Re: Λόγια Ψυχής.....
Δημοσιεύτηκε: Τρί Δεκ 28, 2010 9:06 am
ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ
Έχει ώρα που έχει ανεβεί στο τελευταίο λεωφορείο για την Ουρανούπολη, το πήρε απόφαση στη στιγμή, ούτε κατάλαβε το πώς, σημασία έχει ότι τελικά το αποφάσισε παραμερίζοντας τις όποιες φωνές που άκουγε ότι θα τον κρατήσουν εκεί για καλόγερο και άλλα τέτοια λες και αυτός ήταν άξιος να φορέσει το τιμημένο από τόσους και τόσους άλλους και άλλες που άκουσαν τη φωνή του Θεού μέσα τους και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του.
Έφθασε σούρουπο στην πόλη και ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν ήξερε ούτε που θα περάσει τη νύχτα , σιγά σιγά πήγε στο Λιμεναρχείο (αυτό ήταν που είδε πρώτο πρώτο) τους εξήγησε την κατάσταση και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν, αυτοί με χαρά του έδωσαν τις πληροφορίες που ζήτησε και τον έστειλαν σε ένα γνωστό τους που είχε δωμάτια να ξεκουραστεί μέχρι την αυριανή μέρα.
Ο κυρ-Κώστας τον δέχτηκε με χαρά του έδωσε ένα δωμάτιο και τον άφησε να ξεκουραστεί. Την επόμενη μόλις ξύπνησε πήγε στο γραφείο προσκυνητών και τους λέει ότι θέλει για να μπει στο Άγιον Όρος , μόλις τον ρώτησαν πότε είχε κάνει κράτηση ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του,
«Τι είναι η κράτηση δεν ξέρω, πρώτη φορά έρχομαι εδώ, τώρα τι γίνεται» ποιος ξέρει πως ήταν όταν είπε αυτά τα λόγια, άραγε τι είδαν οι υπεύθυνοι στο γραφείο και του είπαν , « μη στεναχωριέσαι κάτσε λίγο στην άκρη και θα σου πούμε μετά τι θα κάνεις».
Έβλεπε με αγωνία να μπαίνουν αρκετοί άνθρωποι που έλεγαν το όνομά τους και από το γραφείο τους έδιναν ένα κίτρινο χαρτί με κάτι γράμματα επάνω ΔΙΑΜΟΝΗΤΗΡΙΟ που πρόλαβε να διαβάσει κλεφτά από κάποιον που πέρασε από δίπλα του.
Κάποια στιγμή και ενώ νόμιζε ότι είχαν περάσει ώρες τον φωνάζει ένας υπάλληλος και αφού τον ενημερώνει για το τι πρέπει να κάνει όταν θελήσει να ξαναέρθει στο Άγιον Όρος τον ρώτησε τα στοιχεία του και αφού τά έγραψε σε ένα χαρτί (κίτρινο και αυτό) του το έδωσε και του είπε «τώρα με αυτό μπορείς να μπεις στο Όρος καλό προσκύνημα »
Αισθάνθηκε ένα βάρος να φεύγει και αμέσως αφού τους ευχαρίστησε όλους πήγε γρήγορα στο πλοίο που είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει από τους άλλους προσκυνητές , αφού έκοψε εισιτήριο ανέβηκε γρήγορα στο κατάστρωμα για να έχει θέα.
Με το που βολεύτηκε το πλοίο σφύριξε και άρχισε το ταξίδι του προς το άγνωστο γι’αυτόν Άγιον Όρος , σε λίγο άκουσε κάποιον να λέει « να από εδώ ξεκινάει το Όρος»στον διπλανό του και ένοιωσε να ανοίγετε μια πόρτα και να βρίσκεται ξαφνικά αιώνες πίσω ,τότε που εκεί πάλευαν για τη σωτηρία της ψυχής τους αναρίθμητες ψυχές, έβλεπε τα ερειπωμένα (μισοκατεστραμένα τα περισσότερα) οικήματα και μέσα τους σε άλλα έβλεπε τους μοναχούς να ασχολούνται με τα διακονήματά τους, σε άλλα να τελειώνουν την πρωϊνή λειτουργία τους, άλλοι να σιγοψυθηρίζουν κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει.
