Αποκηρύσσουν την Ορθόδοξον Θεολογίαν
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Ιούλ 10, 2010 6:49 am
ΑΠΟΚΗΡΥΣΣΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΑΣ
Τὴν χαρακτηρίζουν φονταμενταλιστικήν, ἀτελῆ, ἀντιφεμινιστικὴν καὶ ξένην πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς
Ἡ ἀκαδημία θεολογικῶν σπουδῶν τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος ζητεῖ τὴν δημιουργίαν τῆς νέας μεταπατερικῆς θεολογίας, διακηρύσσει ὅτι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι προνόμοιον μόνον τῆςὈρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς «ἐκκλησίας» τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, ζητεῖ τὴν ἀνοχὴν καὶ τὸ ἀκαταδίωκτον τῆς αἱρέσεως, ζητεῖ τὴν δημιουργίαν μιᾶς νέας Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν θρησκειῶν κ.λπ.. Ὁλόκληρος ἡ ἀπάντησις τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς. Τὸ θέμα πρέπει νὰ ἀπασχολήση τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος,
διότι οὐσιαστικῶς ἡ Ἀκαδημία τοῦ Δημητριάδος ζητεῖ νὰ πετάξωμεν εἰς τὰ χρονοντούλαπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καὶ εἰς τὰς χωματερὰς τὴν Ὀρθόδοξον Πατερικὴν Θεολογίαν.
Εἰς τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου ἐπραγματοποιήθη ἕν διεθνὲς συνέδριον τῆς «διαβοήτου» Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς κατὰ τὰ ἄλλα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Βόλου, τῆς ὁποίας τὴν διαποίμανσιν καὶ τὴν πνευματικὴν κατεύθυνσιν ἔχει ὁ οἰκουμενιστὴς καὶ νεοεποχίτης Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος. Τὸ συνέδριον εἶναι πολὺ σημαντικόν, διότι αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ «ἐκτελέση ἐν ψυχρῷ» τὴν Πατερικὴν Θεολογία, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀτελῆ ἀνθρωπολογικῶς, νὰ ἀμφισβητήση εὐθέως Μεγάλους Πατέρας ὡς εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος κ.λπ. εἰς τὰς θέσεις των περὶ τῆς γυναικός, νὰ κηρύξη τὴν ἀνοχὴν καὶ τὸ ἀκαταδίωκτον τῶν αἱρετικῶν, νὰ ζητῆ τὴν ὑπέρβασιν καὶ τὴν ἐπαναδιατύπωσιν τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, διὰ νὰ δυνηθῆ ἡ Ἐκκλησία νὰ συμπορευθῆ εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, νὰ κηρύσση τὴν Πατερικὴν Θεολογίαν ὅτι εἶναι Πατερικὸς φονταμενταλισμὸς κ.λπ.. Τὸ κυριώτερον μήνυμα, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ διημέρου συνεδρίου εἶναι ἡ διακήρυξις ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὸ πλαίσιον τῆς νέας Πατερικῆς Θεολογίας νὰ προχωρήσωμεν εἰς μίαν νέαν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν τῶν θρησκειῶν, διότι ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν περιορίζεται μόνον ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς Ἐκκλησίας
(Σ.Σ. «Ο.Τ.»: Δηλαδὴ καὶ εἰς τὰς «Ἐκκλησίας» τῶν πλανεμένων – αἱρετικῶν χριστιανῶν).
Ἀνεμένομεν αἱ θέσεις τοῦ συνεδρίου νὰ ἀπασχολήσουν πολλοὺς Ἱεράρχας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, ἀφοῦ τὸ συνέδριον τελεῖ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος.
Διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπληροφορήθησαν τὰ τεκταινόμενα ἀπὸ τὸ διαδίκτυον, διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις καθηγητῶν Πανεπιστημίου (μὴ θεολόγων), διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις κληρικῶν,
ἀλλὰ δὲν διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις Ἱεραρχῶν, μὲ ἐξαίρεσιν τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς.
Εἶναι δυνατὸν τὸ «ὄργανον» ἑνὸςΜητρολίτου (Δημητριάδος) νὰ εἰσηγῆται τὴν τοποθέτησιν τῆς Πατερικῆς Θεολογίας εἰς τὰ χρονοντούλαπα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, τὴν ἀνοχὴν πρὸς τὴν αἵρεσιν, ἡ ὁποία ἁλωνίζει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ διακηρύσση ὅτι ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ ἐκτείνεται καὶ εἰς αἱρετικὰς χριστιανικὰς «Ἐκκλησίας» καὶ νὰ μὴ ἀσχολῆται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τῆς Δ.Ι.Σ. ἢ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἡ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους; Ἀποδέχονται τὴν κήρυξιν τῆς Πατερικῆς θεολογίας εἰς διωγμὸν ὑπὸ τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ζητεῖ τὴν συμπόρευσιν τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως μὲ τὰς συγχρόνους ἀνάγκας τῆς κοινωνίας;
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐζήτει εἰς τὸ ὄνομα τῆς διπλωματίας τῆς ἀγάπης τοῦ Βατικανοῦ νὰ θέσωμεν εἰς τὰς ἀποθήκας τὰ δόγματα διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἕνωσιν τῶν «Ἐκκλησιῶν». Ὁ Δημητριάδος διὰ τῆς Ἀκαδημίας του ζητεῖ νὰ πετάξωμεν εἰς τὰς χωματερὰς τὴν ἀναχρονιστικήν, ἀντιφεμινιστικὴν καὶ ἐχθρικὴν πρὸς τὴν βιοηθικὴν
Πατερικὴν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν καὶ νὰ κατασκευάσωμεν μίαν νέαν, ἡ ὁποία θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγχρόνου κοινωνίας.
Ἆραγε τὸ ἑπόμενον βῆμα ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Νεοεποχιτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας ποῖο θὰ
εἶναι; Μήπως ἡ ἀμφισβήτησις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Θέτομεν τὸ ἐρώτημα, διότι εἰς τὸ ὄνομα τῆς
ἑνώσεων τῶν «ἐκκλησιῶν» τὰ δόγματα τίθενται εἰς τὴν γωνίαν ὑπὸ τῶν κεφαλῶν, κυρίως, τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι μᾶς διδάσκουν ὅτι κονονικὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κονονικὴ καὶ ἡ Παπικὴ καὶ ἡ Ἀγγλικανικὴ κ.λπ..
Τώρα ἡ Ἀκαδημία τοῦ Δημητριάδος μᾶς λέγει, ὡς ἀπόρροια τοῦ προαναφερθέντος δόγματος τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πατερικὴ Θεολογία εἶναι φονταμελιστικὴ καὶ δὲν ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησίαν – Κοινωνίαν. Ἔχει ἀντιληφθῆ ὁ Δημητριάδος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἱεραρχία ὅτι αἱ κεφαλαὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα (καὶ ἔχομεν πολλαπλῆν ἐνημέρωσιν) πανηγυρίζουν μετὰ τὰς θέσεις τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος, ὁ ὁποῖος κάποτε θὰ φύγη ἀπὸ τὴν ζωήν, ἀλλὰ θὰ ἀφήση εἰς τὴν γῆν τὸν «κακὸν σπόρον» τῆς Ἀκαδημίας;
Κατὰ σύμπτωσιν τὸ διήμερον συν έδριον τῆς Ἀκαδημίας ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐπεσκέπτετο ὁ Πάπας τὴν Κύπρον καὶ ὁ Ἀρχιεπ. Κύπρου κ. Χρυσόστομος διεκήρυσσεν ὅτι ὁ Πάπας εἶναι κανονικὸς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ Βατικανὸν κανονικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅτι ὁ Παπισμὸς δὲν εἶναι αἵρεσις.
Ἀκολούθως θὰ παραθέσωμεν:
1ον) τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς καὶ 2ον) ἀποσπάσματα, δι᾽ ὅσα ἀνεκοινώθησαν ἐκ τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος.
Ὁ Πειραιῶς
Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Πειραιῶς, μὲ τὴν ὁποίαν δίδει (χωρὶς νὰ κάμνη προσωπικὴν ἐπίθεσιν εἰς τὸν Δημητριάδος) ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν, ἡ ὁποία «στήνει» τὴν νέαν μεταπατερικὴν θεολογίαν» μὲ σκοπὸν τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴν ἀπομείωσιν τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τὸ μυρίπνοο ἄνθος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κολλυβαδικῆς παραδόσεως συνέγραψε τὸ ἐκπληκτικὸ πνευματικό του ἔργο “Ἀόρατος πόλεμος”, ὅπου διεξοδικῶς ἀναφέρεται στὸ βύθιο ἔργο τοῦ ἀλάστορος καὶ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου, περὶ τοῦ ὁποίου μεγαλοφυῶς ὡμίλησε ὁ θεῖος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ἀναφέρων: “Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις…” (Ἐφεσ. 6 – 12).
Ἡ ἐπίθεσις καὶ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς ἀληθείας ἐντείνεται εἰς τὰς ἀποκαλυπτικὰς ἡμέρας μας ἐμφανιζόμενο τὸ σκότος ὡς φῶς καὶ τὸ φῶς ὡς σκότος.
Προωθεῖται ἐντὸς τῶν τειχῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἀνάπτυξη καὶ προβολὴ ἰδεῶν δῆθεν θεολογικῆς ἐμβριθείας καὶ “ἐπικαιροποιήσεως” τῆς ἀληθείας, ποὺ στοχεύουν στὴν ἀνατροπή, στὴν ἀρνητικὴ μετάπλαση, στὸν ἀποσκορακισμὸ τοῦ ἀληθοῦς θεολογικοῦ λόγου καὶ στὴν ἐμπέδωση τῆς πλάνης
καὶ στὴν μετατροπὴ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τῆς Ἐκκλησίας σὲ ἐγκοσμιοκρατικὸ σύστημα κοινωνικῶν ἀρχῶν, ποὺ θὰ ἐγκολπώνεται ὅλες τὶς ὑποβολιμιαῖες ἀντινομίες τῆς μεταπτωτικῆς πραγματικότητος, μιὰ νέα ἄκρως ἐπικίνδυνη διαδικασία ἄρθρωσης δῆθεν νέου θεολογικοῦ λόγου.
Ἰσχυρίζονται οἱ ἐπίδοξοι αὐτοὶ “ἀναμορφωταὶ” τῆς Πατερικῆς θεολογίας τῆς ἀδιαιρέτου Ὀρθοδόξου
Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ κόσμου δὲν εἶναι πρόβλημα ἀρνήσεως θεώσεως καὶ ἁγιασμοῦ, ἀλλὰ δῆθεν ἐπεῖγον αἴτημα νέας σάρκωσης τοῦ λόγου καὶ συναφειακῆς ἀνάγνωσης τῶν Πατέρων καὶ ὕπαρξης μιᾶς μεταπατερικῆς Ὀρθόδ. Θεολογίας προϊόντος νοησιαρχικῆς προσέγγισης.
Περὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τῶν θρησκειῶν
Τὰ θέματα ποὺ θέτουν ὅπως:
ἔννοια καὶ περιεχόμενο τῆς αὐθεντίας καὶ συμφωνίας τῶν Πατέρων καὶ τῆς προσφυγῆς στὴν ἐπίκληση
τῆς αὐθεντίας τους, τῆς ἀποκλειστικότητας σχέσης ἀνάμεσα στὴν Πατερικὴ Θεολογία καὶ τὶς ἑλληνικὲς κατηγορίες σκέψεις, στὴν Πατερικότητα καὶ τὴν Ἑλληνικότητα, στὴν διαχρονικότητα καὶ στὸν κανονιστικὸ χαρακτῆρα τῆς χρήσης τῆς ὀντολογίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν
στὴν θεολογία, στὸ αὐταρχικὸ πατριαρχικὸ προνεωτερικὸ πρότυπο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὴν Πατερικὴ
Θεολογία, στὴν ἀνοχὴ καὶ καταδίωξη τῶν αἱρετικῶν στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ στὴν σημερινὴ πολιτισμικὴ συνθήκη, στὴν διαπλοκὴ Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας μὲ Αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία, στὶς ἀνθρωπολογικὲς κορυφώσεις τῆς Θεολογίας τῶν Πατέρων καὶ στὴν δῆθεν ἀτελῆ ἀνθρωπολογία τῶν Πατέρων, στὶς νέες ἀνθρωπολογικὲς προκλήσεις τῆς βιοθικῆς καὶ τῆς βιοτεχνολογίας ἐπιβάλλουν δῆθεν ἐπιτακτικὰ τὸ αἴτημα μιᾶς σύγχρονης “Ὀρθόδοξης μεταπατερικῆς Θεολογίας” καὶ ἐπανερμηνείας τῆς πιστότητας στὴν Πατερικὴ παράδοση καθὼς καὶ στὴν ὑπέρβασή της “ὅπου καὶ ὅταν χρειάζεται”.
Εἰσηγοῦνται ἀκόμη τὴν ἐξωφρενικὴ θέση γιὰ μία “νέα ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν” ἰσχυριζόμενοι ὅτι δῆθεν ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν περιορίζεται μόνον ἐντός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ διαφορετικὸ βαθμὸ καὶ πρότυπο σὲ ἄλλες χριστιανικὲς “Ἐκκλησίες” διάβαζε κοινότητες, σὲ κοινότητες “ἄλλων ζωντανῶν πίστεων”, σὲ ἀγνωστικιστές, ἀκόμη καὶ σὲ ἀθέους.
Ἡ σωτηρία καὶ εἰς τὴν αἵρεσιν
Προβάλλουν τὴν ὄντως τραγικὴ θέση καὶ ἐπιχειροῦν νὰ τὴν μπολιάσουν στὶς συν ειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ὅτι “ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ποὺ ὑπάρχει γιὰ ἐκείνους, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ὁδηγήση τοὺς Χριστιανοὺς σὲ μία ἀκλόνητη ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς στὴν ἀπεριόριστη ἄγαπη καὶ τὸ ἔλεός Του κοινωνεῖ τὴν σωτηριώδη χάρη Του μέσω ἄλλων ἄγνωστων καὶ κρυφῶν ὁδῶν σὲ ἐκείνους, ποὺ φέρουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πίστης ὅπως ἐπίσης ὡς μία ἠθικὴ συνείδηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία ζωὴ μὲ ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν διακριτῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας”.
Ἀναφέρονται σὲ ἀνύπαρκτες ἔννοιες ὅπως “νεοπατερικὴ σύνθεση ἢ μεταπατερικὴ Θεολογία» σὲ
δῆθεν «Πατερικὸ φονταμενταλισμὸ” στὴν δῆθεν “Ἐκκλησιαστικὴ θριαμβολογία”, ποὺ τὴν ἀναλύουν
σὰν μία στάση πνευματικῆς ὑπεροχῆς ἔναντι τοῦ “ἄλλου” τῆς Δύσης, καὶ τὴν παρουσιάζουν σὰν ἕνα
πνευματικὸ ἀπομονωτισμὸ καὶ μία ἑλληνικότητα, ποὺ ἀγγίζει τὴν εἰδωλολατρεία.
Βέβαια οὐδεὶς πρέπει νὰ ἐκπλήσσεται ἀπὸ τὴν νέα αὐτὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς ἀληθείας ἐφ᾽ ὅσον οἱ διατάκται τῶν ἀνωτέρω ἀνερυθριάστως ἀρθρογραφοῦν ὑπὲρ τῆς τραγικῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία, ποὺ ἐπιφέρει τὸ ὀντολογικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ κακούργημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἢ ἐπὶ τὸ κοσμικότερον ὁμοερωτισμοῦ.
Πανταχοῦ παρόν, τὸ γνωστὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀμερικῆς Fordham, ποὺ “ἐκδηλώνει” ἀπροκάλυπτα τὴν
διάθεσή του νὰ “ἐκσυγχρονήση” καὶ νὰ “διορθώση” τὶς θεολογικὲς θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἤδη διοργάνωσε δύο συνέδρια μὲ θέματα “Ὀρθόδοξες ἀναγνώσεις τοῦ Αὐγουστίνου” (2007) καὶ “Ὀρθόδοξες δομὲς τῆς Δύσης” (2010).
Ἡ προσπάθεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω εἶναι νὰ ἐπανεντάξουν στὴν θεολογικὴ σκέψη τὴν θεσμικὴ
ἀλλοτρίωση, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν ἐκνομικισμὸ τῆς Θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τὴν ἀντιστροφὴ τῶν ὅρων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ὀντολογίας τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Ἐπιδιώκουν ἀκόμη νὰ ἐμπεδωθῆ ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ἀρνητικὴ προσέγγιση ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῆς δυτικῆς Θεολογίας ἦταν καὶ ἄδικη καὶ παρεξηγημένη, τοὺς κατηγοροῦν γιὰ ἀντιδυτικισμὸ καὶ ἀδυναμία κατανόησης τῶν θεμάτων.
Τελικὰ οἱ συγκεκριμένοι κύκλοι, ποὺ εὐαγγελίζονται τὴν ὑπέρβαση τῆς Πατερικῆς Θεολογίας ἢ τὴν
ἐπαναδιατύπωσή της γιὰ χάρη δῆθεν τῆς συμπόρευσης μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο, ἀντιστρατεύονται τὴ
μετοχή, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτηδευμένο καὶ ἀπολύτως κενὸ περιεχομένου τρόπο, στὴν διαχρονικὴ ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας.
Ἡ πατερικὴ διδασκαλία καὶ ἡ ὀρθόδοξη μελέτη καὶ ἐφαρμογὴ στὴν πράξη τῆς πείρας τῶν Ἁγίων
Πατέρων κηρύσσονται ἐν διωγμῷ, γιατί κατασκευάζεται μία “νέα μεταπατερικὴ Θεολογία”, ποὺ θὰ ἀποτελεῖ τὴν θεωρητικὴ βάση γιὰ τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴ ἀπομείωση τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος».
Ἡ Ἀκαδημία
Ἀκολούθως θὰ παραθέσωμεν ὡρισμένα ἀποσπάσματα ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Δημητριάδος, τὰς ὁποίας ἐξέδωσε διὰ τὰς διημέρους ἐργασίας τοῦ συνεδρίου της.
Καὶ ἐκτὸς Ὀρθοδοξίας
«Στὴν εἰσήγησή του ὁ π. Ἐμμανουὴλ Κλάψης ἀνέπτυξε τὸ θέμα “Πρὸς μιὰ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν
θρησκειῶν”. Σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ κινηθοῦμε πρὸς μιὰ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν, ἡ παροῦσα
ἀνακοίνωση ἐξέτασε τὴν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα ἐρώτηση γιὰ τὸ ἐὰν ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ πε-
ριορίζεται μόνο ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ἐκτείνεται σὲ διαφορε-
τικὸ βαθμὸ καὶ πρότυπο σὲ ἄλλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, σὲ κοινότητες ἄλλων ζωντανῶν πίστεων, σὲ
ἀγνωστικιστὲς ἢ ἀκόμη καὶ ἄθεους.
Τὸ κείμενο αὐτὸ ἰσχυρίστηκε ὅτι μιὰ μυστηριακὴ καὶ χαρισματικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀφήνει, ὡς πεδίο πραγμάτωσης τῆς σωτηριώδους χάριτος τοῦ Θεοῦ, νὰ παραμένει μόνο αὐτό, ποὺ βρίσκεται ἐντός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνακοίνωση ὑποστήριξε ὅτι ἡ δράση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ σὲ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ σὲ βάρος τῆς σημασίας τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας.
Παράλληλα μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἡ πληρότητα τῆς σωτηριώδους χάριτος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ βρεθεῖ
ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ συγγραφέας πρότεινε ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀνάγκη νὰ κινηθοῦμε πέρα ἀπὸ μιὰ κατανόηση τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὁποία Αὐτὸς εἶναι περιορισμένος νὰ εἶναι εἴτε
πλήρως παρὼν ἢ τελείως ἀπὼν ἀπὸ τὶς ζωὲς καὶ τὶς πράξεις κοσμικῶν καὶ ἄλλων θρησκευόμενων ἀνθρώπων. Οἱ κοσμικὲς διαστάσεις τῆς Εὐχαριστίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Δημιουργία μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μετέχει στὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν τὴ βάση τῆς ἀναγνώρισης τῆς σωτηριώδους παρουσίας τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸν δημιουργημένο κόσμο. Ἡ σωτηριώδης παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὸ σωτηριῶδες
ἔργο τοῦ Σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστομονισμὸς δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὸν
Πνευματομονισμό. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἴτε προηγεῖται τοῦ Χριστοῦ, εἴτε ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, στὴν
προσπάθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλης τῆς Δημιουργίας. Ἡ τριαδικὴ πίστη προσδένει τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὶς ἰδιαιτερότητες τῆς ἱστορίας – τῆς ὁποίας κορύφωση εἶναι ὁ Χριστὸς– ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὸν περιορισμὸ τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἐπιμέρους ἰδιαιτερότητα vis–a–vis μὲ τὴν παγκόσμια δράση καὶ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀνοίγει τὰ ὅρια σὲ ὁ,τιδήποτε καὶ ὁποιονδήποτε ἀγγίζει καὶ ὁδηγεῖ ὅλους καὶ ὅλα σὲ μιὰ διαρκῆ καὶ μεταμορφωτικὴ σχέση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστό, μὲ ἕνα διάφανο τρόπο ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ ἕνα κρυφὸ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει γιὰ ἐκείνους, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ὁδηγήσει τοὺς χριστιανοὺς σὲ μιὰ ἀκλόνητη ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς στὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός του, κοινωνεῖ τὴν σωτηριώδη χάρι Του μέσω ἄλλων ἄγνωστων καὶ κρυφῶν ὁδῶν σὲ ἐκείνους, ποὺ φέρουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πίστης, ὅπως ἐπίσης ὡς μιὰ ἠθικὴ συν είδηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ ζωὴ μὲ ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν διακριτῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ παροῦσα ἀνακοίνωση ὑποστήριξε ὅτι ἡ σωτηρία προσφέρεται σὲ ὅλους ὡς μιὰ δυνατότητα μέσω τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ξέχωρα ἀπὸ αὐτήν. Ἡ εἰσήγηση ὁλοκληρώθηκε σημειώνοντας τὶς συνέπειες, ποὺ ἔχει μιὰ τέτοια ἀποδοχὴ γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Δρ. Aristotle Papanikolaou ἀνέπτυξε τὸ θέμα “Ὀρθόδοξος Φιλελευθερισμός: Ἡ Πολιτικὴ θεολογία
μετὰ τὶς αὐτοκρατορίες”. Ἡ πολιτικὴ θεολογία στὸ πλαίσιο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
σκέψης εἶναι οὐσιαστικὰ ἀνύπαρκτη. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία μιᾶς πολιτικῆς θεολογίας ἀποδεικνύει ὅτι ἡ θεολογία μέσα στὴ ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι συναφειακὴ στὸ βαθμό, ποὺ φανερώνει ὅτι ἡ θεολογικὴ ἔκφραση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπείγουσα ἀνάγκη ἐντὸς τῆς παράδοσης νὰ ἀντιμετωπίσει ἰδιαίτερα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγνοεῖ – ἡ θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τῆς ὁποίας τὸ εἶναι καλεῖται νὰ ἀπαντήσει. Ἡ κατάσταση μέσα στὴ χριστιανικὴ –ρωμαϊκὴ– αὐτοκρατορία ἦταν τέτοια, ὥστε ἐρωτήματα συνδεόμενα μὲ τὸ τί εἶναι πολιτικὴ θεολογία δὲν εἶχαν κεντρικὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως τὰ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ Χριστολογία.
