Ένας Ασκητής Επίσκοπος

Βιογραφία των Αγίων και Γερόντων τις Εκκλησίας μας

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

sakis
Βασικός Αποστολέας
Βασικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 140
Εγγραφή: Δευ Σεπ 03, 2007 5:00 am

Δημοσίευση από sakis »


ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΕΣ

Είχε πια φτάσει ο Νήφων σε μέτρα αρετής. Οι οσιακοί του αγώνες ήταν αξιοθαύμαστοι. Πολλοί έτρεχαν να τον γνωρίσουν και να τον συμβουλευθούν. Έτσι ήρθε κάποτε ένας αδελφός και τού είπε:
- Θαυμάζω πάρα πολύ, πάτερ, πώς δεν περηφανεύεσαι πού όλοι σε τιμούν!
- Ξέρεις, παιδί μου, του λέει ο όσιος, γιατί δεν περηφανεύομαι;
- Όχι, πάτερ, αν ήξερα δεν θα ρωτούσα την αγιοσύνη σου.
- Άκου, λοιπόν: Κάθε μέρα, δύο και τρεις και τέσσερις φορές, φέρνω στον νου μου τις αμαρτίες μου, πού χωρίς φόβο Θεού διέπραξα. Όσο τις συλλογίζομαι, τόσο και δοκιμάζει ή ψυχή μου πικρή οδύνη, γιατί δεν νιώθω να έκανα ποτέ τίποτε αρεστό στον Θεό. Γι' αυτό λοιπόν δεν
περηφανεύομαι. Κι όταν ακούω επαίνους και εγκώμια, εξουθενώνω και τον έπαινο και τον εαυτό μου. Εσύ, ας πούμε, με επαινείς μια ή δυο φορές την εβδομάδα. Αλλά εγώ συνεχώς, όλες μου τις ήμερες αηδιάζω τον εαυτό μου, τον βρίζω, τον κατηγορώ και τον θεωρώ σαν ψόφιο σκυλί,
γεμάτο σκουλήκια και δυσωδία.
- Πες μου, πάτερ, συνέχισε ο αδελφός: Για ποιο λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι μισούν τους ενάρετους; Άλλοι τους περιφρονούν και άλλοι σκανδαλίζονται μαζί τους. Μερικοί τους επαινούν, άλλα οι πιο πολλοί τους κατακρίνουν.
- Οι δίκαιοι, παιδί μου, έχουν πολύ συμφέρον από τις κατηγορίες των ανθρώπων. Τους στολίζουν όπως τα άστρα τον ουρανό. Είδα εγώ ένα ευσεβή να κερδίζει σε μια μόνο μέρα πενήντα στεφάνια.
Πες μου, παρακάλεσε ο αδελφός, με ποιο τρόπο τα κέρδισε;
Ο άνθρωπος αυτός ήταν ευγενής και πολύ πράος. Έκάνε πολλά καλά έργα στους γείτονες του και τους αγαπούσε όλους σαν αγγέλους τού Θεού. Αυτοί όμως σκοτίστηκαν από τον πονηρό και τον μισούσαν σαν να ήταν κακούργος. Και καθώς έχει συνήθεια ο διάβολος να διαβάλλει τους αγίους με το στόμα των αμαρτωλών, έτσι έγινε και τώρα. Άλλοι έλεγαν πώς είναι πονηρός και άλλοι ότι έπεσε σε αίρεση. Εκείνος ο μακάριος τι έκανε; προσευχόταν κι έλεγε:
Κύριε, ελέησε όσους με μισούν, με φθονούν και με διαβάλλουν. Κανένας απʼ αυτούς τους αδελφούς να μην πάθη κακό για μένα τον αμαρτωλό: Ούτε τώρα ούτε στο μέλλον, ούτε στην ώρα του θανάτου, ούτε την ήμερα τής Κρίσεως. Αλλά, σε παρακαλώ, σύντριψε και διέλυσε τα πονηρά σχέδια του διαβόλου, γιατί ξέρεις, Εσύ, φιλάνθρωπε Κύριε, ότι αυτός είναι πού τους ξεσηκώνει εναντίον μου.Σε παρακαλώ λοιπόν, Θεέ μου, όπως έμενα τον βέβηλο δεν με αποστράφηκες, όσες φορές αμάρτησα κι έτρεξα να ζητήσω συγγνώμη στην ευσπλαχνία σου, έτσι κι αυτούς τούς αγίους δούλους σου πού τώρα με κακολογούν μην τούς αποστροφής, άλλα αγίασέ τους με το Πνεύμα σου το Άγιο.
