Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Καθ'οδόν προς τον τάφο τα συγκλονιστικά γεγονότα
Το σώμα της Θεοτόκου ενταφιάστηκε σε σημείο που είχε ήδη ετοιμαστεί. Καθ΄ οδόν προς την τοποθεσία του τάφου δημιουργήθηκε θόρυβος στην πόλη των Ιεροσολύμων. Οι Εβραίοι αρχιερείς ανησυχώντας για τις εξελίξεις αποφάσισαν να σκοτώσουν τους Αποστόλους και να κάψουν το σώμα της Παναγίας.
Οι άγγελοι όμως πάταξαν όποιον κινήθηκε εναντίον της εξόδιας πομπής, πλην ενός, ο οποίος άρπαξε με τα χέρια του την νεκρική κλίνη με σκοπό να τη βεβηλώσει. Τα χέρια του όμως αποκόπηκαν και έμειναν επάνω στην κλίνη. Εκείνος μετανόησε και ζήτησε από την Παναγία να τον σώσει. Τότε, ως εκ θαύματος, τα χέρια του ξανακόλλησαν στο σώμα του. Οι Απόστολοι εναπόθεσαν τελικά το σώμα στον τάφο και το φύλαξαν για τρεις ημέρες. Όταν άνοιξαν το μνήμα, το σώμα της Παναγίας δεν ήταν πια εκεί, γιατί «είχε μετατεθεί από τον Κύριον της δόξης» (Μετάσταση της Παναγίας).
Το σώμα της Θεοτόκου ενταφιάστηκε σε σημείο που είχε ήδη ετοιμαστεί. Καθ΄ οδόν προς την τοποθεσία του τάφου δημιουργήθηκε θόρυβος στην πόλη των Ιεροσολύμων. Οι Εβραίοι αρχιερείς ανησυχώντας για τις εξελίξεις αποφάσισαν να σκοτώσουν τους Αποστόλους και να κάψουν το σώμα της Παναγίας.
Οι άγγελοι όμως πάταξαν όποιον κινήθηκε εναντίον της εξόδιας πομπής, πλην ενός, ο οποίος άρπαξε με τα χέρια του την νεκρική κλίνη με σκοπό να τη βεβηλώσει. Τα χέρια του όμως αποκόπηκαν και έμειναν επάνω στην κλίνη. Εκείνος μετανόησε και ζήτησε από την Παναγία να τον σώσει. Τότε, ως εκ θαύματος, τα χέρια του ξανακόλλησαν στο σώμα του. Οι Απόστολοι εναπόθεσαν τελικά το σώμα στον τάφο και το φύλαξαν για τρεις ημέρες. Όταν άνοιξαν το μνήμα, το σώμα της Παναγίας δεν ήταν πια εκεί, γιατί «είχε μετατεθεί από τον Κύριον της δόξης» (Μετάσταση της Παναγίας).
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η Μετάσταση της Θεοτόκου (Μέρος 1ο)
Σύμφωνα μέ τήν πίστη, τήν λατρεία καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ὁ Σωτήρας μας εὐδόκησε νά παραλάβη κοντά Του τήν Παναγία Μητέρα Του, τῆς ἀνήγγειλε μέ Ἄγγε- λο ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά μεταβῆ ἀπό τήν πρόσκαιρη ζωή στήν αἰώνια. Ἡ Θεοτόκος τότε ἀνέβηκε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου συνήθιζε νά προσεύχεται, καί ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν Θεό, ἐπέστρεψε στήν οἰκία της καί ἑτοίμασε τά ἀπαραίτητα γιά τόν ἐνταφιασμό της.
Τήν τρίτη ἡμέρα κατέφθασαν «αἰθέριοι ὑπό νεφελῶν αἰρόμενοι» οἱ Ἀπόστολοι, καί ἡ Παναγία ἀφοῦ μητρικῶς τούς παρηγόρησε, προσευχήθηκε μέ ὑψωμένα τά χέρια της στόν οὐρανό, καί παρεκάλεσε γιά τήν εἰρήνη τοῦ κόσμου. Κατόπιν εὐλόγησε τούς Ἀποστόλους, ἀνέπεσε στήν κλίνη της καί σχημάτισε τό σῶμα της ὅπως ἤθελε, καί παρέδωσε τήν παναγία ψυχή της στά χέρια τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ἡ Θεομήτωρ, κατά τόν Ἱππόλυτο Θηβαῖο, ἔζησε 59 ἔτη[1]. Καί ὅπως γέννησε χωρίς νά τήν πιάσουν πόνοι, ἔτσι καί ἡ κοίμησή της ἔγινε χωρίς πόνους: «Ἐκτός ὀδύνων ἡ αὐτῆς ἀποβίωσις (γέγονε)»[2].
Ἡ Θεοτόκος ἀκολούθησε τόν νόμο τῆς φύσεως, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρω- ποι, καί ἀπέθανε, ὅπως καί ὁ ἀναμάρτητος Υἱός της. Ἐπειδή ἔφερε καί αὐτή ἡ ἄσπιλη Παρθένος τήν ἀδαμιαία περιβολή, τόν δερμάτινο χιτῶνα τοῦ Ἀδάμ, γι᾿ αὐτό «ἡ θυγατέρα τοῦ Ἀδάμ καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀδάμ στέλνει τό σῶμα της στήν γῆ, καί ἐξ αἰτίας τοῦ Υἱοῦ της ἀνυψώνει τήν ψυχή της στόν οὐρανό»[3]. Κατά τόν ἐγκωμιαστή τῆς ἑορτῆς, ἅγιον Ἀνδρέα Κρήτης «προκαλοῦσε δέος τό θέαμα· αὐτή πού ἔφερε μέσα της τήν ζωή, ἦταν νεκρή· αὐτή πού συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό, κεῖται ἄφωνη· αὐτή πού δέχθηκε σάν κιβωτός τήν ζωή (Χριστό) στήν μήτρα της, βρίσκεται νεκρή καί ἄπνους πάνω στήν κλίνη»[4].
Ὁ Υἱός καί Θεός της ὑποδέχεται τήν ἁγία ψυχή της. «Ὁ ἴδιος ὁ Υἱός αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης εἶναι ἀοράτως παρών καί ἀποδίδει στήν Μητέρα τήν ἐξόδιο τιμή. Στά χέρια Αὐτοῦ ἐναπέθεσε τό θεοφόρο πνεῦ- μα της»[5]. Κατά τόν ἅγιο Δαμασκηνό ἡ Παναγία παρακάλεσε τόν Υἱό της: «Στά χέρια σου, τέκνο μου, παραθέτω τό Πνεῦμα μου, δέξου τήν ψυχή μου πού ἀγαπᾶς, τήν ὁποία φύλαξες ἀναμάρτητη. Σέ σένα τό σῶμα μου παραδίδω καί ὄχι στήν γῆ. Φύλαξε σῶο αὐτό πού εὐδόκησες νά κατοικήσης καί ἀφοῦ γεννήθηκες τό διετήρησες παρθένο (τό δικό μου σῶμα)»[6]. Οἱ Ἀπόστολοι σηκώνουν στά χέρια τους μέ εὐλάβεια καί πολλή λαμπαδοφορία τό θεοδόχο σῶμα της, ψάλλουν ἐπιτάφιους ὕμ- νους καί τό φέρνουν στήν Γεθσημανῆ[7], «ἐνῶ ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλέων τό σκεπάζει μέ τήν αἴγλη τῆς ἀόρατης Θεότητος, καί ὅλη ἡ σύναξη τῶν Ἁγίων τρέχουν μπροστά καί ἀφήνουν ἱερές φωνές καί προσφέρουν θυσία δοξολογίας, ὥσπου τό ἀπέθεσαν μέσα στόν τάφο σάν νά ἦταν θάλαμος νυφικός, καί μέσῳ αὐτοῦ στήν τρυφή τῆς Ἐδέμ καί στίς οὐράνιες σκηνές»[8].
1. Βλ. Ἐπιφανίου μοναχοῦ καί πρεσβυτέρου, Λόγ. Περί τοῦ βίου τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, PG 120, 212.
2. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 280.
3. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Γ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 329.
4. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1069C.
5. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμ. ΛΖ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου…, PG 151, 464D–465A.
Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 292.
7. Βλ. Ὡρολόγιο 15ης Αὐγούστου καί Συναξάριον Μηναίου τῇ 15η Αὐγού- στου.
8. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 299.
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σελ. 212).
Σύμφωνα μέ τήν πίστη, τήν λατρεία καί τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν ὁ Σωτήρας μας εὐδόκησε νά παραλάβη κοντά Του τήν Παναγία Μητέρα Του, τῆς ἀνήγγειλε μέ Ἄγγε- λο ὅτι σέ τρεῖς ἡμέρες θά μεταβῆ ἀπό τήν πρόσκαιρη ζωή στήν αἰώνια. Ἡ Θεοτόκος τότε ἀνέβηκε στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὅπου συνήθιζε νά προσεύχεται, καί ἀφοῦ εὐχαρίστησε τόν Θεό, ἐπέστρεψε στήν οἰκία της καί ἑτοίμασε τά ἀπαραίτητα γιά τόν ἐνταφιασμό της.
Τήν τρίτη ἡμέρα κατέφθασαν «αἰθέριοι ὑπό νεφελῶν αἰρόμενοι» οἱ Ἀπόστολοι, καί ἡ Παναγία ἀφοῦ μητρικῶς τούς παρηγόρησε, προσευχήθηκε μέ ὑψωμένα τά χέρια της στόν οὐρανό, καί παρεκάλεσε γιά τήν εἰρήνη τοῦ κόσμου. Κατόπιν εὐλόγησε τούς Ἀποστόλους, ἀνέπεσε στήν κλίνη της καί σχημάτισε τό σῶμα της ὅπως ἤθελε, καί παρέδωσε τήν παναγία ψυχή της στά χέρια τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της. Ἡ Θεομήτωρ, κατά τόν Ἱππόλυτο Θηβαῖο, ἔζησε 59 ἔτη[1]. Καί ὅπως γέννησε χωρίς νά τήν πιάσουν πόνοι, ἔτσι καί ἡ κοίμησή της ἔγινε χωρίς πόνους: «Ἐκτός ὀδύνων ἡ αὐτῆς ἀποβίωσις (γέγονε)»[2].
Ἡ Θεοτόκος ἀκολούθησε τόν νόμο τῆς φύσεως, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρω- ποι, καί ἀπέθανε, ὅπως καί ὁ ἀναμάρτητος Υἱός της. Ἐπειδή ἔφερε καί αὐτή ἡ ἄσπιλη Παρθένος τήν ἀδαμιαία περιβολή, τόν δερμάτινο χιτῶνα τοῦ Ἀδάμ, γι᾿ αὐτό «ἡ θυγατέρα τοῦ Ἀδάμ καί Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἐξ αἰτίας τοῦ Ἀδάμ στέλνει τό σῶμα της στήν γῆ, καί ἐξ αἰτίας τοῦ Υἱοῦ της ἀνυψώνει τήν ψυχή της στόν οὐρανό»[3]. Κατά τόν ἐγκωμιαστή τῆς ἑορτῆς, ἅγιον Ἀνδρέα Κρήτης «προκαλοῦσε δέος τό θέαμα· αὐτή πού ἔφερε μέσα της τήν ζωή, ἦταν νεκρή· αὐτή πού συνομιλοῦσε μέ τόν Θεό, κεῖται ἄφωνη· αὐτή πού δέχθηκε σάν κιβωτός τήν ζωή (Χριστό) στήν μήτρα της, βρίσκεται νεκρή καί ἄπνους πάνω στήν κλίνη»[4].
Ὁ Υἱός καί Θεός της ὑποδέχεται τήν ἁγία ψυχή της. «Ὁ ἴδιος ὁ Υἱός αὐτῆς τῆς Ἀειπάρθενης εἶναι ἀοράτως παρών καί ἀποδίδει στήν Μητέρα τήν ἐξόδιο τιμή. Στά χέρια Αὐτοῦ ἐναπέθεσε τό θεοφόρο πνεῦ- μα της»[5]. Κατά τόν ἅγιο Δαμασκηνό ἡ Παναγία παρακάλεσε τόν Υἱό της: «Στά χέρια σου, τέκνο μου, παραθέτω τό Πνεῦμα μου, δέξου τήν ψυχή μου πού ἀγαπᾶς, τήν ὁποία φύλαξες ἀναμάρτητη. Σέ σένα τό σῶμα μου παραδίδω καί ὄχι στήν γῆ. Φύλαξε σῶο αὐτό πού εὐδόκησες νά κατοικήσης καί ἀφοῦ γεννήθηκες τό διετήρησες παρθένο (τό δικό μου σῶμα)»[6]. Οἱ Ἀπόστολοι σηκώνουν στά χέρια τους μέ εὐλάβεια καί πολλή λαμπαδοφορία τό θεοδόχο σῶμα της, ψάλλουν ἐπιτάφιους ὕμ- νους καί τό φέρνουν στήν Γεθσημανῆ[7], «ἐνῶ ὁ Βασιλεύς τῶν βασιλέων τό σκεπάζει μέ τήν αἴγλη τῆς ἀόρατης Θεότητος, καί ὅλη ἡ σύναξη τῶν Ἁγίων τρέχουν μπροστά καί ἀφήνουν ἱερές φωνές καί προσφέρουν θυσία δοξολογίας, ὥσπου τό ἀπέθεσαν μέσα στόν τάφο σάν νά ἦταν θάλαμος νυφικός, καί μέσῳ αὐτοῦ στήν τρυφή τῆς Ἐδέμ καί στίς οὐράνιες σκηνές»[8].