Χρειάστηκε νὰ φτάσουμε στὸν 19ο αἰώνα στὴ Ρωσία, ὅπου οἱ ὀρθόδοξοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀναπτύξουν
ἐρωτήσεις σχετιζόμενες πρὸς τὴν πολιτικὴ θεολογία, καθότι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς θρησκείας δεχόταν ἐπίθεση ἀπὸ μὴ–ὀρθόδοξες φιλοσοφίες καὶ ἰδεολογίες. Ἡ διαμόρφωση αὐτῆς τῆς πολιτικῆς θεολογίας διακόπηκε ἀπὸ τὴν κομμουνιστικὴ κυριαρχία στὴν πλειονότητα τῶν ὀρθοδόξων λαῶν. Στὴν παροῦσα μετὰ–αὐτοκρατορικὴ καὶ μετὰ–κομμουνιστικὴ ἐποχὴ τῆς ἱστορίας της, ἡ ὀρθόδοξη παράδοση βρίσκεται
ἀκόμη μιὰ φορὰ ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀναπτύξει μιὰ πολιτικὴ θεολογία, ἂν καὶ ἀντιμετωπίζει μιὰ πολιτικὴ καὶ πολιτιστικὴ πραγματικότητα διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη στὴ Ρωσία τὸν 19ο αἰώνα. Οἱ σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι δὲν ἔχουν ἀναπτύξει μιὰ πολιτικὴ θεολογία, ἂν καὶ ἔχουν γράψει, γιὰ συναφῆ πρὸς τὴν πολιτικὴ θεολογία θέματα.
Μιὰ κοινὴ συνισταμένη στὴν ὀρθόδοξη σκέψη, τόσο στὰ γραπτὰ ὁρισμένων θεολόγων, ὅπως
καὶ στὰ ἐπίσημα κείμενα κάποιων αὐτοκεφάλων Ὀρθοδ. Ἐκκλησιῶν ἀποτελεῖ ἡ ἐπίθεση ἔναντι τοῦ σύγχρονου πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ, εἰδικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν ἔννοια τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τὸ χωρισμὸ Ἐκκλησίας–κράτους, ὡς ἐγγενῶς ἀθεϊστική, ἀτομικιστική, μὴ
ἠθικὴ καὶ κοσμική. Στὴν παροῦσα ἀνακοίνωση ὑποστηρίχθηκε ὅτι αὐτὲς οἱ κριτικὲς τίθενται ἐσφαλμένα καὶ ὅτι μιὰ ὀρθόδοξη πολιτικὴ θεολογία, στὴν τρέχουσα παγκόσμια κατάσταση, ἀπαιτεῖ τὴν ἐπιβεβαίωση μιᾶς τροποποιημένης μορφῆς τοῦ πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ καὶ
ὅτι μιὰ τέτοια πολιτικὴ θεολογία εἶναι περισσότερο συνεπὴς μὲ τὴν καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας τὴν ἀρχὴ τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας.
Εἰς τὰ Μουσεῖα
Στὴν τελευταία συνεδρία ὁμιλητὲς ἦταν οἱ Δρ. Radu Preda, ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο Babes–Bolai–University, Cluj–Napoca, διευθυντὴς τοῦ INTER καὶ ἡ Δρ. Ἑλένη Κασσελούρη–Χατζηβασιλειάδη διδάσκουσα στὸ ΕΑΠ καὶ μέλος τῆς ἐπιστημονικῆς ὁμάδας τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν.
Ὁ Δρ. Radu Preda μίλησε μὲ θέμα “Ὀρθόδοξη κοινωνικὴ θεολογία ὡς συναφειακὴ θεολογία”.
Τὸ θέμα τοῦ συνεδρίου διαμορφώνεται μὲ ὅρους ἑνὸς διλήμματος: Χρειάζεται ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν
ἀρχῶν τοῦ 21ου αἰώνα μιὰ νέο–πατερικὴ σύνθεση ἢ ἔχει ἀνάγκη περισσότερο ἀπὸ τὸ κουράγιο νὰ
ἀναλάβει τὴν πρωτοβουλία γιὰ ἕνα μετὰ–πατερικὸ λόγο; Κατὰ τὴ γνώμη του τὸ δίλημμα εἶναι μόνο φαινομενικό. Ἐὰν ἀντιλαμβανόμαστε τὴ νέο–πατερικὴ σύνθεση μὲ ὅρους ἐξάσκησης μιᾶς στείρας πιστότητας πρὸς τὴν Παράδοση σ᾽ αὐτὴ τὴν περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ ἐναλλακτικὴ πρόταση. Ἐπιπλέον, ἐὰν μὲ τὴ μετὰ–πατερικὴ θεολογία κάποιος ἀντιλαμβάνεται τὸν ἐκσυγχρονισμὸ τοῦ ἀνατολικοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι, τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν ἱστορικὴ στιγμή, σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τότε δὲν ὑπάρχει, πράγματι βιώσιμη πρὸς αὐτὸ ἀντιπρόταση. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν ὑπάρχει ἐπιλογὴ γιὰ τὴ θεολογία μεταξὺ τοῦ μουσείου καὶ τῆς ζωῆς, μεταξὺ τῆς ἀποστέωσης καὶ τῆς δυναμικῆς. Ἐὰν εἶναι μόνο μουσεῖο καὶ ἀποστέωση τότε δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ζωὴ καὶ δυναμική. Τὸ ἕνα παράδειγμα ἀποκλείει τὸ ἄλλο. Ἡ γόνιμη ἀντινομία τοῦ νὰ εἶναι κανεὶς μέσα στὴν Παράδοση καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ θεωρεῖ τὸ παρὸν ὡς προθάλαμο τοῦ ἔσχατου δὲν εἶναι δυνατὸ ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἀναλάβει νὰ χρησιμοποιήσει τὸν τύπο πραγμάτωσης καὶ συναφειακότητας, ποὺ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Πόσο δύσκολη εἶναι αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη καὶ κατὰ τρόπο συμμετρικὸ πόσο εὔκολη εἶναι ἡ παραμονὴ στὴν ἄνεση τῆς “ἐξαγορᾶς τῶν ἰδεῶν γιὰ τὸ τίποτα” κατὰ τὸν Flaubert – αὐτὸ καθίσταται φανερὸ στὴν διαδικασία διαμόρφωσης μιᾶς ὀρθόδοξης κοινωνικῆς θεολογίας.
Ἡ παροῦσα παρέμβαση προσπάθησε νὰ ἀνανεώσει κάποιες ἀπὸ τὶς προκλήσεις καὶ εὐκαιρίες, ποὺ ἡ
ἠθικὴ τῆς σύγχρονης ὀρθοδοξίας ἔχει μπροστά της.
Ἡ σχέσις Εὐαγγελίου καί… συναφειῶν
Ὁ Δρ. Ἀθανάσιος Ν. Παπαθανασίου μίλησε μὲ θέμα “H Ἱεραποστολὴ ὡς πρόκληση γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία τῆς συνάφειας”. Ἡ θεολογία τῆς ἱεραποστολῆς συχνὰ νοεῖται ὡς ἕνα εἶδος παραρτήματος τῆς “κυρίως” θεολογίας. Ὡστόσο, μιὰ προσεκτικὴ ματιὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία μπορεῖ νὰ δείξει τὸ ἀντίθετο: ὅτι ἱστορικὰ ἡ ἱεραποστολὴ ἔχει ἀποτελέσει μήτρα τῆς θεολογίας. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι καθεαυτὴ ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ μιὰ ἀδιάκοπη ζύμωση.
Δὲν ὑπάρχει, παρὰ ὡς συνάντηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο καὶ ὡς μεταμόρφωση τοῦ κόσμου. Μὲ ἄλλα
λόγια, ἡ συνάντηση τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὶς ποικίλες συνάφειες δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐνδέχεται νὰ προστεθεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων στὸν ἑαυτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συναφειακότητα (contextuality)
εἶναι καθαυτὸς ὁ τρόπος πραγμάτωσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, λοιπόν, ὅτι οἱ συζητήσεις γιὰ τὴ συναφειακότητα κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια γεννήθηκαν στὸν χῶρο
τῆς ἱεραποστολικῆς πράξης καὶ θεωρίας.
Ὁ πρῶτος κίνδυνος, λοιπόν, εἶναι νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία συμπίπτει μὲ ἕναν καὶ μόνο πολιτισμὸ ἢ νὰ λησμονήσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Βασιλεία, ἀλλὰ εἰκόνα τῆς μέλλουσας Βασιλείας καὶ διάκονος τῆς πρόσκλησης, ποὺ ὁ Θεὸς ἀπευθύνει σὲ ὅλη τὴ δημιουργία του. Ὅσο περισσότερο ἀδυνατίζει ἡ ἱεραποστολικὴ συνείδηση καὶ ὅσο περισσότερο πιστεύεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει φτάσει στὸ τέρμα τῆς ἱστορικῆς πορείας της, τόσο περισσότερο ἐντείνεται ὁ κίνδυνος αὐτός. Ὡστόσο, ἂν σκεφτοῦμε προσεκτικά, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κίνδυνος συνιστᾶ περιφρόνηση τῆς συναφειακότητας (ἀδιαφορία γιὰ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς), ταυτόχρονα ὅμως προέρχεται ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν συναφειακότητα! Μιὰ συγκεκριμένη πολιτισμικὴ συνάφεια, δηλαδή, τίθεται πάνω ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Σ᾽ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἀντὶ ἡ ἀνθρώπινη πραγματικότητα νὰ λειτουργεῖ ὡς σάρκα τοῦ Εὐαγγελίου (σὲ μιὰ ἀδιάκοπη διαδικασία σάρκωσής του στὸ ἑκάστοτε παρόν), καταντᾶ σαρκοφάγος του
(κι ἔτσι ἐμποδίζει τὴν περαιτέρω σάρκωσή του)! Ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ἰδίως στὰ νεώτερα χρόνια, πλὴν λιγοστῶν ἐξαιρέσεων) δὲν ἔχει ἐργαστεῖ ἀκόμα πάνω στὴ σχέση Εὐαγγελίου καὶ συναφειῶν, καὶ δὲν ἔχει προβληματιστεῖ πάνω στὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀναδυθοῦν ἐκκλησιαστικὲς ἐκφράσεις διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνο–ρωμαϊκὴ συνάφεια.
Ἐπίσης, δὲν μελετᾶ τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν διαφόρων μοντέλων συνάντησης Εὐαγγελίου καὶ κόσμου (adaptation, indigenization, inculturation, contextualization κλπ), τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴ σύγχρονη κοινωνιολογικὴ καὶ ἱεραποστολικὴ θεωρία. Θεωρεῖ ὅτι τὸ ἱεραποστολικὸ χρέος ἐκπληρώνεται μὲ τὴν αὐτούσια μεταφορὰ τῶν κειμένων, τῆς τέχνης καὶ τῆς νοοτροπίας της στὶς ἐκκλησίες τοῦ Τρίτου Κόσμου, καὶ δὲν διερωτᾶται κἂν τί χρειάζεται νὰ συνεισφέρουν αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες στὴν οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία. Ἐδῶ, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἀναφυεῖ ἕνας νέος κίνδυνος: Τὸ νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴ συναφειακότητα χωρὶς περίσκεψη καὶ κριτικὴ σκέψη. Ἔτσι, ὅμως, διαμορφώνεται μιὰ ἀφελὴς στάση, ἡ ὁποία νοεῖ τοὺς παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς σὰν συμπαγεῖς οὐσίες, δὲν δύναται νὰ διακρίνει τὶς ἀλλαγές τους μέσα στὸν χρόνο, δὲν ξεχωρίζει τὰ ζωηφόρα ἀπὸ τὰ θανατερὰ στοιχεῖα τους καὶ δὲν κατορθώνει νὰ διακρίνει ποιοὶ πολιτισμοὶ ὑπάρχουν σήμερα στὴν πραγματικότητα (κι ὄχι μόνο στὸ μυαλὸ τοῦ ἱεραποστόλου) καὶ ποιοὶ νέοι ἀναδύονται. Ἡ ἱεραποστολή, συνεπῶς, καλεῖται νὰ εἶναι συμφιλιωτική, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἀπελευθερωτική. Ταυτόχρονα, ἡ ἱεραποστολικὴ (ἡ θεολογία τῆς ἱεραποστολῆς) καλεῖται νὰ ἀποτελεῖ τὸν καταλύτη, ὥστε ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραμένει ζωντανὴ καὶ πιστὴ στὸ Εὐαγγέλιο.
