσεύει το δίνει σε όσους έχουν ανάγκη και όλη τη μέρα ψάλλει τον τρισάγιο ύμνο μαζί με τους Αγγέλους ».
Είπε ο Αββάς Αντώνιος : « Έρχεται καιρός όπου οι άνθρωποι θα παραλογίζονται. Και αν δουν κάποιον να μη παραλογίζεται, θα ξεσηκωθούν εναντίον του, λέγοντας : « Συ είσαι παράλογος. Και αυτό θα συμβεί, γιατί δεν θα είναι όμοιος τους ».
Κάποτε ο Αββάς Αντώνιος έλαβε γράμμα του βασιλέως Κωνσταντίνου, όπου τον καλούσε να πάη στην Κωνσταντινούπολη. Σκεπτόταν λοιπόν τί να κάμη. Και λέγει στον Αββά Παύλο, τον μαθητή του: «Τί λες, να πάω ;» Και εκείνος του αποκρίνεται: «Αν πας, θα λέγεσαι Αντώνιος. Αν δεν πας, Αββάς Αντώνιος».
Είπε πάλι:Οι ανθρωποι λέγονται λογικοί καταχρηστικά.Δέν ειναι λογικοί εκεινοι πού εμαθαν τούς λόγους καί τά βιβλία των αρχαίων σοφων,αλλά οσοι εχουν λογική ψυχή καί μπορουν νά διακρίνουν ποιό ειναι τό καλό καί ποιό ειναι τό κακό·καί ετσι αποφεύγουν τά κακά καί ψυχοβλαβή,μελετουν ομως σοβαρά τά καλά καί ψυχωφελή καί τά πράττουν μέ μεγάλη ευχαριστία πρός τό Θεό.Μόνο αυτοί πρέπει αληθινά νά λέγονται λογικοί ανθρωποι.
Κάποιος που κυνηγούσε στην έρημο άγρια ζώα, είδε τον αββά Αντώνιο να αστειεύεται με τους αδελφούς και σκανδαλίστηκε. Θέλοντας δε ο γέροντας να τον διδάξει ότι είναι ανάγκη πού και πού να συγκαταβαίνει κανείς στους αδελφούς, τού λέγει: «Βάλε μια σαϊτα στο τόξο σου και τέντωσέ το». Το έκαμε εκείνος. Τού λέγει: «Τέντωσέ το πιο πολύ». Και το τέντωσε. Και πάλι τού λέγει: «Ακόμη πιο πολύ». Τού απαντά τότε ο κυνηγός: "Αν το τεντώσω υπερβολικά, θα σπάσει το τόξο».Και ο γέροντας τού λέει: «Έτσι και στο έργο του Θεού. Αν τεντώσουμε υπερβολικά τη συμπεριφορά μας απέναντι στους αδελφούς, θα σπάσουν και αυτοί. Πρέπει λοιπόν πού και πού να συγκαταβαίνουμε στους αδελφούς». Και έφυγε πολύ ωφελημένος από τον γέροντα. Οι δε αδελφοί, στηριγμένοι, έφυγαν και πήγαν στον τόπο τους.
Πήγαν κάποτε μερικοί γέροντες στον αββά Αντώνιο και ήταν ο αββάς Ιωσήφ μαζί του. Και θέλοντας ο γέροντας να τους δοκιμάσει, τους πρόβαλε ένα ρητό της Γραφής και άρχισε, από τους πιο νέους, να τους ρωτά για το νόημά του. Και καθένας απαντούσε κατά τη δύναμή του. Ο δε γέροντας έλεγε στον καθένα: «Δεν το βρήκες». Ύστερα από όλους, λέει στον αββά Ιωσήφ: «Εσύ τί έχεις να πεις πάνω σ' αυτό το ρητό;» Αποκρίνεται εκείνος: «Δεν ξέρω». Λέει λοιπόν ο αββάς Αντώνιος: «Πάντως ο αββάς Ιωσήφ βρήκε τον δρόμο, γιατί είπε, "δεν ξέρω"».
Τρεις από τους πατέρες είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρονιά στον μακάριο Αντώνιο. Και οι μεν δύο τον ρωτούσαν σχετικά με τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής. Ο άλλος όμως σιωπούσε πάντα, μη ρωτώντας τίποτε. Μετά λοιπόν από πολύ καιρό, του λέγει ο αββάς Αντώνιος: «Τόσο καιρό έρχεσαι εδώ και τίποτε δεν με ρωτάς». Και εκείνος του αποκρίνεται και του λέγει: «Μου αρκεί μόνο να σε βλέπω, πάτερ».
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Σήμερα ανάμνηση της εν Ρώμη Προσκύνησης της Τιμίας Αλυσίδας του Απ. Πέτρου.
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και σταμάτησε τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, οι πιστοί στην Ρώμη έβγαλαν από τον τάφο το λείψανο του Αποστόλου Πέτρου, οικοδόμησαν Ναό προς τιμήν του και φύλασσαν σ’ αυτόν την Τιμία Αλυσίδα του Αγίου, που από βασανιστικό όργανο εναντίον του, έκανε πολλά θαύματα, όπως η σκιά του που ανάστηνε νεκρούς.
Μέσα στο Ναό έφτιαξαν έναν απόκρυφο τόπο τοποθετώντας πάνω σε θρόνο καθιστό το Άγιο Λείψανό του.
Ο τόπος αυτός ήταν άβατος, κλεισμένος με διπλές και ασφαλώς κλειδωμένες θύρες, για να προφυλαχθούν από τους κλέφτες και τους ιερόσυλους τα πολύτιμα στολίδια, όπως των χρυσών υποδημάτων και του χρυσοΰφαντου φορέματος που του είχαν φορέσει. Επιτρεπόταν μόνο τρεις φορές τον χρόνο να μπαίνουν οι Χριστιανοί για να προσκυνήσουν τον Άγιο.