1. Βλ. Ἐπιφανίου μοναχοῦ καί πρεσβυτέρου, Λόγ. Περί τοῦ βίου τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, PG 120, 212.
2. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 280.
3. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Γ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 329.
4. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1069C.
5. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμ. ΛΖ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου…, PG 151, 464D–465A.
Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 292.
7. Βλ. Ὡρολόγιο 15ης Αὐγούστου καί Συναξάριον Μηναίου τῇ 15η Αὐγού- στου.
8. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 299.
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σελ. 212).
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
……συνέχεια απο το 1ο Μέρος
Ἐνῶ ἀπέθανε καί ἐτάφη ἡ πάναγνος Θεοτόκος, τό σῶμα της δέν παρέμεινε στόν τάφο οὔτε «οἶδε διαφθοράν (διάλυση)» ὅπως καί τοῦ Υἱοῦ της, «Πεθαίνει (ὁ Χριστός) κατά τήν σάρκα, καί μέ τόν θάνατο καταργεῖ τόν θάνατο. Μέ τήν φθορά μᾶς χαρίζει τήν ἀφθαρσία, καί κάνει τήν νέκρωσή Του πηγή τῆς Ἀναστάσεώς Του»[1].
Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε» τό πανάχραντο σῶμα της, ἀλλά ἀναστήθηκε καί μετέστη στούς οὐρανούς. Τό πανάσπιλο σῶμα της «τό δέχθηκε γιά λίγο ὁ τάφος, προσδοκοῦσε ὅμως καί ὁ οὐρανός αὐτό τό πνευματικό σῶμα, τήν καινή γῆ, τόν θησαυρό τῆς δικῆς μας ζωῆς, τό τιμιώτερο ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό ἁγιώτερο ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε λοιπόν ὁ θρόνος στόν Βασιλιά, ὁ παράδεισος στό ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στό φῶς, στόν καρπό τό δένδρο, ἡ Μητέρα στόν Υἱό, ἄξια καθ᾿ ὅλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους»[2].
Ἡ Θεοτόκος πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, μεταφέρεται στήν ἀληθινή ζωή περνώντας ἀπό τόν θάνατο. Κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, «μετά τήν τρίτη ἡμέρα, ὅταν ἦλθε ὁ Θωμᾶς, (πού ἀπουσίαζε ἀπό τήν κηδεία) καί ἐπιθυμώντας νά προσκυνήση τό θεοδόχο σῶμα, ἄνοιξαν (οἱ Ἀπόστολοι) τόν τάφο. Καί τό μέν σῶμα της τό πανύμνητο, πουθενά δέν μπόρεσαν νά τό βροῦν, μόνο βρῆκαν μέσα στόν τάφο τά ἐντάφια σπάργανα, τά ὁποῖα ἀνέδιδαν ἀνέκφραστη εὐωδία, καί πάλι ἔκλεισαν καλά τόν τάφο. Καί ἀφοῦ ἐξεπλάγησαν ἀπό τό μυστηριῶδες θαῦμα, τοῦτο μόνο σκέφτονταν. Ὅτι δηλαδή Αὐτός πού εὐδόκησε νά σαρκωθῆ μέ τήν δική Του ὑπόσταση καί νά γίνη ἄνθρωπος ἀπό αὐτήν καί νά γεννηθῆ σωματικά ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης, καί μετά ἀπό τήν γέννηση νά διαφυλάξη ἄφθαρτη τήν παρθενία της, Αὐτός εὐδόκησε (θέλησε) καί μετά τήν ἀποβίωσή της νά τιμήση τό ἄχραντο καί ἀμίαν- το σῶμα της μέ ἀφθαρσία καί μέ τήν ἀνάσταση πρίν ἀπό τήν κοινή καί καθολική ἀνάσταση»[3].
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὡς ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ἀναστάσεως τοῦ θεομητορικοῦ σώματος τά ἐντάφια ἐνδύματά της, πού βρέθηκαν στόν τάφο της. «Εὔλογα τό σῶμα πού γέννησε συνδοξάζεται μέ τό γέννημα μέ θεοπρεπῆ δόξα… Καί ἀποδεικτικό γιά τούς Μαθητές στοιχεῖο γιά τήν ἀνάστασή της ἀπό τούς νεκρούς γίνονται τά σινδόνια καί τά ἐντάφια, πού μόνα ἀπέμειναν στόν τάφο καί, πού μόνα βρέθηκαν σ᾿ αὐτόν ἀπό ἐκείνους, πού προσῆλθαν νά τήν ζητήσουν»[4]. Ὅπως ὁ κενός τάφος καί τά ἐντάφια ἀπετέλεσαν μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, παρομοίως καί ὁ κενός τάφος καί τά ἐντάφια τῆς Παναγίας μαρτυροῦν περίτρανα τήν ἐνσώματη ἀνάστασή της καί τήν μετάθεσή της στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς ἀλλοιῶς ἐξηγεῖται τό γεγονός ἀπό τόν κλειστό τάφο νά λείπη τό θεοδόχο σῶμα τῆς Παναγίας καί νά βρίσκωνται μόνο τά ἐντάφια; «Ἀκόμη καί ὁ τάφος της παραμένει μέχρι τώρα καί δείχνεται ἄδειος, μάρτυρας τῆς μεταθέσεως…, ἔτσι ὁ Δημιουργός κατ᾿ εὐδοκίαν ἀνέκφραστη ἐπενόησε νά τιμήση αὐτήν πού τόν γέννησε»[5].
Ὅπως ὁ Υἱός, ἔτσι καί ἡ Παναγία Μητέρα Του, ἀφοῦ ἐκοιμήθη καί ἐνταφιάσθη, μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε. «Ὅπως τό ἁγνό καί ἀκήρατο σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό μνῆμα, ἔτσι ἀκριβῶς ἔπρεπε καί αὐτή νά ἁρπαχθῆ ἀπό τόν τάφο, καί ἡ Μητέρα νά ξανασυνδεθῆ μέ τόν Υἱό της. Καί ὅπως ἐκεῖνος κατέβηκε σ᾿ ἐκείνη, ἔτσι καί αὐτή νά ἀνεβῆ σ᾿ Αὐτόν, ἡ ἀγαπημένη Του στήν μεγαλύτερη καί τελειώτερη σκηνή, στόν ἴδιο τόν οὐρανό… Ἔπρεπε αὐτή πού ἔδωσε τό κατάλυμα στόν Θεό Λόγο μέσα στά σπλάχνα της νά κατοικήση στίς σκηνές τοῦ Υἱοῦ της, στά παλάτια τοῦ Υἱοῦ της, στόν οἶκο τοῦ Κυρίου καί στίς αὐλές τοῦ Θεοῦ μας»[6].
Αὐτό εἶναι τό τελευταῖο μυστήριο πού συνετελέσθη στό πανένδοξο καί ζωοδόχο σῶμα τῆς Θεομήτορος, ἀπό τό ὁποῖο πήγασε ἡ ἀθανασία καί ἡ ἀφθαρσία. Ὁ Χριστός, πού ἔλαβε σαρκούμενος τό σῶμα Του ἀπό τήν Παναγία, τώρα ἀνασταίνει τό σῶμα της, τό ντύνει μέ ἀφθαρσία, τό δοξάζει μέ θεοπρεπῆ δόξα καί λαμπρότητα, καί τό μεταθέτει στήν Βασιλεία Του.
9. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 261.
10. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, …, σ. 215–217.
11. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 310–313.
12. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμ. ΛΖ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου…, ΕΠΕ 10, σ. 449 καί PG 151, 465 D–468A.
13. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1084A.
14. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 301.
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ).
Ἐνῶ ἀπέθανε καί ἐτάφη ἡ πάναγνος Θεοτόκος, τό σῶμα της δέν παρέμεινε στόν τάφο οὔτε «οἶδε διαφθοράν (διάλυση)» ὅπως καί τοῦ Υἱοῦ της, «Πεθαίνει (ὁ Χριστός) κατά τήν σάρκα, καί μέ τόν θάνατο καταργεῖ τόν θάνατο. Μέ τήν φθορά μᾶς χαρίζει τήν ἀφθαρσία, καί κάνει τήν νέκρωσή Του πηγή τῆς Ἀναστάσεώς Του»[1].
Κατά τήν πίστη τῆς Ἐκκλησίας μας, «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε» τό πανάχραντο σῶμα της, ἀλλά ἀναστήθηκε καί μετέστη στούς οὐρανούς. Τό πανάσπιλο σῶμα της «τό δέχθηκε γιά λίγο ὁ τάφος, προσδοκοῦσε ὅμως καί ὁ οὐρανός αὐτό τό πνευματικό σῶμα, τήν καινή γῆ, τόν θησαυρό τῆς δικῆς μας ζωῆς, τό τιμιώτερο ἀπό τούς Ἀγγέλους, τό ἁγιώτερο ἀπό τούς Ἀρχαγγέλους. Ξαναδόθηκε λοιπόν ὁ θρόνος στόν Βασιλιά, ὁ παράδεισος στό ξύλο τῆς ζωῆς, ὁ δίσκος στό φῶς, στόν καρπό τό δένδρο, ἡ Μητέρα στόν Υἱό, ἄξια καθ᾿ ὅλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους»[2].
Ἡ Θεοτόκος πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ζωῆς, μεταφέρεται στήν ἀληθινή ζωή περνώντας ἀπό τόν θάνατο. Κατά τήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας, «μετά τήν τρίτη ἡμέρα, ὅταν ἦλθε ὁ Θωμᾶς, (πού ἀπουσίαζε ἀπό τήν κηδεία) καί ἐπιθυμώντας νά προσκυνήση τό θεοδόχο σῶμα, ἄνοιξαν (οἱ Ἀπόστολοι) τόν τάφο. Καί τό μέν σῶμα της τό πανύμνητο, πουθενά δέν μπόρεσαν νά τό βροῦν, μόνο βρῆκαν μέσα στόν τάφο τά ἐντάφια σπάργανα, τά ὁποῖα ἀνέδιδαν ἀνέκφραστη εὐωδία, καί πάλι ἔκλεισαν καλά τόν τάφο. Καί ἀφοῦ ἐξεπλάγησαν ἀπό τό μυστηριῶδες θαῦμα, τοῦτο μόνο σκέφτονταν. Ὅτι δηλαδή Αὐτός πού εὐδόκησε νά σαρκωθῆ μέ τήν δική Του ὑπόσταση καί νά γίνη ἄνθρωπος ἀπό αὐτήν καί νά γεννηθῆ σωματικά ὁ Θεός Λόγος καί Κύριος τῆς δόξης, καί μετά ἀπό τήν γέννηση νά διαφυλάξη ἄφθαρτη τήν παρθενία της, Αὐτός εὐδόκησε (θέλησε) καί μετά τήν ἀποβίωσή της νά τιμήση τό ἄχραντο καί ἀμίαν- το σῶμα της μέ ἀφθαρσία καί μέ τήν ἀνάσταση πρίν ἀπό τήν κοινή καί καθολική ἀνάσταση»[3].
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἀναφέρει ὡς ἀποδεικτικό στοιχεῖο τῆς ἀναστάσεως τοῦ θεομητορικοῦ σώματος τά ἐντάφια ἐνδύματά της, πού βρέθηκαν στόν τάφο της. «Εὔλογα τό σῶμα πού γέννησε συνδοξάζεται μέ τό γέννημα μέ θεοπρεπῆ δόξα… Καί ἀποδεικτικό γιά τούς Μαθητές στοιχεῖο γιά τήν ἀνάστασή της ἀπό τούς νεκρούς γίνονται τά σινδόνια καί τά ἐντάφια, πού μόνα ἀπέμειναν στόν τάφο καί, πού μόνα βρέθηκαν σ᾿ αὐτόν ἀπό ἐκείνους, πού προσῆλθαν νά τήν ζητήσουν»[4]. Ὅπως ὁ κενός τάφος καί τά ἐντάφια ἀπετέλεσαν μαρτυρία τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, παρομοίως καί ὁ κενός τάφος καί τά ἐντάφια τῆς Παναγίας μαρτυροῦν περίτρανα τήν ἐνσώματη ἀνάστασή της καί τήν μετάθεσή της στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πῶς ἀλλοιῶς ἐξηγεῖται τό γεγονός ἀπό τόν κλειστό τάφο νά λείπη τό θεοδόχο σῶμα τῆς Παναγίας καί νά βρίσκωνται μόνο τά ἐντάφια; «Ἀκόμη καί ὁ τάφος της παραμένει μέχρι τώρα καί δείχνεται ἄδειος, μάρτυρας τῆς μεταθέσεως…, ἔτσι ὁ Δημιουργός κατ᾿ εὐδοκίαν ἀνέκφραστη ἐπενόησε νά τιμήση αὐτήν πού τόν γέννησε»[5].
