Μια διδαχτική ιστορία!!!
Συντονιστής: Συντονιστές
- Captain Yiannis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3182
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 18, 2008 9:34 pm
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Από τον Φίλτατο Νεκτάριο, το μοιράζομαι.
Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Σ᾿ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1‐11‐1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ᾿ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ᾿ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
‐Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ᾿ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ᾿ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
‐Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του: ‐Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ᾿ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ᾿ τὴ φωτιά.
Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ᾿ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
‐Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς. Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
Φανατισμός: 5 κιλά.
Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν᾿ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα.
Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
‐Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ᾿ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου.
Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ᾿ ἐλευθερώσει ἀπ᾿ τὸ ΕΓΩ μου.
Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ᾿ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου.
Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Σ᾿ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1‐11‐1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ᾿ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ᾿ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
‐Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ᾿ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ᾿ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
‐Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του: ‐Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ᾿ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ᾿ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ᾿ τὴ φωτιά.
Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ᾿ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
‐Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς. Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
Φανατισμός: 5 κιλά.
Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν᾿ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα.
Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
‐Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ᾿ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου.
Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ᾿ ἐλευθερώσει ἀπ᾿ τὸ ΕΓΩ μου.
Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ᾿ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ᾿ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου.
Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς δεν θα πρέπει να απαιτεί από τους άλλους τελειότητα.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Πολύ καλή Καπετάνιε.... ευλογείτε!

+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.
- Captain Yiannis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 3182
- Εγγραφή: Τρί Νοέμ 18, 2008 9:34 pm
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο Κύριος , ... να μας ευλογεί όλους , καλόν αγώνα και τώρα και πάντοτεΜΙΧΣ έγραψε:Πολύ καλή Καπετάνιε.... ευλογείτε!![]()
![]()
Κανείς δεν είναι τέλειος και κανείς δεν θα πρέπει να απαιτεί από τους άλλους τελειότητα.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
Όλοι ως ατελείς πορευόμαστε και με ατέλειες συμπορευόμαστε.
Η τελειότητα δεν ανήκει στους ανθρώπους παρά μονάχα στον Θεό.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο Ιάκωβος και ο πασάς...
Τότε που οι Τούρκοι ήταν εδώ, και ζούσαν από το πλιάτσικο, άρπαξε και φάει δηλαδή, έβαλαν στο μάτι ένα μοναστήρι του Αι-Γιάννη και αποφάσισαν να πάνε να το πάρουν. Είπαν μερικοί:
–Θα πάμε τη νύχτα να τους να τους πιάσουμε στον ύπνο, να σκοτώσουμε τους καλογέρους.
–Σταθείτε, τους λέει ο πασάς. Θα τους κάνω εγώ να το παραδώσουν μέρα-καταμεσήμερο, και από μοναχοί τους.
Οι άλλοι παραξενεύτηκαν, αλλά αυτός είχε το σχέδιό του. Μια και δυό λοιπόν κίνησε να πάει να βρει τον ηγούμενο. Τον βρήκε που διάβαζε στο ηγουμενείο.
–Πέτα το βιβλίο πέρα, του λέει ο πασάς, άκουσε προσεκτικά και κάνε όπως θα σου πω. Αλλιώς, ήρθε η ώρα σας.
–Στις διαταγές σου, είπε ο ηγούμενος.
–Άκου. Σε εικοσιτέσσερες ώρες θα ‘χεις αδειάσει στο μοναστήρι και θα ‘χετε φύγει όλοι. Μας χρειάζεται και θα το πάρουμε. Αν δεν ακούσετε το λόγο μου, θα δείτε τη χαντζιάρα μου, και τίναξε το μαχαίρι από το ζωνάρι του, να σκιάξει τον καλόγερο.
–Δεν είναι δικό μας, λέει ο ηγούμενος.
–Τίνος είναι;
–Να, το αφεντικό είπε, κι έδειξε την εικόνα του Αι-Γιάννη. Αν σ’ αφήσει αυτός, πάρ’ το.
–Έχεις όρεξη για χωρατά, λέει ο πασάς, αλλά δε χωρατεύω. Όπως είπαμε και γρήγορα, εκτός αν…
–Εκτός αν…, λέει κι ο ηγούμενος.
–Εκτός αν…, παλιοκαλόγερε, μου λύσεις τέσσερα προβλήματα, που θα σου βάλω. Αν τα καταφέρεις, χάρισμά σας.
–Για πες τα, να τ’ ακούσω.
–Λοιπόν. Θα μου βρεις πόσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Πόσο κοστίζω εγώ. Τι βάζω με το νου μου, και θα μου μάθετε και το σκύλο γράμματα.
–Θέλω μια διορία 10 μέρες, λέει ο ηγούμενος.
–Την έχεις, απαντάει ο πασάς.
Ο Τούρκος έφυγε κι ο ηγούμενος έπεσε σε βαριά συλλογή. Τα σκεφτόταν από δω, τα ‘φερνε από κει, δεν έβγαζε άκρη. Γύρισε κατά τον άγιο και είπε:
–Αφέντη, βγάλτα πέρα. Δικό σου είναι το μοναστήρι.
Το μεσημέρι στην τράπεζα ήταν πολύ βασανισμένος. Ούτε έφαγε, ούτε τίποτα.
–Τι έχεις, άγιε ηγούμενε, του είπαν οι καλόγεροι.
–Το και το, τους είπε. Τι θα κάνουμε; Σε δέκα μέρες ξανάρχεται και δε χωρατεύει.