Αυτά είπε, αγαπητέ μου, ο δίκαιος εκείνος στην προσευχή του για τους εχθρούς και τους συκοφάντες του. Ε, λοιπόν, όσες φορές την ήμερα βίαζε τον εαυτό του και παρακαλούσε τον Θεό για τη σωτηρία τους, τόσες φορές κατέβαινε άγγελος απʼ τον ουρανό και τοποθετούσε στο κεφάλι του «στέφανο εκ λίθου τιμίου».
Γι' αυτό, αδελφέ μου, επιτρέπει συχνά ο αγαθός Θεός μας να υβρίζονται και να συκοφαντούνται οι ευσεβείς, για να αυξήσουν σε μυριάδες τα στεφάνια τους και να κληρονομήσουν τη Βασιλεία του.
Τότε του λέει ο αδελφός:
- Αλλά πώς συμβαίνει πολλοί ενάρετοι να μην κάνουν ποτέ κανένα κακό και εν τούτοις να σκανδαλίζονται μαζί τους οι άνθρωποι και να λένε π.χ.: «Αν ήθελε να σωθεί, ας πήγαινε καλλίτερα στην έρημο. Όσοι είναι κενόδοξοι και ανθρωπάρεσκοι, κάθονται στις πόλεις, μόνο και μόνο για να απολαύσουν τη δόξα των ανθρώπων».
Και ο άγιος του απάντησε:
- Δεν είναι ο τόπος, παιδί μου, πού σώζει, άλλα ο τρόπος, ή επιμέλεια, ή προθυμία και ή εγρήγορση του καθενός. Πρόσεχε και θα σου φέρω πολλά παραδείγματα: Καθώς μάς βεβαιώνει και ο Μωυσής, απʼ τους πρώτους ανθρώπους πού ευαρέστησαν στον Θεό ήταν ο Ενώχ. Και όμως είχε γυναίκα και παιδιά και το πιο αξιοθαύμαστο είναι, ότι ζούσε ανάμεσα σε ασεβείς ανθρώπους. Αλλά και ο Αβραάμ τι εκλεκτός φίλος του Θεού αναδείχθηκε! Είχε κι αυτός γυναίκα και 318 συγγενείς και δούλους, και αμέτρητο χρυσάφι και ασήμι. Εν τούτοις τίποτε απʼ αυτά δεν στάθηκε εμπόδιο στη σωτηρία του. Ίσα - ίσα μάλιστα πού διέπρεψε στην ευσέβεια και την αγάπη προς τον Θεό. Αλλά για σκέψου και τον Λωτ πού κατοικούσε! Μέσα στα σκάνδαλα τού σατανά, μέσα στους σοδομίτες! Έβλεπε συχνά τις αισχρές αμαρτίες τους, άλλα δεν κατέκρινε κανένα, γι' αυτό τον αγάπησε ο Θεός και δεν τού στέρησε τη βασιλεία του. Ο Ιώβ έπειτα, πού είχε πλούτη βασιλικά και δόξα ασύγκριτη, γυναίκα και παιδιά, δούλους και δούλες και όμως κατά τον ίδιο τρόπο πέτυχε και αυτός τη σωτηρία του. Τι να πει κανείς για τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και τον Ιωσήφ και πλήθος άλλων; Όλοι αυτοί δεν ευαρέστησαν στον Θεό με την εξωτερική μορφή τής ζωής τους.
