Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Βιογραφία των Αγίων και Γερόντων τις Εκκλησίας μας

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »



Από το τεύχος αυτό και τη ευγενεί αδεία της ρωσικής ίεράς Μονής Αγίας Τριάδος του Τζόρντανβιλ Νέας Υόρκης αρχίζει η δημοσίευσις σε συνέχειες της βιογραφίας του μακαρίου Ρώσου ιερομονάχου Θεοφίλου του δια Χριστόν Σαλού. Η μετάφρασις έχει γίνει από την αγγλική έκδοσι, η οποία με την σειρά της αποτελεί ελαφρά σύντμησι της πρωτοτύπου ρωσικής. Η βιογραφία συντάχθηκε περί τα τέλη του περασμένου αιώνος από τον Βλαδίμηρο Ζνόσκο με βάσι τις αναμνήσεις ευσεβών κατοίκων του Κιέβου και την προφορική παράδοσι των πατέρων της Λαύρας των Σπηλαίων.


Πέρα από την καθαρώς πνευματική ωφέλεια που θα αποκομίση ο αναγνώστης από τα περιστατικά του βίου αυτού του ιδιότυπα χαρισματικού και άγνωστου στο ελληνικό κοινό Γέροντος, θα συνάντηση στο κείμενο και μερικά σπάνια και χαριτωμένα στιγμιότυπα από την ζωή του εναρέτου Μητροπολίτου Κιέβου Φιλαρέτου και του ισχυρού προστάτου των υποδούλων της Βαλκανικής, Τσάρου Νικολάου Παύλοβιτς. Η ιδιότυπη ευσέβεια και η αριστοκρατική νοοτροπία της παλιάς αυτοκρατορικής Ρωσίας, που ξεπροβάλλουν στις σελίδες του, δεν θα ξενίσουν τον καλόγνωμο αναγνώστη, αλλά θα του δώσουν μια σπάνια ευκαιρία να γνωρισθή με ένα ιστορικό περιβάλλον όπου η Ορθόδοξη Εκκλησία έπαιξε πρωτεύοντα και αποφασιστικό ρόλο στην ιδιωτική και δημόσια ζωή των ανθρώπων.


Η μετάφρασις του κειμένου είναι καρπός συλλογικής εργασίας και από την θέσι αυτή ευχαριστούμε όλους τους συνεργήσαντας.


Ασκητής από τα γεννοφάσκια του

Στην πόλι Μάχνοβο της περιφερείας Κιέβου ζούσε κάποτε ο ιερεύς Ανδρέας Γκορενκόβσκυ, εφημέριος του ενοριακού ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Τον Οκτώβριο του 1788 η πρεσβυτέρα του Ευφροσύνη (το γένος Γκοσκόβσκυ) απέκτησε δίδυμα. Όταν τα βάπτισαν, το πρώτο το ωνόμασαν Θωμά και το δεύτερο Καλλίνικο. Ήταν και τα δύο πάρα πολύ όμορφα και υγιή.

Τον καιρό εκείνο συνηθιζόταν οι μητέρες να θηλάζουν μόνες τα μωρά τους. Η Ευφροσύνη θέλησε να τηρήση αυτή την συνήθεια, αν και στην περίπτωσί της το πράγμα ήταν αρκετά δύσκολο, γιατί είχε να κάνη με δύο μωρά. Απέρριψε όλες τις προτάσεις για βοήθεια που της έγιναν από διάφορες παραμάνες. Προς μεγάλην της όμως έκπληξι η Ευφροσύνη διεπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος γιος της Θωμάς αρνιόταν επίμονα να θηλάση, στρέφοντας με πείσμα το πρόσωπο του προς την αντίθετη κατεύθυνσι. Μπροστά στον κίνδυνο να τον χάση από ασιτία, η απελπισμένη μητέρα δοκίμασε όλα τα δυνατά μέσα για να τον ταΐση. Αφού αποστρεφόταν κάθε μορφή γάλακτος, τον τάιζε με πατατόζουμο, βρασμένα γογγύλια και καρότα.



Μητρική ασπλαχνία

Αυτού του είδους η απόρριψις από το ίδιο το παιδί της δημιούργησε φυσικώ τω τρόπω μια ψυχρότητα για το βρέφος μέσα στην μητρική καρδιά της. Προς επιδείνωσι δε της όλης καταστάσεως κάποιες προληπτικές γειτόνισσες άρχισαν να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες στο φαινόμενο, να πλάθουν ανόητες ιστορίες και να θεωρούν τον Θωμά ένα τερατώδες «αρκουδόπαιδο».

Η Ευφροσύνη από την άγνοια και απλότητά της πίστεψε και έβαλε βαθειά μέσα της όλες αυτές τις προλήψεις. Τρομοκρατήθηκε και η αντιπάθεια της για τον Θωμά μεγάλωσε. «Αυτός δεν είναι ο γιος ο δικός μου», έλεγε. «Δεν ήθελαν να τον βαπτίσουν την ίδια μέρα μαζί με τον Καλλίνικο και γι’ αυτό κάποια μάγισσα τον πήρε κι έβαλε άλλον στη θέσι του».

Επί έξι μήνες η Ευφροσύνη προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνη τον Θωμά να συμπεριφερθή όπως ένα φυσιολογικό παιδί. Ολοένα όμως και διέκρινε σ' αυτόν τις απαρχές κάποιων κλίσεων που της ήταν ακατανόητες. Έτσι η απλοϊκή γυναίκα κατέληξε στο ότι ο Θωμάς ήταν ένα ηθικό τέρας και απεφάσισε να απαλλαγή από αυτόν μια για πάντα. Ένα απόγευμα κάλεσε μια υπηρέτρια και της εμπιστεύθηκε μυστικά τα εξής:

«Δεν μπορώ άλλο να βλέπω αυτόν τον βρυκόλακα, δεν μπορώ να τον ανέχωμαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Αύριο με το χάραμα πήγαινε τον στο ποτάμι και πέταξε τον μέσα. Ορκίσου όμως πως κανένας άλλος εκτός από μας τις δύο δεν πρόκειται να μάθη τίποτε γι’ αυτό».

Η υπηρέτρια ικέτευσε την μητέρα να σπλαχνισθή το αθώο παιδί. Όμως όσο και αν παρεκάλεσε και έκλαψε και της υπενθύμισε την οργή του Θεού, η ψυχραμένη μητέρα ήταν αμετάπειστη. Τελικά η υπηρέτρια αναγκάστηκε να υπακούση.



Το τριπλό θαύμα της διασώσεως

Πρωί-πρωί, ίσα που φώτιζε, η υπηρέτρια πήρε τον Θωμά στα χέρια της, έτρεξε στο ποτάμι και κάνοντας το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί το έρριξε στο νερό. Τότε συνέβη κάτι το θαυμαστό. Ο Θεός θέλησε να διαφύλαξη το παιδί: Ο Θωμάς ανήλθε στην επιφάνεια του νερού και έπλευσε ήσυχα μέχρι την αντίπερα όχθη, όπου βγήκε στην ξηρά.

Βλέποντας το αυτό η υπηρέτρια τρομοκρατήθηκε. Έχοντας ήδη διαπράξει ένα έγκλημα και φοβούμενη την οργή της κυρίας της θέλησε να δώση ένα σύντομο τέλος στην φοβερή υπόθεσι. Διέσχισε το ρεύμα και πήρε τον Θωμά στα χέρια της. Το παιδί κοιμόταν αμέριμνα και ειρηνικά. Διώχνοντας κάθε σκέψι η υπηρέτρια πέταξε γρήγορα το μωρό στο ποτάμι για δεύτερη φορά. Όμως είδε και πάλι την δύναμι του Θεού: Τα κύματα μετέφεραν τον Θωμά σ' ένα μικρό νησάκι που είχε σχηματισθή μέσα στο ποτάμι και τον απέθεσαν απαλά πάνω στην λεπτή άμμο.

Συγκλονισμένη από ένα τέτοιο αναντίρρητο θαύμα η υπηρέτρια βρήκε ένα πέρασμα, έφθασε στο νησάκι και πήρε στα χέρια της το παιδί. Όταν είδε ότι το βρέφος ήταν ζωντανό και απείραχτο, ξέσπασε μετανοημένη σε πικρά δάκρυα. Πήγε τον Θωμά στην μητέρα του και με φωνή τρεμάμενη από τον φόβο της εξιστόρησε τι είχε συμβεί.

«Μπορείς να με σκοτώσης, αλλά δεν πρόκειται να πνίξω ένα αθώο παιδί! Ο ίδιος ο Θεός σώζει τη ζωή του με θαύμα και θα τιμωρηθούμε για το φοβερό έγκλημα μας».

Όμως η νεαρή μητέρα, κυριευμένη από ένα απάνθρωπο μίσος για το παιδί, δεν πίστεψε ούτε λέξι απ’ όσα της είπε η υπηρέτρια και άρχισε να την επιπλήττη. «Ντροπή σου!» είπε. «Λυπάσαι αυτόν τον βρυκόλακα. Αν τον αφήσουμε να ζήση, θα προξενήση μεγάλο κακό. Α όχι! Καλύτερα να τον πνίξω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια, παρά να αντικρύζω αυτό το τέρας, που το μισώ και μόνο που το βλέπω».

Μ’ αυτά τα λόγια η Ευφροσύνη άρπαξε με κακία τον Θωμά από τα χέρια της φοβισμένης υπηρέτριας και ξεκίνησε για το ποτάμι. Όχι πολύ μακριά από το σπίτι τους υπήρχε ένας νερόμυλος. Καθώς ήταν νωρίς και κανένας δεν βρισκόταν εκεί γύρω, η Ευφροσύνη πλησίασε, βρήκε ένα κατάλληλο σημείο και παίρνοντας φόρα πέταξε τον Θωμά μπροστά στον ίδιο τον τροχό του μύλου. Κατόπιν με την σκέψι ότι το παιδί ήταν ήδη νεκρό έφυγε. Η συνείδησίς της φαινόταν ήσυχη. Τότε αίφνης έγινε άλλο θαύμα: Οι μυλόπετρες σταμάτησαν και το νερό απ’ την πίεσι άρχισε να κάνη τρομερό θόρυβο.

Ο μυλωνάς ξαφνιασμένος από το παράξενο φαινόμενο έτρεξε έξω να δη τι γίνεται. Οι τροχοί κρατημένοι από μια άγνωστη δύναμι έτρεμαν από την δυνατή πίεσι του νερού που τους έσπρωχνε. Το νερό προχωρούσε βίαια αφρίζοντας και παφλάζοντας. Κοιτώντας κάτω άκουσε κλάματα μωρού και είδε το παιδί να επιπλέη στο μέσο μιας δίνης. Πήδηξε κάτω με σβελτάδα και σκύβοντας προς το ρεύμα τράβηξε τον Θωμά έξω απ’ το νερό. Ακόμα δεν πρόλαβε να πάρη το παιδί, και oι τροχοί άρχισαν πάλι να γυρίζουν.

Η αναστατωμένη υπηρέτρια, που είχε ακολουθήσει την έξαλλη μητέρα, βλέποντας αυτό το νέο θαύμα άρχισε να κλαίη σπαρακτικά. Πλησίασε τον μυλωνά και του εξιστόρησε όλα όσα ήξερε για το παιδί και για τα θαυμαστά σημεία της δυνάμεως του Θεού που έσωσαν το παιδί τρεις φορές.
«Τι να κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ο μυλωνάς. «Αν παραδώσουμε το παιδί στη μητέρα του, δεν θα διστάση να το εξόντωση».

Φοβούμενοι τις ευθύνες για την τύχη του αθώου παιδιού, του κατατρεγμένου απ’ την ίδια του την μητέρα, αποφάσισαν να αναφέρουν τα γεγονότα αυτά στον ιερέα και πατέρα του.

Όμως ούτε οι ικεσίες ούτε οι προσευχές ούτε ακόμη οι απειλές και η βία έφεραν κάποιο αποτέλεσμα στην Ευφροσύνη. Στην συνεχή διάσωσι του παιδιού έβλεπε μονάχα δαιμονικές ενέργειες. Όσο περισσότερο προσπαθούσε ο σύζυγος της να την πείση, τόσο περισσότερο πείσμωνε αυτή.

«Δεν θα το αφήσω να ζήση. Αυτό δεν είναι παιδί. Αυτό είναι τέρας, γιος μάγισσας. Πρέπει οπωσδήποτε να το απαλλάξουμε από την ζωή», επανέλαβε η προληπτική Ευφροσύνη και προσπάθησε μία-δύο φορές ακόμη να εξοντώση τον Θωμά.



Χωρίς οικογένεια

Ο ιερεύς συντετριμμένος βλέποντας πόσο πολύ η σύζυγός του μισούσε το παιδί, αποφάσισε να απομακρύνη τον Θωμά από κοντά της για ένα μεγάλο διάστημα. Βρήκε κρυφά μια έμπειρη παραμάνα, της εκμυστηρεύτηκε το οικογενειακό του δράμα και της έδωσε το αθώο παιδί να το αναθρέψη. Η παραμάνα τάιζε τον Θωμά με μαλακό ψωμί βρεγμένο σε λίγο λίπος και έδινε καθημερινή αναφορά στον πατέρα για το έργο της.

Πέρασαν μερικοί μήνες και το παιδί αναπτυσσόταν φυσιολογικά και μάλιστα δυνάμωνε. Η παραμάνα αποδείχθηκε ευσυνείδητη γυναίκα. Μεγάλωνε και πρόσεχε τον Θωμά σαν να ήταν παιδί της. Πολύ σύντομα όμως ο Θεός αποφάσισε να καλέση τον πατέρα του Θωμά από την πρόσκαιρη τούτη ζωή στην αιώνια.

Αισθανόμενος ο ιερεύς τον θάνατό του να πλησιάζη, γεμάτος ενδιαφέρον για το μέλλον του γιου του, κάλεσε τον καλό μυλωνά κοντά του και του είπε:

«Είσαι μάρτυρας της θαυματουργικής σωτηρίας του παιδιού μου. Εις το όνομα του Θεού σού αναθέτω να πάρης τον Θωμά κοντά σου. Να τον αναθρέψης, να τον προστατέψης και να μην τον πληγώσης».
Ο μυλωνάς συμφώνησε με χαρά και δέχθηκε την εντολή σαν ευλογία από τον Θεό.

Εν τω μεταξύ όμως, όλη αυτή η ιστορία είχε διαδοθή μεταξύ των ανθρώπων της περιοχής. Ένας ηλικιωμένος και ευκατάστατος αγρότης από την ίδια πόλι Μάχνοβο ήλθε στον μυλωνά και τον παρακαλούσε να του δώση την κηδεμονία του παιδιού.

«Δεν έχω παιδιά», έλεγε, «και θέλω να υιοθετήσω αυτό το παιδί. Θα τον κάνω κληρονόμο σε όλη μου την περιουσία. Άφησέ με να πάρω τον Θωμά».

Ο μυλωνάς βλέποντας τις ειλικρινείς προθέσεις του γερο-αγρότη ενέδωσε στις επίμονες παρακλήσεις του και του παρέδωσε τον Θωμά χωρίς κανένα δισταγμό. Το παιδί πέρασε ευτυχισμένες μέρες ζώντας υπό την προστασία του πλούσιου χωρικού. Το περιέβαλλαν με τρυφερότητα και αγάπη. Κάποια μέρα ο Θωμάς θα γινόταν ο πλούσιος μοναχογιός της οικογενείας. Και αναμφίβολα έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα, αν βεβαίως τα ανθρώπινα προγράμματα συμφωνούσαν πάντοτε με τα κρίματα της θείας Πρόνοιας. Ο Κύριος όμως αλλιώς αποφάσισε. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ο Θωμάς είχε γίνει δεκτός με τόση αγάπη στην οικογένεια του πλούσιου αγρότη, όταν ο ευεργέτης και δεύτερος πατέρας του πέθανε ξαφνικά, χωρίς κανείς να το περιμένη.



Στους πέντε δρόμους

Έτσι το κατατρεγμένο παιδί, ούτε τριών ετών ακόμη, έμεινε και πάλι ορφανό. Η χήρα του αγρότη μένοντας απόλυτη κληρονόμος της περιουσίας του αποφάσισε να ξαναπαντρευτή και άρχισε βιαστικά να ψάχνη άλλη στέγη για τον Θωμά. Ο ιερεύς του χωριού της δέχθηκε το παιδί με συμπόνια.

«Μου δένει τα χέρια», δικαιολογήθηκε η χήρα. «Και εκτός αυτού εσύ, πάτερ μου, μπορείς εύκολα να οδήγησης ένα γιο ιερέως στον δρόμο που του ταιριάζει».

Ο ιερεύς συμφώνησε και ο μικρός Θωμάς βρήκε καινούργιο καταφύγιο. Έτσι από τις πρώτες μέρες της ζωής του εξοικειώθηκε με το πνεύμα της ξενιτείας. Πριν ακόμα μπη καλά-καλά στην ζωή, ο Θωμάς είχε ήδη σηκώσει στους ώμους του τον σταυρό Εκείνου που κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής Του δεν είχε «που την κεφαλήν κλίνη».

Ο Θωμάς έμεινε κοντά στον κηδεμόνα του μέχρι τα επτά του χρόνια. Ο ιερεύς δεν του έδωσε κάποια ιδιαίτερη προσοχή η επιμελημένη διαπαιδαγώγησι. Ο Θωμάς αφημένος μόνος του συμμετείχε ανόρεχτα στα θορυβώδη παιχνίδια των συνομηλίκων του. Εντύπωσι προξενούσε σε όλους το γεγονός ότι δεν έδειχνε καμμιά ιδιαίτερη προτίμησι για τις συνήθεις διασκεδάσεις της ηλικίας του. Προτιμούσε να αποτραβιέται σε απομονωμένα μέρη και να παραδίνεται σε μελαγχολικούς στοχασμούς.



Προεικονίσματα και απαρχές

Ο μικρός Θωμάς εξοικειωνόταν με το πνεύμα της ξενιτείας. Αποκτούσε την εμπειρία της γλυκύτητος των πρώτων παιδικών προσευχών μέσα στα κατάβαθα της ψυχής του. Συνήθιζε από νωρίς στις παρατεταμένες νηστείες και την λιτότητα. Σιγά-σιγά αναπτύχθηκε και ωρίμασε πνευματικά. Ο ναός του Θεού έγινε γι' αυτό το παράξενο παιδί το προσφιλέστερο καταφύγιο. Δεν έχανε ούτε μια θεία Λειτουργία. Με το πρώτο κτύπημα της καμπάνας έτρεχε με πολλή χαρά στην εκκλησία, όπου η ψυχή του έβρισκε παρηγοριά και μια ανεξήγητη ανάπαυσι. Συχνά τον έβρισκε κανείς έξω από τις κλειστές πόρτες της χωριάτικης εκκλησίας βυθισμένο στην προσευχή, χωρίς να παίρνη είδησι του τι γινόταν γύρω του.

Τα άλλα παιδιά, παρατηρώντας τον κλειστό χαρακτήρα του Θωμά, τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Πολλές φορές του έστηναν παγίδες η και τον κτυπούσαν ακόμα. Τότε ο Θωμάς έφευγε κλαίγοντας μακριά μέσα στο δάσος και έμενε εκεί για ένα ολόκληρο ή ακόμη και δύο εικοσιτετράωρα. Πολλές φορές τον έβρισκαν οι τσομπάνηδες, οι οποίοι έλεγαν γι' αυτόν θαυμαστές ιστορίες. Ο πονεμένος μικρός καταλάβαινε ότι μοίρα του ανθρώπου δεν είναι η χαρά και η ευτυχία, αλλά ο πόνος. Έχοντας γευθή ο ίδιος τόση πίκρα στα παιδικά του χρόνια, μπορούσε αργότερα να διακρίνη πόσο συχνά ο κόσμος δεν καταλαβαίνει αυτούς που πονούν δεν βλέπει τα δάκρυα στα μάτια του άλλου.

Από πολύ νωρίς ο Θωμάς ανακάλυψε την χαρά του να βοηθά κανείς τους φτωχούς. Δεν του άρεσε να κρατάη πράγματα για τον εαυτό του και έδινε ό,τι μπορούσε στους φτωχούς. Κάποτε ο Θωμάς είδε στον δρόμο ένα άλλο αγόρι που αντί για πουκάμισο φορούσε κάτι σχισμένα κουρέλια. Χωρίς δεύτερη σκέψι έβγαλε το δικό του πουκάμισο, το έδωσε στο φτωχό αγόρι και γύρισε σπίτι μόνο με το πανωφόρι. Ο κηδεμόνας του όμως δεν το είδε αυτό με καλό μάτι κι έτσι ο Θωμάς απεκόμισε μόνο μια καλή τιμωρία για την αγαθοεργία του.

Όταν κόντευε επτά ετών, ο ιερεύς άρχισε να του μαθαίνη ανάγνωσι. Σύντομα όμως ο ιερεύς αυτός πέθανε κι έτσι με την τελευτή του καλού δασκάλου ο μικρός ξενιτευτής έμεινε και πάλι άστεγος. Ο Θωμάς έκλαψε πικρά και απαρηγόρητα για τον ευεργέτη του. Δεν έκλαιγε τόσο γιατί έχασε μια στέγη, όσο γιατί έχασε ένα σοφό δάσκαλο, που μόλις είχε αρχίσει να τον μπάζη στον κόσμο της παιδείας και της μαθήσεως.



Μια ακόμη δυσάρεστη συνάντησις

Με τον θάνατο του ιερέως έπρεπε να βρεθή καινούργιο καταφύγιο για τον Θωμά. Ο προεστός της ενορίας υπέθεσε ότι, αφού είχαν ήδη περάσει επτά χρόνια, το μίσος της Ευφροσύνης για τον γιο της θα είχε σβήσει και θα ένιωθε τώρα κάποια στοργή για το παιδί της. Έτσι αποφάσισε να πάη τον Θωμά πίσω στο σπίτι του. Όταν έφθασε εκεί, η Ευφροσύνη έκοβε ξύλα. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξις και η φρίκη του άνθρωπου, όταν εκείνη, αντί να δεχθή τον γιο της με αγάπη, πέταξε έξαλλη καταπάνω του το τσεκούρι που κρατούσε, ώστε η κόψις του να μπηχτή στον δεξιό ώμο του Θωμά!

Ο προεστός άρπαξε το αιμόφυρτο παιδί απ’ τα χέρια της μανιακής μητέρας του, έδεσε την πληγή του και πήρε πίσω τον Θωμά στο δικό του σπίτι. Στο διάστημα που χρειάσθηκε να κλείση το τραύμα, ο προεστός ανεκάλυψε κάποιον θείο του αγοριού, που ήταν ιερεύς εν χηρεία και ζούσε τώρα στη μονή Μπράτσκυ στο Κίεβο. Ο καλός άνθρωπος, πριν ακόμα το παιδί γίνει εντελώς καλά, το πήγε σ’ αυτόν τον μοναχό. Εκεί ανέφερε στον γέροντα όλα όσα γνώριζε για τον άτυχο ανηψιό του και του παρέδωσε το αγόρι να το αναθρέψη.



Επτάχρονος στο μοναστήρι

Στη μονή Μπράτσκυ υπήρχε μια εκκλησιαστική σχολή που τον καιρό εκείνο είχε και τάξεις αρχαρίων. Το πολυβασανισμένο ορφανό μπήκε σ' αυτή την σχολή και εκεί άρχισε να αποκτά την σοφία των βιβλίων.

Υπό την φιλόξενη προστασία του θείου του ο Θωμάς μεγάλωνε δείχνοντας υποδειγματική συμπεριφορά και μελετώντας σκληρά. Τις ελεύθερες ώρες του αφοσιωνόταν στην ανάγνωσι θεολογικών βιβλίων και την κατά μόνας προσευχή. Κατανοούσε καλά τους ψαλμούς και απεκόμιζε πολλή ανακούφισι και χαρά από την εκμάθησί τους.




Η συμφιλίωσις

Οι αγνές παιδικές προσευχές του Θωμά ευηρέστησαν τον Θεό και Αυτός μαλάκωσε την καρδιά της σκληρής μητέρας του και έφερε την ποθητή συμφιλίωσι μεταξύ της Ευφροσύνης και του καταδιωγμένου γιου της.
Αυτό το θαυμαστό γεγονός έλαβε χώρα ως εξής:
Η Ευφροσύνη χτυπήθηκε από μια ανίατη ασθένεια. Βλέποντας την τιμωρία του Κυρίου που ήλθε πάνω της, άρχισε με δάκρυα να μετανοή για τις απάνθρωπες πράξεις και τους κατατρεγμούς του αθώου παιδιού της.

Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβρισκε ανάπαυσι μέσα της. Όλη μέρα βασανιζόταν από την αρρώστεια και την νύχτα την τυραννούσαν εφιάλτες. Σ' όλα αυτά έβλεπε την δικαιοσύνη του Θεού. Εν τω μεταξύ ο ανεξίκακος γιος της έκλαιγε και προσευχόταν γι' αυτήν. Τελικά η μάνα κατάλαβε το φοβερό της λάθος και άρχισε να παρακαλή τον Θεό να την συγχώρηση. Ο Κύριος την λυπήθηκε. Λίγο πριν από τον θάνατό της ο Θωμάς ήλθε στην μητέρα του κι έτσι γεύθηκαν και οι δύο την παρηγοριά της συμφιλιώσεως.

«Συγχώρεσε με, παιδί μου», φώναζε η μετανιωμένη μάνα στον Θωμά. «Συγχώρεσέ με την άσπλαχνη, την ανόητη και απαίσια. Το μυαλό μου ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι και δεν έβλεπα το μεγάλο κακό που έκανα. Η ευλογία του Θεού ας είναι πάνω σου. Μη με καταρασθής την κακιά μάνα σου, αλλά να με θυμάσαι την αμαρτωλή στις συνεχείς προσευχές σου».

Με τα λόγια αυτά η Ευφροσύνη έσφιξε δυνατά τον γιο της μέσα στη μητρική αγκαλιά της και αφού έκανε το σημείο του σταυρού επάνω του, παρέδωσε ήσυχα την ψυχή της. Ο καλός Θωμάς έκλεισε με τα ίδια του τα χέρια τα άψυχα μάτια της μητέρας του και παρέδωσε το σώμα της για να ταφή.


ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 6
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1989 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1990

Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Αποτογή του κόσμου

Ο Θωμάς ήταν άριστος μαθητής στην εκκλησιαστική σχολή, αλλά δεν είχε κλίσι να συνεχίση ανώτερες σπουδές. Δεν μπορούσε να τις δεχθή ως πραγματικό μέσο για την απόκτησι εκείνης της γνώσεως, που οδηγεί στην αλήθεια του Θεού και της μεγαλωσύνης Του. Ο Θωμάς διάλεξε ως ανώτατο σχολείο του την Εκκλησία. Αφοσιωνόταν στην ανάγνωσι και την ψαλμωδία και συμμάζευε το μυαλό του σε συνεχή πνευματική αδολεσχία και προσευχή. Από τον καιρό αυτό οι σκέψεις περί μοναχισμού δεν τον άφηναν ούτε στιγμή και προσανατόλιζε τις πρόσκαιρες επιδιώξεις του προς αυτόν τον τελικό σκοπό.

Ο καλός θείος του Θωμά πέθανε γρήγορα και άφησε τον ανηψιό του χωρίς πόρους ζωής και χωρίς πραγματική στέγη. Δεν υπήρχε πλέον καμμία σκέψι για να συνεχίση τις σπουδές του. Εγκατέλειψε την σχολή και άρχισε να εργάζεται για να ζήση. Στα 1810 πήγε στην πόλι Τσιγκιρίν ως αναγνώστης, αλλά επειδή η φωνή του ήταν λίγο αδύνατη, τον έστειλαν στο χωριό Ομπούχοφ για νεωκόρο.

Ο Θωμάς δεν έμεινε εκεί για πολύ. Ο κόσμος, που δεν είχε συμπαθήσει τον Θωμά απ’ την στιγμή που γεννήθηκε, τον πίεζε τώρα με τους κανόνες και τους νόμους του και απωθούσε την ψυχή του. Επιποθεί η ψυχή μου, έλεγε ο Θωμάς, και εκλείπει εις τας αυλάς του Κυρίου [1]. Αισθανόμενος βαθειά μέσα του μια απαρέσκεια για το πλήθος των κακόβουλων και ανέντιμων ανθρώπων, ο Θωμάς εισήλθε στην μονή Μπράτσκυ του Κιέβου το 1812, πάνω στην έξαρσι του Πατριωτικού Πολέμου[2].

Με τι απερίγραπτη χαρά γέμισε η ψυχή του νεαρού ασκητή! Μπήκε και πάλι μέσα στον ιερό χώρο του ήσυχου μοναστηριού, τον οποίο είχε αφήσει πριν δύο χρόνια. Αυτή την φορά όχι για σπουδές, αλλά για προσευχή, υπομονή, κόπο και νηστεία. Ήταν νεκρός για τον κόσμο και ο κόσμος είχε πεθάνει γι' αυτόν μια για πάντα.



Πρώτοι αγώνες

Στήν μονή Μπράτσκυ ο Θωμάς εργάστηκε σε πολλά διακονήματα. Στην αρχή ζύμωνε και έψηνε ψωμί στο φούρνο. Εκείνη την εποχή μάλιστα δεν έφτιαχναν πρόσφορα στην μονή Μπράτσκυ και ο Θωμάς πήγαινε να τα προμηθευθή από την γυναικεία μονή Φλωρόφσκυ. Αργότερα τον έβαλαν στο μαγειρείο να φτιάχνη μπόρστς. Κατόπιν τοποθετήθηκε βοηθός στο νοσοκομείο και τέλος έγινε εκκλησιαστικός και καμπανάρης. Αυτό το τελευταίο διακόνημα μάλιστα του άρεσε ιδιαίτερα. Με το χάραμα σηκωνόταν, ανέβαινε στο καμπαναριό και παραδινόταν σε βαθειά περισυλλογή και μυστική προσευχή. Κανένας δεν τον ενοχλούσε εκεί. Ο μάταιος κόσμος εκτεινόταν μπροστά στα πόδια του με όλο το μεγαλείο του έως εκεί που έφθανε το βλέμμα του. Μπορούσε να ατενίζη συνεχώς τον γαλανό ουρανό, όπου κατοικούσε ο Δημιουργός των όλων, ορατών και αοράτων.

Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια. Διπλασιάζοντας τις προσευχές και τους αγώνες του, ο Θωμάς ήταν για όλους υπόδειγμα πραότητος, υπακοής, ταπεινώσεως και σωφροσύνης. Με όλη του την ψυχή ποθούσε την ισάγγελη ζωή. Επεπόθησα το σωτηριόν σου, Κύριε, και ο νόμος σου μελέτη μου εστίν[3], επανελάμβανε διαρκώς.

Ο Θωμάς δεν πίεζε την υπόθεσι της κουράς του, που ήταν η επιθυμία της καρδιάς του. Ήθελε πρώτα να διδάξη στον εαυτό του την αυστηρή εκπλήρωσι των κανόνων της μοναχικής ζωής. Ωστόσο ο προϊστάμενος του μοναστηρίου διέκρινε τον ζήλο του στους πνευματικούς αγώνες και τίμησε τον Θωμά κουρεύοντάς τον μοναχό στις 11 Δεκεμβρίου του 1821. Κατά την κουρά του ο Θωμάς πήρε το όνομα Θεοδώρητος.

Μετά από λίγο ο Θεοδώρητος τοποθετήθηκε βεστιάριος (φύλακας των αμφίων) και στις 30 Σεπτεμβρίου του 1822, λόγω της αφοσιώσεώς του στην εκτέλεσι αυτού του διακονήματος και της υποδειγματικής και αυστηρής μοναχικής ζωής του, προήχθη στον βαθμό του ιεροδιακόνου.

Η νέα θέσις έδωσε νέα ώθησι στους πνευματικούς αγώνες του. Ικανός τώρα να στέκεται πλησιέστερα στην Αγία Τράπεζα του Βασιλέως της Δόξης, ο Θεοδώρητος προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να μιμηθή την αγγελική ζωή όλων εκείνων που είχαν ευαρεστήσει τον Θεό και παραστέκονταν τώρα στον ουράνιο θρόνο του Αρνίου, του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου. Λόγω της θέσεώς του, ο Θεοδώρητος είχε τώρα ένα μικρό εισόδημα, παρέμενε όμως αυστηρός νηστευτής και δεν είχε κανένα προσωπικό αντικείμενο στο κελλί του. Αντιθέτως, του ήταν εντελώς ξένο το να αποκτά διάφορα πράγματα και έτσι με αυτό το εισόδημα βρήκε τρόπο να ασκή την ποθητή του ελεημοσύνη. Παρέμενε χωρίς φαγητό για δύο ή τρεις ημέρες και έδινε το μερίδιο του φαγητού του και τον μισθό του σε προσκυνητές, φτωχούς και ζητιάνους.

«Τι την χρειάζομαι αυτήν την σάρκα και το αίμα, που μία μέρα θα γίνουν σκόνη;» συνήθιζε να λέη ο Θεοδώρητος και κατόπιν διπλασίαζε την νηστεία του.

Έδειχνε μία θεομίμητη αγάπη για τους πλησίον του και υπηρετούσε πρόθυμα και τους πιο κατωτέρους του, επωμιζόμενος συχνά τις εργασίες άλλων και υπηρετώντας σαν αγορασμένος δούλος. Έτσι ακολουθούσε στα ίχνη του ίδιου του Σωτήρος, ο οποίος ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι.[4]



Φεύγοντας την δόξα των ανθρώπων

Στις 6 Φεβρουαρίου του 1827 ο Θεοδώρητος χειροτονήθηκε ιερομόναχος και την ίδια περίοδο τοποθετήθηκε οικονόμος της Μονής Μπράτσκυ. Το αξίωμα αυτό εθεωρείτο τιμητικό στο μοναστήρι και ήσαν πολλοί εκείνοι που το επιθυμούσαν. Είχε όμως πολλή μέριμνα και δεν ταίριαζε καθόλου στις βαθύτερες κλίσεις του ιερομονάχου Θεοδωρήτου. Για να αποφύγη τους ανθρώπους και επειδή προτιμούσε να μένη σε πλήρη απομόνωσι, ζήτησε αμέσως να τον απαλλάξουν από την θέσι του οικονόμου και αρνήθηκε κάθε διακόνημα.

Ζήτησε άδεια να ησυχάση στις σπηλιές που είχαν ανοιχθή από τον Άγιο Θεοδόσιο στο χωριό Λέσνικι. Όταν του το αρνήθηκαν, ο Θεοδώρητος αποφάσισε να ακολουθήση έναν ιδιαίτερο δρόμο ασκήσεως αναλαμβάνοντας τον μεγάλο αγώνα της «διά Χριστόν σαλότητος». Έτσι άρχισε να κρύβη την ανδρεία του χαρακτήρος του πίσω από μια προσποιητή εκκεντρικότητα. Προχωρώντας εκ δυνάμεως εις δύναμιν στον δύσκολο δρόμο της πνευματικής του τελειώσεως, εφήρμοζε τα λόγια του Αποστόλου: ει τις δοκεί σοφός είναι εν υμίν εν τω αιώνι τούτω, μωρός γενέσθω, ίνα γένηται σοφός [5].