Κανένας δεν είπε τίποτα. Μόνο ο Ιάκωβος, ο μάγειρας, τον πήρε παράμερα και του λέει:
–Άγιε ηγούμενε, μη φοβάσαι τίποτα. Μου δίνεις εμένα τη στολή σου, παραγγέλνεις να μας φέρει το σκύλο και τα υπόλοιπα άσ’ τα όλα πάνω μου.
Τι να ‘κανε κι ο ηγούμενος, μπλοκαρισμένος όπως ήταν απ’ όλες τις μεριές, παράγγειλε να φέρει το σκύλο. Τον πήρε ο Ιάκωβος και τον έδεσε σ’ ένα μέρος, χωρίς να του δίνει τίποτα να φάει.
–Τι έχεις κατά νου, του έλεγαν οι άλλοι. Θα ψοφήσει το σκυλί κι αλίμονό μας. Θα μας κρεμάσει όλους.
–Δεν είναι δική σας δουλειά, απάνταγε ο Ιάκωβος.
Στις δέκα μέρες, ήρθε κι ο πασάς. Ζήτησε κατευθείαν να δει το σκύλο του.
Μόλις τον είδε εκείνος, έκαμε το χαμό. Ήθελε να κόψει το λουρί, να πάει κοντά του.
–Γιατί αδυνάτισε τόσο το σκυλί μου; Θα το πληρώσετε, παλιογκιαούρηδες. Νηστικό τ’ αφήνατε;
–Πασά μου, λέει ο Ιάκωβος. Τόσα γράμματα έμαθε και δύσκολα γράμματα, πώς να μην αδυνατίσει; Δεν διάβασες εσύ ποτέ πασά μου;
–Έμαθε να διαβάζει;
–Θα το δεις και μόνος σου, πασά μου.
Τότε ο Ιάκωβος πήρε ένα βιβλίο, που ανάμεσά του είχε βάλει ψίχουλα, και το άφησε μπροστά στο σκύλο. Το ζώο, όπως ήταν κατανηστικό, μύρισε το ψωμί και όρμησε στο βιβλίο. Με τη γλώσσα του γύριζε τις σελίδες και άου-άου-άου κάνοντας, μάζευε τα ψίχουλα και πήγαινε παρακάτω. Άου-άου-άου και δώσ’ του να γυρίζει άλλη σελίδα, ώσπου το ‘φτασε το βιβλίο στο τέλος.
–Τι γλώσσα το μάθατε; ρώτησε ο πασάς. Δεν καταλαβαίνω.
–Αρχαία ελληνικά, πασά μου, εγώ τούρκικα δεν ήξερα. Ξέρεις εσύ αρχαία ελληνικά;
Ο πασάς δεν ήξερε, ούτε αρχαία, ούτε καθόλου γράμματα. Δεν είχε τι να ειπεί, και το ‘χαψε.
–Τα υπόλοιπα προβλήματα τα ‘λυσες, λέει στον ηγούμενο.
–Λέω πως τα ‘λυσα πασά μου.
–Εμπρός, πόσο απέχει ο ουρανός απ΄ τη γη;
Ο Ιάκωβος είχε γεμίσει ένα τσουβάλι κουβάρια και του λέει:
–Πασά μου, όσο είναι αυτά τα κουβάρια.
–Και πού το ξέρεις; Το μέτρησες;
–Εγώ το μέτρησα. Αν εσύ δεν το πιστεύεις, φέρε το δικό σου μέτρο, ή πιάσε την άκρη από αυτά και πήγαινε μπροστά κι όπου μας βγάλει.
–Καλά, καλά, λέει θυμωμένος. Πες μου πόσο αξίζω εγώ;
–Βέβαια, εσύ είσαι πασάς άνθρωπος κι έχεις αξία, δεν είσαι σαν εμάς τους μαγκούφηδες. Αξίζεις πολλά βέβαια, αλλά πόσο να σε βάλω, έλεγε ο Ιάκωβος κι έξυνε το κεφάλι του, με το χέρι του. Σε … βάζω γύρω στα εικοσιέξι, μπα λίγο παραπάνω…, γύρω στα εικοσιεπτά αργύρια.
–Τι, εγώ, πασάς άνθρωπος, μόνο εικοσιεπτά αργύρια; Θα σε κρεμάσω παλιογκιαούρη.
–Πασά μου, τριάντα πουλήθηκε ο Χριστός μας. Ακριβότερα θα σε βάλουμε εσένα; Παραπάνω απ’ το Χριστό δεν σε κάνω. Κόψε μου το κεφάλι.
Ο πασάς αφού τον έβαλε λίγο πιο κάτω από το Χριστό, σαν καλά του ήρθε. Κατάλαβε ότι τον υπολογίζει.
–Λέγε, τι βάζω με το νου μου, είπε πεισματωμένος.
–Πότε, τώρα που κουβεντιάζουμε;
–Εμ πότε, χτες;
–Πασά μου, εσύ τώρα που κουβεντιάζουμε, λες ότι μιλάς με τον ηγούμενο. Εγώ όμως είμαι ο Ιάκωβος, ο μάγειρας.
Τότε ο πασάς ντροπιασμένος είπε:
–Χάρισμά σας το μοναστήρι, παλιοκαλόγεροι, γιατί είμαι μπεσαλής. Μα άλλη φορά κουβέντα με γκιαούρη δεν πιάνω.