Αλλά θυμήσου και τον Δανιήλ και τους Τρεις Παίδες! Ό ένας μέσα στον λάκκο και οι άλλοι στο καμίνι προσευχήθηκαν και ο Θεός αμέσως τους άκουσε. Ο Ίωνάς πάλι εισακούσθηκε μέσα απʼ την κοιλιά του κήτους και ο ληστής πάνω απʼ τον σταυρό άνοιξε με μια του ικεσία τον παράδεισο. Για ν' αφήσω απʼ την Παλαιά Διαθήκη τον Εζεκία και τον Μανασσή και τον Δαβίδ και τη Ραάβ.
Βλέπεις λοιπόν, παιδί μου, πώς όλοι αυτοί ευαρέστησαν στον Θεό σε διάφορους τόπους και με διάφορους τρόπους.
Έλαβες, πιστεύω, και σ' αυτή σου την απορία την απάντηση: Σε κάθε τόπο υπάρχει και σωτηρία γι' αυτόν πού αγωνίζεται γιατί ο Θεός είναι παντού.
Όσο για το άλλο πού ρώτησες, πώς δηλ. οι ευσεβείς σε άλλους αρέσουν και σε άλλους όχι, πρόσεξε να σου το εξηγήσω με αρκετά παραδείγματα: Δεν βλέπεις ότι π.χ. ο Θεός ρίχνει βροχή και δεν αρέσει σε όλους; Ό ένας λέει ότι θα προκαλέσει ζημιές και ο άλλος, «δόξα τω Θεώ, πού έδωσε νεράκι να πιει ή γη!». Αν έχουμε χειμώνα με κρύο και παγωνιά, τότε οι φτωχοί πού κρυώνουν και τρέμουν, λένε: «Αχ, γιατί να κάνει ο Θεός το κρύο;» Οι πλούσιοι όμως τότε ευχαριστιούνται περισσότερο, γιατί έχουν όλα τα καλά, για να καταπολεμήσουν την παγωνιά: κρασί, ψωμί, κρέατα, φωτιά, ζεστά ρούχα και κάθε τι πού ευφραίνει το σώμα. Μετά την άνοιξη έρχεται το καλοκαίρι με τις πολλές του ζέστες. Τότε λένε μερικοί: «Ό χειμώνας είναι πολύ καλλίτερος. Ούτε μύγες έχει, ούτε ψύλλους και κοριούς».
Αλλά τι χρειάζονται τα παραδείγματα; 'Αρκεί να σκεφθούμε ένα: Ό Κύριος και Θεός μας έγινε άνθρωπος και συναναστράφηκε τους αγνώμονες ο ευγνώμων. Έκανε άπειρα καλά στο ανθρώπινο γένος: Έδιωχνε δαίμονες, καθάριζε λεπρούς, φώτιζε τυφλούς, στήριζε κουτσούς, ανόρθωνε παραλύτους, ανάσταινε νεκρούς, συναναστρεφόταν τελώνες, σωφρόνιζε πόρνες, χόρταινε με λίγα ψωμιά αμέτρητα πλήθη, και τόσα άλλα πού φθαρτός άνθρωπος δεν μπορεί να τα περιγράψει. Τι αναγνώριση όμως και ανταμοιβή έλαβε για όλ' αυτά ό Κύριος μας; Οι μεν να λένε ότι «ο άνθρωπος ούτος ουκ έστιν από του Θεού», άλλοι ότι είναι Σαμαρείτης και άλλοι ότι έχει δαιμόνιο. Ο ένας τον εξευτέλιζε, ο άλλος τον ράπιζε, άλλοι τον μαστίγωναν και έφτυναν το άχραντο πρόσωπο του και στο τέλος τον σταύρωσαν.
Αν λοιπόν αυτός πού μάς έπλασε δεν άρεσε σ' όλους τους ανθρώπους, πώς θ' αρέσει ο ευσεβής; Αφού μάλιστα οι άνθρωποι είναι τόσο πολλοί;
Θυμήσου τον δίκαιο Άβελ, πού μολονότι δεν έκανε κακό στον Κάιν, εν τούτοις αυτός τον φθόνησε με τη συνεργία του πονηρού και τον σκότωσε. Σκέψου λοιπόν αν τότε πού μόνο δυο αδελφοί ήταν επί της γης, δεν κατόρθωσε ο ενάρετος Άβελ ν' αποφύγει τον φθόνο του κακού άνθρωπου, πώς θα μπόρεση τώρα κάνεις μέσα σε τόσο πλήθος; Ασφαλώς είναι αδύνατο, γιατί είναι γραμμένο: «Τέκνον, ει προσέρχει δουλεύσαι τω Κυρίω, ετοίμασον την ψυχήν σου εις πειρασμόν».