Μία ημέρα πήγε στον Ορθόδοξο τότε Πάπα Ρώμης, κάποιος Χριστιανός και του εξομολογήθηκε πολύ βαριά αμαρτήματα ζητώντας συγχώρεση. Ο Πάπας του έβαλε επιτίμιο, αλλά για να λυθούν τα αμαρτήματά του, τον άφησε στην εξουσία του Αποστόλου Πέτρου, βάζοντάς τον να δεθεί με την Αλυσίδα του Αγίου και αφού συρθεί 7 φορές σε όλο τον Ναό, να πάει στο άβατο μέρος του Ναού που ήταν το Άγιο Λείψανο και να χτυπά με το κεφάλι του τις θύρες. Αν άνοιγαν μόνες τους, αυτό θα ήταν η θαυμαστή επιβεβαίωση ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες του. Τότε ο Χριστιανός έκανε καθώς του είπε ο Πάπας και ω του θαύματος κόπηκαν οι σφραγίδες, ξεκλείδωσαν οι κλειδαριές και άνοιξαν οι θύρες! Από τότε αυτός ο τρόπος, έγινε νόμος και κανονισμός από τον Πάπα για τους εξομολογούμενους που έφεραν βαριές αμαρτίες.
Το θαύμα διαδόθηκε παντού και τότε ένας άλλος Χριστιανός που έκανε εμπόριο με τα πλοία και έπεσε σε τρικυμία πτωχεύοντας και χάνοντας τα υπάρχοντά του, μη μπορώντας να εξοικονομήσει τα προς το ζειν, παρακάλεσε ολοψύχως τον Απόστολο Πέτρο να του επιτρέψει να πάρει δανεικό το χρυσό υπόδημα από το ένα πόδι του, και όταν τακτοποιηθεί οικονομικά και επιστρέψει από το ταξίδι θα του φέρει υπόδημα ακόμα πιο τιμιότερο. Ζήτησε τότε από τον Άγιο, να του επιτρέψει να προσποιηθεί τον αμαρτωλό και να εξομολογηθεί ψευδώς στον Πάπα και αφού τον επιτιμήσει, να δεθεί με την Αλυσίδα, να χτυπήσει με τον κεφάλι του τις θύρες, εκείνος να του ανοίξει και να καταδεχθεί την κλοπή. Κατόπιν ο έμπορας αποκοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του τον Άγιο να του λέγει να πράξει αυτά που του ζήτησε. Πήγε τότε στον Πάπα και εξομολογήθηκε ψεύτικα κάποια αμαρτία. Του επιβλήθηκε έτσι το γνωστό πλέον επιτίμιο και αφού σύρθηκε 7 φορές δεμένος με τις αλυσίδες σ’ όλο το Ναό και χτύπησε με το κεφάλι του τις θύρες, αυτές άνοιξαν και μάλιστα ο Απόστολος άπλωσε λίγο το πόδι του, δίνοντας το υπόδημά του στον έμπορα! Αυτός τότε το πήρε και έφυγε γεμάτος χαρά.
Οι θύρες έκλεισαν και το θαύμα αυτό παρέμεινε άγνωστο σε όλους, ακόμα και στον Πάπα, μέχρι που έφθασε η ημέρα που θα ερχόταν ο κόσμος για να προσκυνήσει το Λείψανο.
Τότε όταν εισήλθε ο Πάπας και είδε ότι έλειπε το υπόδημα του Αγίου λυπήθηκε για την απώλεια, αλλά θεώρησε ότι ήταν θέλημα Θεού που επέτρεψε και ο Άγιος να συμβεί. Διέταξε τότε και έφτιαξαν παρόμοιο υπόδημα και το φόρεσαν στο πόδι του Αγίου. Ο δε έμπορας αφού απέκτησε πολλά χρήματα και έγινε πάμπλουτος, καθώς και φιλάργυρος, πληροφορήθηκε ότι ο Πάπας έφτιαξε άλλο υπόδημα για τον Άγιο και θεώρησε περιττό να ανταποδώσει την χάρη του Αγίου.
Μία νύχτα όμως, φανερώθηκε στον ύπνο του ο Απόστολος Πέτρος και θυμίζοντάς του το χρέος, ζήτησε την ανταπόδοση. Αμέσως τότε ο έμπορας φτιάχνει ένα πολύτιμο υπόδημα και πηγαίνει στη Ρώμη, εξομολογείται στον Πάπα, δένεται με την Αλυσίδα, χτυπά τις πόρτες, ανοίγουν αυτές, εισέρχεται εντός του άβατου αυτού μέρους, βγάζει από το πόδι του Αγίου το υπόδημα που του έφτιαξε ο Πάπας, και βάζει αυτό που έφερε εκείνος. Και το υπόδημα του Πάπα το έβαλε ανάμεσα στα δύο πόδια του Αποστόλου, που σαν να ήταν ζωντανός άνοιξε λίγο τα πόδια του για να χωρέσει το τρίτο υπόδημα, πραγματοποιώντας έτσι ο έμπορας την υπόσχεσή του!
Από το Συναξάρι
Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε αυτοκράτορας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και σταμάτησε τους διωγμούς κατά των Χριστιανών, οι πιστοί στην Ρώμη έβγαλαν από τον τάφο το λείψανο του Αποστόλου Πέτρου, οικοδόμησαν Ναό προς τιμήν του και φύλασσαν σ’ αυτόν την Τιμία Αλυσίδα του Αγίου, που από βασανιστικό όργανο εναντίον του, έκανε πολλά θαύματα, όπως η σκιά του που ανάστηνε νεκρούς.