Ε.Κ.
Από το Περιοδικό “Η Δράση μας”, Τεύχος Μαρτίου 2012/ΠΗΓΗ
LinkWithin
Τότε που οι Τούρκοι ήταν εδώ, και ζούσαν από το πλιάτσικο, άρπαξε και φάει δηλαδή, έβαλαν στο μάτι ένα μοναστήρι του Αι-Γιάννη και αποφάσισαν να πάνε να το πάρουν. Είπαν μερικοί:
–Θα πάμε τη νύχτα να τους να τους πιάσουμε στον ύπνο, να σκοτώσουμε τους καλογέρους.
–Σταθείτε, τους λέει ο πασάς. Θα τους κάνω εγώ να το παραδώσουν μέρα-καταμεσήμερο, και από μοναχοί τους.
Οι άλλοι παραξενεύτηκαν, αλλά αυτός είχε το σχέδιό του. Μια και δυό λοιπόν κίνησε να πάει να βρει τον ηγούμενο. Τον βρήκε που διάβαζε στο ηγουμενείο.
–Πέτα το βιβλίο πέρα, του λέει ο πασάς, άκουσε προσεκτικά και κάνε όπως θα σου πω. Αλλιώς, ήρθε η ώρα σας.
–Στις διαταγές σου, είπε ο ηγούμενος.
–Άκου. Σε εικοσιτέσσερες ώρες θα ‘χεις αδειάσει στο μοναστήρι και θα ‘χετε φύγει όλοι. Μας χρειάζεται και θα το πάρουμε. Αν δεν ακούσετε το λόγο μου, θα δείτε τη χαντζιάρα μου, και τίναξε το μαχαίρι από το ζωνάρι του, να σκιάξει τον καλόγερο.
–Δεν είναι δικό μας, λέει ο ηγούμενος.
–Τίνος είναι;
–Να, το αφεντικό είπε, κι έδειξε την εικόνα του Αι-Γιάννη. Αν σ’ αφήσει αυτός, πάρ’ το.
–Έχεις όρεξη για χωρατά, λέει ο πασάς, αλλά δε χωρατεύω. Όπως είπαμε και γρήγορα, εκτός αν…
–Εκτός αν…, λέει κι ο ηγούμενος.
–Εκτός αν…, παλιοκαλόγερε, μου λύσεις τέσσερα προβλήματα, που θα σου βάλω. Αν τα καταφέρεις, χάρισμά σας.
–Για πες τα, να τ’ ακούσω.
–Λοιπόν. Θα μου βρεις πόσο απέχει ο ουρανός από τη γη. Πόσο κοστίζω εγώ. Τι βάζω με το νου μου, και θα μου μάθετε και το σκύλο γράμματα.
–Θέλω μια διορία 10 μέρες, λέει ο ηγούμενος.
–Την έχεις, απαντάει ο πασάς.
Ο Τούρκος έφυγε κι ο ηγούμενος έπεσε σε βαριά συλλογή. Τα σκεφτόταν από δω, τα ‘φερνε από κει, δεν έβγαζε άκρη. Γύρισε κατά τον άγιο και είπε:
–Αφέντη, βγάλτα πέρα. Δικό σου είναι το μοναστήρι.
Το μεσημέρι στην τράπεζα ήταν πολύ βασανισμένος. Ούτε έφαγε, ούτε τίποτα.
–Τι έχεις, άγιε ηγούμενε, του είπαν οι καλόγεροι.
–Το και το, τους είπε. Τι θα κάνουμε; Σε δέκα μέρες ξανάρχεται και δε χωρατεύει.
Κανένας δεν είπε τίποτα. Μόνο ο Ιάκωβος, ο μάγειρας, τον πήρε παράμερα και του λέει:
–Άγιε ηγούμενε, μη φοβάσαι τίποτα. Μου δίνεις εμένα τη στολή σου, παραγγέλνεις να μας φέρει το σκύλο και τα υπόλοιπα άσ’ τα όλα πάνω μου.
Τι να ‘κανε κι ο ηγούμενος, μπλοκαρισμένος όπως ήταν απ’ όλες τις μεριές, παράγγειλε να φέρει το σκύλο. Τον πήρε ο Ιάκωβος και τον έδεσε σ’ ένα μέρος, χωρίς να του δίνει τίποτα να φάει.
–Τι έχεις κατά νου, του έλεγαν οι άλλοι. Θα ψοφήσει το σκυλί κι αλίμονό μας. Θα μας κρεμάσει όλους.
–Δεν είναι δική σας δουλειά, απάνταγε ο Ιάκωβος.
Στις δέκα μέρες, ήρθε κι ο πασάς. Ζήτησε κατευθείαν να δει το σκύλο του.
Μόλις τον είδε εκείνος, έκαμε το χαμό. Ήθελε να κόψει το λουρί, να πάει κοντά του.
–Γιατί αδυνάτισε τόσο το σκυλί μου; Θα το πληρώσετε, παλιογκιαούρηδες. Νηστικό τ’ αφήνατε;
–Πασά μου, λέει ο Ιάκωβος. Τόσα γράμματα έμαθε και δύσκολα γράμματα, πώς να μην αδυνατίσει; Δεν διάβασες εσύ ποτέ πασά μου;
–Έμαθε να διαβάζει;
–Θα το δεις και μόνος σου, πασά μου.
Τότε ο Ιάκωβος πήρε ένα βιβλίο, που ανάμεσά του είχε βάλει ψίχουλα, και το άφησε μπροστά στο σκύλο. Το ζώο, όπως ήταν κατανηστικό, μύρισε το ψωμί και όρμησε στο βιβλίο. Με τη γλώσσα του γύριζε τις σελίδες και άου-άου-άου κάνοντας, μάζευε τα ψίχουλα και πήγαινε παρακάτω. Άου-άου-άου και δώσ’ του να γυρίζει άλλη σελίδα, ώσπου το ‘φτασε το βιβλίο στο τέλος.
–Τι γλώσσα το μάθατε; ρώτησε ο πασάς. Δεν καταλαβαίνω.
–Αρχαία ελληνικά, πασά μου, εγώ τούρκικα δεν ήξερα. Ξέρεις εσύ αρχαία ελληνικά;
Ο πασάς δεν ήξερε, ούτε αρχαία, ούτε καθόλου γράμματα. Δεν είχε τι να ειπεί, και το ‘χαψε.
–Τα υπόλοιπα προβλήματα τα ‘λυσες, λέει στον ηγούμενο.
–Λέω πως τα ‘λυσα πασά μου.
–Εμπρός, πόσο απέχει ο ουρανός απ΄ τη γη;
Ο Ιάκωβος είχε γεμίσει ένα τσουβάλι κουβάρια και του λέει:
–Πασά μου, όσο είναι αυτά τα κουβάρια.
–Και πού το ξέρεις; Το μέτρησες;
–Εγώ το μέτρησα. Αν εσύ δεν το πιστεύεις, φέρε το δικό σου μέτρο, ή πιάσε την άκρη από αυτά και πήγαινε μπροστά κι όπου μας βγάλει.
–Καλά, καλά, λέει θυμωμένος. Πες μου πόσο αξίζω εγώ;
–Βέβαια, εσύ είσαι πασάς άνθρωπος κι έχεις αξία, δεν είσαι σαν εμάς τους μαγκούφηδες. Αξίζεις πολλά βέβαια, αλλά πόσο να σε βάλω, έλεγε ο Ιάκωβος κι έξυνε το κεφάλι του, με το χέρι του. Σε … βάζω γύρω στα εικοσιέξι, μπα λίγο παραπάνω…, γύρω στα εικοσιεπτά αργύρια.
–Τι, εγώ, πασάς άνθρωπος, μόνο εικοσιεπτά αργύρια; Θα σε κρεμάσω παλιογκιαούρη.
–Πασά μου, τριάντα πουλήθηκε ο Χριστός μας. Ακριβότερα θα σε βάλουμε εσένα; Παραπάνω απ’ το Χριστό δεν σε κάνω. Κόψε μου το κεφάλι.
Ο πασάς αφού τον έβαλε λίγο πιο κάτω από το Χριστό, σαν καλά του ήρθε. Κατάλαβε ότι τον υπολογίζει.
–Λέγε, τι βάζω με το νου μου, είπε πεισματωμένος.
–Πότε, τώρα που κουβεντιάζουμε;
–Εμ πότε, χτες;
–Πασά μου, εσύ τώρα που κουβεντιάζουμε, λες ότι μιλάς με τον ηγούμενο. Εγώ όμως είμαι ο Ιάκωβος, ο μάγειρας.
Τότε ο πασάς ντροπιασμένος είπε:
–Χάρισμά σας το μοναστήρι, παλιοκαλόγεροι, γιατί είμαι μπεσαλής. Μα άλλη φορά κουβέντα με γκιαούρη δεν πιάνω.
Ε.Κ.
Από το Περιοδικό “Η Δράση μας”, Τεύχος Μαρτίου 2012/ΠΗΓΗ
LinkWithin
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:
-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.
Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
-Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Σ’ ἕνα ἄρθρο ἀπὸ τὸ περιοδικὸ «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), τὸ ὁποῖο εἶχε φυλάξει στὸ ἀρχεῖο του ὁ ἀείμνηστος Γέροντας, πατὴρ Ἀρσένιος Κομπούγιας, τοῦ ἡσυχαστηρίου «Παναγία ἡ Γοργοεπήκοος» στὴ Ναύπακτο, γράφει τὸ ἑξῆς σημαντικὸ γεγονός:
Ἕνας ἱερεὺς ζηλωτὴς, μὲ πλούσια δράση, εἶδε κάποτε ἕνα ὄνειρο. Ὁ ἴδιος μᾶς τὸ ἔχει περιγράψει ὡς ἑξῆς:
«Καθόμουνα στὴν πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι ἐξαντλημένος ἀπὸ τὴν ἐργασία. Τὸ σῶμα μου πονοῦσε ἀπ’ τὴ μεγάλη κόπωση.
Πολλοὶ στὴν ἐνορία μου ζητοῦσαν τὸν πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καὶ πολλοὶ τὸν εἶχαν βρεῖ. Ἡ ἐνορία μου προόδευε ἀπὸ κάθε ἄποψη. Ἡ ψυχὴ μου πλημμύριζε ἀπὸ χαρά, ἐλπίδα καὶ θάρρος. Τὰ κηρύγματά μου ἔκαναν μεγάλη ἐντύπωση. Πολλοὶ προσήρχοντο στὴν Ἐξομολόγηση. Ἡ ἐκκλησία μου ἦταν πάντοτε ἀσφυκτικὰ γεμάτη. Εἶχα κατορθώσει νὰ κινητοποιήσω ὁλόκληρη τὴν ἐνορία.
