Διάφοροι βίοι Αγίων
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οἱ Ἅγιοι Εὐστάθιος, Θεσπέσιος καὶ Ἀνατόλιος οἱ Μάρτυρες
Ὑπῆρξαν στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ τὸ ἔτος 300 μ.Χ. Αὐτοὶ ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους καὶ πατρίδα εἶχαν τὴ Γάγγρα τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ γονεῖς τους ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ ὀνομάζονταν Φιλόθεος καὶ Εὐσεβία.
Ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ μὲν Εὐστάθιος ἀσχολεῖτο μὲ τὰ γράμματα, οἱ δὲ δυὸ ἄλλοι ἀδελφοὶ μὲ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πατέρα τους (πώληση φορεμάτων).
Στὴν χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἔφερε ὁ πρεσβύτερος Ἀντιοχείας Λουκιανός, ἀφοῦ εἶχε συναντήσει τὸν Φιλόθεο καὶ τὸν Ἀνατόλιο σ’ ἕνα ταξίδι στὴν Ἀνατολή. Τοὺς κατήχησε καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴ Νικομήδεια βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομήδειας Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος τὸν μὲν Φιλόθεο χειροτόνησε πρεσβύτερο, τὸ δὲ Εὐστάθιο διάκονο.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων τους, καταγγέλθηκαν στὸν Μαξιμιανὸ καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκαν.
Ὑπῆρξαν στὰ χρόνια του βασιλιὰ Μαξιμιανοῦ τὸ ἔτος 300 μ.Χ. Αὐτοὶ ἦταν ἀδέλφια μεταξύ τους καὶ πατρίδα εἶχαν τὴ Γάγγρα τῆς Μ. Ἀσίας. Οἱ γονεῖς τους ἦταν εἰδωλολάτρες καὶ ὀνομάζονταν Φιλόθεος καὶ Εὐσεβία.
Ἀπὸ τοὺς τρεῖς, ὁ μὲν Εὐστάθιος ἀσχολεῖτο μὲ τὰ γράμματα, οἱ δὲ δυὸ ἄλλοι ἀδελφοὶ μὲ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ πατέρα τους (πώληση φορεμάτων).
Στὴν χριστιανικὴ πίστη τοὺς ἔφερε ὁ πρεσβύτερος Ἀντιοχείας Λουκιανός, ἀφοῦ εἶχε συναντήσει τὸν Φιλόθεο καὶ τὸν Ἀνατόλιο σ’ ἕνα ταξίδι στὴν Ἀνατολή. Τοὺς κατήχησε καὶ ὅταν ἔφτασαν στὴ Νικομήδεια βαπτίστηκαν ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Νικομήδειας Ἄνθιμο, ὁ ὁποῖος τὸν μὲν Φιλόθεο χειροτόνησε πρεσβύτερο, τὸ δὲ Εὐστάθιο διάκονο.
Μετὰ τὸν θάνατο τῶν γονέων τους, καταγγέλθηκαν στὸν Μαξιμιανὸ καὶ ἀφοῦ ὑπέστησαν φρικτὰ βασανιστήρια, τελικὰ ἀποκεφαλίστηκαν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Θύρσος
Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Καρπασίας. Στὸν χριστιανικὸ κόσμο εἶναι περισσότερο γνωστὸς μὲ τὸ λαϊκὸ ὄνομα «Ἅης Θέρισσος» καὶ εἶναι ἕνας πολὺ σεβαστὸς κι ἀγαπητὸς Ἅγιος.
Δυστυχῶς καὶ γι' αὐτὸν οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸ συναξάρι καὶ τὴν ἀκολουθία του, εἶναι πολὺ φτωχὲς καὶ περιορισμένες.
Λίγα πράγματα μᾶς λένε γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση του. Μερικοὶ μάλιστα ἀμφισβητοῦν, ἂν αὐτὸς ὑπῆρξε ἱεράρχης ἢ ὅσιος ἢ μάρτυρας.
Καὶ τοῦτο, γιατί μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος ἅγιος, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καὶ ποὺ μαρτύρησε στὸν Ἑλλήσποντο.
Ὅμως ὁ Ἅγιος Θύρσος τῆς Καρπασίας εἶναι ἱεράρχης.
Τέτοιο τὸν παρουσιάζουν οἱ εἰκόνες του, ὅσο κι οἱ σχετικὲς παραδόσεις.
Πότε γεννήθηκε καὶ ποῦ, μὰ καὶ ποιὰ ὑπῆρξε ἡ δράση του δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του μανθάνουμε πὼς ὑπῆρξε «θρέμμα κάλλιστον τῶν Καρπασέων» καὶ ὅτι «ἐκ Βρέφους» πόθησε ἐπιμελῶς τὴν ἀρετή.
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ὑμνογράφου μᾶς βοηθοῦν νὰ δεχτοῦμε τὸν Ἅγιό μας σὰν ἕνα πρόσωπο ποὺ γεννήθηκε στὴν ὄμορφη ἐπαρχία τῆς Κύπρου, τὴν Καρπασία. Κι ἀφοῦ «ἐκ βρέφους» δηλαδὴ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία πόθησε τὴν ἀρετή, θὰ πρέπει καὶ οἱ γονεῖς του νὰ ἦταν εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι. Καὶ σὰν τέτοιοι, αὐτοὶ θὰ ἔρριψαν στὴν ψυχή του γιὰ πρώτη φορὰ τὰ σπέρματα μιᾶς ἁγνῆς, ἀνώτερης πνευματικῆς ζωῆς. Ἐπίσης ἀπὸ νωρὶς αὐτοὶ θὰ φρόντισαν νὰ συνδέσουν τὸ παιδί τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τῆς δυνάμεως, τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.
Ἡ κατοπινὴ ἐξέλιξη τοῦ μεγάλου Πατέρα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ δεχτοῦμε τὴ θεοσεβῆ οἰκογένεια, σὰν μία «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία», ποὺ κέντρο τῶν ἐνδιαφερόντων της εἶχε μόνο τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του.
Μὲ τῆς φαντασίας τὴ συνδρομὴ προχωροῦμε νὰ δοῦμε μερικὲς σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς εὐλογημένης αὐτῆς οἰκογενείας.
ΣΚΗΝΗ 1. Χειμωνιάτικο Βράδυ. Μαζεμένα γύρω ἀπὸ τὴ φωτιὰ ὅλα τὰ πρόσωπα, ὕστερα ἀπὸ τὴν βαριὰ δουλειὰ τῆς ἡμέρας, κάθονται καὶ συνομιλοῦν. Ὁ πατέρας κρατάει στὰ χέρια ἕνα πάπυρο. Τί νὰ ‘ναι τάχα; Μερικὲς σελίδες ἀπ’ τὴν Κ. Διαθήκη. Στὸ λιγοστὸ φῶς τοῦ λύχνου παίρνει καὶ διαβάζει. Κι ὕστερα τὸ τυλίγει πάλι κι ἀρχίζει ἡ συζήτηση: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μακάριοι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα. Καλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε ταπεινὴ γνώμη γιὰ τὸν ἑαυτό τους.
Γιατί ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ταπεινώσεως. Οἱ μυστηριώδεις ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ ξεσκεπάζονται μόνο στοὺς ταπεινόφρονες. Μιλᾶ ὁ ἕνας, ἀκοῦν οἱ ἄλλοι. Κάτι προσθέτει ὁ καθένας. Στὸ τέλος σηκώνονται. Κάνουν τὴν προσευχή τους κι ὕστερα μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη πᾶνε νὰ κοιμηθοῦν.
ΣΚΗΝΗ 2. Καλοκαιριάτικη νύχτα. Ἡ οἰκογένεια κάθεται στὴν αὐλή. Σ’ ἕνα κάθισμα πεσμένο εἶναι ἕνα κάνιστρο μὲ μερικὰ κομμάτια ψωμὶ καὶ λίγα χόρτα. Ἡ οἰκογένεια ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ παίρνει τὸ δεῖπνο της.
Τὰ πρόσωπα μιλοῦν μὲ ἀγάπη μεταξύ τους. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας ἀρχίζει ἕνα ὕμνο: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοὶς ὑψίστοις. Αἰνεῖτε αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ.
Αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη· αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς.» (Ψαλμ. 148). Στὸ τέλος ἡ οἰκογένεια σηκώνεται. Οἱ ψυχὲς λουσμένες ἀπ’ τὸ φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας καληνυχτίζουν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη καὶ πηγαίνουν στὸ κρεβάτι.
ΣΚΗΝΗ 3. Κυριακάτικο πρωινό. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕτοιμη. Τὸ κάθε πρόσωπο εἶναι ντυμένο μὲ τὰ πιὸ καθαρά του ροῦχα. Τὰ παιδιὰ προχωροῦν μπροστά. Πίσω οἱ γονεῖς. Ποῦ πᾶνε; Γιὰ τὴν ἐκκλησία. Φτάνουν. Κάνουν τὸν σταυρό τους κι εἰσέρχονται μὲ εὐλάβεια. Μὲ προσοχὴ παρακολουθοῦν τὸ Μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ ἀκοῦν τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια. Τὰ λόγια ποὺ στ’ ἀλήθεια εἶναι τὰ μόνα ἱκανὰ νὰ μορφώσουν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ σωτηρία.
Τρεῖς σκηνές! Σκηνὲς γεμάτες νόημα, εἰρήνη, εὐλογία! Ποιὸς μπορεῖ νὰ μὴ τὶς ζηλέψει καὶ νὰ μὴ τὶς νοσταλγήσει; Μπορεῖ νὰ συγκριθοῦν αὐτὲς μὲ τὸν σημερινὸ τρόπο ζωῆς τόσων καὶ τόσων αὐτοκαλουμένων χριστιανικῶν οἰκογενειῶν;
Ἐδῶ τοῦ κόσμου τὰ ἀγαθά. Ἐκεῖ ἡ λιτότης, ἡ φτώχεια. Ἐδῶ οἱ φωνές, τὰ νεῦρα, ἡ ἀπογοήτευση, τὸ ἄγχος. Ἐκεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ γαλήνη, ἡ χαρά. Γιατί τόση καὶ τέτοια διαφορά; Γιατί ἐκεῖ βασίλευε ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή. Ναί! ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου!
Στὸ χωριό του ὁ Θύρσος θὰ πρέπει νὰ ἔμαθε καὶ τὰ λίγα γράμματα, τὰ παπαδογράμματα τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἡ μελέτη ὅμως τῆς Γραφῆς ἡ τακτικὴ καὶ προσεκτικὴ πλούτιζε καθημερινὰ τὶς γνώσεις του καὶ καλλιεργοῦσε πλούσια τὴν ἁγνὴ ψυχή του.
Τὴν καλλιεργοῦσε τόσο, ὥστε μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ τὸν καιρὸ νὰ τρέχουν σ’ αὐτὸν μὲ λαχτάρα, γιὰ νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του τὰ φρόνιμα λόγια, τὰ ἁγνά, τὰ γεμάτα ἀπὸ χάρη «τὰ ἁλάτι ἠρτυμένα» (Κολασ. δ’, 6) κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο.
