Η θαυμαστή μετάνοια της Αγίας Ταϊσίας
ib2267.jpg
Στις οκτώ (8) Οκτωβρίου η Ορθόδοξος Εκκλησία μας τιμά την μνήμη της οσίας Ταϊσίας,
η οποία από μικρή παρακινήθηκε από την μητέρα της σε απρόσεκτη και αμαρτωλή ζωή και έγινε εργαστήριο του διαβόλου. Από μικρή την εξωθούσε στο κακό. Ήταν δε ωραία στην όψη, και στην ηλικία
των 17 χρόνων την οδήγησε στον τόπο της απώλειας. Λόγω της ωραιότητάς της
η φήμη της διαδόθηκε σε πολλά μέρη και πολλοί άνδρες έπεφταν στην αμαρτία.
Γι’ αυτήν την άσωτη Ταϊσία άκουσε
ο Αββάς Σεραπίων και προσευχήθηκε στο Θεό γι’ αυτήν λέγοντας:
«Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο θέλων πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν έτσι και τώρα εμφύτευσε τον φόβον σου εις την καρδίαν της, δια να επιστρέψη αύτη, να μετανοήση και να σωθή».
Μετά την προσευχή αυτή
ντύθηκε κοσμικά, πήρε μαζί του ένα νόμισμα και ξεκίνησε προς αυτήν, ως δήθεν στρατιώτης.
Όταν έφθασε στον τόπο που διέμεινε
έδωσε το νόμισμα σε αυτήν και εκείνη του πρότεινε να εισέλθουν στο δωμάτιό της.
Και ο αββάς Σεραπίων απήντησε:
"Ας μπούμε", όταν μπήκαν στο δωμάτιό της, της λέγει ο Όσιος γέροντας:
"Δεν υπάρχει άλλο κελλί πιο μέσα από αυτό;"
Λέγει αυτή:
" Υπάρχει."
Τότε λέγει ο Γέροντας:"
ας πάμε να καθίσουμε λίγο εκεί."
Και η πόρνη Ταϊσία απαντά:
«Εφ’ όσον κανείς άνθρωπος δεν μας βλέπει εις αυτόν τον τόπον, καλόν είναι να συνομιλήσουμε και να κάνουμε εδώ την επιθυμία μας, διότι όπου και να πάμε μας βλέπει ο Θεός».
Όταν άκουσε αυτά τα λόγια ο Γέροντας είπε προς αυτήν:
«Γνωρίζεις ότι υπάρχει Θεός και κρίσις και ανταπόδοσις και Βασιλεία και κόλασις;».
Και απήντησε εκείνη:
«Ναι, γνωρίζω».
Έπειτα είπε προς αυτήν ο Γέροντας:
«Εφ’ όσον λοιπόν γνωρίζεις ότι υπάρχουν αυτά, διατί οδηγείς στην απώλεια τους υιούς των ανθρώπων;».
Αυτά και άλλα πολλά λέγοντας ο Γέροντας
έδειξε εις αυτήν το μοναχικό του σχήμα που φορούσε από μέσα, και φανέρωσε και την αιτία δια την οποία ήλθε προς αυτήν εκείνη δε έπεσε στα πόδια του Γέροντα και έλεγε με δάκρυα:
«Γνωρίζεις, τίμιε πάτερ, εάν υπάρχη μετάνοια δια τους αμαρτάνοντας; δέχεται και εμένα ο Θεός εάν μετανοήσω;».
Λέγει ο Γέροντας:
«Εύσπλαχνος είναι ο Θεός και μακρόθυμος και δέχεται όλους που μετανοούν, και πολλή χαρά γίνεται εις τον ουρανόν δια ένα αμαρτωλόν ο οποίος μετανοεί».
Η δε Ταϊσία είπε προς αυτόν
«Ανάμεινε με, πάτερ, τρεις και μόνον ώρες, έπειτα δε απεφάσισε εις έμενα ό,τι και αν σκέπτεσαι δια τα κακά, τα οποία έπραξα, διότι γνωρίζω ότι από τον Θεόν απεστάλης προς εμένα».
Ο δε Όσιος, αφού υπέδειξε εις αυτήν το πού θα τον βρει, ανεχώρησε από αυτήν. Η δε Ταϊσία, αφού παρέλαβε
όσα και αν είχε αποκτήσει από την άσωτη ζωή, τα έκαυσε αυτά στην πλατεία της πόλεως, λέγοντας:
«Ελάτε όλοι οι πορνεύσαντες μαζί μου και δείτε κατά την ώρα αυτή πως κατέκαυσα όλα εκείνα τα οποία κακώς με την πορνεία απέκτησα».
Ήσαν δε τα καυθέντα αξίας εξακόσια λίτρα χρυσού, εκτός από τον ιματισμό και τις στολές. Αφού έκανε αυτά επήγε προς το Γέροντα, ο οποίος
την παρέλαβε και έφερε σε μοναστήρι γυναικών, και την ενέκλεισε σε ένα κελλί. Εσφράγισε στη συνέχεια την πόρτα, αφού άφησε μόνον μικρό πορτάκι, από το οποίο θα έδιδαν στην οσία Ταϊσία τα απαραίτητα για την συντήρησή της. Έδωσε δε παραγγελία ο Γέροντας στην Ηγουμένη του Μοναστηριού να δίδει σε αυτήν ανά δύο ήμερες λίγο ξηρό ψωμί και λίγο νερό. Προς δε τον Γέροντα είπε η αξιοθαύμαστος Ταϊσία, από το πορτάκι:
«Προσεύχου, τίμιε Πάτερ, εις τον Θεόν δια να συγχώρηση τις αμαρτίες μου τις πολλές, τις όποιες έπραξα η άθλια».
