Σελίδα 41 από 4268
Δημοσιεύτηκε: Πέμ Μάιος 15, 2008 11:48 pm
από NIKOSZ
«Η προσευχή είναι το οξυγόνο της ψυχής, είναι ανάγκη της ψυχής».
Γέρων Παΐσιος
«Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά»
Κοσμάς ο Αιτωλός
«Δεν είναι δυνατό εκείνος που αγωνίζεται για την αρετή να μην έχει πολλούς εχθρούς»
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
«Δεν μπορεί οποισδήποτε να αποκτήσει τη τέλεια αγάπη, παρά μόνο εκείνος που απέβαλε τον παλιό εαυτό του»
Μέγας Βασίλειος
«Μην παινέψεις άνθρωπο για την ομορφιά του και μη σιχαθείς για την εμφάνισή του, που οράται μόνο με τα μάτια»
Σειράχ [Σοφία ιά,2]
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μάιος 17, 2008 11:52 pm
από NIKOSZ
Όταν αποφεύγει ο άνθρωπος τις πολλές κουβέντες, τις διαμάχες, την ταραχή και την σύγχυση, έλεγε ο Αββάς Ποιμήν, το Άγιο Πνεύμα επισκιάζει την ψυχή του και τότε, όσο στείρα κι αν είναι, θα βλαστήσει καρπούς πνευματικούς.
Του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού:
Ο Θεός, καθώς λέγει η Γραφή, είναι ήλιος δικαιοσύνης, που με τις ακτίνες της καλωσύνης Του ομορφαίνει το σύμπαν. Η ψυχή πάλι, ανάλογα με την προαίρεσή της, γίνεται ή κερί, σαν φιλόθεη, ή πηλός, σαν φιλόυλη». Όπως λοιπόν ο πηλός, όταν εκτεθεί στον ήλιο, ξεραίνεται και το κερί μαλακώνει, το ίδιο κι η ψυχή. Εκείνη που είναι δοσμένη στα εγκόσμια και υλικά, όταν έλθει σʼ επαφή με τον Θεό, σκληραίνεται, σαν το Φαραώ, και χάνει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Η φιλόθεη ψυχή όμως, όταν εκτεθεί στις φλογερές ακτίνες της θείας αγάπης, απαλύνεται, αποτυπώνει τους χαρακτήρες των Αγίων και γίνεται κατοικία Θεού. Έτσι, στη φυσική «κατʼ εικόνα» ομορφιά προσθέτει και την «καθʼ ομοίωσιν».
Ένας αρχάριος μοναχός εξομολογήθηκε στον Αββά Σισώη, πως επιθυμούσε μεν να διατηρεί καθαρή την καρδιά του, αλλά δεν το κατόρθωνε πάντοτε.
-Όσο αφήνουμε, παιδί μου, ανοιχτή την πόρτα με την γλώσσα μας, δεν καταλαβαίνεις πως είναι αδύνατο να κρατήσουμε καθαρή την καρδιά μας; Του είπε ο σοφός Αββάς.
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Μάιος 17, 2008 11:53 pm
από NIKOSZ
Ένας ευλαβής χριστιανός άφησε τον κόσμο, πήρε το μικρό του γιο κι επήγε στην έρημο. Πέρασαν χρόνια. Ο πατέρας, που είχε προοδεύσει πολύ στην αρετή, έφερε με την προσευχή του στα λογικά του κάποιο δαιμονισμένο. Τότε ο γιος πήγε σʼ ένα μεγάλο Γέροντα και του παραπονέθηκε:
Ο πατέρας μου, Αββά, πρόκοψε πιο πολύ από μένα και διώχνει δαιμόνια.
-Δεν είναι μόνο αυτό σημάδι προκοπής, αποκρίθηκε ο Γέροντας. Δεν είναι του ανθρώπου, αλλά του Θεού η δύναμη που κάνει θαύματα, καθώς κι η πίστη του αρρώστου ή των συγγενών του. Πολλοί που δεν κατάλαβαν αυτό, έπεσαν σε υπερηφάνεια και ζημιώθηκε η ψυχή τους. Η πιο μεγάλη προκοπή για τον άνθρωπο είναι η ταπεινοσύνη της καρδιάς. Όποιος αξιωθεί να την αποκτήσει, δεν έχει φόβο να παρασυρθεί ποτέ από το κακό και την αμαρτία.
***
Σαν πλησίαζε η ενάτη ώρα, θύμιζε πάντοτε στον Όσιο Σισωή ο μαθητής του να σηκωθεί να φάγει το λίγο ψωμάκι του.