Τότε ο αδελφός είπε στον όσιο:
- Μια και αρχίσαμε, πάτερ, τέτοιες ωφέλιμες συζητήσεις, σε παρακαλώ δίδαξε με και κάτι ακόμη - γιατί και οι παλιοί χριστιανοί είχαν πόθο να συζητούν με τους πατέρες πνευματικά θέματα.
- Λέγε, παιδί μου, μη διστάζεις. Ό Θεός είναι πού θα μάς δώσει λόγο για την ωφέλεια τής ψυχής σου.
- Πώς συνέβη οι πατέρες μας στην παλιά εποχή να ζουν και να πεθαίνουν ειρηνικά, ενώ εμείς σήμερα, καθώς ξέρεις, πάμε από θλίψη σε συμφορά και από στενοχώρια σε στενοχώρια, κι έτσι πολυτάραχα τελειώνουμε τη ζωή μας;
- Οι παλιοί άνθρωποι είχαν πολλή αγάπη αναμεταξύ τους κι ο καθένας αντιμετώπιζε τον συνάνθρωπο του με ειλικρίνεια και δικαιοσύνη. Είχαν ακόμη τό
ση αγάπη για τον Θεό, ώστε κάθε τι πού ήθελαν να προσφέρουν στον ναό του, αν δεν ήταν τέλειο δεν το πρόσφεραν ποτέ. Σήμερα όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα. 'Αλλά όλα τα εκλεκτά τα προσφέρουμε στην κοιλιά θεοποιώντας την. Και ό,τι σάπιο και άχρηστο απομείνει, αυτό το προσφέρουμε στις εκκλησίες τού Χριστού.
Είναι λοιπόν φανερό ότι εκείνοι με κάθε τους έργο υπηρετούσαν πραγματικά τον Θεό. Έτσι τον είχαν βοηθό και ειρηνοποιό σ' όλα τους τα ζητήματα. Ενώ εμείς, καθώς είπα, έχουμε Θεό την κοιλιά και αυτήν υπηρετούμε σε όλα. Αλλ' αυτή όχι μόνο δεν μάς παρέχει όφελος και σωτηρία, άλλα αντίθετα μάς προξενεί πόνους και θλίψεις.
- Επειδή, πάτερ, συνέχισε ο αδελφός, ο Θεός φωτίζει τόν σοφότατο νου σου, για να μου λες τα πρέποντα, πες μου, σε παρακαλώ, έχει πόνο και βία ή ψυχή, όταν αποχωρίζεται από το σώμα; Ή μήπως βγαίνει ήρεμα και άνετα;
- Μια και δεν πέθανα ακόμη, δεν ξέρω καλά, του απάντησε ο άγιος χαριτολογώντας. Θα σου πω όμως θεωρητικά.
Πρόσεξε: Υπάρχουν ευσεβείς πού έχουν πικρό θάνατο και υπάρχουν αμαρτωλοί πού έχουν γλυκό θάνατο. Αλλά ο πικρός θάνατος τού ευσεβούς ξεπλένει τις πικρές του αμαρτίες, όσες τυχόν σαν άνθρωπος έπραξε στη ζωή του, αφού «ουδείς αναμάρτητος» παρά μόνο ό Θεός. Ενώ ο
γλυκός θάνατος του αμαρτωλού, τού αφαιρεί το μικρό δικαίωμα ανταμοιβής για ότι καλό έτυχε να κάνη. Και έτσι ο μεν ευσεβής γίνεται κατακάθαρος, ενώ ο αμαρτωλός ολότελα ακάθαρτος. Αυτό μόνο σου λέω, παιδί μου: Αν και φαίνεται πικρός ο θάνατος του δικαίου, είναι κάτι προσωρινό. Από κει και πέρα χαίρεται και αγάλλεται συνεχώς.