Ἡ ἀνιστορικὴ προσέγγισις τῆς Πατερικῆς Θεολογίας
Τέλος ὁ Δρ. Παντελὴς Καλαϊτζίδης μίλησε μὲ θέμα “Πρὸς μία ῾μετὰ–πατερικὴ᾽ θεολογία;”. Ἡ “ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες”, ποὺ στάθηκε τὸ κυρίαρχο θεολογικὸ “παράδειγμα”, γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τὸν 20ο αἰώνα, συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἀνανέωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας καὶ στὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὴ “βαβυλώνια αἰχμαλωσία” στὴ δυτικὴ θεολογία, στὴ γλώσσα,
τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν προβληματική της. Εἶχε ὅμως καὶ ὁρισμένες ἀρνητικὲς συνέπειες ὅπως:
α) τὴ θεωρητικὴ δικαιολόγηση τῆς διαδεδομένης στὰ ὀρθόδοξα περιβάλλοντα ὑποτίμησης τῶν βιβλικῶν σπουδῶν·
β) τὴ μυθοποίηση καὶ ἀνιστορικὴ προσέγγιση τῆς πατερικῆς θεολογίας·
γ) τὴν ἀπουσία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἀπὸ τὶς μεγάλες θεολογικὲς ζυμώσεις τοῦ 20ου
αἰώνα·
δ) τὴν ἔξαρση τοῦ ἀντιθετικοῦ ἄξονα Ἀνατολὴ–Δύση καὶ τὴν καλλιέργεια ἀντιδυτικοῦ, ἀντιοικουμενικοῦ πνεύματος· ε) τὴ συντήρηση τῆς ἱστορικῆς ἐκκρεμότητας μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ νεωτερικότητας.
Ἀνοχὴ εἰς τὴν αἵρεσιν
Οἱ παραπάνω διαπιστώσεις καθιστοῦν ἐπεῖγον τὸ αἴτημα τῆς νέας σάρκωσης τοῦ λόγου καὶ τῆς συναφειακῆς ἀνάγνωσης τῶν Πατέρων, θέτοντας ταυτόχρονα τὸ ἐρώτημα τῆς δυνατότητας ὕπαρξης μιᾶς μετὰ–πατερικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Στὴν παροῦσα εἰσήγηση διερευνήθηκαν, σὲ μία πρώτη μορφή, τὰ ζητήματα καὶ τὰ πεδία, ποὺ καλεῖται νὰ προσεγγίσει ἡ συζήτηση γιὰ μιὰ μετὰ–πατερικὴ ὀρθόδοξη θεολογία καὶ τὰ ὁποῖα μποροῦν πολὺ ἐπιγραμματικὰ νὰ συνοψιστοῦν στὰ παρακάτω σημεῖα:
1. Ἔννοια καὶ περιεχόμενο τῆς Παράδοσης, τῆς αὐθεντίας καὶ συμ φωνίας τῶν Πατέρων, καὶ τῆς
προσφυγῆς στὴν ἐπίκληση τῆς αὐθεντίας τους.
2. Ἀποκλειστικότητα (;) σχέσης ἀνάμεσα στὴν πατερικὴ θεολογία καὶ τὶς ἑλληνικὲς κατηγορίες σκέψης, στὴν πατερικότητα καὶ τὴν ἑλληνικότητα, καὶ ἐρώτημα γιὰ τὴ θεολογικὴ γλώσσα ἑνὸς μετὰ–ἑλληνικοῦ κόσμου, ὅπως ὁ δικός μας. Μπορεῖ ὄντως ὁ “χριστιανικὸς ἑλληνισμὸς” νὰ ἀποτελεῖ “αἰώνια κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως”;
3. Διαχρονικότητα καὶ κανονιστικὸς χαρακτήρας τῆς χρήσης τῆς ὀντολογίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν
φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν στὴ θεολογία. Ἀποκλειστικότητα (;) διαμεσολάβησης τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς
ὀντολογικῆς γλώσσας στὸ διάλογο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θεολογίας μὲ τὸν κόσμο.
Νέες μορφὲς διαμεσολάβησης (καὶ καθολικότητας), ὅπως π. χ. λογοτεχνία, ἐπιστῆμες τοῦ ἀνθρώπου, κ.ἄ. Εὐαγγέλιο καὶ φιλοσοφία, Ὀντολογία καὶ ἱεραποστολή.
4. Αὐταρχικὸ πατριαρχικὸ προνεωτερικὸ πρότυπο, σχέση του μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία, ἀπουσία κάθε
ἔννοιας θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ καὶ ἑτερότητας. Ἐπανεξέταση τοῦ ζεύγους καθολικότητα–αἵρεση,
ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζεύγη ἑτερότητα–αἵρεση, διαφορὰ–ἑνότητα. Ἀνοχὴ καὶ καταδίωξη τῶν “αἱρετικῶν”
στὰ πατερικὰ κείμενα καὶ στὴ σημερινὴ πολιτισμικὴ συνθήκη.
5. Διαπλοκὴ Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας μὲ αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία. Παράδειγμα Συνόδων, ζητήματα ἀλαθήτου τῶν Συνόδων, ἰδίως ὅταν ληφθοῦν ὑπόψη οἱ αὐτοκρατορικὲς παρεμβάσεις, ἢ τὰ αὐτοκρατορικὰ “ἐνδιαφέροντα”.
Ἀτελὴς καὶ ἀντιφεμινιστικὴ ἡ θεολογία τῶν Πατέρων
6. Ἀνθρωπολογικὲς κορυφώσεις τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων, ἀλλὰ καὶ ἀτελὴς ἀνθρωπολογία τῶν Πατέρων: προβληματικὲς ἀνθρωπολογικὲς ἀπόψεις τῆς πατερικῆς θεολογίας π.χ. γιὰ τὴν γυναίκα (τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἀποδίδεται σὲ αὐτὴν μόνο διὰ μέσου τοῦ ἄνδρα)· παρομοίωση τῆς γυναίκας μὲ τὸ διάβολο, τὸ καταστροφικὸ πῦρ, κ.λπ.· δικαιολόγηση τῆς πατρικῆς αὐθαιρεσίας εἰς βάρος ἀνύπανδρων γυναικῶν, ποὺ θεωροῦνται “ἰδιοκτησία” τῶν πατέρων τους (βλ. Μέγας Βασίλειος)· “ἅπαξ” Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὑπὲρ γυναικῶν καὶ Ἰωάννου Χρυσοστόμου στὴν προοπτικὴ μιᾶς θεολογίας τοῦ γάμου καὶ τῆς τρυφερότητας· διάχυτος ἀντιφεμινισμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατερικῆς θεολογίας· νέες ἀνθρωπολογικὲς προκλήσεις τῆς βιοηθικῆς καὶ βιοτεχνολογίας, κ.λπ..
Τὰ παραπάνω θέτουν ἐπιτακτικὰ τὸ αἴτημα μιᾶς σύγχρονης ὀρθόδοξης μετὰ–πατερικῆς θεολογίας, καὶ ἐπανερμηνείας τῆς πιστότητας στὴν πατερικὴ παράδοση, καθὼς στὸν ἑρμηνευτικὸ ὁρίζοντα τῆς παρούσας εἰσήγησης, τὸ “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν” δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὴν συνέχιση, τὴν ἐπικαιροποίηση ἢ καὶ τὴν ἐπανερμηνεία τῆς παράδοσης αὐτῆς, ἀλλὰ —κατὰ τὸ προηγούμενο τῆς πρωτοχριστιανικῆς καὶ τῆς πατερικῆς ὑπέρβασης— καὶ τὴν ὑπέρβασή της ὅπου καὶ ὅταν χρειάζεται.
Πρὶν τὴ λήξη τοῦ συνεδρίου οἱ οἰκουμενικοὶ παρατηρητὲς τοῦ συνεδρίου Hevre Legrand o.p. (Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία–Παρίσι), Δρ. Karl Piggera (Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία–Γερμανία) καὶ Ιoan Ovidiou Ionut (Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία–NECLEE–Ρουμανία) παρουσίασαν τὰ συμπεράσματά τους γιὰ τὶς ἐργασίες τοῦ συνεδρίου».
Τὴν χαρακτηρίζουν φονταμενταλιστικήν, ἀτελῆ, ἀντιφεμινιστικὴν καὶ ξένην πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς
Ἡ ἀκαδημία θεολογικῶν σπουδῶν τοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος ζητεῖ τὴν δημιουργίαν τῆς νέας μεταπατερικῆς θεολογίας, διακηρύσσει ὅτι ἡ σωτηρία τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι προνόμοιον μόνον τῆςὈρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς «ἐκκλησίας» τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων, ζητεῖ τὴν ἀνοχὴν καὶ τὸ ἀκαταδίωκτον τῆς αἱρέσεως, ζητεῖ τὴν δημιουργίαν μιᾶς νέας Ὀρθοδόξου Θεολογίας τῶν θρησκειῶν κ.λπ.. Ὁλόκληρος ἡ ἀπάντησις τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς. Τὸ θέμα πρέπει νὰ ἀπασχολήση τὸν Ἀρχιεπίσκοπον, τὴν Ἱεραρχίαν καὶ τὸ Ἅγιον Ὄρος,
διότι οὐσιαστικῶς ἡ Ἀκαδημία τοῦ Δημητριάδος ζητεῖ νὰ πετάξωμεν εἰς τὰ χρονοντούλαπα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας καὶ εἰς τὰς χωματερὰς τὴν Ὀρθόδοξον Πατερικὴν Θεολογίαν.
Εἰς τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου ἐπραγματοποιήθη ἕν διεθνὲς συνέδριον τῆς «διαβοήτου» Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τῆς κατὰ τὰ ἄλλα Ἱερᾶς Μητροπόλεως Βόλου, τῆς ὁποίας τὴν διαποίμανσιν καὶ τὴν πνευματικὴν κατεύθυνσιν ἔχει ὁ οἰκουμενιστὴς καὶ νεοεποχίτης Μητροπολίτης Δημητριάδος κ. Ἰγνάτιος. Τὸ συνέδριον εἶναι πολὺ σημαντικόν, διότι αὐτὸ ἀνέλαβε νὰ «ἐκτελέση ἐν ψυχρῷ» τὴν Πατερικὴν Θεολογία, τὴν ὁποίαν θεωρεῖ ἀτελῆ ἀνθρωπολογικῶς, νὰ ἀμφισβητήση εὐθέως Μεγάλους Πατέρας ὡς εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος κ.λπ. εἰς τὰς θέσεις των περὶ τῆς γυναικός, νὰ κηρύξη τὴν ἀνοχὴν καὶ τὸ ἀκαταδίωκτον τῶν αἱρετικῶν, νὰ ζητῆ τὴν ὑπέρβασιν καὶ τὴν ἐπαναδιατύπωσιν τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, διὰ νὰ δυνηθῆ ἡ Ἐκκλησία νὰ συμπορευθῆ εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, νὰ κηρύσση τὴν Πατερικὴν Θεολογίαν ὅτι εἶναι Πατερικὸς φονταμενταλισμὸς κ.λπ.. Τὸ κυριώτερον μήνυμα, ὅμως, αὐτοῦ τοῦ διημέρου συνεδρίου εἶναι ἡ διακήρυξις ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὸ πλαίσιον τῆς νέας Πατερικῆς Θεολογίας νὰ προχωρήσωμεν εἰς μίαν νέαν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν τῶν θρησκειῶν, διότι ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν περιορίζεται μόνον ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται καὶ εἰς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς Ἐκκλησίας
(Σ.Σ. «Ο.Τ.»: Δηλαδὴ καὶ εἰς τὰς «Ἐκκλησίας» τῶν πλανεμένων – αἱρετικῶν χριστιανῶν).