-Δε φάγαμε τέκνον; Ρωτούσε ο Γέροντας.
-Όχι ακόμη, Αββά.
-Ε, τότε ας φάμε.
Δεν αισθανόταν την ανάγκη της υλικής τροφής, γιατί τρεφόταν με πνευματική η καθαρή ψυχή του.
***
Διηγούνται οι συνασκητές του για τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό, πως ο νους του πολύ συχνά σταματούσε σε πνευματική θεωρία και την ώρα ακόμη που ήταν απασχολημένος με το εργόχειρό του. Μια μέρα έπλεξε ψαθί για δυο ζεμπύλια και το έραψε σε ένα. Το κατάλαβε πια, όταν πήγε να το κρεμάσει στη θέση του.
Άλλοτε πάλι πέρασε από το κελλί του ένας Αδελφός να πάρει στην αγορά τα ζεμπύλια του Γέροντος. Εκείνος πήγε μέσα να τα φέρει, αλλά, απορροφημένος στις σκέψεις του καθώς ήταν, λησμόνησε και κάθισε στο πλέξιμό του. Βλέποντας πως αργούσε, ο Αδελφός χτύπησε πάλι την πόρτα. Σαν βγήκε ο Γέροντας, του θύμισε τα ζεμπύλια. Μπήκε εκείνος να τα φέρει, μα πάλι τα ξέχασε. Για τρίτη φορά λοιπόν αναγκάστηκε να χτυπήσει ο Αδελφός.
-Τι ζητάς, παιδί μου; Ρώτησε προβάλλοντας πάλι στην πόρτα ο Όσιος.
-Τα ζεμπύλια, Αββά.
Ο Γέροντας τότε τον πήρε από το χέρι και τον έφερε μέσα στο κελλί.
-Αν ήλθες για ζεμπύλια, του είπε, να εδώ είναι. Πάρε όσα σου χρειάζονται, γιατί εγώ δεν ευκαιρώ.
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 18, 2008 10:08 pm
από NIKOSZ
Η απάθεια
Η απάθεια είναι όχι μόνο η αποφυγή εφάρματων – εμπαθών έργων, αλλά η εξάλειψη ακόμα και της επιθυμίας τους.
Απαθής είναι όποιος έχει κατανικήσει την προσκόλληση σʼ όλους τους λογισμούς που εξαναγκάζουν ή εξαπατούν, βρίσκεται πάνω απʼ όλα τα πάθη, δεν ταράζεται και δεν ενοχλείται από τίποτα εγκόσμιο, δεν φοβάται θλίψεις ή δυστυχίες ή κινδύνους και δεν τρομάζει ούτε μπροστά στο θάνατο, που τον θεωρεί ως σύμβολο της αιωνίας ζωής.
Απαθής είναι εκείνος, που, όταν βασανίζεται είτε από τους ανθρώπους είτε από τους δαίμονες, ούτε σημασία δίνει ούτε το θεωρεί αυτό κακό, λες και βασανίζεται κάποιος άλλος. Δεν φουσκώνει από κενοδοξία όταν δοξάζεται, και δεν θυμώνει όταν προσβάλλεται, αλλά, σαν παιδί, κλαίει με μετάνοια όταν τιμωρείται, και χαίρεται με απλότητα όταν παρηγορείται.
Η απάθεια δεν είναι ειδική αρετή, αλλά η περιεκτική ονομασία όλων των αρετών μαζί. Όταν ο άνθρωπος την κατακτήσει, μεταφέρεται από το Άγιο Πνεύμα στη ζωή. Γιατί χωρίς Αυτό δεν έχει την δύναμη το όλο πνευματικό σώμα, δηλαδή το σύνολο των αρετών.
ΟΣΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ ΒΕΛΙΤΣΚΟΦΣΚΥ
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 25, 2008 8:27 pm
από NIKOSZ
Ό,τι σας ζητούν να δίνετε. Ψυχές μόνο να γλιτώνετε.
Κοσμάς ο Αιτωλός
Τόσο πιο μεγάλη είναι η αγαλλίαση της ψυχής για μια καλή πράξη, όσο περισσότερο υποφέραμε για να κάνουμε αυτή την πράξη».
Μέγας Βασίλειος.
Η ελεημοσύνη, η αγάπη και η νηστεία αγιάζει τον άνθρωπο, τον πλουτίζει και σωματικά και ψυχικά.
Κοσμάς ο Αιτωλός
"Η μετάνοια χωρίς ελεημοσύνη είναι νεκρή και χωρίς φτερά".
Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Μάιος 25, 2008 8:28 pm
από NIKOSZ
"Ο πλούσιος μπορεί να δικαιωθεί με την ελεημοσύνη, αλλά και ο φτωχός με τη υπομονή".
Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
"Η πρώτης θυγάτηρ του Θεού είναι η ελεημοσύνη, αυτή η ελεημοσύνη κατέπεισε τον Θεό και έγινε άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπον".
Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
"Ο Χριστός δε ντρέπεται να απλώσει το χέρι του να πάρη λίγη ελεημοσύνη του πτωχού, και ντρέπεσαι συ να απλώσεις το χέρι να δώσεις λίγον αργύριον ή και άρτον; πόσης εντροπής;".
Ιωάννης ο Χρυσόστομος
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μάιος 26, 2008 11:23 pm
από NIKOSZ
Πραότης, ανεξιθρησκεία, ευεργεσία, ευγένεια τρόπων, είναι ο αληθής τύπος Χριστιανού.
Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης
Όπως το χταπόδι προσαρμόζει το χρώμα του στο χρώμα του περιβάλλοντος, έτσι και ο κόλακας προσαρμόζει τη γνώμη του στη σκέψη των ανθρώπων γύρω του.
Η υπόκρισις είναι καρπός του φθόνου. Μίσος έχουμε στην καρδίαν.
Τόσο πιο μεγάλη είναι η αγαλλίαση της ψυχής για μια καλή πράξη, όσο περισσότερο υποφέραμε για να κάνουμε αυτή την πράξη».
Εγώ κρίνω ότι κάνει το ίδιο σφάλμα και εκείνος, που δεν επιπλήττει τους σφάλλοντες, και εκείνος που είναι υπερβολικός στις τιμωρίες.
Δεν μπορεί οποισδήποτε να αποκτήσει τη τέλεια αγάπη, παρά μόνο εκείνος που απέβαλε τον παλιό εαυτό του.
Μέγας Βασίλειος
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μάιος 26, 2008 11:25 pm
από NIKOSZ
* Ο δρόμος του Θεού είναι καθημερινός σταυρός. Κανένας με άνεση δεν ανέβηκε στον ουρανό.
* Όπως η σκιά ακολουθεί το σώμα, έτσι και τους ταπεινούς στοχασμούς ακολουθεί το έλεος του Θεού.
* Ο λόγος είναι το όργανο αυτού του κόσμου. Η σιωπή είναι το μυστήριο του μέλλοντος αιώνος.
* Σμίκρυνσον σεαυτόν εν πάσι προς πάντας ανθρώπους, και υψωθήση. Όπου γαρ βλαστάνει η ταπείνωσις, εκέι η του Θεού δόξα βρύει
o Ταπείνωσε τον ευατό σου μπροστά στους άλλους και θα υψωθείς. Διότι όπου βλαστάνει η ταπείνωση, εκεί αναβλύζει η δόξα του Θεού.
Ισαάκ ο Σύρος
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μάιος 27, 2008 10:15 pm
από NIKOSZ
Απο το γεροντικό του Σινά
Είπεν ο αββάς Μεγέθιος: " Στην αρχή συναντιόμασταν μεταξύ μας και συζητούσαμε για την οφέλεια μας οικοδομώντας ο ένας τον άλλο, γινόμασταν παρέες - παρέες που ανέβαιναν στον ουρανό. Τώρα όμως μαζευόμαστε και μιλώντας ο ένας εναντίον του άλλου πέφτουμε χαμηλά".
+++
Ο Μωσής αυτός, από τον καιρό που έγινε μοναχός ψωμί στο στόμα του δεν έβαλε, ενώ άλλοι έτρωγαν. Γιατί οι ντόπιοι μεταφέροντας από την Αίγυπτο σιτάρι, πωλούσαν λίγους άρτους στους μοναχούς παίρνοντας για πληρωμή το εργόχειρο τους και καρπούς από τα φοινικόδεντρα. Η τροφή του Μωσή ήταν νερό και τρυφερά βλαστάρια των φοινίκων. Με κλωστές από τα ίδια δέντρα έκαμνε και τα ρούχα του. Αγαπούσε όσο κανένας άλλος την ησυχία, αλλά πρόθυμα και με συμπάθεια δεχόταν τους επισκέπτες που έρχονταν να τον συμβουλευτούν για τους λογισμούς τους. Κοιμόταν μόνο μετά από τις νυχτερινές ακολουθίες κι όλες τις άλλες ώρες αγρυπνούσε. Κατά τη διάρκεια της αγίας Σαρακοστής κι ως την ευλογημένη μέρα της Πεντηκοστής σε κανένα δεν άνοιγε την πόρτα του κελλιού του και ως απόθεμα από τροφές δεν είχε παρά μοναχά είκοσι χουρμάδες κι ένα σταμνί νερό. Ωστόσο και αυτά διατηρούνταν πολλές φορές ανέπαφα ως την ημέρα που άνοιγε την πόρτα του κελλιού του, όπως μας διηγείται ο υποτακτικός του.
Τη Σαρακοστή τούτη του έφεραν για θεραπεία από τη Φαράν κάποιον που τον δέσμευσε το ακάθαρτο πνεύμα, Οβεδιανός τ' όνομα του, ηγέμονας στη φυλή του. Όταν ο άρρωστος πλησίασε στο κελλί του γέροντα σε απόσταση περίπου εκατό ογδόντα μέτρων, τον τράνταξε το ακάθρτο πνεύμα και με δυνατές φωνές άρχισε να κραυγάζει:
" Ω δύναμη ανυπόφορη, δεν μπόρεσα ούτε για ένα λεπτό της ώρας να εμποδίσω τον καλόγερο από την άσκηση του κανόνα του".
Με τα λόγια αυτά βγήκε μέσα από τον άρρωστο κι αμέσως γιατρεύτηκε ο άνθρωπος. Τότε πίστεψε στο Χριστό με πολλούς άλλους, που δεν είχαν αξιωθή ακόμα να βαπτιστούν Χριστιανοί. Έτσι γύρισε στο σπίτι του γερός, αλλά και ο δούλος του Θεού δεν εμφανίστηκε σε άνθρωπο.
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μάιος 27, 2008 10:16 pm
από NIKOSZ
Είπεν ο αββάς Νείλος:
"Αν θέλεις να προσευχηθείς σωστά, να μη πικράνεις καμιά ψυχή, γιατί αλλιώς άδικα κοπιάζεις".
Είπε πάλι:
" Μη θέλεις να έρχονται τα πράγματα όπως σε συμφέρει, αλλά όπως είναι αρεστό στο Θεό. Έτσι θα είσαι την ώρα της προσευχής γεμάτος γαλήνη και χαρούμενος"
+++
Ένας γέροντας, Νικόλας τ' όνομα του, έμενε στη μονή του αββά Πέτρου, κοντά στον άγιον Ιορδάνη. Αυτός μας αφηγήθηκε την παρακάτων ιστορία:
" Έμενα κάποτε στην Ραϊθου, όταν τρείς αδελφούς μας έστειλαν στη Θηβαΐδα για διακονία. Καθώς περνούσαμε την έρημο, χάσαμε τον δρόμο και περιπλανιόμασταν πέρα-δώθε. Σαν ξοδέψαμε λοιπόν το νερό μας και για μέρες δεν βρίσκαμε άλλο, οι δυνάμεις μας άρχισαν τότε να μας εγκαταλείπουν από τη δίψα και τον καύσονα. Τότε μη μπορώντας να συνεχίσουμε το βάδισμα βρήκαμε στην ίδια την έρημο κάτι στεγνούς θάμνους κι εκεί παρατήσαμε τον εαυτό μας, ο καθένας όπου βρήκε σκιά, περιμένοντας πια να πεθάνουμε από τη δίψα.
Για μια στιγμή εγώ ανακάθησα λίγο και πέφτω σε έκσταση. Βλέπω μια κολυμπήθρα γεμάτη νερό, ξεχειλισμένη. Ήταν και δύο άντρες πάνω στο χείλος της κολυμπήθρας κι έπαιρναν νερό μ' ένα ξύλινο κύπελο.
Άρχισα τότε να παρακαλώ τον ένα λέγοντας:
- Δείξε μου αγάπη, κύριε, δώσ' μου λίγο νερό, πάω να σβήσω.
Εκείνος όμως δεν ήθελε να μου δώσει. Τότε του λέει ο άλλος:
- Δωσ' του λιγάκι.
Κι ο πρώτος αποκρίνεται:
- Να μην του δώσουμε, γιατί είναι ράθυμος ( βαριέται και δεν κάνει τις δουλειές που πρέπει) και παραμελεί τον εαυτό του.
Απαντάει ο δεύτερος:
- Ότι είναι ράθυμος , σίγουρα ναί, είναι ράθυμος. Όμως τώρα είναι ξένος, ας του δώσουμε".
Έτσι μου δώσανε νερό και πρόσφερε, λέει, και στους άλλους. Ήπιαμε λοιπόν και κάναμε και άλλες τρείς μέρες δρόμο χωρίς νερό. Και τότε φτάσαμε σε μέρος κατοικημένο.