Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
“Οι οδηγοί προς τα άνω”
Η σύναξη των τριών μεγάλων Πατέρων και Οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στο τέλος του μηνός Ιανουαρίου, μας δίνει την ευκαιρία να σταθούμε με πολύ σεβασμό μπροστά στις άγιες μορφές τους, προκειμένου να πάρουμε ωφέλιμα διδάγματα και μηνύματα για τη ζωή και τη διακονία μας.
Είναι εντυπωσιακοί οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν στα πρόσωπά τους όλοι εκείνοι που ασχολήθηκαν με την αγία τους ζωή και μελέτησαν τα σοφά τους συγγράμματα, τα οποία αποτελούν πραγματικά ωκεανό θεολογίας. Έτσι, τους χαρακτηρίζουν ως :
στύλους της Εκκλησίας και Ισαποστόλους,
όργανα του Θεού,
προπύργια και προμάχους της ευσεβείας,
μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας,
επιγείους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους,
ιατρούς και επιστήμονες των νοσημάτων της ψυχής και του σώματος.
Όλος όμως ο χριστιανικός κόσμος, μαζί με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, τους ονομάζει «μεγάλους». Γι αὐτό και στο Απολυτίκιο της εορτής τους ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει την αλήθεια αυτή λέγοντας : «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος».
Ποιός είναι ο μεγάλος; Ποιούς μπορούμε να ονομάσουμε μεγάλους; Η απάντηση βρίσκεται στο λόγο του Χριστού : «Ος δ ἄν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών»1.
Μεγάλοι οι Άγιοι αυτοί Πατέρες, πρώτον, στην εμπειρία της γνώσεως. Είναι γνωστές οι σπουδές του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στο γνωστό τότε κέντρο των επιστημών, που ήταν η Αθήνα, καθώς και του Ιερού Χρυσοστόμου κοντά στο μεγάλο ρήτορα Λιβάνιο.
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν κατέκτησαν μόνο την ανθρώπινη γνώση και την επιστήμη της εποχής τους, που έχει σαν κέντρο τη διάνοια του ανθρώπου, αλλά κυρίως γνώρισαν-βίωσαν τη θεία και άνωθεν παιδεία, που κατέρχεται από τον Πατέρα των φώτων στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Γιατί το Θεό δεν Τον γνωρίζει κανείς με τη λογική, αλλά μέσα στο χώρο της καρδιάς, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού : «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»2.
Θα σχολιάσει ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης : «Σε αυτόν που έχει αποκαθάρει όλες τις δυνάμεις της ψυχής του από κάθε είδους κακία, τολμώ να πω ότι, γίνεται φανερό το μόνο καλό από τη φύση του (δηλαδή, φανερώνεται ο Θεός), που είναι και η αιτία κάθε καλού και αγαθού»3.
Έτσι βίωσαν την παρουσία του Θεού, είδαν το Θεό ως φως, γνώρισαν το θέλημά Του και συγχρόνως τις αλήθειες της πίστεως, μελέτησαν εις βάθος και ερμήνευσαν σωστά και αλάνθαστα την Αγία Γραφή. Εκπλήσσεται κανείς όταν μελετά τα συγγράμματά τους, το πως ερμηνεύουν το λόγο του Θεού, έχοντας ως χειραγωγό το Πανάγιο Πνεύμα και όχι τις δικές τους θεωρίες. Γι αυτό ο λόγος τους είναι και παραμένει καθαρός, εμπειρικός, διαχρονικός • λόγος Αγίου Πνεύματος.
Δεύτερον. Χαρακτηρίζονται Μεγάλοι, γιατί διέθεσαν ολόκληρο τον εαυτό τους στη διακονία του Χριστού και του ανθρώπου. Ενώ γεννήθηκαν από εύπορες οικογένειες και μπροστά τους ανοιγόταν ο ορίζοντας της επιστήμης και της επιτυχημένης και λαμπρής σταδιοδρομίας στο επίγειο κοινωνικό γίγνεσθαι, εκείνοι προτιμούν να είναι διάκονοι του Χριστού-Εκκλησίας και του ανθρώπου.
Παραδίδουν ολόκληρο τον εαυτό τους στο Χριστό και στην Εκκλησία, γενόμενοι ταυτόχρονα συγκυρηναίοι του σταυρού των συνανθρώπων τους. Πόλος έλξεως στη ζωή τους ο Χριστός και κατ επέκταση ο άνθρωπος. Θα παρατηρήσει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος : «Χριστόν επισκεψώμεθα, χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συνάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν»4.
Τα κηρύγματα, οι φιλανθρωπικές δράσεις τους, τα διάφορα ιδρύματα, όπως η βασιλειάδα στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για την περίθαλψη και φροντίδα των πτωχών και των αδυνάτων, και κυρίως η γεμάτη θυσία ασκητική τους ζωή τους κατέστησε προκαθημένους της αγάπης. Στον κόσμο τούτο μεγάλος αναδεικνύεται όποιος γίνεται μεγάλος μιμητής του Κυρίου. Και οι τρεις αυτοί Ιεράρχες μιμήθηκαν τον Κύριο σε θαυμαστό βαθμό. Δεν κήρυξαν μόνο. Ζώστηκαν το λέντιο της αγάπης και υπηρετούσαν νύκτα-μέρα τους πεινασμένους και τους ασθενείς5.
Τρίτον. Αναγνωρίσθηκαν από όλους ως Μεγάλοι και στα θέματα της πίστεως και της υπερασπίσεως της ορθοδόξου αληθείας. Σύνθημά τους το «έως του θανάτου αγώνισαι περί της αληθείας, και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου»6. Έτσι, διαφύλαξαν ανόθευτή την άπαξ τοις Αγίοις παραδοθείσαν πίστιν7 και την παρέδωσαν απαραχάρακτη και γνήσια στα πνευματικά τους παιδιά, αλλά και στις μεταγενέστερες γενιές, προκειμένου δι’ αυτής να παραμένουν και να προχωρούν στο σωστό δρόμο προς την απόκτηση της Βασιλείας των Ουρανών. Γιατί αν κανείς χάσει την αλήθεια η αστοχήσει σε θέματα πίστεως, δεν μπορεί να έχει στη ζωή του πνευματική υγεία και άρα να αποκτήσει τη σωτηρία.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι συγκλονιστικός στην απάντησή του προς τον έπαρχο Μόδεστο, τον απεσταλμένο του αιρετικού αυτοκράτορος Ουάλεντος : «Εμείς οι Ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και ταπεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δεν φερόμαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. Αν όμως τύχει να κινδυνεύει η πίστη στο Θεό, τότε περιφρονούμε τα πάντα, και αγκαλιάζουμε αυτή (την πίστη). Τότε η φωτιά, το ξίφος του δήμιου, τα θηρία και το ξέσκισμα της σάρκας μας με τα νύχια των βασανιστών φέρνει σε μας περισσότερο ευχαρίστηση παρά φόβο. Γι αυτό κάνε ό,τι θέλεις, ό,τι έχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, απείλησέ με όσο θέλεις. Ας το ακούσει όμως και ο βασιλιάς, δεν θα με καταφέρεις να δεχθώ την κακοδοξία, έστω κι αν με απειλήσεις χειρότερα8.
Μεγάλοι, λοιπόν, στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Δημιούργησαν τη χρυσή εποχή της θεολογίας, συνδυάζοντας άριστα την πράξη με τη θεωρία. Αγαπούσαν το Θεό, υπερμαχούσαν για την αλήθεια της πίστεως, διακονούσαν και τον κουρασμένο οδοιπόρο αυτής της ζωής.
Σ αυτούς ακουμπάμε και σήμερα ζητώντας να μας δώσουν μία ακτίνα της χάριτος του Θεού που τόσο έχουμε ανάγκη.
Τους χρειαζόμαστε στη ζωή μας.
Είναι οι φωτεινοί οδοδείκτες μας.
Είναι οι οδηγοί μας προς τα άνω.
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
1 Ματθ. 5,19.
2 Ματθ. 5,8.
3 Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης, Περί παρθενίας, κεφ. ια , ΕΠΕ 9,81.
4 Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΙΔ Περί φιλοπτωχίας, κεφ. Μ , PG 35,909.
5 Στυλιανού Παπαδοπούλου, Η ζωή ενός Μεγάλου – Βασίλειος Καισαρείας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Αθήνα 1979, σελ. 259.
6 Σοφ.Σειράχ 4,28.
7 Ιουδ. 3.
8 Στ. Παπαδοπούλου, ο.π. σελ. 318.
Η σύναξη των τριών μεγάλων Πατέρων και Οικουμενικών Διδασκάλων, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, στο τέλος του μηνός Ιανουαρίου, μας δίνει την ευκαιρία να σταθούμε με πολύ σεβασμό μπροστά στις άγιες μορφές τους, προκειμένου να πάρουμε ωφέλιμα διδάγματα και μηνύματα για τη ζωή και τη διακονία μας.
Είναι εντυπωσιακοί οι χαρακτηρισμοί που αποδίδουν στα πρόσωπά τους όλοι εκείνοι που ασχολήθηκαν με την αγία τους ζωή και μελέτησαν τα σοφά τους συγγράμματα, τα οποία αποτελούν πραγματικά ωκεανό θεολογίας. Έτσι, τους χαρακτηρίζουν ως :
στύλους της Εκκλησίας και Ισαποστόλους,
όργανα του Θεού,
προπύργια και προμάχους της ευσεβείας,
μελιρρύτους ποταμούς της σοφίας,
επιγείους αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους,
ιατρούς και επιστήμονες των νοσημάτων της ψυχής και του σώματος.
Όλος όμως ο χριστιανικός κόσμος, μαζί με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, τους ονομάζει «μεγάλους». Γι αὐτό και στο Απολυτίκιο της εορτής τους ο ιερός υμνογράφος παρουσιάζει την αλήθεια αυτή λέγοντας : «Τους τρεις μεγίστους φωστήρας της τρισηλίου θεότητος».
Ποιός είναι ο μεγάλος; Ποιούς μπορούμε να ονομάσουμε μεγάλους; Η απάντηση βρίσκεται στο λόγο του Χριστού : «Ος δ ἄν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών»1.
Μεγάλοι οι Άγιοι αυτοί Πατέρες, πρώτον, στην εμπειρία της γνώσεως. Είναι γνωστές οι σπουδές του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου στο γνωστό τότε κέντρο των επιστημών, που ήταν η Αθήνα, καθώς και του Ιερού Χρυσοστόμου κοντά στο μεγάλο ρήτορα Λιβάνιο.
Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι δεν κατέκτησαν μόνο την ανθρώπινη γνώση και την επιστήμη της εποχής τους, που έχει σαν κέντρο τη διάνοια του ανθρώπου, αλλά κυρίως γνώρισαν-βίωσαν τη θεία και άνωθεν παιδεία, που κατέρχεται από τον Πατέρα των φώτων στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Γιατί το Θεό δεν Τον γνωρίζει κανείς με τη λογική, αλλά μέσα στο χώρο της καρδιάς, σύμφωνα με το λόγο του Χριστού : «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται»2.
Θα σχολιάσει ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Νύσσης : «Σε αυτόν που έχει αποκαθάρει όλες τις δυνάμεις της ψυχής του από κάθε είδους κακία, τολμώ να πω ότι, γίνεται φανερό το μόνο καλό από τη φύση του (δηλαδή, φανερώνεται ο Θεός), που είναι και η αιτία κάθε καλού και αγαθού»3.
Έτσι βίωσαν την παρουσία του Θεού, είδαν το Θεό ως φως, γνώρισαν το θέλημά Του και συγχρόνως τις αλήθειες της πίστεως, μελέτησαν εις βάθος και ερμήνευσαν σωστά και αλάνθαστα την Αγία Γραφή. Εκπλήσσεται κανείς όταν μελετά τα συγγράμματά τους, το πως ερμηνεύουν το λόγο του Θεού, έχοντας ως χειραγωγό το Πανάγιο Πνεύμα και όχι τις δικές τους θεωρίες. Γι αυτό ο λόγος τους είναι και παραμένει καθαρός, εμπειρικός, διαχρονικός • λόγος Αγίου Πνεύματος.
Δεύτερον. Χαρακτηρίζονται Μεγάλοι, γιατί διέθεσαν ολόκληρο τον εαυτό τους στη διακονία του Χριστού και του ανθρώπου. Ενώ γεννήθηκαν από εύπορες οικογένειες και μπροστά τους ανοιγόταν ο ορίζοντας της επιστήμης και της επιτυχημένης και λαμπρής σταδιοδρομίας στο επίγειο κοινωνικό γίγνεσθαι, εκείνοι προτιμούν να είναι διάκονοι του Χριστού-Εκκλησίας και του ανθρώπου.
Παραδίδουν ολόκληρο τον εαυτό τους στο Χριστό και στην Εκκλησία, γενόμενοι ταυτόχρονα συγκυρηναίοι του σταυρού των συνανθρώπων τους. Πόλος έλξεως στη ζωή τους ο Χριστός και κατ επέκταση ο άνθρωπος. Θα παρατηρήσει σχετικά ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος : «Χριστόν επισκεψώμεθα, χριστόν θεραπεύσωμεν, Χριστόν θρέψωμεν, Χριστόν ενδύσωμεν, Χριστόν συνάγωμεν, Χριστόν τιμήσωμεν»4.
Τα κηρύγματα, οι φιλανθρωπικές δράσεις τους, τα διάφορα ιδρύματα, όπως η βασιλειάδα στην Καισάρεια της Καππαδοκίας για την περίθαλψη και φροντίδα των πτωχών και των αδυνάτων, και κυρίως η γεμάτη θυσία ασκητική τους ζωή τους κατέστησε προκαθημένους της αγάπης. Στον κόσμο τούτο μεγάλος αναδεικνύεται όποιος γίνεται μεγάλος μιμητής του Κυρίου. Και οι τρεις αυτοί Ιεράρχες μιμήθηκαν τον Κύριο σε θαυμαστό βαθμό. Δεν κήρυξαν μόνο. Ζώστηκαν το λέντιο της αγάπης και υπηρετούσαν νύκτα-μέρα τους πεινασμένους και τους ασθενείς5.
Τρίτον. Αναγνωρίσθηκαν από όλους ως Μεγάλοι και στα θέματα της πίστεως και της υπερασπίσεως της ορθοδόξου αληθείας. Σύνθημά τους το «έως του θανάτου αγώνισαι περί της αληθείας, και Κύριος ο Θεός πολεμήσει υπέρ σου»6. Έτσι, διαφύλαξαν ανόθευτή την άπαξ τοις Αγίοις παραδοθείσαν πίστιν7 και την παρέδωσαν απαραχάρακτη και γνήσια στα πνευματικά τους παιδιά, αλλά και στις μεταγενέστερες γενιές, προκειμένου δι’ αυτής να παραμένουν και να προχωρούν στο σωστό δρόμο προς την απόκτηση της Βασιλείας των Ουρανών. Γιατί αν κανείς χάσει την αλήθεια η αστοχήσει σε θέματα πίστεως, δεν μπορεί να έχει στη ζωή του πνευματική υγεία και άρα να αποκτήσει τη σωτηρία.
Ο Μέγας Βασίλειος είναι συγκλονιστικός στην απάντησή του προς τον έπαρχο Μόδεστο, τον απεσταλμένο του αιρετικού αυτοκράτορος Ουάλεντος : «Εμείς οι Ορθόδοξοι, έπαρχε, είμαστε καλοί και ταπεινοί όσο κανείς άλλος. Όχι μόνο στο βασιλιά δεν φερόμαστε υπεροπτικά, μα ούτε και στον πιο μικρό άνθρωπο. Αν όμως τύχει να κινδυνεύει η πίστη στο Θεό, τότε περιφρονούμε τα πάντα, και αγκαλιάζουμε αυτή (την πίστη). Τότε η φωτιά, το ξίφος του δήμιου, τα θηρία και το ξέσκισμα της σάρκας μας με τα νύχια των βασανιστών φέρνει σε μας περισσότερο ευχαρίστηση παρά φόβο. Γι αυτό κάνε ό,τι θέλεις, ό,τι έχεις δικαιοδοσία. Βρίσε με, απείλησέ με όσο θέλεις. Ας το ακούσει όμως και ο βασιλιάς, δεν θα με καταφέρεις να δεχθώ την κακοδοξία, έστω κι αν με απειλήσεις χειρότερα8.
Μεγάλοι, λοιπόν, στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας. Δημιούργησαν τη χρυσή εποχή της θεολογίας, συνδυάζοντας άριστα την πράξη με τη θεωρία. Αγαπούσαν το Θεό, υπερμαχούσαν για την αλήθεια της πίστεως, διακονούσαν και τον κουρασμένο οδοιπόρο αυτής της ζωής.
Σ αυτούς ακουμπάμε και σήμερα ζητώντας να μας δώσουν μία ακτίνα της χάριτος του Θεού που τόσο έχουμε ανάγκη.
Τους χρειαζόμαστε στη ζωή μας.
Είναι οι φωτεινοί οδοδείκτες μας.
Είναι οι οδηγοί μας προς τα άνω.
Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Καστορίας κ.κ. Σεραφείμ
1 Ματθ. 5,19.
2 Ματθ. 5,8.
3 Αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Νύσσης, Περί παρθενίας, κεφ. ια , ΕΠΕ 9,81.
4 Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος ΙΔ Περί φιλοπτωχίας, κεφ. Μ , PG 35,909.
5 Στυλιανού Παπαδοπούλου, Η ζωή ενός Μεγάλου – Βασίλειος Καισαρείας, εκδ. Αποστολικής Διακονίας Αθήνα 1979, σελ. 259.
6 Σοφ.Σειράχ 4,28.
7 Ιουδ. 3.
8 Στ. Παπαδοπούλου, ο.π. σελ. 318.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ουδέν πατρίδος γλυκύτερον»
Η μνήμη των τριών φωστήρων της τρισηλίου Θεότητος1 μάς υποχρεώνει να σταθούμε με πολύ σεβασμό μπροστά στις αγίες μορφές τους, να πληροφορηθούμε τη διακονία τους στην Εκκλησία και την προσφορά τους στον παράγοντα άνθρωπο αλλά και συγχρόνως να ανατρέξουμε στα σοφά τους συγγράμματα προκειμένου να δούμε, τις δύσκολες αυτές ημέρες που διέρχεται η πατρίδα μας, πώς εκείνοι αντιμετώπιζαν ένα τέτοιο παρόμοιο γεγονός. Τι έλεγαν, τι έγραφαν, πώς τιμούσαν την πατρίδα;
Δυστυχώς, σήμερα συμβαίνει το εξής κωμικοτραγικό : όταν μιλά κανείς για την πατρίδα, του προσάπτεται αμέσως η κατηγορία του ρατσιστή και του εθνικιστή. Είναι σαν να ακούει ότι δεν έχει δικαίωμα να αγαπά τη μητέρα του. Όμως, όποιος αγαπά τη μητέρα του, δε σημαίνει ότι τρέφει μίσος προς τις άλλες μητέρες. Αντίστοιχα, όταν αγαπά τη μάνα του πατρίδα, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.
Συμβαίνει ακόμη να σχίζεται, να ποδοπατείται και να καίγεται από ορισμένους το σύμβολο της πατρίδας, η σημαία. Δεν γνωρίζω αν αυτό θα συνέβαινε σε κάποιον άλλο τόπο. Παραθέτω όμως ένα μικρό απόσπασμα από τον γλαφυρότατο Γέροντα Δοσίθεο, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Τατάρνης. Γράφει στο βιβλίο του «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο» : «Τιμούν (οι Τούρκοι) μέχρι λατρείας την τουρκική σημαία. Δεν υπάρχει παράδειγμα Τούρκου, δεξιού ή αριστερού, κεμαλικού ή ισλαμιστή, που να έκαψε τουρκική σημαία. Κιμά θα τον έκαναν αμέσως. Στις εθνικές τους εορτές όλη η Τουρκία κοκκινίζει απ’ τα μπαϊράκια. Όταν γίνονται επεισόδια μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας, η σημαία σώζει τους φοιτητές. Τυλίγονται μ’ αυτήν και γλυτώνουν το ξύλο.
Παλαιότερα η τηλεόρασή τους άρχιζε στις 6 το απόγευμα. Παρηκολούθησα την έναρξι. Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Το ίδιο πράγμα. Επί μισή ώρα ένα ολόκληρο σύνταγμα απέδιδε τιμές σε μια σημαία που ανέβαινε σιγά σιγά στον ιστό. Και ο εθνικός ύμνος και τα εμβατήρια. Κι αυτό κάθε μέρα. Ρωτώ κάποιον νεαρό που ήξερε τα τούρκικα. Τι λένε τόση ώρα, βρε παιδάκι μου, και ανεβάζουν την σημαία τόσο αργά σαν να έχει πιαστή το σχοινί στο καρούλι; Τον εθνικό τους ύμνο, πάτερ. Και τι λέει αυτός ο ύμνος, αδελφέ μου; “Όσο υπάρχει έστω και ένας Τούρκος επάνω στη γη εσύ δεν θα πάψης να κυματίζης”. Ανησυχητικά λόγια»2.
Οι τρεις Ιεράρχες έχοντας πάντοτε στη ζωή τους ως γνώμονα τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ηυχόμην γαρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οίτινες εισιν Ισραηλίται»3, έτρεφαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έννοια της πατρίδος. Δήλωναν την αγάπη τους και το σεβασμό τους στη γενέθλιο γη και μάλιστα σ’ εκείνους που κατοικούσαν στο γνώριμο γι’ αυτούς χώρο. Προσέφεραν απλόχερα βοήθεια στους φτωχούς συμπατριώτες τους φροντίζοντας για τυχόν προβλήματά τους και με το ήθος και τη συμπεριφορά τους τούς έδειχναν πώς πρέπει να τιμούν και να σέβονται την πατρίδα τους. Γράφει χαρακτηριστικά προς τον έπαρχο Μόδεστο ο θαυμαστός Ιεράρχης της Καισαρείας : «Σε παρακαλώ να απλώσεις το χέρι σου εις την πατρίδα μας που έχει γονατίσει»4. Σαν καλός ακόμη πατριώτης που έτρεφε ένα ενδιαφέρον για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, τοποθετεί την τιμή προς την πατρίδα δίπλα στους γονείς5.
Την ίδια στάση τη βλέπουμε και στον επώνυμο της θεολογίας, Άγιο Γρηγόριο. Γράφοντας στον άρχοντα Σωφρόνιο του λέγει τα εξής : «Να τιμούμε τη μητέρα μας είναι χρέος ιερό. Η μητέρα καθενός είναι διαφορετική, κοινή μητέρα όλων είναι η πατρίδα. Την τίμησες με όλη τη λάμψη της ζωής σου και θα την τιμήσεις και τώρα για όσα σε παρακαλούμε δείχνοντας σεβασμό σε εμένα»6. Ίσως δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση της αληθινής φιλοπατρίας από το φοβερό αυτό λόγο του Αγίου Γρηγορίου, γιατί όταν αγαπώ την πατρίδα μου δεν σημαίνει ότι μισώ τις άλλες πατρίδες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και παραπάνω.
Στην ίδια συχνότητα κινείται και ο ρήτορας των Επισκόπων και απαράμιλλος ιεροκήρυκας τόσο της Αντιοχείας όσο και της Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Σε μια ομιλία του γράφει με γλαφυρό τρόπο : «Τίποτε δεν είναι γλυκύτερο από την πατρίδα – ουδέν πατρίδος γλυκύτερον»7.
Αυτοί λοιπόν που έγιναν τα πάγχρυσα στόματα του λόγου,
αυτοί που στάθηκαν βοηθοί και συμπαραστάτες στους ανθρώπους,
αυτοί στέκονται με ιδιαίτερο σεβασμό στη γη που τους γέννησε και ανέθρεψε,
πόσα μηνύματα έχουν να μεταφέρουν σήμερα στη βιοτή μας και σε όσα ζούμε καθημερινά ! Γιατί αυτός ο τόπος είναι η μάνα μας, είναι τόπος μαρτύρων και ηρώων. Γι’ αυτόν θυσιάστηκαν και πότισαν με το αίμα τους εκατομμύρια προγόνων μας ανά τους αιώνες.
Αυτός ο τόπος μάς χρειάζεται όλους, ιδιαιτέρως σήμερα…
Μαζί με τις παραπάνω γνώμες των Τριών Ιεραρχών, ας φέρουμε ακόμη στο μυαλό μας, εάν δεν μας πείθουν οι δικές τους φωνές, και εκείνη του Σωκράτους : «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστί η πατρίς και σεμνότερον και αγιότερον»8.
Είναι για μας σεμνότερον και αγιότερον; Αν δεν είναι, καιρός να το πραγματοποιήσουμε…
1. Απολυτίκιο Τριών Ιεραρχών
2. Αρχιμ. Δοσιθέου, «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο», έκδ. 5η, Ιερά Μονή Παναγία Τατάρνης, σελ. 304-305
3. Ρωμ. 9,3-4
4. Μεγάλου Βασιλείου, «Επιστολή 104 προς τον Ύπαρχον Μόδεστον», ΕΠΕ 3,335
5. Του ιδίου, «Επιστολή 96 προς τον Μάγιστρον Σωφρόνιον», ΕΠΕ 2,211
6. Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «Επιστολή 37, στο Σωφρόνιο», ΕΠΕ 7,75
7. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τους ανδριάντας, Ομιλία Β’», ΕΠΕ 31,633
8. Πλάτωνος, Κρίτων, 51β
Η μνήμη των τριών φωστήρων της τρισηλίου Θεότητος1 μάς υποχρεώνει να σταθούμε με πολύ σεβασμό μπροστά στις αγίες μορφές τους, να πληροφορηθούμε τη διακονία τους στην Εκκλησία και την προσφορά τους στον παράγοντα άνθρωπο αλλά και συγχρόνως να ανατρέξουμε στα σοφά τους συγγράμματα προκειμένου να δούμε, τις δύσκολες αυτές ημέρες που διέρχεται η πατρίδα μας, πώς εκείνοι αντιμετώπιζαν ένα τέτοιο παρόμοιο γεγονός. Τι έλεγαν, τι έγραφαν, πώς τιμούσαν την πατρίδα;
Δυστυχώς, σήμερα συμβαίνει το εξής κωμικοτραγικό : όταν μιλά κανείς για την πατρίδα, του προσάπτεται αμέσως η κατηγορία του ρατσιστή και του εθνικιστή. Είναι σαν να ακούει ότι δεν έχει δικαίωμα να αγαπά τη μητέρα του. Όμως, όποιος αγαπά τη μητέρα του, δε σημαίνει ότι τρέφει μίσος προς τις άλλες μητέρες. Αντίστοιχα, όταν αγαπά τη μάνα του πατρίδα, δεν μπορεί να κατηγορηθεί ότι μισεί τις πατρίδες των άλλων ανθρώπων.
Συμβαίνει ακόμη να σχίζεται, να ποδοπατείται και να καίγεται από ορισμένους το σύμβολο της πατρίδας, η σημαία. Δεν γνωρίζω αν αυτό θα συνέβαινε σε κάποιον άλλο τόπο. Παραθέτω όμως ένα μικρό απόσπασμα από τον γλαφυρότατο Γέροντα Δοσίθεο, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Τατάρνης. Γράφει στο βιβλίο του «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο» : «Τιμούν (οι Τούρκοι) μέχρι λατρείας την τουρκική σημαία. Δεν υπάρχει παράδειγμα Τούρκου, δεξιού ή αριστερού, κεμαλικού ή ισλαμιστή, που να έκαψε τουρκική σημαία. Κιμά θα τον έκαναν αμέσως. Στις εθνικές τους εορτές όλη η Τουρκία κοκκινίζει απ’ τα μπαϊράκια. Όταν γίνονται επεισόδια μεταξύ φοιτητών και αστυνομίας, η σημαία σώζει τους φοιτητές. Τυλίγονται μ’ αυτήν και γλυτώνουν το ξύλο.
Παλαιότερα η τηλεόρασή τους άρχιζε στις 6 το απόγευμα. Παρηκολούθησα την έναρξι. Μια μέρα, δυο μέρες, τρεις μέρες. Το ίδιο πράγμα. Επί μισή ώρα ένα ολόκληρο σύνταγμα απέδιδε τιμές σε μια σημαία που ανέβαινε σιγά σιγά στον ιστό. Και ο εθνικός ύμνος και τα εμβατήρια. Κι αυτό κάθε μέρα. Ρωτώ κάποιον νεαρό που ήξερε τα τούρκικα. Τι λένε τόση ώρα, βρε παιδάκι μου, και ανεβάζουν την σημαία τόσο αργά σαν να έχει πιαστή το σχοινί στο καρούλι; Τον εθνικό τους ύμνο, πάτερ. Και τι λέει αυτός ο ύμνος, αδελφέ μου; “Όσο υπάρχει έστω και ένας Τούρκος επάνω στη γη εσύ δεν θα πάψης να κυματίζης”. Ανησυχητικά λόγια»2.
Οι τρεις Ιεράρχες έχοντας πάντοτε στη ζωή τους ως γνώμονα τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «ηυχόμην γαρ αυτός εγώ ανάθεμα είναι από του Χριστού υπέρ των αδελφών μου, των συγγενών μου κατά σάρκα, οίτινες εισιν Ισραηλίται»3, έτρεφαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την έννοια της πατρίδος. Δήλωναν την αγάπη τους και το σεβασμό τους στη γενέθλιο γη και μάλιστα σ’ εκείνους που κατοικούσαν στο γνώριμο γι’ αυτούς χώρο. Προσέφεραν απλόχερα βοήθεια στους φτωχούς συμπατριώτες τους φροντίζοντας για τυχόν προβλήματά τους και με το ήθος και τη συμπεριφορά τους τούς έδειχναν πώς πρέπει να τιμούν και να σέβονται την πατρίδα τους. Γράφει χαρακτηριστικά προς τον έπαρχο Μόδεστο ο θαυμαστός Ιεράρχης της Καισαρείας : «Σε παρακαλώ να απλώσεις το χέρι σου εις την πατρίδα μας που έχει γονατίσει»4. Σαν καλός ακόμη πατριώτης που έτρεφε ένα ενδιαφέρον για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανέθρεψε, τοποθετεί την τιμή προς την πατρίδα δίπλα στους γονείς5.
Την ίδια στάση τη βλέπουμε και στον επώνυμο της θεολογίας, Άγιο Γρηγόριο. Γράφοντας στον άρχοντα Σωφρόνιο του λέγει τα εξής : «Να τιμούμε τη μητέρα μας είναι χρέος ιερό. Η μητέρα καθενός είναι διαφορετική, κοινή μητέρα όλων είναι η πατρίδα. Την τίμησες με όλη τη λάμψη της ζωής σου και θα την τιμήσεις και τώρα για όσα σε παρακαλούμε δείχνοντας σεβασμό σε εμένα»6. Ίσως δεν υπάρχει μεγαλύτερη δικαίωση της αληθινής φιλοπατρίας από το φοβερό αυτό λόγο του Αγίου Γρηγορίου, γιατί όταν αγαπώ την πατρίδα μου δεν σημαίνει ότι μισώ τις άλλες πατρίδες, όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε και παραπάνω.
Στην ίδια συχνότητα κινείται και ο ρήτορας των Επισκόπων και απαράμιλλος ιεροκήρυκας τόσο της Αντιοχείας όσο και της Κωνσταντινουπόλεως, ὁ Ἱερός Χρυσόστομος. Σε μια ομιλία του γράφει με γλαφυρό τρόπο : «Τίποτε δεν είναι γλυκύτερο από την πατρίδα – ουδέν πατρίδος γλυκύτερον»7.
Αυτοί λοιπόν που έγιναν τα πάγχρυσα στόματα του λόγου,
αυτοί που στάθηκαν βοηθοί και συμπαραστάτες στους ανθρώπους,
αυτοί στέκονται με ιδιαίτερο σεβασμό στη γη που τους γέννησε και ανέθρεψε,
πόσα μηνύματα έχουν να μεταφέρουν σήμερα στη βιοτή μας και σε όσα ζούμε καθημερινά ! Γιατί αυτός ο τόπος είναι η μάνα μας, είναι τόπος μαρτύρων και ηρώων. Γι’ αυτόν θυσιάστηκαν και πότισαν με το αίμα τους εκατομμύρια προγόνων μας ανά τους αιώνες.
Αυτός ο τόπος μάς χρειάζεται όλους, ιδιαιτέρως σήμερα…
Μαζί με τις παραπάνω γνώμες των Τριών Ιεραρχών, ας φέρουμε ακόμη στο μυαλό μας, εάν δεν μας πείθουν οι δικές τους φωνές, και εκείνη του Σωκράτους : «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστί η πατρίς και σεμνότερον και αγιότερον»8.
Είναι για μας σεμνότερον και αγιότερον; Αν δεν είναι, καιρός να το πραγματοποιήσουμε…
1. Απολυτίκιο Τριών Ιεραρχών
2. Αρχιμ. Δοσιθέου, «Θέλω να πιω όλο τον Βόσπορο», έκδ. 5η, Ιερά Μονή Παναγία Τατάρνης, σελ. 304-305
3. Ρωμ. 9,3-4
4. Μεγάλου Βασιλείου, «Επιστολή 104 προς τον Ύπαρχον Μόδεστον», ΕΠΕ 3,335
5. Του ιδίου, «Επιστολή 96 προς τον Μάγιστρον Σωφρόνιον», ΕΠΕ 2,211
6. Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, «Επιστολή 37, στο Σωφρόνιο», ΕΠΕ 7,75
7. Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εις τους ανδριάντας, Ομιλία Β’», ΕΠΕ 31,633
8. Πλάτωνος, Κρίτων, 51β
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η Διαχρονικότητα των Τριών Ιεραρχών
Σε εποχές κατά τις οποίες το Ελληνικό σχολείο, και γενικότερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα πλήττεται βίαια από καταστροφικές νοοτροπίες και απαξίωση, οι Tρεις Iεράρχες – ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος- αποτελούν μια ολοζώντανη πρόκληση αλλαγής οραμάτων και πρακτικών.
Αυτό που τους κάνει τόσο επίκαιρους δεν είναι τόσο η θαυμαστή τους επίδοση σε όλους τους τομείς της επιστήμης, με τους οποίους ασχολήθηκαν, ούτε και οι ζηλευτές θέσεις, ακαδημαϊκές και εκκλησιαστικές, που κατέλαβαν. Περισσότερο χρήσιμες προβάλλουν οι επιλογές τους, σε προσωπικό-πνευματικό, αλλά και σε κοινωνικό- έμπρακτο επίπεδο.
Η εποχή τους συγκλονίζεται από τους κραδασμούς ενός νέου ξεκινήματος. Ένας κόσμος γερασμένος, βυθισμένος στη διαφθορά και την απόγνωση, χωρίς όραμα και προοπτική, εκτοπίζεται, δίνοντας τη θέση του στην προσδοκία ενός νέου κόσμου, δικαιότερου, φωτεινότερου και ελπιδοφόρου. Όταν τέτοιες αλλαγές πραγματοποιούνται στην ανθρώπινη ιστορία, η μεταβατική περίοδος αποτελεί πολλές φορές περίοδο βίαιων αντιπαραθέσεων και υπερβολών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πρώτη πολύτιμη συνεισφορά των Τριών Ιεραρχών: Με ευρύτητα πνεύματος και διαλλακτικότητα, που τους προσδίδει η πλατιά τους μόρφωση, κυρίως όμως η προσήλωσή τους στο παράδειγμα του Ιδρυτή της Εκκλησίας της αγάπης και της συγχωρητικότητας, επιδιώκουν να συνθέσουν το παλιό με το νέο. Προστατεύουν και αναδεικνύουν όλες τις υψηλές αναζητήσεις του Ελληνικού πολιτισμού, μεταβάλλοντάς τες σε εργαλείο έκφρασης και προσέγγισης της νέας ελπίδας και της νέας προσδοκίας, της προσδοκίας της επερχόμενης Βασιλείας του Θεού.
Οι λαμπρές τους σπουδές, τα χαρίσματά τους και η εξαιρετική θέση που κατέκτησαν στην εποχή τους δεν αποτελούν, βεβαίως, γεγονός πρωτόγνωρο. Από όλες τις περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας δεν έλειψαν οι πανεπιστήμονες και οι εξαιρετικά ταλαντούχοι άνθρωποι. Δεν είναι, λοιπόν, τόσο οι γνώσεις και οι σπουδές που τους κρατούν ζωντανούς μέσα στην ιστορία, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: Η ετοιμότητά τους να μεταβάλουν τις επιδόσεις και τις επιτυχίες τους, από μέσα προσωπικής προβολής και καταξίωσης, σε εργαλεία προσφοράς στον συνάνθρωπο. Και των τριών αυτών φωτεινών προσωπικοτήτων η ζωή αποτελεί μια διαρκή πορεία από το «εγώ» στο «εμείς». Η έμπρακτη κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου, η ευαισθησία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου απέναντι στην αυθαιρεσία και την κοινωνική αδικία, καθώς και η διαρκής προσπάθεια του Γρηγορίου του Θεολόγου να στερεώσει, με το συγγραφικό του έργο, την διδασκαλία ης Εκκλησίας, ενισχύοντας έτσι το ποιμαντικό της έργο, αποτελούν κάποιες από τις απτές αποδείξεις μια ζωής γεμάτης ανιδιοτέλεια, διαποτισμένης από τα υψηλοτέρα ανθρωπιστικά ιδεώδη που γνώρισε η παγκόσμια ιστορία.
Εκείνο, όμως, που υπογραμμίζει με τον καλύτερο τρόπο το ήθος και την ποιότητα της προσωπικότητάς τους είναι το υψηλό φρόνημα και η σταθερότητά τους στη θεμελίωση ενός καλύτερου κόσμου, όταν η κοσμική εξουσία, που ξέρει πάντα να εντοπίζει τους αληθινά επικίνδυνους για τα κεκτημένα και τους σχεδιασμούς της, απείλησε, καταδίωξε και τελικά δοκίμασε να εξολοθρεύσει την φωνή και το έργο τους. Πρόκειται για εκείνες τις στιγμές που δοκιμάζουν τις αντοχές και την πίστη όλων, όσοι επιλέγουν να παρακάμψουν τα θέλγητρα του κόσμου τούτου και να αναζητήσουν το νόημα της ζωής τους σε εκείνα, που κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο, πιστή εικόνα του Δημιουργού του. Και κατά τις στιγμές εκείνες, οι Τρεις Ιεράρχες παρέμειναν ακλόνητοι.
Σύνθεση των αντιθέσεων, προσφορά στην ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα, προσήλωση, μέχρι θυσίας, στα ιδανικά είναι το τρίπτυχο του αληθινού μηνύματος των Τριών Ιεραρχών στην εποχή μας. Εποχή που βιώνει την βίαιη κατεδάφιση όλων εκείνων των προσδοκιών για ευτυχία, που στηρίχτηκαν στη γοητεία της τεχνολογίας και στη δύναμη της κατανάλωσης. Η ανθρωπότητα φαίνεται πως αλλάζει σελίδα, μόνον που η καινούργια σελίδα της ιστορίας της δεν είναι λευκή. Και πώς να είναι, όταν τα προβλήματα μοιάζουν να αναζητούν τη λύση τους μέσα από συγκρούσεις, περισσότερο ατομισμό και ηττοπαθή συμφιλίωση με τις τυραννικές δομές ενός αθέατου, αλλά εξίσου στυγνού με το παρελθόν συστήματος εκμετάλλευσης και υποδούλωσης;
Να γιατί αποτελεί επιτακτική ανάγκη η επαναφορά τους στον πυρήνα των αξιών τού εκπαιδευτικού μας συστήματος. Χωρίς νηφάλια σύνθεση των σημερινών αντιθέσεων σε όλους τους τομείς, χωρίς αληθινή ανιδιοτέλεια στις προσπάθειες για μια καλύτερη ζωή και χωρίς σταθερότητα στην επιδίωξη ανώτερων σκοπών στην καθημερινότητά μας, οι ελπίδες θα παραμένουν φρούδες και οι απογοητεύσεις θα διαδέχονται η μια την άλλη. Μέχρι το φως φωστήρων, όχι μόνον γνώσεων αλλά κυρίως «της τρισηλίου Θεότητος», καταυγάσει ξανά τον νου και την καρδιά μας.
Του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
Σε εποχές κατά τις οποίες το Ελληνικό σχολείο, και γενικότερα το εκπαιδευτικό μας σύστημα πλήττεται βίαια από καταστροφικές νοοτροπίες και απαξίωση, οι Tρεις Iεράρχες – ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος- αποτελούν μια ολοζώντανη πρόκληση αλλαγής οραμάτων και πρακτικών.
Αυτό που τους κάνει τόσο επίκαιρους δεν είναι τόσο η θαυμαστή τους επίδοση σε όλους τους τομείς της επιστήμης, με τους οποίους ασχολήθηκαν, ούτε και οι ζηλευτές θέσεις, ακαδημαϊκές και εκκλησιαστικές, που κατέλαβαν. Περισσότερο χρήσιμες προβάλλουν οι επιλογές τους, σε προσωπικό-πνευματικό, αλλά και σε κοινωνικό- έμπρακτο επίπεδο.
Η εποχή τους συγκλονίζεται από τους κραδασμούς ενός νέου ξεκινήματος. Ένας κόσμος γερασμένος, βυθισμένος στη διαφθορά και την απόγνωση, χωρίς όραμα και προοπτική, εκτοπίζεται, δίνοντας τη θέση του στην προσδοκία ενός νέου κόσμου, δικαιότερου, φωτεινότερου και ελπιδοφόρου. Όταν τέτοιες αλλαγές πραγματοποιούνται στην ανθρώπινη ιστορία, η μεταβατική περίοδος αποτελεί πολλές φορές περίοδο βίαιων αντιπαραθέσεων και υπερβολών. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η πρώτη πολύτιμη συνεισφορά των Τριών Ιεραρχών: Με ευρύτητα πνεύματος και διαλλακτικότητα, που τους προσδίδει η πλατιά τους μόρφωση, κυρίως όμως η προσήλωσή τους στο παράδειγμα του Ιδρυτή της Εκκλησίας της αγάπης και της συγχωρητικότητας, επιδιώκουν να συνθέσουν το παλιό με το νέο. Προστατεύουν και αναδεικνύουν όλες τις υψηλές αναζητήσεις του Ελληνικού πολιτισμού, μεταβάλλοντάς τες σε εργαλείο έκφρασης και προσέγγισης της νέας ελπίδας και της νέας προσδοκίας, της προσδοκίας της επερχόμενης Βασιλείας του Θεού.