Μέσα στο Ναό έφτιαξαν έναν απόκρυφο τόπο τοποθετώντας πάνω σε θρόνο καθιστό το Άγιο Λείψανό του.
Ο τόπος αυτός ήταν άβατος, κλεισμένος με διπλές και ασφαλώς κλειδωμένες θύρες, για να προφυλαχθούν από τους κλέφτες και τους ιερόσυλους τα πολύτιμα στολίδια, όπως των χρυσών υποδημάτων και του χρυσοΰφαντου φορέματος που του είχαν φορέσει. Επιτρεπόταν μόνο τρεις φορές τον χρόνο να μπαίνουν οι Χριστιανοί για να προσκυνήσουν τον Άγιο.
Μία ημέρα πήγε στον Ορθόδοξο τότε Πάπα Ρώμης, κάποιος Χριστιανός και του εξομολογήθηκε πολύ βαριά αμαρτήματα ζητώντας συγχώρεση. Ο Πάπας του έβαλε επιτίμιο, αλλά για να λυθούν τα αμαρτήματά του, τον άφησε στην εξουσία του Αποστόλου Πέτρου, βάζοντάς τον να δεθεί με την Αλυσίδα του Αγίου και αφού συρθεί 7 φορές σε όλο τον Ναό, να πάει στο άβατο μέρος του Ναού που ήταν το Άγιο Λείψανο και να χτυπά με το κεφάλι του τις θύρες. Αν άνοιγαν μόνες τους, αυτό θα ήταν η θαυμαστή επιβεβαίωση ότι συγχωρήθηκαν οι αμαρτίες του. Τότε ο Χριστιανός έκανε καθώς του είπε ο Πάπας και ω του θαύματος κόπηκαν οι σφραγίδες, ξεκλείδωσαν οι κλειδαριές και άνοιξαν οι θύρες! Από τότε αυτός ο τρόπος, έγινε νόμος και κανονισμός από τον Πάπα για τους εξομολογούμενους που έφεραν βαριές αμαρτίες.
Το θαύμα διαδόθηκε παντού και τότε ένας άλλος Χριστιανός που έκανε εμπόριο με τα πλοία και έπεσε σε τρικυμία πτωχεύοντας και χάνοντας τα υπάρχοντά του, μη μπορώντας να εξοικονομήσει τα προς το ζειν, παρακάλεσε ολοψύχως τον Απόστολο Πέτρο να του επιτρέψει να πάρει δανεικό το χρυσό υπόδημα από το ένα πόδι του, και όταν τακτοποιηθεί οικονομικά και επιστρέψει από το ταξίδι θα του φέρει υπόδημα ακόμα πιο τιμιότερο. Ζήτησε τότε από τον Άγιο, να του επιτρέψει να προσποιηθεί τον αμαρτωλό και να εξομολογηθεί ψευδώς στον Πάπα και αφού τον επιτιμήσει, να δεθεί με την Αλυσίδα, να χτυπήσει με τον κεφάλι του τις θύρες, εκείνος να του ανοίξει και να καταδεχθεί την κλοπή. Κατόπιν ο έμπορας αποκοιμήθηκε και είδε στον ύπνο του τον Άγιο να του λέγει να πράξει αυτά που του ζήτησε. Πήγε τότε στον Πάπα και εξομολογήθηκε ψεύτικα κάποια αμαρτία. Του επιβλήθηκε έτσι το γνωστό πλέον επιτίμιο και αφού σύρθηκε 7 φορές δεμένος με τις αλυσίδες σ’ όλο το Ναό και χτύπησε με το κεφάλι του τις θύρες, αυτές άνοιξαν και μάλιστα ο Απόστολος άπλωσε λίγο το πόδι του, δίνοντας το υπόδημά του στον έμπορα! Αυτός τότε το πήρε και έφυγε γεμάτος χαρά.
Οι θύρες έκλεισαν και το θαύμα αυτό παρέμεινε άγνωστο σε όλους, ακόμα και στον Πάπα, μέχρι που έφθασε η ημέρα που θα ερχόταν ο κόσμος για να προσκυνήσει το Λείψανο.
Τότε όταν εισήλθε ο Πάπας και είδε ότι έλειπε το υπόδημα του Αγίου λυπήθηκε για την απώλεια, αλλά θεώρησε ότι ήταν θέλημα Θεού που επέτρεψε και ο Άγιος να συμβεί. Διέταξε τότε και έφτιαξαν παρόμοιο υπόδημα και το φόρεσαν στο πόδι του Αγίου. Ο δε έμπορας αφού απέκτησε πολλά χρήματα και έγινε πάμπλουτος, καθώς και φιλάργυρος, πληροφορήθηκε ότι ο Πάπας έφτιαξε άλλο υπόδημα για τον Άγιο και θεώρησε περιττό να ανταποδώσει την χάρη του Αγίου.
Μία νύχτα όμως, φανερώθηκε στον ύπνο του ο Απόστολος Πέτρος και θυμίζοντάς του το χρέος, ζήτησε την ανταπόδοση. Αμέσως τότε ο έμπορας φτιάχνει ένα πολύτιμο υπόδημα και πηγαίνει στη Ρώμη, εξομολογείται στον Πάπα, δένεται με την Αλυσίδα, χτυπά τις πόρτες, ανοίγουν αυτές, εισέρχεται εντός του άβατου αυτού μέρους, βγάζει από το πόδι του Αγίου το υπόδημα που του έφτιαξε ο Πάπας, και βάζει αυτό που έφερε εκείνος. Και το υπόδημα του Πάπα το έβαλε ανάμεσα στα δύο πόδια του Αποστόλου, που σαν να ήταν ζωντανός άνοιξε λίγο τα πόδια του για να χωρέσει το τρίτο υπόδημα, πραγματοποιώντας έτσι ο έμπορας την υπόσχεσή του!