Ἱκανοποιημένος ἀπ’ ὅλα, ἐργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις ἐξαντλήσεως. Ἐνῷ σκεπτόμουνα ὅλα αὐτὰ, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς, ποὺ θὰ σᾶς περιγράψω:
Ἕνας ξένος μπῆκε στὸ δωμάτιο χωρὶς νὰ χτυπήσει τὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γλυκὸ κι εἶχε μεγάλη πνευματικότητα. Ἦταν καλὰ ντυμένος καὶ κρατοῦσε στὸ χέρι του μερικὰ ὄργανα χημικοῦ ἐργαστηρίου. Ἡ ὅλη του ἐμφάνιση προκαλοῦσε παράξενη ἐντύπωση. Ὁ ξένος μὲ πλησίασε. Κι ἐνῷ μοῦ ἅπλωνε τὸ χέρι του γιὰ νὰ μὲ χαιρετήσει, μὲ ρώτησε:
-Πῶς πάει ὁ ζῆλος σου;
Ἡ ἐρώτηση αὐτὴ μοῦ προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατὶ ἤμουν πολὺ ἱκανοποιημένος μὲ τὸ ζήλο μου. Καὶ δὲν εἶχα καμία ἀμφιβολία, πὼς κι αὐτὸς ὁ ξένος θὰ ἦταν πολὺ χαρούμενος, ἄν τὸν γνώριζε.
Τότε, ὅπως θυμᾶμαι ἀπ’ τὸ ὄνειρό μου, γιὰ νὰ τοῦ δείξω πόση ἀξία ἔχει ὁ ζῆλος μου, σὰν νὰ ἔβγαλα ἀπ’ τὸ στῆθος μου μιὰ συμπαγῆ μᾶζα, ποὺ ἀκτινοβολοῦσε σὰν χρυσάφι. Τοῦ τὴν ἔβαλα στὸ χέρι καὶ τοῦ λέω:
-Αὐτὸς εἶναι ὁ ζῆλος μου.
Ἐκεῖνος τὴν πῆρε καὶ τὴ ζύγισε προσεκτικὰ πάνω στὴ ζυγαριὰ του:
-Ζυγίζει πενῆντα κιλά, μοῦ λέει σοβαρά.
Ἐγὼ μόλις ποὺ μποροῦσα νὰ συγκρατήσω τὴ χαρὰ μου γιὰ τὸ βάρος αὐτό. Ἐκεῖνος ὅμως μὲ σοβαρότητα, σημείωσε τὸ βάρος σ’ ἕνα χαρτὶ καὶ συνέχισε τὴν ἐξέτασή του.
Ἔσπασε τὴ μᾶζα ἐκείνη σὲ κομμάτια καὶ τὴν ἔβαλε μέσα σ’ ἕνα χημικὸ τηγάνι πάνω στὴ φωτιά. Ὅταν ἡ μᾶζα ἔλειωσε καὶ καθαρίστηκε, τὴν ἔβγαλε ἀπ’ τὴ φωτιά. Ξεχώρισε τὰ διάφορα στοιχεῖα. Ὅταν αὐτὰ κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τὰ ἄγγιζε μ’ ἕνα σφυράκι καὶ ζύγιζε τὸ βάρος κάθε κομματιοῦ πάνω στὸ χαρτί.
Ὅταν τελείωσε, μοῦ ἔριξε μιὰ ματιὰ γεμάτη ἀπὸ συμπόνια καὶ μοῦ λέει:
-Εὔχομαι νὰ σὲ λυπηθεῖ ὁ Θεὸς καὶ νὰ σωθεῖς.
Κι ἀμέσως, ἐγκατέλειψε τὸ δωμάτιο.
Στὸ χαρτὶ ποὺ μοῦ ἄφησε στὸ τραπέζι, ἦταν γραμμένα τὰ ἑξῆς:
Ἀνάλυσις τοῦ ζήλου τοῦ ἱερέως Χ.
Συνολικὸν βάρος: 50 κιλὰ
Ἡ προσεκτικὴ ἀνάλυσις παρουσιάζει τὰ ἑξῆς στοιχεῖα:
• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπικὴ φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση πρὸς ἐπιβολὴ καὶ κυριαρχία πάνω στὶς ψυχές: 8 κιλά.
• Ἐπίδειξις: 10 κιλὰ παρὰ 20 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό: 10 γραμμάρια.
• Ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀνθρώπους: 10 γραμμάρια.
Σύνολον: 50 κιλά.
Ἡ παράξενη συμπεριφορὰ τοῦ ξένου καὶ ἡ ματιὰ μὲ τὴν ὁποία μὲ ἀποχαιρέτησε, μοῦ μετέδωσαν κάποια ἀνησυχία. Μὰ ὅταν εἶδα τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξετάσεώς του, ἔνοιωσα τὰ γόνατά μου νὰ λυγίζουν.