Ὅπως ὁ Υἱός, ἔτσι καί ἡ Παναγία Μητέρα Του, ἀφοῦ ἐκοιμήθη καί ἐνταφιάσθη, μετά ἀπό τρεῖς ἡμέρες ἀναστήθηκε. «Ὅπως τό ἁγνό καί ἀκήρατο σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τό μνῆμα, ἔτσι ἀκριβῶς ἔπρεπε καί αὐτή νά ἁρπαχθῆ ἀπό τόν τάφο, καί ἡ Μητέρα νά ξανασυνδεθῆ μέ τόν Υἱό της. Καί ὅπως ἐκεῖνος κατέβηκε σ᾿ ἐκείνη, ἔτσι καί αὐτή νά ἀνεβῆ σ᾿ Αὐτόν, ἡ ἀγαπημένη Του στήν μεγαλύτερη καί τελειώτερη σκηνή, στόν ἴδιο τόν οὐρανό… Ἔπρεπε αὐτή πού ἔδωσε τό κατάλυμα στόν Θεό Λόγο μέσα στά σπλάχνα της νά κατοικήση στίς σκηνές τοῦ Υἱοῦ της, στά παλάτια τοῦ Υἱοῦ της, στόν οἶκο τοῦ Κυρίου καί στίς αὐλές τοῦ Θεοῦ μας»[6].
Αὐτό εἶναι τό τελευταῖο μυστήριο πού συνετελέσθη στό πανένδοξο καί ζωοδόχο σῶμα τῆς Θεομήτορος, ἀπό τό ὁποῖο πήγασε ἡ ἀθανασία καί ἡ ἀφθαρσία. Ὁ Χριστός, πού ἔλαβε σαρκούμενος τό σῶμα Του ἀπό τήν Παναγία, τώρα ἀνασταίνει τό σῶμα της, τό ντύνει μέ ἀφθαρσία, τό δοξάζει μέ θεοπρεπῆ δόξα καί λαμπρότητα, καί τό μεταθέτει στήν Βασιλεία Του.
9. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 261.
10. Ἁγ. Νικολάου Καβάσιλα, …, σ. 215–217.
11. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 310–313.
12. Ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ὁμ. ΛΖ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου…, ΕΠΕ 10, σ. 449 καί PG 151, 465 D–468A.
13. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1084A.
14. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 301.
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ).
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
……συνέχεια απο το 3ο Μέρος
Οἱ Ἅγιοι μᾶς βεβαιώνουν ὅτι «δέν ἔπαθε διαφθορά οὔτε καμμία διάλυση τό ζωοδόχο σῶμα τῆς Θεοτόκου, ἀλλά διαφυλάχθηκε ἀπό Αὐτόν πού προῆλθε ἀπό αὐτήν, δηλαδή, τόν παντοδύναμο Σωτήρα Χριστό»[1], γιά δύο λόγους:
Πρῶτον γιά τήν ὑπεραγιότητά της, διότι τό παρθενικό της σῶμα ὑπῆρξε τελείως ἁγνό καί ἅγιο, γι᾿ αὐτό καί ἔγινε «ἀλλότριον χοϊκῆς ἀναλύσεως (ἀπρόσβλητο πρός κάθε γήϊνη ἀποσύνθεση)»[2]. «Ἡ παρθενία εἶναι ἰσχυρότερη ἀπό τόν θάνατο καί ὀνομάζεται σωστά ἄφθαρτο τό σῶμα πού δέν ὑποδουλώθηκε στήν ὑπηρεσία τῆς φθαρτῆς ζωῆς οὔτε δέχθηκε νά γίνη τό μέσο τῆς θνητῆς διαδοχῆς»[3]. Ἡ ἄχραντη καί ἀμίαν- τη Παρθένος, ἐπειδή δέν εἶχε πάθη καί ἁμαρτίες, ἀλλά εἶχε ἀνατραφῆ μέ οὐράνια καί θεῖα νοήματα, γι᾿ αὐτόν τόν λόγο ἔγινε ἀληθινά ἔμψυχος οὐρανός καί δέν ἔμεινε στόν τάφο, ἀλλά κατοίκησε στόν οὐρανό[4].
Καί κατά δεύτερο λόγο, τό σῶμα πού γέννησε τήν ζωή καί ἔγινε κατοικία καί «σκεῦος θεοδόχον καί ἔμψυχος ναός»[5] τῆς θεότητος τοῦ Μονογενοῦς, δέν ἦταν δυνατόν νά παραμείνη στόν τάφο καί στήν φθορά. «Ἡ γῆ καί ὁ τάφος δέν ἦταν δυνατόν νά καλύπτουν ἐπί μακρό χρονικό διάστημα αὐτήν πού χώρεσε τόν Ἀχώρητον»[6].
Ὁ Χριστός, ἐπειδή πῆρε σάρκα ἀπό τήν Ἀειπάρθενο Μητέρα Του, γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἴδιος τήν «ἐνέδυσεν ἀφθαρσίαν σύσσωμον καί ὑπερενδόξως ἐδόξασε»[7], μεταθέτοντάς την ἀναστημένη στήν δόξα τῆς Βασιλείας Του. Ἡ Παναγία, πού ἐγέννησε τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Χριστό, «πρός παλίνζωον ἀνατρέχει μετάστασιν»[8] καί «εἰς αἰῶνα ζήσεται τόν ἀπέρα- ντον»[9].
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀκόμη συνδέουν καί παραλληλίζουν τήν ἄφθαρτη παρθενία τῆς Θεοτόκου μέ τήν ἀφθαρσία τοῦ σώματός της. Ὅπως «πα- ρέμεινε ἄθικτη ἡ παρθενία της κατά τήν γέννηση, ἔτσι καί τώρα κατά τήν μετάστασή της φυλάγεται τό σῶμα της ἀδιάλυτο, καί γίνεται μετά- θεσή της σέ σκηνή ἀνώτερη καί θεϊκώτερη, πού δέν τήν διακόπτει ὁ θάνατος, ἀλλά παραμένει αἰώνια στούς ἀπεράντους αἰῶνες τῶν αἰώνων»[10]. «Ὁ τόκος διέφυγε τήν φθορά, καί ὁ τάφος δέν ἐπέφερε διαφθορά»[11]. Ὅπως ὁ Χριστός διεφύλαξε ἄφθορη τήν παρθενία τῆς Μητέρας Του, ὅταν γεννήθηκε, ἔτσι πάλι εὐδόκησε, ὅταν αὐτή ἀπεβίωσε, νά τιμήση τό ἄχραντο καί ἀμίαντο σῶμα της μέ τήν ἀφθαρσία καί τήν μετάθεσή του στούς οὐρανούς πρίν ἀπό τήν κοινή καί καθολική ἀνάσταση[12]. Μέχρι τήν κοινή ἀνάσταση, οἱ ψυχές ὅλων τῶν Ἁγίων βρίσκονται στόν παράδεισο, ἀλλά ἡ ψυχή τῆς Παναγίας μαζί μέ τό ἀναστημένο καί δοξασμένο σῶμα της κατά τιμητική ἐξαίρεση ἐναυλίζεται στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀχώριστη ἀπό τόν Υἱό καί Θεό της.
Δόξασε ὁ Υἱός κατ᾿ ἐξαίρεση τήν Μητέρα Του πρό τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, διότι «ἡ μετάσταση τῆς Παρθένου ἀποτελεῖ εἰδικό προνόμιον αὐτῆς, ὀφειλόμενο στό ἄφθιτο χριστολογικό μεγαλεῖο της καί προοιμιάζει τήν ἐπί τῷ τέλει τῶν αἰώνων γενική ἀνάσταση»[13].
Μέ τήν Μετάστασή της στούς οὐρανούς ἡ Θεοτόκος δέν χωρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά τήν ἐκπροσωπεῖ στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου εἰσῆλθε ἀναστημένη ὡς πρόδρομος τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Διά τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, «λαμβάνομε καί ἐμεῖς πληροφορίαν αἰωνίου ζωῆς καί ἔχομε ἀποκτήσει τήν Θεοτόκο μεσίτρια πρός τόν Θεό»[14].
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σελ. 212).
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 1ο)
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 2ο)
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 3ο)
25. [Ἁγ. Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 86B΄, 3293A].
26. Ἁγ. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτό- κου, PG 98, 345B.
27. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί παρθενίας, κεφ. ΙΔ΄, ΕΠΕ 9, σ. 95.
28. Βλ. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 725B.
29. Ἁγ. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, PG 98, 345B.
30. Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Λόγ. Δ΄, Εἰς τήν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεο- τόκου, PG 139, 156B.
31. [Ἁγ. Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 86B΄, 3289C].
32. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Ὁμ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1080D.
33. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 728A.
34. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 261–263.
35. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1081D.
36. Βλ. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 749 B.
37. Θεοδώρου Ἀνδρέου, Ἡ κόρη τῆς Βασιλείας, σ. 260.
38. Ἁγ. Γερμανοῦ Α΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγ. Γ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 98, 365C.
Οἱ Ἅγιοι μᾶς βεβαιώνουν ὅτι «δέν ἔπαθε διαφθορά οὔτε καμμία διάλυση τό ζωοδόχο σῶμα τῆς Θεοτόκου, ἀλλά διαφυλάχθηκε ἀπό Αὐτόν πού προῆλθε ἀπό αὐτήν, δηλαδή, τόν παντοδύναμο Σωτήρα Χριστό»[1], γιά δύο λόγους:
Πρῶτον γιά τήν ὑπεραγιότητά της, διότι τό παρθενικό της σῶμα ὑπῆρξε τελείως ἁγνό καί ἅγιο, γι᾿ αὐτό καί ἔγινε «ἀλλότριον χοϊκῆς ἀναλύσεως (ἀπρόσβλητο πρός κάθε γήϊνη ἀποσύνθεση)»[2]. «Ἡ παρθενία εἶναι ἰσχυρότερη ἀπό τόν θάνατο καί ὀνομάζεται σωστά ἄφθαρτο τό σῶμα πού δέν ὑποδουλώθηκε στήν ὑπηρεσία τῆς φθαρτῆς ζωῆς οὔτε δέχθηκε νά γίνη τό μέσο τῆς θνητῆς διαδοχῆς»[3]. Ἡ ἄχραντη καί ἀμίαν- τη Παρθένος, ἐπειδή δέν εἶχε πάθη καί ἁμαρτίες, ἀλλά εἶχε ἀνατραφῆ μέ οὐράνια καί θεῖα νοήματα, γι᾿ αὐτόν τόν λόγο ἔγινε ἀληθινά ἔμψυχος οὐρανός καί δέν ἔμεινε στόν τάφο, ἀλλά κατοίκησε στόν οὐρανό[4].
Καί κατά δεύτερο λόγο, τό σῶμα πού γέννησε τήν ζωή καί ἔγινε κατοικία καί «σκεῦος θεοδόχον καί ἔμψυχος ναός»[5] τῆς θεότητος τοῦ Μονογενοῦς, δέν ἦταν δυνατόν νά παραμείνη στόν τάφο καί στήν φθορά. «Ἡ γῆ καί ὁ τάφος δέν ἦταν δυνατόν νά καλύπτουν ἐπί μακρό χρονικό διάστημα αὐτήν πού χώρεσε τόν Ἀχώρητον»[6].
Ὁ Χριστός, ἐπειδή πῆρε σάρκα ἀπό τήν Ἀειπάρθενο Μητέρα Του, γι᾿ αὐτό καί ὁ Ἴδιος τήν «ἐνέδυσεν ἀφθαρσίαν σύσσωμον καί ὑπερενδόξως ἐδόξασε»[7], μεταθέτοντάς την ἀναστημένη στήν δόξα τῆς Βασιλείας Του. Ἡ Παναγία, πού ἐγέννησε τήν πηγή τῆς ζωῆς, τόν Χριστό, «πρός παλίνζωον ἀνατρέχει μετάστασιν»[8] καί «εἰς αἰῶνα ζήσεται τόν ἀπέρα- ντον»[9].
Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀκόμη συνδέουν καί παραλληλίζουν τήν ἄφθαρτη παρθενία τῆς Θεοτόκου μέ τήν ἀφθαρσία τοῦ σώματός της. Ὅπως «πα- ρέμεινε ἄθικτη ἡ παρθενία της κατά τήν γέννηση, ἔτσι καί τώρα κατά τήν μετάστασή της φυλάγεται τό σῶμα της ἀδιάλυτο, καί γίνεται μετά- θεσή της σέ σκηνή ἀνώτερη καί θεϊκώτερη, πού δέν τήν διακόπτει ὁ θάνατος, ἀλλά παραμένει αἰώνια στούς ἀπεράντους αἰῶνες τῶν αἰώνων»[10]. «Ὁ τόκος διέφυγε τήν φθορά, καί ὁ τάφος δέν ἐπέφερε διαφθορά»[11]. Ὅπως ὁ Χριστός διεφύλαξε ἄφθορη τήν παρθενία τῆς Μητέρας Του, ὅταν γεννήθηκε, ἔτσι πάλι εὐδόκησε, ὅταν αὐτή ἀπεβίωσε, νά τιμήση τό ἄχραντο καί ἀμίαντο σῶμα της μέ τήν ἀφθαρσία καί τήν μετάθεσή του στούς οὐρανούς πρίν ἀπό τήν κοινή καί καθολική ἀνάσταση[12]. Μέχρι τήν κοινή ἀνάσταση, οἱ ψυχές ὅλων τῶν Ἁγίων βρίσκονται στόν παράδεισο, ἀλλά ἡ ψυχή τῆς Παναγίας μαζί μέ τό ἀναστημένο καί δοξασμένο σῶμα της κατά τιμητική ἐξαίρεση ἐναυλίζεται στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀχώριστη ἀπό τόν Υἱό καί Θεό της.