Ἀνεμένομεν αἱ θέσεις τοῦ συνεδρίου νὰ ἀπασχολήσουν πολλοὺς Ἱεράρχας, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ σῶμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἱεραρχίας, ἀφοῦ τὸ συνέδριον τελεῖ ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Μητροπολίτου Δημητριάδος.
Διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπληροφορήθησαν τὰ τεκταινόμενα ἀπὸ τὸ διαδίκτυον, διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις καθηγητῶν Πανεπιστημίου (μὴ θεολόγων), διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις κληρικῶν,
ἀλλὰ δὲν διεπιστώσαμεν ἀντιδράσεις Ἱεραρχῶν, μὲ ἐξαίρεσιν τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς.
Εἶναι δυνατὸν τὸ «ὄργανον» ἑνὸςΜητρολίτου (Δημητριάδος) νὰ εἰσηγῆται τὴν τοποθέτησιν τῆς Πατερικῆς Θεολογίας εἰς τὰ χρονοντούλαπα τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἱστορίας, τὴν ἀνοχὴν πρὸς τὴν αἵρεσιν, ἡ ὁποία ἁλωνίζει εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ διακηρύσση ὅτι ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ ἐκτείνεται καὶ εἰς αἱρετικὰς χριστιανικὰς «Ἐκκλησίας» καὶ νὰ μὴ ἀσχολῆται ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ Προέδρου τῆς Δ.Ι.Σ. ἢ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἱεραρχίας καὶ ἡ Ἱερὰ Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους; Ἀποδέχονται τὴν κήρυξιν τῆς Πατερικῆς θεολογίας εἰς διωγμὸν ὑπὸ τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος, ἡ ὁποία οὐσιαστικῶς ζητεῖ τὴν συμπόρευσιν τῆς Ἐκκλησίας συμφώνως μὲ τὰς συγχρόνους ἀνάγκας τῆς κοινωνίας;
Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἐζήτει εἰς τὸ ὄνομα τῆς διπλωματίας τῆς ἀγάπης τοῦ Βατικανοῦ νὰ θέσωμεν εἰς τὰς ἀποθήκας τὰ δόγματα διὰ νὰ βοηθήσωμεν τὴν Ἕνωσιν τῶν «Ἐκκλησιῶν». Ὁ Δημητριάδος διὰ τῆς Ἀκαδημίας του ζητεῖ νὰ πετάξωμεν εἰς τὰς χωματερὰς τὴν ἀναχρονιστικήν, ἀντιφεμινιστικὴν καὶ ἐχθρικὴν πρὸς τὴν βιοηθικὴν
Πατερικὴν Ὀρθόδοξον Θεολογίαν καὶ νὰ κατασκευάσωμεν μίαν νέαν, ἡ ὁποία θὰ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς συγχρόνου κοινωνίας.
Ἆραγε τὸ ἑπόμενον βῆμα ὑπὸ τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Νεοεποχιτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας ποῖο θὰ
εἶναι; Μήπως ἡ ἀμφισβήτησις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων; Θέτομεν τὸ ἐρώτημα, διότι εἰς τὸ ὄνομα τῆς
ἑνώσεων τῶν «ἐκκλησιῶν» τὰ δόγματα τίθενται εἰς τὴν γωνίαν ὑπὸ τῶν κεφαλῶν, κυρίως, τῆς Ἑλληνοφώνου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αἱ ὁποῖαι μᾶς διδάσκουν ὅτι κονονικὴ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, κονονικὴ καὶ ἡ Παπικὴ καὶ ἡ Ἀγγλικανικὴ κ.λπ..
Τώρα ἡ Ἀκαδημία τοῦ Δημητριάδος μᾶς λέγει, ὡς ἀπόρροια τοῦ προαναφερθέντος δόγματος τοῦ Οἰκουμενιστοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρου ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Πατερικὴ Θεολογία εἶναι φονταμελιστικὴ καὶ δὲν ὑπηρετεῖ τὴν Ἐκκλησίαν – Κοινωνίαν. Ἔχει ἀντιληφθῆ ὁ Δημητριάδος, ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἱεραρχία ὅτι αἱ κεφαλαὶ τοῦ Προτεσταντισμοῦ εἰς τὴν Ἑλλάδα (καὶ ἔχομεν πολλαπλῆν ἐνημέρωσιν) πανηγυρίζουν μετὰ τὰς θέσεις τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος, ὁ ὁποῖος κάποτε θὰ φύγη ἀπὸ τὴν ζωήν, ἀλλὰ θὰ ἀφήση εἰς τὴν γῆν τὸν «κακὸν σπόρον» τῆς Ἀκαδημίας;
Κατὰ σύμπτωσιν τὸ διήμερον συν έδριον τῆς Ἀκαδημίας ἐπραγματοποιήθη κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἐπεσκέπτετο ὁ Πάπας τὴν Κύπρον καὶ ὁ Ἀρχιεπ. Κύπρου κ. Χρυσόστομος διεκήρυσσεν ὅτι ὁ Πάπας εἶναι κανονικὸς ἐπίσκοπος τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τὸ Βατικανὸν κανονικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅτι ὁ Παπισμὸς δὲν εἶναι αἵρεσις.
Ἀκολούθως θὰ παραθέσωμεν:
1ον) τὴν ἀντίδρασιν τοῦ Μητροπολίτου Πειραιῶς καὶ 2ον) ἀποσπάσματα, δι᾽ ὅσα ἀνεκοινώθησαν ἐκ τῆς Ἀκαδημίας τοῦ Δημητριάδος.
Ὁ Πειραιῶς
Ἡ ἀνακοίνωσις τοῦ Πειραιῶς, μὲ τὴν ὁποίαν δίδει (χωρὶς νὰ κάμνη προσωπικὴν ἐπίθεσιν εἰς τὸν Δημητριάδος) ἀποστομωτικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν Ἀκαδημίαν, ἡ ὁποία «στήνει» τὴν νέαν μεταπατερικὴν θεολογίαν» μὲ σκοπὸν τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴν ἀπομείωσιν τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος ἔχει ὡς ἀκολούθως:
«Ὁ Ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, τὸ μυρίπνοο ἄνθος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς κολλυβαδικῆς παραδόσεως συνέγραψε τὸ ἐκπληκτικὸ πνευματικό του ἔργο “Ἀόρατος πόλεμος”, ὅπου διεξοδικῶς ἀναφέρεται στὸ βύθιο ἔργο τοῦ ἀλάστορος καὶ ἀνθρωποκτόνου διαβόλου, περὶ τοῦ ὁποίου μεγαλοφυῶς ὡμίλησε ὁ θεῖος Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος ἀναφέρων: “Οὐκ ἔστιν ἡμῖν ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις…” (Ἐφεσ. 6 – 12).
Ἡ ἐπίθεσις καὶ ὁ πόλεμος κατὰ τῆς ἀληθείας ἐντείνεται εἰς τὰς ἀποκαλυπτικὰς ἡμέρας μας ἐμφανιζόμενο τὸ σκότος ὡς φῶς καὶ τὸ φῶς ὡς σκότος.
Προωθεῖται ἐντὸς τῶν τειχῶν τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν ἀνάπτυξη καὶ προβολὴ ἰδεῶν δῆθεν θεολογικῆς ἐμβριθείας καὶ “ἐπικαιροποιήσεως” τῆς ἀληθείας, ποὺ στοχεύουν στὴν ἀνατροπή, στὴν ἀρνητικὴ μετάπλαση, στὸν ἀποσκορακισμὸ τοῦ ἀληθοῦς θεολογικοῦ λόγου καὶ στὴν ἐμπέδωση τῆς πλάνης
καὶ στὴν μετατροπὴ τοῦ σωτηριώδους ἔργου τῆς Ἐκκλησίας σὲ ἐγκοσμιοκρατικὸ σύστημα κοινωνικῶν ἀρχῶν, ποὺ θὰ ἐγκολπώνεται ὅλες τὶς ὑποβολιμιαῖες ἀντινομίες τῆς μεταπτωτικῆς πραγματικότητος, μιὰ νέα ἄκρως ἐπικίνδυνη διαδικασία ἄρθρωσης δῆθεν νέου θεολογικοῦ λόγου.
Ἰσχυρίζονται οἱ ἐπίδοξοι αὐτοὶ “ἀναμορφωταὶ” τῆς Πατερικῆς θεολογίας τῆς ἀδιαιρέτου Ὀρθοδόξου
Καθολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ ὅτι τὸ πρόβλημα τοῦ κόσμου δὲν εἶναι πρόβλημα ἀρνήσεως θεώσεως καὶ ἁγιασμοῦ, ἀλλὰ δῆθεν ἐπεῖγον αἴτημα νέας σάρκωσης τοῦ λόγου καὶ συναφειακῆς ἀνάγνωσης τῶν Πατέρων καὶ ὕπαρξης μιᾶς μεταπατερικῆς Ὀρθόδ. Θεολογίας προϊόντος νοησιαρχικῆς προσέγγισης.
Περὶ τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας τῶν θρησκειῶν
Τὰ θέματα ποὺ θέτουν ὅπως:
ἔννοια καὶ περιεχόμενο τῆς αὐθεντίας καὶ συμφωνίας τῶν Πατέρων καὶ τῆς προσφυγῆς στὴν ἐπίκληση
τῆς αὐθεντίας τους, τῆς ἀποκλειστικότητας σχέσης ἀνάμεσα στὴν Πατερικὴ Θεολογία καὶ τὶς ἑλληνικὲς κατηγορίες σκέψεις, στὴν Πατερικότητα καὶ τὴν Ἑλληνικότητα, στὴν διαχρονικότητα καὶ στὸν κανονιστικὸ χαρακτῆρα τῆς χρήσης τῆς ὀντολογίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν
στὴν θεολογία, στὸ αὐταρχικὸ πατριαρχικὸ προνεωτερικὸ πρότυπο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὴν Πατερικὴ
Θεολογία, στὴν ἀνοχὴ καὶ καταδίωξη τῶν αἱρετικῶν στὰ Πατερικὰ κείμενα καὶ στὴν σημερινὴ πολιτισμικὴ συνθήκη, στὴν διαπλοκὴ Ἐκκλησίας καὶ Θεολογίας μὲ Αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία, στὶς ἀνθρωπολογικὲς κορυφώσεις τῆς Θεολογίας τῶν Πατέρων καὶ στὴν δῆθεν ἀτελῆ ἀνθρωπολογία τῶν Πατέρων, στὶς νέες ἀνθρωπολογικὲς προκλήσεις τῆς βιοθικῆς καὶ τῆς βιοτεχνολογίας ἐπιβάλλουν δῆθεν ἐπιτακτικὰ τὸ αἴτημα μιᾶς σύγχρονης “Ὀρθόδοξης μεταπατερικῆς Θεολογίας” καὶ ἐπανερμηνείας τῆς πιστότητας στὴν Πατερικὴ παράδοση καθὼς καὶ στὴν ὑπέρβασή της “ὅπου καὶ ὅταν χρειάζεται”.
