Για τους οχτρούς της πατρίδας και θρησκείας μου
Δημοσιεύτηκε: Παρ Νοέμ 12, 2010 12:32 pm
Τους οχτρούς της πατρίδος μου και θρησκείας μου και γενικώς όλων των τίμιων ανθρώπων, όποιας θρησκείας και αν είναι – αυτείνοι οι οχτροί, ο Θεός είναι δίκιος κριτής και ας τους κρίνει κατά τα έργα τους και σπλάχνα τους, και μικρούς και μεγάλους ανθρωποφάγους…
Γιάννης Μακρυγιάννης
Ίσως δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι ο Μακρυγιάννης μαρτύρησε όσο λίγοι αγωνιστές του 21. Το πικρό ποτήρι της αχαριστίας το είχε γευτεί εξ’αρχής, τώρα όμως, αρχές του 1852, άρχισε να δοκιμάζει τις τελευταίες και πιο φαρμακερές γουλιές. Οι ξένοι δεν θα του συγχωρούσαν ποτέ τα εμπόδια που έβαλε στις επιδιώξεις τους, και οι ντόπιες ορντινάντσες – πολιτικοί ήταν πάντα πρόθυμοι και πάντα στις υπηρεσίες τους. Υποταγμένοι για λίγη εξουσία και χρήμα, ήταν πάντα έτοιμοι να πουλήσουν ότι ιερό και όσιο. Ο Βασιλέας συρόμενος από αυτούς δεν στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων, αντίθετα ήθελε να εκδικηθεί τον Μακρυγιάννη, επειδή τον ανάγκασε να παραχωρήσει Σύνταγμα. Ο Μακρυγιάννης εξακολουθούσε να είναι ύποπτος για νέα κινήματα και νέες συνομωσίες, έπρεπε λοιπόν να εξουδετερωθεί. Ποτέ δεν θα μάθουμε ποιος ήταν ο κρυφός πυρήνας της συνομωσίας με στόχο τον Μακρυγιάννη, όμως είναι γνωστά ορισμένα εκτελεστικά όργανα, θαυμάστε τους.
Αριθ.4923
Βασίλειον της Ελλάδος
Το Υπουργείον των Στρατιωτικών
Λίαν κατεπείγον
Προς τον κύριον Εισηγητήν του Ά Διαρκούς Στρατοδικείου
Ταγματάρχην κύριον Ζηνόβιον Χαρμόλαον.
Διαδοθείσης φήμης ότι ο Νομοεπιθεωρητής Αττικής Υποστράτηγος κύριος Μακρυγιάννης εξέφρασεν εις τον δικηγόρον κύριον Στεφανίδην, ότι την 25ην Μαρτίου ενεστώτος έτους έμελλον να χαθώσιν οι Βασιλείς, προς δε ότι ο Στρατηγός ούτος εβλάφθη τας φρένας, δια τούτο σας προσκαλούμεν, επειδή η πράξις αύτη προβλέπεται και τιμωρείται υπό του Νόμου, να επιληφθήτε της υποθέσεως ταύτης παραχρήμα μεθ’ολης της δυνατής ενεργείας και δραστηριότητος, εις τρόπον ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Έν Αθήναις τη 1 Απριλίου 1852
Ο Υπουργός
( Τ.Σ.) Σπ.Μίλιος
Πραγματικά η δραστηριότητα που επεδείχθη κατά του Μακρυγιάννη ήταν οργανωμένη, σχεδιασμένη,΄΄ και μεθ’ όλης της δυνατής ενεργείας΄΄. Οι ανακρίσεις άρχισαν.