Δόξασε ὁ Υἱός κατ᾿ ἐξαίρεση τήν Μητέρα Του πρό τῆς κοινῆς ἀναστάσεως, διότι «ἡ μετάσταση τῆς Παρθένου ἀποτελεῖ εἰδικό προνόμιον αὐτῆς, ὀφειλόμενο στό ἄφθιτο χριστολογικό μεγαλεῖο της καί προοιμιάζει τήν ἐπί τῷ τέλει τῶν αἰώνων γενική ἀνάσταση»[13].
Μέ τήν Μετάστασή της στούς οὐρανούς ἡ Θεοτόκος δέν χωρίζεται ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἀλλά τήν ἐκπροσωπεῖ στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου εἰσῆλθε ἀναστημένη ὡς πρόδρομος τῆς δικῆς μας ἀναστάσεως. Διά τῆς Μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, «λαμβάνομε καί ἐμεῖς πληροφορίαν αἰωνίου ζωῆς καί ἔχομε ἀποκτήσει τήν Θεοτόκο μεσίτρια πρός τόν Θεό»[14].
* (Ἀπό τό βιβλίο Η ΘΕΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ, ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ, σελ. 212).
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 1ο)
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 2ο)
Η ΜΕΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ (ΜΕΡΟΣ 3ο)
25. [Ἁγ. Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 86B΄, 3293A].
26. Ἁγ. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτό- κου, PG 98, 345B.
27. Ἁγ. Γρηγορίου Νύσσης, Περί παρθενίας, κεφ. ΙΔ΄, ΕΠΕ 9, σ. 95.
28. Βλ. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 725B.
29. Ἁγ. Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως, Ὁμ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπερα- γίας Θεοτόκου, PG 98, 345B.
30. Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης, Λόγ. Δ΄, Εἰς τήν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς Θεο- τόκου, PG 139, 156B.
31. [Ἁγ. Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 86B΄, 3289C].
32. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Ὁμ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1080D.
33. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 728A.
34. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Α΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ΕΠΕ 9, σ. 261–263.
35. Ἁγ. Ἀνδρέου Κρήτης, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 1081D.
36. Βλ. Ἁγ. Δαμασκηνοῦ, Λόγ. Β΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 96, 749 B.
37. Θεοδώρου Ἀνδρέου, Ἡ κόρη τῆς Βασιλείας, σ. 260.
38. Ἁγ. Γερμανοῦ Α΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Λόγ. Γ΄, Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, PG 98, 365C.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ζητάμε πολλά από τον Χριστό. Ζητάμε υγεία, εργασία, προστασία, να πάνε καλά τα παιδιά μας, να θεραπευθεί ένας άρρωστος, να σωθεί ένας γάμος, να λυθεί μια οικονομική δυσκολία, να ανοίξει ένας δρόμος που έκλεισε, να φύγει ένας πειρασμός. Τρέχουμε στην Παναγία, επικαλούμαστε τους Αγίους, κάνουμε Παρακλήσεις, ανάβουμε κεριά, γράφουμε ονόματα, κάνουμε τάματα, πηγαίνουμε σε προσκυνήματα, παρακαλούμε, κλαίμε, επιμένουμε. Και καλά κάνουμε. Παιδιά του Θεού είμαστε και στον Θεό θα προστρέξουμε. Αλλά μέσα σε αυτή την αδιάκοπη ροή των αιτημάτων μας αποφεύγουμε συνήθως μια πολύ απλή και πολύ δύσκολη ερώτηση. Εμείς τι είμαστε διατεθειμένοι να προσφέρουμε στον Χριστό; Τι προσφέρουμε στην Παναγία; Τι δίνουμε στους Αγίους, τους οποίους τόσο εύκολα επικαλούμαστε; Γιατί πολλές φορές η σχέση μας με τον Θεό καταντά μια παράξενη πνευματική συναλλαγή. Εμείς υποβάλλουμε το αίτημα και περιμένουμε από τον Θεό να το ικανοποιήσει. Αν γίνει αυτό που ζητήσαμε, λέμε «Δόξα τω Θεώ». Αν δεν γίνει, αρχίζουν τα παράπονα. «Γιατί δεν με άκουσε ο Θεός;». Εσύ άκουσες ποτέ τον Θεό; Αυτό δεν το ρωτάμε. Ο Χριστός σου είπε να συγχωρήσεις. Συγχώρησες; Σου είπε να μην κατακρίνεις. Έπαψες να κατακρίνεις; Σου είπε να αγαπήσεις τον εχθρό σου. Τον αγάπησες; Σου είπε να μετανοήσεις. Μετανόησες; Σου είπε να σηκώσεις τον σταυρό σου. Τον σήκωσες; Σου είπε να κόψεις το θέλημά σου. Το έκοψες; Και ύστερα στεκόμαστε μπροστά στην εικόνα Του και λέμε με παράπονο «Χριστέ μου, γιατί δεν με ακούς;». Μα, βρε παιδί μου, εσύ πότε Τον άκουσες; Θέλουμε έναν Χριστό που να ακούει αδιαλείπτως εμάς, ενώ εμείς επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας το δικαίωμα να μην ακούμε σχεδόν ποτέ Εκείνον.
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία. Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση, την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο Παΐσιο. Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες; Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι.
Και εδώ πρέπει πρώτοι να προσέξουμε εμείς που φορούμε το ράσο. Γιατί είναι πολύ εύκολο να μιλά ο μοναχός για την εκκοσμίκευση των άλλων και να μη βλέπει τη δική του. Μπορεί κανείς να φύγει από τον κόσμο και να πάρει ολόκληρο τον κόσμο μαζί του μέσα στο κελλί. Μπορεί να μην έχει προσωπική περιουσία και να έχει φοβερή προσκόλληση στο θέλημά του. Μπορεί να μην επιζητεί κοσμικές τιμές και να επιζητεί μοναχικές τιμές. Να θέλει να τον υπολογίζουν, να τον συμβουλεύονται, να αναγνωρίζουν την πνευματικότητά του, να επαινούν τη διάκρισή του. Μπορεί ακόμη και η άσκηση να γίνει τροφή του εγωισμού. Να νηστεύω περισσότερο από τον άλλον και να τον περιφρονώ. Να αγρυπνώ περισσότερο και να τον θεωρώ αμελή. Να κάνω περισσότερα κομποσχοίνια και να αισθάνομαι ότι κάτι έγινα. Ε, τότε τι έκανα; Έβγαλα το κοσμικό ένδυμα και έντυσα τον ίδιο παλαιό άνθρωπο με ράσο. Αν ο μοναχός ζητά Χάρη από τον Χριστό, αλλά δεν Του δίνει το θέλημά του, αν ζητά φωτισμό αλλά δεν δέχεται έλεγχο, αν προσεύχεται για ολόκληρο τον κόσμο και δεν μπορεί να ανεχθεί τον αδελφό που βρίσκεται στο διπλανό κελλί, κάτι δεν πηγαίνει καλά. Μπορεί να λες χίλιες φορές «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» και συγχρόνως να θεωρείς ότι εσύ δεν χρειάζεσαι έλεος, αλλά διόρθωση χρειάζονται όλοι οι άλλοι. Τότε το στόμα λέει την ευχή και ο λογισμός έχει στήσει δικαστήριο. Τι ωφελεί το κομποσχοίνι, αν κάθε κόμπος του περνά από τα δάχτυλα και κανένας δεν λύνει έναν κόμπο του εγωισμού μας;
Μπορεί ένας αρχιερέας να ομιλεί ακατάπαυστα για τον Χριστό και η καρδιά του να ταράζεται περισσότερο για την πρωτοκαθεδρία, το αξίωμα, την αναγνώριση, την προσφώνηση, το ποιος τον τίμησε και ποιος δεν τον τίμησε. Τότε τι πρόσφερε στον Χριστό; Τη μίτρα; Το εγκόλπιο; Τον θρόνο; Τι να τα κάνει αυτά ο Χριστός; Σε μια φάτνη γεννήθηκε και επάνω στον Σταυρό φανέρωσε τη Βασιλεία Του. Τι παράξενο πράγμα να διακονούμε έναν Θεό που κένωσε τον εαυτό Του και εμείς να αγωνιούμε μήπως μειωθεί το κύρος μας. Να κηρύττουμε Εκείνον που ένιψε τα πόδια των μαθητών και να στενοχωριόμαστε για το ποιος θα καθίσει πρώτος. Να υψώνουμε λειτουργικά τον Σταυρό και να μην αντέχουμε ούτε την ελάχιστη προσωπική ταπείνωση. Και μπορεί ένας ιερέας να λειτουργεί επί δεκαετίες, να εξομολογεί, να κηρύττει, να θυμιάζει, να ευλογεί και κάποτε να συνηθίσει τα Άγια. Αυτό είναι φοβερότερο από πολλές εξωτερικές πτώσεις. Να συνηθίσει το Άγιο Ποτήριο. Να συνηθίσει το Ιερό. Να συνηθίσει το Ευαγγέλιο. Να λέει «Εἰρήνη πᾶσι» και να μη μιλά στον αδελφό του. Να λέει «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» και να κρατά κακία. Να διαβάζει το Ευαγγέλιο της συγχωρήσεως και να μη συγχωρεί. Να κρατά στα χέρια του το Σώμα του Χριστού και συγχρόνως να κρατά στην καρδιά του αντιπάθειες, ανταγωνισμούς, φιλοδοξίες και μικρότητες. Τι φοβερό να βρίσκεται ο Χριστός στα χέρια μας και να μην έχει βρει ακόμη τόπο μέσα μας. Και τι φοβερότερο να συμβαίνει αυτό τόσες φορές, ώστε κάποτε να μη μας φοβίζει πια.