Μοναχική τελείωσις

Τώρα είχε λιγώτερη βία στον αγώνα της ηθικής του τελειώσεως, επειδή εδοκίμασεν αυτόν ο Κύριος και έγνω την καρδίαν του[6]. Από την παιδική του ηλικία, ο Θεοδώρητος είχε το δώρο της ταπεινώσεως και της πνευματικής καθαρότητος. Είχε δυνατή πίστι στην βοήθεια του Θεού, ο οποίος τον είχε βγάλει από τον αμμώδη και βαλτώδη δρόμο και έστησεν επί πέτραν τους πόδας του και κατεύθυνε τα διαβήματά του. Ο Θεοδώρητος μπορούσε τώρα να λέη αληθινά: Ετοίμη η καρδία μου, ο Θεός, ετοίμη η καρδία μου![8] Ένώ λοιπόν είχε αρχίσει το ανώτατο είδος ασκήσεως που υπάρχει στην μοναχική ζωή, ο Θεοδώρητος έλαβε το μεγάλο μοναχικό σχήμα στις 9 Δεκεμβρίου του 1834 και μετωνομάσθηκε σε Θεόφιλο.

Για τον μοναχό το μεγάλο σχήμα είναι συνήθως μια απεικόνισις του σωματικού θανάτου και μία πάλη προς τα άνω, για να ανυψωθή στην αιωνιότητα. Για τον μακάριο Θεόφιλο, που είχε προετοιμασθή να υπηρέτηση τον Θεό από τις πρώτες κιόλας ημέρες της ζωής του, έγινε ένα ορόσημο για την τέλεια απάρνησι του κόσμου και την πνευματική μεταθέσί του στον ουρανό. Ο θάνατος, η κρίσις και η βασιλεία των ουρανών —να τι απασχολούσε τώρα τις σκέψεις του και όλες τις ώρες της περισυλλογής του.



Ανοδική πορεία


Με χαρά ξεκίνησε ο μακάριος Θεόφιλος να βαδίση την αυτή στενή και τεθλιμμένη οδό, ώστε να μπορέση κάποτε να φθάση στην γαλήνια κατάστασι της ελευθερίας από τα πάθη της σαρκός. Τώρα ήταν ένας πραγματικός στρατιώτης του Χριστού, εφωδιασμένος με όλα τα όπλα του Θεού εναντίον όλων των ανθρωπίνων πειρασμών και αδυναμιών. Ξένος προς κάθε ανθρώπινη ματαιότητα, καταφρονούσε κάθε συμβατικότητα της καθημερινής ζωής. Ο Θεόφιλος δεν δημιουργούσε στενές σχέσεις με κανένα κλείνοντας τελείως τον ναό της ψυχής του προς τον κόσμο, που άλλωστε τον είχε απωθήσει σαν κάτι το ξένο από τότε ακόμη που ήταν βρέφος. Μόνο η προσευχή άνοιγε τα χείλη του και οι ύμνοι προς τον Δημιουργό κινούσαν την γλώσσα του. Με χαμηλωμένο βλέμμα βάδιζε πάντα ήρεμος και βυθισμένος σε σκέψεις στην συνηθισμένη του διαδρομή από το κελλί στην εκκλησία, δίχως να χάση ποτέ έστω και μία ακολουθία. Σταματώντας είτε στην είσοδο, είτε κοντά στις θύρες της εκκλησίας που ήταν συχνά κλειστές, στεκόταν ακίνητος μέχρι το τέλος της ακολουθίας. Κοντά του υπήρχε πάντα ένα καλάθι γεμάτο με διάφορα τρόφιμα, προορισμένα για τους ενδεείς συνανθρώπους του. Κρατούσε πάντα ένα κουβαδάκι ή μία γαβάθα ή κανάτα και ένα μικρό ψαλτήρι.



Χαριτωμένα καμώματα

Έχοντας εντείνει ακόμη περισσότερο το αγώνισμα της σαλότητος, έβαλε ο μακάριος ένα παλιό φέρετρο στο κελλί του, μέσα στο οποίο, αντί να ξαπλώνη την νύχτα, όπως έκαναν πολλοί παλαιοί ασκητές της ευσέβειας, αυτός φύλαγε διάφορα τρόφιμα και φαγητά. Επίσης, την ημέρα της κουράς του σε μεγαλόσχημο, ο Θεόφιλος έρραψε παλιά κουρέλια πάνω στο κουκούλι του και το φορούσε έτσι μέχρι τον θανατό του. Όταν ξήλωσαν τα πανιά αυτά την ήμερα του θανάτου του, το κουκούλι εμφανίσθηκε ολοκαίνουργιο και κατάλληλο για την κηδεία.

Κάθε πρωί ο Στάρετς ξεκινούσε για τον Δνείπερο, από όπου έπαιρνε νερό. Μερικές φορές έμπαινε μέσα σε κάποια βάρκα, απ' αυτές που ήταν αραγμένες εκεί κοντά και κωπηλατούσε μέχρι την απέναντι όχθη του Δνειπέρου, όπου, προχωρώντας μέσα στα βάθη του δάσους, παραδινόταν στην θεωρία του Θεού. Ποτέ δεν έψαχνε για βαρκάρη, αλλά έμπαινε σε όποια βάρκα τύχαινε να βρη και κωπηλατούσε μόνος του.

Οι ιδιοκτήτες γνώριζαν την συνήθεια του Θεοφίλου και δεν ανησυχούσαν ποτέ για τις βάρκες τους. Ποτέ δεν τον εμπόδισαν να κάνη αυτό που ήθελε. Αντίθετα, ένοιωθαν μεγάλη χαρά αν έπαιρνε την δική τους βάρκα.



Στόχος των ευλαβών και των περιέργων

Ως ζηλωτής και φορέας της θείας χάριτος και των χαρισμάτων του Πνεύματος, ο μακάριος Θεόφιλος δεν μπορούσε να διαφύγη την προσοχή και την ευλάβεια των ανθρώπων. Συχνά βάδιζαν από πίσω του σε κύκλο και τον ακολουθούσαν παντού με την ελπίδα να ακούσουν έστω και μία λέξι απ’ το στόμα του. Έτσι υψώνει ο Θεός τους ταπεινούς. Οι υπεύθυνοι όμως της εκκλησιαστικής σχολής δεν έτρεφαν ιδιαίτερη συμπάθεια για τον «βρώμικο και ρακένδυτο μοναχό Θεόφιλο» και έκαναν συνεχώς παράπονα στον Δεσπότη, προβάλλοντας σαν αιτία ότι τα πλήθη των περιέργων που αναζητούσαν τον Θεόφιλο πολιορκούσαν την σχολή έμπαιναν ακόμη και στα κτίρια, διετάρασσαν την ησυχία και διέκοπταν την μελέτη των μαθητών. Εξ αιτίας των παραπόνων αυτών, δέχθηκε ο μακάριος αυστηρές επιπλήξεις και, για να αποφύγη περαιτέρω προβλήματα με την διεύθυνσι, έκρινε αναγκαίο το να κρύβεται στα δάση, ώστε να μην τον βρίσκουν οι θαυμαστές του και να γυρίζη στο κελλί του μόνο μετά την δύσι του ηλίου. Αλλά και πάλι τα πλήθη των ανθρώπων τον εντόπιζαν και τον περίμεναν στην όχθη του Δνει¬πέρου, και από εκεί τον ακολοθούσαν μέχρι το κελλί του.



Θεϊκά χαρίσματα

Σε ανταμοιβή του ζήλου, της επιμελείας και της φλογερής αγάπης του προς τον Εσταυρωμένο, ο Θεός εφώτισε τον Θεόφιλο με το φως της ουρανίου σοφίας. Οτιδήποτε μυστικό και ακατανόητο υπήρχε στην ορατή και αόρατη φύσι ήταν φυσικό, δυνατό και κατανοητό για τον Στάρετς. Ο μακάριος Θεόφιλος προέλεγε με ακρίβεια, όχι μόνο τα φαινόμενα του ορατού κόσμου, αλλά και όλα όσα κρύβονταν στα βάθη της ανθρώπινης καρδιάς. Λέγεται ότι η χάρις του Θεού άρχισε να γίνεται εμφανής στον Θεόφιλο από πολύ ενωρίς, όταν ακόμη ήταν δόκιμος και υπηρετούσε στην εκκλησία.



Ένα αξέχαστο μάθημα υπακοής

Εκείνα τα χρόνια υπήρχε η συνήθεια στις αδελφές της μονής Φλωρόφσκυ να πηγαίνουν κάθε μέρα στον Δνείπερο για νερό. Το νερό του ποταμού ήταν πλούσιο σε σίδηρο και πιο υγιεινό και καθαρό από το νερό των πηγαδιών. Το συντομώτερο μονοπάτι για τον Δνείπερο περνούσε μέσα από την περιοχή της μονής Μπράτσκυ και αυτή την διαδρομή ακολουθούσαν οι αδελφές. Υπήρχε ωστόσο ο κανονισμός, καμμία δόκιμη να μη βγαίνη έξω από τις πύλες του μοναστηριού χωρίς ευλογία από την γερόντισσά της. Όλες λοιπόν όσες ήθελαν να βγουν στο ποτάμι για νερό είχαν υποχρέωσι να ενημερώσουν την πλησιέστερή τους προϊσταμένη. Παρά την ύπαρξι αυτού του περιορισμού συνέβη κάποτε μία νεαρή δόκιμη, επωφελούμενη από την απουσία της γερόντισσας απ’ το κελλί της, να πάη στον Δνείπερο για νερό χωρίς την απαιτούμενη ευλογία. Ήλθε στο ποτάμι και ήταν έτοιμη να βουτήξη τον κουβά της στο νερό, οπότε έχασε την ισορροπία της και το κλειδί του κελλιού της, που κρατούσε στο χέρι, έπεσε μέσα στο νερό. Μες στην σύγχυσί της η ταλαίπωρη ψυχή άρχισε να κλαίη γοερά και να ενώνη απελπισμένη τις παλάμες της. Πώς θα παρουσιαζόταν τώρα στην γερόντισσα; Θά ήταν βέβαια αδύνατο να ανοίξη το κελλί της και γι’ αυτό θα έπρεπε να εξηγήση πώς έχασε το κλειδί. Ξαφνικά από μία μεριά εμφανίστηκε ο Θεόφιλος.

«Γιατί κλαις;», την ρώτησε. Το νεαρό κορίτσι του είπε το πρόβλημά του. «Πολύ ωραία το έπαθες, ανόητη. Τώρα δεν θα ξαναβγής χωρίς ευλογία την επόμενη φορά. Δος μου ωστόσο τον κουβά σου και θα σε βοηθήσω».

Η δόκιμη του έδωσε τον κουβά. Ο μακάριος έσκυψε στο ποτάμι και, αφού έκανε το σημείο του σταυρού πάνω στο δοχείο, το ανέβασε με μια κίνησι γεμάτο.

«Να, παρ' το και γύρνα στο μοναστήρι. Τώρα έχεις και νερό και κλειδί».Η δόκιμη κοίταξε μέσα στον κουβά και είδε στον πάτο το χαμένο της κλειδί. Ξεφωνίζοντας χαρούμενη και γεμάτη ευγνωμοσύνη έτρεξε πίσω από τον Θεόφιλο, αλλά τα ίχνη του είχαν ήδη εξαφανισθή.



Πώς αποκτιέται η προόρασις

Κι έτσι, καταπλήσσοντας όλους με την μεγαλωσύνη του πνεύματος και της ζωής του, ο μακάριος Θεόφιλος αποτελούσε μία ζωντανή μαρτυρία της θαυμαστής δυνάμεως του Θεού που μπορεί να βρίσκεται κρυμμένη μέσα στην ανθρώπινη φύσι. Πόση εξουσία και δύναμις μπορούν να περικλείωνται μέσα στην ψυχή και το σώμα του ανθρώπου, όταν αυτός αγωνισθή να τον διαποτίση εξ ολοκλήρου η ισχύς και η δύναμις της χάριτος του Χριστού!

Ένας απλοϊκός χωρικός, έχοντας περιέργεια να μάθη πώς ο μακάριος μπορούσε να προλέγη το μέλλον και να εισχωρή μέσα στα άδυτα της ανθρώπινης καρδιάς, τον πλησίασε και τον ρώτησε:

«Πάτερ, πώς γίνεται και γνωρίζεις τα πάντα και μπορείς και προλέγεις το μέλλον της ζωής των ανθρώπων;»
«Δεν υπάρχει τίποτε το δύσκολο σ' αυτό», απάντησε ο μακάριος.
«Είναι πράγματι τόσο απλό, πάτερ;» ρώτησε ο χωρικός.
«Πολύ απλό. Θέλεις να μπορής να κάνης και σύ το ίδιο;»
«Πάρα πολύ, πάτερ. Εξήγησέ μου».
«Λοιπόν», συμβούλεψε ο Θεόφιλος, «τράβηξε μία μικρή τρίχα από τα βλέφαρά σου και δέσε την δύο φορές κόμπο. Όταν το κάνεις αυτό, θα γίνης το ίδιο σοφός όσο είμαι κι εγώ».
«Εννοείς ότι το κατόρθωσες μ' αυτόν τον τρόπο;»
«Ακριβώς», αποκρίθηκε ο Στάρετς Θεόφιλος.
Ο απλοϊκός χωρικός προσπάθησε να εφαρμόση την συμβουλή αλλά, όσο κι αν προσπάθησε, δεν μπόρεσε να δέση ούτε έναν κόμπο στην βλεφαρίδα.
«Τόσο δύσκολο ήταν και για μένα να φτάσω στην τωρινή μου κατάστασι», είπε ο μακάριος και απομακρύνθηκε από τον χωρικό.



Καταισχύνοντας την μάταιη σοφία

Πολλοί μαθητές της σχολής, για να πειράξουν τον μακάριο Θεόφιλο, προσπαθούσαν να τον βρουν στο κελλί του και να συζητήσουν μαζί του περί θρησκευτικής μορφώσεως. Τους αποστόμωνε όμως με τις απλές και σοφές απαντήσεις του. Τους έκανε μάλιστα εντύπωσι που ένας τέτοιος κακομοίρης και ατημέλητος μοναχός μπορούσε και ξεσκέπαζε τις σκέψεις τους με τις αιχμηρές εκφράσεις του. Όταν οι πιο αναιδείς επιχειρούσαν να γυρίσουν την συζήτησι σε ειρωνεία, ο μακάριος, θέλοντας να βάλη τέλος στην ανωφελή επίσκεψι, τους διέκοπτε απότομα:

«Φύγετε από μένα! Υπήρξε καιρός που μελετούσα, αλλά τώρα αδυνάτισε το μυαλό μου. Αν συνεχίσω να συζητώ μαζί σας, ίσως, με τα λίγα που γνωρίζω, με παρασύρετε έξω από τον αληθινό δρόμο. Φύγετε, φύγετε! Η Αγία Γραφή λέει: τας δε μωράς και απαιδεύτους ζητήσεις παραιτού, ειδώς ότι γεννώσι μάχας[9].



Ένας αγνός και αληθινός μαθητής του

Δεν μπορούμε να πούμε όμως ότι όλοι περιγελούσαν τον μακάριο. Υπήρχαν και περιπτώσεις που το παράδειγμα του μεγάλου ασκητή εύρισκε μιμητές. Την εποχή που άρχισε τους αγώνες του της διά Χριστόν σαλότητος, υπήρχε κάποιος μαθητής της σχολής, ονόματι Πέτρος Γαβριήλοβιτς Κριζανόφσκυ με τον οποίον, όταν ήταν ακόμη δόκιμος ο Θεόφιλος, είχε συνδεθή με αδελφική φιλία. Οι νεαροί φίλοι ξόδευαν τότε ώρες ολόκληρες σε ψυχωφελείς συζητήσεις σχετικά με το μέλλον της ανθρωπότητος, την ματαιότητα του κόσμου και την κατάστασι της ψυχής μετά τον θάνατο. Ο μακάριος Θεόφιλος διέκρινε αγαθές κλίσεις και μία ευσπλαχνική καρδιά στον φίλο του και προσπαθούσε τώρα με κάθε μέσο να ενισχύση και να αυξήση τα καλά αυτά σπέρματα του λόγου του Θεού μέσα στην ψυχή του.

Σφίξε λοιπόν με σκληρότητα τον εαυτό σου και υπόμενε, έλεγε ο Θεόφιλος στον φίλο του, και τότε ο μισθός σου θα είναι αγαθός. Δέξου όσα το στόμα Του διακηρύττει και βάλε τα λόγια Του στην καρδιά σου[10]. Και αν εκπληρώσης τους όρκους σου θα είναι φωτεινός ο δρόμος σου[11].

Αυτές οι συνεχείς συζητήσεις είχαν ευεργετική επίδρασι στον νεαρό Πέτρο. Εκ φύσεως ευαίσθητος, άρχισε να συλλογίζεται και να παρακολουθή με άγρυπνο ενδιαφέρον τον φίλο του. Δεν μπορούσε να μείνη ούτε λεπτό χωρίς αυτόν. Μία φορά συναντήθηκαν στην όχθη του Δνειπέρου και αφού κάθισαν πλάι-πλάι πάνω στο χορτάρι, άρχισαν να συζητούν.

«Αδελφέ μου, βοήθησέ με να σώσω την ψυχή μου!» είπε για μια στιγμή ο Πέτρος.
«Μπορείς να το κάνης και μόνος σου», απάντησε ο μακάριος, «αρκεί να υπάρχη η ανάλογη θέλησις και ο ζήλος».
«Δείξε μου πώς μπορώ να το κάνω».
«Απαρνήσου τον κόσμο και όλα τα εν κόσμω, κλείσε σε όλους το εσώτερο μέρος της ψυχής σου, σταύρωσε την σάρκα σου μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες και αφού βρης τον εαυτό σου μέσα στην αδιάλειπτη προσευχή, διάλεξε ένα στενό μονοπάτι που να οδηγή στην αιώνια ζωή».

«Ορκίζομαι πως είμαι έτοιμος να κάνω ό,τι με διατάζεις», απάντησε ο Πέτρος, «αλλά εξ αιτίας της απειρίας και της απλοϊκότητός μου θα δυσκολευθώ να πετύχω τον στόχο μου».
«Τότε περπάτησε στα ίχνη μου, μιμήσου τους αγώνες μου, και θα σωθής».



Στα ίχνη του διδασκάλου

Από την στιγμή εκείνη ο νεαρός Πέτρος άρχισε να δείχνη τελείως αλλαγμένος. Έγινε σιωπηλός και στοχαστικός, δεν αστειευόταν πια ούτε γελούσε, και άλλαξε απότομα τον τρόπο της ζωής του. Μέρες ολόκληρες έμενε σκυμμένος πάνω στα βιβλία του, ή μέσα στον ναό του Θεού, ενώ άρχισε να νηστεύη με ζήλο. Οι ανώτεροι της σχολής παρατήρησαν την ξαφνική αλλαγή του Πέτρου και άρχισαν να τον παρακολουθούν. Δοκίμασαν να εφαρμόσουν την μέθοδο των αυστηρών επιπλήξεων, αλλά δεν κατώρθωσαν τίποτε. Καταφρονώντας τους κοσμικούς νόμους και τις συνήθειες, ο Πέτρος φαινόταν σαν να μάχεται με τον κόσμο. Τελικά για να αποφύγη την συνεχή παρακολούθησι των αρμοδίων διάλεξε τον χώρο της μονής Φλωρόφσκυ για τους κρυφούς αγώνες του. Εκεί περνούσε ώρες ολόκληρες μονάχος του, αφού έψαχνε πρώτα να βρη μια άδεια γωνιά για να τρυπώση και να βυθισθή στην προσευχή. Κάποτε του συνέβη να βρεθή κλεισμένος μέσα στο μοναστήρι μετά την ώρα που έκλειναν οι πόρτες. Πήγε λοιπόν να κρυφτή στο κελλάρι του Μοναστηρίου, άναψε ένα κερί και άρχισε να διαβάζη το ιερό Ευαγγέλιο. Κάποιες αδελφές πήγαν εκεί να πάρουν τρόφιμα και αντικρύζοντας ένα τόσο ασυνήθιστο θέαμα φοβήθηκαν και έβαλαν τις φωνές. Ένα μικρό πλήθος από μοναχές κατέφθασε τρέχοντας. Η ηγουμένη Σεραφίμα ήλθε στον τόπο του περιστατικού και η υπόθεσις ξεδιαλύθηκε και πήρε τέλος με το να βγάλουν τον Πέτρο έξω από το Μοναστήρι.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε τον Πέτρο την άλλη μέρα ο θείος του, π. Ανδρέας Στεφανόφσκυ, εφημέριος της μονής Φλορόφσκυ. «Γιατί δεν μένεις στη μονή Μπράτσκυ να μελετήσης; Έτσι που κάνεις ντροπιάζεις το όνομά μου και βλάπτεις τον εαυτό σου».

Ο Πέτρος όμως παρέμενε σιωπηλός και δεν απαντούσε. Μόνο όταν έχανε το θάρρος του και η ψυχή του κυριευόταν από τη λύπη, έτρεχε να συμβουλευθή τον διδάσκαλο του και έπεφτε με αναφιλητά στο στήθος του.

«Βίαζε τον εαυτό σου! βιάζε τον εαυτό σου!», παρηγορούσε ο μακάριος τον αποθαρρυμένο φίλο του. Κακοπάθησον ως καλός στρατιώτης Ιησού Χριστού[12]. Ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη[13]. Μη τρομάζης μπροστά στο μέγεθος του αγώνος σου να τον φέρης εις τέλος.

Είναι δύσκολος, αλλά με αυτόν θα ξεφύγης από την φωτιά της γεένης. Αν πιασθούν από τον κόπο τα χέρια σου, δρόσισε τα μόνο με προσευχή προς τον Θεό και κάνε τα πόδια σου να τρέχουν πάντα πίσω από την προσευχή. Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη πολύν καρπόν φέρει[14]. Έτσι λοιπόν, αν θέλης να φέρης καρπό, πέθανε ως προς την υπόληψι του κόσμου, ώστε να μπορής να έχης μέσα στην καρδιά σου την αίσθησι ότι είσαι ήδη νεκρός».

«Μα πίστεψέ με, μού είναι δύσκολο! Όλες μου οι δυνάμεις με έχουν εγκαταλείψει. Οι συγγενείς μου δεν με καταλαβαίνουν και με τα κλάματά τους βασανίζουν την καρδιά μου και αναστατώνουν τον νου μου».

«Μην τους ακούς! Να συμπεριφέρεσαι σαν ένας νεκρός που δεν αντιδρά σε τίποτα γύρω του. Σε επαινούν; Σιώπα. Σε μαλώνουν; Σιώπα. Σου συμβαίνουν ζημίες; Σιώπα. Έχεις κέρδος; Σιώπα. Είσαι χορτάτος; Σιώπα. Πεινάς; Σιώπα. Και μη φοβηθής πως δεν θα υπάρξη καρπός, όταν όλα νεκρωθούν. Θα υπάρξη! Δεν θα νεκρωθούν όλα. Θα φανή δύναμις —και τι δύναμις!»

Ακούγοντας τις οδηγίες του διδασκάλου του ο Πέτρος αναζωπύρωνε και πάλι τον ζήλο του και διπλασίαζε τους αγώνες του. Έτσι σύντομα ο νεαρός ασκητής αποκλείσθηκε από τα μαθήματα της σχολής. Οι συγγενείς του, μη κατανοώντας το μυστικό της θεοφιλούς ψυχής του, έκλεισαν τον Πέτρο στο ψυχιατρείο του Κυρίλλωφ. Εκεί παρέμεινε σχεδόν οκτώ χρόνια, αλλά ούτε στιγμή δεν εγκατέλειψε τον αγώνα της διά Χριστόν σαλότητος. Έφθασε σε τέτοια πνευματικά μέτρα, που προέβλεψε και τον θάνατό του. Λίγο πριν από την ημέρα του θανάτου του ο Πέτρος έφυγε από το νοσοκομείο ντυμένος μόνο με μια μακριά πουκαμίσα και πήγε στη μονή Φλωρόφσκυ, για να αποχαιρετήση τις αδελφές: «Καλή αντάμωσι, νύμφες του Χριστού. Από αύριο δεν θα ξαναϊδωθούμε». Συνελήφθη όμως γρήγορα από υπαλλήλους του νοσοκομείου που τον είχαν ακολουθήσει και μετεφέρθη πίσω στο Κυρίλλωφ. Την επόμενη μέρα ο Πέτρος πέθανε κι έτσι έμεινε ενα αίνιγμα για όλους όσους τον γνώριζαν καλά.

Την ημέρα του θανάτου του Πέτρου ο Στάρετς Θεόφιλος βρισκόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ και έστειλε μία αδελφή από την μονή Φλωρόφσκυ να απαιτίση φόρο τιμής στον κοιμηθέντα φίλο του. Της έδωσε τις εξής οδηγίες:

«Πήγαινε, ρίξε το βλέμμα σου επάνω του και χαμήλωσε το κεφάλι σου μπροστά σ' εκείνον που ήταν υπομονητικός και δυνατός στην ψυχή. Να πώς σώζονται όσοι πιστεύουν στον Κύριο και Τον αγαπούν! Γιατί είναι αληθινός ο λόγος του Κυρίου που λέει: ει γαρ συναπεθάνομεν, και συζήσομεν· ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν[15].



Στο κτήμα του Ντικόφσκυ

Ο Θεόφιλος άρχισε να κουράζεται από την θορυβώδη ζωή της μονής Μπράτσκυ και σκεφτόταν να βρη κάποιο καταλληλότερο μέρος για τους ησυχαστικούς αγώνες του. Για τον σκοπό αυτό διάλεξε ένα μεγάλο και σκιερό περιβόλι στην περιοχή Γκλουμποσίτσα, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η μονή της Αγίας Σκέπης. Ο ιδιοκτή¬της αυτού του κτήματος Ιωσήφ Νικηφόροβιτς Ντικόφσκυ ευλαβείτο τον Στάρετς και ζητούσε πάντα τις συμβουλές και τις οδηγίες του. Κάτω από την επιρροή του μακαρίου ζούσε κι αυτός μια πραγματικά ασκητική ζωή: Κοιμόταν λίγο, νήστευε, δεν έτρωγε κρέας, προσευχόταν πολύ και αφιέρωνε τον χρόνο του στην ανάγνωσι ψυχωφελών βιβλίων.

Ο Ναζάριος, γιος του Ιωσήφ Ντικόφσκυ, που σήμερα[16] είναι ενενήντα χρονών, διηγείται τα εξής: «Ο Στάρετς Θεόφιλος συνήθιζε να έρχεται στο περιβόλι μας και να πηγαίνη κατευθείαν στα μελίσσια του. Είχε λίγες μόνο κυψέλες, τρεις ή τέσσερεις, αν δεν κάνω λάθος, αλλά τις πρόσεχε με πατρική φροντίδα. Και τι υγιείς που ήτανε! Ούτε ένα μελίσσι δεν χάλασε ποτέ από αρρώστια. Με αγαπούσε πολύ. Μόλις με έβλεπε στον κήπο, μού φώναζε: "Ναζάριε, έλα εδώ!" Πήγαινα κοντά του και ζητούσα την ευλογία του. "Ο Κύριος να σε ευλογή. Ψαρεύεις ακόμη; Πιάσε μερικά ψάρια και για μένα και έλα να κάνουμε οι δυο μας μία ψαρόσουπα". Είχαμε μία λιμνούλα στο κτήμα μας με κάτι τεράστιους κυπρίνους μέσα. Έπιανα μερικούς για τον Στάρετς και τους έβαζε ωμούς στο καλάθι του.«



Μία καλή σύζυγος και γηροκόμος

»Κάθε φορά που ερχόταν, με μάλωνε: "Γιατί δεν παντρεύεσαι, Ναζάριε;" "Είμαι νέος πάτερ". Τότε όμως ήμουν πάνω από εικοσιεπτά. "Κοίταξε να παντρευτής, γιατί δεν θα έχης κανένα να σε βαστάη από το χέρι, όταν θα γεράσης". "Και ποια να παντρευτώ πάτερ; Δεν αγαπώ, αλλά ούτε και γνωρίζω καμμιά κοπέλα". "Την ψωμού, Ναζάριε. Αυτή θα σε ακολουθήση". Εγώ φυσικά έβαζα τα γέλια. "Μα ποια ψωμού; Εγώ ούτε πινακωτή δεν έχω δει στη ζωή μου". Δυστυχώς ο πατέρας μου άκουσε την συζήτησί μας και άρχισε κι εκείνος να με πιέζη να παντρευτώ. Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος παρά να υπακούσω. Και με ποια νομίζετε ότι συνέδεσα την ζωή μου;«

»Με μία ψωμού! Ονομαζόταν Ευφροσύνη Καγκαρλίτσκαγια. Η μητέρα της ήταν μία φτωχή γυναίκα, η οποία έψηνε ψωμί και το πουλούσε στην αγορά. Ποτέ δεν την είχα δει πριν από τον γάμο. Ήταν ακριβώς λίγο πριν από το μυστήριο, που τα ανακάλυψα όλα. Ρώτησα την γυναίκα μου: "Πώς ζούσατε εσύ και η μητέρα σου;" "Ψήναμε ψωμί". "Έτσι ζούσατε;" "Ναι, με τις ευχές του π. Θεοφίλου κάναμε καλές πωλήσεις". "Θέλεις να πης ότι σε γνώριζε;" "Βεβαίως και με γνώριζε. Έστελνε πάντα κάποιον από τη μονή Μπράτσκυ στην χήρα μητέρα μου Ιουστίνα, με τον οποίο της παράγγελνε να του στείλη μερικά ψωμάκια, κι αν δεν υπήρχαν, να του δώση λίγο ωμό ζυμάρι. Ο Θεός ξέρει τι το ήθελε το ζυμάρι! Φαίνεται ότι το μοίραζε μαζί με τις προφητείες του στους επισκέπτες. Αλλά κέρδος που θα κάναμε εκείνη την ημέρα! Η μητέρα στην αγορά θα ξεπουλούσε μέχρι και το τελευταίο ψωμάκι".«

»ΕΙμαι παράλυτος εδώ και δεκατρία χρόνια. Δεν μπορώ ούτε να περπατήσω ούτε να ντυθώ, χωρίς να με βοηθήση κάποιος. Η γυναίκα μου με φροντίζει σαν να είμαι μικρό παιδί. Και μόνο τώρα, μετά από τόσα χρόνια, είναι που ήρθαν στον νου μου τα λόγια του μακαρίου Θεοφίλου του προορατικού: "Παντρέψου, Ναζάριε, γιατί δεν θα έχης κανένα να σε βαστάη από το χέρι, όταν θα γεράσης"».



Το άρμα του παράξενου προφήτη

Ο Στάρετς δεν ταξίδευε με αμάξι, παρά με ένα μικρό άλογο. Τον καιρό εκείνο ζούσε στο Ποντόλ ένας έμπορος ονόματι Ιβάν Κάτκωφ. Τιμούσε και ευλαβείτο πάρα πολύ τον μακάριο και γι’ αυτό του έκανε δώρο ένα μικρό άλογο. Ο Στάρετς δεν είχε πού να περιποιήται το ζώο στο μοναστήρι κι έτσι ο Κάτκωφ το έστελνε κάθε μέρα στον Θεόφιλο ποτισμένο και ταϊσμένο. Ο Στάρετς έδενε το άλογο σ' ένα μικρό κάρρο, καθόταν μέσα και διάβαζε στον δρόμο το ψαλτήρι του, ενώ το άλογο προχωρούσε μόνο του χωρίς καθοδήγησι. Καθώς πήγαινε στον δρόμο, τα αλητόπαιδα προσπαθούσαν να τον πειράξουν. Πολλές φορές ολόκληρος συρφετός έτρεχε από πίσω του φωνάζοντας: «Θεόφιλε, Θεόφιλε, πάρε μας μαζί σου». Κάποιο παιδί μπορεί να έριχνε και καμμιά πέτρα. Ο Στάρετς τότε έριχνε μόνο μια αυστηρή ματιά στον αυθάδη, του κουνούσε ελεγκτικά το δάκτυλο του και χαμήλωνε πάλι τα μάτια του στο ψαλτήρι.



[1] Ψαλμ. πγ' 2
[2] Πρόκειται για τον γαλλορωσικό πόλεμο του 1811, κατά τον οποίο ο Μ. Ναπολέων τον Ιούνιο του 1812 πέρασε με 600.000 στρατό τον ποταμό Νιέμεν, εισέβαλε στη Ρωσία και κατέλαβε την Μόσχα.
[3] Ψαλμ. ριη' 174

[4] Ματθ. κ’ 28
[5] Α’ Κορ. γ’ 18
[6] πρβλ. Ψαλμ. ρλη' 23
[7] πρβλ. Ψαλμ. λθ' 3
[8] Ψαλμ. νϚ’ 8
[9] Β' Τιμοθ. β' 23
[10] Ιώβ κβ' 21-22: Γενού δη σκληρός, εάν υπομείνης· είτ' ο καρπός σου έσται εν αγα9οίς. Έκλαβε δε εκ στόματος αυτού εξηγορίαν και ανάλαβε τα ρήματα αυτού εν καρδία σου
[11] Ιώβ κβ' 28: επί δε οδοίς σου έσται φέγγος
[12] Β'Τιμ. β' 3
[13] Α' Πέτρ. ε'8
[14] Ιωάν. ιβ'24
[15] Β' Τιμοθ.β' 11-12
[16] Σ.Μ.: το 1906 που κυκλοφόρησε η παρούσα βιογραφία

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 7
ΜΑΡΤΙΟΣ ΜΑΪΟΣ 1990

Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Προρρήσεις στην οικογένεια Ντικόφσκυ

Ο Ιωσήφ Ντικόφσκυ δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ο Θεόφιλος το είχε μέ­σα στην καρδιά του. Αγαπούσε ολό­κληρη την οικογένεια. Η μεγαλύτερη κόρη του Ντικόφσκυ παντρεύτηκε με έναν ζωέ­μπορο, τον Ιβάν Γρηγόριεβιτς Ρούντκιν. Ευλαβούμενος τον μακάριο Στάρετς, ο Ρούντκιν δεν ξεκινούσε καμμία υπόθεσι χωρίς την συμβουλή και τις ευλογίες του. Ακόμη και όταν ετοιμαζόταν για το παζά­ρι, πήγαινε πρώτα στο Κιτάγιεφ για τις ευ­λογίες του Στάρετς και μετά ξεκινούσε. Κά­ποτε η Ευγενία ήλθε στον πατέρα Θεόφιλο για κάποιο ζήτημα και ο Στάρετς την ρώ­τησε: «Γιατί, δούλη του Θεού, δεν παντρεύ­εις τα παιδιά σου;» «Δεν βρίσκω γαμπρούς, πάτερ». «Δεν μπορείς να βρης γαμπρούς; Τότε λοιπόν, πρόσεχε, θα είναι άσχημα τα πράγματα για την ψυχή σου, όταν θα έλθη η ώρα να πέρασης τον πύρινο ποταμό».