Ἔτσι ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια ὁ Ἅγιος. Μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὸν ἀγώνα νὰ ἐπιτύχει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος. Ὅταν ἔφτασε στὴ νεανικὴ ἡλικία, τότε προσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ κλήρου κι ὑπηρέτησε ὡς διάκονος καὶ ἱερέας στὴν γενέτειρά του, τὴν Καρπασία. Ἀργότερα, ὅταν χήρεψε ὁ ἐπισκοπικὸς θρόνος, δὲν δίστασε μπροστὰ στὶς παρακλήσεις ὅλων νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κλήση καὶ νὰ ἀναλάβει καὶ τὸ ὑψηλὸ ὑπούργημα τοῦ ἐπισκόπου. Τὸ ἀνέλαβε καὶ τὸ τίμησε.
Ἡ δράση του ὡς ἐπισκόπου πρέπει νὰ ὑπῆρξε ἀξιόλογη. Ἡ ἐποχὴ τῆς χειροτονίας του συμπίπτει μὲ περίοδο «πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν» γιὰ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας. Οἱ διωγμοὶ κι ὁ πόνος πλάκωνε τὶς καρδιές. Χρειαζόταν ὁ ἐνισχυτής, ὁ παρηγορητής, ὁ δυνατὸς κήρυκας ποὺ θὰ φλόγιζε καὶ πάλι τὶς ψυχὲς καὶ θὰ τὶς ξεκούραζε. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Δεσπότης.
Μὲ τὶς ἐπισκέψεις του στὰ χωριὰ καὶ τὴν ὕπαιθρο, τὶς συνεχεῖς ἐπισκέψεις του, μὰ καὶ τὴ συμπεριφορά του τὴν πατρική, διασκέδασε τὸν πόνο κι ἔδωκε πάλι στὶς πονεμένες καρδιὲς τὴν παρηγοριά, τὴν ἐλπίδα, τὴ χαρά.
Στὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἀκολουθίας του, τοῦ Ἑσπερινοῦ, διαβάζουμε: «Καὶ Καρπασέων πόλεις ἐφαίδρυνας, διὰ τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας σου, ὢ παμμακάριστε...» Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς βοηθᾶ πολλὰ νὰ νοήσουμε καὶ νὰ φανταστοῦμε. Τὶς πονηρὲς ἐκεῖνες μέρες ὁ μακάριος ἀθλητὴς πρέπει νὰ ἔγινε τοῦ ποιμνίου του ἡ ψυχῆ καὶ ὁ παρήγορος ἄγγελος. Ἡ πόρτα τοῦ ἐπισκοπείου του ἦταν πάντα ἀνοικτή.
Ἐκεῖ οἱ πεινασμένοι βρίσκανε τὸ ψωμί, οἱ κατατρεγμένοι τὴν ἀσφάλεια, οἱ πονεμένοι τὴν παρηγοριά, οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα κι ὁ καθένας ὅτι εἶχε ἀνάγκη. Σύνθημα τῆς ζωῆς του εἶχε βάλει ὁ σπλαγχνικὸς καὶ θεοφιλὴς ἐπίσκοπος τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου: «Τοὶς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὰς σώσω». Κι αὐτὸς ἔγινε «τοὶς πᾶσι τὰ πάντα». Ἔγινε γιὰ ὅλους τὰ πάντα, χωρὶς μονάχα νὰ παραβεῖ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν οἱ ἐσωτερικὲς ἀνωμαλίες συγκλόνιζαν τὶς κοινότητες, ὁ φλογερὸς ἐπίσκοπος ἔτρεχε κοντὰ στὰ φοβισμένα καὶ πονεμένα παιδιά του, πότε πεζοπορώντας μίλια μακριά, πότε καβάλα σὲ κανένα γαϊδουράκι – τί πολυτέλεια ἀλήθεια! – γιὰ νὰ ἐνισχύσει καὶ ξεκουράσει καὶ τονώσει.
- Παιδιά μου, τοὺς ἔλεγε συχνά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι».
Ἂς κάμνουν ἐπιδρομὲς οἱ ἐχθροί του Χριστοῦ. Κι ἂς ἁρπάζουν τὶς περιουσίες καὶ τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν μας. Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει. Μᾶς τὸ ὑπόσχεται! «Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδιοῦ αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα αὐτῆς; Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλὰ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, λέγει Κύριος».
Μήπως εἶναι δυνατόν, ἡ μητέρα νὰ λησμονήσει ποτὲ τὰ σπλάγχνα της, τὰ παιδιά της; Ἀλλὰ κι ἂν ὑπάρξει τέτοια μητέρα, ἐγὼ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ σὲ ξεχάσω, λέγει καὶ βεβαιώνει ὁ Κύριος. Ναί! Δὲν θὰ μᾶς ξεχάσει ὁ ἅγιος Θεός.
Μᾶς δοκιμάζει μόνο. «Μᾶς δοκιμάζει πρὸς τὸ συμφέρον! Νά ‘στε βέβαιοι, πὼς κάποια μέρα καὶ πολὺ σύντομα θὰ ἐξαλείψει τὰ δάκρυά μας καὶ θὰ μᾶς δώσει πάλι τὴ χαρά. Τὸ Ἔθνος μας, θὰ ζήσει καὶ θὰ θριαμβεύσει». Πόσο ἐπίκαιρα εἶναι τὰ λόγια τοῦτα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου καὶ γιὰ τοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος μαρτυρικοῦ νησιοῦ.
Τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ οὐρανόσταλτου ἱεράρχου πραγματοποιήθηκαν κι οἱ προβλέψεις τοῦ ἐπαληθεύθησαν. Οἱ Ἄραβες διατήρησαν κάποιο ἔλεγχο πάνω στὸ νησί μας μέχρι τὸν καιρὸ τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ. Ὁ μεγάλος αὐτὸς στρατηγὸς κι ἀργότερα αὐτοκράτορας κατὰ τὸ 965 λευτέρωσε τὴν Κύπρο μας ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους καὶ τὴν ἔκαμε ξανὰ ἐπαρχία τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Ὁ φλογερὸς πόθος τοῦ Ἁγίου νὰ ζεῖ ἀπερίσπαστα κοντὰ στὸν Θεό, τὸν ἔκαμε μόλις βρῆκε τὸν κατάλληλο διάδοχο νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιερέα. Ναί! Νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ μία σπηλιὰ στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Καρπασίας καὶ ἐκεῖ νὰ ζήσει τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς ἀσκητής.
Στὸ ἡσυχαστήριό του πλήθη πιστῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο καθημερινά, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Στὴ σπηλιὰ αὐτὴ ἔμεινε μέχρι τέλους. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση «ἐκάθηρε τᾶς αἰσθήσεις» καὶ ἀναδείχθηκε «κανών, ἀσκητῶν τὸ καύχημα, Κυπρίων τὸ μέγα εὖχος, καὶ Καρπασέων ἀγλάϊσμα».
Ὁ θάνατός του καταλύπησε τοὺς πάντας. Μὲ δάκρυα τὰ πνευματικά του παιδιὰ κήδεψαν τὸ ἅγιο σκήνωμά του καὶ δίπλα στὴ σπηλιὰ ποὺ ἀσκήτεψε, ἔκτισαν ἕνα ὄμορφο ναὸ μέσα στὸν ὁποῖο σὲ μιὰ λάρνακα φύλαξαν τὰ Ἱερὰ λείψανά του.
Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ζοῦσε, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ τοῦτο: Ἕνας χριστιανὸς ἀπ' τὸ Καρπάσι πόνεσε πολὺ στὰ μάτια του. Ὑπέφερε γιὰ καιρό· τὸ ἕνα μάλιστα ἀπὸ τὰ μάτια κατέβασε μέσα ἄσπρο καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτα. Μὴ ἔχοντας τί νὰ κάμει θυμήθηκε τὸν Ἅγιο.
Ἑτοίμασε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ μία λειτουργία καὶ παρακάλεσε τὸν ἱερέα νὰ πᾶνε μαζὶ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ τὸν κοινωνήσει. Πῆγαν ἀπὸ τὸ βράδυ. Ὅλη τὴ νύχτα σχεδὸν ὁ ἄρρωστος τὴν πέρασε ἄγρυπνος, γονατιστὸς καὶ προσευχόμενος.
Κατὰ τὰ ξημερώματα οἱ πόνοι μαλάκωσαν κι ὁ ἄνθρωπος κοιμήθηκε λίγο. Τὸ πρωὶ ἔγινε ἡ θεία λειτουργία καὶ κοινώνησε κιόλας. Ἀφοῦ ξεκουράστηκαν, ξεκίνησαν γιὰ τὸ χωριό. Ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὸ γεφύρι, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ Καρπάσι, στὸν ἄνθρωπό μας ἦρθε μία ἐπιθυμία νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ κεφάλι τὸ μανδήλι μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε δεμένο τὸ μάτι του. Τὸ ἔκαμε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Τὸ μάτι του ἦταν τελείως καλὰ κι ἔβλεπε θαυμάσια! Στ’ ἀλήθεια! «Τοὶς ἁγίοις τοὶς ἐν τὴ γῇ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος».
Χιλιάδες πιστῶν ἐπισκέπτονται κάθε χρόνο τὸν ὁμώνυμο ναό του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ χάρη του. Τὸ ἁγίασμά του θεραπεύει τὸν ὀμματόπονο καὶ τὰ δερματικὰ νοσήματα. Πιστεύεται ὅμως πὼς οἱ ἄρρωστοι, μετὰ ποὺ θὰ πλυθοῦν μὲ τὸ ἁγίασμα τοῦ ἁγίου, πρέπει νὰ ξεπλυθοῦν μὲ θαλασσινὸ νερό.
Ἐπίσης σὰν τὸ ἁγίασμα μεταφερθεῖ, λέγεται πὼς χάνει τὴ θεραπευτική του ἰδιότητα.
Ἡ ζωὴ τοῦ μεγάλου ἱεράρχου εἶναι μία ὑπόμνηση τοῦ τί μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ἂς μὴ γνωρίζει πολλὰ πράγματα.
Ἂς μὴν κρατᾶ διπλώματα. Ἂς ἔχει μόνον ἀρετή. Ἂς εἶναι ἐνάρετος! Τότε ἔχει τὸ πᾶν. Καὶ ἡ ἀρετή, ὅπως ξέρουμε ἐπιτυγχάνεται μόνο μὲ τὸν Χριστό. Τὴν ποθοῦμε; Τὴν θέλουμε; Τὴν ζητοῦμε; Ἂς εἶναι ὁ δρόμος καὶ ἕνας ὁ τρόπος νὰ τὴν κερδίσουμε.
Νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τοὶς πίστει προστρέχουσι, Θύρσε τρισόλβιε, σορῷ τῶν λειψάνων σου, καὶ προσκυνοῦσα πιστῶς, τοῦ εἴδους ἐμφέρειαν, ἄφεσιν τῶν πταισμάτων, καὶ σωμάτων τὴν ρῶσιν, δώρησε ἱεράρχα, ἐκ παντοίων κινδύνων, καὶ παθῶν ἀρρώστιας, πάντας ἐκλύτρωσε.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Καρπασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Θύρσε ἱεράρχα ἀοίδιμε, νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν, δόξα τῷ σὲ στεφάνωσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς τρεῖς Ἱεράρχες τῆς Καρπασίας. Στὸν χριστιανικὸ κόσμο εἶναι περισσότερο γνωστὸς μὲ τὸ λαϊκὸ ὄνομα «Ἅης Θέρισσος» καὶ εἶναι ἕνας πολὺ σεβαστὸς κι ἀγαπητὸς Ἅγιος.
