Σελίδα 3 από 10
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Δευ Φεβ 28, 2011 11:12 am
από paulina
8 ᾿Ιανουαρίου - 28 Φεβρουαρίου
ΚΥΡΑΝΝΑ, νεομάρτυς († 28.2.1751)
῾Η Κυράννα εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὀκτὼ γνωστὲς γυναῖκες νεομάρτυρες. Στὸ Μαρτύριό της, τὸ ὁποῖο συνέταξε ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης καὶ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον, τονίζεται ἡ ἐμμονὴ καὶ ἡ σταθερότητά της στὴν ὀρθόδοξη πίστη καθὼς καὶ τὸ θάρρος της καὶ ἡ ὑπομονή της στὸ μαρτύριο. ῾Ο λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁδηγήθηκε ἡ Κυράννα στὸ μαρτύριο ἦταν ἡ ἐπιμονὴ κάποιου Τούρκου νὰ τὴν κάνει νὰ ἀλλαξοπιστήσει γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ τὴ νεομάρτυρα Χρυσῆ.
῾Η Κυράννα γεννήθηκε στὸ χωριὸ ᾿Αβυσσώκα ἢ Βυσώκα καὶ Βυσόκα (ἂν καὶ ἡ ὀρθότερη γραφὴ εἶναι Βυρσόκα γιατὶ ὀνομαζόταν ἔτσι ἐξαιτίας τῶν πολλῶν βυρσοδεψείων ποὺ ὑπῆρχαν στὴν περιοχή), στὴ σημερινὴ ῎Οσσα τοῦ νομοῦ Θεσσαλονίκης. Στὸ Μαρτύριό της δὲν μᾆς παρέχονται ἐπαρκεῖς πληροφορίες γιὰ τὴ ζωή της. Παραμένουν λοιπὸν ἄγνωστα τόσο ὁ χρόνος τῆς γεννήσεώς της ὅσο καὶ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων της καὶ γενικότερα ἡ οἰκογενειακή της κατάσταση. ῾Η μόνη πληροφορία ποὺ μᾆς δίδεται γιὰ τοὺς γονεῖς της εἶναι ὅτι ἦταν εὐσεβεῖς ἄνθρωποι, ἐνῶ γιὰ τὴν ἴδια σημειώνει ὁ συντάκτης τοῦ Μαρτυρίου της ὅτι ἦταν ἐξαιρετικὰ ὄμορφη. ῎Αλλωστε αὐτὴ ἡ ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ τῆς Κυράννας, ποὺ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἀντικατόπτρισμα τῆς ἐσωτερικῆς της ὡραιότητας, ἀποτέλεσε καὶ τὴν ἀφορμὴ γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο, καθὼς κάποιος γενίτσαρος, εἰσπράκτορας τῶν φόρων στὸ χωριὸ τῆς Κυράννας, ποὺ τὴν ἐρωτεύθηκε προσπάθησε ἐπανειλημμένα μὲ κολακεῖες καὶ δῶρα νὰ τὴν ἑλκύσει καὶ νὰ τὴν πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσει γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ.
᾿Επειδὴ ὅμως ἡ Κυράννα δὲν ἀποδεχόταν οὔτε τὶς κολακεῖες, οὔτε πολὺ περισσότερο τὰ δῶρα τοῦ Τούρκου, αὐτὸς νομίζοντας πὼς θὰ τὴν κάμψει μὲ τὸ φόβο, ἄρχισε νὰ τὴν ἀπειλεῖ πὼς θὰ τὴ βασανίσει σκληρὰ καὶ τέλος θὰ τὴ θανατώσει ἂν δὲν ὑποχωρήσει. ᾿Αλλὰ οὔτε αὐτὰ τὰ μέσα ἔφεραν τὸ ποθητὸ ἀποτέλεσμα γιὰ τὸν γενίτσαρο ποὺ ἀποφάσισε νὰ τὴν ἀπαγάγει. ῎Εχοντας λοιπὸν τὴ βοήθεια κάποιων φίλων του γενιτσάρων, τὴν ὁδήγησε βίαια στὸν κριτὴ τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου ψευδομαρτύρησε ἐναντίον της, σύνηθες φαινόμενο τῆς ἐποχῆς, ὅτι τοῦ εἶχε δηλώσει πὼς θὰ ἀλλαξοπιστήσει γιὰ νὰ τὴν παντρευτεῖ, ἀλλὰ τελικὰ δὲν τήρησε τὴν ὑπόσχεσή της.
Οἱ γονεῖς τῆς Κυράννας, οἱ ὁποῖοι τὴν ἀκολούθησαν ὡς τὴ Θεσσαλονίκη, φοβούμενοι τὶς ἀπειλὲς τῶν γενιτσάρων, ἀναγκάστηκαν νὰ κρυφτοῦν καὶ δὲν παρουσιάστηκαν καθόλου στὸ δικαστήριο.
῾Η Κυράννα στὴ Θεσσαλονίκη ἀντιμετώπισε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρκων στὶς ὁποῖες ἀντέταξε τὴ σταθερή της ἀπόφαση νὰ μείνει πιστὴ στὸν Κύριο καὶ Θεό της. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ δήλωση παρέμεινε πλέον σιωπηλὴ καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἀνακρίσεως. Οἱ Τοῦρκοι βλέποντας τὸ σταθερό της φρόνημα ἀποφάσισαν νὰ τὴν φυλακίσουν.
῾Ο γενίτσαρος ποὺ δὲν εἶχε παραιτηθεῖ ἀκόμη ἀπὸ τὸν ἔρωτά του γιὰ τὴν Κυράννα, ἐλπίζοντας πὼς ἴσως κάτι θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιτύχει, ζήτησε καὶ ἔλαβε τὴν ἄδεια τοῦ ᾿Αλῆ ᾿Εφέντη, μπέη τοῦ κάστρου τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ ἐπισκέπτεται τὴν Κυράννα στὴ φυλακή. ῎Ετσι, πολὺ συχνὰ ἐρχόταν μαζὶ μὲ ἄλλους γενιτσάρους στὴ φυλακὴ καὶ προσπαθοῦσε μὲ κολακεῖες καὶ βασανιστήρια νὰ τὴν μεταπείσει.
῞Οταν ἔφευγαν αὐτοὶ συνέχιζε τοὺς βασανισμοὺς ὁ δεσμοφύλακας, τὸν ὁποῖο ἔλεγχαν γιὰ τὴ σκληρότητά του τόσο οἱ ὑπόλοιποι φυλακισμένοι, ὅσο καὶ κάποιος ἄλλος φύλακας χριστιανός. ῾Η Κυράννα ὑπέμεινε μὲ καρτερία ὅλα τὰ βασανιστήρια. Μάλιστα, σ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς φυλακίσεώς της ἀπέφευγε θεληματικὰ τὴν τροφή, ἐνῶ εἶχε τὴ σκέψη της καὶ τὴν καρδιά της προσηλωμένη στὸ Θεό.
Στὶς 28 Φεβρουαρίου οἱ γενίτσαροι ἐπισκέφθηκαν καὶ πάλι τὴν Κυράννα, τὴν ὁποία βασάνισαν ἀλύπητα. ῾Ο χριστιανὸς φύλακας ἐπέπληξε τότε δριμύτατα τὸ δεσμοφύλακα καὶ τὸν ἀπείλησε ὅτι θὰ τὸν καταγγείλει στὸν πασᾆ, ἐπειδὴ ἐπέτρεπε νὰ εἰσέρχονται στὴ φυλακὴ παράνομα ἄνθρωποι ξένοι καὶ νὰ βασανίζουν τοὺς φυλακισμένους. ῎Ετσι, ὅταν μετὰ ἀπὸ λίγο οἱ γενίτσαροι ξαναῆλθαν στὴ φυλακή, φοβούμενος ὁ δεσμοφύλακας δὲν τοὺς ἐπέτρεψε τὴν εἴσοδο. Αὐτοὶ τότε τὸν κατήγγειλαν στὸν ᾿Αλῆ ᾿Εφέντη, ὁ ὁποῖος τὸν κάλεσε καὶ τὸν ἐπέπληξε γιατὶ παράκουσε τὶς διαταγές του. ῞Υστερα ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἐπεισόδιο, ὁ δεσμοφύλακας ἐπέστρεψε ὀργισμένος στὴ φυλακὴ καὶ ξέσπασε πάνω στὴν Κυράννα, τὴν ὁποία κρέμασε καὶ ἄρχισε νὰ χτυπᾆ πολὺ ἄγρια. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέαμα ὅλοι οἱ φυλακισμένοι, ἀκόμη καὶ οἱ μωαμεθανοί, ἄρχισαν νὰ διαμαρτύρονται καὶ νὰ καταφέρονται ἐναντίον τοῦ δεσμοφύλακα, ὁ ὁποῖος ἄφησε τὴν Κυράννα κρεμασμένη καὶ ἀποσύρθηκε στὸ δωμάτιό του γιὰ νὰ ἡρεμήσει. ᾿Εκεῖ ὅμως τὸν περίμενε ὁ χριστιανὸς φύλακας, ποὺ τὸν ἔλεγξε ἔντονα γιὰ τὴν ἀσπλαχνία του.
Κατὰ τὶς πρῶτες πρωινὲς ὧρες ἕνα θεῖο φῶς κάλυψε ξαφνικὰ τὸ σῶμα τῆς Κυράννας, ἡ ὁποία ἄφηνε τὴν τελευταία της πνοή, καὶ ὕστερα ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὅλη τὴ φυλακή. Μπρὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ θαῦμα οἱ χριστιανοὶ δοξολόγησαν τὸν Κύριο ἐνῶ οἱ μωαμεθανοί, ποὺ δὲν κατάλαβαν τί εἶχε συμβεῖ καὶ νόμιζαν ὅτι ἦταν φωτιά, τρομοκρατήθηκαν.
῾Ο χριστιανὸς φύλακας ποὺ πῆγε νὰ κατεβάσει τὴν κρεμασμένη Κυράννα, ὕστερα ἀπὸ ἐντολὴ τοῦ δεσμοφύλακα, τὴ βρῆκε νεκρή. Στὸ μεταξὺ τὸ φῶς εἶχε ὑποχωρήσει, ἀλλὰ παρέμεινε σ᾿ ὅλο τὸ χῶρο μιὰ ἄρρητη εὐωδία. ῾Ο φύλακας τότε, περιποιήθηκε τὸ λείψανο τῆς μάρτυρος, τὸ ὁποῖο τὴν ἑπόμενη ἡμέρα παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ μετὰ ἀπὸ ἄδεια τῶν Τούρκων καὶ τὸ ἐνταφίασαν ἔξω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. Μάλιστα στὸ Συναξάριο τῆς νεομάρτυρος ἀναφέρεται ἀκριβέστερα, ὅτι τὸ σῶμα τῆς ἁγίας τάφηκε “ἔξω τῆς πόλεως, ἐκεῖ ὅπου ἐνταφιάζονται καὶ τῶν λοιπῶν χριστιανῶν τὰ λείψανα”. Συνδυάζοντας αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ μὲ μιὰ παρόμοια ἀναφορὰ ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ Συναξάριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αθανασίου τοῦ Κολιακιώτη († 1774), ὅπου μνημονεύεται ρητὰ ὅτι ὁ ᾿Αθανάσιος τάφηκε στὴν περιοχὴ τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, δυτικὰ τῆς πόλεως, ὅπου θάπτονταν τὰ σώματα τῶν χριστιανῶν, μπορεῖ νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι καὶ ἡ ἁγία Κυράννα τάφηκε στὸν ἴδιο χῶρο. Τὸ κοιμητήριο ἐκεῖνο ταυτίζεται σήμερα μὲ τὸ κοιμητήριο τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου μάλιστα ὑπάρχει καὶ παρεκκλήσιο ἀφιερωμένο στὸ νεομάρτυρα ᾿Αθανάσιο.
῞Ολοι ὅσοι ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ πρόσωπο τῆς Κυράννας δέχονται ὡς ἔτος μαρτυρίου της τὸ 1751, πλὴν τοῦ Σωφρ. Εὐστρατιάδη, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει ὡς ἔτος τελειώσεώς της τὸ 1745, ἄγνωστο γιὰ ποιὸ λόγο, ἐνῶ ὡς τόπος μαρτυρίου της θεωρεῖται ἡ Θεσσαλονίκη· ἡ μόνη διαφοροποίηση ποὺ ὑπάρχει ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀπαντᾆται στὸν ᾿Ιω. Περαντώνη στὸν Κατάλογο νεομαρτύρων τῶν ἀπὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως μέχρι τοῦ ἔτους 1867 μαρτυρησάντων, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι “ἐτελειώθη βασάνοις στὶς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 1751 ἡ Κυράννα ἡ ἐκ τοῦ χωρίου ᾿Αβυσσώκα Θεσσαλονίκης, ἐν Κωνσταντινουπόλει”, ἐνῶ ὁ ἴδιος στὸ ἔργο του Λεξικὸν τῶν Νεομαρτύρων, ποὺ γράφηκε ἐνωρίτερα, δέχεται ὡς τόπο μαρτυρίου τὴ Θεσσαλονίκη καὶ μάλιστα ἀναφέρει ὅτι ὁ Κ. Σάθας ἐσφαλμένα ἀναγράφει τὴν Κωνσταντινούπολη ὡς τόπο τελειώσεως τῆς νεομάρτυρος.
Συγγραφέας τοῦ Βίου τῆς Κυράννας εἶναι ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, ὁ ὁποῖος τὸν περιέλαβε στὸ ἔργο του Νέον Μαρτυρολόγιον, ἐνῶ ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν της συνέθεσε ὁ Χριστόφορος Προδρομίτης. ῾Η ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἐκδόθηκε τὸ 1922 στὴ Θεσσαλονίκη, περιλαμβάνοντας καὶ τὸ Μαρτύριο τῆς ἁγίας, μὲ δαπάνες τῶν Βυσσοκινῶν τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Επίσης, στὶς ἡμέρες μας (1967), ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης συνέταξε ᾿Ακολουθία καὶ Παρακλητικὸ Κανόνα ποὺ ἐπανεκδόθηκαν κατὰ τὸ 1987.
῾Η μνήμη τῆς νεομάρτυρος τιμᾆται στὶς 28 Φεβρουαρίου, ἡμέρα τῆς κοιμήσεώς της, ἐνῶ σὲ Λαυριωτικὸ κώδικα σημειώνεται ἡ 1η ᾿Ιανουαρίου ὡς ἡμέρα ἑορτῆς τῆς ἁγίας. Στὴν ῎Οσσα ὅμως, ἡ Κυράννα ἑορτάζεται στὶς 8 ᾿Ιανουαρίου. Αἰτία αὐτῆς τῆς ἑορτολογικῆς μετατοπίσεως ἴσως εἶναι τὸ ὅτι ὁ ἑορτασμός της κατὰ τὶς 28 Φεβρουαρίου, συχνὰ συνέπιπτε μὲ τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, μιᾆς περιόδου νηστείας καὶ πένθους, ἐνῶ ἀπεναντίας στὶς 8 ᾿Ιανουαρίου καὶ τὸ πρόβλημα αὐτὸ δὲν ὑπῆρχε καὶ ἐπιπλέον οἱ κάτοικοι τῆς ῎Οσσας ἦταν ὅλοι συγκεντρωμένοι στὸ χωριό τους ἐξαιτίας τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων. ᾿Αλλὰ ἡ μνήμη τῆς ἁγίας τιμᾆται πανηγυρικὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ᾿Οσσαίους τῆς Θεσσαλονίκης στὸ ναὸ τῆς ᾿Αχειροποιήτου κατὰ τὴν Κυριακὴ μετὰ τὶς 8 ᾿Ιανουαρίου.