Μόνον αφού τα πούμε αυτά για εμάς μπορούμε να μιλήσουμε και για τον άνθρωπο που μπαίνει στην εκκλησία. Αλλιώς η αυστηρότητα γίνεται υποκρισία. Αν εγώ δεν πολεμώ το θέλημά μου, πώς θα μιλήσω στον άλλον για μετάνοια; Αν εγώ επιθυμώ τιμές, πώς θα του μιλήσω για ταπείνωση; Αν εγώ δεν συγχωρώ τον αδελφό μου, πώς θα του πω να συγχωρήσει τον δικό του; Πρώτα λοιπόν το μαχαίρι επάνω μας και ύστερα ο λόγος στους άλλους. Αλλά και ο πιστός πρέπει κάποτε να αναρωτηθεί τι ακριβώς πηγαίνει να κάνει στον ναό. Δεν πηγαίνουμε στην εκκλησία για να κάνουμε χάρη στον Θεό. Λέει κάποιος «πήγα και σήμερα στην εκκλησία». Ε, και; Πήγες. Τι έγινε μέσα σου; Μπήκες θυμωμένος και βγήκες θυμωμένος; Μπήκες κατακρίνοντας και βγήκες κατακρίνοντας; Μπήκες χωρίς να μιλάς στον αδελφό σου και βγήκες πάλι χωρίς να του μιλάς; Τότε άλλαξες τόπο, δεν άλλαξες ζωή. Μπορείς να ανάψεις είκοσι κεριά και να μη συγχωρήσεις έναν άνθρωπο. Μπορείς να κάνεις σαράντα Παρακλήσεις και να βασανίζεις καθημερινά το σπίτι σου. Μπορείς να νηστεύεις το λάδι και να κατασπαράζεις τον άλλον με τη γλώσσα σου. Μπορείς να κοινωνείς συχνά και να κρατάς μέσα σου κακία. Μπορείς να προσκυνάς με κατάνυξη τις εικόνες και να φέρεσαι στους ζωντανούς ανθρώπους, που είναι εικόνες Θεού, με αδιανόητη σκληρότητα. Τι ευσέβεια είναι αυτή; Το κερί είναι καλό, αλλά δεν γίνεται το κερί να καίγεται και η καρδιά να μένει παγωμένη. Η νηστεία είναι αγία, αλλά δεν γίνεται το στόμα να νηστεύει από το λάδι και να μη νηστεύει από το δηλητήριο. Το προσκύνημα είναι ωφέλιμο, αλλά τι ωφελεί να διανύσουμε χίλια χιλιόμετρα για έναν Άγιο και να μη διανύσουμε δύο μέτρα για να ζητήσουμε συγγνώμη από τον αδελφό μας;
Μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα στην Εκκλησία χωρίς να αφήσει ποτέ την Εκκλησία να περάσει μέσα του. Να γνωρίζει όλες τις ακολουθίες, όλες τις νηστείες, όλα τα μοναστήρια, όλους τους Αγίους, όλους τους Γέροντες, ποιος πνευματικός είναι αυστηρός και ποιος επιεικής, να μπορεί να συζητά ώρες για εκκλησιαστικά ζητήματα και η καρδιά του να παραμένει αμετακίνητη. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Ο άνθρωπος που βρίσκεται μακριά από την Εκκλησία ξέρει τουλάχιστον ότι βρίσκεται μακριά. Εκείνος όμως που έμαθε όλες τις εξωτερικές μορφές της ευσεβείας κινδυνεύει να νομίσει ότι έφθασε κιόλας. Και τότε αρχίζει να μετρά τους άλλους. Ποιος ντύθηκε σωστά, ποιος έκανε σωστά τον σταυρό του, ποιος νήστεψε, ποιος δεν νήστεψε, ποιος κοινώνησε, ποιος δεν κοινώνησε. Τον εαυτό του όμως δεν τον μετρά. Για τον εαυτό μας θέλουμε όλο το έλεος του Θεού. Για τον άλλον θέλουμε όλη τη δικαιοσύνη Του. Ζητάμε από τον Θεό να μη θυμηθεί τις αμαρτίες μας και εμείς θυμόμαστε με θαυμαστή ακρίβεια τι μας έκανε ο άλλος πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ζητάμε συγχώρηση και δεν συγχωρούμε. Ζητάμε μακροθυμία και δεν ανεχόμαστε κανέναν. Ζητάμε να μας σηκώσει ο Θεός όταν πέσουμε και μόλις πέσει ο άλλος σπεύδουμε να τον πατήσουμε. Ζητάμε να μας κοιτάξει ο Θεός με επιείκεια και εμείς εξετάζουμε τον αδελφό μας με μικροσκόπιο. Και μετά στεκόμαστε στην προσευχή και λέμε «Κύριε, ἐλέησον». Ποιον να ελεήσει ο Κύριος; Εμένα μόνο; Ο άλλος δεν είναι παιδί Του;
Το ίδιο κάνουμε πολλές φορές και με την Παναγία. «Παναγία μου, κάνε μου αυτό και θα σου φέρω μια λαμπάδα». Μα τι είναι η Παναγία, βρε παιδί μου; Έμπορος είναι; Τη λαμπάδα σου περιμένει; Την καρδιά σου περιμένει. Τη λαμπάδα μπορείς να την αγοράσεις σε πέντε λεπτά. Το θέλημά σου μπορεί να χρειαστεί μια ζωή για να το κόψεις. Η Παναγία πρόσφερε στον Θεό τον ίδιο της τον εαυτό. «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Εμείς πολλές φορές προσευχόμαστε ακριβώς ανάποδα. Αντί για το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε στην πράξη «γενηθήτω τὸ θέλημά μου». Αυτό θέλω, αυτό να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος να έρθει. Εκείνος να φύγει. Αυτή η πόρτα να ανοίξει. Αυτή η δυσκολία να εξαφανιστεί. Αυτό το σχέδιο να επιτύχει. Όλα γύρω μου να αλλάξουν. Εγώ όμως να αλλάξω; Όχι. Εγώ να παραμείνω όπως είμαι και ο Θεός να αναδιατάξει ολόκληρο τον κόσμο για να αναπαυθεί το θέλημά μου. Και όταν δεν γίνει, λέμε «δεν με άκουσε η Παναγία». Πού ξέρεις ότι δεν σε άκουσε; Μήπως ακριβώς επειδή σε άκουσε δεν σου έδωσε εκείνο που ζητούσες; Μήπως η προστασία της ήταν ακριβώς η κλειστή πόρτα για την οποία εσύ παραπονείσαι;
Και πόσο επιτήδειοι γινόμαστε όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε τα πάθη μας. Ο δικός μας θυμός γίνεται «ιερή αγανάκτηση». Η δική μας φιλοδοξία γίνεται «ζήλος». Η δική μας σκληρότητα γίνεται «παρρησία». Η δική μας κατάκριση γίνεται «διάκριση». Η δική μας περιέργεια γίνεται «ενδιαφέρον». Βρίσκουμε μια ωραία πνευματική λέξη, τη βάζουμε επάνω στο πάθος και ησυχάζουμε. Αντί να μετανοήσουμε για το πάθος, το βαφτίζουμε. Οι Άγιοι όμως δεν άλλαζαν τα ονόματα των παθών τους. Άλλαζαν τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την ονομασία και να κρατήσουμε την αρρώστια. Γι’ αυτό πληθύναμε στα λόγια και φτωχύναμε στο βίωμα. Κοινοποιούμε λόγια για την ταπείνωση και θυμώνουμε αν δεν μας χαιρετήσουν. Μιλάμε για τη σιωπή και σχολιάζουμε τους πάντες. Θαυμάζουμε την ακτημοσύνη των Αγίων και μετράμε τι έχει ο διπλανός. Μιλάμε για τους Μάρτυρες και δεν αντέχουμε μία προσβολή. Διαβάζουμε για τους ασκητές και δεν αντέχουμε να μας χαλάσει κάποιος το πρόγραμμα. Προσκυνούμε τον Σταυρό και ζητάμε από τον Χριστό μια ζωή στην οποία να μη σταυρωθεί τίποτε δικό μας. Θέλουμε τον Εσταυρωμένο, αλλά χωρίς σταύρωση. Θέλουμε την Ανάσταση, αλλά χωρίς Γολγοθά. Θέλουμε την αγιότητα, αλλά χωρίς άσκηση. Θέλουμε τον Παράδεισο, αλλά χωρίς μετάνοια. Ε, πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Και ακόμη και τον χρόνο μας τον δίνουμε στον Θεό με το σταγονόμετρο. Ώρες στο κινητό δεν μας κουράζουν. Ώρες σε ένα τραπέζι περνούν γρήγορα. Ώρες στις συζητήσεις, στις μετακινήσεις, στις διασκεδάσεις δεν μας φαίνονται πολλές. Μπαίνουμε όμως στη Θεία Λειτουργία και σε λίγο κοιτάμε το ρολόι. Τηλεφωνούν άνθρωποι στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και ρωτούν «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;». Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι σημαίνει «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία»; Σαν να πρόκειται για κάτι που παραδίδεται σε συγκεκριμένη ώρα και θέλουμε να περάσουμε να το παραλάβουμε. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι το τελευταίο πεντάλεπτο μιας ακολουθίας. Η Θεία Λειτουργία αρχίζει με το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» και ολόκληρη η σύναξη πορεύεται προς το Ποτήριο. Αν σε καλούσε ένας μεγάλος άνθρωπος του κόσμου σε επίσημο δείπνο, θα τηλεφωνούσες να ρωτήσεις «τι ώρα να έρθω μόνο για να φάω και να φύγω;». Θα ντρεπόσουν. Στον Χριστό όμως δεν ντρεπόμαστε. Θέλουμε να πάρουμε και να φύγουμε. Να κοινωνήσουμε χωρίς να έχουμε κοινωνήσει με την προσευχή της Εκκλησίας. Να λάβουμε το Δώρο χωρίς να προσφέρουμε ούτε τον χρόνο μας. Και ύστερα απορούμε γιατί δεν μεταμορφώνεται η ζωή μας. Μα θέλουμε τον Χριστό ως κάτι που λαμβάνουμε ή ως Εκείνον στον οποίο παραδίδουμε τη ζωή μας;
Τι ζητά λοιπόν ο Χριστός από εμάς; Τα χρήματά μας; Δικά Του είναι όλα. Τα κεριά μας; Εκείνος είναι το Φως. Τα τάματά μας; Τι ανάγκη έχει ο Θεός από χρυσάφια; Τους μεγάλους ναούς μας; Ο ουρανός και η γη δεν Τον χωρούν και θα Τον εντυπωσιάσουν τα οικοδομήματά μας; Ένα πράγμα ζητά ο Χριστός και αυτό ακριβώς δυσκολευόμαστε περισσότερο να Του δώσουμε. «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν». Εσένα ζητά. Γιατί όλα τα άλλα μπορείς να τα προσφέρεις και να παραμείνεις ακριβώς όπως ήσουν. Μπορείς να δώσεις χρήματα και να παραμείνεις φιλάργυρος. Μπορείς να ανάψεις εκατό κεριά και να παραμείνεις σκοτεινός. Μπορείς να κάνεις αμέτρητα προσκυνήματα και να μη μετακινηθείς ούτε ένα βήμα από τον εγωισμό σου. Μπορείς να χτίσεις ναό και να αφήσεις την ψυχή σου ερείπιο. Μπορείς να γεμίσεις το σπίτι σου εικόνες και να μη βρεις χώρο για τον Χριστό μέσα στην καρδιά σου. Μπορείς ακόμη να φορέσεις το ράσο και να μην έχεις παραδώσει ούτε μία σπιθαμή από το θέλημά σου. Όταν όμως δώσεις την καρδιά, τότε πρέπει να πέσουν οι άλλοι θρόνοι που έχουμε στήσει μέσα της. Το δίκιο μου. Το θέλημά μου. Η φιλοδοξία μου. Η κακία μου. Η εκδικητικότητα. Η φιλαυτία. Εκεί αρχίζει η πραγματική προσφορά.
Γι’ αυτό η αγάπη προς τον Χριστό δεν αποδεικνύεται όταν λέμε «Χριστέ μου, Σ’ αγαπώ». Αυτό είναι εύκολο. Αποδεικνύεται όταν έρθει η ώρα να επιλέξουμε ανάμεσα στον Χριστό και σε κάτι που έχουμε αγαπήσει περισσότερο από Εκείνον. Από τη μια το συμφέρον και από την άλλη η εντολή Του. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η εκδίκηση και από την άλλη η συγχώρηση. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η φιλοδοξία και από την άλλη η ταπείνωση. Από τη μια το δίκιο μου και από την άλλη η ειρήνη. Από τη μια το θέλημά μου και από την άλλη το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Εκεί τελειώνουν τα μεγάλα λόγια. Εκεί φαίνεται η πίστη. Γιατί εύκολα προσφέρουμε στον Θεό εκείνο που δεν μας κοστίζει. Το δύσκολο είναι να Του προσφέρουμε αυτό ακριβώς που έχουμε μεταβάλει σε είδωλο.
Μήπως λοιπόν η μεγαλύτερη προσευχή δεν είναι «Χριστέ μου, άλλαξε όσα συμβαίνουν γύρω μου», αλλά «Χριστέ μου, άλλαξε εμένα»;
Όχι μόνο «Παναγία μου, φύλαξε το παιδί μου», αλλά «Παναγία μου, μάθε με να το αγαπώ χωρίς να το κάνω κτήμα του θελήματός μου».
Όχι μόνο «Άγιέ μου, βοήθησέ με να πετύχω», αλλά «βοήθησέ με να μη χάσω την ψυχή μου για να πετύχω».
Όχι μόνο «Κύριε, πάρε από πάνω μου αυτόν τον σταυρό», αλλά «αν αυτός ο σταυρός γίνεται δρόμος προς Εσένα, δώσε μου να μη φύγω εγώ από κάτω του».
Αυτές είναι δύσκολες προσευχές. Γιατί μπορεί πράγματι να εισακουστούν. Και τότε ο Θεός δεν θα αλλάξει απλώς τις περιστάσεις γύρω μας. Θα αρχίσει να αλλάζει εμάς.
Οι Άγιοι έδωσαν τα πάντα και ζήτησαν έναν Χριστό. Εμείς πολλές φορές ζητάμε τα πάντα από τον Χριστό και δυσκολευόμαστε να Του δώσουμε ένα πάθος. Μία κακία. Μία παλιά έχθρα. Ένα πείσμα. Μία αδικία. Μία φιλοδοξία. Μία κρυφή αμαρτία. Αυτό είναι το τάμα που δυσκολευόμαστε περισσότερο να κάνουμε. Όχι «Παναγία μου, αν γίνει αυτό, θα σου φέρω μια λαμπάδα», αλλά «Χριστέ μου, αυτό το πράγμα με χωρίζει από Σένα. Πάρ’ το. Και επειδή βλέπεις ότι ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να Σου το δώσω, κάνε με τουλάχιστον να θέλω να Σου το δώσω». Εκεί αρχίζει η μετάνοια. Όχι όταν ζητάμε από τον Θεό να γίνει συνεργός στα σχέδιά μας, αλλά όταν Του επιτρέπουμε να γκρεμίσει μέσα μας ό,τι δεν οδηγεί σε Εκείνον.