Δεκάδες κλήθηκαν να καταθέσουν , από απλοί στρατιώτες έως ανώτατοι αξιωματικοί, απλοί πολίτες έως επιφανείς του καιρού εκείνου. Ο τύπος έγραφε, οι φήμες έδιναν και έπαιρναν. Η μία ανακριτική διαδικασία τέλειωνε, η άλλη άρχιζε. Ο Μακρυγιάννης την περίοδο αυτή γνώριζε επιδείνωση της υγείας του, τον ταλαιπωρούσαν φρικτοί πόνοι, παρ’ όλα αυτά τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του (η γυναίκα του ) έπρεπε να υπομένουν επανειλημμένως πολύωρες ανακρίσεις. Αρνιόταν ότι συνωμοτούσε εναντίον του Βασιλέως, η ότι μίλησε απρεπώς γι’ αυτόν. Στην ‘’εφημερίδα του Λαού΄΄ στις 13 Απριλίου 1852 έστειλε απαντητική επιστολή για τις κατηγορίες που τον βάρυναν και μεταξύ των άλλων ανέφερε:
« …..Κύριε συντάκτα, είδον εις την εφημερίδαν σας αριθ.226 να λέγητε ότι είχα συνωμοσίαν δια τα ιερά πρόσωπα του Βασιλέως και Βασιλίσσης δια να τους θανατώσω, αυτό το βεβαιώνει ο συνωμότης μου κ. Στεφανίδης ότι του το είπα αυτό και εστάθη φιλάνθρωπος και το είπεν και έσωσε τα πάντα… Πότε ηκούσατε κ. συντάκτα ότι εγώ είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Πόσας αναφοράς είδες εναντίον μου και των υπό την οδηγίαν μου καθ’όλον το διάστημα ενώ ηγωνιζόμην υπηρετών στρατιωτικώς και πολιτικώς; Πότε ηκούσατε υμείς αυτό και άλλοι άνθρωποι, όπου έχουν συνείδησιν και με ονομάζετε παράφρονα; Είμαι δεν το αρνούμαι , εις τους φρονούντας ούτω, και να σας ειπώ διατί είμαι παράφρων. Ιδού η αιτία: έχω δύο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκκαλα, άλλην εις τον πόδα και άλλην εις την γαστέρα και είμαι ζωσμένος με σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτών, δια να ημπορέσω να αναθρέψω και να ζήσω τόσην οικογένειαν. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα και όταν αλλάζει ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα….»
Όμως παρ’ όλα αυτά διατάσσεται κατ’οίκον περιορισμός, με συνεχή φρούρηση και παρακολούθηση της οικίας του Μακρυγιάννη, ενώ σποραδικά γίνονται αιφνιδιαστικές έρευνες στο σπίτι του. Μέχρι να γίνει το στρατοδικείο και να βγει η απόφαση δεν μπορεί κανείς να τον πλησιάσει, έτσι αδυνατεί να διαχειριστεί τις φροντίδες για την πολύτεκνη οικογένειά του. Τότε ορισμένοι βρίσκουν ευκαιρία να καταπατήσουν την περιουσία του, ενώ η υγεία του συνεχώς επιδεινώνεται.
Ένα από τα τελευταία κείμενα που έγραψε το χέρι του Μακρυγιάννη ήταν μια προσευχή, η περίφημη ΄΄επίκληση προς τον Θεό΄΄, που εκεί φαίνεται καθαρά η οδύνη της ψυχής του, και η κατάστασή του λίγο πριν οδηγηθεί στη φυλακή.
« .. Και τώρα γράφω με δάκρυα…και δεν μας ακούς και δεν μας βλέπεις….φυλακωμένοι ( ο κατ’οίκον περιορισμός στο σπίτι του ) έξι μήνες όλοι μας και με φρουρά, και να κοιτάζω αυτούς. Και να σκούζω νύχτα και ημέρα από τις πληγές μου, και να βλέπω τη δυστυχισμένη μου φαμιλιά και παιδιά μου πνιμένα εις τα κλάματα και ξιπόλητα. Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυό αδρασκελιές κάμαρη…και γιατρόν να μην βλέπομεν, ούτε ν’αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί, ως και αυτούς τους δούλους μου τους φοβίζουν να μας αφήσουν να φύγουν, και ως φυλακωμένος υστερώ την ταλαίπωρή μου φαμιλιά, και τους πλερώνω και με το στανιό μένουν…αρρώστησε η φαμελιά μου και κάτω την κατέβασαν…Κάνω την έκτεσήν μου εις τον τύπον, ούτε μίλησε καμιά φημερίδα δια εμάς…..