῞Εναν περίπου αἰώνα μετὰ τὸ μαρτύριο τῆς Κυράννας, τὸ 1868, ἀνεγέρθηκε στὴν ῎Οσσα μεγαλοπρεπὴς ναὸς πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας, κάποια μέρη τοῦ ὁποίου διατηροῦνται μέχρι σήμερα ἀφοῦ ὁ ναὸς δέχθηκε ἀρκετὲς παρεμβάσεις στὸ μεταξὺ διάστημα.
᾿Επίσης, στὸ ναὸ αὐτὸ βρίσκονται καὶ δύο ἀπὸ τὶς παλαιότερες εἰκόνες τῆς ἁγίας ποὺ περιλαμβάνουν καὶ σκηνὲς ἀπὸ τὸ μαρτύριό της. ῾Υπάρχουν καὶ ἄλλες τρεῖς εἰκόνες τῆς ἁγίας στὸ ναό, ἐνῶ μία τέταρτη φυλάσσεται στὴν παλαιότερη ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ, ποὺ τιμᾆται στὸ ὄνομα τῶν Ταξιαρχῶν. ᾿Επίσης ἡ νεομάρτυς Κυράννα εἰκονίζεται σὲ μία εἰκόνα ποὺ βρίσκεται στὸ ναὸ τοῦ ἁγίου Γεωργίου στὸ Ζαγκλιβέρι μαζὶ μὲ τὴν ἁγία ᾿Ακυλίνα, ἀλλὰ συμπεριλαμβάνεται καὶ σὲ ἄλλες εἰκόνες ποὺ παριστάνουν ὁμαδικὰ τοὺς νεομάρτυρες. Τέλος, στὴ Θεσσαλονίκη, στὸ ναὸ τῆς ᾿Αχειροποιήτου ὑπάρχει ὁλόσωμη εἰκόνα τῆς ἁγίας, καθὼς καὶ στὸ γειτονικὸ ναὸ τοῦ ἁγίου ᾿Αθανασίου.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μαρ 13, 2011 4:38 pm
από paulina
13 ἢ 14 Μαρτίου
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, μάρτυς “βασιλικός”
Στὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο ἀναφέρεται τὸ μαρτύριο δύο μαρτύρων, τοῦ ᾿Αλεξάνδρου καὶ τοῦ Διονυσίου, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸν τίτλο “βασιλικοί”. ῾Η ἀναφορὰ εἶναι λιτή, χωρὶς λεπτομέρειες καὶ δίδεται ἡ ἐπιπλέον πληροφορία ὅτι μαρτύρησαν στὴ Θεσσαλονίκη.
Η μνήμη τοῦ ᾿Αλεξάνδρου τοποθετεῖται στὶς 13 ἢ 14 Μαρτίου.
****************************************************
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, μάρτυς “βασιλικός”
῾Ο Διονύσιος ἀναφέρεται μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αλέξανδρο ὡς μάρτυρες ποὺ μαρτύρησαν στὴ Θεσσαλονίκη ἢ εἶχαν σχέση μὲ τὴν πόλη. Καὶ οἱ δύο ἔφεραν τὸν τίτλο “βασιλικός”. Πρόκειται γιὰ μάρτυρα τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων γιὰ τὸν ὁποῖο ὅμως δὲν ἔχουμε καμμία ἐπιπλέον πληροφορία, πέραν τοῦ ὀνόματός του.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μαρ 14, 2011 7:05 am
από paulina
14 Μαρτίου
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, ὁ ἐν Θεσσαλονίκῃ
Τὸ Συναξάριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀναφέρει τέσσερις μάρτυρες μὲ τὸ ὄνομα ᾿Αλέξανδρος, οἱ ὁποῖοι ἐμφανίζουν πολλὰ κοινὰ στοιχεῖα καὶ γι᾿ αὐτὸ προσδιορίζονται ἀπὸ τὸν διαφορετικὸ τόπο μαρτυρίου: ὁ ἅγιος ᾿Αλέξανδρος Πύδνης, ὁ ὁμώνυμός του Θεσσαλονίκης, ὁ Δρουζιπάρας καὶ τέλος ὁ Δινογετίας τῆς Κάτω Μοισίας. ῾Η προσεκτικὴ ὅμως ἀνάλυση τῶν σχετικῶν Μαρτυρίων πείθει ὅτι δὲν πρόκειται γιὰ τέσσερα διαφορετικὰ πρόσωπα, ἀλλὰ γιὰ δύο ὁμωνύμους μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι, ἂν καὶ ἔζησαν τὴν ἴδια ἐποχὴ (3ος αἰ.), σαφῶς διακρίνονται μεταξύ τους δηλ. ὁ ἅγιος ᾿Αλέξανδρος Δρουζιπάρας εἶναι ὁ ἴδιος μὲ τὸν ὁμώνυμό του Δινογετίας τῆς Κάτω Μοισίας, ποὺ εἶναι ὁ ἅγιος ᾿Αλέξανδρος ὁ Ρωμαῖος, καθώς, ὅπως θὰ φανεῖ παρακάτω, ὁ ἅγιος ᾿Αλέξανδρος Θεσ¬αλονίκης εἶναι ὁ αὐτὸς μὲ τὸν ὁμώνυμό του Πύδνης.
Στὸ Συναξάριο Κωνσταντινουπόλεως ὑπάρχει ἡ μνεία τὴν 9η Νοεμβρίου, “τοῦ ἁγίου μάρτυρος ᾿Αλεξάνδρου τοῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ” μὲ ἐλάχιστα ὅμως στοιχεῖα, ὅπως τὴν καταγωγή, -“ἐκ τῆς Θεσσαλονίκης ὁρμώμενος”-, τὴν ἐποχὴ -“ἦν ἐπὶ Μαξιμιανοῦ βασιλέως”-, καὶ μία λιτὴ περιγραφὴ τῆς αἰτίας τοῦ μαρτυρίου του ἀναφέρεται δηλ. ὅτι ἂν καὶ τὸν κάλεσε ὁ αὐτοκράτορας νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, αὐτὸς ἀρνήθηκε ἐπέδειξε μάλιστα τὴν ἀπέχθειά του κατὰ τρόπο θεαματικό, ἀνατρέποντας τὴν τράπεζα τῶν σπονδῶν, μὲ ἄμεση συνέπεια νὰ τιμωρηθεῖ μὲ ἀποκεφαλισμὸ γιὰ τὴ μεγάλη του ἀσέβεια. Στὸ Μηνολόγιο τοῦ Βασιλείου Β¢ καταγράφονται περισσότερες λεπτομέρειες: ὁ δήμιος ποὺ θὰ ἀποκεφάλιζε τὸν ἅγιο ἔμεινε ἐμβρόντητος, βλέποντας κάποια ὀπτασία ἀφοῦ ὁ ἅγιος προσευχήθηκε, τότε μόνον ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο του, τὸν ἀποκεφαλισμό, ἀλλὰ καὶ πάλι θαυμαστὰ γεγονότα ἔλαβαν χώρα: ἐκείνη τὴν ώρα ὁ αὐτοκράτορας εἶδε νὰ συνοδεύουν τὴν ψυχὴ τοῦ ἁγίου στὸν οὐρανὸ τέσσερις ἄγγελοι, κάτι ποὺ τὸν συγκλόνισε, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραχωρήσει τὸ λείψανο τοῦ μάρτυρα στοὺς χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης γιὰ νὰ τὸ θάψουν κατὰ τὰ ἔθιμά τους.
Περισσότερες λεπτομέρειες τοῦ μαρτυρίου τοῦ ἁγίου ᾿Αλεξάνδρου διασώζει ὁ κώδικας ᾿Αθηνῶν 2108, ὁ ὁποῖος προσθέτει λεπτομέρειες ἄγνωστες ἀπὸ ἄλλες πηγές, ὅπως π.χ. ὅτι ὁ ᾿Αλέξανδρος ἔνιψε τὰ χέρια του, πρὶν προσευχηθεῖ, καθὼς καὶ τὸ ὄνομα τοῦ δημίου, Μινουκιανός. Περιγράφει ἐπίσης τὴν μεταμέλεια τοῦ Μαξιμιανοῦ γιὰ τὸ θάνατο τοῦ ᾿Αλεξάνδρου καὶ τὴ συζήτηση μὲ τοὺς παρισταμένους χριστιανούς, προφανῶς στρατιωτικούς, “...καὶ εἶπεν ὁ βασιλεύς, ῾῾τί ἐστὶν μαρτυρία᾿᾿; Βίκτωρ ὁ στρατιώτης εἶπεν ῾῾ἐν τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ, βασιλεῦ, ὅστις ἂν ὑπὲρ Χριστοῦ οὕτως ἀποθάνῃ, μάρτυς ἐστί, καὶ πάντες οἱ χριστιανοὶ συνερχόμενοι θάπτουσιν αὐτόν δεόμεθα οὖν σου, βασιλεῦ, ἐπισταλῆναι τοῖς ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀδελφοῖς, ώστε αἰσίως κηδευθῆναι αὐτόν᾿᾿”. ῾Ο Μαξιμιανὸς ὄχι μόνο δέχθηκε νὰ παραχωρήσει στοὺς χριστιανοὺς τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος, ἀλλά, ἐπιπλέον, ἔγραψε καὶ ἐπιστολὴ στοὺς χριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης: “Μαξιμιανὸς Καῖσαρ τοῖς Θεσσαλονικέων χριστιανοῖς χαίρειν. Τὸν οὕτως ἐν τῷ ἡμετέρῳ νόμῳ καταφρονήσαντά μου καὶ κελευσθέντα ὑπ᾿ ἐμοῦ ἀποθανεῖν, ἤδη ἀποστείλαντες τοὺς εἰωθότας ἀναλαμβάνειν τὰ τῶν μαρτυρούντων σώματα θάψατε. ῎Επεμψα γὰρ τοῦτο καὶ ἄκτον, ἵνα διὰ τάχους ἅπαντες ἀναλάβητε τὸ λείψανον τοῦ μάρτυρος ᾿Αλεξάνδρου ὡς γὰρ ὑμεῖς λέγετε, ἐμαρτύρησεν”. Οἱ χριστιανοὶ πράγματι παρέλαβαν τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρα καὶ τὸ ἔθαψαν “εἰς τόπον καλούμενον Θωργίαι, πάντα πληρώσαντες... ἀνεχώρησαν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην”. ῾Ωστόσο, τὸ τοπωνύμιο Θωργίαι εἶναι ἄγνωστο καὶ παραμένει ἀταύτιστο.
****************************
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, μάρτυς
῾Ο Βασίλειος εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ὁμάδα τριῶν ἢ τεσσάρων μαρτύρων ποὺ ἄθλησαν στὴ Θεσσαλονίκη· τὴν πληροφορία αὐτὴ τὴ λαμβάνουμε ἀπὸ τὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο. Σὲ ἀρκετὰ ὡστόσο χειρόγραφα ἀναφέρονται μόνον οἱ τρεῖς ἄλλοι μάρτυρες, ἐνῶ ἀποσιωπᾆται ἢ καὶ παραλείπεται τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλείου. ᾿Ακριβεῖς πληροφορίες γιὰ τὸ μαρτύριό τους δὲν μᾆς δίδονται, ἂν καὶ πρέπει νὰ θεωρηθεῖ βέβαιο ὅτι πρόκειται γιὰ μαρτύριο τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.
******************************
ΦΡΟΝΙΜΟΣ, μάρτυς
῾Ο Φρόνιμος συγκαταλέγεται στὴν ὁμάδα τριῶν ἢ τεσσάρων μαρτύρων ποὺ ἄθλησαν στὴ Θεσσαλονίκη κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες. ῾Η πληροφορία γιὰ τὸ μαρτύριό τους μᾆς δίδεται ἀπὸ τὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο. Τὸ μόνο, ὡστόσο, ποὺ γνωρίζουμε εἶναι τὰ ὀνόματα τῶν μαρτύρων· οὔτε τὸ πῶς μαρτύρησαν οὔτε πότε ἀκριβῶς.
*******************************
ΦΡΟΝΤΩΝ, μάρτυς “βασιλικός”
Στὸ Συριακὸ Μαρτυρολόγιο, ἕνα ἀπὸ τὰ ἀρχαιότερα ἀνατολικὰ συναξάρια (τοῦ 4ου αἰ.), ἀναγράφεται τὸ μαρτύριο τοῦ Φρόντωνος μαζὶ μὲ τρεῖς ἄλλους μάρτυρες: “ἐν Θεσσαλονίκῃ Φρόντων ὁ μάρτυς καὶ ἕτεροι τρεῖς”. Στὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο ὁ Φρόντων φέρεται ὅτι μαρτύρησε μαζὶ μὲ τὸν ᾿Αλέξανδρο, τὸ Διονύσιο καὶ ἕναν ἀνώνυμο μάρτυρα, τοὺς “βασιλικούς”, καὶ τιμῶνται ἀπὸ κοινοῦ.
Ο Φρόντων πρέπει νὰ μαρτύρησε ἐπὶ Μαξιμιανοῦ· ὡστόσο δὲν διαθέτουμε ἀκριβεῖς πληροφορίες γιὰ τὸ μαρτύριό του.
********************************
ΕΥΦΡΑΣΙΟΣ, μάρτυς
῾Ο μάρτυς Εὐφράσιος ἀναφέρεται ὅτι μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τρεῖς ἢ σύμφωνα μὲ ὁρισμένα χειρόγραφα, δύο ἀκόμη μάρτυρες. ῾Η πληροφορία αὐτὴ μᾆς δίδεται ἀπὸ τὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο. ᾿Επιπλέον πληροφορίες γιὰ τὸ χρόνο τοῦ μαρτυρίου, τὸν τρόπο καὶ τὴν ἀφορμὴ δὲν μᾆς δίδονται παρὰ μόνον τὰ ὀνόματα τῶν συναθλητῶν του. Πρόκειται ἀσφαλῶς γιὰ μάρτυρα τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μαρ 20, 2011 3:32 pm
από paulina
Κυριακή Β' Νηστειών/14 Νοεμβρίου
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, (1297-1359),
ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, οἰκουμενικὸς θεολόγος,
πατὴρ τῆς ᾿Εκκλησίας
Ο ΒΙΟΣ
῾Η οἰκογένεια τοῦ Γρηγορίου, προερχομένη ἀπὸ τὶς ἀνα¬ολικὲς ἐπαρχίες, ἐγκαταστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ Μικρὰ ᾿Ασία κατακλύζονταν ἀπὸ τὶς ὁμάδες τῶν ᾿Οσμανδῶν ἐπιδρομέων. ῾Ο πατέρας του Κωνσταντῖνος Παλαμᾆς, συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, τόσο πολὺ ἐκτιμώνταν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ᾿Ανδρόνικο Β¢, ὥστε ὁ τελευταῖος τοῦ ἀνέθεσε τὴν ἐπιμέλεια τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ ἐγγονοῦ του, τοῦ μετέπειτα αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢.
