Σελίδα 5 από 20

Δημοσιεύτηκε: Δευ Φεβ 12, 2007 11:21 am
από NIKOSZ
Κοίμηση

Αίρεται πλέον από της γης
το ρόδον το αμάραντον οπού θαμπώνει
τα μάτια των αγίων.
Ανοίγουν διψασμένοι οι ουρανοί
τη ματωμένη άσπιλη λάμψη του να πιουν.
Αγγέλων σμήνη το κυκλώνουν,
μες τʼ αυγινό φιλί μιας υπερούσιας μέρας,
όπου ανατέλλει.
Της τρυφερής σιωπής οπού το τύλιγε
πέφτουν τα πέπλα στις ψυχές μας
μʼ ένα απαλό γαλήνιο θρόϊσμα
σαν προσφιλής ανάμνηση,σαν ανεκλάλητη μια λύπη.
Ό,τι είχαμε, μʼ Εκείνη του Θεού τόχουμε δώσει,
φόβος πια μάταιος την καρδιά μας ας μη σκιάζει.
Αυτή η γυναίκα ήταν που φώτισε το πρόσωπό του
με το χαμόγελό της πριν απʼ το θαμπό μας ήλιο.
Αυτή η γυναίκα την καρδιά της έδωσε για χώμα
ο αβάσταχτος Σταυρός του να στηθεί.
Εινʼ η ομορφιά μας, όλος μας ο πόνος,
η αγάπη είναι που στην Αγάπη έχουμε δώσει.


Βασίλης Μουστάκης

Δημοσιεύτηκε: Δευ Φεβ 12, 2007 11:38 pm
από ntinoula
H νύχτα πάλι απλώθηκε
σ’ολόκληρη την πλάση
με πέπλο τ’άστρα από ψηλά
όλους να μας σκεπάσει.

Γαλήνη κι ήρεμη αγκαλιά,
δίνει στο πέρασμά της.
Καθένας την αναζητά,
μες στο νανουρισμά της.

Και πριν χαράξει, αναζητά
νέο τόπο να μείνει,
να μη χαθεί στα ξαφνικά
και μόνη της να φύγει.

Μα ο ήλιος ανοίγει τα φτερά
ολόλαμπρος να έρθει,
και τότε η νύχτα αποχωρεί
χωρίς αυτή να θέλει...

Δημοσιεύτηκε: Δευ Φεβ 12, 2007 11:38 pm
από ntinoula
Χρόνια πολλά καθότανε
μικρό και λυπημένο,
το όμορφο καλό δεντρί
με φύλλα φορτωμένο.

Καρπούς ποτέ δεν έκανε,
παράπονο μεγάλο,
τα άλλα δεν το θέλανε
και έμενε μονάχο.

Κάποτε ένα μικρό παιδί
σκαρφάλωσε στους κλώνους,
«Α, ειν’ωραία εδώ ψηλά.
Να ζήσεις χίλιους χρόνους!»

Το δέντρο αναθάρρυσε
και έγειρε τα κλωνια
για να κατέβει το παιδί
που’λεγε ωραία λόγια.

Και στον κορμό του χάραξε
το όνομά του όλο.
Και είναι ακόμα εκεί θαρρώ,
μετά από τόσο χρόνο.

Δημοσιεύτηκε: Τρί Φεβ 13, 2007 6:50 am
από Carlos
Να και ένα ποίημα από ένα πολύ αγαπητό μου εχθρό!!! 8)

Τώρα που η θάλασσα είναι λάδι
βοήθησε με να φτιάξω γερή βάρκα
με όνομα της την ευχή
και καπετάνιο Εσένα,

εγώ ο δόλιος χάνομαι και πνίγομαι στο λάδι
κι όταν η θάλασσα σιγεί κι ο άνεμος κοπάζει
το όνομα της βάρκας μου
-και η θάλασσα κι ο άνεμος-
αδιάκοπα φωνάζει,

μαύρα θα σμίξουνε σύννεφα
και θα σηκώσουν κύμα
το όνομα της τʼ άγιο αν γίνεται να σβήσει
για να με πάρει στο βυθό και μακριά σου να ʽμια,

φοβάμαι πως το πρόσωπο Σου θα είναι αυστηρό
και θα ʽχει δίκιο να ΄ναι
που η βάρκα μου ήταν ψεύτικη και πρόχειρα φτιαγμένη
γιατί θα ήταν άδικο
-αν πάντα η θάλασσα είναι λάδι-
βάρκα να φτιάχναμε γερή…

Δημοσιεύτηκε: Τρί Φεβ 13, 2007 4:50 pm
από NIKOSZ
Ανάγκη Τελειώσεως

Εγκατέλειψε τον παλαιό του εαυτό
όπως το φίδι το παλιό του δέρμα.