Βυθισμένος στο όραμά του (με τα σαρκικά μάτια έβλεπε τα κτίρια με τα μάτια της ψυχής όμως ΕΝΟΙΩΘΕ και αυτό ήταν που τον είχε κάνει να χάσει την αίσθηση του χρόνου) άρχισε να βλέπει να μοναστήρια που έπιανε το καράβι για να πάρει η να αφήσει προσκυνητές, και εκεί πλέον δεν ένοιωθε στη γη νόμιζε ότι είχε μεταφερθεί στην εποχή εκείνη , νόμιζε ? αποκλείεται, αφού μπορούσε να είναι δίπλα τους μπορούσε να τοιυς ακούει να μυρίζει μια μυρωδιά τόσο μα τόσο υπέροχη που έχανες το μυαλό σου.
Έβλεπε τις μορφές τους , ρυτιδιασμένες οι περισσότερες, με κατάλευκα μαλλιά και γένια και ράσα ξεβαμμένα γεμάτα μπαλώματα που σου έβγαζαν ένα σεβασμό και μια αγαλλίαση σίγουρα όχι από τη γη, σε κάποιες στιγμές όχι πολλές έβλεπε και άλλους με μαύρα γένια και μαλλιά αλλά και κάποιους νεαρούς, που άκουσαν το Θείο κάλεσμα νωρίς.
Απορροφημένος από τα εξαίσια που ένοιωθε δεν κατάλαβε για πότε το καράβι έφθασε στην Δάφνη , του φώναξε ένας άλλος προσκυνητής « Έ Ε Ε ξύπνα φτάσαμε » κα σε λίγο πάτησε επιτέλους στο ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ.
Δεν έχει σημασία πόσες ημέρες θα έμενε η πού θα πήγαινε για προσκύνημα αυτό που έχει σημασία είναι ότι είχε κάνει την αρχή και σίγουρα δεν θα σταματούσε να έρχεται μέχρι όσο θελήσει Ο ΘΕΟΣ.
Έχει ώρα που έχει ανεβεί στο τελευταίο λεωφορείο για την Ουρανούπολη, το πήρε απόφαση στη στιγμή, ούτε κατάλαβε το πώς, σημασία έχει ότι τελικά το αποφάσισε παραμερίζοντας τις όποιες φωνές που άκουγε ότι θα τον κρατήσουν εκεί για καλόγερο και άλλα τέτοια λες και αυτός ήταν άξιος να φορέσει το τιμημένο από τόσους και τόσους άλλους και άλλες που άκουσαν τη φωνή του Θεού μέσα τους και ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμά του.
Έφθασε σούρουπο στην πόλη και ξαφνικά κατάλαβε ότι δεν ήξερε ούτε που θα περάσει τη νύχτα , σιγά σιγά πήγε στο Λιμεναρχείο (αυτό ήταν που είδε πρώτο πρώτο) τους εξήγησε την κατάσταση και τους ζήτησε να τον βοηθήσουν, αυτοί με χαρά του έδωσαν τις πληροφορίες που ζήτησε και τον έστειλαν σε ένα γνωστό τους που είχε δωμάτια να ξεκουραστεί μέχρι την αυριανή μέρα.
Ο κυρ-Κώστας τον δέχτηκε με χαρά του έδωσε ένα δωμάτιο και τον άφησε να ξεκουραστεί. Την επόμενη μόλις ξύπνησε πήγε στο γραφείο προσκυνητών και τους λέει ότι θέλει για να μπει στο Άγιον Όρος , μόλις τον ρώτησαν πότε είχε κάνει κράτηση ένοιωσε να χάνει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του,
«Τι είναι η κράτηση δεν ξέρω, πρώτη φορά έρχομαι εδώ, τώρα τι γίνεται» ποιος ξέρει πως ήταν όταν είπε αυτά τα λόγια, άραγε τι είδαν οι υπεύθυνοι στο γραφείο και του είπαν , « μη στεναχωριέσαι κάτσε λίγο στην άκρη και θα σου πούμε μετά τι θα κάνεις».