Οι λαμπρές τους σπουδές, τα χαρίσματά τους και η εξαιρετική θέση που κατέκτησαν στην εποχή τους δεν αποτελούν, βεβαίως, γεγονός πρωτόγνωρο. Από όλες τις περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας δεν έλειψαν οι πανεπιστήμονες και οι εξαιρετικά ταλαντούχοι άνθρωποι. Δεν είναι, λοιπόν, τόσο οι γνώσεις και οι σπουδές που τους κρατούν ζωντανούς μέσα στην ιστορία, αλλά κάτι βαθύτερο και ουσιαστικότερο: Η ετοιμότητά τους να μεταβάλουν τις επιδόσεις και τις επιτυχίες τους, από μέσα προσωπικής προβολής και καταξίωσης, σε εργαλεία προσφοράς στον συνάνθρωπο. Και των τριών αυτών φωτεινών προσωπικοτήτων η ζωή αποτελεί μια διαρκή πορεία από το «εγώ» στο «εμείς». Η έμπρακτη κοινωνική προσφορά του Μ. Βασιλείου, η ευαισθησία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου απέναντι στην αυθαιρεσία και την κοινωνική αδικία, καθώς και η διαρκής προσπάθεια του Γρηγορίου του Θεολόγου να στερεώσει, με το συγγραφικό του έργο, την διδασκαλία ης Εκκλησίας, ενισχύοντας έτσι το ποιμαντικό της έργο, αποτελούν κάποιες από τις απτές αποδείξεις μια ζωής γεμάτης ανιδιοτέλεια, διαποτισμένης από τα υψηλοτέρα ανθρωπιστικά ιδεώδη που γνώρισε η παγκόσμια ιστορία.
Εκείνο, όμως, που υπογραμμίζει με τον καλύτερο τρόπο το ήθος και την ποιότητα της προσωπικότητάς τους είναι το υψηλό φρόνημα και η σταθερότητά τους στη θεμελίωση ενός καλύτερου κόσμου, όταν η κοσμική εξουσία, που ξέρει πάντα να εντοπίζει τους αληθινά επικίνδυνους για τα κεκτημένα και τους σχεδιασμούς της, απείλησε, καταδίωξε και τελικά δοκίμασε να εξολοθρεύσει την φωνή και το έργο τους. Πρόκειται για εκείνες τις στιγμές που δοκιμάζουν τις αντοχές και την πίστη όλων, όσοι επιλέγουν να παρακάμψουν τα θέλγητρα του κόσμου τούτου και να αναζητήσουν το νόημα της ζωής τους σε εκείνα, που κάνουν τον άνθρωπο καλύτερο, πιστή εικόνα του Δημιουργού του. Και κατά τις στιγμές εκείνες, οι Τρεις Ιεράρχες παρέμειναν ακλόνητοι.
Σύνθεση των αντιθέσεων, προσφορά στην ταλαιπωρημένη ανθρωπότητα, προσήλωση, μέχρι θυσίας, στα ιδανικά είναι το τρίπτυχο του αληθινού μηνύματος των Τριών Ιεραρχών στην εποχή μας. Εποχή που βιώνει την βίαιη κατεδάφιση όλων εκείνων των προσδοκιών για ευτυχία, που στηρίχτηκαν στη γοητεία της τεχνολογίας και στη δύναμη της κατανάλωσης. Η ανθρωπότητα φαίνεται πως αλλάζει σελίδα, μόνον που η καινούργια σελίδα της ιστορίας της δεν είναι λευκή. Και πώς να είναι, όταν τα προβλήματα μοιάζουν να αναζητούν τη λύση τους μέσα από συγκρούσεις, περισσότερο ατομισμό και ηττοπαθή συμφιλίωση με τις τυραννικές δομές ενός αθέατου, αλλά εξίσου στυγνού με το παρελθόν συστήματος εκμετάλλευσης και υποδούλωσης;
Να γιατί αποτελεί επιτακτική ανάγκη η επαναφορά τους στον πυρήνα των αξιών τού εκπαιδευτικού μας συστήματος. Χωρίς νηφάλια σύνθεση των σημερινών αντιθέσεων σε όλους τους τομείς, χωρίς αληθινή ανιδιοτέλεια στις προσπάθειες για μια καλύτερη ζωή και χωρίς σταθερότητα στην επιδίωξη ανώτερων σκοπών στην καθημερινότητά μας, οι ελπίδες θα παραμένουν φρούδες και οι απογοητεύσεις θα διαδέχονται η μια την άλλη. Μέχρι το φως φωστήρων, όχι μόνον γνώσεων αλλά κυρίως «της τρισηλίου Θεότητος», καταυγάσει ξανά τον νου και την καρδιά μας.
Του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος κ. Ιγνατίου
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Επίκαιρα μηνύματα των Τριών Ιεραρχών
«Επίκαιρα μηνύματα των Τριών Ιεραρχών περί Φιλοπατρίας, Εθνικής Κληρονομιάς και Κοινωνικής Δικαιοσύνης – Συνοχής»
1. Οι αρχές της φιλοπατρίας, της εθνικής κληρονομιάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής είναι πάντοτε επίκαιρες. Και σήμερα πολύς ο λόγος για την εθνική, πατριωτική και κοινωνική συνοχή. Οι Αρχές αυτές συγκινούν ιδιαίτερα στις μέρες μας όλους τους Λαούς της Γης, είτε μεγάλους είτε μικρούς˙ κυρίως όμως συγκινούν τους μικρούς εμπερίστατους Λαούς. Αυτούς, που είναι: είτε χωρίς Πατρίδα ακόμη, είτε στην Πατρίδα τους μειονότητες, είτε πρόσφυγες και διωκόμενοι εκτός ή εντός της Πατρίδας τους˙ είτε απόδημοι και ομογενείς, είτε αυτόνομοι αλλ’ όχι ανεξάρτητοι, είτε και ανεξάρτητοι, αλλά με την αγωνία συνεχή απώλειας ή συρρικνώσεως των Αρχών της εθνικής και κοινωνικής συνοχής και ανεξαρτησίας.
Π.χ., αναφερόμαστε στους Αρμενίους, στους Κούρδους (αρχαίοι Καρδούχοι του Ξενοφώντος), στους Γεωργιανούς, στους Εβραίους, στους Ρωμιούς της καθ’ ημάς Ανατολής, στους Παλαιστινίους, στις Μειονότητες ή Ομάδες, θρησκευτικές ή εθνικές, της Χερσονήσου του Αίμου (των οθωμανικών Βαλκανίων), της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και Β. Αφρικής, γύρω μας, περί τη Μεσόγειο. Για να συνειδητοποιήσουμε την κατάσταση στο δικό μας ευρύτερο περίγυρο γεωγραφικό.
Σ’ αυτόν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο περίπου, δηλ. στην Ελληνική Χερσόνησο, στη Μ. Ασία, στην Καππαδοκία, στον Πόντο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στη Συρία ή γεννήθηκαν, ή σπούδασαν, ή έζησαν, ή έδρασαν ή και εξορίστηκαν οι Τρεις Ιεράρχες, στα πλαίσια της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του 4ου μ.Χ. αιώνα.
Τότε, το πρόβλημα των πατρίδων και των πολιτισμών και των παραδόσεων και των συναφών μ’ αυτά κοινωνικών δικαιωμάτων των επιμέρους Λαών είναι επίκαιρο˙ όπως και τώρα. Εγγίζει όχι μόνον τους πολιτικούς αλλά και τους πνευματικούς ταγούς. Ως εκ τούτων, έχει μεγάλη σημασία να ψηλαφίσουμε επικαίρως σήμερα: Πώς οι Τρεις Ιεράρχες, που είναι προστάτες των γραμμάτων και τους πνεύματος, και τότε και τώρα˙ που είναι ως ποιμενάρχες, ζυμωμένοι με την εκκλησιαστική και πολιτική και εθνική και κοινωνική επικαιρότητά τους˙ πώς, επαναλαμβάνω, αντιμετωπίζουν το πάντα καυτό αυτό πρόβλημα – γεγονός της εθνικής κληρονομιάς και ταυτότητας και της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης.
2. Για να αναλύσουμε σωστά τη σκέψη τους μέσα από τη βιωτή και τα γραπτά τους, μας χρειάζονται οι φιλοσοφικές και πολιτιστικές πρώτον και οι θεολογικές – εκκλησιαστικές – ιστορικές δεύτερον Αρχές – προϋποθέσεις. Με βάση αυτές, διατυπώνουν τη διδασκαλία τους για τις πραγματικότητες της Πατρίδος, του Έθνους και της Κοινωνίας.
i. Η καταγωγή, το περιβάλλον των σπουδών και η διαμορφωθείσα σκέψη τους ταυτίζονται με την ελληνική παράδοση και κληρονομιά παιδείας, φιλοσοφίας, πολιτισμού, δηλ. συνολικού τρόπου ζωής. Διαπνέονται από τον ελληνικό τρόπο σκέπτεσθαι και ενεργείν. Η ιδιαίτερη πατρίδα των δύο, Βασιλείου και Γρηγορίου, ήταν η Καππαδοκία˙ και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου η Συρία. Ήσαν ενταγμένες οι χώρες αυτές στο μεσογειακό πολιτισμό. Εδώ τον τόνο και την υπερέχουσα παρουσία τους έδιναν συνεχώς για τρεις χιλιάδες χρόνια οι Έλληνες. Στην Καππαδοκία, η διείσδυση ελληνικών θεσμών και ιδίως θεσμών πολιτισμού και κοινωνικού τρόπου ζωής είχε αρχίσει πολύ νωρίς. Η Καππαδοκία είχε βαθμιαία εξελληνισθεί. Επί δυναστείας Αριοβαρζάνου επιταχύνθηκε ο εξελληνισμός της περιοχής στην καρδιά της Μ. Ασίας με την προς την Ελλάδα και δη την Αθήνα επικοινωνία της, κυρίως με την αποστολή ταλαντούχων νέων για προχωρημένες ανώτατες σπουδές και για τις εμπορικές συναλλαγές.
Το Καππαδοκικό περιβάλλον, κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ήταν τόσο εξελληνισμένο, ώστε και αυτές οι πολύ κλειστές, γλωσσικά κι εθιμικά, εβραϊκές Κοινότητες της Καππαδοκίας, να μιλούν ελληνικά. Στους χριστιανούς Καππαδόκες τόσο είχε ριζωθεί η ελληνική συνείδηση, ώστε στην πλέον ζοφερή περίοδο της οθωμανικής τυραννίας να ξεχάσουν μεν την ελληνική γλώσσα, λόγω της μουσουλμανικής πολιτικής και γλωσσικής καταιγίδας, αλλ’ όχι και την ελληνική συνείδηση και τη χριστιανική ορθόδοξη κληρονομιά. Π.χ. οι Καραμανλήδες Έλληνες.
Κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, η μόνη ομιλούμενη στην Καππαδοκία γλώσσα ήταν η ελληνική. Γι’ αυτό, η ογκώδης επιστολογραφία των Τριών Ιεραρχών είναι γραμμένη στα ελληνικά. Έκτοτε, μόλις το 1922, με τη Μικρασιατική και Ποντική καταστροφή, σίγησε, σχεδόν πλήρως, εδώ και η τελευταία ελληνική φωνή διά πυρός και σιδήρου. Κάποια εναπομείναντα από τότε χνάρια πρωτοχριστιανικών Κοινοτήτων ορθοδόξων και μνημείων, πέρα του Πόντου και της Καππαδοκίας και της Μ.Ασίας, στο σημερινό Ιράκ και κύρια στη σημερινή Συρία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αντιοχείας, ξεριζώθηκαν παντελώς στις μέρες μας από τους Σουνίτες του τζιχάντ. Ο χριστιανικός χάρτης της περιοχής υπέστη περαιτέρω αλλοίωση. Σουνίτες Νεότουρκοι οι καταστροφείς του 1922, Σουνίτες και οι καταστροφείς του σήμερα, υπό μία νεοοθωμανική αντίληψη και ιδεολογία.
Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στον 4ο μ.Χ. αιώνα των παραπάνω γεωγραφικών περιοχών. Η ελληνική σκέψη και φιλοσοφία και νοοτροπία είναι ο πρώτος οδηγός των Τριών Ιεραρχών, που θα προσδιορίσει τις περί φιλοπατρίας, εθνικής κληρονομιάς και κοινωνικής δικαιοσύνης Αρχές και αντιλήψεις τους.
ii. Προσεγγίσαμε συνοπτικά τις ελληνικές ρίζες της σκέψεως και φιλοσοφίας των Τριών Ιεραρχών περί του ανθρώπου και της ζωής, της πατρίδας και της κοινωνίας του. Το γεγονός αυτό είναι ο πρώτος οδηγός τους. Ο δεύτερος οδηγός αλλ’ ο πρώτος συνειδησιακά και ιδεολογικά για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η χριστιανική σκέψη, η θεολογική αντίληψή τους και ερμηνεία για τα θέματα πατρίδος, έθνους και κοινωνίας. Η δεύτερη αυτή σκέψη – διδασκαλία τους στηρίζεται στην Ιερά Βίβλο, δηλ. στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Τόσο η Π.Δ. όσο και η Κ.Δ. διδάσκουν την αγάπη και την αφοσίωση και τη θυσία προς την πατρίδα και για τον ψυχικό ανθρώπινο σύνδεσμο μεταξύ Πολιτείας και Πολιτών, Πατρίδος και Πατριωτών, Κοινωνίας συνοχής και δικαίου και κοινωνικών φορέων και συσσωματώσεων αλληλεγγύης.
Η Π.Δ. θεωρεί ιερή την πατρώα γη˙ περισώζει αρκετά παραδείγματα φιλοπατρίας. Ο λαός του Θεού, το Ισραήλ, αισθανόταν νοσταλγία και φλεγόταν από ιερό πάθος προς τη Γη της Επαγγελίας. Αυτήν δεν κατείχε μονίμως, λόγω των πολλών περιπετειών του. Και σήμερα, που την κατέχει, με πολλές δυσκολίες και πικρίες την προστατεύει˙ είτε αμυνόμενος, είτε επιτιθέμενος, και μάλιστα πολύ σκληρά, έναντι των συνοίκων ή ομόρων Παλαιστινίων.
Ο Ιωσήφ, ο υιός του Ιακώβ, όταν απέθνησκε στην Αίγυπτο, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία του να μεταφερθούν τα οστά του και να ταφούν στην πατρίδα του την Συχέμ της Ιουδαίας και όχι στην ξένη χώρα. Καίτοι αυτή η ξένη χώρα, η Αίγυπτος, τον είχε αναδείξει και τον είχε τιμήσει με ανώτατα κρατικά αξιώματα. Τόσο βαθύ και εξουσιαστικό ήταν μέσα του το αίσθημα της φιλοπατρίας. Και έγινε, πράγματι, η ταφή των οστών του εκεί, σ’ έναν αγρό στη Συχέμ, που είχε αγοράσει ο πατέρας του, όταν ακόμη βρισκόταν στην πατρίδα. Η Συχέμ και σήμερα είναι ζωντανό σύμβολο φιλοπατρίας για τους Ισραηλίτες, πολίτες του κράτους του Ισραήλ και της Διασποράς.
Εξάλλου, εξαίρεται η πατριωτική στάση της ισραηλίτιδος ηρωίδος Ιουδήθ. Η οποία δε δίστασε να εκτεθεί σε σοβαρότατο κίνδυνο, προκειμένου να σώσει την κινδυνεύουσα πατρίδα της. Επαινείται, ωσαύτως, η φιλόπατρις ιουδαία Εσθήρ, η οποία διέσωσε τους συμπατριώτες της στην αιχμαλωσία.
Κατά την περίοδο των Μακκαβαίων, που διεξήγαγαν σκληρούς πατριωτικούς αγώνες προς υπεράσπιση των ιερών και των όσιων της φυλής τους, η πατρίδα θεωρείτο το προσφιλέστερο αγαθό του ανθρώπου.
Τέλος, η απώλεια της πατρίδος είναι μεγάλη συμφορά, κατά την Π.Δ. Και η μακράν της πατρίδος διαμονή -η προσφυγιά, δηλαδή- αποτελούσε πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Η δε βίαιη απομάκρυνση από την πατρίδα ήταν επίσης βαρύς ζυγός. Διότι ήταν φοβερό να ζει κανείς σε χώρα, που δεν είχε γεννηθεί και δεν είχε ανδρωθεί, που όμως εξ ανάγκης γίνεται νέα πατρίδα. Για να θυμηθούμε εδώ το λαϊκό˙ «όπου γης, και πατρίς».
Και πάμε στην Κ.Δ. Η Κ.Δ., ως γνωστόν, δε διακρίνεται για πατριωτικό φανατισμό. Κηρύσσει την αγάπη προς όλους τους λαούς. Εν τούτοις, στην Κ.Δ. επ’ ουδενί αίρεται η ιδιαίτερη αγάπη προς την ίδια πατρίδα. Ο ίδιος ο Κύριος, ως άνθρωπος, αγάπησε έντονα την επί γης πατρίδα του και εκδήλωσε ιδιαίτερο γι’ αυτήν ενδιαφέρον. Τα αισθήματα στοργής κι ευσπλαχνίας του Κυρίου προς τους συμπατριώτες Του Ισραηλίτες ήσαν ανεξάντλητα. Όταν οι συμπολίτες Του στη Ναζαρέτ τον περιφρόνησαν πολύ, αναγκάσθηκε να πει το μνημειώδες εκείνο: «Ουδείς προφήτης άτιμος, ει μη εν τη πατρίδι αυτού και τη οικία αυτού».
Τα αυτά αισθήματα στοργής εκδήλωσε και προς τους συμπατριώτες Του των Ιεροσολύμων˙ που ήταν το εθνικό κέντρο της πατρίδος Του και μέχρι σήμερα είναι. Αυτούς, παρόλο που τον καταδίκασαν στον ατιμωτικότερο θάνατο, προσπάθησε «επισυναγαγείν ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας».
Ο Κύριος, σε κάποια περίπτωση, συγκινήθηκε πολύ, όταν αντίκρισε από ένα λόφο την πόλη των Ιεροσολύμων, και έκλαψε: «Και ως ήγγισε, ιδών την πόλιν έκλαυσε επ’ αυτή, λέγων, … ότι ήξουσιν ημέραι επί σε και περιβαλλούσιν οι εχθροί σου χαρακά σοι και περικυκλώσουσί σε…και εδαφιούσι σε και τα τέκνα σου εν σοι, και ουκ αφήσουσιν εν σοι λίθον επί λίθω» (Λουκ. 19, 41-44). Στον κλαυθμό αυτόν του Ιησού υπάρχει βαθύς πατριωτισμός, όπως παρατηρούν οι σχολιαστές του σχετικού χωρίου του Ευαγγελιστού Λουκά.
Μαρτυρούνται, βέβαια, στην Κ.Δ. και ρήσεις – φράσεις, στις οποίες πολύ λίγο εκτιμάται η επίγειος Πατρίδα εν σχέσει με την επουράνιο. Είναι χαρακτηριστικά τα χωρία ότι οι χριστιανοί «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Και ότι είμαστε «πάροικοι και παρεπίδημοι» στον παρόντα κόσμο. Και ότι «ημών γαρ (των χριστιανών, δηλαδή) το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Σύμφωνα με τη χριστιανική και πατερική διδασκαλία περί κόσμου, που στηρίζεται στη μόλις εκτεθείσα συνοπτική διδασκαλία της Κ.Δ., η Γη που κατοικούμε δεν είναι αυτοσκοπός, αλλ’ απλά και μόνο δημιούργημα του Θεού.
Μ.Βασίλειος: «Το πολίτευμα έχε εν ουρανοίς˙ αληθινή σοι πατρίς…η άνω Ιερουσαλήμ».
Γρηγόριος Θεολόγος: «πάσι μία τοις υψηλοίς πατρίς…η άνω Ιερουσαλήμ». «Αι δε κάτω πατρίδες αύται και τα γένη ταύτα της προσκαίρου ζωής και σκηνής ημών γέγονε παίγνια».
Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ο Χριστιανός ουκ έχει γήινον επιτήδευμα, αλλ’ εις την άνω Πολιτείαν τελεί. Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Γι’ αυτό, ο άνθρωπος είναι παρεπίδημος και ανέστιος και ανασφαλής στον Κόσμο αυτό. Δεν έχει την εστία του, την κατοικία του εδώ αλλά πλησίον του Θεού. Εδώ είναι γεννημένος «πρόσφυγας», όπως προσφυώς μας είπε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος στο φετινό Χριστουγεννιάτικο Μήνυμά του, με αφορμή την προσφυγική κρίση, που ζούμε, γύρω μας.
Η βιβλική και κατ’ επέκταση και η πατερική αυτή θέση έναντι της επιγείου πατρίδος έχει την ιστορική εξήγησή της. Προήλθε από την ανάγκη να αντιδράσουν οι άνθρωποι στις ανεπίτρεπτες τάσεις, που εκδηλώνονταν από μερικούς Λαούς, όπως, κυρίως, από τους Ρωμαίους. Αυτοί με την κοσμοκρατορική αντίληψή τους και πρακτική προκαλούσαν ολέθρια αποτελέσματα σε άλλους Λαούς, όπως στέρηση ελευθερίας, μύριες ταλαιπωρίες και εθνικές και κοινωνικές συμφορές. Ο πατριωτισμός των Ρωμαίων ως Λατίνων αποσκοπούσε στην κοσμοκρατορία της Ρώμης. Ήταν τότε η Ρώμη πλανητάρχης, όπως θα λέγαμε σήμερα, των περί τη Μεσόγειο και την ενδοχώρα της Λαών. Στη βάση του εγωισμού και του ιδιοτελούς συμφέροντος, επί ζημία της ανεξαρτησίας και ευημερίας άλλων Λαών. Και σήμερα μήπως δεν έχουμε παράλληλα παραδείγματα;
iii. Η προτίμηση από τους Τρεις Ιεράρχες της επουράνιας έναντι της επίγειας πατρίδος δε σημαίνει έλλειψη ενδιαφέροντος για την επί γης πατρίδα. Μα καθόλου δεν παραμερίζουν τις αρχές της φιλοπατρίας, της εθνικής κληρονομιάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μερικά παραδείγματα κατά ενότητες σε θέματα: εθνικής άμυνας, χρηστής διοικήσεως και ισονομίας, κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης, και διαπροσωπικών σχέσεων στην ίδια πατρίδα, στην ίδια Πολιτεία, στο ίδιο Έθνος, στην ίδια Κοινότητα και Κοινωνία.
I. Εθνική Άμυνα: Ο Μ. Βασίλειος στην υπ’ αριθμό 106 επιστολή του απευθύνεται σε έναν στρατιωτικό υψηλόβαθμο, που την επιγράφει «Τω στρατιώτη». Από το περιεχόμενό της εξάγονται τα εξής: Την επικοινωνία του ως Ιεράρχου και ποιμενάρχου με τους τιμίους στρατιωτικούς θεωρεί «μεγίστην ευφροσύνην». Γράφει: «Μέγιστον αγαθόν εκρίναμεν την γνώσιν της σης τιμιότητος…Και τότε ουν μετά πάσης επιθυμίας συνετύχομέν σοι, και νυν, οσάκις αν εις μνήμην έλθωμεν, μεγίστης απολαύομεν ευφροσύνης». Γιατί; Διότι ο στρατιωτικός είναι αγωνιστής, όπως πρέπει να είναι και ο χριστιανός. Ο στρατιωτικός βίος θεωρείται από τον Βασίλειο υπόδειγμα για το χριστιανικό βίο. Η πειθαρχία και η συλλογικότητα, και όχι η ιδιογνωμία και η αταξία, είναι τα πλαίσια δράσεως αμφοτέρων, πολύ περισσότερο των κληρικών ή μοναχών μεταξύ των, υπό τον επίσκοπο, εις τύπον και τόπον Χριστού.
Με το σκεπτικό αυτό, η προς την πατρίδα αγάπη συνεπάγεται και συμβολή στους όποιους αγώνες υπέρ της πατρίδος, μη εξαιρουμένου και του πολέμου. Ο οποίος θεωρείται αναγκαίο κακό, διότι μέσω αυτού είναι δυνατή η ασφάλεια της χώρας, της πατρίδος. Πρέπει να γνωρίζει ο κάθε στρατευμένος πολίτης, που οδηγείται στον πόλεμο, ότι προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στην πατρίδα και ότι οφείλει να εκτελεί το στρατιωτικό του καθήκον με αγωνιστικότητα και να αντιμετωπίζει τον εχθρό της πατρίδας με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα. Γράφει: «Ο στρατιώτης ανήρ φοβερός είναι οφείλων τοις πολεμίοις» Μόνον έτσι καθίσταται ευεργέτης και ήρωας υπέρ του Λαού.
Τις ίδιες απόψεις διατυπώνουν και ο Γρηγόριος και ο Χρυσόστομος. Αγαπούν σφόδρα την επί γης πατρίδα, εν προκειμένω την Καππαδοκία κα τη Συρία, και επαινούν τους πατριωτικούς αγώνες των επτά Μακκαβαίων παίδων της Π.Δ., που αγωνίσθηκαν και θυσιάστηκαν με τη μητέρα τους στο βωμό της πατρίδας. Ο Ιω.Χρυσόστομος τους αποκαλεί «μυρίων ηλίων λαμπροτέρους και των μεγάλων φωστήρων φαϊνοτέρους»˙ και ο Γρηγόριος λέγει γι’ αυτούς: «Εύγε, ω παίδες, προστάται του νόμου και της εμής πολιάς και της θρεψαμένης υμάς πόλεως». Έτσι, εξηγείται ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία εύχεται «υπέρ του φιλοχρίστου ημών στρατού». Υπάρχει, επομένως, ειδικός πνευματικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο γεγονότων, της Εκκλησίας και της Πατρίδος, ως Θεσμών κατά τόπους, διεθνούς και κανονικής αναγνωρίσεως και παραδοχής. Ο σύνδεσμος αυτός επιφέρει τον εξαγιασμό και τον εξευγενισμό των αρχών της φιλοπατρίας και του εθνικού ιδεώδους. Συγχρόνως, εξουδετερώνει τις ακρότητες του φυλετισμού, που είναι οι πνευματικές, εθνικές, οικογενειακές και προσωπικές έριδες. Αυτές αποσυνθέτουν και διαιρούν την κοινωνική συνοχή των πολιτών, και ως πιστών χριστιανών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, και ειδικότερα οι Τρεις Ιεράρχες, εξισορροπούν τα πράγματα. Επιμένουν να καταρτίζονται οι Χριστιανοί, έτσι ώστε να αγαπούν μετά λόγου και πράξεως την Πατρίδα τους αλλά συγχρόνως να αίρονται και από τα υλικά και τα εγκόσμια στα πνευματικά και στα επουράνια. Για να μη λησμονούν και το θείο προορισμό τους, που είναι η άνω Πατρίδα, η άνω Ιερουσαλήμ.
II. Χρηστή διοίκηση και ισονομία: Οι Τρεις Ιεράρχες ομιλούν και για τις δημοκρατικές Αρχές και αρετές της χρηστής διοικήσεως και ισονομίας, στα πλαίσια της αξιοκρατίας, κατά δε της οικογενειοκρατίας και της ευνοιοκρατίας. Δύο, τρία παραδείγματα: Ο Μ. Βασίλειος, όταν, σε κάποια περίπτωση, πληροφορήθηκε ότι ένα τετραετές μόλις παιδί διορίστηκε μέλος της Βουλής της Καισαρείας, λόγω οικογενειοκρατικής ευνοιοκρατίας, αντίδρασε άμεσα για την ακύρωση της εκλογής και αποφάσεως αυτής. Απέστειλε θαυμάσια πειστική επιστολή στον ηγεμόνα της Καππαδοκίας.
Σε άλλη περίπτωση άδικης διοικητικής – γεωγραφικής μεταρρυθμίσεως, κατά την οποία η Καππαδοκία διχοτομείτο από τον αυτοκράτορα Ουάλεντα με ιδιοτελή – προσωπικά κι όχι εθνικά – κοινωνικά αντικειμενικά κριτήρια, ο Βασίλειος επενέβη δραστήρια προς ματαίωση της ψευδομεταρρυθμίσεως εκείνης.
«Διαιρούν», γράφει, «και πάλιν ξαναδιαιρούν την πατρίδα. Κάμνουν έτσι σαν τους απείρους χειρουργούς, που, εξ αιτίας της ανικανότητάς τους, επιδεινώνουν την κατάσταση των πληγών. Με το κομμάτιασμα, τη διχοτόμηση της Καππαδοκίας, νομίζουν ότι, αντί για μία, θα έχουν δύο επιτυχημένες και παραγωγικές Επαρχίες. Ενεργούν έτσι σαν εκείνον που έχει ένα άλογο ή ένα βόδι, το κόβει στη μέση και νομίζει πως από το ένα έχει τώρα δύο, ενώ κι αυτό που είχε το κατέστρεψε.» Ο ίδιος ο Βασίλειος αγωνιούσε, όπως γράφει επί λέξει: «υπέρ της πατρίδος πάσης». Οι επιστολές του προς επισήμους Άρχοντες καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στην αλληλογραφία του ανδρός, που αριθμεί πάνω από 360 επιστολές. Μεγάλα ή μικρά ζητήματα, γενικά ή προσωπικά θέματα προβάλλει για λύση σε μερικούς διάσημους ηγέτες της εποχής του˙ πρωθυπουργούς, υπουργούς, διοικητές, κόμητες, στρατηγούς και στρατάρχες. Φυσικά, δε ζητούσε ποτέ κάτι για κείνον τον ίδιο. Ο Βασίλειος ήταν Μέγας όχι μόνο στα μεγάλα˙ αλλά Μέγας και στα μικρά. Ο Ύπαρχος Μόδεστος, ο Υπουργός Διοικήσεως Σωφρόνιος, ο Έπαρχος Ανδρόνικος, ο Στρατηγός Αβούργιος, οι Στρατάρχες Αρινθαίος, Βίκτωρ και Τραϊανός και οι Κόμιτες της Ελλάδος Ιοβίνος, Αρκάδιος και Μαγνινιανός είναι κάποιοι, με τους οποίους διατηρούσε αλληλογραφία για γενικά, διοικητικά και προσωπικά θέματα των συμπατριωτών του.
III. Κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη: Τους Τρεις Ιεράρχες ιδιαίτερα συγκινούσαν τα κοινωνικά ζητήματα των συμπατριωτών τους. Αναπτύσσουν δυναμικά, μετά λόγου και πράξεως, τις Κοινωνιολογικές Αρχές του Χριστιανισμού. Η εθνική συνοχή είναι συνάρτηση της πνευματικής και της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης. Οι Ιεράρχες μας υπεραμύνονται των λαϊκών τάξεων, ιδία έναντι των σκληρών εισπρακτόρων των φόρων και των άσπλαχνων διοικητικών Αρχών. Μεσιτεύουν υπέρ δούλων, υπέρ γεωργών, υπέρ επαγγελματιών και βιοτεχνών, των σημερινών, δηλ., μικρομεσαίων, υπέρ χηρών και ορφανών και πολυτέκνων, υπέρ χωριών και κωμοπόλεων και πόλεων δυσπροσίτων και παραμελημένων, υπέρ όλων των αδικουμένων. Αγωνίζονται υπέρ του καθορισμού νέων σχέσεων μεταξύ πτωχών και πλουσίων και μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων, για τη ανάπτυξη μεταξύ αυτών αδελφότητος και κατανοήσεως και εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης για προσέγγιση των αμοιβαίων συμφερόντων τους , γενικά περί του σεβασμού της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Ελκύει ιδιαίτερα την προσοχή τους το αιώνιο θέμα της φορολογίας, της ελαφρύνσεως από τα φορολογικά βάρη, σε σχέση και με την κακή πρακτική της φοροδιαφυγής, πολύ επίκαιρο και στις μέρες μας θέμα.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση, των εργατών στα μεταλλεία σιδήρου στον Ταύρο Καππαδοκίας. Μας θυμίζει τα σημερινά μεταλλεία χρυσού της Χαλκιδικής, κατ’ αναλογία. Μεγάλη αντιπροσωπία εργατών πήγε στο Επισκοπείο της Καισαρείας, για να συναντήσει το Μ. Βασίλειο, Επίσκοπο Καισαρείας.
Να πώς περιγράφεται η σκηνή της συναντήσεως στην 110 επιστολή Βασιλείου προς τον Ύπαρχο Μόδεστο: «Ένα πρωί του κτύπησαν την πόρτα εργάτες από την περιοχή του Όρους Ταύρου της Καππαδοκίας. Τους άνοιξε ο διάκος. Τους έβαλε να περιμένουν για πολύ λίγο, κι ύστερα πέρασαν στο φτωχικό Γραφείο του Μ. Βασιλείου. Ήξεραν, ή μάλλον είχαν ακούσει, πως ο σπουδαίος Αρχιεπίσκοπος ζούσε φτωχικά…Μα όχι κι έτσι…αυτό ήταν απίστευτο…Και τους έκαμε, μάλιστα, να είναι συνετότεροι σε ό,τι θα του ζητούσαν. Δεν ήταν μικρότερο και το ξάφνιασμα του Βασιλείου. Εργάτες από τον Ταύρο…Ναι, ήξερε, βέβαια, ότι εκεί δούλευαν μεταλλεία σιδήρου. Αλλά, τι ζητούσαν οι άνθρωποι με τα τίμια ροζιασμένα χέρια;». «Μας εγκατέλειψαν όλοι, άγιε πάτερ», του είπαν. «Εμείς δουλεύουμε για το σίδερο του Κράτους και το Κράτος κοιτάζει να μας ξεκάνει με βαρείς φόρους. Δεν μπορούμε…Θα εγκαταλείψουμε τα μεταλλεία μας –τα δούλευαν μόνοι τους- κι ας έλθουν άλλοι. Δεν ζητούμε πολλά, πάτερ, να λιγοστέψουν τον φόρο που βάζουνε στον σίδηρο που βγάζουμε». Ο Βασίλειος συγκινήθηκε πολύ, κι έγραψε την παραπάνω 110 επιστολή, από την οποία πληροφορούμαστε το γεγονός. Τον παρακαλεί και τον ικετεύει σχεδόν γονατιστός να βοηθήσει τους τίμιους εργάτες, που, τελικά, πέτυχαν το ζητούμενο. Το κύριο επιχείρημά του ο κίνδυνος μειώσεως και καταστροφής της παραγωγής υπό το βάρος της φορολογίας. Οπότε δε θα ζημιωθούν μόνος οι Πολίτες αλλά και η Πολιτεία, η οποία δε θα βρει ικανή φορολογήσιμη ύλη. Αυτά μας θυμίζουν λίγο – πολύ τους σημερινούς καιρούς μας.
Παρόμοιες συγκλονιστικές περιπτώσεις, απαντούν και στη δράση των άλλων δύο, Γρηγορίου Θεολόγου και κυρία Ιωάννου Χρυσοστόμου.
IV. Διαπροσωπικές σχέσεις: Δεν ενδιαφέρονται μόνο οι Τρεις για τα πολύ ή λίγο γενικά θέματα των πατρίδων τους. Στρέφουν την προσοχή τους και για τα πολύ – πολύ προσωπικά θέματα των συμπατριωτών τους. Αναλίσκονται για τους συμπατριώτες τους. Και αυτό τους δίνει χαρά. Και μαζί, βέβαια, και κύρος μεταξύ των ανθρώπων. Επιμένουμε στην περίπτωση των συμπατριωτών, που έχει άμεση συνάρτηση με το θέμα μας. Κάποια παραδείγματα:
Ο Μ. Βασίλειος στέλνει συστατική επιστολή για κάποιο συμπατριώτη του προς Ύπαρχο Μόδεστο και του γράφει: «τους εκ της πατρίδος ημών αφικομένους συνίστησί σοι αυτό το της πατρίδος δίκαιον…και τον εγχειρίζοντα τοίνυν την επιστολήν τη κοσμιότητί σου…δέξου και ως πατριώτην». Εξάλλου, επαινεί το Μάγιστρο Σωφρόνιο για το πολύ ενδιαφέρον του προς την ιδιαιτέρα πατρίδα του. Του γράφει: «Και τις ούτω φιλόπολις, ος την ενεγκούσαν και θρεψαμένην πατρίδα ίσα γονεύσι τιμών, ως αυτός συ…» Επίσης, πολλές και συχνές εξυπηρετήσεις για πολλά πρόσωπα ζητούσε ο Βασίλειος με συστατικά σημειώματα από το Στρατηγό Αβούργιο. Αυτός ήταν γεννημένος στην Καππαδοκία από πατέρα Γερμανό – Γότθο και μητέρα Ελληνίδα Καππαδόκισσα. Μία φορά του στέλνει το εξής χαρακτηριστικό συστατικό σημείωμα για κάποιο συμπατριώτη του: «Επειδή ουν έχων ήκει την επιστολήν παρ’ ημών, απέλθοι έχων α βούλεται παρά σου» «Επειδή, λοιπόν, έρχεται έχοντας επιστολή από μένα, ας φύγει έχοντας όσα θέλει από σένα».
Το αυτό πράττει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Σε κάποια επιστολή του στο Μάγιστρο Σωφρόνιο του ζητεί να προστατεύσει κάποιο συμπατριώτη. Με το επιχείρημα ότι η πατρίδα είναι η κοινή μητέρα όλων των πατριωτών – συνανθρώπων μας. Του γράφει: «Μητέρα τιμάν, των οσίων, μήτηρ δε άλλη μεν άλλου˙ κοινή δε πάντων, πατρίς». Από τη συνάφεια του κειμένου διαφαίνεται ότι θεωρεί το Σωφρόνιο τούτον ως «της πατρίδος προστάτην», ως προστατεύοντα και εξυπηρετούντα τους συμπατριώτες του, χωρίς να βλάπτει άλλους.
Στην ίδια γραμμή, και πιο πονεμένα, ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Ως γνωστό, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του πέρασε στην εξορία, στον Πόντο, στην Αρμενία και στη Γεωργία. Από τους τόπους της εξορίας του και των κακουχιών του έστελνε μηνύματα συμπαραστάσεως στους συμπολίτες του Αντιοχείς Συρίους. Μέσα από τα κείμενά του αυτά βλέπει ο προσεκτικός αναγνώστης τον πόνο για την έλλειψη της πατρίδος και των συμπατριωτών του. Τους καλοτύχιζε και τους υμνούσε, σε σύγκριση με τον ίδιο, που ήταν αναγκασμένος να ζει σε εξορία και σε φυγή και σε προσφυγιά. Που τη ζούμε και σήμερα στα δυστυχισμένα πρόσωπα άλλων συνανθρώπων μας, πάλι, κατά κακή συγκυρία, από την πατρίδα του Χρυσοστόμου, τη Συρία.
Μετά από όλα τα παραπάνω αναλυθέντα και περιγραφέντα, βάσει των πηγών, μπορούμε να κάμουμε κάποιες συμπερασματικές εκτιμήσεις.
1) Για την Ελληνική σκέψη και φιλοσοφία περί φιλοπατρίας και κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, είτε την θύραθεν είτε και τη βιβλική, που απηχούσε και τις ιδέες των Τριών Ιεραρχών, όπως είδαμε, δεν υπάρχει γλυκύτερο και πολυτιμότερο αγαθό από την πατρίδα˙ ακόμη και η υγεία υποχωρεί στην περίπτωσή μας. Κατά τον Πλάτωνα «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστί η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά Θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν». Και ο τραγικός Σοφοκλής: «Και μείζον όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμώς λέγων».
2) Οι Τρεις Ιεράρχες, επόμενοι των ανωτέρω Αρχών, εδίδασκαν και πρακτικοποιούσαν την προς την πατρίδα ιδιαίτερη αγάπη τους. Ενδιαφέρονται ποικιλοτρόπως γι’ αυτήν και τη συναφή μ’ αυτήν κληρονομιά και παράδοση. Μόνον χάρι της επουράνιας πατρίδος εθυσίαζαν αυτήν. Αυτού του είδους η φιλοπατρία, του ελληνοορθοδόξου ήθους και έθους, δεν οδηγεί σε εχθρότητα προς άλλους, και μάλιστα και γειτονικούς ή συνοίκους λαούς. Ο εθνοφυλετισμός και ο ρατσισμός είναι ξένος προς την ελληνοορθόδοξη αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια αλλά και προς την Ορθόδοξη Χριστιανική συνείδηση και διδασκαλία. Απόδειξη μεγάλη των ημερών μας η περίθαλψη προς τους συμπαθείς Συρίους και άλλους Πρόσφυγες στη Νησιωτική Ελλάδα, προς τα παράλια της Μ.Ασίας.
3) Αντίθετα, ο κίνδυνος υφίσταται από τον επιθετικό διεθνισμό – ιμπεριαλισμό και το νεοφανή ευρωπαϊκό φυλετισμό και τον ανατολικό μουσουλμανικό εξτρεμισμό, σουνιτικού, νεοοθωμανικού, κυρίως, Κλάδου. Οι «ισμοί» αυτοί συνιστούν άρνηση των καθαρών Αρχών της πατρίδος και της πολιτιστικής και της εθνικής κληρονομιάς της και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, όπως μας τη δίδαξαν και εβίωσαν και μας την παρέδωσαν οι Τρεις Ιεράρχες μας, τιμώμενοι απόψε εδώ. Προστάτες των γραμμάτων και των πνευματικών και κοινωνικών επιτευγμάτων. Ύποπτες θεωρίες και πράξεις πάντα υφέρπουν. Αποβλέπουν στη διάσπαση των δεσμών της πατρίδος και της κοινωνίας μας προς το παρελθόν, προς το παρόν και προς το μέλλον. Και απεργάζονται ή προσδοκούν την αποκοπή από τις ρίζες μας, είτε έσωθεν, είτε έξωθεν. Το χειρότερο είναι το «έσωθεν», από κακία ή άγνοια ή τάχα «εξυπνάδα» και «προοδευτισμό».