Δυστυχῶς καὶ γι' αὐτὸν οἱ πληροφορίες ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τὸ συναξάρι καὶ τὴν ἀκολουθία του, εἶναι πολὺ φτωχὲς καὶ περιορισμένες.
Λίγα πράγματα μᾶς λένε γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴ δράση του. Μερικοὶ μάλιστα ἀμφισβητοῦν, ἂν αὐτὸς ὑπῆρξε ἱεράρχης ἢ ὅσιος ἢ μάρτυρας.
Καὶ τοῦτο, γιατί μὲ τὸ ἴδιο ὄνομα εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος ἅγιος, ποὺ ἔζησε στὰ χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου καὶ ποὺ μαρτύρησε στὸν Ἑλλήσποντο.
Ὅμως ὁ Ἅγιος Θύρσος τῆς Καρπασίας εἶναι ἱεράρχης.
Τέτοιο τὸν παρουσιάζουν οἱ εἰκόνες του, ὅσο κι οἱ σχετικὲς παραδόσεις.
Πότε γεννήθηκε καὶ ποῦ, μὰ καὶ ποιὰ ὑπῆρξε ἡ δράση του δὲν γνωρίζουμε. Ἀπὸ τὴν ἀκολουθία του μανθάνουμε πὼς ὑπῆρξε «θρέμμα κάλλιστον τῶν Καρπασέων» καὶ ὅτι «ἐκ Βρέφους» πόθησε ἐπιμελῶς τὴν ἀρετή.
Τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ ὑμνογράφου μᾶς βοηθοῦν νὰ δεχτοῦμε τὸν Ἅγιό μας σὰν ἕνα πρόσωπο ποὺ γεννήθηκε στὴν ὄμορφη ἐπαρχία τῆς Κύπρου, τὴν Καρπασία. Κι ἀφοῦ «ἐκ βρέφους» δηλαδὴ ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία πόθησε τὴν ἀρετή, θὰ πρέπει καὶ οἱ γονεῖς του νὰ ἦταν εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι. Καὶ σὰν τέτοιοι, αὐτοὶ θὰ ἔρριψαν στὴν ψυχή του γιὰ πρώτη φορὰ τὰ σπέρματα μιᾶς ἁγνῆς, ἀνώτερης πνευματικῆς ζωῆς. Ἐπίσης ἀπὸ νωρὶς αὐτοὶ θὰ φρόντισαν νὰ συνδέσουν τὸ παιδί τους μὲ τὴν πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τῆς δυνάμεως, τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ἐκκλησία.
Ἡ κατοπινὴ ἐξέλιξη τοῦ μεγάλου Πατέρα μᾶς ὑποχρεώνει νὰ δεχτοῦμε τὴ θεοσεβῆ οἰκογένεια, σὰν μία «κατ’ οἶκον Ἐκκλησία», ποὺ κέντρο τῶν ἐνδιαφερόντων της εἶχε μόνο τὸν Χριστὸ καὶ τὸ θέλημά του.
Μὲ τῆς φαντασίας τὴ συνδρομὴ προχωροῦμε νὰ δοῦμε μερικὲς σκηνὲς ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς εὐλογημένης αὐτῆς οἰκογενείας.
ΣΚΗΝΗ 1. Χειμωνιάτικο Βράδυ. Μαζεμένα γύρω ἀπὸ τὴ φωτιὰ ὅλα τὰ πρόσωπα, ὕστερα ἀπὸ τὴν βαριὰ δουλειὰ τῆς ἡμέρας, κάθονται καὶ συνομιλοῦν. Ὁ πατέρας κρατάει στὰ χέρια ἕνα πάπυρο. Τί νὰ ‘ναι τάχα; Μερικὲς σελίδες ἀπ’ τὴν Κ. Διαθήκη. Στὸ λιγοστὸ φῶς τοῦ λύχνου παίρνει καὶ διαβάζει. Κι ὕστερα τὸ τυλίγει πάλι κι ἀρχίζει ἡ συζήτηση: «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μακάριοι οἱ πτωχοὶ στὸ πνεῦμα. Καλότυχοι ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουνε ταπεινὴ γνώμη γιὰ τὸν ἑαυτό τους.
Γιατί ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πρώτη ἀρετή. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ταπεινώσεως. Οἱ μυστηριώδεις ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ ξεσκεπάζονται μόνο στοὺς ταπεινόφρονες. Μιλᾶ ὁ ἕνας, ἀκοῦν οἱ ἄλλοι. Κάτι προσθέτει ὁ καθένας. Στὸ τέλος σηκώνονται. Κάνουν τὴν προσευχή τους κι ὕστερα μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη πᾶνε νὰ κοιμηθοῦν.
ΣΚΗΝΗ 2. Καλοκαιριάτικη νύχτα. Ἡ οἰκογένεια κάθεται στὴν αὐλή. Σ’ ἕνα κάθισμα πεσμένο εἶναι ἕνα κάνιστρο μὲ μερικὰ κομμάτια ψωμὶ καὶ λίγα χόρτα. Ἡ οἰκογένεια ἔκαμε τὴν προσευχή της καὶ παίρνει τὸ δεῖπνο της.
Τὰ πρόσωπα μιλοῦν μὲ ἀγάπη μεταξύ τους. Κάποια στιγμὴ ὁ πατέρας ἀρχίζει ἕνα ὕμνο: «Αἰνεῖτε τὸν Κύριον ἐκ τῶν οὐρανῶν, αἰνεῖτε αὐτὸν ἐν τοὶς ὑψίστοις. Αἰνεῖτε αὐτὸν πάντες οἱ ἄγγελοι αὐτοῦ, αἰνεῖτε αὐτὸν πᾶσαι αἱ δυνάμεις αὐτοῦ.
Αἰνεῖτε αὐτὸν ἥλιος καὶ σελήνη· αἰνεῖτε αὐτὸν πάντα τὰ ἄστρα καὶ τὸ φῶς.» (Ψαλμ. 148). Στὸ τέλος ἡ οἰκογένεια σηκώνεται. Οἱ ψυχὲς λουσμένες ἀπ’ τὸ φῶς τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ τῆς ἐλπίδας καληνυχτίζουν ἡ μιὰ τὴν ἄλλη καὶ πηγαίνουν στὸ κρεβάτι.
ΣΚΗΝΗ 3. Κυριακάτικο πρωινό. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἕτοιμη. Τὸ κάθε πρόσωπο εἶναι ντυμένο μὲ τὰ πιὸ καθαρά του ροῦχα. Τὰ παιδιὰ προχωροῦν μπροστά. Πίσω οἱ γονεῖς. Ποῦ πᾶνε; Γιὰ τὴν ἐκκλησία. Φτάνουν. Κάνουν τὸν σταυρό τους κι εἰσέρχονται μὲ εὐλάβεια. Μὲ προσοχὴ παρακολουθοῦν τὸ Μυστήριο τῆς ζωῆς καὶ ἀκοῦν τοῦ Χριστοῦ τὰ λόγια. Τὰ λόγια ποὺ στ’ ἀλήθεια εἶναι τὰ μόνα ἱκανὰ νὰ μορφώσουν πραγματικὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴ σωτηρία.
Τρεῖς σκηνές! Σκηνὲς γεμάτες νόημα, εἰρήνη, εὐλογία! Ποιὸς μπορεῖ νὰ μὴ τὶς ζηλέψει καὶ νὰ μὴ τὶς νοσταλγήσει; Μπορεῖ νὰ συγκριθοῦν αὐτὲς μὲ τὸν σημερινὸ τρόπο ζωῆς τόσων καὶ τόσων αὐτοκαλουμένων χριστιανικῶν οἰκογενειῶν;
Ἐδῶ τοῦ κόσμου τὰ ἀγαθά. Ἐκεῖ ἡ λιτότης, ἡ φτώχεια. Ἐδῶ οἱ φωνές, τὰ νεῦρα, ἡ ἀπογοήτευση, τὸ ἄγχος. Ἐκεῖ ἡ ἀγάπη, ἡ γαλήνη, ἡ χαρά. Γιατί τόση καὶ τέτοια διαφορά; Γιατί ἐκεῖ βασίλευε ὁ Χριστός, ποὺ εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή. Ναί! ὁ Χριστὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ κόσμου!
Στὸ χωριό του ὁ Θύρσος θὰ πρέπει νὰ ἔμαθε καὶ τὰ λίγα γράμματα, τὰ παπαδογράμματα τῶν χρόνων ἐκείνων. Ἡ μελέτη ὅμως τῆς Γραφῆς ἡ τακτικὴ καὶ προσεκτικὴ πλούτιζε καθημερινὰ τὶς γνώσεις του καὶ καλλιεργοῦσε πλούσια τὴν ἁγνὴ ψυχή του.
Τὴν καλλιεργοῦσε τόσο, ὥστε μικροὶ καὶ μεγάλοι μὲ τὸν καιρὸ νὰ τρέχουν σ’ αὐτὸν μὲ λαχτάρα, γιὰ νὰ ἀκούσουν ἀπὸ τὸ στόμα του τὰ φρόνιμα λόγια, τὰ ἁγνά, τὰ γεμάτα ἀπὸ χάρη «τὰ ἁλάτι ἠρτυμένα» (Κολασ. δ’, 6) κατὰ τὸν θεῖο Ἀπόστολο.
Ἔτσι ἔζησε τὰ παιδικὰ καὶ ἐφηβικά του χρόνια ὁ Ἅγιος. Μὲ τὴ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ τὸν ἀγώνα νὰ ἐπιτύχει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος. Ὅταν ἔφτασε στὴ νεανικὴ ἡλικία, τότε προσῆλθε στὶς τάξεις τοῦ κλήρου κι ὑπηρέτησε ὡς διάκονος καὶ ἱερέας στὴν γενέτειρά του, τὴν Καρπασία. Ἀργότερα, ὅταν χήρεψε ὁ ἐπισκοπικὸς θρόνος, δὲν δίστασε μπροστὰ στὶς παρακλήσεις ὅλων νὰ ἀποδεχθεῖ τὴν κλήση καὶ νὰ ἀναλάβει καὶ τὸ ὑψηλὸ ὑπούργημα τοῦ ἐπισκόπου. Τὸ ἀνέλαβε καὶ τὸ τίμησε.
Ἡ δράση του ὡς ἐπισκόπου πρέπει νὰ ὑπῆρξε ἀξιόλογη. Ἡ ἐποχὴ τῆς χειροτονίας του συμπίπτει μὲ περίοδο «πολιτικῶν ἀνωμαλιῶν» γιὰ τὸ μαρτυρικὸ νησί μας. Οἱ διωγμοὶ κι ὁ πόνος πλάκωνε τὶς καρδιές. Χρειαζόταν ὁ ἐνισχυτής, ὁ παρηγορητής, ὁ δυνατὸς κήρυκας ποὺ θὰ φλόγιζε καὶ πάλι τὶς ψυχὲς καὶ θὰ τὶς ξεκούραζε. Καὶ σὰν τέτοιος βρέθηκε ὁ Δεσπότης.