῾Ο Γρηγόριος, συνομήλικος τοῦ ἡγεμονόπαιδος ᾿Αδρο¬νίκου, ἐγεννήθηκε στὴν πρωτεύουσα τὸ 1297. ῾Ο πατέρας του, ποὺ ἀπέθανε ἐνωρίς, τὸν ἄφησε ὀρφανὸ ἑπταετῆ, ἀλλ᾿ αὐτὸς εὑρῆκε ἰσχυρὸ προστάτη τὸν αὐτοκράτορα. Στὸ πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, ποὺ διευθύνονταν τότε ἀπὸ τὸν διαπρεπῆ θεολόγο καὶ φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη, ἀκολούθησε τὶς ἐλευθέριες σπουδὲς καὶ ἐπιδόθηκε ἰδιαιτέρως στὴ φιλοσοφία. ῞Οταν μετὰ δύο δεκαετίες ἦλθε σὲ σύγκρουσι μὲ τοὺς ὀπαδοὺς τῆς ἀναγεννήσεως, αὐτοὶ ἀμφισβήτησαν τὴν κατοχὴ ὁλοκληρωμένης παιδείας ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ τὸν ἀπεκάλεσαν ἀμόρφωτο. Καὶ τότε, ἀλλὰ καὶ ἀργότερα ἀναγκάσθηκε νὰ ὑπερασπίση τὸν ἑαυτό του καὶ σ᾿ ἕνα σύγγραμμά του, ποὺ ἐκδόθηκε μὲ ἄλλο ὄνομα, κατέγραψε ἕνα ἐπεισόδιο ποὺ συνέβηκε στὰ φοιτητικά του χρόνια. ῞Οταν ἦταν δεκαεπταετής, τοῦ ἀνατέθηκε νὰ ὁμιλήση στὰ ἀνάκτορα ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Β¢ καὶ πολλῶν ἐπισήμων καὶ σοφῶν ἀνδρῶν περὶ τῆς λογικῆς τοῦ ᾿Αριστοτέλους. Διαπραγματεύθηκε τὸ θέμα μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης εἶπε πρὸς τὸ βασιλέα· “καὶ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αριστοτέλης, ἂν ἐζοῦσε καὶ ἦταν παρὼν θὰ τὸν ἐπαινοῦσε” (Κατὰ Γρηγορᾆ Α¢, 14. Χρήστου, Συγγράμματα, τ. 4, 242).
Σ᾿ αὐτὴν πιθανῶς τὴν ἡλικία ἐγκατέλειψε τὶς ἐπιστημονικὲς σπουδές, γιὰ νὰ ἐπιδοθῆ στὴ μελέτη τῆς θεολογικῆς γραμματείας καὶ τὴν ἄσκησι, πρὸς μεγάλη ἀπογοήτευσι τοῦ αὐτοκράτορος, ὁ ὁποῖος τὸν προώριζε γιὰ ὑψηλὰ ἀξιώματα. ῾Οδηγός του ἔγινε πλέον ὁ ἐπίσκοπος Φιλαδελφείας Θεόληπτος, ὁ ὁποῖος τὸν εἰσήγαγε στὴ νοερὰ προσευχή. Εἰκοσαετὴς ἀποσύρθηκε στὴ μόνωσι, ἔπεισε δὲ καὶ τὴν οἰκογένειά του νὰ κάμη τὸ ἴδιο· τὴ μητέρα του Καλλονή, τοὺς ἀδελφούς του Μακάριο καὶ Θεοδόσιο, τὶς ἀδελφές του ᾿Επίχαρι καὶ Θεοδότη.
Αὐτὴν τὴν ἐποχὴ ὁ μοναχικὸς βίος ἀκολουθοῦσε καὶ τοὺς δύο παλαιοὺς τρόπους· τὸν ἐρημιτικὸ καὶ τὸν κοινοβιακό. ῾Ο Γρηγόριος ἔδειχνε ἰδιαίτερη προτίμησι στὴν ἐρημιτικὴ ἄσκησι, συνδυασμένη πάντως μὲ τὴν ἐξάρτησι ἀπὸ μονὴ ἢ ἀδελφότητα. Μαζὶ μὲ τοὺς δύο ἀδελφούς του διέμεινε ἀρχικὰ γιὰ λίγον καιρὸ στὸ ὄρος Παπίκιο, στὰ σύνορα Θράκης καὶ Μακεδονίας κι ἔπειτα ἐμόνασε σὲ διαφόρους τόπους τοῦ ῎Αθωνος· ὡς ἐρημίτης πλησίον τοῦ Βατοπεδίου, ὑπὸ τὸν ἀσκητὴ Νικόδημο, ἔπειτα στὸ κοινόβιο τῆς Μεγίστης Λαύρας καὶ ἀργότερα πάλι ὡς ἐρημίτης στὰ Γλωσσία.
᾿Αναγκασμένος νὰ ἐγκαταλείψη τὸ ῎Ορος μαζὶ μὲ ἄλλους ἐρημίτες τὸ 1325 καὶ προτιθέμενος νὰ μεταβῆ στὰ ῾Ιεροσόλυμα, δὲν προχώρησε πέρα ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη. ῾Ως αἰτία τῆς ἀποχωρήσεως ἀπὸ τὸ ῎Ορος ἀναφέρονται οἱ ἐπιδρομὲς τῶν Τούρκων, ποὺ αὐτὴν τὴν ἐποχὴ εἶχαν καταστῆ συχνότερες καὶ ἀγριώτερες. ᾿Απὸ τοὺς ἀντιπάλους ὅμως τοῦ Γρη¬ορίου εὑρίσκονται ἄλλοι λόγοι, καὶ συγκεκριμένως ὁ φόβος τῶν ἐρημιτῶν, μὴ τυχὸν λόγω ὡρισμένων πνευματικῶν τάσεών τους κατακριθοῦν ὡς ὀπαδοὶ τῶν Μασσαλιανῶν (Γρηγορᾆ, ῾Ιστορία, Bonn, 719). Τὸ ὄνομα τότε κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἐδιδόταν ἀπὸ τοὺς ῞Ελληνες συγγραφεῖς στοὺς Βογομίλους, τοὺς δυαρχικοὺς δηλαδὴ αἱρετικούς, ποὺ μὲ ἑστία τὴ Βουλγαρία εἶχαν ἀπὸ τὸν 11ο αἰῶνα ἐπεκτείνει τὴν ἐπιρροή τους σὲ μοναστήρια τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς Θράκης καὶ τῆς Θεσσαλονίκης. ῾Η ἐπίδρασις ἦταν εὔκολη, δεδομένου ὅτι οἱ ἐρημίτες κατ᾿ ἀνάγκην παραμελοῦσαν τὰ ἐξωτερικὰ μέσα τῆς λατρείας κι ἔδιναν κυρίαρχη θέσι στὴν προσωπικὴ προσευχή· κι αὐτὸ ἀκριβῶς ἦταν τὸ κύριο γνώρισμα καὶ τῶν παλαιοτέρων Μασσαλιανῶν καὶ τῶν Βογομίλων. ῾Ο Παλαμᾆς κατηγορήθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ακίνδυνο ὅτι στὴ Θεσσαλονίκη ἦλθε σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Βογομίλους, ἐνῶ ὁ βιογράφος του Φιλόθεος Κόκκινος φροντίζει νὰ ἀναιρέση τὴν κατηγορία κατὰ τρόπο ποὺ δὲν ἐπιδέχεται ἀμφισβήτησι, σημειώνοντας ὅτι ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματά του στὸ μοναχικὸ βίο, στὸ Παπίκιον ὄρος, ὁ Παλαμᾆς συγκρούσθηκε μὲ τοὺς Βογομίλους καὶ ὅτι μάλιστα ἀπειλήθηκε ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ζωή του (᾿Εγκώμιον, 3, 3-13. Χρήστου, Συγγράμματα, σσ. 66-78). Εἶναι ὁπωσδήποτε βέβαιο ὅτι ἐσημειώθηκε τότε κάποια προσέγγισις, ἀλλ᾿ αὐτὴ προερχόταν ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῶν Μασσαλιανῶν καὶ συνετέλεσε στὴν ἀπορρόφησι τοῦ κυρίου ὄγκου τους ἀπὸ τὸν ὀρθόδοξο μοναχικὸ βίο.
Τὸ ἑπόμενο ἔτος, 1326, ὁ Γρηγόριος, ποὺ ἤδη εἶχε χειροτονηθεῖ ἱερεὺς στὴ Θεσσαλονίκη, ἀνεχώρησε μαζὶ μὲ δέκα συνοδούς του μοναχοὺς γιὰ τὴν Βέροια, ὅπου παρέμεινε ἐπὶ μιὰ πενταετία. ᾿Εφαρμόζοντας ἐκεῖ αὐστηρὴ μόνωσι, ἐπερνοῦσε τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδας ἔγκλειστος, ἀσχολούμενος μὲ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη, ἐνῶ τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακὴ ἐμφανιζόταν γιὰ νὰ μετάσχη στὴ θεία εὐχαριστία. Διέκοψε κάποια ἐποχὴ τὴ μόνωσι κατόπιν εἰδήσεων περὶ τοῦ θανάτου τῆς μητέρας του, γιὰ νὰ μεταβῆ στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ παραλάβη τὶς δύο ἀδελφές του, τὶς ὁποῖες ἐγκατέστησε στὴ Βέροια.
Πέντε ἔτη μετὰ τὴν ἐγκατάστασί του στὴ Σκήτη τῆς Βεροίας ἡ κατάστασις σ᾿ αὐτὴ τὴν περιοχὴ κατέστη ἐπισφαλὴς λόγω τῆς καθόδου τῶν Σέρβων ὑπὸ τὸν Στέφανο Δουσάν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδίδονταν σὲ λεηλασίες καὶ ἐξανδραποδισμούς, τὸν ἀνάγκασαν νὰ φύγη ἀπὸ ἐκεῖ καὶ νὰ ἐπιστρέψη στὸν ῎Αθωνα, τὸ 1331. ῎Επηξε τώρα τὴν σκηνὴ τῆς ἡσυχίας στὸ πλησιόχωρο πρὸς τὴ Μεγίστη Λαύρα κελλὶ τοῦ ἁγίου Σάββα, ὅπου ἔμεινε ἕως ὅτου τοῦ ἀνατέθηκε ἀπὸ τὴν Κοινότητα τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους ἡ ἡγουμενία τῆς Μονῆς ᾿Εσφιγμένου, ἑνὸς μεγάλου ἱδρύματος τοῦ ῎Ορους αὐτὴν τὴν ἐποχὴ μὲ 200 μοναχούς, ποὺ εἶχε, ὅπως φαίνεται κάποια προβλήματα κι ἐχρειαζόταν τὴν παρουσία μιᾆς ἰσχυρῆς προσωπικότητος. ᾿Αφοῦ ἔμεινε στὴ μονὴ αὐτὴ μόνο ἕνα ἔτος (1333-1334) ἐπέστρεψε πάλι στὸ ἡσυχαστήριό του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἡσυχαστήριο εὑρισκόταν, ὅταν προσκλήθηκε σὲ μιὰ εὐρύτερη δραστηριότητα. Κατὰ τοὺς χρόνους τούτους ἦλθε στὴν ῾Ελλάδα ὁ μοναχὸς Βαρλαὰμ ὁ Καλαβρός, μέλος τῆς ἑλληνικῆς κοινότητος τῆς Νοτίου ᾿Ιταλίας. ᾿Αφοῦ ἐδίδαξε γιὰ ἀρκετὸ χρόνο στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀπέκτησε φήμη μεγάλου σοφοῦ, τῆς ὁποίας ἄλλωστε ἦταν ἄξιος, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀπὸ οἴησι εἶχε τὴν συνήθεια νὰ ἐξευτελίζη τοὺς ὁμοτέχνους του, ἐδημιούργησε ἐκεῖ βαρειὰ ἀτμόσφαιρα καὶ γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάσθηκε νὰ μετακινηθῆ στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου ἐπίσης ἐσημείωσε λαμπρὴ ἐπιτυχία ὡς διδάσκαλος τῆς φιλοσοφίας. ῾Η σύγκρουσις τῶν δύο τούτων ἀνδρῶν ἐγέννησε τὴν λεγομένη ἡσυχαστικὴ ἔριδα, ποὺ ἐκυριάρχησε στὸν πνευματικὸ βίο τοῦ Βυζαντίου καὶ ἐπηρέασε τὰ πολιτικὰ πράγματα σ᾿ αὐτὸ ἐπὶ μία εἰκοσιπενταετία.
῾Ο Γρηγόριος εἶχε ἤδη δώσει τὰ πρῶτα δείγματα τῆς συγγραφικῆς του παραγωγῆς διὰ τῆς συντάξεως ὡρισμένων ἀσκητικῶν δοκιμίων μικρᾆς ἀκόμη πνοῆς, ἀλλὰ ἀπαιτήθηκε ἡ σύγκρουσις μὲ τὸν Βαρλαάμ, γιὰ νὰ ἐπιστρατεύση ὅλη τὴ δύναμι τῆς σκέψεως καὶ τοῦ καλάμου του. Τοὺς δύο πνευματικοὺς ἄνδρες ἔφεραν σ᾿ ἐπαφὴ γιὰ πρώτη φορὰ οἱ συζητήσεις περὶ ἑνώσεως τῶν ᾿Εκκλησιῶν ποὺ ἔγιναν ἐπὶ ᾿Ανδρονίκου Γ¢ κατὰ τὰ ἔτη 1333 καὶ 1334 στὴν Κωνσταντινούπολι. ῾Ο Βαρλαὰμ ποὺ μετεῖχε στὶς συζητήσεις ὡς ἐκπρόσωπος τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἐθεωροῦσε τὸν ἰσχυρισμὸ τῶν Λατίνων ὅτι τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” ὡς ἄνευ ἐννοίας, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατη ἡ κατανόησι τῶν κινήσεων ποὺ γίνονται μέσα στὸν ἀκατάληπτο Θεό. Τὸ σύγγραμμα τοῦ Γρηγορίου “Λόγοι ᾿Αποδεικτικοὶ περὶ ῾Αγίου Πνεύματος” καὶ μὲ τὸν τίτλο του μόνο δείχνει τὴν ἀντίθεσί του πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι.
Τὴν θεολογικὴ ἀντίθεσι ἐπέτεινε ἔπειτα ἀπὸ λίγον καιρὸ ἡ διαφορὰ τῶν δύο σχετικὰ μὲ τὴν ἀσκητικὴ μέθοδο. ῾Ο Βαρλαάμ, ἀφοῦ ἔμαθε ἀπὸ ἕνα ἀφελῆ μοναχὸ περὶ ψυχοσωματικῆς τεχνικῆς τῆς προσευχῆς, τὴν ὁποία ἐφήρμοζαν ὡρισμένοι ἡσυχασταί, στηρίζοντας τὸν πώγωνα στὸ στῆθος καὶ προφέροντας νοερῶς καὶ ἀδιαλείπτως τὴν προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ, μὲ σκοπὸ νὰ ἰδοῦν τό θεῖο φῶς, ἀνέλαβε σκληρὴ ἐπίθεσι κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν γενικῶς, χαρακτηρίζοντάς τους ὡς ὀμφαλοψύχους (Παλαμᾆς, Πρὸς Βαρλαὰμ Β¢, 50 κ.ἀ., Χρήστου, Συγγράμματα, 1, 288). ᾿Επειδὴ παρὰ τὶς συστάσεις τοῦ Γρηγορίου ᾿Ακινδύνου, κοινοῦ φίλου καὶ τῶν δύο τότε, ἡ ἐπίθεσις τοῦ Βαρλαὰμ συνεχίζετο, προσκλήθηκε στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Παλαμᾆς, γιὰ νὰ ὑποστηρίξη τὶς θέσεις τῶν μοναχῶν. Κι αὐτὸς ἐγκαταστάθηκε κοντὰ στοὺς φίλους του τῆς Θεσσαλονίκης, τὸ 1337, κι ἔμεινε ἐκεῖ ἄνω ἀπὸ τρία ἔτη, γιὰ νὰ ἐπιδοθῆ ἀποτελεσματικώτερα στὸ ἔργο γιὰ τὸ ὁποῖο προσκλήθηκε, γράφοντας, ὁμιλώντας καὶ συζητώντας. Τὶς παρατηρήσεις του γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσι διετύπωσε στὰ ἐννέα βιβλία τοῦ κλασικοῦ του συγγράμματος, ῾Υπὲρ τῶν ἱερῶς ἡσυχαζόντων. ῾Η ἐπίμονη προσπάθεια τῶν ἀρχῶν τῆς πόλεως νὰ φέρουν ἠρεμία ἀπέτυχε, παρ᾿ ὅλο ποὺ σὲ μιὰ μεγάλη σύναξι ὁ Βαρλαὰμ ὑποσχέθηκε ὄχι μόνον νὰ διακόψη τὸν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀπαλείψη τὶς κατηγορίες ἀπὸ τὰ παλαιὰ κείμενά του, χωρὶς νὰ τηρήση ὅμως τὶς ὑποσχέσεις.