4) Σήμερα, δημιουργούνται και αναπτύσσονται νέοι μεγάλοι συνασπισμοί κρατών και λαών και νέα διεθνή τάξη πραγμάτων κυοφορείται γύρω μας. Συγχρόνως, διασπώνται βίαια και αλληλοσπαράσσονται άλλοι μικρότεροι Λαοί και οι Πατρίδες και οι Κοινωνίες τους, πάλι γύρω μας. Γι’ αυτό, περισσότερο, παρά ποτέ και άλλοτε, μας χρειάζεται η εθνική – πατριωτική κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη, στη βάση της παραδόσεώς μας και της φιλοσοφίας μας. Που από τη φύση τους εμπεριέχουν τα σπέρματα και των συντηρητικών αλλά και των προοδευτικών Ιδεών και Αρχών, και ποτέ της οπισθοδρομήσεως. Άκριτα και επιπόλαια κάποιοι αρέσκονται να διχάζουν την πατρίδα και την κοινωνία, την πολιτεία και τους πολίτες˙ μεταξύ του «οπισθοδρομικού» για τους άλλους και του «προοδευτικού» για μας. Είναι μυωπάζοντες. Η παράδοση και η ζωή μας, η πατρίδα μας και η κοινωνία μας συνιστούν γόνιμη διάσταση εντός της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητος των Λαών, του πολιτισμού, της αλληλεγγύης και της συνοχής. Η ελληνική Οικουμένη, η χριστιανική Οικουμένη˙ αυτήν υπηρέτησαν οι Ιεράρχες μας και αυτή μας διδάσκουν, διαχρονικά.
Το παραπάνω είναι πραγματοποιηθείσα ομιλία από τον Καθηγητή κ. Αθανάσιο Αγγελόπουλο, στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Καστορίας προς τιμήν των εκπαιδευτικών της Επαρχίας Καστοριάς.
Του κ. Αθανάσιου Αγγελόπουλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονικης
«Επίκαιρα μηνύματα των Τριών Ιεραρχών περί Φιλοπατρίας, Εθνικής Κληρονομιάς και Κοινωνικής Δικαιοσύνης – Συνοχής»
1. Οι αρχές της φιλοπατρίας, της εθνικής κληρονομιάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής είναι πάντοτε επίκαιρες. Και σήμερα πολύς ο λόγος για την εθνική, πατριωτική και κοινωνική συνοχή. Οι Αρχές αυτές συγκινούν ιδιαίτερα στις μέρες μας όλους τους Λαούς της Γης, είτε μεγάλους είτε μικρούς˙ κυρίως όμως συγκινούν τους μικρούς εμπερίστατους Λαούς. Αυτούς, που είναι: είτε χωρίς Πατρίδα ακόμη, είτε στην Πατρίδα τους μειονότητες, είτε πρόσφυγες και διωκόμενοι εκτός ή εντός της Πατρίδας τους˙ είτε απόδημοι και ομογενείς, είτε αυτόνομοι αλλ’ όχι ανεξάρτητοι, είτε και ανεξάρτητοι, αλλά με την αγωνία συνεχή απώλειας ή συρρικνώσεως των Αρχών της εθνικής και κοινωνικής συνοχής και ανεξαρτησίας.
Π.χ., αναφερόμαστε στους Αρμενίους, στους Κούρδους (αρχαίοι Καρδούχοι του Ξενοφώντος), στους Γεωργιανούς, στους Εβραίους, στους Ρωμιούς της καθ’ ημάς Ανατολής, στους Παλαιστινίους, στις Μειονότητες ή Ομάδες, θρησκευτικές ή εθνικές, της Χερσονήσου του Αίμου (των οθωμανικών Βαλκανίων), της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και Β. Αφρικής, γύρω μας, περί τη Μεσόγειο. Για να συνειδητοποιήσουμε την κατάσταση στο δικό μας ευρύτερο περίγυρο γεωγραφικό.
Σ’ αυτόν τον ίδιο γεωγραφικό χώρο περίπου, δηλ. στην Ελληνική Χερσόνησο, στη Μ. Ασία, στην Καππαδοκία, στον Πόντο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στη Συρία ή γεννήθηκαν, ή σπούδασαν, ή έζησαν, ή έδρασαν ή και εξορίστηκαν οι Τρεις Ιεράρχες, στα πλαίσια της πολυεθνικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του 4ου μ.Χ. αιώνα.
Τότε, το πρόβλημα των πατρίδων και των πολιτισμών και των παραδόσεων και των συναφών μ’ αυτά κοινωνικών δικαιωμάτων των επιμέρους Λαών είναι επίκαιρο˙ όπως και τώρα. Εγγίζει όχι μόνον τους πολιτικούς αλλά και τους πνευματικούς ταγούς. Ως εκ τούτων, έχει μεγάλη σημασία να ψηλαφίσουμε επικαίρως σήμερα: Πώς οι Τρεις Ιεράρχες, που είναι προστάτες των γραμμάτων και τους πνεύματος, και τότε και τώρα˙ που είναι ως ποιμενάρχες, ζυμωμένοι με την εκκλησιαστική και πολιτική και εθνική και κοινωνική επικαιρότητά τους˙ πώς, επαναλαμβάνω, αντιμετωπίζουν το πάντα καυτό αυτό πρόβλημα – γεγονός της εθνικής κληρονομιάς και ταυτότητας και της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης.
2. Για να αναλύσουμε σωστά τη σκέψη τους μέσα από τη βιωτή και τα γραπτά τους, μας χρειάζονται οι φιλοσοφικές και πολιτιστικές πρώτον και οι θεολογικές – εκκλησιαστικές – ιστορικές δεύτερον Αρχές – προϋποθέσεις. Με βάση αυτές, διατυπώνουν τη διδασκαλία τους για τις πραγματικότητες της Πατρίδος, του Έθνους και της Κοινωνίας.
i. Η καταγωγή, το περιβάλλον των σπουδών και η διαμορφωθείσα σκέψη τους ταυτίζονται με την ελληνική παράδοση και κληρονομιά παιδείας, φιλοσοφίας, πολιτισμού, δηλ. συνολικού τρόπου ζωής. Διαπνέονται από τον ελληνικό τρόπο σκέπτεσθαι και ενεργείν. Η ιδιαίτερη πατρίδα των δύο, Βασιλείου και Γρηγορίου, ήταν η Καππαδοκία˙ και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου η Συρία. Ήσαν ενταγμένες οι χώρες αυτές στο μεσογειακό πολιτισμό. Εδώ τον τόνο και την υπερέχουσα παρουσία τους έδιναν συνεχώς για τρεις χιλιάδες χρόνια οι Έλληνες. Στην Καππαδοκία, η διείσδυση ελληνικών θεσμών και ιδίως θεσμών πολιτισμού και κοινωνικού τρόπου ζωής είχε αρχίσει πολύ νωρίς. Η Καππαδοκία είχε βαθμιαία εξελληνισθεί. Επί δυναστείας Αριοβαρζάνου επιταχύνθηκε ο εξελληνισμός της περιοχής στην καρδιά της Μ. Ασίας με την προς την Ελλάδα και δη την Αθήνα επικοινωνία της, κυρίως με την αποστολή ταλαντούχων νέων για προχωρημένες ανώτατες σπουδές και για τις εμπορικές συναλλαγές.
Το Καππαδοκικό περιβάλλον, κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα, ήταν τόσο εξελληνισμένο, ώστε και αυτές οι πολύ κλειστές, γλωσσικά κι εθιμικά, εβραϊκές Κοινότητες της Καππαδοκίας, να μιλούν ελληνικά. Στους χριστιανούς Καππαδόκες τόσο είχε ριζωθεί η ελληνική συνείδηση, ώστε στην πλέον ζοφερή περίοδο της οθωμανικής τυραννίας να ξεχάσουν μεν την ελληνική γλώσσα, λόγω της μουσουλμανικής πολιτικής και γλωσσικής καταιγίδας, αλλ’ όχι και την ελληνική συνείδηση και τη χριστιανική ορθόδοξη κληρονομιά. Π.χ. οι Καραμανλήδες Έλληνες.
Κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, η μόνη ομιλούμενη στην Καππαδοκία γλώσσα ήταν η ελληνική. Γι’ αυτό, η ογκώδης επιστολογραφία των Τριών Ιεραρχών είναι γραμμένη στα ελληνικά. Έκτοτε, μόλις το 1922, με τη Μικρασιατική και Ποντική καταστροφή, σίγησε, σχεδόν πλήρως, εδώ και η τελευταία ελληνική φωνή διά πυρός και σιδήρου. Κάποια εναπομείναντα από τότε χνάρια πρωτοχριστιανικών Κοινοτήτων ορθοδόξων και μνημείων, πέρα του Πόντου και της Καππαδοκίας και της Μ.Ασίας, στο σημερινό Ιράκ και κύρια στη σημερινή Συρία του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και του παλαιφάτου Πατριαρχείου Αντιοχείας, ξεριζώθηκαν παντελώς στις μέρες μας από τους Σουνίτες του τζιχάντ. Ο χριστιανικός χάρτης της περιοχής υπέστη περαιτέρω αλλοίωση. Σουνίτες Νεότουρκοι οι καταστροφείς του 1922, Σουνίτες και οι καταστροφείς του σήμερα, υπό μία νεοοθωμανική αντίληψη και ιδεολογία.
Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στον 4ο μ.Χ. αιώνα των παραπάνω γεωγραφικών περιοχών. Η ελληνική σκέψη και φιλοσοφία και νοοτροπία είναι ο πρώτος οδηγός των Τριών Ιεραρχών, που θα προσδιορίσει τις περί φιλοπατρίας, εθνικής κληρονομιάς και κοινωνικής δικαιοσύνης Αρχές και αντιλήψεις τους.
ii. Προσεγγίσαμε συνοπτικά τις ελληνικές ρίζες της σκέψεως και φιλοσοφίας των Τριών Ιεραρχών περί του ανθρώπου και της ζωής, της πατρίδας και της κοινωνίας του. Το γεγονός αυτό είναι ο πρώτος οδηγός τους. Ο δεύτερος οδηγός αλλ’ ο πρώτος συνειδησιακά και ιδεολογικά για τους Τρεις Ιεράρχες είναι η χριστιανική σκέψη, η θεολογική αντίληψή τους και ερμηνεία για τα θέματα πατρίδος, έθνους και κοινωνίας. Η δεύτερη αυτή σκέψη – διδασκαλία τους στηρίζεται στην Ιερά Βίβλο, δηλ. στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Τόσο η Π.Δ. όσο και η Κ.Δ. διδάσκουν την αγάπη και την αφοσίωση και τη θυσία προς την πατρίδα και για τον ψυχικό ανθρώπινο σύνδεσμο μεταξύ Πολιτείας και Πολιτών, Πατρίδος και Πατριωτών, Κοινωνίας συνοχής και δικαίου και κοινωνικών φορέων και συσσωματώσεων αλληλεγγύης.
Η Π.Δ. θεωρεί ιερή την πατρώα γη˙ περισώζει αρκετά παραδείγματα φιλοπατρίας. Ο λαός του Θεού, το Ισραήλ, αισθανόταν νοσταλγία και φλεγόταν από ιερό πάθος προς τη Γη της Επαγγελίας. Αυτήν δεν κατείχε μονίμως, λόγω των πολλών περιπετειών του. Και σήμερα, που την κατέχει, με πολλές δυσκολίες και πικρίες την προστατεύει˙ είτε αμυνόμενος, είτε επιτιθέμενος, και μάλιστα πολύ σκληρά, έναντι των συνοίκων ή ομόρων Παλαιστινίων.
Ο Ιωσήφ, ο υιός του Ιακώβ, όταν απέθνησκε στην Αίγυπτο, ζήτησε ως τελευταία επιθυμία του να μεταφερθούν τα οστά του και να ταφούν στην πατρίδα του την Συχέμ της Ιουδαίας και όχι στην ξένη χώρα. Καίτοι αυτή η ξένη χώρα, η Αίγυπτος, τον είχε αναδείξει και τον είχε τιμήσει με ανώτατα κρατικά αξιώματα. Τόσο βαθύ και εξουσιαστικό ήταν μέσα του το αίσθημα της φιλοπατρίας. Και έγινε, πράγματι, η ταφή των οστών του εκεί, σ’ έναν αγρό στη Συχέμ, που είχε αγοράσει ο πατέρας του, όταν ακόμη βρισκόταν στην πατρίδα. Η Συχέμ και σήμερα είναι ζωντανό σύμβολο φιλοπατρίας για τους Ισραηλίτες, πολίτες του κράτους του Ισραήλ και της Διασποράς.
Εξάλλου, εξαίρεται η πατριωτική στάση της ισραηλίτιδος ηρωίδος Ιουδήθ. Η οποία δε δίστασε να εκτεθεί σε σοβαρότατο κίνδυνο, προκειμένου να σώσει την κινδυνεύουσα πατρίδα της. Επαινείται, ωσαύτως, η φιλόπατρις ιουδαία Εσθήρ, η οποία διέσωσε τους συμπατριώτες της στην αιχμαλωσία.
Κατά την περίοδο των Μακκαβαίων, που διεξήγαγαν σκληρούς πατριωτικούς αγώνες προς υπεράσπιση των ιερών και των όσιων της φυλής τους, η πατρίδα θεωρείτο το προσφιλέστερο αγαθό του ανθρώπου.
Τέλος, η απώλεια της πατρίδος είναι μεγάλη συμφορά, κατά την Π.Δ. Και η μακράν της πατρίδος διαμονή -η προσφυγιά, δηλαδή- αποτελούσε πολύ δυσάρεστη κατάσταση. Η δε βίαιη απομάκρυνση από την πατρίδα ήταν επίσης βαρύς ζυγός. Διότι ήταν φοβερό να ζει κανείς σε χώρα, που δεν είχε γεννηθεί και δεν είχε ανδρωθεί, που όμως εξ ανάγκης γίνεται νέα πατρίδα. Για να θυμηθούμε εδώ το λαϊκό˙ «όπου γης, και πατρίς».
Και πάμε στην Κ.Δ. Η Κ.Δ., ως γνωστόν, δε διακρίνεται για πατριωτικό φανατισμό. Κηρύσσει την αγάπη προς όλους τους λαούς. Εν τούτοις, στην Κ.Δ. επ’ ουδενί αίρεται η ιδιαίτερη αγάπη προς την ίδια πατρίδα. Ο ίδιος ο Κύριος, ως άνθρωπος, αγάπησε έντονα την επί γης πατρίδα του και εκδήλωσε ιδιαίτερο γι’ αυτήν ενδιαφέρον. Τα αισθήματα στοργής κι ευσπλαχνίας του Κυρίου προς τους συμπατριώτες Του Ισραηλίτες ήσαν ανεξάντλητα. Όταν οι συμπολίτες Του στη Ναζαρέτ τον περιφρόνησαν πολύ, αναγκάσθηκε να πει το μνημειώδες εκείνο: «Ουδείς προφήτης άτιμος, ει μη εν τη πατρίδι αυτού και τη οικία αυτού».
Τα αυτά αισθήματα στοργής εκδήλωσε και προς τους συμπατριώτες Του των Ιεροσολύμων˙ που ήταν το εθνικό κέντρο της πατρίδος Του και μέχρι σήμερα είναι. Αυτούς, παρόλο που τον καταδίκασαν στον ατιμωτικότερο θάνατο, προσπάθησε «επισυναγαγείν ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας».
Ο Κύριος, σε κάποια περίπτωση, συγκινήθηκε πολύ, όταν αντίκρισε από ένα λόφο την πόλη των Ιεροσολύμων, και έκλαψε: «Και ως ήγγισε, ιδών την πόλιν έκλαυσε επ’ αυτή, λέγων, … ότι ήξουσιν ημέραι επί σε και περιβαλλούσιν οι εχθροί σου χαρακά σοι και περικυκλώσουσί σε…και εδαφιούσι σε και τα τέκνα σου εν σοι, και ουκ αφήσουσιν εν σοι λίθον επί λίθω» (Λουκ. 19, 41-44). Στον κλαυθμό αυτόν του Ιησού υπάρχει βαθύς πατριωτισμός, όπως παρατηρούν οι σχολιαστές του σχετικού χωρίου του Ευαγγελιστού Λουκά.
Μαρτυρούνται, βέβαια, στην Κ.Δ. και ρήσεις – φράσεις, στις οποίες πολύ λίγο εκτιμάται η επίγειος Πατρίδα εν σχέσει με την επουράνιο. Είναι χαρακτηριστικά τα χωρία ότι οι χριστιανοί «ουκ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν». Και ότι είμαστε «πάροικοι και παρεπίδημοι» στον παρόντα κόσμο. Και ότι «ημών γαρ (των χριστιανών, δηλαδή) το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Σύμφωνα με τη χριστιανική και πατερική διδασκαλία περί κόσμου, που στηρίζεται στη μόλις εκτεθείσα συνοπτική διδασκαλία της Κ.Δ., η Γη που κατοικούμε δεν είναι αυτοσκοπός, αλλ’ απλά και μόνο δημιούργημα του Θεού.
Μ.Βασίλειος: «Το πολίτευμα έχε εν ουρανοίς˙ αληθινή σοι πατρίς…η άνω Ιερουσαλήμ».
Γρηγόριος Θεολόγος: «πάσι μία τοις υψηλοίς πατρίς…η άνω Ιερουσαλήμ». «Αι δε κάτω πατρίδες αύται και τα γένη ταύτα της προσκαίρου ζωής και σκηνής ημών γέγονε παίγνια».
Ιωάννης Χρυσόστομος: «Ο Χριστιανός ουκ έχει γήινον επιτήδευμα, αλλ’ εις την άνω Πολιτείαν τελεί. Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει».
Γι’ αυτό, ο άνθρωπος είναι παρεπίδημος και ανέστιος και ανασφαλής στον Κόσμο αυτό. Δεν έχει την εστία του, την κατοικία του εδώ αλλά πλησίον του Θεού. Εδώ είναι γεννημένος «πρόσφυγας», όπως προσφυώς μας είπε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος στο φετινό Χριστουγεννιάτικο Μήνυμά του, με αφορμή την προσφυγική κρίση, που ζούμε, γύρω μας.
Η βιβλική και κατ’ επέκταση και η πατερική αυτή θέση έναντι της επιγείου πατρίδος έχει την ιστορική εξήγησή της. Προήλθε από την ανάγκη να αντιδράσουν οι άνθρωποι στις ανεπίτρεπτες τάσεις, που εκδηλώνονταν από μερικούς Λαούς, όπως, κυρίως, από τους Ρωμαίους. Αυτοί με την κοσμοκρατορική αντίληψή τους και πρακτική προκαλούσαν ολέθρια αποτελέσματα σε άλλους Λαούς, όπως στέρηση ελευθερίας, μύριες ταλαιπωρίες και εθνικές και κοινωνικές συμφορές. Ο πατριωτισμός των Ρωμαίων ως Λατίνων αποσκοπούσε στην κοσμοκρατορία της Ρώμης. Ήταν τότε η Ρώμη πλανητάρχης, όπως θα λέγαμε σήμερα, των περί τη Μεσόγειο και την ενδοχώρα της Λαών. Στη βάση του εγωισμού και του ιδιοτελούς συμφέροντος, επί ζημία της ανεξαρτησίας και ευημερίας άλλων Λαών. Και σήμερα μήπως δεν έχουμε παράλληλα παραδείγματα;
iii. Η προτίμηση από τους Τρεις Ιεράρχες της επουράνιας έναντι της επίγειας πατρίδος δε σημαίνει έλλειψη ενδιαφέροντος για την επί γης πατρίδα. Μα καθόλου δεν παραμερίζουν τις αρχές της φιλοπατρίας, της εθνικής κληρονομιάς και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Μερικά παραδείγματα κατά ενότητες σε θέματα: εθνικής άμυνας, χρηστής διοικήσεως και ισονομίας, κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης, και διαπροσωπικών σχέσεων στην ίδια πατρίδα, στην ίδια Πολιτεία, στο ίδιο Έθνος, στην ίδια Κοινότητα και Κοινωνία.
I. Εθνική Άμυνα: Ο Μ. Βασίλειος στην υπ’ αριθμό 106 επιστολή του απευθύνεται σε έναν στρατιωτικό υψηλόβαθμο, που την επιγράφει «Τω στρατιώτη». Από το περιεχόμενό της εξάγονται τα εξής: Την επικοινωνία του ως Ιεράρχου και ποιμενάρχου με τους τιμίους στρατιωτικούς θεωρεί «μεγίστην ευφροσύνην». Γράφει: «Μέγιστον αγαθόν εκρίναμεν την γνώσιν της σης τιμιότητος…Και τότε ουν μετά πάσης επιθυμίας συνετύχομέν σοι, και νυν, οσάκις αν εις μνήμην έλθωμεν, μεγίστης απολαύομεν ευφροσύνης». Γιατί; Διότι ο στρατιωτικός είναι αγωνιστής, όπως πρέπει να είναι και ο χριστιανός. Ο στρατιωτικός βίος θεωρείται από τον Βασίλειο υπόδειγμα για το χριστιανικό βίο. Η πειθαρχία και η συλλογικότητα, και όχι η ιδιογνωμία και η αταξία, είναι τα πλαίσια δράσεως αμφοτέρων, πολύ περισσότερο των κληρικών ή μοναχών μεταξύ των, υπό τον επίσκοπο, εις τύπον και τόπον Χριστού.
Με το σκεπτικό αυτό, η προς την πατρίδα αγάπη συνεπάγεται και συμβολή στους όποιους αγώνες υπέρ της πατρίδος, μη εξαιρουμένου και του πολέμου. Ο οποίος θεωρείται αναγκαίο κακό, διότι μέσω αυτού είναι δυνατή η ασφάλεια της χώρας, της πατρίδος. Πρέπει να γνωρίζει ο κάθε στρατευμένος πολίτης, που οδηγείται στον πόλεμο, ότι προσφέρει μέγιστη υπηρεσία στην πατρίδα και ότι οφείλει να εκτελεί το στρατιωτικό του καθήκον με αγωνιστικότητα και να αντιμετωπίζει τον εχθρό της πατρίδας με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα. Γράφει: «Ο στρατιώτης ανήρ φοβερός είναι οφείλων τοις πολεμίοις» Μόνον έτσι καθίσταται ευεργέτης και ήρωας υπέρ του Λαού.
Τις ίδιες απόψεις διατυπώνουν και ο Γρηγόριος και ο Χρυσόστομος. Αγαπούν σφόδρα την επί γης πατρίδα, εν προκειμένω την Καππαδοκία κα τη Συρία, και επαινούν τους πατριωτικούς αγώνες των επτά Μακκαβαίων παίδων της Π.Δ., που αγωνίσθηκαν και θυσιάστηκαν με τη μητέρα τους στο βωμό της πατρίδας. Ο Ιω.Χρυσόστομος τους αποκαλεί «μυρίων ηλίων λαμπροτέρους και των μεγάλων φωστήρων φαϊνοτέρους»˙ και ο Γρηγόριος λέγει γι’ αυτούς: «Εύγε, ω παίδες, προστάται του νόμου και της εμής πολιάς και της θρεψαμένης υμάς πόλεως». Έτσι, εξηγείται ότι η Ορθόδοξος Εκκλησία εύχεται «υπέρ του φιλοχρίστου ημών στρατού». Υπάρχει, επομένως, ειδικός πνευματικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο γεγονότων, της Εκκλησίας και της Πατρίδος, ως Θεσμών κατά τόπους, διεθνούς και κανονικής αναγνωρίσεως και παραδοχής. Ο σύνδεσμος αυτός επιφέρει τον εξαγιασμό και τον εξευγενισμό των αρχών της φιλοπατρίας και του εθνικού ιδεώδους. Συγχρόνως, εξουδετερώνει τις ακρότητες του φυλετισμού, που είναι οι πνευματικές, εθνικές, οικογενειακές και προσωπικές έριδες. Αυτές αποσυνθέτουν και διαιρούν την κοινωνική συνοχή των πολιτών, και ως πιστών χριστιανών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, και ειδικότερα οι Τρεις Ιεράρχες, εξισορροπούν τα πράγματα. Επιμένουν να καταρτίζονται οι Χριστιανοί, έτσι ώστε να αγαπούν μετά λόγου και πράξεως την Πατρίδα τους αλλά συγχρόνως να αίρονται και από τα υλικά και τα εγκόσμια στα πνευματικά και στα επουράνια. Για να μη λησμονούν και το θείο προορισμό τους, που είναι η άνω Πατρίδα, η άνω Ιερουσαλήμ.
II. Χρηστή διοίκηση και ισονομία: Οι Τρεις Ιεράρχες ομιλούν και για τις δημοκρατικές Αρχές και αρετές της χρηστής διοικήσεως και ισονομίας, στα πλαίσια της αξιοκρατίας, κατά δε της οικογενειοκρατίας και της ευνοιοκρατίας. Δύο, τρία παραδείγματα: Ο Μ. Βασίλειος, όταν, σε κάποια περίπτωση, πληροφορήθηκε ότι ένα τετραετές μόλις παιδί διορίστηκε μέλος της Βουλής της Καισαρείας, λόγω οικογενειοκρατικής ευνοιοκρατίας, αντίδρασε άμεσα για την ακύρωση της εκλογής και αποφάσεως αυτής. Απέστειλε θαυμάσια πειστική επιστολή στον ηγεμόνα της Καππαδοκίας.
Σε άλλη περίπτωση άδικης διοικητικής – γεωγραφικής μεταρρυθμίσεως, κατά την οποία η Καππαδοκία διχοτομείτο από τον αυτοκράτορα Ουάλεντα με ιδιοτελή – προσωπικά κι όχι εθνικά – κοινωνικά αντικειμενικά κριτήρια, ο Βασίλειος επενέβη δραστήρια προς ματαίωση της ψευδομεταρρυθμίσεως εκείνης.
«Διαιρούν», γράφει, «και πάλιν ξαναδιαιρούν την πατρίδα. Κάμνουν έτσι σαν τους απείρους χειρουργούς, που, εξ αιτίας της ανικανότητάς τους, επιδεινώνουν την κατάσταση των πληγών. Με το κομμάτιασμα, τη διχοτόμηση της Καππαδοκίας, νομίζουν ότι, αντί για μία, θα έχουν δύο επιτυχημένες και παραγωγικές Επαρχίες. Ενεργούν έτσι σαν εκείνον που έχει ένα άλογο ή ένα βόδι, το κόβει στη μέση και νομίζει πως από το ένα έχει τώρα δύο, ενώ κι αυτό που είχε το κατέστρεψε.» Ο ίδιος ο Βασίλειος αγωνιούσε, όπως γράφει επί λέξει: «υπέρ της πατρίδος πάσης». Οι επιστολές του προς επισήμους Άρχοντες καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση στην αλληλογραφία του ανδρός, που αριθμεί πάνω από 360 επιστολές. Μεγάλα ή μικρά ζητήματα, γενικά ή προσωπικά θέματα προβάλλει για λύση σε μερικούς διάσημους ηγέτες της εποχής του˙ πρωθυπουργούς, υπουργούς, διοικητές, κόμητες, στρατηγούς και στρατάρχες. Φυσικά, δε ζητούσε ποτέ κάτι για κείνον τον ίδιο. Ο Βασίλειος ήταν Μέγας όχι μόνο στα μεγάλα˙ αλλά Μέγας και στα μικρά. Ο Ύπαρχος Μόδεστος, ο Υπουργός Διοικήσεως Σωφρόνιος, ο Έπαρχος Ανδρόνικος, ο Στρατηγός Αβούργιος, οι Στρατάρχες Αρινθαίος, Βίκτωρ και Τραϊανός και οι Κόμιτες της Ελλάδος Ιοβίνος, Αρκάδιος και Μαγνινιανός είναι κάποιοι, με τους οποίους διατηρούσε αλληλογραφία για γενικά, διοικητικά και προσωπικά θέματα των συμπατριωτών του.
III. Κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη: Τους Τρεις Ιεράρχες ιδιαίτερα συγκινούσαν τα κοινωνικά ζητήματα των συμπατριωτών τους. Αναπτύσσουν δυναμικά, μετά λόγου και πράξεως, τις Κοινωνιολογικές Αρχές του Χριστιανισμού. Η εθνική συνοχή είναι συνάρτηση της πνευματικής και της κοινωνικής συνοχής και δικαιοσύνης. Οι Ιεράρχες μας υπεραμύνονται των λαϊκών τάξεων, ιδία έναντι των σκληρών εισπρακτόρων των φόρων και των άσπλαχνων διοικητικών Αρχών. Μεσιτεύουν υπέρ δούλων, υπέρ γεωργών, υπέρ επαγγελματιών και βιοτεχνών, των σημερινών, δηλ., μικρομεσαίων, υπέρ χηρών και ορφανών και πολυτέκνων, υπέρ χωριών και κωμοπόλεων και πόλεων δυσπροσίτων και παραμελημένων, υπέρ όλων των αδικουμένων. Αγωνίζονται υπέρ του καθορισμού νέων σχέσεων μεταξύ πτωχών και πλουσίων και μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων, για τη ανάπτυξη μεταξύ αυτών αδελφότητος και κατανοήσεως και εμπιστοσύνης και αλληλεγγύης για προσέγγιση των αμοιβαίων συμφερόντων τους , γενικά περί του σεβασμού της ανθρωπίνης προσωπικότητος. Ελκύει ιδιαίτερα την προσοχή τους το αιώνιο θέμα της φορολογίας, της ελαφρύνσεως από τα φορολογικά βάρη, σε σχέση και με την κακή πρακτική της φοροδιαφυγής, πολύ επίκαιρο και στις μέρες μας θέμα.
Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση, των εργατών στα μεταλλεία σιδήρου στον Ταύρο Καππαδοκίας. Μας θυμίζει τα σημερινά μεταλλεία χρυσού της Χαλκιδικής, κατ’ αναλογία. Μεγάλη αντιπροσωπία εργατών πήγε στο Επισκοπείο της Καισαρείας, για να συναντήσει το Μ. Βασίλειο, Επίσκοπο Καισαρείας.
Να πώς περιγράφεται η σκηνή της συναντήσεως στην 110 επιστολή Βασιλείου προς τον Ύπαρχο Μόδεστο: «Ένα πρωί του κτύπησαν την πόρτα εργάτες από την περιοχή του Όρους Ταύρου της Καππαδοκίας. Τους άνοιξε ο διάκος. Τους έβαλε να περιμένουν για πολύ λίγο, κι ύστερα πέρασαν στο φτωχικό Γραφείο του Μ. Βασιλείου. Ήξεραν, ή μάλλον είχαν ακούσει, πως ο σπουδαίος Αρχιεπίσκοπος ζούσε φτωχικά…Μα όχι κι έτσι…αυτό ήταν απίστευτο…Και τους έκαμε, μάλιστα, να είναι συνετότεροι σε ό,τι θα του ζητούσαν. Δεν ήταν μικρότερο και το ξάφνιασμα του Βασιλείου. Εργάτες από τον Ταύρο…Ναι, ήξερε, βέβαια, ότι εκεί δούλευαν μεταλλεία σιδήρου. Αλλά, τι ζητούσαν οι άνθρωποι με τα τίμια ροζιασμένα χέρια;». «Μας εγκατέλειψαν όλοι, άγιε πάτερ», του είπαν. «Εμείς δουλεύουμε για το σίδερο του Κράτους και το Κράτος κοιτάζει να μας ξεκάνει με βαρείς φόρους. Δεν μπορούμε…Θα εγκαταλείψουμε τα μεταλλεία μας –τα δούλευαν μόνοι τους- κι ας έλθουν άλλοι. Δεν ζητούμε πολλά, πάτερ, να λιγοστέψουν τον φόρο που βάζουνε στον σίδηρο που βγάζουμε». Ο Βασίλειος συγκινήθηκε πολύ, κι έγραψε την παραπάνω 110 επιστολή, από την οποία πληροφορούμαστε το γεγονός. Τον παρακαλεί και τον ικετεύει σχεδόν γονατιστός να βοηθήσει τους τίμιους εργάτες, που, τελικά, πέτυχαν το ζητούμενο. Το κύριο επιχείρημά του ο κίνδυνος μειώσεως και καταστροφής της παραγωγής υπό το βάρος της φορολογίας. Οπότε δε θα ζημιωθούν μόνος οι Πολίτες αλλά και η Πολιτεία, η οποία δε θα βρει ικανή φορολογήσιμη ύλη. Αυτά μας θυμίζουν λίγο – πολύ τους σημερινούς καιρούς μας.
Παρόμοιες συγκλονιστικές περιπτώσεις, απαντούν και στη δράση των άλλων δύο, Γρηγορίου Θεολόγου και κυρία Ιωάννου Χρυσοστόμου.
IV. Διαπροσωπικές σχέσεις: Δεν ενδιαφέρονται μόνο οι Τρεις για τα πολύ ή λίγο γενικά θέματα των πατρίδων τους. Στρέφουν την προσοχή τους και για τα πολύ – πολύ προσωπικά θέματα των συμπατριωτών τους. Αναλίσκονται για τους συμπατριώτες τους. Και αυτό τους δίνει χαρά. Και μαζί, βέβαια, και κύρος μεταξύ των ανθρώπων. Επιμένουμε στην περίπτωση των συμπατριωτών, που έχει άμεση συνάρτηση με το θέμα μας. Κάποια παραδείγματα:
Ο Μ. Βασίλειος στέλνει συστατική επιστολή για κάποιο συμπατριώτη του προς Ύπαρχο Μόδεστο και του γράφει: «τους εκ της πατρίδος ημών αφικομένους συνίστησί σοι αυτό το της πατρίδος δίκαιον…και τον εγχειρίζοντα τοίνυν την επιστολήν τη κοσμιότητί σου…δέξου και ως πατριώτην». Εξάλλου, επαινεί το Μάγιστρο Σωφρόνιο για το πολύ ενδιαφέρον του προς την ιδιαιτέρα πατρίδα του. Του γράφει: «Και τις ούτω φιλόπολις, ος την ενεγκούσαν και θρεψαμένην πατρίδα ίσα γονεύσι τιμών, ως αυτός συ…» Επίσης, πολλές και συχνές εξυπηρετήσεις για πολλά πρόσωπα ζητούσε ο Βασίλειος με συστατικά σημειώματα από το Στρατηγό Αβούργιο. Αυτός ήταν γεννημένος στην Καππαδοκία από πατέρα Γερμανό – Γότθο και μητέρα Ελληνίδα Καππαδόκισσα. Μία φορά του στέλνει το εξής χαρακτηριστικό συστατικό σημείωμα για κάποιο συμπατριώτη του: «Επειδή ουν έχων ήκει την επιστολήν παρ’ ημών, απέλθοι έχων α βούλεται παρά σου» «Επειδή, λοιπόν, έρχεται έχοντας επιστολή από μένα, ας φύγει έχοντας όσα θέλει από σένα».
Το αυτό πράττει και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Σε κάποια επιστολή του στο Μάγιστρο Σωφρόνιο του ζητεί να προστατεύσει κάποιο συμπατριώτη. Με το επιχείρημα ότι η πατρίδα είναι η κοινή μητέρα όλων των πατριωτών – συνανθρώπων μας. Του γράφει: «Μητέρα τιμάν, των οσίων, μήτηρ δε άλλη μεν άλλου˙ κοινή δε πάντων, πατρίς». Από τη συνάφεια του κειμένου διαφαίνεται ότι θεωρεί το Σωφρόνιο τούτον ως «της πατρίδος προστάτην», ως προστατεύοντα και εξυπηρετούντα τους συμπατριώτες του, χωρίς να βλάπτει άλλους.
Στην ίδια γραμμή, και πιο πονεμένα, ο Ιωάννης Χρυσόστομος. Ως γνωστό, ένα μεγάλο μέρος της ζωής του πέρασε στην εξορία, στον Πόντο, στην Αρμενία και στη Γεωργία. Από τους τόπους της εξορίας του και των κακουχιών του έστελνε μηνύματα συμπαραστάσεως στους συμπολίτες του Αντιοχείς Συρίους. Μέσα από τα κείμενά του αυτά βλέπει ο προσεκτικός αναγνώστης τον πόνο για την έλλειψη της πατρίδος και των συμπατριωτών του. Τους καλοτύχιζε και τους υμνούσε, σε σύγκριση με τον ίδιο, που ήταν αναγκασμένος να ζει σε εξορία και σε φυγή και σε προσφυγιά. Που τη ζούμε και σήμερα στα δυστυχισμένα πρόσωπα άλλων συνανθρώπων μας, πάλι, κατά κακή συγκυρία, από την πατρίδα του Χρυσοστόμου, τη Συρία.
Μετά από όλα τα παραπάνω αναλυθέντα και περιγραφέντα, βάσει των πηγών, μπορούμε να κάμουμε κάποιες συμπερασματικές εκτιμήσεις.
1) Για την Ελληνική σκέψη και φιλοσοφία περί φιλοπατρίας και κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, είτε την θύραθεν είτε και τη βιβλική, που απηχούσε και τις ιδέες των Τριών Ιεραρχών, όπως είδαμε, δεν υπάρχει γλυκύτερο και πολυτιμότερο αγαθό από την πατρίδα˙ ακόμη και η υγεία υποχωρεί στην περίπτωσή μας. Κατά τον Πλάτωνα «Μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστί η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά Θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσιν». Και ο τραγικός Σοφοκλής: «Και μείζον όστις αντί της αυτού πάτρας φίλον νομίζει, τούτον ουδαμώς λέγων».
2) Οι Τρεις Ιεράρχες, επόμενοι των ανωτέρω Αρχών, εδίδασκαν και πρακτικοποιούσαν την προς την πατρίδα ιδιαίτερη αγάπη τους. Ενδιαφέρονται ποικιλοτρόπως γι’ αυτήν και τη συναφή μ’ αυτήν κληρονομιά και παράδοση. Μόνον χάρι της επουράνιας πατρίδος εθυσίαζαν αυτήν. Αυτού του είδους η φιλοπατρία, του ελληνοορθοδόξου ήθους και έθους, δεν οδηγεί σε εχθρότητα προς άλλους, και μάλιστα και γειτονικούς ή συνοίκους λαούς. Ο εθνοφυλετισμός και ο ρατσισμός είναι ξένος προς την ελληνοορθόδοξη αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια αλλά και προς την Ορθόδοξη Χριστιανική συνείδηση και διδασκαλία. Απόδειξη μεγάλη των ημερών μας η περίθαλψη προς τους συμπαθείς Συρίους και άλλους Πρόσφυγες στη Νησιωτική Ελλάδα, προς τα παράλια της Μ.Ασίας.
3) Αντίθετα, ο κίνδυνος υφίσταται από τον επιθετικό διεθνισμό – ιμπεριαλισμό και το νεοφανή ευρωπαϊκό φυλετισμό και τον ανατολικό μουσουλμανικό εξτρεμισμό, σουνιτικού, νεοοθωμανικού, κυρίως, Κλάδου. Οι «ισμοί» αυτοί συνιστούν άρνηση των καθαρών Αρχών της πατρίδος και της πολιτιστικής και της εθνικής κληρονομιάς της και της κοινωνικής δικαιοσύνης και συνοχής, όπως μας τη δίδαξαν και εβίωσαν και μας την παρέδωσαν οι Τρεις Ιεράρχες μας, τιμώμενοι απόψε εδώ. Προστάτες των γραμμάτων και των πνευματικών και κοινωνικών επιτευγμάτων. Ύποπτες θεωρίες και πράξεις πάντα υφέρπουν. Αποβλέπουν στη διάσπαση των δεσμών της πατρίδος και της κοινωνίας μας προς το παρελθόν, προς το παρόν και προς το μέλλον. Και απεργάζονται ή προσδοκούν την αποκοπή από τις ρίζες μας, είτε έσωθεν, είτε έξωθεν. Το χειρότερο είναι το «έσωθεν», από κακία ή άγνοια ή τάχα «εξυπνάδα» και «προοδευτισμό».
4) Σήμερα, δημιουργούνται και αναπτύσσονται νέοι μεγάλοι συνασπισμοί κρατών και λαών και νέα διεθνή τάξη πραγμάτων κυοφορείται γύρω μας. Συγχρόνως, διασπώνται βίαια και αλληλοσπαράσσονται άλλοι μικρότεροι Λαοί και οι Πατρίδες και οι Κοινωνίες τους, πάλι γύρω μας. Γι’ αυτό, περισσότερο, παρά ποτέ και άλλοτε, μας χρειάζεται η εθνική – πατριωτική κοινωνική συνοχή και δικαιοσύνη, στη βάση της παραδόσεώς μας και της φιλοσοφίας μας. Που από τη φύση τους εμπεριέχουν τα σπέρματα και των συντηρητικών αλλά και των προοδευτικών Ιδεών και Αρχών, και ποτέ της οπισθοδρομήσεως. Άκριτα και επιπόλαια κάποιοι αρέσκονται να διχάζουν την πατρίδα και την κοινωνία, την πολιτεία και τους πολίτες˙ μεταξύ του «οπισθοδρομικού» για τους άλλους και του «προοδευτικού» για μας. Είναι μυωπάζοντες. Η παράδοση και η ζωή μας, η πατρίδα μας και η κοινωνία μας συνιστούν γόνιμη διάσταση εντός της νέας ευρωπαϊκής πραγματικότητος των Λαών, του πολιτισμού, της αλληλεγγύης και της συνοχής. Η ελληνική Οικουμένη, η χριστιανική Οικουμένη˙ αυτήν υπηρέτησαν οι Ιεράρχες μας και αυτή μας διδάσκουν, διαχρονικά.