Τέλος πάντων, όλοι θέλουν να χαθούμε, μας κάνουν ανάκρισες ολουνών, κατ’οίκον έρευνα σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές Σου… Ήρθαν ύστερα ανακριτές και ξετάζουν την φαμιλιά μου διατί να’χω μεγάλο κομπολόγι και ποιος καλόγερος μου το’δωσε…. Και σε έξι μήνες μας θυμήθηκαν, και τις δεκατρείς τουτουνού του μήνα, Αυγούστου 13, ήρθε ο μοίραρχος με την στολή του, οπού μας φύλαγε, και μου λέγει να πάγω εις την φυλακή του Μεντρεσέ, οπού φυλακώνουν τους κακούργους, και εγώ εις κίντυνον από τους πόνους, και νηστικός τόσες ημέρες, και οι μεγάλοι κλαμοί και φωνές όλης μου της φαμιλιάς που μου κάμαν, ύστερα σε λίγο ήρθε ο γιατρός, και βλέποντας μας ελυπήθη και έφυε. Την άλλη ημέρα μου λέγει ο μοίραρχος να με πάρουν και να με πάνε εις τα σπιτάλια .
Ως φαίνεται, εκεί είναι οι γιατροί που γιατρεύουν κι όχι εις το σπίτι μου. Ύστερα ήρθε ο γιατρός και μ’ήβρε χειρότερα, και τον περικάλεσα να μιλήσει όθεν ανήκει, αναλαβαίνοντας ας με πάνε εις την φυλακή…..»
‘Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος
Το 1ον διαρκές στρατοδικείον Αττικής αποφασίζει ότι:
…..Σύμφωνα δε με τα άρθρα 32 του από….
…καταδικάζει τον κατηγορούμενο ( Ι. Μακρυγιάννη ) εις θάνατον. Ο τόπος της εκτελέσεως αποφασισθήσεται από την αρμόδιαν στρατιωτικήν αρχήν. Καταδικάζει επίσης αυτόν εις τα έξοδα της δίκης και εις τα τέλη συμάνσεως.
Αθήναι τη 17 Μαρτίου 1853.
Ο πρόεδρος
Κίτσος Τζαβέλλας
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης είχε ήδη οδηγηθεί στις φυλακές του Μεντρεσέ ( κτίσμα που μέρος του διασώζεται μέχρι σήμερα – απέναντι από τους ΄΄Aέρηδες΄΄ στο Μοναστηράκι – στεγάζει σήμερα κάποια αρχαιολογική υπηρεσία, λειτουργούσε πριν την επανάσταση του 21 ως μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο) .
Εισερχόμενος στη φυλακή ο ήρωας της μάχης των Μύλων, δέχεται χτύπημα, με το κοντάκι όπλου ενός ανώτερου αξιωματικού, όπως αναφέρει στον επιτάφιο του Μακρυγιάννη ο Οδυσσέας Ιάλεμος, ο οποίος προσθέτει « Ελθέ, μυσαρέ Ουϊτελσβάχε ( Όθωνα ), να ρίψης ολίγον χώμα επί του νεκρού γειτονός σου. Ελθέ ν’ατενίσεις εις την μεγάλην αυτήν όψιν, δια να πεισθής με τους ιδίους, αν δύνασαι, οφθαλμούς σου ότι η επίφοβος τίγρις δεν έχει πλέον ζωήν, ότι το επικίνδυνον άντρον εις το οποίον άκον εστρέφετο πάσαν πρωίαν το τρομαγμένον σου βλέμμα έμεινεν έρημον του εξηγριωμένου θηρίου. Σκίρτησον τώρα υπο χαράς εις το Γοτθικόν ενδιαίτημά σου, όπως επήδας από την λύσσαν της μοχθηρίας και της εκδικήσεως εις τον τόπον του πεπτωκότος σου θρόνου, ότε ανέξεες τας επουλωμένας πληγάς του με τον σίδηρον των δεσμών του, ότε η βάρβαρος σύζυγος σου, αντάξιος σύντροφος της αδόξου σου βασιλείας, επέχαιρεν εις τα βασανιστήρια του αγωνιστού…»