Μὲ τὶς ἐπισκέψεις του στὰ χωριὰ καὶ τὴν ὕπαιθρο, τὶς συνεχεῖς ἐπισκέψεις του, μὰ καὶ τὴ συμπεριφορά του τὴν πατρική, διασκέδασε τὸν πόνο κι ἔδωκε πάλι στὶς πονεμένες καρδιὲς τὴν παρηγοριά, τὴν ἐλπίδα, τὴ χαρά.
Στὸ πρῶτο τροπάριο τῆς ἀκολουθίας του, τοῦ Ἑσπερινοῦ, διαβάζουμε: «Καὶ Καρπασέων πόλεις ἐφαίδρυνας, διὰ τοῦ τρόπου τῆς πολιτείας σου, ὢ παμμακάριστε...» Ἡ φράση αὐτὴ μᾶς βοηθᾶ πολλὰ νὰ νοήσουμε καὶ νὰ φανταστοῦμε. Τὶς πονηρὲς ἐκεῖνες μέρες ὁ μακάριος ἀθλητὴς πρέπει νὰ ἔγινε τοῦ ποιμνίου του ἡ ψυχῆ καὶ ὁ παρήγορος ἄγγελος. Ἡ πόρτα τοῦ ἐπισκοπείου του ἦταν πάντα ἀνοικτή.
Ἐκεῖ οἱ πεινασμένοι βρίσκανε τὸ ψωμί, οἱ κατατρεγμένοι τὴν ἀσφάλεια, οἱ πονεμένοι τὴν παρηγοριά, οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα κι ὁ καθένας ὅτι εἶχε ἀνάγκη. Σύνθημα τῆς ζωῆς του εἶχε βάλει ὁ σπλαγχνικὸς καὶ θεοφιλὴς ἐπίσκοπος τὰ λόγια τοῦ θείου Παύλου: «Τοὶς πᾶσι γέγονα τὰ πάντα, ἴνα πάντως τινὰς σώσω». Κι αὐτὸς ἔγινε «τοὶς πᾶσι τὰ πάντα». Ἔγινε γιὰ ὅλους τὰ πάντα, χωρὶς μονάχα νὰ παραβεῖ ποτὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν οἱ ἐσωτερικὲς ἀνωμαλίες συγκλόνιζαν τὶς κοινότητες, ὁ φλογερὸς ἐπίσκοπος ἔτρεχε κοντὰ στὰ φοβισμένα καὶ πονεμένα παιδιά του, πότε πεζοπορώντας μίλια μακριά, πότε καβάλα σὲ κανένα γαϊδουράκι – τί πολυτέλεια ἀλήθεια! – γιὰ νὰ ἐνισχύσει καὶ ξεκουράσει καὶ τονώσει.
- Παιδιά μου, τοὺς ἔλεγε συχνά. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι».
Ἂς κάμνουν ἐπιδρομὲς οἱ ἐχθροί του Χριστοῦ. Κι ἂς ἁρπάζουν τὶς περιουσίες καὶ τὸ ψωμὶ τῶν παιδιῶν μας. Ὁ Κύριος δὲν θὰ μᾶς ἐγκαταλείψει. Μᾶς τὸ ὑπόσχεται! «Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδιοῦ αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα αὐτῆς; Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλὰ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου, λέγει Κύριος».
Μήπως εἶναι δυνατόν, ἡ μητέρα νὰ λησμονήσει ποτὲ τὰ σπλάγχνα της, τὰ παιδιά της; Ἀλλὰ κι ἂν ὑπάρξει τέτοια μητέρα, ἐγὼ ὅμως ποτὲ δὲν θὰ σὲ ξεχάσω, λέγει καὶ βεβαιώνει ὁ Κύριος. Ναί! Δὲν θὰ μᾶς ξεχάσει ὁ ἅγιος Θεός.
Μᾶς δοκιμάζει μόνο. «Μᾶς δοκιμάζει πρὸς τὸ συμφέρον! Νά ‘στε βέβαιοι, πὼς κάποια μέρα καὶ πολὺ σύντομα θὰ ἐξαλείψει τὰ δάκρυά μας καὶ θὰ μᾶς δώσει πάλι τὴ χαρά. Τὸ Ἔθνος μας, θὰ ζήσει καὶ θὰ θριαμβεύσει». Πόσο ἐπίκαιρα εἶναι τὰ λόγια τοῦτα τοῦ ἁγίου ἐπισκόπου καὶ γιὰ τοὺς σημερινοὺς χριστιανοὺς τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος μαρτυρικοῦ νησιοῦ.
Τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ οὐρανόσταλτου ἱεράρχου πραγματοποιήθηκαν κι οἱ προβλέψεις τοῦ ἐπαληθεύθησαν. Οἱ Ἄραβες διατήρησαν κάποιο ἔλεγχο πάνω στὸ νησί μας μέχρι τὸν καιρὸ τοῦ Νικηφόρου Φωκᾶ. Ὁ μεγάλος αὐτὸς στρατηγὸς κι ἀργότερα αὐτοκράτορας κατὰ τὸ 965 λευτέρωσε τὴν Κύπρο μας ἀπὸ τὴν ἐξουσία τους καὶ τὴν ἔκαμε ξανὰ ἐπαρχία τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Ὁ φλογερὸς πόθος τοῦ Ἁγίου νὰ ζεῖ ἀπερίσπαστα κοντὰ στὸν Θεό, τὸν ἔκαμε μόλις βρῆκε τὸν κατάλληλο διάδοχο νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἀρχιερέα. Ναί! Νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ μία σπηλιὰ στὴ βόρεια ἀκτὴ τῆς Καρπασίας καὶ ἐκεῖ νὰ ζήσει τὰ ὑπόλοιπα χρόνια τῆς ζωῆς του ὡς ἀσκητής.
Στὸ ἡσυχαστήριό του πλήθη πιστῶν τὸν ἐπεσκέπτοντο καθημερινά, γιὰ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια καὶ τὶς συμβουλές του καὶ νὰ πάρουν τὴν εὐλογία του. Στὴ σπηλιὰ αὐτὴ ἔμεινε μέχρι τέλους. Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν αὐστηρὴ ἄσκηση «ἐκάθηρε τᾶς αἰσθήσεις» καὶ ἀναδείχθηκε «κανών, ἀσκητῶν τὸ καύχημα, Κυπρίων τὸ μέγα εὖχος, καὶ Καρπασέων ἀγλάϊσμα».
Ὁ θάνατός του καταλύπησε τοὺς πάντας. Μὲ δάκρυα τὰ πνευματικά του παιδιὰ κήδεψαν τὸ ἅγιο σκήνωμά του καὶ δίπλα στὴ σπηλιὰ ποὺ ἀσκήτεψε, ἔκτισαν ἕνα ὄμορφο ναὸ μέσα στὸν ὁποῖο σὲ μιὰ λάρνακα φύλαξαν τὰ Ἱερὰ λείψανά του.
Τὰ θαύματα ποὺ ἔκανε, ὅταν ζοῦσε, συνεχίστηκαν καὶ μετὰ τὸν θάνατό του. Ἕνα τέτοιο θαῦμα εἶναι καὶ τοῦτο: Ἕνας χριστιανὸς ἀπ' τὸ Καρπάσι πόνεσε πολὺ στὰ μάτια του. Ὑπέφερε γιὰ καιρό· τὸ ἕνα μάλιστα ἀπὸ τὰ μάτια κατέβασε μέσα ἄσπρο καὶ δὲν ἔβλεπε τίποτα. Μὴ ἔχοντας τί νὰ κάμει θυμήθηκε τὸν Ἅγιο.
Ἑτοίμασε τὰ ἀπαραίτητα γιὰ μία λειτουργία καὶ παρακάλεσε τὸν ἱερέα νὰ πᾶνε μαζὶ νὰ λειτουργήσει καὶ νὰ τὸν κοινωνήσει. Πῆγαν ἀπὸ τὸ βράδυ. Ὅλη τὴ νύχτα σχεδὸν ὁ ἄρρωστος τὴν πέρασε ἄγρυπνος, γονατιστὸς καὶ προσευχόμενος.
Κατὰ τὰ ξημερώματα οἱ πόνοι μαλάκωσαν κι ὁ ἄνθρωπος κοιμήθηκε λίγο. Τὸ πρωὶ ἔγινε ἡ θεία λειτουργία καὶ κοινώνησε κιόλας. Ἀφοῦ ξεκουράστηκαν, ξεκίνησαν γιὰ τὸ χωριό. Ὅταν ἔφτασαν κοντὰ στὸ γεφύρι, ποὺ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸ Καρπάσι, στὸν ἄνθρωπό μας ἦρθε μία ἐπιθυμία νὰ βγάλει ἀπὸ τὸ κεφάλι τὸ μανδήλι μὲ τὸ ὁποῖον εἶχε δεμένο τὸ μάτι του. Τὸ ἔκαμε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Τὸ μάτι του ἦταν τελείως καλὰ κι ἔβλεπε θαυμάσια! Στ’ ἀλήθεια! «Τοὶς ἁγίοις τοὶς ἐν τὴ γῇ ἐθαυμάστωσεν ὁ Κύριος».
Χιλιάδες πιστῶν ἐπισκέπτονται κάθε χρόνο τὸν ὁμώνυμο ναό του γιὰ νὰ ζητήσουν μὲ εὐλάβεια τὴ χάρη του. Τὸ ἁγίασμά του θεραπεύει τὸν ὀμματόπονο καὶ τὰ δερματικὰ νοσήματα. Πιστεύεται ὅμως πὼς οἱ ἄρρωστοι, μετὰ ποὺ θὰ πλυθοῦν μὲ τὸ ἁγίασμα τοῦ ἁγίου, πρέπει νὰ ξεπλυθοῦν μὲ θαλασσινὸ νερό.
Ἐπίσης σὰν τὸ ἁγίασμα μεταφερθεῖ, λέγεται πὼς χάνει τὴ θεραπευτική του ἰδιότητα.
Ἡ ζωὴ τοῦ μεγάλου ἱεράρχου εἶναι μία ὑπόμνηση τοῦ τί μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἕνας ἐνάρετος ἄνθρωπος. Ἂς μὴ γνωρίζει πολλὰ πράγματα.
Ἂς μὴν κρατᾶ διπλώματα. Ἂς ἔχει μόνον ἀρετή. Ἂς εἶναι ἐνάρετος! Τότε ἔχει τὸ πᾶν. Καὶ ἡ ἀρετή, ὅπως ξέρουμε ἐπιτυγχάνεται μόνο μὲ τὸν Χριστό. Τὴν ποθοῦμε; Τὴν θέλουμε; Τὴν ζητοῦμε; Ἂς εἶναι ὁ δρόμος καὶ ἕνας ὁ τρόπος νὰ τὴν κερδίσουμε.
Νὰ γίνουμε ἄνθρωποι τοῦ Χριστοῦ.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Τοὶς πίστει προστρέχουσι, Θύρσε τρισόλβιε, σορῷ τῶν λειψάνων σου, καὶ προσκυνοῦσα πιστῶς, τοῦ εἴδους ἐμφέρειαν, ἄφεσιν τῶν πταισμάτων, καὶ σωμάτων τὴν ρῶσιν, δώρησε ἱεράρχα, ἐκ παντοίων κινδύνων, καὶ παθῶν ἀρρώστιας, πάντας ἐκλύτρωσε.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Καρπασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, Θύρσε ἱεράρχα ἀοίδιμε, νηστεία, ἀγρυπνία, προσευχή, οὐράνια χαρίσματα λαβῶν, θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχὺν, δόξα τῷ σὲ στεφάνωσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Θωμᾶς ὁ Ἀπόστολος
Ἦταν μεταξὺ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἁλιέων.