Θέλησα στὴν ἀρχὴ ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα τῶν ἀριθμῶν. Μὰ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἄκουσα ἕναν ἀναστεναγμὸ τοῦ ξένου, ποὺ εἶχε φθάσει στὴν ἐξώπορτα. Ἠρέμησα κι ἄρχισα νὰ σκέπτομαι πιὸ ψύχραιμα. Μὰ καθὼς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστὰ μου. Δὲν μποροῦσα νὰ διαβάσω τὸ χαρτί, ποὺ κρατοῦσα στὰ χέρια μου. Ἀγωνία καὶ φόβος μὲ κατέλαβαν. Στὰ χείλη μου ἦλθε ἡ κραυγή:
-Κύριε, σῶσον με…
Ἔριξα πάλι μιὰ ματιὰ στὸ χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αὐτὸ σ’ ἕναν ὁλοκάθαρο καθρέπτη, ποὺ καθρέπτιζε τὴν καρδιὰ μου. Ἔνοιωσα καὶ ἀνεγνώρισα τὴν κατάστασή μου. Μὲ δάκρυα στὰ μάτια παρακαλοῦσα τὸν Κύριο νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπ’ τὸ ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα μὲ μιὰ κραυγὴ ἀγωνίας.
Στὰ περασμένα χρόνια, παρακαλοῦσα τὸν Θεὸ νὰ μὲ σώσει ἀπὸ διαφόρους κινδύνους. Μὰ ἀπὸ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, ἄρχισα νὰ παρακαλῶ τὸν Θεὸ νὰ μ’ ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ δικὸ μου ΕΓΩ.
Γιὰ πολὺ καιρὸ ἔνοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ὕστερα ἀπὸ ἐπίμονες προσευχές, ἔνοιωσα τὸ φῶς τοῦ Κυρίου νὰ πλημμυρίζει τὴν καρδιὰ μου καὶ νὰ καίει τ’ ἀγκάθια τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μου. Ὅταν ὁ Κύριος μὲ καλέσει κοντὰ Του, θὰ Τὸν εὐχαριστήσω ὁλόθερμα γιὰ τὴν ἀποκάλυψη ἐκείνης τῆς ἡμέρας, γιατὶ μοῦ φανέρωσε τότε τὸν ἀληθινὸ ἑαυτὸ μου καὶ ὁδήγησε τὰ πόδια μου στὸν πιὸ στενό, ἀλλὰ καὶ πιὸ ὄμορφο δρόμο. Ἀπὸ τότε κάθε μέρα ἀνανέωνα τὶς ἀποφάσεις μου.
Ἐκείνη ἡ ἐπίσκεψη ποὺ μοῦ ἔκανε Ἐκεῖνος ποὺ «ἐτάζει καρδίας καὶ νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), μὲ ἔκανε ἄλλον ἄνθρωπο καὶ ὠφέλησε πολὺ τὴν ἐργασία μου».
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
-
angieholi
- Συντονιστής

- Δημοσιεύσεις: 3227
- Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
- Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
κ. Φώτη δεν το προσέξατε ότι μόλις στην αρχή της σελίδας ο κ. Γιάννης viewtopic.php?t=11641&p=198474#p197576
είχε βάλει την ίδια ιστορία!

είχε βάλει την ίδια ιστορία!
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Κυρία Αγγελική έχετε απόλυτο δίκιο.Ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν διαβάζω κάτι τόσο ωφέλιμο που ήθελα να το μοιραστώ μαζί σας.Θα δεχτώ όποια ποινή μου
υποδείξετε,με σεβασμό και εκτίμηση προς εσάς και στους υπόλοιπους αδελφούς.
Με αγάπη ο πνευματικός σας αδελφός Φώτης.
υποδείξετε,με σεβασμό και εκτίμηση προς εσάς και στους υπόλοιπους αδελφούς.
Με αγάπη ο πνευματικός σας αδελφός Φώτης.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- xristianos.net
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 439
- Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
- Επικοινωνία:
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Το είδαμε στο ΑΗΔΟΝΙ και μας άρεσε πολύ:
Τα Φουντούκια
Όταν ήμουν μικρός, διηγείτε ένας πιστός άνθρωπος, ήξερα ‘ότι του πατέρα μου του άρεσαν πολύ τα φουντούκια. Δεν τα έβρισκες εύκολα τότε κι έτσι μια μέρα, που βρήκα μερικά, ήμουν πολύ χαρούμενος. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ζητήσω από τη μητέρα μου να μου τα σπάσει να τα φάω, αλλά μετά υπερίσχυσε η αγάπη μου για τον πατέρα μου. Αποφάσισα να τα φυλάξω για εκείνον.
Όταν το βραδάκι γύρισε από τη δουλειά, έτρεξα και του είπα:
Πατέρα, φύλαξα τα φουντούκια για σένα!>>. Τα πήρε με πολλή χαρά, αλλά μου φάνηκε παράξενο το ότι δεν έσπασε ούτε ένα για να φάει. Μετά από τριάντα χρόνια, και αφού είχε πια πεθάνει ο πατέρας μου, έμαθα τι έχει γίνει. Είχε τόσο πολύ συγκινηθεί από την αγάπη μου, που είχε κρατήσει τα φουντούκια εκείνα σ’ένα κουτί μέσα στο γραφείο του!.
Οι άλλοι εκτιμούν τις μικρές πράξεις αγάπης πολύ περισσότερο από ότι εμείς νομίζουμε. Συχνά αυτές οι μικρές πράξεις κάνουν τη μεγάλη διαφορά.