Ενώ ο αμαρτωλός, αν και προσωρινά φαίνεται να έχει γλυκό θάνατο, όμως αιωνίως φλέγεται και υποφέρει μέσα ατό άσβεστο πυρ.
Υπάρχουν βέβαια αμαρτωλοί πού κάνουν πικρό θάνατο και στέλνονται πάραυτα στον Άδη. Όπως υπάρχουν και ευσεβείς με γλυκό θάνατο πού οδηγούνται αμέσως στην αιώνια ευτυχία.
Είναι, βλέπεις, διάφορες οι κρίσεις του Θεού. Καθορίζει στον καθένα θάνατο ανάλογο με τη ζωή του και τέλος πού να του ταιριάζει. Δεν είναι όμως ο θάνατος τόσο φοβερός, όσο ή κρίση πού γίνεται εκείνη την ώρα. Διότι, όταν βγει ή ψυχή απʼ το σώμα, την παραλαβαίνουν πολλοί άγγελοι.
Μαζεύονται όμως και πλήθη δαιμόνων. Και οι μεν άγγελοι παρουσιάζουν τα καλά έργα της, ενώ οι δαίμονες τα κακά. Περιμένουν λοιπόν όλοι να έρθει από τον ουρανό ή απόφαση της σωτηρίας ή της καταδίκης. Φαντάζεσαι τότε τι θλίψη και τι αγωνία περνάει εκείνη ή ταλαίπωρη ψυχή; Πότε φοβάται και τρέμει μήπως έρθει ή απόφαση της καταστροφής της και άλλοτε πάλι ελπίζει στη σωτηρία. Υποφέρει, υψώνει τα χέρια στον ουρανό και ικετεύει να μην παραδοθεί στους ζοφερούς δαίμονες. Άλλα και οι αγαθοί άγγελοι έχουν τότε μεγάλη αγωνία. Λαχταρούν ν' ακούσουν απόφαση σωτηρίας. Αντίθετα, τα πονηρά πνεύματα περιμένουν και ποθούν ν' ακούσουν καταδικαστική απόφαση.
Όπου λοιπόν αποφασίσει ο δίκαιος Κριτής, εκεί παραδίνεται ή ψυχή: ή στους αγγέλους - στη σωτηρία - ή στους δαίμονες - στην απώλεια.
Αυτό είναι, παιδί μου, ο φόβος και ο τρόμος: να μην καταδικασθεί ο άνθρωπος στην απώλεια. Αλλιώς ο θάνατος είναι κάτι φυσικό, πού όλους μάς περιμένει. Επομένως - για ν' απαντήσω στο αρχικό σου ερώτημα - τότε δοκιμάζει οδύνη και βίαιο τρόμο ή ψυχή, όταν πρόκειται να μάθη την προσταγή του Θεού, μη τυχόν είναι καταδικαστική.
Και τελειώνοντας τη φράση του ο άγιος σηκώθηκε να προσευχηθεί. Γιατί ποτέ δεν παραμελούσε την προσευχή του. Πολλές φορές κι ανάμεσα σε πλήθος προσευχόταν νοερώς. Οποιαδήποτε ώρα είτε έτρωγε είτε συζητούσε με κάποιον, δεν έπαυε στα βάθη της καρδιάς του να λέει στίχους απʼ το Ψαλτήρι. Άλλα το πιο θαυμαστό είναι ότι πάρα πολλές φορές, ενώ κοιμόταν, το ξάστερο μυαλό του μελετούσε τα λόγια τού Κυρίου.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του ήταν ή θερμή αγάπη του προς τον απόστολο Παύλο. Μόλις κάποιος έλεγε ένα εγκώμιο ή οποιοδήποτε λόγο γι' αυτόν, ή καρδιά τού Νήφωνος φλογιζόταν από ιδιαίτερη ευλάβεια και έλεγε συχνά:

Ο Παύλος ο μέγας σαν τον ουρανό και τη γη, ο πολυαγαπητός μου, το στερέωμα τής Εκκλησίας, ο ολοφώτεινος οφθαλμός τού Χριστού. Ο Παύλος ο πάγκαλος και θεηγόρος ας δοξάζεται πάντοτε!.