Ὁ Θωμᾶς, λοιπόν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πρώτη ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητές, δυσπιστοῦσε σ’ αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγαν αὐτοί. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἐπανεμφανίστηκε στοὺς μαθητὲς μέσα στὸ ὑπερῷον, ὅταν μεταξὺ τους βρισκόταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε ὁ Κύριος προέτρεψε τὸν Θωμᾶ νὰ ψηλαφήσει τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ ποὺ Τὸν σταύρωσαν, καὶ νὰ μὴ γίνεται ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.
Ἐκθαμβωμένος ὁ Θωμᾶς, προσκύνησε καὶ ἀνεβόησε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἡ δὲ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν τέτοια, ποὺ θὰ διδάσκει ὅλους ὅσους θέλουν νὰ δυσπιστοῦν στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Κύριος: «ὅτι ἐώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος στὸν Θωμᾶ, πίστεψες ἐπειδὴ μὲ εἶδες. Μακαριότεροι καὶ περισσότερο καλότυχοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ δὲν μὲ εἶδαν, πίστεψαν.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Θωμᾶς μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πῆγε καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Πέρσες, Μήδους καὶ Ἰνδούς. Στὴν χώρα δὲ τῶν τελευταίων, μαρτύρησε μὲ θάνατο διὰ λογχισμού. Ἔτσι, τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς ὄχι μόνο νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιό Του, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ ζωή του γι’ Αὐτόν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀπόστολος, θεολογίας κρουνούς, ἐνθέως ἐξήντλησας, ἐκ λογχονύκτου πλευρᾶς, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ὅθεν τῆς εὐσεβείας, κατασπείρας τὸν λόγον, ἔλαμψας ἐν Ἰνδίᾳ, ὡς ἀκτὶς οὐρανία, Θωμᾶ τῶν Ἀποστόλων, τὸ θεῖον ἀγλάϊσμα.
Κοvτάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὁ τῆς θείας χάριτος πεπληρωμένος, τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης ἀληθής, ἐν μετανοῖᾳ ἐκραύγαζε· Σύ μου ὑπάρχεις, Θεός τε καὶ Κύριος.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὐπερμάχῳ.
Ὡς κοινωνὸς τοῦ ἐκ πλευρᾶς ἄφεσιν βλύσαντος
Τοῦ ζωηφόρου ὁμοιώματος ἐτρύφησας
Λογχευθεὶς Θωμᾶ πανεύφημε τὴν πλευράν σου.
Ἀλλ’ ὡς Μάρτυς καὶ Ἀπόστολος θεόληπτος
Σωσωσμένους τῷ Δεσπότῃ σου προσάγαγε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις μάκαρ Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Τῇ χειρὶ ἁψάμενος τῆς πλευρᾶς, τοῦ βλύσαντος κόσμῳ, ἀθανάτου ζωῆς κρουνούς, ἐξ αὐτῆς ἐδέξω, δογμάτων θεῖα ῥεῖθρα, δι’ ὧν ψυχὰς ἀρδεύεις, Θωμᾶ Ἀπόστολε.
Ἦταν μεταξὺ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἁλιέων.
Ὁ Θωμᾶς, λοιπόν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πρώτη ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητές, δυσπιστοῦσε σ’ αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγαν αὐτοί. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἐπανεμφανίστηκε στοὺς μαθητὲς μέσα στὸ ὑπερῷον, ὅταν μεταξὺ τους βρισκόταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε ὁ Κύριος προέτρεψε τὸν Θωμᾶ νὰ ψηλαφήσει τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ ποὺ Τὸν σταύρωσαν, καὶ νὰ μὴ γίνεται ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.
Ἐκθαμβωμένος ὁ Θωμᾶς, προσκύνησε καὶ ἀνεβόησε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἡ δὲ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν τέτοια, ποὺ θὰ διδάσκει ὅλους ὅσους θέλουν νὰ δυσπιστοῦν στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Κύριος: «ὅτι ἐώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος στὸν Θωμᾶ, πίστεψες ἐπειδὴ μὲ εἶδες. Μακαριότεροι καὶ περισσότερο καλότυχοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ δὲν μὲ εἶδαν, πίστεψαν.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Θωμᾶς μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πῆγε καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Πέρσες, Μήδους καὶ Ἰνδούς. Στὴν χώρα δὲ τῶν τελευταίων, μαρτύρησε μὲ θάνατο διὰ λογχισμού. Ἔτσι, τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς ὄχι μόνο νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιό Του, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ ζωή του γι’ Αὐτόν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀπόστολος, θεολογίας κρουνούς, ἐνθέως ἐξήντλησας, ἐκ λογχονύκτου πλευρᾶς, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ὅθεν τῆς εὐσεβείας, κατασπείρας τὸν λόγον, ἔλαμψας ἐν Ἰνδίᾳ, ὡς ἀκτὶς οὐρανία, Θωμᾶ τῶν Ἀποστόλων, τὸ θεῖον ἀγλάϊσμα.
Κοvτάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὁ τῆς θείας χάριτος πεπληρωμένος, τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης ἀληθής, ἐν μετανοῖᾳ ἐκραύγαζε· Σύ μου ὑπάρχεις, Θεός τε καὶ Κύριος.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὐπερμάχῳ.
Ὡς κοινωνὸς τοῦ ἐκ πλευρᾶς ἄφεσιν βλύσαντος
Τοῦ ζωηφόρου ὁμοιώματος ἐτρύφησας
Λογχευθεὶς Θωμᾶ πανεύφημε τὴν πλευράν σου.
Ἀλλ’ ὡς Μάρτυς καὶ Ἀπόστολος θεόληπτος
Σωσωσμένους τῷ Δεσπότῃ σου προσάγαγε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις μάκαρ Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Τῇ χειρὶ ἁψάμενος τῆς πλευρᾶς, τοῦ βλύσαντος κόσμῳ, ἀθανάτου ζωῆς κρουνούς, ἐξ αὐτῆς ἐδέξω, δογμάτων θεῖα ῥεῖθρα, δι’ ὧν ψυχὰς ἀρδεύεις, Θωμᾶ Ἀπόστολε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἰώκωβος ὁ Ἀπόστολος τοῦ Ἀλφαίου
Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφός τοῦ Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ γιὸς τοῦ Ἀλφαίου.
Ὁ Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔπειτα πῆγε καὶ σὲ ἄλλες χῶρες γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ, κατέστρεφε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ γιάτρευε ἀρρώστιες καὶ ἐξεδίωκε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὀνόμαζαν θεῖο σπέρμα.
Ὁ ἱδρῶτας, οἱ μόχθοι καὶ οἱ κίνδυνοι ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, ἦταν πολλοί. Ὁ θάνατος πολλὲς φορὲς τὸν πλησίασε, ἀλλὰ στὴν σκέψη τοῦ Ἰακώβου κυριαρχοῦσαν ἐνθαρρυντικὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μὲ ἀκολουθεῖ σὰν γνήσιος μαθητής μου, λέει ὁ Κύριος, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἑαυτό του, καὶ ἂς πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο θλίψη καὶ δοκιμασία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ θάνατο σταυρικό. Καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθεῖ, μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.
Ἔτσι καὶ ὁ Ἰάκωβος, μιμούμενος τὸ Διδάσκαλό του, ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτῳ πνοῇ, ὡς θεῖος Ἀπόστολος, ὑποδεχθεὶς τῇ ψυχῇ, Ἰάκωβε ἔνδοξε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἀστὴρ ἑωσφόρος· ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν πολύθεον νύκτα. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὁ τῶν ἐθνῶν σαγηνευτὴς ὑπερθαύμαστος, καὶ Μαθητῶν ἀναδειχθεὶς τιμιώτατος, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνος Ἰάκωβος, κόσμῳ τῶν ἰάσεων, διανέμει τὸν πλοῦτον, λύει περιστάσεων, τοὺς αὐτὸν εὐφημοῦντας· διὸ συμφώνως κράζομεν αὐτῷ· Σῷζε τοὺς πάντας, εὐχαῖς σου Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Μύστης καὶ Ἀπόστολος πεφηνώς, τοῦ δι’ εὐσπλαγχνίαν, κενωθέντος μέχρι σαρκός, ἔφανας ἀδύτως, Ἰάκωβε θεόπτα, σωτήριον τὸ τούτου, πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἀδελφός τοῦ Ματθαίου τοῦ Εὐαγγελιστοῦ καὶ γιὸς τοῦ Ἀλφαίου.
Ὁ Ἰάκωβος, ἀφοῦ ἀγωνίστηκε γιὰ τὴν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ στὴν Ἱερουσαλήμ, ἔπειτα πῆγε καὶ σὲ ἄλλες χῶρες γιὰ νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιο. Ἐκεῖ, κατέστρεφε τοὺς βωμοὺς τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ γιάτρευε ἀρρώστιες καὶ ἐξεδίωκε τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τὸν ὀνόμαζαν θεῖο σπέρμα.
Ὁ ἱδρῶτας, οἱ μόχθοι καὶ οἱ κίνδυνοι ποὺ ὑπέστη γιὰ τὴ διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, ἦταν πολλοί. Ὁ θάνατος πολλὲς φορὲς τὸν πλησίασε, ἀλλὰ στὴν σκέψη τοῦ Ἰακώβου κυριαρχοῦσαν ἐνθαρρυντικὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μὲ ἀκολουθεῖ σὰν γνήσιος μαθητής μου, λέει ὁ Κύριος, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸ διεφθαρμένο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία ἑαυτό του, καὶ ἂς πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ ὑποστεῖ γιὰ μένα ὄχι μόνο θλίψη καὶ δοκιμασία, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ θάνατο σταυρικό. Καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθεῖ, μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου.
Ἔτσι καὶ ὁ Ἰάκωβος, μιμούμενος τὸ Διδάσκαλό του, ὑπέστη σταυρικὸ θάνατο.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, γλωσσοπυρσεύτῳ πνοῇ, ὡς θεῖος Ἀπόστολος, ὑποδεχθεὶς τῇ ψυχῇ, Ἰάκωβε ἔνδοξε, ἔλαμψας ἐν τῷ κόσμῳ, ὡς ἀστὴρ ἑωσφόρος· ἔλυσας τῶν εἰδώλων, τὴν πολύθεον νύκτα. Καὶ νῦν ἀπαύστως δυσώπει, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ὁ τῶν ἐθνῶν σαγηνευτὴς ὑπερθαύμαστος, καὶ Μαθητῶν ἀναδειχθεὶς τιμιώτατος, καὶ Ἀποστόλων σύσκηνος Ἰάκωβος, κόσμῳ τῶν ἰάσεων, διανέμει τὸν πλοῦτον, λύει περιστάσεων, τοὺς αὐτὸν εὐφημοῦντας· διὸ συμφώνως κράζομεν αὐτῷ· Σῷζε τοὺς πάντας, εὐχαῖς σου Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Μύστης καὶ Ἀπόστολος πεφηνώς, τοῦ δι’ εὐσπλαγχνίαν, κενωθέντος μέχρι σαρκός, ἔφανας ἀδύτως, Ἰάκωβε θεόπτα, σωτήριον τὸ τούτου, πᾶσι τοῖς ἔθνεσι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ νέος Ὁσιομάρτυρας καὶ οἱ δύο μαθητές του Ἰάκωβος ὁ Διάκονος καὶ Διονύσιος ὁ Μοναχὸς
Ὁ Ἰάκωβος γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Καστοριᾶς (Κορησός), ἀπὸ χριστιανοὺς γονεῖς, τὸν Μαρτῖνο καὶ τὴν Παρασκευή. Ἔγινε βοσκὸς προβάτων καὶ ἀπόκτησε ἀρκετὸ πλοῦτο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν φθονήσει ὁ ἀδελφός του, ποὺ τὸν διέβαλε στὸν κριτή, ὅτι δῆθεν βρῆκε θησαυρό. Γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸν φθόνο τοῦ ἀδελφοῦ του ὁ Ἰάκωβος, ἔφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργαζόμενος σὰν ἔμπορος προβάτων ἔγινε καὶ πάλι πλούσιος.
Κάποια ἡμέρα ὅμως, πῆγε στὸν Πατριάρχη, ἐξομολογήθηκε καὶ διαμοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχούς, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Δοχειαρίου. Κατόπιν πῆγε στὴ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου (ποὺ ἦταν σκήτη τῆς Ι. Μονῆς Ἰβήρων), ὅπου ἡσύχαζε ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον γέροντα Ἰγνάτιο. Ἀφοῦ ἀσκήθηκε ἀρκετὰ στὶς ἀρετές, ἀναχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε στὰ ἐνδότερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ ἕξι μαθητές του, καὶ διακρίθηκε σὰν δάσκαλος τῆς ἀρετῆς στὴ μοναχικὴ πολιτεία.
Ἀργότερα ἀναχώρησε μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πῆγε στὸ Κάστρο Πέτρα καὶ ἀπὸ κεῖ στὰ Μετέωρα, ὅπου δίδαξε στοὺς ἐκεῖ Μοναχούς. Ἔπειτα πῆγε στὸ Μοναστήρι Τιμίου Προδρόμου τῆς Δεβέρκιστας, κοντὰ στὴ Ναύπακτο, ὅπου ζοῦσε μὲ προσευχὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖ λοιπόν, συκοφαντήθηκε ἀπ’ τοὺς Τούρκους, ὅτι ἐξεγείρει τοὺς χριστιανοὺς κατὰ τῆς ἐξουσίας. Συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μαζὶ μὲ δύο μαθητές του στὸν Μπέη Τρικάλων, ποὺ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ 40 ἡμέρες. Ἀπὸ τὴν φυλακὴ αὐτή, ὁδηγήθηκε σιδηροδέσμιος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, Ἰάκωβο διάκονο καὶ Διονύσιο μοναχό, στὸ Διδυμότειχο τῆς Θράκης, ὅπου βρισκόταν ὁ Σουλτάνος Σελήμ.
Ἐκεῖ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν φρικτά, τοὺς ἔστειλαν στὴν Ἀδριανούπολη, ὅπου ἦλθε καὶ ὁ Σουλτάνος, ὁ ὁποῖος τοὺς πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσουν. Οἱ Ἅγιοι ὅμως, μὲ μιὰ φωνὴ ἀπάντησαν: «μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ ἀρνηθῶμεν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, κὰν μύρια βάσανα μᾶς παιδεύσετε».
Τότε μὲ διαταγὴ τοῦ Σουλτάνου, οἱ βασανιστὲς ἔξυναν μὲ σιδερένια νύχια τὶς σάρκες τους, γρονθοκοποῦσαν τὰ σαγόνια τοῦ γέροντα Ἰακώβου καὶ ἔβγαζαν λουρίδες τὸ δέρμα του ἀπὸ τὸ στῆθος, καὶ στὶς πληγές του ἔριχναν ἁλάτι καὶ ξίδι.
Τοὺς δυὸ μαθητές του, τοὺς μαστίγωσαν σκληρὰ μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ οἱ τρεῖς ἦταν ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους, τοὺς ἀπαγχόνισαν τὴν 1η Νοεμβρίου 1520.
Τὰ λείψανα τοῦ Ὁσιομάρτυρα Ἰακώβου καὶ τῶν συμμαρτύρων του, βρίσκονται στὴ Μονὴ Ἁγίας Ἀναστασίας κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη. Βίο καὶ Ἀκολουθία τοῦ νεομάρτυρα αὐτοῦ, συνέγραψε ὁ ρήτωρ Θεοφάνης ὁ Θεσσαλονικεύς, ποὺ ὑπῆρξε σύγχρονός του.
(Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται τὴν 28η Ἰανουαρίου καὶ τὴν 2α Νοεμβρίου).
Ὁ Ἰάκωβος γεννήθηκε σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Καστοριᾶς (Κορησός), ἀπὸ χριστιανοὺς γονεῖς, τὸν Μαρτῖνο καὶ τὴν Παρασκευή. Ἔγινε βοσκὸς προβάτων καὶ ἀπόκτησε ἀρκετὸ πλοῦτο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ τὸν φθονήσει ὁ ἀδελφός του, ποὺ τὸν διέβαλε στὸν κριτή, ὅτι δῆθεν βρῆκε θησαυρό. Γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸν φθόνο τοῦ ἀδελφοῦ του ὁ Ἰάκωβος, ἔφυγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐργαζόμενος σὰν ἔμπορος προβάτων ἔγινε καὶ πάλι πλούσιος.
Κάποια ἡμέρα ὅμως, πῆγε στὸν Πατριάρχη, ἐξομολογήθηκε καὶ διαμοίρασε τὴν περιουσία του στοὺς φτωχούς, πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς στὴ Μονὴ Δοχειαρίου. Κατόπιν πῆγε στὴ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου (ποὺ ἦταν σκήτη τῆς Ι. Μονῆς Ἰβήρων), ὅπου ἡσύχαζε ὑποτασσόμενος σὲ κάποιον γέροντα Ἰγνάτιο. Ἀφοῦ ἀσκήθηκε ἀρκετὰ στὶς ἀρετές, ἀναχώρησε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἦλθε στὰ ἐνδότερα τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ὅπου ἐγκαταστάθηκε μαζὶ μὲ ἕξι μαθητές του, καὶ διακρίθηκε σὰν δάσκαλος τῆς ἀρετῆς στὴ μοναχικὴ πολιτεία.
Ἀργότερα ἀναχώρησε μὲ τοὺς μαθητές του ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ πῆγε στὸ Κάστρο Πέτρα καὶ ἀπὸ κεῖ στὰ Μετέωρα, ὅπου δίδαξε στοὺς ἐκεῖ Μοναχούς. Ἔπειτα πῆγε στὸ Μοναστήρι Τιμίου Προδρόμου τῆς Δεβέρκιστας, κοντὰ στὴ Ναύπακτο, ὅπου ζοῦσε μὲ προσευχὴ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἐκεῖ λοιπόν, συκοφαντήθηκε ἀπ’ τοὺς Τούρκους, ὅτι ἐξεγείρει τοὺς χριστιανοὺς κατὰ τῆς ἐξουσίας. Συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε μαζὶ μὲ δύο μαθητές του στὸν Μπέη Τρικάλων, ποὺ τὸν ἔκλεισε στὴ φυλακὴ γιὰ 40 ἡμέρες. Ἀπὸ τὴν φυλακὴ αὐτή, ὁδηγήθηκε σιδηροδέσμιος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές του, Ἰάκωβο διάκονο καὶ Διονύσιο μοναχό, στὸ Διδυμότειχο τῆς Θράκης, ὅπου βρισκόταν ὁ Σουλτάνος Σελήμ.
Ἐκεῖ ἀφοῦ τοὺς βασάνισαν φρικτά, τοὺς ἔστειλαν στὴν Ἀδριανούπολη, ὅπου ἦλθε καὶ ὁ Σουλτάνος, ὁ ὁποῖος τοὺς πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσουν. Οἱ Ἅγιοι ὅμως, μὲ μιὰ φωνὴ ἀπάντησαν: «μὴ γένοιτο ποτὲ νὰ ἀρνηθῶμεν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστόν, κὰν μύρια βάσανα μᾶς παιδεύσετε».
Τότε μὲ διαταγὴ τοῦ Σουλτάνου, οἱ βασανιστὲς ἔξυναν μὲ σιδερένια νύχια τὶς σάρκες τους, γρονθοκοποῦσαν τὰ σαγόνια τοῦ γέροντα Ἰακώβου καὶ ἔβγαζαν λουρίδες τὸ δέρμα του ἀπὸ τὸ στῆθος, καὶ στὶς πληγές του ἔριχναν ἁλάτι καὶ ξίδι.
Τοὺς δυὸ μαθητές του, τοὺς μαστίγωσαν σκληρὰ μὲ μαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ οἱ τρεῖς ἦταν ἀμετακίνητοι στὴν πίστη τους, τοὺς ἀπαγχόνισαν τὴν 1η Νοεμβρίου 1520.
Τὰ λείψανα τοῦ Ὁσιομάρτυρα Ἰακώβου καὶ τῶν συμμαρτύρων του, βρίσκονται στὴ Μονὴ Ἁγίας Ἀναστασίας κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη. Βίο καὶ Ἀκολουθία τοῦ νεομάρτυρα αὐτοῦ, συνέγραψε ὁ ρήτωρ Θεοφάνης ὁ Θεσσαλονικεύς, ποὺ ὑπῆρξε σύγχρονός του.
(Ἡ μνήμη του ἐπαναλαμβάνεται τὴν 28η Ἰανουαρίου καὶ τὴν 2α Νοεμβρίου).
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Πέρσης
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἔζησε τὸν 4ο μ.Χ. αἰ. ἐπὶ βασιλέως Ἀρκαδίου. Ζοῦσε στὴν Βηθλαδὰ τῆς Περσίας καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπίσημο γένος. Ἦταν φίλος μὲ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν, Ἰσδιγέρδη.
Παρασυρμένος ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλία του, ὁ Ἰάκωβος ἀπαρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἰσδιγέρδη, ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ψευδαίσθηση τοῦ πλούτου τῶν ἀνακτόρων. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ ἡ μητέρα καὶ ἡ γυναίκα του, οἱ ὁποῖες ἦταν εὐσεβεῖς καὶ πιστὲς χριστιανὲς λυπήθηκαν καὶ ἐξοργίστηκαν. Καὶ οἱ δυὸ λοιπὸν τὸν ἐπιπλήξανε γιὰ τὴ στάση του καὶ τοῦ δήλωσαν ὅτι δὲν ἤθελαν καμία σχέση, μαζί του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ πλῆγμα, ἐπανέφερε τὸν Ἰάκωβο στὸν ἴσιο δρόμο. Τὸν ἔκανε νὰ διαπιστώσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο δημιούργησε.
Ἔτσι ὁ Ἰάκωβος ἀποφάσισε νὰ ἐξαγνίσει τὸ ἀτόπημά του καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτή, πῆγε στὸν βασιλιὰ καὶ ὁμολόγησε μπροστά του τὴν μία καὶ ἀληθινὴ πίστη στὸν Χριστό. Ὁ Ἰσδιγέρδης ἐξεπλάγη γι’ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἰακώβου καὶ προσπάθησε νὰ τὸν μεταπείσει. Ὁ Ἰάκωβος παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ γι’ αὐτὸ διατάχθηκε νὰ τὸν βασανίσουν.
Μαρτύρησε μὲ ἀκρωτηριασμὸ τῶν ἄκρων του καὶ κατόπιν μὲ τὸν ἀποκεφαλισμό του. Μὲ αὐτὸ τὸν μαρτυρικὸ τρόπο παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ Μάρτυς Ἰάκωβος, ὁ τῆς Περσίδος βλαστός, τὸν δόλιον δράκοντα, τοῖς τῶν αἱμάτων κρουνοῖς, ἀθλήσας ἀπέπνιξε· πίστει γὰρ ἀληθείας, μεληδὸν τετμημένος, ὤφθη τροπαιοφόρος, τοῦ Σωτῆρος ὁπλίτης, πρεσβεύων ἀδιαλείπτως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Πεισθεὶς τῇ καλῇ, συζύγῳ καρτερόψυχε, καὶ τὸ φοβερόν, κριτήριον πτοούμενος, τῶν Περσῶν τὸ πρόσταγμα, καὶ τὸν φόβον, Ἰάκωβε κατέπτυσας, καὶ ἀνεδείχθης μάρτυς σεπτός, τὸ σῶμα ὡς κλῆμα συντεμνόμενος.
Μεγαλυνάριον.
Τίς σου τῆς ἀνδρείας τὸ εὐσταθές, ἐξείπει εἰκότως, καρτερόψυχε Ἀθλητά; μεληδὸν γὰρ ἅπαν, τμηθεὶς τὸ σῶμα ἔστης, Ἰάκωβε ὡς ἄκμων· διὸ δεδόξασαι.
Ὁ Ἅγιος Ἰάκωβος, ἔζησε τὸν 4ο μ.Χ. αἰ. ἐπὶ βασιλέως Ἀρκαδίου. Ζοῦσε στὴν Βηθλαδὰ τῆς Περσίας καὶ καταγόταν ἀπὸ ἐπίσημο γένος. Ἦταν φίλος μὲ τὸν βασιλιὰ τῶν Περσῶν, Ἰσδιγέρδη.
Παρασυρμένος ἀπὸ αὐτὴ τὴ φιλία του, ὁ Ἰάκωβος ἀπαρνήθηκε τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Ἰσδιγέρδη, ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ χαθεῖ μέσα στὴν ψευδαίσθηση τοῦ πλούτου τῶν ἀνακτόρων. Ὅταν τὸ ἔμαθαν αὐτὸ ἡ μητέρα καὶ ἡ γυναίκα του, οἱ ὁποῖες ἦταν εὐσεβεῖς καὶ πιστὲς χριστιανὲς λυπήθηκαν καὶ ἐξοργίστηκαν. Καὶ οἱ δυὸ λοιπὸν τὸν ἐπιπλήξανε γιὰ τὴ στάση του καὶ τοῦ δήλωσαν ὅτι δὲν ἤθελαν καμία σχέση, μαζί του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ πλῆγμα, ἐπανέφερε τὸν Ἰάκωβο στὸν ἴσιο δρόμο. Τὸν ἔκανε νὰ διαπιστώσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο δημιούργησε.
Ἔτσι ὁ Ἰάκωβος ἀποφάσισε νὰ ἐξαγνίσει τὸ ἀτόπημά του καὶ νὰ ἐπανέλθει στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση αὐτή, πῆγε στὸν βασιλιὰ καὶ ὁμολόγησε μπροστά του τὴν μία καὶ ἀληθινὴ πίστη στὸν Χριστό. Ὁ Ἰσδιγέρδης ἐξεπλάγη γι’ αὐτὴ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ Ἰακώβου καὶ προσπάθησε νὰ τὸν μεταπείσει. Ὁ Ἰάκωβος παρέμεινε ἀκλόνητος στὴν πίστη του καὶ γι’ αὐτὸ διατάχθηκε νὰ τὸν βασανίσουν.
Μαρτύρησε μὲ ἀκρωτηριασμὸ τῶν ἄκρων του καὶ κατόπιν μὲ τὸν ἀποκεφαλισμό του. Μὲ αὐτὸ τὸν μαρτυρικὸ τρόπο παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὁ Μάρτυς Ἰάκωβος, ὁ τῆς Περσίδος βλαστός, τὸν δόλιον δράκοντα, τοῖς τῶν αἱμάτων κρουνοῖς, ἀθλήσας ἀπέπνιξε· πίστει γὰρ ἀληθείας, μεληδὸν τετμημένος, ὤφθη τροπαιοφόρος, τοῦ Σωτῆρος ὁπλίτης, πρεσβεύων ἀδιαλείπτως, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Πεισθεὶς τῇ καλῇ, συζύγῳ καρτερόψυχε, καὶ τὸ φοβερόν, κριτήριον πτοούμενος, τῶν Περσῶν τὸ πρόσταγμα, καὶ τὸν φόβον, Ἰάκωβε κατέπτυσας, καὶ ἀνεδείχθης μάρτυς σεπτός, τὸ σῶμα ὡς κλῆμα συντεμνόμενος.
Μεγαλυνάριον.
Τίς σου τῆς ἀνδρείας τὸ εὐσταθές, ἐξείπει εἰκότως, καρτερόψυχε Ἀθλητά; μεληδὸν γὰρ ἅπαν, τμηθεὶς τὸ σῶμα ἔστης, Ἰάκωβε ὡς ἄκμων· διὸ δεδόξασαι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ καὶ τῆς αὐτοκράτειρας Προκοπίας, ἀδερφὸς δὲ τοῦ Θεοφύλακτου.
Ὁ Ἰγνάτιος ἤτανε μοναχὸς καὶ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν τοῦ Ἀνατέλλοντος, ἐνῷ τώρα ὀνομάζεται τοῦ Σατύρου. Τὸ 846 μ.χ. ἐκλέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ ἕντεκα ἔτη καὶ πέντε μῆνες.
Μετὰ ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Γ’ τὸν ἐκθρόνισε καὶ ἔκανε Πατριάρχη τὸν Φώτιο. Κατόπιν τὸ 867 μ.χ. ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α’ ὁ Μακεδὼν ἐπανέφερε τὸν Ἰγνάτιο στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο. Ἡ δεύτερη αὐτὴ πατριαρχία κράτησε δέκα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ὁ Ἅγιος ποίμανε θεοφιλῶς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Πρὶν τὸ τέλος του ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ Σατύρου, στὴν ὁποία καὶ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Ἐκεῖ δὲ καὶ τάφηκε.
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ἦταν γιὸς τοῦ αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Α’ τοῦ Ραγκαβὲ καὶ τῆς αὐτοκράτειρας Προκοπίας, ἀδερφὸς δὲ τοῦ Θεοφύλακτου.
Ὁ Ἰγνάτιος ἤτανε μοναχὸς καὶ ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς τοῦ Ἀρχαγγέλου, ἡ ὁποία ὀνομαζόταν τοῦ Ἀνατέλλοντος, ἐνῷ τώρα ὀνομάζεται τοῦ Σατύρου. Τὸ 846 μ.χ. ἐκλέχτηκε καὶ χειροτονήθηκε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία γιὰ ἕντεκα ἔτη καὶ πέντε μῆνες.
Μετὰ ὁ αὐτοκράτορας Μιχαὴλ Γ’ τὸν ἐκθρόνισε καὶ ἔκανε Πατριάρχη τὸν Φώτιο. Κατόπιν τὸ 867 μ.χ. ὁ αὐτοκράτορας Βασίλειος Α’ ὁ Μακεδὼν ἐπανέφερε τὸν Ἰγνάτιο στὸν Πατριαρχικὸ θρόνο. Ἡ δεύτερη αὐτὴ πατριαρχία κράτησε δέκα χρόνια, κατὰ τὰ ὁποία ὁ Ἅγιος ποίμανε θεοφιλῶς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
Πρὶν τὸ τέλος του ἀποσύρθηκε στὴ Μονὴ Σατύρου, στὴν ὁποία καὶ ἄφησε τὴν τελευταία του πνοή. Ἐκεῖ δὲ καὶ τάφηκε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και Ιερομάρτυρας (εορτή Ιγνάτιος)
Ο χρόνος γέννησης και η εθνικότητα του Άγιου Ιγνατίου είναι ασαφή. Στο θρόνο της Αντιόχειας ο Ιγνάτιος ανέβηκε μεταξύ 68-70 μ.Χ. Ποίμανε σαν αποστολικός διδάσκαλος και στάθηκε φρουρός των ψυχών του ποιμνίου του.
Όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των Χριστιανών, θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ο βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ο Τραϊανός, διέταξε τη σύλληψη του Ιγνατίου και τη μεταφορά του στη Ρώμη. Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με φλογερή δίψα προς το μαρτύριο, έγραψε σ' αυτούς να αφήσουν να γίνει το θέλημα του Θεού.
Έτσι, την 20η Δεκεμβρίου του έτους 107 μ.Χ., τον έριξαν στο αμφιθέατρο, όπου πεινασμένα θηρία τον κατασπάραξαν. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην Αντιόχεια. Αργότερα μετακομίσθηκαν στη Ρώμη (β’ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος). Έτσι, ο Ιγνάτιος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στη διδαχή του Χριστού, και "ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει".
Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του το Θεό. Γι' αυτό και ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε Θεοφόρος.
Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω έρωτι επτερωμένος, του σε ψαύσαντος, χερσίν αχράντοις, Θεοφόρος ανεδείχθης Ιγνάτιε, και εν τη Δύσει τελέσας τον δρόμον σου, προς την ανέσπερον λήξιν εσκήνωσας. Πάτερ Όσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Των λαμπρών αγώνων σου, η φωτοφόρος ημέρα, προκηρύττει άπασι, τον εκ Παρθένου τεχθέντα, τούτου γάρ διψών εκ πόθου κατατρυφήσαι, έσπευσας υπό θηρίων αναλωθήναι, διά τούτο Θεοφόρος, προσηγορεύθης Ιγνάτιε ένδοξε.
Ο χρόνος γέννησης και η εθνικότητα του Άγιου Ιγνατίου είναι ασαφή. Στο θρόνο της Αντιόχειας ο Ιγνάτιος ανέβηκε μεταξύ 68-70 μ.Χ. Ποίμανε σαν αποστολικός διδάσκαλος και στάθηκε φρουρός των ψυχών του ποιμνίου του.
Όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των Χριστιανών, θαρραλέα ο Ιγνάτιος, ενώ ο βασιλιάς περνούσε από την Αντιόχεια, παρουσιάστηκε μπροστά του και υπεράσπισε τα δίκαια της Εκκλησίας και την αλήθεια της χριστιανικής πίστης. Τότε ο Τραϊανός, διέταξε τη σύλληψη του Ιγνατίου και τη μεταφορά του στη Ρώμη. Οι χριστιανοί της Ρώμης σκόπευαν να τον απαλλάξουν από το μαρτύριο, αλλά ο Ιγνάτιος, με φλογερή δίψα προς το μαρτύριο, έγραψε σ' αυτούς να αφήσουν να γίνει το θέλημα του Θεού.