Τότε οἱ δύο ἄνδρες μετέβηκαν στὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ φέρουν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν κρίσι τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. ῾Ο Παλαμᾆς ἦταν ἐφοδιασμένος μὲ τὸν ῾Αγιορειτικὸ τόμο, ἕνα ὁμολογιακὸ κείμενο ποὺ εἶχε συνταχθῆ ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἄλλους μοναχικοὺς ἡγέτες καὶ εἶχε ὑπογραφῆ προσφάτως ἀπὸ δυναμικοὺς παράγοντες τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους. Σύνοδος, ποὺ συγκροτήθηκε στὴν πρωτεύουσα τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1341 καταδίκασε τὶς θέσεις τοῦ Βαρλαάμ, ὁ ὁποῖος στὴν ἀμηχανία του ἐζήτησε τὴν συμβουλὴ τοῦ προστάτη του πρωθυπουργοῦ ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ· ἡ συμβουλὴ τούτου ἦταν νὰ ζητήση ὁ Βαρλαὰμ συγγνώμη ἀπὸ τὸν Παλαμᾆ, ἡ ὁποία ἐδόθηκε προθύμως. Καὶ ἐπεχείρησε μὲν ὁ Βαρλαὰμ νὰ συνεχίση τὸν ἀγῶνα του, ἀλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ ἔχασε τὴν εὔνοια τοῦ Καντακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος ἄλλωστε λόγω τοῦ θανάτου τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢ ἦταν ἐπιφορτισμένος μὲ βαρύτατα καθήκοντα καὶ ἀνήσυχος γιὰ τὸ μέλλον τοῦ κράτους. Καὶ ἀναγκάσθηκε νὰ ἀναχωρήση ὁριστικὰ στὴ Δύσι, ὅπου προσχώρησε στὴν Ρωμαιοκαθολικὴ ᾿Εκκλησία καὶ ἀναδείχθηκε σὲ ἐπίσκοπο τοῦ Gerace.
῎Ετσι ἔληξε ἡ πρώτη περίοδος τῆς ἔριδος. Τρία ἦσαν τὰ κύρια ἀντικείμενα ποὺ ἀπασχόλησαν τὶς συζητήσεις· α) ἡ μέθοδος τῆς ἡσυχαστικῆς προσευχῆς, β) ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ, γ) ἡ θέα τοῦ θείου φωτός. Τρεῖς ἦσαν καὶ οἱ χρονικές της περίοδοι· α) 1337-1341, β) 1341-1347, γ) 1347-1358. ῍Αν καὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα παρουσιάζονται σὲ ὅλες τὶς φάσεις τῆς ἔριδος, θὰ μπορούσαμε νὰ εἰποῦμε ὅτι τὸ καθένα τους προσιδιάζει στὴν ἀντίστοιχη χρονικὴ περίοδο.
Κατὰ τὴν δεύτερη περίοδο τῆς ἔριδος, ποὺ κυριαρχεῖται ἀπὸ τὸ πολιτικὸ καὶ κοινωνικὸ πρόβλημα, ὁ Γρηγόριος διατελοῦσε σὲ κατάστασι διωγμοῦ. ῾Η σύνοδος τοῦ ᾿Ιουνίου 1341, ποὺ καταδίκασε τὸν Βαρλαάμ, καὶ τοῦ Αὐγούστου 1341, ποὺ καταδίκασε τὸν ᾿Ακίνδυνο, νέο ἀρχηγὸ τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος, κατ᾿ οὐσίαν δὲν εἶχαν λάβει θέσι ἔναντι τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἔριδος, ἀλλ᾿ ἁπλῶς καταδίκασαν τὴν ἐπιθετικὴ τακτικὴ τῶν Βαρλαὰμ καὶ ᾿Ακινδύνου, ἀπήλλαξαν τὸν Παλαμᾆ καὶ τοὺς ἄλλους ἡσυχαστὰς τῶν κατηγοριῶν καὶ ἀπαγόρευσαν τὴν ἀνακίνησι θεολογικῶν ζητημάτων.
Πολλοὶ ἐπίσκοποι, ὑποβλέποντας τὴν αὔξησι τοῦ κύρους τῶν μοναχῶν, καὶ οἱ κύκλοι τῶν ἀναγεννητῶν ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐπιτεθοῦν κατὰ τοῦ ὑπερασπιστοῦ τῶν ἡσυχαστῶν· κι εὑρῆκαν εὐκαιρία κατὰ τὴν ἀπελπιστικὴ ἐξέλιξι τῶν πολιτικῶν πραγμάτων ποὺ ἀκολούθησε. Μετὰ τὸν πρόωρο θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Ανδρονίκου Γ¢, ποὺ ἐπῆλθε τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 1341 καὶ λόγω τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ υἱοῦ του ᾿Ιωάννου Ε¢ Παλαιολόγου, δύο ἰσχυροὶ ἄνδρες θέλησαν νὰ καταστοῦν ρυθμισταὶ τῆς καταστάσεως, ὁ καθένας γιὰ δικό του λογαριασμό· ὁ δομέστικος (πρωθυπουργός) ᾿Ιωάννης Καντακουζηνὸς καὶ ὁ μέγας δοὺξ (ἀρχιναύαρχος) ᾿Αλέξιος ᾿Απόκαυκος. ᾿Αλλὰ ἀμέσως παρενέβηκε στὸν ἀγῶνα καὶ ὁ πατριάρχης ᾿Ιωάννης Καλέκας, ἄνθρωπος μὲ πολιτικὰ ἐνδιαφέροντα καὶ πιστὸς στὴν παλαιὰ παράδοσι τῶν πατριαρχῶν νὰ εἶναι φύλακες τῆς νόμιμης διαδοχῆς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ θρόνου ἐναντίον κάθε αὐθαιρέτου διεκδικητοῦ, ἰδίως σὲ περίπτωσι ἀνηλικιότητος τοῦ διαδόχου. ᾿Επειδὴ ὁ Καντακουζηνὸς ἐφαινόταν ἐπικινδυνότερος, ὁ Καλέκας ἐτάχθηκε μὲ τὸ μέρος τοῦ ᾿Αποκαύκου. Οἱ δύο παρατάξεις συγκρούσθηκαν σκληρῶς, ὁ δὲ Καντακουζηνὸς ἐγκατέστησε τὴν ἕδρα του στὸ Διδυμότειχο καὶ ἀργότερα στὴν ᾿Αδριανούπολι, ὅπου ἐστέφθηκε αὐτοκράτωρ (1346).
῾Ο Γρηγόριος Παλαμᾆς, βλέποντας ὅτι αὐτὴν τὴν ἐποχὴ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῆς πολιτείας ἦταν κοινό, ἐνδιαφερόταν νὰ ἰδῆ στὴν ἐξουσία ἕναν ἄνδρα ἱκανὸ ν᾿ ἀντιδράση κατὰ τῶν ἐξωτερικῶν ἐχθρῶν καὶ νὰ διαλύση τὴν ἐσωτερικὴ σύγχυσι. ῎Ισως μάλιστα στὸ πρόσωπο τῆς βασιλομήτορος ῎Αννας, πριγκήπισσας ἀπὸ τὴν Σαβόϊα, νὰ διέβλεπε τότε κάποιον κίνδυνο ὑποταγῆς τῆς ᾿Ανατολικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ Ρώμη· ἀλλὰ ἡ ὑποψία ἦταν ἀβάσιμη, ἀφοῦ ἡ ῎Αννα εμεινε μέχρι τέλους πιστὴ στὴν ὀρθοδοξία. ᾿Ενόμισε λοιπὸν ὅτι δὲν ἦταν δυνατὸ νὰ εὑρεθῆ στὴν αὐτοκρατορία ἄλλος ἱκανώτερος ἀπὸ τὸν Καντακουζηνό, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν ἦταν τότε ἀκόμη στενὸς φίλος τοῦ Παλαμᾆ, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἦταν προστάτης τῆς ᾿Αναγεννήσεως καὶ τοῦ Βαρλαάμ.
Στὸν ἐμφύλιο πόλεμο ἔλαβαν μέρος καὶ οἱ λαϊκὲς τάξεις, ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο περὶ λαϊκῆς ἐξεγέρσεως ἐναντίον τῶν εὐγενῶν, ὅπως πολλοὶ ἱστορικοὶ ἐδέχονταν παλαιότερα, ἰδίως γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. ῍Αν ὁ Καντακουζηνὸς ἀνῆκε στὴν τάξι τῶν εὐγενῶν καὶ πλουσίων, οἱ ἡσυχασταὶ ποὺ τελικὰ τοῦ συμπαραστάθηκαν ἦσαν κήρυκες τῆς πτωχείας· ἐξ ἄλλου ἡ οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων ποὺ ἦταν στὴν κορυφὴ τῆς ἄλλης παρατάξεως ἦταν ἡ αὐτοκρατορικὴ οἰκογένεια.
῾Η μετὰ τὸ 1341 δίωξις τοῦ Παλαμᾆ ὀφείλεται στὴν ἄτεγκτη στάσι τοῦ πατριάρχη ᾿Ιωάννη Καλέκα καὶ τὴν ἐπιμονὴ τοῦ Γρηγορίου ᾿Ακινδύνου. ῾Ο ᾿Ακίνδυνος, νεαρὸς καὶ εὐφυὴς θεολόγος ἀπὸ τὸ Πρίλαπο, ποὺ ἄλλοτε ἐθεωροῦσε τὸν Παλαμᾆ ὡς διδάσκαλό του (᾿Αντιρρητικὸς πρὸς ᾿Ακίνδυνον, 3, 1, 2. Χρήστου, Συγγράμματα, 3, 161) ὡς πρὸς τὸ γνωσιολογικὸ μὲν πρόβλημα εἶχε ταχθῆ πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ Βαρλαάμ, ὡς πρὸς τὸ ἀσκητικὸ δὲ συμφωνοῦσε μὲ τὸν Παλαμᾆ· γι᾿ αὐτὸ ἀκολούθησε τὴν μοῖρα τῶν μετριοπαθῶν, ποὺ συνθλίβονται μεταξὺ ἰσχυρῶν ἀντιπάλων τῶν δύο ἄκρων. Αὐτὴ τὴ θέσι προσπαθοῦσε νὰ τηρήση καὶ ὁ Καλέκας. ᾿Αποτέλεσμα αὐτῆς τῆς τάσεως ἦταν ἡ διὰ βαθμιαίων μέτρων ἀποκατάστασις τοῦ ᾿Ακινδύνου καὶ ἡ ἐπίσης διὰ βαθμιαίων μέτρων καταδίκη τοῦ Παλαμᾆ. ῾Ο Παλαμᾆς, ἀρχικὰ μὲν ἀποσύρθηκε στὴ μονὴ ἁγίου Μιχαὴλ στὸ Σωσθένιο τοῦ Βοσπόρου κι ἔπειτα στὴν ῾Ηράκλεια.
᾿Απὸ ἐκεῖ προσκλήθηκε στὰ ἀνάκτορα γιὰ νὰ δώση ἐξηγήσεις σχετικὰ μὲ τὴν ἀνακίνησι δογματικῶν ζητημάτων. Τότε, ἂν καὶ εὑρέθηκε ἀθῶος ἀπὸ τὴν σύγκλητο, ὁ Καλέκας τὸν ἐνέκλεισε σὲ μιὰ μονὴ μὲ φρουρά, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1342, καὶ ἀργότερα τὸν μετακίνησε σὲ ἄλλη μονὴ ποὺ ἦταν πλησιέστερη πρὸς τὸ πατριαρχεῖο. Μετὰ δύο μῆνες ὁ Γρηγόριος μαζὶ μὲ ἄλλους 16 μοναχοὺς κατέφυγαν στὴν ῾Αγία Σοφία, ἀλλὰ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1343 ὁ Καλέκας τοὺς συνέλαβε, μὲ τὸ πρόσχημα ὅτι ἄσυλο εἶναι τὰ εἰδικὰ γι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸ οἰκήματα καὶ ὄχι ὁ ναός. ᾿Εγκλείσθηκε τότε στὴ φυλακὴ τῶν ἀνακτόρων, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ παραμείνη ἐπὶ τέσσερα περίπου ἔτη, μαζὶ μὲ ἄλλους πολιτικοὺς κρατουμένους. Μὲ ἀπόφασι μιᾆς ἐνδημούσης συνόδου (1344) ἀποκόπηκε ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία μὲ τὴν κατηγορία ὅτι παρερμήνευε τὴν ἀπόφασι τῆς συνόδου τοῦ 1341 καὶ ὅτι ἠρνεῖτο τὴν μνημόνευσι τοῦ πατριάρχου στὶς ἀκολουθίες. Οἱ περιπέτειες αὐτὲς δὲν τὸν ἐμπόδισαν νὰ γράψη πλῆθος ἐπιστολιμαίων δοκιμίων καὶ πραγματειῶν, ἀνάμεσα στὶς ὁποῖες ἐξέχουν οἱ ᾿Αντιρρητικοὶ πρὸς ᾿Ακίνδυνον.
᾿Απὸ τὸ ἔτος 1346 ἄρχισε νὰ διαφαίνεται ἡ μεταβο¬λὴ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Κατόπιν παρεμβάσεως τῆς ῎Αννας στὶς 2 Φεβρουαρίου 1347 μιὰ σύνοδος ποὺ τὴν ἀπετέλεσαν ἀρχιερεῖς τῆς παρατάξεώς της κατεδίκασε κι ἐκήρυξε ἔκπτω¬το τὸν ᾿Ιωάννη Καλέκα. Τὸ βράδυ αὐτῆς τῆς ἡμέρας εἰσῆλ¬θε στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ ᾿Ιωάννης Καντα¬κουζηνός· ἡ ῎Αν¬να ἔστειλε σ᾿ αὐτὸν ἀντιπροσώπους γιὰ διαπραγματεύσεις τὸν Γρηγόριο Παλαμᾆ καὶ τὸν πενθερὸ τοῦ Καντακουζηνοῦ ᾿Ανδρόνικο ᾿Ασάνη, ποὺ ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπολύθηκαν ἀπὸ τὶς φυλακές. Τὸν πατριαρχικὸ θρόνο κατέλαβε ὁ ἡσυ¬χαστὴς ᾿Ισίδωρος, ποὺ ἐφρόντισε γιὰ τὴν ἐκλογὴ 30 νέων ἐπισκόπων πρὸς ἀναπλήρωσι τῶν με¬γάλων κενῶν. ῎Ετσι ἔλη¬ξε ἡ δεύτερη περίοδος τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος.
