Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
Δημοσιεύτηκε: Κυρ Σεπ 25, 2011 5:23 pm
ΜΠΩΝΤΕΛΑΙΡ
I
Καλό ταξίδι σου, αδερφέ, στο δρόμο αυτόν που πήρες,
κι άμποτε νάβρης ανοιχτές της ευτυχίας τις θύρες!
Χαρούμενος μας έφυγες και σαν με κάποιο πείσμα.
Θα βλάψη τάχα μόνο εμάς το θλιβερό αυτό σχίσμα;
Το ξέρω ήτανε δύσκολο μαζί μας πια να μείνης.
Ασφυχτικά σου εφαίνονταν κι ο αγέρας μας κι οι τρόποι.
Παράλογο ήταν σαν εμάς ένας κι εσύ να γίνης,
αφού μακριά σε καρτερούν παραμυθένιοι τόποι!
Ούτ’ ένα χαίρε δε μας λές- δεν θα βαρυγκομήσω:
στ’ αυτιά σου κιόλα οι μακρινές γλυκιές ηχούνε λύρες,
και που να στρέψης τώρα εσύ το βλέμμα προς τα πίσω!
Καλό ταξίδι σου, αδελφέ, στο δρόμο αυτόν που πήρες.
II
Αδέρφι, τ’ άνθη του κακού μου λες πως έχεις κόψει,
κι όλο πηδήματα χαράς κι όλο τραγούδι τόχες.
Μα πως τα χείλη σου πικρά, σαν πεθαμένου η όψη,
κι οδύνη χύνουν των ματιών φριχτά βαθιές οι κόχες;
Αδέρφι, τ’ άνθη του κακού μου λες πως έχεις δρέψει,
μα ειν’ η ψυχή μου δύσπιστη και πώς να σε πιστέψη;
Αν ήταν άνθη που έδρεψες, γιατί στα δάχτυλά σου
τρέχουν ακόμα απ’ τις πληγές κανάλι τα αίματά σου;
Τη χάρηκες τη ξένη γη με τις πλατιές τις ρούγες.
Μα πως επέταες την αυγή μέσα στου ήλιου το χάδι,
και γύρισες, ω σπαραγμός, αργά κατά το βράδυ,
με τσακισμένες τις ωραίες βασιλικές φτερούγες;
III
Φτωχό παιδί! Της μάνας σου το χάδι έχεις ποθήσει,
που σ’ είχε ντύσει μια φορά της πίστης την πορφύρα.
Κι αυτή η ψυχή που στη βρωμιά του κόσμου έχει απαυδήσει,
πως λαχταρά για μιας αγνής ξανά ζωής τα μύρα!
Φτωχό παιδί! Της μάνας σου την Πίστη έχεις ποθήσει.
Βλέπω να στρέφης προς τα εκεί νοσταλγικά το βλέμμα.
Κι αυτό το μέτωπο που πάει στον πυρετό να σβήση,
ξαναζητάει τα’ ατίμητο πουχε πετάξει στέμμα.
Βλαστήμιες τάχα επρόφερε τα’ αμαρτωλό σου στόμα;
Κι είχες χαρά να σέρνεσαι σιχαμερά στο χώμα;
Κάτω απ΄το φτύμα της βρισιάς που πέταες προς τ’ αστέρια,
χίλιες φορές εσταύρωσες για προσευχή τα χέρια!
Προσκυνητή, που ελάσπωσες τον άχραντον χιτώνα,
για πωρωμένο σε θαρρούν, μα είσαι μονάχα θύμα.
Έννοια σου, μάντεψα καλά το μυστικό σου αγώνα,
ξέρω ποια Πόρτα χτύπησες στο τελευταίο σου βήμα.
I
Καλό ταξίδι σου, αδερφέ, στο δρόμο αυτόν που πήρες,
κι άμποτε νάβρης ανοιχτές της ευτυχίας τις θύρες!
Χαρούμενος μας έφυγες και σαν με κάποιο πείσμα.
Θα βλάψη τάχα μόνο εμάς το θλιβερό αυτό σχίσμα;
Το ξέρω ήτανε δύσκολο μαζί μας πια να μείνης.
Ασφυχτικά σου εφαίνονταν κι ο αγέρας μας κι οι τρόποι.
Παράλογο ήταν σαν εμάς ένας κι εσύ να γίνης,
αφού μακριά σε καρτερούν παραμυθένιοι τόποι!
Ούτ’ ένα χαίρε δε μας λές- δεν θα βαρυγκομήσω:
στ’ αυτιά σου κιόλα οι μακρινές γλυκιές ηχούνε λύρες,
και που να στρέψης τώρα εσύ το βλέμμα προς τα πίσω!
Καλό ταξίδι σου, αδελφέ, στο δρόμο αυτόν που πήρες.
II
Αδέρφι, τ’ άνθη του κακού μου λες πως έχεις κόψει,
κι όλο πηδήματα χαράς κι όλο τραγούδι τόχες.
Μα πως τα χείλη σου πικρά, σαν πεθαμένου η όψη,
κι οδύνη χύνουν των ματιών φριχτά βαθιές οι κόχες;
Αδέρφι, τ’ άνθη του κακού μου λες πως έχεις δρέψει,
μα ειν’ η ψυχή μου δύσπιστη και πώς να σε πιστέψη;
Αν ήταν άνθη που έδρεψες, γιατί στα δάχτυλά σου
τρέχουν ακόμα απ’ τις πληγές κανάλι τα αίματά σου;
Τη χάρηκες τη ξένη γη με τις πλατιές τις ρούγες.
Μα πως επέταες την αυγή μέσα στου ήλιου το χάδι,
και γύρισες, ω σπαραγμός, αργά κατά το βράδυ,
με τσακισμένες τις ωραίες βασιλικές φτερούγες;
III
Φτωχό παιδί! Της μάνας σου το χάδι έχεις ποθήσει,
που σ’ είχε ντύσει μια φορά της πίστης την πορφύρα.
Κι αυτή η ψυχή που στη βρωμιά του κόσμου έχει απαυδήσει,
πως λαχταρά για μιας αγνής ξανά ζωής τα μύρα!
Φτωχό παιδί! Της μάνας σου την Πίστη έχεις ποθήσει.
Βλέπω να στρέφης προς τα εκεί νοσταλγικά το βλέμμα.
Κι αυτό το μέτωπο που πάει στον πυρετό να σβήση,
ξαναζητάει τα’ ατίμητο πουχε πετάξει στέμμα.
Βλαστήμιες τάχα επρόφερε τα’ αμαρτωλό σου στόμα;
Κι είχες χαρά να σέρνεσαι σιχαμερά στο χώμα;
Κάτω απ΄το φτύμα της βρισιάς που πέταες προς τ’ αστέρια,
χίλιες φορές εσταύρωσες για προσευχή τα χέρια!
Προσκυνητή, που ελάσπωσες τον άχραντον χιτώνα,
για πωρωμένο σε θαρρούν, μα είσαι μονάχα θύμα.
Έννοια σου, μάντεψα καλά το μυστικό σου αγώνα,
ξέρω ποια Πόρτα χτύπησες στο τελευταίο σου βήμα.