Τάλεγε αυτά και ποτέ δεν χόρταινε ή ψυχή του να επαινεί τον θείο απόστολο.
sakis
Βασικός Αποστολέας
Βασικός Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 140
Εγγραφή: Δευ Σεπ 03, 2007 5:00 am

Δημοσίευση από sakis »


Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ ΚΑΙ Η ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ ΤΗΣ

Κάποτε ήρθε στο κελί του ένας χριστιανός να τον συμβουλευθεί. Μετά τον συνήθη χαιρετισμό, κάθισε και ρώτησε τον όσιο:
- Σε παρακαλώ, πάτερ, τι ωφέλεια έχουν αυτοί πού μοιράζουν την περιουσία τους στους φτωχούς;
- Δεν άκουσες τι λέει το ευαγγέλιο; του απάντησε εκείνος.
- Πολλά άκουσα και διάβασα. Αλλά θα ήθελα ν' ακούσω κάτι και άπό το στόμα σου.
Τότε ό Νήφων του είπε:
- Ό Θεός του ουρανού και τής γης να σε διδάξει κατά την πίστη σου. Γιατί εγώ είμαι αδύνατος και ανάξιος. Αφού όμως ήρθες, για ν' ακούσεις κάτι, πρόσεξε και ό Θεός, καθώς είπα, θα σε φωτίσει.
Σώπασε λίγο κι έπειτα άρχισε:
- Στις ήμερες του επισκόπου των Ιεροσολύμων Κυριακού ζούσε ένας πολύ ελεήμων άνθρωπος, ονόματι Σώζων. Περνώντας κάποια μέρα απʼ την πλατεία τής πόλεως, βλέπει ένα φτωχό πού ήταν γυμνός και τουρτούριζε απ' το κρύο. Τον πόνεσε ή ψυχή του. Έβγαλε λοιπόν το ιμάτιο του και το έδωσε στον φτωχό. Σε λίγο επέστρεψε σπίτι του. Ήταν σούρουπο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βλέπει τότε στο όνειρο του ότι βρέθηκε σ' ένα θαυμαστό κήπο πού φωτιζόταν με καθαρό άυλο φως. Πλήθος λουλούδια - ρόδα και κρίνα - και ψηλόκορμα δένδρα τον στόλιζαν, πού ξέχυναν απ' την κορφή ως τις ρίζες μιαν υπέροχη ευωδιά. Τα δένδρα ήταν κατάφορτα με ωραιότατους καρπούς, ώστε τα κλαδιά τους έγερναν ως τη γη. Το καθένα είχε ξεχωριστή ομορφιά. Ανάμεσα τους πολυάριθμα πουλιά απ' όλα τα είδη και τα χρώματα κελαηδούσαν μελωδικά. Το κελάηδημα τους ήταν τόσο θεϊκό, ώστε νόμιζες ότι ερχόταν απ' τον ουρανό. Όλα τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια κυμάτιζαν με πολλή χάρη.
Βλέποντας και ακούγοντας τα δοκίμαζε ό άνθρωπος εκείνος απερίγραπτη γλυκύτητα και ανέκφραστη ηδονή.
Καθώς παρατηρούσε εκστατικός, έρχεται ένας νέος και του λέει, «ακολούθησε με». ΄Αρχισε να βαδίζει πίσω του και σε λίγο έφτασαν σ' ένα χρυσοκάγκελο φράχτη. ΄Ερριξε το βλέμμα του πέρα, ανάμεσα απ' τα κενά πού σχημάτιζαν τα χρυσά κάγκελα και είδε μιαν αυλή και στο βάθος ένα θαυμάσιο παλάτι, πού άστραφτε. Καθώς κοιτούσε ό Σώζων, βγαίνουν απ' το ανάκτορο δέκα έξι άνθρωποι φτερωτοί, πού έλαμπαν σαν τον ήλιο. Μετέφεραν ανά τέσσερις από ένα χρυσοστόλιστο κιβώτιο. Καθώς διέσχιζαν το παραμυθένιο εκείνο προαύλιο οι άγγελοι αυτοί τού Θεού, ο Σώζων κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς αυτόν.
