Σελίδα 4179 από 4186
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Δευ Μαρ 09, 2026 11:21 am
από toula
Γιατί διαβάζουμε την Σαρακοστή Μάρκο, προς Εβραίους, Γένεση και Παροιμίες;
Στην περίοδο της Αγίας Τεσσαρακοστής η Εκκλησία μας έχει μια συγκεκριμένη σειρά βιβλικών αναγνωσμάτων. Διαβάζονται κυρίως το Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, η Προς Εβραίους Επιστολή, η Γένεσις και οι Παροιμίες Σολομώντος γιατί το περιεχόμενό τους συνδέεται με το νόημα της Σαρακοστής: μετάνοια, πνευματικό αγώνα και προετοιμασία για το Πάσχα.
Το κατά Μάρκον Ευαγγέλιο διαβάζεται επειδή είναι το πιο σύντομο και δυναμικό Ευαγγέλιο και παρουσιάζει έντονα τα θαύματα του Χριστού, την κλήση σε μετάνοια, το αληθινό νόημα του πνεύματος της νηστείας και την πορεία προς τα Πάθη και την Ανάσταση. Μας δείχνει την δυναμη και εξουσία του Χριστού , ως προλογος στον Σταυρό και την Ανάσταση, για να μη ξεχάσουμε τον σκοπό και το τέλος της σαρακοστινής μας πορείας .
Η Προς Εβραίους Επιστολή τονίζει ότι ο Χριστός είναι ο τέλειος Αρχιερέας και η θυσία Του είναι η σωτηρία των ανθρώπων. Αυτό συνδέεται άμεσα με τα γεγονότα, που θα κορυφωθούν στη Μεγάλη Εβδομάδα.
Η Γένεσις διαβάζεται για να θυμηθούμε τη δημιουργία του κόσμου, την πτώση του ανθρώπου( κεντρικό θέμα της Σαρακοστής), τα αποτελέσματα της πτώσης( φόνοι, κατακλυσμός) την αρχή της ιστορίας της σωτηρίας. Κορυφώνεται με τις επαγγελίες προς τους πατριάρχες , που εκπληρώθηκαν και προφαίνουν την Ανάσταση. Η ίδια η ζωή των Πατριαρχών , όπως του Ισαάκ και του Ιωσήφ, προτυπώνουν τα Πάθη του Χριστού. Οι Παροιμίες Σολομώντος για τον διδακτικό παραινετικό χαρακτηρα, που ταιριάζει στο κλίμα της Τεσσαρακοστής. Τα δύο αυτά αναγνώσματα συνδέονται με την ευλόγηση δια του φωτός( φως Χριστού φαινει πασι), απόδειξη ότι πρωταγωνιστεί , ομιλεί και προφαίνεται στην Παλαιά Διαθήκη ο ίδιος ο Χριστός.
Τέλος διαβάζεται στην Τριθέκτη( έκτη ώρα ) ο Ησαΐας, για το υψηλό κηρυγμα μετανοίας του και την υπόσχεση των προφητειών του για την βασιλεία του Θεού( δόξα της Εκκλησίας).
Την Μεγάλη Εβδομάδα η Έξοδος, ο Ιώβ και ο Ιεζεκιήλ παιρνουν την σκυτάλη. Η Έξοδος επειδή γίνεται λόγος για το Πάσχα , ο Ιώβ ως τύπος των Παθών του Χριστού, ο Ιεζεκιήλ για τό οραμα της ανάστασης των νεκρών.
π. Παντ. Κρούσκος
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:41 am
από toula
Κάποτε, σε ένα μικρό χωριό, ζούσε ένας νέος που αγαπούσε την Εκκλησία αλλά δεν καταλάβαινε καλά όλα όσα γίνονταν μέσα στον ναό...
Όταν ήρθε η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, άκουσε ότι την Τετάρτη το απόγευμα θα γινόταν η Λειτουργία των Προηγιασμένων Δώρων..
Απορημένος πλησίασε τον ιερέα και τον ρώτησε:
Πάτερ, γιατί αυτή η Λειτουργία είναι διαφορετική; Γιατί λέγεται «Προηγιασμένων»;
Ο ιερέας χαμογέλασε και του είπε:
Παιδί μου, σκέψου έναν άνθρωπο που ταξιδεύει σε μακρύ δρόμο. Πριν ξεκινήσει, παίρνει μαζί του τροφή για να μην εξαντληθεί. Έτσι κάνει και η Εκκλησία. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή βαδίζουμε έναν πνευματικό δρόμο μετάνοιας και αγώνα. Για να μην αποκάμουμε, ο Χριστός μάς δίνει τροφή πνευματική: το Σώμα και το Αίμα Του.
Και συνέχισε:
Τα Τίμια Δώρα έχουν ήδη αγιαστεί την Κυριακή. Την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν τελούμε νέα Θυσία, αλλά κοινωνούμε από αυτά τα ήδη αγιασμένα Δώρα. Είναι σαν να μας περιμένει ο Χριστός μέσα στην εβδομάδα για να μας ενισχύσει.
Το βράδυ ο νέος πήγε στη Λειτουργία. Ο ναός ήταν ήσυχος, τα φώτα χαμηλά, οι ψαλμωδίες κατανυκτικές. Όταν πλησίασε να κοινωνήσει, ένιωσε βαθιά ειρήνη στην καρδιά του.
Μετά τη Λειτουργία πλησίασε πάλι τον ιερέα και του είπε:
Πάτερ, τώρα κατάλαβα. Δεν είναι απλώς μια άλλη Λειτουργία. Είναι σαν να μας κρατά ο Χριστός από το χέρι στον δρόμο προς το Πάσχα.
Και ο ιερέας του απάντησε:
Ακριβώς. Η Εκκλησία μάς θυμίζει ότι στον αγώνα της νηστείας δεν είμαστε μόνοι. Ο Χριστός μάς τρέφει και μάς δυναμώνει.
Και από τότε ο νέος δεν έχανε ποτέ τη Λειτουργία των Προηγιασμένων, γιατί ήξερε ότι εκεί λάμβανε δύναμη για να συνεχίσει τον πνευματικό του δρόμο.
Δόξα τω Θεώ!

.
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:42 am
από toula
Clement Olivier- Παρατηρήσεις ἑνὸς Λαϊκοῦ πάνω στὴ Μαρτυρία τῆς Πίστης.
Γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας εἶναι προφανῶς ἐκείνη τῶν μαρτύρων. Ὁ μάρτυρας εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μαρτυρεῖ κατὰ τὴν πιὸ ἀκριβῆ ἔννοια μπρὸς στὸ δικαστήριο τῶν ἰσχυρῶν αὐτοῦ του κόσμου, ποὺ μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ μόνος Κύριος, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος καὶ ὄχι ὁ Καίσαρ. Ὅμως δὲν ὑπάρχει σ’ αὐτοὺς τοὺς μάρτυρες καμιὰ ἐξημμένη ἀναζήτηση τῆς αἱματηρῆς μαρτυρίας, ἡ βεβαιότητά τους δὲν εἶναι ποτὲ μία πρόκληση ἀλλὰ μία ἀπάντηση ποὺ ἡ βάση της εἶναι πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν (κάνω τὴ σκέψη ἑνὸς σύγχρονου δικαστῆ μίας ἀνατολικῆς χώρας : «ἐπιμένουν νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε»). Οἱ μάρτυρες ἀφομοιώνονται μὲ τὸ ἔνδοξο σῶμα τοῦ Ἀναστάντος καὶ γίνονται κατὰ κάποιο τρόπο Εὐχαριστία: Ἔτσι καὶ ὁ ἅγιος Πολύκαρπος μέσα στὴ πυρά, «ὄχι σὰ μία σάρκα ποὺ καίγεται ἀλλὰ σὰν ἕνα ψωμὶ ποὺ ψήνεται», λέει ἡ παλιὰ διήγηση. Καὶ εἶναι μία πολὺ βαρειὰ τιμὴ καὶ ἕνα ἔργο πολὺ δύσκολο νὰ μιλᾶ κανεὶς — ὅσο λίγο καὶ ἂν εἶναι — στ’ ὄνομα μίας Ἐκκλησίας ποὺ γνώρισε στὸν 20ον αἰώνα τόσους μάρτυρες καὶ ποὺ γνωρίζει ἀκόμα καὶ σήμερα τόσους ὁμολογητές. Πέρα ἀπὸ τὸ σιδηροῦν παραπέτασμα, ἡ πίστη αὐτὴ καθ’ αὐτὴ εἶναι μία πράξη. Ὑπάρχει ἡ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ τὸ λειτουργικὸ χαμόγελο, «ἡ ταπεινὴ παραδοχὴ τῶν βασάνων μέσα στὴν ἀγάπη τῶν ἐχθρῶν».
Εἶναι λοιπὸν ἀκόμα, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἡ πληρότητα τῆς μαρτυρίας, ἐκείνη τοῦ «ἀποστολικοῦ ἀνθρώπου». Ὁ ἀποστολικὸς ἄνθρωπος, ὓστερ’ ἀπὸ χρόνια παραμερισμοῦ, ταπείνωσης, σιωπηλῆς ἐργασίας, συνεχοῦς προσευχῆς, κατὰ κάποιο τρόπο φλογίζεται ἀπὸ τὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ ἐκρέει ἀπὸ τὴ θεία Μετάληψη, καὶ πραγματοποιεῖ τὶς ὑποσχέσεις ποὺ ἔγιναν ἀπὸ τὸ Χριστὸ στοὺς Ἀποστόλους (τὴ διάκριση τῶν πνευμάτων, τὸν ἐξορκισμό, τὴ θεραπεία), βρίσκοντας τὸ λόγο ποὺ ἀγγίζει τὴ καρδιά, μαρτυρώντας ταυτόχρονα μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὴν ἰσχὺ μίας ἀνακαινισμένης ζωῆς. Ἰδού, φυσικά, τί πρέπει νὰ μᾶς κάνη μετριόφρονες. Ἂς μὴ ξεχνᾶμε ὅμως — καὶ ἐκεῖ εἶναι αὐτὸ ποὺ διαφοροποιεῖ τὴν ὀρθόδοξη θέση ἀπὸ ἐκείνη ἑνὸς Kierkegaard — ἂς μὴ ξεχνᾶμε τὸ μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας: τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία ὁλόκληρη εἶναι ἀποστολική, ὅτι εἶναι ὁλόκληρη αὐτόπτης μάρτυς τοῦ Ἀναστάντος. Κάθε χριστιανός, ἐφ’ ὅσον ἀνήκει στὴν Ἐκκλησία, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἕνας μάρτυρας ὑπεύθυνος τῆς ἀλήθειας, ἐφ’ ὅσον εἶναι «λειτουργικὸς ἄνθρωπος» — «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν» ψάλλει ὁ λαὸς μετὰ τὴν Κοινωνία — εἶναι λοιπόν, κατὰ ἕνα ταπεινὸ μέρος, ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας καὶ ἕνας ἀποστολικὸς ἄνθρωπος.
Θὰ ἤθελα νὰ καταπιαστῶ μὲ τρία ἐρωτήματα γιὰ νὰ οἰκοδομήσω αὐτὸ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι μία μαρτυρία (διότι εἶναι ἀναιδὴς καὶ τελικὰ ἄχρηστη), ἀλλὰ μερικὲς προσωπικὲς σκέψεις. Ποιὲς εἶναι, γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, οἱ βεβαιότητες καὶ οἱ οὐσιαστικὲς στάσεις τῆς μαρτυρίας; Τί μπορεῖ νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ μαρτυρία κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης, μέσα στὸ περιβάλλον μας, στὸ ἐπάγγελμά μας (τουλάχιστο στὸ δικό μου); Τέλος, ποιὰ σχέση μπορεῖ ν’ ἀποκατασταθῆ μέσα στὶς ζωές μας, μεταξὺ τῶν στάσεων καὶ τῆς προσευχῆς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο τοῦ λόγου, γιατί πρέπει ἐπίσης νὰ ἐκφράζεται μὲ τὸν λόγο ἡ μαρτυρία της. Εἶναι μία τάση διαδεδομένη καὶ ἴσως ἕνας μεγάλος πειρασμὸς γιὰ τοὺς χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς μας, νὰ προβαίνη κανεὶς μὲ τὸ περιεχόμενο τοῦ μηνύματος σ’ ἕνα πελώριο ὑπονοούμενο.
1ον) Ποιὲς εἶναι πρῶτα οἱ βεβαιότητες καὶ οἱ οὐσιαστικὲς στάσεις τῆς μαρτυρίας; Αὐτή, λοιπόν, ἡ πολὺ ἁπλὴ βεβαίωση — ποὺ εἶναι ἡ θεμελιώδης βεβαίωση τοῦ Χριστιανισμοῦ — ὅτι ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Παρὰ τὸν οὐμανιστικὸ λυρισμὸ τόσων ἀπ’ τοὺς συγχρόνους μας, ξέρουμε καλὰ ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ ὑπάρχει κόλαση μέσα στὸν ἄνθρωπο, ὅτι ὑπάρχει θάνατος καὶ ὑπάρχει κόλαση μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων. Πέρα ἀπὸ τὰ γενικὰ προβλήματα, πολιτικά, κοινωνικά, οἰκονομικά, ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος ὡς πρόβλημα, ὁ ἄνθρωπος βασανισμένος ἀπ’ τὸ μηδέν, ὁ ἄνθρωπος ἄπληστος γιὰ αἰωνιότητα. Γι’ αὐτό, ἡ μόνη ἀγγελία ποὺ εἶναι στ’ ἀλήθεια καλὴ ἀγγελία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι τὸ μήνυμα τῶν ἀποστόλων ποὺ ἔγινε μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας: ὁ Χριστὸς ἀνέστη. Ὁ Ἅδης «ἔλαβε σῶμα καὶ Θεῷ περιέτυχεν, (ἀναφέρω τὴ Λειτουργία τοῦ Πάσχα), ἔλαβε γῆν καὶ συνήντησεν οὐρανὸν» καὶ ἡ πασχαλινὴ ὁμιλία ἐπαναλαμβάνει τὸ κείμενο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; Ποῦ σου Ἅδη, τὸ νίκος; Ἀνέστη Χριστός, καὶ πεπτώκασι δαίμονες. Ἀνέστη Χριστός, καὶ ζωὴ πολιτεύεται». Ἀνεστήθη Αὐτὸς καὶ μᾶς ἀνασταίνει, εἶναι ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, εἶναι ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη τὴν ὁποία φέρει πρὸς τὸν Πατέρα, σὰν τὸ πρόβατο ποὺ χάθηκε καὶ ξαναβρέθηκε καὶ μποροῦμε νὰ ἐπιχειρήσουμε ν’ ἀγαπήσουμε, νὰ ἐπιχειρήσουμε νὰ ζήσουμε, ὁ θάνατος δὲν εἶναι πιὰ μπροστά μας, ἀλλὰ πίσω μας.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι αὐτὴ ἡ καλυμμένη παρουσία, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι μία αἰώνια διακριτικότητα—το πιὸ μεγάλο σέβας, εἶναι τὸ σέβας τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο — ἡ καλυμμένη ἀλλὰ καὶ πραγματικὴ παρουσία τοῦ δοξασμένου Χριστοῦ ποὺ ἑδρεύει ἀπὸ τὴν Ἀνάληψη στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς ἀλλὰ ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνει ὀρφανούς, ὁ οὐρανὸς δὲν ξανακλείστηκε καί, μὲ ὅλη τὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας, μὲ τὴ βάφτιση, μὲ τὸ εὐχέλαιο, μὲ τὴ θεία Εὐχαριστία, διαβαίνουμε τὸ θάνατο γιὰ νὰ συμμετάσχουμε στὴ ζωὴ τοῦ Ἀναστάντος, γιὰ νὰ λάβουμε μία φλόγα τῆς Πεντηκοστῆς, εἴμαστε πραγματικὰ – μυστικὰ ἀλλὰ πραγματικὰ θεωμένοι, συμμετέχουμε πραγματικά, ἤδη ἀπὸ δῶ κάτω, στὴν αἰώνια ζωή. Εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ μαρτυρία ὡς «ἐπιφάνεια τῆς δόξης», (γιὰ νὰ ξαναχρησιμοποιήσουμε τὴν ἔκφραση τοῦ Pere Dumas) δὲ μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ ἡ ἁγιότητα. Μαρτυρία τῆς ἁγιότητας μὲ τὴ θεληματική μας συγκατάθεση, μὲ τὴ θεληματική μας ἀποδοχὴ τῆς θείας ζωῆς ποὺ ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ παροχος. Κάθοδος μέσα στὴ ταπεινοσύνη — αὐτὸ εἶναι ἡ ἄσκηση: ἂν οἱ ἀσκητὲς ἔχουν μιλήσει πολὺ γιὰ «κλίμακες», εἶναι κλίμακες ποὺ κατεβαίνει κανείς, μία κάθοδος στὴ ταπεινοσύνη ὥσπου νὰ μὴν ἔχη κανεὶς πιὰ τίποτε, ὥσπου νὰ μὴν εἶναι κανεὶς παρὰ φτώχεια ὁλική, ὁλικὸ ἄνοιγμα ἔτσι ὥστε νὰ μᾶς γεμίση ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς ζωῆς Ἐκείνου ποὺ ἔγινε φτωχὸς γιά μας.
Ἔτσι θὰ μποροῦμε νὰ εἴμαστε μάρτυρες τῆς χαρᾶς. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σαρὸβ ὑποδεχόταν τοὺς ἐπισκέπτες του μ’ αὐτὲς τὶς λέξεις : «Χαρά μου, ἀνέστη ὁ Χριστός». Αὐτὴ τὴν παράδοξη χαρὰ τῆς συντριμμένης καρδιᾶς ποὺ ὁ θεὸς δὲν περιφρονεῖ, εἶναι προφανέστατα τὸ ἀντίδωρο θλίψης, ἀποτυχίας, μίας ὑπηρεσίας χωρὶς μεγάλη ἐγκόσμια ἐλπίδα ποὺ θ’ ἀποκτήσουμε. Γιατί γνωρίζει, αὐτὴ ἡ χαρά, ὅτι πρέπει ν’ ἀγωνιστῇ κανεὶς μέχρι θανάτου χωρὶς ποτὲ νὰ ἐλπίζῃ μίαν ὁριστικὴ νίκη, οὔτε καν μόνιμη ἐγκόσμια νίκη, γιατί τὸ Βασίλειο ποὺ κτίζουμε, τὸ κτίζουμε ἐν Χριστῷ καὶ μονάχα κατὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ θὰ φανερωθῆ. Δὲν ἔχουμε τὸ μέτρο τῆς μαρτυρίας μας, τῆς ἀποτελεσματικότητάς της, γιατί βρίσκεται ἐπέκεινα τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἱστορίας καὶ θὰ φέρη τοὺς καρπούς της, ὅταν ὅλοι θ’ ἀναστηθοῦν. Γνωρίζει, αὐτὴ ἡ χαρά, ὅτι οἱ δρόμοι τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι οἱ δικοί μας, καὶ ὅτι τὸ οὐσιαστικὸ δὲν εἶναι νὰ πετύχη κανεὶς κατὰ τὰ μέτρα τῆς γῆς, ἀλλὰ νὰ γίνη ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος πονεμένος ἀλλὰ γεμάτος χαρά. Γιατί τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση κανεὶς ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε καὶ ὅτι θὰ ἐπανέλθη, τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση στοὺς ἀπομονωμένους, σ’ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε, σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἀγάπη, σ’ αὐτοὺς πού δὲν ξέρουν ν’ ἀγαποῦν, σ’ αὐτοὺς ποὺ κλαῖνε τοὺς πολυαγαπημένους τους νεκρούς, τὸ οὐσιαστικὸ γιὰ νὰ μαρτυρήση κανεὶς ὅτι τίποτε ἀπὸ ὅ,τι ὑπῆρξε στ’ ἀλήθεια δὲ μπορεῖ νὰ ἐξουθενωθῆ, ἀλλὰ ὅτι ὅλα θὰ γίνουν πιὸ πραγματικὰ καὶ μεταμορφωμένα μέσα στὴ Βασιλεία, τὸ οὐσιαστικὸ εἶναι ἡ χαρά μας. Δὲν μαρτυρεῖ κανεὶς παρὰ μὲ τὴν ἁγιότητα, δὲν μαρτυρεῖ κανεὶς παρὰ μὲ τὴ χαρά, γεννημένος ἀπὸ τὸ μυστηριῶδες βάπτισμα τῶν δακρύων, πέρα ἀπὸ τὶς μεγάλες, μαζικὲς ἀξιώσεις, πέρα ἀπὸ τὴν κοινωνία, τὴν ἱστορία, πέρα ἀπὸ τὴν ἐγκόσμια εὐτυχία ὅπου ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος θὰ ἤθελε ν’ ἀποκοιμηθῆ. Ὁ ἀνθρωπος—γιατὶ εἶναι ἕνα κτιστὸ πρόσωπο κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, γιατί ἡ καρδιὰ του εἶναι ἀχόρταγη, γιατί αὐτὴ ἡ ἀχόρταγη καρδιὰ δὲ μπορεῖ τελικὰ νὰ χόρταση παρὰ μὲ τὸ Θεὸ — ὁ ἄνθρωπος μπρὸς στὸ θάνατο, ὁ ἄνθρωπος μπρὸς στὴν ἀποτυχία τῆς ἀγάπης, ὁ ἄνθρωπος διψασμένος γιὰ ζωὴ καὶ ἀγάπη, τί ζητεῖ τελικὰ ἂν ὄχι τὴ μαρτυρία τῆς χαρᾶς; Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τοῦ τὴ δώσῃ ἂν ὄχι οἱ ἅγιοι;