«Μα θα μου απλώσης το μπαστούνι σου, πάτερ, και θα περάσω», απάντησε αυτή αστειευόμενη.
Ο Στάρετς μπήκε μέσα στο κελλί του και έφερε έξω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί αλειμμένο με μαύρο χαβιάρι.
«Να κάτι για σένα. Μη φοβάσαι, πάρε το. Και μόλις γυρίσης στο σπίτι σου δώσ' το στην κόρη σου. Θα παντρευτή σύντομα ένα ξακουστό πρόσωπο».

Αφού πέρασε λίγος καιρός, η κόρη των Ρούντκιν αρραβωνιάσθηκε και παντρεύθηκε τον καθηγητή Κωνσταντίνο Σκβορτσώφ.
Μία άλλη φορά η σύζυγος του Ρούντκιν ήλθε πάλι στον Στάρετς για κάποιο ζήτημα. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγη, είπε: «Πάτερ, πώς έγινε και ξέχασες εντελώς τον πατέρα μου; Έλα να τον επισκεφθής. Να δης τι ω­ραίο είναι το περιβόλι μας τώρα!»

«Θα έλθω, θα έλθω», απάντησε στοργικά ο Στάρετς.
Και πράγματι, πολύ σύντομα ήρθε στο κτήμα τους, στην Γκλουμποσίτσα. Η συνάντησις του μακαρίου με τον Ντικόφσκυ ή­ταν πολύ συγκινητική. Ο Ιωσήφ Νικηφόροβιτς είχε να δη τον Στάρετς αρκετά χρό­νια και, εκφράζοντας την χαρά του σαν μικρό παιδί, άρχισε να του δείχνη τις διάφορες βελτιώσεις που είχε κάνει στο κτήμα του.

«Ωραία, πολύ ωραία», έλεγε ο όσιος. «Έχει ανθίσει πολύ όμορφα».
Αργότερα, ενώ έκανε περίπατο στο περιβόλι με τον Ντικόφσκυ, σταμάτησαν κάτω από μία μεγάλη βαλανιδιά. Ο Στάρετς ύψωσε το βλέμμα του και είπε με σοβαρότητα: «Προσευχήσου, δούλε του Θεού Ιω­σήφ. Το μέρος που πατάμε είναι ιερό».
«Πώς είναι ιερό;» ρώτησε ο Ντικόφσκυ. «Τις σχόλες η νεολαία της πόλεως έρχεται εδώ και κάνει όργια κι εσύ το λες ιερό;»

«Όχι, όχι!» είπε ο προορατικός Στάρετς με βεβαιότητα. «Αλήθεια σου λέω! Εδώ, στο σημείο που στεκόμαστε τώρα, θα ακτινοβολήση η χάρις του Θεού. Μία εκκλησία θα κτισθή εδώ. Η βαλανιδιά θα κοπή και εδώ θα είναι το μέρος όπου θα γίνη το ιερό της εκκλησίας. Και όλο το κτήμα σου θα γί­νη ένα μεγάλο γυναικείο μοναστήρι, από μία βασιλική κυρία, που θα γίνη και ιδρύτρια και ηγουμένη του».



Η γυναικεία μονή της Αγίας Σκέπης

Η προφητεία του Στάρετς εκπληρώθηκε επακριβώς. Το 1888, η σύζυγος του Μεγά­λου Δούκα Νικολάου Νικολάγιεβιτς, Μεγά­λη Δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, ζούσε στο Λίπκυ, ένα προάστιο του Κιέβου. Εκεί κοντά βρισκόταν κι ένα μικρό μοναστήρι που είχε κτίσει. Άρχισε όμως να ψάχνη στην περιοχή γύρω από το Κίεβο ένα κα­τάλληλο μέρος για να κτίση ένα μεγάλο μο­ναστήρι. Η Θεοδοσία Πονυρκίνα, κόρη του Ντικόφσκυ, άκουσε για τα σχέδια της και πρότεινε στην Μεγάλη Δούκισσα να αγοράση το κτήμα που ανήκει στον Ντικόφσκυ, για τον σκοπό αυτό. Η Αυτής αυτο­κρατορικής Υψηλότης έστειλε την σύζυγο του διακόνου της στον Ντικόφσκυ, παραγγέλοντάς της να εξετάση το κτήμα και να της φέρη ένα σχεδιάγραμμα. Της άρεσε πάρα πολύ το σχεδιάγραμμα. Το κτήμα του Ντικόφσκυ αγοράσθηκε και σύντομα, με τον ζήλο των ευλαβών και με τα μέσα της Μεγάλης Δούκισσας, κτίσθηκε το γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης.

Όταν η Μ. Δούκισσα έγινε πια μοναχή και έμαθε για την προφητεία του Στάρετς Θεοφίλου, έμεινε έκπληκτη. «Θεέ μου! Εί­ναι αλήθεια;» αναφώνησε. «Γιατί δεν μου το είχες πει νωρίτερα;»
«Μου διέφυγε τελείως, Υψηλοτάτη», απάντησε η Πονυρκίνα.
Η Μεγάλη Δούκισσα έστειλε αμέσως μία μοναχή στο ερημητήριο Κιτάγιεφ, με εν­τολή να κάνουν ένα μνημόσυνο στον τάφο του Στάρετς Θεοφίλου. Από τότε και στο εξής τιμούσε με ευλάβεια την μνήμη του μακαρίου, και παρήγγειλε μάλιστα να της φτιάξουν και μία εικόνα του.
Στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο
Την 1η Δεκεμβρίου του 1844, εξαιτίας της ηλικίας του και της εξασθενήσεως των δυνάμεών του, ο ιερομόναχος Θεόφιλος ζήτησε να μετατεθή από τη Μονή Μπράτσκυ στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου και να τοποθετηθή στη Μονή Μπολνίχνυ. Αντί όμως γι' αυτό ο Μητροπολίτης Φιλάρετος τον διώρισε στο ερημητήριο του Γκολοσέ­γιεβο κοντά στο Κίεβο, όπου του παραχω­ρήθηκε το κελλί του αποθανόντος ιεροδια­κόνου Ευσταθίου. Για κάποιον άγνωστο λόγο το φυλλάδιο υπηρεσίας του Στάρετς Θεοφίλου δεν απεστάλη μαζί του κι έτσι μέχρι το θάνατο του δεν συναριθμείτο με τους αδελφούς της Λαύρας Πετσέρσκαγια του Κιέβου.

Ο χειμώνας πέρασε, ήρθε η άνοιξις και το καλοκαίρι. Καθώς οι συζητήσεις για τον ασκητή αυξάνονταν, πλήθη ζηλωτών της ευσέβειας προσελκύοντο στο γοητευτικό περιβάλλον του ερημητηρίου του Γκολοσέγιεβο. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, είπε ο Κύριος[1]. Είναι σχεδόν αδύνατο να κρύψης ένα ευωδιαστό λουλού­δι μέσα στ' αγριόχορτα, γιατί θα ξεχωρίση με το άρωμα και την ευωδία του. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο μακάριος Θεόφιλος δεν μπορούσε να κρυφτή στην απομόνωση του ερημητηρίου του. Το άρωμα της αγιασμέ­νης ζωής του άρχισε να σκορπίζεται μα­κριά και να γίνεται αντιληπτό απ’ όλους όσους αναζητούσαν πνευματική καθοδήγησι και παρηγοριά. Όλοι όσοι επισκέπτον­ταν το Κίεβο για τα διάφορα προσκυνήμα­τα του, πήγαιναν και στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο, με σκοπό να δουν και να μιλήσουν με τον Στάρετς. Εκείνος ο μακά­ριος όμως αύξησε κατά πολύ την σαλότητά του, για ν' αποφύγη την ανθρώπινη δόξα και την συνεχή επαφή με τους ανθρώπους.



Κρίσεις των προϊσταμένων του

Όταν ο Θεόφιλος εισήλθε στην Λαύρα, ο προϊστάμενος της μονής δεν έδωσε και πολλή σημασία στην «ιδιορρυθμία» του. Σύμφωνα με τις αναφορές του προϊσταμέ­νου του ερημητηρίου, Προηγουμένου Γρηγορίου, ο Στάρετς αναφέρεται το 1845 ως «ικανός και προσεκτικός στην υπακοή, τί­μιος, πράος και ταπεινός στην συμπεριφο­ρά του», ενώ το 1846 «λίγο ικανός, χωρίς σεβασμό, εγωκεντρικός και με δικό του θέ­λημα». Το 1847 ο Ιερομόναχος Μωυσής τον περιγράφει ότι είναι «λίγο ικανός, πη­γαίνει στην εκκλησία· ζει ειρηνικά και ήσυ­χα». Αλλά το 1848, όταν ξεσηκώθηκε δια­μάχη για την παράξενη συμπεριφορά του Στάρετς, αναφέρεται ως «εντελώς ανίκα­νος για οτιδήποτε· δεν έχει κανένα διακόνημα, είναι πείσμων και ιδιότροπος· είναι πενήντα εννέα ετών».

Θέλοντας να εξετάση αυτές τις αναφορές για τον Θεόφιλο μαζί με άλλες παρόμοιες από τους προϊσταμένους του Γκολοσέγιεβο, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος έδωσε προφο­ρική εντολή στον προϊστάμενο του ερημη­τηρίου Ιερομόναχο Κάλλιστο «να εξετάση τις ικανότητες του Θεοφίλου». Αποτέλε­σμα ήταν να αποσταλή μία αναφορά, στις 20 Οκτωβρίου 1848, όπου λεγόταν ότι ο ιε­ρομόναχος Θεόφιλος «ετέλεσε τις ακολου­θίες όλης της εβδομάδος και κατά την κρίσι μας δεν είναι ικανός να τελή σωστά και ιεροπρεπώς μία ιερή ακολουθία». Ο Μητρο­πολίτης συμφώνησε και απαγόρευσε στον μακάριο να λαμβάνη μέρος σε ακολουθίες· του επέτρεψε μόνο να κοινωνή τα άχραντα Μυστήρια κάθε Σάββατο με τα ιερατικά του άμφια, «χάριν της ψυχικής σωτηρίας του».



Στο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ

Προφήτης εν τη ιδία πατρίδι τιμήν ουκ έχει[2]. Μετά την απόφασι αυτή ο Θεόφιλος μετετέθη από το ερημητήριο στο λεγόμενο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ. Ο Στάρετς ένιωθε πολύ ευχάριστα εκεί, μόνο που η εκκλησία απείχε πολύ. Παρ' όλα αυτά ο μακάριος Θεόφιλος δεν έχασε ποτέ ούτε μία ακολου­θία και έφθανε πάντα στον ναό του Θεού πριν σημάνουν οι καμπάνες. Ήταν γνω­στός από την παιδική του ηλικία ο ζήλος του για τις ακολουθίες της Εκκλησίας.

Κύριε, ηγάπησα ευπρέπειαν οίκου σου και τόπον σκηνώματος δόξης σου. Μίαν ητησάμην παρά Κυρίου, ταύτην εκζητήσω του κατοικείν με εν οίκω Κυρίου πάσας τας ημέρας της ζωής μου, του θεωρείν με την τερπνότητα Κυρίου και επισκέπτεσθαι τον ναόν τον άγιον αυτού[3].

Καθώς έμπαινε στην εκκλησία, έκανε συνήθως τρεις μετάνοιες στο κέντρο της. Κατόπιν, κάνοντας τον σταυρό του στην μπροστά εικόνα που ήταν πριν από τον άμβωνα[4], στεκόταν για λίγο εκεί ή πήγαινε στην νότια πύλη. Αν οι γυναίκες τον περικύκλωναν εκεί, πήγαινε στην δυτική πύλη κι έκανε το σημείο του Σταύρου στον αέρα, σαν να έδιωχνε κάποιον με την δύναμι του Σταυρού.

«Από που μαζευτήκατε όλοι εσείς, δυνά­μεις του σκότους; Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού[5]», έλε­γε δυνατά ο Στάρετς ενωχλημένος.



Σαλότητες στην εκκλησία

Έπειτα, πριν αρχίση ο εξάψαλμος, πή­γαινε στο αναλόγιο και άρχιζε να διαβάζη τους ψαλμούς. Ο κανονικός αναγνώστης. θεωρώντας τον Θεόφιλο ανεπιθύμητο ανταγωνιστή, προσπαθούσε να τον σταματήση, αλλά δεχόμενος προσβλητική αποδοκι­μασία από τον μακάριο Στάρετς, του έδινε το βιβλίο. Αυτός διάβαζε με πολλή έμπνευσι, αλλά με πολύ άτονη φωνή. Οι ψάλτες δεν έμεναν ευχαριστημένοι με την ανάγνω­σή του και του έκαναν παρατήρησι: «Διά­βαζε δυνατώτερα, πάτερ. Δεν ακούγεται τί­ποτα».

Ο Στάρετς όμως αντίθετα χαμήλωνε περισσότερο την φωνή του και διάβαζε σιγανώτερα. Όταν τελείωνε τον τρίτο ψαλμό, έκλεινε βιαστικά το βιβλίο και πήγαινε στο κέντρο της εκκλησίας, αφήνοντας τον αναγνώστη και τον κόσμο σε μεγάλη αμηχανία.

Μερικές φορές ο μακάριος έμπαινε στην εκκλησία βιαστικά, κατά την ώρα της Μεγάλης Δοξολογίας ή κατά το τέλος της ακο­λουθίας, την ώρα που έψαλλαν το Υπό την σην ευσπλαχνίαν, ή, αν ήταν Λειτουργία, κατά την διάρκεια του Χερουβικού ύμνου και, σπρώχνοντας τον κόσμο, πήγαινε, γο­νάτιζε μπροστά υψώνοντας τα χέρια του και, με το βλέμμα ν' ατενίζη τον ουρανό, προσευχόταν δυνατά. Έπειτα έφευγε γρή­γορα από την εκκλησία, ακολουθούμενος από ένα πλήθος εκκλησιαζομένων, που προσελκύοντο από αυτόν.



Η δύναμις της προσευχής του

Λέγεται ότι η δύναμις της προσευχής του για όσους υπέφεραν από θλίψεις και αρρώστιες ήταν ασυνήθιστη. Με την ενέργεια της θεραπεύθηκαν πολλοί άρρωστοι και ανάπηροι. Μία υπάλληλος, η Μαρία Γκριγκύριεβνα Ν., ήταν δαιμονισμένη και είχε κρίσεις παροξυσμού. Όταν πήγε στον μα­κάριο για να ζητήση βοήθεια, ο Στάρετς διάβασε το Ευαγγέλιο επάνω της και έπειτα την κτύπησε μ' αυτό δυνατά στο κεφάλι. Καθώς έπεφτε πίσω από τον πόνο, αυτός είπε με δυνατή φωνή:

«Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε διατάζω να φύγης!» και αμέ­σως η γυναίκα θεραπεύθηκε.
«Αν θέλης να είσαι καλά», είπε ο Στά­ρετς καθώς την ευλογούσε, «πήγαινε να μείνης κοντά στο ερημητήριο του Κιτάγιεβο και μην επιχείρησης να φύγης από 'κει». Η Μαρία Γκριγκόριεβνα έζησε κοντά στο ερη­μητήριο αυτό μέχρι το θάνατο της και κα­θημερινά εκκλησιαζόταν εκεί.

Ένας από τους ψάλτες του Μητροπολί­τη, ο Νικόλαος Κ., είχε τόσο ισχυρά σαρ­κικά πάθη, ώστε να θεωρήται δαιμονισμέ­νος, επειδή μέρα και νύχτα αυτές οι σκέ­ψεις δεν έφευγαν από τον νου του. Μία ή­μερα την άνοιξι, καθώς βάδιζε στο δάσος, συνάντησε τον Στάρετς Θεόφιλο. Επιθυ­μώντας να αποφύγη κάθε συζήτησι, η οποία ίσως ωδηγούσε στο να ασχοληθούν με την κατάστασί του, προσπάθησε ν' απομακρυνθή.

«Γεια σου, Νικόλαε, περίμενε», του φώ­ναξε ο μακάριος. «Πού πηγαίνεις; Έλα εδώ κοντά μου. Θα ηδονισθούμε με ακόλαστες σκέψεις μαζί».

Ο Κ. αισθάνθηκε θιγμένος κι έκλαψε με πόνο μπροστά στον Στάρετς.
«Ησύχασε, δεν είναι τίποτε. Ο Θεός εί­ναι εύσπλαχνος», τον παρηγόρησε ο Στά­ρετς. «Ας πάμε να προσευχηθούμε σ' Αυ­τόν».

Γονάτισε και άρχισε να προσεύχεται. Σε μισή ώρα σηκώθηκε και με πρόσωπο γεμά­το στοργή είπε στον βασανιζόμενο:
«Λοιπόν, πήγαινε. Δεν θα σε αναστατώ­νουν πια ακόλαστες σκέψεις».

Αμέσως μετά από αυτό ο νέος θεραπεύ­θηκε από το πρόβλημα του και το σώμα του δεν πυρωνόταν πλέον από τα σαρκικά πάθη.



Στο ερημητήριο του Κιτάγιεβο

Ο μακάριος Θεόφιλος έζησε πάνω από μισό χρόνο στο κτήμα Νοβοπασιέτσνυ. Αλ­λά στις 29 Απριλίου του 1849, με προφο­ρική εντολή του Μητροπολίτη Φιλάρετου, μεταφέρθηκε στο ερημητήριο του Κιτάγιε­βο, κοντά στο Κίεβο.

Εδώ ο Στάρετς Θεόφιλος αύξησε τον α­γώνα της διά Χριστόν Σαλότητος. Αν και βρήκε ένα νέο σταυρό να σηκώση, με τη μορφή των διαφόρων κατηγοριών και διώ­ξεων από τους ανωτέρους, βρήκε επίσης και την παρηγοριά της μοναξιάς. Το ερη­μητήριο περικυκλωνόταν από ψηλούς λό­φους, κατάφυτους από πυκνά δάση. Ο Στάρετς συνήθιζε να προχωρή βαθιά μέσα στο δάσος κι εκεί, ατενίζοντας μέσα στη μοναξιά τον Θεό, άφηνε να ξεχυθή η ψυχή του σε προσευχές προς Εκείνον, που οι οφθαλμοί Του είναι μυριοπλασίως ηλίου φωτεινότεροι επιβλέποντες πάσας οδούς ανθρώπων και κατανοούντες εις απόκρυφα μέρη[6].

Συχνά πήγαινε και γονάτιζε πάνω σε κά­ποιο κομμένο δένδρο και έμενε εκεί για ο­λόκληρες μέρες, θρηνώντας ακατάπαυστα για τη διαφθορά της εποχής και προσευχόμενος για την συγχώρηση του αμαρτωλού κόσμου, που τυφλωμένος δεν ξέρει τι κάνει.



Ατημελησία και σαλότητες

Ο Θεόφιλος ήταν συνεχώς και αποκλειστικά απασχολημένος με τη μελέτη του Θε­ού και με την προσευχή και δεν έδινε την παραμικρή προσοχή στην εμφάνιση του. Τον απασχολούσε η ωραιότητα της ψυχής και όχι η καθαριότητα του σώματος. Τα ρούχα του ήταν τριμμένα, με πολλά μπα­λώματα και με λεκέδες από ζύμη και από λάδι. Ακόμη και όταν πήγαινε στην εκκλη­σία ο μακάριος, φορούσε τον μανδύα του επάνω από την πουκαμίσα του και με το κουκούλι του ατημέλητα ριγμένο, βάδιζε στον δρόμο με το στέρνο του γυμνό. Στα πόδια του φορούσε σχισμένες παντόφλες, ή μία ξεχαρβαλωμένη ψηλή μπότα στο ένα πόδι και στο άλλο μία πάνινη μπότα ή ένα ψάθινο παπούτσι. Το κεφάλι του μερικές φορές ήταν τυλιγμένο με μια παλιά, βρώμι­κη πετσέτα.
Μερικοί που συνήθιζαν να κοροϊδεύουν, παρατηρούσαν το κουρελόπανο στο κεφά­λι του Στάρετς και τον ρωτούσαν γελών­τας:
«Πάτερ Θεόφιλε, τι σε πονάει σήμερα;»
«Γιατρός είσαι;» απαντούσε απότομα ο μακάριος κι έφευγε από κοντά τους.

Αντίθετα μία άλλη φορά, θέλησε να εμφανιστή υπερβολικά υγιής και με τον τρό­πο αυτό να εκθέση τους παχύσαρκους και λαίμαργους. Έβαλε ένα μαξιλάρι πάνω στο στομάχι του και περπατούσε στην αυ­λή. Κατόπιν προχώρησε έξω από την πύλη του μοναστηριού προς το δάσος, όπου συ­νάντησε μερικούς δοκίμους που αργολογούσαν επιπόλαια και κουνώντας το κεφά­λι του ελεγκτικά, τους είπε:
«Γιατί κατακρίθηκαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι;»
Αλλά οι ευδιάθετοι νέοι είχαν παρατηρή­σει το μεγάλο ψεύτικο στομάχι του Θεόφι­λου και απάντησαν μ' ένα ξέσπασμα από ασυγκράτητα γέλια.


Όμως ακόμη και αυτή η ατημελησία, την οποία έβλεπαν συνεχώς και κατέκριναν όλοι, είχε ιδιαίτερη σημασία για τον Θεόφι­λο. Ήταν παρατηρημένο ότι, όσο πιο ακα­τάστατα ντυνόταν, τόσο περισσότερο αγω­νιζόταν το πνεύμα του και τόσο εντονώτερες και φλογερότερες γίνονταν οι προσευ­χές του και το πρόσωπο του γινόταν πιο σκεπτικό.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 8
ΙΟΥΛΙΟΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1990


[1] Ματθ. ε’ 14
[2] Ιωάν. δ' 44
[3] Ψαλμ. κε' 8 και κς' 4
[4] Στις ρωσικές εκκλησίες ο «άμβων» είναι ένα μικρό βάθρο στο κέντρο της εκκλησίας. Η εικόνα που αναφέρεται εδώ βρίσκεται συνήθως σε κάποιο αναλόγιο μεταξύ «άμβωνος» και εισόδου και είναι αντίστοιχη με τις δικές μας εικόνες του νάρθηκος.
[5] Ψαλμ. ξς' 2
6. Σοφ. Σειραα'χ κγ' 19

Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου[/quote]
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
gkou
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2629
Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από gkou »

Να 'σαι καλά, που μας ανεβάζεις τόσο πνευματικά κείμενα! Ό,τι πρέπει για αυτή την περίοδο του αγώνα μας!
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Μυστικοί αγώνες

Ο μακάριος προσευχόταν πάντοτε κρυφά. Πριν αρχίση τον κανόνα του στο κελλί, φορούσε τον μανδύα του, και όταν διάβαζε το Ευαγγέλιο και τους Χαιρετισμούς άναβε τρία κανδήλια σαν τά­μα στην μνήμη των τριών διασώσεών του από το νερό. Φορούσε μία μεταλλική ζώνη με την εικόνα των θεοφανείων προσαρμο­σμένη μόνιμα πάνω της. Για να μη μένη ού­τε στιγμή αργός, ο μακάριος έγνεθε μαλλί, έπλεκε κάλτσες και ύφαινε καναβάτσο, το οποίο έδινε συνήθως στους αγιογράφους για την εργασία τους. Κατά την διάρκεια της εργασίας του απήγγελλε το Ψαλτήρι, το οποίο ήξερε απ’ έξω, καθώς και άλλες προ­σευχές. Καθημερινά έκανε αμέτρητες μετά­νοιες μπροστά στις εικόνες κι έδινε στο ε­ξαντλημένο σώμα του πολύ λίγη ανάπαυσι. Για το σκοπό αυτό είτε έγερνε την πλάτη του και ακουμπούσε στον τοίχο ή ξάπλωνε στην βάσι της σόμπας του, όπου είχε τοπο­θετήσει ένα κούτσουρο ή καθόταν στο μέσο του κελλιού του σ' ένα μικρό, υπερβολικά στενό πάγκο, ώστε αν τον πάρη ο ύπνος, να πέση κάτω και να ξυπνήση, και. να επιστρέψη έτσι γρήγορα στις προσευχές του. Ωστόσο ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, ο Ιερομόναχος Ιώβ, αποστρεφόταν τον μακάριο για την σαλότητά του και διαρκώς παρατηρούσε τη ζωή και τη συμπεριφορά του. Δεν τον έβλεπε ποτέ να προσεύχεται ή να κάνη κάποια ψυχοσωτήρια άσκησι. Οποτεδήποτε τύχαινε να τον επισκεφθή στο κελλί του, ο προορατικός Στάρετς γνώριζε πάντα ότι ερχόταν. Αφαιρούσε λοιπόν τα εξωτερικά του ενδύματα, έπεφτε στον πά­γκο του και έκανε τον κοιμισμένο. Με τον τρόπο αυτό εφάρμοζε τον λόγο του Κυρίου, ο οποίος είπε: Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω Πατρί σου τω εν τω κρύπτω, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω φανερώ[1].

Με αυτούς τους κρυπτούς κόπους και τις προσευχές έκτιζε ένα αιώνιο κατάλυμα στον ουρανό και αποταμίευε αγαθά που μέ­νουν στην αιωνιότητα.



Η μετακόμισις

Το κελλί του μακαρίου Στάρετς ήταν πάντοτε ακατάστατο, γεμάτο σωρούς από άχρηστα πράγματα. Όταν τον ρώτησαν γιατί αφήνει το κελλί του σ' αυτήν την κατάστασι, απάντησε:

«Έτσι ώστε όλα όσα με περιβάλλουν να μου θυμίζουν διαρκώς την ακαταστασία της ψυχής μου».
Μερικοί γέροντες από την Λαύρα, που είχαν επισκεφθή το κελλί αυτού του ανθρώπου του Θεού, ανέφεραν ότι ήταν γεμάτο από σειρές βάζα και δοχεία που περιείχαν φαγητά για τους επισκέπτες —τραχανά, τσάι. λάδι, αλεύρι, ζάχαρι, ψωμί, κουλου­ράκια, μέλι, χαβιάρι, φρούτα, ψάρια, σταφύλια, γλυκά και άλλα παρόμοια. Ευνόητο ήταν, αυτή η συλλογή των τροφίμων να προκαλέση κάποια ζήλεια στο μοναστήρι, κυρίως μεταξύ των νεωτέρων αδελφών. Οι νέοι αυτοί ήθελαν να τα πάρουν για τον εαυτό τους και κατέστρωσαν γι' αυτό το σκοπό ένα αρκετά μελετημένο σχέδιο. Έχοντας προσέξει ότι ο προϊστάμενος του ερημητηρίου αποστρεφόταν τον Θεόφιλο, έπεισαν τον αγαπημένο του εκκλησιαστικό, τον Πολύκαρπο, να παρακάλεση τον Ιώβ να μεταφέρη για χάρι του τον Στάρετς σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος ήταν πολύ πρόθυμος να το κάνη αυτό, μια και μισούσε τον μακάριο όσο και ο προϊστάμενος. Απ' ότι φαίνεται, ο Θεόφιλος είχε την συνήθεια να μαζεύη ολόκληρο πλήθος από σκουλή­κια, σκαθάρια, κατσαρίδες και ζωύφια μέ­σα σ' ένα ύφασμα και κατόπιν να τα αφήνη στην εκκλησία, όπου όλα αυτά πήγαιναν σε κάθε γωνιά. Ο Πολύκαρπος τότε έπρεπε —αλλοίμονο— να ψάξη και να εξόντωση αυτή την στρατιά. Στο ξέσπασμα της οργής του ωρμούσε με βρισιές επάνω στον μακά­ριο και συχνά τον κτυπούσε, αλλά ο Στά­ρετς στεκόταν ακίνητος μπροστά του, σταύρωνε τα χέρια και παρέμενε αμίλητος.

Η βουλή των πονηρών άνομα βουλεύσεται καταφθείραι ταπεινούς εν λόγοις αδίκοις και διασκεδάσαι λόγους ταπεινών εν κρίσει[2], είπε ο προφήτης Ησαΐας. Αυτή ήταν η αιτία του μίσους του Πολυκάρπου
προς τον Θεόφιλο. Συκοφαντώντας τον μακάριο στον γέροντα, έλαβε την εντολή από αυτόν να μεταφέρη τον «ένοχο» σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος έτρεξε τότε αμέσως στον Στάρετς με ένα χαιρέκακο μειδίαμα:

-Πάτερ Θεόφιλε! Ο γέροντας έδωσε την εντολή να μεταφερθήτε σε ένα άλλο κελλί».
Τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου[3], απάντησε ταπεινά ο Στάρετς. Και παίρνοντας τον μανδύα του, μία εικό­να και το Ψαλτήρι, πήγε γρήγορα στο κελλί που του υπέδειξαν. Αυτό ακριβώς περίμεναν και οι δόκιμοι. Με την πρόφασι ότι με­ταφέρουν τα πράγματα του μακαρίου (ο οποίος δεν είχε τίποτε στο κελλί του παρά μόνο ένα αναλόγιο, έναν πάγκο κι ένα χον­τροκομμένο τραπέζι), πήραν τα τρόφιμα. Αλλά ο Στάρετς Θεόφιλος δεν ενωχλήθηκε καθόλου για την απώλεια των νόστιμων φαγητών και μέσα από την καλωσύνη της αγγελικής καρδιάς του, αναφωνούσε: Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε![4]



Μαθητές και συγκάτοικοι

Με σκοπό να αποφύγη παρόμοια περιστατικά και για να βοηθήση να ξερριζωθή η κακία που είχε εκδηλωθή σε ωρισμένους ανθρώπους, ο μακάριος άρχισε να δέχεται υποτακτικούς για συγκατοίκους στο κελλί του. Αυτοί δεν προερχόταν από τους αδελφούς, αλλά τους διάλεγε κατ' ευθείαν από λαϊκούς. Ο Στάρετς δεν πρόσεχε την συμπεριφορά εκείνου που επέλεγε, αν ήταν δηλ. εμπαθής ή όχι, φτάνει μόνο να διέθετε προθυμία, ειλικρίνεια και ελπίδα για διόρθωσι.



Το απολωλός πρόβατο

Κάποτε ήλθε στο ερημητήριο του Κιτάγεφ ένας κουρελής πλανόβιος ονόματι Ιβάν. Ήταν ένας λιποτάκτης του στρατού, που είχε διαπράξει μια ολόκληρη σειρά από εγκλήματα από τον καιρό που λιποτάκτησε, μερικά χρόνια πριν. Ο Στάρετς τον συνάν­τησε στο μαγειρείο του μοναστηριού και αποκαλύπτοντας τις κρυφές αμαρτίες του έφερε την καρδιά του σε μετάνοια. Βλέπον­τας μπροστά του αυτόν τον ασυνήθιστο μο­ναχό, ο Ιβάν εντυπωσιάστηκε και δεν ξε­κολλούσε πια από δίπλα του. Άρχισε να μετανοή με δάκρυα για τα εγκλήματά του.

«Ναι έχω μεγάλη ανάγκη να μετανοήσω. Διέπραξα πολλά κακά πάνω στη γη», κατέληξε ο Ιβάν και αναστέναξε βαριά.

Ο Στάρετς Θεόφιλος τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, κούνησε το κεφάλι του με συμπόνοια και αναστέναξε βαθιά. «Γνω­ρίζεις την παραβολή των ταλάντων;» τον ρώτησε.

«Δεν ξέρω τίποτα, πατερούλη. Ανόητος γεννήθηκα και ανόητος θα πεθάνω». απάντησε εκείνος με συντριβή.
Ο Στάρετς του είπε για την παραβολή των ταλάντων και, αφού του εξήγησε το περιεχόμενο, συνέχισε: «Λοιπόν η ζωή μας είναι καιρός εργασίας. Πρέπει κανείς να βιαστή να την εκμεταλλευθή, για να κερδίση ό­σα μπόρεση. Αν έφερνες να πουλήσης σημυδοπάπουτσα[5] στο παζάρι και, αντί να καθόσουν με σταυρωμένα χέρια, προσπαθούσες να προσέλκυσης αγοραστές, τότε, αφού τα πουλούσες όλα, θα μπορούσες να ψωνίσης ό,τι χρειάζεσαι για τον εαυτό σου».

«Μα, καλέ μου πατερούλη, πότε και από πού να πάρω αυτά τα τάλαντα; Είμαι αγράμματος, ανόητος, απλοϊκός. Δεν έχω κανένα χάρισμα».
«Αυτό δεν είναι αλήθεια! Ο Κύριος κάτι έχει δώσει στον καθένα που γεννήθηκε. Με άλλα λόγια, κάθε άνθρωπος κάτι έχει με το οποίο μπορεί να εργασθή και να κερδίση».
«Μα πού ‘ντα τότε; Πού είναι;»
«Λοιπόν, δεν έχεις παρά να ερευνήσης προσεκτικά τον εαυτό σου και θα ανακάλυψης τι τάλαντο έχεις και πώς μπορείς να το χρησιμοποίησης επικερδώς. Την φοβερή ε­κείνη μέρα της Κρίσεως θα μας ζητηθή λόγος για όλα: Είχες χέρια; Τι κέρδισες μ' αυτά; Είχες κεφάλι και γλώσσα; Τι κέρδισες μ' αυτά; Η αμοιβή δεν θα δοθή για το γεγο­νός ότι κέρδισες, αλλά για το τι κέρδισες».

Για μία ολόκληρη μέρα μετά την συζήτησι αυτή ο Ιβάν καθόταν παράμερα και παρατηρούσε τον Στάρετς εντυπωσιασμένος από την απλότητα του, την ταπείνωσι και την σοφία του. Τελικά, καθώς πλησίαζε το βράδυ, άναψε μέσα του η επιθυμία να ζήση κάτω από την πνευματική καθοδήγησι του μακαρίου. Πλησίασε τον Θεόφιλο και με κλάματα έπεσε στα πόδια του.