Από το Συναξάρι
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΓΙΑΤΙ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΚΑΝΤΗΛΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ;
Το καντήλι τοποθετείται επίσης στο εικονοστάσι του σπιτιού και ανάβεται κάθε μέρα, σύμφωνα με την ορθόδοξο παράδοση.
Η λέξη καντήλι προέρχεται από τη λατινική candela=κερί. Στη χριστιανική Εκκλησία το Καντήλι τοποθετείται μπροστά στις άγιες εικόνες. Αυτό που τοποθετείται μπροστά στον Εσταυρωμένο, μέσα στο Ιερό Βήμα, διατηρείται πάντοτε αναμμένο και γι’ αυτό λέγεται «ακοίμητο» Καντήλι.
Μια συνήθεια που διατηρεί τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της με το Φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, που θερμαίνει την ελπίδα και που παρηγορεί και συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.
Το καντήλι ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. Το καντήλι συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.
Το έλαιον, το λάδι δηλ. που καίει στα καντήλια μας, “ τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον” γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.
Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “ Φωτίσωμεν … γλώσσαν” και συμπληρώνει ο σχολιαστής του : Επετεύχθη τούτο ;
Το λάδι στο καντήλι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική.
Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα
για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,
για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί
για την αγάπη προς το Θεό κ.ά.
Εννοείται, βέβαια, ότι το λάδι στο καντήλι πρέπει να είναι ελαιόλαδο και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητος. Άλλωστε ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών και ο ναός με τα κανδήλια μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και Ελέους Θεϊκού Το λάδι τους μας θυμίζει την ευσπλαχνία του Θεού και το φως τους στη ζωή μας, που πρέπει να είναι φωτεινή και άγια.
Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: “Εγώ ειμι το φως του κόσμου” (Ιωάν.8/η: 12). Είναι φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου “έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως” (Ματθ.17/ιζ: 2).
Στο Σύμβολο της Πίστεως ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται ως “φως εκ φωτός”. Στην ακολουθία του Εσπερινού επίσης ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Κύριο ως “φως ιλαρόν”. Και οι χριστιανοί με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον πνευματικό τους αγώνα μπορούν να δεχθούν το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να το ακτινοβολούν με τη ζωή τους.
Στην “επί του όρους” ομιλία ο Κύριος συμβουλεύοντας τους μαθητές Του είπε: “Υμείς εστε το φως του κόσμου…. ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς” (Ματθ 5/ε: 14-16). (Δηλαδή: Εσείς είστε το φως του κόσμου… έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον πατέρα σας τον επουράνιο).
Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το φως των μαθητών του Χριστού είναι τα καλά έργα της αγιοπνευματικής ζωής τους. Οι άγιοι στην άλλη ζωή θα ομοιάσουν με τον Κύριο, θα γίνουν “θεοί κατά χάριν”. Αυτό το εκφράζει ο Κύριος καθαρά με τα προφητικά λόγια Του: “Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτων” (Ματθ. 13/ιγ: 43).
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ONLINE
Το καντήλι τοποθετείται επίσης στο εικονοστάσι του σπιτιού και ανάβεται κάθε μέρα, σύμφωνα με την ορθόδοξο παράδοση.
Η λέξη καντήλι προέρχεται από τη λατινική candela=κερί. Στη χριστιανική Εκκλησία το Καντήλι τοποθετείται μπροστά στις άγιες εικόνες. Αυτό που τοποθετείται μπροστά στον Εσταυρωμένο, μέσα στο Ιερό Βήμα, διατηρείται πάντοτε αναμμένο και γι’ αυτό λέγεται «ακοίμητο» Καντήλι.
Μια συνήθεια που διατηρεί τον βαθύ χριστιανικό συμβολισμό της με το Φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, που θερμαίνει την ελπίδα και που παρηγορεί και συντροφεύει στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς.
Το καντήλι ενέχει τον συμβολισμό ότι προσφέρεται ως θυσία σεβασμού και τιμής προς τον Θεό και τους Αγίους του. Το καντήλι συμβολίζει επίσης, το φώς του Χριστού που φωτίζει κάθε άνθρωπο, καθώς επίσης συμβολίζει και το γνωστό παράγγελμα του Κυρίου μας ότι πρέπει να είμαστε, οι χριστιανοί, τα φώτα του κόσμου.
Το έλαιον, το λάδι δηλ. που καίει στα καντήλια μας, “ τον του Θεού υπεμφαίνει έλαιον” γράφει ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης, το έλεος του Θεού που φανερώθηκε όταν η περιστερά του Νώε επέστρεψε στην Κιβωτό για να σημάνει την παύση του κατακλυσμού, έχοντας στο ράμφος της κλάδο ελαίας, ή όταν ο Ιησούς, καθώς επροσηύχετο εκτενώς, επότιζε με τους θρόμβους του ιδρώτος του την ελιά, κάτω από τα κλαδιά της οποίας γονάτισε την μαρτυρική εκείνη νύχτα, στο Όρος των Ελαιών.
Βέβαια, όλοι ξέρουμε πως απείρως ανώτερος του υλικού φωτισμού είναι ο εσωτερικός, αγιοπνευματικός φωτισμός. Έγραφε λοιπόν ο Θεοφόρος Πατήρ Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός : “ Φωτίσωμεν … γλώσσαν” και συμπληρώνει ο σχολιαστής του : Επετεύχθη τούτο ;
Το λάδι στο καντήλι συμβολίζει το άπειρο έλεος του Θεού, αλλά και τα κανδήλια συμβολίζουν την Εκκλησία που είναι μεταδοτική Θείου ελέους και φωτιστική.