Και ο Γέροντας προς αυτήν είπε:
«Δεν είσαι άξια ούτε να προσεύχεσαι συ εις τον Θεόν, ούτε και να ονομάζεις το πολυύμνητον όνομά Του με τα χείλη σου, ή να απλώνεις τα χέρια σου προς Αυτόν, διότι τα χείλη σου είναι ρυπαρά και ακάθαρτα, τα δε χέρια σου μεμολυσμένα από ανομίες και άσωτίες, αλλά αυτό μόνο κάνε να έχεις μόνον τον νουν σου προς ανατολάς και προς τον Θεόν λέγουσα μόνον αυτόν τον λόγον: Κύριε ο Θεός μου ο πλάσας με, ελέησόν με κατά το μέγα έλεός Σου».
Έκανε κατά τον τρόπον αυτόν η μακαρία Ταϊσία στο κελλί εκείνο
τρία χρόνια. Βλέποντας όμως την μετάνοιάν της ο αββάς Σεραπίων την ευσπλαχνίστηκε, και
επήγε στον μέγα Αντώνιον δια να μάθει από αυτόν, εάν συγχώρησε ο Θεός τις αμαρτίες της, και αφού έφθασε διηγήθηκε προς αυτόν όλα τα σχετικά με την Ταϊσία.
Ο Άγιος Αντώνιος αμέσως κάλεσε τους μαθητάς του, και είπε προς αυτούς:
«Κλειστείτε ο κάθε ένας στο κελλί του όλη την νύκτα και να ευχηθείτε εκτενώς εις τον Θεόν δια να γνωρίσομε τι θα αποκαλύψει σε εμάς ο Θεός δια το ζήτημα αυτό, δια το όποιον ήλθε προς εμάς ο Αββάς Σεραπίων».
Έκαναν ο κάθε ένας από αυτούς, όπως έλαβαν έντολήν. Αφού όμως πέρασε αρκετή ώρα,
ο Αββάς Παύλος, ο μεγαλύτερος από τους μαθητάς του Αγίου Αντωνίου,
είδε στον ουρανό ένα κρεββάτι, στρωμένο με μεγάλη τιμή και δόξα και τρεις παρθένες που κρατούσαν λαμπάδες εμπρός στο κρεββάτι, οι όποιες το εφύλατταν» στεφάνι δε αμάραντο στεκόταν επάνω από το κρεββάτι.
Είπε, τότε, ο Αββάς Παύλος προς τον εαυτόν του:
«Η δόξα αυτής της κλίνης και ο στέφανος δεν θα είναι κανενός άλλου, ειμή μόνον Αντωνίου του Πατρός μου».
Αυτά διαλογιζομένου του Αββά Παύλου, ήλθε φωνή προς αυτόν που έλεγε:
«Δεν είναι, Παύλε, του πατρός σου του Αντωνίου, αλλά είναι της Ταϊσίας της ποτέ πόρνης».
Το πρωί διηγήθηκε ο Αββάς Παύλος στους Πατέρες την οπτασία και πληροφορήθηκαν όλοι, ό
τι δέχθηκε ο Θεός την μετάνοια της ευλογημένης Ταϊσίας.
Αφού είχε επιστρέψει ο Αββάς Σεραπίων από τον Άγιον Αντώνιον, επήγε με μεγάλη χαρά στο Μοναστήρι των παρθένων, και άνοιξαν την πόρτα του κελλιού, θέλοντας να βγάλει την Ταϊσίαν έξω η Αγία, όμως, αφού έμαθε αυτό, παρακαλούσε τον Γέροντα, λέγουσα:
«Άφησέ με, τίμιε Πάτερ, να μείνω μέχρι τον θάνατον μου στο κελλί αυτό, διότι είναι πολλές οι ανομίες μου και δια να μου συγχωρήση αυτές ο Θεός».
Είπε δε προς αυτήν ο Γέροντας:
«Ήδη ο Θεός σε ευσπλαχνίστηκε δια την ταπείνωσήν σου, σε ελέησε και εδέχθηκε την μετάνοιάν σου».
Είπε πάλιν προς αυτόν η μακαρία Ταϊσία:
«Πίστευσέ μου, τίμιε Πάτερ, από την ώρα που ήλθα εις αυτό το κελλί, αφού έκανα τις αμαρτίες μου μεγάλο φορτίο το έστησα μπροστά στο πρόσωπο μου και όπως η πνοή του νου μου δεν απεμακρύνθηκε από εμένα, έτσι και οι αμαρτίες μου δεν απομακρύνθηκαν από εμένα μια ώρα, μέχρις αυτής της ώρας».
Και είπε προς αυτήν ο Γέροντας:
«Όχι δια την μετάνοιάν σου, αλλά δια τον λογισμόν αυτόν τον όποιον έχεις, ως δώσασα εις τον Χριστόν εαυτήν όλων».
Κατόπιν έβγαλε αυτήν ο Γέροντας από το κελλί και μετά από την θαυμαστήν αυτήν μετάνοια ήταν μαζί με τις μοναχές μόνον δεκαπέντε ήμερες. Μετά δε την συμπλήρωση των ημερών αυτών
μετατέθηκε η ευλογημένη Ταϊσία προς τον Κύριον με δόξα και τιμή ανέκφραστη κληρονομήσασα την επουράνιον Βασιλείαν.
Αυτής, αγαπητοί, και εμείς ας μιμηθούμε την μετάνοια, δια να γίνουμε μέτοχοι και των αιωνίων αγαθών, με την χάρη και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, τις πρεσβείες της αειπαρθένου Μητρός Αυτού υπεραγίας Θεοτόκου Μαρίας και όλων των Αγίων. Αμήν.
Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
Θεσσαλονίκη
Αναδημοσίευση από: http://www.xristianos.net/?p=1020