Εἰσηγοῦνται ἀκόμη τὴν ἐξωφρενικὴ θέση γιὰ μία “νέα ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν” ἰσχυριζόμενοι ὅτι δῆθεν ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ δὲν περιορίζεται μόνον ἐντός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐκτείνεται σὲ διαφορετικὸ βαθμὸ καὶ πρότυπο σὲ ἄλλες χριστιανικὲς “Ἐκκλησίες” διάβαζε κοινότητες, σὲ κοινότητες “ἄλλων ζωντανῶν πίστεων”, σὲ ἀγνωστικιστές, ἀκόμη καὶ σὲ ἀθέους.
Ἡ σωτηρία καὶ εἰς τὴν αἵρεσιν
Προβάλλουν τὴν ὄντως τραγικὴ θέση καὶ ἐπιχειροῦν νὰ τὴν μπολιάσουν στὶς συν ειδήσεις τῶν ἀνθρώπων ὅτι “ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ποὺ ὑπάρχει γιὰ ἐκείνους, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ὁδηγήση τοὺς Χριστιανοὺς σὲ μία ἀκλόνητη ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς στὴν ἀπεριόριστη ἄγαπη καὶ τὸ ἔλεός Του κοινωνεῖ τὴν σωτηριώδη χάρη Του μέσω ἄλλων ἄγνωστων καὶ κρυφῶν ὁδῶν σὲ ἐκείνους, ποὺ φέρουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πίστης ὅπως ἐπίσης ὡς μία ἠθικὴ συνείδηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μία ζωὴ μὲ ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν διακριτῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας”.
Ἀναφέρονται σὲ ἀνύπαρκτες ἔννοιες ὅπως “νεοπατερικὴ σύνθεση ἢ μεταπατερικὴ Θεολογία» σὲ
δῆθεν «Πατερικὸ φονταμενταλισμὸ” στὴν δῆθεν “Ἐκκλησιαστικὴ θριαμβολογία”, ποὺ τὴν ἀναλύουν
σὰν μία στάση πνευματικῆς ὑπεροχῆς ἔναντι τοῦ “ἄλλου” τῆς Δύσης, καὶ τὴν παρουσιάζουν σὰν ἕνα
πνευματικὸ ἀπομονωτισμὸ καὶ μία ἑλληνικότητα, ποὺ ἀγγίζει τὴν εἰδωλολατρεία.
Βέβαια οὐδεὶς πρέπει νὰ ἐκπλήσσεται ἀπὸ τὴν νέα αὐτὴ ἐπίθεση κατὰ τῆς ἀληθείας ἐφ᾽ ὅσον οἱ διατάκται τῶν ἀνωτέρω ἀνερυθριάστως ἀρθρογραφοῦν ὑπὲρ τῆς τραγικῆς ἐκπτώσεως ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη ὀντολογία, ποὺ ἐπιφέρει τὸ ὀντολογικὸ καὶ ἐκκλησιαστικὸ κακούργημα τῆς ὁμοφυλοφιλίας ἢ ἐπὶ τὸ κοσμικότερον ὁμοερωτισμοῦ.
Πανταχοῦ παρόν, τὸ γνωστὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἀμερικῆς Fordham, ποὺ “ἐκδηλώνει” ἀπροκάλυπτα τὴν
διάθεσή του νὰ “ἐκσυγχρονήση” καὶ νὰ “διορθώση” τὶς θεολογικὲς θέσεις τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Ἤδη διοργάνωσε δύο συνέδρια μὲ θέματα “Ὀρθόδοξες ἀναγνώσεις τοῦ Αὐγουστίνου” (2007) καὶ “Ὀρθόδοξες δομὲς τῆς Δύσης” (2010).
Ἡ προσπάθεια ὅλων αὐτῶν τῶν ἀνωτέρω εἶναι νὰ ἐπανεντάξουν στὴν θεολογικὴ σκέψη τὴν θεσμικὴ
ἀλλοτρίωση, ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὸν ἐκνομικισμὸ τῆς Θεολογίας καὶ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου καὶ τὴν ἀντιστροφὴ τῶν ὅρων τῆς Ἐκκλησιαστικῆς ὀντολογίας τοῦ Θωμᾶ Ἀκινάτη. Ἐπιδιώκουν ἀκόμη νὰ ἐμπεδωθῆ ἡ ἄποψις ὅτι ἡ ἀρνητικὴ προσέγγιση ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τῆς δυτικῆς Θεολογίας ἦταν καὶ ἄδικη καὶ παρεξηγημένη, τοὺς κατηγοροῦν γιὰ ἀντιδυτικισμὸ καὶ ἀδυναμία κατανόησης τῶν θεμάτων.
Τελικὰ οἱ συγκεκριμένοι κύκλοι, ποὺ εὐαγγελίζονται τὴν ὑπέρβαση τῆς Πατερικῆς Θεολογίας ἢ τὴν
ἐπαναδιατύπωσή της γιὰ χάρη δῆθεν τῆς συμπόρευσης μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο, ἀντιστρατεύονται τὴ
μετοχή, μὲ ἐξαιρετικὰ ἐπιτηδευμένο καὶ ἀπολύτως κενὸ περιεχομένου τρόπο, στὴν διαχρονικὴ ἑνότητα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας.
Ἡ πατερικὴ διδασκαλία καὶ ἡ ὀρθόδοξη μελέτη καὶ ἐφαρμογὴ στὴν πράξη τῆς πείρας τῶν Ἁγίων
Πατέρων κηρύσσονται ἐν διωγμῷ, γιατί κατασκευάζεται μία “νέα μεταπατερικὴ Θεολογία”, ποὺ θὰ ἀποτελεῖ τὴν θεωρητικὴ βάση γιὰ τὴν πλήρη καὶ οὐσιαστικὴ ἀπομείωση τοῦ Χριστιανικοῦ μηνύματος».
Ἡ Ἀκαδημία
Ἀκολούθως θὰ παραθέσωμεν ὡρισμένα ἀποσπάσματα ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν τοῦ Δημητριάδος, τὰς ὁποίας ἐξέδωσε διὰ τὰς διημέρους ἐργασίας τοῦ συνεδρίου της.
Καὶ ἐκτὸς Ὀρθοδοξίας
«Στὴν εἰσήγησή του ὁ π. Ἐμμανουὴλ Κλάψης ἀνέπτυξε τὸ θέμα “Πρὸς μιὰ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν
θρησκειῶν”. Σὲ μιὰ προσπάθεια νὰ κινηθοῦμε πρὸς μιὰ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν θρησκειῶν, ἡ παροῦσα
ἀνακοίνωση ἐξέτασε τὴν ἄκρως ἐνδιαφέρουσα ἐρώτηση γιὰ τὸ ἐὰν ἡ σωτηριώδης χάρις τοῦ Θεοῦ πε-
ριορίζεται μόνο ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἢ ἐκτείνεται σὲ διαφορε-
τικὸ βαθμὸ καὶ πρότυπο σὲ ἄλλες χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, σὲ κοινότητες ἄλλων ζωντανῶν πίστεων, σὲ
ἀγνωστικιστὲς ἢ ἀκόμη καὶ ἄθεους.
Τὸ κείμενο αὐτὸ ἰσχυρίστηκε ὅτι μιὰ μυστηριακὴ καὶ χαρισματικὴ προοπτικὴ τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀφήνει, ὡς πεδίο πραγμάτωσης τῆς σωτηριώδους χάριτος τοῦ Θεοῦ, νὰ παραμένει μόνο αὐτό, ποὺ βρίσκεται ἐντός τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ἀνακοίνωση ὑποστήριξε ὅτι ἡ δράση τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ σὲ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες καὶ στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ σὲ βάρος τῆς σημασίας τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας.
Παράλληλα μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι ἡ πληρότητα τῆς σωτηριώδους χάριτος τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ βρεθεῖ
ἐντὸς τῶν κανονικῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας, ὁ συγγραφέας πρότεινε ὅτι ὑπάρχει μιὰ ἀνάγκη νὰ κινηθοῦμε πέρα ἀπὸ μιὰ κατανόηση τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὴν ὁποία Αὐτὸς εἶναι περιορισμένος νὰ εἶναι εἴτε
πλήρως παρὼν ἢ τελείως ἀπὼν ἀπὸ τὶς ζωὲς καὶ τὶς πράξεις κοσμικῶν καὶ ἄλλων θρησκευόμενων ἀνθρώπων. Οἱ κοσμικὲς διαστάσεις τῆς Εὐχαριστίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἡ Δημιουργία μέσῳ τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μετέχει στὸ εἶναι τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νὰ ἀποτελέσουν τὴ βάση τῆς ἀναγνώρισης τῆς σωτηριώδους παρουσίας τοῦ Θεοῦ σὲ ὅλο τὸν δημιουργημένο κόσμο. Ἡ σωτηριώδης παρουσία τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ μέσα στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ ἀποσυνδεθεῖ ἀπὸ τὸ σωτηριῶδες
ἔργο τοῦ Σαρκωθέντος Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστομονισμὸς δὲν θὰ πρέπει νὰ ὑποκατασταθεῖ ἀπὸ τὸν
Πνευματομονισμό. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα εἴτε προηγεῖται τοῦ Χριστοῦ, εἴτε ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, στὴν
προσπάθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλης τῆς Δημιουργίας. Ἡ τριαδικὴ πίστη προσδένει τὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στὶς ἰδιαιτερότητες τῆς ἱστορίας – τῆς ὁποίας κορύφωση εἶναι ὁ Χριστὸς– ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπει τὸν περιορισμὸ τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἐπιμέρους ἰδιαιτερότητα vis–a–vis μὲ τὴν παγκόσμια δράση καὶ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὸν κόσμο. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀνοίγει τὰ ὅρια σὲ ὁ,τιδήποτε καὶ ὁποιονδήποτε ἀγγίζει καὶ ὁδηγεῖ ὅλους καὶ ὅλα σὲ μιὰ διαρκῆ καὶ μεταμορφωτικὴ σχέση μὲ τὸν ἀναστημένο Χριστό, μὲ ἕνα διάφανο τρόπο ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ μὲ ἕνα κρυφὸ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου. Ἡ δυνατότητα τῆς σωτηρίας, ἡ ὁποία ὑπάρχει γιὰ ἐκείνους, ποὺ βρίσκονται ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία θὰ πρέπει νὰ ὁδηγήσει τοὺς χριστιανοὺς σὲ μιὰ ἀκλόνητη ἐλπίδα ὅτι ὁ Θεὸς στὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός του, κοινωνεῖ τὴν σωτηριώδη χάρι Του μέσω ἄλλων ἄγνωστων καὶ κρυφῶν ὁδῶν σὲ ἐκείνους, ποὺ φέρουν τὴ φυσικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς πίστης, ὅπως ἐπίσης ὡς μιὰ ἠθικὴ συν είδηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζεται ἀπὸ μιὰ ζωὴ μὲ ἀγάπη, ποὺ ὑπάρχει ὅμως πέραν τῶν διακριτῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ παροῦσα ἀνακοίνωση ὑποστήριξε ὅτι ἡ σωτηρία προσφέρεται σὲ ὅλους ὡς μιὰ δυνατότητα μέσω τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὄχι ξέχωρα ἀπὸ αὐτήν. Ἡ εἰσήγηση ὁλοκληρώθηκε σημειώνοντας τὶς συνέπειες, ποὺ ἔχει μιὰ τέτοια ἀποδοχὴ γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὴν ἀποστολὴ τῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ Δρ. Aristotle Papanikolaou ἀνέπτυξε τὸ θέμα “Ὀρθόδοξος Φιλελευθερισμός: Ἡ Πολιτικὴ θεολογία
μετὰ τὶς αὐτοκρατορίες”. Ἡ πολιτικὴ θεολογία στὸ πλαίσιο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης χριστιανικῆς
σκέψης εἶναι οὐσιαστικὰ ἀνύπαρκτη. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία μιᾶς πολιτικῆς θεολογίας ἀποδεικνύει ὅτι ἡ θεολογία μέσα στὴ ὀρθόδοξη παράδοση εἶναι συναφειακὴ στὸ βαθμό, ποὺ φανερώνει ὅτι ἡ θεολογικὴ ἔκφραση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπείγουσα ἀνάγκη ἐντὸς τῆς παράδοσης νὰ ἀντιμετωπίσει ἰδιαίτερα ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐξακολουθεῖ νὰ ἀγνοεῖ – ἡ θεολογία δὲν μπορεῖ νὰ προχωρήσει πέρα ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τῆς ὁποίας τὸ εἶναι καλεῖται νὰ ἀπαντήσει. Ἡ κατάσταση μέσα στὴ χριστιανικὴ –ρωμαϊκὴ– αὐτοκρατορία ἦταν τέτοια, ὥστε ἐρωτήματα συνδεόμενα μὲ τὸ τί εἶναι πολιτικὴ θεολογία δὲν εἶχαν κεντρικὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως τὰ ἐρωτήματα σχετικὰ μὲ τὴ Χριστολογία.