Το παραπάνω είναι πραγματοποιηθείσα ομιλία από τον Καθηγητή κ. Αθανάσιο Αγγελόπουλο, στην εκδήλωση που διοργάνωσε η Ιερά Μητρόπολη Καστορίας προς τιμήν των εκπαιδευτικών της Επαρχίας Καστοριάς.
Του κ. Αθανάσιου Αγγελόπουλου, Καθηγητή Πανεπιστημίου Θεσσαλονικης
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Λόγος εις του Τρεις Ιεράρχες
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, ευλαβές εκκλησίασμα,
αγαπητοί συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, μαθητές και μαθήτριες,
σήμερα η Εκκλησία μας, τηρώντας παράδοση 9 αιώνων, τιμά τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες της και η Ελληνική Παιδεία τους Τρεις Αγίους – προστάτες της, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Πρόκειται για μία γιορτή, που συνδέει την πνευματική πρόταση ζωής του Χριστιανισμού με τις αξίες του πολιτισμού των Ελλήνων, ένα πανηγύρι, που έχει άμεση σύνδεση με την ταυτότητα και την ιστορική συνείδησή μας ως Ελλήνων και Χριστιανών. Η φετινή εορτή, για μια ακόμη χρονιά, βρίσκει ολόκληρη την Κοινωνία σε κρίση, μια ατέλειωτη συζήτηση για χαμένα όνειρα, χαμένους στόχους, χαμένα χρόνια… Παντού φωνές απόγνωσης μιλάνε για Ηθική κρίση, Πνευματική κρίση, Πολιτισμική κρίση, Πολιτική κρίση, Οικονομική κρίση, Εθνική κρίση, Εκπαιδευτική κρίση… Άραγε υπήρξε ποτέ, στην Ελλάδα, χρόνος χωρίς να υπάρχει και κάποια κρίση;
«Τη Ελλάδι πενίη μεν αείποτε σύντροφος εστί», δηλαδή «σύντροφος της Ελλάδος, από πάντοτε, ήταν η φτώχεια» διακήρυξε ο Ηρόδοτος, όμως αυτό δεν απέτρεψε τους Έλληνες, «από το να γράφουν ποίηση στη γλώσσα τους, και να δημιουργούν πολιτισμό για 25 ολόκληρους αιώνες» συμπλήρωσε 2 ½ χιλιάδες χρόνια μετά ο Οδυσσέας Ελύτης.
Και κάπου ανάμεσα στον πατέρα της Ιστορίας και τον ραψωδό του Αιγαίου, περίπου στο μέσον της σκληρής πραγματικότητας του σήμερα και του ενδόξου παρελθόντος της αρχαίας Ελλάδος, στέκονται οι Τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες μας, οι οποίοι κατανόησαν ότι Παιδεία είναι αυτό που μένει στην ψυχή μας, όταν πια ξεχάσουμε όλες τις ξερές γνώσεις που αποκτήσαμε στο σχολείο.
Τότε λοιπόν τι απομένει; Ήθος και φρόνημα ψυχής!
Για έναν σύγχρονο, δυτικού τύπου πολίτη, οπαδό μιας εκπαίδευσης που υπηρετεί πιστά το σύστημα, οι Τρεις Ιεράρχες ανήκουν σε μιαν άλλη εποχή και, ενδεχομένως, δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στους ανθρώπους του σήμερα, αφού αυτού του τύπου η εκπαίδευση θα έπρεπε να προβάλλει ως πρότυπό της όχι κάποιον Άγιο, αλλά τον λόγιο -μα και συνάμα- κερδώο Ερμή!
Αν όμως μπορούσαμε να κάνουμε έναν διάλογο με τα συγγράμματά των Αγίων μας και να εμβαθύνουμε στις πράξεις τους, θα διαπιστώναμε ότι σήμερα είναι πιο επίκαιροι, ακόμη και από την εποχή τους!
«Η Εκπαίδευση είναι το πρώτο και μεγαλύτερο αγαθό» μας απαντά ο Άγιος, «αλλά, πρέπει να είναι το όπλο της δικαιοσύνης και όχι ο δρόμος του πνευματικού θανάτου. Η αληθινή Εκπαίδευση οδηγεί στη σοφία μέσω, όμως, του αγαθού παραδείγματος και όχι της εγωιστικής φλυαρίας».
Πού οδηγεί η πραγματική παιδεία τον άνθρωπο, Άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε;
«Η πραγματική παιδεία εκπαιδεύει την ψυχή και το μυαλό, κάνει τον άνθρωπο Άγιο, τον οδηγεί στην πραγματική κοινωνία με το Θεό και τις εικόνες του Θεού, τους συνανθρώπους του», μια επικοινωνία προσωπική, συγκεκριμένη, πραγματική, απτή και όχι εικονική και απατηλή, όπως η επικοινωνία του πολιτισμού μας με τα κινητά και τα τάμπλετ!
Τι προσφέρει η Παιδεία στον άνθρωπο Άγιε Βασίλειε;
«Η Παιδεία ξεριζώνει από τον άνθρωπο την τεμπελιά, τις κακές επιθυμίες, το πάθος για τα υλικά αγαθά, αναμορφώνει την ψυχή του, την κάνει αγία, όμως, απαιτεί επίπονη προσπάθεια, και, πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεριζωθούν από τις ψυχές του παιδαγωγού και των γονέων οι αδυναμίες και τα πάθη και τότε θα οδηγηθούν στη σεμνότητα και την καλοσύνη της ψυχής και οι ίδιοι και τα παιδιά τους».
Γίνεται φανερό ότι και οι τρεις Πατέρες μας είναι οι συνεχιστές των ιδεών του Πλάτωνος, που διακήρυξε ότι η Παιδεία είναι η φλόγα στην ψυχή του μαθητή και όχι το γέμισμα, με γνώσεις, ενός άδειου δοχείου. Τι συμβαίνει, όμως, σήμερα; Τα κεφάλια των παιδιών μας γεμίζουν με λόγια και η ψυχή τους παραμένει σβηστή. Όλα στοχεύουν μόνο στο μυαλό του μαθητή και όχι στην προσωπικότητά του και αυτή ακριβώς είναι η τραγωδία της παιδείας μας. Δεν αγκαλιάζει συνολικά τον άνθρωπο, αλλά του βασανίζει το μυαλό και αδιαφορεί για την καρδιά του.
Σε όλο τον κόσμο και -ίσως- ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, συναντάς πληθώρα μορφωμένων ανθρώπων, αλλά -ταυτόχρονα- και τεράστια πνευματική ένδεια. Έχουμε μια παιδεία που επιζητεί πρωτίστως να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του κράτους, της βιομηχανίας, της επιχείρησης, όχι, όμως, τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ζούμε σε έναν κόσμο που προσφέρει αμέτρητες πληροφορίες μα ελάχιστες γνώσεις πραγματικής ζωής. Τα παιδιά μας θα έπρεπε να είναι αετοί, να κατακτούν τους ουρανούς, εμείς, όμως, τα θέλουμε παπαγάλους, φυλακισμένους σε χρυσά κλουβιά.
Πες μου Άγιε Γρηγόριε, τι πρέπει να κάνω ως γονιός;
«Καθάρισε πρώτα τον εαυτό σου και έπειτα απαίτησε να γίνει και το παιδί σου καθαρό, γίνε εσύ σοφός κι έπειτα κάνε και το παιδί σου σοφό, γίνε εσύ φως και μετά φώτισε και τον άλλον, πλησίασε το Θεό και θα σε ακολουθήσει και η οικογένειά σου, γίνε εσύ άγιος και θα αγιάσεις και τους άλλους. Η αιτία για τα προβλήματα των νέων σας δεν είναι άλλη, παρά η μανία σας να καλύψετε μόνον τις υλικές ανάγκες τους, επειδή στηρίζετε τις ελπίδες σας μόνο στα πλούτη σας, δεν ασχολείστε με τίποτε πνευματικό κι έτσι αμελείτε και τα ίδια σας τα παιδιά και την καλλιέργεια της ψυχής τους. Τελικώς, τα αφήνετε μονίμως πεινασμένα, αφού δεν προσφέρετε στις ψυχές τους πνευματική τροφή, ξεχνώντας ότι οι αιτίες όλων των κακών είναι η πλεονεξία και η έλλειψη του μέτρου».
Φανέρωσέ μου Άγιε Βασίλειε το μυστικό για να γλιτώσω από την πλεονεξία και για να ξεφύγει η πατρίδα μας από την κρίση που τη μαστίζει.
«Έχεις πολλά υλικά αγαθά άνθρωπέ μου; Πολύ ωραία! Φιλοσόφησε τώρα με ποιο τρόπο μπορείς να απελευθερωθείς από αυτά και κράτησε τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή σου, διαφορετικά, θα πρέπει να ντρέπεσαι, αφού κατακρατάς όσα ανήκουν στους άλλους. Αφού εσύ δε δίνεις ελεημοσύνη, κανένας δεν θα δείξει έλεος και για σένα. Ο Θεός μοίρασε έτσι τα αγαθά στον κόσμο, ώστε να μη μένει κανείς φτωχός. Μιμήσου λοιπόν την ισότητά του Θεού».
«Άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, κάνοντας δήθεν τον καλό Χριστιανό, αλλά στα χέρια των πτωχών, που είναι, καθημερινά, δίπλα σου!» συμπληρώνει ο Γρηγόριος.
Και, βέβαια, σε αντίθεση με αυτό που βιώνουμε στις ημέρες μας, οι Άγιοι δεν έμειναν στα λόγια. Και οι τρεις δώρισαν τις μεγάλες περιουσίες, που κληρονόμησαν από τους γονείς τους, για να ανακουφίσουν τους συνανθρώπους τους, και, ενώ θα μπορούσαν να ζήσουν ως πάμπλουτοι, έφυγαν από αυτόν τον κόσμο πάμπτωχοι!
Ο Μέγας Βασίλειος ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μία πολιτεία Αγάπης, όπου ανακούφιζε τις ανάγκες 30.000 ανθρώπων μέσα σε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Για να το σκεφτούμε! Ένας άνθρωπος, ο οποίος εφάρμοσε στη ζωή του το Ευαγγέλιο, εξυπηρετούσε καθημερινώς 30.000 συνανθρώπους του!
Ο Χρυσόστομος έθρεφε, σε καθημερινή βάση, 3.000 άτομα στην Αντιόχεια και 7.000 ανθρώπους, όταν -αργότερα- έγινε Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μας αποκαλύπτει πώς τα κατάφερε:
«Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο, αλλά είναι σύναξη αγγέλων… Ποιό το όφελος να είναι γεμάτη η Αγία Τράπεζα του Ναού από χρυσά δισκοπότηρα και ο ίδιος ο Χριστός να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα του Χριστού, στα πρόσωπα των πτωχών αδελφών Του και των δικών σου αδελφών, και τότε, από το περίσσευμα, στόλισε και την τράπεζα του Χριστού. Μη στολίζεις, λοιπόν, το Ναό, τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Ο αδελφός σου είναι ένας ανώτερος ναός».
Το «κλειδί», λοιπόν, είναι η αγάπη. Χωρίς αγάπη δεν υπάρχει ζωή, δεν υφίσταται Παιδεία. Καμιά καρδιά δεν θα αγγίξεις, αν ο λόγος σου δε βγαίνει από την καρδιά σου! Γι αυτό και βλέπουμε σήμερα τους νέους μας, δικαιολογημένα, απογοητευμένους, απελπισμένους, αγανακτισμένους, καθώς αντικρίζουν έναν κόσμο χωρίς αγάπη, ο οποίος στραγγαλίζει τα όνειρά τους. Κι εμείς, οι μεγαλύτερες γενιές, υποταγμένες στα «ιδανικά» ενός υλιστικού συστήματος, αντί για τα λαμπρά παραδείγματα των Αγίων μας και της παράδοσής μας, τους προσφέρουμε παραδείγματα «επιτυχημένων» οικονομικά ανθρώπων, άπληστους κυνηγούς του κέρδους, που δείχνουν περιφρόνηση προς τον απλό λαό!
Τον ασκητικό Μέγα Βασίλειο, τον ιδρυτή της λαμπρής «Βασιλειάδος», με το ταπεινό ήθος και το γενναίο φρόνημα, τον υποκαταστήσαμε με τον υπέρβαρο, καταναλωτή γεράκο των πολυεθνικών, μία γελοία και τραγική φιγούρα των χριστουγεννιάτικων γιορτών μας.
Κατά τον Χρυσόστομο, είναι πολύ δύσκολο να χειριστείς τους νέους γι’ αυτό ο γονιός και ο εκπαιδευτικός πρέπει να ξέρει να χειρίζεται τα χαλινάρια! Εμείς, όμως, τι κάνουμε; Καλομάθαμε τις νεότερες γενιές στις ανέσεις και τα υλικά αγαθά, τους διδάσκουμε, με το παράδειγμά μας, να είναι ερωτευμένοι με την ύλη, παρά με το πνεύμα και τους οδηγήσαμε, τώρα που ενέσκηψε η κρίση, στη δυστυχία και την κατάθλιψη. Έτσι, η παιδεία που τους προσφέρουμε, μπορεί να προβάλλει στομφώδη συνθήματα, όπως το «πρώτα ο μαθητής», όμως δεν λαμβάνει υπ΄ όψιν της, αυτό πού θα έπρεπε να είναι πραγματικά πρώτο, την προσωπικότητα του μαθητή! Μοιραία, από παιδεία κατάντησε παιδεμός φορτωμένος με ανία, έγινε εξαναγκασμός γεμάτος πλήξη, η συλλογικότητα μετατράπηκε σε μοναξιά, η αξία της αλληλεγγύης ξέπεσε στην ιδιοτέλεια, η χρήση των υλικών αγαθών κατάντησε κατάχρηση.
Η Παιδεία που προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες μας απελευθερώνει τον άνθρωπο επειδή προσφέρει αξίες, προσφέρει αγάπη, προσφέρει σεβασμό στο πρόσωπο του ανθρώπου και μία τέτοια Παιδεία μπορεί, πραγματικά, να αλλάξει τον κόσμο! Κάτι που δεν κάνει καμία πολιτική ή οικονομική θεωρία, καμία ιδεολογία.
Το 1979, όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η γαλλική εφημερίδα “Le monde” έγραψε: «καλωσορίζουμε στην ενωμένη Ευρώπη τη χώρα της Φιλοκαλίας, τη χώρα του Βασιλείου, του Γρηγορίου και του Χρυσοστόμου».
Να, λοιπόν, τι μπορεί να προσφέρει η Ελλάδα στον κόσμο: Να στηρίξει τον σημερινό, κουρασμένο άνθρωπο με το ήθος και το φρόνημα των Πατέρων της, με τη σκέψη και τον πολιτισμό των κλασικών δημιουργών της. Αυτό περιμένει και ο κόσμος από εμάς τους Έλληνες! Να του γνωρίσουμε τον φιλόκαλο άνθρωπο, τον φίλο του αγαθού, τον Άγιο, τον Άνθρωπο που, όπως έλεγε ο Χρυσόστομος, «είναι ευτυχισμένος και πλούσιος, όχι γιατί έχει πολλά υλικά αγαθά, αλλά επειδή νιώθει ότι δεν του λείπει τίποτε». Τι μας χρειάζεται για να φθάσουμε εκεί; Μας το είπε το πνευματικό παιδί των Τριών Ιεραρχών, 1400 χρόνια μετά από αυτούς, ο διδάσκαλος του Γένους μας, Κοσμάς ο Αιτωλός: «Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο, όλος ο κόσμος να πέσει, δεν ημπορεί να σας τα πάρει κανείς, εκτός και αν τα δώσετε με το θέλημα σας». Και με τη λέξη «ψυχή» δε μπορούμε να εννοήσουμε κάτι άλλο εμείς οι Έλληνες, παρά τη γλώσσα μας, την παράδοση μας, τα ήθη και έθιμά μας, την Ελληνική και Χριστιανική Παιδεία μας.
Όταν βλέπει κανείς, σήμερα, μαθητές, εκπαιδευτικούς και πολιτεία να σκιαμαχούν για ευκολότερες εξετάσεις, για να γίνει υψηλότερη η βαθμολογία με λιγότερη προσπάθεια, όταν θριαμβεύει η λογική του επιφανειακά μορφωμένου και όχι του εκπαιδευμένου ανθρώπου, τότε νιώθει πολύ περισσότερο την ανάγκη για ένα πιο ουσιαστικό σχολείο, πέρα από φαντασμαγορικά σλόγκαν και πτυχία – χαρτιά, ένα σχολείο για ανθρώπους με κρίση και φαντασία, σχολείο ελευθερίας, αλλά και ευθύνης και κόπου, ένα σχολείο που αγαπά τον διάλογο, την ποίηση και την ουσία, σχολείο που προσφέρει προβληματισμούς, αλλά και πρότυπα αγιότητος, σχολείο, που θα δημιουργήσει έναν άνθρωπο, «όχι μόνο λογικό όν με χέρια και πόδια, αλλά άνθρωπο με ευσέβεια, αρετή και παρρησία», όπως μας λέγει ο Χρυσόστομος. Ένα τέτοιο σχολείο οραματίστηκαν οι τρεις Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα.
Κι εμείς -ως πνευματικά τους παιδιά – καλούμαστε να κάνουμε πράξη κάποια από τα οράματά τους!
Ευχηθείτε, λοιπόν, Σεβασμιώτατε να απλώσουμε το χέρι μας στους Τρεις Αγίους μας, για να μάς τραβήξουν έξω από το τέλμα της σημερινής, ανταγωνιστικής, καταναλωτικής και υλιστικής εποχής, και η λάμψη τους να διώξει τα σκοτάδια από την ψυχή και τη ζωή μας και, με την ευχή τους και τη χάρη τους, να ανεβάσουμε την Εκκλησία μας, την Εκπαίδευσή μας και την κοινωνία μας εκεί που αξίζουν, εκεί όπου όλοι οι άνθρωποι καταξιώνονται ως «Εικόνες του αληθινού Θεού»
Αμήν!
Του Κ. Λεωνίδα Τέλιου – Διευθυντού του 8ου Γυμνασίου Λάρισας
εκφωνήθηκε στις 30-1-2019 στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου Λαρίσης, κατά τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερωνύμου)
Σεβασμιώτατε, σεβαστοί πατέρες, ευλαβές εκκλησίασμα,
αγαπητοί συνάδελφοι εκπαιδευτικοί, μαθητές και μαθήτριες,
σήμερα η Εκκλησία μας, τηρώντας παράδοση 9 αιώνων, τιμά τους Τρεις μεγάλους Ιεράρχες της και η Ελληνική Παιδεία τους Τρεις Αγίους – προστάτες της, τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Πρόκειται για μία γιορτή, που συνδέει την πνευματική πρόταση ζωής του Χριστιανισμού με τις αξίες του πολιτισμού των Ελλήνων, ένα πανηγύρι, που έχει άμεση σύνδεση με την ταυτότητα και την ιστορική συνείδησή μας ως Ελλήνων και Χριστιανών. Η φετινή εορτή, για μια ακόμη χρονιά, βρίσκει ολόκληρη την Κοινωνία σε κρίση, μια ατέλειωτη συζήτηση για χαμένα όνειρα, χαμένους στόχους, χαμένα χρόνια… Παντού φωνές απόγνωσης μιλάνε για Ηθική κρίση, Πνευματική κρίση, Πολιτισμική κρίση, Πολιτική κρίση, Οικονομική κρίση, Εθνική κρίση, Εκπαιδευτική κρίση… Άραγε υπήρξε ποτέ, στην Ελλάδα, χρόνος χωρίς να υπάρχει και κάποια κρίση;
«Τη Ελλάδι πενίη μεν αείποτε σύντροφος εστί», δηλαδή «σύντροφος της Ελλάδος, από πάντοτε, ήταν η φτώχεια» διακήρυξε ο Ηρόδοτος, όμως αυτό δεν απέτρεψε τους Έλληνες, «από το να γράφουν ποίηση στη γλώσσα τους, και να δημιουργούν πολιτισμό για 25 ολόκληρους αιώνες» συμπλήρωσε 2 ½ χιλιάδες χρόνια μετά ο Οδυσσέας Ελύτης.
Και κάπου ανάμεσα στον πατέρα της Ιστορίας και τον ραψωδό του Αιγαίου, περίπου στο μέσον της σκληρής πραγματικότητας του σήμερα και του ενδόξου παρελθόντος της αρχαίας Ελλάδος, στέκονται οι Τρεις Μεγάλοι Ιεράρχες μας, οι οποίοι κατανόησαν ότι Παιδεία είναι αυτό που μένει στην ψυχή μας, όταν πια ξεχάσουμε όλες τις ξερές γνώσεις που αποκτήσαμε στο σχολείο.
Τότε λοιπόν τι απομένει; Ήθος και φρόνημα ψυχής!
Για έναν σύγχρονο, δυτικού τύπου πολίτη, οπαδό μιας εκπαίδευσης που υπηρετεί πιστά το σύστημα, οι Τρεις Ιεράρχες ανήκουν σε μιαν άλλη εποχή και, ενδεχομένως, δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα στους ανθρώπους του σήμερα, αφού αυτού του τύπου η εκπαίδευση θα έπρεπε να προβάλλει ως πρότυπό της όχι κάποιον Άγιο, αλλά τον λόγιο -μα και συνάμα- κερδώο Ερμή!
Αν όμως μπορούσαμε να κάνουμε έναν διάλογο με τα συγγράμματά των Αγίων μας και να εμβαθύνουμε στις πράξεις τους, θα διαπιστώναμε ότι σήμερα είναι πιο επίκαιροι, ακόμη και από την εποχή τους!
«Η Εκπαίδευση είναι το πρώτο και μεγαλύτερο αγαθό» μας απαντά ο Άγιος, «αλλά, πρέπει να είναι το όπλο της δικαιοσύνης και όχι ο δρόμος του πνευματικού θανάτου. Η αληθινή Εκπαίδευση οδηγεί στη σοφία μέσω, όμως, του αγαθού παραδείγματος και όχι της εγωιστικής φλυαρίας».
Πού οδηγεί η πραγματική παιδεία τον άνθρωπο, Άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε;
«Η πραγματική παιδεία εκπαιδεύει την ψυχή και το μυαλό, κάνει τον άνθρωπο Άγιο, τον οδηγεί στην πραγματική κοινωνία με το Θεό και τις εικόνες του Θεού, τους συνανθρώπους του», μια επικοινωνία προσωπική, συγκεκριμένη, πραγματική, απτή και όχι εικονική και απατηλή, όπως η επικοινωνία του πολιτισμού μας με τα κινητά και τα τάμπλετ!
Τι προσφέρει η Παιδεία στον άνθρωπο Άγιε Βασίλειε;
«Η Παιδεία ξεριζώνει από τον άνθρωπο την τεμπελιά, τις κακές επιθυμίες, το πάθος για τα υλικά αγαθά, αναμορφώνει την ψυχή του, την κάνει αγία, όμως, απαιτεί επίπονη προσπάθεια, και, πρώτα απ’ όλα, πρέπει να ξεριζωθούν από τις ψυχές του παιδαγωγού και των γονέων οι αδυναμίες και τα πάθη και τότε θα οδηγηθούν στη σεμνότητα και την καλοσύνη της ψυχής και οι ίδιοι και τα παιδιά τους».
Γίνεται φανερό ότι και οι τρεις Πατέρες μας είναι οι συνεχιστές των ιδεών του Πλάτωνος, που διακήρυξε ότι η Παιδεία είναι η φλόγα στην ψυχή του μαθητή και όχι το γέμισμα, με γνώσεις, ενός άδειου δοχείου. Τι συμβαίνει, όμως, σήμερα; Τα κεφάλια των παιδιών μας γεμίζουν με λόγια και η ψυχή τους παραμένει σβηστή. Όλα στοχεύουν μόνο στο μυαλό του μαθητή και όχι στην προσωπικότητά του και αυτή ακριβώς είναι η τραγωδία της παιδείας μας. Δεν αγκαλιάζει συνολικά τον άνθρωπο, αλλά του βασανίζει το μυαλό και αδιαφορεί για την καρδιά του.
Σε όλο τον κόσμο και -ίσως- ακόμη περισσότερο στη χώρα μας, συναντάς πληθώρα μορφωμένων ανθρώπων, αλλά -ταυτόχρονα- και τεράστια πνευματική ένδεια. Έχουμε μια παιδεία που επιζητεί πρωτίστως να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του κράτους, της βιομηχανίας, της επιχείρησης, όχι, όμως, τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ζούμε σε έναν κόσμο που προσφέρει αμέτρητες πληροφορίες μα ελάχιστες γνώσεις πραγματικής ζωής. Τα παιδιά μας θα έπρεπε να είναι αετοί, να κατακτούν τους ουρανούς, εμείς, όμως, τα θέλουμε παπαγάλους, φυλακισμένους σε χρυσά κλουβιά.
Πες μου Άγιε Γρηγόριε, τι πρέπει να κάνω ως γονιός;
«Καθάρισε πρώτα τον εαυτό σου και έπειτα απαίτησε να γίνει και το παιδί σου καθαρό, γίνε εσύ σοφός κι έπειτα κάνε και το παιδί σου σοφό, γίνε εσύ φως και μετά φώτισε και τον άλλον, πλησίασε το Θεό και θα σε ακολουθήσει και η οικογένειά σου, γίνε εσύ άγιος και θα αγιάσεις και τους άλλους. Η αιτία για τα προβλήματα των νέων σας δεν είναι άλλη, παρά η μανία σας να καλύψετε μόνον τις υλικές ανάγκες τους, επειδή στηρίζετε τις ελπίδες σας μόνο στα πλούτη σας, δεν ασχολείστε με τίποτε πνευματικό κι έτσι αμελείτε και τα ίδια σας τα παιδιά και την καλλιέργεια της ψυχής τους. Τελικώς, τα αφήνετε μονίμως πεινασμένα, αφού δεν προσφέρετε στις ψυχές τους πνευματική τροφή, ξεχνώντας ότι οι αιτίες όλων των κακών είναι η πλεονεξία και η έλλειψη του μέτρου».
Φανέρωσέ μου Άγιε Βασίλειε το μυστικό για να γλιτώσω από την πλεονεξία και για να ξεφύγει η πατρίδα μας από την κρίση που τη μαστίζει.
«Έχεις πολλά υλικά αγαθά άνθρωπέ μου; Πολύ ωραία! Φιλοσόφησε τώρα με ποιο τρόπο μπορείς να απελευθερωθείς από αυτά και κράτησε τα απολύτως απαραίτητα για τη ζωή σου, διαφορετικά, θα πρέπει να ντρέπεσαι, αφού κατακρατάς όσα ανήκουν στους άλλους. Αφού εσύ δε δίνεις ελεημοσύνη, κανένας δεν θα δείξει έλεος και για σένα. Ο Θεός μοίρασε έτσι τα αγαθά στον κόσμο, ώστε να μη μένει κανείς φτωχός. Μιμήσου λοιπόν την ισότητά του Θεού».
«Άπλωσε τα χέρια σου, όχι στον ουρανό, κάνοντας δήθεν τον καλό Χριστιανό, αλλά στα χέρια των πτωχών, που είναι, καθημερινά, δίπλα σου!» συμπληρώνει ο Γρηγόριος.
Και, βέβαια, σε αντίθεση με αυτό που βιώνουμε στις ημέρες μας, οι Άγιοι δεν έμειναν στα λόγια. Και οι τρεις δώρισαν τις μεγάλες περιουσίες, που κληρονόμησαν από τους γονείς τους, για να ανακουφίσουν τους συνανθρώπους τους, και, ενώ θα μπορούσαν να ζήσουν ως πάμπλουτοι, έφυγαν από αυτόν τον κόσμο πάμπτωχοι!
Ο Μέγας Βασίλειος ίδρυσε τη Βασιλειάδα, μία πολιτεία Αγάπης, όπου ανακούφιζε τις ανάγκες 30.000 ανθρώπων μέσα σε διάφορα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Για να το σκεφτούμε! Ένας άνθρωπος, ο οποίος εφάρμοσε στη ζωή του το Ευαγγέλιο, εξυπηρετούσε καθημερινώς 30.000 συνανθρώπους του!
Ο Χρυσόστομος έθρεφε, σε καθημερινή βάση, 3.000 άτομα στην Αντιόχεια και 7.000 ανθρώπους, όταν -αργότερα- έγινε Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Μας αποκαλύπτει πώς τα κατάφερε:
«Δεν είναι η Εκκλησία χρυσοχοείο, αλλά είναι σύναξη αγγέλων… Ποιό το όφελος να είναι γεμάτη η Αγία Τράπεζα του Ναού από χρυσά δισκοπότηρα και ο ίδιος ο Χριστός να πεθαίνει της πείνας; Χόρτασε πρώτα την πείνα του Χριστού, στα πρόσωπα των πτωχών αδελφών Του και των δικών σου αδελφών, και τότε, από το περίσσευμα, στόλισε και την τράπεζα του Χριστού. Μη στολίζεις, λοιπόν, το Ναό, τη στιγμή που αδιαφορείς για τη θλίψη του αδελφού σου. Ο αδελφός σου είναι ένας ανώτερος ναός».
Το «κλειδί», λοιπόν, είναι η αγάπη. Χωρίς αγάπη δεν υπάρχει ζωή, δεν υφίσταται Παιδεία. Καμιά καρδιά δεν θα αγγίξεις, αν ο λόγος σου δε βγαίνει από την καρδιά σου! Γι αυτό και βλέπουμε σήμερα τους νέους μας, δικαιολογημένα, απογοητευμένους, απελπισμένους, αγανακτισμένους, καθώς αντικρίζουν έναν κόσμο χωρίς αγάπη, ο οποίος στραγγαλίζει τα όνειρά τους. Κι εμείς, οι μεγαλύτερες γενιές, υποταγμένες στα «ιδανικά» ενός υλιστικού συστήματος, αντί για τα λαμπρά παραδείγματα των Αγίων μας και της παράδοσής μας, τους προσφέρουμε παραδείγματα «επιτυχημένων» οικονομικά ανθρώπων, άπληστους κυνηγούς του κέρδους, που δείχνουν περιφρόνηση προς τον απλό λαό!
Τον ασκητικό Μέγα Βασίλειο, τον ιδρυτή της λαμπρής «Βασιλειάδος», με το ταπεινό ήθος και το γενναίο φρόνημα, τον υποκαταστήσαμε με τον υπέρβαρο, καταναλωτή γεράκο των πολυεθνικών, μία γελοία και τραγική φιγούρα των χριστουγεννιάτικων γιορτών μας.
Κατά τον Χρυσόστομο, είναι πολύ δύσκολο να χειριστείς τους νέους γι’ αυτό ο γονιός και ο εκπαιδευτικός πρέπει να ξέρει να χειρίζεται τα χαλινάρια! Εμείς, όμως, τι κάνουμε; Καλομάθαμε τις νεότερες γενιές στις ανέσεις και τα υλικά αγαθά, τους διδάσκουμε, με το παράδειγμά μας, να είναι ερωτευμένοι με την ύλη, παρά με το πνεύμα και τους οδηγήσαμε, τώρα που ενέσκηψε η κρίση, στη δυστυχία και την κατάθλιψη. Έτσι, η παιδεία που τους προσφέρουμε, μπορεί να προβάλλει στομφώδη συνθήματα, όπως το «πρώτα ο μαθητής», όμως δεν λαμβάνει υπ΄ όψιν της, αυτό πού θα έπρεπε να είναι πραγματικά πρώτο, την προσωπικότητα του μαθητή! Μοιραία, από παιδεία κατάντησε παιδεμός φορτωμένος με ανία, έγινε εξαναγκασμός γεμάτος πλήξη, η συλλογικότητα μετατράπηκε σε μοναξιά, η αξία της αλληλεγγύης ξέπεσε στην ιδιοτέλεια, η χρήση των υλικών αγαθών κατάντησε κατάχρηση.
Η Παιδεία που προτείνουν οι Τρεις Ιεράρχες μας απελευθερώνει τον άνθρωπο επειδή προσφέρει αξίες, προσφέρει αγάπη, προσφέρει σεβασμό στο πρόσωπο του ανθρώπου και μία τέτοια Παιδεία μπορεί, πραγματικά, να αλλάξει τον κόσμο! Κάτι που δεν κάνει καμία πολιτική ή οικονομική θεωρία, καμία ιδεολογία.
Το 1979, όταν η Ελλάδα προσχώρησε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η γαλλική εφημερίδα “Le monde” έγραψε: «καλωσορίζουμε στην ενωμένη Ευρώπη τη χώρα της Φιλοκαλίας, τη χώρα του Βασιλείου, του Γρηγορίου και του Χρυσοστόμου».
Να, λοιπόν, τι μπορεί να προσφέρει η Ελλάδα στον κόσμο: Να στηρίξει τον σημερινό, κουρασμένο άνθρωπο με το ήθος και το φρόνημα των Πατέρων της, με τη σκέψη και τον πολιτισμό των κλασικών δημιουργών της. Αυτό περιμένει και ο κόσμος από εμάς τους Έλληνες! Να του γνωρίσουμε τον φιλόκαλο άνθρωπο, τον φίλο του αγαθού, τον Άγιο, τον Άνθρωπο που, όπως έλεγε ο Χρυσόστομος, «είναι ευτυχισμένος και πλούσιος, όχι γιατί έχει πολλά υλικά αγαθά, αλλά επειδή νιώθει ότι δεν του λείπει τίποτε». Τι μας χρειάζεται για να φθάσουμε εκεί; Μας το είπε το πνευματικό παιδί των Τριών Ιεραρχών, 1400 χρόνια μετά από αυτούς, ο διδάσκαλος του Γένους μας, Κοσμάς ο Αιτωλός: «Ψυχή και Χριστός σας χρειάζονται. Αυτά τα δύο, όλος ο κόσμος να πέσει, δεν ημπορεί να σας τα πάρει κανείς, εκτός και αν τα δώσετε με το θέλημα σας». Και με τη λέξη «ψυχή» δε μπορούμε να εννοήσουμε κάτι άλλο εμείς οι Έλληνες, παρά τη γλώσσα μας, την παράδοση μας, τα ήθη και έθιμά μας, την Ελληνική και Χριστιανική Παιδεία μας.
Όταν βλέπει κανείς, σήμερα, μαθητές, εκπαιδευτικούς και πολιτεία να σκιαμαχούν για ευκολότερες εξετάσεις, για να γίνει υψηλότερη η βαθμολογία με λιγότερη προσπάθεια, όταν θριαμβεύει η λογική του επιφανειακά μορφωμένου και όχι του εκπαιδευμένου ανθρώπου, τότε νιώθει πολύ περισσότερο την ανάγκη για ένα πιο ουσιαστικό σχολείο, πέρα από φαντασμαγορικά σλόγκαν και πτυχία – χαρτιά, ένα σχολείο για ανθρώπους με κρίση και φαντασία, σχολείο ελευθερίας, αλλά και ευθύνης και κόπου, ένα σχολείο που αγαπά τον διάλογο, την ποίηση και την ουσία, σχολείο που προσφέρει προβληματισμούς, αλλά και πρότυπα αγιότητος, σχολείο, που θα δημιουργήσει έναν άνθρωπο, «όχι μόνο λογικό όν με χέρια και πόδια, αλλά άνθρωπο με ευσέβεια, αρετή και παρρησία», όπως μας λέγει ο Χρυσόστομος. Ένα τέτοιο σχολείο οραματίστηκαν οι τρεις Πατέρες που εορτάζουμε σήμερα.
Κι εμείς -ως πνευματικά τους παιδιά – καλούμαστε να κάνουμε πράξη κάποια από τα οράματά τους!
Ευχηθείτε, λοιπόν, Σεβασμιώτατε να απλώσουμε το χέρι μας στους Τρεις Αγίους μας, για να μάς τραβήξουν έξω από το τέλμα της σημερινής, ανταγωνιστικής, καταναλωτικής και υλιστικής εποχής, και η λάμψη τους να διώξει τα σκοτάδια από την ψυχή και τη ζωή μας και, με την ευχή τους και τη χάρη τους, να ανεβάσουμε την Εκκλησία μας, την Εκπαίδευσή μας και την κοινωνία μας εκεί που αξίζουν, εκεί όπου όλοι οι άνθρωποι καταξιώνονται ως «Εικόνες του αληθινού Θεού»
Αμήν!
Του Κ. Λεωνίδα Τέλιου – Διευθυντού του 8ου Γυμνασίου Λάρισας
εκφωνήθηκε στις 30-1-2019 στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Αχιλλίου Λαρίσης, κατά τον εορτασμό των Τριών Ιεραρχών, παρουσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερωνύμου)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Εραστὲς τοῦ Λόγου ἀλλὰ καὶ ποιητὲς οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες
Τοὺς «τρεῖς μεγίστους φωστῆρες» τῆς τρισηλίου Θεότητος, τὶς «κιθάρες τοῦ Πνεύματος» ποὺ «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν» ἐξέπεμψαν τὸν θεῖο λόγο, τὰ «εὔλαλα στόματα τῆς ἀληθείας» ποὺ μὲ παρρησία διακήρυξαν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ἑορτάζομε σήμερα: τὸν σοφὸ Βασίλειο, τὸν θεολόγο Γρηγόριο καὶ τὸν κλεινό Ἰωάννη, «τῶν Ἱεραρχῶν τὴν Τριάδα». «Οὐκ εἰσὶν λαλιαί, οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν» (Στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ), ἀναφωνεῖ μὲ θαυμασμὸ ὁ ὑμνωδός. Πράγματι, στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀντήχησε ἡ λαλιά τους καὶ «τὴν κτίσιν πᾶσαν» μὲ τὰ νάματα τῆς θεογνωσίας πότισε ὁ λόγος τους.
Δὲν ὑπάρχουν, ἀλήθεια, πολλὲς μορφὲς στὴν ἱστορία ποὺ νὰ ἐμφανίζουν ταυτόχρονα τὴν δύναμη τοῦ πνεύματος, τὴν παρρησία τοῦ λόγου καὶ τὴν προσφορὰ τῆς ὑπάρξεως των ὅλης πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Στὴν προσωπικότητα, μάλιστα, τῶν Τριῶν Ἰεραρχῶν τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς ἐπιμέρους λειτουργίες τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν πνευματική, τὴν μορφωτικὴ καὶ τὴν κοινωνική, συνδυάζονται ἁρμονικά, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κοινός τους ἑορτασμὸς τὴν 30η Ἰανουαρίου.
Εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστο ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς τρεῖς διέθετε ταυτοχρόνως καὶ ἀκτινοβόλο πνεῦμα καὶ μορφωτικὸ πλοῦτο καὶ κοινωνικὴ ἐνέργεια. Παραλλήλως, ὅμως, κατεῖχε κάποιο ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ σὲ μεγαλύτερο βαθμό. Ἔτσι, ὁ Βασίλειος ἦταν ἀσφαλῶς μέγας καὶ σοφώτερος ὅλων, ἀλλὰ δὲν ὑστέρησε καθόλου στὴν πράξη καὶ στὴν κοινωνικὴ προσφορά, ὁ Γρηγόριος χαρακτηρίστηκε θεολόγος ἀλλὰ ἔγραψε ἐξαίρετα καὶ βαθιὰ φιλοσοφικὰ ποιήματα, ἐνῶ διακρίθηκε καὶ γιὰ τὴν εἰρηνευτική του δράση, ὁ δὲ Ἰωάννης, ὁ χρυσοῤῥήμων καὶ φωτισμένος ἑρμηνευτὴς τῶν θείων γραφῶν ἦταν παραλλήλως ὁ πλέον ἐνεργητικός, ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀδικία καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων.
Ἑπομένως, γι’ αὐτοὺς ἡ «πρᾶξις ἔγινε θεωρίας ἐπίβασις» καὶ ἡ δογματική τους διδασκαλία ἐπισφραγίστηκε ἀπὸ τὴν ἀνθρωπιστική τους προσφορά. Γι’ αὐτὸ ἡ ἱερατική τους ἰδιότητα δὲν στάθηκε ἐμπόδιο στὴν ἀναγνώριση τῆς προσωπικότητάς τους ἤδη ἀπὸ τοὺς συγχρόνους των μὴ χριστιανούς. Ὁ σοφιστὴς Λιβάνιος, ὁ ἱκανώτερος ῥήτορας τῆς ἐποχῆς του καὶ διδάσκαλός των, ὅταν ἐρωτήθηκε ποιόν θὰ ἐπιθυμοῦσε ὡς διάδοχό του, ἀπήντησε: «Ἰωάννην, εἰ μὴ Χριστιανοὶ αὐτὸν ἐσύλησαν.», δηλ. τὸν Ἰωάννη, ἐὰν δὲν τὸν εἶχαν «κλέψει» οἱ Χριστιανοί, ἐνῶ παραδέχεται μὲ ἀνωτερότητα, ποὺ μόνον ἕνας μεγάλος διαθέτει, τὸν Μεγάλο Βασίλειο γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς γλώσσης του: «Ἐν κάλλει ἐποστολῶν, ἥττημαι. Βασίλειος δὲ κεκράτηκεν. Φίλος δὲ ὁ ἀνὴρ καὶ διὰ τοῦτο εὐφραίνομαι.» (PG 32, 1081). Ἀλλὰ καὶ στοὺς μεταγενέστερους χρόνους καὶ στὴν ἐποχή μας ἀκόμη, λόγιοι, φιλόσοφοι καὶ πολιτικοί, ἀνεξαρτήτως πεποιθήσεων, ἀναγνωρίζουν τὴν πνευματικὴ ἐμβέλεια τῶν μεγάλων φωστήρων τῆς οἰκουμένης.
Ἀπαιτεῖται πράγματι πολὺς χῶρος καὶ χρόνος, γιὰ νὰ ἀναφερθῆ ἁπλῶς κάποιος στὸ πολύπλευρο ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου, νὰ μελετήση τοὺς λόγους καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Βασιλείου, νὰ ἐμβαθύνη στὴν θεολογικὴ σκέψη καὶ στὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου. Γι’ αυτὸ καὶ ἐμεῖς στὸν παρὸν ἄρθρο θὰ σταθοῦμε σὲ μιὰν ἐνδιαφέρουσα πτυχὴ τῆς προσφορᾶς τους σχετικὰ μὲ τὴν ἀντιμετώπιση μιᾶς μεγάλης διαμάχης ποὺ εἶχε ξεσπάσει στὴν ἐποχή τους.