Συμβολίζουν βέβαια τους ίδιους τους αγίους που το Φώς τους έλαμψε, κατά το λόγο του Κυρίου, «έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσι τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα τον εν τοίς ουρανοίς».
Υπάρχουν πολλοί λόγοι για τους οποίους πρέπει οι Ορθόδοξοι να ανάβουμε το καντήλι όπως για παράδειγμα
για να μάς θυμίζει την ανάγκη για προσευχή,
για να φωτίζει το χώρο και να διώκει το σκότος όπου επικρατούν οι δυνάμεις του κακού,
για να μάς θυμίζει ότι ο Χριστός είναι το μόνο αληθινό Φώς και η πίστη σε Αυτόν είναι Φώς,
για να μάς θυμίζει ότι η ζωή μας πρέπει να είναι φωτεινή,
για να μάς θυμίζει ότι όπως το καντήλι απαιτεί το δικό μας χέρι για να ανάψει έτσι και η ψυχή απαιτεί το χέρι του Θεού, τη Χάρη Του δηλαδή,
για να μάς θυμίζει ότι πρέπει το θέλημά μας να καεί και να θυσιαστεί
για την αγάπη προς το Θεό κ.ά.
Εννοείται, βέβαια, ότι το λάδι στο καντήλι πρέπει να είναι ελαιόλαδο και μάλιστα όσο το δυνατόν καλύτερης ποιότητος. Άλλωστε ο Κύριος προσευχήθηκε στον κήπο των Ελαιών και ο ναός με τα κανδήλια μετατρέπεται σε νέο κήπο και ελέους (λαδιού) και Ελέους Θεϊκού Το λάδι τους μας θυμίζει την ευσπλαχνία του Θεού και το φως τους στη ζωή μας, που πρέπει να είναι φωτεινή και άγια.
Η φωτοχυσία του ναού συμβολίζει το θείο φως της παρουσίας του Θεού που φωτίζει τις καρδιές όχι μόνο των νεοφώτιστων αλλά και όλων των χριστιανών. Ο Κύριος φανέρωσε αυτή τη μεγάλη αλήθεια για τον εαυτό Του με τα ακόλουθα λόγια: “Εγώ ειμι το φως του κόσμου” (Ιωάν.8/η: 12). Είναι φως όχι μόνο λόγω της φωτεινής διδασκαλίας Του, αλλά κυρίως λόγω της φωτεινής παρουσίας Του. Αυτό επιβεβαιώνεται κυρίως από τη θαυμαστή Μεταμόρφωσή Του, όπου “έλαμψε το πρόσωπον αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως” (Ματθ.17/ιζ: 2).
Στο Σύμβολο της Πίστεως ο Υιός του Θεού παρουσιάζεται ως “φως εκ φωτός”. Στην ακολουθία του Εσπερινού επίσης ο υμνογράφος παρουσιάζει τον Κύριο ως “φως ιλαρόν”. Και οι χριστιανοί με τα μυστήρια της Εκκλησίας και τον πνευματικό τους αγώνα μπορούν να δεχθούν το φως της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και να το ακτινοβολούν με τη ζωή τους.
Στην “επί του όρους” ομιλία ο Κύριος συμβουλεύοντας τους μαθητές Του είπε: “Υμείς εστε το φως του κόσμου…. ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς” (Ματθ 5/ε: 14-16). (Δηλαδή: Εσείς είστε το φως του κόσμου… έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον πατέρα σας τον επουράνιο).
Εδώ φαίνεται καθαρά ότι το φως των μαθητών του Χριστού είναι τα καλά έργα της αγιοπνευματικής ζωής τους. Οι άγιοι στην άλλη ζωή θα ομοιάσουν με τον Κύριο, θα γίνουν “θεοί κατά χάριν”. Αυτό το εκφράζει ο Κύριος καθαρά με τα προφητικά λόγια Του: “Τότε οι δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος εν τη βασιλεία του πατρός αυτων” (Ματθ. 13/ιγ: 43).
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ONLINE
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51430
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
Ο άνθρωπος θα νοιώσει να τον σκεπάζει η θεϊκή ευσπλαχνία έάν απελπισθεί από κάθε άλλη βοήθεια και ταπεινωθεί και δεν λογαριάζει για τίποτα τον εαυτό του και δέσει σφιχτά την ελπίδα του στον Θεό μοναχά, τότε αυτή η θεϊκή ευσπλαχνία θα του δίνει κάποια δύναμη ώστε να μην υπάρχει τίποτα πια για να τον φοβερίζει, κι’ ούτε καμιά ανάγκη για να τον κάνει να τη συλλογισθεί.
Όλα του φαίνονται σαν να μην υπάρχουνε, κι’ αυτός ελαφρός σαν πνοή γεμάτη δύναμη, χαρά, ελπίδα και αγάπη (γιατί η αληθινή αγάπη βγαίνει από την πίστη κι’ από την ελπίδα), πετά υψηλά, γλυτωμένος από το βάρος της σαρκός κι’ από τις μάταιες φροντίδες τις σαρκικής διάνοιας, ήγουν τη φιλοδοξία, τον μωρό ζήλο να ερευνήσει το μυστήριο του κόσμου, κι’ όλες τις άλλες μικρολογίες με τις οποίες είναι δεμένη η ζωή μας.
Αυτή είναι μια κατάσταση αλλόκοτη κι’ απίστευτη, είναι η είσοδος εις την βασιλείαν του Θεού, που λέγει ο Κύριος, και που δεν λέγεται με λόγια, γιατί, δεν είναι ένας σαρκικός ενθουσιασμός της διάνοιας, αλλά μια λύτρωση που γίνεται με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και δεν υπάρχουνε και λόγια σε τούτον τον κόσμο με τα οποία να ειπωθεί. Γι’ αυτό ο Κύριος, λέγοντας «βασιλεία του Θεού» ή «βασιλεία των ουρανών», δεν εξήγησε ποτέ τί είναι αυτή η «βασιλεία», αλλά μας δίδαξε μοναχά με τί τρόπο θα την αξιωθούμε.