«Πατερούλη! Πάρε με κοντά σου! Μην αφήσης να χαθή η ψυχή μου μέσα στις αμαρτίες και την κακία!».
«Πολύ καλά, πολύ καλά!», απάντησε ο Στάρετς. «Τον ερχόμενον προς με ου μη εκβάλω έξω[6]. Βλέπω ότι η καρδιά σου επιθυμεί αληθινά να δουλεύση τον Κύριο. Έλα να ζήσης μαζί μου και να σωθής, αλλ' έχε υπ' όψιν σου ότι δεν έχω τίποτα δικό μου και πρέπει να ετοιμαστής να αντιμετωπίσης κρύο, δίψα, θλίψι και στέρησι. Και μη παραπονεθής γι' αυτή την ζωή, όταν αρχίσης να την υπομένης».
«Αληθινέ μου πατέρα! Ακόμη κι αν χρειαζόταν να δώσω και την ζωή μου για σένα χάριν του Κυρίου, είμαι έτοιμος να το κά­νω».

Από τότε ο Ιβάν άρχισε να υπηρετή τον μακάριο κι έγινε ο πρώτος του υποτακτι­κός. Ο Στάρετς Θεόφιλος ήταν αυστηρός και παρακολουθούσε με άγρυπνο μάτι την πνευματική του πρόοδο, καταστέλλοντας κάθε εμπαθή κίνησι που εμφανιζόταν.



Ο μισθός της λαθροφαγίας

Κάποτε έφεραν στον μακάριο ένα μεγά­λο κομμάτι καπνιστό φιλέτο μουρούνας. Το δώρο έβαλε σε πειρασμό τον Ιβάν, ο ο­ποίος το κράτησε για τον εαυτό του και το έφαγε. Ξαφνικά όμως ένιωσε ένα τρομερό πόνο στο στομάχι του και άρχισε να φωνάζη ζητώντας βοήθεια.

«Υπόφερε, υπόφερε, αδελφέ μου! Είναι το ψάρι, που χωνεύεται τώρα μέσα στο στομάχι σου», του είπε ο Στάρετς περιπαι­κτικά. Και κατόπιν πρόσθεσε: «Γιατί άκου­σες τον εχθρό: Γιατί παρασύρθηκες και έφαγες τροφή που ήξερες πως δεν ήταν για σένα;» Βλέποντας όμως την ειλικρινή μετά­νοια του φταίχτη, τον λυπήθηκε. Ο Στά­ρετς προσευχήθηκε λίγο και ο πόνος εξα­φανίσθηκε αμέσως.

Έτσι παιδαγωγούσε τον υποτακτικό του με διάφορες εργασίες και παράλογες εντο­λές, που, αν και παράξενες, έκρυβαν μέσα τους μεγάλη ωφέλεια για την προαγωγή της πνευματικής του καθαρότητος. Συγκερνώντας τον λόγο του με πνευματικές οδηγίες κατανοητές σ' εκείνον, ο Στάρετς κατώρθωσε πολύ γρήγορα να καθαρίση την καρδιά του Ιβάν από κάθε κακό, απ’ όλα τα πάθη και τους πειρασμούς του.



Η παράξενη καταιγίδα

Ο ευγνώμων υποτακτικός αναγνώριζε την μηδαμινότητά του μπροστά στον Στά­ρετς. Βλέποντας την αναλλοίωτη πατρική του αγάπη και φροντίδα, ο Ιβάν την ανταπέδιδε στον μακάριο με την πιο τρυφερή αφοσίωσι και παιδική υπακοή.

«Ιβάν!» του είπε ο Στάρετς μία μέρα. «Πάρε ένα καλάθι και πάμε να μαζέψουμε μανιτάρια».
Πήραν ό,τι χρειαζόταν και πήγαν σ' ένα πολύ πυκνό μέρος του δάσους. Ο αέρας ή­ταν πολύ ζεστός. Ο Στάρετς μάζευε μανιτά­ρια, αλλά κάθε λίγο αναστέναζε: «Ωχ, τι καταιγίδα έρχεται! Τι καταιγίδα!»

Ο Ιβάν κοίταζε επάνω. Ο ουρανός ήταν γαλανός, καθαρός και διάφανος. «Δεν έρχε­ται καταιγίδα, πατερούλη. Ούτε ένα σύννε­φο δεν φαίνεται».
«Ωχ, καταφθάνει μία πολύ σύντομα. Μας έχει ήδη πλησιάσει. Να την!»
Εκείνη ακριβώς την στιγμή τρεις γεροδεμένοι νεαροί με ρόπαλα πετάχθηκαν από τους θάμνους και ώρμησαν αγριεμένα προς τον Στάρετς. «Αχά, πιάσαμε καλόγερο! Δος μας χρήματα!»

Ο Στάρετς έκανε τον σταυρό του, κατό­πιν έψαξε ήρεμα μέσα στο καλάθι του κι έ­βγαλε το μεγαλύτερο μανιτάρι λέγοντας:
«Φάτε όσο επιθυμείτε».

«Τι;» φώναξαν οι ληστές. «Μας κοροϊδεύεις κι από πάνω;» Κι άρχισαν να τον κτυπούν σ' όλο του το σώμα.
«Φύγε Ιβάν!» ψιθύρισε ο καταματωμένος Στάρετς.
«Όχι», απάντησε ο πιστός υποτακτικός. «Όπου ο κύριος, εκεί και ο υπηρέτης του[7]». Βλέποντας τα αίματα στον Στάρετς, ώρμησε μανιασμένα πάνω στους ληστές. Αλλά αυτοί ήταν δυο φορές δυνατώτεροί του και, αφού τον έδεσαν, τον έδειραν κι αυτόν αλύπητα. Αφού διασκέδασαν αρκετά με τα ανυπεράσπιστα θύματά τους, οι λη­στές εξαφανίσθηκαν. Τότε κατάλαβε ο Ιβάν τι καταιγίδα ήταν αυτή που τους πλησίαζε.



Μια «αρκούδα» για την Λαύρα

Ο δεύτερος υποτακτικός του Στάρετς ήταν ένας απόστρατος στρατιωτικός ονό­ματι Κορνήλιος. Ήταν εξαιρετικά ισχυρο­γνώμων και πεισματάρης και επιπλέον είχε πολύ ωμή γλώσσα. Οι επισκέπτες του μα­καρίου δέχονταν διάφορες προσβολές από τον Κορνήλιο και συχνά έκαναν παράπονα στον Θεόφιλο για την τραχύτητα του υπο­τακτικού του.

«Δεν ξέρεις να συμπεριφέρεσαι σαν ερημίτης», είπε ο Στάρετς στον Κορνήλιο με αυστηρότητα, «θα σε στείλω στην Λαύρα. Εκεί θα σε στρώσουν καλά, αρκούδα». Κι έστειλε τον Κορνήλιο στον ξενώνα της Λαύρας.

Αποτέλεσμα ήταν, όταν ο Προηγούμενος Αγαπητός διωρίστηκε προϊστάμενος του ξενώνος της Λαύρας, να πάρη τον Κορνή­λιο για υποτακτικό του. Ο Αγαπητός ήταν ένας μεγάλος στάρετς και το όνομα του το θυμόταν για καιρό όλοι όσοι ωφελήθηκαν από την ελεημοσύνη του. Συνήθιζε να αγοράζη ολόκληρα τόπια πανιά, σκουτιά και άλλα υφάσματα και να τα ράβη ρούχα για άνδρες και γυναίκες. Όλα αυτά τα έδινε σε φτωχούς προσκυνητές. Εκτός από την συ­νεχή διανομή χρημάτων, ρουχισμού και ψωμιού ο πατήρ Αγαπητός πρόσφερε ακό­μη μηνιαία επιδόματα σε ένα μεγάλο αριθ­μό αληθινά φτωχών και χρεωμένων οικογε­νειών της πόλεως. Δεχόταν μοναχικά άτο­μα στο πτωχοκομείο της Λαύρας, παρέχον­τάς τους τροφή, ρουχισμό και ιατρική περίθαλψι και νουθετώντάς τα για την σωτηρία της ψυχής τους.

Αυτός ήταν ο γέροντας στον οποίο κοντά ο Κορνήλιος βρήκε τελικά τον εαυτό του. Βέβαια για τον πατέρα Αγαπητό δεν στά­θηκε καθόλου εύκολο να τα ταιριάση με τον Κορνήλιο. Ωστόσο τελικά τον έκειρε μοναχό και τον ωνόμασε Νέστορα, και ό­ταν πέθανε τον κήδεψε και τον θυμόταν με αγάπη. Αλλά είναι ανάγκη να αποτίσουμε ένα μικρό φόρο τιμής και στον Κορνήλιο. Ήταν αναντικατάστατος για τις κρυφές α­γαθοεργίες του πατρός Αγαπητού και γε­νικά του ήταν αφωσιωμένος με όλη του την ψυχή. Ο πατήρ Αγαπητός δεν περιώριζε τις αγαθοεργίες του μέσα στα όρια της Λαύρας. Του άρεσε να επισκέπτεται την φυλακή της πόλεως, διάφορα άσυλα για ά­τομα εσχάτης ένδειας και γενικά αληθινά φτωχούς ανθρώπους. Σ’ αυτές τις περιοδεί­ες τον συνώδευε ο Κορνήλιος. Φόρτωναν τον αμαξά τους με δέματα από ρούχα και παίρνοντας καλάθια με άσπρο ψωμί και χρήματα ξεκινούσαν για την πόλι, σαν να πήγαιναν να ψωνίσουν στα μαγαζιά. Στην πραγματικότητα όμως διενεργούσαν πνευματική «εμπορία» με επισκέψεις στους εν­δεείς. Άλλους έντυναν και σε άλλους έδι­ναν χρήματα και ψωμί. Κατόπιν γέμιζαν τα καλάθια τους με μερικά ψώνια για τα μά­τια του κόσμου και επέστρεφαν χαρούμε­νοι και ικανοποιημένοι. Μετά την μετακίνησί του στην Λαύρα ο Κορνήλιος, από α­παίδευτη «αρκούδα», μεταμορφώθηκε πρά­γματι σ’ έναν άξιο μαθητή του μεγάλου στάρετς και διδασκάλου του.

Αυτό ο μακάριος Θεόφιλος το είχε προείπει από πολύ καιρό πριν. Όταν ο πατήρ Αγαπητός (κατά κόσμον Τιμόθεος Μιλοβάνωφ) είχε επισκεφθή τον Στάρετς για πρώ­τη φορά στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ, ε­κείνος του είπε: "Όταν θα γίνης προϊστά­μενος στον ξενώνα της Λαύρας, αυτό το στραβόξυλο ο Κορνήλιος θα σε διακονήση. Μαλώνει με όλους και τους κατσαδιάζει, αλλά μαζί σου θα τα πάη καλά».



Ο υπάκουος, μα και αδέξιος

Τρίτος υποτακτικός του μακαρίου Θεο­φίλου υπήρξε κάποιος Παντελεήμων. Μετά τον θάνατο του Στάρετς έζησε στον ξενώνα της Λαύρας μέχρι τα γηρατειά του. Διηγή­θηκε σε πολλούς πατέρες για τα διάφορα θαύματα του μακαρίου και για το προορατικό του χάρισμα, του οποίου πολλές φο­ρές είχε γίνει μάρτυς.
Κάποτε με εντολή του Στάρετς ο Παντελεήμων μετέφερε βραδυνό φαγητό από την τράπεζα. Γλίστρησε όμως και το έρριξε κοντά στο κατώφλι. Σαστισμένος ο υποτακτικός και για να αποφύγη την τιμωρία, άρχισε να μαζεύη το φαγητό από κάτω, ελπίζοντας να ξαναγεμίση μ' αυτό τα πιάτα. Αλλά ο Στάρετς ήλθε κοντά του και του είπε:

«Δεν ξέρεις να κάνης σωστά ούτε μια υπακοή, Παντελεήμων. Δεν πρόκειται να γί­νης μοναχός, μέχρι την ώρα που θα πεθάνης». Κι έτσι έγινε. Ο Παντελεήμων, ο οποίος έζησε μέχρι τα βαθειά γεράματα, πα­ρέμεινε απλός δόκιμος μέχρι λίγο πριν από τον θάνατό του, οπότε εκάρη ρασοφόρος μοναχός και ωνομάσθηκε Θεοδόσιος.



Ένα κατόρθωμα υπακοής

Ωστόσο ο Παντελεήμων ήταν απόλυτα υπάκουος στον γέροντα του. Ο μακάριος Θεόφιλος πήρε ευλογία να ταξιδεύση στο Βορονέζ για την εικοστή επέτειο της ανακομιδής των λειψάνων του άγιου Μητροφάνους, επισκόπου του Βορονέζ. Ο υποτα­κτικός του Παντελεήμων πήγε μαζί του στο μακρυνό ταξίδι. Αφού έφθασαν στο Βορονέζ, πέρασαν τις μέρες τους στην εκκλησία και τις νύχτες στην αυλή κοντά στο καμπα­ναριό. Όταν τελείωσαν το ευλαβικό τους προσκύνημα στον Άγιο, ξεκίνησαν για το ταξίδι της επιστροφής. Αφού βάδισαν για πολύ, τελικά έφθασαν κοντά στο Κίεβο.

«Καλά θα ήταν να κάναμε μία τελευταία στάσι», είπε ο μακάριος Θεόφιλος και κάθησε κάτω στο χώμα, για να ξεκουρασθή λίγο στον καθαρό αέρα. Αφού έφαγε λίγο άπλωσε το χέρι του στο ταγάρι. να βγάλη το παγούρι με το νερό. Αλλά αυτό δεν βρι­σκόταν εκεί.

«Παντελεήμων, πού είναι το παγούρι μας;» φώναξε ο Στάρετς με απογοήτευσι.
Ο υποτακτικός σκέφθηκε λίγο και κατό­πιν θυμήθηκε: «Είναι στο Βορονέζ, πατε­ρούλη. Το αφήσαμε έχει που τρώγαμε κάθε βράδυ. εκεί κάτω στα σκαλιά του καμπανα­ριού».
«Τι ανίκανος που είσαι! Πήγαινε πίσω να το πάρης, προτού εξαφανιστή!»
Ο Παντελεήμων χωρίς καθυστέρησι και χωρίς δεύτερη σκέψι ξεκίνησε αμέσως για το Βορονέζ, δίχως να ξεκουρασθή την νύ­χτα στο μοναστήρι τους, που απείχε από ε­κεί μόνο μισό βέρτσι. λες και το παγούρι ή­ταν κάτι το σπάνιο και πολύτιμο ή λες και το Βορονέζ ήταν μόνο δυο βήματα από το Κίεβο και δεν απείχε μια τόσο μεγάλη απόστασι απ’ αύτό[8].
Έφθασε αισίως στο Βορονέζ και προς μεγάλη του χαρά βρήκε το παγούρι στο ίδιο ακριβώς σημείο όπου το είχαν αφήσει. Το πήρε στα χέρια του και ξεκίνησε για το μοναστήρι. Ο απλός Παντελεήμων δεν έδωσε καμμιά σημασία στο κατόρθωμά του ούτε ένιωσε έπαρσι γι' αυτό, αλλά ούτε και γόγγυσε κατά του Στάρετς. Γνώριζε ότι οι πατέρες της ερήμου στην Ανατολή διέταξαν τους υποτακτικούς τους ακόμη και το να μπήξουν στο έδαφος ξερά ραβδιά και να τα ποτίζουν καθημερινά, για να αποφεύγουν την ακηδία.



Προφητικά καμώματα

Κάποτε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ο μακάριος δεν έτρωγε για αρκετές μέρες στη σειρά και προσευχόταν κρυφά στον Θεό, έστειλε τον Παντελεήμο­να στο παζάρι να αγοράση μερικά μεγαλούτσικα κομμάτια δέρμα από παλιές μπό­τες. Η εντολή εκτελέσθηκε και τα κομμάτια δόθηκαν στον Στάρετς, ο οποίος τα έστρω­σε σ' ένα πάγκο πλάι-πλάι και διέταξε τον Παντελεήμονα να τα συρράψη σε μεγάλα φύλλα. Κατόπιν έφερε ένα βάζο με κατράμι και άρχισε να αλείφη με επιμέλεια αυτά τα δερμάτινα φύλλα.
«Γιατί το κάνεις αυτό, πατερούλη;» ρώ­τησε με περιέργεια ο Παντελεήμων.
«Το διατάζει ο Θεός, το διατάζει ο Θε­ός», απάντησε γρήγορα ο Στάρετς.
«Και τι σημαίνει αυτό;»
«Σημαίνει, αγαπητέ μου, ότι οι δαίμονες γράφουν πάνω σ' αυτά τα έργα των αμαρτωλών. Αλλά σήμερα όλα αυτά σκεπάστη­καν και δεν υπάρχουν πια αμαρτίες».
«Με την πράξι αυτή», εξηγούσε αργότε­ρα ο Παντελεήμων, «ο Στάρετς ήθελε να δείξη ότι οι αμαρτίες των πνευματικών του παιδιών, για τα οποία τόσο θερμά κι επίμο­να προσευχόταν εκείνες τις μέρες, είχαν πια συγχωρηθή από τον Θεό και η συνείδησί τους είχε καθαρισθή ενώπιον του Κυρί­ου».
«Μερικές φορές το καλοκαίρι», διηγόταν ο Παντελεήμων, «ο Στάρετς με φώναζε και μου έλεγε: «Αύριο να κόψης μερικά φρέσκα μήλα από τον κήπο (και μου ώριζε πόσα ακριβώς). Πρωί-πρωί με την αυγή να πας στο δάσος κοντά στον δρόμο. Εκεί θα συ­νάντησης μια συντροφιά προσκυνητών. Δώσε στον καθένα από δύο μήλα». Εγώ εκ­τελούσα τις εντολές του Στάρετς κόβοντας ακριβώς όσα μήλα μου είχε ορίσει. Κατόπιν πήγαινα στο μέρος που μου είχε υποδείξει και να, έβλεπα τους προσκυνητές, τους έδι­να από δύο μήλα και είχα πάντα ακριβώς τόσα, όσα χρειάζονταν. Και άλλες φορές μου έδινε ο Στάρετς τέτοιες εντολές κι εγώ θαύμαζα την προορατικότητά του».




Ο αφηρημένος «θεολόγος»

Ο τέταρτος υποτακτικός του Στάρετς ήταν κάποιος Κοσμάς. Αυτός ήταν ένας ε­ξαιρετικά διαβασμένος και θρησκευόμενος υποτακτικός, ώστε ακόμη και ο Στάρετς Θεόφιλος να τον αποκαλή αστειευόμενος «θεολόγο». Για ημέρες ολόκληρες ο Κοσμάς αφωσιωνόταν στην ανάγνωσι των αγίων Γραφών και των πατερικών βιβλίων. Μάλι­στα πολλές φορές ξεχνούσε, όχι μόνο να φάη και να πιη, αλλά και να εκπλήρωση τις άμεσες υποχρεώσεις της διακονίας του. Η αφηρημάδα του έφτανε σε τέτοιο σημείο ώ­στε, όταν κάποτε χρειάσθηκε να υπογράψη μία απόδειξι παραλαβής κάποιων εγγρά­φων, αυτός δεν θυμόταν ούτε το επίθετο του, αλλά ούτε και αυτό το όνομα του[9], ώ­στε να χρειασθή να του τα θυμίσουν άλλοι.
Από όλα τα άψυχα αντικείμενα αυτού του κόσμου ο Κοσμάς αγαπούσε μόνο τα βιβλία και πιο πολύ απ’ όλα την παλιά, φθαρμένη του Αγία Γραφή, την οποία κου­βαλούσε πάντοτε μαζί του πάνω στη ζώνη του. Την νύχτα την έβαζε κάτω από το κεφά­λι του για μαξιλάρι. Ο Κοσμάς περιέβαλλε με δουλική ευλάβεια και υποταγή τον γέρον­τά του και ήταν έτοιμος μ’ ένα του λόγο να ορμήση και στη φωτιά και στη θάλασσα. Απ' όλα τα πλάσματα πάνω στη γη ο Κοσ­μάς αποστρεφόταν περισσότερο τις γυναί­κες. Θεός φυλάξοι μη συναντούσε κάποια περαστική γυναίκα, καθώς πήγαινε το πρωί στον Δνείπερο για νερό! Θεωρούσε τότε τον εαυτό του μολυσμένο για ολόκληρη την ημέρα και, μόλις επέστρεφε, ραντιζόταν με αγιασμό. Όλοι οι λογισμοί και οι επιθυμίες του συγκεντρωνόταν στο να μπορέση στα γεράματά του να αποτραβηχθή στο βάθος κάποιου δάσους, να σκάψη εκεί μια μικρή σπηλιά και να κατοίκηση σ' αυτήν, επιδιδόμενος σε ψυχοσωτήριες ασκήσεις.

Κάποτε, ενώ έκανε τέτοιου είδους απραγματοποίητα όνειρα κι έκτιζε κάστρα στον αέρα, έρχεται από πίσω του ο Στά­ρετς Θεόφιλος και τον ρωτάει αναπάντεχα:
«Κοσμά, πού θα μείνης, όταν εγώ φύγω για την άλλη ζωή;».
«Όπου θέλει ο Θεός», απάντησε ο Κο­σμάς με έκπληξι. «Θα μπω σε κανένα μονα­στήρι».
«Όχι. εσύ δεν πρόκειται να γίνης μοναστηριακός. Θα ζήσης στην πατρίδα σου α­νάμεσα σε γυναίκες».
Ο Κοσμάς ανατρίχιασε με αυτή την απροσδόκητη απάντησι. Γι’ αυτόν αυτή η προφητεία ισοδυναμούσε με καταδίκη και τον έφερε σε μεγάλη σύγχυσι και ανησυχία. «Να ζήσω έξω από το μοναστήρι και μάλι­στα μαζί με γυναίκες! Όχι! Φύλαξε με. Θεέ μου, από τέτοια συμφορά!» είπε ο Κοσμάς από μέσα του.

Γρήγορα όμως τα προφητικά λόγια του μακαρίου Στάρετς βγήκαν αληθινά. Ένα χρόνο μετά από αυτή την συζήτησι ο Θεόφιλος εκοιμήθη και ο υποτακτικός του Κο­σμάς έφυγε για την πατρίδα του το Μπογκοντούχωφ, όπου εγκαταστάθηκε σε μια μικρή καλύβα έξω στα προάστεια. Εκεί έ­ζησε μια καθαρά ασκητική ζωή κι έγινε γνωστός σ' ολόκληρη την περιοχή σαν ένας γέροντας πεπειραμένος στην πνευματική καθοδήγησι και νουθεσία. Συνέβη ωστόσο σύντομα, χάρις στους κόπους μιας πλού­σιας κυρίας και διαφόρων γενναιόδωρων αφιερωτών η περιοχή δίπλα ακριβώς στην καλύβα του Κοσμά να αγορασθή για την ανέγερσι ενός φιλανθρωπικού ιδρύματος, μέσα από το οποίο αναπτύχθηκε σιγά-σιγά ένα γυναικείο μοναστήρι.

Ο Κοσμάς δεν πρόλαβε να δη την τελική ανάπτυξι αυτού του μοναστηριού, μια και σύντομα αρρώστησε κι έφυγε από αυτή την ζωή. Έζησε όμως ένα μεγάλο χρονικό διάστημα γειτονιά με τις πρώτες αδελφές του ιδρύματος, δηλαδή «μαζί με γυναίκες», όπως τελικά αποδείχθηκε. Μετά το θάνατό του το κτήμα του παραχωρήθηκε στη νεόκτιστη μονή και η μνήμη του αξιόλογου αυτού στάρετς διατηρείται με ευλάβεια μέχρι σήμερα.

Συνεχίζεται

[1] Ματθ. ς’ 6
[2] Ης. λβ’ 7
[3] Ψαλμ. ριη’ 133
[4] Ψαλμ. ργ’ 24
[5] ρωσ. λάπτι: παπούτσια κατασκευασμένα από φλοιό σημύδας. Την εποχή εκείνη αποτελούσαν την συνήθη υπόδησι των Ρώσων χωρικών.
[6] Ιωάν. ς’ 37
[7] πρβλ. Ιωάν. ιβ’ 26
[8] (Σ.Μ.) Το παράδοξο της εντολής του Στάρετς Θεοφίλου και το κατόρθωμα της υπακοής του Παντελεήμονος μπορούν να γίνουν πλήρως κατανοητά, αν ο σημερινός αναγνώστης λάβη υπ’ όψιν του ότι το Βορονέζ απέχει περί τα 640 χιλιόμετρα από το Κίεβο, δηλ. απόστασι τουλάχιστον δέκα ημερών για έναν πολύ καλό πεζοπόρο.
[9] Πιθανόν να πρόκειται περί του κατά κόσμον ονοματεπωνύμου του π. Κοσμά και αυτό να του συνέβη σε προχωρημένη ηλικία, όταν αυτός ανέπτυσσε κάποια ιεραποστολική δράσι, όπως θα δούμε παρακάτω.

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 10


Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Ο Στάρετς Θεόφιλος και η σόμπα του

Η σόμπα του μακαρίου Θεοφίλου έκαιγε χειμώνα-καλοκαίρι ή πιο σωστά, δεν έκαιγε, άλλα κάπνιζε. Καθώς έβαζε σ' αυτήν μεγάλα, απελέκητα κούτσουρα, αναγκαζόταν να την ξανανάψη αρκετές φορές. Όπως είναι φυσικό, με τέτοια θέρμανσι και ιδιαίτερα τον χειμώνα το κελλί δεν μπορούσε να ζεσταθή, και το νερό του κελλιού πάγωνε συχνά. Ο Στάρετς όμως δεν έδινε την παραμικρή σημασία γι' αυτό. Φορούσε ένα επανωφόρι από προβιά και τις τσόχινες μπότες του και βυθιζόταν στην προσευχή. Έτσι το πνεύμα του έμενε ψηλά, πάνω απ’ όλες τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του λιπόσαρκου κορμιού του.

Ένα καλοκαίρι, όταν ο Στάρετς βρισκόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ και έμενε σε μία ξύλινη καλύβα, ο ηγούμενος του έστειλε τεχνίτες, για να επιδιορθώσουν την παμπάλαια κτιστή σόμπα του κελλιού του. Ο Θεόφιλος όμως δωροδόκησε τους τεχνίτες για να μην την αγγίξουν καθόλου. Ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, Ιερομόναχος Ιώβ, ωργίσθηκε τόσο πολύ, ώστε πήρε με τα ίδια του τα χέρια το μπουρί της σόμπας του Στάρετς και τον ίδιο τον μετέφερε σ' ένα κοντινό πέτρινο κτίριο, για να τον παρακολουθή πιο στενά.

Τότε ο μακάριος, ασκώντας την σαλότητά του, κάλεσε αμέσως δικούς του εργάτες και τους διέταξε να γκρεμίσουν την σόμπα του και να την ξαναχτίσουν όπως ήθελε ο ίδιος, τον σταμάτησαν όμως εγκαίρως.

Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά το τέλος του εσπερινού, ο Στάρετς αψηφώντας την αυστηρή απαγόρευσι του ηγουμένου, αποφάσισε να ανάψη την σόμπα του. Αφού έβαλε επάνω της την πήλινη χύτρα βγήκε στο δάσος και την άφησε αφύλακτη. Κατά την απουσία του, η φωτιά μεταδόθηκε στο ξύλινο πάτωμα, το οποίο άρχισε να καίγεται και να βγάζη πολύ καπνό. Οι αδελφοί έτρεξαν και με πολλή δυσκολία έσβησαν την φωτιά. Ο υπεύθυνος της ζημιάς άργησε να βρεθή, όταν όμως επέστρεψε άρχισε να τους παρηγορή όλους: «Μη θλίβεστε για κάτι που δεν έγινε», έλεγε. «Καλύτερα ας δοξάσουμε τον Κύριο για το έλεός Του, διότι είναι θαυμαστά τα έργα Του προς χάριν των ανθρώπων».



Η τροφή του Στάρετς

Ο Στάρετς έπαιρνε το φαγητό του από την τράπεζα των αδελφών και συνήθως τα ανακάτευε όλα μαζί σε ένα πιάτο —μπορς , χυλό. ραδίκια και κβας — χωρίς να νοιάζεται αν υπήρχαν μαζί και γλυκά και πικρά.

«Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή», έλεγε σ' όποιον έμενε έκπληκτος με την παραξενιά του. Το πικρό, το ξινό και το αλμυρό ανακατεύονται με το γλυκύ και όλα αυτά πρέπει να τα χωνέψουμε.

Το φαγητό όμως που προσέφερε ο μακάριος στους ξένους και τους φτωχούς το άφηνε όπως το έπαιρνε από την τράπεζα. Για τον εαυτό του μαγείρευε μερικές φορές ζυμαρικά, χυλό από σιμιγδάλι ή ακόμη και φιδέ. Δεν χρησιμοποιούσε όμως αλάτι και λάδι και έτσι είχαν πολύ αηδιαστική γεύσι.

Γενικά, ο Θεόφιλος έτρωγε πολύ λίγο. Την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν δοκίμαζε τίποτε άλλο εκτός από μισό φλυτζανάκι μέλι, αραιωμένο με κρύο νερό και πάγο. Αυτό επίσης ήταν το φαγητό του για το Σάββατο και την Κυριακή της πρώτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Μεγάλο Σάββατο. Τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έβαζε στο στόμα του ούτε νερό. Ο Στάρετς δεν έπινε τσάι· αντί γι' αυτό έβραζε δύο φλυτζάνια δυόσμο, αλλά έπινε πάντα το μισό από κάθε φλυτζάνι. Το υπόλοιπο το έχυνε σε πήλινες κούπες και το προσέφερε στους ξένους. Ο μακάριος δεν έτρωγε το θρεπτικό μαύρο ψωμί αλλά μόνο το άσπρο ή το σικαλίσιο, διάλεγε δε μόνο λίγη ψίχα.



Η τροφή των πουλιών

Εκτός όμως απ’ όλες αυτές τις συνήθειες και τις παραξενιές, ο μακάριος είχε ακόμη ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την αγάπη και τη συμπόνοια για τα ζώα και τα πουλιά.
Από τον φράχτη του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ ως την άκρη της στέρνας του μοναστηριού απλωνόταν ένα μικρό ξέφωτο. Επειδή κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, ο Θεόφιλος προσέλαβε έναν γεωργό και του ζήτησε να οργώση την γη και να σπείρη καναβούρι.
«Τι σου χρειάζεται το καναβούρι, πατερούλη;»
«Τα πετεινά του ουρανού θα έρχωνται και θα τρώνε».
Ο γεωργός έκανε ό,τι του ζητήθηκε. Το καναβούρι μεγάλωσε και ολόκληρα σμήνη πουλιών έρχονταν εκεί για να φάνε και να φτιάξουν φωλιές.



Τα ποντίκια και ο «ηγούμενος»


Κάποτε, επειδή στο κελλί του Στάρετς βρίσκονταν διάφορες προμήθειες και φαγώσιμα, εισέβαλε ένα πλήθος ποντικών. Ο Θεόφιλος, όταν έχασε πια την υπομονή του από τις νυκτερινές επιδρομές τους, αποφάσισε να βάλη ένα τέλος. Κάλεσε ένα νεαρό αναγνώστη και του είπε:
«Πιάσε μου τον ηγούμενο. Πιάσ' τον κι εγώ θα σού δώσω λεφτά να πάρης τσουρέκι».
«Μα πώς θα γίνη αυτό, αφού συνέχεια κάθεται μέσα στο κελλί του; Για δοκίμασε να πλησίασης! Θα τις αρπάξης από τη μαγκούρα του και θα το θυμάσαι σ' όλη σου τη ζωή», απάντησε ο νεαρός χαμογελώντας. Νόμιζε ότι ο Θεόφιλος εννοούσε τον ηγούμενο Ιώβ.
«Όχι αυτόν τον ηγούμενο, ανόητε».
«Μα ποιον, πατερούλη;»
«Αυτόν που πιάνει τα ποντίκια. Κοίτα μόνο να πιάσης κανένα αδέσποτο γάτο, γιατί αυτός θα είναι αποδοτικός στη δουλειά του. Ένας σπιτόγατος όλη την ώρα θα κοιμάται μπροστά στη σόμπα».

Σύντομα εγκαταστάθηκε στο κελλί ένας γάτος και τα ποντίκια εξαφανίστηκαν.



Ο κόκκορας, η κότα και ο Νικηφόρος.

Μόλις όμως ησύχασε από το κοπάδι των ποντικών, άρχισαν να τον ενοχλούν κατσαρίδες και σκαθάρια. Τότε ο μακάριος κάλεσε τον υποτακτικό του και του είπε:
«Να, πάρε χρήματα και αγόρασε μου μία μικρή κότα».
Ο Ιβάν πήγε στο χωριό και αντί για κότα αγόρασε ένα πετεινάρι. Το πετεινάρι τριγυρνούσε μέσα στο κελλί κουνώντας το κόκκινο λειρί του και τσιμπούσε έντομα στις γωνίες. Κατά το πρωί όμως, όταν ο Στάρετς έπεφτε να κοιμηθή λίγο καταπονημένος από τον ολονύκτιο αγώνα της προσευχής, άρχιζε ξαφνικά να κακαρίζη: «Κικιρίκουου!»
«Α, μα αυτό δεν είναι μοναχική ζωή», είπε τελικά ο Στάρετς. «Πάρ' τον από εδώ! Πάρ' τον! » είπε στον Ιβάν.
«Και που να τον πάω;» ρώτησε εκείνος αγουροξυπνημένος.
«Πήγαινε τον στον δόκιμο Νικηφόρο. Δος του τον εκ μέρους μου».
Ο Ιβάν έκανε υπακοή χωρίς αντιλογίες και πήγε το πετεινάρι στον Νικηφόρο.

Ο δόκιμος Νικηφόρος, πριν να έλθη στο μοναστήρι, ήταν δουλοπάροικος και καμαριέρης του αφέντη του. Επειδή είχε κλίσι για την μοναχική ζωή, παρακάλεσε τον κύριο του να τον αφήση ελεύθερο. Κατόπιν ήλθε στο Κίεβο και μπήκε στην αδελφότητα του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ. Ήταν ο τρίτος χρόνος που ζούσε εκεί, αλλά τον τάραζαν ακάθαρτοι λογισμοί και τον ωθούσαν να φύγη από το μοναστήρι. Όταν πήρε το πετεινάρι, ο Νικηφόρος στάθηκε και σκέφθηκε: «Γιατί μου έστειλε ο γέροντας αυτό το πετεινάρι; Ενώ δεν τρώω κρέας, ο κόσμος θα το δη και σίγουρα θα με κατακρίνη». Επειδή όμως ήταν ταπεινός, πήρε το πετεινάρι στο κελλί του. Έτσι, αφού ο Στάρετς έδιωξε το πετεινάρι, το αντικατέστησε με μία μικρή κότα. Μετά από ένα μήνα ο δόκιμος Νικηφόρος ήλθε στον Στάρετς για να τον συμβουλευθή. Ο μακάριος, χωρίς να του πη ούτε μία λέξι, του έδωσε και την κότα.