Πήρε τη μορφή του Αγγέλου
όπως το σκουλήκι τη μορφή της πεταλούδας.

Γέννησε την αγάπη όπως
η έγκυος το παιδί της.

Κατέβηκε μέσα του η Αγία Ταπείνωση
όπως το γάλα στους μαστούς της λεχώνας.

Δεν μπόρεσε να ξεφύγει
απ' την Αλήθεια.
Τελέστηκε μέσα του ο αγιασμός.
Τον καταδίωξε το έλεος
και τον ανάγκασε να γίνει όλος φως.


psyche.gr

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Φεβ 15, 2007 11:05 pm
από NIKOSZ
«Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις,
Αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος,
ηγιασμένε ναέ και Παράδεισε λογικέ,
παρθενικόν καύχημα·
εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν,
ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών·
την γαρ σην μήτραν θρόνον εποίησε,
και την σην γαστέρα πλατυτέραν ουρανών απειργάσατο.
Επί σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις· δόξα σοι».

------------------------------------------------------------------------------------
Τείχισόν μου τας φρένας, Σωτήρ μου·
το γαρ τείχος του κόσμου ανυμνήσαι τολμώ,
την άχραντον Μητέρα Σου·
εν πύργω ρημάτων ενίσχυσόν με,
και εν βάρεσιν εννοιών οχύρωσόν με·
Συ γαρ βοάς των αιτούντων πιστώς τας αιτήσεις πληρούν.
Συ ουν μοι δώρησαι γλώτταν,
προφοράν,
και λογισμόν ακαταίσχυντον·
πάσα γαρ δόσις ελλάμψεως παρά Σου καταπέμπεται,
Φωταγωγέ,
ο μήτραν οικήσας αειπάρθενον»


Aγ. Ιωάννης Δαμασκηνός

Δημοσιεύτηκε: Πέμ Φεβ 15, 2007 11:31 pm
από NIKOSZ
Ερωτηματικά

Είπα στον γέροντα ασκητή τον εβδομηκοντάρη,
που κυματούσε η κόμη του σαν πασχαλιάς κλωνάρι:
Πες μου, πατέρα μου, γιατί σε τούτη ʽδω τη σφαίρα
αχώριστα περιπατούν η νύχτα και η μέρα;

Γιατί, σαν να ʽσαν δίδυμα, φυτρώνουμε αντάμα
τʼ αγκάθι και το λούλουδο, το γέλιο και το κλάμα;
Γιατί στην πιο ελκυστική του δάσους πρασινάδα
σκορπιοί φωλιάζουν κι όχεντρες και κρύα φαρμακάδα;
Γιατί, προτού το τρυφερό μπουμπούκι ξεπροβάλει
και ξεδιπλώσει μπρος στο φως τʼ αμύριστά του κάλλη,
μαύρο σκουλήκι έρχεται, μια μαχαιριά του δίνει
κι ένα κουρέλι άψυχο στην κούνια του τʼ αφήνει;

Γιατί αλέτρι και σπορά και δουλευτάδες θέλει
το στάχυ, ώσπου να γενή ψωμάκι και καρβέλι
και κάθε τι ωφέλιμο κι ευγενικό και θείο
πληρώνεται με δάκρυα και αίματα στο βίο,
ενώ ο παρασιτισμός αυτόματα θεριεύει
κι η προστυχιά όλη τη γη να καταπιή γυρεύει;

Τέλος, γιατί εις του παντός την τόση αρμονία
να χώνεται η σύγχυσι κι η ακαταστασία;
Απήντησε ο ασκητής με τη βαρειά φωνή του
προς ουρανούς υψώνοντας το χέρι το δεξί του:
Οπίσω από τα χρυσά εκεί επάνω νέφη
κεντά ο Μεγαλόχαρος ατίμητο γκεργκέφι (=κέντημα).
Κι εφόσον εις τα χαμηλά εμείς περιπατούμεν
την όψι την ξανάστροφη, παιδί μου, θεωρούμε.
Και είναι άρα φυσικό λάθη ο νους να βλέπη
εκεί που να ευχαριστή και να δοξάζη πρέπει.