Στη φυλακή ο Μακρυγιάννης γνώρισε την συμπάθεια των συγκρατουμένων του, διότι εκ περιτροπής τον βοηθούσαν στη αλλαγή των επιδέσμων των τραυμάτων του, και τον υποβάσταζαν όταν έπρεπε να οδηγηθεί για τις σωματικές ανάγκες του. Είναι εκπληκτικό, και όμως, ο Μακρυγιάννης ακόμα και εκεί, και κάτω από αυτή την κατάσταση προπαντώς της υγείας του, δεν ΄΄κιότεψε΄΄, αλλά έδινε κουράγιο αυτός στους συγκρατουμένους του, όπως διαβεβαιώνει ο συγκρατούμενος του ιατρός Α. Γούδας. Όμως και και αυτή η προαναφερθείσα βοήθεια προς τον Μακρυγιάννη θεωρήθηκε πολυτέλεια, σύντομα τον απέσπασαν από τα χέρια τους και τον έσυραν σε ένα « κατά την διαβεβαίωσιν αξιοτίμου συναδέλφου ( ιατρού), δωμάτιον του ΄΄νοσοκομείου΄΄ των φυλακών ( απομόνωση), εις ο έκλεισαν τον Μακρυγιάννην, ( το δωμάτιον αυτό) ουδέποτε είδεν, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να ιδεί ο ήλιος. Δι’ αυτού ρέουσι πάσαι αι ακαθαρσίαι ( της αποχετεύσεως ) των νοσηλευομένων, εν αυτώ έμεινε μεμονωμένος και αβοήθητος επι δέκα οκτώ όλους μήνας ο Μακρυγιάννης, εν αυτώ ήθελε γείνει ίσως έκτοτε βορά των σκωλήκων…», ( κατά τα αναφερόμενα υπό του ιατρού Α. Γούδα, επίσης σε επικήδειο του Μακρυγιάννη).
Μ.Δ.Κ.
Για τους αδελφούς του φόρουμ Άγιο Όρος η δεύτερη αυτή δημοσίευση.
Γιάννης Μακρυγιάννης
Ίσως δεν θα ήταν υπερβολικό να ισχυριστούμε ότι ο Μακρυγιάννης μαρτύρησε όσο λίγοι αγωνιστές του 21. Το πικρό ποτήρι της αχαριστίας το είχε γευτεί εξ’αρχής, τώρα όμως, αρχές του 1852, άρχισε να δοκιμάζει τις τελευταίες και πιο φαρμακερές γουλιές. Οι ξένοι δεν θα του συγχωρούσαν ποτέ τα εμπόδια που έβαλε στις επιδιώξεις τους, και οι ντόπιες ορντινάντσες – πολιτικοί ήταν πάντα πρόθυμοι και πάντα στις υπηρεσίες τους. Υποταγμένοι για λίγη εξουσία και χρήμα, ήταν πάντα έτοιμοι να πουλήσουν ότι ιερό και όσιο. Ο Βασιλέας συρόμενος από αυτούς δεν στέκονταν στο ύψος των περιστάσεων, αντίθετα ήθελε να εκδικηθεί τον Μακρυγιάννη, επειδή τον ανάγκασε να παραχωρήσει Σύνταγμα. Ο Μακρυγιάννης εξακολουθούσε να είναι ύποπτος για νέα κινήματα και νέες συνομωσίες, έπρεπε λοιπόν να εξουδετερωθεί. Ποτέ δεν θα μάθουμε ποιος ήταν ο κρυφός πυρήνας της συνομωσίας με στόχο τον Μακρυγιάννη, όμως είναι γνωστά ορισμένα εκτελεστικά όργανα, θαυμάστε τους.
Αριθ.4923
Βασίλειον της Ελλάδος
Το Υπουργείον των Στρατιωτικών
Λίαν κατεπείγον
Προς τον κύριον Εισηγητήν του Ά Διαρκούς Στρατοδικείου
Ταγματάρχην κύριον Ζηνόβιον Χαρμόλαον.