Έβλεπε με αγωνία να μπαίνουν αρκετοί άνθρωποι που έλεγαν το όνομά τους και από το γραφείο τους έδιναν ένα κίτρινο χαρτί με κάτι γράμματα επάνω ΔΙΑΜΟΝΗΤΗΡΙΟ που πρόλαβε να διαβάσει κλεφτά από κάποιον που πέρασε από δίπλα του.
Κάποια στιγμή και ενώ νόμιζε ότι είχαν περάσει ώρες τον φωνάζει ένας υπάλληλος και αφού τον ενημερώνει για το τι πρέπει να κάνει όταν θελήσει να ξαναέρθει στο Άγιον Όρος τον ρώτησε τα στοιχεία του και αφού τά έγραψε σε ένα χαρτί (κίτρινο και αυτό) του το έδωσε και του είπε «τώρα με αυτό μπορείς να μπεις στο Όρος καλό προσκύνημα »
Αισθάνθηκε ένα βάρος να φεύγει και αμέσως αφού τους ευχαρίστησε όλους πήγε γρήγορα στο πλοίο που είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει από τους άλλους προσκυνητές , αφού έκοψε εισιτήριο ανέβηκε γρήγορα στο κατάστρωμα για να έχει θέα.
Με το που βολεύτηκε το πλοίο σφύριξε και άρχισε το ταξίδι του προς το άγνωστο γι’αυτόν Άγιον Όρος , σε λίγο άκουσε κάποιον να λέει « να από εδώ ξεκινάει το Όρος»στον διπλανό του και ένοιωσε να ανοίγετε μια πόρτα και να βρίσκεται ξαφνικά αιώνες πίσω ,τότε που εκεί πάλευαν για τη σωτηρία της ψυχής τους αναρίθμητες ψυχές, έβλεπε τα ερειπωμένα (μισοκατεστραμένα τα περισσότερα) οικήματα και μέσα τους σε άλλα έβλεπε τους μοναχούς να ασχολούνται με τα διακονήματά τους, σε άλλα να τελειώνουν την πρωϊνή λειτουργία τους, άλλοι να σιγοψυθηρίζουν κάτι που δεν μπορούσε να καταλάβει.
Βυθισμένος στο όραμά του (με τα σαρκικά μάτια έβλεπε τα κτίρια με τα μάτια της ψυχής όμως ΕΝΟΙΩΘΕ και αυτό ήταν που τον είχε κάνει να χάσει την αίσθηση του χρόνου) άρχισε να βλέπει να μοναστήρια που έπιανε το καράβι για να πάρει η να αφήσει προσκυνητές, και εκεί πλέον δεν ένοιωθε στη γη νόμιζε ότι είχε μεταφερθεί στην εποχή εκείνη , νόμιζε ? αποκλείεται, αφού μπορούσε να είναι δίπλα τους μπορούσε να τοιυς ακούει να μυρίζει μια μυρωδιά τόσο μα τόσο υπέροχη που έχανες το μυαλό σου.
Έβλεπε τις μορφές τους , ρυτιδιασμένες οι περισσότερες, με κατάλευκα μαλλιά και γένια και ράσα ξεβαμμένα γεμάτα μπαλώματα που σου έβγαζαν ένα σεβασμό και μια αγαλλίαση σίγουρα όχι από τη γη, σε κάποιες στιγμές όχι πολλές έβλεπε και άλλους με μαύρα γένια και μαλλιά αλλά και κάποιους νεαρούς, που άκουσαν το Θείο κάλεσμα νωρίς.
Απορροφημένος από τα εξαίσια που ένοιωθε δεν κατάλαβε για πότε το καράβι έφθασε στην Δάφνη , του φώναξε ένας άλλος προσκυνητής « Έ Ε Ε ξύπνα φτάσαμε » κα σε λίγο πάτησε επιτέλους στο ΑΓΙΟΝ ΌΡΟΣ.
Δεν έχει σημασία πόσες ημέρες θα έμενε η πού θα πήγαινε για προσκύνημα αυτό που έχει σημασία είναι ότι είχε κάνει την αρχή και σίγουρα δεν θα σταματούσε να έρχεται μέχρι όσο θελήσει Ο ΘΕΟΣ.