Χρειάστηκε νὰ φτάσουμε στὸν 19ο αἰώνα στὴ Ρωσία, ὅπου οἱ ὀρθόδοξοι ἀναγκάστηκαν νὰ ἀναπτύξουν
ἐρωτήσεις σχετιζόμενες πρὸς τὴν πολιτικὴ θεολογία, καθότι ἡ ἴδια ἡ ὕπαρξη τῆς θρησκείας δεχόταν ἐπίθεση ἀπὸ μὴ–ὀρθόδοξες φιλοσοφίες καὶ ἰδεολογίες. Ἡ διαμόρφωση αὐτῆς τῆς πολιτικῆς θεολογίας διακόπηκε ἀπὸ τὴν κομμουνιστικὴ κυριαρχία στὴν πλειονότητα τῶν ὀρθοδόξων λαῶν. Στὴν παροῦσα μετὰ–αὐτοκρατορικὴ καὶ μετὰ–κομμουνιστικὴ ἐποχὴ τῆς ἱστορίας της, ἡ ὀρθόδοξη παράδοση βρίσκεται
ἀκόμη μιὰ φορὰ ἀντιμέτωπη μὲ τὴν ἀναγκαιότητα νὰ ἀναπτύξει μιὰ πολιτικὴ θεολογία, ἂν καὶ ἀντιμετωπίζει μιὰ πολιτικὴ καὶ πολιτιστικὴ πραγματικότητα διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη στὴ Ρωσία τὸν 19ο αἰώνα. Οἱ σύγχρονοι ὀρθόδοξοι θεολόγοι δὲν ἔχουν ἀναπτύξει μιὰ πολιτικὴ θεολογία, ἂν καὶ ἔχουν γράψει, γιὰ συναφῆ πρὸς τὴν πολιτικὴ θεολογία θέματα.
Μιὰ κοινὴ συνισταμένη στὴν ὀρθόδοξη σκέψη, τόσο στὰ γραπτὰ ὁρισμένων θεολόγων, ὅπως
καὶ στὰ ἐπίσημα κείμενα κάποιων αὐτοκεφάλων Ὀρθοδ. Ἐκκλησιῶν ἀποτελεῖ ἡ ἐπίθεση ἔναντι τοῦ σύγχρονου πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ, εἰδικὰ σὲ σχέση μὲ τὴν ἔννοια τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων καὶ τὸ χωρισμὸ Ἐκκλησίας–κράτους, ὡς ἐγγενῶς ἀθεϊστική, ἀτομικιστική, μὴ
ἠθικὴ καὶ κοσμική. Στὴν παροῦσα ἀνακοίνωση ὑποστηρίχθηκε ὅτι αὐτὲς οἱ κριτικὲς τίθενται ἐσφαλμένα καὶ ὅτι μιὰ ὀρθόδοξη πολιτικὴ θεολογία, στὴν τρέχουσα παγκόσμια κατάσταση, ἀπαιτεῖ τὴν ἐπιβεβαίωση μιᾶς τροποποιημένης μορφῆς τοῦ πολιτικοῦ φιλελευθερισμοῦ καὶ
ὅτι μιὰ τέτοια πολιτικὴ θεολογία εἶναι περισσότερο συνεπὴς μὲ τὴν καρδιὰ τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας τὴν ἀρχὴ τῆς θεανθρώπινης κοινωνίας.
Εἰς τὰ Μουσεῖα
Στὴν τελευταία συνεδρία ὁμιλητὲς ἦταν οἱ Δρ. Radu Preda, ἀναπληρωτὴς καθηγητὴς στὸ πανεπιστήμιο Babes–Bolai–University, Cluj–Napoca, διευθυντὴς τοῦ INTER καὶ ἡ Δρ. Ἑλένη Κασσελούρη–Χατζηβασιλειάδη διδάσκουσα στὸ ΕΑΠ καὶ μέλος τῆς ἐπιστημονικῆς ὁμάδας τῆς Ἀκαδημίας Θεολογικῶν Σπουδῶν.
Ὁ Δρ. Radu Preda μίλησε μὲ θέμα “Ὀρθόδοξη κοινωνικὴ θεολογία ὡς συναφειακὴ θεολογία”.
Τὸ θέμα τοῦ συνεδρίου διαμορφώνεται μὲ ὅρους ἑνὸς διλήμματος: Χρειάζεται ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τῶν
ἀρχῶν τοῦ 21ου αἰώνα μιὰ νέο–πατερικὴ σύνθεση ἢ ἔχει ἀνάγκη περισσότερο ἀπὸ τὸ κουράγιο νὰ
ἀναλάβει τὴν πρωτοβουλία γιὰ ἕνα μετὰ–πατερικὸ λόγο; Κατὰ τὴ γνώμη του τὸ δίλημμα εἶναι μόνο φαινομενικό. Ἐὰν ἀντιλαμβανόμαστε τὴ νέο–πατερικὴ σύνθεση μὲ ὅρους ἐξάσκησης μιᾶς στείρας πιστότητας πρὸς τὴν Παράδοση σ᾽ αὐτὴ τὴν περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πραγματικὴ ἐναλλακτικὴ πρόταση. Ἐπιπλέον, ἐὰν μὲ τὴ μετὰ–πατερικὴ θεολογία κάποιος ἀντιλαμβάνεται τὸν ἐκσυγχρονισμὸ τοῦ ἀνατολικοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι, τὴν ἐνσωμάτωσή της στὴν ἱστορικὴ στιγμή, σύμφωνα μὲ τὸ ὑπόδειγμα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, τότε δὲν ὑπάρχει, πράγματι βιώσιμη πρὸς αὐτὸ ἀντιπρόταση. Μὲ ἄλλα λόγια δὲν ὑπάρχει ἐπιλογὴ γιὰ τὴ θεολογία μεταξὺ τοῦ μουσείου καὶ τῆς ζωῆς, μεταξὺ τῆς ἀποστέωσης καὶ τῆς δυναμικῆς. Ἐὰν εἶναι μόνο μουσεῖο καὶ ἀποστέωση τότε δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ζωὴ καὶ δυναμική. Τὸ ἕνα παράδειγμα ἀποκλείει τὸ ἄλλο. Ἡ γόνιμη ἀντινομία τοῦ νὰ εἶναι κανεὶς μέσα στὴν Παράδοση καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ θεωρεῖ τὸ παρὸν ὡς προθάλαμο τοῦ ἔσχατου δὲν εἶναι δυνατὸ ἐκτὸς καὶ ἐὰν ἀναλάβει νὰ χρησιμοποιήσει τὸν τύπο πραγμάτωσης καὶ συναφειακότητας, ποὺ χρησιμοποιήθηκε ἀπὸ τοὺς Πατέρες. Πόσο δύσκολη εἶναι αὐτὴ ἡ ἐξέλιξη καὶ κατὰ τρόπο συμμετρικὸ πόσο εὔκολη εἶναι ἡ παραμονὴ στὴν ἄνεση τῆς “ἐξαγορᾶς τῶν ἰδεῶν γιὰ τὸ τίποτα” κατὰ τὸν Flaubert – αὐτὸ καθίσταται φανερὸ στὴν διαδικασία διαμόρφωσης μιᾶς ὀρθόδοξης κοινωνικῆς θεολογίας.
Ἡ παροῦσα παρέμβαση προσπάθησε νὰ ἀνανεώσει κάποιες ἀπὸ τὶς προκλήσεις καὶ εὐκαιρίες, ποὺ ἡ
ἠθικὴ τῆς σύγχρονης ὀρθοδοξίας ἔχει μπροστά της.
Ἡ σχέσις Εὐαγγελίου καί… συναφειῶν
Ὁ Δρ. Ἀθανάσιος Ν. Παπαθανασίου μίλησε μὲ θέμα “H Ἱεραποστολὴ ὡς πρόκληση γιὰ τὴν Ὀρθόδοξη θεολογία τῆς συνάφειας”. Ἡ θεολογία τῆς ἱεραποστολῆς συχνὰ νοεῖται ὡς ἕνα εἶδος παραρτήματος τῆς “κυρίως” θεολογίας. Ὡστόσο, μιὰ προσεκτικὴ ματιὰ στὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία μπορεῖ νὰ δείξει τὸ ἀντίθετο: ὅτι ἱστορικὰ ἡ ἱεραποστολὴ ἔχει ἀποτελέσει μήτρα τῆς θεολογίας. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι καθεαυτὴ ἡ Ἐκκλησία ἀποτελεῖ μιὰ ἀδιάκοπη ζύμωση.
Δὲν ὑπάρχει, παρὰ ὡς συνάντηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν κόσμο καὶ ὡς μεταμόρφωση τοῦ κόσμου. Μὲ ἄλλα
λόγια, ἡ συνάντηση τοῦ Εὐαγγελίου μὲ τὶς ποικίλες συνάφειες δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἐνδέχεται νὰ προστεθεῖ ἐκ τῶν ὑστέρων στὸν ἑαυτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ συναφειακότητα (contextuality)
εἶναι καθαυτὸς ὁ τρόπος πραγμάτωσης τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ γεγονότος. Δὲν εἶναι καθόλου τυχαῖο, λοιπόν, ὅτι οἱ συζητήσεις γιὰ τὴ συναφειακότητα κατὰ τὰ νεώτερα χρόνια γεννήθηκαν στὸν χῶρο
τῆς ἱεραποστολικῆς πράξης καὶ θεωρίας.
Ὁ πρῶτος κίνδυνος, λοιπόν, εἶναι νὰ πιστέψουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία συμπίπτει μὲ ἕναν καὶ μόνο πολιτισμὸ ἢ νὰ λησμονήσουμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ Βασιλεία, ἀλλὰ εἰκόνα τῆς μέλλουσας Βασιλείας καὶ διάκονος τῆς πρόσκλησης, ποὺ ὁ Θεὸς ἀπευθύνει σὲ ὅλη τὴ δημιουργία του. Ὅσο περισσότερο ἀδυνατίζει ἡ ἱεραποστολικὴ συνείδηση καὶ ὅσο περισσότερο πιστεύεται ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἔχει φτάσει στὸ τέρμα τῆς ἱστορικῆς πορείας της, τόσο περισσότερο ἐντείνεται ὁ κίνδυνος αὐτός. Ὡστόσο, ἂν σκεφτοῦμε προσεκτικά, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι αὐτὸς ὁ κίνδυνος συνιστᾶ περιφρόνηση τῆς συναφειακότητας (ἀδιαφορία γιὰ τοὺς ἄλλους πολιτισμούς), ταυτόχρονα ὅμως προέρχεται ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν συναφειακότητα! Μιὰ συγκεκριμένη πολιτισμικὴ συνάφεια, δηλαδή, τίθεται πάνω ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο. Σ᾽ αὐτὴ τὴν περίπτωση, ἀντὶ ἡ ἀνθρώπινη πραγματικότητα νὰ λειτουργεῖ ὡς σάρκα τοῦ Εὐαγγελίου (σὲ μιὰ ἀδιάκοπη διαδικασία σάρκωσής του στὸ ἑκάστοτε παρόν), καταντᾶ σαρκοφάγος του
(κι ἔτσι ἐμποδίζει τὴν περαιτέρω σάρκωσή του)! Ὅμως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία (ἰδίως στὰ νεώτερα χρόνια, πλὴν λιγοστῶν ἐξαιρέσεων) δὲν ἔχει ἐργαστεῖ ἀκόμα πάνω στὴ σχέση Εὐαγγελίου καὶ συναφειῶν, καὶ δὲν ἔχει προβληματιστεῖ πάνω στὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀναδυθοῦν ἐκκλησιαστικὲς ἐκφράσεις διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν ἑλληνο–ρωμαϊκὴ συνάφεια.