Διαδοθείσης φήμης ότι ο Νομοεπιθεωρητής Αττικής Υποστράτηγος κύριος Μακρυγιάννης εξέφρασεν εις τον δικηγόρον κύριον Στεφανίδην, ότι την 25ην Μαρτίου ενεστώτος έτους έμελλον να χαθώσιν οι Βασιλείς, προς δε ότι ο Στρατηγός ούτος εβλάφθη τας φρένας, δια τούτο σας προσκαλούμεν, επειδή η πράξις αύτη προβλέπεται και τιμωρείται υπό του Νόμου, να επιληφθήτε της υποθέσεως ταύτης παραχρήμα μεθ’ολης της δυνατής ενεργείας και δραστηριότητος, εις τρόπον ώστε να αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Έν Αθήναις τη 1 Απριλίου 1852
Ο Υπουργός
( Τ.Σ.) Σπ.Μίλιος
Πραγματικά η δραστηριότητα που επεδείχθη κατά του Μακρυγιάννη ήταν οργανωμένη, σχεδιασμένη,΄΄ και μεθ’ όλης της δυνατής ενεργείας΄΄. Οι ανακρίσεις άρχισαν.
Δεκάδες κλήθηκαν να καταθέσουν , από απλοί στρατιώτες έως ανώτατοι αξιωματικοί, απλοί πολίτες έως επιφανείς του καιρού εκείνου. Ο τύπος έγραφε, οι φήμες έδιναν και έπαιρναν. Η μία ανακριτική διαδικασία τέλειωνε, η άλλη άρχιζε. Ο Μακρυγιάννης την περίοδο αυτή γνώριζε επιδείνωση της υγείας του, τον ταλαιπωρούσαν φρικτοί πόνοι, παρ’ όλα αυτά τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένειά του (η γυναίκα του ) έπρεπε να υπομένουν επανειλημμένως πολύωρες ανακρίσεις. Αρνιόταν ότι συνωμοτούσε εναντίον του Βασιλέως, η ότι μίλησε απρεπώς γι’ αυτόν. Στην ‘’εφημερίδα του Λαού΄΄ στις 13 Απριλίου 1852 έστειλε απαντητική επιστολή για τις κατηγορίες που τον βάρυναν και μεταξύ των άλλων ανέφερε:
« …..Κύριε συντάκτα, είδον εις την εφημερίδαν σας αριθ.226 να λέγητε ότι είχα συνωμοσίαν δια τα ιερά πρόσωπα του Βασιλέως και Βασιλίσσης δια να τους θανατώσω, αυτό το βεβαιώνει ο συνωμότης μου κ. Στεφανίδης ότι του το είπα αυτό και εστάθη φιλάνθρωπος και το είπεν και έσωσε τα πάντα… Πότε ηκούσατε κ. συντάκτα ότι εγώ είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Πόσας αναφοράς είδες εναντίον μου και των υπό την οδηγίαν μου καθ’όλον το διάστημα ενώ ηγωνιζόμην υπηρετών στρατιωτικώς και πολιτικώς; Πότε ηκούσατε υμείς αυτό και άλλοι άνθρωποι, όπου έχουν συνείδησιν και με ονομάζετε παράφρονα; Είμαι δεν το αρνούμαι , εις τους φρονούντας ούτω, και να σας ειπώ διατί είμαι παράφρων. Ιδού η αιτία: έχω δύο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκκαλα, άλλην εις τον πόδα και άλλην εις την γαστέρα και είμαι ζωσμένος με σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτών, δια να ημπορέσω να αναθρέψω και να ζήσω τόσην οικογένειαν. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα και όταν αλλάζει ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα….»
Όμως παρ’ όλα αυτά διατάσσεται κατ’οίκον περιορισμός, με συνεχή φρούρηση και παρακολούθηση της οικίας του Μακρυγιάννη, ενώ σποραδικά γίνονται αιφνιδιαστικές έρευνες στο σπίτι του. Μέχρι να γίνει το στρατοδικείο και να βγει η απόφαση δεν μπορεί κανείς να τον πλησιάσει, έτσι αδυνατεί να διαχειριστεί τις φροντίδες για την πολύτεκνη οικογένειά του. Τότε ορισμένοι βρίσκουν ευκαιρία να καταπατήσουν την περιουσία του, ενώ η υγεία του συνεχώς επιδεινώνεται.