«Κύριε ελέησον! Γιατί μου το κάνετε αυτό, πατερούλη; Εγώ ούτε με το πετεινάρι δεν τα βγάζω πέρα».
«Πάρ' την, πάρ' την, σου λέω. Έτσι θα έχης ζευγάρι».
Πέρασαν λίγες ήμερες και ξαφνικά ο Νικηφόρος γνωρίστηκε τυχαία με μία όμορφη κοπέλα και την ερωτεύθηκε παράφορα. Έφυγε λοιπόν κρυφά από το μοναστήρι και σύντομα την παντρεύτηκε. Τότε μόνο κατάλαβε τι σήμαινε το πετεινάρι και γιατί του έδωσε ο γέροντας την κότα για ζευγάρι.



Ο υπάκουος ταύρος

Το ερημητήριο του Στάρετς ήταν μακριά από την Λαύρα και την πόλι και γι' αυτό δεν μπορούσε να πηγαίνη εκεί συχνά. Προμηθεύτηκε λοιπόν ένα μαύρο ταύρο, με τον οποίο πήγαινε στην Λαύρα και στη μονή Μπράτσκυ, που ήταν κοντά στην πόλι. Αξίζει όμως να διηγηθούμε πώς ο Στάρετς απέκτησε αυτόν τον ταύρο.
Ο Ιβάν Κατκώφ —ο κρεατέμπορος από το Ποντόλ, ο οποίος είχε φέρει το άλογο στον Θεόφιλο, όταν ήταν στη μονή Μπράτσκυ— ήλθε στον Στάρετς για εξομολόγησι και καθώς μιλούσε για τις υποθέσεις του, ανέφερε ότι είχε αποκτήσει ένα νεαρό ταύρο, που ήταν πολύ άγριος.

«Πατερούλη, αγόρασα έναν ταύρο. Σκεφτόμουν να τον κρατήσω για μένα, μα ούτε που ξέρω τι να κάνω μ' αυτόν. Σαν να τρελλάθηκε εντελώς το ζωντανό, ορμάει σ' όλους με τα κέρατα του. Θέλω να τον σφάξω, μα είναι κρίμα».
«Ε, τότε δώσ' τον σε μένα», είπε ο Στάρετς.
«Σε σας! Κύριε ελέησον! Είναι αδύνατον ακόμη και να τον πλησίαση κανείς. Έχει σακατέψει ήδη πολύ κόσμο».
«Δεν πειράζει. Θα του διδάξουμε την ταπείνωσι».
«Μα πώς εγώ να...»
«Πολύ απλό. Πλησίασέ τον και πες του: "Άκουσε, ταυράκο! Από σήμερα δεν είσαι δικός μου, αλλά του Στάρετς Θεοφίλου. Ετοιμάσου να πας σ' αυτόν"».
Έτσι κι έκανε ο κρεατέμπορος. Μόλις επέστρεψε στο σπίτι του, πλησίασε τον ταύρο και επανέλαβε τα λόγια του Στάρετς. Κι ενώ ο ταύρος ξεφυσούσε άγρια και έσκαβε το χώμα με τις οπλές του, έγινε ήσυχος σαν πρόβατο. Άρχισε να χαϊδεύη ταπεινά και να γλύφη τα χέρια του κυρίου του. Τότε ένας εργάτης πέρασε ένα σχοινί γύρω από τα κέρατά του και το βράδυ ο ταύρος είχε ήδη εγκατασταθή στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ κοντά στον Στάρετς Θεόφιλο.

Αφού παρέλαβε ο μακάριος τον ταύρο, έφτιαξε ένα μικρό κάρρο με ένα μικρό σκέπαστρο από καραβόπανο, απλωμένο σε σιδερένιο σκελετό στο πίσω μέρος του κάρου. Ο Στάρετς κατέβαινε στην πόλι επάνω σ' αυτό το κατασκεύασμα. Δεν καθόταν ποτέ στο μπροστινό μέρος του κάρρου, άλλα πάντα στο πίσω με την πλάτη γυρισμένη προς τον ταύρο. Είχε τοποθετήσει ένα μικρό αναλόγιο κάτω από την τέντα και, όσο ταξίδευε, διάβαζε γονατιστός το αγαπημένο του Ψαλτήρι. Το πιο εκπληκτικό όμως είναι τούτο: Ο ταύρος, που δεν είχε ούτε γκέμια ούτε χαλινάρι, παρά μόνο ένα ζυγό, πήγαινε τον κύριό του ακριβώς εκεί που ήθελε —στο Ποντόλ, στη μονή Μπράτσκυ, στη Λαύρα— χωρίς καμμία διαταγή, καθοδήγησι, κέντρισμα ή οτιδήποτε παρόμοιο. Λένε ακόμη ότι ο ταύρος απέφευγε τις πέτρες, τα αυλάκια και τα χαντάκια, για να μην ταρακουνάη τον μακάριο που μελετούσε.

Δεν θα έπρεπε πάντως να μας εκπλήσση το ότι το άλογο αυτό ζώο τον υπάκουε έτσι χωρίς μαστίγιο, ότι ένα άγριο κτήνος έγινε μπροστά του πειθήνιο και ήσυχο σαν αρνάκι. Άλλωστε τα ζώα έγιναν άγρια εξ αιτίας της αγριότητος της ανθρωπίνης φύσεως. Θυμηθείτε την ζωή των προπατόρων μας στον παράδεισο. Όλα τα ζωντανά δημιουργήματα έβλεπαν στο πρόσωπό τους την φωτεινή εικόνα του Θεού και ακόμη και τα πιο άγρια ζώα αισθάνονταν την εξαίσια ευωδιά αυτής της εικόνος και έσκυβαν ταπεινά το κεφάλι μπροστά στον Αδάμ. Όταν ο άνθρωπος έπαυσε να υπακούη στις εντολές του Θεού, αμαυρώθηκε μέσα του η εικόνα του Θεού. Τότε και τα άλογα ζώα έπαυσαν να τον αναγνωρίζουν και να τον υπακούουν. Η ευωδία της εικόνος του Θεού αντι-καταστάθηκε από την δυσωδία των παθών και ο ίδιος ο άνθρωπος εξωμοιώθηκε με τα ανόητα κτήνη. Η ανυπακοή του προς τον Θεό επέσυρε ως τιμωρία την ανυπακοή των ζώων της γης προς αυτόν και ο ίδιος ο άνθρωπος άρχισε να φοβάται εκείνα τα ζώα, τα οποία κάποτε ήταν υποτεταγμένα σ' αυτόν. Αλλά οι άγιοι του Θεού, με την υπακοή τους στις εντολές Του, αποκατέστησαν μέσα τους την εικόνα του Θεού και, καθώς δέχθηκαν τα δώρα της χάριτος του Κυρίου, ακτινοβολούν την πρωτόκτιστη καθαρότητα και λαμπρότητα. Γι' αυτό και τα άγρια ζώα, μόλις αισθανθούν στον άνθρωπο την ευωδία της αρχικής καθαρότητος, αρχίζουν να τον υπακούουν. Πόσα μπορεί να κάνη η αγάπη και η αρετή!

Στην πόλι όλοι γνώριζαν τον μακάριο Στάρετς. Μόλις πρόβαλλε σε κάποιον από τους κεντρικούς δρόμους, οι έμποροι έβγαιναν γρήγορα από τα μαγαζιά τους και φώναζαν: «Έρχεται ο Θεόφιλος! Ο Θεόφιλος!» Κι ο καθένας έσπευδε να ρίξη κάτι μέσα στο κάρρο του —άλλος ένα κομμάτι ύφασμα, άλλος μία φραντζόλα και άλλος ένα μαντήλι ή ένα κουβάρι κλωστή. Ήταν παρατηρημένο πως όποιος προσπαθούσε να δώση στον Στάρετς κάτι από τα εμπορεύματά του, οπωσδήποτε όλη την ήμερα θα είχε μεγάλα κέρδη στη δουλειά του. Ο Στάρετς όμως δεν κρατούσε τίποτε από αυτά για τον εαυτό του. Ό,τι βρισκόταν μέσα στο κάρρο το έδινε στους φτωχούς που συναντούσε στον δρόμο του. Κι αυτοί δεν ήταν λίγοι· έτρεχαν πίσω από τον μακάριο ολόκληρο πλήθος.



Τα σταφύλια του δεσπότη

Διηγούνται πολλά παράξενα περιστατικά που συνέβαιναν καμμιά φορά σ' αυτά τα ταξίδια. Για παράδειγμα, ενώ γνώριζε ότι ο Μητροπολίτης Φιλάρετος δεν τον συμπαθεί, ο Θεόφιλος προσπαθούσε να εξοργίζη ακόμη περισσότερο τον σεβαστό αρχιερέα με την σαλότητά του.
Ένα καλοκαίρι, που ο δεσπότης έμενε για λίγο διάστημα σ' ένα εξοχικό στο Γκολοσέγιεφ, ο Θεόφιλος πήγε εκεί με το κάρρο του και το ωδήγησε μέσα στον κήπο του μητροπολίτη. Ο κηπουρός έμεινε εμβρόντητος.

«Θεός φυλάξοι, πάτερ Θεόφιλε! Για πού τόβαλες;»

Ο μακάριος, χωρίς να δώση την παραμικρή σημασία, αντί να γυρίση πίσω, οδήγησε τον ταύρο ίσια μπροστά και προχώρησε μέσα από ένα δρομάκι, το οποίο είχε δεξιά και αριστερά φυτεμένες κληματαριές και ήταν τόσο στενό, που ούτε ένας πεζός δεν μπορούσε να περάση. Το δρομάκι περνούσε κάτω ακριβώς από το παράθυρο στο οποίο στεκόταν ο Μητροπολίτης Φιλάρετος. Ο επίσκοπος πετάχτηκε εξαγριωμένος έξω στην βεράντα.

«Τι είναι αυτό το αίσχος; Ποιος τόλμησε να αφήση τον Θεόφιλο να μπη στον κήπο; Γιατί ήλθε εδώ; Διώξτε τον αμέσως, θα χαλάση τα σταφύλια μου».
Ο μακάριος, που είχε φθάσει σχεδόν στο τέλος του στενού δρόμου, συναντήθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με τον επίσκοπο και μόλις άκουσε τα θυμωμένα λόγια του, γύρισε τον ταύρο ήρεμα προς τα πίσω.

«Αφού δεν σας αρέσει, τότε δεν χρειάζεται».
Και αντί να βγη από τον κήπο από κάποιο φαρδύτερο δρόμο, γύρισε τον ταύρο προς τα πίσω και τον άφησε να προχωρήση ξανά μέσα από το ίδιο δρομάκι ανάμεσα στις κληματαριές.

«Είναι αξιοθαύμαστο», διηγείτο αργότερα τρομαγμένος ο κηπουρός, «το πώς πέρασε ο Στάρετς ανάμεσα στις κληματαριές και ακόμη πιο αξιοθαύμαστο το πώς κατώρθωσε να γυρίση το κάρρο σε έναν τόσο στενό χώρο, όπου δεν μπορούσε ούτε ένας άνθρωπος να περάση. θαύμα, αληθινό θαύμα!»



«Έγνω βους τον κτησάμενον»...

Από τότε ο Θεόφιλος έπεσε σε δυσμένεια. Του πήραν τον ταύρο και τον έστειλαν στο κοπάδι της Λαύρας. Στον ίδιο τον μακάριο απαγόρευσαν να εμφανίζεται στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεφ και να περιφέρεται στους δρόμους. Όμως από την ημέρα που έβαλαν τον ταύρο στο κοπάδι του μοναστηρίου, έπεσε τέτοιο ασυνήθιστο θανατικό στα ζώα, που ο οικονόμος της Λαύρας έχασε κάθε έλεγχο και δεν ήξερε καθόλου τι συμβαίνει. Κάλεσαν κτηνιάτρους, επειδή υπέθεσαν ότι κάποια επιδημία εμφανίστηκε στο κοπάδι. Οι γιατροί όμως που εξέτασαν τα ζώα δεν βρήκαν σ' αυτά καμμία ουσιαστική πάθησι. Στο μεταξύ τα ζώα εξακολουθούσαν να πέφτουν και να ψοφούν. Τότε αποφάσισαν να το αναφέρουν στον Μητροπολίτη Φιλάρετο. Ο δεσπότης κάλεσε τον οικονόμο και τον ρώτησε να μάθη από ποια ακριβώς ήμερα άρχισαν να ψοφούν τα ζώα. Ο οικονόμος απάντησε πως αυτό άρχισε από την ήμερα που πήραν τον ταύρο από τον Θεόφιλο και τον έβαλαν στο κοπάδι.

«Ώστε έτσι!», φώναξε ο δεσπότης και διέταξε να απομακρύνουν τον ταύρο από το κοπάδι χωρίς καθυστέρησι. Μόλις έγινε αυτό, προς γενική κατάπληξι, σταμάτησε αμέσως το θανατικό των ζώων. Ο ταύρος στάλθηκε στο Κιτάγιεφ και επιστράφηκε στον ιδιοκτήτη του. Μόλις ο μακάριος πήρε πίσω τον προστατευόμενό του, γυάλισε τα κέρατά του και ξανάρχισε ήρεμα τις καθημερινές διαδρομές του.
Πραγματικά, έγνω βους τον κτησάμενον.



Προρρήσεις και σαλότητες

Ο δρόμος από το Γκολοσέγιεφ στο Κιτάγιεφ είναι πάρα πολύ στενός. Στην αρχή του δάσους του Κιτάγιεφ ανεβαίνει σ' έναν απόκρημνο λόφο. Στο σημείο αυτό διακόπτει τον δρόμο μία στενή χαράδρα την οποία είναι υποχρεωμένος να διασχίση κάθε ταξιδιώτης. Κάποτε ο Μητροπολίτης Φιλάρετος και ο Αρχιμανδρίτης Λαυρέντιος, ο αναπληρωτής του ηγουμένου της Λαύρας, βιάζονταν να φθάσουν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ για κάποιες υποθέσεις. Η άμαξα του δεσπότη δεν είχε φθάσει ούτε μέχρι τα μέσα της χαράδρας, όταν εμφανίσθηκε ο πατήρ Θεόφιλος με τον ταύρο του. Ο αμαξάς του μητροπολίτη νόμιζε πως αυτός που πλησίαζε ήταν κάποιος χωρικός και του φώναξε άγρια.

«Ε, εσύ! Γύρνα πίσω. Γύρνα πίσω, σου λέω».
Ο μητροπολίτης, ακούγοντας τις άγριες φωνές του αμαξά, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και ρώτησε:
«Τι συμβαίνει;»
Βλέποντας όμως τον Στάρετς Θεόφιλο να πλησιάζη, κατάλαβε αμέσως περί τίνος επρόκειτο.
«Ιβάν, σταμάτα!»
Ο αμαξάς σταμάτησε τα άλογα και ο δεσπότης με τον πατέρα Λαυρέντιο βγήκαν από την άμαξα. Ο Θεόφιλος καθόταν ακουμπώντας με τους αγκώνες στο κιγκλίδωμα του κάρου και έκανε τον κοιμισμένο.
«Θεόφιλε, ξύπνα! Συνέβη μία κακοτυχία!» φώναξε ο μητροπολίτης και άρχισε να ξυπνά τον μακάριο.
«Τι είναι; Α! Εσείς είστε άγιε Δέσποτα;»
«Εγώ είμαι. Γιατί κοιμάσαι, βρε κατεργάρη; Κοίτα τι πρόβλημα μας δημιούργησες».
Και πραγματικά το πρόβλημα ήταν μεγάλο. Η συνάντησις έγινε στο πιο στενό σημείο, έτσι ώστε ούτε ο ταύρος ούτε η άμαξα ήταν δυνατόν να γυρίσουν.
«Λοιπόν, τι θα κάνουμε τώρα;»
«Ε, κάτι θα κάνουμε», απάντησε ήσυχα ο Θεόφιλος.
Έπρεπε να ξεζέψουν τον ταύρο. Ο δεσπότης τον ωδήγησε με την ράβδο του πίσω στην ανηφόρα, ενώ ο πατήρ Λαυρέντιος με τον Θεόφιλο έσερναν από πίσω τους το κάρρο. Ο αμαξάς δεν πήρε μέρος σ' αυτό το «αγώνισμα», γιατί συγκρατούσε τα εξαγριωμένα άλογα. Μετά από αρκετές προσπάθειες ο δρόμος ελευθερώθηκε και ο αρχιερέας μπορούσε ελεύθερα να συνεχίση τον δρόμο του. Ο δεσπότης ήταν ευδιάθετος και γελώντας δυνατά χαιρέτησε τον μακάριο.

«Για δες, βρε ζιζάνιο, πόσο ιδρώτα έβγαλες από εμάς τους ταλαίπωρους», είπε σκουπίζοντας από το μέτωπο του χοντρές σταλαγματιές ιδρώτα.
Σύντομα μετά από αυτό το γεγονός διαπλάτυναν το δρόμο, όχι όμως αρκετά, κι έτσι πάλι συνέβαιναν παρόμοια περιστατικά.

Μία άλλη φορά, ο μακάριος συναντήθηκε πάλι με τον δεσπότη ακριβώς στο ίδιο σημείο την ίδια ώρα. Παρ' όλο όμως που μπορούσε τώρα να γυρίση πίσω, ο Θεόφιλος αρνήθηκε. Ήταν σαν να έκλεινε επίτηδες τον δρόμο στον μητροπολίτη. Ξέσπασε τότε μία λογομαχία μεταξύ του αμαξά και του Θεοφίλου. Ο πατήρ Θεόφιλος ισχυριζόταν πως ήταν πολύ πιο δύσκολο γι' αυτόν που είχε ένα μόνο ταύρο να καλύψη τον χαμένο χρόνο παρά για τον δεσπότη που είχε ολόκληρο αμάξι με τέσσερα άλογα. Ο αμαξάς όμως επέμενε.

«Ο Θεόφιλος έχει δίκιο», είπε ο δεσπότης που παρατηρούσε την σκηνή. «Θα έπρεπε να του είχαμε κάνει χώρο. Μα επειδή δεν είναι δυνατόν να γυρίση εδώ ένα αμάξι με τέσσερα άλογα, δείξε μακροθυμία, Θεόφιλε, και γύρνα εσύ με τον ταύρο σου».

Ο μακάριος όμως παρέμενε στο ίδιο μέρος και δεν ήθελε να υπακούση στην εντολή. Ο αρχιερέας άρχισε να δυσανασχετή.
«Λοιπόν, τι θα κάνης; Θα σταματήσης να δοκιμάζης την υπομονή μου;»
«Όχι, δεν θα σταματήσω, διότι εσείς πρέπει να γυρίσετε πίσω και όχι εγώ».
«Και γιατί αυτό;»
«Γιατί έτσι».

Εκείνη ακριβώς την στιγμή, έφθασε στον δεσπότη ένας αγγελιαφόρος από την Λαύρα με ένα μήνυμα. Κάποιος εργάτης είχε πέσει κάτω από την σκαλωσιά του καμπαναριού του ναού της Αγίας Σοφίας και είχε σκοτωθή.
«Κρεμόταν πολύ ώρα στον αέρα κρατώντας το κιγκλίδωμα, μα δεν άντεξε και σωριάστηκε στο έδαφος», είπε ο απεσταλμένος και ζήτησε εκ μέρους του ηγουμένου της Λαύρας άμεσες οδηγίες από τον δεσπότη.

Ο αρχιερεύς ταραγμένος δεν πρόφερε ούτε λέξι, μόνο σταυροκοπήθηκε και διέταξε τον αμαξά να ανεβή τον λόφο κι εκεί να στρέψη τα άλογα και να γυρίση πίσω στην Λαύρα. Ο Θεόφιλος δεν ήταν πια εκεί. Με την άφιξι του αγγελιαφόρου επέστρεψε πίσω, αφού η αποστολή του είχε τελειώσει.
Μία τρίτη συνάντησις συνέβη ως εξής: Ο μακάριος επέστρεφε από την πόλι στο Κιτάγιεφ, όταν η άμαξα του μητροπολίτη τον πρόφθασε και σταμάτησε δίπλα του στην γέφυρα Ντεμίγιεφ. Ο δεσπότης φώναξε:
«Θεόφιλε! Για πού τόβαλες;»
«Όπου οδηγεί ο Θεός και το καλεί η ανάγκη. Μόνο που έχω ένα πρόβλημα. Ο ταύρος έπαψε να με υπακούη. Κι εγώ, για να του βάλω επιτίμιο, παρήγγειλα ένα μακρύ μαστίγιο».
«Γιατί επιμένεις να πηγαίνης με τον ταύρο σε ρυθμό χελώνας;»
«Ο δρόμος για την Βασιλεία των Ουρανών είναι αργός και σταθερός».
«Ανέβα στην άμαξά μου και θα σε πάω πιο γρήγορα κι από γεράκι».
«Ευχαριστώ, δεν θέλω. Όμως θα φτάσω πιο γρήγορα από σας».
Όπως το προείπε έτσι κι έγινε. Εξ αιτίας της μεγάλης ταχύτητος βγήκε μία ρό¬δα από την άμαξα του δεσπότη και μέχρι να την διορθώσουν, πέρασε μία ολόκληρη ώρα. Ο Θεόφιλος έφθασε στο μεταξύ στο Κιτάγιεφ και όταν συνάντησε τον δεσπότη κοντά στην πύλη, έβαλε μετάνοια και του είπε:
«Υγιαίνετε, άγιε δέσποτα. Σας περιμένω εδώ και πολλή ώρα».

«Έχεις δίκιο, Θεόφιλε», απάντησε εκείνος. «Ο ταύρος με τα κέρατα πέρασε τα καλοθρεμμένα μου άλογα. Μου φαίνεται ότι κι εγώ στο μέλλον πρέπει να ταξιδεύω μ' αυτόν τον τρόπο».

Πολλοί θυμούνται αυτόν τον ταύρο, ο οποίος συνήθως ήταν λυτός και έβοσκε ελεύθερα γύρω από την αυλή του Στάρετς. Λένε πως ο ταύρος είχε ένα σχεδόν υπερφυσικό ένστικτο και μπορούσε να μαντέψη αλάνθαστα τον χαρακτήρα των ανθρώπων που πλησίαζαν τον Στάρετς για να πάρουν την ευλογία του. Κι αυτό γιατί άλλους τους συναντούσε με εχθρική και επιθετική διάθεσι και σε άλλους φερόταν ήρεμα και τους άφηνε να περάσουν ελεύθερα στο κελλί του γέροντα.


Συνεχίζεται

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 11


Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Το «βοτάνι του διαβόλου»

Εκτός όμως από την αγάπη και την συμπόνια που έδειχνε ο Στάρετς Θεόφιλος στα ζώα και τα πουλιά, είχε κι άλλες συνήθειες και ιδιοτροπίες. Κατ' αρχήν, δεν αγαπούσε καθόλου τους καπνιστές και ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεχθή τον καπνό του τσιγάρου.

«Βλέπετε, έχετε δηλητηριασθή μ' αυτό το βοτάνι του διαβόλου», επιτιμούσε αυστηρά τους επισκέπτας που κάπνιζαν. «Ήλθατε εδώ στο μοναστήρι να σκορπίσετε το μίασμα του ταμπάκου. Τι καλό θα πρόκυψη για σας αύριο, όταν δεχθήτε τα Άγια Μυστήρια με την γεύσι του καπνού στο στόμα; Φύγετε από κοντά μου. Δεν σας δίνω την ευλογία μου!»

Κάποτε ο Θεόφιλος προχωρούσε ανάμεσα στα δένδρα μέσα στην αυλή του μοναστηριού μαζί με ένα από τα πιο αγαπημένα του πνευματικά παιδιά από την πόλι κρατώντας ένα πήλινο πιάτο γεμάτο ρεπάνια τριμμένα μέσα σε κβας. Τον πλησίασε τότε ο Βίκτωρ Ιγνάτιεβιτς Ασκοτσένσκυ, συντάκτης και εκδότης της εφημερίδος Οικιακοί Διάλογοι. Εκείνη την ώρα κάπνιζε πούρο και καθώς άνοιξε το στόμα του να μιλήση, φύσηξε τον καπνό μέσα στο φαγητό του Στάρετς. Ο μακάριος δεν είπε τίποτε, βούτηξε μόνο το δάκτυλο του στο πιάτο και τον πιτσίλισε με λίγο ζουμί.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Ασκοτσένσκυ κάθησε να φάη, μα το γεύμα που του σέρβιραν είχε έντονη μυρωδιά από ρεπάνι. Χωρίς να υποψιασθή την αιτία, ο Ασκοτσένσκυ έστειλε το φαγητό πίσω και ζήτησε να του φέρουν άλλο. Μα κι αυτή την φορά υπήρχε η ίδια μυρωδιά. Εξωργισμένος ο Ασκοτσένσκυ φώναξε την μαγείρισσα και τους υπηρέτες, κανείς όμως δεν μπορούσε να του εξηγήση από πού προερχόταν η μυρωδιά.

Σερβίρισαν και το δεύτερο πιάτο, αλλά και αυτό μύριζε έντονα ρεπάνι. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο πιάτο. Ο Ασκοτσένσκυ έχασε την υπομονή του. Βγήκε από το σπίτι και πήγε σ' έναν γνωστό του. Την ώρα όμως που τον χαιρετούσε, ο φίλος του παρατήρησε ότι μύριζε έντονα ρεπάνι. Παρ' όλα αυτά, ζήτησε κάτι να φάη, προβάλλοντας σαν δικαιολογία ότι το φαγητό στο σπίτι του ήταν κακομαγειρεμένο. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξίς του, όταν διεπίστωσε ότι ακόμη και το φαγητό του φίλου του ήταν διαποτισμένο με την μυρωδιά του ρεπανιού. Έχοντάς τα εντελώς χαμένα, πήγε στον φούρνο να αγοράση κουλουράκια. Γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πιη τσάι. Αλλοίμονο, όμως! Το τσάι και τα κουλουράκια είχαν την ίδια μυρωδιά του τριμμένου ρεπανιού.

Πέρασαν δύο-τρεις μέρες και ο Ασκοτσένσκυ είχε φθάσει σε τέλεια απόγνωσι, γιατί όσοι τον συναντούσαν του παρατηρούσαν πόσο δυσάρεστα μύριζε ρεπάνι. Ο δυστυχής προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρη την αιτία αυτού του παράξενου φαινομένου, όταν τελικά θυμήθηκε την συνάντησί του με τον Στάρετς Θεόφιλο. Συνειδητοποιώντας την απρέπεια της πράξεώς του, πήγε στο Κιτάγιεφ να βρη τον μακάριο. Του ζήτησε συγχώρησι και από εκείνη την στιγμή η δυσάρεστη μυρωδιά εξαφανίσθηκε.

Η γερόντισσα Μαγδαληνή από τη μονή Φλωρόφσκυ διηγείται κάποιο άλλο περιστατικό:

«Κάποτε ήλθε από την Μόσχα ένας πλούσιος έμπορος με την σύζυγό του και σταμάτησαν στο μοναστήρι μας. Ακούγοντας τις διηγήσεις μας για τον Στάρετς Θεόφιλο, ο έμπορος ζήτησε να τον επισκεφθή οπωσδήποτε. Με παρεκάλεσε να τους συνοδεύω αυτόν και την σύζυγο του, μια και δεν γνώριζε τον δρόμο για το ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Εγώ δέχθηκα κι έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Καθώς περνούσαμε από το δάσος του Γκολοσέγιεφ, ο έμπορος ένοιωσε την επιθυμία να καπνίση. Έψαξε τις τσέπες του, αλλά δεν βρήκε σπίρτα. Τι να κάνη; Ευτυχώς είδε κάποιους να κάθωνται στην άκρη του δρόμου και να βράζουν κουρκούτι πάνω σε μία πυροστιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να ανάψη το τσιγάρο. Μόλις όμως άγγιξε την φωτιά, η πυροστιά αναποδογύρισε και το φαγητό χύθηκε και την έσβυσε.

«Τι παράξενο! Δεν πρόλαβα να αγγίξω την πυροστιά και το φαγητό αναποδογύρισε».
Προχωρήσαμε παρακάτω. Ο έμπορος είδε και πάλι κάποιους άγνωστους να βράζουν χυλό στην άκρη του δρόμου. Έτρεξε στην φωτιά τους για να ανάψη το τσιγάρο, αλλά μόλις έσκυψε πάνω από την φωτιά, πάλι αναποδογύρισε η πυροστιά.

«Τι παράξενη σύμπτωσις!» είπε ο έμπορος γελώντας. «Μήπως είναι μάγια;»
«Όχι», του απάντησα Εγώ. «Ο πατήρ Θεόφιλος τα κανόνισε έτσι, γιατί δεν συμπαθεί διόλου αυτούς που καπνίζουν».

Τελικά φθάσαμε στο Κιτάγιεφ και πήγαμε να δούμε τον Στάρετς. Εκείνος μόλις μας συνάντησε, στράφηκε κατ' ευθείαν στον έμπορο:

«Λοιπόν, περιστεράκι μου, ήθελες τόσο πολύ να καπνίσης; Για το δικό σου το πάθος άφησες χωρίς φαΐ τόσους πεινασμένους».

Κατόπιν του έφερε από το κελλί του ένα μεγάλο κρεμμύδι και του είπε.
«Να, φάε λίγο κρεμμύδι, γιατί με την μυρωδιά του τσιγάρου σου βρώμισες όλο το μοναστήρι!»


Τέτοιο προορατικό χάρισμα είχε!


Μία άλλη χαρακτηριστική αρχή του Στάρετς ήταν να μη φτύνη ποτέ στο έδαφος. Συμβούλευε και τους άλλους να το αποφεύγουν. Ιδιαίτερα δεν μπορούσε να ανεχθή όσους έφτυναν στον ναό του Θεού, στο πάτωμα της εκκλησίας.

«Γιατί φτύνης στην εκκλησία;» έλεγε σ' όσους το έκαναν. «Εδώ παρίσταται αοράτως ο Θεός και οι άνθρωποι γονατίζουν μπροστά Του για να προσευχηθούν. Γιατί φτύνης στη γη; Κι εσύ ο ίδιος είσαι χώμα και στάχτη, πώς λοιπόν τολμάς να φτύνης την μητέρα σου; Αυτή δεν είναι που θα σε δεχθή στην αγκαλιά της μετά τον θάνατό σου; Αυτή δεν είναι που θα φυλάξη το σώμα σου μέχρι την κοινή ανάστασι;»



Ο στάρετς και οι θαυμαστές του

Λίγοι άνθρωποι είχαν την ευκαιρία να πλησιάσουν τον στάρετς Θεόφιλο για να πάρουν την ευλογία του, γιατί περνούσε όλη την ημέρα στο δάσος προσευχόμενος και επέστρεφε στο ερημητήριο μόνο κατά την ώρα του εσπερινού, ώστε να είναι στην ώρα του για την έναρξι της ακολουθίας. Αν πάλι κάποιος κατόρθωνε να τον πλησίαση, ο στάρετς του έδινε την ευλογία του χωρίς να σταματήση, σαν να βιαζόταν πολύ. Γενικά ο μακάριος δεν ήθελε να στρέφεται επάνω του η προσοχή του κόσμου, για να μη διασπάται από την προσευχή.

Όταν αντιλαμβανόταν ότι στον δρόμο τον περίμεναν προσκυνητές, έστριβε κάπου στο πλάι μέσα στα δένδρα ή, αν ήταν στο μοναστήρι, σκαρφάλωνε ψηλά στην μεγάλη βελανιδιά που ήταν κοντά στον ξενώνα, ή πήγαινε στον κήπο, όπου κρυβόταν σε ένα βαθύ λάκκο που είχε σκάψει.

Φύλακας του κήπου ήταν ένας ειδικευμένος κηπουρός, ο Ιωακείμ Παμφίλιτς, δόκιμος της Λαύρας, έμπειρος στην δουλειά του και ευνοούμενος του μητροπολίτη Φιλάρετου. Αυτός εκνευριζόταν που ο μακάριος κρυβόταν στην κήπο χωρίς την άδειά του και οι θαυμαστές του τσαλαπατούσαν μέσα σ' αυτόν ψάχνοντας να τον βρουν. Ο Παμφίλιτς επέπληξε πολλές φορές τον στάρετς Θεόφιλο και τελικά, εκνευρισμένος από την μόνιμη ανεξικακία του, τον κτύπησε στο πρόσωπο. Ο μακάριος δεν συγχίσθηκε με αυτό και, σαν να απαντούσε με ευγνωμοσύνη, του έβαλε μετάνοια. Δίκασον, Κύριε τους αδικούντάς με, πολέμησον τους πολεμούντάς με . ψιθύρισε ήσυχα και πρόσθεσε: «Ιωακείμ, μη φαντάζεσαι ότι ο μητροπολίτης σε αγαπά. Δεν θα γίνης ποτέ μοναχός...».

Σύντομα τα λόγια του μακαρίου βγήκαν αληθινά. Ο Ιωακείμ μετετέθη στην Λαύρα των Σπηλαίων και από εκεί τον απομάκρυναν εντελώς από το μοναστήρι εξ αιτίας κάποιων πράξεων του.

Ο Θεόφιλος αντιπαθούσε ιδιαίτερα την συναναστροφή με διανοουμένους και με όσους υψώνονταν πάνω από το επίπεδο των κοινών ανθρώπων. Περισσότερο δε απ’ όλους αντιπαθούσε τους λεγόμενους «αμαξάνθρωπους», αυτούς δηλαδή που έρχονταν με άμαξες, συνήθως με μοναδικό σκοπό να τον δουν σαν κάτι αξιοπερίεργο.

«Τι θέλετε από ένα βρωμερό πλάσμα σαν και μένα;» έλεγε στους επίμονους θαυμαστές του. «Τι ζητάτε από μένα, ένα φτωχό, ανήμπορο γέροντα και μεγάλο αμαρτωλό;»

«Ένα καλό λόγο, πατερούλη, συμβουλή, καθοδήγησι, παρηγοριά», απαντούσαν συνήθως οι επισκέπτες.

«Πηγαίνετε στον μεγαλόσχημο μοναχό Παρθένιο. Αυτός θα σας συμβουλέψη και θα σας διδάξη, εγώ δεν έχω τίποτε να σας πω. Στραφείτε με γνήσια πίστι προς την Υπεραγία Θεοτόκο και τους αγίους Πατέρες της Πετσέρσκαγια Λαύρας. Αυτοί θα σας δώσουν ό,τι είναι απαραίτητο, εγώ δεν έχω τίποτε».