Μια μικρή παραχώρηση της θέσης στη σειρά στο ταμείο, μια μικρή υποχώρηση στην οδήγηση σε κάποιο άλλο αυτοκίνητο, που δείχνει να βιάζεται, μια καλημέρα, ένα χαμόγελο,ένα φιλικό νεύμα, ένα ελαφρό άγγιγμα στη πλάτη, όλα αυτά τα μικρά και ασήμαντα είναι που χρωματίζουν χαρούμενα τη μέρα μας.
Ας μη διστάζουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη μας στον διπλανό μας, στο παιδί μας, στον ή στην σύζυγο,στον πατέρα και τη μητέρα μας. Ας μη διστάσουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη που ο Χριστός βάζει στην καρδιά μας, στους συναδέλφους , στος γείτονες, στους συγγενείς μας.
Ας μην ξεχνάμε ότι Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ. Αγάπη που μας έδωσε ότι πολύτιμο είχε:ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ! Κύριε μου, βάλε τη δική Σου αγάπη στην καρδιάμου και δίδαξέ με με το Πνεύμα Σου το Αγιο πώς να την εκδηλώνω στους γύρω μου, με μικρές, ασήμαντες πράξεις, που μπορεί όμως να είναι τόσα σημαντικές.
ΟΤΑΝ ΑΠΑΛΥΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΞΕΧΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ
Τα Φουντούκια
Όταν ήμουν μικρός, διηγείτε ένας πιστός άνθρωπος, ήξερα ‘ότι του πατέρα μου του άρεσαν πολύ τα φουντούκια. Δεν τα έβρισκες εύκολα τότε κι έτσι μια μέρα, που βρήκα μερικά, ήμουν πολύ χαρούμενος. Η πρώτη μου σκέψη ήταν να ζητήσω από τη μητέρα μου να μου τα σπάσει να τα φάω, αλλά μετά υπερίσχυσε η αγάπη μου για τον πατέρα μου. Αποφάσισα να τα φυλάξω για εκείνον.
Όταν το βραδάκι γύρισε από τη δουλειά, έτρεξα και του είπα:
Πατέρα, φύλαξα τα φουντούκια για σένα!>>. Τα πήρε με πολλή χαρά, αλλά μου φάνηκε παράξενο το ότι δεν έσπασε ούτε ένα για να φάει. Μετά από τριάντα χρόνια, και αφού είχε πια πεθάνει ο πατέρας μου, έμαθα τι έχει γίνει. Είχε τόσο πολύ συγκινηθεί από την αγάπη μου, που είχε κρατήσει τα φουντούκια εκείνα σ’ένα κουτί μέσα στο γραφείο του!.
Οι άλλοι εκτιμούν τις μικρές πράξεις αγάπης πολύ περισσότερο από ότι εμείς νομίζουμε. Συχνά αυτές οι μικρές πράξεις κάνουν τη μεγάλη διαφορά.
Μια μικρή παραχώρηση της θέσης στη σειρά στο ταμείο, μια μικρή υποχώρηση στην οδήγηση σε κάποιο άλλο αυτοκίνητο, που δείχνει να βιάζεται, μια καλημέρα, ένα χαμόγελο,ένα φιλικό νεύμα, ένα ελαφρό άγγιγμα στη πλάτη, όλα αυτά τα μικρά και ασήμαντα είναι που χρωματίζουν χαρούμενα τη μέρα μας.
Ας μη διστάζουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη μας στον διπλανό μας, στο παιδί μας, στον ή στην σύζυγο,στον πατέρα και τη μητέρα μας. Ας μη διστάσουμε να εκδηλώσουμε την αγάπη που ο Χριστός βάζει στην καρδιά μας, στους συναδέλφους , στος γείτονες, στους συγγενείς μας.
Ας μην ξεχνάμε ότι Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ. Αγάπη που μας έδωσε ότι πολύτιμο είχε:ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ! Κύριε μου, βάλε τη δική Σου αγάπη στην καρδιάμου και δίδαξέ με με το Πνεύμα Σου το Αγιο πώς να την εκδηλώνω στους γύρω μου, με μικρές, ασήμαντες πράξεις, που μπορεί όμως να είναι τόσα σημαντικές.
ΟΤΑΝ ΑΠΑΛΥΝΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΞΕΧΝΑΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΣΟΥ
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο μαραγκός και το φέρετρο
Ένας από τους φανατικότερους και σκληρότερους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού ήταν και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης. Έκανε στόχο του, να εξαλείψει το Χριστιανισμό και να αναβιώσει την ψεύτικη και δαιμονική θρησκεία των ειδώλων.
Κάποτε, για να έχει μια προσωπική ενημέρωση για τα ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ της προσπάθειας του, έκανε μια μεγάλη περιοδεία σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας του. Έφτασε και στην Αντιόχεια. Εκεί συνάντησε έναν παλιό του γνωστό. Τον Χριστιανό Αγάθωνα, που τον γνώριζε από τα νεανικά του χρόνια. `Ο Ιουλιανός θέλησε να τον ειρωνευτεί για την πίστη του στον Χριστό, να του πουλήσει πνεύμα. Τον χαιρέτησε λοιπόν και τον ρώτησε εμπαικτικά:
-Τι γίνεται μ' εκείνον τον μαραγκό από την Γαλιλαία; Πώς πάνε oι δουλειές του; Έχει ακόμα δουλειά;
Ο Αγάθων τότε απάντησε: Βεβαίως, βασιλιά μου. Έχει αρκετή απασχόληση. Τώρα τελευταiα φτιάχνει ένα φέρετρο. Για την μεγαλειότητα σου.
