Τα Στροφάδια είναι τόπος ονειρικός. Συνδυάζει άπλετο μυστήριο και ξυπνά συν-αισθήσεις παραθεωρημένες. Είναι η κορύφωση της απλοϊκής (και γι' αυτό μεγαλοπρεπούς) Ομορφιάς και η αποθέωση της Μοναχικότητας.

Ταξίδεψαμε εκεί με το σκάφος του Λιμενικού στις 8 Μαγιού μαζί με λιγοστούς φίλους για δουλειές της ιδιοκτήτριας Μονής και, παρότι επρόκειτο να παραμείνουμε μια μόνον ώρα, λόγω των ισχυρών ανέμων που εν τω μεταξύ φούντωσαν, οι ώρες έγιναν τριάντα. Τι μεγάλη χαρά και χάρη, να βρίσκομαι μακρυσμένος από τον θόρυβο της αφιλόξενης πόλης μας, να μπορώ να περιφέρομαι στον ιερότατο αυτόν τόπο,
ανάμεσα στ' αγκάθια και τους κέδρους,
τα καλάμια-μάρτυρες αψευδείς δρώμενων ανεπανάληπτων εδώ,
τα περίεργα πουλιά (τις αρτίνες) με το πένθιμο κρώξιμο,
τα τρυγονάκια φιλικότατα στο μονοπάτι πλάι μου, μη κινδυνεύοντας πλέον από τις ορδές βάρβαρων οπλοφόρων,
τό Καστρομονάστηρο του 13ου αιώνα πολυτραυματία μα υπερήφανο ν' αντέχει ακόμη ολόρθο,
τα δυο Κανόνια στην πύλη του σιωπηλά-σιωπηλότατα,
τον ασκητή παπα Γρηγόρη στενοχωρημένον και ψιλοβλαστημώντας για την παρουσία μας στην επικράτειά του,
τόν Πάρη - τον σκύλο συνασκητή του ακρίτα ιερομόναχου,
τους ανέμους κυρίαρχους και λαξευτές βράχων, δέντρων, ίσως και ψυχών
τη μυρουδιά φρέσκου τυριού έντονα θελκτική,
τα πρόβατα έκπληκτα τριγύρω,
τις κάρες των αρχαίων μοναστών κατάντικρυ στο αχανές του πελάγου,
τον παλαιό φάρο αυτοματοποιημένον πια κι ετοιμόρροπο,
το παμπάλαιο λαντρόβερ ν' αναστενάζει,
τα πηγάδια στέρφα εφέτος-στόματα ορθάνοιχτα της αβύσσου,
θεόγυμνα κλαδιά-χέρια ικετευτικά προς το απαράβατο γαλάζιο,
το απόλυτο ψύχος μέσ' στη Σπηλιά του Αγίου,
τον αγουροξυπνημένο πανΉλιο του άλλου πρωινού!!!
ΠΑΠΑ ΓΡΗΓΟΡΗΣ, Ο ΑΦΟΣΙΩΜΕΝΟΣ ΑΝΑΧΩΡΗΤΗΣ ΤΩΝ ΣΤΡΟΦΑΔΩΝ

Για περίπου τριάντα χρόνια ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Κλάδης, αποτελεί την ψυχή των Στροφάδων Νήσων, όπου υφίσταται τραυματισμένο απ' τους σεισμούς του 1997 το Πυργομονάστηρο του 13ου αιώνα, χτισμένο απ' τους Παλαιολόγους. Ο Ζακυνθινός αυτός Μοναχός επέλεξε, όχι τη βουή του Μοναστηριού στη Χώρα του Τζάντε, αλλά την απέραντη γαλανή ερημία της παλαιάς έδρας της Μονής του, σαράντα ναυτικά μίλια μακριά. Εκεί όπου κάθε πέτρα, κάθε πουρνάρι, κάθε κέδρος και κυρίως ο αρχηγέτης Άνεμος διηγούνται ολοένα μεγαλεία παρελθόντα, αλλεπάλληλες επιδρομές πειρατών και Αγαρηνών, αγώνες, αγωνίες, κρουνούς αιμάτων από τους σφαγιασμένους Πατέρες, που διέλαμψαν στον χώρο στο διάβα των αιώνων.
Αυτό είναι το περιβάλλον του παπα Γρηγόρη, του ολόμονου και απόμακρου Στροφαδινού ασκητή, ο οποίος, με την ολόθυμη και μόνιμη αφιέρωσή του, κράτησε ανοιχτή την Πύλη της Μονής του στο μεταίχμιο του Εικοστού και Εικοστού Πρώτου Αιώνα, καταφέρνοντας έτσι να παραμείνει αδιάσπαστη η μακρά άλυσος της μοναστικής Παράδοσης του τόπου και μάλιστα σε καιρούς, που χαρακτηρίζεται από μύρια όσα αντι- σε όλες μας τις εκφάνσεις. Εκείνος όμως ακόμη αντέχει, κατέχοντας την διάλεκτο της Μοναξιάς απέξω κι ανακατωτά, με μόνη του παρηγορητική παρέα τον σκύλο του τον Πάρη, τα πρόβατά του και την Παναγία την Παντοχαρά, υπέρμαχο αδιαμφισβήτητη των Πουλιών και των Αέρηδων, που ευδοκιμούν κάτω εκεί.
Ο μονήρης Μοναχός Γρηγόριος ουδόλως ευχαριστιέται με τις επισκέψεις. Το αντίθετο μάλιστα. Στενοχωριέται κι εξαφανίζεται. Έχει τον δικό του "θεό", θα έλεγε όποιος τον πρωτογνωρίζει. Αλλά, στην πραγματικότητα μοιάζει μ΄ ένα μικρό παιδί. Αθώος, ανεξίκακος, έκπληκτος και συμμαζεμένος μπροστά σε όσους τελευταία τον επισκέπτονται. Προτιμάει να συνομιλεί με τα ζωντανά του, να ζυμώνει, να πήζει τυρί, να διαβάζει τα ιερά του βιβλία στο ταπεινότατο κατάλυμά του και από το παρεθύρι του, που το τσακίζουν συνήθως οι Άνεμοι, να θεάται μακριά το βαθύτατο γαλάζιο και, σε πρώτο πλάνο, το Κοιμητήρι των μακάριων συναδελφών του, όπου τού μέλλει...
Ο παπα Γρηγόρης είναι δέσμιος του αγαπημένου του νησιού στην απεραντοσύνη του Πουθενά...΄Η, μάλλον, απολύτως ελεύθερος στην άπλα του Παντός...