Επί πλέον, ο στάρετς έσπρωχνε μερικές φορές όσους στέκονταν κοντά του και έφευγε γρήγορα μακριά τους. Πραγματικά, τι απαντήσεις θα μπορούσε να δώση στις τόσο κοσμικές ερωτήσεις τους; Μερικοί ζητούσαν συμβουλή για την επιτυχή έκβασι κάποιου δικαστηρίου εις βάρος κάποιου φτωχού· άλλοι ήθελαν να μάθουν αν ο γιος τους θα κατελάμβανε περιφανή θέσι κοντά σε γνωστό πρόσωπο· άλλοι τον συμβουλεύονταν για τον γάμο του γιου τους με μία πλούσια νύφη ή της κόρης μ' ένα φημισμένο γαμπρό. Μερικοί ζητούσαν ακόμη και προσευχές για να πάρουν μεγάλες αμοιβές, διακρίσεις και υψηλές συντάξεις. Για το ένα, ου έστι χρεία , δηλαδή για την σωτηρία της ψυχής, κανένας δεν σκεφτόταν να ζητήση συμβουλή.

Με σκοπό να αποφεύγη παρόμοιες ανωφελείς συναντήσεις και να ξεκόβη εκ των προτέρων τους ανεπιθύμητους και κουραστικούς επισκέπτες, ο μακάριος επέλεξε ένα πρωτότυπο τρόπο: σκόρπιζε στο κατώφλι του κελλιού του πίσσα ή κατράμι και έτσι έμενε ήσυχος από αργόσχολους επισκέπτες.

Όταν όμως εμφανιζόταν ένας άνθρωπος αληθινά απλός, θεοσεβής και διψασμένος για λόγο ωφελείας, ο στάρετς τον δεχόταν ευχαρίστως, χωρίς ωστόσο να παρατείνη πολύ την συνομιλία τους, και τον απέλυε με κάποια αυστηρή επίπληξι που απεκάλυπτε τις κρυφές αμαρτίες του.

«Ήταν παράδοξο να βλέπης», διηγούνταν αυτόπτες, «πώς ο μακάριος εξομολογούσε όσους πήγαιναν σ' εκείνον. Δεν ρωτούσε για τις αμαρτίες τους, όπως κάνουν συνήθως οι πνευματικοί, αλλά βάζοντας τα όσια χέρια του στο κεφάλι του εξομολογουμένου και ατενίζοντας στον ουρανό, απαριθμούσε αυτός τις κρυφές και φανερές αμαρτίες. Τότε, όχι μόνο ξεσπούσε σε κλάματα ο μετανοών, αλλά ακόμη και τα μαλλιά της κεφαλής του σηκώνονταν από τον φόβο και την ντροπή».



Ο αμαρτωλός έμπορος

Στην πόλι Βασίλκοφ ζούσε ένας έμπορος αλόγων που με σκοτεινές δουλειές είχε κάνει μεγάλη περιουσία. Είχε ζήσει όλη του την ζωή μέσα στην διαφθορά, την απάτη και την κακία, στα γεράματά του όμως, επειδή ένοιωθε τύψεις συνειδήσεως, αποφάσισε να ζητήση συγχώρησι από τον Θεό. Είχε ακούσει πολλά για τον μεγάλο ασκητή, τον ιερομόναχο Θεόφιλο, και ξεκίνησε για το Κίεβο με την ελπίδα να τον συναντήση.

Ο προορατικός στάρετς, προγνωρίζοντας την επίσκεψι του διψασμένου για ψυχική σωτηρία αμαρτωλού, αποφάσισε να προλάβη την άφιξί του και να τον συνάντηση πριν φθάση στο ερημητήριο. Για τον λόγο αυτό πήγε στο δάσος και όλη μέρα περίμενε τον έμπορο στον δρόμο που βρίσκεται η Κόκκινη Ταβέρνα. Σύντομα εμφανίστηκε η άμαξα με τον έμπορο καθισμένο περήφανα μέσα της. Αυτός αντιλήφθηκε τον μοναχό που προχωρούσε προς την κατεύθυνσί του, βγήκε από την άμαξα και τον πλησίασε.

«Χαίρετε, πατερούλη...»

«Χαίρετε, κύριε έμπορε...»

«Είναι μακριά από εδώ για το ερημητήριο;»

«Για ποιο θέλετε;»

«Για το Κιτάγιεφ».

«Για τον Θεό είναι ψηλά, για τον Τσάρο είναι μακριά, μα για το ερημητήριο είναι πιο κοντά απ’ όλα. Ποιος είναι ο σκοπός σας; Να προσευχηθήτε στον Θεό;»

«Κάτι τέτοιο... Περισσότερο όμως απ’ όλα θέλω να δω κάποιον μοναχό που ονομάζεται Θεόφιλος. Μπορείτε να μου πήτε πού μένει;»

«Τι τον θέλετε;».

«Λένε ότι είναι προορατικός άγιος».

«Ποιος, ο Θεόφιλος;»

«Ναι, ο Θεόφιλος».

«Τι αγιότητα είναι αυτή; Πιστέψατε τις ανοησίες που λένε οι γριές;»

«Μα, πώς; Όλοι λένε...»

«Και τι μ' αυτό; Είναι τόσο αισχρός, τόσο πόρνος, που δεν θα εύρισκες τέτοιον παλιάνθρωπο σ' όλο τον κόσμο. Βίασε γυναίκες, αποπλάνησε κοπέλες, έκλεψε άλογα γειτόνων του την νύχτα, δάνεισε χρήματα σε φτωχούς με υπερβολικό τόκο. Πόσα ορφανά άφησε στον κόσμο χωρίς ένα ρούχο, πόσους ανθρώπους κατέστρεψε με σκοτεινές δουλειές και απάτες! Έκανε μεγάλη κοιλιά με τα ξένα αγαθά και τώρα επιθυμεί να πλησίαση τον Θεό! Ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο με μία στίβα θανάσιμες αμαρτίες από κλοπές αλόγων! Λοιπόν, μετανόησε, μετανόησε! Παρακάλεσε τον Θεό. Ο Κύριος είναι εύσπλαγχνος... Ου βούλεται τον θάνατον τον αμαρτωλού ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν ».

Όμως ο έκπληκτος έμπορος είχε αισθανθή μέσα στην καρδιά του ότι αυτός ήταν ο Θεόφιλος και είχε ήδη πέσει στα πόδια του στάρετς, βρέχοντας τα με δάκρυα μετανοίας.

«Συγχώρεσέ με, πατερούλη. Λύτρωσε με τον καταραμένο. Είμαι ένας φονιάς, ένας λωποδύτης, ένας εγκληματίας...»

«Ο Θεός θα συγχωρήση, ο Θεός θα συγχωρήση. Πήγαινε στους Αγίους του Θεού, πρόσπεσε σ' αυτούς, παρακάλεσέ τους. Αυτοί θα σε εξιλεώσουν, θα συγχωρήσουν τα πάντα. Ο πατέρας σου ήταν δίκαιος άνθρωπος και με τις προσευχές του ο Θεός θα ευσπλαγχνισθή και σένα».

«Όχι, δεν θα με ευσπλαγχνισθή. Παρόργισα πάρα πολύ την απέραντη φιλανθρωπία Του».

«Θα συγχωρήση, θα συγχωρήση. Μόνο μη θoλώσης πάλι με πτώσεις και αμέλειες τις ευεργετικές πηγές, που σήμερα καθάρισαν με την μετάνοια την ψυχή σου. Μη παύσης να προσεύχεσαι, μη δώσης ελευθερία στα πάθη σου. Φύλαξε το έλεος, την αγάπη και διατήρησε τον φόβο του Θεού. Πήγαινε!»

Ο έμπορος ξεκίνησε αμέσως για την Λαύρα, όπου επί ώρες έλεγε σ' όλους τους μοναχούς των Σπηλαίων για την συνάντησί του με τον Θεόφιλο.



Προρρήσεις θανάτων

Σε άλλη περίπτωσι ο μακάριος συνάντησε στο δάσος του Κιτάγιεφ ένα περαστικό γαιοκτήμονα και του είπε:
«Πού πηγαίνεις:»
«Σπίτι, πατερούλη!»
«Τα τακτοποίησες όμως με τον Θεό:»
Ο γαιοκτήμων απόρησε και προχώρησε χωρίς απάντησι.
«Δεν τα τακτοποίησες;» είπε ο στάρετς ακολουθώντας τον. «Να θυμάσαι, ήρθες εδώ καλά, αλλά δεν θα γυρίσης σπίτι υγιής».

Τι συνέβη λοιπόν: Στο ταξίδι της επιστροφής, ακριβώς στην είσοδο της πόλεως, τα άλογα αφήνιασαν και ανέτρεψαν την άμαξα. Πέφτοντας ο γαιοκτήμονας κτύπησε σε πέτρα και σκοτώθηκε.

Ορίστε και άλλο περιστατικό:

Στην πόλι Κερτς. κοντά στο Ταμάν, ζούσε η χήρα ενός συνταγματάρχη, η Αλεξάνδρα Σοκόλοβα. Αυτή πήγε με την αδελφή της στο Κιτάγιεφ και ζήτησε από τον στάρετς την ευλογία του.

«Δίδαξε την, την ανόητη», είπε ο μακάριος στην αδελφή της. δείχνοντας την Σοκόλαβα, «δίδαξε την καλύτερα, γιατί διαφορετικά θα πηγαίνη με άλογα μέχρι να πεθάνη...»

Η Σοκόλοβα όμως δεν έδωσε σημασία στα λόγια αυτά. Μόλις επέστρεφε στο κτήμα της πρόσταξε να ζέψουν μια άμαξα και ξεκίνησε για το Κερτς για δουλειές. Τα άλογα τρόμαξαν από κάτι στο δρόμο, αφηνίασαν και έριξαν την Σοκόλοβα στο έδαφος, η οποία πέθανε την ίδια μέρα.

Ακόμη ένα περιστατικό. Κάποτε ο στάρετς πήγε στην μεγάλη Εκκλησία της Λαύρας, έλαβε θέσι σ’ ένα από τα στασίδια κατά μήκος του τοίχου της εκκλησίας και άρχισε να προσεύχεται. Στην διάρκεια της αναγνώσεως του Ψαλτηρίου θέλησε να προσκυνήση τους τάφους των αγίων που βρίσκονταν στην εκκλησία και, αφού άφησε το ψαλτήρι του στο στασίδι, πήγε στον τάφο του άγιου Θεοδοσίου. Αυτό το είδαν ο αναγνώστης και ο βοηθός τυπικάρης και αποφάσισαν να κάνουν ένα αστείο στον Θεόφιλο κρύβοντας το ψαλτήρι του. Όταν ο μακάριος επέστρεψε στον κυρίως ναό, δεν γύρισε καν να κοιτάξη στο μέρος όπου καθόταν προηγουμένως. Αντιθέτως, πήγε κατ’ ευθείαν στον βοηθό τυπικάρη που είχε κρύψει το ψαλτήρι στην τσέπη του και του είπε αυστηρά:

«Ε, γέροντα, γέροντα... Αύριο θα πεθάνης και σήμερα θέλεις να κάνης ζαβολιές. Συμφορά σου!»

Η πρόρρησις εκπληρώθηκε με ακρίβεια. Το επόμενο πρωί ο ηλικιωμένος μοναχός πέθανε ξαφνικά.

Ο στάρετς Θεόφιλος κρατούσε απόθεμα ενδυμάτων στο κελλί του, καθώς πολλοί φιλάνθρωποι του έστελναν κάθε λογής ρούχα για τις ελεημοσύνες του. Όταν έβλεπε κάποιον ρακένδυτο άνθρωπο, αμέσως τον έπαιρνε στο κελλί του, του πρόσφερε τηγανίτες και του έδινε καινούργιο πουκάμισο ή ακόμη τον έντυνε από την κορφή ως τα νύχια.

Κάποτε πήγε στον στάρετς ένας εργάτης από το κεραμοποιείο της Λαύρας, ο Ιβάν Μπολσάκοφ. Είχε πάρει από την Λαύρα τον μηνιαίο μισθό του αλλά, από ανθρώπι¬νη αδυναμία, πήγε κατ’ ευθείαν έξω και τα ήπιε μέχρι το τελευταίο καπίκι . Κι έτσι εντελώς κουρελής, πήγε στον μακάριο για ελεημοσύνη.

«Γιατί ελεημοσύνη σε σένα;» του είπε ο στάρετς. «θα τα πιης όλα με τον ίδιο τρόπο. Να πάρε ένα καινούργιο πουκάμισο. Σήμερα θα πεθάνης και δεν ταιριάζει να είσαι στο φέρετρο κουρελής».


Ο Ιβάν Μπολσάκοφ πήρε το καινούργιο πουκάμισο και σκέφθηκε: «Περίμενε συ να πεθάνω, θα τρέξω αμέσως τώρα στην ταβέρνα, Θα πουλήσω το πουκάμισο και θα πιω ένα καλό πιοτό στην υγειά σου».

Όπως είπε, έτσι και έκανε. Ήπιε μέχρι να μεθύση και το βράδυ γύρισε στο κεραμοποιείο. Χόρεψε, τραγούδησε, αστειεύθηκε. Ύστερα θυμήθηκε τον Θεόφιλο. Διηγήθηκε πώς πήρε το πουκάμισο και για την πρόρρησι του θανάτου. Τέλος, ζήτησε άδεια να κοιμηθή στο κεραμοποιείο και του επέτρεψαν. Σκαρφάλωσε στην ψηλότερη κουκέτα, ακριβώς κάτω από το ταβάνι. Τη νύχτα ακούστηκε ξαφνικά ένας βαρύς γδούπος.

Άναψαν φώτα και είδαν τον Ιβάν Μπολσάκοφ πεσμένο στο πάτωμα, με το πρόσωπο μέσα στο αίμα, να μην αναπνέη... Ακροάσθηκαν την καρδιά του, δεν χτυπούσε. Ο δυστυχής είχε πεθάνει. Τι να κάνουν; Τον έντυσαν την άλλη μέρα με ό,τι βρήκαν και τον έθαψαν στο νεκροταφείο με χριστιανική κηδεία. Την δε ιστορία του πουκαμίσου και της προρρήσεως του στάρετς Θεο¬φίλου ακόμη και σήμερα μπορεί να την ακούση κανείς.



Ο μικρός μοναχός

Μία αρχόντισσα, η Μαρία Κοζμίνισκα Σεπέλεβα. όποτε ερχόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ με τον τετράχρονο γιο της, πήγαινε στον στάρετς Θεόφιλο για ευλογία. Ο μακάριος την συμπαθούσε πολύ και κάθε φορά που την συναντούσε στην αυλή του μοναστηριού, κοιτούσε τον μικρό της γυιο και έλεγε: «Α! Να, έρχεται ένας μικρός μοναχός!»

Κάποτε φώναξε το παιδί στο κελλί του και του έδωσε ένα σωρό μικρά τσουρέκια: «Άνοιξε τα χέρια σου! Φάε τα τσουρέκια!» Το παιδί τα έτρωγε με όρεξι και ο στάρετς το ενθάρρυνε. «Φάε, φάε, όταν μεγαλώσης, θα πάρης τον Χριστό, όχι τα τσουρέκια».

Η πρόρρησις του στάρετς πραγματοποιήθηκε. Το παιδί μεγάλωσε, τοποθετήθηκε στο τυπογραφείο της Λαύρας για εκπαίδευσι, κατόπιν έγινε δόκιμος και αργότερα ένας πνευματικός της Λαύρας, σεβαστός σε όλους.

Κάποτε ο μακάριος κάλεσε τον συγκελλιώτη του, τον Παντελεήμονα, και του είπε: «Βάλε εδαφιαία μετάνοια σ' αυτό το παιδί. Φίλησε το χέρι του πνευματικού σου!» Όταν το παιδί μεγάλωσε και έγινε ιερομόναχος, έκειρε τον Παντελεήμονα μοναχό στα τελευταία του και όταν πέθανε τον κήδεψε.



«Το φως της ζωής»

Ο αρχιεπιστάτης στην ανέγερσι του Καθεδρικού Ναού του αγίου Βλαδιμήρου στο Κίεβο, ο Κοδράτος Κοζμίτς Χοβάλκιν, επιθυμώντας να περάση την υπόλοιπη ζωή του με γαλήνη και ησυχία, άρχισε να κτίζη στο Κίεβο ένα σπίτι για τον εαυτό του. Ξαφνικά τον βρήκε μεγάλη συμφορά. Πέθανε η αγαπημένη του κόρη, η μοναδική παρηγοριά και ανακούφισις στην μοναχική ζωή του. Με θλίψι στην καρδιά, ο Χοβάλκιν πήγε στον στάρετς Θεόφιλο για παρηγοριά.

«Γιατί θλίβεσαι;» του είπε ο μακάριος. «Κάθισε σ' ένα κελλί και λέγε την ευχή του Ιησού: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλόν. Όλα θα περάσουν».
«Πού να περάσουν, πατερούλη. Στο πρόσωπο της νεκρής χάθηκε για μένα το φως της ζωής μου».
«Το φως της ζωής σου είναι ο Ανέσπερος Ήλιος, ο Ιησούς Χριστός. Αγόρασε ένα μανδύα. Σύντομα θα γίνης μοναχός».

Λίγο καιρό αργότερα, ο Κοδράτος Κοζμίτς προσήλθε στην αδελφότητα του ερημητηρίου του Γκολοσέγιεφ ως δόκιμος, έκτισε εκεί ένα ξενώνα και άρχισε μία άσκησι σωτηρίας. Σύντομα έμεινε τυφλός. έγινε μοναχός με το όνομα Έρασμος και έζησε πολλά χρόνια έγκλειστος σ' ένα κελλί κοντά στην εκκλησία. Όταν πέθανε, στις 15 Αυγούστου 1880, ετάφη λίγο πιο πέρα από τον τάφο του ασκητή στάρετς Παρθενίου.



Η ευλογία του στάρετς

Ένας νέος της μεσαίας τάξεως του Κιέβου, ο Θεράπων Ντομπροβόλσκυ, ένοιωσε βαθιά επιθυμία να γίνη δόκιμος στην Λαύρα. Επί τρεις ημέρες πήγαινε με την μητέρα του στον στάρετς Θεόφιλο για ευλογία, άλλα ο μακάριος απέφευγε συνεχώς να συζητήση με τον επισκέπτη, στέλνοντάς τον άλλοτε στον ξενώνα και άλλοτε στον ναό. Την τρίτη ημέρα, όταν ο Θεράπων και η μητέρα του είχαν πεινάσει πολύ και φαινόταν ότι η επίσκεψις τους θα έπρεπε να παραταθή, ο νέος στράφηκε για βοήθεια στον συγκελλιώτη του γέροντα, τον Ιβάν. Αυτός τους λυπήθηκε κι έστειλε τον Θεράποντα στο κελλί του στάρετς.

«Γιατί τριγυρνάς εδώ γύρω; Μήπως είμαι κανένας άγιος;» ερώτησε θυμωμένα ο στάρετς τον νέο.

Σ' ένα λεπτό έστειλε έξω με τον Ιβάν λίγο ψωμί και λάχανο τουρσί για τον πεινασμένο Θεράποντα και την μητέρα του. Μόλις ο νέος δοκίμασε το "κέρασμα", αισθάνθηκε την πείνα του να εξαφανίζεται. Σε μισή ώρα ο στάρετς ξαναβγήκε από το κελλί του και ο Θεράπων βλέποντάς τον έπεσε στα πόδια του.

«Δώσε μου την ευλογία σου για την Λαύρα, πατερούλη!»

«Τι ευλογία να σου δώσω; Δεν θα γίνης ποτέ ιερομόναχος. Πήγαινε πάντως. Μόνο να ζήσης καλά. Τετάρτη και Παρασκευή να μην τρως ψάρι και να μη χάσης ποτέ την ακολουθία του Όρθρου».

Ο Θεράπων Ντομπροβόλσκυ έγινε δεκτός στην Λαύρα και εκάρη μοναχός με το όνομα Σπυρίδων. Έζησε πενήντα ένα χρόνια στο μοναστήρι ως απλός μοναχός, τηρώντας πιστά τις οδηγίες του στάρετς, χωρίς να χάση ούτε μία φορά την ακολουθία του Όρθρου.



Ο υγρός τάφος

Ένας ναυτικός από την πόλι Κερτς, ο Ανδρέας Γκαπτσένκο, ήρθε το 1851 για προσκύνημα στο Κίεβο με την γυναίκα του, την μικρή κόρη του και την αδελφή του. Αφού πέρασαν αρκετές ήμερες στο Κίεβο και είδαν τα αξιοθέατα, οι προσκυνητές πήγαν στο Κιτάγιεφ για τον στάρετς Θεόφιλο.

Ο μακάριος βγήκε από το κελλί του και στράφηκε κατ' ευθείαν στην γυναίκα του Γκαπτσένκο, την Ευδοκία Τρυφόνοβα, και την ρώτησε:

«Ζεις κοντά στην θάλασσα;»
«Ναι, κοντά στην θάλασσα, πατερούλη».

«Και το δέλτα του ποταμού σας είναι βαθύ;»
«Δεν ξέρω, πατερούλη, δεν το μέτρησα», απάντησε κατάπληκτη η Ευδοκία Τρυφόνοβα, κοιτώντας τρομαγμένη τους δικούς της.

«Τετάρτη και Παρασκευή να αγοράζης θυμίαμα και κεριά και να τα δίνης στην εκκλησία για την σωτηρία της ψυχής σου, γιατί σε έστειλαν για δουλειά και πούλησες μόνο ψάρια».

Με τα λόγια αυτά τους ευλόγησε όλους και έφυγε.

Οι προσκυνητές έφυγαν και σταμάτησαν για λίγο στο Ποτσάγιεφ για προσκύνημα, έπειτα πέρασαν για μία ακόμη φορά από το Κίεβο και, αφού άφησαν την κόρη τους στο μοναστήρι Φλορόφσκυ στην φροντίδα της μοναχής Αγγελίνας, ξεκίνησαν μόνοι τους για το Κερτς.

Πέρασε λίγος καιρός. Στις 28 Ιουνίου, παραμονή της εορτής των αγίων αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ο Ανδρέας Γκαπτσένκο έπρεπε να φύγη για επείγουσα επαγγελματική υπόθεσι. Έπεσε όμως πολύ άρρωστος και αναγκάσθηκε να στείλη την γυναίκα του στη θέσι του, ενώ ο ίδιος έμεινε σπίτι στο Μιτροντάτ. Η Ευδοκία Τρυφόνοβα ξεκίνησε για το ταξίδι με την κόρη της Παρασκευή που ήταν ενός έτους. Έπρεπε να διασχίσουν με πλοίο το δέλτα του πόταμου. Τα πλοία όμως ήταν γεμάτα και η νεαρή γυναίκα αναγκάσθηκε να επιβιβαστή σε μία άκατο φορτωμένη ασβέστη.
Σύντομα η άκατος άπλωσε πανιά και βγήκε στην ανοιχτή θάλασσα. Την νύχτα ακούστηκε ξαφνικά μία απελπισμένη κραυγή:

«Σώστε τους εαυτούς σας, βυθιζόμαστε!!»
Μία μεγάλη ρωγμή είχε ανοίξει στην καρίνα και το σκάφος άρχισε να βυθίζεται.
Πολλοί ρίχνονταν στην θάλασσα έντρομοι, άλλοι πηδούσαν στις σωσίβιες λέμβους και άλλοι αφήνονταν στο έλεος της τύχης. Η Ευδοκία Τρυφόνοβα δεν τα έχασε και με θερμές προσευχές στράφηκε στον Θεό για βοήθεια. Πέρασε μισή ώρα. Το σκάφος βού¬λιαζε όλο και περισσότερο. Τώρα το κατάστρωμα είχε καλυφθή με νερό και η Ευδοκία στεκόταν με το νερό μέχρι τα γόνατα. Ο αδυσώπητος θάνατος πλησίαζε όλο και περισσότερο.

«Κύριε, ευλόγησον!»

Με τα λόγια αυτά η Ευδοκία έκανε τον σταυρό της, έδεσε το παιδί στην πλάτη της και άρχισε να κολυμπά γενναία. Η νέα γυναίκα πάλευε απεγνωσμένα με το νερό βάζοντας δεκαπλάσια δύναμι στα χέρια της και διέσχιζε τα ορμητικά κύματα της βαθιάς θάλασσας. Όλα γύρω ήταν σκοτεινά, ατελείωτο νερό, και από πουθενά δεν φαινόταν βοήθεια η σωτηρία. Τα χέρια της άρχισαν να παραλύουν και η Ευδοκία έβαλε όλη της την δύναμι. Γύρισε με την πλάτη, μετακίνησε το παιδί στο στήθος της και κρατώντας το με τα δόντια συνέχισε να κο¬λυμπά, χωρίς να ξέρη προς τα πού. Η ακτή ήταν ακόμη μακριά, πολύ μακριά... Της φαινόταν ότι έβλεπε τους δικούς της να περιμένουν τρομαγμένοι την επιστροφή της.

«Αντίο, αγαπημένοι μου, αντίο!»
Η δύναμί της χανόταν και τα χέρια της δεν μπορούσαν πια να κινηθούν. Της φαινόταν ότι γλιστρούσε κάπου μέσα στο κρύο, μέσα στο βάθος, κι ένα τρομακτικό σκοτάδι σκέπαζε τα μάτια της...

Ο Ανδρέας συντετριμμένος από την συμφορά, έψαξε πολύ για την πνιγμένη του σύζυγο και ο Θεός τον λυπήθηκε. Την τρίτη ημέρα τα κύματα έβγαλαν το σώμα της στην ακτή κοντά στο Ταμάν με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπό της. Η αδύναμη σύντροφος της ζωής του κειτόταν σιωπηλή στην ακρογιαλιά κρατώντας στα ξυλιασμένα χέρια της την πεθαμένη κορούλα της, την οποία πίεζε σφιχτά στο μητρικό της στήθος. Αφού κήδεψε την νεκρή σύζυγο του κοντά στο μέρος όπου την είχε βγάλει η θάλασσα, ο Ανδρέας Γκαπτσένκο προσήλθε στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου, όπου έγινε μοναχός με το όνομα Μαλαχίας.

Συνεχίζεται

1 Ψαλμ. λδ’ 11
2 πρβλ. Λουκ. ι’ 42
3 πρβλ. Ιεζ. λγ’ 11
4 Υποδιαίρεσις του ρωσικού νομίσματος, το 1/100 του ρουβλίου

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 12-13
ΙΟΥΝΙΟΣ - ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 1991



Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Ο Στάρετς και οι υπερήφανες κυρίες

Όταν απουσίαζε από το ερημητήριο, ο μακάριος Θεόφιλος δεν κλείδωνε ποτέ το κελλί του, ακόμη και όταν έ­λειπε και ο συγκελλιώτης του στην πόλι. Αυτό το έκανε διότι και κατά την διάρκεια της απουσίας του συναθροιζόταν κόσμος στο κελλί του, κυρίως γυναίκες. Δεν υπήρχε τρόπος να τους αποφύγη. Πήγαιναν σ' αυ­τόν προτού ακόμη να πάνε στην εκκλησία και όταν έβλεπαν τον μακάριο, μετά από μακρά αναμονή έξω από το παράθυρό του, έτρεχαν πίσω του σαν κοπάδι.

Ο στάρετς δεχόταν όλους τους ανθρώ­πους συχνά μόνο με το τραχύ ζωστικό του. Όταν άνοιγε την πόρτα του, οι γυναίκες σπρώχνονταν η μία με την άλλη, προσπα­θώντας να του δώσουν κάποιο δώρο. Μία έτεινε προς το μέρος του μία κανάτα γάλα, άλλη τυρί, βούτυρο ή αυγά, άλλη ένα μπου­κάλι κβας, πίττες κ. ά. Και ω, Θεέ μου, τι απεγνωσμένο παζάρι επακολουθούσε! Η κάθε μία προσπαθούσε να βάλη τα αγαθά της στα χέρια του, η κάθε μία ήθελε να ελ­κύση την προσοχή του.

Για να τις ευχαριστήση για όσα του έ­φερναν, ο στάρετς Θεόφιλος ανέθετε σ' αυ­τές μία ποικιλία από αγγαρείες. Κάποια κουβαλούσε νερό ή ξύλα, κάποια ασβέστωνε τη χτιστή σόμπα ή σκάλιζε στον κήπο. Ανάμεσά τους υπήρχαν και κυρίες επιδει­κτικές ή διαζευγμένες[1]. Ο μακάριος ποτέ δεν ήταν εθιμοτυπικός προς αυτές: τις έβα­ζε να πετάξουν τα νερά της πλύσεως και τα σκουπίδια, να ζυμώσουν ή να καθαρίσουν πατάτες.

Κάποτε ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο μία έγγαμη αρχόντισσα. Μπροστά από το κελλί του στάρετς υπήρχε μεγάλο πλήθος. Πέρασε λοιπόν σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους άλλους και άρχισε να φωνάζη:
«Πατερούλη, ευλογείτε! Πατερούλη, ευ­λογείτε!»
«Και συ ήρθες σε μένα για ευλογία;» «Ναι, πατερούλη, σε σένα. Θέλω να μιλή­σω μαζί σου». «Καλά, τώρα...»

Ο στάρετς μπήκε στο κελλί του και έφερε μία μεγάλη γαβάθα με λαχανόσουπα.

«Κράτησε τον ποδόγυρο σου. Ο Θεός θα ευλογήση».

Και έχυσε τη λαχανόσουπα στην αναση­κωμένη φούστα. Η γυναίκα τρόμαξε. Φο­ρούσε καινούργιο μεταξωτό φόρεμα! Αλλά ο μακάριος δεν της έδωσε καιρό να μιλήση και διέκοψε τις θυμωμένες σκέψεις της.

«Απατάς τον άνδρα σου καθημερινά... Και ήρθες σε μένα για ευλογία με μεταξωτό φόρεμα; Για κοίταξε καλά, που αποπλανάς τους νέους με την ομορφιά σου. Για κοίταξε καλά...»

Μία άλλη φορά ήρθε στον μακάριο μία σπουδαία γαιοκτήμονας. Περιστοιχισμένη από ολόκληρη ακολουθία δουλοπάροικων σταμάτησε με την άμαξά της μπροστά στην κατοικία του μακαρίου και, χαμογελώντας, άρχισε να κοιτάζη προς όλες τις κατευθύν­σεις μ' ένα φασαμέν[2].

«Πείτε μου, παρακαλώ. Πού μένει ο Θεό­φιλος;» ρώτησε δυνατά τον συγκελλιώτη που ήρθε προς το μέρος της.

«Νάτος, σκάβει στον κήπο».

Η λεπτεπίλεπτη κυρία κοίταξε προς τα πίσω και, βλέποντας τον μακάριο να σκάβη στην πρασιά φορώντας μόνο το ζωστικό του, έφτυσε στο πλάι με περιφρόνησι.

«Ντροπή! Τι αγένεια! Να τριγυρνά στο μοναστήρι μόνο με μία πουκαμίσα!»

«Μόνο με μία πουκαμίσα!», είπε ο στά­ρετς μιμούμενός την καθώς πλησίαζε. «Ε, συ ασπροχέρα πριγκίπισσα! Και γιατί έγδυ­σες τους δουλοπάροικούς σου μέχρι το τε­λευταίο πουκάμισο; Και γιατί τους άφησες στον κόσμο χωρίς ένα κομμάτι ψωμί; Δεν έχεις τύψεις που αφανίζεις ανθρώπους και εμφανίστηκε η ντροπή σου μπροστά σ' ένα ταπεινό μοναχό; Μετανόησε, άμετρη υπε­ρηφάνεια! Αγάπησε τον πλησίον σου[3], αλλιώς θα πικραθής όταν η αμαρτωλή ψυχή σου σταθή ενώπιον της κρίσεως του Θεού μέσα στη γύμνια των αισχρών της πράξεων».

Αυτός ο έλεγχος τόσο συγκλόνησε την γυναίκα, που βγήκε αμέσως από την άμαξα με δάκρυα μετανοίας και πέρασε μία ολό­κληρη ώρα στο κελλί του στάρετς, ικετεύον­τάς τον να την συγχωρήση και να προσεύ­χεται γι' αυτήν.

Μία άλλη φορά το πράγμα έγινε κάπως διαφορετικά. Παρουσιάστηκε μία λεπτεπί­λεπτη αριστοκράτισσα. Ο στάρετς δεν ήταν στο μοναστήρι την ώρα που αυτή έφθασε για να πάρη την ευλογία του· ήταν ως συ­νήθως περιπλανώμενος στο δάσος της μονής. Μερικοί όμως που βρίσκονταν στην κορυφή του ψηλού καμπαναριού του Κιτάγιεφ είδαν τον στάρετς να επιστρέφη στο κελλί του. Βάδιζε με το κεφάλι χαμηλωμένο και είχε βρώμικα κουρέλια και πετσέτες κρεμασμένες πάνω του. Ένας Θεός ξέρει που τα βρήκε! Μία δε από τις πετσέτες αυ­τές ήταν φοβερά λερωμένη με περιττώματα. Προχωρώντας προς την κυρία εκείνη, ο Θε­όφιλος σταμάτησε και είπε σε απλή μικρορωσική διάλεκτο:

«Ω, αυτή είναι μεγάλη κυρία! Πρέπει να σκουπίσω τα χέρια μου!»

Και τα σκούπισε με την λερωμένη πετσέ­τα.

«Να, ασπάσου το!», είπε τείνοντας το χέ­ρι του προς εκείνη.

Εκείνη, όπως καταλαβαίνετε, οπισθοχώ­ρησε τρομοκρατημένη.

«Τέτοιες είναι οι αρετές σου ενώπιον Κυ­ρίου του Θεού», είπε ο μακάριος. «Βρωμούν, κυρία μου, βρωμούν!»
Ακόμη και η γνωστή φιλάνθρωπος και ευλαβέστατη κόμισσα Άννα Αλεξέγιεβνα Ορλόβα Τσεσμένσκαγια δεν γινόταν δεκτή με αβρότητα από τον στάρετς. Η κόμισσα ήρθε κάποια φορά στον πατέρα Θεόφιλο με προτροπή του μητροπολίτου Φιλάρετου και ζήτησε την ευλογία του για να αρχίση κά­ποια σημαντική υπόθεσι. Ο στάρετς δεν της απάντησε λέξι, μόνο μάζεψε από την γωνιά του δωματίου του διάφορα σκουπίδια και τα έριξε στην ποδιά του φορέματος της. Η Ορλόβα ήταν τόσο ευσεβής και τόσο ευλαβείτο τον μακάριο στάρετς, ώστε έφυγε τα­πεινά με αυτά τα σκουπίδια για το σπίτι της και σε όλο τον δρόμο συλλογιζόταν για το νόημα αυτής της πράξεως του στάρετς.

Μία άλλη φορά ήρθε σ' αυτόν την παρα­μονή της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτό­κου. Ο στάρετς είχε την συνήθεια αυτή την ημέρα να καθαρίζη το κελλί του και έτσι η κόμισσα Ορλόβα τον βρήκε να πλένη τσουκάλια και πιάτα. Μόλις την είδε, ο μακάρι­ος φώναξε χαρούμενος;

«Α, μία υπηρέτρια, ήρθε μία υπηρέτρια! Ακριβώς πάνω στην ώρα! Σε παρακαλώ, α­γαπητή, πήγαινε στον Δνείπερο και πλύνε μου ένα-δυο τσουκαλάκια».