2ον) Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιχειρήσουμε, ὅσο λίγοι καὶ ἂν εἴμαστε — γιατί δὲν εἴμαστε μόνοι, γιατί ἀνήκουμε στὴ κοινωνία τῶν ἁγίων — νὰ φέρουμε λιγάκι αὐτὴ τὴ μαρτυρία τῆς χαρᾶς κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει ὅτι γι’ αὐτὸν τὸν κόσμο ποὺ λατρεύει τὸν ἑαυτό του, ἡ Ἐκκλησία εἶναι μία θανάσιμη πληγή. Ἀλλὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ δημιούργησε ὁ Θεός, μυστικὰ δοξασμένος ἐν Χριστῷ, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ μόνη ὑπόσχεση ζωῆς. Οἱ χριστιανοὶ εἶναι τὸ ἅλας τῆς γὴς ποὺ τὴν ἐμποδίζει νὰ σαπίση καὶ ποὺ ἤδη τὴ μεταμορφώνουν σὲ προσφορά. Καὶ γιὰ νὰ ξαναθίξουμε ἕνα θέμα τῆς ἰουδαϊκῆς πνευματικότητας ποὺ ἔγινε πολύ της μόδας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια μ’ ἕνα ξακουστὸ μυθιστόρημα, οἱ χριστιανοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ ξέρουν ὅτι μέσα στὴν ἴδια τοὺς τὴν προσευχή, ὅτι μέσα στὴν ἴδια τοὺς τὴν παρουσία εἶναι οἱ «τελευταῖοι τῶν δικαίων» ποὺ ἐμποδίζουν τὸν κόσμο νὰ ἐξουθενωθῇ καὶ ποὺ ἑτοιμάζουν τὴ μεταμόρφωσή του. Πρέπει νὰ σφυρηλατήση μέσα τοῦ κανεὶς τὶς ἀνώτερες ἀρετὲς αὐτῆς τῆς βασιλικῆς ἱεροσύνης: ἡ ἀληθινὴ ἀνοχὴ ποὺ δὲν εἶναι ἀδιαφορία ἀλλὰ σεβασμός, ἡ ἀληθινὴ μετριοφροσύνη ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ γενναιοδωρία καὶ ἄπειρη ὑπομονή. Νὰ ξέρη κανεὶς νὰ καταλαβαίνη, δηλαδὴ «νὰ παίρνη μαζί του», «μέσα του» καὶ ὅταν ὁ ἄλλος δὲ θέλει νὰ τὸν ἐννοήση, νὰ ξέρη κανεὶς νὰ παραμερίζη χωρὶς μνησικακία, νὰ προσεύχεται γι’ αὐτὸν καὶ παρ’ ὂλ’ αὐτά, νὰ τὸν φέρη μέσα του, στὴν καρδιά του. Νὰ ξέρη νὰ διαλέγεται, νὰ ξέρη νὰ λέη «ὄχι» χωρὶς ἐπιθετικότητα, νὰ ξέρη ν’ ἀγωνίζεται μ’ ἀγάπη ὄχι πρῶτα γιὰ νὰ προσηλυτίση, ἀλλὰ γιὰ νὰ στηρίξη, καὶ ν’ ἀνέχεται τὸ πλησίον του, ἔστω κι’ ἂν εἶναι ἐντελῶς διαφορετικός του.
Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ κείμενο θὰ θίξω δύο σημεῖα πού μοῦ φαίνονται θεμελιώδη γιὰ τὸ ἐπάγγελμά μου: εἶμαι καθηγητής. Εἶναι πρῶτα τὸ πρόβλημα τοῦ κύρους: κάθε ἄνθρωπος καλεῖται ν’ ἀσκήση τὴν ἐξουσία στὸ ἐπάγγελμά του, στὸ περιβάλλον του, πάνω στὰ παιδιά του, μέσα στὴν οἰκογένειά του, μέσα του, ὡς ποιμὴν τῆς ποίμνης τῶν παθῶν καὶ ἐνστίκτων του. Πρέπει αὐτὴ ἡ ἰσχὺς νὰ εἶναι δημιουργική, νὰ εἶναι ἰσχὺς καὶ κοινωνία καὶ μεταμόρφωση, νὰ ἐκδηλώνη τὴ νίκη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀσφαλῶς μία ὄψη ἀπὸ τὶς πιὸ δύσκολες καὶ ἀπὸ τὶς πιὸ σημαντικές της μαρτυρίας μας κατὰ τὴν ἄσκηση τῆς βασιλικῆς μας ἱεροσύνης. Καὶ εἶναι ἀλήθεια, μέσα στὴ κοινωνία μας, ὑπάρχει μία κατάπτωση τῆς πατρικῆς διάστασης, μία κατάπτωση κάθε «λειτουργικοῦ» σεβασμοῦ. Ἴσως, ἀπὸ μία πλευρά, εἶναι συνέπεια τοῦ πρακτικοῦ ἀθεϊσμοῦ τῆς ἐποχῆς μᾶς — κάθε πατρότητα γήινη δὲν εἶναι, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, παρὰ μία ἀντανάκλαση τῆς θείας πατρότητας ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ βρῆ παρὰ μέσα μας τὸ θεμέλιό της. Ἡ πατρότητα στὴν ἐποχή μας, ἐπειδὴ δὲν θεμελιώνεται πιὰ πάνω στὴ μαρτυρία ἑνὸς «νοήματος», πρέπει, πολὺ φυσικά, νὰ γκρεμιστῆ. Ὄχι ἀπὸ λάθος τῶν τέκνων, ἀλλὰ ἀπὸ λάθος τῶν πατέρων ποὺ δὲν μεταδίδουν πιὰ τὸ «νόημα» ποὺ εἶναι, ἀκριβῶς, τὸ παιδί. Τὸ παιδὶ λέει ποιὸ εἶναι τὸ νόημα; καὶ ὁ πατέρας ἀπαντᾶ εἶσαι ἐσύ. Εἶναι ἕνας φαῦλος κύκλος. Εἶναι ἡ αἰτία γιὰ τὸν χριστιανὸ παιδαγωγὸ καὶ γιὰ κάθε χριστιανὸ ποὺ καλεῖται ν’ ἀσκήση τὴν ἐξουσία του, εἶναι ἀνάγκη νὰ μαρτυρήση μ’ αὐτὸ ποὺ θὰ ὀνομάσω ἕνα «νέο ὕφος κύρους». Ἀσφαλῶς, ὁ χριστιανὸς εἶναι ὁ κληρονόμος τοῦ χριστιανοῦ βασιλιᾶ ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχη συμμαχία μὲ τὴν ἐλευθερία, πράγμα ποὺ δὲν εἶναι καθόλου ὁ χριστιανὸς βασιλιὰς τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς φανερωνόταν συχνὰ σὰν ἕνας Θεὸς-δήμιος. Ἡ ὁμάδα ποὺ ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ἐμψυχώνη — εἴτε εἶναι μία τάξη, εἴτε ἕνας κύκλος μελετῶν, εἴτε μία κίνηση νέων — θὰ ἔχη ἀναγκαστικὰ ἕνα χαρακτήρα ἀδελφικὸ πολὺ πιὸ δυνατὸ ἀπ’ ὅσο ἡ παλιὰ πατριαρχικὴ οἰκογένεια. Ἀνάμεσα στὴ βλαβερὴ ἀδελφοσύνη ποὺ εἶναι δημαγωγία, χάος, ἀπουσία κάθε δημιουργικῆς πειθαρχίας, καὶ στὴ βλαβερὴ πατρότητα ποὺ εἶναι τυραννία αὐθαίρετη, πρέπει νὰ γυρεύουμε δύσκολα, ἐπίπονα, ἕνα πέρασμα πρὸς τὴν ἀκτινοβολία τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί ὁ χριστιανὸς δὲ μπορεῖ νὰ μετέχη στὸ μυστήριο τῆς θείας πατρότητας παρὰ διὰ τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἔκαμε τὸν ἑαυτὸ του ἀδελφὸ καὶ ὑπηρέτη ὅλων. «Μὴν εἶστε σὰν τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς» λέει ὁ Κύριός μας. Ἡ θεοκρατία τελείωσε, τελείωσε γιὰ πάντα. Δὲ μπορεῖ πιὰ νὰ ὑπάρξη θεοκρατία, δὲ μπορεῖ πιὰ νὰ ὑπάρξη ἕνας Θεὸς ποὺ ἐπιβάλλεται στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ δήμιο καὶ ἐμφανίζεται ὁ ἴδιος σὰν δήμιος. Ἀλλὰ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ πλάθουμε, ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε — λέω νὰ πλάθουμε γιατί εἶναι μία πραγματικότητα ποὺ ἀκτινοβολοῦμε ταπεινά, ποὺ καμιὰ φορᾶ ἐξαφανίζεται, καὶ ποὺ πρέπει ἀδιάκοπα νὰ ξαναδημιουργοῦμε — πρέπει νὰ πλάσουμε μέσα στ’ ἀνθρώπινα κύτταρα γιὰ τὰ ὁποία εἴμαστε ὑπεύθυνοι, ἢ τὰ ὁποία καλούμαστε νὰ πλάσουμε, αὐτὸ ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ ὀνομάσουμε ἐλεύθερη χριστοκρατία. Οἱ καλύτεροι ψυχολόγοι, οἱ καλύτεροι παιδαγωγοὶ σήμερα, εἶναι ρητοί: ἡ ἀνταρσία τῶν ἐφήβων προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπογοητεύθηκαν κατάβαθα ἀπὸ τὸν ὥριμο : ἀπόντα πατέρα ἢ πατέρα χαμένο, ποὺ γίνεται περιοδικὰ «flic». Ἀλλ’ ἂς ἐμφανιστῆ ἕνας ἄνθρωπος λιγάκι αὐθεντικός, ἕνας ἀληθινὰ ὥριμος, καὶ τότε ὅλες οἱ λιγοθυμισμένες ἀνάγκες τοὺς θαυμασμοῦ καὶ σεβασμοῦ θὰ τὸν ἀγκαλιάσουν.
Ἡ ἀνταρσία τοῦ ἐφήβου ἐναντίον τοῦ πατέρα δὲν εἶναι, γενικά, ἡ ἄρνηση τῆς οὐσίας τῆς πατρότητας. Εἶναι ἡ ἀναζήτηση μίας ἄλλης πατρότητας, μίας πατρότητας ποὺ θὰ τὴν διάλεγε καὶ ποὺ δὲν θὰ ἐπιβάλονταν, μίας πατρότητας συνδεμένης μὲ τὴν ἐλευθερία μὲ ἕναν ἀδελφικὸ δεσμό, μίας πατρότητας γιὰ τὴ μύηση στὸ Πνεῦμα. Καὶ ἐδῶ θίγουμε ὠρισμένες ἀπὸ τὶς ρίζες τοῦ σύγχρονου ἀθεϊσμοῦ (γιατί ὁ «θάνατος τοῦ πατρὸς» εἶναι βαθιὰ δεμένος μὲ τὸν ἀθεϊσμὸ) καί, λοιπόν, τοὺς δρόμους τῆς θεραπείας του γιὰ μερικοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ καλούμαστε νὰ βοηθήσουμε. Γιὰ τὸν χριστιανὸ παιδαγωγό, γιὰ τὸν χριστιανὸ μέσα στὸ χῶρο τῆς πατρότητας, τὸ πρωτότυπο θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι, κατὰ κάποιο τρόπο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ πιὸ ἀρρενωπὸς καὶ ὁ πιὸ ταπεινός : «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι», δηλαδὴ (καὶ τοῦτο μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ κάνη αἰσθητό, ἀκόμα καὶ ἂν δὲ τὸ πῆ) : «εἶστε συγκεντρωμένοι γύρω μου, πιστεύετε ὅτι εἶστε συγκεντρωμένοι γύρω μου, ἀλλ’ ἀπατάσθε” στὴ πραγματικότητα εἴμαστε συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό».
Ἐδῶ τότε βρίσκουμε τὸ ἄλλο πρόβλημα ποὺ θὰ ἐπιθυμοῦσα νὰ θίξω, γιατί ἀγγίζει ἄμεσα τὸ ἐπάγγελμά μου καὶ εἶναι τὸ πρόβλημα μίας χριστιανικῆς χρησιμοποίησης τοῦ λαϊκοῦ. Πολὺ συγκεκριμένο πρόβλημα, ποὺ τίθεται σὲ ὁποιονδήποτε διδάσκει σ’ ἕνα Ἵδρυμα τοῦ Κράτους. Ἕνας καθηγητὴς τῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης, «λαϊκὸς» ὅπως λένε, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰ πῆ ὅλα, ἐκτὸς ὡς ἄνθρωπος πρὸς ἄνθρωπο, ἂν ἔλθη κανεὶς νὰ τὸν βρὴ καὶ νὰ τοῦ θέση τὸ ἐρώτημα, ἔξω ἀπὸ τὰ μαθήματα, καμιὰ φορᾶ πολὺ πιὸ ἀργὰ — τοῦτο ἐδῶ μπορεῖ νὰ γίνη χρόνια μετά. Ὁ ρόλος τού μοῦ φαίνεται ὅτι ἐκφράζεται πολὺ καλὰ μὲ τὴ φράση τοῦ Kierkegaard ποὺ ἀνάφερε ὁ P. Dumas: «Ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει μάτια γιὰ νὰ δή, οὔτε αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούση τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅσο δὲν φτάσει σ’ ἕνα ὠρισμένο σημεῖο ἐμβάνθυσης μέσα στὴν ὕπαρξή του». Ὁ ρόλος ἑνὸς παιδαγωγοῦ χριστιανοῦ στὴ δημόσια ἐκπαίδευση, εἶναι ἀκριβῶς τὸ νὰ βοηθᾶ λιγάκι τοὺς ἐφήβους, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσχολεῖται, νὰ φτάσουν ἢ νὰ διαισθανθοῦν αὐτὴ τὴν «ἐμβάθυνση μέσα στὴν ὕπαρξη». Δηλαδή, νὰ σπείρη τὴν ἀνησυχία, νὰ ὑποκίνηση ἐσωτερικὲς συγκρούσεις, νὰ καταστρέψη τὶς εἰκόνες τῆς οἰκουμένης, ποὺ εἶναι ἀδιαφανεῖς καὶ πεζές, ν’ ἀσκήση μία παθιασμένη κριτικὴ (διδάσκω Ἱστορία), μία παθιασμένη Ἱστορία, παρουσιάζοντας κατὰ κάποιο τρόπο ἀπὸ τὸ ἐσωτερικὸ τὶς μεγάλες ἀνθρώπινες αἱρέσεις, δείχνοντας τὸ σοβαρὸ αὐτῶν τῶν αἱρέσεων. Σκέφτομαι, παραδείγματος χάρη, γιὰ μία σειρὰ μαθημάτων πάνω στὴν ἱστορία τοῦ ΧΙΧου αἰώνα ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ φτάση στὸ Κολοφώνα — κάθε φορᾶ ἀπὸ τὰ «ἔσω» — σὲ μία τριπλῆ ἔκθεση πάνω στὸ Marx, πάνω στὸ Nietzsche καὶ πάνω στὸ Dostoyevsky. Ν’ ἁρπάξη ἔτσι κανεὶς τὸν ἔφηβο ἀπὸ μία ὠρισμένη ὑπνοβασία τοῦ πολιτισμοῦ τῆς εὐτυχίας καὶ ἴσως, ἂν εἶναι χριστιανός, ἀπὸ τὴν ὑπνοβασία ἑνὸς κάποιου χριστιανισμοῦ — ποὺ εἶναι ἐδῶθε του ἀθεϊσμοῦ ἐνῶ θὰ ἔπρεπε νὰ βρίσκεται ἐκεῖθε — καὶ νὰ τοῦ κάνη ν’ ἀνακάλυψη, νὰ διαισθανθῆ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ τὸ βάθος τῆς ὕπαρξης, καὶ τὴν αὐθεντικότητα τοῦ ἄλλου, γιατί αὐτὸ ποὺ ἔχουμε, τὸ πιὸ πολύτιμο, νὰ διδάξουμε, εἶναι τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, πέρα ἀπὸ τὶς ἐφηβικὲς ἁπλοϊκότητες. Καὶ τοῦτο μὲ μία στάση μαιευτικῆς, μὲ μίαν ἄσκηση χιοῦμορ, γιὰ ν’ ἀποφύγουμε νὰ γοητεύσουμε αὐτοὺς τοὺς νέους, νὰ τοὺς προσηλώσουμε πάνω στὴν ἴδια μας προσωπικότητα, γιὰ νὰ μποῦν στὸ δρόμο μόνοι τους, μὲ τὴν ἐπιθυμία τῆς βαθειᾶς ζωῆς καὶ τὴν ἀπαίτηση μίας ἀλήθειας ποὺ ἀποδίδει κάθε πραγματικότητα, κάθε ζωή, ποὺ δὲ σακατεύει, ἀλλ’ ἐκπληρώνει. Τὸ νόημα τοῦ διαλόγου, τὸ νόημα τοῦ ἄλλου, τὸ νόημα τοῦ περίπλοκου καὶ τῆς συνάντησης, ὅταν συχνάζη κανεὶς σὲ δρόμους μικρῆς κίνησης, ἰδοὺ τί θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι μία μαρτυρία διακριτικὴ ἀλλ’ ἀποτελεσματική τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης καὶ τοῦ τριαδικοῦ μυστηρίου.
ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:42 am
από toula
«God is dead»
Μια φράση του σύγχρονου φιλοσόφου Friedrich Nietzsche «God is dead», η οποία εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στα συγγράμματά του, όπως στο The Gay Science και στο Thus Spoke Zarathustra, έρχεται να παρουσιάσει ή μάλλον να διαπιστώσει πως η χριστιανική ιδέα του Θεού για τον δυτικό πολιτισμό, δεν αποτελεί πλέον την κεντρική πηγή νοήματος και ηθικής.
Στη νεότερη Ευρώπη, η πίστη στον Θεό φαίνεται να έχει χάσει τη δύναμή της ως θεμέλιο της ηθικής και της κοσμοθεωρίας. Με άλλα λόγια, ο σύγχρονος άνθρωπος ζει σαν να μην υπάρχει Θεός, καθώς η επιστήμη, ο ορθολογισμός και ο μοντερνισμός έχουν σε μεγάλο βαθμό αντικαταστήσει τη θρησκευτική αυθεντία των προηγούμενων αιώνων.
Ο Θεός πέθανε λοιπόν.
Το ερώτημα όμως που αναδύεται αμέσως είναι άλλο:
ποιος Θεός πέθανε;
Ή μάλλον, ίσως ακόμη πιο σωστά: ποιον Θεό σκότωσε ο μεταμοντέρνος άνθρωπος;
Μήπως πέθανε ο Θεός που χάνεται στο διάβα των αιώνων;
Αν ναι, τότε πρόκειται για έναν Θεό που φθείρεται μέσα στη δυναμική της ιστορίας, έναν Θεό που υπόκειται στον χρόνο.
Μήπως πέθανε ο Θεός που ξεθωριάζει και απορρίπτεται από τον άνθρωπο επειδή συνδέθηκε με πεπερασμένες ηθικές αξίες;
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε είναι αναμενόμενο: οι αξίες αλλάζουν, μεταβάλλονται, αμφισβητούνται.
Ή μήπως πέθανε εκείνος ο Θεός που υπάρχει μόνο μέχρι εκεί που φτάνει η ανθρώπινη άγνοια; Ένας Θεός που καλείται να γεμίσει τα κενά της επιστήμης και να απαντήσει σε όσα ακόμη δεν γνωρίζουμε; Αν αυτός είναι ο Θεός, τότε πράγματι η πρόοδος της γνώσης θα τον συρρικνώνει ολοένα.
Κάπου εδώ διαφαίνεται το βαθύτερο υπαρξιακό πρόβλημα του δυτικού ανθρώπου. Διότι ο δυτικός χριστιανισμός μίλησε για τον Θεό με έναν τρόπο που σταδιακά τον απομάκρυνε από την εμπειρία του ανθρώπου. Έναν Θεό υπερβατικό μεν, αλλά ταυτόχρονα απρόσιτο, έναν Θεό αυστηρό, δικαστή και ρυθμιστή της ηθικής τάξης του κόσμου.
Η θεολογική αυτή αντίληψη, η οποία επηρεάστηκε σε μεγάλο βαθμό από τη σκέψη του Βαρλαάμ, αντιμετώπισε τον Θεό κυρίως ως απρόσωπη υπερβατική πραγματικότητα.
Έναν Θεό, ο οποίος παραμένει μακριά από τον άνθρωπο και του οποίου η σχέση με την ανθρωπότητα μοιάζει συχνά περισσότερο με σχέση δικαστή και κατηγορουμένου.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η σωτηρία παρουσιάζεται συχνά ως μια μορφή εξιλέωσης, ως μια αποκατάσταση της θείας δικαιοσύνης που απαιτεί ικανοποίηση για το ανθρώπινο σφάλμα.
Ο Θεός γίνεται έτσι το απόλυτο μέτρο δικαιοσύνης, αλλά ταυτόχρονα και μια απόμακρη αυθεντία.
Ίσως τότε να αρχίζει να γίνεται κατανοητό γιατί ο σύγχρονος άνθρωπος στρέφεται αλλού. Όχι απαραίτητα επειδή αρνείται τον Θεό, αλλά επειδή αρνείται μια συγκεκριμένη εικόνα του Θεού.
Απέναντι σε αυτή την προοπτική, η παράδοση της Ανατολής, η θεολογία των Πατέρων, μιλά για κάτι βαθιά διαφορετικό.
Στην ορθόδοξη θεολογία, ο Θεός δεν είναι μια ιδέα που χάνεται μέσα στην ιστορία, ούτε μια αφηρημένη αρχή που παρακολουθεί τον κόσμο από απόσταση. Είναι ζωντανή προσωπική πραγματικότητα, η οποία μπορεί να βιωθεί και να συναντηθεί.
Αυτή η εμπειρική θεολογία εκφράστηκε με ιδιαίτερη σαφήνεια από τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Ο Παλαμάς διατύπωσε τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία του Θεού και στις άκτιστες ενέργειές Του.