Ένα από τα τελευταία κείμενα που έγραψε το χέρι του Μακρυγιάννη ήταν μια προσευχή, η περίφημη ΄΄επίκληση προς τον Θεό΄΄, που εκεί φαίνεται καθαρά η οδύνη της ψυχής του, και η κατάστασή του λίγο πριν οδηγηθεί στη φυλακή.
« .. Και τώρα γράφω με δάκρυα…και δεν μας ακούς και δεν μας βλέπεις….φυλακωμένοι ( ο κατ’οίκον περιορισμός στο σπίτι του ) έξι μήνες όλοι μας και με φρουρά, και να κοιτάζω αυτούς. Και να σκούζω νύχτα και ημέρα από τις πληγές μου, και να βλέπω τη δυστυχισμένη μου φαμιλιά και παιδιά μου πνιμένα εις τα κλάματα και ξιπόλητα. Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυό αδρασκελιές κάμαρη…και γιατρόν να μην βλέπομεν, ούτε ν’αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί, ως και αυτούς τους δούλους μου τους φοβίζουν να μας αφήσουν να φύγουν, και ως φυλακωμένος υστερώ την ταλαίπωρή μου φαμιλιά, και τους πλερώνω και με το στανιό μένουν…αρρώστησε η φαμελιά μου και κάτω την κατέβασαν…Κάνω την έκτεσήν μου εις τον τύπον, ούτε μίλησε καμιά φημερίδα δια εμάς…..
Τέλος πάντων, όλοι θέλουν να χαθούμε, μας κάνουν ανάκρισες ολουνών, κατ’οίκον έρευνα σπίτια, κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές Σου… Ήρθαν ύστερα ανακριτές και ξετάζουν την φαμιλιά μου διατί να’χω μεγάλο κομπολόγι και ποιος καλόγερος μου το’δωσε…. Και σε έξι μήνες μας θυμήθηκαν, και τις δεκατρείς τουτουνού του μήνα, Αυγούστου 13, ήρθε ο μοίραρχος με την στολή του, οπού μας φύλαγε, και μου λέγει να πάγω εις την φυλακή του Μεντρεσέ, οπού φυλακώνουν τους κακούργους, και εγώ εις κίντυνον από τους πόνους, και νηστικός τόσες ημέρες, και οι μεγάλοι κλαμοί και φωνές όλης μου της φαμιλιάς που μου κάμαν, ύστερα σε λίγο ήρθε ο γιατρός, και βλέποντας μας ελυπήθη και έφυε. Την άλλη ημέρα μου λέγει ο μοίραρχος να με πάρουν και να με πάνε εις τα σπιτάλια .
Ως φαίνεται, εκεί είναι οι γιατροί που γιατρεύουν κι όχι εις το σπίτι μου. Ύστερα ήρθε ο γιατρός και μ’ήβρε χειρότερα, και τον περικάλεσα να μιλήσει όθεν ανήκει, αναλαβαίνοντας ας με πάνε εις την φυλακή…..»
‘Όθων Βασιλεύς της Ελλάδος
Το 1ον διαρκές στρατοδικείον Αττικής αποφασίζει ότι:
…..Σύμφωνα δε με τα άρθρα 32 του από….
…καταδικάζει τον κατηγορούμενο ( Ι. Μακρυγιάννη ) εις θάνατον. Ο τόπος της εκτελέσεως αποφασισθήσεται από την αρμόδιαν στρατιωτικήν αρχήν. Καταδικάζει επίσης αυτόν εις τα έξοδα της δίκης και εις τα τέλη συμάνσεως.
Αθήναι τη 17 Μαρτίου 1853.