Μετά από 6 μήνες ο Ιουλιανός πέθαινε σε μια μάχη εναντίον των Περσών με την κραυγή: «Νενίκηκάς με, Γαλιλαίε!».
Πράγματι! Με πόση ακρίβεια η Ιστορία δικαιώνει τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που παρατηρούσε:
«Από πόσους πολεμήθηκε η Εκκλησία.. Αλλά ποτέ δεν νικήθηκε! Πόσοι τύραννοι! Πόσοι Στρατηγοί! Πόσοι βασιλείς! Ο Αύγουστος, ο Τιβέριος, o Γάιος, ο Κλαύδιος, ο Νέρων, άνθρωποι με τεράστια δύναμη, την πολέμησαν, ενώ όταν ακόμη στα σπάργανά της. Αλλά δεν κατάφεραν να την ξεριζώσουν... Πού είναι, όσοι πολέμησαν την Εκκλησία;» Δεν γίνεται πια λόγος γι' αυτούς.
Έχουν λησμονηθεί... Που είναι η 'Εκκλησία; Υψώνεται υπεράνω του ουρανού και λάμπει περισσότερο και από τον ήλιο. Είναι οδυνηρό νά κλωτσάει κανείς σε μυτερά καρφιά. Δεν χαλάει τα καρφιά. Τα ποδιά του ματώνει. Τα κύματα δεν την διαλύουν την πέτρα. Αυτά διαλύονται σε αφρό... Τίποτε δεν εiναι δυνατότερο από την Εκκλησία, άνθρωπε. Αν έχεις πόλεμο με έναν άνθρωπο, η θα νικηθείς ή θα νικήσεις. Αν έχεις πόλεμο, όμως, με την Εκκλησία είναι αδύνατον να νικήσεις... Ακουέτωσαν ταύτα "Έλληνες. Ακουέτωσαν Ιουδαίοι...».
Από το βιβλίο ΄΄ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ΄΄ Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα
Ένας από τους φανατικότερους και σκληρότερους διώκτες της Εκκλησίας του Χριστού ήταν και ο αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης. Έκανε στόχο του, να εξαλείψει το Χριστιανισμό και να αναβιώσει την ψεύτικη και δαιμονική θρησκεία των ειδώλων.
Κάποτε, για να έχει μια προσωπική ενημέρωση για τα ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ της προσπάθειας του, έκανε μια μεγάλη περιοδεία σε διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας του. Έφτασε και στην Αντιόχεια. Εκεί συνάντησε έναν παλιό του γνωστό. Τον Χριστιανό Αγάθωνα, που τον γνώριζε από τα νεανικά του χρόνια. `Ο Ιουλιανός θέλησε να τον ειρωνευτεί για την πίστη του στον Χριστό, να του πουλήσει πνεύμα. Τον χαιρέτησε λοιπόν και τον ρώτησε εμπαικτικά:
-Τι γίνεται μ' εκείνον τον μαραγκό από την Γαλιλαία; Πώς πάνε oι δουλειές του; Έχει ακόμα δουλειά;
Ο Αγάθων τότε απάντησε: Βεβαίως, βασιλιά μου. Έχει αρκετή απασχόληση. Τώρα τελευταiα φτιάχνει ένα φέρετρο. Για την μεγαλειότητα σου.
Μετά από 6 μήνες ο Ιουλιανός πέθαινε σε μια μάχη εναντίον των Περσών με την κραυγή: «Νενίκηκάς με, Γαλιλαίε!».
Πράγματι! Με πόση ακρίβεια η Ιστορία δικαιώνει τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που παρατηρούσε:
«Από πόσους πολεμήθηκε η Εκκλησία.. Αλλά ποτέ δεν νικήθηκε! Πόσοι τύραννοι! Πόσοι Στρατηγοί! Πόσοι βασιλείς! Ο Αύγουστος, ο Τιβέριος, o Γάιος, ο Κλαύδιος, ο Νέρων, άνθρωποι με τεράστια δύναμη, την πολέμησαν, ενώ όταν ακόμη στα σπάργανά της. Αλλά δεν κατάφεραν να την ξεριζώσουν... Πού είναι, όσοι πολέμησαν την Εκκλησία;» Δεν γίνεται πια λόγος γι' αυτούς.
Έχουν λησμονηθεί... Που είναι η 'Εκκλησία; Υψώνεται υπεράνω του ουρανού και λάμπει περισσότερο και από τον ήλιο. Είναι οδυνηρό νά κλωτσάει κανείς σε μυτερά καρφιά. Δεν χαλάει τα καρφιά. Τα ποδιά του ματώνει. Τα κύματα δεν την διαλύουν την πέτρα. Αυτά διαλύονται σε αφρό... Τίποτε δεν εiναι δυνατότερο από την Εκκλησία, άνθρωπε. Αν έχεις πόλεμο με έναν άνθρωπο, η θα νικηθείς ή θα νικήσεις. Αν έχεις πόλεμο, όμως, με την Εκκλησία είναι αδύνατον να νικήσεις... Ακουέτωσαν ταύτα "Έλληνες. Ακουέτωσαν Ιουδαίοι...».
Από το βιβλίο ΄΄ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ΄΄ Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.