Δημοσιεύτηκε: Σάβ Φεβ 24, 2007 1:35 pm
Εσπερινός
Ξύλινοι ήχοι έντυσαν την οικουμένη.
Εσπερινός!
Κεριά τρεμάμενα.
Χέρια χαλαρωμένα.
Χείλη που αγγίζουν
τη μοναξιά της Παναγιάς
κάτω απ' το τζάμι.
Ψαλμός θρήνος.
Αργόσερτο, γοερό κλάμα
κάποιας ελπίδας ξεθωριασμένης.
Κορμιά χωνευτά σε στασίδια.
Σώπα! Σώπα Θεέ μου.
Οι άνθρωποι τραγουδάνε
για Σένα!
Όταν σπάσει η λογική!
Πρέπει να 'ταν πριν τις δύο
τα ξημερώματα.
Σηκώθηκα και βγήκα στο διάδρομο.
Οι πυρσοί βάφαν με λιγοστό φως
τους πέτρινους τοίχους.
Είδα κάτι φιγούρες στο βάθος.
Κάτι ανάμεσα σε μοναχούς
και αγγέλους μονάχους.
Έτρεξα κι αγκάλιασα έναν.
Λίγο προτού χαθεί
ανάμεσα απ' τα δάκτυλα μου,
ψιθύρισε...
"Κράτα αυτό το όνειρο.
Ίσως κάποτε σπάσει η λογική
και τότε, θα γίνω, αλήθεια...
Ματωμένοι έρωτες.
Το νιο ξημέρωμα
μύριζε φλισκούνι, απήγανο και θυμάρι.
Πήραμε δυο μπουκίτσες ψωμάκι
για το δρόμο
και κινήσαμε για άλλη
πέτρινη φωλιά.
Στο δάσος τα πουλιά
είχαν τόσα να μας πουν.
Σαν να μας περίμεναν χρόνια
για να εξομολογηθούν
τους κρυφούς, ματωμένους
έρωτες τους.
"Έι! Σιγά εδώ είμαι! Δεν φεύγω!
Θα γίνω κισσός. Θα αγκαλιάσω
ένα δέντρο και δεν θα τ1 αφήσω
παρά μόνο όταν μιλήσετε όλα!"
Μα εκείνα... συνέχιζαν όλα μαζί.
Είχαν περιμένει τόσο πολύ!
Είχαν τόσα να πουν!
Όρκος
Την ώρα που ο ήλιος
έβαφε με πορφυρό χρώμα
τους ορίζοντες, φτάσαμε.
Το κερί έβλεπε προς το δάσος.
Πλησίασα στο παράθυρο. Σάστισα.
Οι ερωδιοί ανέβαιναν απ1 την
ακροθαλασσιά προς τον διπλανό λόφο.
Είπα να τους ακολουθήσω.
Ντράπηκα.
Μοιάζαν τόσο ανάλαφροι.
Έκανα όρκο.
"Θα κρατήσω την ψυχή μου
νοτισμένη στην αρμονία του σύμπαντος
Θα κρατήσω την καρδιά μου
νοτισμένη απ1 το φτερούγισμα
του ουρανού.
Κάποτε, το ορκίζομαι στον ήλιο,
Θα πετάξω ξωπίσω
απ' τον τελευταίο ερωδιό!!".
Καντηλάκια αμέτρητα
Την ώρα που η λήθη
σαν σύννεφο λευκό στεφάνωνε
τις κορυφές των πέντε μου
αισθήσεων, ναυάγησα γλυκά,
στον κοραλλένιο βυθό ενός ονείρου.
Ήμουν σε μια παραλία.
Είχα εμπρός μου αμέτρητα
καντηλάκια.
Τα άναβα ένα-ένα
και τα άφηνα να ταξιδέψουν πέρα,
στα γυάλινα νερά της θάλασσας.
Καθώς απομακρύνονταν
κάπου κοντά στον ορίζοντα
σμίγανε με τα άστρα.
"Λες;" σκέφτηκα
"Λες, τα άστρα να μην είναι
παρά τα καντηλάκια που
άναψε ο Θεός, με την κρυφή, ανομολόγη
ελπίδα, κάποτε να φτάσουν ως εμάς
τους ανθρώπους;"
Λειτουργία
Εν αρχή ήτο σκότος.
Ο πρόναος, το καθολικό, το άγιο βήμα,
η τράπεζα, ήταν όλα ένα με τη νύχτα.
Μόνο τα φωτοστέφανα των τρεμάμενων
κεριών και το χαμόγελο της μάνας
πάνω απ' το θείο βρέφος, θύμιζαν
πως κάπου υπάρχει και φως.
Το πλακόστρωτο προαύλιο ήταν
υγρό απ' το χνώτο του φεγγαριού.
Μπήκα και χάθηκα στην αγκαλιά
ενός στασιδιού.
Ο ψαλμός ακούγονταν τόσο βελούδινα
βυζαντινός, που έλεγες πως
προσπαθούσε κάποιος
να κοιμίσει ένα αγγελούδι.
Ή μήπως αυτό
ακριβώς έκανε;
Ένα γιασεμί.
Οι μοναχοί, οι προσκυνητές, οι άγιοι,
όλοι, δεν ήμασταν παρά υποψίες
στο ημίφως.
Οι δεξιοί κι οι αριστεροί ψάλτες,
μέσα απ' την αρμονία των ήχων,
μας ανέβαζαν στις επτά πατωσιές
του ουρανού.
Ο τρούλος αβέβαια αβαθής.
Σίγουρα όμως ο μεγάλος πατέρας
ήταν εκεί και άκουγε.
Άκουγε το σπλάχνο του ανθρώπου
να γίνεται βιολί.
Τη φωνή του να γίνεται γιασεμί.
Ένα γιασεμί με ρίζες στη γη
και κορυφή
λίγο πιο δίπλα
απ' τα συννεφένια του μαλλιά.
Θαύμα, θαυμάτων!
Το πρώτο φως ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια
χασμουρήθηκε, τεντώθηκε,
τρύπωσε απ' τα πολύχρωμα τζάμια
το μπλε, το κόκκινο, το κίτρινο
όλα ήταν εκεί πλάι μας
και ζωγράφιζαν τον ύμνο και τη στιγμή.
Θαύμα, θαυμάτων.
Νέα μέρα!
Νέο φως!
Νέα ελπίδα!
Γεννημένη λες απ' τις προσευχές μας.
Χαλάλι σου κόσμε.
Τον σημερινό ήλιο
τον χρωστάς στην αγάπη μας.
Το σημερινό πρωί
είναι παιδί της ψυχής μας.
Ξύλινοι ήχοι έντυσαν την οικουμένη.
Εσπερινός!
Κεριά τρεμάμενα.
Χέρια χαλαρωμένα.
Χείλη που αγγίζουν
τη μοναξιά της Παναγιάς
κάτω απ' το τζάμι.
Ψαλμός θρήνος.
Αργόσερτο, γοερό κλάμα
κάποιας ελπίδας ξεθωριασμένης.
Κορμιά χωνευτά σε στασίδια.
Σώπα! Σώπα Θεέ μου.
Οι άνθρωποι τραγουδάνε
για Σένα!
Όταν σπάσει η λογική!
Πρέπει να 'ταν πριν τις δύο
τα ξημερώματα.
Σηκώθηκα και βγήκα στο διάδρομο.
Οι πυρσοί βάφαν με λιγοστό φως
τους πέτρινους τοίχους.
Είδα κάτι φιγούρες στο βάθος.
Κάτι ανάμεσα σε μοναχούς
και αγγέλους μονάχους.
Έτρεξα κι αγκάλιασα έναν.
Λίγο προτού χαθεί
ανάμεσα απ' τα δάκτυλα μου,
ψιθύρισε...
"Κράτα αυτό το όνειρο.
Ίσως κάποτε σπάσει η λογική
και τότε, θα γίνω, αλήθεια...
Ματωμένοι έρωτες.
Το νιο ξημέρωμα
μύριζε φλισκούνι, απήγανο και θυμάρι.
Πήραμε δυο μπουκίτσες ψωμάκι
για το δρόμο
και κινήσαμε για άλλη
πέτρινη φωλιά.
Στο δάσος τα πουλιά
είχαν τόσα να μας πουν.
Σαν να μας περίμεναν χρόνια
για να εξομολογηθούν
τους κρυφούς, ματωμένους
έρωτες τους.
"Έι! Σιγά εδώ είμαι! Δεν φεύγω!
Θα γίνω κισσός. Θα αγκαλιάσω
ένα δέντρο και δεν θα τ1 αφήσω
παρά μόνο όταν μιλήσετε όλα!"
Μα εκείνα... συνέχιζαν όλα μαζί.
Είχαν περιμένει τόσο πολύ!
Είχαν τόσα να πουν!
Όρκος
Την ώρα που ο ήλιος
έβαφε με πορφυρό χρώμα
τους ορίζοντες, φτάσαμε.
Το κερί έβλεπε προς το δάσος.
Πλησίασα στο παράθυρο. Σάστισα.
Οι ερωδιοί ανέβαιναν απ1 την
ακροθαλασσιά προς τον διπλανό λόφο.
Είπα να τους ακολουθήσω.
Ντράπηκα.
Μοιάζαν τόσο ανάλαφροι.
Έκανα όρκο.
"Θα κρατήσω την ψυχή μου
νοτισμένη στην αρμονία του σύμπαντος
Θα κρατήσω την καρδιά μου
νοτισμένη απ1 το φτερούγισμα
του ουρανού.
Κάποτε, το ορκίζομαι στον ήλιο,
Θα πετάξω ξωπίσω
απ' τον τελευταίο ερωδιό!!".
Καντηλάκια αμέτρητα
Την ώρα που η λήθη
σαν σύννεφο λευκό στεφάνωνε
τις κορυφές των πέντε μου
αισθήσεων, ναυάγησα γλυκά,
στον κοραλλένιο βυθό ενός ονείρου.
Ήμουν σε μια παραλία.
Είχα εμπρός μου αμέτρητα
καντηλάκια.
Τα άναβα ένα-ένα
και τα άφηνα να ταξιδέψουν πέρα,
στα γυάλινα νερά της θάλασσας.
Καθώς απομακρύνονταν
κάπου κοντά στον ορίζοντα
σμίγανε με τα άστρα.
"Λες;" σκέφτηκα
"Λες, τα άστρα να μην είναι
παρά τα καντηλάκια που
άναψε ο Θεός, με την κρυφή, ανομολόγη
ελπίδα, κάποτε να φτάσουν ως εμάς
τους ανθρώπους;"
Λειτουργία
Εν αρχή ήτο σκότος.
Ο πρόναος, το καθολικό, το άγιο βήμα,
η τράπεζα, ήταν όλα ένα με τη νύχτα.
Μόνο τα φωτοστέφανα των τρεμάμενων
κεριών και το χαμόγελο της μάνας
πάνω απ' το θείο βρέφος, θύμιζαν
πως κάπου υπάρχει και φως.
Το πλακόστρωτο προαύλιο ήταν
υγρό απ' το χνώτο του φεγγαριού.
Μπήκα και χάθηκα στην αγκαλιά
ενός στασιδιού.
Ο ψαλμός ακούγονταν τόσο βελούδινα
βυζαντινός, που έλεγες πως
προσπαθούσε κάποιος
να κοιμίσει ένα αγγελούδι.
Ή μήπως αυτό
ακριβώς έκανε;
Ένα γιασεμί.
Οι μοναχοί, οι προσκυνητές, οι άγιοι,
όλοι, δεν ήμασταν παρά υποψίες
στο ημίφως.
Οι δεξιοί κι οι αριστεροί ψάλτες,
μέσα απ' την αρμονία των ήχων,
μας ανέβαζαν στις επτά πατωσιές
του ουρανού.
Ο τρούλος αβέβαια αβαθής.
Σίγουρα όμως ο μεγάλος πατέρας
ήταν εκεί και άκουγε.
Άκουγε το σπλάχνο του ανθρώπου
να γίνεται βιολί.
Τη φωνή του να γίνεται γιασεμί.
Ένα γιασεμί με ρίζες στη γη
και κορυφή
λίγο πιο δίπλα
απ' τα συννεφένια του μαλλιά.
Θαύμα, θαυμάτων!
Το πρώτο φως ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια
χασμουρήθηκε, τεντώθηκε,
τρύπωσε απ' τα πολύχρωμα τζάμια
το μπλε, το κόκκινο, το κίτρινο
όλα ήταν εκεί πλάι μας
και ζωγράφιζαν τον ύμνο και τη στιγμή.
Θαύμα, θαυμάτων.
Νέα μέρα!
Νέο φως!
Νέα ελπίδα!
Γεννημένη λες απ' τις προσευχές μας.
Χαλάλι σου κόσμε.
Τον σημερινό ήλιο
τον χρωστάς στην αγάπη μας.
Το σημερινό πρωί
είναι παιδί της ψυχής μας.