Η ουσία του Θεού παραμένει απρόσιτη, όμως οι ενέργειές Του φανερώνονται στον κόσμο και καθιστούν τον Θεό πραγματικά μεθεκτό.
Με άλλα λόγια, ο Θεός δεν γίνεται αντικείμενο φιλοσοφικής γνώσης αλλά εμπειρίας ζωής.
Ο άνθρωπος δεν καλείται να εξιλεώσει έναν οργισμένο Θεό. Καλείται να επιστρέψει. Να μετανοήσει, να μεταστρέψει την ύπαρξή του και μέσα από αυτή τη μετάνοια, να εισέλθει σε μια σχέση κοινωνίας με τον Θεό.
Η σωτηρία εδώ δεν είναι δικανική πράξη αλλά θεραπεία.
Δεν είναι ικανοποίηση μιας θείας δικαιοσύνης αλλά ένωση ζωής.
Έτσι, εκεί όπου μια θεολογία μπορεί να παρουσιάζει τον Θεό ως δικαστή, η πατερική παράδοση της Ανατολής μιλά για Πατέρα. Εκεί όπου ο άνθρωπος αισθάνεται κατηγορούμενος, η Εκκλησία τον βλέπει ως ασθενή που καλείται να θεραπευθεί.
Ίσως λοιπόν το πρόβλημα της σύγχρονης Ευρώπης να μην είναι ότι ο Θεός πέθανε.
Ίσως το πραγματικό ερώτημα να είναι άλλο:
Μήπως πέθανε απλώς μια συγκεκριμένη εικόνα του Θεού;
Και αν αυτό συνέβη, τότε η πρόκληση για τον σύγχρονο άνθρωπο δεν είναι να ζήσει σε έναν κόσμο χωρίς Θεό, αλλά να ανακαλύψει εκ νέου τον Θεό που δεν είναι ιδέα, ούτε σύστημα ηθικής, αλλά ζωντανή σχέση ζωής.
π. Π. Σιαχάμης
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:43 am
από toula
Πώς αλλοιώς από την χοντροκοπιά μας, από την ραθυμία μας και την υπνηλία μας, θα φθάσωμε στην κατάστασι του στρουθίου που αγρυπνεί ενώπιον του Θεού;
Πώς από άνθρωποι θα γίνωμε άγιοι;
Τα μάτια μας θα πρησθούν, θα πονέσουν.
Όλα όμως αυτά θα γίνουν εξελικτικά, δεν θα γίνουν αμέσως. Οι Πατέρες της Εκκλησίας έκαναν πάρα πολλές δοκιμές, για να μπορέσουν να συνηθίσουν στην αγρυπνία.
Δεν με υποχρεώνει κανένας να αγρυπνώ και μετά να σπάω και να μην μπορώ να ξεκουράζωμαι ή να μην μπορώ να κάνω την δουλειά μου ή να κοιμάμαι όλη την νύκτα στην καρέκλα και να ταλαιπωρούμαι.
Ο Θεός δεν είναι σωματοκτόνος ούτεψυχοκτόνος.
Ο Θεός είναι ζωοδότης, σωτήρας.
Σκοτώνει τα πάθη, μας, όχι εμάς τους ίδιους.
Κοιμάσαι το μεσονύκτιο;
Η ζωή σου θα είναι πάντοτε μία ζωή αδύναμη. Παραλύει η ύπαρξίς σου, όταν δεν έχης την νύκτα δική σου, διότι δεν μπορείς να πάρης το Πνεύμα. Το μεσονύκτιο γνωρίζει και αναγνωρίζει ο Θεός, αλλά το μεσονύκτιο το μόνιμο.
Είτε είσαι στο κελλί, είτε εκτός μονής, το μεσονύκτιο να είσαι ενώπιον του Θεού.
Να ξέρης ότι αυτή η ώρα ανήκει στον Θεόν.
Αυτή η ώρα είναι η ώρα που θα παλέψης και θα αντιμετώπισης τον Θεόν, και θα πρέπει ο Θεός να γίνη ο δικός σου Θεός· είναι ή ώρα της δικής σου κλίμακος.
Το μεσονύκτιο αγρυπνεί και η Εκκλησία και παλεύει με τους δαίμονες, διότι τότε οι δαίμονες πειράζουν τους ανθρώπους και τους πλανούν οδηγώντας τους στην διασκέδασι ή στο έγκλημα. Αυτές τις ώρες υποφέρουν οι άρρωστοι, ταλαιπωρούνται οι αμαρτωλοί.
Αυτές τις ώρες, που είναι ώρες ησυχίας, το Άγιον Πνεύμα φωτίζει τον άνθρωπο, και ο Θεός αγαπάει να βρίσκη το πλάσμα του και να του μιλάη.
Τότε μπορεί κανείς να γίνεται νικητής.
Αυτές τις ώρες και οι άγιοι της Εκκλησίας μας προσκυνούν και δοξολογούν τον Θεόν, ο οποίος κατά κάποιον τρόπο εγείρεται.
Πόσο ωραία παρουσιάζει το Ευαγγέλιο και η Παλαιά Διαθήκη, ιδιαίτερα οι ψαλμοί, τον Χριστόν εγειρόμενον! Εγείρεται ο Θεός την ώρα εκείνη «νικών και ίνα νικήση και συεχίση την ζωή του «νικών».
Εάν δεν θα συμμετέχωμε σε αυτή την πανεκκλησιαστική σύναξι, δεν θα μπορέσωμε να νοιώσωμε την συντροφιά, την κοινότητα της εκκλησιαστικής μας εν Χριστώ ζωής.
(Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου. «Νηπτική ζωή και Ασκητικοί κανόνες», εκδ. Ίνδικτος- Αθήναι 2011, σ. 450-458).
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:43 am
από toula
Ας μετανοήσουμε ολόψυχα και ας αποβάλλουμε όχι μόνο τα αμαρτωλά μας έργα, αλλά ας εξαφανίσουμε και αυτούς τους πονηρούς και ακάθαρτους λογισμούς της καρδιάς.
Η βαθειά μετάνοια που γίνεται με δάκρυα και επίγνωση, μοιάζει με τη Δευτέρα Παρουσία. Δηλαδή ο αμαρτωλός κρίνεται μόνος του εδώ και καταδικάζεται και πλένεται μέσα στα δάκρυά του και έτσι δεν θα κριθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία.
Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:44 am
από toula
Ὅταν ἔλεγες, εἰς τόν π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο, ὅτι εἶσαι ἄρρωστος καί ὅτι συνέστησε ὁ ἰατρός νά μή νηστεύης, σοῦ ἐλάφρυνε τή νηστεία μέχρι καί πλήρους καταλύσεως, χωρίς νά ἐξετάζη σχολαστικά τό ζήτημα.
Εἰς τό σημεῖο αὐτό φαίνεται ὅτι, κάποιοι τόν εἶχαν μεμφθῇ, πώς ἦταν πολύ ἐλαστικός εἰς τήν ἐφαρμογή τῆς Οἰκονομίας.
Συγκεκριμένα κάποιος, τοῦ εἶχε πεῖ κάποτε:
«Τότε μόνο πρέπει, σύμφωνα μέ τούς Ἁγίους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, νά δίνη ἄδεια ὁ Πνευματικός σέ κάποιον νά καταλύση γιά λόγους ὑγείας, ὅταν ἡ κατάστασί του εἶναι τέτοια, ὥστε, ὄντας κατάκοιτος καί ἔχοντας πιάσει φωτιά καί ἀπό τίς τέσσερις γωνίες τό σπίτι του, νά μήν ἔχη τήν δύναμι νά σηκωθῇ νά φύγη. Τόσο ἄρρωστος πρέπει νά εἶναι...».