῾Ο διαπρεπέστερος ἀνάμεσα στοὺς ἐκλεγέντες τότε νέ¬ους ἐπισκόπους ὑπῆρξε ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς ποὺ ἐχει¬ρο¬τονήθηκε γιὰ τὴν ἕδρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Αλλὰ στὴν πόλι αὐτὴ τὰ πράγματα ἦσαν ταραγμένα ἀπὸ πενταετίας. Μιὰ κί¬νησις ποὺ ὡς ἀρχικὸ σκοπὸ εἶχε ν᾿ ἀντιδράση ἐναν¬τίον τῆς προσπάθειας τοῦ ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ νὰ ἀναρριχηθῆ στὸ θρόνο τοῦ Παλαιολόγου, ἐξελίχθηκε σὲ ὀχλοκρατία καὶ τέλος ἐπέβαλε καθεστὼς φιλικὸ πρὸς τοὺς Παλαιολόγους καὶ ἐχ¬θρικὸ πρὸς τὸν Καντακουζηνὸ καὶ τοὺς εὐγενεῖς τῆς πόλε¬ως ποὺ ἦσαν ὀπαδοί του. Τὸν κύριο ὄγκο τῶν ἐπαναστατῶν συγκροτοῦσαν οἱ λεγόμενοι Ζηλω¬ταί. Παλαιότερα οἱ ἱστορι¬κοὶ ἀναζητοῦσαν σ᾿ αὐτὴν τὴν ἀνταρσία κίνητρα δημοκρατικὰ καὶ ἀντεκκλησιαστικά, στηρίζοντας τὶς ἀπόψεις των σ᾿ ἕνα ἔργο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα, τὸ ὁποῖο ὅμως, ὅπως ἔδειξε ὁ I. ŠevcÚenko δὲν ἀναφέρεται στὴ Θεσσαλονίκη ἀλλὰ στὴν Κωνσταντινούπολι (DOP IX [1957] 80-171).
Οἱ Ζηλωταὶ ἐπῆραν τὸ ὄνομά τους ἀπὸ τὴν αὐστηρὴ θρησκευτικὴ μερίδα τῆς βυζαντινῆς κοινωνίας, ποὺ εὑρισκόταν σὲ ἀδιάκοπη ἀντίδρασι πρὸς τὶς πολιτικὲς ἐπεμβάσεις στὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα. Στὶς τάξεις των κυριαρχοῦσαν συνήθως ἀνέντακτοι μοναχοί, ἀλλὰ κατὰ τὶς διαδηλώσεις προσθέτονταν σ᾿ αὐτοὺς ἄνθρωποι πτωχοί, ἐπαῖτες καὶ περίεργοι. Μὲ τὸν καιρὸ ἡ μερίδα ἔλαβε διαφορετικὴ διαμόρφωσι, καὶ μάλιστα στὴ Θεσσαλονίκη αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ὑπερίσχυσε τὸ πολιτικὸ στοιχεῖο, χωρὶς πάντως νὰ ἐμφανίση αὐτὴ ἀντιθρησκευτικὲς καὶ ἀντεκκλησιαστικὲς τάσεις. Πρόσφυγες ποὺ ἦλθαν ἀπὸ τὰ ἐδάφη ποὺ εἶχαν καταλάβει πρόσφατα οἱ Σέρβοι καὶ προστέθηκαν στοὺς πτωχοὺς τῆς πόλεως, ἐπίεσαν τὴν ἡγεσία τῶν Ζηλωτῶν νὰ λάβη μέτρα σὲ βάρος τῶν πλουσίων ποὺ ἀπέληξαν σὲ κοινὴ λεηλασία. ᾿Εξωτερικὴ ἀφορμὴ ἐδόθηκε ἀπὸ τὴν διεκδίκησι τῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὸν Καντακουζηνό. ᾿Εναντίον αὐτοῦ ἐτάχθηκαν οἱ Ζηλωταὶ γιὰ δύο λόγους· πρῶτα, διότι ἦσαν ἀφοσιωμένοι στὴν οἰκογένεια τῶν Παλαιολόγων, τῆς ὁποίας ἐπίλεκτα μέλη διέμεναν κατὰ καιροὺς στὴ Θεσσαλονίκη κι ἐκυβερνοῦσαν τὴν περιοχή, καὶ δεύτερο, διότι ὁ Καντακουζηνὸς ἦταν θιασώτης τῆς ἐνισχύσεως τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, ἐνῶ τὸ πολιτικὸ κλῖμα τῆς Θεσσαλονίκης εὐνοοῦσε τὴ διοικητικὴ αὐτονομία.
᾿Επειδὴ ὁ Παλαμᾆς εὑρισκόταν πλέον στὸ πλευρὸ τοῦ Καντακουζηνοῦ, δὲν ἔγινε δεκτὸς ὡς ἀρχιεπίσκοπος τὸ 1347, παρὰ τὴν συμφιλίωσι τῶν δύο αὐτοκρατόρων ᾿Ιωάννη Ε¢ καὶ ᾿Ιωάννη ΣΤ¢. ῎Επειτα ἀπὸ πολύμηνη παραμονὴ στὸ ῞Αγιο ῎Ορος ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταντινούπολι, φέροντας ἐκεῖ προτάσεις τοῦ Σέρβου βασιλέως Στεφάνου Δουσάν. Σὲ μιὰ ἄλλη προσπάθειά του νὰ εἰσέλθη στὴν πόλι, οἱ Ζηλωταὶ προέβαλαν τὴν ἀξίωσι νὰ μὴ μνημονεύη τὸν Καντακουζηνὸ στὶς λειτουργίες μαζὶ μὲ τὸν Παλαιολόγο· ἀλλ᾿ αὐτὸς πιστὸς στοὺς δύο αὐτοκράτορες ἀρνήθηκε νὰ ὑποχωρήση. Μόνο, ὅταν ὁ Καντακουζηνὸς ἐπέβαλε αὐτοπροσώπως τὴν τάξι στὴ Θεσσαλονίκη, μπόρεσε νὰ εἰσέλθη σ᾿ αὐτὴν καὶ ὁ Γρηγόριος Παλαμᾆς, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1350. ᾿Ερχόμενος ὡς εἰρηνευτής, ἀνέπτυξε τὸ θέμα περὶ τῆς εἰρήνης καὶ ἑνότητος τόσο κατὰ τὴν πρώτη του ὁμιλία στὴ Θεσσαλονίκη, ὅσο καὶ στὴν εὐχὴ ποὺ ἀνέπεμψε πρὸς τὸ Θεὸ ἐμπρὸς στὴν πύλη τῆς πόλεως.
“῎Οντως εἰς βάθος ἐπέσαμεν, ὄντως δειναῖς σειραῖς ἁμαρτημάτων περιεσφίχθημεν... ᾿Απάλλαξον αὐτοὺς τῆς πρὸς ἀλλήλους ἔριδος· κατάλλαξον αὐτοὺς πρὸς ἑαυτοὺς καὶ πρὸς ἀλλήλους”.
Τὸ ποιμαντικὸ ἔργο τοῦ Παλαμᾆ διακόπηκε ἕξι μῆνες μετὰ τὴν ἐγκατάστασί του στὴν ἕδρα του, λόγω τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἡσυχαστικῆς ἔριδος ἀπὸ τὸν Νικηφόρο Γρηγορᾆ. ῾Ο Νικηφόρος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτοτέρους λογίους τοῦ Βυζαντίου κατὰ τοὺς τελευταίους αἰῶνες τοῦ βίου του, εἶχε δείξει μετριοπάθεια κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἂν καὶ ἦταν φίλος τοῦ Καντακουζηνοῦ· γι᾿ αὐτὸ κατέστη συμπαθὴς σὲ ὅλους. ᾿Αλλὰ μετὰ τὴν ἔκλειψι τοῦ ᾿Ακινδύνου ἀπὸ τὴ θεολογικὴ σκηνὴ παρουσιάσθηκε ὡς κατήγορος τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἀντιησυχαστικῆς μερίδος. ῾Η αἰτία τῆς ἐπεμβάσεώς του ὀφείλεται προφανῶς στὶς ἐπιθέσεις τῶν ῾Ησυχαστῶν ἐναντίον τῶν ἀναγεννητικῶν κινήσεων, στὶς ὁποῖες μετεῖχε ἐνεργῶς καὶ μάλιστα πρωταγωνιστοῦσε ὁ Γρηγορᾆς.
Πάντως, ἀφοῦ οἱ μεσολαβητικὲς προσπάθειες τοῦ ᾿Ιωάννη Καντακουζηνοῦ ἀπέτυχαν, συγκλήθηκε τὸ 1351 μιὰ σύνοδος, ποὺ ἐργάσθηκε σὲ δυὸ φάσεις καὶ κατεδίκασε τὸν Γρηγορᾆ καὶ τοὺς ἐπισκόπους ποὺ τὸν ὑποστήριζαν. Τὸν τόμο ποὺ συντάχθηκε κατὰ τὴν δεύτερη φάσι ὑπέγραψε καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Καντακουζηνός, ὁ ὁποῖος τὸν ἔφερε μὲ μεγαλοπρεπῆ πομπὴ στὸ βῆμα τῆς ῾Αγίας Σοφίας. ᾿Αργότερα τὸν ὑπέγραψε καὶ ὁ ᾿Ιωάννης Παλαιολόγος, ποὺ ἀπουσίαζε τότε, καθὼς καὶ ὁ δεύτερος συναυτοκράτωρ Ματθαῖος Καντακουζηνός. ᾿Εντὸς ὀλίγων ἐτῶν οἱ ἀποφάσεις ποὺ περιλαμβάνονται στὸν τόμο ἔγιναν δεκτὲς ἀπὸ ὅλη τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία, οἱ δὲ ἀντιδράσεις κατὰ τῶν ἡσυχαστῶν ὑπῆρξαν στὸ ἑξῆς μεμονωμένες καὶ ἀσήμαντες.
Γιὰ δεύτερη φορὰ διακόπηκε τὸ ποιμαντικὸ ἔργο ἀπὸ τὴν αἰχμαλωσία του. ῾Ο ᾿Ιωάννης Παλαιολόγος, ποὺ διέμενε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὴν βασιλομήτορα ῎Αννα, ἀνέλαβε νέο ἀγῶνα κατὰ τοῦ Καντακουζηνοῦ, ἀλλ᾿ ἔπειτα ἐκάμφθηκε κι ἐζήτησε τὴ μεσολάβησι τοῦ Παλαμᾆ γιὰ τὴν συμφιλίωσί του μὲ τὸν Καντακουζηνό, ἀλλ᾿ ὁ Παλαμᾆς δὲν κατώρθωσε ποτὲ νὰ ἐκπληρώση τὴν ἀποστολή του. Μεταβαίνοντας μὲ μιὰ τριήρη στὴν Κωνσταντινούπολι, ἀναγκάσθηκε νὰ προσορμισθῆ στὴν Καλλίπολι, τὴν ὁποία μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἶχαν καταλάβει οἱ Τοῦρκοι, πατώντας γιὰ πρώτη φορὰ αὐτονόμως τὸ ἔδαφος τῆς Εὐρώπης. Συνελήφθηκε αἰχμάλωτος ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸν Μάρτιο τοῦ 1354 μαζὶ μὲ μερικοὺς συνοδούς του. Οἱ Τοῦρκοι, ὅταν ἀντιλήφθηκαν ὅτι πρόκειται περὶ διασήμου ἀνδρός, ὥρισαν ὑψηλὸ τίμημα ὡς λύτρο γιὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του καί, ἕως ὅτου φανοῦν ἐκεῖνοι ποὺ θὰ τὸ πρόσφεραν, τὸν περιέφεραν σὲ πολλὲς πόλεις τῆς ἐπικρατείας των, ὅπως ἦταν ἡ Λάμψακος, ἡ Προῦσα καὶ ἡ Νίκαια.
῾Υπέστη μεγάλες ταλαιπωρίες ἐπὶ ἕνα ἔτος, ἀλλ᾿ εἶχε τὴν εὐκαιρία νὰ ἔρχεται σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς παράγοντες τῶν συρρικνωμένων ἑλληνικῶν κοινοτήτων τῆς Μικρᾆς ᾿Ασίας καὶ νὰ συζητῆ μὲ μουσουλμάνους θεολόγους. Μιὰ συζήτησι ἀνάμεσα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοὺς αἰνιγματικοὺς Χιόνες ὠργάνωσε ὁ ἐμίρης τῶν Τούρκων ᾿Ορχάν. ᾿Αβέβαιος γιὰ τὸ μέλλον τῆς αὐτοκρατορίας, μὲ χαρὰ ἐδέχθηκε τὴν πρόβλεψι ἑνὸς Τούρκου συνομιλητοῦ του περὶ μελλοντικῆς συμφωνίας τῶν ὀπαδῶν τῶν δύο θρησκευμάτων, ἀλλὰ βέβαια κατὰ τὴν ἰδική του ἑρμηνεία· κι εὐχήθηκε νὰ ἔλθη γρήγορα ἐκείνη ἡ ἡμέρα (᾿Επιστολὴ αἰχμαλωσίας, 11. Χρήστου, Συγγράμματα 4, 146).
῾Ο Γρηγόριος ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὰ χέρια τῶν Τούρκων κατόπιν καταβολῆς πλουσίων λύτρων. ῾Ως πρὸς τὴν προ¬έλευσι τῶν λύτρων ὑπάρχουν δύο εἰδήσεις διαφορετικές· κατὰ τὴν μία τὰ κατέβαλε ὁ αὐτοκράτωρ ᾿Ιωάννης Καντακουζηνός, ποὺ εἶχε παραιτηθῆ ἀπὸ τὸν θρόνο του πλέον, κατὰ τὴν ἄλλη τὰ κατέβαλαν Σέρβοι ἔμποροι ποὺ ἐνεργοῦσαν πιθανῶς γιὰ λογαριασμὸ τοῦ Στεφάνου Δουσάν, ὁ ὁποῖος πάντοτε ἐπεδίωκε τὸν προσεταιρισμὸ τοῦ Γρηγορίου πρὸς διευκόλυνσι τῶν πολιτικῶν του σχεδίων.
῞Οταν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσί του ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολι, εὑρέθηκε ἐμπρὸς σὲ σοβαρὲς μεταβολὲς στὴν πολιτεία καὶ τὴν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ᾿Ιωάννης Καντακουζηνὸς εἶχε ἐγκαταλείψει τὸ θρόνο κι ἐνδυθῆ τὸ μοναχικὸ ράσο, καὶ ὁ Κάλλιστος ἐπίσης ἔδωσε τὴν πατριαρχικὴ θέσι του σ᾿ ἕνα ἄλλο φίλο τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ, τὸν Φιλόθεο Κόκκινο.
Τὸ καλοκαίρι τοῦ 1355 ἔφθασε στὴν Κωνσταντινούπολι ὁ δυτικὸς ἐπίσκοπος Σμύρνης Παῦλος, λεγᾆτος τοῦ πάπα ᾿Ιννοκεντίου ΣΤ¢, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα ᾿Ιωάννη Ε¢ νὰ ἰδῆ καὶ ἀκούση ὁμιλοῦντα τὸν Παλαμᾆ. Καὶ πράγματι ὁ αὐτοκράτωρ ἐκάλεσε τὸν Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος ἀνέπτυξε τὶς ἀπόψεις του ἐνώπιον καὶ τοῦ λεγάτου. ῾Ο παπικὸς λεγᾆτος, ἂν καὶ γνώστης τῆς ἑλληνικῆς, ὡς ῞Ελλην ἀπὸ τὴν Καλαβρία, δὲν ἔλαβε μέρος στὴ συζήτησι, ἴσως διότι δὲν ἤθελε νὰ τιμήση μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἕνα κατὰ τὴν ἄποψί του αἱρεσιάρχη ἢ διότι δὲν ἦταν ἕτοιμος γιὰ τέτοια θεολογικὴ συζήτησι. Μετὰ τὴν διάλεξι ὁ λεγᾆτος εἶπε ἰδιαιτέρως στὸν αὐτοκράτορα ὅτι πολλὰ λέγει ὁ Παλαμᾆς, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι μάταια. Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ κινήσεις τοῦ λεγάτου ἀποτελοῦσαν μέρος ἑνὸς σχεδίου τοῦ ᾿Ιωάννη Ε¢ Παλαιολόγου γιὰ τὴν προσέγγισι τῶν ρωμαιοκαθολικῶν θέσεων, κάτι ποὺ θὰ ἐξασφάλιζε στρατιωτικὲς ἐνισχύσεις.
Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ αὐτοκράτωρ, κατὰ παράκλησι πάλι τοῦ λεγάτου, ὠργάνωσε μιὰ συζήτησι μεταξὺ τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾆ καὶ τοῦ Νικηφόρου Γρηγορᾆ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γνώσεως καὶ τοῦ φωτός, ἀπὸ τὴν ὁποία ἀπέρρευσε μιὰ σειρὰ πραγματειῶν καὶ τῶν δύο ἀνδρῶν.
Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1355 ὁ Γρηγόριος ἐπέστρεψε στὴ Θεσσαλονίκη ὅπου παρέμεινεν ἀδιατάρακτος ἐπὶ τέσσερα ἔτη καὶ πλέον μέχρι τοῦ θανάτου του (1359) καὶ ἐπέδειξε τὰ πλούσια ποιμαντικὰ προσόντα του. ᾿Επότισε ἀφθόνως μὲ τὸν ζωτικό του λόγο τὶς διψασμένες ψυχὲς τοῦ ποιμνίου, καθοδήγησε μεθοδικῶς τὰ μοναχικὰ φροντιστήρια τῆς μητροπόλεως κι ἐπιμελήθηκε τοῦ κοινωνικοῦ ἔργου, ἔχοντας συμπαραστάτρια τὴ βασίλισσα ῎Αννα, ποὺ διοικοῦσε τὴν πόλι. Τὸ ἔργο του τώρα δὲν διαταράχθηκε παρὰ μόνο ἀπὸ τὴν ἀρρώστια, μιὰ νέα βαρύτερη φάσι παλαιᾆς ἀσθενείας τῶν σπλάγχνων, ποὺ ἐπέφερε καὶ τὸν θάνατό του, τὴν 14 Νοεμβρίου 1359 σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν, μετὰ ἀρχιερατεία δώδεκα καὶ ἡμίσεως ἐτῶν, τῶν ὁποίων τὰ μισὰ περίπου ἐπέρασε ἐκτὸς ἕδρας.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μαρ 21, 2011 9:23 am
από paulina
21 Μαρτίου
ΜΙΧΑΗΛ ὁ ἐκ ΓΡΑΝΙΤΣΗΣ ΑΓΡΑΦΩΝ,
νεομάρτυς († 21.3.1544)
῾Ο νεομάρτυς Μιχαὴλ καταγόταν ἀπὸ τὴ Γρανίτσα τῶν ᾿Αγράφων, χωριὸ τῆς Εὐρυτανίας. Μολονότι οὔτε στὸ ἀρχικὸ του οὔτε στὴν ᾿Ακολουθία του, κείμενα ποὺ γράφτηκαν σχεδὸν ἀμέσως μετὰ τὸ μαρτύριό του, δὲν τοῦ ἀποδίδεται τὸ ἐπώνυμο Μαυρουδῆς, ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης τὸ χρησιμοποίησε γιὰ τὸν Μιχαήλ, κατὰ τὴν παράφραση τοῦ ἀρχικοῦ Βίου, συγχέοντάς τον προφανῶς μὲ τὸν ὁμώνυμό του νεομάρτυρα Μιχαὴλ Μαυροειδῆ, ποὺ καταγόταν καὶ μαρτύρησε στὴν ᾿Αδριανούπολη περὶ τὸ 1490. ῍Αν καὶ οἱ δύο ταυτώνυμοι νεομάρτυρες ἔχουν διακριθεῖ σὲ σύγχρονες εἰδικὲς μελέτες (ἀπὸ τὸν S. Pétridès σὲ ἄρθρο του στὸ περιοδικὸ ΕΟ 14 [1911] 333-334 καὶ ἀπὸ τὸν Δ. Σοφιανὸ στὸ περιοδικὸ BNJ 21 [1971-1976] 233-235 καὶ σὲ ἄλλες μεταγενέστερες μελέτες του), ὡστόσο ἡ σύγχυση καὶ ἡ ταύτισή τους σ᾿ ἕνα πρόσωπο ἐξακολουθοῦν νὰ ὑφίστανται καὶ νὰ διαιωνίζονται ἕως σήμερα.
Οἱ εὐσεβεῖς γονεῖς τοῦ Μιχαήλ, Δημήτριος καὶ Στατήρα, τοῦ μετέδωσαν ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία τὴν ἀγάπη πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν σεβασμὸ πρὸς τὶς ἐντολές Του. ῞Οταν ἐνηλικιώθηκε, νυμφεύθηκε καὶ μετανάστευσε στὴ Θεσσαλονίκη, πόλη ποὺ ἐπισκεπτόταν συχνὰ καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, καὶ ἐξασκοῦσε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ἀρτοπώλη. ῾Ο Μιχαὴλ διακρινόταν γιὰ τὴν ἐλεήμονα φύση του καὶ ἦταν ἐξαιρετικὰ φιλακόλουθος, ἐπιπλέον δὲ εἶχε ἐκδηλώσει καὶ τὴν ἐπιθυμία νὰ μονάσει, ἀπὸ τὴν ὁποία ὡστόσο τὸν ἀπέτρεπαν πολλοὶ γνωστοί του, προβάλλοντάς του ὡς ἐπιχείρημα πὼς δὲν τοῦ ἐπιτρεπόταν νὰ πράξει κάτι τέτοιο ἐὰν δὲν συνηγοροῦσε καὶ ἡ σύζυγός του.
῾Ωστόσο, στὶς 17 Μαρτίου, Δευτέρα μετὰ τὴν Κυριακὴ τῆς Σταυροπροσκυνήσεως, ὁ Μιχαὴλ ἔλαβε ἀπὸ τὸν πνευματικό του πατέρα τὴν εὐλογία νὰ ὑλοποιήσει τὴν ἀπόφασή του. Μετὰ τὸ τέλος τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἑσπερινοῦ ἔφυγε βιαστικὰ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ ἀρτοπωλεῖο του, ὅπου λίγο ἀργότερα πῆγε καὶ ἕνας γνώριμός του νεαρὸς μωαμεθανὸς γιὰ νὰ ἀγοράσει ψωμί. ῾Ο Μιχαήλ, συζητώντας μαζί του, ἄρχισε νὰ καταφέρεται μὲ δριμύτητα ἐναντίον τῆς μωαμεθανικῆς θρησκείας, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ καταγγελθεῖ ἀπὸ τὸ παιδὶ σὲ κάποιο μωαμεθανὸ νομοδιδάσκαλο, ποὺ κατὰ συγκυρία περνοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ. ῾Ο Μιχαὴλ ἐξακολούθησε νὰ κατηγορεῖ τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία ὡς ψεύτικη, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ συλληφθεῖ λίγο ἀργότερα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν Τούρκων ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω του καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ δικαστὴ τῆς πόλεως.
᾿Ιδιαίτερο ἐνδιαφέρον παρουσιάζει ὁ διάλογος τοῦ Μιχαὴλ μὲ τὸν ὀθωμανὸ δικαστή, ὁ ὁποῖος κατέγραφε ἀναλυτικὰ τὶς ἀπαντήσεις του σὲ συντασσόμενο πρακτικό· πρόκειται γιὰ ἕνα ἐκτενὲς διαλογικὸ κείμενο, ὅπου ἐκτίθενται μὲ θεολογικὴ ἀκρίβεια τὰ δόγματα τῆς χριστιανικῆς πίστεως περὶ τοῦ Θεοῦ, τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Θεοτόκου. Πρόσφατα ἐντοπίσθηκε (στὸ ἄρθρο τοῦ καθηγητῆ Β. Φανουργάκη, “Μάρτυρες-Νεομάρτυρες...”, σσ. 189-192) ἡ σαφὴς σχέση καὶ ἐξάρτηση τῆς ἀπολογίας τοῦ Μιχαὴλ ἀπὸ τὴ Διάλεξη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ πρὸς τοὺς ἀθέους Χιόνας. Καθίσταται λοιπὸν προφανὲς ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ Μαρτυρίου τοῦ νεομάρτυρος Μιχαὴλ παρέθεσε σχεδὸν αὐτούσια τὴν ὁμολογία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾆ σ᾿ ἕνα παρόμοιο ἐπεισόδιο, δηλαδὴ σ᾿ ἕνα διάλογο μεταξὺ ἑνὸς ὀρθοδόξου καὶ ἑνὸς μωαμεθανοῦ.
῾Ο κριτὴς ἔδωσε στὴ συνέχεια ἐντολὴ νὰ ραβδίσουν τὸν Μιχαὴλ καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ φυλακή, ὅπου λίγο ἀργότερα τὸν ἐπισκέφθηκαν μερικοὶ χριστιανοί, ποὺ εἶχαν παρακολουθήσει τὴν ὁμολογία του καὶ εἶχαν μεταφέρει τὴν εἴδηση στὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Μητροφάνη, ὁ ὁποῖος ἦταν καὶ ὁ πνευματικὸς πατέρας τοῦ Μιχαήλ. ῾Ο Μητροφάνης τοὺς ἀπέστειλε στὸ δέσμιο Μιχαὴλ γιὰ νὰ τὸν ἐμψυχώσουν· ἔκπληκτοι ὅμως διεπίστωσαν τὴν ἠρεμία καὶ τὴ χαρὰ ποὺ τὸν διέκρινε, καθὼς καὶ τὴν ἀποφασιστικότητά του γιὰ τὸ μαρτύριο.
Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ ἴδιοι χριστιανοὶ ἐπισκέφθηκαν καὶ πάλι τὸν Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος τοὺς ἀπεκάλυψε ὅτι κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προηγούμενης νύχτας τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὁ Χριστός, ἐνθαρρύνοντάς τον στὴν ἀπόφασή του καὶ εὐλογώντας τον.
Τὴν Πέμπτη τῆς Μεσονηστίμου ὁ Μιχαὴλ ὁδηγήθηκε σὲ ἀνώτερο δικαστή, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ τοῦ ἀνέγνωσε τὸ πρακτικὸ τῆς ὁμολογίας του καὶ τὸν πληροφόρησε ὅτι ἀντιμετώπιζε τὸν κίνδυνο νὰ καταδικαστεῖ στὸν διὰ πυρᾆς θάνατο, προσπάθησε μὲ ὑποσχέσεις νὰ τὸν πείσει νὰ ἐξομώσει, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. ῾Η παρρησία τοῦ Μιχαὴλ συγκλόνισε ἀκόμη καὶ τὸν δικαστή, ὁ ὁποῖος ὡστόσο ἐξέδωσε καταδικαστικὴ ἀπόφαση, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Μιχαὴλ καταδικάστηκε νὰ ριφθεῖ στὴ φωτιὰ στὶς 3 μ.μ. τὴν ἴδια ἡμέρα (Πέμπτη 20 πρὸς 21 Μαρτίου 1544). ῾Ο ἔπαρχος τῆς πόλεως ὁδήγησε τὸν Μιχαὴλ στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου, λίγα μέτρα βορείως τοῦ ἱεροῦ τοῦ ναοῦ τῆς ῾Υπαπαντῆς τοῦ Χριστοῦ, ὅπου σήμερα ἔχει ἀνεγερθεῖ μικρὸ προσκυνητάριο ἀφιερωμένο στὴ μνήμη του, μὲ ἐντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα ποὺ παρέχει πληροφορίες περὶ τοῦ μαρτυρίου του. ᾿Εκεῖ εἶχε συγκεντρωθεῖ πλῆθος κόσμου· οἱ Τοῦρκοι εἶχαν περιστοιχίσει τὸν μάρτυρα χλευάζοντάς τον, ἐνῶ οἱ χριστιανοὶ βρίσκονταν σὲ ἀπόσταση, διότι οἱ Τοῦρκοι δὲν τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ πλησιάσουν. ᾿Αφοῦ τὸν γύμνωσαν καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὴν πυρά, ὁ ἔπαρχος τῆς πόλεως προσπάθησε καὶ πάλι χωρὶς ἀποτέλεσμα νὰ κάμψει τὸ μαρτυρικὸ φρόνημα τοῦ Μιχαὴλ μπροστὰ στὴ θέα τῆς φωτιᾆς. ῾Ο Μιχαὴλ ὑπέμεινε μὲ καρτερία τὸ μαρτύριό του, ἐπισφραγίζοντας μὲ τὸ αἷμα του τὴν ἀκλόνητη ὁμολογία τῆς πίστεώς του.
Τὸ 1544 ὡς ἔτος τοῦ μαρτυρίου τοῦ Μιχαήλ, ἂν καὶ δὲν ἀναγράφεται στὸ Μαρτύριό του, μαρτυρεῖται ὡστόσο σὲ σημειώσεις ποὺ βρίσκονται στοὺς κώδικες 199 τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων καὶ Ι-15/2 τῆς ῾Εταιρείας Μακεδονικῶν Σπουδῶν στὴ Θεσσαλονίκη, οἱ ὁποῖοι περιέχουν τὸ Βίο, τὴν ᾿Ακολουθία καθὼς καὶ ἄλλα κείμενα γιὰ τὸ νεομάρτυρα Μιχαήλ. ῾Ωστόσο, ὁ ἐκδότης τῆς παραφράσεως τοῦ Βίου, Λ. Παπαντωνίου, μετέγραψε ἐσφαλμένα τὸ ἔτος τοῦ μαρτυρίου του ἀπὸ 7052 (=1544) ἀπὸ κτίσεως κόσμου, σὲ 1752 μ.Χ., μὲ ἀποτέλεσμα τὸ σφάλμα αὐτὸ σχετικὰ μὲ τὴ χρονολόγηση τοῦ μαρτυρίου τοῦ Μιχαὴλ νὰ μεταδοθεῖ καὶ σὲ μεταγενέστερες μελέτες.
Παρόμοιο πρόβλημα προέκυψε σχετικὰ καὶ μὲ τὴν ἡμέρα τοῦ ἑορτασμοῦ τῆς μνήμης τοῦ Μιχαήλ. ῍Αν καὶ οἱ κώδικες ποὺ διασώζουν τὸ κείμενο τοῦ ἀρχικοῦ Βίου καὶ τῆς ἀρχικῆς ᾿Ακολουθίας του, ἀναγράφουν ὡς ἡμέρα τῆς ἑορτῆς του τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ὡστόσο ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης στὸ Συναξαριστή του καὶ ὁ Σπυρίδων Λαυριώτης, ἐκδότης δημώδους διασκευῆς τοῦ Μαρτυρίου του, ἀναγράφουν ὡς ἡμέρα μνήμης τοῦ μαρτυρίου του τὴν 10η Μαρτίου. ῾Ο Λ. Παπαντωνίου (ὅ.π., σ. 3) σημειώνει μία δεύτερη ἑορτολογικὴ μετατόπιση τῆς μνήμης του, ὑποστηρίζοντας πώς, ἐπειδὴ ἡ ἑορτὴ τοῦ Μιχαὴλ ἐνέπιπτε πάντοτε τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, ἀποφασίστηκε ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖο Κωνσταντινουπόλεως ἡ μετάθεσή της κατὰ τὴν Πέμπτη τῆς Διακαινησίμου ἑβδομάδος. ᾿Επίσης, ἀπὸ τὸ 1949 εἶχε καθιερωθεῖ ὁ ἑορτασμὸς τῆς μνήμης τοῦ νεομάρτυρος στὸ ναὸ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς Ν. ᾿Ελβετίας στὴν ᾿Αθήνα, κατὰ τὴν Κυριακὴ τοῦ Θωμᾆ.
Εἰκονογραφικὲς παραστάσεις τοῦ νεομάρτυρος Μιχαὴλ τοῦ ἐξ ᾿Αγράφων σώζονται σὲ ἀρκετὲς τοιχογραφίες καὶ φορητὲς εἰκόνες, στὸ μακεδονικὸ καὶ θεσσαλικὸ χῶρο. ῾Η ἀρχαιότερη παράστασή του, χρονολογημένη τὸ 1549, ἔχει ἐντοπισθεῖ στὴ μονόκλιτη βασιλικὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Μιχαὴλ κοντὰ στὴν Αἰανὴ Κοζάνης. ῎Αλλες τοιχογραφίες ἢ φορητὲς εἰκόνες του σώζονται στὸ καθολικὸ τῆς μονῆς ἁγ. Δημητρίου Βλάστης, στὶς θεσσαλικὲς μονὲς Κορώνης καὶ Δουσίκου, στὸ ναὸ τῆς ῾Υπαπαντῆς στὴ Θεσσαλονίκη καὶ στὸ σκευοφυλάκιο τῆς μονῆς Βλατάδων.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Μαρ 24, 2011 3:08 pm
από paulina
25 Μαρτίου
ΣΕΝΟΥΦΙΟΣ ὁ ΣΗΜΕΙΟΦΟΡΟΣ, ὅσιος (9ος αἰ.)
Τὸ ὄνομα τοῦ ὁσίου Σενουφίου συνδέεται μὲ τὴ θαυματουργικὴ ἀποκάλυψη τοῦ περίφημου ψηφιδωτοῦ τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς Λατόμου (σημ. ῞Οσιος Δαβίδ), στὸ ὁποῖο εἰκονίζεται, σὲ μία μοναδικὴ παράσταση μὲ ἀποκαλυπτικὸ περιεχόμενο, ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς κρατώντας ἀνοικτὸ εἰλητάριο καὶ καθισμένος σὲ φωτεινὴ νεφέλη, μὲ τοὺς προφῆτες ᾿Αββακοὺμ καὶ ᾿Ιεζεκιὴλ ἑκατέρωθεν καὶ τὰ τέσσερα πτερωτὰ ζῶα τῆς ᾿Αποκαλύψεως, μὲ τὰ ὁποῖα συμβολίζονται οἱ τέσσερις εὐαγγελιστές, στὶς τέσσερις γωνίες τοῦ ψηφιδωτοῦ.
Σύμφωνα μὲ τὴ Διήγηση περὶ τῆς θεανδρικῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τῆς φανερωθείσης ἐν τῇ κατὰ Θεσσαλονίκη μονῇ τῶν Λατόμων, ἔργο τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου ᾿Ιγνατίου, χρονολογούμενο πιθανότατα τὸν 11ο αἰώνα, ἡ ψηφιδωτὴ παράσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ παρουσιάστηκε μὲ θαυματουργικὸ τρόπο στὴν ἀνατολικὴ ἀψίδα ἑνὸς κτίσματος στὴν ἄνω πόλη, στὸ ὁποῖο διέμενε ἡ Θεοδώρα, κόρη τοῦ Μαξιμιανοῦ καὶ τὸ ὁποῖο εἶχε μετατρέψει σὲ εὐκτήριο οἶκο, στὴν ἴδια ἀκριβῶς θέση, ὅπου εἶχε δώσει ἐντολὴ σὲ κάποιο ζωγράφο, νὰ ζωγραφίσει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας. Τὸ ψηφιδωτὸ αὐτὸ διασώθηκε ἐπικαλυμμένο καὶ ἐπιχρισμένο μὲ φροντίδα τῆς Θεοδώρας ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ πατέρα της, ὁ ὁποῖος ὅταν πληροφορήθηκε τὴ μετατροπὴ τοῦ κτηρίου, ποὺ εἶχε παραχωρήσει στὴν κόρη του ὡς χῶρο διαμονῆς, σὲ χριστιανικὸ ναό, ἔδωσε διαταγὴ νὰ τὸ πυρπολήσουν.
Σύμφωνα μὲ τὴ Διήγηση τοῦ ᾿Ιγνατίου, τὸ κτίσμα ποὺ εἶχε ἀνοικοδομηθεῖ καὶ λειτουργοῦσε ὡς δημόσιο λουτρό, μετατράπηκε, μετὰ τὴν ἄνοδο χριστιανῶν αὐτοκρατόρων στὸ ρωμαϊκὸ θρόνο, σὲ μοναστήρι τιμώμενο στὸ ὄνομα τοῦ προφήτη Ζαχαρία.
Αἰῶνες ἀργότερα, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς βασιλείας τοῦ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Λέοντος Ε¢ τοῦ ᾿Αρμενίου (813-820), ὁ Σενούφιος, μοναχὸς στὴν ἔρημο τῆς αἰγυπτιακῆς Νητρίας, φημισμένος γιὰ τὴν αὐστηρὴ ἄσκησή του καὶ τὴν παρρησία του πρὸς τὸ Θεό, ζητοῦσε διαρκῶς στὶς προσευχές του νὰ τοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ μορφὴ τὴν ὁποία θὰ ἔχει ὁ Κύριος κατὰ τὴν ἐν δόξει δεύτερη ἔλευσή του στὴ γῆ. ῾Η ἀπάντηση τοῦ δόθηκε ἀπὸ θεία φωνὴ ποὺ τὸν καλοῦσε νὰ ταξιδέψει στὴ Θεσσαλονίκη καὶ νὰ ἐπισκεφθεῖ τὴ μονὴ τῶν Λατόμων, γιὰ τὴν ὁποία γνωρίζουμε ὅτι ὑφίσταται ἤδη ἀπὸ τὸν 5ο αἰώνα, μὲ τὴ διαβεβαίωση ὅτι ἐκεῖ θὰ τοῦ ἀποκαλυπτόταν ἡ μορφὴ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία.
῾Ο Σενούφιος ὑπάκουσε στὸ θεῖο παράγγελμα· ἐγκατέλειψε τὸ μοναχικὸ κελλί του στὴ Νητρία καὶ κατόρθωσε, μετὰ ἀπὸ ἀρκετὴ ταλαιπωρία καὶ κινδύνους, νὰ φθάσει ὁδικῶς στὴ Θεσσαλονίκη. Παρὰ τὴ μεγάλη κόπωσή του, κατευθύνθηκε ἀμέσως πρὸς τὴ μονὴ Λατόμου, ὅπου ἄρχισε νὰ ἐρωτᾆ τοὺς μοναχοὺς καὶ νὰ ἐρευνᾆ γιὰ νὰ ἐντοπίσει τὴν ἀπεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως τοῦ εἶχε ὑποδειχθεῖ μὲ τὸ θεῖο ὅραμα.
῞Οταν οἱ πατέρες τῆς μονῆς τὸν διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν ὑπῆρχε τέτοια παράσταση στὴ μονή τους, ἀλλὰ οὔτε καὶ σὲ καμμία ἄλλη μονὴ ἢ ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης, ὁ γέροντας Σενούφιος καταλήφθηκε ἀπὸ ἀθυμία, θεωρώντας πὼς ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τοὺς δαίμονες. Παρέμεινε ὡστόσο ἐκεῖ ἐπὶ ἕξι μῆνες, ἐλπίζοντας στὴν πιθανὴ εὕρεση τῆς ποθούμενης παραστάσεως τοῦ Χριστοῦ.
Τελικὰ ἐπέστρεψε στὴ Νητρία, ὅπου ἡ ἴδια φωνὴ τὸν διαβεβαίωσε καὶ πάλι ὅτι δὲν εἶχε ἐξαπατηθεῖ καὶ πὼς ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει στὴ μονὴ τῶν Λατόμων, ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθει καὶ τὸ ὁσιακὸ τέλος του. ῾Ο Σενούφιος μετέβη γιὰ δεύτερη φορὰ στὴ Θεσσαλονίκη καὶ διέμενε σὲ ἕνα κελλὶ τῆς μονῆς Λατόμου.
῞Οταν κάποια ἡμέρα βρισκόταν μόνος του ἐντὸς τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς, συνέβη ἕνα παράδοξο γεγονός: “γίνεται αἰφνιδὸν λαίλαμψ τε καὶ σεισμός, καὶ πρὸς τούτοις βροντῶν οἷα ῥῆξις, ὡς ἐκ τούτων καὶ τὰ θεμέλια δονεῖσθαι τοῦ ναοῦ δοκεῖν”. Αὐτὴ ἡ αἰφνίδια δόνηση προκάλεσε τὴν ἀποκόλληση τοῦ δέρματος καὶ τῶν πλίνθων ποὺ κάλυπταν τὴν παράσταση τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, ὕστερα ἀπὸ σχετικὴ μέριμνα τῆς κόρης τοῦ Μαξιμιανοῦ Θεοδώρας. Τότε “ὁ ἱερὸς ἐκεῖνος τοῦ Κυρίου χαρακτὴρ δίκην ἡλίου σελαγίζοντος μέσον τῆς νεφέλης ἀνεφάνη πυρσοφανῶν”. ῾Ο γέροντας Σενούφιος, εὑρισκόμενος στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, βλέποντας τὴν περίφημη ψηφιδωτὴ παράσταση, εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα του.
Οἱ πατέρες τῆς μονῆς ἔσπευσαν ἀμέσως καὶ ἀντίκρυσαν τὸ παράδοξο ἐκεῖνο θέαμα. Στὴ συνέχεια τέλεσαν τὴν ταφὴ τοῦ Σενουφίου στὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἀντίκρυσε τὸ ἱερὸ ἐκτύπωμα τῆς μορφῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ κοιμήθηκε. ῾Η ταφὴ τοῦ σκηνώματος τοῦ ὁσίου γέροντος Σενουφίου συνοδεύτηκε ἀπὸ πλῆθος θαυμάτων, τὰ ὁποῖα, σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία τοῦ ᾿Ιγνατίου, συνεχίζονταν ὡς τὶς μέρες του.
῾Η κοίμηση τοῦ ὁσίου Σενουφίου χρονολογεῖται περὶ τὰ μέσα τοῦ 9ου αἰώνα, ἐνῶ ὁ τάφος του ἔχει ἐντοπισθεῖ στὸ δάπεδο τοῦ καθολικοῦ τῆς μονῆς (῞Οσιος Δαβίδ), μπροστὰ καὶ λίγο δεξιὰ ἀπὸ τὴν ῾Ωραία Πύλη, ὅπου ἐντοπίστηκαν καὶ ἄλλοι πέντε τάφοι. ᾿Εντὸς τοῦ τάφου, ὁ ὁποῖος καλύπτεται ἀπὸ μαρμάρινη κινητὴ πλάκα, βρέθηκε τὸ τίμιο λείψανό του, καθὼς καὶ ἡ σιδερένια ζώνη του, ἡ ὁποία φυλάσσεται στὸ ἐπιτροπικὸ τοῦ ναοῦ τοῦ ὁσίου Δαβίδ.
Τὸ μοναχὸ Σενούφιο ταυτίζουν σύγχρονοι ἐρευνητὲς μὲ τὸν ὅσιο Σενούφιο τὸ σημειοφόρο, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη ἀπαντᾆται στοὺς Συναξαριστὲς τὴν 25η Μαρτίου. ῞Οπως προκύπτει ἀπὸ τὴ Διήγηση τοῦ ᾿Ιγνατίου, ὁ Σενούφιος ὑπῆρξε πράγματι σημειοφόρος, ἀφοῦ προκάλεσε τὴ θαυματουργικὴ ἀποκάλυψη τοῦ ψηφιδωτοῦ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, καθὼς καὶ σωρεία ἰάσεων μετὰ θάνατον.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Μαρ 24, 2011 3:13 pm
από paulina
25 Μαρτίου
ΑΝΔΡΕΑΣ, ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης
(τέλη 5ου/ἀρχὲς 6ου αἰ.)
Στὴν ὁμιλία τοῦ ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης Λέοντος τοῦ Φιλοσόφου στὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ποὺ ἐκφωνήθηκε στὶς 25 Μαρτίου τοῦ 842, γίνεται μνεία τοῦ ἐπισκόπου Θεσσαλονίκης “᾿Ανδρέου τοῦ ἐν ἁγίοις τὴν μνήμην”. ῾Ο Λέων προσθέτει δύο πολὺ σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα: ὅτι καταγόταν ἀπὸ τὴν ῾Ιεράπολη τῆς Συρίας, κοντὰ στὸν ποταμὸ Εὐφράτη, καὶ ὅτι ἀνῆλθε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸν Εὐξίθεο ἢ Εὐδόξιο. ᾿Ιδιαίτερα σημαντικὴ εἶναι ἡ διευκρίνιση τοῦ Λέοντος γιὰ τὰ χρονικὰ πλαίσια στὰ ὁποῖα κυμάνθηκε ἡ ἀρχιερατεία τοῦ ἐπισκόπου ᾿Ανδρέα: “ἐπὶ Ζήνωνος (474-491) μὲν προαχθεὶς τοῦ βασιλέως εἰς τὴν τῆς ἀρχιερωσύνης ἡγεμονίαν, ἐπὶ ᾿Αναστασίου (491-518) δὲ μετὰ Ζήνωνα τὸν πλείονα τῆς ἀρχιερωσύνης διανύσας χρόνον”. ῾Η χρονολόγηση αὐτὴ διευρύνει τὰ χρονικὰ ὅρια ποὺ ἔθεταν οἱ ἐρευνητὲς ἕως σήμερα, τοποθετώντας, μὲ βάση τὶς σωζόμενες μαρτυρίες, τὸ τέλος τῆς ἀρχιερατείας του πρὸς τὰ τέλη τοῦ 5ου αἰ., ἐφόσον πρέπει νὰ θεωρηθεῖ πολὺ πιθανὸ πὼς ἐπεκτάθηκε τουλάχιστον καὶ στὴν πρώτη δεκαετία τοῦ 6ου αἰ., ἀφοῦ διένυσε “τὸν πλείονα τῆς ἀρχιερωσύνης χρόνον” κατὰ τὴν περίοδο τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορος ᾿Αναστασίου.
Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἀρχιερωσύνης τοῦ ἐπισκόπου ᾿Ανδρέα ἐπιτελέσθηκε καὶ τὸ θαῦμα μὲ τὴ δεκαπεντάχρονη κωφάλαλη ἑβραία, ποὺ διηγεῖται διεξοδικὰ στὴν ὁμιλία του ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λέων. Δὲν γνωρίζουμε ὡστόσο τὴν πηγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία ἄντλησε ὁ Λέων ὁ Φιλόσοφος τὶς χρονολογικὲς καὶ προσωπογραφικὲς πληροφορίες γιὰ τὸν ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα, καθὼς καὶ τὴν πληροφορία τῆς ἔνταξής του “ἐν ἁγίοις”.
᾿Ιδιαίτερα σημαντικὴ εἶναι ἡ ψηφιδωτὴ ἐπιγραφὴ “ΥΠΕΡ ΕΥΧΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΑΠΙΝΟΥ” ποὺ βρίσκεται στὸ τρίβηλο τοῦ νάρθηκα τοῦ ναοῦ τῆς ᾿Αχειροποιήτου, ἡ ὁποία χρονολογεῖται στὴ δεκαετία 450-460 μ.Χ. ῾Ο ᾿Ανδρέας τῆς ἐπιγραφῆς ταυτίσθηκε μὲ τὸν πρεσβύτερο ᾿Ανδρέα, ποὺ ἐκπροσώπησε τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Εὐξίθεο στὴ Δ¢ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Εἶναι ὡστόσο πολὺ πιθανὴ ἡ ταύτιση τοῦ ᾿Ανδρέου τῆς ἐπιγραφῆς, καθὼς καὶ τοῦ πρεσβυτέρου ᾿Ανδρέα μὲ τὸν ἐν ἁγίοις ἐπίσκοπο ᾿Ανδρέα, ὁ ὁποῖος διαδέχθηκε στὸν ἀρχιεπισκοπικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης τὸν Εὐξίθεο. Τὴν ταύτιση καθιστᾆ πιθανώτερη τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ θαῦμα μὲ τὴν κωφάλαλη ἑβραιοπούλα, ποὺ διηγεῖται ὁ ἀρχιεπίσκοπος Λέων, συντελέσθηκε στὸ ναὸ τῆς ᾿Αχειροποιήτου, ἀναφορὰ ἡ ὁποία, σύμφωνα μὲ τοὺς ἐρευνητές, παρέχει τὴν ἀρχαιότερη πληροφορία γιὰ τὸ ναὸ τῆς ᾿Αχειροποιήτου.