Εἰδικὰ στὴν ἐποχὴ τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Γρηγορίου εἶχαν διαμορφωθῆ δύο ἀκραῖες τάσεις, ἀπὸ τὴν μία ἐκείνων ποὺ πίστευαν ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει καθόλου νὰ μελετοῦν τὰ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα, διότι ἀλλοτριώνεται ἡ πίστη τους, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐκείνων ποὺ πρέσβευαν ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα κινδυνεύει νὰ ἀλλοιωθῆ ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν «Ἑβραιοχριστιανῶν», ὅπως τοὺς ἀποκαλοῦσαν.
Ἔχει πραγματικὰ ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε πῶς ἀντιμετώπισαν οἱ ἑλληνομαθεῖς Πατέρες τὴν ὀξύτατη αὐτὴ διαμάχη καὶ πῶς κατάφεραν τελικὰ μὲ τὴν δύναμη τοῦ λόγου καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος νὰ ἐξουδετερώσουν τὶς ἀκραῖες αὐτὲς τάσεις.
Ὁ εὐρυμαθέστατος Βασίλειος στὴν πραγματεία του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» διδάσκει ὅτι οἱ φιλομαθεῖς νέοι χρειάζεται νὰ μιμοῦνται στὴν ἀπόκτηση τῶν γνώσεων τὸ παράδειγμα τῶν μελισσῶν, οἱ ὁποῖες ἀπὸ κάθε ἄνθος ἀποκομίζουν μόνον ὅ τι εἶναι ὠφέλιμο γιὰ τὴν σύνθεση τοῦ μελιοῦ. Ὅπως λέει χαρακτηριστικά: «καθάπερ τῆς ῥοδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων λόγων, ὅσον χρήσιμον ἀπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν ἀπορρίψωμεν» (PG 31, 569). Παρομοιάζει μάλιστα τὴν θύραθεν σοφία μὲ τὰ φύλλα ποὺ περιβάλλουν καὶ στολίζουν τὸν καρποὺς τοῦ δένδρου χαρίζοντάς του ὄμορφη ὄψη. Ὁ φιλόσοφος Γρηγόριος, ἄριστος καὶ αὐτὸς μελετητὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφίας, χαρκτηρίζει «σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους» τοὺς Χριστιανοὺς ἐκείνους ποὺ ἀπέρριπταν τὴν ἔξωθεν παιδεία «ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλεράν καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν» (=ποὺ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό), θεωρώντας την, ὅπως καὶ ὁ Βασίλειος, συμπληρωματικὴ στὴν «εὐγενεστέραν καὶ ἡμετέραν» (χριστιανική) παιδεία [«Ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον» (PG, 36, 508-9)].
Στὸν Ἰουλιανό, μάλιστα, τὸν Παραβάτη, συμφοιτητή του στὴν Ἀθήνα, ποὺ μὲ διάταγμά του ἀπαγόρευε στοὺς Χριστιανοὺς νὰ διδάσκουν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἀπηύθυνε δύο Στηλιτευτικοὺς λόγους. Στὸ ἐρώτημα «Τίνος τοῦ ἑλληνίζειν εἰσὶν οἱ λόγοι;» δηλ. ποιός ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ καὶ νὰ μελετᾶ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος: «τὸ ἑλληνίζειν ἐστίν πολυσήμαντον». Ἑπομένως τὸ δικαίωμα στὴν ἑλληνικὴ παιδεία, συνεχίζει ὁ Γρηγόριος, τὸ ἔχουν ὅλοι ὅσοι ἔχουν τὴν συνείδηση ὅτι ἀνήκουν στὸ «ἔθνος» (<ἔθος=συνήθεια, παράδοση), ἐμφοροῦνται δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἀξίες ποὺ πηγάζουν τόσο ἀπὸ τὸν ἑλληνισμὸ ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, εἶναι δηλ. δίκαιοι, εἰρηνικοί, ἀγαπητικοὶ καὶ πρὸ πάντων ἀνεκτικοὶ καὶ φιλάδελφοι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ῥήση «οὐκ ἔστιν Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην…, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Γαλ., γ’ 23- δ’ 5) .
Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρυσοῤῥήμων ποὺ προβάλλεται ἀπὸ κάποιους ἀποκλειστικὰ ὡς κατήγορος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἐλεγκτικὸς ἀπέναντι στὰ διδάγματα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων -ὄχι ὅλων-, διότι ἐπηρέαζαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὸν τρόπο ζωῆς τους, ὥστε νὰ ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ὄχι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ἐν τούτοις δὲν ἀπέρριπτε τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν ὁποία θεωροῦσε καὶ ἐκεῖνος, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί του Πατέρες, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐμβάθυνση στὴν χριστιανικὴ παιδεία («Πάντοθεν -καὶ εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ τῶν φιλοσόφων-εὑρίσκεις, εἰ βούλει, τὰ ὑποδείγματα», PG 62, 47). Ἐξ ἄλλου σκοπὸς τῆς ἀγωγῆς κατὰ τὸν Χρυσόστομο εἶναι ἡ διάπλαση «εἰς τέλειον Χριστιανὸν καὶ πραγματικὸν φιλόσοφον» (PG 62, 149).
Πράγματι, οἱ ἑλληνομαθεῖς καὶ φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Ὀρθόδοξοι Πατέρες καὶ πρόμαχοι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ υἱοθέτησαν μὲ τὴν στάση τους τὸ ἀρχαιοελληνικὸ «μηδὲν ἄγαν», καθοδηγοῦν ἐμμέσως καὶ ἐμᾶς νὰ ἀποφεύγουμε τὶς ἀκρότητες, τὸν φανατισμὸ καὶ τὸν διχασμό, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε τέκνα τοῦ ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης, τῆς ὁμόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης. Ἄς ἐργαζώμαστε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ὥστε νὰ γινώμαστε τέλειοι Χριστιανοὶ καὶ ἀληθινοὶ φιλό-σοφοι, ἐραστὲς δηλ. ὄχι μόνον τοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ τοῦ Λόγου, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι.
Ἐξ ἄλλου οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν κήρυξαν μόνον μὲ τὸν λόγο τους τὴν ἑνότητα, τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ ὑπηρέτησαν καὶ στὴν πράξη τὸ τριπλὸ ἔργο τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς οἱ καλύτεροι ἐκφραστές της: Ὑπῆρξαν πνευματικοί, μορφωτικοί καὶ κοινωνικοί διάκονοι, «βάσεις, θεολόγοι, χρυσολόγοι», ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζεται μέσα ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς ἡ τριπλή τους προσφορά.
Δὲν ἔχουμε, λοιπόν, παρὰ νὰ παρακαλέσουμε «οἱ φιλόσοφοι τοὺς σοφούς, οἱ ἱερεῖς τοὺς ποιμένας, οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς προστάτας» ὥστε νὰ μᾶς βοηθήσουν στὶς σημερινὲς δύσκολες συγκυρίες νὰ διατηρήσουμε ἀλώβητη τὴν πίστη μας καὶ ἐλεύθερο τὸ φρόνημά μας ὡς ἀληθινοὶ Χριστιανοί καὶ γνήσιοι Ἕλληνες. Εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο ποὺ ἔχουμε νὰ προσφέρουμε στὴν μνήμη τους. Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
Τοὺς «τρεῖς μεγίστους φωστῆρες» τῆς τρισηλίου Θεότητος, τὶς «κιθάρες τοῦ Πνεύματος» ποὺ «εἰς πᾶσαν τὴν γῆν» ἐξέπεμψαν τὸν θεῖο λόγο, τὰ «εὔλαλα στόματα τῆς ἀληθείας» ποὺ μὲ παρρησία διακήρυξαν τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ ἑορτάζομε σήμερα: τὸν σοφὸ Βασίλειο, τὸν θεολόγο Γρηγόριο καὶ τὸν κλεινό Ἰωάννη, «τῶν Ἱεραρχῶν τὴν Τριάδα». «Οὐκ εἰσὶν λαλιαί, οὐδὲ λόγοι, ὧν οὐχὶ ἀκούονται αἱ φωναὶ αὐτῶν» (Στιχηρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ), ἀναφωνεῖ μὲ θαυμασμὸ ὁ ὑμνωδός. Πράγματι, στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀντήχησε ἡ λαλιά τους καὶ «τὴν κτίσιν πᾶσαν» μὲ τὰ νάματα τῆς θεογνωσίας πότισε ὁ λόγος τους.
Δὲν ὑπάρχουν, ἀλήθεια, πολλὲς μορφὲς στὴν ἱστορία ποὺ νὰ ἐμφανίζουν ταυτόχρονα τὴν δύναμη τοῦ πνεύματος, τὴν παρρησία τοῦ λόγου καὶ τὴν προσφορὰ τῆς ὑπάρξεως των ὅλης πρὸς τὸν συνάνθρωπο. Στὴν προσωπικότητα, μάλιστα, τῶν Τριῶν Ἰεραρχῶν τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα, ποὺ ἀντιστοιχοῦν στὶς ἐπιμέρους λειτουργίες τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν πνευματική, τὴν μορφωτικὴ καὶ τὴν κοινωνική, συνδυάζονται ἁρμονικά, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ κοινός τους ἑορτασμὸς τὴν 30η Ἰανουαρίου.
Εἶναι πράγματι ἀξιοθαύμαστο ὅτι ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς τρεῖς διέθετε ταυτοχρόνως καὶ ἀκτινοβόλο πνεῦμα καὶ μορφωτικὸ πλοῦτο καὶ κοινωνικὴ ἐνέργεια. Παραλλήλως, ὅμως, κατεῖχε κάποιο ἀπὸ αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ σὲ μεγαλύτερο βαθμό. Ἔτσι, ὁ Βασίλειος ἦταν ἀσφαλῶς μέγας καὶ σοφώτερος ὅλων, ἀλλὰ δὲν ὑστέρησε καθόλου στὴν πράξη καὶ στὴν κοινωνικὴ προσφορά, ὁ Γρηγόριος χαρακτηρίστηκε θεολόγος ἀλλὰ ἔγραψε ἐξαίρετα καὶ βαθιὰ φιλοσοφικὰ ποιήματα, ἐνῶ διακρίθηκε καὶ γιὰ τὴν εἰρηνευτική του δράση, ὁ δὲ Ἰωάννης, ὁ χρυσοῤῥήμων καὶ φωτισμένος ἑρμηνευτὴς τῶν θείων γραφῶν ἦταν παραλλήλως ὁ πλέον ἐνεργητικός, ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀδικία καὶ ὑπερασπιστὴς τῶν πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων.
Ἑπομένως, γι’ αὐτοὺς ἡ «πρᾶξις ἔγινε θεωρίας ἐπίβασις» καὶ ἡ δογματική τους διδασκαλία ἐπισφραγίστηκε ἀπὸ τὴν ἀνθρωπιστική τους προσφορά. Γι’ αὐτὸ ἡ ἱερατική τους ἰδιότητα δὲν στάθηκε ἐμπόδιο στὴν ἀναγνώριση τῆς προσωπικότητάς τους ἤδη ἀπὸ τοὺς συγχρόνους των μὴ χριστιανούς. Ὁ σοφιστὴς Λιβάνιος, ὁ ἱκανώτερος ῥήτορας τῆς ἐποχῆς του καὶ διδάσκαλός των, ὅταν ἐρωτήθηκε ποιόν θὰ ἐπιθυμοῦσε ὡς διάδοχό του, ἀπήντησε: «Ἰωάννην, εἰ μὴ Χριστιανοὶ αὐτὸν ἐσύλησαν.», δηλ. τὸν Ἰωάννη, ἐὰν δὲν τὸν εἶχαν «κλέψει» οἱ Χριστιανοί, ἐνῶ παραδέχεται μὲ ἀνωτερότητα, ποὺ μόνον ἕνας μεγάλος διαθέτει, τὸν Μεγάλο Βασίλειο γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῆς γλώσσης του: «Ἐν κάλλει ἐποστολῶν, ἥττημαι. Βασίλειος δὲ κεκράτηκεν. Φίλος δὲ ὁ ἀνὴρ καὶ διὰ τοῦτο εὐφραίνομαι.» (PG 32, 1081). Ἀλλὰ καὶ στοὺς μεταγενέστερους χρόνους καὶ στὴν ἐποχή μας ἀκόμη, λόγιοι, φιλόσοφοι καὶ πολιτικοί, ἀνεξαρτήτως πεποιθήσεων, ἀναγνωρίζουν τὴν πνευματικὴ ἐμβέλεια τῶν μεγάλων φωστήρων τῆς οἰκουμένης.
Ἀπαιτεῖται πράγματι πολὺς χῶρος καὶ χρόνος, γιὰ νὰ ἀναφερθῆ ἁπλῶς κάποιος στὸ πολύπλευρο ἔργο τοῦ Χρυσοστόμου, νὰ μελετήση τοὺς λόγους καὶ τὶς ἐπιστολὲς τοῦ Βασιλείου, νὰ ἐμβαθύνη στὴν θεολογικὴ σκέψη καὶ στὸ ποιητικὸ ἔργο τοῦ Γρηγορίου. Γι’ αυτὸ καὶ ἐμεῖς στὸν παρὸν ἄρθρο θὰ σταθοῦμε σὲ μιὰν ἐνδιαφέρουσα πτυχὴ τῆς προσφορᾶς τους σχετικὰ μὲ τὴν ἀντιμετώπιση μιᾶς μεγάλης διαμάχης ποὺ εἶχε ξεσπάσει στὴν ἐποχή τους.
Εἰδικὰ στὴν ἐποχὴ τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Γρηγορίου εἶχαν διαμορφωθῆ δύο ἀκραῖες τάσεις, ἀπὸ τὴν μία ἐκείνων ποὺ πίστευαν ὅτι οἱ Χριστιανοὶ δὲν πρέπει καθόλου νὰ μελετοῦν τὰ ἀρχαιοελληνικὰ κείμενα, διότι ἀλλοτριώνεται ἡ πίστη τους, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἐκείνων ποὺ πρέσβευαν ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα κινδυνεύει νὰ ἀλλοιωθῆ ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν «Ἑβραιοχριστιανῶν», ὅπως τοὺς ἀποκαλοῦσαν.
Ἔχει πραγματικὰ ἐνδιαφέρον νὰ δοῦμε πῶς ἀντιμετώπισαν οἱ ἑλληνομαθεῖς Πατέρες τὴν ὀξύτατη αὐτὴ διαμάχη καὶ πῶς κατάφεραν τελικὰ μὲ τὴν δύναμη τοῦ λόγου καὶ τὴν χάρη τοῦ Πνεύματος νὰ ἐξουδετερώσουν τὶς ἀκραῖες αὐτὲς τάσεις.
Ὁ εὐρυμαθέστατος Βασίλειος στὴν πραγματεία του «Πρὸς τοὺς νέους, ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων» διδάσκει ὅτι οἱ φιλομαθεῖς νέοι χρειάζεται νὰ μιμοῦνται στὴν ἀπόκτηση τῶν γνώσεων τὸ παράδειγμα τῶν μελισσῶν, οἱ ὁποῖες ἀπὸ κάθε ἄνθος ἀποκομίζουν μόνον ὅ τι εἶναι ὠφέλιμο γιὰ τὴν σύνθεση τοῦ μελιοῦ. Ὅπως λέει χαρακτηριστικά: «καθάπερ τῆς ῥοδωνιᾶς τοῦ ἄνθους δρεψάμενοι τὰς ἀκάνθας ἐκκλίνομεν, οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν τοιούτων λόγων, ὅσον χρήσιμον ἀπωσάμενοι, τὸ βλαβερὸν ἀπορρίψωμεν» (PG 31, 569). Παρομοιάζει μάλιστα τὴν θύραθεν σοφία μὲ τὰ φύλλα ποὺ περιβάλλουν καὶ στολίζουν τὸν καρποὺς τοῦ δένδρου χαρίζοντάς του ὄμορφη ὄψη. Ὁ φιλόσοφος Γρηγόριος, ἄριστος καὶ αὐτὸς μελετητὴς τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς σοφίας, χαρκτηρίζει «σκαιοὺς καὶ ἀπαιδεύτους» τοὺς Χριστιανοὺς ἐκείνους ποὺ ἀπέρριπταν τὴν ἔξωθεν παιδεία «ὡς ἐπίβουλον καὶ σφαλεράν καὶ Θεοῦ πόρρω βάλλουσαν» (=ποὺ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν Θεό), θεωρώντας την, ὅπως καὶ ὁ Βασίλειος, συμπληρωματικὴ στὴν «εὐγενεστέραν καὶ ἡμετέραν» (χριστιανική) παιδεία [«Ἐπιτάφιος εἰς τὸν Μέγαν Βασίλειον» (PG, 36, 508-9)].
Στὸν Ἰουλιανό, μάλιστα, τὸν Παραβάτη, συμφοιτητή του στὴν Ἀθήνα, ποὺ μὲ διάταγμά του ἀπαγόρευε στοὺς Χριστιανοὺς νὰ διδάσκουν τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ἀπηύθυνε δύο Στηλιτευτικοὺς λόγους. Στὸ ἐρώτημα «Τίνος τοῦ ἑλληνίζειν εἰσὶν οἱ λόγοι;» δηλ. ποιός ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκῃ καὶ νὰ μελετᾶ τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, τὴν ἀπάντηση τὴν δίνει ὁ ἴδιος ὁ Γρηγόριος: «τὸ ἑλληνίζειν ἐστίν πολυσήμαντον». Ἑπομένως τὸ δικαίωμα στὴν ἑλληνικὴ παιδεία, συνεχίζει ὁ Γρηγόριος, τὸ ἔχουν ὅλοι ὅσοι ἔχουν τὴν συνείδηση ὅτι ἀνήκουν στὸ «ἔθνος» (<ἔθος=συνήθεια, παράδοση), ἐμφοροῦνται δηλαδὴ ἀπὸ τὶς ἀξίες ποὺ πηγάζουν τόσο ἀπὸ τὸν ἑλληνισμὸ ὅσο καὶ ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, εἶναι δηλ. δίκαιοι, εἰρηνικοί, ἀγαπητικοὶ καὶ πρὸ πάντων ἀνεκτικοὶ καὶ φιλάδελφοι, κατὰ τὴν εὐαγγελικὴ ῥήση «οὐκ ἔστιν Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην…, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Γαλ., γ’ 23- δ’ 5) .
Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρυσοῤῥήμων ποὺ προβάλλεται ἀπὸ κάποιους ἀποκλειστικὰ ὡς κατήγορος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὑπῆρξε ἀσφαλῶς ἐλεγκτικὸς ἀπέναντι στὰ διδάγματα τῶν Ἑλλήνων φιλοσόφων -ὄχι ὅλων-, διότι ἐπηρέαζαν πολλοὺς Χριστιανοὺς στὸν τρόπο ζωῆς τους, ὥστε νὰ ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν ἀπόκτηση ὑλικῶν ἀγαθῶν καὶ ὄχι γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς τους. Ἐν τούτοις δὲν ἀπέρριπτε τὴν ἑλληνικὴ παιδεία, τὴν ὁποία θεωροῦσε καὶ ἐκεῖνος, ὅπως καὶ οἱ προκάτοχοί του Πατέρες, ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἐμβάθυνση στὴν χριστιανικὴ παιδεία («Πάντοθεν -καὶ εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ εἰς τὰ τῶν φιλοσόφων-εὑρίσκεις, εἰ βούλει, τὰ ὑποδείγματα», PG 62, 47). Ἐξ ἄλλου σκοπὸς τῆς ἀγωγῆς κατὰ τὸν Χρυσόστομο εἶναι ἡ διάπλαση «εἰς τέλειον Χριστιανὸν καὶ πραγματικὸν φιλόσοφον» (PG 62, 149).
Πράγματι, οἱ ἑλληνομαθεῖς καὶ φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Ὀρθόδοξοι Πατέρες καὶ πρόμαχοι τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ υἱοθέτησαν μὲ τὴν στάση τους τὸ ἀρχαιοελληνικὸ «μηδὲν ἄγαν», καθοδηγοῦν ἐμμέσως καὶ ἐμᾶς νὰ ἀποφεύγουμε τὶς ἀκρότητες, τὸν φανατισμὸ καὶ τὸν διχασμό, ἐφ’ ὅσον εἴμαστε τέκνα τοῦ ἑνὸς Τριαδικοῦ Θεοῦ τῆς εἰρήνης, τῆς ὁμόνοιας καὶ τῆς ἀγάπης. Ἄς ἐργαζώμαστε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς ὥστε νὰ γινώμαστε τέλειοι Χριστιανοὶ καὶ ἀληθινοὶ φιλό-σοφοι, ἐραστὲς δηλ. ὄχι μόνον τοῦ λόγου ἀλλὰ καὶ τοῦ Λόγου, ὅπως καὶ ἐκεῖνοι.
Ἐξ ἄλλου οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες δὲν κήρυξαν μόνον μὲ τὸν λόγο τους τὴν ἑνότητα, τὴν δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη ἀλλὰ ὑπηρέτησαν καὶ στὴν πράξη τὸ τριπλὸ ἔργο τῆς Καθολικῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς οἱ καλύτεροι ἐκφραστές της: Ὑπῆρξαν πνευματικοί, μορφωτικοί καὶ κοινωνικοί διάκονοι, «βάσεις, θεολόγοι, χρυσολόγοι», ὅπως χαρακτηριστικὰ τονίζεται μέσα ἀπὸ τὴν ὑμνολογία τῆς ἑορτῆς ἡ τριπλή τους προσφορά.
Δὲν ἔχουμε, λοιπόν, παρὰ νὰ παρακαλέσουμε «οἱ φιλόσοφοι τοὺς σοφούς, οἱ ἱερεῖς τοὺς ποιμένας, οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς προστάτας» ὥστε νὰ μᾶς βοηθήσουν στὶς σημερινὲς δύσκολες συγκυρίες νὰ διατηρήσουμε ἀλώβητη τὴν πίστη μας καὶ ἐλεύθερο τὸ φρόνημά μας ὡς ἀληθινοὶ Χριστιανοί καὶ γνήσιοι Ἕλληνες. Εἶναι τὸ καλύτερο δῶρο ποὺ ἔχουμε νὰ προσφέρουμε στὴν μνήμη τους. Γένοιτο!
Σοφία Μπεκρῆ, φιλόλογος-θεολόγος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Οι φωτεινοί οδοδείκτες της αληθινής ζωής (Ματθ. ε’, 14-19)
“Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου, κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.” Με ένα απλό και λιτό δίστιχο, ο ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Δροσίνης μας υποδεικνύει την λησμονημένη ανθρωπιά. Χρησιμοποιώντας “το φως” και “το λυχνάρι” περνάει το μήνυμα της αλληλεγγύης και συγχρόνως της προσφοράς προς τον συνάνθρωπό μας. Προσκαλεί τον καθένα να γίνει έμμεσα ένα λυχνάρι το οποίο θα φέγγει στο σκοτάδι του διπλανού του. Καλεί τον οποιοδήποτε να ανάψει την δική του δάδα προκειμένου να φωτίσει τη ζωή του αναγκεμένου αδελφού του. Είναι δε αξιοπρόσεκτο πως σύμφωνα με τον ποιητή δεν παίζει ρόλο η ανθρώπινη δύναμη ή η κοσμική μεγαλειότητα, απεναντίας η ταπεινή αλληλοβοήθεια.
Εύκολα όμως μπορούμε να αναρωτηθούμε τι σχέση έχουν οι δυο αυτοί στίχοι του Γ. Δροσίνη με την σημερινή Κυριακή. Το κυριακάτικο ιερό ευαγγελικό ανάγνωσμα παρμένο από τον ιερό ευαγγελιστή Ματθαίο μας μεταφέρει δύο βαρυσήμαντους λόγους του Θεανθρώπου Κυρίου, σχετιζόμενους άμεσα με το προαναφερόμενο δίστιχο. Αποτελούν προέκταση των μακαρισμών του Σωτήρος Χριστού, τους οποίους απηύθυνε προς τους μαθητές Του και το παρευρισκόμενο πλήθος. Ο Διδάσκαλος έρχεται και χαρακτηρίζει τους δώδεκα μαθητές Του και κατ’ επέκταση όλους τους χριστιανούς ως “φως του κόσμου”. Πράγματι λαμβάνοντας το θείο φως, διδασκόμενοι τις θείες αλήθειες και εγκολπώνοντας τα σωτήρια νάματα, είναι πλέον και αυτοί φώτα. Σημειώνει ο βυζαντινός ερμηνευτής Ευθύμιος Ζιγαβηνός: “Οι μαθητές του Χριστού είναι το φως των ανθρώπων διότι ως συνεχιστές του έργου Του στον κόσμο, φωτίζουν τα μάτια των ψυχών των ανθρώπων με το φως της χριστιανικής διδασκαλίας και γνώσεως. Οδηγούν αυτούς στον δρόμο της ευσέβειας.” Έτσι συμπεραίνεται ότι ο Χριστός είναι το “Φως του κόσμου” και οι μαθητές Του ξεπροβάλλουν ως φώτα προερχόμενα εκ του θείου φωτός.
Ο Κύριος επίσης παρομοιάζει αυτούς ως “πόλη που είναι κτισμένη σε όρος και είναι αδύνατο να κρυφτεί”. Αντίστοιχα και οι μαθητές Του δεν μπορούν να κρύψουν την ευαγγελική αλήθεια, εφόσον την διδάχτηκαν, έχουν χρέος να την μεταλαμπαδεύσουν στα πέρατα της οικουμένης. Έχουν την υποχρέωση να λάμψουν ως “πνευματικά φώτα” μέσα σ’ έναν ειδωλολατρικό κόσμο. Έχουν κληθεί από τον Διδάσκαλο να αστράψουν με τις πνευματικές τους ακτίνες φωτίζοντας τους ευρισκομένους στην πλάνη και στον ζόφο της αμαρτίας. Και το πετυχαίνουν, όταν καταφέρνουν την διάδοση του αναστάσιμου ευαγγελικού μηνύματος σε διάφορα έθνη. Κατορθώνουν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, θεμελιώνοντας την Εκκλησία του Χριστού σε πολλά μέρη του κόσμου.
Ένας άλλος συγκλονιστικός χαρακτηρισμός των αποστόλων από μέρους του Κυρίου μας είναι ότι με τη ζωή τους οφείλουν να γίνουν “λυχνάρια”. “Να είναι σαν το λυχνάρι που οι άνθρωποι το ανάβουν όχι για να το βάλουν κάτω απ’ τον κάδο με τον οποίο μετρούν το σιτάρι. Το τοποθετούν όμως πάνω στον λυχνοστάτη, ώστε να φωτίζει με τη λάμψη του όλο το σπίτι.” (Ματθ. ε’,15) Και οι απόστολοι έχουν το χρέος ως άλλα “λυχνάρια” να φωτίζουν με το φως του Χριστού τις οικίες των πεπλανημένων ανθρώπων. Ο λόγος της πνευματικής τους ύπαρξης είναι ο φωτισμός των εμπερίστατων αδελφών. Ο προορισμός τους λοιπόν συνοψίζεται στην εκπομπή του θείου φωτός μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.
Βεβαίως οι απόστολοι καλούνται από τον Κύριο να παραδειγματίσουν όχι μόνο με τη διδαχή, αλλά και με την βιωματική πράξη. Δεν πρέπει να αρκούνται στα λόγια, αλλά να προχωρούν και στην εφαρμογή τους. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα γράψει: “η ακρίβεια του βίου δύναται να συνετίσει πλήθη λαού”. Γι’ αυτό και οι απόστολοι καλλιεργώντας τις θεόσδοτες αρετές τους, καθοδηγούν πολλούς στη λύτρωση. Η μαρτυρία τους αποκτά οικουμενικότητα. Κι εδώ αξίζει να προστεθεί ότι το κεφάλαιο της “εν Χριστώ” σωτηρίας δεν είναι ατομική υπόθεση. Απεναντίας έχει ως αποδέκτες όλους τους ανθρώπους μηδενός εξαιρουμένου. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το “φως των Εθνών” είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρ όλου του κόσμου.
Σήμερα την 30η Ιανουαρίου δεν διαβάζεται στους ναούς τυχαία αυτό το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Η αγία μας ορθόδοξη Εκκλησία ζωντανεύει ξανά μπροστά μας τη μνήμη των αγίων Τριών Ιεραρχών, των προστατών της ελληνικής παιδείας. Ο ιερός υμνογράφος στο απολυτίκιό τους θα τους χαρακτηρίσει ως “φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος”. Και σε άλλο σημείο θα γράψει: “Σήμερα τιμούμε τους υπέρλαμπρους φωστήρες της Εκκλησίας του Χριστού.” Πράγματι ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος φώτισαν με το επίγειο διάβα τους το σκοτάδι της αγνωσίας και της ειδωλολατρίας στο οποίο είχαν περιέλθει οι συνάνθρωποί τους. Έλαμψαν και οι τρεις ως άλλος “ήλιος” με την πνευματική ζωή τους και τον αγιοπνευματικό λόγο τους. Περπάτησαν την στενή και τεθλιμμένη οδό της ζωής ως “τέκνα φωτός”. Αναδείχθηκαν “φωστῆρες ἐν κοσμῶ, λόγον ζώῃς ἐπέχοντες”(Φιλ. β’, 15-16).
Αλήθεια τι να πρωτοαναφέρει κάποιος για τους τρεις μέγιστους φωστήρες; Τα πάμπολλα φιλανθρωπικά και εν γένει κοινωνικά πονήματά τους, απόδειξη της σαρκωμένης αγάπης τους για τον πλησίον; Τα αναρίθμητα συγγράμματά τους και τους αξεπέραστους σε πνευματική ομορφιά λόγους τους, στους οποίους αποθησαυρίζονται οι δογματικές αλήθειες της πίστης μας; Την αγία βιωτή τους, που παρά τις κακουχίες και τους αγώνες τους, στέφθηκε με το φωτεινό στεφάνι της θείας δόξης; Είναι αλήθεια πως μέσα απ’ όλη την διαδρομή τους ξεπέρασαν τα εμπόδια του κόσμου και μετέδωσαν το φως του Ευαγγελίου στις διψασμένες αθάνατες ψυχές. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι την πλούσια θύραθεν γνώση που απέκτησαν με κόπους, την εναρμόνισαν με την θεογνωσία. Ως “ετερόφωτα” εξέπεμψαν στην εποχή τους το “Φως του κόσμου”. Δικαίως ένας ύμνος θα διασαλπίσει: “τά του φωτὸς δοχεῖα ἀνευφημήσωμεν ἅπαντες”.
Όμως έχουμε προβληματισθεί τι θέση έχουν στη ζωή μας οι άγιοι Τρεις Ιεράρχες; Πως εμπνεόμαστε στην καθημερινότητά μας απ’ όλη την αγιοπνευματική μαρτυρία τους; Δυστυχώς σήμερα δεν προβάλλονται όπως πρέπει μέσα στο σχολικό περιβάλλον και ακόμη περισσότερο μέσα στην οικογένεια. Αυτοί που ενήργησαν για το “φως της θεογνωσίας” στην πατρίδα μας παντελώς αγνοούνται και το χειρότερο διαγράφονται από τα σχολικά εγχειρίδια. Οδυνηρό το γεγονός ότι αντί να παρουσιάζονται στην παιδεία μας ως “αληθινά και αιώνια φώτα”, προτιμούνται τα φώτα του δυτικού πολιτισμού, αλλότρια στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Ο Δυτικός αθεϊσμός και μηδενισμός κατακτά στο σημερινό γίγνεσθαι έδαφος και η αγιοπατερική διδαχή και πράξη φαντάζουν αποστεωμένες αλήθειες, οι οποίες ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στο παρελθόν. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα όταν ο νεοέλληνας δίνει προτεραιότητα στον δυτικό προηγμένο κόσμο, λησμονώντας τις ρίζες του και τις πατρογονικές παραδόσεις του. Όσο νωρίτερα κατανοήσουμε αυτή την απομάκρυνσή μας, τόσο θα έχουμε την ευκαιρία της επιστροφής μας στο “Φως της Τρισηλίου Θεότητος”, στην παράδοση των αγίων Τριών Ιεραρχών. Ας αναφωνήσουμε λοιπόν μαζί με τον ποιητή Κώστα Παπαδημητρίου:
“Κι ας ζητήσουμε τώρα κι εμείς
απ’ τα δώματα πάνω τα θεία
να σκορπίσουν στη γη και οι Τρεις
μιαν αχτίδα απ’ την άγια σοφία.”
π. Ιωάννου Αν. Γκιάφη
Θεολόγου- Πολιτικού Επιστήμονος
“Θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου, κι ας είμαι ένα ταπεινό λυχνάρι.” Με ένα απλό και λιτό δίστιχο, ο ποιητής και πεζογράφος Γεώργιος Δροσίνης μας υποδεικνύει την λησμονημένη ανθρωπιά. Χρησιμοποιώντας “το φως” και “το λυχνάρι” περνάει το μήνυμα της αλληλεγγύης και συγχρόνως της προσφοράς προς τον συνάνθρωπό μας. Προσκαλεί τον καθένα να γίνει έμμεσα ένα λυχνάρι το οποίο θα φέγγει στο σκοτάδι του διπλανού του. Καλεί τον οποιοδήποτε να ανάψει την δική του δάδα προκειμένου να φωτίσει τη ζωή του αναγκεμένου αδελφού του. Είναι δε αξιοπρόσεκτο πως σύμφωνα με τον ποιητή δεν παίζει ρόλο η ανθρώπινη δύναμη ή η κοσμική μεγαλειότητα, απεναντίας η ταπεινή αλληλοβοήθεια.
Εύκολα όμως μπορούμε να αναρωτηθούμε τι σχέση έχουν οι δυο αυτοί στίχοι του Γ. Δροσίνη με την σημερινή Κυριακή. Το κυριακάτικο ιερό ευαγγελικό ανάγνωσμα παρμένο από τον ιερό ευαγγελιστή Ματθαίο μας μεταφέρει δύο βαρυσήμαντους λόγους του Θεανθρώπου Κυρίου, σχετιζόμενους άμεσα με το προαναφερόμενο δίστιχο. Αποτελούν προέκταση των μακαρισμών του Σωτήρος Χριστού, τους οποίους απηύθυνε προς τους μαθητές Του και το παρευρισκόμενο πλήθος. Ο Διδάσκαλος έρχεται και χαρακτηρίζει τους δώδεκα μαθητές Του και κατ’ επέκταση όλους τους χριστιανούς ως “φως του κόσμου”. Πράγματι λαμβάνοντας το θείο φως, διδασκόμενοι τις θείες αλήθειες και εγκολπώνοντας τα σωτήρια νάματα, είναι πλέον και αυτοί φώτα. Σημειώνει ο βυζαντινός ερμηνευτής Ευθύμιος Ζιγαβηνός: “Οι μαθητές του Χριστού είναι το φως των ανθρώπων διότι ως συνεχιστές του έργου Του στον κόσμο, φωτίζουν τα μάτια των ψυχών των ανθρώπων με το φως της χριστιανικής διδασκαλίας και γνώσεως. Οδηγούν αυτούς στον δρόμο της ευσέβειας.” Έτσι συμπεραίνεται ότι ο Χριστός είναι το “Φως του κόσμου” και οι μαθητές Του ξεπροβάλλουν ως φώτα προερχόμενα εκ του θείου φωτός.
Ο Κύριος επίσης παρομοιάζει αυτούς ως “πόλη που είναι κτισμένη σε όρος και είναι αδύνατο να κρυφτεί”. Αντίστοιχα και οι μαθητές Του δεν μπορούν να κρύψουν την ευαγγελική αλήθεια, εφόσον την διδάχτηκαν, έχουν χρέος να την μεταλαμπαδεύσουν στα πέρατα της οικουμένης. Έχουν την υποχρέωση να λάμψουν ως “πνευματικά φώτα” μέσα σ’ έναν ειδωλολατρικό κόσμο. Έχουν κληθεί από τον Διδάσκαλο να αστράψουν με τις πνευματικές τους ακτίνες φωτίζοντας τους ευρισκομένους στην πλάνη και στον ζόφο της αμαρτίας. Και το πετυχαίνουν, όταν καταφέρνουν την διάδοση του αναστάσιμου ευαγγελικού μηνύματος σε διάφορα έθνη. Κατορθώνουν τον ευαγγελισμό των ανθρώπων, θεμελιώνοντας την Εκκλησία του Χριστού σε πολλά μέρη του κόσμου.
Ένας άλλος συγκλονιστικός χαρακτηρισμός των αποστόλων από μέρους του Κυρίου μας είναι ότι με τη ζωή τους οφείλουν να γίνουν “λυχνάρια”. “Να είναι σαν το λυχνάρι που οι άνθρωποι το ανάβουν όχι για να το βάλουν κάτω απ’ τον κάδο με τον οποίο μετρούν το σιτάρι. Το τοποθετούν όμως πάνω στον λυχνοστάτη, ώστε να φωτίζει με τη λάμψη του όλο το σπίτι.” (Ματθ. ε’,15) Και οι απόστολοι έχουν το χρέος ως άλλα “λυχνάρια” να φωτίζουν με το φως του Χριστού τις οικίες των πεπλανημένων ανθρώπων. Ο λόγος της πνευματικής τους ύπαρξης είναι ο φωτισμός των εμπερίστατων αδελφών. Ο προορισμός τους λοιπόν συνοψίζεται στην εκπομπή του θείου φωτός μέσα στις ψυχές των ανθρώπων.
Βεβαίως οι απόστολοι καλούνται από τον Κύριο να παραδειγματίσουν όχι μόνο με τη διδαχή, αλλά και με την βιωματική πράξη. Δεν πρέπει να αρκούνται στα λόγια, αλλά να προχωρούν και στην εφαρμογή τους. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος θα γράψει: “η ακρίβεια του βίου δύναται να συνετίσει πλήθη λαού”. Γι’ αυτό και οι απόστολοι καλλιεργώντας τις θεόσδοτες αρετές τους, καθοδηγούν πολλούς στη λύτρωση. Η μαρτυρία τους αποκτά οικουμενικότητα. Κι εδώ αξίζει να προστεθεί ότι το κεφάλαιο της “εν Χριστώ” σωτηρίας δεν είναι ατομική υπόθεση. Απεναντίας έχει ως αποδέκτες όλους τους ανθρώπους μηδενός εξαιρουμένου. Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι το “φως των Εθνών” είναι ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρ όλου του κόσμου.
Σήμερα την 30η Ιανουαρίου δεν διαβάζεται στους ναούς τυχαία αυτό το ευαγγελικό ανάγνωσμα. Η αγία μας ορθόδοξη Εκκλησία ζωντανεύει ξανά μπροστά μας τη μνήμη των αγίων Τριών Ιεραρχών, των προστατών της ελληνικής παιδείας. Ο ιερός υμνογράφος στο απολυτίκιό τους θα τους χαρακτηρίσει ως “φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος”. Και σε άλλο σημείο θα γράψει: “Σήμερα τιμούμε τους υπέρλαμπρους φωστήρες της Εκκλησίας του Χριστού.” Πράγματι ο Μέγας Βασίλειος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος φώτισαν με το επίγειο διάβα τους το σκοτάδι της αγνωσίας και της ειδωλολατρίας στο οποίο είχαν περιέλθει οι συνάνθρωποί τους. Έλαμψαν και οι τρεις ως άλλος “ήλιος” με την πνευματική ζωή τους και τον αγιοπνευματικό λόγο τους. Περπάτησαν την στενή και τεθλιμμένη οδό της ζωής ως “τέκνα φωτός”. Αναδείχθηκαν “φωστῆρες ἐν κοσμῶ, λόγον ζώῃς ἐπέχοντες”(Φιλ. β’, 15-16).
Αλήθεια τι να πρωτοαναφέρει κάποιος για τους τρεις μέγιστους φωστήρες; Τα πάμπολλα φιλανθρωπικά και εν γένει κοινωνικά πονήματά τους, απόδειξη της σαρκωμένης αγάπης τους για τον πλησίον; Τα αναρίθμητα συγγράμματά τους και τους αξεπέραστους σε πνευματική ομορφιά λόγους τους, στους οποίους αποθησαυρίζονται οι δογματικές αλήθειες της πίστης μας; Την αγία βιωτή τους, που παρά τις κακουχίες και τους αγώνες τους, στέφθηκε με το φωτεινό στεφάνι της θείας δόξης; Είναι αλήθεια πως μέσα απ’ όλη την διαδρομή τους ξεπέρασαν τα εμπόδια του κόσμου και μετέδωσαν το φως του Ευαγγελίου στις διψασμένες αθάνατες ψυχές. Το αξιοθαύμαστο είναι ότι την πλούσια θύραθεν γνώση που απέκτησαν με κόπους, την εναρμόνισαν με την θεογνωσία. Ως “ετερόφωτα” εξέπεμψαν στην εποχή τους το “Φως του κόσμου”. Δικαίως ένας ύμνος θα διασαλπίσει: “τά του φωτὸς δοχεῖα ἀνευφημήσωμεν ἅπαντες”.
Όμως έχουμε προβληματισθεί τι θέση έχουν στη ζωή μας οι άγιοι Τρεις Ιεράρχες; Πως εμπνεόμαστε στην καθημερινότητά μας απ’ όλη την αγιοπνευματική μαρτυρία τους; Δυστυχώς σήμερα δεν προβάλλονται όπως πρέπει μέσα στο σχολικό περιβάλλον και ακόμη περισσότερο μέσα στην οικογένεια. Αυτοί που ενήργησαν για το “φως της θεογνωσίας” στην πατρίδα μας παντελώς αγνοούνται και το χειρότερο διαγράφονται από τα σχολικά εγχειρίδια. Οδυνηρό το γεγονός ότι αντί να παρουσιάζονται στην παιδεία μας ως “αληθινά και αιώνια φώτα”, προτιμούνται τα φώτα του δυτικού πολιτισμού, αλλότρια στην ελληνορθόδοξη παράδοσή μας. Ο Δυτικός αθεϊσμός και μηδενισμός κατακτά στο σημερινό γίγνεσθαι έδαφος και η αγιοπατερική διδαχή και πράξη φαντάζουν αποστεωμένες αλήθειες, οι οποίες ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στο παρελθόν. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα όταν ο νεοέλληνας δίνει προτεραιότητα στον δυτικό προηγμένο κόσμο, λησμονώντας τις ρίζες του και τις πατρογονικές παραδόσεις του. Όσο νωρίτερα κατανοήσουμε αυτή την απομάκρυνσή μας, τόσο θα έχουμε την ευκαιρία της επιστροφής μας στο “Φως της Τρισηλίου Θεότητος”, στην παράδοση των αγίων Τριών Ιεραρχών. Ας αναφωνήσουμε λοιπόν μαζί με τον ποιητή Κώστα Παπαδημητρίου:
“Κι ας ζητήσουμε τώρα κι εμείς
απ’ τα δώματα πάνω τα θεία
να σκορπίσουν στη γη και οι Τρεις
μιαν αχτίδα απ’ την άγια σοφία.”
π. Ιωάννου Αν. Γκιάφη
Θεολόγου- Πολιτικού Επιστήμονος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Οι Άγιοι Τρεις Ιεράρχες και η εποχή μας
Ζοῦμε..σὲ μιὰ ἐποχή, ποὺ μοιάζει μὲ μακρὺ ψυχορράγημα.
Ὁ ἄνθρωπος ὑπερύψωσε..τόσο..τόν Ἄνθρωπο,ποὺ τὸν ἔχασε ἀπὸ τὰ μάτια του. Μελαγχολία, ἀπαισιοδοξία, πάθη κρυφὰ καὶ ἀνομολόγητα, ἄγχος, κορεσμὸς ἀπὸ κάθε τι, φαίνεται νὰ χαρακτηρίζουν τὰ χρόνια μας. Σὰν νὰ ἀλλάζει τὸ πνευματικὸ DNA τοῦ Ἀνθρώπου καὶ αὐτός, ζώντας αὐτάρεσκα, βυθίζεται ὁλοένα καὶ περισσότερο στὴν ἄβυσσο τῆς ἀπώλειας. Ἀκοῦμε καθημερινὰ γιὰ παράξενα ἐγκλήματα, γιὰ περίεργες σχέσεις, ζοῦμε τὸν εὐτελισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀγωνιοῦμε, κλαῖμε, προσευχόμαστε.
Δέν ξέρω, μένει καὶ σὲ σᾶς νὰ τὸ δεῖτε αὐτό, ἂν ὁ Ἄνθρωπος τελικὰ εὐτυχεῖ, ἢ σπαράσσεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ πάθη. Μᾶς ὑποσχέθηκαν παραδείσους ποὺ ὄχι μόνον καὶ οἱ ἴδιοι δὲν γεύτηκαν, ἀλλὰ καὶ ποὺ ὅσοι δοκιμάσαμε μὲ προτροπή τους, μείναμε καὶ μεῖς μὲ μιὰ πίκρα, μιὰ καυτὴ ἁλμύρα, μιὰ στυφὴ γεύση, μιὰ πείνα καὶ μιὰ δίψα.
Ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ γυρίσαμε νηστικοί. Τελείως ὅμως!
Ντυμένος στὸ πανέμορφο μαῦρο χρῶμα καὶ βυθίζοντας τὴν καθημερινότητά μου στὴ νέκρα γιὰ τὰ παρόντα, τὰ ζῶ ὁλοζώντανα, γι’αὐτὸ καὶ στέκω μπροστά σας, εὐτυχισμένο παιδί. Παραδόξως, στὴ Φυσικὴ λέγεται ὅτι τὸ μαῦρο χρῶμα, ἀπορροφάει ὅλο τὸ Φῶς. Πνευματικὰ μιλώντας, Σᾶς λέω ὅτι ἀλλοίμονο στὸν μαυροφορεμένο ποὺ δὲν αἰσθάνεται ἐλεημένο παιδὶ τοῦ Φωτός, ποὺ δὲν χαίρεται σὰν ὀρφανὸ ποὺ βρῆκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων, τὴν πλατυτέρα Μητρότητα ποὺ ἀναζητοῦσε. Δὲ λείπουν βέβαια καὶ οἱ στιγμὲς ποὺ κάθε ἄνθρωπος κατανοεῖ πὼς εἶναι τυφλὸς ποὺ δὲ βρῆκε τὸ φῶς του ἀκόμη, ἀλλὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ κέφι καὶ χαρά, ψάχνει. Τί; Μά, τὸν πολύτιμο μαργαρίτη.
Ἀνήκωστὴ γενιὰ τοῦ 80, γενιὰ ἀπογοητευμένη ἀπὸ ἰδεολογήματα ποὺ δὲν καρποφόρησαν, γιατὶ ἦταν ξένα πρὸς τὴ ζωὴ καὶ ποὺ παθιασμένα τὰ χειροκροτούσαμε. Χωρὶς νὰ μοῦ λείπουν κάποιες σπουδές, τὸ σημαντικὸ γιὰ μᾶς τότε ἦταν, ὅτι ψάχναμε τὸ Θεό. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲν τὸ καταλαβαίναμε κιόλας ὅτι Τὸν ψάχναμε. Εἴχαμε βαριές ἀπογοητεύσεις ἀπὸ πολλούς, σὲ πολλοὺς χώρους, ἀκόμη καὶ σὲ κείνους τοὺς χώρους ποὺ δὲν φαντάζεστε. Εἴχαμε τὴν αἴσθηση ὅτι θέλουμε νὰ ἀναπνεύσουμε ὀξυγόνο, γιατὶ γιὰ τὸ ὀξυγόνο ἔχουν πλαστεῖ τὰ πνευμόνια μας καὶ ἐμεῖς ἀναπνέαμε ὑγραέριο. Ἀσφυξία. Ὑπαρξιακὸ ἀδιέξοδο.
Θὰ καταλήξω στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, κάνοντάς σας ὅμως πρὶν μιὰ ἀπαραίτητη περιήγηση καὶ διευκρινίζοντας κάποια θέματα, ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς μεταδώσω -ἂν μπορέσω- κάτι. Φύση λογοτεχνικὴ καθὼς ἤμουν, διάβαζα ἀρειμανίως ἑλληνικὴ καὶ ξένη Λογοτεχνία, Ποίηση, πολὺ Θέατρο, ἀρχαῖο, νεοελληνικὸ καὶ ξένο, πολλὴ ὑπαρξιακὴ Φιλοσοφία, τὸν Σὰρτρ καὶ τὸν Καμύ, τὴν φαινομενολογία τοῦ Μερλὼ-Ποντύ, Φρόυντ, Λακὰν καὶ τὴ γαλλικὴ Ἀντιψυχιατρική, πάρα πέρα τὰ ἀνατολικὰ θρησκεύματα καὶ ἐν μέρει λογοτεχνικὰ κείμενα αὐτῶν τῶν λαῶν, κλπ, κλπ, κλπ.
Ὅλ’ αὐτά, μὲ σκοπὸ νὰ κορέσω τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα μου. Ἡ ἀπογοήτευση ὅμως συνεχιζόταν γιατὶ ὅλα κατέληγαν στὸ θάνατο. Σκεπτόμουν: Τί νὰ τὰ κάνω τὰ πτυχία καὶ τὰ διαβάσματα, τὴ συγγραφὴ καὶ τὴν ἐνημέρωση, ἂν μιὰ μέρα αὐτὰ καταλήγουν στὸν τάφο; Ἂν τὸ νόημα τῆς ζωῆς μου περικλείεται ἀνάμεσα σὲ μία ἡμερομηνία γέννησης καὶ μία ἡμερομηνία ταφῆς κι ἔπειτα ὅλα τελειώνουν, δὲν ὑπάρχει πιὸ ἡλίθιο πλᾶσμα πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπο, γιατὶ φέρεται σὰ νὰ μὴν πρόκειται νὰ πεθάνει, ἐνῶ μόνο δύο αλήθειες κρατάει σίγουρες και σταθερὲς στὰ χέρια του: 1ον τὸ ὅτι θὰ πεθάνει καὶ 2ον δὲν ξέρει πότε! Καὶ πῶς ν’ ἀντέξουμε ἔτσι μέχρι τὸ θάνατο;
Μήπως νὰ τὸν ἐπισπεύσουμε, ἀλοίμονο;!
Πῶς ν’ἀντέξει ὁ Ἄνθρωπος τὸ φοβερὸ δίδυμο ζυγὸ τοῦ χωροχρόνου δίχως νόημα ὕπαρξης; Τότε ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος γίνονται δύο τέρατα ποὺ ἀπαισιότερα δὲν ὑπάρχουν, διότι γεννοῦν τὸ θάνατό μας. Τί νὰ τὶς κάνω ὅλες τὶς ἐπιτυχίες τοῦ κόσμου, ἂν εἶναι νὰ καταφέρω, ἁπλῶς, νὰ κηδευτῶ λαμπρά; Τί νὰ τὰ κάνω τὰ ὄμορφα χρώματα καὶ στολίδια γιὰ νὰ στολίσω τὴ φυλακή μου; Τὸ θέμα εἶναι νὰ βγῶ ἀπὸ τὴ φυλακή.
Ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἐπιτέλους Θεέμου; Ἀναρωτιόμουν. Ὑποπτευόμουν ὅτι κάτι ὑπάρχει, ἀλλὰ ἕνα φρᾶγμα μὲ χώριζε ἀπὸ αὐτό, ἴσως ἕνα φοβερὸ βάραθρο. Ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ ὑπῆρχε ἀπέναντί μου καὶ Τὸν ὑποπτευόμουν, ὑπῆρχε «χάσμα μέγα» ποὺ λέει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο.
Μέχρις ὅτου ἀνέβηκα στὸ Ἅγιο Ὄρος τὸ 1986, Ἰούλιο μήνα, γιὰ πρώτη φορά. Στὰ χέρια μου ἔπεσαν τότε κάποια ποιήματα τοῦ σήμερον ἑορτάζοντος ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴν Ποίηση χτύπησε τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μου. Μιὰ ἀχτίδα φωτὸς με διαπέρασε τότε καὶ ὁ λίβας τῆς τρομερής σύγχυσης, πῆρε νὰ ὑποχωρεῖ. Πρῶτα-πρῶτα αἰχμαλωτίστηκα ἀπὸ τὸ κάλλος τῶν γραφομένων. Ρήματα βάθους καὶ φθέγματα κάλλους. Τὸ μέτρο πολλῶν του ποιημάτων ἦταν τὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο τοῦ Ὁμήρου, ἄρα συναντοῦσα καὶ τὸν Ὅμηρο, ὁλοζώντανο. Ὄχι μόνον τὸν Ὅμηρο, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἀρχαῖα τῶν Ἀρχαίων, ὁμηρικὲς λέξεις, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ πατὴρ ἦταν πιὸ Ἕλληνας καὶ ἀπ’ τοὺς Ἕλληνες, δεδομένου ὅτι μὲ τὸν συμμαθητὴ καὶ καρδιακὸ φίλο του, Μέγα Βασίλειο, εἶχαν σπουδάσει στὴν Ἀθήνα. Ἀντὶ γιὰ «φῶς», χρησιμοποιοῦσε τὴν ἀρχαιότερη λέξη«φάος». Ἀντὶ «Μωυσέως», ἔγραφε..«Μωυσῆος», ἀντὶ γιὰ «ἡλίου», ἔγραφε «ἡελίοιο»!
Πάρτε, τώρα, δύο ἄλλα κείμενα: Τὶς θεῖες Λειτουργίες ποὺ ἔχουν γράψει οἱ ἅγιοι Βασίλειος καὶ Χρυσόστομος, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ τοῦ Χρυσοστόμου, αὐτὴ τὴν ὁποία τελοῦμε συνήθως, θεωρεῖται σύντμηση τῆς Βασιλειανῆς Λειτουργίας. Ἂν τὶς ἀντιμετωπίσουμε σὰν φιλολογικὰ κείμενα, ἁπλῶς, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουν χαρακτῆρα χοροδράματος, δηλαδὴ φαίνεται καθαρὰ πὼς οἱ δύο ἅγιοι εἶχαν μελετήσει καλὰ, ἐκεῖ στὴν Ἀθήνα ποὺ σπούδασαν, καὶ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Βασίλειος ἀποκαλοῦσε «Χρυσῆ Ἀθήνα τῶν Γραμμάτων», τὸ ἀρχαῖο Δράμα. Χρησιμοποίησαν παρόμοια δομὴ γιὰ νὰ διαπορθμεύσουν τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἀνθρώπους, ἄρα τὸν φιλοσοφικὸ καὶ μορφωτικό τους ἐξοπλισμό, διέθεσαν στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας, τῶν πιστῶν, στὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος. Δὲν θὰ ἦταν παρακινδυνευμένο νὰ λέγαμε ὅτι μετὰ τὴν ὑπηρεσία ποὺ πρόσφερε ἡ ἀρχαία δραματικὴ Τέχνη στὴ θεία Λειτουργία, αὐτὴ ἡ τελευταία μᾶς ἀποκαλύπτεται ὡς τὸ ὄντως Θέατρο ὡς Θέαση – θεῶμαι, βλέπω σημαίνει τὸ ρῆμα- τέτοιο θέατρο ποὺ παρόμοιό του δὲν εἶχε ὑπάρξει ποτὲ πάνω στὴ γῆ, διότι μᾶς φέρνει τὸν Οὐρανὸ πάνω στὴ Γῆ. Στὴν ὀρθόδοξη θεία Λειτουργία, ἐπουράνια καὶ ἐπίγεια συγχορεύουν, ὁ Θεὸς κατεβαίνει ἀνάμεσά μας λέγοντάς μας: φάτε με καὶ πιεῖτε με! Καὶ μεῖς ἀφθαρτιζόμαστε θεοπρεπέστατα καὶ γευόμαστε τὴν αἰωνιότητα μέσα ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ παρόντος, νὰ ἔχουμε ἕνα Θεὸ βρώσιμο καὶ πόσιμο!
Κάπου μυστικὰ στέκουν καὶ οἱ πρόγονοί μας: Ὁ Πλάτων μᾶς μίλησε γιὰ τὸν «Πάσχοντα Δίκαιο», ὁ Σόλων γιὰ τὴν «ἀλάθητη σάρκα ἀπ’τὴν ὁποία..θὰ γεννηθεῖ ὁ Θεός», ὁ Αἰσχύλος γιὰ «Ἐκεῖνον ποὺ κατέβηκε στὸν ἀνάβλητον Ἅδη», κάποιους ἀπὸ αὐτοὺς ἀναφέρει ὁ μέγας Ἀθανάσιος. Σωστὰ ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὸ ἀλάνθαστο κριτήριό Της, ἁγιογραφεῖ τους προγόνους μας σὲ νάρθηκες ἁγιορειτικῶν καὶ ἄλλων Μονῶν, ὡς τοὺς Κατηχούμενους τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.
Ποιός ἦταν ἄλλωστε ὁ σκοπὸς τῆς ἀρχαίας τραγωδίας; Νὰ φᾶμε τὸ σῶμα τοῦ θεοῦ Διονύσου γιὰ νὰ καθαρθοῦμε καὶ ἀποκατασταθοῦμε!
Δὲ θὰ μᾶς ἔφθανε ὁ χρόνος νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν δυτικὴ Λογοτεχνία, ἁπλῶς θὰ Σᾶς θυμίσω τὸν «ἀπωλεσθέντα παράδεισο» τοῦ Μίλτον, τὴν «εὕρεση τοῦ χαμένου χρόνου» τοῦ Μαρσὲλ Προύστ, τὰ θεατρικὰ ἔργα «Περιμένοντας τὸν Γκοντό
θεούλης στὰ Γαλλικά), τοῦ Μπέκετ, «Ὅταν ξυπνήσουμε ἀνάμεσα στοὺς νεκροὺς» τοῦ Ἴψεν, «Ἡ μικρή μας πόλη» τοῦ Γουάιλντερ κλπ.
Ποιόν λοιπόν, νοσταλγικὰ ἔψαχναν οἱ πρόγονοί μας, ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς συγχρόνους συγγραφεῖς ποὺ μόλις ἀνέφερα, ἔστω καὶ ἀνεπίγνωστα, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν;
Αὐτὸν ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας, εἰδικότερα τὴν ὥρα ποὺ λειτουργούμαστε, τὸν Χριστό μας! Πάει πουθενὰ ἀλλοῦ τὸ μυαλό μας μήπως;
Ἐπανέρχομαι τώρα στὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, γιὰ νὰ σᾶς πῶ ἐπιπλέον καὶ τοῦτο: ἡ ἀχτίδα φωτὸς ἢ καλύτερα ἡ ἀστραπὴ παρηγοριᾶς ποὺ διαπέρασε τὰ σωθικά μου, ἐρχόταν ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ τὰ γράμματα. Σάν, δηλαδή, ἡ κάθε λέξη νὰ ἦταν ἕνα κέλυφος ποὺ ἔσπαζε, ἢ ἕνα πέτασμα ποὺ ὑποχωροῦσε καὶ ἀποκάλυπτε τὴν ὄπισθεν κεκρυμμένη ὡραιότητα, μιᾶς ἄλλης τάξεως ὀμορφιά, ἕνα οὐράνιο τόξο εἰρήνης, ἀγαλλίασης, εὐφροσύνης, ἀνδρείας, ἐνθουσιασμοῦ, χαρᾶς, ἱλαρότητας (δὲν λέμε«φῶς ἱλαρόν»; ) ἢ καὶ ὅλ’αὐτὰ μαζί. Ὁ λόγος δηλαδή, τὰ λόγια, γινόταν ὄχημα τοῦ Λόγου, ἀποκαλυπτικοῦ τῆς ὡραιότητας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δόξας.
Ἔτσι, δροσιζόταν πιά, ὁ ἀναιμικὸς νέος κοινωνιολόγος, ποὺ ἤθελε ὅλα νὰ τὰ ἀναλύει καὶ νὰ βάλει τὸ Θεὸ στό … τσεπάκι! Ἔτσι εὐλογεῖτο πιὰ καὶ ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος μου πού, μπαίνοντας μέσα στὸν Χριστό, ἔπαψαν νὰ μὲ ἀγχώνουν καὶ ἀπειλοῦν ἔκτοτε. Ὁ Χριστὸς γίνεται ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος σου.
Δὲν εἶναι λοιπὸν θέμα τὸ ΤΙ νικάει τὸ θάνατο, ἀλλὰ τὸ ΠΟΙΟΣ νικάει τὸ θάνατο. Ἔτσι, γνωρίζει κανεὶς τὸν Χριστό, μέσα ἀπὸ μεγάλη, ἐπώδυνη προσωπικὴ περιπέτεια.
Τὸ σημαντικὸ ποὺ ἔβλεπα εἶναι ὅτι, ὅταν χρειάζεται, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι δύο συνεορτάζοντες Ἱεράρχες, Βασίλειος καὶ Χρυσόστομος, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες ποὺ εἶχαν ἐπιστημονικὲς γνώσεις, γίνονται ὀξυνούστατοι ἀκριβολόγοι στὴ διατύπωση τοῦ δόγματος, ἐρευνητὲς ἐπιστημονικοί, διεισδυτικότατοι κοινωνικοὶ ἀναλυτές, χωρὶς ὅμως διόλου νὰ θίγουν τὸ μυστήριο τῆς ἐγγύτητας τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὰ κτιστά, τὰ κτίσματα, τὴν αἰσθητὴ δημιουργία δηλαδή, χρησιμοποιοῦσαν ἐπιστημονικὸ λόγο καὶ τὰ πορίσματα τὰ πιὸ σύγχρονα, τῆς ἐπιστήμης τοῦ καιροῦ τους, ὅπως κάνουν καὶ τώρα. Ὅταν ὅμως ἔρχονταν στὰ ἄκτιστα, ὅπως λέμε τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, διέκριναν:
α)τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἄνθρωπο εἶναι ἐντελῶς ἀπρόσιτη, καὶ
β)τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ μετέχει ὁ Ἄνθρωπος καὶ μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἀποδεικνύει τοῦ Θεοῦ αὐτὲς τὶς ἐπισκέψεις ποὺ εἶναι πράγματα, πραγματικότητες ἁπτές.
Ἀποδεικνύει ἐπίσης τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν κτισμάτων.
Εἶναι ἡ λεγομένη διπλῆ μέθοδος τῶν Πατέρων μας αὐτή, ποὺ διαφυλάσσει ἀπείραχτη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ καὶ τὴν καρδιά μας. Ἀπέφυγαν ἔτσι τὴν παγίδα τοῦ Σχολαστικισμοῦ ποὺ εἶναι νὰ μεταχειρίζεσαι τὶς φιλοσοφικὲς μεθόδους στὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, ὁπότε σκοτίζεσαι καὶ ἐξορίζεις τὸ Θεό ἀπὸ τὴ ζωή σου, εἴτε διότι ὁ «Θεὸς» ποὺ ἔτσι κατασκευάζεις δὲν ὑπάρχει, εἴτε διότι μὲ αὐτὴ τὴ μέθοδο ἐγκαταλείπεις τὸν πραγματικὸ Θεό. Παραμένει μέσα σὲ μιὰ ἀτέλειωτη μοναξιὰ ἐσὺ καὶ τὸ ἀναιδὲς ὄρνεο, ὁ νοῦς σου.
Ὅλο τὸ φιλοσοφικό τους ἐξοπλισμὸ οἱ ἅγιοιΤρεῖς Ἱεράρχες καὶ μετέπειτα οἱ ἄλλοι Πατέρες, τὸν χρησιμοποίησαν γιὰ τὴ διατύπωση τῆς ἀλήθειας τῶν πραγμάτων, πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει κάθε καλοπροαίρετος ἐπιστήμονας · καὶ τοῦτο γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει εὐσεβὴ διάνοια μιλάει γιὰ τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκφράζει τὴν ἀλήθειά τους, ἀκόμη καὶ μὲ λέξεις ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὴν Ἁγία Γραφή, πχ μὲ φιλοσοφικοὺς ὅρους, ἐνῶ ὁ διεφθαρμένος στὸ νοῦ, ἀκόμη κι ἂνχρησιμοποιεῖ λέξεις τῆς Βίβλου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀλήθεια. Ψεύδεται.
Εἶναι γνωστὸ ἄλλωστε πὼς καλοπροαίρετοι κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅσο περισσότερο ἀνέλυαν τὸ ἐπιστημονικό τους ἀντικείμενο, τόσο καὶ ἐγγύτερα στὸ Θεὸ αἰσθάνονταν.
Ἔτσι, βλέποντας κι ἐγὼ τὸ τόσο ὑγιὲς καὶ ζωντανὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων, τὴν ἀνοησία τοῦ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μοῦ εἶχαν κάποιοι «περάσει», τὴν ἔβαλα στὴν ἄκρη. Ὑπῆρχε, λοιπόν, ἄφθονος χῶρος καὶ γιὰ μένα τὸν «κουλτουριάρη» -ὅπως λέμε τὸν διανοούμενο- μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ἐπανέρχομαι:
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες, μᾶς λένε ὅτι πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις κρύβεται ἡ θεία χάρη, ἡ ὁποία «προχέεται»(!) τόσο ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων, ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ λείψανά τους. Οἱ λέξεις τότε γίνονται ἐπώνυμες καὶ συνώνυμες τοῦ φωτός, φωτονυμικές θά λέγαμε.
Εἶχα τόση χαρὰ τότε λοιπόν, ποὺ εἶπα ὅτι, ἂν εἶναι τόσο ὄμορφα μὲ τὸ Χριστό, ἀξίζει νὰ ἀνταλλάξω τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου γι’ Αὐτὸν καὶ μόνο, βέβαιος ὅτι Ἐκεῖνος ποτὲ δὲ θὰ μὲ διέψευδε! Ἔβλεπα τὸ κενὸ τῶν παλαιῶν μου πράξεων καὶ τῆς μέχρι τότε ζωῆς μου νὰ γεμίζει μὲ φῶς, κουράγιο, χάρη, αἰσιοδοξία καί, στὸ λυκόφως τῶν γκρεμισμένων εἰδώλων μου, ἀχνόφεγγε τὸ λυκαυγὲς τῆς ἐρχομένης βασιλείας, ὡστόσο πάντοτε παρούσας. Σάμπως τὰ νεκρὰ υπόλοιπα τῶν παθῶν μου νὰ έστεκαν πιὰ ξέπνοα, ἀφημένα σὰν πεταμένα κουρέλια στὰ σταυροδρόμια τῶν Καιρῶν.
Θυμᾶμαι τώρα τὸ Νικολὰ Ρενὲ Ἐνί, μαθητὴ τοῦ Ζὰν Πὼλ Σὰρτρ στὸ Παρίσι, ποὺ κατηχήθηκε καὶ βαπτίστηκε Ὀρθόδοξος στὸ ἅγιον Ὄρος στὴ Μονὴ Γρηγορίου. Ἀναδυόμενος ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς βάπτισης στὸν ἀρσανᾶ τῆς συγκεκριμένης Μονῆς, ρωτήθηκε από τον περουβιανό ἱερομόναχο Συμεών ντὲ λὰ Χάρα Χίγκινσον:
-Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία γιὰ σένα;
Ἀπάντησε: – Φῶς, πολὺ Φῶς!
-Καὶ ὁ Σάρτρ;
Ἀπάντησε: -Ἰδέες εἶναι ὁ Σάρτρ, καὶ ἕνα μέρος πολλῶν πραγμάτων ποὺ μοιάζουν μὲ σωρὸ από σκουπίδια σὲ σκουπιδοτενεκὲ και ποὺ ἀφρίζουν καὶ βρωμοῦν ἀνυπόφορα.
Σᾶς λέω πὼς ἔτσι αἰσθάνθηκα καὶ τοῦ λόγου μου κατὰ τὴ μεταστροφή μου, χωρὶς νὰ ἔχω προϋπάρξει ἀδιάφορος ρωμαιοκαθολικὸς καὶ ἀκραῖος ἀριστερὸς ὅπως ὁ Ἐνί. Προϋπῆρξα Ὀρθόδοξος ποὺ δὲνεἶχε σχέση μὲ τὸ θησαυρὸ ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία, ὅπως οἱ περισσότεροί μας. Ἄφηνα τώρα καὶ γὼ κατ’ ἀναλογία πίσω μου ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια ποὺ ἄφριζαν καὶ βρωμοῦσαν ἀνυπόφορα. Συμπληρωματικὰ σᾶς λέγω, καὶ θέλω νὰ τὸ προσέξετε αὐτό, ὅτι, ἐνῶ τυπικὰ ἤμουν ἕνα ἐνάρετο «καλὸ παιδὶ» ποὺ λένε, οὐσιαστικὰ πέθαινα, σάπιζα καὶ ὑπέφερα.
Καὶ εἶναι πιὸ ἀνυπόφορο νὰ σαπίζεις καὶ νὰ πεθαίνεις ὡς «ἐνάρετος», παρὰ ὡς ἁμαρτωλός, πρᾶγμα πιὸ φυσιολογικό.
Ἦρθε λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος στὴ ζωή μου καὶ τὰ διαβάσματά μου σὲ αὐτὸν ἐπεκτάθηκαν: μαθαίνω γιὰ τὴ μητέρα του τὴν ἁγία Νόννα, ποὺ σταύρωνε τὸ μικρὸ Γρηγόριο ὅταν κοιμόταν, νὰ τὴν ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ τὸν καμαρώσει Κληρικό! Καὶ ἀποτελεῖ κόλαφο αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ τῆς μητέρας τοῦ Ἁγίου γιὰ τοὺς σημερινοὺς γονεῖς, ποὺ στὴν τραγική τους πλειοψηφία δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παιδιά τους, ἢ ἀσχολοῦνται μὲ τρόπο ποὺ νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ δικά τους ἀπωθημένα: ὅ,τι δὲν πέτυχαν αὐτοὶ στὴ ζωή τους, πρέπει νὰ τὸ πετύχουν τὰ παιδιά τους πάσῃ θυσίᾳ! Οὐδεμία ἄλλη ἀσχολία μὲ τὰ παιδιά. Γι’αὐτὸ καὶ τὰ παιδιά, στὴ μεγάλη τους πλειοψηφία μοιάζουν δυστυχισμένα καὶ προβληματικά, κακοποιημένα κυρίως ἀπὸ τὰ πάθη τῶν γονέων τους, δέσμια τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητας καὶ τοῦ διαδικτυακοῦ σύμπαντος, ποὺ τὰ ἐμποδίζουν νὰ ζήσουν καὶ τὴν παιδικότητά τους, τὸ ὅτι εἶναι δηλαδὴ παιδιά.
Ἔχουμε μήπως κάτι καλύτερο νὰ προσφέρουμε στὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ Χριστό;
Ὑπάρχει κάτι ἄλλο νὰ προτείνουμε;
Εἶπε ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ δὲν εἶναι καλὸ γι’ αὐτά;
Ἐντύπωση προξενεῖ στὸν ἀναγνώστη τῶν Γρηγοριανῶν κειμένων, ἡ ἀγάπη τοῦ Ποιητῆ Ἁγίου στὴ μητέρα του, τὴν ὁποία θυμᾶται συχνά-πυκνά στὰ χρόνια τῆς μοναχικῆς του ἀφιέρωσης στὰ βάθη τοῦ Πόντου καὶ δακρύζει καὶ κλαίει. Πίσω πάλι ἀπὸ τὸν Μεγάλο Βασίλειο ὑπάρχει ἄλλη μιὰ ἁγία μητέρα ἡ Ἐμμέλεια, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο ὑπῆρξε τὸ ἀνάστημα τῆς ἁγίας Ἀνθούσας.
Ὁποῖοι γονεῖς καὶ δὴ μητέρες, ὁποῖα τέκνα!
Εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ πλέον εὐαίσθητος καὶ καλλιτέχνης τοῦ λόγου καὶ αἰσθητικὸς τῶν λέξεων ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ κορυφὴ τῆς Θεολογίας, γι’αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἀπέδωσε τὸν τίτλο «Θεολόγος», τὸν ὁποῖο μόνο σὲ ἄλλους δύο ἀκόμη, τόν Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστὴ καὶ τὸν Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο ἀπέδωσε, δείχνοντάς μας ὅτι θεολόγος δὲν εἶναι ὁ πτυχιοῦχος τοῦ ἀντιστοίχου πανεπιστημιακοῦ τμήματος, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ γνώρισε τὸ Θεό, τόν γνώρισε ὁ Θεὸς καὶ μᾶς γνωρίζει καὶ μᾶς τὸ Θεό, σὲ ὅσους εἴμαστε δεκτικοί. Θεολόγος ἐπίσης μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ γίνει ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, ὅταν ὁ λόγος του καὶ τὰ ἔργα του -δόγμα καὶ ἦθος, “πιστευτέα καὶ πρακτέα” ποὺ λέμε- ταυτίζονται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ ἡ σύζευξη λόγου καὶ παραδείγματος εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει ἀπὸ ὅλους σχεδὸν ἐμᾶς. Εἶναι τραγικὴ ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, Λαϊκοῦ ἢ Κληρικοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ λαὸς λέει τὸ τόσον εὐφυές: «Δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις».
Καὶ σὺ κάθεσαι καὶ κάνεις συλλογὴ πτυχίων γιὰ νὰ ἀποκτήσεις καλὸ βιογραφικό, πολλὰ τυπικὰ προσόντα στὸν κλάδο σου καὶ νὰ ἐξελιχθεῖς. Καλὰ κι αὐτά, ἀλλὰ μόνον μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ τάφου ποὺ ἔρχεται σὰν κλέφτης μέσα στὴ νύχτα, φαίνονται στὶς πραγματικές τους διαστάσεις: αὐτὴ ἡ μνήμη θανάτου ἦταν διηνεκὴς στοὺς τρεῖς Ἱεράρχες καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ στὸ βάθος, τὸ βιογραφικὸ ὅλων τους εἶναι τὸ βιογραφικὸ τῆς αἱμορροούσας, τῆς γυναίκας ποὺ αἱμορραγοῦσε καὶ τὴν ἔκαμε καλὰ ὁ Κύριος, γιατρεύοντας τὴν αἱμορραγία τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς της.
Τέτοιο βιογραφικὸ νὰ ἀποκτήσουμε ὡς βάση -νὰ μᾶς γιατρέψει ὁ Χριστὸς πα’ νὰ πεῖ, χρήζουμε σοβαρῆς θεραπείας- καὶ τὰ ὑπόλοιπα καθ’ ὁδὸν ἂς προστίθενται, ἂν προστίθενται!
Εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ συνεχὴς μνήμη θανάτου χαρμόσυνη, διότι ὁ Χριστός, μὲ τὴν ἀγωνία Του πάνω στὸ σταυρό, κατήργησε τὴ δική μας ἀγωνία, θεραπεύοντας ὁμοιοπαθητικῶς τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο. Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ζεῖ μὲ μνήμη θανάτου δὲν ἀγωνιᾶ, διότι γνωρίζει ὑπαρξιακὰ καὶ ὁλοσώματα πὼς ὁ θάνατος ἀπονευρώθηκε κι ἐνῶ ἡ φαινομενολογία του παραμένει -τὸν βλέπουμε, τὸν ἀκοῦμε, τὸν αἰσθανόμαστε, μᾶς ἐπισκέπτεται- στὴν οὐσία τελικὰ δὲν ἔχει ἐξουσία ἐπάνω μας.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης καὶ μετά, ὅλα κρίνονται μέσα στὸ ἀναστάσιμο Φῶς, ἅπαξ καὶ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν.
Ἡ λύπη, λοιπὸν, γιὰ τὴν κατάντια μας, ἐξισορροπεῖται ἀπὸ τὴ χαρὰ ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς δέχεται ὅπως εἴμαστε μέσα στὸ ἀναστάσιμο Φῶς Του καὶ μᾶς προτρέπει νὰ Τὸν ἐπικαλούμαστε συνεχῶς σὰν τὸ μεγάλο φίλο καὶ ἀδελφό μας ποὺ ποτὲ δὲ θὰ μᾶς διαψεύσει. Όσα είναι περιττὰ μέσα μας καὶ γύρω μας θὰ τὰ ἀπομακρύνει Ἐκεῖνος. Λύπη καὶ χαρά, συνεπῶς, συνδυάζονται σ’ αὐτὸ ποὺ οἱ Πατέρες μας ὀνομάζουν «χαρμολύπη» μέσα σὲ μιὰ θαυμαστὴ ἰσορροπία ὅπου, οὔτε ἡ λύπη ἐκτρέπεται πρὸς τὴν κατάθλιψη, οὔτε ἡ χαρὰ πρὸς τὴ μανία. Ὅλα στέκουν καλῶς.
Ἐρχόμαστε τώρα σ’ ἕνα θέμα πιὸ πεζό, αὐτὸ τῆς ἰδιοκτησίας.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τολμηρὰ γιὰ τὴν ἐποχή του γράφει ὅτι ἰδιοκτησία δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνα ψέμα. Πράγματι, ὅ,τι παίρνεις στὸν τάφο σου, αὐτὸ εἶναι δικό σου, δηλαδὴ τίποτε· ὁτιδήποτε ἄλλο ἔχεις, ἀκόμα κι ἂν νόμιμα εἶναι δικό σου, οὐσιαστικὰ δὲν σοῦ ἀνήκει. Ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν κατανοοῦν οἱ ἄνθρωποι γι’αὐτὸ καὶ ταλαιπωροῦνται, λέει ὁ Ἅγιος. Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος πούλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε, τὴ μεγάλη πατρική του περιουσία καὶ ἔχτισε ὁλοκληρη πόλη, τὴ Βασιλειάδα, ἕνα καύχημα παροχῆς κοινωνικῶν, πνευματικῶν καὶ ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μάλιστα ὁ ἅγιος αὐτὸς ἐπίσκοπος, ποὺ εἶχε ἐπιφορτισθεῖ μὲ τὶς εὐθύνες μιᾶς τεράστιας ἀρχιεπισκοπῆς ὅπως ἡ Καισάρεια τῆς εποχῆς ἐκείνης, μὲ ἔκταση ὅση περίπου καὶ ἡ σημερινὴ Τουρκία, δὲν ἔπαυε στὴν ἀνάπαυλα τῶν πολλῶν του ἐκκλησιαστικῶν καθηκόντων, ὅποτε ὑπῆρχε, νὰ ἐπισκέπτεται τὴ Βασιλειάδα καὶ νὰ περιποιεῖται εἰδικὰ τοὺς λεπρούς, τῶν ὁποίων ἀσπαζόταν τὰ σακατεμένα μέλη λέγοντας: αὐτὰ εἶναι τὰ πονεμένα μέλη τοῦ Χριστοῦ!
Ὁ ἴδιος πάσχοντας ἀπὸ φυματίωση, δὲν ἀπέφευγε τὶς συχνὲς αἱμοπτύσεις, ἀκόμη καὶ στὴ διάρκεια τοῦ κηρύγματος, τονίζοντας πάντοτε τὸ γεγονὸς τῆς σωματικῆς ἀσθένειας σὰν ἀπὸ Θεοῦ μέγιστη εὐεργεσία. Δὲν ἀντιδροῦσε διαφορετικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ συχνὲς γαστρορραγίες – δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν- εἶπε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, καὶ ὁ ὁποῖος συχνότατα πίεζε τὸν αὐτοκράτορα γιὰ περισσότερες παροχὲς στοὺς πεινασμένους, κάποτε καὶ μὲ θορυβώδη τρόπο. Οὐδὲν σχόλιον!
Ἐσεῖς, ἐλλογιμώτατοι κύριοι καὶ Κυρίες Καθηγηταί, καὶ σεῖς οἱ παλαιότεροι, οἱ ἀξιοτίμητοι καὶ ἔμπειροι θεολόγοι, ἀπὸ τὴ σοφία τῶν χρόνων, ποὺ τιμάει σήμερα ἡ Ἡμέρα, ὅπως καὶ σύμπαντα τον εκπαιδευτικό κόσμο -ποὺ μοῦ θυμίζετε κι ἐμένα τοὺς παλιούς μου καλότατους δασκάλους ὅλων τῶν βαθμίδων, τῶν περισσοτέρων ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὰ ὀνόματα εἶναι γραμμένα πιὰ στὴ βίβλο τῆς Ζωῆς, καὶ χαίρομαι καὶ συγκινοῦμαι- ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε κατανοήσει καὶ ὡς δίδαγμα τὸ μεταδίδετε καὶ στοὺς νεώτερους, ὅτι παιδευτική διαδικασία χωρὶς φιλάνθρωπο καὶ ἐλεήμονα χαρακτῆρα εἶναι μάταιη καὶ ἐνάντια στὸν Ἄνθρωπο.
“Κάθε επιστήμη ποὺ χωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἀρετή, δὲν είναι σοφία, αλλά πανουργία” μας λέει ο Πλάτων στον Μενέξενο.
Φτάσαμε στὸ σημεῖο νὰ ζοῦμε τόσο πολὺ κατὰ φαντασία, ποὺ προτιμοῦμε νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα ἢ νὰ σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι, ἀρκεῖ νὰ εὐημεροῦν οἱ ἀριθμοί. Ὡραῖο ὄντως ὅραμα ζωῆς ἔχουμε νὰ προσφέρουμε στοὺς νεότερους! Τὴν ἴδια ἀποτυχία παρουσιάζει καὶ ἡ Πολιτική, ὅταν δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἔντιμης ἱερατικῆς ἀφοσιώσεως. Ταλαιπωροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅλοι ταλαιπωροῦμε ὅλους, δέσμιοι παθῶν καὶ ἰδιοτροπιῶν.
Οἱ σήμερον τιμώμενοι ἅγιοι τρεῖς Ἱεράρχαι, ἂν καὶ εἶναι ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, πανεπιστήμονες τῆς ἐποχῆς τους, ἐν τούτοις δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ θέτουν τὴ γνώση τους καὶ τὰ ἀγαθά τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἀναφορικὰ μὲ τὶς γνώσεις, «δὲν θὰ ἀτιμάσουμε καὶ δὲν θὰ περιφρονήσουμε τὴν παιδεία ἐπειδὴ ἔτσι ἀρέσει σὲ κάποιους», λέει ὁ ἄγιος Γρηγόριος, στηλιτεύοντας τοὺς θρησκευάμενους σκοταδιστὲς τῆς ἐποχῆς. Ἡ δὲ ἐξαιρετικὰ ἐκτεταμένη γιὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα παιδεία τοῦ ἁγίου Βασιλείου φαίνεται ἀπὸ τὸ γνωστὸ θαυμάσιο σύγγραμμά του «Ἑξαήμερος», ὅπου ἐκεῖ ἀναλύει τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Ἀνθρώπου μὲ τόση ἐμβρίθεια, ὥστε νὰ ἐκπλήσσεται ἀκόμη καὶ ὁ σύγχρονος ἐπιστήμονας. Τὴν ἀνάγνωση τοῦ παραπάνω συγγράμματος ἐκθύμως Σᾶς συνιστοῦμε, ὅπως καὶ τὰ καταπληκτικὰ σχόλια πάνω στὴν «Ἑξαήμερο», τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀδελφοῦ κατά σάρκα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος προτείνει στοὺς νέους νὰ διαβάζουν Ἕλληνες συγγραφεῖς, διότι τὰ κείμενά τους μποροῦν πολὺ νὰ τοὺς ὠφελήσουν.
Ἐπαναλαμβάνοντας τὸν Πλάτωνα, διὰ στόματος τοῦ Μενέξενου, ποὺ εἶχαν καλὰ μελετήσει, ὅτι κάθε ἐπιστήμη ὅταν χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀρετὴ εἶναι πανουργία καὶ ὄχι. σοφία, δὲν ἔπαυαν ὅλον αὐτὸ τὸ γνωσιολογικό τους ἐξοπλισμὸ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀνακούφιση τοῦ πλησίον ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ Σᾶς βοηθήσει, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενους ἡ Παιδαγωγικὴ Ἀνθρωπολογία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἀνατέμνει σὲ βάθος τὴ σχέση δασκάλου καὶ μαθητῆ, τὶς παιδαγωγικὲς συμβουλὲς πρὸς τὸ δάσκαλο, ὥστε νὰ ἐπιτύχει δημιουργικὴ καὶ ὄχι δουλικὴ ὑπακοὴ ἀπὸ τὸν μαθητή του.
Περνᾶμε σ’ἕνα ἄλλο θέμα τώρα:
Στὰ χρόνια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἡ μοιχεία γιὰ τὴν γυναίκα ἦταν βαρύτερη ἀπ’ ὅ,τι γιὰ τὸν ἄντρα. Στηλιτεύοντας τὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του ὁ Ἅγιος, πολὺ πρὶν τὸ φεμινιστικὸ κίνημα τοῦ προτελευταίου αἰώνα, 17 αἰῶνες πρίν, λέμε, τολμάει νὰ πεῖ ὅτι ἄντρες νομοθέτησαν, γι’ αὐτὸ οἱ γυναῖκες ταλαιπωροῦνται. Μποροῦν νὰ βροῦν καλύτερο σύμμαχο οἱ φεμινίστριες ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο;
Ἐπειδὴ εἶχε πνεῦμα εὐρύ, ἀνοικτό, συνδιαλεγόταν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ ρωτοῦσε πάντοτε τὸ φίλο του Βασίλειο, μέχρι ποίου σημείου νὰ διαλέγεται μὲ τοὺς αἱρετικούς, διότι ὑπῆρχαν καὶ οἱ γραφικοὶ «θρῆσκοι», οἱ σοῦπερ-ὀρθόδοξοι τῆς ἐποχῆς, ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχὴ γιὰ νὰ κάνουν ἁπλῶς θόρυβο καὶ κεῖνος τὸν συμβούλευε. Θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς θρήσκους ζηλωτὲς ἐκείνων τῶν καιρῶν, ἐλαστικοὶ καὶ οἱ δύο τους.
Αὐτὸ μᾶς μαθαίνουν οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὴ ζωή τους: νὰ μὴν εἴμαστε θρῆσκοι. Τὸ νὰ εἶσαι θρῆσκος εἶναι πολὺ ἁπλὸ πρᾶγμα σήμερα καὶ θὰ ἔλεγα μᾶλλον ὅτι ἔχει πέραση. Ἡ θρησκεία ὅμως εἶναι νεύρωση, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς πατὴρ Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Στὸ βάθος κάθε θρησκευτικοῦ συστήματος, πάρτε ὅποιο θέλετε, ὑπάρχει ὁ φοβισμένος Ἄνθρωπος ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξευμενίσει ἕναν ἀπρόσιτο, ἀδέκαστο καὶ τιμωρὸ Θεό. Ὁ Ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ πάει πρὸς τὸ Θεό.
Στὴν Ὀρθοδοξία, λένε οἱ Πατέρες μας, ἄλλωστε τὸ ἔβλεπα στὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους, ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ κατεβαίνει, ἀκριβέστερα “συγκαταβαίνει” καὶ ἀγκαλιάζει τὸν Ἄνθρωπο. Καὶ τὸν ἀγαπάει σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ ἀνεβαίνει στὸ Σταυρὸ καὶ πεθαίνει γι’ αὐτόν. Τὸ ἔχετε δεῖ πουθενὰ ἀλλοῦ αὐτό;
Στὴν οὐσία λοιπόν, οἱ σήμερον ἑορτάζοντες ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες, γκρεμίζουν κάθε θρησκεία, κάθε νευρωτικό, φοβικὸ θρησκευτικὸ σύστημα καὶ μᾶς καλοῦν νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Δηλαδή; Νὰ γίνουμε Ἐκκλησία, ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι –πρᾶγμα δύσκολο κι ἐπίπονο- ὄχι θρησκευάμενοι, θρῆσκοι, «θεοῦσοι» -συγχωρέστε με- ποὺ λέει ὁ ἁπλὸς λαὸς καί, ποὺ ἐννοεῖ τί; Τὸ ἀνάλογο τοῦ κατεστημένου τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸ σήμερα!
Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε νὰ εἴμαστε ἁπλοὶ σὰν τὸ περιστέρι καὶ φρόνιμοι σὰν τὸ φίδι, δηλαδὴ ἁπλοὶ καὶ ταπεινοὶ στὴν καρδιὰ καὶ ἔξυπνοι στὸ μυαλό. Αὐτὸ τὸ χρυσὸ συνδυασμὸ συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ μεγάλα ἀναστήματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως σήμερα στοὺς ἑορτάζοντες Τρεῖς Ἱεράρχες. Φύση πρακτικὴ ὁ Βασίλειος, ἡσυχαστικὴ ὁ Γρηγόριος, κοινωνικὴ ὁ Χρυσόστομος, εἶχαν ἕνα κοινό, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, καὶ τὴν προσεκτικὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ κοινό στοιχεῖο, ἡ ἴδια αὐτὴ εὐλογία, ἐπιμεριζόταν στὸν καθένα, καί, ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία του, φανέρωνε τὸ δεσπόζον χαρακτηριστικό του. Ἔχοντας συνείδηση ὅτι τοὺς κάλεσε ὁ Θεός, κατέθεταν ὅλα τὰ χαρίσματά τους στὴν Τράπεζα τῆς Ζωῆς, τὴν Ἐκκλησία. Ἦταν καὶ θρόνων διάδοχοι, ὡς ἐπίσκοποι, ἀλλὰ καὶ τρόπου ζωῆς ἁγίου μέτοχοι. Τὸ κοινωνικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦσε ὁ καθένας τους ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μακρῶν, ἀλλὰ κρυφῶν, δακρύβρεκτων ταπεινῶν ἀγώνων νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχῆς, φοβερῆς πάλης ἐναντίον τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καὶ τοῦ διαβόλου.
Χωρὶς αὐτὴ τὴ βάση νὰ τὸ στηρίζει, τὸ ὅποιο ἔργο καταλύεται καὶ χάνεται· δὲν ἔχει πνοὴ ζωῆς: εἶναι κάτι τὸ ἐφήμερο, ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει μιὰ προσωρινὴ ἀνθοφορία συναισθημάτων, ποὺ ὅμως φυλλορροοῦν καὶ δὲν δένουν καρπό, γιατὶ λείπει τὸ Ἕνα ποὺ χρειάζεται καὶ εἶναι ὁ Χριστός.
Νὰ μὴ μένουμε λοιπὸν μόνο στὸ ἐξωτερικὸ ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ νὰ προσέξουμε ποιοὶ ἦταν ἀπὸ μέσα τους καί, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀπὸ μέσα τους εἶχαν ἐπίμονα καὶ ἐπίπονα καλλιεργηθεῖ σὲ βαθμὸ νὰ ἀποτελοῦν ζωντανὰ ἐκμαγεῖα τῆς Χάριτος, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους λάμπουν.
Ἐμεῖς, συχνὰ θέλουμε νὰ πετύχουμε τὸ ἴδιο, χωρὶς ὅμως τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις ποὺ προανέφερα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ μᾶς πλανάει ἡ ἐξωτερικὴ φανταχτερὴ ὄψη τοῦ πράγματος. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, τοῦ ὁποίου συχνὰ ἀναφέρουν τὸ κοινωνικὸ ἔργο καὶ τοὺς ἀγῶνες, χωρὶς νὰ ἑστιάζουν καθόλου στὴν ἀσκητικὴ βιοτή του, γνωρίζουμε ὅτι διδάχτηκε τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ κάποιον Σῦρο Γέροντα γιὰ τέσσερα χρόνια, τὰ 2 ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέρασε μέσα σὲ μιὰ σπηλιά. Προετοιμάστηκε καλὰ λοιπόν, καὶ μάλιστα μέσῳ τῆς ἀρχαίας συριακῆς παραδόσεως κι ἔπειτα ἀνοίχτηκε φανερὰ στὸν πόλεμο καὶ τοὺς ἀγῶνες.
Περαίνοντας, θὰ λέγαμε σὲ ἀντιστοιχία μὲ ὅσα είπαμε στὴν ἀρχή τῆς ὁμιλίας σχετικὰ μὲ τὸν σημερινὸ Οὑμανισμό, στοὺς Πατέρες ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀνάποδου Ἀνθρωπισμοῦ: δὲν γνωρίζω τὸ Θεὸ διὰ τοῦ πλησίον μου ἀνθρώπου· πηγαίνω ἐγὼ πρὸς τὸν Θεό καὶ μέσα στὸ Θεὸ βρίσκω τὸν πλησίον. Ὅταν βρῶ τὸν πλησίον βρίσκομαι ἤδη μέσα στὸ Θεό. Γι’ αὐτό καὶ βρίσκω τὸν πλησίον μου ἄνθρωπο μοναδικῶς σωστά: Ὡς δικό μου μέλος δηλαδή.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀναζητοῦσε ὁ πολὺς Λουδοβῖκος Βιττγκενστάιν, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ὅλη ἡ δυτικὴ Φιλοσοφία πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν Καρτεσιανισμό της, διότι ὅταν λέει «σκεπτόμενο ὑποκείμενο» ἀναφέρεται στὸ νοῦ, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὸ σῶμα, ἐρήμην τοῦ σώματος. Ὅλο τὸ δυτικὸ σύστημα σκέψης πάσχει ἀπὸ μιὰ νοσταλγία σώματος, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει μὲ τὴ θεολογία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ ὅλων τῶν Πατέρων, γιατὶ εἶναι μία θεολογία ἔνσαρκη. «Γευτεῖτε καὶ δέστε πόσο χρηστὸς εἶναι ὁ Κύριος», λέμε στὴ θεία Λειτουργία. Ποιός εἶναι ὁ Κύριος; Δέστε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του. Ὅλοι μας ποὺ κοινωνοῦμε «κοινωνικὰ ἐνδιασφιγγόμαστε» λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος συνάδοντας πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, καὶ γινόμαστε σύσσωμοι καὶ σύναιμοι, εἴμαστε ἕνα Σῶμα καὶ γνωριζόμαστε ὡς μέλη τοῦ ἰδίου Σώματος. Σὲ ἰδέες δὲν πιστεύουμε γιατὶ γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ τὸ Θεό, γνωριζόμαστε μεταξύ μας μέσα Του!
Αὐτὸ μᾶς λένε καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σήμερα: μᾶς προκαλοῦν καὶ μᾶς προσκαλοῦν, ἐμπειρικὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ Θεό.
Γιὰ νὰ ὀμορφύνει καὶ νὰ ζήσει ὁ κόσμος.
Γιὰ νὰ λαμπρυνθεῖ καὶ μοσκοβολήσει η ζωή μας, ἡ κοινωνία μας, ἡ πολιτική μας, ἡ πατρίδα μας, ἡ ἒκπαίδευσή μας.
Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή Σας.
Ὑπὸ ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Ἐφραὶμ Γ. Τριανταφυλλόπουλου, Δρος Θεολογίας ΑΠΘ
Πρωτοσυγκέλλου Ἱ. Μητρ. Φθιώτιδος
Ζοῦμε..σὲ μιὰ ἐποχή, ποὺ μοιάζει μὲ μακρὺ ψυχορράγημα.
Ὁ ἄνθρωπος ὑπερύψωσε..τόσο..τόν Ἄνθρωπο,ποὺ τὸν ἔχασε ἀπὸ τὰ μάτια του. Μελαγχολία, ἀπαισιοδοξία, πάθη κρυφὰ καὶ ἀνομολόγητα, ἄγχος, κορεσμὸς ἀπὸ κάθε τι, φαίνεται νὰ χαρακτηρίζουν τὰ χρόνια μας. Σὰν νὰ ἀλλάζει τὸ πνευματικὸ DNA τοῦ Ἀνθρώπου καὶ αὐτός, ζώντας αὐτάρεσκα, βυθίζεται ὁλοένα καὶ περισσότερο στὴν ἄβυσσο τῆς ἀπώλειας. Ἀκοῦμε καθημερινὰ γιὰ παράξενα ἐγκλήματα, γιὰ περίεργες σχέσεις, ζοῦμε τὸν εὐτελισμὸ τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ἀγωνιοῦμε, κλαῖμε, προσευχόμαστε.
Δέν ξέρω, μένει καὶ σὲ σᾶς νὰ τὸ δεῖτε αὐτό, ἂν ὁ Ἄνθρωπος τελικὰ εὐτυχεῖ, ἢ σπαράσσεται ἀπὸ τὰ ἴδια του τὰ πάθη. Μᾶς ὑποσχέθηκαν παραδείσους ποὺ ὄχι μόνον καὶ οἱ ἴδιοι δὲν γεύτηκαν, ἀλλὰ καὶ ποὺ ὅσοι δοκιμάσαμε μὲ προτροπή τους, μείναμε καὶ μεῖς μὲ μιὰ πίκρα, μιὰ καυτὴ ἁλμύρα, μιὰ στυφὴ γεύση, μιὰ πείνα καὶ μιὰ δίψα.
Ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ γυρίσαμε νηστικοί. Τελείως ὅμως!
Ντυμένος στὸ πανέμορφο μαῦρο χρῶμα καὶ βυθίζοντας τὴν καθημερινότητά μου στὴ νέκρα γιὰ τὰ παρόντα, τὰ ζῶ ὁλοζώντανα, γι’αὐτὸ καὶ στέκω μπροστά σας, εὐτυχισμένο παιδί. Παραδόξως, στὴ Φυσικὴ λέγεται ὅτι τὸ μαῦρο χρῶμα, ἀπορροφάει ὅλο τὸ Φῶς. Πνευματικὰ μιλώντας, Σᾶς λέω ὅτι ἀλλοίμονο στὸν μαυροφορεμένο ποὺ δὲν αἰσθάνεται ἐλεημένο παιδὶ τοῦ Φωτός, ποὺ δὲν χαίρεται σὰν ὀρφανὸ ποὺ βρῆκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς Θεοτόκου καὶ τῶν Ἁγίων, τὴν πλατυτέρα Μητρότητα ποὺ ἀναζητοῦσε. Δὲ λείπουν βέβαια καὶ οἱ στιγμὲς ποὺ κάθε ἄνθρωπος κατανοεῖ πὼς εἶναι τυφλὸς ποὺ δὲ βρῆκε τὸ φῶς του ἀκόμη, ἀλλὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, μὲ κέφι καὶ χαρά, ψάχνει. Τί; Μά, τὸν πολύτιμο μαργαρίτη.
Ἀνήκωστὴ γενιὰ τοῦ 80, γενιὰ ἀπογοητευμένη ἀπὸ ἰδεολογήματα ποὺ δὲν καρποφόρησαν, γιατὶ ἦταν ξένα πρὸς τὴ ζωὴ καὶ ποὺ παθιασμένα τὰ χειροκροτούσαμε. Χωρὶς νὰ μοῦ λείπουν κάποιες σπουδές, τὸ σημαντικὸ γιὰ μᾶς τότε ἦταν, ὅτι ψάχναμε τὸ Θεό. Πολλοὶ ἀπὸ μᾶς δὲν τὸ καταλαβαίναμε κιόλας ὅτι Τὸν ψάχναμε. Εἴχαμε βαριές ἀπογοητεύσεις ἀπὸ πολλούς, σὲ πολλοὺς χώρους, ἀκόμη καὶ σὲ κείνους τοὺς χώρους ποὺ δὲν φαντάζεστε. Εἴχαμε τὴν αἴσθηση ὅτι θέλουμε νὰ ἀναπνεύσουμε ὀξυγόνο, γιατὶ γιὰ τὸ ὀξυγόνο ἔχουν πλαστεῖ τὰ πνευμόνια μας καὶ ἐμεῖς ἀναπνέαμε ὑγραέριο. Ἀσφυξία. Ὑπαρξιακὸ ἀδιέξοδο.
Θὰ καταλήξω στοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες, κάνοντάς σας ὅμως πρὶν μιὰ ἀπαραίτητη περιήγηση καὶ διευκρινίζοντας κάποια θέματα, ὄχι γιὰ τίποτε ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ σᾶς μεταδώσω -ἂν μπορέσω- κάτι. Φύση λογοτεχνικὴ καθὼς ἤμουν, διάβαζα ἀρειμανίως ἑλληνικὴ καὶ ξένη Λογοτεχνία, Ποίηση, πολὺ Θέατρο, ἀρχαῖο, νεοελληνικὸ καὶ ξένο, πολλὴ ὑπαρξιακὴ Φιλοσοφία, τὸν Σὰρτρ καὶ τὸν Καμύ, τὴν φαινομενολογία τοῦ Μερλὼ-Ποντύ, Φρόυντ, Λακὰν καὶ τὴ γαλλικὴ Ἀντιψυχιατρική, πάρα πέρα τὰ ἀνατολικὰ θρησκεύματα καὶ ἐν μέρει λογοτεχνικὰ κείμενα αὐτῶν τῶν λαῶν, κλπ, κλπ, κλπ.
Ὅλ’ αὐτά, μὲ σκοπὸ νὰ κορέσω τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα μου. Ἡ ἀπογοήτευση ὅμως συνεχιζόταν γιατὶ ὅλα κατέληγαν στὸ θάνατο. Σκεπτόμουν: Τί νὰ τὰ κάνω τὰ πτυχία καὶ τὰ διαβάσματα, τὴ συγγραφὴ καὶ τὴν ἐνημέρωση, ἂν μιὰ μέρα αὐτὰ καταλήγουν στὸν τάφο; Ἂν τὸ νόημα τῆς ζωῆς μου περικλείεται ἀνάμεσα σὲ μία ἡμερομηνία γέννησης καὶ μία ἡμερομηνία ταφῆς κι ἔπειτα ὅλα τελειώνουν, δὲν ὑπάρχει πιὸ ἡλίθιο πλᾶσμα πάνω στὴ γῆ ἀπὸ τὸν Ἄνθρωπο, γιατὶ φέρεται σὰ νὰ μὴν πρόκειται νὰ πεθάνει, ἐνῶ μόνο δύο αλήθειες κρατάει σίγουρες και σταθερὲς στὰ χέρια του: 1ον τὸ ὅτι θὰ πεθάνει καὶ 2ον δὲν ξέρει πότε! Καὶ πῶς ν’ ἀντέξουμε ἔτσι μέχρι τὸ θάνατο;
Μήπως νὰ τὸν ἐπισπεύσουμε, ἀλοίμονο;!
Πῶς ν’ἀντέξει ὁ Ἄνθρωπος τὸ φοβερὸ δίδυμο ζυγὸ τοῦ χωροχρόνου δίχως νόημα ὕπαρξης; Τότε ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος γίνονται δύο τέρατα ποὺ ἀπαισιότερα δὲν ὑπάρχουν, διότι γεννοῦν τὸ θάνατό μας. Τί νὰ τὶς κάνω ὅλες τὶς ἐπιτυχίες τοῦ κόσμου, ἂν εἶναι νὰ καταφέρω, ἁπλῶς, νὰ κηδευτῶ λαμπρά; Τί νὰ τὰ κάνω τὰ ὄμορφα χρώματα καὶ στολίδια γιὰ νὰ στολίσω τὴ φυλακή μου; Τὸ θέμα εἶναι νὰ βγῶ ἀπὸ τὴ φυλακή.
Ποῦ εἶναι ἡ ἀλήθεια ἐπιτέλους Θεέμου; Ἀναρωτιόμουν. Ὑποπτευόμουν ὅτι κάτι ὑπάρχει, ἀλλὰ ἕνα φρᾶγμα μὲ χώριζε ἀπὸ αὐτό, ἴσως ἕνα φοβερὸ βάραθρο. Ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σ’ Ἐκεῖνον ποὺ ὑπῆρχε ἀπέναντί μου καὶ Τὸν ὑποπτευόμουν, ὑπῆρχε «χάσμα μέγα» ποὺ λέει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο.
Μέχρις ὅτου ἀνέβηκα στὸ Ἅγιο Ὄρος τὸ 1986, Ἰούλιο μήνα, γιὰ πρώτη φορά. Στὰ χέρια μου ἔπεσαν τότε κάποια ποιήματα τοῦ σήμερον ἑορτάζοντος ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Ὁ Θεὸς μέσα ἀπὸ τὴν Ποίηση χτύπησε τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μου. Μιὰ ἀχτίδα φωτὸς με διαπέρασε τότε καὶ ὁ λίβας τῆς τρομερής σύγχυσης, πῆρε νὰ ὑποχωρεῖ. Πρῶτα-πρῶτα αἰχμαλωτίστηκα ἀπὸ τὸ κάλλος τῶν γραφομένων. Ρήματα βάθους καὶ φθέγματα κάλλους. Τὸ μέτρο πολλῶν του ποιημάτων ἦταν τὸ δακτυλικὸ ἑξάμετρο τοῦ Ὁμήρου, ἄρα συναντοῦσα καὶ τὸν Ὅμηρο, ὁλοζώντανο. Ὄχι μόνον τὸν Ὅμηρο, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἀρχαῖα τῶν Ἀρχαίων, ὁμηρικὲς λέξεις, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ πατὴρ ἦταν πιὸ Ἕλληνας καὶ ἀπ’ τοὺς Ἕλληνες, δεδομένου ὅτι μὲ τὸν συμμαθητὴ καὶ καρδιακὸ φίλο του, Μέγα Βασίλειο, εἶχαν σπουδάσει στὴν Ἀθήνα. Ἀντὶ γιὰ «φῶς», χρησιμοποιοῦσε τὴν ἀρχαιότερη λέξη«φάος». Ἀντὶ «Μωυσέως», ἔγραφε..«Μωυσῆος», ἀντὶ γιὰ «ἡλίου», ἔγραφε «ἡελίοιο»!
Πάρτε, τώρα, δύο ἄλλα κείμενα: Τὶς θεῖες Λειτουργίες ποὺ ἔχουν γράψει οἱ ἅγιοι Βασίλειος καὶ Χρυσόστομος, ἀπὸ τὶς ὁποῖες ἡ τοῦ Χρυσοστόμου, αὐτὴ τὴν ὁποία τελοῦμε συνήθως, θεωρεῖται σύντμηση τῆς Βασιλειανῆς Λειτουργίας. Ἂν τὶς ἀντιμετωπίσουμε σὰν φιλολογικὰ κείμενα, ἁπλῶς, θὰ δοῦμε ὅτι ἔχουν χαρακτῆρα χοροδράματος, δηλαδὴ φαίνεται καθαρὰ πὼς οἱ δύο ἅγιοι εἶχαν μελετήσει καλὰ, ἐκεῖ στὴν Ἀθήνα ποὺ σπούδασαν, καὶ τὴν ὁποία ὁ ἅγιος Βασίλειος ἀποκαλοῦσε «Χρυσῆ Ἀθήνα τῶν Γραμμάτων», τὸ ἀρχαῖο Δράμα. Χρησιμοποίησαν παρόμοια δομὴ γιὰ νὰ διαπορθμεύσουν τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου στοὺς ἀνθρώπους, ἄρα τὸν φιλοσοφικὸ καὶ μορφωτικό τους ἐξοπλισμό, διέθεσαν στὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας, τῶν πιστῶν, στὴν οἰκοδομὴ τοῦ Σώματος. Δὲν θὰ ἦταν παρακινδυνευμένο νὰ λέγαμε ὅτι μετὰ τὴν ὑπηρεσία ποὺ πρόσφερε ἡ ἀρχαία δραματικὴ Τέχνη στὴ θεία Λειτουργία, αὐτὴ ἡ τελευταία μᾶς ἀποκαλύπτεται ὡς τὸ ὄντως Θέατρο ὡς Θέαση – θεῶμαι, βλέπω σημαίνει τὸ ρῆμα- τέτοιο θέατρο ποὺ παρόμοιό του δὲν εἶχε ὑπάρξει ποτὲ πάνω στὴ γῆ, διότι μᾶς φέρνει τὸν Οὐρανὸ πάνω στὴ Γῆ. Στὴν ὀρθόδοξη θεία Λειτουργία, ἐπουράνια καὶ ἐπίγεια συγχορεύουν, ὁ Θεὸς κατεβαίνει ἀνάμεσά μας λέγοντάς μας: φάτε με καὶ πιεῖτε με! Καὶ μεῖς ἀφθαρτιζόμαστε θεοπρεπέστατα καὶ γευόμαστε τὴν αἰωνιότητα μέσα ἀπὸ τὴν εὐλογία τοῦ παρόντος, νὰ ἔχουμε ἕνα Θεὸ βρώσιμο καὶ πόσιμο!
Κάπου μυστικὰ στέκουν καὶ οἱ πρόγονοί μας: Ὁ Πλάτων μᾶς μίλησε γιὰ τὸν «Πάσχοντα Δίκαιο», ὁ Σόλων γιὰ τὴν «ἀλάθητη σάρκα ἀπ’τὴν ὁποία..θὰ γεννηθεῖ ὁ Θεός», ὁ Αἰσχύλος γιὰ «Ἐκεῖνον ποὺ κατέβηκε στὸν ἀνάβλητον Ἅδη», κάποιους ἀπὸ αὐτοὺς ἀναφέρει ὁ μέγας Ἀθανάσιος. Σωστὰ ἡ Ἐκκλησία μας μὲ τὸ ἀλάνθαστο κριτήριό Της, ἁγιογραφεῖ τους προγόνους μας σὲ νάρθηκες ἁγιορειτικῶν καὶ ἄλλων Μονῶν, ὡς τοὺς Κατηχούμενους τῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων.
Ποιός ἦταν ἄλλωστε ὁ σκοπὸς τῆς ἀρχαίας τραγωδίας; Νὰ φᾶμε τὸ σῶμα τοῦ θεοῦ Διονύσου γιὰ νὰ καθαρθοῦμε καὶ ἀποκατασταθοῦμε!
Δὲ θὰ μᾶς ἔφθανε ὁ χρόνος νὰ ἀναφερθοῦμε καὶ στὴν δυτικὴ Λογοτεχνία, ἁπλῶς θὰ Σᾶς θυμίσω τὸν «ἀπωλεσθέντα παράδεισο» τοῦ Μίλτον, τὴν «εὕρεση τοῦ χαμένου χρόνου» τοῦ Μαρσὲλ Προύστ, τὰ θεατρικὰ ἔργα «Περιμένοντας τὸν Γκοντό
Ποιόν λοιπόν, νοσταλγικὰ ἔψαχναν οἱ πρόγονοί μας, ἀλλὰ καὶ κάποιοι ἀπὸ τοὺς συγχρόνους συγγραφεῖς ποὺ μόλις ἀνέφερα, ἔστω καὶ ἀνεπίγνωστα, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουν;
Αὐτὸν ποὺ ἔχουμε ἀνάμεσά μας, εἰδικότερα τὴν ὥρα ποὺ λειτουργούμαστε, τὸν Χριστό μας! Πάει πουθενὰ ἀλλοῦ τὸ μυαλό μας μήπως;
Ἐπανέρχομαι τώρα στὰ κείμενα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, γιὰ νὰ σᾶς πῶ ἐπιπλέον καὶ τοῦτο: ἡ ἀχτίδα φωτὸς ἢ καλύτερα ἡ ἀστραπὴ παρηγοριᾶς ποὺ διαπέρασε τὰ σωθικά μου, ἐρχόταν ἀπὸ τὶς λέξεις καὶ τὰ γράμματα. Σάν, δηλαδή, ἡ κάθε λέξη νὰ ἦταν ἕνα κέλυφος ποὺ ἔσπαζε, ἢ ἕνα πέτασμα ποὺ ὑποχωροῦσε καὶ ἀποκάλυπτε τὴν ὄπισθεν κεκρυμμένη ὡραιότητα, μιᾶς ἄλλης τάξεως ὀμορφιά, ἕνα οὐράνιο τόξο εἰρήνης, ἀγαλλίασης, εὐφροσύνης, ἀνδρείας, ἐνθουσιασμοῦ, χαρᾶς, ἱλαρότητας (δὲν λέμε«φῶς ἱλαρόν»; ) ἢ καὶ ὅλ’αὐτὰ μαζί. Ὁ λόγος δηλαδή, τὰ λόγια, γινόταν ὄχημα τοῦ Λόγου, ἀποκαλυπτικοῦ τῆς ὡραιότητας καὶ τοῦ φωτὸς τῆς δόξας.
Ἔτσι, δροσιζόταν πιά, ὁ ἀναιμικὸς νέος κοινωνιολόγος, ποὺ ἤθελε ὅλα νὰ τὰ ἀναλύει καὶ νὰ βάλει τὸ Θεὸ στό … τσεπάκι! Ἔτσι εὐλογεῖτο πιὰ καὶ ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος μου πού, μπαίνοντας μέσα στὸν Χριστό, ἔπαψαν νὰ μὲ ἀγχώνουν καὶ ἀπειλοῦν ἔκτοτε. Ὁ Χριστὸς γίνεται ὁ χῶρος καὶ ὁ χρόνος σου.
Δὲν εἶναι λοιπὸν θέμα τὸ ΤΙ νικάει τὸ θάνατο, ἀλλὰ τὸ ΠΟΙΟΣ νικάει τὸ θάνατο. Ἔτσι, γνωρίζει κανεὶς τὸν Χριστό, μέσα ἀπὸ μεγάλη, ἐπώδυνη προσωπικὴ περιπέτεια.
Τὸ σημαντικὸ ποὺ ἔβλεπα εἶναι ὅτι, ὅταν χρειάζεται, ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι δύο συνεορτάζοντες Ἱεράρχες, Βασίλειος καὶ Χρυσόστομος, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες ποὺ εἶχαν ἐπιστημονικὲς γνώσεις, γίνονται ὀξυνούστατοι ἀκριβολόγοι στὴ διατύπωση τοῦ δόγματος, ἐρευνητὲς ἐπιστημονικοί, διεισδυτικότατοι κοινωνικοὶ ἀναλυτές, χωρὶς ὅμως διόλου νὰ θίγουν τὸ μυστήριο τῆς ἐγγύτητας τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὰ κτιστά, τὰ κτίσματα, τὴν αἰσθητὴ δημιουργία δηλαδή, χρησιμοποιοῦσαν ἐπιστημονικὸ λόγο καὶ τὰ πορίσματα τὰ πιὸ σύγχρονα, τῆς ἐπιστήμης τοῦ καιροῦ τους, ὅπως κάνουν καὶ τώρα. Ὅταν ὅμως ἔρχονταν στὰ ἄκτιστα, ὅπως λέμε τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, διέκριναν:
α)τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἄνθρωπο εἶναι ἐντελῶς ἀπρόσιτη, καὶ
β)τὶς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ, στὶς ὁποῖες μπορεῖ νὰ μετέχει ὁ Ἄνθρωπος καὶ μπορεῖ ἐπίσης νὰ ἀποδεικνύει τοῦ Θεοῦ αὐτὲς τὶς ἐπισκέψεις ποὺ εἶναι πράγματα, πραγματικότητες ἁπτές.
Ἀποδεικνύει ἐπίσης τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ, μέσα ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῶν κτισμάτων.
Εἶναι ἡ λεγομένη διπλῆ μέθοδος τῶν Πατέρων μας αὐτή, ποὺ διαφυλάσσει ἀπείραχτη τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ καὶ τὴν καρδιά μας. Ἀπέφυγαν ἔτσι τὴν παγίδα τοῦ Σχολαστικισμοῦ ποὺ εἶναι νὰ μεταχειρίζεσαι τὶς φιλοσοφικὲς μεθόδους στὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ, ὁπότε σκοτίζεσαι καὶ ἐξορίζεις τὸ Θεό ἀπὸ τὴ ζωή σου, εἴτε διότι ὁ «Θεὸς» ποὺ ἔτσι κατασκευάζεις δὲν ὑπάρχει, εἴτε διότι μὲ αὐτὴ τὴ μέθοδο ἐγκαταλείπεις τὸν πραγματικὸ Θεό. Παραμένει μέσα σὲ μιὰ ἀτέλειωτη μοναξιὰ ἐσὺ καὶ τὸ ἀναιδὲς ὄρνεο, ὁ νοῦς σου.
Ὅλο τὸ φιλοσοφικό τους ἐξοπλισμὸ οἱ ἅγιοιΤρεῖς Ἱεράρχες καὶ μετέπειτα οἱ ἄλλοι Πατέρες, τὸν χρησιμοποίησαν γιὰ τὴ διατύπωση τῆς ἀλήθειας τῶν πραγμάτων, πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει κάθε καλοπροαίρετος ἐπιστήμονας · καὶ τοῦτο γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔχει εὐσεβὴ διάνοια μιλάει γιὰ τὰ πράγματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκφράζει τὴν ἀλήθειά τους, ἀκόμη καὶ μὲ λέξεις ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὴν Ἁγία Γραφή, πχ μὲ φιλοσοφικοὺς ὅρους, ἐνῶ ὁ διεφθαρμένος στὸ νοῦ, ἀκόμη κι ἂνχρησιμοποιεῖ λέξεις τῆς Βίβλου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφράσει τὴν ἀλήθεια. Ψεύδεται.
Εἶναι γνωστὸ ἄλλωστε πὼς καλοπροαίρετοι κορυφαῖοι ἐπιστήμονες, ὅσο περισσότερο ἀνέλυαν τὸ ἐπιστημονικό τους ἀντικείμενο, τόσο καὶ ἐγγύτερα στὸ Θεὸ αἰσθάνονταν.
Ἔτσι, βλέποντας κι ἐγὼ τὸ τόσο ὑγιὲς καὶ ζωντανὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων, τὴν ἀνοησία τοῦ «πίστευε καὶ μὴ ἐρεύνα» γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μοῦ εἶχαν κάποιοι «περάσει», τὴν ἔβαλα στὴν ἄκρη. Ὑπῆρχε, λοιπόν, ἄφθονος χῶρος καὶ γιὰ μένα τὸν «κουλτουριάρη» -ὅπως λέμε τὸν διανοούμενο- μέσα στὴν Ἐκκλησία.
Ἐπανέρχομαι:
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος καὶ ὅλοι οἱ Πατέρες, μᾶς λένε ὅτι πίσω ἀπὸ τὶς λέξεις κρύβεται ἡ θεία χάρη, ἡ ὁποία «προχέεται»(!) τόσο ἀπὸ τὰ κείμενα τῶν Ἁγίων, ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ λείψανά τους. Οἱ λέξεις τότε γίνονται ἐπώνυμες καὶ συνώνυμες τοῦ φωτός, φωτονυμικές θά λέγαμε.
Εἶχα τόση χαρὰ τότε λοιπόν, ποὺ εἶπα ὅτι, ἂν εἶναι τόσο ὄμορφα μὲ τὸ Χριστό, ἀξίζει νὰ ἀνταλλάξω τὸ ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς μου γι’ Αὐτὸν καὶ μόνο, βέβαιος ὅτι Ἐκεῖνος ποτὲ δὲ θὰ μὲ διέψευδε! Ἔβλεπα τὸ κενὸ τῶν παλαιῶν μου πράξεων καὶ τῆς μέχρι τότε ζωῆς μου νὰ γεμίζει μὲ φῶς, κουράγιο, χάρη, αἰσιοδοξία καί, στὸ λυκόφως τῶν γκρεμισμένων εἰδώλων μου, ἀχνόφεγγε τὸ λυκαυγὲς τῆς ἐρχομένης βασιλείας, ὡστόσο πάντοτε παρούσας. Σάμπως τὰ νεκρὰ υπόλοιπα τῶν παθῶν μου νὰ έστεκαν πιὰ ξέπνοα, ἀφημένα σὰν πεταμένα κουρέλια στὰ σταυροδρόμια τῶν Καιρῶν.
Θυμᾶμαι τώρα τὸ Νικολὰ Ρενὲ Ἐνί, μαθητὴ τοῦ Ζὰν Πὼλ Σὰρτρ στὸ Παρίσι, ποὺ κατηχήθηκε καὶ βαπτίστηκε Ὀρθόδοξος στὸ ἅγιον Ὄρος στὴ Μονὴ Γρηγορίου. Ἀναδυόμενος ἀπὸ τὰ νερὰ τῆς βάπτισης στὸν ἀρσανᾶ τῆς συγκεκριμένης Μονῆς, ρωτήθηκε από τον περουβιανό ἱερομόναχο Συμεών ντὲ λὰ Χάρα Χίγκινσον:
-Τί εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία γιὰ σένα;
Ἀπάντησε: – Φῶς, πολὺ Φῶς!
-Καὶ ὁ Σάρτρ;
Ἀπάντησε: -Ἰδέες εἶναι ὁ Σάρτρ, καὶ ἕνα μέρος πολλῶν πραγμάτων ποὺ μοιάζουν μὲ σωρὸ από σκουπίδια σὲ σκουπιδοτενεκὲ και ποὺ ἀφρίζουν καὶ βρωμοῦν ἀνυπόφορα.
Σᾶς λέω πὼς ἔτσι αἰσθάνθηκα καὶ τοῦ λόγου μου κατὰ τὴ μεταστροφή μου, χωρὶς νὰ ἔχω προϋπάρξει ἀδιάφορος ρωμαιοκαθολικὸς καὶ ἀκραῖος ἀριστερὸς ὅπως ὁ Ἐνί. Προϋπῆρξα Ὀρθόδοξος ποὺ δὲνεἶχε σχέση μὲ τὸ θησαυρὸ ποὺ λέγεται Ὀρθοδοξία, ὅπως οἱ περισσότεροί μας. Ἄφηνα τώρα καὶ γὼ κατ’ ἀναλογία πίσω μου ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια ποὺ ἄφριζαν καὶ βρωμοῦσαν ἀνυπόφορα. Συμπληρωματικὰ σᾶς λέγω, καὶ θέλω νὰ τὸ προσέξετε αὐτό, ὅτι, ἐνῶ τυπικὰ ἤμουν ἕνα ἐνάρετο «καλὸ παιδὶ» ποὺ λένε, οὐσιαστικὰ πέθαινα, σάπιζα καὶ ὑπέφερα.
Καὶ εἶναι πιὸ ἀνυπόφορο νὰ σαπίζεις καὶ νὰ πεθαίνεις ὡς «ἐνάρετος», παρὰ ὡς ἁμαρτωλός, πρᾶγμα πιὸ φυσιολογικό.
Ἦρθε λοιπὸν ὁ ἅγιος Γρηγόριος στὴ ζωή μου καὶ τὰ διαβάσματά μου σὲ αὐτὸν ἐπεκτάθηκαν: μαθαίνω γιὰ τὴ μητέρα του τὴν ἁγία Νόννα, ποὺ σταύρωνε τὸ μικρὸ Γρηγόριο ὅταν κοιμόταν, νὰ τὴν ἀξιώσει ὁ Θεὸς νὰ τὸν καμαρώσει Κληρικό! Καὶ ἀποτελεῖ κόλαφο αὐτὴ ἡ συμπεριφορὰ τῆς μητέρας τοῦ Ἁγίου γιὰ τοὺς σημερινοὺς γονεῖς, ποὺ στὴν τραγική τους πλειοψηφία δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παιδιά τους, ἢ ἀσχολοῦνται μὲ τρόπο ποὺ νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ δικά τους ἀπωθημένα: ὅ,τι δὲν πέτυχαν αὐτοὶ στὴ ζωή τους, πρέπει νὰ τὸ πετύχουν τὰ παιδιά τους πάσῃ θυσίᾳ! Οὐδεμία ἄλλη ἀσχολία μὲ τὰ παιδιά. Γι’αὐτὸ καὶ τὰ παιδιά, στὴ μεγάλη τους πλειοψηφία μοιάζουν δυστυχισμένα καὶ προβληματικά, κακοποιημένα κυρίως ἀπὸ τὰ πάθη τῶν γονέων τους, δέσμια τῆς εἰκονικῆς πραγματικότητας καὶ τοῦ διαδικτυακοῦ σύμπαντος, ποὺ τὰ ἐμποδίζουν νὰ ζήσουν καὶ τὴν παιδικότητά τους, τὸ ὅτι εἶναι δηλαδὴ παιδιά.
Ἔχουμε μήπως κάτι καλύτερο νὰ προσφέρουμε στὰ παιδιὰ ἀπὸ τὸ Χριστό;
Ὑπάρχει κάτι ἄλλο νὰ προτείνουμε;
Εἶπε ὁ Χριστὸς κάτι ποὺ δὲν εἶναι καλὸ γι’ αὐτά;
Ἐντύπωση προξενεῖ στὸν ἀναγνώστη τῶν Γρηγοριανῶν κειμένων, ἡ ἀγάπη τοῦ Ποιητῆ Ἁγίου στὴ μητέρα του, τὴν ὁποία θυμᾶται συχνά-πυκνά στὰ χρόνια τῆς μοναχικῆς του ἀφιέρωσης στὰ βάθη τοῦ Πόντου καὶ δακρύζει καὶ κλαίει. Πίσω πάλι ἀπὸ τὸν Μεγάλο Βασίλειο ὑπάρχει ἄλλη μιὰ ἁγία μητέρα ἡ Ἐμμέλεια, ἐνῶ πίσω ἀπὸ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸ Χρυσόστομο ὑπῆρξε τὸ ἀνάστημα τῆς ἁγίας Ἀνθούσας.
Ὁποῖοι γονεῖς καὶ δὴ μητέρες, ὁποῖα τέκνα!
Εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ὁ πλέον εὐαίσθητος καὶ καλλιτέχνης τοῦ λόγου καὶ αἰσθητικὸς τῶν λέξεων ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ἀλλὰ καὶ ἡ κορυφὴ τῆς Θεολογίας, γι’αὐτὸ καὶ ἡ Ἐκκλησία μας τοῦ ἀπέδωσε τὸν τίτλο «Θεολόγος», τὸν ὁποῖο μόνο σὲ ἄλλους δύο ἀκόμη, τόν Ἰωάννη τόν Εὐαγγελιστὴ καὶ τὸν Συμεὼν τὸ Νέο Θεολόγο ἀπέδωσε, δείχνοντάς μας ὅτι θεολόγος δὲν εἶναι ὁ πτυχιοῦχος τοῦ ἀντιστοίχου πανεπιστημιακοῦ τμήματος, ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ γνώρισε τὸ Θεό, τόν γνώρισε ὁ Θεὸς καὶ μᾶς γνωρίζει καὶ μᾶς τὸ Θεό, σὲ ὅσους εἴμαστε δεκτικοί. Θεολόγος ἐπίσης μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ γίνει ὁποιοσδήποτε ἄνθρωπος, ὅταν ὁ λόγος του καὶ τὰ ἔργα του -δόγμα καὶ ἦθος, “πιστευτέα καὶ πρακτέα” ποὺ λέμε- ταυτίζονται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὴ ἡ σύζευξη λόγου καὶ παραδείγματος εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ εἶναι αὐτὸ ποὺ λείπει ἀπὸ ὅλους σχεδὸν ἐμᾶς. Εἶναι τραγικὴ ἡ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, Λαϊκοῦ ἢ Κληρικοῦ, γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ λαὸς λέει τὸ τόσον εὐφυές: «Δάσκαλε ποὺ δίδασκες καὶ νόμο δὲν ἐκράτεις».
Καὶ σὺ κάθεσαι καὶ κάνεις συλλογὴ πτυχίων γιὰ νὰ ἀποκτήσεις καλὸ βιογραφικό, πολλὰ τυπικὰ προσόντα στὸν κλάδο σου καὶ νὰ ἐξελιχθεῖς. Καλὰ κι αὐτά, ἀλλὰ μόνον μέσα ἀπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ τάφου ποὺ ἔρχεται σὰν κλέφτης μέσα στὴ νύχτα, φαίνονται στὶς πραγματικές τους διαστάσεις: αὐτὴ ἡ μνήμη θανάτου ἦταν διηνεκὴς στοὺς τρεῖς Ἱεράρχες καὶ σ’ ὅλους τοὺς ἁγίους καὶ στὸ βάθος, τὸ βιογραφικὸ ὅλων τους εἶναι τὸ βιογραφικὸ τῆς αἱμορροούσας, τῆς γυναίκας ποὺ αἱμορραγοῦσε καὶ τὴν ἔκαμε καλὰ ὁ Κύριος, γιατρεύοντας τὴν αἱμορραγία τοῦ σώματος, ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς της.
Τέτοιο βιογραφικὸ νὰ ἀποκτήσουμε ὡς βάση -νὰ μᾶς γιατρέψει ὁ Χριστὸς πα’ νὰ πεῖ, χρήζουμε σοβαρῆς θεραπείας- καὶ τὰ ὑπόλοιπα καθ’ ὁδὸν ἂς προστίθενται, ἂν προστίθενται!
Εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ συνεχὴς μνήμη θανάτου χαρμόσυνη, διότι ὁ Χριστός, μὲ τὴν ἀγωνία Του πάνω στὸ σταυρό, κατήργησε τὴ δική μας ἀγωνία, θεραπεύοντας ὁμοιοπαθητικῶς τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο. Ἔτσι, αὐτὸς ποὺ ζεῖ μὲ μνήμη θανάτου δὲν ἀγωνιᾶ, διότι γνωρίζει ὑπαρξιακὰ καὶ ὁλοσώματα πὼς ὁ θάνατος ἀπονευρώθηκε κι ἐνῶ ἡ φαινομενολογία του παραμένει -τὸν βλέπουμε, τὸν ἀκοῦμε, τὸν αἰσθανόμαστε, μᾶς ἐπισκέπτεται- στὴν οὐσία τελικὰ δὲν ἔχει ἐξουσία ἐπάνω μας.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης καὶ μετά, ὅλα κρίνονται μέσα στὸ ἀναστάσιμο Φῶς, ἅπαξ καὶ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν.
Ἡ λύπη, λοιπὸν, γιὰ τὴν κατάντια μας, ἐξισορροπεῖται ἀπὸ τὴ χαρὰ ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς δέχεται ὅπως εἴμαστε μέσα στὸ ἀναστάσιμο Φῶς Του καὶ μᾶς προτρέπει νὰ Τὸν ἐπικαλούμαστε συνεχῶς σὰν τὸ μεγάλο φίλο καὶ ἀδελφό μας ποὺ ποτὲ δὲ θὰ μᾶς διαψεύσει. Όσα είναι περιττὰ μέσα μας καὶ γύρω μας θὰ τὰ ἀπομακρύνει Ἐκεῖνος. Λύπη καὶ χαρά, συνεπῶς, συνδυάζονται σ’ αὐτὸ ποὺ οἱ Πατέρες μας ὀνομάζουν «χαρμολύπη» μέσα σὲ μιὰ θαυμαστὴ ἰσορροπία ὅπου, οὔτε ἡ λύπη ἐκτρέπεται πρὸς τὴν κατάθλιψη, οὔτε ἡ χαρὰ πρὸς τὴ μανία. Ὅλα στέκουν καλῶς.
Ἐρχόμαστε τώρα σ’ ἕνα θέμα πιὸ πεζό, αὐτὸ τῆς ἰδιοκτησίας.
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ τολμηρὰ γιὰ τὴν ἐποχή του γράφει ὅτι ἰδιοκτησία δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἕνα ψέμα. Πράγματι, ὅ,τι παίρνεις στὸν τάφο σου, αὐτὸ εἶναι δικό σου, δηλαδὴ τίποτε· ὁτιδήποτε ἄλλο ἔχεις, ἀκόμα κι ἂν νόμιμα εἶναι δικό σου, οὐσιαστικὰ δὲν σοῦ ἀνήκει. Ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν κατανοοῦν οἱ ἄνθρωποι γι’αὐτὸ καὶ ταλαιπωροῦνται, λέει ὁ Ἅγιος. Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος πούλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε, τὴ μεγάλη πατρική του περιουσία καὶ ἔχτισε ὁλοκληρη πόλη, τὴ Βασιλειάδα, ἕνα καύχημα παροχῆς κοινωνικῶν, πνευματικῶν καὶ ἰατρικῶν ὑπηρεσιῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Μάλιστα ὁ ἅγιος αὐτὸς ἐπίσκοπος, ποὺ εἶχε ἐπιφορτισθεῖ μὲ τὶς εὐθύνες μιᾶς τεράστιας ἀρχιεπισκοπῆς ὅπως ἡ Καισάρεια τῆς εποχῆς ἐκείνης, μὲ ἔκταση ὅση περίπου καὶ ἡ σημερινὴ Τουρκία, δὲν ἔπαυε στὴν ἀνάπαυλα τῶν πολλῶν του ἐκκλησιαστικῶν καθηκόντων, ὅποτε ὑπῆρχε, νὰ ἐπισκέπτεται τὴ Βασιλειάδα καὶ νὰ περιποιεῖται εἰδικὰ τοὺς λεπρούς, τῶν ὁποίων ἀσπαζόταν τὰ σακατεμένα μέλη λέγοντας: αὐτὰ εἶναι τὰ πονεμένα μέλη τοῦ Χριστοῦ!
Ὁ ἴδιος πάσχοντας ἀπὸ φυματίωση, δὲν ἀπέφευγε τὶς συχνὲς αἱμοπτύσεις, ἀκόμη καὶ στὴ διάρκεια τοῦ κηρύγματος, τονίζοντας πάντοτε τὸ γεγονὸς τῆς σωματικῆς ἀσθένειας σὰν ἀπὸ Θεοῦ μέγιστη εὐεργεσία. Δὲν ἀντιδροῦσε διαφορετικὰ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ποὺ ἔπασχε ἀπὸ συχνὲς γαστρορραγίες – δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν- εἶπε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου του, καὶ ὁ ὁποῖος συχνότατα πίεζε τὸν αὐτοκράτορα γιὰ περισσότερες παροχὲς στοὺς πεινασμένους, κάποτε καὶ μὲ θορυβώδη τρόπο. Οὐδὲν σχόλιον!
Ἐσεῖς, ἐλλογιμώτατοι κύριοι καὶ Κυρίες Καθηγηταί, καὶ σεῖς οἱ παλαιότεροι, οἱ ἀξιοτίμητοι καὶ ἔμπειροι θεολόγοι, ἀπὸ τὴ σοφία τῶν χρόνων, ποὺ τιμάει σήμερα ἡ Ἡμέρα, ὅπως καὶ σύμπαντα τον εκπαιδευτικό κόσμο -ποὺ μοῦ θυμίζετε κι ἐμένα τοὺς παλιούς μου καλότατους δασκάλους ὅλων τῶν βαθμίδων, τῶν περισσοτέρων ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὰ ὀνόματα εἶναι γραμμένα πιὰ στὴ βίβλο τῆς Ζωῆς, καὶ χαίρομαι καὶ συγκινοῦμαι- ἀσφαλῶς θὰ ἔχετε κατανοήσει καὶ ὡς δίδαγμα τὸ μεταδίδετε καὶ στοὺς νεώτερους, ὅτι παιδευτική διαδικασία χωρὶς φιλάνθρωπο καὶ ἐλεήμονα χαρακτῆρα εἶναι μάταιη καὶ ἐνάντια στὸν Ἄνθρωπο.
“Κάθε επιστήμη ποὺ χωρίζεται ἀπὸ τὴν Ἀρετή, δὲν είναι σοφία, αλλά πανουργία” μας λέει ο Πλάτων στον Μενέξενο.
Φτάσαμε στὸ σημεῖο νὰ ζοῦμε τόσο πολὺ κατὰ φαντασία, ποὺ προτιμοῦμε νὰ πεθαίνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα ἢ νὰ σκοτώνονται οἱ ἄνθρωποι, ἀρκεῖ νὰ εὐημεροῦν οἱ ἀριθμοί. Ὡραῖο ὄντως ὅραμα ζωῆς ἔχουμε νὰ προσφέρουμε στοὺς νεότερους! Τὴν ἴδια ἀποτυχία παρουσιάζει καὶ ἡ Πολιτική, ὅταν δὲν ἔχει χαρακτῆρα ἔντιμης ἱερατικῆς ἀφοσιώσεως. Ταλαιπωροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅλοι ταλαιπωροῦμε ὅλους, δέσμιοι παθῶν καὶ ἰδιοτροπιῶν.
Οἱ σήμερον τιμώμενοι ἅγιοι τρεῖς Ἱεράρχαι, ἂν καὶ εἶναι ἄνθρωποι τῶν Γραμμάτων, πανεπιστήμονες τῆς ἐποχῆς τους, ἐν τούτοις δὲν ἔπαυαν ποτὲ νὰ θέτουν τὴ γνώση τους καὶ τὰ ἀγαθά τους στὴν ὑπηρεσία τοῦ Ἀνθρώπου.
Ἀναφορικὰ μὲ τὶς γνώσεις, «δὲν θὰ ἀτιμάσουμε καὶ δὲν θὰ περιφρονήσουμε τὴν παιδεία ἐπειδὴ ἔτσι ἀρέσει σὲ κάποιους», λέει ὁ ἄγιος Γρηγόριος, στηλιτεύοντας τοὺς θρησκευάμενους σκοταδιστὲς τῆς ἐποχῆς. Ἡ δὲ ἐξαιρετικὰ ἐκτεταμένη γιὰ τὰ χρόνια ἐκεῖνα παιδεία τοῦ ἁγίου Βασιλείου φαίνεται ἀπὸ τὸ γνωστὸ θαυμάσιο σύγγραμμά του «Ἑξαήμερος», ὅπου ἐκεῖ ἀναλύει τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου καὶ τοῦ Ἀνθρώπου μὲ τόση ἐμβρίθεια, ὥστε νὰ ἐκπλήσσεται ἀκόμη καὶ ὁ σύγχρονος ἐπιστήμονας. Τὴν ἀνάγνωση τοῦ παραπάνω συγγράμματος ἐκθύμως Σᾶς συνιστοῦμε, ὅπως καὶ τὰ καταπληκτικὰ σχόλια πάνω στὴν «Ἑξαήμερο», τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ἀδελφοῦ κατά σάρκα τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὁ ἴδιος ὁ Μέγας Βασίλειος προτείνει στοὺς νέους νὰ διαβάζουν Ἕλληνες συγγραφεῖς, διότι τὰ κείμενά τους μποροῦν πολὺ νὰ τοὺς ὠφελήσουν.
Ἐπαναλαμβάνοντας τὸν Πλάτωνα, διὰ στόματος τοῦ Μενέξενου, ποὺ εἶχαν καλὰ μελετήσει, ὅτι κάθε ἐπιστήμη ὅταν χωρίζεται ἀπὸ τὴν ἀρετὴ εἶναι πανουργία καὶ ὄχι. σοφία, δὲν ἔπαυαν ὅλον αὐτὸ τὸ γνωσιολογικό τους ἐξοπλισμὸ νὰ τὸν χρησιμοποιοῦν γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ τὴν ἀνακούφιση τοῦ πλησίον ποὺ εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ μπορεῖ νὰ Σᾶς βοηθήσει, διδάσκοντες καὶ διδασκόμενους ἡ Παιδαγωγικὴ Ἀνθρωπολογία τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ ἀνατέμνει σὲ βάθος τὴ σχέση δασκάλου καὶ μαθητῆ, τὶς παιδαγωγικὲς συμβουλὲς πρὸς τὸ δάσκαλο, ὥστε νὰ ἐπιτύχει δημιουργικὴ καὶ ὄχι δουλικὴ ὑπακοὴ ἀπὸ τὸν μαθητή του.
Περνᾶμε σ’ἕνα ἄλλο θέμα τώρα:
Στὰ χρόνια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου ἡ μοιχεία γιὰ τὴν γυναίκα ἦταν βαρύτερη ἀπ’ ὅ,τι γιὰ τὸν ἄντρα. Στηλιτεύοντας τὸ κατεστημένο τῆς ἐποχῆς του ὁ Ἅγιος, πολὺ πρὶν τὸ φεμινιστικὸ κίνημα τοῦ προτελευταίου αἰώνα, 17 αἰῶνες πρίν, λέμε, τολμάει νὰ πεῖ ὅτι ἄντρες νομοθέτησαν, γι’ αὐτὸ οἱ γυναῖκες ταλαιπωροῦνται. Μποροῦν νὰ βροῦν καλύτερο σύμμαχο οἱ φεμινίστριες ἀπὸ τὸν ἅγιο Γρηγόριο;
Ἐπειδὴ εἶχε πνεῦμα εὐρύ, ἀνοικτό, συνδιαλεγόταν μὲ τοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του καὶ ρωτοῦσε πάντοτε τὸ φίλο του Βασίλειο, μέχρι ποίου σημείου νὰ διαλέγεται μὲ τοὺς αἱρετικούς, διότι ὑπῆρχαν καὶ οἱ γραφικοὶ «θρῆσκοι», οἱ σοῦπερ-ὀρθόδοξοι τῆς ἐποχῆς, ποὺ ὑπάρχουν σὲ κάθε ἐποχὴ γιὰ νὰ κάνουν ἁπλῶς θόρυβο καὶ κεῖνος τὸν συμβούλευε. Θεωροῦνταν ἀπὸ τοὺς θρήσκους ζηλωτὲς ἐκείνων τῶν καιρῶν, ἐλαστικοὶ καὶ οἱ δύο τους.
Αὐτὸ μᾶς μαθαίνουν οἱ τρεῖς Ἱεράρχες μέσα ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὴ ζωή τους: νὰ μὴν εἴμαστε θρῆσκοι. Τὸ νὰ εἶσαι θρῆσκος εἶναι πολὺ ἁπλὸ πρᾶγμα σήμερα καὶ θὰ ἔλεγα μᾶλλον ὅτι ἔχει πέραση. Ἡ θρησκεία ὅμως εἶναι νεύρωση, ὅπως ἔλεγε ὁ μακαριστὸς πατὴρ Ἰωάννης Ρωμανίδης.
Στὸ βάθος κάθε θρησκευτικοῦ συστήματος, πάρτε ὅποιο θέλετε, ὑπάρχει ὁ φοβισμένος Ἄνθρωπος ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐξευμενίσει ἕναν ἀπρόσιτο, ἀδέκαστο καὶ τιμωρὸ Θεό. Ὁ Ἄνθρωπος προσπαθεῖ νὰ πάει πρὸς τὸ Θεό.
Στὴν Ὀρθοδοξία, λένε οἱ Πατέρες μας, ἄλλωστε τὸ ἔβλεπα στὴ ζωὴ καὶ τὰ ἔργα τους, ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ κατεβαίνει, ἀκριβέστερα “συγκαταβαίνει” καὶ ἀγκαλιάζει τὸν Ἄνθρωπο. Καὶ τὸν ἀγαπάει σὲ τέτοιο βαθμό, ποὺ ἀνεβαίνει στὸ Σταυρὸ καὶ πεθαίνει γι’ αὐτόν. Τὸ ἔχετε δεῖ πουθενὰ ἀλλοῦ αὐτό;
Στὴν οὐσία λοιπόν, οἱ σήμερον ἑορτάζοντες ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες, γκρεμίζουν κάθε θρησκεία, κάθε νευρωτικό, φοβικὸ θρησκευτικὸ σύστημα καὶ μᾶς καλοῦν νὰ γνωρίσουμε τὸ Χριστό. Δηλαδή; Νὰ γίνουμε Ἐκκλησία, ἐκκλησιαστικοὶ ἄνθρωποι –πρᾶγμα δύσκολο κι ἐπίπονο- ὄχι θρησκευάμενοι, θρῆσκοι, «θεοῦσοι» -συγχωρέστε με- ποὺ λέει ὁ ἁπλὸς λαὸς καί, ποὺ ἐννοεῖ τί; Τὸ ἀνάλογο τοῦ κατεστημένου τῶν Γραμματέων καὶ Φαρισαίων τῆς ἐποχῆς τοῦ Χριστοῦ στὸ σήμερα!
Ὁ Χριστὸς μᾶς εἶπε νὰ εἴμαστε ἁπλοὶ σὰν τὸ περιστέρι καὶ φρόνιμοι σὰν τὸ φίδι, δηλαδὴ ἁπλοὶ καὶ ταπεινοὶ στὴν καρδιὰ καὶ ἔξυπνοι στὸ μυαλό. Αὐτὸ τὸ χρυσὸ συνδυασμὸ συναντᾶμε σὲ ὅλα τὰ μεγάλα ἀναστήματα τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως σήμερα στοὺς ἑορτάζοντες Τρεῖς Ἱεράρχες. Φύση πρακτικὴ ὁ Βασίλειος, ἡσυχαστικὴ ὁ Γρηγόριος, κοινωνικὴ ὁ Χρυσόστομος, εἶχαν ἕνα κοινό, τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή, καὶ τὴν προσεκτικὴ ζωή. Αὐτὸ τὸ κοινό στοιχεῖο, ἡ ἴδια αὐτὴ εὐλογία, ἐπιμεριζόταν στὸν καθένα, καί, ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιοσυγκρασία του, φανέρωνε τὸ δεσπόζον χαρακτηριστικό του. Ἔχοντας συνείδηση ὅτι τοὺς κάλεσε ὁ Θεός, κατέθεταν ὅλα τὰ χαρίσματά τους στὴν Τράπεζα τῆς Ζωῆς, τὴν Ἐκκλησία. Ἦταν καὶ θρόνων διάδοχοι, ὡς ἐπίσκοποι, ἀλλὰ καὶ τρόπου ζωῆς ἁγίου μέτοχοι. Τὸ κοινωνικὸ ἔργο τὸ ὁποῖο ἐπιτελοῦσε ὁ καθένας τους ἦταν τὸ ἀποτέλεσμα μακρῶν, ἀλλὰ κρυφῶν, δακρύβρεκτων ταπεινῶν ἀγώνων νηστείας, ἀγρυπνίας, προσευχῆς, φοβερῆς πάλης ἐναντίον τοῦ κοσμικοῦ φρονήματος καὶ τοῦ διαβόλου.
Χωρὶς αὐτὴ τὴ βάση νὰ τὸ στηρίζει, τὸ ὅποιο ἔργο καταλύεται καὶ χάνεται· δὲν ἔχει πνοὴ ζωῆς: εἶναι κάτι τὸ ἐφήμερο, ποὺ μπορεῖ νὰ προκαλέσει μιὰ προσωρινὴ ἀνθοφορία συναισθημάτων, ποὺ ὅμως φυλλορροοῦν καὶ δὲν δένουν καρπό, γιατὶ λείπει τὸ Ἕνα ποὺ χρειάζεται καὶ εἶναι ὁ Χριστός.
Νὰ μὴ μένουμε λοιπὸν μόνο στὸ ἐξωτερικὸ ἔργο τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, ἀλλὰ νὰ προσέξουμε ποιοὶ ἦταν ἀπὸ μέσα τους καί, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἀπὸ μέσα τους εἶχαν ἐπίμονα καὶ ἐπίπονα καλλιεργηθεῖ σὲ βαθμὸ νὰ ἀποτελοῦν ζωντανὰ ἐκμαγεῖα τῆς Χάριτος, γι’ αὐτὸ καὶ τὰ ἔργα τους λάμπουν.
Ἐμεῖς, συχνὰ θέλουμε νὰ πετύχουμε τὸ ἴδιο, χωρὶς ὅμως τὶς πνευματικὲς προϋποθέσεις ποὺ προανέφερα, ἀκριβῶς ἐπειδὴ μᾶς πλανάει ἡ ἐξωτερικὴ φανταχτερὴ ὄψη τοῦ πράγματος. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὸν ἅγιο Χρυσόστομο, τοῦ ὁποίου συχνὰ ἀναφέρουν τὸ κοινωνικὸ ἔργο καὶ τοὺς ἀγῶνες, χωρὶς νὰ ἑστιάζουν καθόλου στὴν ἀσκητικὴ βιοτή του, γνωρίζουμε ὅτι διδάχτηκε τὴν πνευματικὴ ζωὴ ἀπὸ κάποιον Σῦρο Γέροντα γιὰ τέσσερα χρόνια, τὰ 2 ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέρασε μέσα σὲ μιὰ σπηλιά. Προετοιμάστηκε καλὰ λοιπόν, καὶ μάλιστα μέσῳ τῆς ἀρχαίας συριακῆς παραδόσεως κι ἔπειτα ἀνοίχτηκε φανερὰ στὸν πόλεμο καὶ τοὺς ἀγῶνες.
Περαίνοντας, θὰ λέγαμε σὲ ἀντιστοιχία μὲ ὅσα είπαμε στὴν ἀρχή τῆς ὁμιλίας σχετικὰ μὲ τὸν σημερινὸ Οὑμανισμό, στοὺς Πατέρες ὑπάρχει ἕνα εἶδος ἀνάποδου Ἀνθρωπισμοῦ: δὲν γνωρίζω τὸ Θεὸ διὰ τοῦ πλησίον μου ἀνθρώπου· πηγαίνω ἐγὼ πρὸς τὸν Θεό καὶ μέσα στὸ Θεὸ βρίσκω τὸν πλησίον. Ὅταν βρῶ τὸν πλησίον βρίσκομαι ἤδη μέσα στὸ Θεό. Γι’ αὐτό καὶ βρίσκω τὸν πλησίον μου ἄνθρωπο μοναδικῶς σωστά: Ὡς δικό μου μέλος δηλαδή.
Εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀναζητοῦσε ὁ πολὺς Λουδοβῖκος Βιττγκενστάιν, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ὅλη ἡ δυτικὴ Φιλοσοφία πρέπει νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸν Καρτεσιανισμό της, διότι ὅταν λέει «σκεπτόμενο ὑποκείμενο» ἀναφέρεται στὸ νοῦ, χωρὶς νὰ ὑπολογίζει τὸ σῶμα, ἐρήμην τοῦ σώματος. Ὅλο τὸ δυτικὸ σύστημα σκέψης πάσχει ἀπὸ μιὰ νοσταλγία σώματος, πρᾶγμα ποὺ δὲν συμβαίνει μὲ τὴ θεολογία τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν καὶ ὅλων τῶν Πατέρων, γιατὶ εἶναι μία θεολογία ἔνσαρκη. «Γευτεῖτε καὶ δέστε πόσο χρηστὸς εἶναι ὁ Κύριος», λέμε στὴ θεία Λειτουργία. Ποιός εἶναι ὁ Κύριος; Δέστε τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα Του. Ὅλοι μας ποὺ κοινωνοῦμε «κοινωνικὰ ἐνδιασφιγγόμαστε» λέει ὁ ἅγιος Μάξιμος συνάδοντας πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, καὶ γινόμαστε σύσσωμοι καὶ σύναιμοι, εἴμαστε ἕνα Σῶμα καὶ γνωριζόμαστε ὡς μέλη τοῦ ἰδίου Σώματος. Σὲ ἰδέες δὲν πιστεύουμε γιατὶ γνωρίζουμε ἐμπειρικὰ τὸ Θεό, γνωριζόμαστε μεταξύ μας μέσα Του!
Αὐτὸ μᾶς λένε καὶ οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες σήμερα: μᾶς προκαλοῦν καὶ μᾶς προσκαλοῦν, ἐμπειρικὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ Θεό.
Γιὰ νὰ ὀμορφύνει καὶ νὰ ζήσει ὁ κόσμος.
Γιὰ νὰ λαμπρυνθεῖ καὶ μοσκοβολήσει η ζωή μας, ἡ κοινωνία μας, ἡ πολιτική μας, ἡ πατρίδα μας, ἡ ἒκπαίδευσή μας.
Σᾶς εὐχαριστῶ γιὰ τὴν ὑπομονή Σας.
Ὑπὸ ἀρχιμ. τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου
Ἐφραὶμ Γ. Τριανταφυλλόπουλου, Δρος Θεολογίας ΑΠΘ
Πρωτοσυγκέλλου Ἱ. Μητρ. Φθιώτιδος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Παιδαγωγικός Λόγος των Τριών Ιεραρχών στη Σύγχρονη Εποχή
Στην εποχή των αντιφάσεων, των μεγάλων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών, εν μέσω μίας παγκόσμιας οικονομικής και ηθικής κρίσης, προβάλλει όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος ο παιδαγωγικός λόγος των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι από τον 4ο αιώνα μ.Χ. έθεσαν οριστικά τα θεμέλια ενός νέου πνευματικού πολιτισμού. Οι Τρεις Μέγιστοι Φωστήρες, όπως εύστοχα ονομάστηκαν, καθιέρωσαν με την παιδαγωγική τους σοφία το πρότυπο του «χριστιανού ανθρώπου», με στόχο να μεταδώσουν στους νέους το ιδεώδες της αληθινής μόρφωσης και να τους βοηθήσουν να βρουν το νόημα της πραγματικής ευτυχίας στη ζωή τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και ιδιαίτερα ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, τόνισαν ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον λογικόν, πολιτικόν», γεγονός που τον καθιστά ανώτερο των αλόγων ζώων και τον κάνει ταυτόχρονα ικανό για αγωγή και παιδεία. Οι Τρεις Ιεράρχες όμως, με τη δύναμη του πνεύματός τους, κατόρθωσαν να προχωρήσουν ακόμη πιο μπροστά και να αναγνωρίσουν ότι το μεγαλείο του ανθρώπου βρίσκεται πέρα από τη λογική του ικανότητα, στο ότι είναι «ζώον θεούμενον», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ξεκινώντας από την αρχή ότι ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού», ο Μέγας Βασίλειος θα τονίσει: «Τὸ μὲν κατ’ εἰκόνα φύσει δέδοται ἡμίν. Τὸ δὲ καθ’ ὁμοίωσιν ἐκ προαιρέσεως … κατορθοῦμεν».
Αναγνωρίζοντας επομένως οι Τρεις Ιεράρχες τη σπουδαιότητα της αγωγής για την εκπλήρωση του αληθινού προορισμού του ανθρώπου, τη θέωση, έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στη διαπαιδαγώγηση της νεότητας. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, «ἂν εἰς ἁπαλὴν ψυχὴν ἐντυπωθῆ τὰ καλὰ διδάγματα, οὐδεὶς αὐτὰ ἐξελεῖν δυνήσεται». Χωρίς να καταργούν κάθε άλλη μόρφωση, οι Τρεις Πατέρες προβάλλουν το μεγαλείο της «κατά Χριστόν» παιδείας, η οποία θα οδηγήσει τους νέους στην «κατόρθωσιν της αρετής» και στη σωτηρία. «Μόρφωσε τον υιόν σου χριστιανικώς. Όταν λείπει η χριστιανική αγωγή, τότε καμμία ωφέλεια δεν υπάρχει, έστω και αν ένας έχει εξαιρετικήν ικανότητα. Τρόπων έχομεν ανάγκην, όχι λόγων, ήθους, όχι ικανοτήτων, έργων, όχι λόγων», θα πει εμφαντικά ο ιερός Χρυσόστομος.
Οι Τρεις Μεγάλοι Παιδαγωγοί συμφωνούν ότι η αγωγή των παιδιών πρέπει να αρχίζει από το λίκνο, τότε που η ψυχή είναι εύπλαστη και δεκτική. «Οὐ γὰρ τὸ σπεῖραι ποιεῖ πατέρα μόνον, ἀλλὰ τὸ παιδεῦσαι καλῶς», τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, προσθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει αντικοινωνικό το παιδί που μεγάλωσε σε ατμόσφαιρα αγάπης. Πιο πολύ όμως συμβουλεύει τους γονείς να διδάσκουν τα παιδιά με το παράδειγμά τους, φροντίζοντας να δημιουργούν ψυχική επαφή και σωστή επικοινωνία μαζί τους: «Νόμισον ἀγάλματα χρυσὰ ἔχει ἐπὶ τῆς οἰκίας, τὰ παιδιὰ … τὴν ψυχὴν αὐτῶν κατακόσμει καὶ διάπλαττε…».
Το παιδαγωγικό έργο των γονέων καλείται να ενισχύσει η σχολική αγωγή, που σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο δημιουργεί νέους πνευματικούς δεσμούς, εξίσου ισχυρούς. Οι Τρεις Ιεράρχες θεωρώντας το έργο της αγωγής «τέχνη τεχνών και επιστήμην επιστημών» δημιουργούν δικό τους παιδαγωγικό σύστημα, το οποίοθεμελιώνεται στη χριστιανική κοσμοθεωρία. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα αγωγής με ξεκάθαρους στόχους και συγκεκριμένες προτάσεις διδασκαλίας, που θέτει την επικοινωνία δασκάλου – μαθητή σε ανώτερη βάση: στο «φιλεῖν καὶ φιλεῖσθαι», πουκάτ’ αυτούς είναι η καλύτερη βάση για επιτυχία κάθε παιδευτικού έργου. Συγκεκριμένα ο Ιερός Χρυσόστομος ασχολήθηκε με τον σκοπό της αγωγής, την προσωπικότητα του μαθητή, τις μεθόδους διδασκαλίας, την ελκυστικότητα του μαθήματος, τις δυνατότητες των παιδιών κ.ά. Αναφέρεται επίσης στη θετική επίδραση της γυμναστικής και της μουσικής και στην αποφυγή των καταχρήσεων. Όλα αυτά όμως γίνονται για ένα βασικό σκοπό: Τη διάπλαση του νέου «εἰς τέλειον χριστιανὸν καὶ πραγματικὸν φιλόσοφον», άξιον «τῆς ἄνω πολιτείας» και της απολαύσεως «τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν».
Οι Τρεις Ιεράρχες, άνθρωποι ευγενείς και ενάρετοι, μεγάλοι επιστήμονες και συγγραφείς, έγιναν οι ίδιοι πρότυπα παιδαγωγών για τους συγχρόνους τους. Συνδυάζοντας στο πρόσωπό τους τη σοφία, τη δύναμη και την αρετή αναδείχθηκαν ως τέλειοι τύποι ανθρώπων, άξιοι να παραδειγματίσουν και να καθοδηγήσουν τις μελλούμενες γενιές: «καθαρθηναι δεῖ πρώτον, εἴτα καθάραι, σοφισθήναι, καὶ οὕτω σοφίσαι, γενέσθαι φῶς καὶ φωτίσαι…», θα διακηρύξει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Σήμερα, που ο ευρωπαϊκός πολιτισμός βρίσκεται σε ένδεια και παρακμή, που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα κάποια ακτίδα φωτός, σε μία ζωή μίζερη και οι νέοι μας κάποιο ανώτερο σκοπό για να ζουν, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών ηχεί λυτρωτικά. Μέσα στο απρόσωπο περιβάλλον της σημερινής καταναλωτικής κοινωνίας που έχει χρεοκοπήσει, δημιουργώντας άτομα αποξενωμένα και δυστυχισμένα, απαιτείται η επιστροφή στον «καινόν ἄνθρωπον», το πρόσωπο με τα ιδανικά και τις αξίες, όπως τις έχουν διακηρύξει οι Τρεις Μεγάλοι Παιδαγωγοί. Επιστροφή λοιπόν στη λυτρωτική Ορθόδοξή μας Παράδοση και επαναπροσδιορισμός των σκοπών της παιδείας είναι το ζητούμενο. «Οἱ καιροὶ οὐ μενετοὶ»!
της Μαρίας Θεοφάνους, Φιλολόγου Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης
Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Παράκληση. Διμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, τεῦχος 64
Στην εποχή των αντιφάσεων, των μεγάλων μέσων και των συγκεχυμένων σκοπών, εν μέσω μίας παγκόσμιας οικονομικής και ηθικής κρίσης, προβάλλει όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρος ο παιδαγωγικός λόγος των Τριών Ιεραρχών, οι οποίοι από τον 4ο αιώνα μ.Χ. έθεσαν οριστικά τα θεμέλια ενός νέου πνευματικού πολιτισμού. Οι Τρεις Μέγιστοι Φωστήρες, όπως εύστοχα ονομάστηκαν, καθιέρωσαν με την παιδαγωγική τους σοφία το πρότυπο του «χριστιανού ανθρώπου», με στόχο να μεταδώσουν στους νέους το ιδεώδες της αληθινής μόρφωσης και να τους βοηθήσουν να βρουν το νόημα της πραγματικής ευτυχίας στη ζωή τους.
Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι και ιδιαίτερα ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, τόνισαν ότι ο άνθρωπος είναι «ζώον λογικόν, πολιτικόν», γεγονός που τον καθιστά ανώτερο των αλόγων ζώων και τον κάνει ταυτόχρονα ικανό για αγωγή και παιδεία. Οι Τρεις Ιεράρχες όμως, με τη δύναμη του πνεύματός τους, κατόρθωσαν να προχωρήσουν ακόμη πιο μπροστά και να αναγνωρίσουν ότι το μεγαλείο του ανθρώπου βρίσκεται πέρα από τη λογική του ικανότητα, στο ότι είναι «ζώον θεούμενον», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ξεκινώντας από την αρχή ότι ο άνθρωπος πλάστηκε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν του Θεού», ο Μέγας Βασίλειος θα τονίσει: «Τὸ μὲν κατ’ εἰκόνα φύσει δέδοται ἡμίν. Τὸ δὲ καθ’ ὁμοίωσιν ἐκ προαιρέσεως … κατορθοῦμεν».
Αναγνωρίζοντας επομένως οι Τρεις Ιεράρχες τη σπουδαιότητα της αγωγής για την εκπλήρωση του αληθινού προορισμού του ανθρώπου, τη θέωση, έδωσαν ιδιαίτερη σημασία στη διαπαιδαγώγηση της νεότητας. Σύμφωνα με τον ιερό Χρυσόστομο, «ἂν εἰς ἁπαλὴν ψυχὴν ἐντυπωθῆ τὰ καλὰ διδάγματα, οὐδεὶς αὐτὰ ἐξελεῖν δυνήσεται». Χωρίς να καταργούν κάθε άλλη μόρφωση, οι Τρεις Πατέρες προβάλλουν το μεγαλείο της «κατά Χριστόν» παιδείας, η οποία θα οδηγήσει τους νέους στην «κατόρθωσιν της αρετής» και στη σωτηρία. «Μόρφωσε τον υιόν σου χριστιανικώς. Όταν λείπει η χριστιανική αγωγή, τότε καμμία ωφέλεια δεν υπάρχει, έστω και αν ένας έχει εξαιρετικήν ικανότητα. Τρόπων έχομεν ανάγκην, όχι λόγων, ήθους, όχι ικανοτήτων, έργων, όχι λόγων», θα πει εμφαντικά ο ιερός Χρυσόστομος.
Οι Τρεις Μεγάλοι Παιδαγωγοί συμφωνούν ότι η αγωγή των παιδιών πρέπει να αρχίζει από το λίκνο, τότε που η ψυχή είναι εύπλαστη και δεκτική. «Οὐ γὰρ τὸ σπεῖραι ποιεῖ πατέρα μόνον, ἀλλὰ τὸ παιδεῦσαι καλῶς», τονίζει ο Ιερός Χρυσόστομος, προσθέτοντας ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει αντικοινωνικό το παιδί που μεγάλωσε σε ατμόσφαιρα αγάπης. Πιο πολύ όμως συμβουλεύει τους γονείς να διδάσκουν τα παιδιά με το παράδειγμά τους, φροντίζοντας να δημιουργούν ψυχική επαφή και σωστή επικοινωνία μαζί τους: «Νόμισον ἀγάλματα χρυσὰ ἔχει ἐπὶ τῆς οἰκίας, τὰ παιδιὰ … τὴν ψυχὴν αὐτῶν κατακόσμει καὶ διάπλαττε…».
Το παιδαγωγικό έργο των γονέων καλείται να ενισχύσει η σχολική αγωγή, που σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον Θεολόγο δημιουργεί νέους πνευματικούς δεσμούς, εξίσου ισχυρούς. Οι Τρεις Ιεράρχες θεωρώντας το έργο της αγωγής «τέχνη τεχνών και επιστήμην επιστημών» δημιουργούν δικό τους παιδαγωγικό σύστημα, το οποίοθεμελιώνεται στη χριστιανική κοσμοθεωρία. Ένα ολοκληρωμένο σύστημα αγωγής με ξεκάθαρους στόχους και συγκεκριμένες προτάσεις διδασκαλίας, που θέτει την επικοινωνία δασκάλου – μαθητή σε ανώτερη βάση: στο «φιλεῖν καὶ φιλεῖσθαι», πουκάτ’ αυτούς είναι η καλύτερη βάση για επιτυχία κάθε παιδευτικού έργου. Συγκεκριμένα ο Ιερός Χρυσόστομος ασχολήθηκε με τον σκοπό της αγωγής, την προσωπικότητα του μαθητή, τις μεθόδους διδασκαλίας, την ελκυστικότητα του μαθήματος, τις δυνατότητες των παιδιών κ.ά. Αναφέρεται επίσης στη θετική επίδραση της γυμναστικής και της μουσικής και στην αποφυγή των καταχρήσεων. Όλα αυτά όμως γίνονται για ένα βασικό σκοπό: Τη διάπλαση του νέου «εἰς τέλειον χριστιανὸν καὶ πραγματικὸν φιλόσοφον», άξιον «τῆς ἄνω πολιτείας» και της απολαύσεως «τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν».
Οι Τρεις Ιεράρχες, άνθρωποι ευγενείς και ενάρετοι, μεγάλοι επιστήμονες και συγγραφείς, έγιναν οι ίδιοι πρότυπα παιδαγωγών για τους συγχρόνους τους. Συνδυάζοντας στο πρόσωπό τους τη σοφία, τη δύναμη και την αρετή αναδείχθηκαν ως τέλειοι τύποι ανθρώπων, άξιοι να παραδειγματίσουν και να καθοδηγήσουν τις μελλούμενες γενιές: «καθαρθηναι δεῖ πρώτον, εἴτα καθάραι, σοφισθήναι, καὶ οὕτω σοφίσαι, γενέσθαι φῶς καὶ φωτίσαι…», θα διακηρύξει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος. Σήμερα, που ο ευρωπαϊκός πολιτισμός βρίσκεται σε ένδεια και παρακμή, που οι άνθρωποι ψάχνουν απεγνωσμένα κάποια ακτίδα φωτός, σε μία ζωή μίζερη και οι νέοι μας κάποιο ανώτερο σκοπό για να ζουν, ο λόγος των Τριών Ιεραρχών ηχεί λυτρωτικά. Μέσα στο απρόσωπο περιβάλλον της σημερινής καταναλωτικής κοινωνίας που έχει χρεοκοπήσει, δημιουργώντας άτομα αποξενωμένα και δυστυχισμένα, απαιτείται η επιστροφή στον «καινόν ἄνθρωπον», το πρόσωπο με τα ιδανικά και τις αξίες, όπως τις έχουν διακηρύξει οι Τρεις Μεγάλοι Παιδαγωγοί. Επιστροφή λοιπόν στη λυτρωτική Ορθόδοξή μας Παράδοση και επαναπροσδιορισμός των σκοπών της παιδείας είναι το ζητούμενο. «Οἱ καιροὶ οὐ μενετοὶ»!
της Μαρίας Θεοφάνους, Φιλολόγου Διευθύντριας Μέσης Εκπαίδευσης
Δημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ Παράκληση. Διμηνιαία Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Λεμεσοῦ, τεῦχος 64
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49710
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Για τη συγκέντρωση σου γενικά, και ιδίως στην προσευχή, καθώς και για την τόνωση της ψυχής σου,
είναι απαραίτητη η μελέτη της Κ. Διαθήκης και τα βοηθητικά βιβλία των αγίων Πατέρων.
Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, διότι βρίσκει κανείς σ ` αυτά ό,τι είδους βιταμίνες έχει ανάγκη η ψυχή του.
Καλό είναι το Συναξάρι της ημέρας
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
είναι απαραίτητη η μελέτη της Κ. Διαθήκης και τα βοηθητικά βιβλία των αγίων Πατέρων.
Τα Συναξάρια πολύ βοηθούν, διότι βρίσκει κανείς σ ` αυτά ό,τι είδους βιταμίνες έχει ανάγκη η ψυχή του.
Καλό είναι το Συναξάρι της ημέρας
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης