Διάφοροι βίοι Αγίων
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οἱ Ἅγιοι Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος οἱ Μάρτυρες
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος, ὀνομαστοὶ γιὰ τὴν ἀνδρεία τους, κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἦταν ἀδέλφια καὶ ὑπηρετοῦσαν ὡς στρατιῶτες στὴ Θράκη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.).
Σὲ κάποια μάχη ἐναντίον τῶν Σκυθῶν, ὁ Ὀρέντιος κατόρθωσε νὰ φονεύσει τὸν ἀρχηγό τους Μαροθώμ. Γιὰ τὸ κατόρθωμά του αὐτὸ ἐτιμήθηκε , ἀλλὰ συγχρόνως προσκλήθηκε νὰ συμμετέχει στὶς θυσίες πρὸς τὰ εἴδωλα ποὺ θὰ προσφέρονταν γιὰ τὴ νίκη του.
Ὁ Μάρτυς ἀρνήθηκε μὲ πνευματικὴ γενναιότητα νὰ θυσιάσει καὶ διακήρυξε μὲ παρρησία ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπέστειλαν, μαζὶ μὲ τὰ ἕξι ἀδέλφια του, δυσμενὴ μετάθεση στὰ Σάταλα τῆς Ἀρμενίας.
Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, συνελήφθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν σὲ ἀνάκριση. Ὅλοι, «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ», διεκήρυξαν τὴν πίστη τους πρὸς τὸν Κύριον καὶ Σωτήρα τους. Ἀμέσως ἐξορίσθηκαν σὲ μακρινοὺς καὶ σκληροὺς τόπους, ὅπου ἀπέθαναν μαρτυροῦντες ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν χάριν τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Ὁ Μάρτυς Ὀρέντιος ἐτελειώθηκε στὸ Ρίζιο, ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ βαριὰ πέτρα καὶ τὸν ἔρριψαν στὴ θάλασσα. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅμως, τὸν ἔβγαλε σῶο καὶ ἀβλαβὴ στὴν ξηρὰ Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Θεό, στὶς 24 Ἰουνίου.
Ἐκεῖ ἐνταφιάσθηκε τὸ τίμιο λείψανό του. Ὁ Μάρτυς Φαρνάκιος ἀναπαύθηκε, στὶς 3 Ἰουλίου, στὴν Κορδύλη. Οἱ Μάρτυρες Φίρμος καὶ Φιρμίνος ἀπέθαναν στὶς 7 Ἰουλίου στὴν Ἄψαρο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὁ Μάρτυς Κυριακὸς ὑπέκυψε στὴ χώρα τῶν Λαζῶν, σὲ μιὰ περιοχὴ ὀνομαζόμενη Ζιγάνεω, στὶς 14 Ἰουλίου. Ὁ Μάρτυς Λογγίνος ἐπνίγηκε, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Λιβυκὴ ἐβυθίστηκε στὴν Πιτυούντα. Ἐκεῖ καὶ ἐνταφιάσθηκε.
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Ὀρέντιος, Φαρμάκιος, Ἔρως, Φίρμος, Φιρμίνος, Κυριακὸς καὶ Λογγίνος, ὀνομαστοὶ γιὰ τὴν ἀνδρεία τους, κατάγονταν ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ἦταν ἀδέλφια καὶ ὑπηρετοῦσαν ὡς στρατιῶτες στὴ Θράκη κατὰ τοὺς χρόνους τῶν αὐτοκρατόρων Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ) καὶ Μαξιμιανοῦ (286 – 305 μ.Χ.).
Σὲ κάποια μάχη ἐναντίον τῶν Σκυθῶν, ὁ Ὀρέντιος κατόρθωσε νὰ φονεύσει τὸν ἀρχηγό τους Μαροθώμ. Γιὰ τὸ κατόρθωμά του αὐτὸ ἐτιμήθηκε , ἀλλὰ συγχρόνως προσκλήθηκε νὰ συμμετέχει στὶς θυσίες πρὸς τὰ εἴδωλα ποὺ θὰ προσφέρονταν γιὰ τὴ νίκη του.
Ὁ Μάρτυς ἀρνήθηκε μὲ πνευματικὴ γενναιότητα νὰ θυσιάσει καὶ διακήρυξε μὲ παρρησία ὅτι ὁμολογεῖ τὴν ἀκλόνητη πίστη του στὸν Ἀληθινὸ Θεό. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἀπέστειλαν, μαζὶ μὲ τὰ ἕξι ἀδέλφια του, δυσμενὴ μετάθεση στὰ Σάταλα τῆς Ἀρμενίας.
Ἐκεῖ, μετὰ ἀπὸ λίγο χρόνο, συνελήφθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν σὲ ἀνάκριση. Ὅλοι, «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ», διεκήρυξαν τὴν πίστη τους πρὸς τὸν Κύριον καὶ Σωτήρα τους. Ἀμέσως ἐξορίσθηκαν σὲ μακρινοὺς καὶ σκληροὺς τόπους, ὅπου ἀπέθαναν μαρτυροῦντες ἀπὸ τὶς κακουχίες καὶ τὶς ταλαιπωρίες, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν χάριν τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Ὁ Μάρτυς Ὀρέντιος ἐτελειώθηκε στὸ Ρίζιο, ὅταν οἱ εἰδωλολάτρες τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ βαριὰ πέτρα καὶ τὸν ἔρριψαν στὴ θάλασσα. Ἀπὸ ἐκεῖ, ὅμως, τὸν ἔβγαλε σῶο καὶ ἀβλαβὴ στὴν ξηρὰ Ἄγγελος Κυρίου, καὶ ἀφοῦ ὁ Ἅγιος προσευχήθηκε, παρέδωσε τὸ πνεῦμά του στὸν Θεό, στὶς 24 Ἰουνίου.
Ἐκεῖ ἐνταφιάσθηκε τὸ τίμιο λείψανό του. Ὁ Μάρτυς Φαρνάκιος ἀναπαύθηκε, στὶς 3 Ἰουλίου, στὴν Κορδύλη. Οἱ Μάρτυρες Φίρμος καὶ Φιρμίνος ἀπέθαναν στὶς 7 Ἰουλίου στὴν Ἄψαρο τῆς ἀνατολικῆς πλευρᾶς τῆς Μαύρης Θάλασσας. Ὁ Μάρτυς Κυριακὸς ὑπέκυψε στὴ χώρα τῶν Λαζῶν, σὲ μιὰ περιοχὴ ὀνομαζόμενη Ζιγάνεω, στὶς 14 Ἰουλίου. Ὁ Μάρτυς Λογγίνος ἐπνίγηκε, ὅταν τὸ πλοῖο ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Λιβυκὴ ἐβυθίστηκε στὴν Πιτυούντα. Ἐκεῖ καὶ ἐνταφιάσθηκε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Νόμων ὁ Θαυματουργός
Οἱ ἄνθρωποι συνήθισαν νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ ἐπευφημοῦν τοὺς ἀθλητὲς μὲ τὶς καλὲς ἐπιδόσεις καὶ τὰ μεγάλα ρεκόρ. Καλὰ κάμνουν. Ἀξίζει σ’ αὐτοὺς κάθε ἔπαινος καὶ τιμή.
Εἶναι ὅμως καὶ κάποιοι ἄλλοι ἀθλητὲς πιὸ τρανοὶ καὶ πιὸ ἄξιοι ἀπ’ αὐτούς. Οἱ ἀθλητὲς τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Οἱ ἀθλητὲς τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ πάλεψαν καὶ ἀγωνίστηκαν, ὄχι γιὰ ἕνα προσωρινὸ καὶ φθαρτὸ στεφάνι, ἀλλὰ γιὰ τὸ στεφάνι «τῆς ἄνω κλήσεως», τὸ ἔπαθλο τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι αὐτοὶ πιὸ μεγάλοι καὶ θαυμαστοί. Γιατί στὸν ἀγῶνά τους δὲν ἀντιμετώπισαν ἀνθρώπους μὲ δυνάμεις ἀνθρώπινες. Αὐτοὶ ἀντιμετώπισαν καὶ νίκησαν τὸν διάβολο καὶ τὴν συνοδεία του. Ἡ πάλη τους ὑπῆρξε πάλη, ὅπως τονίζει ὁ θεῖος Ἀπόστολος «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσίους στ’ 12). Δηλαδὴ ὁ ἀγῶνάς τους ὑπῆρξε ἀγώνας ἐνάντια στὶς πονηρὲς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, πρὸς τὰ πλήθη τῶν πονηρῶν πνευμάτων, πρὸς τοὺς καταχθόνιους κοσμοκράτορες, ποὺ κυριαρχοῦν πάνω στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ βρίσκονται στὸ βαθὺ σκοτάδι τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου αἰώνα.Ὁ ἀγῶνάς τους ἔγινε ἐνάντια στὰ πνευματικὰ καὶ πονηρὰ ἐκεῖνα ὄντα μὲ σκοπὸ τὴν κληρονομιὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀθλητὲς καὶ ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς ποὺ διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ κατορθώματά του, εἶναι καὶ ὁ Ὅσιος Νόμων ὁ Θαυματουργὸς ἀπὸ τὴν μαρτυρικὴ Κύπρο μας.
Πότε ἔζησε ὁ Ἅγιός μας αὐτὸς δὲν γνωρίζουμε. Οὔτε καὶ ποὶοι ἤσαν οἱ γονεῖς του καὶ ἡ ἰδιαιτέρα του πατρίδα.
Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς ἀπ’ τὴν παιδική του ἡλικία ὁ Ὅσιος πόθησε τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ φανερώνει πὼς οἱ γονεῖς του πρέπει νὰ ἦσαν καλοὶ χριστιανοί. Κάτι περισσότερο.
Σὰν τέτοιοι, μὲ ζῆλο φρόντισαν καὶ ἀπὸ βρέφους ἐνστάλαξαν στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους «τὰ ἱερὰ γράμματα», ποὺ «σοφίζουν τὸν ἄνθρωπον εἰς σωτηρίαν». Ἔτσι τὸ παιδὶ μεγαλώνοντας, ἕναν σκοπὸ ἔβαλε στὴν ζωή του. Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Χριστὸ καὶ πῶς νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του.
Κάποια μέρα γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὸν ἱερὸ αὐτὸ πόθο του, ἀφῆκε τὸ σπίτι του καὶ τοὺς γονεῖς του καὶ τράβηξε στὴν ἐρημιά. Ἀσκήτεψε σὲ διάφορους τόπους. Ἀνυπόδητος μ’ ἕνα καὶ μόνο χιτώνα χειμώνα καλοκαίρι διέμενε μέσα σὲ σπηλιές. Πρόγραμμα ἐπίσης ἕνα: «Πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ» (Α’ Κορ. ζ’ 32). Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Κύριο. Τί εὐγενικός, τί θεῖος, τί οὐράνιος σκοπός! Μὲ τὴν ζωὴ ποὺ ἔκαμνε δὲν εἶχε ἀνάγκη ἄλλοι νὰ φροντίζουν γι’ αὐτόν. Ὁ ἴδιος μὲ τὴν ἐργασία του, τὰ διάφορα πλεχτὰ ποὺ ἔφτιαχνε, κατόρθωνε νὰ ἐξασφαλίζει τὰ λίγα ποὺ ἀπαιτοῦντο γιὰ τὴ συντήρησή του. Ὅταν δὲν ἔπλεκε, προσευχόταν. Προσευχόταν «ἀδιαλείπτως» γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.
Μὲ τὸν καιρὸ ἡ φήμη του ἄρχισε νὰ γίνεται μεγάλη. Πολὺ μεγάλη. Ὅπου πήγαινε πολλοὶ τὸν κυνηγοῦσαν καὶ τὸν ἔβρισκαν, γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ τὸν ἀκούσουν. Οἱ συχνὲς ἐπισκέψεις τὸν ἀνάγκαζαν νὰ μετακινεῖται συνεχῶς, μέχρι ποὺ στὸ τέλος πῆγε καὶ ἐγκατεστάθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ κοντὰ στὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγυϊα. Ἡ λέξη εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ ἐπίρρημα ἄνω καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ἀγυϊὰ δηλ. ὕψωμα. Ἡ ὀνομασία εἶναι δικαιολογημένη, γιατί τὸ χωρίο εἶναι κτισμένο σ’ ἕνα ὕψωμα, 10 μίλια περίπου ΝΔ τῆς Λευκωσίας, τῆς περιφέρειας τῆς Ταμασοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐξυμνεῖται ὡς «Τῶν Ταμασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα».
Στὴν σπηλιὰ αὐτὴ ντυμένος τὸ τιμημένο ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ συνεχίζει, καθημερινὰ τὸν ἀγῶνά του. Κάτω ἀπ’ τὸ ἁπλὸ ἔνδυμα, κρύβεται μία ἔνθεη ψυχή. Μιὰ ψυχὴ ποὺ σύνθημά της ἔχει τὰ παραγγέλματα τοῦ θείου Ἀποστόλου Παύλου. «Ἀδελφοὶ τὰ ἄνω ζητεῖτε... τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολοσ. γ’ 1 – 2).
Καὶ αὐτὸς τὰ ἄνω ζητεῖ. Τὰ ἄνω φρονεῖ. Ἐμπόδιο στὸ παράγγελμα αὐτὸ προβάλλει συνεχῶς ὁ ἐαυτός του, ὅπως καὶ ὁ δικός μας ἐαυτός. Ὁ Ἅγιός μας ὅμως ἀγωνίζεται σκληρὰ ἐνάντια στὸν ἑαυτό του. Γνωρίζει πώς, ὅταν νικήσει τὸν ἑαυτὸ του, κέρδισε τὸν μισὸ ἀγώνα. Τοῦτο τονίζει καὶ ὁ ἀρχαῖος σοφὸς Πλάτων. Τί λέγει; «Τὸ νικᾶν αὐτὸν ἑαυτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη». Καὶ τὸ ἀντίθετο. «Τὸ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ’ ἑαυτοῦ πάντων αἰσχιστὸν τε ἅμα καὶ κάκιστον». Δηλαδὴ τὸ νὰ κατορθώσει ἕνας νὰ νικήσει καὶ χαλιναγωγήσει τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς πετυχαίνει τὴν πρώτη καὶ πιὸ μεγάλη νίκη. Μὰ καὶ τὸ ἄλλο. Τὸ νὰ νικηθεῖ ἕνας ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς παθαίνει τὴν πιὸ ἐξευτελιστικὴ καὶ σκληρὴ ἥττα. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν γνωρίζουν οἱ Ἅγιοι. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀγωνίζονται σκληρὰ ἐνάντια στὰ θελήματα τῆς σάρκας τους. Ἀγωνίζονται σκληρὰ μέρα καὶ νύχτα. Μαζὶ μὲ τὸν ἀγῶνά τους αὐτὸν ἐνάντια στὸν ἑαυτὸ τους οἱ Ἅγιοι εἶχαν νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ νὰ νικήσουν καὶ τὸ κακὸ περιβάλλον τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ τόπου τους, τὸν κόσμο. Ὦ αὐτὸς ὁ κόσμος! Τῆς ἁμαρτίας ὁ κόσμος! Τί δύναμη ἔχει καὶ αὐτός! Ἀδελφοί, φωνάζει ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, ὁ θεῖος Ἰωάννης. «Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κοσμῷ!». Μὴν ἀγαπᾶτε τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο οὔτε τὶς μάταιες ἀπολαύσεις καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς τέρψεις, ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο καὶ ποὺ χωρίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὸν Θεό. Μὴν τὸν ἀγαπᾶτε. Διότι «ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ τὸν κόσμον, οὐκ ἐστὶν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐν αὐτῷ» (Α’ Ἰωάν. β’ 15). Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μέσα του.
Γνωρίζει τὴν πραγματικότητα αὐτὴ ὁ Ἅγιος. Γι’ αὐτὸ σύνθημά του ἔχει τοῦτο, ποὺ πρέπει νὰ ἔχει καὶ κάθε ἀληθινὸς χριστιανός: Κόντρα στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. «Κόντρα στὸ ρεῦμα». Πόσους νέους καὶ νέες, πόσους ἀνθρώπους δὲν κατέστρεψε ὁ φόβος τοῦ κόσμου! Νά μὴν πᾶνε ἐνάντια στὸν κόσμο. Νὰ μὴν θεωρηθοῦν σὰν καθυστερημένοι. Πρὸς Θεοῦ! Νὰ μὴν παρεξηγηθοῦν! Δυστυχισμένα πλάσματα! Τὸν Θεὸ δὲν τὸν φοβοῦνται. Φοβοῦνται τὸν κόσμο. Φοβοῦνται νὰ μὴν χαρακτηρισθοῦν ἀπόκοσμοι. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Αὐτό, ποὺ βλέπουμε καὶ ἀκοῦμε νὰ συμβαίνει γύρω μας. Ὁ ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ εἶναι καὶ νὰ μένει ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὑποβιβάζει μόνος του τὸν ἑαυτό του στὴν κατάσταση τοῦ ἀλόγου κτήνους, ὥστε δίκαια τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ λέγει: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὧν οὐ συνῆκε. Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὠμοιώθη αὐτοῖς» (ψαλμ. μη’ 13). Ταλαίπωρος ὁ ἄνθρωπος! Ἐνῶ ἔχει τιμὴ καὶ ἀξία, μίας καὶ ἔχει δημιουργηθεῖ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δὲν ἀντιλαμβάνεται καὶ δὲν τὸ κατανοεῖ αὐτὸ, κατέρριψε καὶ ἐξίσωσε τὸν ἑαυτὸ του πρὸς τὰ κτήνη τὰ ἀνόητα, ποὺ δὲν ἔχουν μυαλὸ καὶ λογικό, ὅπως αὐτός, καὶ ἐξομοιώνεται πρὸς αὐτὰ ζῶντας σὰν κτῆνος καὶ ἀποθνήσκοντας σὰν κτῆνος. Ποὶο στ’ ἀλήθεια κατάντημα! Ὁ ἄνθρωπος ποὺ καὶ ν’ ἀκούσει τὴν ὕβρη «κτῆνος», θυμώνει καὶ ἐκνευρίζεται, αὐτὸς ζητεῖ νὰ κάμει τὴ ζωὴ τοῦ κτήνους. Ἀγωνίζεται νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸ ἄλογο κτῆνος.
Στὸ πνεῦμα καὶ τὴ νοοτροπία αὐτὴ ἀντιτίθεται ὁ θεῖος Νόμωνας. Αὐτὸς ἀκολουθεῖ πιστὰ τὸ προσκλητήριο διάγγελμα τοῦ Κυρίου. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. η’ 34). Ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό. Περιφρονεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο καὶ τὶς κλήσεις του. Σηκώνει μὲ ὑπομονὴ τὸν σταυρό του, τὸν σταυρὸ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ ἀκολουθεῖ μὲ ζῆλο καὶ πίστη τὸν Χριστό.
Ἡ προσευχὴ ἡ ἐκτενὴς καὶ συχνὴ μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν βοηθάει πολὺ στὴν ἄσκηση καὶ τὸν ἀγώνα του. Ἡ νηστεία πάλι στὴν ὁποία μὲ αὐστηρότητα καὶ ὑπομονὴ ὑποβάλλει τὸν ἑαυτὸ του εἶναι τέτοια, πού, ὅπως καὶ ὁ Κύριος καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Γραφῆς ὑπέβαλαν τὸν ἑαυτό τους, τὸν βοήθησε νὰ φτάσει σὲ θαυμαστό, στ’ ἀλήθεια, σημεῖο. Τὸ μέτριο καὶ ἰσχνό του κορμί, ἰσχνὸ σὰν τοῦ Μ. Βασιλείου, μὲ τὴν μακριά του ἄσπρη γενειάδα του, δίνει μία μεγαλοπρέπεια ποὺ καταπλήσσει καὶ συγκινεῖ. Κάτω ἀπὸ τὸ ξεθωριασμένο ἔνδυμα ποὺ φορεῖ, κρύβεται μία ψυχὴ θεωμένη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὅτι φορεῖ, ἀλλὰ ὅτι ἔχει μέσα του. Μέσα στὴν ψυχή του.
Γι' αὐτὸ καὶ καθημερινὰ πλήθη πιστῶν ἀπὸ διάφορα μέρη προσέρχονται στὸ κατάλυμά του γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια του. Καὶ ὁ ἀσκητής τους δέχεται μὲ καλοσύνη καὶ ψυχικὴ εὐγένεια καὶ τοὺς διδάσκει. Τοὺς νουθετεῖ στοργικά.
- Ἀδέλφια μου, τοὺς λέγει: Ἂς μετανοήσουμε. Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἔχουμε μεταξύ μας εἰρήνη καὶ ἀγάπη. Ἂς φροντίσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινοφροσύνης νὰ πετύχουμε ὅλοι μας τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχής μας. Χωρὶς τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν καθαρότητα τὴν ἐσωτερική, κανένας δὲν θὰ μπορέσει ποτὲς νὰ ἰδεῖ τὸν Κύριο. Μέσα μας ἂς ἐργασθοῦμε νὰ ὑπάρχει μονάχα ἕνα θέλημα. Τοῦ Χριστοῦ τὸ θέλημα. Ἂς προσπαθήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ μας, νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ θεία λόγια του: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλάτ. β’ 20). Δὲν ζῶ πιὰ ἐγὼ μέσα μου, ζεῖ μόνο ὁ Χριστός.
Μιὰ τέτοια ζωὴ δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο. Καὶ δοξάστηκε. Δοξάστηκε στὴ γῆ μὲ τὰ πλήθη τῶν θαυμάτων ποὺ τελοῦσε καθημερινὰ σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη κατέφευγαν στὸν Χριστὸ καὶ μὲ εἰλικρίνεια μπροστὰ στὸν Ἅγιο ἐξομολογοῦντο τὶς ἁμαρτίες τους. Κοντά του βρίσκανε οἱ δυστυχισμένοι τὴν παρηγοριά, οἱ ἄρρωστοι τὴν θεραπεία, οἱ πονεμένοι καὶ καταδιωγμένοι τὴν προστασία. Μέχρι τὰ βαθιά του γηρατειὰ ὁ Ἅγιος ποὺ ἔζησε καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, ὑπῆρξε παράδειγμα ἐγκράτειας καὶ ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας. Θριαμβευτικὰ μπῆκε καὶ αὐτὸς «εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ». Ἐκεῖ ζεῖ τώρα μὲ λαμπρότητα καὶ μακαριότητα μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους. Μαζὶ μ’ αὐτοὺς συγκαταλέχθηκε καὶ ὁ ἴδιος στὴν χορεία τῶν Ὁσίων.
Ἡ δόξα τοῦ Ὁσίου Νόμωνα φανερώνεται καὶ σ’ ἐμᾶς σήμερα μὲ τὰ πολλαπλά του θαύματα. Πιὸ πολὺ κατέχει τὴν θαυματουργική του χάρη τώρα ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανὸ παρὰ ὅταν ζοῦσε στὴ γῆ. Σ’ ἐκείνους ποὺ μ’ εὐλάβεια ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά του καὶ τρέχουν στὴν χάρη του μὲ πίστη στὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος προσφέρει καὶ στὴν ἐποχή μας τὶς δωρεές του.
Μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Γεννάδιο ἢ Βηχιανό, ὅπως ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν Ὅσιο καὶ θαυματουργὸ Νεόφυτο τὸν Ἔγκλειστο, μὲ τὸν ὁποῖο συνεορτάζεται, προσφέρουν τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων τους σὲ ὅλους, ὅσους ἐκζητοῦν μὲ τὴν ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματός τους τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Πιὸ πολὺ ὅμως καλοῦν καὶ ἐμᾶς νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε. Στὰ χωριά μας ἢ στὶς πολυάνθρωπες πολιτεῖες στὶς ὁποῖες ζοῦμε. Σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους δίνεται σήμερα ἡ μάχη τοῦ χριστιανισμοῦ. Καὶ ἡ μάχη αὐτὴ βρίσκεται τοῦτο τὸν καιρὸ στὴν πιὸ κρίσιμη φάση τῆς προόδου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της. Ὅσοι συμμετέχουμε καὶ μαχόμαστε στὴ μάχη αὐτή, ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια μας τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων μας καὶ ἂς ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὸ μαχητικὸ πνεῦμα τους. Οἱ «ροὲς τῶν δακρύων» ποὺ τότε «ἐγεώργησαν τὸ ἄγονον τῆς ἐρήμου», ἂς εἶναι καὶ ἂς γίνουν καὶ στὴν ἐποχή μας καὶ πηγὲς τῆς ἰδικῆς μας δυνάμεως. Οἱ ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ ἡ ἐγκράτειά τους ἂς μᾶς ξυπνοῦν καὶ ἐμᾶς ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ραθυμίας, στὸν ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ζωὴ τῆς ἀδιαφορίας στὰ πνευματικὰ καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ «τύλοι» τῶν γονάτων τους, οἱ ρόζοι, ὅπως λέμε ἁπλά, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μᾶς μιὰ συνεχὴς ὑπόμνηση πὼς ὁ ἀγώνας τῆς ἀρετῆς, ὁ ἀγώνας τῆς ἁγιότητας καὶ πόλεμος τοῦ Θεοῦ γίνεται καὶ κερδίζεται μὲ τὰ γόνατα. Νὰ τὸ ξαναποῦμε; Γίνεται καὶ κερδίζεται μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν προσευχή. Μὲ τὰ γόνατα.
Ὅσιοι καὶ πατέρες ἡμῶν, ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ταμασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, θαυματουργοὶ ὤφθητε ὄντως, Βηχιανὲ καὶ Νόμων ὅσιοι. Νηστεία, κατετήξατε σαρκός, ἀλόγους ἐνθυμήσεις πανσθενῶς. Ὅθεν χάριν ἰαμάτων, ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξασθε, θεόπνευστοι. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, τῷ καὶ ὑμᾶς στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.
Οἱ ἄνθρωποι συνήθισαν νὰ θαυμάζουν καὶ νὰ ἐπευφημοῦν τοὺς ἀθλητὲς μὲ τὶς καλὲς ἐπιδόσεις καὶ τὰ μεγάλα ρεκόρ. Καλὰ κάμνουν. Ἀξίζει σ’ αὐτοὺς κάθε ἔπαινος καὶ τιμή.
Εἶναι ὅμως καὶ κάποιοι ἄλλοι ἀθλητὲς πιὸ τρανοὶ καὶ πιὸ ἄξιοι ἀπ’ αὐτούς. Οἱ ἀθλητὲς τῶν πνευματικῶν ἀγώνων. Οἱ ἀθλητὲς τῆς εὐσέβειας καὶ τῆς ἀρετῆς. Εἶναι αὐτοὶ ποὺ πάλεψαν καὶ ἀγωνίστηκαν, ὄχι γιὰ ἕνα προσωρινὸ καὶ φθαρτὸ στεφάνι, ἀλλὰ γιὰ τὸ στεφάνι «τῆς ἄνω κλήσεως», τὸ ἔπαθλο τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶναι αὐτοὶ πιὸ μεγάλοι καὶ θαυμαστοί. Γιατί στὸν ἀγῶνά τους δὲν ἀντιμετώπισαν ἀνθρώπους μὲ δυνάμεις ἀνθρώπινες. Αὐτοὶ ἀντιμετώπισαν καὶ νίκησαν τὸν διάβολο καὶ τὴν συνοδεία του. Ἡ πάλη τους ὑπῆρξε πάλη, ὅπως τονίζει ὁ θεῖος Ἀπόστολος «πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Ἐφεσίους στ’ 12). Δηλαδὴ ὁ ἀγῶνάς τους ὑπῆρξε ἀγώνας ἐνάντια στὶς πονηρὲς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες, πρὸς τὰ πλήθη τῶν πονηρῶν πνευμάτων, πρὸς τοὺς καταχθόνιους κοσμοκράτορες, ποὺ κυριαρχοῦν πάνω στοὺς ἀνθρώπους, ποὺ βρίσκονται στὸ βαθὺ σκοτάδι τοῦ ἁμαρτωλοῦ τούτου αἰώνα.Ὁ ἀγῶνάς τους ἔγινε ἐνάντια στὰ πνευματικὰ καὶ πονηρὰ ἐκεῖνα ὄντα μὲ σκοπὸ τὴν κληρονομιὰ τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀθλητὲς καὶ ἀγωνιστὲς τῆς ἀρετῆς ποὺ διακρίθηκε γιὰ τοὺς ἀγῶνες καὶ τὰ κατορθώματά του, εἶναι καὶ ὁ Ὅσιος Νόμων ὁ Θαυματουργὸς ἀπὸ τὴν μαρτυρικὴ Κύπρο μας.
Πότε ἔζησε ὁ Ἅγιός μας αὐτὸς δὲν γνωρίζουμε. Οὔτε καὶ ποὶοι ἤσαν οἱ γονεῖς του καὶ ἡ ἰδιαιτέρα του πατρίδα.
Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε εἶναι, πὼς ἀπ’ τὴν παιδική του ἡλικία ὁ Ὅσιος πόθησε τὸν Χριστό, πράγμα ποὺ φανερώνει πὼς οἱ γονεῖς του πρέπει νὰ ἦσαν καλοὶ χριστιανοί. Κάτι περισσότερο.
Σὰν τέτοιοι, μὲ ζῆλο φρόντισαν καὶ ἀπὸ βρέφους ἐνστάλαξαν στὴν ψυχὴ τοῦ παιδιοῦ τους «τὰ ἱερὰ γράμματα», ποὺ «σοφίζουν τὸν ἄνθρωπον εἰς σωτηρίαν». Ἔτσι τὸ παιδὶ μεγαλώνοντας, ἕναν σκοπὸ ἔβαλε στὴν ζωή του. Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Χριστὸ καὶ πῶς νὰ ζήσει σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά του.
Κάποια μέρα γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὸν ἱερὸ αὐτὸ πόθο του, ἀφῆκε τὸ σπίτι του καὶ τοὺς γονεῖς του καὶ τράβηξε στὴν ἐρημιά. Ἀσκήτεψε σὲ διάφορους τόπους. Ἀνυπόδητος μ’ ἕνα καὶ μόνο χιτώνα χειμώνα καλοκαίρι διέμενε μέσα σὲ σπηλιές. Πρόγραμμα ἐπίσης ἕνα: «Πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ» (Α’ Κορ. ζ’ 32). Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Κύριο. Τί εὐγενικός, τί θεῖος, τί οὐράνιος σκοπός! Μὲ τὴν ζωὴ ποὺ ἔκαμνε δὲν εἶχε ἀνάγκη ἄλλοι νὰ φροντίζουν γι’ αὐτόν. Ὁ ἴδιος μὲ τὴν ἐργασία του, τὰ διάφορα πλεχτὰ ποὺ ἔφτιαχνε, κατόρθωνε νὰ ἐξασφαλίζει τὰ λίγα ποὺ ἀπαιτοῦντο γιὰ τὴ συντήρησή του. Ὅταν δὲν ἔπλεκε, προσευχόταν. Προσευχόταν «ἀδιαλείπτως» γιὰ ὅλους καὶ γιὰ ὅλα.
Μὲ τὸν καιρὸ ἡ φήμη του ἄρχισε νὰ γίνεται μεγάλη. Πολὺ μεγάλη. Ὅπου πήγαινε πολλοὶ τὸν κυνηγοῦσαν καὶ τὸν ἔβρισκαν, γιὰ νὰ τὸν δοῦν καὶ τὸν ἀκούσουν. Οἱ συχνὲς ἐπισκέψεις τὸν ἀνάγκαζαν νὰ μετακινεῖται συνεχῶς, μέχρι ποὺ στὸ τέλος πῆγε καὶ ἐγκατεστάθηκε σὲ μιὰ σπηλιὰ κοντὰ στὸ μικρὸ χωριὸ Ἀνάγυϊα. Ἡ λέξη εἶναι σύνθετη ἀπὸ τὸ ἐπίρρημα ἄνω καὶ τὸ οὐσιαστικὸ ἀγυϊὰ δηλ. ὕψωμα. Ἡ ὀνομασία εἶναι δικαιολογημένη, γιατί τὸ χωρίο εἶναι κτισμένο σ’ ἕνα ὕψωμα, 10 μίλια περίπου ΝΔ τῆς Λευκωσίας, τῆς περιφέρειας τῆς Ταμασοῦ. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐξυμνεῖται ὡς «Τῶν Ταμασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα».
Στὴν σπηλιὰ αὐτὴ ντυμένος τὸ τιμημένο ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ συνεχίζει, καθημερινὰ τὸν ἀγῶνά του. Κάτω ἀπ’ τὸ ἁπλὸ ἔνδυμα, κρύβεται μία ἔνθεη ψυχή. Μιὰ ψυχὴ ποὺ σύνθημά της ἔχει τὰ παραγγέλματα τοῦ θείου Ἀποστόλου Παύλου. «Ἀδελφοὶ τὰ ἄνω ζητεῖτε... τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολοσ. γ’ 1 – 2).
Καὶ αὐτὸς τὰ ἄνω ζητεῖ. Τὰ ἄνω φρονεῖ. Ἐμπόδιο στὸ παράγγελμα αὐτὸ προβάλλει συνεχῶς ὁ ἐαυτός του, ὅπως καὶ ὁ δικός μας ἐαυτός. Ὁ Ἅγιός μας ὅμως ἀγωνίζεται σκληρὰ ἐνάντια στὸν ἑαυτό του. Γνωρίζει πώς, ὅταν νικήσει τὸν ἑαυτὸ του, κέρδισε τὸν μισὸ ἀγώνα. Τοῦτο τονίζει καὶ ὁ ἀρχαῖος σοφὸς Πλάτων. Τί λέγει; «Τὸ νικᾶν αὐτὸν ἑαυτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη». Καὶ τὸ ἀντίθετο. «Τὸ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ’ ἑαυτοῦ πάντων αἰσχιστὸν τε ἅμα καὶ κάκιστον». Δηλαδὴ τὸ νὰ κατορθώσει ἕνας νὰ νικήσει καὶ χαλιναγωγήσει τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς πετυχαίνει τὴν πρώτη καὶ πιὸ μεγάλη νίκη. Μὰ καὶ τὸ ἄλλο. Τὸ νὰ νικηθεῖ ἕνας ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, αὐτὸς παθαίνει τὴν πιὸ ἐξευτελιστικὴ καὶ σκληρὴ ἥττα. Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια τὴν γνωρίζουν οἱ Ἅγιοι. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀγωνίζονται σκληρὰ ἐνάντια στὰ θελήματα τῆς σάρκας τους. Ἀγωνίζονται σκληρὰ μέρα καὶ νύχτα. Μαζὶ μὲ τὸν ἀγῶνά τους αὐτὸν ἐνάντια στὸν ἑαυτὸ τους οἱ Ἅγιοι εἶχαν νὰ ἐπιβληθοῦν καὶ νὰ νικήσουν καὶ τὸ κακὸ περιβάλλον τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ τόπου τους, τὸν κόσμο. Ὦ αὐτὸς ὁ κόσμος! Τῆς ἁμαρτίας ὁ κόσμος! Τί δύναμη ἔχει καὶ αὐτός! Ἀδελφοί, φωνάζει ὁ μαθητὴς τῆς ἀγάπης, ὁ θεῖος Ἰωάννης. «Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον μηδὲ τὰ ἐν τῷ κοσμῷ!». Μὴν ἀγαπᾶτε τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο οὔτε τὶς μάταιες ἀπολαύσεις καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς τέρψεις, ποὺ ὑπάρχουν στὸν κόσμο καὶ ποὺ χωρίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπ’ τὸν Θεό. Μὴν τὸν ἀγαπᾶτε. Διότι «ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ τὸν κόσμον, οὐκ ἐστὶν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐν αὐτῷ» (Α’ Ἰωάν. β’ 15). Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μέσα του.
Γνωρίζει τὴν πραγματικότητα αὐτὴ ὁ Ἅγιος. Γι’ αὐτὸ σύνθημά του ἔχει τοῦτο, ποὺ πρέπει νὰ ἔχει καὶ κάθε ἀληθινὸς χριστιανός: Κόντρα στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας. «Κόντρα στὸ ρεῦμα». Πόσους νέους καὶ νέες, πόσους ἀνθρώπους δὲν κατέστρεψε ὁ φόβος τοῦ κόσμου! Νά μὴν πᾶνε ἐνάντια στὸν κόσμο. Νὰ μὴν θεωρηθοῦν σὰν καθυστερημένοι. Πρὸς Θεοῦ! Νὰ μὴν παρεξηγηθοῦν! Δυστυχισμένα πλάσματα! Τὸν Θεὸ δὲν τὸν φοβοῦνται. Φοβοῦνται τὸν κόσμο. Φοβοῦνται νὰ μὴν χαρακτηρισθοῦν ἀπόκοσμοι. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Αὐτό, ποὺ βλέπουμε καὶ ἀκοῦμε νὰ συμβαίνει γύρω μας. Ὁ ἄνθρωπος ἀντὶ νὰ εἶναι καὶ νὰ μένει ὁ βασιλιὰς τῆς δημιουργίας, ὑποβιβάζει μόνος του τὸν ἑαυτό του στὴν κατάσταση τοῦ ἀλόγου κτήνους, ὥστε δίκαια τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ νὰ λέγει: «ἄνθρωπος ἐν τιμῇ ὧν οὐ συνῆκε. Παρασυνεβλήθη τοῖς κτήνεσι τοῖς ἀνοήτοις καὶ ὠμοιώθη αὐτοῖς» (ψαλμ. μη’ 13). Ταλαίπωρος ὁ ἄνθρωπος! Ἐνῶ ἔχει τιμὴ καὶ ἀξία, μίας καὶ ἔχει δημιουργηθεῖ κατ’ εἰκόνα Θεοῦ, δὲν ἀντιλαμβάνεται καὶ δὲν τὸ κατανοεῖ αὐτὸ, κατέρριψε καὶ ἐξίσωσε τὸν ἑαυτὸ του πρὸς τὰ κτήνη τὰ ἀνόητα, ποὺ δὲν ἔχουν μυαλὸ καὶ λογικό, ὅπως αὐτός, καὶ ἐξομοιώνεται πρὸς αὐτὰ ζῶντας σὰν κτῆνος καὶ ἀποθνήσκοντας σὰν κτῆνος. Ποὶο στ’ ἀλήθεια κατάντημα! Ὁ ἄνθρωπος ποὺ καὶ ν’ ἀκούσει τὴν ὕβρη «κτῆνος», θυμώνει καὶ ἐκνευρίζεται, αὐτὸς ζητεῖ νὰ κάμει τὴ ζωὴ τοῦ κτήνους. Ἀγωνίζεται νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸ ἄλογο κτῆνος.
Στὸ πνεῦμα καὶ τὴ νοοτροπία αὐτὴ ἀντιτίθεται ὁ θεῖος Νόμωνας. Αὐτὸς ἀκολουθεῖ πιστὰ τὸ προσκλητήριο διάγγελμα τοῦ Κυρίου. «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθείν, ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» (Μάρκ. η’ 34). Ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό. Περιφρονεῖ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο καὶ τὶς κλήσεις του. Σηκώνει μὲ ὑπομονὴ τὸν σταυρό του, τὸν σταυρὸ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ τῆς ἐγκράτειας καὶ τῆς ἀρετῆς καὶ ἀκολουθεῖ μὲ ζῆλο καὶ πίστη τὸν Χριστό.
Ἡ προσευχὴ ἡ ἐκτενὴς καὶ συχνὴ μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τὸν βοηθάει πολὺ στὴν ἄσκηση καὶ τὸν ἀγώνα του. Ἡ νηστεία πάλι στὴν ὁποία μὲ αὐστηρότητα καὶ ὑπομονὴ ὑποβάλλει τὸν ἑαυτὸ του εἶναι τέτοια, πού, ὅπως καὶ ὁ Κύριος καὶ ὅλοι οἱ ἅγιοι τῆς Γραφῆς ὑπέβαλαν τὸν ἑαυτό τους, τὸν βοήθησε νὰ φτάσει σὲ θαυμαστό, στ’ ἀλήθεια, σημεῖο. Τὸ μέτριο καὶ ἰσχνό του κορμί, ἰσχνὸ σὰν τοῦ Μ. Βασιλείου, μὲ τὴν μακριά του ἄσπρη γενειάδα του, δίνει μία μεγαλοπρέπεια ποὺ καταπλήσσει καὶ συγκινεῖ. Κάτω ἀπὸ τὸ ξεθωριασμένο ἔνδυμα ποὺ φορεῖ, κρύβεται μία ψυχὴ θεωμένη. Γιατί ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ὅτι φορεῖ, ἀλλὰ ὅτι ἔχει μέσα του. Μέσα στὴν ψυχή του.
Γι' αὐτὸ καὶ καθημερινὰ πλήθη πιστῶν ἀπὸ διάφορα μέρη προσέρχονται στὸ κατάλυμά του γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθοῦν καὶ ν’ ἀκούσουν τὰ λόγια του. Καὶ ὁ ἀσκητής τους δέχεται μὲ καλοσύνη καὶ ψυχικὴ εὐγένεια καὶ τοὺς διδάσκει. Τοὺς νουθετεῖ στοργικά.
- Ἀδέλφια μου, τοὺς λέγει: Ἂς μετανοήσουμε. Ἂς μετανοήσουμε καὶ ἂς ἀγωνισθοῦμε νὰ ἔχουμε μεταξύ μας εἰρήνη καὶ ἀγάπη. Ἂς φροντίσουμε μὲ πνεῦμα ταπεινοφροσύνης νὰ πετύχουμε ὅλοι μας τὸν ἁγιασμὸ τῆς ψυχής μας. Χωρὶς τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴν καθαρότητα τὴν ἐσωτερική, κανένας δὲν θὰ μπορέσει ποτὲς νὰ ἰδεῖ τὸν Κύριο. Μέσα μας ἂς ἐργασθοῦμε νὰ ὑπάρχει μονάχα ἕνα θέλημα. Τοῦ Χριστοῦ τὸ θέλημα. Ἂς προσπαθήσουμε μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο τοῦ Χριστοῦ μας, νὰ μποροῦμε καὶ ἐμεῖς νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὰ θεία λόγια του: «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγὼ ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός» (Γαλάτ. β’ 20). Δὲν ζῶ πιὰ ἐγὼ μέσα μου, ζεῖ μόνο ὁ Χριστός.
Μιὰ τέτοια ζωὴ δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ δοξαστεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο. Καὶ δοξάστηκε. Δοξάστηκε στὴ γῆ μὲ τὰ πλήθη τῶν θαυμάτων ποὺ τελοῦσε καθημερινὰ σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη κατέφευγαν στὸν Χριστὸ καὶ μὲ εἰλικρίνεια μπροστὰ στὸν Ἅγιο ἐξομολογοῦντο τὶς ἁμαρτίες τους. Κοντά του βρίσκανε οἱ δυστυχισμένοι τὴν παρηγοριά, οἱ ἄρρωστοι τὴν θεραπεία, οἱ πονεμένοι καὶ καταδιωγμένοι τὴν προστασία. Μέχρι τὰ βαθιά του γηρατειὰ ὁ Ἅγιος ποὺ ἔζησε καὶ παρέδωσε τὴν ψυχή του στὸν Κύριο, ὑπῆρξε παράδειγμα ἐγκράτειας καὶ ἀρετῆς καὶ ἁγιότητας. Θριαμβευτικὰ μπῆκε καὶ αὐτὸς «εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ». Ἐκεῖ ζεῖ τώρα μὲ λαμπρότητα καὶ μακαριότητα μαζὶ μὲ τοὺς Ἁγίους. Μαζὶ μ’ αὐτοὺς συγκαταλέχθηκε καὶ ὁ ἴδιος στὴν χορεία τῶν Ὁσίων.
Ἡ δόξα τοῦ Ὁσίου Νόμωνα φανερώνεται καὶ σ’ ἐμᾶς σήμερα μὲ τὰ πολλαπλά του θαύματα. Πιὸ πολὺ κατέχει τὴν θαυματουργική του χάρη τώρα ποὺ βρίσκεται στὸν οὐρανὸ παρὰ ὅταν ζοῦσε στὴ γῆ. Σ’ ἐκείνους ποὺ μ’ εὐλάβεια ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά του καὶ τρέχουν στὴν χάρη του μὲ πίστη στὸν Χριστό, ὁ Ἅγιος προσφέρει καὶ στὴν ἐποχή μας τὶς δωρεές του.
Μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Γεννάδιο ἢ Βηχιανό, ὅπως ἀποκαλεῖται ἀπὸ τὸν Ὅσιο καὶ θαυματουργὸ Νεόφυτο τὸν Ἔγκλειστο, μὲ τὸν ὁποῖο συνεορτάζεται, προσφέρουν τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων τους σὲ ὅλους, ὅσους ἐκζητοῦν μὲ τὴν ἀναφορὰ τοῦ ὀνόματός τους τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Πιὸ πολὺ ὅμως καλοῦν καὶ ἐμᾶς νὰ τοὺς μιμηθοῦμε. Νὰ τοὺς μιμηθοῦμε ἐκεῖ ποὺ βρισκόμαστε. Στὰ χωριά μας ἢ στὶς πολυάνθρωπες πολιτεῖες στὶς ὁποῖες ζοῦμε. Σ’ αὐτοὺς τοὺς τόπους δίνεται σήμερα ἡ μάχη τοῦ χριστιανισμοῦ. Καὶ ἡ μάχη αὐτὴ βρίσκεται τοῦτο τὸν καιρὸ στὴν πιὸ κρίσιμη φάση τῆς προόδου καὶ τῆς ἐξελίξεώς της. Ὅσοι συμμετέχουμε καὶ μαχόμαστε στὴ μάχη αὐτή, ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ μάτια μας τὸ παράδειγμα τῶν ἁγίων μας καὶ ἂς ἐμπνεόμαστε ἀπὸ τὸ μαχητικὸ πνεῦμα τους. Οἱ «ροὲς τῶν δακρύων» ποὺ τότε «ἐγεώργησαν τὸ ἄγονον τῆς ἐρήμου», ἂς εἶναι καὶ ἂς γίνουν καὶ στὴν ἐποχή μας καὶ πηγὲς τῆς ἰδικῆς μας δυνάμεως. Οἱ ὁλονύκτιες προσευχὲς καὶ ἡ ἐγκράτειά τους ἂς μᾶς ξυπνοῦν καὶ ἐμᾶς ἀπὸ τὸν ὕπνο τῆς ραθυμίας, στὸν ὁποῖο μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ζωὴ τῆς ἀδιαφορίας στὰ πνευματικὰ καὶ ἡ ζωὴ τῆς ἁμαρτίας. Καὶ οἱ «τύλοι» τῶν γονάτων τους, οἱ ρόζοι, ὅπως λέμε ἁπλά, ἂς εἶναι καὶ γιὰ μᾶς μιὰ συνεχὴς ὑπόμνηση πὼς ὁ ἀγώνας τῆς ἀρετῆς, ὁ ἀγώνας τῆς ἁγιότητας καὶ πόλεμος τοῦ Θεοῦ γίνεται καὶ κερδίζεται μὲ τὰ γόνατα. Νὰ τὸ ξαναποῦμε; Γίνεται καὶ κερδίζεται μὲ τὴ μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν προσευχή. Μὲ τὰ γόνατα.
Ὅσιοι καὶ πατέρες ἡμῶν, ποιμένες καὶ διδάσκαλοι τῆς Οἰκουμένης πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’.
Ταμασέων τὸ κλέος καὶ Κυπρίων ἀγλάϊσμα, θαυματουργοὶ ὤφθητε ὄντως, Βηχιανὲ καὶ Νόμων ὅσιοι. Νηστεία, κατετήξατε σαρκός, ἀλόγους ἐνθυμήσεις πανσθενῶς. Ὅθεν χάριν ἰαμάτων, ἐξ οὐρανοῦ ἐδέξασθε, θεόπνευστοι. Δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, τῷ καὶ ὑμᾶς στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οἱ Ἅγιοι Ὀλυμπᾶς, Ῥοδίων (ἢ Ἠρωδίων), Ἔραστος, Σωσίπατρος, Τέρτιος καὶ Κουάρτος οἱ Ἀπόστολοι ἐκ τῶν 70
Καὶ οἱ ἕξι ἦταν ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Ἀναφέρονται ὅλοι στὸ ιστ’ κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ὑπῆρξαν ἐπίσκοποι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ ἔγιναν ἄριστοι ἐφαρμοστὲς τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλὰ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως, μηδὲ ὡς κατὰ κυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου».
Ποιμάνετε, δηλαδή, τὸ ποίμνιο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι στὴ δικαιοδοσία σας, καὶ ἐπιβλέπετε αὐτὸ μὲ κάθε ἐπιμέλεια καὶ προσοχή, ὄχι ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ βρεθήκατε στὴν θέση αὐτή, ἀλλὰ μὲ ὅλη σας τὴν θέληση, χωρὶς νὰ ἀποβλέπετε σὲ αἰσχρὰ κέρδη, ἀλλὰ μὲ προθυμία καὶ ζῆλο, χωρὶς νὰ καταπιέζετε τοὺς πιστούς, ποὺ σὰν ἄλλοι γεωργικοὶ κλῆροι δόθηκαν στὸν καθένα σας γιὰ πνευματικὴ καλλιέργεια ἀλλὰ νὰ γίνεσθε στὸ ποίμνιο ὑποδείγματα ἀρετῆς ἀξιομίμητα.
Πράγματι, καὶ οἱ πέντε Ἀπόστολοι ἔγιναν ὑποδείγματα ἀρετῆς . Ὁ Ὀλυμπᾶς καὶ ὁ Ἠρωδίων πέθαναν μαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος. Ὁ Σωσίπατρος ἔγινε ἐπίσκοπος στὸ Ἰκόνιο καὶ πέθανε ἐπιτελώντας ἄριστα τὰ καθήκοντά του. Ὁ Τέρτιος ἔγινε δεύτερος ἐπίσκοπος Ἰκονίου μετὰ τὸν Σωσίπατρο. Ἔγραψε δὲ καὶ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ρωμ. ιστ’ 22).
Ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Τερτίου ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 30η Ὀκτωβρίου. Ὁ Ἔραστος κυβέρνησε μὲ παρόμοιο τρόπο τὴν ἐπισκοπὴ Νεάδος. Καὶ ὁ Κούαρτος, σὰν ἐπίσκοπος Βηρυτού, πάλεψε μὲ θάρρος καὶ ἐνέταξε σὰν χριστιανοὺς στὴν ἐπισκοπή του πολλοὺς εἰδωλολάτρες.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς σοφίας τὸν λόγον καταπλουτήσαντες, τῆς εὐσέβειας φωστῆρες καὶ ὑποφῆται σοφοί, ἀνεδείχθητε ἡμῖν Χριστὸν κηρύττοντες, Κούαρτε Ἔραστε κλεινέ, Τέρτιε καὶ Ὀλυμπᾶ, Σωσίπατρε καὶ Ῥοδίων, Ἀπόστολοι θεηγόροι, φωταγωγοὶ τῶν καρδιῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τριάδος τῆς σεπτῆς, ἐκηρύξατε πίστιν, πολύθεον σοφοί, τῶν εἰδώλων ἀπάτην, ἐκ μέσου ποιήσαντες, ταῖς σεπταῖς διδαχαῖς ὑμῶν· ὅθεν εὕρατε, τὴν ἀμοιβὴν τῶν καμάτων, αἰωνίζουσαν, ἐν οὐρανοῖς τοὺς στεφάνους, λαβόντες Ἀπόστολοι.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔμπνους λυχνία, ἡ ἑξάφωτος καὶ λαμπρά· χαίροις Ἀποστόλων, ἑξάστιχος χορεία, δι’ ὧν τὰ ὑπὲρ λόγον, μυσταγωγούμεθα.
Καὶ οἱ ἕξι ἦταν ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Ἀναφέρονται ὅλοι στὸ ιστ’ κεφάλαιο τῆς πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολῆς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου. Οἱ περισσότεροι ἀπ’ αὐτοὺς ὑπῆρξαν ἐπίσκοποι τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας καὶ ἔγιναν ἄριστοι ἐφαρμοστὲς τῆς ἐντολῆς τοῦ θεοπνεύστου λόγου τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Ποιμάνατε τὸ ἐν ὑμῖν ποίμνιον τοῦ Θεοῦ, ἐπισκοποῦντες μὴ ἀναγκαστῶς, ἀλλὰ ἑκουσίως, μηδὲ αἰσχροκερδῶς, ἀλλὰ προθύμως, μηδὲ ὡς κατὰ κυριεύοντες τῶν κλήρων, ἀλλὰ τύποι γινόμενοι τοῦ ποιμνίου».
Ποιμάνετε, δηλαδή, τὸ ποίμνιο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι στὴ δικαιοδοσία σας, καὶ ἐπιβλέπετε αὐτὸ μὲ κάθε ἐπιμέλεια καὶ προσοχή, ὄχι ἀναγκαστικά, ἐπειδὴ βρεθήκατε στὴν θέση αὐτή, ἀλλὰ μὲ ὅλη σας τὴν θέληση, χωρὶς νὰ ἀποβλέπετε σὲ αἰσχρὰ κέρδη, ἀλλὰ μὲ προθυμία καὶ ζῆλο, χωρὶς νὰ καταπιέζετε τοὺς πιστούς, ποὺ σὰν ἄλλοι γεωργικοὶ κλῆροι δόθηκαν στὸν καθένα σας γιὰ πνευματικὴ καλλιέργεια ἀλλὰ νὰ γίνεσθε στὸ ποίμνιο ὑποδείγματα ἀρετῆς ἀξιομίμητα.
Πράγματι, καὶ οἱ πέντε Ἀπόστολοι ἔγιναν ὑποδείγματα ἀρετῆς . Ὁ Ὀλυμπᾶς καὶ ὁ Ἠρωδίων πέθαναν μαρτυρικὰ ἐπὶ Νέρωνος. Ὁ Σωσίπατρος ἔγινε ἐπίσκοπος στὸ Ἰκόνιο καὶ πέθανε ἐπιτελώντας ἄριστα τὰ καθήκοντά του. Ὁ Τέρτιος ἔγινε δεύτερος ἐπίσκοπος Ἰκονίου μετὰ τὸν Σωσίπατρο. Ἔγραψε δὲ καὶ τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Ρωμ. ιστ’ 22).
Ἡ μνήμη τοῦ Ἀποστόλου Τερτίου ἐπαναλαμβάνεται καὶ τὴν 30η Ὀκτωβρίου. Ὁ Ἔραστος κυβέρνησε μὲ παρόμοιο τρόπο τὴν ἐπισκοπὴ Νεάδος. Καὶ ὁ Κούαρτος, σὰν ἐπίσκοπος Βηρυτού, πάλεψε μὲ θάρρος καὶ ἐνέταξε σὰν χριστιανοὺς στὴν ἐπισκοπή του πολλοὺς εἰδωλολάτρες.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῆς σοφίας τὸν λόγον καταπλουτήσαντες, τῆς εὐσέβειας φωστῆρες καὶ ὑποφῆται σοφοί, ἀνεδείχθητε ἡμῖν Χριστὸν κηρύττοντες, Κούαρτε Ἔραστε κλεινέ, Τέρτιε καὶ Ὀλυμπᾶ, Σωσίπατρε καὶ Ῥοδίων, Ἀπόστολοι θεηγόροι, φωταγωγοὶ τῶν καρδιῶν ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Τριάδος τῆς σεπτῆς, ἐκηρύξατε πίστιν, πολύθεον σοφοί, τῶν εἰδώλων ἀπάτην, ἐκ μέσου ποιήσαντες, ταῖς σεπταῖς διδαχαῖς ὑμῶν· ὅθεν εὕρατε, τὴν ἀμοιβὴν τῶν καμάτων, αἰωνίζουσαν, ἐν οὐρανοῖς τοὺς στεφάνους, λαβόντες Ἀπόστολοι.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις Ἐκκλησίας τῆς τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἔμπνους λυχνία, ἡ ἑξάφωτος καὶ λαμπρά· χαίροις Ἀποστόλων, ἑξάστιχος χορεία, δι’ ὧν τὰ ὑπὲρ λόγον, μυσταγωγούμεθα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος ὁ Ἀπόστολος μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου
Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, ἦταν δοῦλος στὸ σπίτι τοῦ Ρωμαίου ἄρχοντα Φιλήμονος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Φρυγία καὶ ἔγινε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ Ὀνήσιμος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸν κύριό του καὶ μετέβη στὴ Ρώμη σὲ ἐπίσκεψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ἔτσι ἀφιερώθηκε στὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Παῦλος τὸν ἀπέστειλε πίσω στὸν Φιλήμονα μὲ ἐπιστολή του, στὴν ὁποία ἀνέφερε γιὰ τὸν Ἅγιο Ὀνήσιμο τὰ ἀκόλουθα: «Τέτοιος ποὺ εἶμαι, ἐγὼ ὁ Παῦλος ὁ ἡλικιωμένος, καὶ τώρα φυλακισμένος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ παρακαλῶ γιὰ τὸ παιδί μου, τὸν Ὀνήσιμο, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε σοῦ ἦταν ἄχρηστος, τώρα ὅμως εἶναι χρήσιμος καὶ σὲ ἐσένα καὶ σὲ ἐμένα. Σοῦ τὸν ἀποστέλλω πάλι καὶ σὺ δέξου αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ καρδιά μου.
Θὰ ἤθελα νὰ τὸν κρατήσω κοντά μου, γιὰ νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἀντί σοῦ, στὴν φυλακὴ ποὺ εἶμαι χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ κάνω τίποτε χωρὶς τὴν δική σου συγκατάθεση, γιὰ νὰ μὴν γίνει ἡ ἀγαθή σου πράξη ἀναγκαστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησή σου.
Ἴσως γι’ αὐτὸ ἀποχωρίσθηκε προσωρινὰ ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ τὸν ἔχεις παντοτινά, ὄχι πλέον σὰν δοῦλο, ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ δοῦλο, σὰν ἀδελφὸ ἀγαπητό, ἰδιαίτερα γιὰ μένα, πόσο μᾶλλον γιὰ σένα καὶ σὰν ἄνθρωπο καὶ σὰν Χριστιανό. Ἐὰν λοιπόν, μὲ θεωρεῖς φίλο, δέξου τον σὰν νὰ ἤμουν ἐγώ».
Ὁ Ἀπόστολος Ὀνήσιμος ἐπανέκαμψε στὴ Ρώμη πρὸς τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν διακονοῦσε. Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συνελήφθη ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Ρώμης Τερτύλου καὶ ἐξορίσθηκε στοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας.
Ὅμως ὁ Ὀνήσιμος συνέχισε μὲ ζῆλο νὰ κηρύττει τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἔπαρχος Τέρτυλος ἐπισκέφθηκε τὸν τόπο ἐξορίας του καὶ πληροφορήθηκε τὴ χριστιανική του δράση, διέταξε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἅγιος καὶ νὰ βασανισθεῖ.
Τὸν κτύπησαν ἀλύπητα καὶ μὲ ραβδισμοὺς τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη. Στὸ τέλος, μετὰ ἀπὸ φρικώδεις βασάνους, ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος μαρτύρησε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Τὸ τίμιο λείψανό του παρέλαβε καὶ ἐνταφίασε μία πλούσια ἀλλὰ εὐσεβὴς Ρωμαία Χριστιανή.
Ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου εἶχε ἀνεγερθεῖ κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ.
στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.
Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀκτὶς ἐξέλαμψας, τὴ οἰκουμένη, ταὶς βολαὶς λαμπόμενος, ἡλίου μάκαρ παμφαούς, Παύλου τοῦ κόσμον φωτίσαντος, διο σὲ πάντες, τιμῶμεν Ὀνήσιμε.
Ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος, ἕνας ἀπὸ τοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους, ἦταν δοῦλος στὸ σπίτι τοῦ Ρωμαίου ἄρχοντα Φιλήμονος, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὴν Φρυγία καὶ ἔγινε Χριστιανὸς ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο. Ὁ Ὀνήσιμος ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὸν κύριό του καὶ μετέβη στὴ Ρώμη σὲ ἐπίσκεψη τοῦ Ἀποστόλου Παύλου.
Ἔτσι ἀφιερώθηκε στὴ Διακονία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Παῦλος τὸν ἀπέστειλε πίσω στὸν Φιλήμονα μὲ ἐπιστολή του, στὴν ὁποία ἀνέφερε γιὰ τὸν Ἅγιο Ὀνήσιμο τὰ ἀκόλουθα: «Τέτοιος ποὺ εἶμαι, ἐγὼ ὁ Παῦλος ὁ ἡλικιωμένος, καὶ τώρα φυλακισμένος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, σὲ παρακαλῶ γιὰ τὸ παιδί μου, τὸν Ὀνήσιμο, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε σοῦ ἦταν ἄχρηστος, τώρα ὅμως εἶναι χρήσιμος καὶ σὲ ἐσένα καὶ σὲ ἐμένα. Σοῦ τὸν ἀποστέλλω πάλι καὶ σὺ δέξου αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ καρδιά μου.
Θὰ ἤθελα νὰ τὸν κρατήσω κοντά μου, γιὰ νὰ μὲ ὑπηρετεῖ, ἀντί σοῦ, στὴν φυλακὴ ποὺ εἶμαι χάριν τοῦ Εὐαγγελίου, ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ κάνω τίποτε χωρὶς τὴν δική σου συγκατάθεση, γιὰ νὰ μὴν γίνει ἡ ἀγαθή σου πράξη ἀναγκαστικὰ ἀλλὰ μὲ τὴν θέλησή σου.
Ἴσως γι’ αὐτὸ ἀποχωρίσθηκε προσωρινὰ ἀπὸ ἐσένα, γιὰ νὰ τὸν ἔχεις παντοτινά, ὄχι πλέον σὰν δοῦλο, ἀλλὰ περισσότερο ἀπὸ δοῦλο, σὰν ἀδελφὸ ἀγαπητό, ἰδιαίτερα γιὰ μένα, πόσο μᾶλλον γιὰ σένα καὶ σὰν ἄνθρωπο καὶ σὰν Χριστιανό. Ἐὰν λοιπόν, μὲ θεωρεῖς φίλο, δέξου τον σὰν νὰ ἤμουν ἐγώ».
Ὁ Ἀπόστολος Ὀνήσιμος ἐπανέκαμψε στὴ Ρώμη πρὸς τὸν Ἀπόστολο Παῦλο καὶ τὸν διακονοῦσε. Μετὰ τὸ μαρτύριο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου συνελήφθη ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου Ρώμης Τερτύλου καὶ ἐξορίσθηκε στοὺς Ποτιόλους τῆς Ἰταλίας.
Ὅμως ὁ Ὀνήσιμος συνέχισε μὲ ζῆλο νὰ κηρύττει τὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅταν ὁ ἔπαρχος Τέρτυλος ἐπισκέφθηκε τὸν τόπο ἐξορίας του καὶ πληροφορήθηκε τὴ χριστιανική του δράση, διέταξε νὰ συλληφθεῖ ὁ Ἅγιος καὶ νὰ βασανισθεῖ.
Τὸν κτύπησαν ἀλύπητα καὶ μὲ ραβδισμοὺς τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη. Στὸ τέλος, μετὰ ἀπὸ φρικώδεις βασάνους, ὁ Ἅγιος Ὀνήσιμος μαρτύρησε καὶ ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Τὸ τίμιο λείψανό του παρέλαβε καὶ ἐνταφίασε μία πλούσια ἀλλὰ εὐσεβὴς Ρωμαία Χριστιανή.
Ναὸς πρὸς τιμὴν τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ὀνησίμου εἶχε ἀνεγερθεῖ κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα μ.Χ.
στὴν Κωνσταντινούπολη.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος α’. Τῆς Ἐρήμου πολίτης.
Ταὶς ἀκτίσι τοῦ Παύλου φωτισθεῖς τὴν διάνοιαν, ὤφθης ὑπηρέτης τοῦ Λόγου καὶ Ἀπόστολος ἔνθεος καὶ ὄνησιν ἐβράβευσας ζωῆς, Ὀνήσιμε θεράπων τοῦ Χριστοῦ, διὰ λόγων καὶ θαυμάτων θεοπρεπῶν, τοὶς πίστει ἐκβοώσι σοι, δόξα τῷ σὲ δοξάσαντι φαιδρῶς, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ, πάσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ἀκτὶς ἐξέλαμψας, τὴ οἰκουμένη, ταὶς βολαὶς λαμπόμενος, ἡλίου μάκαρ παμφαούς, Παύλου τοῦ κόσμον φωτίσαντος, διο σὲ πάντες, τιμῶμεν Ὀνήσιμε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ὀνησίφορος
Πολλοὶ εἶναι οἱ τρόποι, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μεταχειρίζεται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ λόγος τοῦ ψαλμῳδοῦ, «τὸ ἔλεός σου Κύριε, καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου», ἐπαναλαμβάνεται γιὰ τὸν καθένα μας κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα. Μᾶς κυνηγᾷ συνεχῶς, γιὰ νὰ μᾶς σώσει. «Θέλει ὁ Κύριος πάντας ἀνθρώπους σωθήναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθείν» (Α’ Τιμοθέου β’ 4).
Δηλαδή θέλει καὶ ἐπιμένει ὁ Κύριος ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦμε.
Θέλει καὶ δίνει τὶς εὐκαιρίες σὲ ὅλους μας νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ βαδίσουμε ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὴν πλάνη τὸν δρόμο τῆς ψυχικῆς σωτηρίας.
Τὴν ἀγάπη καὶ τὴ θέληση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας τὴν βλέπουμε, σὰν προσέξουμε στὴ ζωὴ ὅλων μας.
Ἰδιαίτερα ὅμως μποροῦμε νὰ τὴν παρακολουθήσουμε στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων της Πίστεώς μας.
Μὲ ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τὸν ἅγιο Ὀνησίφορο, ποὺ ᾖρθε κι ἔζησε στὴν Κύπρο μας, θὰ ἀσχοληθοῦμε στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Ἡ ζωὴ κι οἱ ἀγῶνες του πολλὰ ἔχουν νὰ μᾶς δώσουν.
Πότε γεννήθηκε καὶ ἤκμασε ὁ ἅγιος αὐτὸς δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε εἶναι πὼς γεννήθηκε στὴ Βασιλίδα τῶν πόλεων, τὴν πρωτεύουσα «τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης» Βυζαντινῆς μας Αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη.
Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἄνθρωποι πολὺ εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι, μὰ καὶ πολὺ πλούσιοι κι εἶχαν τιμηθεῖ ἀπὸ τοὺς τότε ἄρχοντες καὶ βασιλεῖς μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ ἀξιώματα. Παρὰ τὴν ξεχωριστὴ ὅμως τούτη προβολή τους, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔμειναν μέχρι τέλους πιστοὶ καὶ ταπεινοί.
Ἀπὸ τέτοιους γονεῖς, ὅπως ἦταν φυσικό, πῆρε ὁ Ὀνησίφορος ἀπὸ αὐτὴ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τὴν ἀνάλογο χριστιανικὴ μόρφωση κι ἀνατροφή. Ἄφθονο κάθε μέρα τοῦ προσφερόταν τὸ ἄδολο γάλα τῆς πίστεως. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα;
Αὐτὸ ποὺ ψάλλει κι ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας. «Ἐκ ρίζης ἀγαθῆς ἀγαθὸς ἐβλάστησε καρπός, ὁ ἐκ βρέφους ἱερὸς Ὀνησίφορος, χάριτι μᾶλλον ἡ γάλακτι τραφεῖς». Ἀπὸ ἅγια ρίζα, ἅγιος καὶ ὁ καρπός. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου.
Μεγάλη δύναμη ἀλήθεια ἔπαιζε σ' αὐτὸ καὶ τὸ παράδειγμα τῶν γονιῶν. Αὐτὸ γίνεται συχνά. Τὸ παράδειγμα τῶν γονιῶν παίζει πάντοτε μεγάλο ρόλο στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.
Ἂν τὸ προσέχαμε κι ἂν τὸ σκεφτόμαστε τοῦτο οἱ γονεῖς, πόσο κερδισμένοι θὰ ἤμασταν τόσο ἐμεῖς, ὅσο καὶ τὰ παιδιά μας!
Κι αὐτὰ πόσο πιὸ δυνατὰ θὰ ἤσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ νὰ νικήσουν! Γιατί ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία κυνηγᾷ ὁ πονηρὸς τὸν καθένα μας. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία στήνει τὶς παγίδες του καὶ ρίχνει τὰ βέλη του. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὸ καλὸ παιδί, τὸν Ὀνησίφορο.
Πολλὲς ἤσαν οἱ παγίδες ποὺ ὁ πονηρός τοῦ ἔστηνε καὶ πιὸ πολλοὶ οἱ πειρασμοὶ ποὺ τὸν πολιορκοῦσαν καθημερινά.
Ὅμως μὲ τὰ ὄπλα τῆς προσοχῆς καὶ προσευχῆς καὶ μελέτης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μεγάλωνε τὸ παιδί. Καὶ μεγάλωνε μέσα του κι ὁ ἱερὸς πόθος πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Χριστό. Μέσα στὸ παλάτι συνήθως κυκλοφορεῖ. Ὅμως δὲν παρασύρεται.
Ἡ λάμψη τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποία τοῦ προσφέρονται ἀπὸ νωρίς, δὲν τοῦ θολώνουν τὸ μυαλό. Νεώτατος χάρις τὴν σοφία καὶ τὴ σύνεση καὶ τὶς γνώσεις του ἔγινε Αὐγουστάλιος, δηλαδὴ ναύαρχος τοῦ στόλου τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα. Κι ὅμως ὁ Ὀνησίφορος δὲν ξιππάζεται, δὲν ὑπερηφανεύεται. Δὲν ἀλλάζει τρόπους ζωῆς.
Μὲ βαθιὰ συναίσθηση τῆς θέσεώς του φροντίζει ἀπ' τὴν πρώτη στιγμὴ πὼς νὰ αὐξήσει μὲ κατάλληλα καράβια τὸν στόλο τῆς Αὐτοκρατορίας. Πολλοὶ εἶναι οἱ ἐχθροὶ ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴ δύναμή της. Κι ἄλλοι τόσοι ἐκεῖνοι ποὺ φθονοῦν τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο της.
Τὰ βλέπει αὐτὰ ὁ συνετὸς νέος καὶ σπεύδει νὰ ἑτοιμασθεῖ. Δὲν πρόφτασε ὅμως. Κάποιο πρωϊνὸ τὰ ἐχθρικὰ καράβια πλέουν πρὸς τὴν Πόλη. Κι ὁ Ὀνησίφορος, μολονότι ἀνέτοιμος, κινεῖται νὰ τὰ ἀνακόψει. Στὴ ναυμαχία ποὺ ἔγινε, «κρίμασιν οἲς οἶδε Κύριος», τὰ ἑλληνικὰ ἐκεῖνα καράβια, ποὺ ἔπλευσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἐχθρὸ διελύθησαν. Μόνο ἡ ναυαρχίδα διασώθηκε, στὴν ὁποία βρισκόταν κι ὁ Ἅγιος.
Ἡ ἧττα αὐτὴ συνεκλόνισε τὸν φιλότιμο νέο, ποὺ συντετριμμένος ἐγκαταλείπει τὴ σταδιοδρομία του καὶ μὲ δέκα ἄλλους συντρόφους ἔρχεται στὴν Κύπρο καὶ βγαίνει ἐκεῖ στὴν Πάφο.
«Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα», λέγει κι ἐπαναλαμβάνει μοναχός του. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα», προσθέτουν οἱ ἄλλοι κι ἀποφασίζουν νὰ διασκορπισθοῦν καὶ νὰ ζήσουν τὴν ἀγγελικὴ ζωή, τὴ μοναχική. Τὸ περιστατικό, ποὺ τοὺς συνέβη, τὸ θεωροῦν σὰν ἐπέμβαση Θεοῦ καὶ σὰν ὑπόδειξη πὼς γιὰ κάπου ἄλλου τοὺς προορίζει.
Γι' αὐτὸ δὲν ἀπογοητεύονται. Δὲν ἐλεεινολογοῦν τὴν τύχη τους, ὅπως συνήθως κάμνουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου. Φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ ὁποῖο συνιστᾷ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο, ὄχι μόνο γιὰ τὰ εὐχάριστα, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ φαινομενικὰ φαίνονται δυσάρεστα, δοξολογοῦν τὸν Θεό, καὶ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ χωρίζονται καὶ προχωρεῖ ὁ καθένας καὶ σ’ ἕνα μέρος.
Ὁ φιλόθεος νέος, ὁ Ὀνησίφορος, ἀφοῦ περιόδευσε διάφορους τόπους, ᾖλθε πρὸς τὰ μέρη τοῦ χωριοῦ Ἀναρίτα. Ἡ ἡσυχία, τὸ ἄφθονο πράσινο τοῦ ὄμορφου ἐκείνου τοπίου τοῦ ἱκανοποιοῦν τὴν ψυχὴ καὶ τοῦ φλογίζουν τὴν καρδιά. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεὶν ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» κυκλοφοροῦν συνέχεια στὸ μυαλό του καὶ τοῦ θεριεύουν τὴν ἱερὴ ἀπόφαση.
Τὴν ἀπόφαση νὰ ζήσει πιὰ μὲ ὁδηγὸ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὸν Χριστό. Ἕνας ὁ εὐγενὴς ὁραματισμός του. Νὰ μπορέσει κάποια μέρα νὰ ἀναφωνήσει κι αὐτὸς τοῦ θείου Παύλου τὰ λόγια. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγῶ· ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Γιὰ τὴν πραγμάτωση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ πόθου χωρὶς κανένα δισταγμὸ ὁ καλομαθημένος νέος δὲν διστάζει νὰ ἀνταλλάξει τὴν καλοπέραση τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, μὰ καὶ τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, τὶς σχέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀσκητοῦ.
Μιὰ σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ γίνεται τώρα ὁ τόπος διαμονῆς καὶ τὸ ἀσκητήριό του. Μέσα σ' αὐτὴ ὁ φλογερὸς νέος «παραδοθεῖς τὴ χάριτι τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιε’ 40) ὁλόψυχα μὲ ζῆλο θερμουργὸ καὶ σύνεση βαδίζει σταθερὰ τῆς ἀρετῆς «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωήν». Ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε γήινη φροντίδα, μιὰ φροντίδα ἒχει· πὼς νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπιτύχει τὸν ἱερὸ ὁραματισμό του.
Μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ νηστεία, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε ἀρετή, σὰν προσεκτικὸς γεωργός, φροντίζει καθημερινὰ καὶ μὲ σκληρὸ ἀγῶνα προσπαθεῖ νὰ ξερριζώνει ἀπὸ τῆς ψυχῆς του τὸ χωράφι τὰ διάφορα ἀγκάθια τῶν παθῶν. Οἱ πειρασμοὶ ποὺ δοκιμάζει μέσα σ’ ἐκείνη τὴ στενὴ καὶ ὑγρὴ σπηλιὰ εἶναι ἀφάνταστα πολλοί.
Ὁ πιστὸς ὅμως καὶ ἀνύστακτος ἀσκητὴς μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς τοὺς ἀνατρέπει ὅλους καὶ κατορθώνει σὲ κάθε περίσταση νὰ ξεπληρώνει τὴν προφητικὴ φωνή, ποὺ λέγει: «Νεώσατε ἐαυτοίς, νεώματα καὶ μὴ σπείρητε ἐν ἀκάνθαις».
Δηλαδὴ βγάλτε ἀπὸ τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς σας τὰ ἀγκάθια καὶ κάνετέ το καινούργιο. Ξεχερσῶστε το, ὥστε νὰ γίνει κατάλληλο γιὰ τὴ νέα καρποφορία. Προσοχή. Μὴ σπέρνετε ποτὲ σὲ χωράφι ποὺ εἶναι γεμάτο ἀγκάθια (Ἱερεμ. δ’ 3).
Στὸ ἐρημικὸ ἐκεῖνο μέρος περνᾶ τὶς ἡμέρες του ὁ Ὅσιός μας. Τὸ σῶμα του δὲν διστάζει νὰ τὸ ταλαιπωρεῖ μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ νὰ τὸ ὑποτάσσει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συγχρόνως ὅμως καὶ στὴν ψυχή του δὲν ἀμελεῖ νὰ προσφέρει κάθε πνευματικὴ τροφή.
Μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ χαρακτῆρα του, μὲ τὴν πραότητα στὴ συμπεριφορά του καὶ μὲ τὴ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπεινοφροσύνη, ποὺ φροντίζει νὰ ἔχει στὴν καρδιά του σὰν θεμέλιο τῆς ζωῆς του, κατορθώνει νὰ βγαίνει πάντα νικητὴς στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες του.
Γι' αὐτὸ καὶ πλούσια δέχεται ἐπάνω του τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὰ θεία λόγια τοῦ προφήτου ποὺ λέγει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἠσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;».
Δηλαδὴ σὲ ποιὸν ἐγὼ ὁ Θεὸς θὰ ρίψω στοργικὸ καὶ προστατευτικὸ τὸ βλέμμα μου, παρὰ μονάχα στὸν ἄνθρωπο τὸν ταπεινό, τὸν ἥσυχο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ τρέμει μὲ σεβασμὸ σὰν ἀκούει τὰ λόγια μου καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὰ ἐφαρμόζει στὴ ζωή του; (Ἠσαΐου ξστ’ 22). Ἀλήθεια στὸν ταπεινὸ καὶ πρᾶο ἐπαναπαύεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Γι' αὐτὸ καὶ σὰν πρῶτο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν, ποὺ θέλει νὰ ἀνεβοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ποθοῦν νὰ γίνουν δικοί του, βάζει τῆς ταπεινοφροσύνης τὸ σκαλοπάτι. «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» διακηρύττει γι' αὐτούς.
Εὐτυχισμένοι δηλαδὴ ἐκεῖνοι ποὺ συναισθάνονται τὴ μικρότητά τους καὶ ταπεινώνονται. Ἔχουν φρόνημα ταπεινό. Εὐτυχισμένοι οἱ ταπεινοί, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καὶ προχωρώντας ὁ Κύριος προσθέτει: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Εὐτυχισμένοι, καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶναι πρᾶοι καὶ δὲν θυμώνουν, γιατί αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν κάποια μέρα τὴ νέα γῆ, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Μακάριοι οἱ πρᾶοι καὶ εἰρηνικοί, γιατί ἡ πραότητα, ποὺ εἶναι καρπὸς ταπεινοφροσύνης, ἀποτελεῖ βασικὸ παράγοντα εὐτυχίας κι εὐλογημένης ζωῆς.
Ὑπέροχο παράδειγμα τῶν δυὸ αὐτῶν ἀρετῶν ὑποδεικνύει ὁ Κύριος, αὐτὸν τὸν ἴδιο ἑαυτό Του. «Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία καὶ εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταὶς ψυχαὶς ὑμῶν» (Μάτθ. ια’ 29).
Ταπεινὸς ὁ Κύριος καὶ πρᾶος. Ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι πρέπει νὰ εἶναι κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ νοσταλγοῦν καὶ θέλουν νὰ ἐπαναπαύεται ἐπάνω τους ἡ θεία χάρις. Σὰν ἀποτέλεσμα τῆς εὐλογίας αὐτῆς θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ βλέπουν νὰ αὐξάνεται ἐπάνω τους ἡ παρρησία τους μπροστὰ στὸν Θεό.
Καὶ ἡ παρρησία τοῦ ὁσίου Ὀνησιφόρου μπροστὰ στὸν Θεὸ μεγαλώνει ἡμέρα μὲ τὴ ἡμέρα. Τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα ἡ συντετριμμένη ἐκείνη ψυχὴ χύνει καὶ βρέχει τὴ στρωμνὴ της κάθε μέρα, γίνονται γι' αὐτὴν πηγὴ εὐλογιῶν.
Πλεῖστα ὅσα θαύματα προσφέρει ζωντανὸς ἀκόμη σὲ πονεμένους κι ἀναξιοπαθοῦντας. Γιατί, ὅπως «οὐ δύναται πόλις κρυβήναι ἐπάνω ὅρους κειμένη», ἔτσι καὶ τοῦ Ἁγίου μας ἡ ζωὴ πολὺ γρήγορα εἶχε γίνει ἀντιληπτὴ ἀπὸ ὅσους κατοικοῦσαν στὰ γύρω χωριά. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Καθημερινὰ πλήθη πιστῶν ἔτρεχαν στὴ σπηλιά του καὶ σὰν διψασμένα ἐλάφια τοῦ ζητοῦσαν λόγια Θεοῦ.
Κι αὐτὸς μὲ τὴν πνευματικὴ πεῖρα ποὺ διέθετε, τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε. Τοὺς δίδασκε, πάντα μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη πατρικὴ «τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοὶς ἀνθρώποις» (Τίτ. γ’
.
Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία τοῦ θεοφόρου ἀσκητὴ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ μία εὐλαβικὴ προσφορὰ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσάψει ὁποιανδήποτε μομφή, πὼς ζητοῦσε «τὴν ἰδὶαν δόξαν» (Ἰωάν. ζ’ 18). Γιὰ τοῦτο κι «ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας» (Ἀπόκ. 6, 29) τὸν ἐτίμησε μὲ θεία δόξα.
Τὸν ἐτίμησε μὲ ἰδιαίτερες δωρεὲς καὶ χαρίσματα. Τοῦ ἔδωσε πλούσια τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας. Πολλὰ θαύματα καὶ ἰατρεῖες ἐπενεργοῦσε καθημερινά. Θεραπεῖες δαιμονισμένων, λεπρῶν, καρκινοπαθῶν, παθήσεων ματιῶν κι ἕνα σωρὸ ἄλλων ἀσθενειῶν.
Σὲ μία περίοδο τρομερῆς ἀνομβρίας μὲ τὴν θερμὴ προσευχή του σὰν τὸν Προφήτη Ἠλία ἄνοιξε τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέβασε βροχὲς εὐεργετικές, ποὺ δρόσισαν ὄχι μονάχα ἀνθρώπους καὶ ζῷα, ἀλλὰ καὶ πότισαν τὴν διψασμένη γῆ. Στὸ πρόσωπό του ἔβρισκαν οἱ δυστυχισμένοι τὴν παρρησία, οἱ ἄρρωστοι τὴν θεραπεία κι οἱ πονεμένοι τὴν παρηγοριά. Αὐτὰ ὅσο καιρὸ ζοῦσε.
Μὰ κι ὅταν σὲ βαθιὰ γηρατειὰ παρέδωκε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο, καὶ πάλι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε «δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν». Θριαμβευτὴς μπῆκε ὁ φλογερὸς ἀσκητὴς «εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Β’ Κορινθ. δ’ 15). Κι ἀπὸ ἐκεῖ συνεχίζει τὰ εὐεργετικὰ θαύματά του σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ συντριβὴ ψυχὴς καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια ἐκζητοῦν τὴ μεσιτεία του.
Δυστυχῶς τὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου εἶναι ἀκαθόριστο σήμερα. Ὁ χρόνος τὸ ἔχει ἐξαφανίσει καὶ ὁ χῶρος ἔχει καταχωσθεῖ. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ στὸ Ν.Α. ἄκρον τοῦ κοιμητηρίου βλέπει κανεὶς ἕνα ἐρειπωμένο ἐκκλησάκι, ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος μὲ τὰ χέρια του. Ἡ μικρὴ αὐτὴ Βυζαντινὴ ἐκκλησοῦλα εἶναι μονόκλιτος καὶ μὲ στέγη καμαρωτή, στενόμακρη 10.80μ. ἐπὶ 3.60μ. Δυστυχῶς ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια ἔπαψε καὶ νὰ λειτουργεῖται.
Γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησοῦλα ὑπάρχουν θεμέλια κελλιῶν, ποὺ μαρτυροῦν ὅτι κάποτε ἐκεῖ ἦταν κτισμένη καὶ Ἱερὰ Μονὴ πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου Ὀνησιφόρου.
Οἱ περιπέτειες τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας ἔγιναν αἰτία πολλοὶ πνευματικοὶ θησαυροί μας νὰ χαθοῦν. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὸ θαυματουργὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Γιὰ πολλὰ χρόνια βρισκόταν στὸ χωριὸ καὶ φυλασσόταν σὲ μία λάρνακα.
Ἀπὸ καιρὸ ὅμως χάθηκε καὶ κανένας δὲν ξέρει τίποτε γι' αὐτό.
Νοερὰ οἱ προσκυνητές, ποὺ ἐπισκέπτονται τὴν Ἀναρίτα γονατίζουν ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία κι ἐπικαλοῦνται τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά του.
Τὴ μεσιτεία του ἂς ἐκζητοῦμε κι ἐμεῖς.
Σήμερα μάλιστα, ποὺ τὸ νησί μας περνᾷ τὶς πιὸ δύσκολες ἥμερες τῆς τετραχιλιόχρονης ἑλληνοχριστινικῆς ζωῆς του, ἂς καταφεύγουμε μὲ πίστη στὸν Ἅγιό μας κι ἂς τοῦ ζητοῦμε τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ βοήθειά του στὰ πολλαπλὰ προβλήματά μας.
Ἐπίσκεψη Θεοῦ ἦταν ἡ ἧττα τοῦ στόλου, ποὺ κυβερνοῦσε. Ἐπίσκεψη θλιβερή. Τὴν δέχτηκε, ὅπως δεχόταν καὶ τὶς πλούσιες εὐεργεσίες, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ πρόσφερε. Τὴν δέχτηκε μὲ εὐγνωμοσύνη κι ἔδωκε τὴν καρδιά του στὸν Κύριο.
Πάλεψε μὲ «τὸν Ἄρχοντα τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» καὶ νίκησε. Μὲ τὸ παράδειγμά του μᾶς καλεῖ κι ἐμᾶς νὰ τὸν μιμηθοῦμε.
Ἄπειρες οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ δοκιμάζουμε ὅλοι μας. Στὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός μας στέκει ὁ Κύριος καὶ μᾶς λέγει: «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω. Ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξει τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ» (Ἀποκαλ. γ’ 20).
Ὁ συνετὸς νέος Ὀνησίφορος στὴν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἤκουσε κι ἔσπευσε κι ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του στὸν τιμημένο ξένο. Τὴν εὐλογημένη αὐτὴ πράξη τοῦ φιλόθεου νέου, θὰ θελήσουμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἀντιγράψουμε;
Τὴν ἀπάντηση ἂς σπεύσει ὁ καθένας νὰ τὴ δώσει ὁ ἴδιος στὸν Κύριο. Τὸ ἀποτέλεσμά μας εἶναι γνωστό. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ποὺ διψοῦμε ὅλοι μας, κι ὁ πόθος μας γιὰ ἐθνικὴ δικαίωση δὲν θὰ μείνει καυτὸς πόθος καὶ γλυκὺς ὁραματισμός, μὰ θὰ γίνει ζωντανὴ πραγματικότητα.
Δία τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Ὀνησιφόρου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος γ' Θείας πίστεως.
Θείοις θαύμασι κατεπλουτίσθη, πάτερ ὅσιε Ὀνησίφορε, ἡ τῆς Πάφου Ἁγία Μητρόπολις- τὸν ἄσυλον θησαυρὸν ἡ Ἀναρίτις ἐκτήσατο, ἔχουσα τὴν λάρνακα τῶν ἁγίων λειψάνων σου· ἡ καὶ βρύει ἀεννάως ἰάσεις εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ ἐν Τριάδι.
Πολλοὶ εἶναι οἱ τρόποι, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μεταχειρίζεται γιὰ τὴ σωτηρία μας. Ὁ λόγος τοῦ ψαλμῳδοῦ, «τὸ ἔλεός σου Κύριε, καταδιώξει με πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μου», ἐπαναλαμβάνεται γιὰ τὸν καθένα μας κάθε στιγμὴ καὶ ὤρα. Μᾶς κυνηγᾷ συνεχῶς, γιὰ νὰ μᾶς σώσει. «Θέλει ὁ Κύριος πάντας ἀνθρώπους σωθήναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθείν» (Α’ Τιμοθέου β’ 4).
Δηλαδή θέλει καὶ ἐπιμένει ὁ Κύριος ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦμε.
Θέλει καὶ δίνει τὶς εὐκαιρίες σὲ ὅλους μας νὰ γνωρίσουμε τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ βαδίσουμε ἀνεπηρέαστοι ἀπὸ τὴν πλάνη τὸν δρόμο τῆς ψυχικῆς σωτηρίας.
Τὴν ἀγάπη καὶ τὴ θέληση αὐτὴ τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία μας τὴν βλέπουμε, σὰν προσέξουμε στὴ ζωὴ ὅλων μας.
Ἰδιαίτερα ὅμως μποροῦμε νὰ τὴν παρακολουθήσουμε στὴ ζωὴ τῶν ἁγίων της Πίστεώς μας.
Μὲ ἕνα ἀπὸ αὐτούς, τὸν ἅγιο Ὀνησίφορο, ποὺ ᾖρθε κι ἔζησε στὴν Κύπρο μας, θὰ ἀσχοληθοῦμε στὶς γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.
Ἡ ζωὴ κι οἱ ἀγῶνες του πολλὰ ἔχουν νὰ μᾶς δώσουν.
Πότε γεννήθηκε καὶ ἤκμασε ὁ ἅγιος αὐτὸς δυστυχῶς δὲν γνωρίζουμε. Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε εἶναι πὼς γεννήθηκε στὴ Βασιλίδα τῶν πόλεων, τὴν πρωτεύουσα «τῆς πάλαι ποτὲ διαλαμψάσης» Βυζαντινῆς μας Αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη.
Οἱ γονεῖς του ἦσαν ἄνθρωποι πολὺ εὐσεβεῖς κι ἐνάρετοι, μὰ καὶ πολὺ πλούσιοι κι εἶχαν τιμηθεῖ ἀπὸ τοὺς τότε ἄρχοντες καὶ βασιλεῖς μὲ πολλὲς τιμὲς καὶ ἀξιώματα. Παρὰ τὴν ξεχωριστὴ ὅμως τούτη προβολή τους, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔμειναν μέχρι τέλους πιστοὶ καὶ ταπεινοί.
Ἀπὸ τέτοιους γονεῖς, ὅπως ἦταν φυσικό, πῆρε ὁ Ὀνησίφορος ἀπὸ αὐτὴ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τὴν ἀνάλογο χριστιανικὴ μόρφωση κι ἀνατροφή. Ἄφθονο κάθε μέρα τοῦ προσφερόταν τὸ ἄδολο γάλα τῆς πίστεως. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα;
Αὐτὸ ποὺ ψάλλει κι ὁ ὑμνογράφος τῆς Ἐκκλησίας μας. «Ἐκ ρίζης ἀγαθῆς ἀγαθὸς ἐβλάστησε καρπός, ὁ ἐκ βρέφους ἱερὸς Ὀνησίφορος, χάριτι μᾶλλον ἡ γάλακτι τραφεῖς». Ἀπὸ ἅγια ρίζα, ἅγιος καὶ ὁ καρπός. Αὐτὸ μαρτυρεῖ ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ Ἁγίου.
Μεγάλη δύναμη ἀλήθεια ἔπαιζε σ' αὐτὸ καὶ τὸ παράδειγμα τῶν γονιῶν. Αὐτὸ γίνεται συχνά. Τὸ παράδειγμα τῶν γονιῶν παίζει πάντοτε μεγάλο ρόλο στὴν ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν.
Ἂν τὸ προσέχαμε κι ἂν τὸ σκεφτόμαστε τοῦτο οἱ γονεῖς, πόσο κερδισμένοι θὰ ἤμασταν τόσο ἐμεῖς, ὅσο καὶ τὰ παιδιά μας!
Κι αὐτὰ πόσο πιὸ δυνατὰ θὰ ἤσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τοὺς ποικίλους πειρασμοὺς καὶ νὰ νικήσουν! Γιατί ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία κυνηγᾷ ὁ πονηρὸς τὸν καθένα μας. Ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία στήνει τὶς παγίδες του καὶ ρίχνει τὰ βέλη του. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὸ καλὸ παιδί, τὸν Ὀνησίφορο.
Πολλὲς ἤσαν οἱ παγίδες ποὺ ὁ πονηρός τοῦ ἔστηνε καὶ πιὸ πολλοὶ οἱ πειρασμοὶ ποὺ τὸν πολιορκοῦσαν καθημερινά.
Ὅμως μὲ τὰ ὄπλα τῆς προσοχῆς καὶ προσευχῆς καὶ μελέτης τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ μεγάλωνε τὸ παιδί. Καὶ μεγάλωνε μέσα του κι ὁ ἱερὸς πόθος πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Χριστό. Μέσα στὸ παλάτι συνήθως κυκλοφορεῖ. Ὅμως δὲν παρασύρεται.
Ἡ λάμψη τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποία τοῦ προσφέρονται ἀπὸ νωρίς, δὲν τοῦ θολώνουν τὸ μυαλό. Νεώτατος χάρις τὴν σοφία καὶ τὴ σύνεση καὶ τὶς γνώσεις του ἔγινε Αὐγουστάλιος, δηλαδὴ ναύαρχος τοῦ στόλου τῆς Αὐτοκρατορίας, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα. Κι ὅμως ὁ Ὀνησίφορος δὲν ξιππάζεται, δὲν ὑπερηφανεύεται. Δὲν ἀλλάζει τρόπους ζωῆς.
Μὲ βαθιὰ συναίσθηση τῆς θέσεώς του φροντίζει ἀπ' τὴν πρώτη στιγμὴ πὼς νὰ αὐξήσει μὲ κατάλληλα καράβια τὸν στόλο τῆς Αὐτοκρατορίας. Πολλοὶ εἶναι οἱ ἐχθροὶ ποὺ ἐπιβουλεύονται τὴ δύναμή της. Κι ἄλλοι τόσοι ἐκεῖνοι ποὺ φθονοῦν τὴ δόξα καὶ τὸ μεγαλεῖο της.
Τὰ βλέπει αὐτὰ ὁ συνετὸς νέος καὶ σπεύδει νὰ ἑτοιμασθεῖ. Δὲν πρόφτασε ὅμως. Κάποιο πρωϊνὸ τὰ ἐχθρικὰ καράβια πλέουν πρὸς τὴν Πόλη. Κι ὁ Ὀνησίφορος, μολονότι ἀνέτοιμος, κινεῖται νὰ τὰ ἀνακόψει. Στὴ ναυμαχία ποὺ ἔγινε, «κρίμασιν οἲς οἶδε Κύριος», τὰ ἑλληνικὰ ἐκεῖνα καράβια, ποὺ ἔπλευσαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν ἐχθρὸ διελύθησαν. Μόνο ἡ ναυαρχίδα διασώθηκε, στὴν ὁποία βρισκόταν κι ὁ Ἅγιος.
Ἡ ἧττα αὐτὴ συνεκλόνισε τὸν φιλότιμο νέο, ποὺ συντετριμμένος ἐγκαταλείπει τὴ σταδιοδρομία του καὶ μὲ δέκα ἄλλους συντρόφους ἔρχεται στὴν Κύπρο καὶ βγαίνει ἐκεῖ στὴν Πάφο.
«Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα», λέγει κι ἐπαναλαμβάνει μοναχός του. «Οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα», προσθέτουν οἱ ἄλλοι κι ἀποφασίζουν νὰ διασκορπισθοῦν καὶ νὰ ζήσουν τὴν ἀγγελικὴ ζωή, τὴ μοναχική. Τὸ περιστατικό, ποὺ τοὺς συνέβη, τὸ θεωροῦν σὰν ἐπέμβαση Θεοῦ καὶ σὰν ὑπόδειξη πὼς γιὰ κάπου ἄλλου τοὺς προορίζει.
Γι' αὐτὸ δὲν ἀπογοητεύονται. Δὲν ἐλεεινολογοῦν τὴν τύχη τους, ὅπως συνήθως κάμνουν οἱ ἄνθρωποι τοῦ κόσμου τούτου. Φωτισμένοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ τὸ ὁποῖο συνιστᾷ νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Κύριο, ὄχι μόνο γιὰ τὰ εὐχάριστα, ἀλλὰ καὶ γιὰ ἐκεῖνα ποὺ φαινομενικὰ φαίνονται δυσάρεστα, δοξολογοῦν τὸν Θεό, καὶ μετὰ ἀπὸ θερμὴ προσευχὴ χωρίζονται καὶ προχωρεῖ ὁ καθένας καὶ σ’ ἕνα μέρος.
Ὁ φιλόθεος νέος, ὁ Ὀνησίφορος, ἀφοῦ περιόδευσε διάφορους τόπους, ᾖλθε πρὸς τὰ μέρη τοῦ χωριοῦ Ἀναρίτα. Ἡ ἡσυχία, τὸ ἄφθονο πράσινο τοῦ ὄμορφου ἐκείνου τοπίου τοῦ ἱκανοποιοῦν τὴν ψυχὴ καὶ τοῦ φλογίζουν τὴν καρδιά. Τὰ λόγια τοῦ Κυρίου «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεὶν ἀπαρνησάσθω ἐαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» κυκλοφοροῦν συνέχεια στὸ μυαλό του καὶ τοῦ θεριεύουν τὴν ἱερὴ ἀπόφαση.
Τὴν ἀπόφαση νὰ ζήσει πιὰ μὲ ὁδηγὸ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ γιὰ τὸν Χριστό. Ἕνας ὁ εὐγενὴς ὁραματισμός του. Νὰ μπορέσει κάποια μέρα νὰ ἀναφωνήσει κι αὐτὸς τοῦ θείου Παύλου τὰ λόγια. «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγῶ· ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστός».
Γιὰ τὴν πραγμάτωση τοῦ ἱεροῦ αὐτοῦ πόθου χωρὶς κανένα δισταγμὸ ὁ καλομαθημένος νέος δὲν διστάζει νὰ ἀνταλλάξει τὴν καλοπέραση τοῦ πατρικοῦ σπιτιοῦ, μὰ καὶ τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, τὶς σχέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα μὲ τὴ ζωὴ τοῦ ἀσκητοῦ.
Μιὰ σπηλιὰ ἔξω ἀπὸ τὸ χωριὸ γίνεται τώρα ὁ τόπος διαμονῆς καὶ τὸ ἀσκητήριό του. Μέσα σ' αὐτὴ ὁ φλογερὸς νέος «παραδοθεῖς τὴ χάριτι τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιε’ 40) ὁλόψυχα μὲ ζῆλο θερμουργὸ καὶ σύνεση βαδίζει σταθερὰ τῆς ἀρετῆς «τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην ὁδὸν τὴν ἀπάγουσαν εἰς τὴν ζωήν». Ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε γήινη φροντίδα, μιὰ φροντίδα ἒχει· πὼς νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ ἐπιτύχει τὸν ἱερὸ ὁραματισμό του.
Μὲ ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ νηστεία, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε ἀρετή, σὰν προσεκτικὸς γεωργός, φροντίζει καθημερινὰ καὶ μὲ σκληρὸ ἀγῶνα προσπαθεῖ νὰ ξερριζώνει ἀπὸ τῆς ψυχῆς του τὸ χωράφι τὰ διάφορα ἀγκάθια τῶν παθῶν. Οἱ πειρασμοὶ ποὺ δοκιμάζει μέσα σ’ ἐκείνη τὴ στενὴ καὶ ὑγρὴ σπηλιὰ εἶναι ἀφάνταστα πολλοί.
Ὁ πιστὸς ὅμως καὶ ἀνύστακτος ἀσκητὴς μὲ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς τοὺς ἀνατρέπει ὅλους καὶ κατορθώνει σὲ κάθε περίσταση νὰ ξεπληρώνει τὴν προφητικὴ φωνή, ποὺ λέγει: «Νεώσατε ἐαυτοίς, νεώματα καὶ μὴ σπείρητε ἐν ἀκάνθαις».
Δηλαδὴ βγάλτε ἀπὸ τὸ χωράφι τῆς ψυχῆς σας τὰ ἀγκάθια καὶ κάνετέ το καινούργιο. Ξεχερσῶστε το, ὥστε νὰ γίνει κατάλληλο γιὰ τὴ νέα καρποφορία. Προσοχή. Μὴ σπέρνετε ποτὲ σὲ χωράφι ποὺ εἶναι γεμάτο ἀγκάθια (Ἱερεμ. δ’ 3).
Στὸ ἐρημικὸ ἐκεῖνο μέρος περνᾶ τὶς ἡμέρες του ὁ Ὅσιός μας. Τὸ σῶμα του δὲν διστάζει νὰ τὸ ταλαιπωρεῖ μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες καὶ νὰ τὸ ὑποτάσσει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συγχρόνως ὅμως καὶ στὴν ψυχή του δὲν ἀμελεῖ νὰ προσφέρει κάθε πνευματικὴ τροφή.
Μὲ τὴν ἁπλότητα τοῦ χαρακτῆρα του, μὲ τὴν πραότητα στὴ συμπεριφορά του καὶ μὲ τὴ βασίλισσα τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπεινοφροσύνη, ποὺ φροντίζει νὰ ἔχει στὴν καρδιά του σὰν θεμέλιο τῆς ζωῆς του, κατορθώνει νὰ βγαίνει πάντα νικητὴς στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνες του.
Γι' αὐτὸ καὶ πλούσια δέχεται ἐπάνω του τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος σύμφωνα μὲ τὰ θεία λόγια τοῦ προφήτου ποὺ λέγει: «Ἐπὶ τίνα ἐπιβλέψω ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τὸν πρᾶον καὶ ἠσύχιον καὶ τρέμοντά μου τοὺς λόγους;».
Δηλαδὴ σὲ ποιὸν ἐγὼ ὁ Θεὸς θὰ ρίψω στοργικὸ καὶ προστατευτικὸ τὸ βλέμμα μου, παρὰ μονάχα στὸν ἄνθρωπο τὸν ταπεινό, τὸν ἥσυχο, τὸν ἄνθρωπο ποὺ τρέμει μὲ σεβασμὸ σὰν ἀκούει τὰ λόγια μου καὶ ἀγωνίζεται νὰ τὰ ἐφαρμόζει στὴ ζωή του; (Ἠσαΐου ξστ’ 22). Ἀλήθεια στὸν ταπεινὸ καὶ πρᾶο ἐπαναπαύεται τὸ πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Γι' αὐτὸ καὶ σὰν πρῶτο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας τῶν ἀρετῶν, ποὺ θέλει νὰ ἀνεβοῦν ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ποθοῦν νὰ γίνουν δικοί του, βάζει τῆς ταπεινοφροσύνης τὸ σκαλοπάτι. «Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» διακηρύττει γι' αὐτούς.
Εὐτυχισμένοι δηλαδὴ ἐκεῖνοι ποὺ συναισθάνονται τὴ μικρότητά τους καὶ ταπεινώνονται. Ἔχουν φρόνημα ταπεινό. Εὐτυχισμένοι οἱ ταπεινοί, γιατί σ' αὐτοὺς ἀνήκει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Καὶ προχωρώντας ὁ Κύριος προσθέτει: «Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν». Εὐτυχισμένοι, καὶ αὐτοὶ ποὺ εἶναι πρᾶοι καὶ δὲν θυμώνουν, γιατί αὐτοὶ θὰ κληρονομήσουν κάποια μέρα τὴ νέα γῆ, τὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Μακάριοι οἱ πρᾶοι καὶ εἰρηνικοί, γιατί ἡ πραότητα, ποὺ εἶναι καρπὸς ταπεινοφροσύνης, ἀποτελεῖ βασικὸ παράγοντα εὐτυχίας κι εὐλογημένης ζωῆς.
Ὑπέροχο παράδειγμα τῶν δυὸ αὐτῶν ἀρετῶν ὑποδεικνύει ὁ Κύριος, αὐτὸν τὸν ἴδιο ἑαυτό Του. «Μάθετε ἀπ' ἐμοῦ ὅτι πρᾶος εἰμὶ καὶ ταπεινὸς τὴ καρδία καὶ εὐρήσετε ἀνάπαυσιν ταὶς ψυχαὶς ὑμῶν» (Μάτθ. ια’ 29).
Ταπεινὸς ὁ Κύριος καὶ πρᾶος. Ταπεινοὶ καὶ πρᾶοι πρέπει νὰ εἶναι κι ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ νοσταλγοῦν καὶ θέλουν νὰ ἐπαναπαύεται ἐπάνω τους ἡ θεία χάρις. Σὰν ἀποτέλεσμα τῆς εὐλογίας αὐτῆς θὰ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ βλέπουν νὰ αὐξάνεται ἐπάνω τους ἡ παρρησία τους μπροστὰ στὸν Θεό.
Καὶ ἡ παρρησία τοῦ ὁσίου Ὀνησιφόρου μπροστὰ στὸν Θεὸ μεγαλώνει ἡμέρα μὲ τὴ ἡμέρα. Τὰ δάκρυα, τὰ ὁποῖα ἡ συντετριμμένη ἐκείνη ψυχὴ χύνει καὶ βρέχει τὴ στρωμνὴ της κάθε μέρα, γίνονται γι' αὐτὴν πηγὴ εὐλογιῶν.
Πλεῖστα ὅσα θαύματα προσφέρει ζωντανὸς ἀκόμη σὲ πονεμένους κι ἀναξιοπαθοῦντας. Γιατί, ὅπως «οὐ δύναται πόλις κρυβήναι ἐπάνω ὅρους κειμένη», ἔτσι καὶ τοῦ Ἁγίου μας ἡ ζωὴ πολὺ γρήγορα εἶχε γίνει ἀντιληπτὴ ἀπὸ ὅσους κατοικοῦσαν στὰ γύρω χωριά. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα; Καθημερινὰ πλήθη πιστῶν ἔτρεχαν στὴ σπηλιά του καὶ σὰν διψασμένα ἐλάφια τοῦ ζητοῦσαν λόγια Θεοῦ.
Κι αὐτὸς μὲ τὴν πνευματικὴ πεῖρα ποὺ διέθετε, τοὺς δίδασκε καὶ τοὺς παρηγοροῦσε. Τοὺς δίδασκε, πάντα μὲ ταπεινοφροσύνη καὶ ἀγάπη πατρικὴ «τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοὶς ἀνθρώποις» (Τίτ. γ’
Ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία τοῦ θεοφόρου ἀσκητὴ δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο παρὰ μία εὐλαβικὴ προσφορὰ γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ. Κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσάψει ὁποιανδήποτε μομφή, πὼς ζητοῦσε «τὴν ἰδὶαν δόξαν» (Ἰωάν. ζ’ 18). Γιὰ τοῦτο κι «ὁ ἐρευνῶν νεφροὺς καὶ καρδίας» (Ἀπόκ. 6, 29) τὸν ἐτίμησε μὲ θεία δόξα.
Τὸν ἐτίμησε μὲ ἰδιαίτερες δωρεὲς καὶ χαρίσματα. Τοῦ ἔδωσε πλούσια τὸ χάρισμα τῆς θεραπείας. Πολλὰ θαύματα καὶ ἰατρεῖες ἐπενεργοῦσε καθημερινά. Θεραπεῖες δαιμονισμένων, λεπρῶν, καρκινοπαθῶν, παθήσεων ματιῶν κι ἕνα σωρὸ ἄλλων ἀσθενειῶν.
Σὲ μία περίοδο τρομερῆς ἀνομβρίας μὲ τὴν θερμὴ προσευχή του σὰν τὸν Προφήτη Ἠλία ἄνοιξε τοὺς καταρράκτες τοῦ οὐρανοῦ καὶ κατέβασε βροχὲς εὐεργετικές, ποὺ δρόσισαν ὄχι μονάχα ἀνθρώπους καὶ ζῷα, ἀλλὰ καὶ πότισαν τὴν διψασμένη γῆ. Στὸ πρόσωπό του ἔβρισκαν οἱ δυστυχισμένοι τὴν παρρησία, οἱ ἄρρωστοι τὴν θεραπεία κι οἱ πονεμένοι τὴν παρηγοριά. Αὐτὰ ὅσο καιρὸ ζοῦσε.
Μὰ κι ὅταν σὲ βαθιὰ γηρατειὰ παρέδωκε τὴν ἁγία ψυχή του στὸν Κύριο, καὶ πάλι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ χάρισε «δόξαν καὶ τιμὴν καὶ ἀφθαρσίαν». Θριαμβευτὴς μπῆκε ὁ φλογερὸς ἀσκητὴς «εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Β’ Κορινθ. δ’ 15). Κι ἀπὸ ἐκεῖ συνεχίζει τὰ εὐεργετικὰ θαύματά του σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ μὲ συντριβὴ ψυχὴς καὶ εἰλικρινῆ μετάνοια ἐκζητοῦν τὴ μεσιτεία του.
Δυστυχῶς τὸ σπήλαιο τοῦ Ἁγίου εἶναι ἀκαθόριστο σήμερα. Ὁ χρόνος τὸ ἔχει ἐξαφανίσει καὶ ὁ χῶρος ἔχει καταχωσθεῖ. Ἔξω ὅμως ἀπὸ τὸ χωριὸ καὶ στὸ Ν.Α. ἄκρον τοῦ κοιμητηρίου βλέπει κανεὶς ἕνα ἐρειπωμένο ἐκκλησάκι, ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος μὲ τὰ χέρια του. Ἡ μικρὴ αὐτὴ Βυζαντινὴ ἐκκλησοῦλα εἶναι μονόκλιτος καὶ μὲ στέγη καμαρωτή, στενόμακρη 10.80μ. ἐπὶ 3.60μ. Δυστυχῶς ἐδῶ καὶ λίγα χρόνια ἔπαψε καὶ νὰ λειτουργεῖται.
Γύρω ἀπὸ τὴν ἐκκλησοῦλα ὑπάρχουν θεμέλια κελλιῶν, ποὺ μαρτυροῦν ὅτι κάποτε ἐκεῖ ἦταν κτισμένη καὶ Ἱερὰ Μονὴ πρὸς τιμὴ τοῦ ἁγίου Ὀνησιφόρου.
Οἱ περιπέτειες τοῦ μαρτυρικοῦ νησιοῦ μας ἔγιναν αἰτία πολλοὶ πνευματικοὶ θησαυροί μας νὰ χαθοῦν. Αὐτὸ ἔγινε καὶ μὲ τὸ θαυματουργὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου. Γιὰ πολλὰ χρόνια βρισκόταν στὸ χωριὸ καὶ φυλασσόταν σὲ μία λάρνακα.
Ἀπὸ καιρὸ ὅμως χάθηκε καὶ κανένας δὲν ξέρει τίποτε γι' αὐτό.
Νοερὰ οἱ προσκυνητές, ποὺ ἐπισκέπτονται τὴν Ἀναρίτα γονατίζουν ἐκεῖ στὴν ἐκκλησία κι ἐπικαλοῦνται τὴ μεσιτεία καὶ τὴ βοήθειά του.
Τὴ μεσιτεία του ἂς ἐκζητοῦμε κι ἐμεῖς.
Σήμερα μάλιστα, ποὺ τὸ νησί μας περνᾷ τὶς πιὸ δύσκολες ἥμερες τῆς τετραχιλιόχρονης ἑλληνοχριστινικῆς ζωῆς του, ἂς καταφεύγουμε μὲ πίστη στὸν Ἅγιό μας κι ἂς τοῦ ζητοῦμε τὸν φωτισμὸ καὶ τὴ βοήθειά του στὰ πολλαπλὰ προβλήματά μας.
Ἐπίσκεψη Θεοῦ ἦταν ἡ ἧττα τοῦ στόλου, ποὺ κυβερνοῦσε. Ἐπίσκεψη θλιβερή. Τὴν δέχτηκε, ὅπως δεχόταν καὶ τὶς πλούσιες εὐεργεσίες, ποὺ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοῦ πρόσφερε. Τὴν δέχτηκε μὲ εὐγνωμοσύνη κι ἔδωκε τὴν καρδιά του στὸν Κύριο.
Πάλεψε μὲ «τὸν Ἄρχοντα τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» καὶ νίκησε. Μὲ τὸ παράδειγμά του μᾶς καλεῖ κι ἐμᾶς νὰ τὸν μιμηθοῦμε.
Ἄπειρες οἱ εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ δοκιμάζουμε ὅλοι μας. Στὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς τοῦ καθενός μας στέκει ὁ Κύριος καὶ μᾶς λέγει: «Ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω. Ἐὰν τὶς ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξει τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ' αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ' ἐμοῦ» (Ἀποκαλ. γ’ 20).
Ὁ συνετὸς νέος Ὀνησίφορος στὴν πρόσκληση τοῦ Ἰησοῦ ἤκουσε κι ἔσπευσε κι ἄνοιξε τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς του στὸν τιμημένο ξένο. Τὴν εὐλογημένη αὐτὴ πράξη τοῦ φιλόθεου νέου, θὰ θελήσουμε κι ἐμεῖς νὰ τὴν ἀντιγράψουμε;
Τὴν ἀπάντηση ἂς σπεύσει ὁ καθένας νὰ τὴ δώσει ὁ ἴδιος στὸν Κύριο. Τὸ ἀποτέλεσμά μας εἶναι γνωστό. Ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη τῆς ψυχῆς, ποὺ διψοῦμε ὅλοι μας, κι ὁ πόθος μας γιὰ ἐθνικὴ δικαίωση δὲν θὰ μείνει καυτὸς πόθος καὶ γλυκὺς ὁραματισμός, μὰ θὰ γίνει ζωντανὴ πραγματικότητα.
Δία τῶν πρεσβειῶν τοῦ ἁγίου Ὀνησιφόρου, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησον καὶ σῶσον ἡμᾶς. Ἀμήν.
Ἀπολυτίκιο Ἦχος γ' Θείας πίστεως.
Θείοις θαύμασι κατεπλουτίσθη, πάτερ ὅσιε Ὀνησίφορε, ἡ τῆς Πάφου Ἁγία Μητρόπολις- τὸν ἄσυλον θησαυρὸν ἡ Ἀναρίτις ἐκτήσατο, ἔχουσα τὴν λάρνακα τῶν ἁγίων λειψάνων σου· ἡ καὶ βρύει ἀεννάως ἰάσεις εἰς δόξαν Χριστοῦ τοῦ ἐν Τριάδι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Άγιο Ονούφριο
Ο Άγιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος (στα Αραβικά ονομάζεται Abü Nufar) είναι από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες των αιγυπτιακών ερήμων. Στα Αραβικά όπως προείπαμε αναφέρεται ως Abü Nufar, που σημαίνει «πάτερ(abu) Χορτοφάγος (nufar)». Ο Ονούφριος, καταγόταν από την Περσία σύμφωνα με τον βιογράφο του, τον όσιο Παφνούτιο. Το ότι η πατρίδα του Αγίου Ονουφρίου ήταν η Περσία δεν μνημονεύεται ούτε στα εν χρήσει Συναξάρια, ούτε και στον Κανόνα της εορτής του. Τρεφόταν με χόρτα και το ένδυμα του ήταν από φύλλα φοίνικα.
Από παιδί ακόμα έδειχνε φλογερό πόθο ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό. Σε νεαρή ηλικία, εντάχθηκε σε μια κοινοβιακή αδελφότητα, όπου για αρκετά χρόνια ασκήθηκε στην πνευματική και σωματική εγκράτεια και στην υπακοή. Η μεγάλη του ταπεινοφροσύνη έκανε τους αδελφούς του να τον αγαπήσουν πολύ. Όταν ωρίμασε περισσότερο στην ηλικία ο Ονούφριος θέλησε να πάει βαθύτερα στην έρημο, να γνωρίσει και να μιμηθεί τη ζωή των εκεί ασκητών της. Αργότερα με την ευλογία του Γέροντός του αποσύρθηκε στην έρημο. Αφού βάδισε αρκετά μέσα στην έρημο, συνάντησε την καλύβη του ερημίτη Ερμία, που με θεία αποκάλυψη τον περίμενε. Ο Ερμίας τον οδήγησε σε μια καλύβη, κάτω από έναν πελώριο φοίνικα, που δίπλα κελάρυζαν τα νερά μιας καθάριας πηγής. Εκεί ο Ονούφριος επιδόθηκε σε μεγαλύτερη πνευματική άσκηση, και η φήμη του διαδόθηκε σε όλους τους ερημίτες, που συχνά πήγαιναν να τον συμβουλευθούν και να πάρουν την ευχή του. Με την εν χάριτι άσκηση καθάρισε την ψυχή του από τα πάθη και έφθασε στον φωτισμό και την θέωση.
Οι δίκαιοι ζούν αιωνίως και ο μισθός των ευρίσκεται εις χείρας του Κυρίου, ο Υψιστος φροντίζει δι΄ αυτούς. Διά τούτο αυτοί θα λάβουν από την χείρα του Κυρίου την ένδοξον βασιλείαν των Ουρανών και το ωραίο βασιλικό διάδημα στις κεφαλές των, διότι ο Κύριος με την δεξιάν του θα τους σκεπάσει και με τον βραχίονα του θα τους προστατεύσει κατά των εχθρών των. Ο Κύριος θα λάβει ως όπλα Του την οργήν Του και όλα τα στοιχεία της φύσεως θα μεταβάλει εις όπλα προς απόκρουση των εχθρών του. Θα ενδυθεί ως ένδυμα την Δικαιοσύνη του, θα φορέσει ως περικεφαλαία κρίσιν αμερόληπτον. Αντί ατρώτου ασπίδος θα ενδυθεί την αγιότητα. Θα χρησιμοποιήσει ως οξεία ρομφαιαν την σκληράν οργήν Του. Μαζί του θα πολεμήσουν όλα τα στοιχεία της φύσεως κατά των παραφρόνων τούτων ασεβών. Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ. διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον αὐτοῦ καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν· ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καὶ περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον· λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα, ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ρομφαίαν, συνεκπολεμήσει δὲ αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς. καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν.(Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. 5, Στιχ. 15-23).
Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου: Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε σε Κοινόβιο, συνέβη το εξής: Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες.'Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα... Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν. Κάποιο ζωάκι θα ταίζει, σκέφθηκε. Αυτό συνεχίσθηκε για καμμιά εβδομάδα. Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά, που του δίνω. Πράγματι, τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και είδε ότι ο μικρός κουβέντιαζε με το Βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου! Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταίζει κανείς... ούτε και η μαμά Σου... Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί... Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί... και, όπως μάζεψε το χεράκι Του μαζί με τα ψωμάκι, εξαφανίσθηκε τα ψωμί μέσα στην εικόνα!... Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος, έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη. Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν: - Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον Οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες. Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη: -- Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να σου πω να μου δώσεις από το δικό σου. Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δεν ξέρω! Και ω, του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το Βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει! Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ' όλο τα μοναστήρι και στον γύρω τόπο. Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού πολλού κόπου, Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό, που λέγει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη θεία Λατρεία: «Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος». Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρόν Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα ηυξάνετο και η αγιότης του. θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος... όπως και έγινε... Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο.
Κατά τους τρείς πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, αρκετά πρίν την κατάπαυση των διωγμών επί Μ. Κων/νου, ενεφανίσθησαν ευσεβείς Χριστιανοί, οι οποίοι έφευγαν από τον κόσμο για να επιδοθούν, απερίσπαστοι από βιοτικές μέριμνες και κοσμικούς θορύβους, στην άσκηση και την προσευχή. Ενώ άλλοι αναχωρούσαν στην έρημο για να αναζητήσουν εκεί όχι απλώς μία ασφάλεια από τους κινδύνους ενός διεφθαρμένου πολιτισμού, αλλά την πλήρη εκείνη προσφορά της ζωής τους στο Θεό. Έτσι έχουμε την ανάπτυξη του πρώιμου ερημιτικού μοναχισμού.Τον 4ο αιώνα όμως ο Χριστιανισμός εισέρχεται σε μια νέα περίοδο της ιστορικής του πορείας. Ο διωγμός παύει, η Κωνσταντίνιος ειρήνη επικρατεί, η Εκκλησία πλέον τιμάται και προστατεύεται από το κράτος, αποκτά πλούτη, προνόμια. Αυτό έχει ως συνέπεια την εμφανή εκκοσμίκευσή της. Τότε ακριβώς το παράδειγμα των ολίγων μεμονωμένων αναχωρητών των τριών πρώτων αιώνων βρίσκει μυριάδες μιμητών. Ιδρύονται Σκήτες, Λαύρες, Κοινόβια μεγάλα και πάμπολλα. Ο μοναχισμός πλέον μεγαλύνεται, οι άγιοι πατέρες της ερήμου λάμπουν στον εκκλησιαστικό ουρανό διότι «χειρ Κυρίου ην μετ’ αυτών», και απλώνεται από την Αίγυπτο και τη Λυβίη, στο Σινά, στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο Άγιον Όρος και σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο.
Ο Άγιος Ονούφριος στην αρχή της μοναχικής του πολιτείας εισέρχεται σε Κοινόβιον κοντά στην Ερμούπολη της Θηβαϊδος. Το Κοινοβιακό Σύστημα αποτελεί αυστηρότερη μορφή του Λαυρεωτικού και διεμορφώθη υπό του Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου τον Δ' αιώνα στην Αίγυπτο. Στο κοινόβιο της Ερμουπόλεως ο Ονούφριος διδαχθηκε τα του μοναχικού βίου. Εκεί άκουσε δια την ήσυχον και ερημικήν ζωήν δύο μεγάλων μορφών της Εκκλησίας μας, τον ασκητικόν και ερημικόν βίον του Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου και τον μιμητή αυτού Ιωάννη τον Πρόδρομο και προετοιμαστή της παρουσίας του Χριστού, ο οποίος, ως και ο Ηλίας, φέρων ασκητικόν ένδυμα και ακολουθών τον ερημικόν βίον εκήρυξε στο λαόν το βάπτισμα της μετανοίας.
Η άκτιστη Χάρη του Θεού πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη, την ψυχή και το σώμα του, και γι’ αυτό το σκήνωμά του μετά την οσιακή του κοίμηση ευωδίαζε. «Όποιος έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και στην ψυχή και στο σώμα, έχει την τέλεια αγάπη. Και αν κανείς διαφυλάξει αυτήν την χάρη, θα αγιάσουν τα λείψανά του, όπως των αγίων μαρτύρων, των προφητών η των άλλων μεγάλων αγίων»[1]. Στην Ορθόδοξη Ανατολή ο μοναχικός βίος, ως μέσον της εν Χριστώ σωτηρίας, συνεδέθη από την αρχή με την ησυχία, η οποία αποτελεί τρόπο θεωρητικής ασκήσεως και η οποία αποσκοπούσε στη νήψη. Τελικό στάδιο της νήψης είναι η εν Χριστώ αληθεία, δηλαδή η πλήρης και τελεία κυριαρχία επί των παθών και η υποταγή του όλου ανθρώπου στο θέλημα του Θεού.
Ο Πανάγαθος Θεός έφερε τον άνθρωπο στην παρούσα ζωή, όχι για να προσκολλάται η ψυχή του σε κτήματα και χρήματα, δόξες και απολαύσεις και όλα γενικά τα αγαθά του μάταιου αυτού κόσμου. Δεν πλάσθηκε ο άνθρωπος μόνο για την πρόσκαιρη αυτή ζωή.
Για όλα αυτά ο Κύριος μας συνιστά:
Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. (Κατά Λουκάν, Κεφ. ΚΑ, Στιχ. 34).
Ο Άγιος Ονούφριος ενθουσιασμένος δια τον ερημιτικό βίον και τον αναχωρητισμό, νέκρωσε τα επι της γης μέλη και υπομένοντας τον παγετόν της νύκτας και της ημέρας τον καύσωνα, πέτυχε της ουρανίου ζωής, βλέπων, όπως τονίζει ο υμνογράφος αυτού, το αμήχανον κάλλος του Κτίστου του. Έζησε στην έρημο 60 έτη περίπου, έχοντας ως τροφή την εγκράτειαν και ως πλούτον την πτωχείαν και την ακτημοσύνην. Ο Άγιος Ονούφριος είχεν ως ένδυμα, κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, τον Ιησού Χριστόν. Η απάθεια δεν θα πρέπει να συγχέεται με την έλλειψη πειρασμών, αλλά τουναντίον με την ισχυρή παρουσία αυτών και την πλήρη ελευθερία αντιμετωπίσεως τους.
Έρημος όμως γίνεται και η καρδιά του ανθρώπου όταν απολέσει την θεία Χάρη. Εκείνοι οι οποίοι γεύθηκαν την γλυκύτητα της θείας Χάριτος, έστω και λίγο, και στην συνέχεια συνέβη να την χάσουν, αυτοί την αναζητούν όπως η μητέρα το μικρό παιδί της που το έχει χάσει μέσα σε κάποιο συνωστισμό και φωνάζει και τρέχει και το αναζητεί με δάκρυα και πόνο. Και όταν το βρει τότε χαίρει και αγάλλεται και το σφίγγει στην αγκαλιά της προσέχοντας να μη το ξαναχάσει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με εκείνον που γεύθηκε την θεία Χάρη και για κάποιο λόγο την απώλεσε. Αισθάνεται την καρδιά του έρημη και αδειανή, και κράζει, και φωνάζει, και προσεύχεται αδιαλείπτως. Και όταν μετά από μεγάλο αγώνα, αγωνία, αναζήτηση, πόνο και κλάμα την ξαναβρεί, τότε χαίρει και αγάλλεται και φωνάζει μαζί με τον Προφήτη Ησαΐα, «ευφράνθητι έρημος διψώσα...».
Η μετά του Θεού ένωσις είναι μυστήριον, το οποίον τελειούται εν τοις ανθρωπίνοις προσώποις. Εν τέλειον πρόσωπον λαμβάνει εν πλήρει συνειδήσει όλας τας αποφάσεις του. Είναι ελεύθερον πάσης βίας, πάσης φυσικής ανάγκης. Όσον προοδεύει τις εις την οδον της ενώσεως, τόσον περισσότερον συνειδητός γίνεται. Η συνείδησις αυτή εν τη πνευματική ζωή καλείται γνώσις υπό των ασκητικών Πατέρων της Ανατολής.
Κάποτε, επισκέφθηκε τον όσιο Ονούφριο ο Αββάς Παφνούτιος. Οι δύο ασκητές χάρηκαν ο ένας την παρουσία του άλλου, αντήλλαξαν τις εμπειρίες τους και ενισχύθηκαν πνευματικά. Ο Θεός όμως οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε η συνάντηση αυτή να συμπέση με την ώρα της «εξόδου» του οσίου Ονουφρίου και έτσι το σώμα του ενταφιάστηκε από τον αββά Παφνούτιο κάτω από τον μεγάλο φοίνικα, η δε ψυχή του «συναγάλλεται εν ουρανοίς μετά πάντων των αγίων». Θύμισε, έτσι, σε όλους τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: "γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν". Δηλαδή, γύμναζε και συνήθιζε τον εαυτό σου στη συνεχή εξάσκηση της αγίας ζωής.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης όταν αναφέρεται στον θρήνο του Αδάμ, μετά την παρακοή και την απώλεια του Παραδείσου, ουσιαστικά περιγράφει τον δικό του θρήνο όταν απώλεσε την Χάρη του Θεού και για αρκετά χρόνια την αναζητούσε με πόνο και δάκρυα. Και διδάσκει, από την εμπειρία του, ότι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εύρεση και διαφύλαξη της θείας Χάριτος είναι εκείνος της ταπεινώσεως.
Η έρημος αποτέλεσε την πνευματική κολυμβήθρα, στην οποία οι ασκητές ήρθησαν σε δυσθεώρητα ύψη πνευματικών ανατάσεων. Το απαστράπτον φώς της θεότητος οδηγεί τον άνθρωπον εις την πνευματική γαλήνην, νηνεμία και μακαριότητα. Ο ασκητικός αγώνας είναι ουσιαστικά το πέρασμα από την «στενήν και τεθλιμμένην οδόν», που όμως γλυκαίνει και νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Αλλά και τροφοδοτεί τον πνευματικό οργανισμό με ισχυρά αντισώματα, για να είναι σε θέση να αντέχη στα δύσκολα, να αποδιώχνη την πίκρα των λυπηρών και να βιώνη την γλυκειά χαρμολύπη. Έχει όμως και η έρημος θύελλες και καταιγίδες, έχουν ισχυρούς ανέμους τα απόκρημνα όρη, ανέμους, οι οποίοι στροβιλίζουν σώμα και πνεύμα.
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γράφει: «Ο κόσμος νομίζει πως οι μοναχοί είναι ανώφελο γένος. Έχουν όμως άδικο να σκέφτονται έτσι. Δεν ξέρουν πως ο μοναχός προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Δεν βλέπουν τις προσευχές του και δεν γνωρίζουν με πόση ευσπλαχνία τις δέχεται ο Κύριος. Οι μοναχοί κάνουν μεγάλο πόλεμο με τα πάθη και γι’ αυτόν τον αγώνα τους θα είναι μεγάλοι κοντά στο Θεό».
Η μεγαλύτερη κοινωνικότητα και γενικότερα προσφορά των μοναχών και η μεγαλύτερη έκφραση της αγάπης των μοναχών προς όλον τον κόσμο είναι οι προσευχές τους, όπως λέει ο Άγιος Σιλουανός «ο μοναχός είναι ικέτης υπέρ όλου του κόσμου, θρηνεί για όλο τον κόσμο και σ΄ αυτό έγκειται το κύριο έργο του. Ποιος άραγε όμως τον προτρέπει να χύνει δάκρυα για όλο τον κόσμο; Ο Κυρίως μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού. Αυτός παρέχει στον μοναχό την αγάπη του Αγίου Πνεύματος και από αυτή την αγάπη η καρδιά του μοναχού είναι πάντοτε περίλυπη επειδή δεν σώζονται όλοι οι άνθρωποι».
Ο Κύριος, όταν απέστειλε τους Μαθητές του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους ανθρώπους, έλεγε: Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς (Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ε, Στιχ. 13-16). Ας σημειωθεί ότι ο μοναχός, ο φωτισθείς από το Θείο Φώς της χάριτος του Θεού δεν παύει να προσεύχεται με απεριόριστη αγάπη για εκείνους που ζούν στον κόσμο. Πρὸ τῆς τελευτῆς του καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Παφνουτίου ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος εἶπε τὴν ἀκόλουθη προσευχή: «Ὕψιστε Θεὲ καὶ ἀόρατε, οὗ ἡ δύναμις ἀνεξιχνίαστος καὶ ἡ δόξα ἀκατανόητος καὶ ἀνέκφραστος, καὶ τὸ ἔλεος ἄπειρον καὶ ἀμέτρητον, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω Σε, Ὃν ἐπόθησα ἐκ νεότητός μου καὶ Σοὶ ἠκολούθησα. Ἐπάκουσόν μου, πρὸς Σὲ γὰρ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου, οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου. Δέομαί Σου, Κύριέ μου· τῇ Σῇ δεξιᾷ σκέπασόν με, ἵνα μὴ ταραχθῇ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ὅταν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ σώματος, ἀλλὰ παράλαβε αὐτὴν δι’ ἁγίων Ἀγγέλων Σου καὶ κατάτακον αὐτὴν ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας. Μνήσθητι Πανοικτίρμον καὶ Πολυέλεε τοῦ πιστοῦ λαοῦ Σου. Καὶ ὅστις εὑρεθῆ εἰς κίνδυνον θαλάσσης ἢ εἰς θυμὸν δικαστοῦ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ στενοχωρίαν, καὶ Σὲ ἐπικαλεσθῇ λέγων· Παντοδύναμε Κύριε, διὰ πρεσβειῶν τοῦ δούλου σου Ὀνουφρίου ἐλέησόν με, παρακαλῶ τὴν βασιλείαν Σου, καθὼς μοῦ ἔταξες ἐπάκουσον τῆς δεήσεως αὐτοῦ. Κύριε εἰς χεῖρας Σου παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου».
Ο Άγιος Ονούφριος μας διδάσκει και μας εμπνέει με την άγια ζωή του. Ο βίος του Αγίου Ονουφρίου μας διδάσκει και μας καλεί "το εκείνων αγαθόν οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως" [2], να τον μιμηθούμε, για να οικειοποιηθούμε την αρετή του. Μας βοηθάει, επίσης ο Αγιος, με τις πρεσβείες του. Είναι ένα καλλιτέχνημα του Αγίου Πνεύματος, μια περικαλλής εικόνα του Θεού, ένας ζωντανός και έμψυχος ναός Του, πλούτος και στολισμός για την Εκκλησία μας. Μας διδάσκει ότι η εν Χριστώ ζωή δεν ειναι απλώς η κοινωνία με τον Χριστό, η ζωή μέσα στην Παρουσία Του. Είναι και κάτι πολύ περισσότερο και ασύγκριτα ανώτερο. Είναι η ένωση με τον Χριστό. Μας γνωρίζει ότι την πρόσκαιρη επίγεια ζωή μας που τρέμουμε μη τη χάσουμε και την προστατεύουμε σαν τη μικρή φλόγα στην κορφή ενός κεριού που τρεμοπαίζει καθώς ο αέρας τη φυσά, αυτή τη μικρή ζωή δεν υπάρχει άλλος τρόπος όχι μόνο να τη διατηρήσουμε, αλλά και να την κάνουμε να λάμψει "ως ο ήλιος", από το να τη σβήσουμε μόνοι μας. O εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν. (Κατά Ματθαίον, Κεφ. I, Στιχ. 39). Aυτὀς που θέλει να σώσει τη ζωή του, θα χάσει τη μακαρία πνευματική ζωή. Όποιος όμως δεν ζεί για τον εαυτό του αλλά προσφέρει τη ζωή του στον Χριστό και στην υπακοή των εντολών Του, αυτός θα την κερδίσει αιώνια, αθάνατη και αληθινή στη Βασιλεία Του. Ο δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται. καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ. (Κατά Ματθαίον, Κεφ. I, Στιχ. 40-42).
Η Ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με" αποτελεί το αφρόγαλα όλων των Προσευχών και συνοψίζεται σε πέντε μόνο λέξεις σταθερά επαναλαμβανόμενες. Η επίκληση «Κύριε» εκφράζει ευγνωμονική στάση της ψυχής και πεποίθηση στις Δωρεές που απορρέουν απο τη λυτρωτική Θυσία του Υιού του Θεού. Η επίκληση «Ιησού» εκφράζει το πάθος και το πύρ της ψυχής προς τον Αγαπημένο. Η επίκληση «Χριστέ» εδράζεται σε μία σχέση μετανοίας και συγγνώμης, ὀμοια με του τραυματία προς τόν θεράποντα. Τέλος η επίκληση «ελέησόν με» υποβάλλει τη δραματικότητα του πάσχοντος. Εδώ υπάρχει η συναίσθηση του βάρους τών αμαρτημάτων, αλλά και η γεύση της Χρηστότητας το Θεού και της Συγγνώμης Του, σφού η επίκληση αυτή μετέχει περισσότερο της παρρησίας, σπ' όσο η επίκληση «συγχώρησον»
Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν καί ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν καλασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ· ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται· κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ. (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. 3, Στιχ. 1-9). Η ζωή των δικαίων βρίσκεται υπό την προστατευτική χείρα του Θεού και καμμία θλίψη δεν θα εγγίσει αυτούς, άνευ της παραχωρήσεως Εκείνου. Στα μάτια των αφρόνων ασεβών θεωρήθηκε ο θάνατος των ως εξαφανισμός, και η πρόωρος έξοδος εκ της παρούσης ζωής ως τιμωρία, διάψευσις των ελπίδων των. Θεωρήθηκε η αναχώρηση των εκ της ζωής ως πλήρης καταστροφή. Εκείνοι όμως υπάρχουν εν ειρήνη. Έστω και αν στα μάτια των ανθρώπων φαίνονται πάσχοντες, έχουν σταθερά πεποίθηση ότι θα εισέλθουν στην αθανασία. Εάν υποφέρουν ολίγα βάσανα εδώ, πολλήν αμοιβήν θα λάβουν εκεί, διότι ο Κύριος εδοκίμασε αυτούς διά των θλίψεων και εύρεν , ότι είναι άξιοι αμοιβής Του. Εδοκίμασε ο Κύριος αυτούς ως ο χρυσοχόος δοκιμάζει τον χρυσόν δια πυρός εις την καθαρτήριον χοάνη του και εδέχθη τούτους ευμενώς ως τα ολοκαυτώματα των θυσιών. Αυτοί θα λάμψουν, όταν ο Κύριος τους επισκεφθή και ως σπινθήρες θα διατρέχουν καίοντες την ευφλεκτον καλάμην, τους ασεβείς. Θα καταδικάσουν τα ασεβή έθνη και θα κυριαρχήσουν των ασεβών λαών, διότι ο Κύριος θα είναι Βασιλεύς αυτών εις τους αιώνας. Οι έχοντες πίστην και πεποίθησιν εις τον Θεόν, θα εννοήσουν την αλήθεια των λόγων και υποσχέσεων του και με αγάπην θα υπομείνουν και θα παραμένουν πλησίον του, διότι η δωρεά και ευσπλαγχνία Του θα δοθή εις τους αφωσιωμένους Του και η προσοχή Του θα στραφή προς τους εκλεκτούς Του.
Οι πατέρες μας διδάσκουν ότι το Πνεύμα είναι δώρο και ότι η αίτηση αυτού του δώρου είναι η μόνη που δεν μένει ποτέ χωρίς άμεση απάντηση. Η επίκληση αγγίζει την ίδια τη φύση Εκείνου που δίδεται και τον προτρέπει να φανερωθεί. Ο άνθρωπος όταν αναζητά την Βασιλεία των Ουρανών, υπακούει στον Κύριο του και Θεό του και γίνεται παιδί του. Και όταν τη βρίσκει, χαίρεται όπως ο ευρών πολύτιμον μαργαρίτην, θησαυρόν κεκρυμμένον, και η χαρά του είναι πεπληρωμένη. Έτσι και ο Άγιος Ονούφριος, ανεδείχτηκε σε άστρο φωτεινό σε αυτούς που μονάζουν και ακτινοβολεί σε όλη την οικουμένη, όπως το φεγγάρι στη νύχτα, και λάμπει με αυτό τον τρόπο στους ασκητικούς αγώνες σαν ήλιος. Δια τούτο ας ζητήσουμε από τον Άγιο να μην πάψει να πρεσβεύει ακατάπαυστα για όλους εμάς όπως λέει και στο αντίστοιχο κοντάκιο του αγίου στο Ωρολόγιο το Μέγα. "Αστήρ φαεινός εδείχθης τοις μοναζουσιν, ως φέγγος νυκτί αυγάζεις εν τοις πέρασιν. ούτω, πάτερ, έλαμψας εν ασκήσει καθάπερ ήλιος. δια τούτο, Ονούφριε, μη παύση πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών".
Τότε στήσεται ἐν παρρησίᾳ πολλῇ ὁ δίκαιος κατὰ πρόσωπον τῶν θλιψάντων αὐτὸν καὶ τῶν ἀθετούντων τοὺς πόνους αὐτοῦ. ἰδόντες ταραχθήσονται φόβῳ δεινῷ καὶ ἐκστήσονται ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆς σωτηρίας. (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. Ε, Στίχ. 1-2).
Kατά την ημέρα της Κρίσεως ο δίκαιος θα ορθωθεί με πολύ θάρρος ενώπιον εκείνων, οι οποίοι εν τη γή τον κατεδίωξαν και ηρνήθησαν τους κόπους του. Εκείνοι, όταν θα τον ιδούν, θα ταραχθούν και θα φοβηθούν πολύ, θα εκπλαγούν δια την απροσδόκητο σωτηρία του. Εροῦσιν ἐν ἑαυτοῖς μετανοοῦντες καὶ διὰ στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται καὶ ἐροῦσιν· οὗτος ἦν ὃν ἔσχομέν ποτε εἰς γέλωτα καὶ εἰς παραβολὴν ὀνειδισμοῦ οἱ ἄφρονες· τὸν βίον αὐτοῦ ἐλογισάμεθα μανίαν καὶ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἄτιμον. πῶς κατελογίσθη ἐν υἱοῖς Θεοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ὁ κλῆρος αὐτοῦ ἐστιν; ἄρα ἐπλανήθημεν ἀπὸ ὁδοῦ ἀληθείας, καὶ τὸ τῆς δικαιοσύνης φῶς οὐκ ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ὁ ἥλιος οὐκ ἀνέτειλεν ἡμῖν· (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. Ε, Στίχ. 3-6). Θα είπουν δέ καθ' εαυτούς εν μετανοία και εν μεγάλη ψυχική αγωνία ευρισκόμενοι και στενάζοντες: Αυτός είναι εκείνος, τον οποίον ημείς οι άφρονες κάποτε περιεγελώμεν και είχομεν ως παροιμίαν εμπαικτικήν; Ενομίσαμεν ότι η ζωή του ήτο ανισόρροπος και ο πρόωρος θάνατος του άτιμος. Πως κατετάγη όμως μεταξύ των υιών του Θεού και η θέσις του ευρίσκεται μεταξύ των αγίων ανδρών; Άρα απεπλανήθημεν της αληθούς οδού και το φώς της δικαιοσύνης δεν έλαμψεν εις ημάς ο ήλιος της αληθείας δεν ανέτειλεν εις ημάς. Αντίθετα, οι δίκαιοι, όπως ο Αγιος Ονούφριος, γεύονται τις πλούσιες ευλογίες και δωρεές του Θεού καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και φθάνουν στο τέλος της ολοήμερου απασχολήσεως και δοξολογούν τον εν Τριάδι Θεό. Μια δοξολογία πηγαία του άνθρωπου προς το Θεό Δημιουργό και Πατέρα για την παρέλευση της ημέρας. Και αυτή η δοξολογία δεν είναι μια στιγμιαία κατάσταση του ανθρώπου. Δεν είναι μια ευχαριστία που συνεπάγεται και συγκεκριμένο χρόνο, αλλά επεκτείνεται στην όλη δοξολογική διάσταση της ζωής του ανθρώπου. Η Θεία Χάρις διαφωτίζει, ενισχύει και ενδυναμώνει τις φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου στο δρόμο της σωτηρίας και την επιστροφή στον Θεό, με άλλα λόγια την αναγέννηση, τη δικαίωση και τον αγιασμό. Ο άγιος Ονούφριος εικονίζεται στις αγιογραφίες ως γέρων γυμνός, μακρυμάλλης, έχων τα γένεια μακρά έως τους πόδας και λέγει : Μη κόρος εντέρων σε Χριστού χωρίση, μή βόρβορος σε των παθών καθηδονή ει δ' ουν, δακρύσεις εν φλογί τη παμφάγω. Η κατάσταση της εν Χριστώ Ιησού δόξης του ανθρώπου, προερχόμενη εκ της κοινωνίας αυτού μετά της Θείας δόξης συνεπάγεται πραγματική μεταβολή του όλου ανθρώπου εις καινή κτίσιν.
Ὁ βιογράφος του Αγιου Ονουφρίου ο Όσιος Παφνούτιος, ἀναφέρει ὅτι δύο λιοντάρια ἄνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Αγίου στὸν ὁποῖο ἐνταφιάσθηκε τὸ ἱερὸ σκήνωμά του. Παρατηρούμε ότι, όπως και σε άλλους ανθρώπους του Θεού, όταν κάποιος ανακαινισθεί εν Χριστώ, τότε ημερούται και η τω πεπτωκότι ανθρώπω συστενάζουσα και συνοδύνουσα κτίσις. Η δε άλογος φύσις επανέρχεται εις την παραδεισἰαν κατάσταση και θέτει εαυτήν εις την διακονία του ανθρώπου. Ο Παφνούτιος έθαψε τον Άγιο Ονούφριο μετά το θάνατο του, αφού έσχισε στα δύο το δικό του φτωχό ένδυμα και περιτύλιξε με το μισό το γυμνό σώμα του Οσίου που το σκέπαζαν λευκές τρίχες και κράτησε το άλλο μισό για την κάλυψη του δικού του σώματος. Έτσι, αχίτωνας δηλαδή, αναχώρησε για την άλλη ζωή ο Άγιος Ονούφριος, όχι απλώς τηρώντας αλλά και ξεπερνώντας την εντολή του Κυρίου "ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ὁ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω" (Κατά Λουκάν, Κεφάλαιο Γ, Στιχ. 11), αφού γυμνός βρέθηκε στο τέλος της ζωής του. Καὶ τὴν ἑνὸς χιτῶνος ἐντολήν, Πάτερ,Ὑπερβέβηκας, γυμνητεύσας εἰς τέλος. Δωδεκάτῃ ἀχίτωνα Ὀνούφριον ἐκ βίου ἦραν λέει το επιγραμματικό εγκωμιαστικό δίστιχο του Συναξαρίου. Όπως μαρτυρείται και στον κοντάκιο του, ο Άγιος Ονούφριος δέχτηκε μέσα στην καρδιά του το νοητό και ουράνιο φως και αποδείκτηκε δοχείο της άφθαρτης Τριαδικής Θεότητας και τώρα έχει συναριθμηθεί με τους Αγγέλους και ψάλλει δυνατά το δοξολογικό ύμνο Αλληλούια.
Ο Άγιος Ονούφριος ετελεύτησε την εδώ βιοτήν του την 12η Ιουνίου, ημέραν κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά και γεραίρει την μνήμη του μαζί με την μνήμη του Οσίου Πατρός Πέτρου του εν τω Άθω.Η μνήμη του οσίου Ονουφρίου του Αιγυπτίου συμπίπτει κατά μεν το παλαιό ημερολόγιο (ακουλουθείται από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Άγιον Όρος, τη Ρωσική Εκκλησία κλπ) από του Σαββάτου των ψυχών μέχρι της Παρασκευής της Ε' εβδομάδος Ματθαίου, κατά δε το νέο ημερολόγιο (ακολουθείται από την Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλπ) από της Κυριακής του Τυφλού μέχρι του Σαββάτου της Γ' εβδομάδος Ματθαίου.
Ο Άγιος Ονούφριος ο Αιγύπτιος (στα Αραβικά ονομάζεται Abü Nufar) είναι από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες των αιγυπτιακών ερήμων. Στα Αραβικά όπως προείπαμε αναφέρεται ως Abü Nufar, που σημαίνει «πάτερ(abu) Χορτοφάγος (nufar)». Ο Ονούφριος, καταγόταν από την Περσία σύμφωνα με τον βιογράφο του, τον όσιο Παφνούτιο. Το ότι η πατρίδα του Αγίου Ονουφρίου ήταν η Περσία δεν μνημονεύεται ούτε στα εν χρήσει Συναξάρια, ούτε και στον Κανόνα της εορτής του. Τρεφόταν με χόρτα και το ένδυμα του ήταν από φύλλα φοίνικα.
Από παιδί ακόμα έδειχνε φλογερό πόθο ολοκληρωτικής αφιέρωσης στο Θεό. Σε νεαρή ηλικία, εντάχθηκε σε μια κοινοβιακή αδελφότητα, όπου για αρκετά χρόνια ασκήθηκε στην πνευματική και σωματική εγκράτεια και στην υπακοή. Η μεγάλη του ταπεινοφροσύνη έκανε τους αδελφούς του να τον αγαπήσουν πολύ. Όταν ωρίμασε περισσότερο στην ηλικία ο Ονούφριος θέλησε να πάει βαθύτερα στην έρημο, να γνωρίσει και να μιμηθεί τη ζωή των εκεί ασκητών της. Αργότερα με την ευλογία του Γέροντός του αποσύρθηκε στην έρημο. Αφού βάδισε αρκετά μέσα στην έρημο, συνάντησε την καλύβη του ερημίτη Ερμία, που με θεία αποκάλυψη τον περίμενε. Ο Ερμίας τον οδήγησε σε μια καλύβη, κάτω από έναν πελώριο φοίνικα, που δίπλα κελάρυζαν τα νερά μιας καθάριας πηγής. Εκεί ο Ονούφριος επιδόθηκε σε μεγαλύτερη πνευματική άσκηση, και η φήμη του διαδόθηκε σε όλους τους ερημίτες, που συχνά πήγαιναν να τον συμβουλευθούν και να πάρουν την ευχή του. Με την εν χάριτι άσκηση καθάρισε την ψυχή του από τα πάθη και έφθασε στον φωτισμό και την θέωση.
Οι δίκαιοι ζούν αιωνίως και ο μισθός των ευρίσκεται εις χείρας του Κυρίου, ο Υψιστος φροντίζει δι΄ αυτούς. Διά τούτο αυτοί θα λάβουν από την χείρα του Κυρίου την ένδοξον βασιλείαν των Ουρανών και το ωραίο βασιλικό διάδημα στις κεφαλές των, διότι ο Κύριος με την δεξιάν του θα τους σκεπάσει και με τον βραχίονα του θα τους προστατεύσει κατά των εχθρών των. Ο Κύριος θα λάβει ως όπλα Του την οργήν Του και όλα τα στοιχεία της φύσεως θα μεταβάλει εις όπλα προς απόκρουση των εχθρών του. Θα ενδυθεί ως ένδυμα την Δικαιοσύνη του, θα φορέσει ως περικεφαλαία κρίσιν αμερόληπτον. Αντί ατρώτου ασπίδος θα ενδυθεί την αγιότητα. Θα χρησιμοποιήσει ως οξεία ρομφαιαν την σκληράν οργήν Του. Μαζί του θα πολεμήσουν όλα τα στοιχεία της φύσεως κατά των παραφρόνων τούτων ασεβών. Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ ῾Υψίστῳ. διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν. λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον αὐτοῦ καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν· ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καὶ περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον· λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα, ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ρομφαίαν, συνεκπολεμήσει δὲ αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας. πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπὸν ἁλοῦνται, καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως. ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς. καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν.(Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. 5, Στιχ. 15-23).
Υπάρχει ένα θαυμάσιο γεγονός από τη ζωή του Αγίου Ονουφρίου: Όταν λοιπόν ήταν πολύ μικρός, 5-6 ετών, και ζούσε σε Κοινόβιο, συνέβη το εξής: Ως μικρός που ήταν, έτρωγε συχνότερα από τους άλλους πατέρες.'Όταν πεινούσε, έτρεχε στον τραπεζάρη και του ζητούσε ψωμί, ελιές, φρούτα... Κάποτε όμως ο τραπεζάρης πρόσεξε ότι έπαιρνε συχνότερα ψωμί και εξαφανιζόταν. Κάποιο ζωάκι θα ταίζει, σκέφθηκε. Αυτό συνεχίσθηκε για καμμιά εβδομάδα. Ας πάω να δω, είπε μέσα του ο τραπεζάρης, που τα πηγαίνει αυτά, που του δίνω. Πράγματι, τον παρακολούθησε και τον είδε να μπαίνει στο Καθολικό της Μονής και να κλείνει πίσω του την πόρτα. Έτρεξε γρήγορα στο παράθυρο και είδε ότι ο μικρός κουβέντιαζε με το Βρέφος Ιησούς, που ευρίσκετο στην αγκαλιά της Θεοτόκου, στην εικόνα του Τέμπλου! Σου έφερα και σήμερα ψωμάκι, έλεγε στον Χριστούλη, μια και δε Σε ταίζει κανείς... ούτε και η μαμά Σου... Και άπλωσε το χέρι και Του έδωσε μια φέτα ψωμί... Και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που ήταν μικρό παιδάκι στην ιερή εικόνα, άπλωσε το χεράκι, πήρε το ψωμί... και, όπως μάζεψε το χεράκι Του μαζί με τα ψωμάκι, εξαφανίσθηκε τα ψωμί μέσα στην εικόνα!... Ευθύς αμέσως ο τραπεζάρης, με την ψυχή γεμάτη έκπληξη και δέος, έτρεξε στον Ηγούμενο και του διηγήθηκε τι συνέβη. Τότε ο Ηγούμενος του έδωσε εντολή να μην δώσουν του παιδιού καθόλου ψωμί, αλλά όταν παρακλητικά θα ζητούσε, να του λέγουν: - Να πας να ζητήσεις και να σου δώσει ψωμί Εκείνος, τον Οποίον μέχρι χθες εσύ τάιζες. Την επομένη ημέρα, βλέποντας ο μικρός Ονούφριος ότι δεν του δίδουν ψωμί και τον στέλνουν να ζητήσει από Εκείνον, που μέχρι τότε έτρεφε, έτρεξε αμέσως στην Εκκλησία και πηγαίνοντας μπροστά στην εικόνα είπε στον Χριστούλη: -- Χριστούλη μου, δεν μου δίνουν ψωμάκι και μου είπαν να σου πω να μου δώσεις από το δικό σου. Τώρα, που θα το βρεις Εσύ, δεν ξέρω! Και ω, του θαύματος! άπλωσε το μικρό Του χεράκι το Βρέφος Ιησούς από την αγκάλη της Παναγίας Μητρός Του, και του έδωσε ένα τεράστιο ψωμί, τόσο μεγάλο, που δεν μπορούσε να το σηκώσει! Μοσχομύριζε δε τόσο πολύ, που το ουράνιο αυτό άρωμα απλώθηκε όχι μόνο μέσα στον Ναό, αλλά και σ' όλο τα μοναστήρι και στον γύρω τόπο. Έκπληκτοι και έκθαμβοι οι μοναχοί από τα γενόμενα, είδαν τον πενταετή Ονούφριο να βγάζει τον τεράστιο αυτό άρτο έξω, μετά πολλού πολλού κόπου, Έτρεξαν δύο μοναχοί να βοηθήσουν, αλλά ήταν πολύ βαρύς! Για πολλές ημέρες έτρωγαν, έτρωγαν, χόρταιναν, αλλά ο ουράνιος άρτος ήταν και παρέμενε αδαπάνητος. Είναι αυτό, που λέγει βεβαιωτικά η Εκκλησία μας στη θεία Λατρεία: «Ο πάντοτε εσθιόμενος και μηδέποτε δαπανώμενος». Από τότε ευλαβούντο πολύ τον μικρόν Ονούφριο, διότι εγνώριζαν πλέον ότι με την αύξηση της ηλικίας του θα ηυξάνετο και η αγιότης του. θα εγίνετο ένας μεγάλος Άγιος... όπως και έγινε... Από τέτοιον όμοιο ουράνιο άρτο ετρέφετο ο Άγιος Ονούφριος, όταν για εξήντα ολόκληρα χρόνια ζούσε στην έρημο.
Κατά τους τρείς πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, αρκετά πρίν την κατάπαυση των διωγμών επί Μ. Κων/νου, ενεφανίσθησαν ευσεβείς Χριστιανοί, οι οποίοι έφευγαν από τον κόσμο για να επιδοθούν, απερίσπαστοι από βιοτικές μέριμνες και κοσμικούς θορύβους, στην άσκηση και την προσευχή. Ενώ άλλοι αναχωρούσαν στην έρημο για να αναζητήσουν εκεί όχι απλώς μία ασφάλεια από τους κινδύνους ενός διεφθαρμένου πολιτισμού, αλλά την πλήρη εκείνη προσφορά της ζωής τους στο Θεό. Έτσι έχουμε την ανάπτυξη του πρώιμου ερημιτικού μοναχισμού.Τον 4ο αιώνα όμως ο Χριστιανισμός εισέρχεται σε μια νέα περίοδο της ιστορικής του πορείας. Ο διωγμός παύει, η Κωνσταντίνιος ειρήνη επικρατεί, η Εκκλησία πλέον τιμάται και προστατεύεται από το κράτος, αποκτά πλούτη, προνόμια. Αυτό έχει ως συνέπεια την εμφανή εκκοσμίκευσή της. Τότε ακριβώς το παράδειγμα των ολίγων μεμονωμένων αναχωρητών των τριών πρώτων αιώνων βρίσκει μυριάδες μιμητών. Ιδρύονται Σκήτες, Λαύρες, Κοινόβια μεγάλα και πάμπολλα. Ο μοναχισμός πλέον μεγαλύνεται, οι άγιοι πατέρες της ερήμου λάμπουν στον εκκλησιαστικό ουρανό διότι «χειρ Κυρίου ην μετ’ αυτών», και απλώνεται από την Αίγυπτο και τη Λυβίη, στο Σινά, στην Παλαιστίνη, στη Συρία, στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στο Άγιον Όρος και σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο.
Ο Άγιος Ονούφριος στην αρχή της μοναχικής του πολιτείας εισέρχεται σε Κοινόβιον κοντά στην Ερμούπολη της Θηβαϊδος. Το Κοινοβιακό Σύστημα αποτελεί αυστηρότερη μορφή του Λαυρεωτικού και διεμορφώθη υπό του Οσίου Παχωμίου του Μεγάλου τον Δ' αιώνα στην Αίγυπτο. Στο κοινόβιο της Ερμουπόλεως ο Ονούφριος διδαχθηκε τα του μοναχικού βίου. Εκεί άκουσε δια την ήσυχον και ερημικήν ζωήν δύο μεγάλων μορφών της Εκκλησίας μας, τον ασκητικόν και ερημικόν βίον του Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου και τον μιμητή αυτού Ιωάννη τον Πρόδρομο και προετοιμαστή της παρουσίας του Χριστού, ο οποίος, ως και ο Ηλίας, φέρων ασκητικόν ένδυμα και ακολουθών τον ερημικόν βίον εκήρυξε στο λαόν το βάπτισμα της μετανοίας.
Η άκτιστη Χάρη του Θεού πλημμύρισε όλη του την ύπαρξη, την ψυχή και το σώμα του, και γι’ αυτό το σκήνωμά του μετά την οσιακή του κοίμηση ευωδίαζε. «Όποιος έχει την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και στην ψυχή και στο σώμα, έχει την τέλεια αγάπη. Και αν κανείς διαφυλάξει αυτήν την χάρη, θα αγιάσουν τα λείψανά του, όπως των αγίων μαρτύρων, των προφητών η των άλλων μεγάλων αγίων»[1]. Στην Ορθόδοξη Ανατολή ο μοναχικός βίος, ως μέσον της εν Χριστώ σωτηρίας, συνεδέθη από την αρχή με την ησυχία, η οποία αποτελεί τρόπο θεωρητικής ασκήσεως και η οποία αποσκοπούσε στη νήψη. Τελικό στάδιο της νήψης είναι η εν Χριστώ αληθεία, δηλαδή η πλήρης και τελεία κυριαρχία επί των παθών και η υποταγή του όλου ανθρώπου στο θέλημα του Θεού.
Ο Πανάγαθος Θεός έφερε τον άνθρωπο στην παρούσα ζωή, όχι για να προσκολλάται η ψυχή του σε κτήματα και χρήματα, δόξες και απολαύσεις και όλα γενικά τα αγαθά του μάταιου αυτού κόσμου. Δεν πλάσθηκε ο άνθρωπος μόνο για την πρόσκαιρη αυτή ζωή.
Για όλα αυτά ο Κύριος μας συνιστά:
Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιοτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ᾿ ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. (Κατά Λουκάν, Κεφ. ΚΑ, Στιχ. 34).
Ο Άγιος Ονούφριος ενθουσιασμένος δια τον ερημιτικό βίον και τον αναχωρητισμό, νέκρωσε τα επι της γης μέλη και υπομένοντας τον παγετόν της νύκτας και της ημέρας τον καύσωνα, πέτυχε της ουρανίου ζωής, βλέπων, όπως τονίζει ο υμνογράφος αυτού, το αμήχανον κάλλος του Κτίστου του. Έζησε στην έρημο 60 έτη περίπου, έχοντας ως τροφή την εγκράτειαν και ως πλούτον την πτωχείαν και την ακτημοσύνην. Ο Άγιος Ονούφριος είχεν ως ένδυμα, κατά την προτροπή του Αποστόλου Παύλου, τον Ιησού Χριστόν. Η απάθεια δεν θα πρέπει να συγχέεται με την έλλειψη πειρασμών, αλλά τουναντίον με την ισχυρή παρουσία αυτών και την πλήρη ελευθερία αντιμετωπίσεως τους.
Έρημος όμως γίνεται και η καρδιά του ανθρώπου όταν απολέσει την θεία Χάρη. Εκείνοι οι οποίοι γεύθηκαν την γλυκύτητα της θείας Χάριτος, έστω και λίγο, και στην συνέχεια συνέβη να την χάσουν, αυτοί την αναζητούν όπως η μητέρα το μικρό παιδί της που το έχει χάσει μέσα σε κάποιο συνωστισμό και φωνάζει και τρέχει και το αναζητεί με δάκρυα και πόνο. Και όταν το βρει τότε χαίρει και αγάλλεται και το σφίγγει στην αγκαλιά της προσέχοντας να μη το ξαναχάσει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με εκείνον που γεύθηκε την θεία Χάρη και για κάποιο λόγο την απώλεσε. Αισθάνεται την καρδιά του έρημη και αδειανή, και κράζει, και φωνάζει, και προσεύχεται αδιαλείπτως. Και όταν μετά από μεγάλο αγώνα, αγωνία, αναζήτηση, πόνο και κλάμα την ξαναβρεί, τότε χαίρει και αγάλλεται και φωνάζει μαζί με τον Προφήτη Ησαΐα, «ευφράνθητι έρημος διψώσα...».
Η μετά του Θεού ένωσις είναι μυστήριον, το οποίον τελειούται εν τοις ανθρωπίνοις προσώποις. Εν τέλειον πρόσωπον λαμβάνει εν πλήρει συνειδήσει όλας τας αποφάσεις του. Είναι ελεύθερον πάσης βίας, πάσης φυσικής ανάγκης. Όσον προοδεύει τις εις την οδον της ενώσεως, τόσον περισσότερον συνειδητός γίνεται. Η συνείδησις αυτή εν τη πνευματική ζωή καλείται γνώσις υπό των ασκητικών Πατέρων της Ανατολής.
Κάποτε, επισκέφθηκε τον όσιο Ονούφριο ο Αββάς Παφνούτιος. Οι δύο ασκητές χάρηκαν ο ένας την παρουσία του άλλου, αντήλλαξαν τις εμπειρίες τους και ενισχύθηκαν πνευματικά. Ο Θεός όμως οικονόμησε έτσι τα πράγματα ούτως ώστε η συνάντηση αυτή να συμπέση με την ώρα της «εξόδου» του οσίου Ονουφρίου και έτσι το σώμα του ενταφιάστηκε από τον αββά Παφνούτιο κάτω από τον μεγάλο φοίνικα, η δε ψυχή του «συναγάλλεται εν ουρανοίς μετά πάντων των αγίων». Θύμισε, έτσι, σε όλους τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: "γύμναζε σεαυτόν προς ευσέβειαν". Δηλαδή, γύμναζε και συνήθιζε τον εαυτό σου στη συνεχή εξάσκηση της αγίας ζωής.
Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης όταν αναφέρεται στον θρήνο του Αδάμ, μετά την παρακοή και την απώλεια του Παραδείσου, ουσιαστικά περιγράφει τον δικό του θρήνο όταν απώλεσε την Χάρη του Θεού και για αρκετά χρόνια την αναζητούσε με πόνο και δάκρυα. Και διδάσκει, από την εμπειρία του, ότι ο ασφαλέστερος δρόμος για την εύρεση και διαφύλαξη της θείας Χάριτος είναι εκείνος της ταπεινώσεως.
Η έρημος αποτέλεσε την πνευματική κολυμβήθρα, στην οποία οι ασκητές ήρθησαν σε δυσθεώρητα ύψη πνευματικών ανατάσεων. Το απαστράπτον φώς της θεότητος οδηγεί τον άνθρωπον εις την πνευματική γαλήνην, νηνεμία και μακαριότητα. Ο ασκητικός αγώνας είναι ουσιαστικά το πέρασμα από την «στενήν και τεθλιμμένην οδόν», που όμως γλυκαίνει και νοηματοδοτεί την ύπαρξη. Αλλά και τροφοδοτεί τον πνευματικό οργανισμό με ισχυρά αντισώματα, για να είναι σε θέση να αντέχη στα δύσκολα, να αποδιώχνη την πίκρα των λυπηρών και να βιώνη την γλυκειά χαρμολύπη. Έχει όμως και η έρημος θύελλες και καταιγίδες, έχουν ισχυρούς ανέμους τα απόκρημνα όρη, ανέμους, οι οποίοι στροβιλίζουν σώμα και πνεύμα.
Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γράφει: «Ο κόσμος νομίζει πως οι μοναχοί είναι ανώφελο γένος. Έχουν όμως άδικο να σκέφτονται έτσι. Δεν ξέρουν πως ο μοναχός προσεύχεται για όλον τον κόσμο. Δεν βλέπουν τις προσευχές του και δεν γνωρίζουν με πόση ευσπλαχνία τις δέχεται ο Κύριος. Οι μοναχοί κάνουν μεγάλο πόλεμο με τα πάθη και γι’ αυτόν τον αγώνα τους θα είναι μεγάλοι κοντά στο Θεό».
Η μεγαλύτερη κοινωνικότητα και γενικότερα προσφορά των μοναχών και η μεγαλύτερη έκφραση της αγάπης των μοναχών προς όλον τον κόσμο είναι οι προσευχές τους, όπως λέει ο Άγιος Σιλουανός «ο μοναχός είναι ικέτης υπέρ όλου του κόσμου, θρηνεί για όλο τον κόσμο και σ΄ αυτό έγκειται το κύριο έργο του. Ποιος άραγε όμως τον προτρέπει να χύνει δάκρυα για όλο τον κόσμο; Ο Κυρίως μας Ιησούς Χριστός, ο Υιός του Θεού. Αυτός παρέχει στον μοναχό την αγάπη του Αγίου Πνεύματος και από αυτή την αγάπη η καρδιά του μοναχού είναι πάντοτε περίλυπη επειδή δεν σώζονται όλοι οι άνθρωποι».
Ο Κύριος, όταν απέστειλε τους Μαθητές του να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στους ανθρώπους, έλεγε: Υμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων. ῾Υμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη· οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασι αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ᾿ ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς (Κατά Ματθαίον, Κεφ. Ε, Στιχ. 13-16). Ας σημειωθεί ότι ο μοναχός, ο φωτισθείς από το Θείο Φώς της χάριτος του Θεού δεν παύει να προσεύχεται με απεριόριστη αγάπη για εκείνους που ζούν στον κόσμο. Πρὸ τῆς τελευτῆς του καὶ μὲ τὴν παρουσία τοῦ Παφνουτίου ὁ Ὅσιος Ὀνούφριος εἶπε τὴν ἀκόλουθη προσευχή: «Ὕψιστε Θεὲ καὶ ἀόρατε, οὗ ἡ δύναμις ἀνεξιχνίαστος καὶ ἡ δόξα ἀκατανόητος καὶ ἀνέκφραστος, καὶ τὸ ἔλεος ἄπειρον καὶ ἀμέτρητον, ὑμνῶ, εὐλογῶ, προσκυνῶ καὶ δοξάζω Σε, Ὃν ἐπόθησα ἐκ νεότητός μου καὶ Σοὶ ἠκολούθησα. Ἐπάκουσόν μου, πρὸς Σὲ γὰρ ἐκέκραξα, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου, οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου. Δέομαί Σου, Κύριέ μου· τῇ Σῇ δεξιᾷ σκέπασόν με, ἵνα μὴ ταραχθῇ ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς δαίμονας, ὅταν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ σώματος, ἀλλὰ παράλαβε αὐτὴν δι’ ἁγίων Ἀγγέλων Σου καὶ κατάτακον αὐτὴν ἔνθα ἐπισκοπεῖ τὸ φῶς τοῦ προσώπου Σου, ὅτι εὐλογητὸς εἶ καὶ δεδοξασμένος εἰς τοὺς αἰῶνας. Μνήσθητι Πανοικτίρμον καὶ Πολυέλεε τοῦ πιστοῦ λαοῦ Σου. Καὶ ὅστις εὑρεθῆ εἰς κίνδυνον θαλάσσης ἢ εἰς θυμὸν δικαστοῦ ἢ εἰς ἄλλην τινὰ στενοχωρίαν, καὶ Σὲ ἐπικαλεσθῇ λέγων· Παντοδύναμε Κύριε, διὰ πρεσβειῶν τοῦ δούλου σου Ὀνουφρίου ἐλέησόν με, παρακαλῶ τὴν βασιλείαν Σου, καθὼς μοῦ ἔταξες ἐπάκουσον τῆς δεήσεως αὐτοῦ. Κύριε εἰς χεῖρας Σου παρατίθημι τὸ πνεῦμά μου».
Ο Άγιος Ονούφριος μας διδάσκει και μας εμπνέει με την άγια ζωή του. Ο βίος του Αγίου Ονουφρίου μας διδάσκει και μας καλεί "το εκείνων αγαθόν οικείον ποιείσθαι δια μιμήσεως" [2], να τον μιμηθούμε, για να οικειοποιηθούμε την αρετή του. Μας βοηθάει, επίσης ο Αγιος, με τις πρεσβείες του. Είναι ένα καλλιτέχνημα του Αγίου Πνεύματος, μια περικαλλής εικόνα του Θεού, ένας ζωντανός και έμψυχος ναός Του, πλούτος και στολισμός για την Εκκλησία μας. Μας διδάσκει ότι η εν Χριστώ ζωή δεν ειναι απλώς η κοινωνία με τον Χριστό, η ζωή μέσα στην Παρουσία Του. Είναι και κάτι πολύ περισσότερο και ασύγκριτα ανώτερο. Είναι η ένωση με τον Χριστό. Μας γνωρίζει ότι την πρόσκαιρη επίγεια ζωή μας που τρέμουμε μη τη χάσουμε και την προστατεύουμε σαν τη μικρή φλόγα στην κορφή ενός κεριού που τρεμοπαίζει καθώς ο αέρας τη φυσά, αυτή τη μικρή ζωή δεν υπάρχει άλλος τρόπος όχι μόνο να τη διατηρήσουμε, αλλά και να την κάνουμε να λάμψει "ως ο ήλιος", από το να τη σβήσουμε μόνοι μας. O εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν. (Κατά Ματθαίον, Κεφ. I, Στιχ. 39). Aυτὀς που θέλει να σώσει τη ζωή του, θα χάσει τη μακαρία πνευματική ζωή. Όποιος όμως δεν ζεί για τον εαυτό του αλλά προσφέρει τη ζωή του στον Χριστό και στην υπακοή των εντολών Του, αυτός θα την κερδίσει αιώνια, αθάνατη και αληθινή στη Βασιλεία Του. Ο δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται. καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ. (Κατά Ματθαίον, Κεφ. I, Στιχ. 40-42).
Η Ευχή "Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με" αποτελεί το αφρόγαλα όλων των Προσευχών και συνοψίζεται σε πέντε μόνο λέξεις σταθερά επαναλαμβανόμενες. Η επίκληση «Κύριε» εκφράζει ευγνωμονική στάση της ψυχής και πεποίθηση στις Δωρεές που απορρέουν απο τη λυτρωτική Θυσία του Υιού του Θεού. Η επίκληση «Ιησού» εκφράζει το πάθος και το πύρ της ψυχής προς τον Αγαπημένο. Η επίκληση «Χριστέ» εδράζεται σε μία σχέση μετανοίας και συγγνώμης, ὀμοια με του τραυματία προς τόν θεράποντα. Τέλος η επίκληση «ελέησόν με» υποβάλλει τη δραματικότητα του πάσχοντος. Εδώ υπάρχει η συναίσθηση του βάρους τών αμαρτημάτων, αλλά και η γεύση της Χρηστότητας το Θεού και της Συγγνώμης Του, σφού η επίκληση αυτή μετέχει περισσότερο της παρρησίας, σπ' όσο η επίκληση «συγχώρησον»
Δικαίων δὲ ψυχαὶ ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν βάσανος. ἔδοξαν ἐν ὀφθαλμοῖς ἀφρόνων τεθνάναι, καὶ ἐλογίσθη κάκωσις ἡ ἔξοδος αὐτῶν καί ἡ ἀφ᾿ ἡμῶν πορεία σύντριμμα, οἱ δέ εἰσιν ἐν εἰρήνῃ. καὶ γὰρ ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν καλασθῶσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης· καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται, ὅτι ὁ Θεὸς ἐπείρασεν αὐτοὺς καὶ εὗρεν αὐτοὺς ἀξίους ἑαυτοῦ· ὡς χρυσὸν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτοὺς καὶ ὡς ὁλοκάρπωμα θυσίας προσεδέξατο αὐτούς. καὶ ἐν καιρῷ ἐπισκοπῆς αὐτῶν ἀναλάμψουσι καὶ ὡς σπινθῆρες ἐν καλάμῃ διαδραμοῦνται· κρινοῦσιν ἔθνη καὶ κρατήσουσι λαῶν, καὶ βασιλεύσει αὐτῶν Κύριος εἰς τοὺς αἰῶνας. οἱ πεποιθότες ἐπ᾿ αὐτῷ συνήσουσιν ἀλήθειαν, καὶ οἱ πιστοὶ ἐν ἀγάπῃ προσμενοῦσιν αὐτῷ, ὅτι χάρις καὶ ἔλεος ἐν τοῖς ὁσίοις αὐτοῦ, καὶ ἐπισκοπὴ ἐν τοῖς ἐκλεκτοῖς αὐτοῦ. (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. 3, Στιχ. 1-9). Η ζωή των δικαίων βρίσκεται υπό την προστατευτική χείρα του Θεού και καμμία θλίψη δεν θα εγγίσει αυτούς, άνευ της παραχωρήσεως Εκείνου. Στα μάτια των αφρόνων ασεβών θεωρήθηκε ο θάνατος των ως εξαφανισμός, και η πρόωρος έξοδος εκ της παρούσης ζωής ως τιμωρία, διάψευσις των ελπίδων των. Θεωρήθηκε η αναχώρηση των εκ της ζωής ως πλήρης καταστροφή. Εκείνοι όμως υπάρχουν εν ειρήνη. Έστω και αν στα μάτια των ανθρώπων φαίνονται πάσχοντες, έχουν σταθερά πεποίθηση ότι θα εισέλθουν στην αθανασία. Εάν υποφέρουν ολίγα βάσανα εδώ, πολλήν αμοιβήν θα λάβουν εκεί, διότι ο Κύριος εδοκίμασε αυτούς διά των θλίψεων και εύρεν , ότι είναι άξιοι αμοιβής Του. Εδοκίμασε ο Κύριος αυτούς ως ο χρυσοχόος δοκιμάζει τον χρυσόν δια πυρός εις την καθαρτήριον χοάνη του και εδέχθη τούτους ευμενώς ως τα ολοκαυτώματα των θυσιών. Αυτοί θα λάμψουν, όταν ο Κύριος τους επισκεφθή και ως σπινθήρες θα διατρέχουν καίοντες την ευφλεκτον καλάμην, τους ασεβείς. Θα καταδικάσουν τα ασεβή έθνη και θα κυριαρχήσουν των ασεβών λαών, διότι ο Κύριος θα είναι Βασιλεύς αυτών εις τους αιώνας. Οι έχοντες πίστην και πεποίθησιν εις τον Θεόν, θα εννοήσουν την αλήθεια των λόγων και υποσχέσεων του και με αγάπην θα υπομείνουν και θα παραμένουν πλησίον του, διότι η δωρεά και ευσπλαγχνία Του θα δοθή εις τους αφωσιωμένους Του και η προσοχή Του θα στραφή προς τους εκλεκτούς Του.
Οι πατέρες μας διδάσκουν ότι το Πνεύμα είναι δώρο και ότι η αίτηση αυτού του δώρου είναι η μόνη που δεν μένει ποτέ χωρίς άμεση απάντηση. Η επίκληση αγγίζει την ίδια τη φύση Εκείνου που δίδεται και τον προτρέπει να φανερωθεί. Ο άνθρωπος όταν αναζητά την Βασιλεία των Ουρανών, υπακούει στον Κύριο του και Θεό του και γίνεται παιδί του. Και όταν τη βρίσκει, χαίρεται όπως ο ευρών πολύτιμον μαργαρίτην, θησαυρόν κεκρυμμένον, και η χαρά του είναι πεπληρωμένη. Έτσι και ο Άγιος Ονούφριος, ανεδείχτηκε σε άστρο φωτεινό σε αυτούς που μονάζουν και ακτινοβολεί σε όλη την οικουμένη, όπως το φεγγάρι στη νύχτα, και λάμπει με αυτό τον τρόπο στους ασκητικούς αγώνες σαν ήλιος. Δια τούτο ας ζητήσουμε από τον Άγιο να μην πάψει να πρεσβεύει ακατάπαυστα για όλους εμάς όπως λέει και στο αντίστοιχο κοντάκιο του αγίου στο Ωρολόγιο το Μέγα. "Αστήρ φαεινός εδείχθης τοις μοναζουσιν, ως φέγγος νυκτί αυγάζεις εν τοις πέρασιν. ούτω, πάτερ, έλαμψας εν ασκήσει καθάπερ ήλιος. δια τούτο, Ονούφριε, μη παύση πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών".
Τότε στήσεται ἐν παρρησίᾳ πολλῇ ὁ δίκαιος κατὰ πρόσωπον τῶν θλιψάντων αὐτὸν καὶ τῶν ἀθετούντων τοὺς πόνους αὐτοῦ. ἰδόντες ταραχθήσονται φόβῳ δεινῷ καὶ ἐκστήσονται ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆς σωτηρίας. (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. Ε, Στίχ. 1-2).
Kατά την ημέρα της Κρίσεως ο δίκαιος θα ορθωθεί με πολύ θάρρος ενώπιον εκείνων, οι οποίοι εν τη γή τον κατεδίωξαν και ηρνήθησαν τους κόπους του. Εκείνοι, όταν θα τον ιδούν, θα ταραχθούν και θα φοβηθούν πολύ, θα εκπλαγούν δια την απροσδόκητο σωτηρία του. Εροῦσιν ἐν ἑαυτοῖς μετανοοῦντες καὶ διὰ στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται καὶ ἐροῦσιν· οὗτος ἦν ὃν ἔσχομέν ποτε εἰς γέλωτα καὶ εἰς παραβολὴν ὀνειδισμοῦ οἱ ἄφρονες· τὸν βίον αὐτοῦ ἐλογισάμεθα μανίαν καὶ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἄτιμον. πῶς κατελογίσθη ἐν υἱοῖς Θεοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ὁ κλῆρος αὐτοῦ ἐστιν; ἄρα ἐπλανήθημεν ἀπὸ ὁδοῦ ἀληθείας, καὶ τὸ τῆς δικαιοσύνης φῶς οὐκ ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ὁ ἥλιος οὐκ ἀνέτειλεν ἡμῖν· (Σοφίας Σολομώντος, Κεφ. Ε, Στίχ. 3-6). Θα είπουν δέ καθ' εαυτούς εν μετανοία και εν μεγάλη ψυχική αγωνία ευρισκόμενοι και στενάζοντες: Αυτός είναι εκείνος, τον οποίον ημείς οι άφρονες κάποτε περιεγελώμεν και είχομεν ως παροιμίαν εμπαικτικήν; Ενομίσαμεν ότι η ζωή του ήτο ανισόρροπος και ο πρόωρος θάνατος του άτιμος. Πως κατετάγη όμως μεταξύ των υιών του Θεού και η θέσις του ευρίσκεται μεταξύ των αγίων ανδρών; Άρα απεπλανήθημεν της αληθούς οδού και το φώς της δικαιοσύνης δεν έλαμψεν εις ημάς ο ήλιος της αληθείας δεν ανέτειλεν εις ημάς. Αντίθετα, οι δίκαιοι, όπως ο Αγιος Ονούφριος, γεύονται τις πλούσιες ευλογίες και δωρεές του Θεού καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας και φθάνουν στο τέλος της ολοήμερου απασχολήσεως και δοξολογούν τον εν Τριάδι Θεό. Μια δοξολογία πηγαία του άνθρωπου προς το Θεό Δημιουργό και Πατέρα για την παρέλευση της ημέρας. Και αυτή η δοξολογία δεν είναι μια στιγμιαία κατάσταση του ανθρώπου. Δεν είναι μια ευχαριστία που συνεπάγεται και συγκεκριμένο χρόνο, αλλά επεκτείνεται στην όλη δοξολογική διάσταση της ζωής του ανθρώπου. Η Θεία Χάρις διαφωτίζει, ενισχύει και ενδυναμώνει τις φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου στο δρόμο της σωτηρίας και την επιστροφή στον Θεό, με άλλα λόγια την αναγέννηση, τη δικαίωση και τον αγιασμό. Ο άγιος Ονούφριος εικονίζεται στις αγιογραφίες ως γέρων γυμνός, μακρυμάλλης, έχων τα γένεια μακρά έως τους πόδας και λέγει : Μη κόρος εντέρων σε Χριστού χωρίση, μή βόρβορος σε των παθών καθηδονή ει δ' ουν, δακρύσεις εν φλογί τη παμφάγω. Η κατάσταση της εν Χριστώ Ιησού δόξης του ανθρώπου, προερχόμενη εκ της κοινωνίας αυτού μετά της Θείας δόξης συνεπάγεται πραγματική μεταβολή του όλου ανθρώπου εις καινή κτίσιν.
Ὁ βιογράφος του Αγιου Ονουφρίου ο Όσιος Παφνούτιος, ἀναφέρει ὅτι δύο λιοντάρια ἄνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Αγίου στὸν ὁποῖο ἐνταφιάσθηκε τὸ ἱερὸ σκήνωμά του. Παρατηρούμε ότι, όπως και σε άλλους ανθρώπους του Θεού, όταν κάποιος ανακαινισθεί εν Χριστώ, τότε ημερούται και η τω πεπτωκότι ανθρώπω συστενάζουσα και συνοδύνουσα κτίσις. Η δε άλογος φύσις επανέρχεται εις την παραδεισἰαν κατάσταση και θέτει εαυτήν εις την διακονία του ανθρώπου. Ο Παφνούτιος έθαψε τον Άγιο Ονούφριο μετά το θάνατο του, αφού έσχισε στα δύο το δικό του φτωχό ένδυμα και περιτύλιξε με το μισό το γυμνό σώμα του Οσίου που το σκέπαζαν λευκές τρίχες και κράτησε το άλλο μισό για την κάλυψη του δικού του σώματος. Έτσι, αχίτωνας δηλαδή, αναχώρησε για την άλλη ζωή ο Άγιος Ονούφριος, όχι απλώς τηρώντας αλλά και ξεπερνώντας την εντολή του Κυρίου "ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, καὶ ὁ ἔχων βρώματα ὁμοίως ποιείτω" (Κατά Λουκάν, Κεφάλαιο Γ, Στιχ. 11), αφού γυμνός βρέθηκε στο τέλος της ζωής του. Καὶ τὴν ἑνὸς χιτῶνος ἐντολήν, Πάτερ,Ὑπερβέβηκας, γυμνητεύσας εἰς τέλος. Δωδεκάτῃ ἀχίτωνα Ὀνούφριον ἐκ βίου ἦραν λέει το επιγραμματικό εγκωμιαστικό δίστιχο του Συναξαρίου. Όπως μαρτυρείται και στον κοντάκιο του, ο Άγιος Ονούφριος δέχτηκε μέσα στην καρδιά του το νοητό και ουράνιο φως και αποδείκτηκε δοχείο της άφθαρτης Τριαδικής Θεότητας και τώρα έχει συναριθμηθεί με τους Αγγέλους και ψάλλει δυνατά το δοξολογικό ύμνο Αλληλούια.
Ο Άγιος Ονούφριος ετελεύτησε την εδώ βιοτήν του την 12η Ιουνίου, ημέραν κατά την οποία η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά και γεραίρει την μνήμη του μαζί με την μνήμη του Οσίου Πατρός Πέτρου του εν τω Άθω.Η μνήμη του οσίου Ονουφρίου του Αιγυπτίου συμπίπτει κατά μεν το παλαιό ημερολόγιο (ακουλουθείται από το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Άγιον Όρος, τη Ρωσική Εκκλησία κλπ) από του Σαββάτου των ψυχών μέχρι της Παρασκευής της Ε' εβδομάδος Ματθαίου, κατά δε το νέο ημερολόγιο (ακολουθείται από την Εκκλησία της Ελλάδος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο κλπ) από της Κυριακής του Τυφλού μέχρι του Σαββάτου της Γ' εβδομάδος Ματθαίου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ὀρέστης ὁ Μάρτυρας
Ὁ Ἅγιος Ὀρέστης καταγόταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας. Τὴν περίοδο τοῦ Διοκλητιανοῦ διωγμοῦ, ἀναγκάστηκε πολυτρόπως, ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Μάξιμο, νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ μὲ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἀσκήθηκαν, δὲν κατάφεραν νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀσπαστεῖ τὰ εἴδωλα, τὸν γύμνωσαν καὶ τὸν ἔδειραν καὶ τὸν μαστίγωσαν γιὰ τιμωρία. Μετὰ τὸν ἔριξαν στὴν φυλακὴ γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες. Ὕστερα ἀπὸ τὸ πέρας τῆς ἕβδομης ἡμέρας τὸν πῆγαν σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ ναὸ γιὰ νὰ προσφέρει θυσίες καὶ νὰ προσευχηθεῖ. Γιατί, τοῦ εἶπε ὁ ἡγεμόνας Μάξιμος, ἀρνεῖσαι νὰ ἀσπαστεῖς τὴ λατρεία ποὺ μὲ τόση εὐλάβεια ἀκολουθοῦν οἱ σεπτοί μας αὐτοκράτορες; Ὁ Ὀρέστης δὲν δίστασε νὰ τοῦ ἀπαντήσει μὲ θάρρος ὅτι ἦταν πρόθυμος ὑπήκοος σὲ ὅτι ἀφοροῦσε τὰ πολιτικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα.
Ἐκτὸς αὐτῶν ὅμως δὲν τοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ παραδεχτεῖ κανέναν ἄλλον αὐτοκράτορα, πέρα ἀπὸ τὸν ἕναν ἀληθινὸ Θεό. Τότε ὁ Μάξιμος διέταξε νὰ τοῦ διαπεράσουν τοὺς ἀστραγάλους μὲ σιδερένια ἁλυσίδα, τὴν ὁποία ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα ἀτίθασο ἄλογο. Ὁ ἵππος ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ ἄρχισε ἕναν ξέφρενο καλπασμὸ σέρνοντας τὸν Ἅγιο πίσω του, καὶ σταμάτησε μόνο ἀφοῦ διένυσε εἴκοσι χιλιόμετρα.
Μὲ αὐτὸ τὸ μαρτυρικὸ τρόπο ὁ Ἅγιος Ὀρέστης παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Χριστὸν ὁμολογήσας ἐπὶ τῶν ἀσεβούντων, εἰδωλομανίας τὸ θράσος καθεῖλες Ἀθλοφόρε, καὶ δόξης ἐγένου κοινωνός, ἀγῶνας πολυτρόπους ἐνεγκῶν· διὰ τοῦτό σε Ὀρέστα ὡς νικητήν, τιμῶντές σοι ἐκβοῶμεν· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αϊμάτων σου.
Τὸ ἐν ἀθλήσει σου Μάρτυς ἀήττητον, ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς προσδεξάμενος, ζωῆς σοι τὸν στέφανον δέδωκε, καὶ ἰαμάτων τὴν θείαν ἐνέργειαν, Ὀρέστα, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.
Μεγαλυνάριον.
Ἄρμα φωτοφόρον καὶ λογικόν, Ὀρέστα ὡράθης, τῆς Τριάδος τῆς παντουργοῦ. Ὅθεν ὑπ’ ἀλόγων, συρόμενος ἰθύνθης, πρὸς τὰς ὑπερκοσμίους, αὐλὰς γηθόμενος.
Ὁ Ἅγιος Ὀρέστης καταγόταν ἀπὸ τὰ Τύανα τῆς Καππαδοκίας. Τὴν περίοδο τοῦ Διοκλητιανοῦ διωγμοῦ, ἀναγκάστηκε πολυτρόπως, ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Μάξιμο, νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Ἰησοῦ.
Ἀφοῦ μὲ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἀσκήθηκαν, δὲν κατάφεραν νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀσπαστεῖ τὰ εἴδωλα, τὸν γύμνωσαν καὶ τὸν ἔδειραν καὶ τὸν μαστίγωσαν γιὰ τιμωρία. Μετὰ τὸν ἔριξαν στὴν φυλακὴ γιὰ ἑπτὰ ἡμέρες. Ὕστερα ἀπὸ τὸ πέρας τῆς ἕβδομης ἡμέρας τὸν πῆγαν σὲ ἕνα εἰδωλολατρικὸ ναὸ γιὰ νὰ προσφέρει θυσίες καὶ νὰ προσευχηθεῖ. Γιατί, τοῦ εἶπε ὁ ἡγεμόνας Μάξιμος, ἀρνεῖσαι νὰ ἀσπαστεῖς τὴ λατρεία ποὺ μὲ τόση εὐλάβεια ἀκολουθοῦν οἱ σεπτοί μας αὐτοκράτορες; Ὁ Ὀρέστης δὲν δίστασε νὰ τοῦ ἀπαντήσει μὲ θάρρος ὅτι ἦταν πρόθυμος ὑπήκοος σὲ ὅτι ἀφοροῦσε τὰ πολιτικὰ καὶ ἐπίγεια πράγματα.
Ἐκτὸς αὐτῶν ὅμως δὲν τοῦ ἦταν δυνατὸν νὰ παραδεχτεῖ κανέναν ἄλλον αὐτοκράτορα, πέρα ἀπὸ τὸν ἕναν ἀληθινὸ Θεό. Τότε ὁ Μάξιμος διέταξε νὰ τοῦ διαπεράσουν τοὺς ἀστραγάλους μὲ σιδερένια ἁλυσίδα, τὴν ὁποία ἔδεσαν πάνω σὲ ἕνα ἀτίθασο ἄλογο. Ὁ ἵππος ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ ἄρχισε ἕναν ξέφρενο καλπασμὸ σέρνοντας τὸν Ἅγιο πίσω του, καὶ σταμάτησε μόνο ἀφοῦ διένυσε εἴκοσι χιλιόμετρα.
Μὲ αὐτὸ τὸ μαρτυρικὸ τρόπο ὁ Ἅγιος Ὀρέστης παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Τοῦ λίθου σφραγισθέντος.
Χριστὸν ὁμολογήσας ἐπὶ τῶν ἀσεβούντων, εἰδωλομανίας τὸ θράσος καθεῖλες Ἀθλοφόρε, καὶ δόξης ἐγένου κοινωνός, ἀγῶνας πολυτρόπους ἐνεγκῶν· διὰ τοῦτό σε Ὀρέστα ὡς νικητήν, τιμῶντές σοι ἐκβοῶμεν· δόξα τῷ παρασχόντι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αϊμάτων σου.
Τὸ ἐν ἀθλήσει σου Μάρτυς ἀήττητον, ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς προσδεξάμενος, ζωῆς σοι τὸν στέφανον δέδωκε, καὶ ἰαμάτων τὴν θείαν ἐνέργειαν, Ὀρέστα, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.
Μεγαλυνάριον.
Ἄρμα φωτοφόρον καὶ λογικόν, Ὀρέστα ὡράθης, τῆς Τριάδος τῆς παντουργοῦ. Ὅθεν ὑπ’ ἀλόγων, συρόμενος ἰθύνθης, πρὸς τὰς ὑπερκοσμίους, αὐλὰς γηθόμενος.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Ὅσιος Ἐπίσκοπος Κορδούης τῆς Ἱσπανίας
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ γενναία συμμετοχή του στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Πῆρε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, καθὼς καὶ σ’ αὐτὴ τῆς Σαρδικῆς τὸ ἔτος 347.
Ἐπίσης συνέπραξε στὸ νὰ ἀθωωθεῖ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀπὸ τὶς ἐναντίον του κατηγορίες ἐκ μέρους τῶν Ἀρειανῶν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος καταδίωκε ἀμείλικτα τὸν Ἀθανάσιο, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὸν Ἱεράρχη τῆς Κορδούης Ὅσιο, ποὺ ὑπέβαλε σὲ πολλὲς ἐξορίες καὶ κακοπάθειες.
Ὁ Ὅσιος ὅμως, κράτησε ὄρθιο τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του μέχρι τέλους. Δίκαια λοιπὸν τὸν ἐγκωμιάζει γι’ αὐτὰ ὁ Θεοδώρητος, ὁ δὲ Μέγας Ἀθανάσιος τὸν τιτλοφορεῖ πατέρα τῶν Ἐπισκόπων.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, θεοειδὴς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀνεδείχθης ἀληθῶς Ὅσιε ἔνδοξε, καὶ τοῦ Ἀρείου καθελών, αἵρεσιν τὴν δυσσεβῆ, ἀξίως ἐστεφανώθης, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου· ὃν ἐκδυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ἐν Ἱεράρχαις περίβλεπτος πέφηνας, καὶ τῆς Κορδούης ποιμὴν ὤφθης ἔνθεος, σοφίᾳ τῇ θείᾳ κοσμούμενος, καὶ ἀρετῶν τῷ φωτὶ Πάτερ Ὅσιε· διὸ οἱ πιστοὶ εὐφημοῦμέν σε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ποιμένων ἡ καλλονή, καὶ ἀρχιερέων, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις εὐσεβείας, ὁ θεῖος ὑποφήτης, Ὅσιε Ἱεράρχα, Πάτερ θεόσοφε.
Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ γενναία συμμετοχή του στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Πῆρε μέρος στὴν Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, καθὼς καὶ σ’ αὐτὴ τῆς Σαρδικῆς τὸ ἔτος 347.
Ἐπίσης συνέπραξε στὸ νὰ ἀθωωθεῖ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀπὸ τὶς ἐναντίον του κατηγορίες ἐκ μέρους τῶν Ἀρειανῶν. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος καταδίωκε ἀμείλικτα τὸν Ἀθανάσιο, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὸν Ἱεράρχη τῆς Κορδούης Ὅσιο, ποὺ ὑπέβαλε σὲ πολλὲς ἐξορίες καὶ κακοπάθειες.
Ὁ Ὅσιος ὅμως, κράτησε ὄρθιο τὸ ὀρθόδοξο φρόνημά του μέχρι τέλους. Δίκαια λοιπὸν τὸν ἐγκωμιάζει γι’ αὐτὰ ὁ Θεοδώρητος, ὁ δὲ Μέγας Ἀθανάσιος τὸν τιτλοφορεῖ πατέρα τῶν Ἐπισκόπων.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀρετῶν ταῖς ἀκτῖσι καταλαμπόμενος, θεοειδὴς Ἱεράρχης τῆς Ἐκκλησίας Χριστοῦ, ἀνεδείχθης ἀληθῶς Ὅσιε ἔνδοξε, καὶ τοῦ Ἀρείου καθελών, αἵρεσιν τὴν δυσσεβῆ, ἀξίως ἐστεφανώθης, παρὰ τοῦ πάντων Δεσπότου· ὃν ἐκδυσώπει ὑπὲρ πάντων ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τοῖς τῶν αἱμάτων σου.
Ἐν Ἱεράρχαις περίβλεπτος πέφηνας, καὶ τῆς Κορδούης ποιμὴν ὤφθης ἔνθεος, σοφίᾳ τῇ θείᾳ κοσμούμενος, καὶ ἀρετῶν τῷ φωτὶ Πάτερ Ὅσιε· διὸ οἱ πιστοὶ εὐφημοῦμέν σε.
Μεγαλυνάριον.
Χαίροις τῶν ποιμένων ἡ καλλονή, καὶ ἀρχιερέων, ἐγκαλλώπισμα ἱερόν· χαίροις εὐσεβείας, ὁ θεῖος ὑποφήτης, Ὅσιε Ἱεράρχα, Πάτερ θεόσοφε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Οὔαρος ὁ Μάρτυρας
Μέτοχός της θερμῆς καὶ γενναίας πίστης, ποὺ ἀνθίζει καὶ θαυματουργεῖ στοὺς μεγάλους ἀγῶνες καὶ στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Οὔαρος, ἦταν στρατιώτης ἀπὸ τὰ Τύανα στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανού. Ἐκτελοῦσε καθήκοντα φρουροῦ στὶς φυλακές, ὅπου ἔκλειναν χριστιανούς. Τὰ παθήματά τους τὸν ἔθλιβαν καὶ ἡ γενναιότητά τους ἄναβε περισσότερο τὴν πίστη του. Ἦταν καὶ αὐτὸς χριστιανός, ἀλλὰ οἱ ἀνώτεροί του καὶ οἱ συστρατιῶτες του δὲν τὸ ἤξεραν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε ἐναντίον του καμία ὑποψία καὶ ἐπωφελούμενος ἀπ’ αὐτὸ κατόρθωνε νὰ φέρνει τροφὲς στοὺς μάρτυρες, νὰ τοὺς ἐνισχύει καὶ νὰ τοὺς παρηγορεῖ.
Κάποτε ἔφεραν στὴν φυλακὴ ἕξι πιστοὺς σεβάσμιους ἀσκητές. Ἦταν καὶ ἕβδομος, ἀλλὰ πέθανε στὸν δρόμο λόγω γήρατος ἀπὸ τὶς κακουχίες. Οἱ ἔγκλειστοι αὐτοί, μὲ τὴ φυσιογνωμία τῶν λόγων καὶ τῶν τρόπων τους, ἐπηρέασαν πολὺ τὴν ψυχὴ τοῦ Οὐάρου, ὥστε θέλησε νὰ πεθάνει μαζί τους. Ὅταν λοιπὸν τοὺς ρώτησε ὁ δικαστὴς ποὺ εἶναι ὁ ἕβδομος σύντροφός τους, ὁ Οὔαρος φώναξε «ἰδοὺ ἐγώ». Καὶ συγχρόνως ἄρχισε νὰ διακηρύττει ὅτι εἶναι Χριστιανός.
Μάταια προσπάθησαν οἱ ἀξιωματικοί του νὰ τὸν μεταπείσουν. Αὐτὸς παρακαλοῦσε τοὺς ἀσκητές, νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει δύναμη ν’ ἀντέξει στὰ βασανιστήρια ποὺ ἦταν πολὺ ἄγρια. Τελικὰ νίκησε. Πέθανε χωρὶς ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Τὴν ἑπομένη κόπηκαν καὶ τὰ κεφάλια τῶν ἀσκητῶν.
Τὴ νύχτα χριστιανικὰ χέρια, ἔθαψαν εὐλαβικὰ τοὺς ἑπτὰ μάρτυρες τῆς πίστης.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὰ κατορθώματα, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρὸν παμμάκαρ Οὔαρε· ἐν γὰρ ἰκρίῳ προσδεθείς, πρὸς τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς, νομίμως ἀποκατέστης, πρεσβευτικῇ χορηγίᾳ, καταφαιδρύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὸν Σταυρὸν ὡς θώρακα, ἐνδεδυμένος παμμάκαρ, τῶν τυράννων ἤμβλυνας, τὰς πονηρὰς μεθοδείας· ἤνεγκας, τὰς ἀνυποίστους σαρκὸς βασάνους· ἤνυσας, τοὺς θείους ἄθλους γενναιοφρόνως· διὰ τοῦτο ἐκοσμήθης, θείῳ στεφάνῳ θεόθεν Οὔαρε.
Μεγαλυνάριον.
Σύμμορφος ἐγένου τοῖς Ἀθληταῖς, Οὔαρε τρισμάκαρ, ἀριστεύσας περιφανῶς· ὅθεν οὐρανίων, ἀξιωθεὶς χαρίτων, ὑπέρμαχος γνωρίζῃ, τοῖς σὲ γεραίρουσι.
Μέτοχός της θερμῆς καὶ γενναίας πίστης, ποὺ ἀνθίζει καὶ θαυματουργεῖ στοὺς μεγάλους ἀγῶνες καὶ στὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Οὔαρος, ἦταν στρατιώτης ἀπὸ τὰ Τύανα στὰ χρόνια τῶν διωγμῶν ἐπὶ Διοκλητιανού. Ἐκτελοῦσε καθήκοντα φρουροῦ στὶς φυλακές, ὅπου ἔκλειναν χριστιανούς. Τὰ παθήματά τους τὸν ἔθλιβαν καὶ ἡ γενναιότητά τους ἄναβε περισσότερο τὴν πίστη του. Ἦταν καὶ αὐτὸς χριστιανός, ἀλλὰ οἱ ἀνώτεροί του καὶ οἱ συστρατιῶτες του δὲν τὸ ἤξεραν. Ἑπομένως δὲν ὑπῆρχε ἐναντίον του καμία ὑποψία καὶ ἐπωφελούμενος ἀπ’ αὐτὸ κατόρθωνε νὰ φέρνει τροφὲς στοὺς μάρτυρες, νὰ τοὺς ἐνισχύει καὶ νὰ τοὺς παρηγορεῖ.
Κάποτε ἔφεραν στὴν φυλακὴ ἕξι πιστοὺς σεβάσμιους ἀσκητές. Ἦταν καὶ ἕβδομος, ἀλλὰ πέθανε στὸν δρόμο λόγω γήρατος ἀπὸ τὶς κακουχίες. Οἱ ἔγκλειστοι αὐτοί, μὲ τὴ φυσιογνωμία τῶν λόγων καὶ τῶν τρόπων τους, ἐπηρέασαν πολὺ τὴν ψυχὴ τοῦ Οὐάρου, ὥστε θέλησε νὰ πεθάνει μαζί τους. Ὅταν λοιπὸν τοὺς ρώτησε ὁ δικαστὴς ποὺ εἶναι ὁ ἕβδομος σύντροφός τους, ὁ Οὔαρος φώναξε «ἰδοὺ ἐγώ». Καὶ συγχρόνως ἄρχισε νὰ διακηρύττει ὅτι εἶναι Χριστιανός.
Μάταια προσπάθησαν οἱ ἀξιωματικοί του νὰ τὸν μεταπείσουν. Αὐτὸς παρακαλοῦσε τοὺς ἀσκητές, νὰ προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώσει δύναμη ν’ ἀντέξει στὰ βασανιστήρια ποὺ ἦταν πολὺ ἄγρια. Τελικὰ νίκησε. Πέθανε χωρὶς ν’ ἀλλαξοπιστήσει. Τὴν ἑπομένη κόπηκαν καὶ τὰ κεφάλια τῶν ἀσκητῶν.
Τὴ νύχτα χριστιανικὰ χέρια, ἔθαψαν εὐλαβικὰ τοὺς ἑπτὰ μάρτυρες τῆς πίστης.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ζηλώσας τὰ κατορθώματα, μαρτυρικῶς ἠγωνίσω ὑπὲρ τῆς δόξης Χριστοῦ, καὶ καθεῖλες τὸν ἐχθρὸν παμμάκαρ Οὔαρε· ἐν γὰρ ἰκρίῳ προσδεθείς, πρὸς τῷ ξύλῳ τῆς ζωῆς, νομίμως ἀποκατέστης, πρεσβευτικῇ χορηγίᾳ, καταφαιδρύνων τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Τὸν Σταυρὸν ὡς θώρακα, ἐνδεδυμένος παμμάκαρ, τῶν τυράννων ἤμβλυνας, τὰς πονηρὰς μεθοδείας· ἤνεγκας, τὰς ἀνυποίστους σαρκὸς βασάνους· ἤνυσας, τοὺς θείους ἄθλους γενναιοφρόνως· διὰ τοῦτο ἐκοσμήθης, θείῳ στεφάνῳ θεόθεν Οὔαρε.
Μεγαλυνάριον.
Σύμμορφος ἐγένου τοῖς Ἀθληταῖς, Οὔαρε τρισμάκαρ, ἀριστεύσας περιφανῶς· ὅθεν οὐρανίων, ἀξιωθεὶς χαρίτων, ὑπέρμαχος γνωρίζῃ, τοῖς σὲ γεραίρουσι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οι Άγιοι Ουικτωρίνος, Ουίκτωρ, Νικηφόρος, Κλαύδιος, Διόδωρος, Σαραπίνος και Παπίας οι Μάρτυρες εν Κορίνθω
Οι Άγιοι Μάρτυρες κατάγονταν από την Κόρινθο και συνελήφθησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Δεκίου (249-251 μ.Χ.), γιατί ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στον Χριστό. Οδηγήθηκαν ενώπιον του ανθύπατου Τερτίου, ο οποίος ήταν διοικητής της Ελλάδος.
Ο ηγεμόνας υπέβαλλε σε φρικώδη βασανιστήρια τους αθλητές αυτούς της πίστεως και όλοι τους έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο Άγιος Ουικτωρίνος, ο Άγιος Ουίκτωρ και ο Άγιος Νικηφόρος ρίφθηκαν κάτω από μεγάλη κυλινδρική πέτρα που τους συνέτριψε. Οι δήμιοι απέκοψαν τα χέρια και τα πόδια του Αγίου Κλαυδίου, την κεφαλή του Αγίου Σαραπίνου και έριξαν τον Άγιο Διόδωρο σε πυρακτωμένο καμίνι. Τον Άγιο Παπία τον έπνιξαν στη θάλασσα.
Στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου η μνήμη τους αναφέρεται και στις 5 Απριλίου.
Οι Άγιοι Μάρτυρες κατάγονταν από την Κόρινθο και συνελήφθησαν κατά την περίοδο της βασιλείας του Δεκίου (249-251 μ.Χ.), γιατί ομολόγησαν με παρρησία την πίστη τους στον Χριστό. Οδηγήθηκαν ενώπιον του ανθύπατου Τερτίου, ο οποίος ήταν διοικητής της Ελλάδος.
Ο ηγεμόνας υπέβαλλε σε φρικώδη βασανιστήρια τους αθλητές αυτούς της πίστεως και όλοι τους έλαβαν το στεφάνι του μαρτυρίου. Ο Άγιος Ουικτωρίνος, ο Άγιος Ουίκτωρ και ο Άγιος Νικηφόρος ρίφθηκαν κάτω από μεγάλη κυλινδρική πέτρα που τους συνέτριψε. Οι δήμιοι απέκοψαν τα χέρια και τα πόδια του Αγίου Κλαυδίου, την κεφαλή του Αγίου Σαραπίνου και έριξαν τον Άγιο Διόδωρο σε πυρακτωμένο καμίνι. Τον Άγιο Παπία τον έπνιξαν στη θάλασσα.
Στον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου η μνήμη τους αναφέρεται και στις 5 Απριλίου.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.