Μόλις πλησίασαν στα χρυσά κάγκελα, ακριβώς απέναντι του, στάθηκαν, κατέβασαν τα κιβώτια απ' τους ώμους και τα ακούμπησαν στη γη. Φαίνονταν τώρα σαν να περίμεναν κάποιον μεγάλο να έρθει. Και πράγματι, σε λίγο βλέπει ο Σώζων να κατεβαίνει από τ' ανάκτορα ένας πανέμορφος άνδρας και να έρχεται προς το μέρος των αγγέλων. «Ανοίξτε τα κιβώτια», τους διέταξε, «και δείξτε σ' αυτόν τον άνθρωπο τι του φυλάω για το ιμάτιο που μου δάνεισε προ ολίγου διά μέσου τού φτωχού».
Αμέσως άνοιξαν το ένα χρυσό κιβώτιο και άρχισαν να βγάζουν χιτώνες και Ιμάτια βασιλικά, άλλα κατάλευκα κι άλλα πλουμιστά, όλα πανέμορφα. Τα άπλωναν μπροστά του ρωτώντας τον:
- Σου αρέσουν, Σώζων; Και κείνος είπε με δέος:
- Δεν είμαι άξιος να δω ούτε τη σκιά τους! Συνέχιζαν ωστόσο να του δείχνουν λαμπρούς, καταστόλιστους και ολόχρυσους χιτώνες, ώσπου ανέβηκε ό αριθμός τους στους χίλιους.
Όταν πια μ' αυτόν τον τρόπο ό Κύριος των αγγέλων του έδωσε να καταλάβει τι σημαίνει το «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει», του είπε:
- Βλέπεις, Σώζων, πόσα αγαθά σου ετοίμασα, επειδή με
είδες γυμνό και με σπλαχνίσθηκες και μ' έντυσες; Πήγαινε λοιπόν και συνέχισε να κάνης το ίδιο. Αν δώσεις στον φτωχό ένα ιμάτιο, εγώ θα σου ετοιμάσω εκατονταπλάσια.
Ακούγοντας αυτά ο Σώζων ρώτησε με δέος άλλα και με χαρά τον Κύριο:
- Κύριε μου, το ίδιο θα κάνης και σ' όλους όσοι βοηθούν τους φτωχούς; Τους φυλάς εκατονταπλάσια αγαθά και την αιώνια ζωή;
Κι Εκείνος του αποκρίθηκε:
- Όποιος θα θυσιάσει σπίτια ή χωράφια ή πλούτη ή δόξα ή πατέρα ή μητέρα ή αδελφούς ή αδελφές ή γυναίκα ή παιδιά ή οποιοδήποτε αγαθό της γης, «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει». Γι' αυτό ποτέ μη μετανιώσεις για μια σου ελεημοσύνη εξευτελίζοντας τον φτωχό πού του έδωσες κάτι! Μη τυχόν, αντί για ανταμοιβή, πάθεις διπλή ζημιά. Διότι αυτός πού κάνει ένα καλό κι έπειτα μετανιώνει ή εξευτελίζει τον φτωχό, χάνει και τον μισθό του, άλλα βρίσκεται και ένοχος την ήμερα τής Κρίσεως.
Ύστερα από αυτά τα λόγια ό Σώζων ξύπνησε γεμάτος θαυμασμό για το όραμα. Σηκώθηκε αμέσως απ' το κρεβάτι του και έδωσε και το άλλο του ιμάτιο σε κάποιον πού ήξερε πώς το είχε ανάγκη.
Την νύχτα βλέπει πάλι το ίδιο όραμα και το πρωί, χωρίς καθυστέρηση μοίρασε όλη του την περιουσία, απαρνήθηκε τον κόσμο και έγινε ένας θαυμάσιος μοναχός. Αυτό να το έχεις κι εσύ παιδί μου στον νου σου από δω κι εμπρός, συμβούλευσε τον επισκέπτη του ο Άγιος Νήφων, και να κάνεις ότι μπορείς για να θησαυρίσεις εκατονταπλάσια στον ουρανό.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Βίοι Αγίων και Γερόντων”