Γι’ αυτό, πριν ζητήσουμε πάλι κάτι από τον Χριστό, πριν παρακαλέσουμε πάλι την Παναγία, πριν τρέξουμε πάλι σε έναν Άγιο, ας κάνουμε μια στιγμή την αντίστροφη ερώτηση. Όχι «τι θέλω εγώ από τον Θεό;», αλλά «τι θέλει ο Θεός από εμένα;». Και αυτή η μία ερώτηση μπορεί να αξίζει περισσότερο από εκατό αιτήματα. Γιατί τότε θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός δεν περίμενε ποτέ τις λαμπάδες μας, τα τάματά μας, τις υποσχέσεις μας, τα μεγάλα λόγια μας, ούτε τις επιδείξεις της ευσεβείας μας. Εμάς περίμενε. Από τον μοναχό περιμένει τον μοναχό και όχι το ράσο του. Από τον αρχιερέα τον άνθρωπο και όχι τον θρόνο του. Από τον ιερέα την καρδιά και όχι μόνο την ιερατική του διακονία. Από τον πιστό τον ίδιο και όχι μόνο το κερί του. Και θα είναι φοβερό να φθάσουμε κάποτε ενώπιόν Του έχοντας κρατήσει κομποσχοίνια, έχοντας ανάψει χιλιάδες κεριά, έχοντας κάνει προσκυνήματα, ακολουθίες, τάματα και προσευχές, έχοντας μιλήσει αμέτρητες φορές για Εκείνον, και τότε να αντιληφθούμε ότι σε ολόκληρη τη ζωή μας Του προσφέραμε σχεδόν τα πάντα, εκτός από το μόνο πράγμα που πραγματικά μας ζήτησε.
Τον εαυτό μας.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
Θέλουμε έναν Χριστό που να θεραπεύει, αλλά να μη μας ελέγχει. Μια Παναγία που να προστατεύει, αλλά να μη μας διδάσκει με το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» τι σημαίνει παράδοση στο θέλημα του Θεού. Θέλουμε Αγίους που να θαυματουργούν, αλλά δεν θέλουμε να μάθουμε πώς έγιναν Άγιοι. Πηγαίνουμε στον Άγιο Νεκτάριο και ζητάμε θεραπεία, αλλά όταν μας αδικήσουν ή μας συκοφαντήσουν δεν θυμόμαστε καθόλου πώς εκείνος δέχθηκε την αδικία. Ζητάμε από τον Άγιο Παΐσιο βοήθεια, αλλά το φιλότιμο, την αυταπάρνηση, την απλότητα, την αυτομεμψία και τη θυσία τα αφήνουμε για τον Άγιο Παΐσιο. Ζητάμε από τον Άγιο Πορφύριο φωτισμό, αλλά δεν είμαστε διατεθειμένοι να κόψουμε ούτε έναν κακό λογισμό για τον αδελφό μας. Θέλουμε την εικόνα του Αγίου στο σπίτι, αλλά δεν θέλουμε τον τρόπο του Αγίου μέσα στο σπίτι. Θέλουμε το καντήλι του, το λαδάκι του, το φυλαχτό, το προσκύνημα, το θαύμα. Τη ζωή του δεν τη θέλουμε. Τότε τι ζητάμε ακριβώς από τους Αγίους; Να συνεργήσουν με τα πάθη μας; Να μεσιτεύσουν ώστε να περάσει το δικό μας; Να πείσουν τον Θεό να προσαρμόσει το θέλημά Του στις δικές μας επιθυμίες; Οι Άγιοι δεν είναι μεσάζοντες του θελήματός μας. Είναι οι άνθρωποι που παρέδωσαν το θέλημά τους για να ζήσει μέσα τους το θέλημα του Θεού. Αυτό όμως είναι το μέρος της αγιότητος που δεν μας συγκινεί τόσο. Το θαύμα μάς συγκινεί. Η άσκηση που προηγήθηκε του θαύματος όχι. Το άφθαρτο λείψανο μάς συγκινεί. Η νέκρωση του παλαιού ανθρώπου που προηγήθηκε όχι. Η εικόνα του Αγίου μάς συγκινεί. Η μετάνοια που έκανε αυτόν τον άνθρωπο εικόνα Χριστού όχι.
Και εδώ πρέπει πρώτοι να προσέξουμε εμείς που φορούμε το ράσο. Γιατί είναι πολύ εύκολο να μιλά ο μοναχός για την εκκοσμίκευση των άλλων και να μη βλέπει τη δική του. Μπορεί κανείς να φύγει από τον κόσμο και να πάρει ολόκληρο τον κόσμο μαζί του μέσα στο κελλί. Μπορεί να μην έχει προσωπική περιουσία και να έχει φοβερή προσκόλληση στο θέλημά του. Μπορεί να μην επιζητεί κοσμικές τιμές και να επιζητεί μοναχικές τιμές. Να θέλει να τον υπολογίζουν, να τον συμβουλεύονται, να αναγνωρίζουν την πνευματικότητά του, να επαινούν τη διάκρισή του. Μπορεί ακόμη και η άσκηση να γίνει τροφή του εγωισμού. Να νηστεύω περισσότερο από τον άλλον και να τον περιφρονώ. Να αγρυπνώ περισσότερο και να τον θεωρώ αμελή. Να κάνω περισσότερα κομποσχοίνια και να αισθάνομαι ότι κάτι έγινα. Ε, τότε τι έκανα; Έβγαλα το κοσμικό ένδυμα και έντυσα τον ίδιο παλαιό άνθρωπο με ράσο. Αν ο μοναχός ζητά Χάρη από τον Χριστό, αλλά δεν Του δίνει το θέλημά του, αν ζητά φωτισμό αλλά δεν δέχεται έλεγχο, αν προσεύχεται για ολόκληρο τον κόσμο και δεν μπορεί να ανεχθεί τον αδελφό που βρίσκεται στο διπλανό κελλί, κάτι δεν πηγαίνει καλά. Μπορεί να λες χίλιες φορές «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με» και συγχρόνως να θεωρείς ότι εσύ δεν χρειάζεσαι έλεος, αλλά διόρθωση χρειάζονται όλοι οι άλλοι. Τότε το στόμα λέει την ευχή και ο λογισμός έχει στήσει δικαστήριο. Τι ωφελεί το κομποσχοίνι, αν κάθε κόμπος του περνά από τα δάχτυλα και κανένας δεν λύνει έναν κόμπο του εγωισμού μας;
Μπορεί ένας αρχιερέας να ομιλεί ακατάπαυστα για τον Χριστό και η καρδιά του να ταράζεται περισσότερο για την πρωτοκαθεδρία, το αξίωμα, την αναγνώριση, την προσφώνηση, το ποιος τον τίμησε και ποιος δεν τον τίμησε. Τότε τι πρόσφερε στον Χριστό; Τη μίτρα; Το εγκόλπιο; Τον θρόνο; Τι να τα κάνει αυτά ο Χριστός; Σε μια φάτνη γεννήθηκε και επάνω στον Σταυρό φανέρωσε τη Βασιλεία Του. Τι παράξενο πράγμα να διακονούμε έναν Θεό που κένωσε τον εαυτό Του και εμείς να αγωνιούμε μήπως μειωθεί το κύρος μας. Να κηρύττουμε Εκείνον που ένιψε τα πόδια των μαθητών και να στενοχωριόμαστε για το ποιος θα καθίσει πρώτος. Να υψώνουμε λειτουργικά τον Σταυρό και να μην αντέχουμε ούτε την ελάχιστη προσωπική ταπείνωση. Και μπορεί ένας ιερέας να λειτουργεί επί δεκαετίες, να εξομολογεί, να κηρύττει, να θυμιάζει, να ευλογεί και κάποτε να συνηθίσει τα Άγια. Αυτό είναι φοβερότερο από πολλές εξωτερικές πτώσεις. Να συνηθίσει το Άγιο Ποτήριο. Να συνηθίσει το Ιερό. Να συνηθίσει το Ευαγγέλιο. Να λέει «Εἰρήνη πᾶσι» και να μη μιλά στον αδελφό του. Να λέει «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους» και να κρατά κακία. Να διαβάζει το Ευαγγέλιο της συγχωρήσεως και να μη συγχωρεί. Να κρατά στα χέρια του το Σώμα του Χριστού και συγχρόνως να κρατά στην καρδιά του αντιπάθειες, ανταγωνισμούς, φιλοδοξίες και μικρότητες. Τι φοβερό να βρίσκεται ο Χριστός στα χέρια μας και να μην έχει βρει ακόμη τόπο μέσα μας. Και τι φοβερότερο να συμβαίνει αυτό τόσες φορές, ώστε κάποτε να μη μας φοβίζει πια.
Μόνον αφού τα πούμε αυτά για εμάς μπορούμε να μιλήσουμε και για τον άνθρωπο που μπαίνει στην εκκλησία. Αλλιώς η αυστηρότητα γίνεται υποκρισία. Αν εγώ δεν πολεμώ το θέλημά μου, πώς θα μιλήσω στον άλλον για μετάνοια; Αν εγώ επιθυμώ τιμές, πώς θα του μιλήσω για ταπείνωση; Αν εγώ δεν συγχωρώ τον αδελφό μου, πώς θα του πω να συγχωρήσει τον δικό του; Πρώτα λοιπόν το μαχαίρι επάνω μας και ύστερα ο λόγος στους άλλους. Αλλά και ο πιστός πρέπει κάποτε να αναρωτηθεί τι ακριβώς πηγαίνει να κάνει στον ναό. Δεν πηγαίνουμε στην εκκλησία για να κάνουμε χάρη στον Θεό. Λέει κάποιος «πήγα και σήμερα στην εκκλησία». Ε, και; Πήγες. Τι έγινε μέσα σου; Μπήκες θυμωμένος και βγήκες θυμωμένος; Μπήκες κατακρίνοντας και βγήκες κατακρίνοντας; Μπήκες χωρίς να μιλάς στον αδελφό σου και βγήκες πάλι χωρίς να του μιλάς; Τότε άλλαξες τόπο, δεν άλλαξες ζωή. Μπορείς να ανάψεις είκοσι κεριά και να μη συγχωρήσεις έναν άνθρωπο. Μπορείς να κάνεις σαράντα Παρακλήσεις και να βασανίζεις καθημερινά το σπίτι σου. Μπορείς να νηστεύεις το λάδι και να κατασπαράζεις τον άλλον με τη γλώσσα σου. Μπορείς να κοινωνείς συχνά και να κρατάς μέσα σου κακία. Μπορείς να προσκυνάς με κατάνυξη τις εικόνες και να φέρεσαι στους ζωντανούς ανθρώπους, που είναι εικόνες Θεού, με αδιανόητη σκληρότητα. Τι ευσέβεια είναι αυτή; Το κερί είναι καλό, αλλά δεν γίνεται το κερί να καίγεται και η καρδιά να μένει παγωμένη. Η νηστεία είναι αγία, αλλά δεν γίνεται το στόμα να νηστεύει από το λάδι και να μη νηστεύει από το δηλητήριο. Το προσκύνημα είναι ωφέλιμο, αλλά τι ωφελεί να διανύσουμε χίλια χιλιόμετρα για έναν Άγιο και να μη διανύσουμε δύο μέτρα για να ζητήσουμε συγγνώμη από τον αδελφό μας;
Μπορεί ένας άνθρωπος να περάσει ολόκληρη τη ζωή του μέσα στην Εκκλησία χωρίς να αφήσει ποτέ την Εκκλησία να περάσει μέσα του. Να γνωρίζει όλες τις ακολουθίες, όλες τις νηστείες, όλα τα μοναστήρια, όλους τους Αγίους, όλους τους Γέροντες, ποιος πνευματικός είναι αυστηρός και ποιος επιεικής, να μπορεί να συζητά ώρες για εκκλησιαστικά ζητήματα και η καρδιά του να παραμένει αμετακίνητη. Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Ο άνθρωπος που βρίσκεται μακριά από την Εκκλησία ξέρει τουλάχιστον ότι βρίσκεται μακριά. Εκείνος όμως που έμαθε όλες τις εξωτερικές μορφές της ευσεβείας κινδυνεύει να νομίσει ότι έφθασε κιόλας. Και τότε αρχίζει να μετρά τους άλλους. Ποιος ντύθηκε σωστά, ποιος έκανε σωστά τον σταυρό του, ποιος νήστεψε, ποιος δεν νήστεψε, ποιος κοινώνησε, ποιος δεν κοινώνησε. Τον εαυτό του όμως δεν τον μετρά. Για τον εαυτό μας θέλουμε όλο το έλεος του Θεού. Για τον άλλον θέλουμε όλη τη δικαιοσύνη Του. Ζητάμε από τον Θεό να μη θυμηθεί τις αμαρτίες μας και εμείς θυμόμαστε με θαυμαστή ακρίβεια τι μας έκανε ο άλλος πριν από δεκαπέντε χρόνια. Ζητάμε συγχώρηση και δεν συγχωρούμε. Ζητάμε μακροθυμία και δεν ανεχόμαστε κανέναν. Ζητάμε να μας σηκώσει ο Θεός όταν πέσουμε και μόλις πέσει ο άλλος σπεύδουμε να τον πατήσουμε. Ζητάμε να μας κοιτάξει ο Θεός με επιείκεια και εμείς εξετάζουμε τον αδελφό μας με μικροσκόπιο. Και μετά στεκόμαστε στην προσευχή και λέμε «Κύριε, ἐλέησον». Ποιον να ελεήσει ο Κύριος; Εμένα μόνο; Ο άλλος δεν είναι παιδί Του;