Για να γεννηθεί ο άνθρωπος ο πνευματικός και για να βγει στο φως από το σκοτάδι, είναι ανάγκη να βασανισθεί, όπως γίνεται με τη γέννα του σαρκικού ανθρώπου. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός:
«Στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν».
Και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζει κανένας πως ο Παύλος και ο Βαρνάβας επήγαν στο Ικόνιον και στην Αντιόχεια «επιστηρίζοντες τας ψυχάς των μαθητών, παρακαλούντες εμμένειν τη πίστει και ότι δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».
Το πνευματικό νήπιο πρέπει να κλάψει σαν το σαρκικό, για να βρει γάλα για να θραφεί. Ο άνθρωπος που δεν ελπίζει σε καμμιά βοήθεια εκτός από τον Θεό, και σε καμμιά ζωή εκτός από αυτόν, και σε καμμιά άλλη χαρά εκτός από αυτόν, και σε καμμιά δικαιοσύνη εκτός από αυτόν, και κρεμιέται με δάκρυα μονάχα σ’ Εκείνον, έχοντας «μονογενή ελπίδα», αυτός βρίσκει έλεος και αναπαύεται από «τα της ματαιότητος και πολυμόχθου σαρκός». Γι’ αυτόν «η αγάπη η εν Χριστώ ισχυροτέρα εστί της ενταύθα ζωής», κατά τον άγιο Ισαάκ. Και δεν θέλει να χωρισθεί από τον Θεό, και προτιμά τον θάνατο από τούτον τον χωρισμό, γιατί νοιώθει καλά πως σωστά λέγει ο άγιος Κύριλλος ότι «θάνατος αληθής είναι ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεόν και όχι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα».
Σ’ αυτή τη μακάρια κατάσταση βρίσκονται οι άγιοι, όχι λίγες ώρες της ζωής τους, αλλά παντοτεινά. Και για τούτο νοιώθουνε πως από τούτον τον κόσμο απογευθήκανε σαν ένα αρραβώνα τη μακαριότητα της αιωνίου ζωής. Και αγαπούνε κάθε άνθρωπο και κάθε πλάσμα, επειδή η τέλεια αγάπη προέρχεται από τη χαρά της πίστεως κι’ από τη βεβαιότητα κι’ από τη στερεή ελπίδα που έχουνε μέσα στην ψυχή τους.
Οι άλλοι άνθρωποι, οι αμαρτωλοί, μπορεί να ελεηθούνε και να αξιωθούνε για λίγο αυτή την απελευθέρωση από τη δουλεία της φθοράς, ν’ απογευθούνε λίγο από τον ουράνιον άρτον. Μα ύστερα πάλι, σαν αδύνατοι άνθρωποι που είναι, από αμέλεια ξαναπέφτουνε στις μέριμνες του βίου, και χάνουνε εκείνη την ευωδία του μυστικού κόσμου στον οποίον ζήσανε εκείνον τον σύντομον καιρό.
Και ποθούνε θερμά να ξαναμπούνε πάλι στην ουράνια εκείνη πολιτεία, και την αναθυμιούνται με δάκρυα, κι’ ολοένα ελπίζουνε να την ξαναδούνε. Κι’ απορούνε πώς την χάσανε και πώς καταντήσανε πάλι δούλοι της σαρκός, και θρηνούνε σαν τους πρωτόπλαστους που καθήσανε έξω από τον Παράδεισο, μη μπορώντας να ξαναμπούνε μέσα.
Ξέρω πως πολλοί, διαβάζοντας αυτά που γράφω, θα πούνε πως η ζωή μας σήμερα δεν σηκώνει τέτοια καλογερίστικα πράγματα. Μα δεν έχουνε δίκιο. Οι σημερινοί άνθρωποι, όπως έγραψα κι’ άλλη φορά, δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι από τη ζωή που ζούνε, ας έχουνε κάθε λογής υλικές αναπαύσεις και ασχολίες. Ίσια-ίσια σήμερα η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται σε παραζάλη και σε αγωνία, γιατί είδε καλά πως, ενώ ήλπιζε να πιάσει την ευτυχία με την επιστήμη και με την υλική και διανοητική δραστηριότητα, δεν επέτυχε αυτό που ήλπιζε.
Υπάρχουνε λοιπόν πολλοί άνθρωποι που διψάνε για αληθινή τροφή της ψυχής, και γι’ αυτούς γράφω. Κ’ εκτός από την Ελλάδα, μια τέτοια δίψα κατατρώγει εκατομμύρια κόσμο, κατά τα λόγια του Προφήτη που λέγει: «Να, έρχονται ημέρες, λέγει Κύριος, και θα στείλω επάνω στη γη όχι πείνα για ψωμί, ούτε δίψα για νερό, αλλά πείνα του ν’ ακούσετε λόγον Κυρίου»…
Η Ορθοδοξία είναι η πηγή απ’ όπου τρέχουνε να ξεδιψάσουνε άνθρωποι που δεν ευρήκανε την αλήθεια ούτε στον Καθολικισμό, ούτε στον Προτεσταντισμό, ούτε σε καμμιά άλλη από τις μυριάδες αιρέσεις που υπάρχουνε σήμερα.
Έτσι αποδείχνεται πως η Ορθοδοξία είναι η πρώτη κι’ ανάλλακτη Εκκλησία, που δεν παραμορφώθηκε από κοσμικούς νεωτερισμούς, η κιβωτός που κλείνει μέσα της την αληθινή αποκάλυψη της χριστιανικής αλήθειας. Κ’ η αυστηρή παράδοσή της είναι το μέσον που διατηρήθηκε αυτή η αλήθεια, όχι σαν αφηρημένη έννοια, αλλά σαν ζωντανή πραγματικότητα. Στον πρόλογο της «Φιλοκαλίας», που τυπώθηκε στα Εγγλέζικα ο Ρώσσος Νίκων γράφει ανάμεσα στα άλλα: «Οι βάσεις της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Γραφή και οι Παραδόσεις, άλλες προφορικές κι’ άλλες γραμμένες στα έργα των Πατέρων».
Αλλού γράφει: «Επειδή στις ημέρες μας δεν έχουμε πνευματικούς οδηγούς, γίνεται απαραίτητη η συνεχής μελέτη των ιερών αυτών έργων, ώστε ν’ ακολουθήσει κανένας ακίνδυνα αυτόν τον θαυμάσιον δρόμο που ανοίγει η τέχνη των τεχνών, η επιστήμη των επιστημών της πνευματικής τελειοποιήσεως. Για να επιτύχουμε σε τούτο, είναι ανάγκη να έχουμε γνήσια ταπείνωση, ειλικρίνεια, εγκαρτέρηση και αγνότητα».
Και όμως, εμείς οι Έλληνες, που έχουμε αυτόν τον θησαυρό της Ορθοδοξίας, θέλουμε να θραφούμε θρησκευτικά με λογής-λογής ξένα άχερα. Ο πατήρ Νίκων, σε κάποιον δικό μας που πήγε στ’ Άγιον Όρος, είπε: «Πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ ευτυχισμένον που είσαι ορθόδοξος. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία δεν υπάρχει στον κόσμο».
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Ο άνθρωπος θα νοιώσει να τον σκεπάζει η θεϊκή ευσπλαχνία έάν απελπισθεί από κάθε άλλη βοήθεια και ταπεινωθεί και δεν λογαριάζει για τίποτα τον εαυτό του και δέσει σφιχτά την ελπίδα του στον Θεό μοναχά, τότε αυτή η θεϊκή ευσπλαχνία θα του δίνει κάποια δύναμη ώστε να μην υπάρχει τίποτα πια για να τον φοβερίζει, κι’ ούτε καμιά ανάγκη για να τον κάνει να τη συλλογισθεί.
Όλα του φαίνονται σαν να μην υπάρχουνε, κι’ αυτός ελαφρός σαν πνοή γεμάτη δύναμη, χαρά, ελπίδα και αγάπη (γιατί η αληθινή αγάπη βγαίνει από την πίστη κι’ από την ελπίδα), πετά υψηλά, γλυτωμένος από το βάρος της σαρκός κι’ από τις μάταιες φροντίδες τις σαρκικής διάνοιας, ήγουν τη φιλοδοξία, τον μωρό ζήλο να ερευνήσει το μυστήριο του κόσμου, κι’ όλες τις άλλες μικρολογίες με τις οποίες είναι δεμένη η ζωή μας.
Αυτή είναι μια κατάσταση αλλόκοτη κι’ απίστευτη, είναι η είσοδος εις την βασιλείαν του Θεού, που λέγει ο Κύριος, και που δεν λέγεται με λόγια, γιατί, δεν είναι ένας σαρκικός ενθουσιασμός της διάνοιας, αλλά μια λύτρωση που γίνεται με τη χάρη του αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και δεν υπάρχουνε και λόγια σε τούτον τον κόσμο με τα οποία να ειπωθεί. Γι’ αυτό ο Κύριος, λέγοντας «βασιλεία του Θεού» ή «βασιλεία των ουρανών», δεν εξήγησε ποτέ τί είναι αυτή η «βασιλεία», αλλά μας δίδαξε μοναχά με τί τρόπο θα την αξιωθούμε.
Για να γεννηθεί ο άνθρωπος ο πνευματικός και για να βγει στο φως από το σκοτάδι, είναι ανάγκη να βασανισθεί, όπως γίνεται με τη γέννα του σαρκικού ανθρώπου. Γι’ αυτό λέγει ο Χριστός:
«Στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν».
Και στις Πράξεις των Αποστόλων διαβάζει κανένας πως ο Παύλος και ο Βαρνάβας επήγαν στο Ικόνιον και στην Αντιόχεια «επιστηρίζοντες τας ψυχάς των μαθητών, παρακαλούντες εμμένειν τη πίστει και ότι δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού».
Το πνευματικό νήπιο πρέπει να κλάψει σαν το σαρκικό, για να βρει γάλα για να θραφεί. Ο άνθρωπος που δεν ελπίζει σε καμμιά βοήθεια εκτός από τον Θεό, και σε καμμιά ζωή εκτός από αυτόν, και σε καμμιά άλλη χαρά εκτός από αυτόν, και σε καμμιά δικαιοσύνη εκτός από αυτόν, και κρεμιέται με δάκρυα μονάχα σ’ Εκείνον, έχοντας «μονογενή ελπίδα», αυτός βρίσκει έλεος και αναπαύεται από «τα της ματαιότητος και πολυμόχθου σαρκός». Γι’ αυτόν «η αγάπη η εν Χριστώ ισχυροτέρα εστί της ενταύθα ζωής», κατά τον άγιο Ισαάκ. Και δεν θέλει να χωρισθεί από τον Θεό, και προτιμά τον θάνατο από τούτον τον χωρισμό, γιατί νοιώθει καλά πως σωστά λέγει ο άγιος Κύριλλος ότι «θάνατος αληθής είναι ο χωρισμός της ψυχής από τον Θεόν και όχι ο χωρισμός της ψυχής από το σώμα».