Έτσι, την 20η Δεκεμβρίου του έτους 107 μ.Χ., τον έριξαν στο αμφιθέατρο, όπου πεινασμένα θηρία τον κατασπάραξαν. Διασώθηκαν μόνο τα μεγαλύτερα από τα οστά του, που μεταφέρθηκαν και τάφηκαν με τιμές στην Αντιόχεια. Αργότερα μετακομίσθηκαν στη Ρώμη (β’ ανακομιδή το 540 μ.Χ. και εναποτέθησαν στον Ιερό Ναό του Αγίου Κλήμεντος). Έτσι, ο Ιγνάτιος έμεινε μέχρι τέλους πιστός στη διδαχή του Χριστού, και "ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα και τον υιόν έχει".
Εκείνος δηλαδή, που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός και τον Πατέρα και τον Υιό έχει, διότι αυτός έγινε ναός του Θεού και επομένως φέρει μέσα του το Θεό. Γι' αυτό και ο Ιγνάτιος επονομάσθηκε Θεοφόρος.
Απολυτίκιο. Ήχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείω έρωτι επτερωμένος, του σε ψαύσαντος, χερσίν αχράντοις, Θεοφόρος ανεδείχθης Ιγνάτιε, και εν τη Δύσει τελέσας τον δρόμον σου, προς την ανέσπερον λήξιν εσκήνωσας. Πάτερ Όσιε Χριστόν τον Θεόν ικέτευε, δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος.
Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον.
Των λαμπρών αγώνων σου, η φωτοφόρος ημέρα, προκηρύττει άπασι, τον εκ Παρθένου τεχθέντα, τούτου γάρ διψών εκ πόθου κατατρυφήσαι, έσπευσας υπό θηρίων αναλωθήναι, διά τούτο Θεοφόρος, προσηγορεύθης Ιγνάτιε ένδοξε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ νέος Ὁσιομάρτυρας
Τὸ χωριὸ Ζαγορὰ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Ἰγνατίου. Οἱ γονεῖς του Γεώργιος καὶ Μαρία, παρέλαβαν τὸν γιὸ τους Ἰωάννη, αὐτὸ ἦταν τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του, καὶ μετακόμισαν στὴ Φιλιππούπολη.
Ὁ Ἅγιος ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἔδειχνε μεγάλο ζῆλο στὶς ἀρετὲς καὶ πῆγε σ’ ἕναν αὐστηρὸ γέροντα. Στὸ διάστημα ὅμως αὐτό, οἱ Τοῦρκοι σκότωσαν τὸν πατέρα του καὶ μὲ τὴ βία τούρκεψαν τὴν μητέρα του καὶ τὶς δυὸ ἀδελφές του. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Ἰωάννης, πῆγε στὸ Βουκουρέστι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Στὸν δρόμο ὅμως συνελήφθη ἀπὸ Ὀθωμανοὺς καὶ γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ θάνατο τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ γίνει Ὀθωμανός. Ὅταν ἔφτασε στὸ Ἅγιον Ὄρος, κατέληξε στὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰγνάτιος. Ἐκεῖ ὁ ἡγούμενος Νικηφόρος ὁ Γέροντας τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν Γέροντα Ἀκάκιο.
Ἀργότερα πῆρε τὴν εὐχὴ νὰ μαρτυρήσει καὶ στὶς 29 Σεπτεμβρίου 1814 ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μπροστὰ στὸν κριτὴ πέταξε τὸ τούρκικο φέσι, ποὺ φόρεσε ἐπίτηδες καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστό.
Ἄγρια καὶ φρικτὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν. Ἀλλὰ ὁ Ἰγνάτιος ἔμεινε σταθερὸς στὴν ἀπόφασή του.
Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1814 ὤρα ἕκτη. Ὁ συνοδός του Γρηγόριος ἀγόρασε τὸ λείψανό του καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ τοῦ νεομάρτυρα Εὐθυμίου, τὰ μετέφερε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὁ Ἰγνάτιος, μαζὶ μὲ τοὺς συνασκητές του μάρτυρες, Εὐθύμιο καὶ Ἀκάκιο, γιορτάζουν μαζὶ τὴν 1η Μαΐου.
Τὸ χωριὸ Ζαγορὰ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, ἦταν ἡ πατρίδα τοῦ Ἰγνατίου. Οἱ γονεῖς του Γεώργιος καὶ Μαρία, παρέλαβαν τὸν γιὸ τους Ἰωάννη, αὐτὸ ἦταν τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του, καὶ μετακόμισαν στὴ Φιλιππούπολη.
Ὁ Ἅγιος ἀπὸ μικρὸ παιδί, ἔδειχνε μεγάλο ζῆλο στὶς ἀρετὲς καὶ πῆγε σ’ ἕναν αὐστηρὸ γέροντα. Στὸ διάστημα ὅμως αὐτό, οἱ Τοῦρκοι σκότωσαν τὸν πατέρα του καὶ μὲ τὴ βία τούρκεψαν τὴν μητέρα του καὶ τὶς δυὸ ἀδελφές του. Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ Ἰωάννης, πῆγε στὸ Βουκουρέστι καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Στὸν δρόμο ὅμως συνελήφθη ἀπὸ Ὀθωμανοὺς καὶ γιὰ νὰ γλιτώσει τὸ θάνατο τοὺς ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ γίνει Ὀθωμανός. Ὅταν ἔφτασε στὸ Ἅγιον Ὄρος, κατέληξε στὴ Σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἰγνάτιος. Ἐκεῖ ὁ ἡγούμενος Νικηφόρος ὁ Γέροντας τὸν ἐμπιστεύθηκε στὸν Γέροντα Ἀκάκιο.
Ἀργότερα πῆρε τὴν εὐχὴ νὰ μαρτυρήσει καὶ στὶς 29 Σεπτεμβρίου 1814 ἔφτασε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου μπροστὰ στὸν κριτὴ πέταξε τὸ τούρκικο φέσι, ποὺ φόρεσε ἐπίτηδες καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστό.
Ἄγρια καὶ φρικτὰ τὰ βασανιστήρια ποὺ ἀκολούθησαν. Ἀλλὰ ὁ Ἰγνάτιος ἔμεινε σταθερὸς στὴν ἀπόφασή του.
Τελικὰ τὸν ἀπαγχόνισαν στὶς 8 Ὀκτωβρίου 1814 ὤρα ἕκτη. Ὁ συνοδός του Γρηγόριος ἀγόρασε τὸ λείψανό του καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸ τοῦ νεομάρτυρα Εὐθυμίου, τὰ μετέφερε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Ὁ Ἰγνάτιος, μαζὶ μὲ τοὺς συνασκητές του μάρτυρες, Εὐθύμιο καὶ Ἀκάκιο, γιορτάζουν μαζὶ τὴν 1η Μαΐου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος
Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ἦταν πλατωνικὸς φιλόσοφος καὶ ἕνας ἀπὸ τὰ ἐννέα μέλῃ τοῦ Συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
Ἀφοῦ δέχθηκε καὶ διδάχθηκε τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, χειροτονήθηκε πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν τὸ 152 μ.Χ.
Μαθητὴς τοῦ ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος στὰ συγγράμματά του πλέκει ἐγκώμια γιὰ τὸν δάσκαλό του.
Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ σὲ βαθιὰ γεράματα, μετὰ ἀπὸ πολύχρονη ποιμαντικὴ καὶ συγγραφικὴ δραστηριότητα.
Ἡ τίμια κάρα του φυλάσσεται στὸ ὁμώνυμο μοναστῆρι στὰ Μέγαρα Ἀττικῆς. Ἐπίσης λείψανά του σῴζονται στὸ Ἅγιον Ὄρος (Ἱ. Μ. Ἄγ. Παύλου) καθὼς καὶ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἄγίου Ἀνδρέα (Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν).
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου ἡλίευσαι, ταῖς θεηγόροις πλοκαῖς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῷ, σοφὲ Ἱερόθεε· σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταῖς ἀκτῖσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοῦς ὑποφήτης· δι’ ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν Ἱεράρχην Ἀθηνῶν ἀνευφημοῦμέν σε
Ὡς μυηθέντες διὰ σοῦ ξέvα καὶ ἄρρητα,
Ἀνεδείχθης γὰρ θεόληπτος ὑμvολόγος.
Ἀλλὰ πρέσβευε παμμάκαρ Ἱερόθεε
Ἐκ παντοίων συμπτωμάτων ἡμᾶς ῥύεσθαι,
Ἵνα κράζωμεν, χαίροις Πάτερ θεόσοφε.
Μεγαλυνάριον.
Ἱερογνωσίᾳ καταλαμφθείς, ἱερολογίας, μυστοδότης θεαρχικῆς, ὤφθης τοῖς ἐν κόσμῳ, ὡς Ἀποστόλων σύμπνους· διό σε Ἱερόθεε μεγαλύνομεν.
Ὁ Ἅγιος Ἱερόθεος ἦταν πλατωνικὸς φιλόσοφος καὶ ἕνας ἀπὸ τὰ ἐννέα μέλῃ τοῦ Συμβουλίου τῆς Γερουσίας τοῦ Ἀρείου Πάγου.
Ἀφοῦ δέχθηκε καὶ διδάχθηκε τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, χειροτονήθηκε πρῶτος ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν τὸ 152 μ.Χ.
Μαθητὴς τοῦ ὑπῆρξε ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, ὁ ὁποῖος στὰ συγγράμματά του πλέκει ἐγκώμια γιὰ τὸν δάσκαλό του.
Ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ σὲ βαθιὰ γεράματα, μετὰ ἀπὸ πολύχρονη ποιμαντικὴ καὶ συγγραφικὴ δραστηριότητα.
Ἡ τίμια κάρα του φυλάσσεται στὸ ὁμώνυμο μοναστῆρι στὰ Μέγαρα Ἀττικῆς. Ἐπίσης λείψανά του σῴζονται στὸ Ἅγιον Ὄρος (Ἱ. Μ. Ἄγ. Παύλου) καθὼς καὶ στὸ παρεκκλήσιο τοῦ Ἄγίου Ἀνδρέα (Ἀρχιεπισκοπὴ Ἀθηνῶν).
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τοῦ Παύλου ἡλίευσαι, ταῖς θεηγόροις πλοκαῖς, καὶ ὅλος γεγένησαι, ἱερωμένος Θεῷ, σοφὲ Ἱερόθεε· σὺ γὰρ φιλοσοφίας, ταῖς ἀκτῖσιν ἐκλάμπων, ὤφθης θεολογίας, ἀκριβοῦς ὑποφήτης· δι’ ἧς μυσταγωγούμεθα, Πάτερ τὰ κρείττονα.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὑπερμάχῳ.
Τὸν Ἱεράρχην Ἀθηνῶν ἀνευφημοῦμέν σε
Ὡς μυηθέντες διὰ σοῦ ξέvα καὶ ἄρρητα,
Ἀνεδείχθης γὰρ θεόληπτος ὑμvολόγος.
Ἀλλὰ πρέσβευε παμμάκαρ Ἱερόθεε
Ἐκ παντοίων συμπτωμάτων ἡμᾶς ῥύεσθαι,
Ἵνα κράζωμεν, χαίροις Πάτερ θεόσοφε.
Μεγαλυνάριον.
Ἱερογνωσίᾳ καταλαμφθείς, ἱερολογίας, μυστοδότης θεαρχικῆς, ὤφθης τοῖς ἐν κόσμῳ, ὡς Ἀποστόλων σύμπνους· διό σε Ἱερόθεε μεγαλύνομεν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.