Ὁ γέροντας Επιφάνιος, τότε, τοῦ ἀπήντησε:
«Δέν λένε τέτοια πράγματα οἱ Ἅγιοι Πατέρες».
«Λένε», ἐπέμενε ἐκεῖνος.
«Δέν λένε, διότι οἱ Πατέρες δέν γράφουν ἀνοησίες.
Ἐγώ ἐξομολογῶ κατακοίτους, πού ἐπέρασαν ἐγκεφαλικό ἐπεισόδιο ἤ ἔμφραγμα ἤ εἶναι ἀνάπηροι ἀπό διάφορα κληρονομικά νευρολογικά νοσήματα, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνο μποροῦν νά νηστεύουν, ἀλλά καί ἐπιβάλλεται ἰατρικῶς, λόγῳ τῆς ἀσθένειάς τους, νά νηστεύουν.
Ἀντιθέτως, ἔχω πνευματικοπαίδια πού μπορεῖ νά φαίνωνται ὑγιεῖς, ἐπειδή εἶναι δραστήριοι καί ἐργάζονται, ἐπιβάλλεται ὅμως, νά καταλύσουν τή νηστεία, λόγῳ ἀφανοῦς παθήσεώς των, π.χ. σακχαροδιαβήτου.
Κριτήριο, λοιπόν, τῆς καταλύσεως ἤ ὄχι τῆς νηστείας, δέν εἶναι τό ἐάν κάποιος εὑρίσκεται κατάκοιτος εἰς τό κρεββάτι ἤ ἐάν περπατᾶ, ἀλλά τό εἶδος τῆς παθήσεως καί ἡ γνώμη τῶν εὐσεβῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι καί θά ἐρωτηθοῦν»!
Καί συμπλήρωνε:
«Ἡ νηστεία ἔχει σκοπό νά δαμάση τίς ἄτακτες ὁρμές καί ὀρέξεις τοῦ σώματος, καί νά ταπεινώση τόν ἄνθρωπο! Ἐάν ἡ ἀσθένεια ἔχη, κατά Θεία παραχώρησι, ἀναλάβει τό ἔργο αὐτό, τότε τί νά τήν κάνης τήν νηστεία;»
Ἐδιηγεῖτο, μάλιστα, χαμογελῶντας ὅτι, εἶχε ἀναφέρει κάποτε εἰς τόν Ἅγιο Παΐσιο, τά "περί φωτιᾶς" καί ἐκεῖνος μέ φιλοπαίγμονα διάθεσι τοῦ εἶχε πεῖ:
«Ναί βέβαια...! Ἔτσι, γέροντα, νά κάνης!
Νά κουβαλᾶς μαζί σου ἕνα μπιτόνι βενζίνη καί ἄν σοῦ ζητᾶ κανείς νά μή νηστεύη γιά λόγους ὑγείας, νά τοῦ λές ἐσύ: "Περίμενε μιά στιγμή". Νά περιχύνης μέ βενζίνη τίς τέσσερις ἄκρες τοῦ δωματίου του καί νά βάζης φωτιά...
Ἄν τόν δῇς ὅτι, δέν μπορεῖ νά κουνηθῇ καί κινδυνεύει νά καῇ, νά τοῦ ἐπιτρέπης νά καταλύη... Ἄν ὅμως τόν δῇς νά πηδᾶ καί νά φεύγη, γιά νά γλυτώση, νά τοῦ λές:
«Ὄχι! Ἐσύ πρέπει νά νηστεύης»..
Βιβλίο: «ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΖΩΗΣ»,
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, 1991.
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:46 am
από toula
– Πιό πολύ, Γέροντα, παρακαλώ τον Θεό να με συγχωρήση, παρά τον δοξολογώ.
– Και αυτό καλό είναι, αλλά καλύτερα να τον δοξολογής. Μέσα στην δοξολογία υπάρχει και μετάνοια, η οποία, επειδή έχει ταπείνωση, φέρνει την θεία παρηγοριά. Το «δόξα σοι ο Θεός» σημαίνει και «συγχώρεσε, Θεέ μου, τις αμαρτίες μου, για να Σε δοξολογώ, όπως Σε δοξολογούν οι Άγγελοι».
Αγίου Παΐσιου Αγιορείτου
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:46 am
από toula
᾿Αδελφοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας ἀπέναντι στό ἀνθρώπινο σῶμα στέκεται μέ ἐξαιρετικό δέος.
῎Οχι μόνο γιατί ἔχει τήν πληροφορία ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο ὅτι εἶναι ναός του Αγίου Πνεύματος, αλλά γιατί καί ἡ ἐμπειρία της τήν ὁδηγεῖ στό νά ὁμολογήσει ὅτι ὁ ἁγιασμός τοῦ ἀνθρώπου ξεκινᾶ ἀπό τόν ἁγιασμό τοῦ σώματος.
Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία μας ὅλα τά σωστικά της Μυστήρια, στό ἀνθρώπινο σῶμα τά ἐφαρμόζει. Τό σῶμα βαπτίζει στην κολυμβήθρα, τό σῶμα χρίει μέ τό χρίσμα, τό στόμα του ἀνοίγει ὁ ἄνθρωπος καί μεταλαμβάνει τοῦ ἀχράντου Σώματος καί τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας, στό σῶμα ἐφαρμόζεται τό ἅγιο Ευχέλαιο, τό γόνυ κλίνει ὁ ἄνθρωπος κάτω ἀπό τό Ἐπιτραχήλιο τοῦ Πνευματικοῦ στήν ἱερά Εξομολόγηση, στο δάκτυλο τοποθετεῖται τό δακτυλίδι καί στό κεφάλι το στεφάνι τοῦ γάμου, τό γόνυ κλίνει πάλι ὁ χειροτονούμενος ἐνώπιον τῆς ῾Αγίας Τραπέζης καί τό κεφάλι του ὑποτάσσει κάτω ἀπό τό χέρι τοῦ Ἐπισκόπου στο μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης.
᾿Αλλά καί μέ τό στόμα ὁ ἄνθρωπος ὁμολογεῖ τήν πίστη, μέ τόν ἡγεμόνα νοῦ παίρνει θεοφιλεῖς καί ἅγιες ἀποφάσεις καθοδηγώντας τό σῶμα, μέ τά αὐτιά καί μέ τή διάνοια δέχεται το λυτρωτικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου προσαρμόζοντας ἀναλόγως τή ζωή του.
Τό σῶμα μας ὑπάρχει γιά νά ἀναδεικνύεται ἡ ἀνθρώπινη ἀξιοπρέπεια, γιά νά διασώζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, γιά νά καθίσταται και τοικητήριο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
᾿Αρχιμ. Ι. Ν.
Από τίς ἐκδόσεις τῆς ᾿Αποστολικῆς Διακονίας
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δημοσιεύτηκε: Τρί Μαρ 10, 2026 10:48 am
από toula
.....να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι
Το άγχος είναι του διαβόλου. Όταν βλέπετε άγχος, να ξέρετε ότι εκεί έχει βάλει την ουρά του το ταγκαλάκι.
Ο διάβολος δεν πηγαίνει κόντρα. Αν υπάρχη μια τάση, σπρώχνει και αυτός, για να ταλαιπωρήση και να πλανήση τον άνθρωπο. Τον ευαίσθητο λ.χ. τον κάνει υπερευαίσθητο.
Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης