
Δεν κοινωνούμε κάθε Κυριακή
επειδή είμαστε άξιοι…
Αν ήταν έτσι,
τότε οι Εκκλησίες θα έμεναν άδειες
και το Άγιο Ποτήριο
δεν θα τολμούσε κανείς να το πλησιάσει.
Γιατί ποιος άνθρωπος μπορεί να σταθεί
μπροστά στον Θεό
και να πει πως είναι καθαρός;
Ποιος μπορεί να πει
πως δεν έπεσε ποτέ,
πως δεν λύγισε,
πως δεν αμάρτησε,
πως δεν πλήγωσε
ή πως δεν πληγώθηκε;
Η Θεία Κοινωνία
δεν είναι αμοιβή των τελείων.
Δεν είναι μετάλλιο αρετής.
Δεν είναι δικαίωμα εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους “καλό”.
Η Θεία Κοινωνία
είναι έλεος Θεού.
Είναι το άγγιγμα του Χριστού
πάνω στην κουρασμένη ψυχή του ανθρώπου.
Είναι δύναμη
για εκείνον που παλεύει καθημερινά.
Είναι φως
για εκείνον που χάθηκε μέσα στο σκοτάδι.
Είναι ελπίδα
για τον απογοητευμένο.
Είναι στήριγμα
για εκείνον που λυγίζει.
Ο Χριστός γνώριζε πολύ καλά
πως είμαστε αδύναμοι.
Γνώριζε τις πτώσεις μας,
τους λογισμούς μας,
τις πληγές μας,
τα λάθη μας,
τις στιγμές που Τον ξεχνούμε.
Κι όμως…
δεν έκλεισε ποτέ την αγκαλιά Του.
Αντίθετα,
συνεχίζει να μας καλεί:
«Μετά φόβου Θεού,
πίστεως και αγάπης προσέλθετε».
Δεν λέει:
«Ελάτε μόνο όσοι είστε άγιοι».
Δεν λέει:
«Ελάτε μόνο όσοι δεν έχετε αμαρτίες».
Μας καλεί όλους.
Τους κουρασμένους.
Τους πονεμένους.
Τους πληγωμένους.
Τους ανθρώπους που πέφτουν,
αλλά δεν σταματούν να μετανοούν
και να σηκώνονται ξανά.
Γι’ αυτό,
όταν αισθάνεσαι ανάξιος,
μην απομακρύνεσαι από τον Χριστό.
Η αναξιότητα που συνοδεύεται από ταπείνωση
φέρνει τον άνθρωπο πιο κοντά στον Θεό
από την ψεύτικη “αξιότητα”
που γεννά υπερηφάνεια.
Να φοβάσαι περισσότερο
όχι όταν νιώθεις αμαρτωλός…
αλλά όταν πάψεις να αισθάνεσαι την ανάγκη του Θεού.
Γιατί τότε η καρδιά σκληραίνει.
Η Θεία Κοινωνία
είναι το φάρμακο της αθανασίας.
Είναι η παρουσία του ίδιου του Χριστού μέσα μας.
Είναι η στιγμή
που ο ουρανός αγγίζει τη γη
και ο άνθρωπος ενώνεται με τον Δημιουργό του.
Και κάθε φορά που πλησιάζουμε
με μετάνοια,
με δάκρυ,
με ταπείνωση,
με πίστη,
ο Χριστός δεν βλέπει μόνο τις αμαρτίες μας…
Βλέπει και τον αγώνα μας.
Βλέπει την προσπάθειά μας.
Βλέπει την επιθυμία μας να σωθούμε.
Και τότε,
σιγά σιγά,
η Χάρη Του
αρχίζει να αλλάζει την καρδιά.
Να μαλακώνει την ψυχή.
Να θεραπεύει πληγές.
Να δίνει ειρήνη.
Να φωτίζει τον νου.
Να κάνει τον άνθρωπο
λίγο περισσότερο άνθρωπο
και λίγο πιο κοντά στον Θεό.
Γι’ αυτό δεν κοινωνούμε
επειδή είμαστε άξιοι.
Κοινωνούμε
για να μπορέσουμε,
με το έλεος και τη Χάρη του Θεού,
κάποτε να γίνουμε.»
† π. Δημήτριος Αργύρης
Πρωτοπρεσβύτερος