Πρέπει σαν Χριστιανός να έλθη η ημέρα
που η ψυχή σου φτερωτή θα σχίση τον αιθέρα
και του Θεού το κέντημα απʼ την καλή κοιτάξης
και τότε... όλα σύστημα θα σου φανούν και τάξις!


Ποίημα από τη συλλογή του Κωνσταντίνου Καλλινίκου «Δάφναι και Μυρσίναι».

Δημοσιεύτηκε: Παρ Φεβ 16, 2007 12:34 pm
από NIKOSZ
''Κομποσχοίνι''

Ώρα μικρή, χαράματα,
κοιμάται όλη η πλάση
Και η σκέψη μου πιέζεται
Εσένανε να φτασei.
Τον Πλαστουργό και Κύριο και τον Δημιουργό μου
φωνάζει το μυαλό μου.

Το όνομα μελιστάλαχτο
Μου βγαίνει απʼ τα χείλη,
Περνώντας μέσα απʼ την καρδιά
Και μέσα απʼ τhn ψυxή μου,
Ζυμώνεται κάθε φορά στα κύματα του νου μου…
Ιησού μου.

Αδιάλειπτα προσεύχομαι
Και λέγω το όνομα σου,
Παρακαλώ τον οίκτο σου
Και την συμπάθεια σου,
Το έλεος σου προκαλώ με την μετάνοια μου
Ευλόγησαν.

Μες στης σιωπής τη σιγαλιά
Αθόρυβα φωνάζω,
Και αθόρυβα η ψυχή σκιρτά.
Το πνεύμα δε ψιθυριστά
Μιλά για τους θορύβους, που σείουνε τους ουρανούς
Και τα βουνά χωρίζουν.

Βαραίνουνε τα βλέφαρα
Γαλήνη και ηρεμία,
Διέξοδος το βλέμμα μου
Για την αλαζονεία.
Της καταιγίδας του μυαλού το τέλος έχει έρθει,
Πετάω προς τον ουρανό...

Καλημέρα.


Του Παναγιώτη Γ. ''ΕΜΑΝΟΥΗΛ''

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Φεβ 17, 2007 12:20 pm
από NIKOSZ
''Στενή και τεθλιμένη οδός''

Tις συμπληγαδες της ζωης,ποιος θα αναχαιτιση
και το στρατι το θλιβερο,ποιος θα ανηφοριση;
Εισαι Εσυ για μας Χριστε,η αληθεια,η ζωη
και καλεσμα σωτηριο,εμφυσημα,πνοη.

Η αυρα που δροσιζει,αναψυξις ψυχων,
η ενθεος η δροσος,σβησιμο των φλογων,
που κατακαιουν την ψυχη,οταν θα αμαρτηση,
χαριζεις την μετανοια,γινεσαι ναμα,βρυση.

Πυργωμα αδιασειστο,θεμελιο αρραγες,
λιθος ο κραταιοτατος,στηριζεις τις ψυχες,
που σ'εχουνε για ερεισμα,για σταθερα ελπιδα,
σ'εχουν για φαρο φαεινο,ανεξαλειπτη σφραγιδα.

Τη λεωφορο τη πλατεια,να μην ακολουθησω
και αμαρτια ζοφερη,κανε με να μισησω.
Μετεωρο ουρανιο,γινου στην υπαρξη μου
και ασμα λιγυροφθογγο,παντοτιν ' εκλογη μου.

Τον παντερπνο Παραδεισο,που εφτιασες για μενα,
αξιωσε να τον γευτω,να γινει Θειο θρεμμα,
να τρεφομαι παντοτινα,απο τις απολαυσεις,
μη με στερησεις Κυριε,απο τις αναπαυσεις.


Ιερομόναχου Άρχιμανδρίτου π. Θεοκλήτου Μπρούζη

Δημοσιεύτηκε: Σάβ Φεβ 17, 2007 12:30 pm
από NIKOSZ
''Προσπάθεια''

Συνωμοσία ύπουλη,
Και κατασκευασμένη,
Η φύση υποπτεύθηκε,
Και άρχισε να τρέμει.

Η αξίνα έπεφτε στην γη
Και την διαμελούσε,
Στα πέρατα, τα σπλάχνα της,
Κομμάτια τα πετούσε.

Κρύος ιδρώτας κύλησε
Απʼ τα ουράνια μέρη,
Τον κόσμο όλο έλουζε
Και φύσαγε τʼ αγέρι.

Ρίγος πλανήθηκε στην γη
Το σύμπαν διασαλεύθη,
Κι έδινε την εντύπωση
Πως κάποιος το ελέγχει.

Συνέχιζα το σκάψιμο
Και σπάραζε η ψυχή μου,
Πρέπει να βάλω μιαν αρχή
Καινούρια στη ζωή μου.

Ο ήλιος εσκοτείνιασε
Την νύχτα είχε φέρει,
Σα να ʼτανε μεσάνυχτα
Ενώ ήταν μεσημέρι.

Μάτια που με κοιτούσανε
Δακρύζανε για μένα,
Μου καθαρίζανε τον νου
Γιατρεύανε το βλέμμα,

Το βλέμμα πού ʼχα στην καρδιά
Και που θολό ακόμα,
Δεν έβλεπε την ξαστεριά
Που βγήκε απʼ το στόμα,

Αυτό που εψιθυρίσε
Στου Ενός Θεού τʼ αυτί μας,
Συγχώρεση απʼ τον σταυρό
Για να σωθεί η ψυχή μας.

Το φτυάρι πέταξα στη γη
Είχα σχεδόν τελειώσει,
Πρέπει να αρχίσω την ταφή,
Με τον καιρό θα λιώσει.

Τα σύννεφα μαλώνανε
Ποιο πρώτο θα δακρύσει,
Την προδοσία πιο γοργά
Πρώτο ποιο Θʼ αντικρίσει.

Ο ιδρώτας στο κεφάλι μου
Κύλαγε οργισμένος,
Κι ο νους κοιτούσε την ψυχή
Βαθιά συντετριμμένος.

Στο πρόσωπο οι ρυτίδες μου
Κρυφά χαμογελούσαν,
Και το νερό σαν δίοδος
Στο σώμα τʼ οδηγούσαν,

Ένιωθα το καυτό υγρό
Που κύλαγε στο χέρι,
Κι όλα τα δάχτυλα του νου
Ψάχναν για καλοκαίρι.

Τα δάχτυλα ενωθήκανε
Και έκανα τον σταυρό μου,
Ενώ θυμόμουν κι έκλαιγα
Για τον κακό εαυτό μου.

Στήριξε την προσπάθεια
Θεέ μου αυτήν που κάνω,
Και οδήγησε μου την ψυχή
Στο σπίτι Σου επάνω,

Βοήθα με να απαλλαγώ
Από τον παλιό εαυτό μου,
Στον δρόμο σου να οδηγηθώ
Να βρω τον θησαυρό μου,

Αυτόν που απλόχερα σκορπάς
Και στον καθένα δίνεις,
Έλα κι απλώσου μέσα μου
Και φρόντισε να μείνεις.

Τελείωσα την προσευχή,
Μπήκα μέσα στον μνήμα,
Κι η θάλασσα εμούγκρισε,
Ζωντάνεψε το κύμα,

Το χώμα που με σκέπαζε
Τους Γίγαντες πονούσε,
Αυτούς που χρόνια η σάρκα μου
Τώρα φιλοξενούσε,

Κι αυτοί μουγκρίζαν δυνατά
Κι η σάρκα αντιδρούσε,
Δεν ήθελε να αλλοιωθεί,
Ζωή υλική ζητούσε.

Σκεπάστηκα με προσοχή
Τελείωσε η ταφή μου,
Σταυρό στο κέντρο έβαλα,
Αρχίζει η συντριβή μου.

Συγχώρεσε με Κύριε
Είμαι μετανιωμένος,
Δεν γνώριζα πως ήμουνα
Από Σένα προικισμένος,

Να προσπαθήσω νʼ ανεβώ
Τον δρόμο τον δικό σου,
Και με την Χάρη Σου Χριστέ
Να γίνω Αδερφός σου.

Και γύρισα την πλάτη μου
Στον τάφο μου μπροστά μου,
Προς τον Θεό ανηφόρισα
Να μπει στα όνειρα μου.

Δύσκολος είναι ο θάνατος,
Πιο δύσκολος ο φόνος,
Μα φοβερά πιο δύσκολο,
Να γίνεις παθοκτόνος.


Του Παναγιώτη Γ. ''ΕΜΑΝΟΥΗΛ''