Ἐπίσης, δὲν μελετᾶ τὶς διαφορὲς μεταξὺ τῶν διαφόρων μοντέλων συνάντησης Εὐαγγελίου καὶ κόσμου (adaptation, indigenization, inculturation, contextualization κλπ), τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν τὴ σύγχρονη κοινωνιολογικὴ καὶ ἱεραποστολικὴ θεωρία. Θεωρεῖ ὅτι τὸ ἱεραποστολικὸ χρέος ἐκπληρώνεται μὲ τὴν αὐτούσια μεταφορὰ τῶν κειμένων, τῆς τέχνης καὶ τῆς νοοτροπίας της στὶς ἐκκλησίες τοῦ Τρίτου Κόσμου, καὶ δὲν διερωτᾶται κἂν τί χρειάζεται νὰ συνεισφέρουν αὐτὲς οἱ ἐκκλησίες στὴν οἰκουμενικὴ Ὀρθοδοξία. Ἐδῶ, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἀναφυεῖ ἕνας νέος κίνδυνος: Τὸ νὰ ἀποδεχτοῦμε τὴ συναφειακότητα χωρὶς περίσκεψη καὶ κριτικὴ σκέψη. Ἔτσι, ὅμως, διαμορφώνεται μιὰ ἀφελὴς στάση, ἡ ὁποία νοεῖ τοὺς παραδοσιακοὺς πολιτισμοὺς σὰν συμπαγεῖς οὐσίες, δὲν δύναται νὰ διακρίνει τὶς ἀλλαγές τους μέσα στὸν χρόνο, δὲν ξεχωρίζει τὰ ζωηφόρα ἀπὸ τὰ θανατερὰ στοιχεῖα τους καὶ δὲν κατορθώνει νὰ διακρίνει ποιοὶ πολιτισμοὶ ὑπάρχουν σήμερα στὴν πραγματικότητα (κι ὄχι μόνο στὸ μυαλὸ τοῦ ἱεραποστόλου) καὶ ποιοὶ νέοι ἀναδύονται. Ἡ ἱεραποστολή, συνεπῶς, καλεῖται νὰ εἶναι συμφιλιωτική, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ ἀπελευθερωτική. Ταυτόχρονα, ἡ ἱεραποστολικὴ (ἡ θεολογία τῆς ἱεραποστολῆς) καλεῖται νὰ ἀποτελεῖ τὸν καταλύτη, ὥστε ἡ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας νὰ παραμένει ζωντανὴ καὶ πιστὴ στὸ Εὐαγγέλιο.
Ἡ ἀνιστορικὴ προσέγγισις τῆς Πατερικῆς Θεολογίας
Τέλος ὁ Δρ. Παντελὴς Καλαϊτζίδης μίλησε μὲ θέμα “Πρὸς μία ῾μετὰ–πατερικὴ᾽ θεολογία;”. Ἡ “ἐπιστροφὴ στοὺς Πατέρες”, ποὺ στάθηκε τὸ κυρίαρχο θεολογικὸ “παράδειγμα”, γιὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία τὸν 20ο αἰώνα, συνέβαλε τὰ μέγιστα στὴν ἀνανέωση τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας καὶ στὴν ἀπελευθέρωσή της ἀπὸ τὴ “βαβυλώνια αἰχμαλωσία” στὴ δυτικὴ θεολογία, στὴ γλώσσα,
τὶς προϋποθέσεις καὶ τὴν προβληματική της. Εἶχε ὅμως καὶ ὁρισμένες ἀρνητικὲς συνέπειες ὅπως:
α) τὴ θεωρητικὴ δικαιολόγηση τῆς διαδεδομένης στὰ ὀρθόδοξα περιβάλλοντα ὑποτίμησης τῶν βιβλικῶν σπουδῶν·
β) τὴ μυθοποίηση καὶ ἀνιστορικὴ προσέγγιση τῆς πατερικῆς θεολογίας·
γ) τὴν ἀπουσία τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας ἀπὸ τὶς μεγάλες θεολογικὲς ζυμώσεις τοῦ 20ου
αἰώνα·
δ) τὴν ἔξαρση τοῦ ἀντιθετικοῦ ἄξονα Ἀνατολὴ–Δύση καὶ τὴν καλλιέργεια ἀντιδυτικοῦ, ἀντιοικουμενικοῦ πνεύματος· ε) τὴ συντήρηση τῆς ἱστορικῆς ἐκκρεμότητας μεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ νεωτερικότητας.
Ἀνοχὴ εἰς τὴν αἵρεσιν
Οἱ παραπάνω διαπιστώσεις καθιστοῦν ἐπεῖγον τὸ αἴτημα τῆς νέας σάρκωσης τοῦ λόγου καὶ τῆς συναφειακῆς ἀνάγνωσης τῶν Πατέρων, θέτοντας ταυτόχρονα τὸ ἐρώτημα τῆς δυνατότητας ὕπαρξης μιᾶς μετὰ–πατερικῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Στὴν παροῦσα εἰσήγηση διερευνήθηκαν, σὲ μία πρώτη μορφή, τὰ ζητήματα καὶ τὰ πεδία, ποὺ καλεῖται νὰ προσεγγίσει ἡ συζήτηση γιὰ μιὰ μετὰ–πατερικὴ ὀρθόδοξη θεολογία καὶ τὰ ὁποῖα μποροῦν πολὺ ἐπιγραμματικὰ νὰ συνοψιστοῦν στὰ παρακάτω σημεῖα:
1. Ἔννοια καὶ περιεχόμενο τῆς Παράδοσης, τῆς αὐθεντίας καὶ συμ φωνίας τῶν Πατέρων, καὶ τῆς
προσφυγῆς στὴν ἐπίκληση τῆς αὐθεντίας τους.
2. Ἀποκλειστικότητα (;) σχέσης ἀνάμεσα στὴν πατερικὴ θεολογία καὶ τὶς ἑλληνικὲς κατηγορίες σκέψης, στὴν πατερικότητα καὶ τὴν ἑλληνικότητα, καὶ ἐρώτημα γιὰ τὴ θεολογικὴ γλώσσα ἑνὸς μετὰ–ἑλληνικοῦ κόσμου, ὅπως ὁ δικός μας. Μπορεῖ ὄντως ὁ “χριστιανικὸς ἑλληνισμὸς” νὰ ἀποτελεῖ “αἰώνια κατηγορία τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως”;
3. Διαχρονικότητα καὶ κανονιστικὸς χαρακτήρας τῆς χρήσης τῆς ὀντολογίας καὶ τῶν ἑλληνικῶν
φιλοσοφικῶν κατηγοριῶν στὴ θεολογία. Ἀποκλειστικότητα (;) διαμεσολάβησης τῆς φιλοσοφίας καὶ τῆς
ὀντολογικῆς γλώσσας στὸ διάλογο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς θεολογίας μὲ τὸν κόσμο.
Νέες μορφὲς διαμεσολάβησης (καὶ καθολικότητας), ὅπως π. χ. λογοτεχνία, ἐπιστῆμες τοῦ ἀνθρώπου, κ.ἄ. Εὐαγγέλιο καὶ φιλοσοφία, Ὀντολογία καὶ ἱεραποστολή.
4. Αὐταρχικὸ πατριαρχικὸ προνεωτερικὸ πρότυπο, σχέση του μὲ τὴν πατερικὴ θεολογία, ἀπουσία κάθε
ἔννοιας θρησκευτικοῦ πλουραλισμοῦ καὶ ἑτερότητας. Ἐπανεξέταση τοῦ ζεύγους καθολικότητα–αἵρεση,
ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζεύγη ἑτερότητα–αἵρεση, διαφορὰ–ἑνότητα. Ἀνοχὴ καὶ καταδίωξη τῶν “αἱρετικῶν”
στὰ πατερικὰ κείμενα καὶ στὴ σημερινὴ πολιτισμικὴ συνθήκη.
5. Διαπλοκὴ Ἐκκλησίας καὶ θεολογίας μὲ αὐτοκρατορικὴ ἰδεολογία. Παράδειγμα Συνόδων, ζητήματα ἀλαθήτου τῶν Συνόδων, ἰδίως ὅταν ληφθοῦν ὑπόψη οἱ αὐτοκρατορικὲς παρεμβάσεις, ἢ τὰ αὐτοκρατορικὰ “ἐνδιαφέροντα”.
Ἀτελὴς καὶ ἀντιφεμινιστικὴ ἡ θεολογία τῶν Πατέρων
6. Ἀνθρωπολογικὲς κορυφώσεις τῆς θεολογίας τῶν Πατέρων, ἀλλὰ καὶ ἀτελὴς ἀνθρωπολογία τῶν Πατέρων: προβληματικὲς ἀνθρωπολογικὲς ἀπόψεις τῆς πατερικῆς θεολογίας π.χ. γιὰ τὴν γυναίκα (τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ ἀποδίδεται σὲ αὐτὴν μόνο διὰ μέσου τοῦ ἄνδρα)· παρομοίωση τῆς γυναίκας μὲ τὸ διάβολο, τὸ καταστροφικὸ πῦρ, κ.λπ.· δικαιολόγηση τῆς πατρικῆς αὐθαιρεσίας εἰς βάρος ἀνύπανδρων γυναικῶν, ποὺ θεωροῦνται “ἰδιοκτησία” τῶν πατέρων τους (βλ. Μέγας Βασίλειος)· “ἅπαξ” Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου ὑπὲρ γυναικῶν καὶ Ἰωάννου Χρυσοστόμου στὴν προοπτικὴ μιᾶς θεολογίας τοῦ γάμου καὶ τῆς τρυφερότητας· διάχυτος ἀντιφεμινισμὸς τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς πατερικῆς θεολογίας· νέες ἀνθρωπολογικὲς προκλήσεις τῆς βιοηθικῆς καὶ βιοτεχνολογίας, κ.λπ..
Τὰ παραπάνω θέτουν ἐπιτακτικὰ τὸ αἴτημα μιᾶς σύγχρονης ὀρθόδοξης μετὰ–πατερικῆς θεολογίας, καὶ ἐπανερμηνείας τῆς πιστότητας στὴν πατερικὴ παράδοση, καθὼς στὸν ἑρμηνευτικὸ ὁρίζοντα τῆς παρούσας εἰσήγησης, τὸ “ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσιν” δὲν σημαίνει ἁπλῶς τὴν συνέχιση, τὴν ἐπικαιροποίηση ἢ καὶ τὴν ἐπανερμηνεία τῆς παράδοσης αὐτῆς, ἀλλὰ —κατὰ τὸ προηγούμενο τῆς πρωτοχριστιανικῆς καὶ τῆς πατερικῆς ὑπέρβασης— καὶ τὴν ὑπέρβασή της ὅπου καὶ ὅταν χρειάζεται.
Πρὶν τὴ λήξη τοῦ συνεδρίου οἱ οἰκουμενικοὶ παρατηρητὲς τοῦ συνεδρίου Hevre Legrand o.p. (Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία–Παρίσι), Δρ. Karl Piggera (Εὐαγγελικὴ Ἐκκλησία–Γερμανία) καὶ Ιoan Ovidiou Ionut (Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία–NECLEE–Ρουμανία) παρουσίασαν τὰ συμπεράσματά τους γιὰ τὶς ἐργασίες τοῦ συνεδρίου».