Σ’ αυτή τη μακάρια κατάσταση βρίσκονται οι άγιοι, όχι λίγες ώρες της ζωής τους, αλλά παντοτεινά. Και για τούτο νοιώθουνε πως από τούτον τον κόσμο απογευθήκανε σαν ένα αρραβώνα τη μακαριότητα της αιωνίου ζωής. Και αγαπούνε κάθε άνθρωπο και κάθε πλάσμα, επειδή η τέλεια αγάπη προέρχεται από τη χαρά της πίστεως κι’ από τη βεβαιότητα κι’ από τη στερεή ελπίδα που έχουνε μέσα στην ψυχή τους.
Οι άλλοι άνθρωποι, οι αμαρτωλοί, μπορεί να ελεηθούνε και να αξιωθούνε για λίγο αυτή την απελευθέρωση από τη δουλεία της φθοράς, ν’ απογευθούνε λίγο από τον ουράνιον άρτον. Μα ύστερα πάλι, σαν αδύνατοι άνθρωποι που είναι, από αμέλεια ξαναπέφτουνε στις μέριμνες του βίου, και χάνουνε εκείνη την ευωδία του μυστικού κόσμου στον οποίον ζήσανε εκείνον τον σύντομον καιρό.
Και ποθούνε θερμά να ξαναμπούνε πάλι στην ουράνια εκείνη πολιτεία, και την αναθυμιούνται με δάκρυα, κι’ ολοένα ελπίζουνε να την ξαναδούνε. Κι’ απορούνε πώς την χάσανε και πώς καταντήσανε πάλι δούλοι της σαρκός, και θρηνούνε σαν τους πρωτόπλαστους που καθήσανε έξω από τον Παράδεισο, μη μπορώντας να ξαναμπούνε μέσα.
Ξέρω πως πολλοί, διαβάζοντας αυτά που γράφω, θα πούνε πως η ζωή μας σήμερα δεν σηκώνει τέτοια καλογερίστικα πράγματα. Μα δεν έχουνε δίκιο. Οι σημερινοί άνθρωποι, όπως έγραψα κι’ άλλη φορά, δεν είναι όλοι ευχαριστημένοι από τη ζωή που ζούνε, ας έχουνε κάθε λογής υλικές αναπαύσεις και ασχολίες. Ίσια-ίσια σήμερα η ανθρώπινη ψυχή βρίσκεται σε παραζάλη και σε αγωνία, γιατί είδε καλά πως, ενώ ήλπιζε να πιάσει την ευτυχία με την επιστήμη και με την υλική και διανοητική δραστηριότητα, δεν επέτυχε αυτό που ήλπιζε.
Υπάρχουνε λοιπόν πολλοί άνθρωποι που διψάνε για αληθινή τροφή της ψυχής, και γι’ αυτούς γράφω. Κ’ εκτός από την Ελλάδα, μια τέτοια δίψα κατατρώγει εκατομμύρια κόσμο, κατά τα λόγια του Προφήτη που λέγει: «Να, έρχονται ημέρες, λέγει Κύριος, και θα στείλω επάνω στη γη όχι πείνα για ψωμί, ούτε δίψα για νερό, αλλά πείνα του ν’ ακούσετε λόγον Κυρίου»…
Η Ορθοδοξία είναι η πηγή απ’ όπου τρέχουνε να ξεδιψάσουνε άνθρωποι που δεν ευρήκανε την αλήθεια ούτε στον Καθολικισμό, ούτε στον Προτεσταντισμό, ούτε σε καμμιά άλλη από τις μυριάδες αιρέσεις που υπάρχουνε σήμερα.
Έτσι αποδείχνεται πως η Ορθοδοξία είναι η πρώτη κι’ ανάλλακτη Εκκλησία, που δεν παραμορφώθηκε από κοσμικούς νεωτερισμούς, η κιβωτός που κλείνει μέσα της την αληθινή αποκάλυψη της χριστιανικής αλήθειας. Κ’ η αυστηρή παράδοσή της είναι το μέσον που διατηρήθηκε αυτή η αλήθεια, όχι σαν αφηρημένη έννοια, αλλά σαν ζωντανή πραγματικότητα. Στον πρόλογο της «Φιλοκαλίας», που τυπώθηκε στα Εγγλέζικα ο Ρώσσος Νίκων γράφει ανάμεσα στα άλλα: «Οι βάσεις της Ορθοδοξίας είναι η Αγία Γραφή και οι Παραδόσεις, άλλες προφορικές κι’ άλλες γραμμένες στα έργα των Πατέρων».
Αλλού γράφει: «Επειδή στις ημέρες μας δεν έχουμε πνευματικούς οδηγούς, γίνεται απαραίτητη η συνεχής μελέτη των ιερών αυτών έργων, ώστε ν’ ακολουθήσει κανένας ακίνδυνα αυτόν τον θαυμάσιον δρόμο που ανοίγει η τέχνη των τεχνών, η επιστήμη των επιστημών της πνευματικής τελειοποιήσεως. Για να επιτύχουμε σε τούτο, είναι ανάγκη να έχουμε γνήσια ταπείνωση, ειλικρίνεια, εγκαρτέρηση και αγνότητα».
Και όμως, εμείς οι Έλληνες, που έχουμε αυτόν τον θησαυρό της Ορθοδοξίας, θέλουμε να θραφούμε θρησκευτικά με λογής-λογής ξένα άχερα. Ο πατήρ Νίκων, σε κάποιον δικό μας που πήγε στ’ Άγιον Όρος, είπε: «Πρέπει να θεωρείς τον εαυτό σου πολύ ευτυχισμένον που είσαι ορθόδοξος. Γιατί πολυτιμότερο πράγμα από την Ορθοδοξία δεν υπάρχει στον κόσμο».
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