᾿Απὸ τὴν ἐπισκοπικὴ θητεία τοῦ ᾿Ανδρέα, ἰδιαίτερα βαρύνουσα σημασία ἔχει ἡ στάση του ἔναντι τοῦ θεσμοῦ τοῦ Βικαριάτου, ἀφοῦ ἀντέδρασε τόσο ἐναντίον τῆς οὐσιαστικῆς λειτουργίας τοῦ Βικαριάτου ὅσο καὶ κατὰ τῶν παπικῶν ἀξιώσεων ἐν γένει ἐπὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐπαρχίας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μαρ 27, 2011 7:52 pm
από paulina
27 Μαρτίου
ΜΑΤΡΩΝΑ ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ, μάρτυς
῾Η ὁσία Ματρώνα συγκαταλέγεται μεταξὺ τῶν μαρτύρων τῶν πρώτων αἰώνων τῆς ᾿Εκκλησίας μας, κατὰ τὴν περίοδο τῶν διωγμῶν. ῎Εζησε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἔντονη δραστηριότητά της νὰ διδάσκει μὲ τὸ παράδειγμά της καὶ νὰ προτρέπει ἄτομα τοῦ περιβάλλοντός της νὰ ἀσπασθοῦν τὸ Χριστιανισμό. ῾Υπῆρξε ἀκόλουθος μιᾆς πλούσιας καὶ εὐγενοῦς ᾿Ιουδαίας, μὲ τὸ ὄνομα Παντίλλα ἢ Παυτίλλα, ἡ ὁποία ἦταν σύζυγος τοῦ στρατοπεδάρχη τῆς Θεσσαλονίκης. Καθημερινὰ συνόδευε τὴν κυρία της στὴ συναγωγὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὡστόσο δὲν πήγαινε ἡ ἴδια, διότι κρυφὰ κατέφευγε σὲ χριστιανικὸ ναό, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ.
Μοιραῖα, ὅμως, ἐπειδὴ γιὰ πολὺ καιρὸ ἡ Ματρώνα ξεγελοῦσε τὴν κυρία της, μιὰ λάθος κίνηση στάθηκε ἀφορμὴ γιὰ νὰ ἀποκαλυφθεῖ ἡ ταυτότητά της. Σὲ μία ἑορτὴ τῶν ᾿Ιουδαίων, κατὰ τὴν ὁποία συνήθιζαν νὰ τρῶνε πικρὰ χόρτα καὶ ἄζυμα, ἡ Ματρώνα ἄργησε νὰ ἐπιστρέψει ἀπὸ τὸ χριστιανικὸ ναὸ καὶ ὅταν ἔφθασε στὴ συναγωγὴ γινόταν ἡ τελετὴ τῶν ᾿Επιτιμίων. ῞Ενας ἀπὸ τοὺς δούλους τῆς Παντίλλας κατήγγειλε ὅτι ἡ Ματρῶνα ἦταν χριστιανὴ καὶ ὅτι ἐξαπατᾆ τὴν κυρία της, φροντίζοντας κάθε φορὰ ποὺ αὐτὴ προσερχόταν στὴ συναγωγή, ἐκείνη νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία. Αὐτὸ προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῆς Παντίλλας ποὺ δὲν δίστασε, ξεσπώντας σὲ κραυγές, νὰ τὴν κατηγορήσει ὅτι εἶναι ἐχθρικὴ πρὸς αὐτήν. Διέταξε ἀμέσως τὴ σύλληψή της καὶ ἀφοῦ τὴν ἔδεσαν ἄρχισαν νὰ τὴν μαστιγώνουν. ῾Η Ματρώνα ὅμως μὲ παρρησία δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὴ καὶ ὅτι ἂν καὶ ἡ κυρία της ἐξουσίαζε τὸ σῶμα της καὶ τὴν ἴδια της τὴ ζωή, ὡστόσο δὲν μποροῦσε νὰ τὴν μεταπείσει σὲ ὅσα πίστευε.
῾Η Παντίλλα, ἀφοῦ τὴν ἁλυσόδεσε, διέταξε νὰ τὴν φυλακίσουν καὶ νὰ σφραγίσουν τὴν πόρτα τοῦ κελλιοῦ της. ῎Επειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, νωρὶς τὸ πρωΐ, πῆγε ἡ ἴδια νὰ δεῖ ἂν ζεῖ καὶ ἔκπληκτη διεπίστωσε ὅτι εἶχε ἐλευθερωθεῖ ἀπὸ τὰ δεσμά της καὶ στεκόταν φωτεινὴ ψάλλοντας, χωρὶς τὸ παραμικρὸ ἴχνος τραύματος καὶ βασανισμοῦ. ᾿Εξοργισμένη ἡ Παντίλλα διέταξε νὰ δεθεῖ πάλι καὶ νὰ μαστιγωθεῖ ἀνηλεῶς. ῾Η Ματρώνα, ἔκπληκτη γιὰ τὴν ἰδιαίτερη σκληρότητα τῆς κυρίας της, τὴν ρώτησε γιατί τὴν βασάνιζε, ὁμολογώντας ὡστόσο τὴν πίστη της στὸ Χριστό. Καταπονημένη ἀπὸ τὰ βασανιστήρια καὶ μὴ μπορώντας νὰ σταθεῖ στὰ πόδια της, ἡ Ματρώνα κλείστηκε καὶ πάλι στὴ φυλακή.
῎Επειτα ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες, ὅταν ἡ Παντίλλα ἐπισκέφθηκε τὸ κελλὶ τῆς φυλακῆς τῆς ῾Αγίας ἀντίκρυσε τὸ ἴδιο θέαμα. Τὴν μάρτυρα ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὰ δεσμά της, μὲ τὸ ἴδιο φωτεινὸ πρόσωπο, παρὰ τὰ βασανιστήρια καὶ τὴν πείνα ποὺ ὑπέστη ἐπὶ δεκατέσσερις ἡμέρες. Τότε ἡ κυρία της γεμάτη ἀπὸ ὀργὴ διέταξε νὰ τὴν δέσουν σὲ δρύϊνα ξύλα, ὅπως δένουν ἕναν ἐπικίνδυνο κατηγορούμενο, ἕνα φονιὰ ἢ ἕναν ἐγκληματία. ᾿Εξαντλημένη ἡ ῾Αγία ἀπὸ τὶς μαστιγώσεις, μὲ τὸ σῶμα της γεμᾆτο σημάδια καὶ μὲ ἀδύναμη φωνὴ ψέλλισε λίγες λέξεις προσευχῆς καὶ παρέδωσε τὸ πνεῦμα της.
῾Η Παντίλλα διέταξε τότε κάποιον Στρατόνικο νὰ τυλίξει τὸ σῶμα τῆς ῾Αγίας σὲ δέρμα καὶ στὴ συνέχεια νὰ τὸ ρίξει ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως. Τὸ σῶμα της τὸ παρέλαβαν οἱ χριστιανοὶ καὶ τὸ ἐνταφίασαν μὲ κάθε τιμὴ κοντὰ στὴ Λεωφόρο, δηλ. τὴν ᾿Εγνατία ὁδό. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος πῆρε τὸ σκήνωμα τῆς μάρτυρος καὶ τὸ μετέφερε μέσα στὴν πόλη καὶ ἀφοῦ ἔκτισε ναό, τὸ ἀπέθεσε ἐντὸς αὐτοῦ. Γιὰ τὴν ἀκριβῆ θέση αὐτοῦ τοῦ ναοῦ δὲν ἔχουμε καμμιὰ πληροφορία, οὔτε καὶ γιὰ τὴν τύχη τοῦ ἱεροῦ λειψάνου. ῾Υπῆρχαν σαφεῖς πληροφορίες (θαύματα ἁγίου Δημητρίου) ὅτι οἱ πιστοὶ τῆς πόλεως γνώριζαν γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν ἀκριβῆ θέση τοῦ λειψάνου τῆς ἁγίας Ματρώνας, παρ᾿ ὅλο ποὺ γιὰ ἄλλους μάρτυρες τῶν πρώτων αἰώνων δὲν ὑπῆρχαν στοιχεῖα, ἐπειδὴ ἀπὸ φόβο γιὰ τὴν ἐκδίκηση τῶν εἰδωλολατρῶν τοὺς ἐνταφίαζαν κρυφὰ καὶ σὲ ἄγνωστα σημεῖα. Τὴν ἐποχὴ τῆς Φραγκοκρατίας, ὅμως, τὸ σκήνωμα τῆς ῾Αγίας μεταφέρθηκε στὴ Βαρκελώνη καὶ ἐναποτέθηκε σὲ ναὸ ποὺ καταστράφηκε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Β¢ Παγκοσμίου Πολέμου.
῾Η μνήμη τῆς μάρτυρος Ματρώνας ἑορτάζεται στὶς 27 Μαρτίου. ῾Ωστόσο, ἀναγράφονται καὶ ἄλλες ἡμερομηνίες σὲ συναξάρια καὶ ἀρχαῖα μαρτυρολόγια· στὴ λατινικὴ ἔκδοση τοῦ Βίου, στὸ Μαρτυρολόγιο τοῦ Λουγδούνου, τὸ ὁποῖο χρονολογεῖται πρὶν ἀπὸ τὸ 806 (ΒΗL 5688), ἀναγράφεται ἡ 15η Μαρτίου, τὸ ῾Ιερωνυμικὸ Μαρτυρολόγιο ἀναφέρει τὴν 25η Μαρτίου, ἐνῶ γίνεται μνεῖα καὶ τὴν 28η Μαρτίου, ἀντὶ τῆς 27ης.
᾿Αξίζει νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ναὸ ποὺ ἔκτισε ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξανδρος καὶ γιὰ τὸν ὁποῖο δὲ ἔχουμε ἐπαρκῆ στοιχεῖα, ὑπῆρχε ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης μονὴ ἀφιερωμένη στὴν ἁγία Ματρώνα. Στὰ Θαύματα τοῦ ἁγίου Δημητρίου (θαῦμα 13) ἀναφέρεται ὅτι τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορος Μαυρικίου, περὶ τὸ 597, οἱ Σκλαβῆνοι, ἀβαρικὸ φῦλο, ἐπετέθησαν ἀρχικὰ κατὰ τοῦ τεμένους τῆς ἁγίας Ματρώνας, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ εἶχε τέτοια φρουριακὴ συγκρότηση, ὥστε πίστευσαν ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. ᾿Αργότερα, τὸ 618, μαρτυρεῖται ὅτι σὲ νέα πολιορκία τῆς πόλεως διετάχθη νὰ πυρποληθοῦν ὅλοι οἱ ναοὶ ποὺ βρίσκονταν ἐκτὸς τῶν τειχῶν τῆς Θεσσαλονίκης, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ μοναστηριοῦ τῆς ἁγίας Ματρώνας, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀργότερα ἀνοικοδομήθηκαν ἐκ νέου.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Σεπ 18, 2011 2:02 pm
από paulina
30 Μαρτίου ἢ 1 ᾿Οκτωβρίου
ΒΙΚΤΩΡ, μάρτυς
῾Ο Βίκτωρ εἶναι μάρτυρας τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων, τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ Χριστιανισμὸς ὑφίστατο διωγμοὺς ἀπὸ τὴν ἐπίσημη Ρωμαϊκὴ ἐξουσία. Συναριθμεῖται στὴν ὁμάδα τῶν μαρτύρων ποὺ ἄθλησαν στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὸ μάρτυρα Δομνῖνο καὶ ἀκόμη ἕνδεκα μάρτυρες, τὴν ἐποχὴ τοῦ Ρωμαίου αὐτοκράτορος Μαξιμιανοῦ.
Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι
Δημοσιεύτηκε: Παρ Σεπ 30, 2011 9:53 am
από paulina
1 ᾿Απριλίου
ΙΝΓΕΝΙΑΝΗ, μάρτυς
Σὲ ἀρχαῖα ἀπόγραφα τοῦ ῾Ιερωνυμικοῦ Μαρτυρολογίου ὑπάρχει ἡ μνεία τοῦ μαρτυρίου μιᾆς ὁμάδος ἕξι ἁγίων στὴ Θεσσαλονίκη. ῾Η ἀναφορὰ εἶναι σύντομη, γίνεται ἀπαρίθμηση τῶν ὀνομάτων τῶν μαρτύρων καὶ ὑπάρχουν κάποιες διαφορὲς ἀπὸ χειρόγραφο σὲ χειρόγραφο, σ᾿ ὅτι ἀφορᾆ στὸν ἀκριβῆ ἀριθμὸ καὶ τὰ ὀνόματά τους. Δὲν παρέχονται καθόλου στοιχεῖα γιὰ τὶς συνθῆκες τοῦ μαρτυρίου τους καὶ τὴ χρονολογία του. Προφανῶς εἶναι μάρτυρες τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. Μεταξὺ τῶν ἕξι μαρτύρων ἀναφέρεται καὶ ἡ ᾿Ινγενιανή. ῾Η μνήμη της τοποθετεῖται τὴν 1 ᾿Απριλίου.
***********************************************
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ, μάρτυς
῾Ο ᾿Αλέξανδρος ποὺ ἀναφέρεται ἐδῶ, φέρεται ὅτι μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ πέντε ἄλλους μάρτυρες, ὅπως ἀναγράφεται σὲ ἀρχαῖα ἀπόγραφα τοῦ ῾Ιερωνυμικοῦ Μαρτυρολογίου. Δὲν ὑπάρχουν πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸν τρόπο τοῦ μαρτυρίου τους, παρὰ μόνον ἁπλὴ μνεία τῶν ὀνομάτων τῶν ἕξι συνολικὰ μαρτύρων. ῾Η μνήμη τοῦ μάρτυρος ᾿Αλεξάνδρου τοποθετεῖται τὴν 1η ᾿Απριλίου.
************************************************
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ, μάρτυς
῾Ο μάρτυς Διονύσιος συναριθμεῖται μεταξὺ τῶν ἕξι μαρτύρων ποὺ ἄθλησαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἡ μνήμη τους καταχωρεῖται σὲ ἀρχαῖα ἀπόγραφα τοῦ ῾Ιερωνυμικοῦ Μαρτυρολογίου. ῾Η μνήμη του τιμᾆται τὴν 1η ᾿Απριλίου. Δὲν ἔχουμε λεπτομερῆ ἀναφορὰ στὸν τρόπο τοῦ μαρτυρίου του, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὄνομά του.
***************************************************
ΣΑΤΟΥΡΝΙΝΟΣ, μάρτυς
῾Ο Σατουρνίνος εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς ἕξι μάρτυρες ποὺ ἄθλησαν στὴ Θεσσαλονίκη καὶ τὸ μαρτύριό τους καταχωρήθηκε σὲ ἀρχαῖα ἀπόγραφα τοῦ ῾Ιερωνυμικοῦ Μαρτυρολογίου. Δὲν ἔχουμε πληροφορίες σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριό του. ῾Η μνήμη του τοποθετεῖται τὴν 1η ᾿Απριλίου.