Το ίδιο κάνουμε πολλές φορές και με την Παναγία. «Παναγία μου, κάνε μου αυτό και θα σου φέρω μια λαμπάδα». Μα τι είναι η Παναγία, βρε παιδί μου; Έμπορος είναι; Τη λαμπάδα σου περιμένει; Την καρδιά σου περιμένει. Τη λαμπάδα μπορείς να την αγοράσεις σε πέντε λεπτά. Το θέλημά σου μπορεί να χρειαστεί μια ζωή για να το κόψεις. Η Παναγία πρόσφερε στον Θεό τον ίδιο της τον εαυτό. «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου». Εμείς πολλές φορές προσευχόμαστε ακριβώς ανάποδα. Αντί για το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου», λέμε στην πράξη «γενηθήτω τὸ θέλημά μου». Αυτό θέλω, αυτό να γίνει. Αυτός ο άνθρωπος να έρθει. Εκείνος να φύγει. Αυτή η πόρτα να ανοίξει. Αυτή η δυσκολία να εξαφανιστεί. Αυτό το σχέδιο να επιτύχει. Όλα γύρω μου να αλλάξουν. Εγώ όμως να αλλάξω; Όχι. Εγώ να παραμείνω όπως είμαι και ο Θεός να αναδιατάξει ολόκληρο τον κόσμο για να αναπαυθεί το θέλημά μου. Και όταν δεν γίνει, λέμε «δεν με άκουσε η Παναγία». Πού ξέρεις ότι δεν σε άκουσε; Μήπως ακριβώς επειδή σε άκουσε δεν σου έδωσε εκείνο που ζητούσες; Μήπως η προστασία της ήταν ακριβώς η κλειστή πόρτα για την οποία εσύ παραπονείσαι;
Και πόσο επιτήδειοι γινόμαστε όταν πρόκειται να δικαιολογήσουμε τα πάθη μας. Ο δικός μας θυμός γίνεται «ιερή αγανάκτηση». Η δική μας φιλοδοξία γίνεται «ζήλος». Η δική μας σκληρότητα γίνεται «παρρησία». Η δική μας κατάκριση γίνεται «διάκριση». Η δική μας περιέργεια γίνεται «ενδιαφέρον». Βρίσκουμε μια ωραία πνευματική λέξη, τη βάζουμε επάνω στο πάθος και ησυχάζουμε. Αντί να μετανοήσουμε για το πάθος, το βαφτίζουμε. Οι Άγιοι όμως δεν άλλαζαν τα ονόματα των παθών τους. Άλλαζαν τον εαυτό τους. Εμείς θέλουμε να αλλάξουμε την ονομασία και να κρατήσουμε την αρρώστια. Γι’ αυτό πληθύναμε στα λόγια και φτωχύναμε στο βίωμα. Κοινοποιούμε λόγια για την ταπείνωση και θυμώνουμε αν δεν μας χαιρετήσουν. Μιλάμε για τη σιωπή και σχολιάζουμε τους πάντες. Θαυμάζουμε την ακτημοσύνη των Αγίων και μετράμε τι έχει ο διπλανός. Μιλάμε για τους Μάρτυρες και δεν αντέχουμε μία προσβολή. Διαβάζουμε για τους ασκητές και δεν αντέχουμε να μας χαλάσει κάποιος το πρόγραμμα. Προσκυνούμε τον Σταυρό και ζητάμε από τον Χριστό μια ζωή στην οποία να μη σταυρωθεί τίποτε δικό μας. Θέλουμε τον Εσταυρωμένο, αλλά χωρίς σταύρωση. Θέλουμε την Ανάσταση, αλλά χωρίς Γολγοθά. Θέλουμε την αγιότητα, αλλά χωρίς άσκηση. Θέλουμε τον Παράδεισο, αλλά χωρίς μετάνοια. Ε, πώς θα γίνουν όλα αυτά;
Και ακόμη και τον χρόνο μας τον δίνουμε στον Θεό με το σταγονόμετρο. Ώρες στο κινητό δεν μας κουράζουν. Ώρες σε ένα τραπέζι περνούν γρήγορα. Ώρες στις συζητήσεις, στις μετακινήσεις, στις διασκεδάσεις δεν μας φαίνονται πολλές. Μπαίνουμε όμως στη Θεία Λειτουργία και σε λίγο κοιτάμε το ρολόι. Τηλεφωνούν άνθρωποι στις εκκλησίες και στα μοναστήρια και ρωτούν «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία;». Τι ερώτηση είναι αυτή; Τι σημαίνει «τι ώρα βγαίνει η Θεία Κοινωνία»; Σαν να πρόκειται για κάτι που παραδίδεται σε συγκεκριμένη ώρα και θέλουμε να περάσουμε να το παραλάβουμε. Η Θεία Ευχαριστία δεν είναι το τελευταίο πεντάλεπτο μιας ακολουθίας. Η Θεία Λειτουργία αρχίζει με το «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία» και ολόκληρη η σύναξη πορεύεται προς το Ποτήριο. Αν σε καλούσε ένας μεγάλος άνθρωπος του κόσμου σε επίσημο δείπνο, θα τηλεφωνούσες να ρωτήσεις «τι ώρα να έρθω μόνο για να φάω και να φύγω;». Θα ντρεπόσουν. Στον Χριστό όμως δεν ντρεπόμαστε. Θέλουμε να πάρουμε και να φύγουμε. Να κοινωνήσουμε χωρίς να έχουμε κοινωνήσει με την προσευχή της Εκκλησίας. Να λάβουμε το Δώρο χωρίς να προσφέρουμε ούτε τον χρόνο μας. Και ύστερα απορούμε γιατί δεν μεταμορφώνεται η ζωή μας. Μα θέλουμε τον Χριστό ως κάτι που λαμβάνουμε ή ως Εκείνον στον οποίο παραδίδουμε τη ζωή μας;
Τι ζητά λοιπόν ο Χριστός από εμάς; Τα χρήματά μας; Δικά Του είναι όλα. Τα κεριά μας; Εκείνος είναι το Φως. Τα τάματά μας; Τι ανάγκη έχει ο Θεός από χρυσάφια; Τους μεγάλους ναούς μας; Ο ουρανός και η γη δεν Τον χωρούν και θα Τον εντυπωσιάσουν τα οικοδομήματά μας; Ένα πράγμα ζητά ο Χριστός και αυτό ακριβώς δυσκολευόμαστε περισσότερο να Του δώσουμε. «Υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν». Εσένα ζητά. Γιατί όλα τα άλλα μπορείς να τα προσφέρεις και να παραμείνεις ακριβώς όπως ήσουν. Μπορείς να δώσεις χρήματα και να παραμείνεις φιλάργυρος. Μπορείς να ανάψεις εκατό κεριά και να παραμείνεις σκοτεινός. Μπορείς να κάνεις αμέτρητα προσκυνήματα και να μη μετακινηθείς ούτε ένα βήμα από τον εγωισμό σου. Μπορείς να χτίσεις ναό και να αφήσεις την ψυχή σου ερείπιο. Μπορείς να γεμίσεις το σπίτι σου εικόνες και να μη βρεις χώρο για τον Χριστό μέσα στην καρδιά σου. Μπορείς ακόμη να φορέσεις το ράσο και να μην έχεις παραδώσει ούτε μία σπιθαμή από το θέλημά σου. Όταν όμως δώσεις την καρδιά, τότε πρέπει να πέσουν οι άλλοι θρόνοι που έχουμε στήσει μέσα της. Το δίκιο μου. Το θέλημά μου. Η φιλοδοξία μου. Η κακία μου. Η εκδικητικότητα. Η φιλαυτία. Εκεί αρχίζει η πραγματική προσφορά.
Γι’ αυτό η αγάπη προς τον Χριστό δεν αποδεικνύεται όταν λέμε «Χριστέ μου, Σ’ αγαπώ». Αυτό είναι εύκολο. Αποδεικνύεται όταν έρθει η ώρα να επιλέξουμε ανάμεσα στον Χριστό και σε κάτι που έχουμε αγαπήσει περισσότερο από Εκείνον. Από τη μια το συμφέρον και από την άλλη η εντολή Του. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η εκδίκηση και από την άλλη η συγχώρηση. Τι θα διαλέξω; Από τη μια η φιλοδοξία και από την άλλη η ταπείνωση. Από τη μια το δίκιο μου και από την άλλη η ειρήνη. Από τη μια το θέλημά μου και από την άλλη το «γενηθήτω τὸ θέλημά Σου». Εκεί τελειώνουν τα μεγάλα λόγια. Εκεί φαίνεται η πίστη. Γιατί εύκολα προσφέρουμε στον Θεό εκείνο που δεν μας κοστίζει. Το δύσκολο είναι να Του προσφέρουμε αυτό ακριβώς που έχουμε μεταβάλει σε είδωλο.
Μήπως λοιπόν η μεγαλύτερη προσευχή δεν είναι «Χριστέ μου, άλλαξε όσα συμβαίνουν γύρω μου», αλλά «Χριστέ μου, άλλαξε εμένα»;
Όχι μόνο «Παναγία μου, φύλαξε το παιδί μου», αλλά «Παναγία μου, μάθε με να το αγαπώ χωρίς να το κάνω κτήμα του θελήματός μου».
Όχι μόνο «Άγιέ μου, βοήθησέ με να πετύχω», αλλά «βοήθησέ με να μη χάσω την ψυχή μου για να πετύχω».
Όχι μόνο «Κύριε, πάρε από πάνω μου αυτόν τον σταυρό», αλλά «αν αυτός ο σταυρός γίνεται δρόμος προς Εσένα, δώσε μου να μη φύγω εγώ από κάτω του».
Αυτές είναι δύσκολες προσευχές. Γιατί μπορεί πράγματι να εισακουστούν. Και τότε ο Θεός δεν θα αλλάξει απλώς τις περιστάσεις γύρω μας. Θα αρχίσει να αλλάζει εμάς.
Οι Άγιοι έδωσαν τα πάντα και ζήτησαν έναν Χριστό. Εμείς πολλές φορές ζητάμε τα πάντα από τον Χριστό και δυσκολευόμαστε να Του δώσουμε ένα πάθος. Μία κακία. Μία παλιά έχθρα. Ένα πείσμα. Μία αδικία. Μία φιλοδοξία. Μία κρυφή αμαρτία. Αυτό είναι το τάμα που δυσκολευόμαστε περισσότερο να κάνουμε. Όχι «Παναγία μου, αν γίνει αυτό, θα σου φέρω μια λαμπάδα», αλλά «Χριστέ μου, αυτό το πράγμα με χωρίζει από Σένα. Πάρ’ το. Και επειδή βλέπεις ότι ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να Σου το δώσω, κάνε με τουλάχιστον να θέλω να Σου το δώσω». Εκεί αρχίζει η μετάνοια. Όχι όταν ζητάμε από τον Θεό να γίνει συνεργός στα σχέδιά μας, αλλά όταν Του επιτρέπουμε να γκρεμίσει μέσα μας ό,τι δεν οδηγεί σε Εκείνον.
Γι’ αυτό, πριν ζητήσουμε πάλι κάτι από τον Χριστό, πριν παρακαλέσουμε πάλι την Παναγία, πριν τρέξουμε πάλι σε έναν Άγιο, ας κάνουμε μια στιγμή την αντίστροφη ερώτηση. Όχι «τι θέλω εγώ από τον Θεό;», αλλά «τι θέλει ο Θεός από εμένα;». Και αυτή η μία ερώτηση μπορεί να αξίζει περισσότερο από εκατό αιτήματα. Γιατί τότε θα καταλάβουμε ότι ο Χριστός δεν περίμενε ποτέ τις λαμπάδες μας, τα τάματά μας, τις υποσχέσεις μας, τα μεγάλα λόγια μας, ούτε τις επιδείξεις της ευσεβείας μας. Εμάς περίμενε. Από τον μοναχό περιμένει τον μοναχό και όχι το ράσο του. Από τον αρχιερέα τον άνθρωπο και όχι τον θρόνο του. Από τον ιερέα την καρδιά και όχι μόνο την ιερατική του διακονία. Από τον πιστό τον ίδιο και όχι μόνο το κερί του. Και θα είναι φοβερό να φθάσουμε κάποτε ενώπιόν Του έχοντας κρατήσει κομποσχοίνια, έχοντας ανάψει χιλιάδες κεριά, έχοντας κάνει προσκυνήματα, ακολουθίες, τάματα και προσευχές, έχοντας μιλήσει αμέτρητες φορές για Εκείνον, και τότε να αντιληφθούμε ότι σε ολόκληρη τη ζωή μας Του προσφέραμε σχεδόν τα πάντα, εκτός από το μόνο πράγμα που πραγματικά μας ζήτησε.
Τον εαυτό μας.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η μεγάλη δύναμη της Υπεραγίας Θεοτόκου! - Μόλις θα πεις Πα....., η Παναγία μας είναι εκεί!