Ο πρόεδρος
Κίτσος Τζαβέλλας
Ο Ιωάννης Μακρυγιάννης είχε ήδη οδηγηθεί στις φυλακές του Μεντρεσέ ( κτίσμα που μέρος του διασώζεται μέχρι σήμερα – απέναντι από τους ΄΄Aέρηδες΄΄ στο Μοναστηράκι – στεγάζει σήμερα κάποια αρχαιολογική υπηρεσία, λειτουργούσε πριν την επανάσταση του 21 ως μουσουλμανικό ιεροδιδασκαλείο) .
Εισερχόμενος στη φυλακή ο ήρωας της μάχης των Μύλων, δέχεται χτύπημα, με το κοντάκι όπλου ενός ανώτερου αξιωματικού, όπως αναφέρει στον επιτάφιο του Μακρυγιάννη ο Οδυσσέας Ιάλεμος, ο οποίος προσθέτει « Ελθέ, μυσαρέ Ουϊτελσβάχε ( Όθωνα ), να ρίψης ολίγον χώμα επί του νεκρού γειτονός σου. Ελθέ ν’ατενίσεις εις την μεγάλην αυτήν όψιν, δια να πεισθής με τους ιδίους, αν δύνασαι, οφθαλμούς σου ότι η επίφοβος τίγρις δεν έχει πλέον ζωήν, ότι το επικίνδυνον άντρον εις το οποίον άκον εστρέφετο πάσαν πρωίαν το τρομαγμένον σου βλέμμα έμεινεν έρημον του εξηγριωμένου θηρίου. Σκίρτησον τώρα υπο χαράς εις το Γοτθικόν ενδιαίτημά σου, όπως επήδας από την λύσσαν της μοχθηρίας και της εκδικήσεως εις τον τόπον του πεπτωκότος σου θρόνου, ότε ανέξεες τας επουλωμένας πληγάς του με τον σίδηρον των δεσμών του, ότε η βάρβαρος σύζυγος σου, αντάξιος σύντροφος της αδόξου σου βασιλείας, επέχαιρεν εις τα βασανιστήρια του αγωνιστού…»
Στη φυλακή ο Μακρυγιάννης γνώρισε την συμπάθεια των συγκρατουμένων του, διότι εκ περιτροπής τον βοηθούσαν στη αλλαγή των επιδέσμων των τραυμάτων του, και τον υποβάσταζαν όταν έπρεπε να οδηγηθεί για τις σωματικές ανάγκες του. Είναι εκπληκτικό, και όμως, ο Μακρυγιάννης ακόμα και εκεί, και κάτω από αυτή την κατάσταση προπαντώς της υγείας του, δεν ΄΄κιότεψε΄΄, αλλά έδινε κουράγιο αυτός στους συγκρατουμένους του, όπως διαβεβαιώνει ο συγκρατούμενος του ιατρός Α. Γούδας. Όμως και και αυτή η προαναφερθείσα βοήθεια προς τον Μακρυγιάννη θεωρήθηκε πολυτέλεια, σύντομα τον απέσπασαν από τα χέρια τους και τον έσυραν σε ένα « κατά την διαβεβαίωσιν αξιοτίμου συναδέλφου ( ιατρού), δωμάτιον του ΄΄νοσοκομείου΄΄ των φυλακών ( απομόνωση), εις ο έκλεισαν τον Μακρυγιάννην, ( το δωμάτιον αυτό) ουδέποτε είδεν, ούτε είναι ποτέ δυνατόν να ιδεί ο ήλιος. Δι’ αυτού ρέουσι πάσαι αι ακαθαρσίαι ( της αποχετεύσεως ) των νοσηλευομένων, εν αυτώ έμεινε μεμονωμένος και αβοήθητος επι δέκα οκτώ όλους μήνας ο Μακρυγιάννης, εν αυτώ ήθελε γείνει ίσως έκτοτε βορά των σκωλήκων…», ( κατά τα αναφερόμενα υπό του ιατρού Α. Γούδα, επίσης σε επικήδειο του Μακρυγιάννη).
Μ.Δ.Κ.
Για τους αδελφούς του φόρουμ Άγιο Όρος η δεύτερη αυτή δημοσίευση.