Πριν από αρκετά χρόνια ( ήταν χειμώνας και νύχτα), περπατούσαμε με κάποιον φίλο σε μια περιοχή αρκετά μακριά από την πόλη και επειδή ήταν περασμένη η ώρα δεν υπήρχε ανθρώπινη ψυχή! Σε κάποια στιγμή από ένα δασάκι που ήταν απέναντί μας, το οποία ήταν θεοσκότεινο, ακούστηκε δυνατή μουσική σαν να έπαιζε κάποιος γκάιντα. Ο φίλος μου σκέφτηκε να πάει να δει τι είναι αυτό που ακούγεται αλλά τον απέτρεψα γιατί ένιωσα μέσα μου ταραχή, σαν να υπήρχε κάτι που δεν ήταν του Θεού σε εκείνο το δασάκι! Του είπα να λέει την ευχή του Ιησού και προχωρήσαμε! Στην επιστροφή μας περνώντας από το ίδιο σημείο η δαιμονική μουσική συνεχιζόταν! Μετά από καιρό συναντήθηκα με μια φίλη μοναχή και όταν της το ανέφερα μου είπε ότι σίγουρα αυτή η μουσική δεν ήταν του Θεού και ότι καλά κάναμε που αποφύγαμε να πλησιάσουμε στο σημείο αυτό! Μου είπε μάλιστα ότι σε αυτές τις στιγμές μόνο η ευχή του Ιησού Χριστού μπορεί να μας προστατεύσει και ότι αν επικαλούμασταν την Παναγία Μητέρα μας, δεν θα ήταν αρκετό! Φυσικά και δεν αναπαύθηκα από αυτό που άκουσα γιατί ήξερα πολύ καλά ότι οι πονηρές δυνάμεις φυγαδεύονται και μόνο με το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου! Μετά από καιρό επισκέφθηκα τον πατέρα Αβραάμιο,
έναν ευλαβέστατο Ιερομόναχο στην Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους και του ανέφερα το περιστατικό. Ο παππούλης τότε μου είπε, σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά:" Η Παναγία δεν θα βοηθούσε; Δεν προλαβαίνεις να πεις ολόκληρο το όνομά της και μόλις πεις Πα..., έφτασε"!
Είναι πράγματι άμεση η βοήθειά της, μόλις με πίστη την επικαλεστούμε!
Μεγάλη η δόξα Της και μεγάλη η Αγία Χάρη Της! Αμήν!
Μιλτιάδης Τσεσμετζής - Εκπαιδευτικός
Πριν από αρκετά χρόνια ( ήταν χειμώνας και νύχτα), περπατούσαμε με κάποιον φίλο σε μια περιοχή αρκετά μακριά από την πόλη και επειδή ήταν περασμένη η ώρα δεν υπήρχε ανθρώπινη ψυχή! Σε κάποια στιγμή από ένα δασάκι που ήταν απέναντί μας, το οποία ήταν θεοσκότεινο, ακούστηκε δυνατή μουσική σαν να έπαιζε κάποιος γκάιντα. Ο φίλος μου σκέφτηκε να πάει να δει τι είναι αυτό που ακούγεται αλλά τον απέτρεψα γιατί ένιωσα μέσα μου ταραχή, σαν να υπήρχε κάτι που δεν ήταν του Θεού σε εκείνο το δασάκι! Του είπα να λέει την ευχή του Ιησού και προχωρήσαμε! Στην επιστροφή μας περνώντας από το ίδιο σημείο η δαιμονική μουσική συνεχιζόταν! Μετά από καιρό συναντήθηκα με μια φίλη μοναχή και όταν της το ανέφερα μου είπε ότι σίγουρα αυτή η μουσική δεν ήταν του Θεού και ότι καλά κάναμε που αποφύγαμε να πλησιάσουμε στο σημείο αυτό! Μου είπε μάλιστα ότι σε αυτές τις στιγμές μόνο η ευχή του Ιησού Χριστού μπορεί να μας προστατεύσει και ότι αν επικαλούμασταν την Παναγία Μητέρα μας, δεν θα ήταν αρκετό! Φυσικά και δεν αναπαύθηκα από αυτό που άκουσα γιατί ήξερα πολύ καλά ότι οι πονηρές δυνάμεις φυγαδεύονται και μόνο με το όνομα της Υπεραγίας Θεοτόκου! Μετά από καιρό επισκέφθηκα τον πατέρα Αβραάμιο,
έναν ευλαβέστατο Ιερομόναχο στην Νέα Σκήτη του Αγίου Όρους και του ανέφερα το περιστατικό. Ο παππούλης τότε μου είπε, σηκώνοντας τα χέρια του ψηλά:" Η Παναγία δεν θα βοηθούσε; Δεν προλαβαίνεις να πεις ολόκληρο το όνομά της και μόλις πεις Πα..., έφτασε"!
Είναι πράγματι άμεση η βοήθειά της, μόλις με πίστη την επικαλεστούμε!
Μεγάλη η δόξα Της και μεγάλη η Αγία Χάρη Της! Αμήν!
Μιλτιάδης Τσεσμετζής - Εκπαιδευτικός
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«... Αγάπησε τον Ένα για να σε αγαπήσουν όλοι. Θα σε αγαπούν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και αυτά τα άλογα ζώα, γιατί η θεία χάρη όταν βγαίνει έξω, ηλεκτρίζει και μαγνητίζει ό, τι βρει μπροστά της...».
Από το βιβλίο « Ο Γέροντας της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής . Βίος, υποθήκες, μαρτυρίες». Του αειμνήστου Ιγνατίου πρ. Μητροπολίτου Βερατίου . Έκδοση Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού Μητρός Ηγαπημένου Πάτμου. Εκδοτική παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ
Από το βιβλίο « Ο Γέροντας της Πάτμου Αμφιλόχιος Μακρής . Βίος, υποθήκες, μαρτυρίες». Του αειμνήστου Ιγνατίου πρ. Μητροπολίτου Βερατίου . Έκδοση Ιεράς Μονής Ευαγγελισμού Μητρός Ηγαπημένου Πάτμου. Εκδοτική παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ ΑΒΕΕ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Εφ'όσον τον Χριστό δεν πιστεύεις
τίποτα δεν έχεις!!!
Τις προάλλες, πέρασε ένας νέος και ήταν σαν τον Φαρισαίο. Μου λέει:
- Πάτερ, για κοίταξέ με τι μπράτσα έχω! Τι νειάτα που έχω!
- Τι να σε δω, παιδί μου!
- Κοίταξέ με, τι ντρέπεσαι;
Τον κοίταξα μια ματιά.
- Έχω, πάτερ μου, 5-6 πτυχία. Έχω πλούτη, οικόπεδα, χρήματα, σπίτια. Ένα μόνο δεν έχω. Δεν πιστεύω στον Χριστό σας.
Του λέω, λοιπόν, και ‘γω:
- Άκουσε, παιδί μου, εφ’ όσον τον Χριστό δεν πιστεύεις, τίποτα δεν έχεις. Αυτά που έχεις, σου τα έδωσε ο Θεός. Δεν σου τα έδωσε μόνο για τον εαυτό σου. Τα έδωσε για τους φτωχούς, τους πονεμένους ανθρώπους. Πόσα φτωχά, πόσα ορφανά παιδιά υπάρχουν… Αυτά που έχεις σε ακολουθούν μέχρι τον τάφο. Μετά από τον τάφο αρχίζει νέα ζωή! Και του είπα το εξής περιστατικό:
Ήταν μια παπαδιά εδώ στα μέρη μας που ήταν και δασκάλα. Εκοιμήθη και μας φώναξαν στην κηδεία. Πήγαμε εκεί και είδα είχαν στα χέρια της ένα χαρτάκι διπλωμένο. Ρωτάω:
- Τι είναι αυτό;
- Ήταν δασκάλα! μου λένε.
- Και αν ήταν δασκάλα, τι είναι αυτό το χαρτάκι;
- Το πτυχίο της! μου είπαν με θαυμασμό.
- Ακούστε με, τους λέω. Τα πτυχία, τα αξιώματα, οι τιμές, μέχρι τον τάφο ακολουθούν. Το χαρτάκι αυτό θα μπει στο χώμα, θα σαπίσει, πάει. Τα έργα μας θα εξετάσει ο Θεός.
Από το βιβλίο: ''Ο Γέρων Ιάκωβος, Διηγήσεις - Νουθεσίες - Μαρτυρίες''. Έκδοση ''Ενωμένη Ρωμηοσύνη'' 2016.
τίποτα δεν έχεις!!!
Τις προάλλες, πέρασε ένας νέος και ήταν σαν τον Φαρισαίο. Μου λέει:
- Πάτερ, για κοίταξέ με τι μπράτσα έχω! Τι νειάτα που έχω!
- Τι να σε δω, παιδί μου!
- Κοίταξέ με, τι ντρέπεσαι;
Τον κοίταξα μια ματιά.
- Έχω, πάτερ μου, 5-6 πτυχία. Έχω πλούτη, οικόπεδα, χρήματα, σπίτια. Ένα μόνο δεν έχω. Δεν πιστεύω στον Χριστό σας.
Του λέω, λοιπόν, και ‘γω:
- Άκουσε, παιδί μου, εφ’ όσον τον Χριστό δεν πιστεύεις, τίποτα δεν έχεις. Αυτά που έχεις, σου τα έδωσε ο Θεός. Δεν σου τα έδωσε μόνο για τον εαυτό σου. Τα έδωσε για τους φτωχούς, τους πονεμένους ανθρώπους. Πόσα φτωχά, πόσα ορφανά παιδιά υπάρχουν… Αυτά που έχεις σε ακολουθούν μέχρι τον τάφο. Μετά από τον τάφο αρχίζει νέα ζωή! Και του είπα το εξής περιστατικό:
Ήταν μια παπαδιά εδώ στα μέρη μας που ήταν και δασκάλα. Εκοιμήθη και μας φώναξαν στην κηδεία. Πήγαμε εκεί και είδα είχαν στα χέρια της ένα χαρτάκι διπλωμένο. Ρωτάω:
- Τι είναι αυτό;
- Ήταν δασκάλα! μου λένε.
- Και αν ήταν δασκάλα, τι είναι αυτό το χαρτάκι;
- Το πτυχίο της! μου είπαν με θαυμασμό.
- Ακούστε με, τους λέω. Τα πτυχία, τα αξιώματα, οι τιμές, μέχρι τον τάφο ακολουθούν. Το χαρτάκι αυτό θα μπει στο χώμα, θα σαπίσει, πάει. Τα έργα μας θα εξετάσει ο Θεός.
Από το βιβλίο: ''Ο Γέρων Ιάκωβος, Διηγήσεις - Νουθεσίες - Μαρτυρίες''. Έκδοση ''Ενωμένη Ρωμηοσύνη'' 2016.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
"Χόρτασα Χριστόν.."
Να λέγεις την ευχή συνεχώς μέρα νύχτα και πότε πότε να παρακαλείς και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ κι εκείνοι θα έρχονται και θα σε σκεπάζουν με τις φτερούγες τους.
Και λέγοντας την ευχή από το βάθος της καρδιάς σου, θα χορτάσεις Χριστόν.
Θα χορτάσεις Χριστόν, όπως είπε και κάποιος όταν κοινώνησε. Χόρτασα Χριστόν. Θεέ μου χόρτασα.
Για μέρες θα μπορώ να φωνάζω, δεν πεινώ, δεν διψώ. Χόρτασα. Μόνο όσοι το ένοιωσαν μπορούν να καταλάβουν αυτήν την λέξη. Χόρτασα.
Και μετά θα έρθουν τα γλυκά τα δάκρυα, τα χαρισματικά και θα πλημμυρίσεις από ουράνια αγαλλίαση και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας σου.
Μόνο στην Θεία Του μακροθυμία και ευσπλαχνία προσβλέπουμε. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς." Ο Κύριος είναι οικτίρμων και ελεήμων.
~ Γέρ. Χαράλαμπος ο κομποσκοινάς~
Να λέγεις την ευχή συνεχώς μέρα νύχτα και πότε πότε να παρακαλείς και τους Αρχαγγέλους Μιχαήλ και Γαβριήλ κι εκείνοι θα έρχονται και θα σε σκεπάζουν με τις φτερούγες τους.
Και λέγοντας την ευχή από το βάθος της καρδιάς σου, θα χορτάσεις Χριστόν.
Θα χορτάσεις Χριστόν, όπως είπε και κάποιος όταν κοινώνησε. Χόρτασα Χριστόν. Θεέ μου χόρτασα.
Για μέρες θα μπορώ να φωνάζω, δεν πεινώ, δεν διψώ. Χόρτασα. Μόνο όσοι το ένοιωσαν μπορούν να καταλάβουν αυτήν την λέξη. Χόρτασα.
Και μετά θα έρθουν τα γλυκά τα δάκρυα, τα χαρισματικά και θα πλημμυρίσεις από ουράνια αγαλλίαση και βεβαιωμένη την ελπίδα της σωτηρίας σου.
Μόνο στην Θεία Του μακροθυμία και ευσπλαχνία προσβλέπουμε. "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με, Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον ημάς." Ο Κύριος είναι οικτίρμων και ελεήμων.
~ Γέρ. Χαράλαμπος ο κομποσκοινάς~
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 53913
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις της, ούτε την αγάπη της για τον Υιό και Θεό της.
Ούτε τις θλίψεις της ψυχής της κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε.
Η αγάπη της για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται με αυτήν.
Άγιος Σωφρόνιος τού Εσσεξ
Ούτε τις θλίψεις της ψυχής της κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε.
Η αγάπη της για τον Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, και όλες οι δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται με αυτήν.
Άγιος Σωφρόνιος τού Εσσεξ