Και της έβαλε στα χέρια μία στίβα βρώμι­κα πιάτα. Η Άννα Αλεξέγιεβνα μόνο χα­μογέλασε και χωρίς καμμία αντίρρησι πήγε στον Δνείπερο, όπου ατάραχη άρχισε με ε­πιμέλεια να καθαρίζη τη βρωμιά από τα πα­λιά τσουκάλια με τα ίδια της τα χέρια, τα στολισμένα με ακριβά δακτυλίδια. Ο υπη­ρέτης της καθόταν με σεβασμό σε απόστασι και θαύμαζε βλέποντας την κόμισσα σε μία τέτοια ρυπαρή και ταπεινωτική εργασία.



Παραβολές και προρρήσεις

Ο στάρετς δεν μιλούσε ανοιχτά σε όλους. Σε μερικούς εκφραζόταν μέσω παραβολών. Επίσης είχε τη συνήθεια να δίνη στον επι­σκέπτη του κάποια πράγματα χωρίς προ­φανή σημασία γι' αυτόν, αλλά που υπαινίσσονταν προφητικά το μέλλον του. Ένα κε­ραμίδι, μία φλούδα από ξύλο, ένα σάπιο μήλο, ένα αχλάδι, ένα κομμάτι πίττα, ένα αγγούρι, ένα κουρέλι, ένα πρόσφορο, ένα κομμάτι κερί, ή ακόμη μία χούφτα κοπριά που συχνά βρισκόταν στο καλάθι του. Όλα αυτά είχαν για τον στάρετς ένα συμβολικό νόημα που σχετιζόταν με το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Κάποτε έστειλε τον συγκελλιώτη του στον ιερομόναχο Μόδεστο, τον υπεύθυνο της Λαύρας, με μερικά βρώμικα πανιά που τυλίγουν με κορδόνια στις κνήμες και τα πόδια.
«Δώσε τα σ' αυτόν να τα πλύνη», είπε ο μακάριος στον συγκελλιώτη του.
Μετά από λίγο τα πανιά επεστράφησαν πλυμμένα.

«Ε, όχι έτσι!», φώναξε ο στάρετς. «Πάρε τα ξανά. Να τα κάνη πιο λευκά».

Και τα έστειλε στον Μόδεστο για δεύτερη φορά. Τι σήμαιναν αυτά τα βρώμικα πανιά; Σήμαιναν τους ακάθαρτους λογισμούς που εκείνο τον καιρό τάραζαν τον νου του ιερο­μόναχου και τα έστελνε πάλι σ' αυτόν για πλύσιμο, μέχρις ότου καθάρισε ο νους του και δροσίσθηκε μ' ένα ρεύμα νέων, πιο κα­θαρών λογισμών.

Ο ιεροδιάκονος Αγαπητός, ο οποίος αρ­γότερα έγινε ηγούμενος, διορίστηκε γραμ­ματέας της εκκλησίας της Μεγάλης Λαύρας. Το διακόνημα αυτό ήταν πολύ κουραστικό και κοινωνικό και δεν ταίριαζε στον χαρα­κτήρα του. Έπρεπε να έχη διαρκείς συνο­μιλίες με τους πολλούς προσκυνητές που ε­πισκέπτονταν την Λαύρα, να ικανοποιή την περιέργειά τους και να τους ψυχαγωγή, πράγμα που περιόριζε τον χρόνο του για μελέτη και περισυλλογή στο ελάχιστο. Κάποτε τον κατέλαβε απελπισία· και τότε εμ­φανίστηκε ξαφνικά ένας απεσταλμένος του στάρετς Θεοφίλου και έδωσε ένα πρόσφορο στον π. Αγαπητό με την εντολή να το φάη. Εκείνος έφαγε το πρόσφορο και αμέσως η απελπισία εξαφανίστηκε.

Μία φορά ήρθε στον στάρετς η χήρα ενός ψάλτη και έκλαιγε μπροστά του παραπονούμενη για την μοίρα της. Οι συγγενείς της αρνούνταν να την βοηθήσουν, αν και η οι­κογένεια της ήταν μεγάλη, και σχεδόν πέ­θαινε από την πείνα.

Ο στάρετς την κοίταξε με προσοχή και με τα ίδια του τα χέρια σκούπισε τα δάκρυα που κυλούσαν στο πρόσωπο της. Μπήκε στο κελλί του και έφερε έξω μία μεγάλη γαβάθα με λαχανόσουπα.

«Για σένα... Παρακαλώ, παρηγορήσου. Μόνο που όταν θα τα πάρης, πρόσεξε να μη δώσης σε κανένα. Δεν σε βοήθησαν και συ μη τους δώσης».

«Μα δεν έχω τίποτε να δώσω, πατερού­λη».
«Καλά, καλά, πρόσεξε μη δώσης. Κρύψε τα όλα για τον εαυτό σου».

Η χήρα επέστρεψε σπίτι με την λαχανό­σουπα. Μόλις έφθασε στο χωριό, πληροφο­ρήθηκε ότι ένας άτεκνος πριοθιερεύς εξάδελ­φός της είχε πεθάνει και της άφησε ένα με­γάλο κτήμα. Οι άπληστοι συγγενείς, που αδιαφόρησαν για την φτώχεια της, θέλησαν ώρα να επωφεληθούν από τον πλούτο της, αλλά δεν τους έδωσε τίποτε.

Μία άλλη φορά ήρθε στον μακάριο ένας χωρικός με την κόρη του.

«Γιατί ήρθες;»

«Ευλόγησε πατερούλη την κόρη μου να πάη σε μοναστήρι. Είναι τόσο καλωσυνάτη, γλυκομίλητη, υπάκουη. Εγώ και η μητέρα της υποσχεθήκαμε από καιρό να την αφιε­ρώσουμε στον Θεό. Ευλόγησε την...»

«Καλά, τώρα...»
Ο χωρικός περίμενε να δη τι θα συμβή στη συνέχεια. Ο στάρετς τους έφερε ένα κε­ρί από λίπος και έβγαλε από αυτό το φυτίλι.

«Ορίστε».

«Τι είναι αυτό, πατερούλη;» «Η ευλογία της κόρης σου. Πηγαίνετε, φύγετε...»

Μισό χρόνο αργότερα η «καλή, γλυκομί­λητη, υπάκουη» κόρη γέννησε ένα μωρό. Ούτε λόγος για παρθενία ή μοναστήρι· μόνο για γάμο.

Δυο χωρικοί από την επαρχία Σαράτωφ, ο Ιωνάς Κυρίλλωφ και ο Δαμιανός Ν., ξε­κίνησαν για το Άγιον Όρος Άθω. Στον δρόμο τους σταμάτησαν στο Κίεβο να προ­σκυνήσουν όλα τα άγια μέρη και να επισκε­φθούν τον στάρετς Θεόφιλο, για να λάβουν ευλογία για το ταξίδι.

«Δεν μπορείτε να πάτε στον Άθωνα, μεί­νετε εδώ», τους είπε ο στάρετς. «Έτσι και αλλιώς δεν θα πάτε».

Οι νέοι δεν τον άκουσαν και πήγαν στην Οδησσό. Η ρωσική πρεσβεία όμως δεν τους έδωσε βίζα εξ αιτίας της φήμης για επικεί­μενη σύρραξι Ρωσίας και Τουρκίας.

Οι φίλοι γύρισαν στο Κίεβο και έγιναν δεκτοί ως δόκιμοι στην Λαύρα. Μετά μία εβδομάδα επισκέφθηκαν τον μακάριο. Ο στάρετς Θεόφιλος τους έφερε ένα μικρό τσουρέκι, το χώρισε στη μέση και έδωσε από μισό στον καθένα.

Σύντομα οι φίλοι χωρίστηκαν: ο Δαμια­νός στάλθηκε στο μοναστήρι του Σάρωφ, ε­νώ ο Ιωνάς έμεινε στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου.

Στην Χερσώνα ζούσε η Μαρία Ματφέγιε­βνα Γκένζο, χήρα ενός πλούσιου γαιοκτήμονα. Αυτή είχε εμπλακεί σε μακροχρόνια δι­καστική υπόθεσι με τους κουνιάδους της σχετικά με ιδιοκτησία γης, από αδράνειά της όμως έχασε την υπόθεσι. Αντιμετωπί­ζοντας την καταστροφή, την φτώχεια και την καταισχύνη, η Γκένζο θέλησε να δοκιμάση και το έσχατο μέσον και υπέβαλε αίτησι στην Γερουσία για ακύρωσι της δικα­στικής αποφάσεως. Έχοντας δε ακούσει από ευλαβείς ανθρώπους για τον διορατικό στάρετς Θεόφιλο, ταξίδεψε αμέσως στο Κίεβο και κατέφυγε στον μακάριο για συμ­βουλή.

Ο στάρετς εκείνο τον καιρό ζούσε στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Όταν συναντή­θηκε με την επισκέπτρια, της έδωσε ένα τε­ράστιο ζεστό λευκό ψωμί. Αυτό ήταν χωρι­σμένο στα δύο, στο κάτω δε μισό υπήρχε έ­να βαθούλωμα στην ψίχα, όπου ο στάρετς είχε χύσει τόσο λάδι, ώστε ξεχείλισε και έσταζε στο πάτωμα.

«Να, να, πάρε. Μην ντρέπεσαι. Αυτό εί­ναι από μένα για σένα, για την μεγάλη σου υπομονή».
Η Γκένζο απόρησε αλλά πήρε το ψωμί. Επιστρέφοντας στο σπίτι της, έλαβε ξαφ­νικά την είδησι ότι η Γερουσία έκρινε την υπόθεσι υπέρ αυτής και απεφάσισε να της επιστραφή η γη της και επί πλέον οι καταπιεστές της να πληρώσουν όλες τις ζημιές και τα δικαστικά έξοδα.

Ευτυχής η Γκένζο έστειλε με ευγνωμοσύ­νη πενήντα ρούβλια στον στάρετς, ο οποίος τα μοίρασε αμέσως σε φτωχούς που είχαν ανάγκη.



Η ευλογία του Δεσπότη

Ένας ηγούμενος κάποιου μοναστηριού του Κιέβου διηγήθηκε για τον εαυτό του τα εξής: «Το 1852 είχα τελειώσει τις σπουδές μου στο εκκλησιαστικό σεμινάριο του Κουρσκ και ένιωσα την επιθυμία να καρώ μοναχός· γι' αυτό πήγα στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου για προσκύνημα. Είχα ακούσει ότι ο στάρετς Θεόφιλος δεν δέχεται όλους το ίδιο ευνοϊκά, και πριν πάω στο κελλί του έστειλα ένα σύντροφό μου να πάρη ευλογία, ενώ εγώ κρύφτηκα πίσω από ένα δένδρο και παρατηρούσα πώς θα τον δεχθή ο στάρετς. Ο Θεόφιλος δέχθηκε φιλικά τον σύντροφό μου, τον ευλόγησε και του είπε λίγα ευγενικά λόγια. Ενθουσι­ασμένος από αύτη την υποδοχή, βγήκα αμέ­σως από το δένδρο, γονάτισα και έτεινα τα χέρια μου[4] για να λάβω την ευλογία του.

"Φύγε από δω", μου είπε ο στάρετς. "Δεν είμαι αρχιερεύς να σε ευλογήσω. Πήγαινε σε αρχιερέα· αυτός θα σε ευλογήση".

Ομολογώ ότι πικράθηκα πάρα πολύ, έ­πνιγα τα δάκρυα μου και με δυσκολία στε­κόμουν στα πόδια μου. Ο σύντροφός μου πρόσεξε την κατάστασί μου, με πήρε από το χέρι και με ωδήγησε έξω από το ερημητήριο. Ούτε ξέρω πώς περπάτησα ως την Λαύρα. Θυμάμαι μόνο ότι ο σύντροφός μου με παρηγορούσε, ερμηνεύοντας την άσχημη υποδοχή του Θεοφίλου ως ένα ευτυχές γεγονός. Άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτό δεν ήταν προσβολή, αλλά δοκιμασία που έπρεπε να υπομείνω αγόγγυστα και στο εξής εμπιστεύθηκα τον εαυτό μου στις πρε­σβείες της Βασίλισσας των Ουρανών. Επι­στρέφοντας στην Λαύρα πήγαμε στην Με­γάλη Εκκλησία, προσευχηθήκαμε και προ­σκυνήσαμε τα άγια λείψανα. Όταν κατόπιν βγήκαμε έξω, είδαμε σε μία είσοδο μία στα­ματημένη άμαξα και γύρω της συγκεντρωμένους μερικούς προσκυνητές. "Ποιον περι­μένουν;" "Τον Δεσπότη. Τώρα θα βγη". Πράγματι σε πέντε περίπου λεπτά βγήκε ο Μητροπολίτης κι εγώ πήγα βιαστικά προς το μέρος του για ευλογία. Του εξήγησα τον σκοπό της επισκέψεώς μου και εξέφρασα την επιθυμία μου να μείνω για πάντα στο μοναστήρι. Ήταν μεγάλη η έκπληξις και η χαρά μου όταν εκείνη ακριβώς την στιγμή έλαβα από τον δεσπότη την ευλογία και την συγκατάθεσί του να εισέλθω στην αδελφό­τητα της Λαύρας. Σύντομα με έκειραν μο­ναχό και μόνο τότε κατάλαβα την πρόρρησι του στάρετς Θεοφίλου: "Εγώ δεν είμαι αρχιερεύς- πήγαινε σ' αυτόν, αυτός θα σε ευλογήση..."



Ο πειρασμός του νεαρού δοκίμου

Ένας χωρικός ήρθε στο Κίεβο για προ­σκύνημα και κατέφυγε στον μακάριο για συμβουλή, ζητώντας την ευλογία του να μπη στο μοναστήρι. Ο στάρετς Θεόφιλος τον άκουσε και τον ρώτησε:
«Θέλεις να φας;»

Ο χωρικός κούνησε καταφατικά το κε­φάλι.
«Ορίστε, φάε».

Και του έδωσε ένα πιάτο σούπα, στο βά­θος της οποίας υπήρχε κάτι σκληρό, που εκείνος δεν μπορούσε να μασήση. Ο στά­ρετς ήταν περίεργος να δη αν ο νέος θα τα καταφέρη τελικά με αυτό που υπήρχε στον πάτο και τον κοιτούσε από την πόρτα του κελλιού του. Βέβαιος όμως ότι η δοκιμασία ξεπερνούσε τις δυνάμεις του νέου, τον πλη­σίασε και του είπε:

«Καλά λοιπόν, αρκετά. Πήγαινε στο μο­ναστήρι του άγιου Μιχαήλ και μείνε εκεί».
Ο νέος μπήκε στο μοναστήρι και έγινε ο­νομαστός για την πραότητα, την απλότητα και τις διανοητικές του ικανότητες, διορί­σθηκε δε και βοηθός κελλάρη. Σύντομα όμως του συνέβη ένας μεγάλος πειρασμός. Ο κελλάρης, ιερομόναχος Μιχαήλ (από τους ιερείς του Ορλώφ), αντιπάθησε τον ταπεινό βοηθό του και προσπαθούσε να τον διώξη από το μοναστήρι. Με δάκρυα στα μάτια ο δόκιμος μάζεψε όλα του τα πράγματα, τα άφησε σε κάποιον να τα προσέχη και έσπευσε στον στάρετς Θεόφιλο για συμ­βουλή. Φθάνοντας στην πόρτα του κελλιού του, στάθηκε να πη την ευχή: «Δι' ευχών των αγίων Πατέρων ημών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς...»

Ο στάρετς όμως δεν τον άφησε να τελειώση και, ανοίγοντας την πόρτα, τον επέπληξε άγρια.

«Εσύ, Παύλε, γιατί ήρθες; Πήγαινε πίσω αμέσως! Αχ εσύ, μοναχέ του αγίου Μι­χαήλ! Πήγαινε, πήγαινε».
Ο νέος έφυγε ανικανοποίητος και στο δρόμο συλλογιζόταν:

«Άλλο και τούτο! Λένε ότι έχει προορατικό χάρισμα και με είπε Παύλο. Τι Παύλος είμαι, αφού το όνομα μου είναι διαφορετι­κό;»

Ο βοηθός επίσκοπος του Κιέβου Απολλινάριος ήταν ένας πολύ απλός και δίκαιος άνθρωπος, που ενδιαφερόταν ξεχωριστά για κάθε μοναχό και κάθε δόκιμο. Ακού­γοντας για την αδικία που έγινε στον νεαρό δόκιμο, ο δεσπότης κάλεσε τον ιερομόναχο Μιχαήλ και τον διέταξε αυστηρά να αναζητήση τον άνθρωπο που αδίκησε και να τον αποκαταστήση. Έγινε αναταραχή, στάλθη­καν αγγελιοφόροι προς κάθε κατεύθυνσι... Σύντομα, πριν προλάβουν να τον βρουν, ο δόκιμος επέστρεψε από τον Θεόφιλο στο μοναστήρι του αγίου Μιχαήλ. Ο δεσπότης ενημερώθηκε και ο αθώος νέος εγκαταστά­θηκε στον προηγούμενο τόπο του. Σύντομα εκάρη μοναχός. Προς μεγάλη του έκπληξι έλαβε το όνομα Παύλος, όπως προφήτευσε ο Θεόφιλος.



Το τελευταίο προσκύνημα

Η Μαρία Ντουντάρεβα, σύζυγος ενός με­σίτη, ετοιμαζόταν από πολύ καιρό να πάη στο Κίεβο. Εξ αιτίας της επιδημίας χολέρας του 1853 ανέβαλε το ταξίδι, διότι φοβόταν υπερβολικά μήπως μολυνθή. Τελικά τόλμη­σε να ξεκινήση. Όταν επισκέφθηκε το ερημητήριο του Κιτάγιεφ, αποφάσισε να πάη και στον στάρετς Θεόφιλο. Μόλις είχε πλη­σιάσει την πόρτα του κελλιού του, όταν και ο ίδιος ο στάρετς βγήκε να την συναντήση κρατώντας ένα μικρό κουτί με καπάκι, από αυτά που προσφέρουν πούρα.
«Γεια σου, γεια σου, κυρία μεσίτη! Να, σου ετοίμασα ένα κουτάκι... Σου αρέσει;»
«Μου αρέσει, πατερούλη».
«Και αν κλείσουμε έτσι το καπάκι, θα εί­ναι καλά τότε;»
«Πολύ καλά, πατερούλη».
«Καλά λοιπόν, πάρε το. Αλλά πρόσεξε· πήγαινε σπίτι γρήγορα. Ακούς; Μη σταματήσης πουθενά στον δρόμο, γιατί θα συμβή κάτι κακό».
«Μα ήλθα στο Κίεβο για προσκύνημα, πατερούλη, θα ήθελα να μείνω μια-δυο μέ­ρες».
«Ούτε να τολμήσης να το σκεφθής. Πή­γαινε όσο γρήγορα μπορείς».
Η Μαρία έφυγε αμέσως για το σπίτι και έφθασε εκεί τρομαγμένη. Η καϋμένη, μόλις είχε προλάβει να χαιρετήση τους δικούς της, όταν την έπιασαν σπασμοί και εμετοί· μελά­νιασε ολόκληρη και έπεσε στο κρεββάτι. Υ­πέφερε τρεις μόνο ώρες από την χολέρα και μετά παρέδωσε την ψυχή της στον θεό.



Το νεκρό σπουργίτι

Μία εξ ίσου ενδιαφέρουσα διήγησις είναι και η εξής. Στην πόλι Τούλα ζούσαν δύο προσκυνητές, η Κατερίνα Σ. και ο αδελφός της Ιβάν. Δεν είχαν οικογένεια ή συγγενείς. Τον χειμώνα έμεναν σπίτι και την άνοιξι αναχωρούσαν για προσκύνημα σε άγια μέρη· εκείνος στον βορρά και εκείνη στον νότο. Όταν έφθανε το κρύο, επέστρεφαν σπίτι για τον χειμώνα.

Έτσι η Κατερίνα ήρθε κάποτε στο Κίεβο και, κατά την συνήθεια της, σταμάτησε στον στάρετς Θεόφιλο. Ο μακάριος την ευλόγη­σε και της έδωσε ως ενθύμιο ένα μικρό πή­λινο δοχείο τυλιγμένο με χαρτί.
«Ορίστε, πάρε. Μόνο πρόσεξε, μη το λύ­σης προτού φθάσης στο σπίτι».

Η Κατερίνα έφυγε, αλλά στον δρόμο η περιέργεια άρχισε μέσα της να δουλεύη. «Τι μπορεί να είναι στο σκεύος; Προφανώς ο στάρετς πρόβλεψε κάτι καλό για μένα και έβαλε βούτυρο μέσα σ' αυτό». Τελικά, μη μπορώντας να συγκρατηθή άλλο, αποφάσι­σε να το ανοίξη. Σταμάτησε στο δάσος, έλυ­σε το χαρτί και κοίταξε μέσα στο δοχείο. Προς μεγάλη της έκπληξι, μέσα βρισκόταν ένα νεκρό σπουργίτι.

«Α, τι αστείο είναι αυτό; Για δες τι σκέ­φθηκε ο γεροντάκος. Ένα νεκρό σπουργί­τι».
Έφτυσε θυμωμένη και έσπασε το δοχείο με το σπουργίτι πάνω σ' ένα δένδρο. Ένα μήνα αργότερα, η Κατερίνα γύρισε σπίτι από το προσκύνημα.
«Τι, ο αδελφούλης μου δεν γύρισε ακόμη;»

«Όχι, δεν γύρισε», είπαν οι γείτονες, «υ­πάρχει μόνο ένα δέμα στο όνομά σου».
Αποδείχθηκε τελικά ότι αυτό δεν ήταν τί­ποτε άλλο από τα νέα ότι ο αδελφός της λη­στεύθηκε και φονεύθηκε στον δρόμο. Η Κατερίνα κατάλαβε την σημασία του νεκρού σπουργιτιού και αναλύθηκε σε πικρά δά­κρυα.



Η τιμωρία του ζωέμπορου

Στο Κίεβο ζούσε ένας πολύ πλούσιος ζω­έμπορος, ο Α. Ντ. Η γυναίκα του ήταν μει­λίχια και θεοφοβούμενη, ο ίδιος όμως ήταν άνθρωπος τραχύς, σκληρός και ολιγόπιστος. Η γυναίκα του σύχναζε στις εκκλη­σίες και στα μοναστήρια, έδινε ελεημοσύνη, δεχόταν τους φτωχούς και τους ξένους, είχε ευλάβεια στους ασκητές, ήταν δε από καρ­δίας αφοσιωμένη στον στάρετς Θεόφιλο και συχνά τον προσκαλούσε στο σπίτι. Ο δε σύζυγός της, ως άνθρωπος διεφθαρμέ­νος και σκληρόκαρδος, δεν μπορούσε να ανεχθή τον στάρετς Θεόφιλο στο σπίτι του και κάθε φορά μάλωνε γι' αυτό την γυναίκα του και την κορόιδευε.

«Πώς δεν ντρέπεσαι να ασχολείσαι μ' αυ­τόν τον παράξενο τρελλό και να τον δέχε­σαι σπίτι σου;» της έλεγε.
Ένα ωραίο πρωινό, που ο Ντ. δεν ήταν σπίτι, ήρθε ο στάρετς Θεόφιλος εφοδια­σμένος με κομμάτια κάρβουνο και άρχισε να γράφη αριθμούς στην ταπετσαρία, άλ­λους πενταψήφιους και άλλους εξαψήφιους.

Η σύζυγος δεν τόλμησε να τον σταματήση και στεκόταν παράμερα, κοιτώντας τον μα­κάριο. Σύντομα επέστρεψε ο άνδρας της. Αντιλήφθηκε τον ταύρο του Θεοφίλου στην αυλή και θέλησε να πειράξη τον στάρετς. Μόλις όμως μπήκε στο δωμάτιο και είδε τους τοίχους, έφριξε· η ακριβή ταπετσαρία ήταν μαύρη με αριθμούς γραμμένους με κάρβουνο.

«Ποιος τόλμησε να κάνη τέτοιο πράγμα; Ο Θεόφιλος; Φυσικά!»

Και διέσχισε τα δωμάτια ψάχνοντας για τον Θεόφιλο. Βλέποντας τον στην κρεββατοκάμαρα, ρίχθηκε επάνω του με κατηγορί­ες και βρισιές. Αλλά ο Θεόφιλος, παριστά­νοντας τον τρελλό, άρχισε να βγάζη τα ρού­χα του. Ο Ντ. έφτυσε και πετάχθηκε έξω από το σπίτι. Η σύζυγός του, ξαναβρίσκον­τας την ψυχραιμία της από την βαναυσότη­τα του συζύγου της, άρχισε να ζητά συγγνώμη από τον Θεόφιλο και του πρόσφερε λίγο λάχανο τουρσί που του άρεσε πολύ. Εκείνος όμως το αρνήθηκε και της έδωσε μία αυστηρή και διφορούμενη απάντησι.

«Όχι, όλα τελείωσαν! Ο Θεός είναι δί­καιος. Με πρόσβαλαν, με κατέστρεψαν και με άφησαν ζητιάνο. Κύριος έδωκε, Κύριος αφείλετο[5]». Και αμέσως βγήκε από το σπίτι.

Σε λίγο καιρό η οικογένεια του Ντ. έπαθε μεγάλη συμφορά. Η δουλειά τους άρχισε να μην πηγαίνη καλά, τα κεφάλαιά τους άρ­χισαν να εξαφανίζονται και εμφανίσθηκαν τεράστια χρέη. Σύντομα η περιουσία τους εκπλειστηριάσθηκε και ο υπερόπτης πλού­σιος Ντ. έγινε ένας ζητιάνος, σέρνοντας την ύπαρξί του σε κάποια άθλια καλύβα που του παρεχώρησαν οι αρχές του Κιέβου από λύπη και οίκτο...
Συνεχίζεται


[1] Την εποχή εκείνη το διαζύγιο ήταν σκανδαλώδες
[2] φακός για τον ένα οφθαλμό (μονόκλ)
[3] πρβλ. Ματθ. ιθ’ 19 κ.ά.
[4] Κατά τον ρωσικό τύπο: οι παλάμες απλωμένες σταυρωτά, όπου ο ευλογών βάζει το χέρι του σε σχήμα ευλογίας και ο ευλογούμενος το ασπάζεται.
[5] Ιώβ α’ 21

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 14
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1991 - ΙΟΥΝΙΟΣ 1992



Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Οι «εχθροί» του στάρετς

Κοντά σε όσα αναφέρθηκαν εδώ για τις αρχές και τις συνήθειες του μακαρίου Θεοφίλου και για τους τρό­πους με τους οποίους συναναστρεφόταν τους ανθρώπους που τον ευλαβούνταν, δεν είναι περιττό να σημειωθή ότι η επι­κοινωνία του αυτή με τους ανθρώπους και η τεράστια φήμη που απολάμβανε ο μακάριος προκαλούσε συχνά την εχθρό­τητα φθονερών προσώπων, τα οποία προ­σπαθούσαν με κακόβουλες ερμηνείες να σπιλώσουν το τιμημένο και πεντακάθαρο όνομα του μακαρίου στάρετς.

Ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι του ήταν ο ιερομόναχος Ιώβ, ο προϊστάμενος του ερημητηρίου. Επειδή πίστευε ότι όλες οι ενέργειες και οι πράξεις του μακαρίου ή­ταν μόνο υποκρισία και δεισιδαιμονία, κατέτρεχε τον στάρετς σε κάθε του βήμα και παρενέβαλλε σ’ αυτόν όσες ενοχλή­σεις και δυσκολίες μπορούσε, κουράζον­τας τον Μητροπολίτη με διαρκείς αναφο­ρές και παράπονα. Όταν έβλεπε ένα πλή­θος προσκυνητών γύρω από τον μακάριο, ο Ιώβ έτρεχε στην αυλή και τους επέπληττε ως δεισιδαίμονες, αναγκάζοντάς τους να διαλυθούν.

Όταν αυτή η τακτική δεν ωφελούσε, ο προϊστάμενος έδινε εντολή να κλείσουν τις πύλες του μοναστηρίου μετά από το δείπνο, ώστε το φιλοπερίερ­γο πλήθος να μη περιστοιχίζη τον μακά­ριο και να μη πλησιάζη το κελλί του. Και δεν σταματούσε σ’ αυτό. Συχνά εισέβαλλε στο κελλί του μακαρίου, τον στηλίτευε με οργή στις γυναίκες και μάζευε από το τραπέζι του στάρετς τα ασπρόρουχά του, για να τον εμποδίση από του να τα δώση στις πλύστρες. Σε όλους αυτούς τους εξ­ευτελισμούς ο στάρετς απαντούσε μόνο με την πραότητα και τη σιωπή ή ανέφερε δι­άφορες ευαγγελικές παραβολές. Επειδή όμως ο προϊστάμενος δεν ησύχαζε και εξακολουθούσε να τον ενοχλή, συχνά ο στάρετς προφυλαγόταν από την άδικη οργή και τον διαβολικό πειρασμό με το να μη του ανοίγη την πόρτα.

«Παντελεήμων», έλεγε σε τέτοιες περιπτώσεις ο μακάριος στον υποτακτικό του, «κλείσε την πόρτα. Τώρα έρχεται ο εχθρός μας».

Ο Παντελεήμων γνώριζε καλά ποιος ή­ταν αυτός ο «εχθρός» και έσπευδε να κλείση την πόρτα, όσο πιο γερά μπορούσε.

Τελικά ο Ιώβ, για να ενοχλή περισσό­τερο τον μακάριο και για να αποδείξη το δικαίωμα και την εξουσία του, μετέφερε τον στάρετς στο ισόγειο ενός μεγάλου κτι­ρίου κοντά στο δικό του διαμέρισμα. Μο­λονότι εκεί υπήρχαν τέσσερα μεγάλα και άνετα δωμάτια, ο στάρετς ήταν πολύ δυσ­αρεστημένος, διότι μία τέτοια αλλαγή στη ζωή και στη διαμονή του τον εμπόδιζε να κάνη όλα αυτά, για τα οποία τον είχε κα­λέσει ο Κύριος.

Όταν η Λαύρα έστειλε στο ερημητήριο τον ιεροδιάκονο Θεοδόσιο Τουπίτσιν, ε­πειδή είχε ανάγκη ιδιαιτέρας παρακολου­θήσεως λόγω ψυχικής παθήσεως, τον έβα­λαν να μείνη με τον στάρετς στο δεύτερο μπροστινό δωμάτιο. Ο μακάριος δεν άντε­ξε και αμέσως τον έδιωξε. Εξωργισμένος από την αυθαίρετη αυτή ενέργεια, ο προϊ­στάμενος Ιώβ πήρε για δεύτερη φορά τον Θεοδόσιο και μπαίνοντας στου Θεοφίλου είπε ήσυχα:
«Πάτερ Θεοδόσιε! Μετά οσίου όσιος έση και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση[1]... Πάρε την ευλογία του πατρός Θεοφίλου· αυτός θα σε νουθετή και θα ζήσετε ειρη­νικά...»

Όμως ο Θεόφιλος, βγαίνοντας από το πίσω δωμάτιο, έδιωξε ξανά τον Θεοδόσιο και φώναξε στον Ιώβ:
«Γράμματα ξέρεις;»


«Αν δεν ήξερα, δεν θα είχα γίνει προϊστάμενος», απάντησε χαμογελώντας ο Ιώβ.


«Κι έχεις διαβάσει τα βιβλία της Αγίας Γραφής, ε;»


«Όχι μόνο τα διάβασα, αλλά ξέρω και πολλά απ’ έξω».


«Γιατί ο Κάιν σκότωσε τον αδελφό του τον Άβελ; Πες! Απάντησε! Γιατί;»


Και σπρώχνοντας τον Ιώβ έξω από το δωμάτιο χτύπησε την πόρτα πίσω του. Ε­κείνος, προσβεβλημένος ως τα βάθη της ψυχής του, έστειλε αμέσως σχετική ανα­φορά στον μητροπολίτη Φιλάρετο και, α­παριθμώντας όλες τις άπρεπες και αυθαί­ρετες πράξεις του Θεοφίλου, παρακαλού­σε να εκδιωχθή από το ειρηνικό και από­μερο ερημητήριο του Κιτάγιεφ.

Απ' όλες αυτές τις καταγγελίες φαίνε­ται πόσο λίγο καταλάβαιναν τον Θεόφιλο όσοι ζούσαν κοντά του. Αυτό όμως δεν εί­ναι περίεργο. Όποιος δεν γνωρίζει τη δι­κή του ψυχή, δεν είναι καθόλου περίεργο αν δεν μπορή να καταλάβη την ψυχή του αδελφού του. Όταν ο κόσμος διά της σο­φίας ουκ έγνω τον Θεόν εν τη σοφία Αυ­του [2], δεν είναι καθόλου περίεργο αν οι άν­θρωποι αυτού του κόσμου δεν μπορούν να καταλάβουν έναν αληθινό δούλο του Θεού, πολύ δε περισσότερο έναν τόσο μεγά­λο και εκλεκτό δούλο Του όπως ο μακά­ριος στάρετς Θεόφιλος, του οποίου το φρό­νημα, ήδη εκ κοιλίας μητρός αυτού, υπήρ­ξε λύχνος της αληθείας του Χριστού και όλη η ζωή του, αρχίζοντας από την πρώ­τη παιδική ηλικία, ήταν συνυφασμένη με διάφορα θαύματα και σημεία, τα οποία μας θυμίζουν την παιδική ηλικία ενός αγίου από τους πιο δημοφιλείς στην Ρω­σία, του θαυματουργού Αγίου Νικολάου.

Αυτό δεν πρέπει να μας εκπλήττη. Ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται[3]. Δεν θέλει να δη μέσα στην ευλάβεια αυτών των α­σκητών αληθινούς υιούς του Θεού. Αντί­θετα τους περιφρονεί και τους μισεί. Έχει όμως δίκαιο ο κόσμος να μισή αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι, απαρνούμενοι τον κόσμο, αφιερώνουν όλη τη ζωή τους στην προσευχή για τον κόσμο; Ανάμεσά μας, φτώχεια ανυπολόγιστη, θλίψεις ανεξάντλητες, λύπη απαρηγόρητη! Ο εχ­θρός του γένους μας διάβολος πολεμά με όλες του τις δυνάμεις εναντίον μας. Εκύ­κλωσαν ημάς κύνες πολλοί, συναγωγή πονηρευομένων περιέσχον ημάς[4]. Η προ­σευχή των δικαίων είναι για μας όπλο ισχυρό για την απόκρουσι όλων των εχ­θρών. Κι όμως αυτοί, που αγωνίζονται σκληρά εναντίον του εχθρού και ζητούν να σώσουν τους ανθρώπους από την ορ­γή του Θεού, αντιμετωπίζουν γενική καταδίκη, περιφρόνησι και κατατρεγμό. Ωστόσο, οι αγωνιστές αυτοί μνημονεύ­ουν με υπομονή τα λόγια του Ευαγγελίου: Ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει· ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ' εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κό­σμου, δια τούτο μισεί υμάς ο κόσμος[5].


«Ενεδρεύσωμεν τον δίκαιον...»


Έτσι συνέβη και με τον στάρετς Θεόφι­λο. Ακόμη και ο συμμοναστής του, ο προϊστάμενος Ιώβ, δεν μπόρεσε να τον καταλάβη, αλλά αντίθετα τον κατεδίωξε από φθόνο. Τελικά, βλέποντας ότι οι ύβρεις και οι ταπεινώσεις δεν επρόκειτο να επι­τύχουν τίποτε, ο Ιώβ σκέφθηκε νέο τρόπο, για να απαλλαγή από τον μακάριο. Άρχι­σε να συγκεντρώνη διάφορες συκοφαν­τίες εναντίον του, ελπίζοντας ότι έτσι θα πετύχη να διώξη τον στάρετς από το ερημητήριο.

Ο σοφός Σολομών, αναφερόμενος σε παρόμοιες σκέψεις κακών ανθρώπων, λέ­ει: Ενεδρεύσωμεν τον δίκαιον, ότι δύσ­χρηστος ημίν εστι και εναντιούται τοις έργοις ημών... Εγένετο ημίν εις έλεγχον εννοιών ημών. Βαρύς εστιν ημίν και βλεπόμενος· ότι ανόμοιος τοις άλλοις ο βίος αυτού και εξηλλαγμέναι αι τρίβοι αυτού. Εις κίβδηλον ελογίσθημεν αυτώ...[6].

Δεν ξέρουμε αν ο Ιώβ δεχόταν τις ανό­ητες αυτές κατηγορίες εναντίον του δι­καίου. Από τις αναφορές του πάντως ένα πράγμα είναι φανερό: θέλοντας να προσδώση αληθοφάνεια στις συκοφαντίες, ερ­μήνευε την ιδιόρρυθμη ζωή του μακαρί­ου στάρετς Θεοφίλου εντελώς αντίστρο­φα. Έγραφε στον μητροπολίτη Φιλάρετο ότι ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Θεόφι­λος «διασύρει τον μοναχισμό και, με την αμέλεια του για τον βαθμό του, παρουσιάζεται εντελώς ξένος προς αυτόν. Διαδί­δει την δεισιδαιμονία και την υποκρισία. Κρατώντας κρυφή την εσωτερική πλευρά της ζωής του με θράσος και παραφορά, προξενεί αμφιβολίες για το ποιόν των θρησκευτικών αντιλήψεών του και την κατάστασι της διανοητικής υγείας του». Δεν ήταν άραγε με τον ίδιο τρόπο που ε­πιχειρήθηκε η συγκέντρωσι ψευδών μαρ­τυριών εναντίον του Ιησού Χριστού; Ό­μως δικαίων ψυχαί εν χειρι Θεού[7]. Όσο κι αν προσπάθησαν οι εχθροί του μακαρί­ου στάρετς, δεν μπόρεσαν να επιτύχουν τους στόχους τους.

Ο μακάριος δεν θλιβόταν καθόλου από την άδικη συκοφαντία. Απ' εναντίας χαι­ρόταν, ενθυμούμενος τα λόγια της Αγίας Γραφής: Ει ονειδίζεσθε εν ονόματι Χριστού, μακάριοι, ότι το της δόξης και το του Θεού Πνεύμα εφ' υμάς αναπαύεται· κατά μεν αυτούς[8] βλασφημείται, τα δε υ­μάς δοξάζεται. Μη γαρ τις υμών πασχέτω ως φονεύς ή κλέπτης ή κακοποιός ή ως αλλοτριοεπίσκοπος· ει δε ως Χριστιανός, μη αισχυνέσθω, δοξαζέτω δε τον Θεόν εν τω μέρει τούτω[9]. Μακάριοι εστέ όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσι και είπωσι παν πονηρόν ρήμα καθ' υμών ψευδόμενοι ένεκεν εμού. Χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς[10].

Όταν ο συγκελλιώτης του Ιβάν πλησί­ασε με συμπάθεια τον στάρετς θέλοντας να μάθη πώς μπορούσε να αντιμετωπίζη τόσες θλίψεις με απάθεια, ο στάρετς α­πάντησε:
«Αχ, Ιβάν, Ιβάν! Είναι καλύτερα να υπομένης την αδικία από το να την διαπράττης ο ίδιος».


«Κι αν όλα αυτά τα υπομένης μάταια, για το τίποτε, πατερούλη;»


«Και τι μ' αυτό; Δεν μπορούμε να αντιταχθούμε σ' έναν κακό άνθρωπο. Είναι αμαρτία να παραδίδεται κανείς στην λύπη. Είμαστε εξόριστοι πάνω στη γη. Οι εξό­ριστοι δεν παραξενεύονται για τις ύβρεις και τις προσβολές. Βρισκόμαστε κάτω από το επιτίμιο του Θεού, και το επιτίμιο συνί­σταται σε στερήσεις και κόπους. Είμαστε άρρωστοι στην ψυχή και στο σώμα και στους άρρωστους ωφελούν τα πικρά φάρμακα».


Με σκοπό να σβήση κάθε εχθρότητα που θα μπορούσε να νιώση στην καρδιά του για τους κατηγόρους του και για να εκπληρώση την ευαγγελική εντολή ο ή­λιος μη επιδυέτω επί τω παροργισμώ υ­μών[11], ο μακάριος στάρετς αντιδρούσε στις ενοχλήσεις του Ιώβ συντάσσοντας μία επιστολή, όπου ομολογούσε κάθε φο­ρά τον εαυτό του ένοχο για το δυσάρεστο γεγονός που είχε συμβεί. Παρ' όλα αυτά αύξησε ακόμη περισσότερο το αγώνισμα της σαλότητός του.




Παράξενος λειτουργός

Οι τρόποι του πάντως μέσα στην εκκλη­σία αποδοκιμάζονταν και από άλλους, κι όχι μόνο από τον προϊστάμενο. Ο μακά­ριος έστρεφε συνήθως την πλάτη του στους ανθρώπους και κοιτούσε στον τοίχο, χω­ρίς να σηκώνη ποτέ τα μάτια. Όταν μάλι­στα ήταν λειτουργός ο ίδιος, συμπεριφε­ρόταν ακόμη πιο παράξενα. Χωρίς να σταθούμε στις σχετικές λεπτομέρειες, θ' αναφερθούμε μόνο σ’ όσα λέει ο Ιώβ, ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, στην αναφο­ρά του προς τον Μητροπολίτη.

«Όταν ετοιμάζεται για συλλείτουργο», γράφει ο Ιώβ, «ο Θεόφιλος παραβιάζει τον κανόνα και την τάξι. Πριν από την έναρξι του μεγάλου εσπερινού ή του όρ­θρου δεν έρχεται να βάλη μετάνοια και ποτέ δεν στέκεται στο ιερό· είναι άγνωστο που διαβάζει τις ευχές. Είναι αμφίβολο αν συμμετέχη σε ολόκληρη την ακολου­θία.

Στη διάρκεια του καθίσματος φεύγει η στέκεται έξω από την νότια θύρα, και στην διάρκεια του συλλείτουργου δεν στέκεται κανονικά, αλλά στρέφεται προς την ανατολή. Είναι εμφανές ότι ο Θεόφι­λος δεν πλένεται ποτέ. Κατά την διάρκεια της Λειτουργίας στέκεται εμπρός στην Α­γία Τράπεζα σαν αποσβολωμένος και χρει­άζεται συνεχή καθοδήγησι. Τακτοποιεί συνεχώς την πλεξίδα των μαλλιών του. Κρατά το βιβλίο μπροστά του, σπάνια όμως διαβάζει τις απαιτούμενες ευχές και σπάνια κάνει μετάνοιες. Σκουπίζει τη μύ­τη του με το χέρι και ύστερα σκύβει και το σκουπίζει στο κάλυμμα της αγίας τρα­πέζης. Την ώρα της εκφωνήσεως ο Χρι­στός εν τω μέσω ημών δεν μπορεί καθό­λου να συντονιστή με τους συλλειτουρ­γούς του.

Μεταλαμβάνει των αγίων μυ­στηρίων πολύ βιαστικά και έπειτα πηγαί­νει στην πύλη του ιερού κοιτάζοντας προς τον λαό (σαν να επιδεικνύεται) και διαβάζει τις ευχές της Ευχαριστίας. Στις επίσημες ημέρες, αν και συμμετέχει στην ακολουθία, δεν βγαίνει έξω κατά την δέησι, αλλά βγάζει τα άμφια και φεύγει από την εκκλησία. Του έχει συχνά επιβληθή στέρησις φαγητού γι' αυτό. Κατά την προσκομιδή δεν τοποθετεί τον Άγιο Άρτο στο κέντρο του δισκαρίου, αλλά στα αριστερά, απ’ όπου μπορεί εύκολα να αναποδογυρίση. Δεν τηρεί τη σωστή σει­ρά στην τοποθέτησι των μερίδων στο δι­σκάριο. Την ώρα της Λειτουργίας στρέφεται προς το αναλόγιο και δεν κοιτάζει στο ιερατικό. Χρειάζεται υπόμνησι κατά την είσοδο του Ευαγγελίου καθώς και κατά την Μεγάλη Είσοδο, όταν μεταφέ­ρονται τα Τίμια Δώρα. Δεν κρατά το ιε­ρατικό μπροστά του και δεν στρέφει τα μάτια του και την καρδιά του στην Αγία Τράπεζα, όταν κάνη την απαιτούμενη με­τάνοια, αλλά πάντοτε κοιτάζει στο βιβλίο που βρίσκεται στο αναλόγιο. Την στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων εί­ναι δύσκολο να τον παρακινήση κανείς να κάνη τουλάχιστον τρεις μετάνοιες και να ευλογήση με ευλάβεια τα προσφερόμε­να δώρα. Μελίζοντάς τα, σκουπίζει πολύ αργά τους "μαργαρίτες" από τα χέρια του με τον σπόγγο. Ο ρυθμός του στην ακολουθία δεν συντονίζεται με κανενός άλλου. Όταν ο διάκονος εκφωνή πλήρωσον, δέσποτα, το άγιον ποτήριον, δεν κοι­τάζει καν το άγιο ποτήριο, αλλά ρίχνει την ωρισμένη μερίδα του Αγίου Αμνού μέσα σ' αυτό τόσο γρήγορα, ώστε δεν μπορεί να ακολουθήση την σωστή τάξι».

Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος τα πίστευε αυτά, διότι και ο ίδιος είχε συλλειτουργήσει με τον Θεόφιλο και είχε γίνει μάρτυ­ρας της συμπεριφοράς του. «Γύρισε τον στη θέσι του», έλεγε στον αρχιδιάκονο ό­ταν ο μακάριος ήταν γυρισμένος προς την ανατολή, ενώ οι υπόλοιποι ήταν στραμμέ­νοι προς την δύσι. Ο Μητροπολίτης δεν μπορούσε να ξέρη ότι υπήρχε κάποιο αι­νιγματικό μυστικό πίσω από αυτήν την περίεργη συμπεριφορά του στάρετς, ένα μυστικό γνωστό μόνο σ' εκείνον. Μπο­ρούσε μόνο να υπόθεση ότι ο Θεόφιλος ήταν εντελώς ανίκανος.


Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος και ο στά­ρετς

Θα πρέπει ν' αναφέρουμε εδώ ότι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της διοικήσε­ως της Λαύρας από τον Μητροπολίτη Φι­λάρετο ήταν η προσωπική του ταπείνωσις. Δεν την διηύθυνε σαν αυταρχικός δε­σπότης, αλλά σαν ένας σταθερός και ζη­λωτής τηρητής και ταπεινός δόκιμος ό­λων των τυπικών και των παραδόσεων που είχαν επιβάλλει στους μοναχούς οι άγιοι των σπηλαίων. Και η εσωτερική και η εξωτερική ζωή του χρησίμευαν ως υπό­δειγμα για την αδελφότητα της Λαύρας. Η διοίκησις και η καθοδήγησις του Μη­τροπολίτη ακολουθούσαν ό,τι «οι παλαι­οί θαυματουργοί άγιοι της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, καθιέρωσαν και παρέδω­σαν. Ήταν επομένως όχι τόσο ένας μη­τροπολίτης ή προϊστάμενος για την αδελ­φότητα, αλλά ένας πατέρας ή μεγαλύτε­ρος αδελφός. Μ' ένα λόγο, ήταν ένας αββάς, όπως αποκαλούνταν οι πατέρες του αρχαίου ασκητισμού. Οι προσφωνήσεις του, οι ομιλίες του, οι νουθεσίες του, ακό­μη και οι παρατηρήσεις και οι προειδο­ποιήσεις του χαρακτηρίζονταν από πραό­τητα, υπομονή και ανεκτικότητα. Δεν προκαλούσε σε κανέναν τον φόβο ή την δυσπιστία προς το πρόσωπο του. Απ' εναντίας, όλοι έσπευδαν προς αυτόν με χαρά και ειλικρινή διάθεσι».

Ο Μητροπολίτης χειρίστηκε με παρό­μοιο τρόπο και την διαμάχη για τον Θεό­φιλο. Ήταν φανερό ότι τα παράπονα του Ιώβ, ενώ αναφέρονταν στην διατήρησι των κανόνων και των διατάξεων του μο­ναστηριού, ήταν διαποτισμένα από προ­σωπική εχθρότητα προς τον μακάριο. Ο ευθύς και φιλειρηνικός Μητροπολίτης κάλεσε ιδιαιτέρως τον στάρετς Θεόφιλο και τον υπέβαλε σε εξέτασι.


«Θεόφιλε», του είπε ο πράος ποιμενάρχης, «έφθασαν πάλι παράπονα για σένα».


«Αλλότριοι επανέστησαν επ' εμέ και κραταιοί εζήτησαν την ψυχήν μου[12]», απάν­τησε ήρεμα ο μακάριος χαμηλώνοντας το βλέμμα του στο έδαφος.


«Ναι, αλλά τι θα με συμβούλευες να κά­νω με σένα;»


«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε![13]» απάντησε ο Θεόφιλος.

«Γράφουν ότι διαδίδεις την δεισιδαιμο­νία και είσαι πειρασμός για την αδελφό­τητα και τον λαό».

«Λύτρωσε με από συκοφαντίας ανθρώ­πων[14] ».

«Μη μιλάς για "λύτρωσι", αλλά για τη λογική, αδελφέ! Ο προϊστάμενος με ενο­χλεί και ζητά την τιμωρία σου».

«Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι [15];»

«Λοιπόν, κοίταξε με», κατέληξε ο Μη­τροπολίτης Φιλάρετος. «Είμαι ενοχλημέ­νος με σένα, σκανταλιάρη...»

« Εν Κυρίω ο μισθός μου και η φροντίς μου παρά Υψίστω[16]».

Με αυτό η συζήτησις τελείωσε και ο μακάριος, αφού έβαλε μετάνοια στον Μητροπολίτη, έφυγε γρήγορα, αφήνοντας τον σεβαστό ποιμενάρχη στην ίδια απο­ρία σχετικά με την αθωότητά του, την οποία είχε και προηγουμένως.



Ο στάρετς Παρθένιος

Όσο δεν συμπαθούσε αρχικά τον μα­κάριο στάρετς Θεόφιλο ο άγιος Μητρο­πολίτης Φιλάρετος, τόσο σεβόταν τον στάρετς Παρθένιο. Κάθε καλοκαίρι έ­φευγε μαζί του για το έρημητήριο Γκολοσέγιεφ, γύριζε στη Λαύρα μόνο για τις ημέρες των εορτών κι έπειτα επέστρεφε βιαστικά στο ερημητήριο. Εκεί, στην πιο μοναχική γωνιά του ερημητηρίου, στο μέ­σο ενός πυκνού θαμνώνα του σκιερού κή­που, βρισκόταν το κελλί του Παρθενίου.

Αμέσως μετά την πρωινή Λειτουργία στο παρεκκλήσι του ποιμενάρχη, ο Παρ­θένιος πήγαινε στο δάσος, ολοκληρώνον­τας τον κανόνα της προσευχής του καθώς περπατούσε και διαβάζοντας όλο το Ψαλ­τήρι στο δρόμο. Ο συντάκτης του βίου του στάρετς Παρθενίου αποδίδει σύντο­μα, αλλά βαθιά και σωστά, την πνευμα­τική σχέσι του με τον άγιο Μητροπολίτη Φιλάρετο, εκφράζοντας την με τα εξής εποικοδομητικά λόγια:

«Ήταν μεγάλη η αγάπη του αγίου Μητροπολίτη για τον στάρετς, αλλά και απέραντη η αφοσίωσις του στάρετς προς τον άγιο Μητροπολίτη. Αυτή η πνευματική ένωσις έδινε και στους δύο παραμυθία στον ασκητικό δρόμο της ζωής τους. Η ψυχή του ποιμενάρχη, κουρασμένη από τα δύσκολα καθήκοντα του βαθμού του, ξεκουραζόταν με την συζήτησι του φωτι­σμένου στάρετς, και η ψυχή του στάρετς στηριζόταν στην σοφία του ποιμενάρχη με απόλυτη εμπιστοσύνη».

Γιατί τότε, θα ρωτήσετε, παρ' όλη τη φιλομόναχη διάθεσι του Μητροπολίτη Φιλάρετου και τον αληθινά πνευματικό δεσμό του με τους μοναχούς της Λαύρας του Κιέβου, παρέμενε αυτός τόσο ψυχρός προς τον τόσο αξιόλογο στάρετς Θεόφι­λο; Και γιατί αισθανόταν τόσο μεγάλη α­γάπη προς τον μεγαλόσχημο ιερομόναχο Παρθένιο, ενώ έμενε σχεδόν αδιάφορος προς τον ασκητικό στάρετς Θεόφιλο; Στην απορία αυτή μπορούμε να δώσουμε την εξής απάντησι:

Ο μεγαλόσχημος ιερομόναχος Παρθέ­νιος φανέρωνε έναν τρόπο ζωής παρόμοι­ας με αυτήν των μεγάλων αρχαίων ασκη­τών η πνευματική ζωή του έλαμπε στο πρόσωπό του. Ο Δεσπότης παρακολού­θησε από κοντά όλη την πορεία της πνευ­ματικής του τελειώσεως και διακρίνοντας σ’ αυτόν έναν αληθινά φλογερό ζηλωτή του ιερού ασκητισμού, του έδωσε με τα ίδια του τα χέρια το μεγάλο σχήμα στα σπήλαια του άγιου Αντωνίου και τον ωνόμασε Παρθένιο. Ήταν επόμενο αυτά τα δύο πρόσωπα να δημιουργήσουν τόσο στενούς πνευματικούς δεσμούς, ώστε ο σεβάσμιος ποιμενάρχης αποφάσισε να επιλέξη τον Παρθένιο ως πνευματικό του πατέρα.

Ενώ ο στάρετς Θεόφιλος, όντας ήδη μεγαλόσχημος ιερομόναχος στη Λαύρα, θα μπορούσε να αφήνη να ακτινοβολή από το πρόσωπό του ένα υψηλό πνευμα­τικό επίπεδο, αλλά μέσα στον αγώνα του της διά Χριστόν σαλότητος απέκρυπτε την άμεμπτη καθαρότητα και την παιδι­κή αθωότητα της ψυχής του, προσπαθών­τας με κάθε μέσο να αποφύγη την πνευ­ματική επαφή με τον άγιο Μητροπολίτη. Δεν άφηνε τον Δεσπότη να δη μέσα στα βάθη του παράξενου χαρακτήρα του και έτσι τον εμπόδιζε να αντιληφθή τη χάρι που υπήρχε μέσα του, διότι τις οιδεν ανθρώπων τα του ανθρώπου ειμή το πνεύμα του ανθρώπου το εν αύτω;[17]

Ο μακάριος δικαιώνεται

Γι’ αυτό τον λόγο ο ενωχλημένος ποιμενάρχης, όντας φιλοδίκαιος, κάλεσε σε συμβούλιο τους προϊσταμένους και τους συμβούλους του και άκουσε μαρτυρίες ατόμων ξένων προς την Λαύρα, σε μία προσπάθεια να συγκέντρωση κάθε ένδειξι, είτε αυτή δικαίωνε είτε κατέκρινε τον στάρετς.

Το ζήτημα σύντομα εξηγήθηκε, όταν ένας αδελφός, με τον οποίο ο Θεόφιλος ήταν πιο ανοιχτός απ’ ό,τι με τους άλλους, τον πλησίασε και τον ερώτησε για την παράξενη συμπεριφορά του στην διάρ­κεια των ακολουθιών της εκκλησίας. Ο στάρετς απάντησε:

«Ο Θεός βλέπει την απλότητά μου. Λειτουργώ σύμφωνα με τη σωστή τάξι, διαβάζω όλες τις απαιτούμενες ευχές και τι­μώ τον προεξάρχοντα ως ανώτερό μου. Όσο όμως βυθίζομαι στην θεωρία της τε­λέσεως του μυστηρίου, ξεχνώ τον εαυτό μου και ό,τι είναι γύρω μου. Κατά την διάρκεια της Θείας Λειτουργίας βλέπω μία σταυρόσχημη ακτίνα να κατεβαίνη από ψηλά και να αιωρήται επάνω από τον προεξάρχοντα και τους συλλειτουρ­γούς του, μερικές φορές όμως όχι όλους. Βλέπω κάποια δροσιά να κατεβαίνη στα Τίμια Δώρα και λαμπρούς αγγέλους να πετούν πάνω από την αγία Τράπεζα κράζοντας άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ· πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου. Τότε όλη μου η ύπαρξις αρπάζεται ανέκφραστα και μου είναι αδύνατο να τραβήξω τον εαυτό μου από το γλυκό δ­ράμα. Αδελφέ, δεν σου λέω δικαιολογίες· σου λέω μόνο την καθαρή αλήθεια. Μόνο σε παρακαλώ, μη φανέρωσης όσα σου είπα, για να μη σκανδαλίσω τους άλλους, ο βρωμερός αμαρτωλός».

Η απάντησις του μακαρίου στάρετς αναφέρθηκε αμέσως στον Μητροπολίτη Φιλάρετο. Ο ποιμενάρχης είχε ήδη αποφασίσει να μεταφέρη τον Θεόφιλο στο μοναστήρι Μοσνογκόρσκυ, όπου πλέον δεν θα αποτελούσε μέλος της αδελφότητος της Λαύρας. Μόλις όμως άκουσε αυτή την αναφορά, κάλεσε τον υπεύθυνο της Λαύρας αρχιμανδρίτη Ιωάννη και τον εκκλησιάρχη ιερομόναχο Μελέτιο, για να τους συμβουλευθή.

«Γιατί ενοχλείτε τον δίκαιο;» απάντησε στην ερώτησι του Δεσπότη ο εκκλησιάρχης Μελέτιος, που αγωνιζόταν ιδιαίτερα για την υπεράσπισι του Θεοφίλου. «Αφή­στε τον να μας φωτίζη. Διότι κανείς δεν ξέρει ποιος θα ζήση περισσότερο, εσείς ή αυτός...»

Ο Δεσπότης κοίταξε αυστηρά τον τολ­μηρό σύμβουλο και, αφού σκέφθηκε λίγο, είπε:

«Ναι! Έχεις δίκαιο... Όλοι μας βαδί­ζουμε ενώπιον του Θεού».

Και αμέσως έδωσε εντολή στο εκκλησιαστικό συμβούλιο της Λαύρας να αναστείλη τις προηγούμενες περιοριστικές εντολές που αφορούσαν τον Θεόφιλο μέ­χρι νεωτέρας διαταγής.

Έτσι ο μακάριος στάρετς παρέμεινε να ζήση στο ίδιο μέρος.

Την ήμερα μετά το συμβούλιο ο μακά­ριος Θεόφιλος έστειλε με τον υποτακτικό του ένα μεγάλο καρπούζι στον Μελέτιο. Τι είχε προΐδει; Την επομένη Κυριακή, χωρίς προηγούμενη ανακοίνωσι και χω­ρίς να περιμένη την έγκρισι της Ιεράς Συνόδου, με μόνο το προσωπικό του κύ­ρος, ο Μητροπολίτης Φιλάρετος έδωσε μίτρα στον ιερομόναχο Μελέτιο και τον προήγαγε στον βαθμό του αρχιμανδρίτη.
Συνεχίζεται....

[1] Ψαλμ. ιζ' 26-27
[2] Πρβλ. Α’ Κορ. α’ 21
[3] Α' Ίωάν. ε' 19
[4] Ψαλμ. κα’ 14
[5] Ιωάν. ιε’ 19
[6] Σοφ. Σολ. β' 12-16
[7] Σοφ. Σολ. γ' 1
[8] δηλ. τους εχθρούς μας
[9] Α' Πέτρ δ' 14-16
[10] Ματθ. ε’ 10-11
[11] Εφεσ. δ' 26
[12] Ψαλμ. νγ' 3
[13] Ψαλμ ργ' 24
[14] Ψαλμ. ριη' 134
[15] πρβλ. Ψαλμ. κς'
[16] πρβλ. Σοφ. Σολ. ε' 15
[17] Α' Κορ. 6'

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 16-17





Συνεχίζεται

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Άβαταρ μέλους
xristianos.net
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 439
Εγγραφή: Πέμ Σεπ 08, 2011 7:54 pm
Επικοινωνία:

Re: Ο Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν Σαλός

Δημοσίευση από xristianos.net »

Η ημιτελής προσευχή

Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος σύντο­μα θα άλλαζε γνώμη σχετικά με τον μακάριο. Μέχρι τώρα είχε αμφιβολίες για την αγιότητα της ζωής και το προορατικό χάρισμα που απέδι­δαν στον Θεόφιλο, αλλά τα μάτια του θα άνοιγαν σύντομα.

Όπως είναι γνωστό, ο κανόνας προ­σευχής του Μητροπολίτη Φιλαρέτου ήταν εξαιρετικά μεγάλης διαρκείας και έπαιρνε έξι έως επτά ώρες για να ολοκληρωθή.

Σε προσωπικές συζητήσεις που είχε με τους γέροντες της Λαύρας, είχε πη: «Δεν καταλαβαίνω πώς οι ηλικιωμένοι άνθρωποι γενικά και ειδικώτερα οι μο­ναχοί, μπορούν να ζουν, αν δεν έχουν αποκτήσει επαρκή εμπειρική γνώσι της προσευχής και του τρόπου να προσεύχε­σαι, θα πρέπη να είναι εξαιρετικά δύ­σκολο και μοναχικό γι' αυτούς. Γι' αυτό τον λόγο, πόσο είναι απαραίτητο για τον κάθε άνθρωπο που δεν σκοπεύει να περάση τη γεροντική του ηλικία μέσα στην ανία να συνηθίση να προσεύχεται από τη μικρή ηλικία».

Και αυτός ο ίδιος ήταν ο πρώτος που έθετε τη συμβουλή του αυτή σε αυστηρή εφαρμογή.
Συνέβη κάποτε να είναι απαραίτητη επειγόντως η παρουσία του Μητροπολί­τη στο Κιτάγιεφ. Κουρασμένος εξ αιτίας ωρισμένων σοβαρών θεμάτων την προη­γούμενη νύχτα, ξύπνησε το πρωί μισή ώρα αργότερα από το συνηθισμένο και άρχισε βιαστικά τα πρωινά του καθήκο­ντα, έτσι που να μην αργήση στη συνάντησι που είχε στο Κιτάγιεφ. Ενώ διά­βαζε τον πρωινό του κανόνα, ο συγκελλιώτης του ιερομόναχος Ναζάριος ήλθε στο παρεκκλήσι, και ανέφερε ότι η άμαξα ήταν ήδη έτοιμη και περίμενε στην πόρ­τα για να τον πάρη για το ταξίδι. Ο Μητροπολίτης δεν μπορούσε να καθυστερήση την αναχώρησί του και έτσι δεν είχε χρόνο να συμπληρώση τις προσευχές του. Ζήτησε το ράσο του και ανεχώρησε αμέ­σως. Σε μισή ώρα η άμαξα μπήκε στα δά­ση του Κιτάγιεφ και ο Μητροπολίτης Φιλάρετος χαμήλωσε το τζάμι της άμα­ξας αναπνέοντας το υπέροχο άρωμα του φρέσκου πρωινού αέρα. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε σ' ένα μεγάλο δέντρο που βρισκόταν παραπέρα. Στην κορυφή του καθόταν ο Θεόφιλος διαβάζοντας ειρηνικά ένα προσευχητάριο.

«Τι κάνης εκεί πέρα», φώναξε απορη­μένος ο Μητροπολίτης.

«Τελειώνω τον κανόνα μου», απάντη­σε σιγά ο Θεόφιλος από ψηλά.

«Τι; Τι είπες; Μίλα πιο δυνατά! Δεν μπορώ να σ’ ακούσω!».

«Είπα, τελειώνω το διάβασμα του κα­νόνα μου!» απάντησε ο μακάριος με όλη τη δύναμι της φωνής του. «Δεν είχα χρό­νο στη μονή. Το ταξίδι με εμπόδισε, άλλα μπορώ τουλάχιστον να τελειώσω στη διαδρομή!».

«Ναι, ναι. Μιλάς για μένα» μάντεψε ο Μητροπολίτης. «Λοιπόν, σ' ευχαριστώ, κατεργάρη, που συμβούλεψες ένα γέρο άνθρωπο σαν κι εμένα. Κατέβα αμέσως κάτω. Θα τελειώσω το διάβασμα εγώ ο ίδιος».



Το προορατικό χάρισμα του στάρετς

Μετά από αυτό το συμβάν ο Μητρο­πολίτης έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον για τον στάρετς και άρχισε να τον παρατηρή προσεκτικά. Αποφάσισε να επισκεφθή τον στάρετς στο κελλί του με σκοπό να βγάλη ένα τελικό συμπέρασμα για τις άδικες κατηγορίες που υπήρχαν εις βάρος του. Ο Μητροπολίτης ξεκι­νούσε πολλές φορές για το κελλί του Θεο­φίλου αλλά κάθε φορά ο Θεόφιλος προσ­παθούσε να αποτρέψη τον Μητροπολί­τη από την απλή περιέργεια. Μια φορά ο στάρετς έφτασε στο σημείο να καλύψη την πόρτα του κελλιού του απέξω με χαμόκλαδα και πηλό έτσι ώστε ο Μητρο­πολίτης να αναγκαστή να γυρίση πίσω.

Τελικά ο Μητροπολίτης με τη συνο­δεία του συγκελλιώτη του κατάφερε να φθάση και να βρη τον Θεόφιλο στο κελ­λί του. Ο μακάριος δέχθηκε τον υψηλό επισκέπτη πολύ εγκάρδια βάζοντάς τον να καθίση στο μικρό πάγκο, ενώ αυτός πήγε να ετοιμάση το σαμοβάρι. Όταν το νερό άρχισε να βράζη μετέφερε το σα­μοβάρι στη μέση του κελλιού, το έβαλε στο πάτωμα και τοποθέτησε μια πήλινη γαβάθα κάτω από τη βρυσούλα του. Με­τά πήρε την ράβδο του αρχιερέως και την κοίταξε προσεκτικά απ’ όλες τις μεριές.

«Και πόσο αξίζει αυτό το μπαστού­νι;» ρώτησε ο μακάριος κοιτάζοντας τον Μητροπολίτη.

«Τίποτε», απάντησε ο Μητροπολίτης.

«Όχι», είπε ο στάρετς. «Αξίζει του­λάχιστον εικοσιπέντε ρούβλια».

Και με αυτά τα λόγια τοποθέτησε τη ράβδο στη γαβάθα που βρισκόταν κάτω από το σαμοβάρι· έβγαλε το καπάκι και το πέταξε στη γωνία. Το νερό έτρεξε πά­νω στη ράβδο, γέμισε τη γαβάθα και ξε­χειλίζοντας έπεφτε στο πάτωμα. Ο Μη­τροπολίτης τα είδε όλα αυτά με μεγάλη απορία, διέσχισε το βρεγμένο πάτωμα και βιαστικά βγήκε από το κελλί.

Πέρασαν μερικές ημέρες. Ήταν Ιού­νιος και ο καιρός ήταν λαμπερός και ευ­χάριστος. Ο Μητροπολίτης αποφάσισε να πάη μόνος του έναν περίπατο στο δά­σος. Το ντύσιμο του ήταν τέτοιο που σχεδόν δεν ξεχώριζε από τους μοναχούς του Γκολοσέγιεβο. Φορούσε μονάχα ένα απλό ράσο και σκούφο, κρατούσε ένα απλό μπαστούνι στο ένα χέρι και ένα Ευ­αγγέλιο ή Απόστολο στο άλλο.

Έμοιαζε περισσότερο για στάρετς του μοναστη­ριού παρά για Μητροπολίτης. Κοντά στο τέλος του δάσους του Γκολοσέγιεβο υπήρχε ένα βουναλάκι κι εκεί δίπλα σε ένα φράχτη υπήρχε ένα ξύλινο παγκάκι στο οποίο πάντοτε ο Μητροπολίτης ξε­κουραζόταν. Αυτό ήταν το αγαπημένο σημείο του Μητροπολίτη, γιατί από εκεί είχε εξαιρετική θέα· τόσο η πόλι όσο και η Λαύρα απλωνόταν μπροστά στα μάτια του. Απολαμβάνοντας το απόμερο μέ­ρος ο Μητροπολίτης συνήθιζε να κάθε­ται εκεί για ώρες και υψώνοντας τα ιερά του χέρια στον ουρανό προσευχόταν μυστικώς για το καλό όλων όσων ζούσαν στην αγία πόλι και στην Πετσέρσκαγια Λαύρα.

Αυτή τη φορά επιθυμούσε να πη τη συνηθισμένη του προσευχή και γονάτι­σε κάτω, αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένας άνθρωπος με ένα ρόπαλο τον πλη­σίασε μέσα από τους θάμνους και δεί­χνοντας το ρόπαλο που κρατούσε, ρώτη­σε τον Μητροπολίτη:

«Και πόσο αξίζει αυτό το μπαστούνι;».

Ο Μητροπολίτης θέλησε να τον ευ­λογήση, αλλά ο ξένος έκανε γρήγορα γνωστό τον σκοπό του:

«Μην ταράζεσαι, απλώς δώσε μου ό,τι πράγμα αξίας έχεις επάνω σου».

Ο Μητροπολίτης γαλήνια τράβηξε το πορτοφόλι του στο οποίο υπήρχαν εικοσιπέντε ρούβλια και είπε, ενώ του το έδινε:

«Λοιπόν, αδελφέ, λυπάμαι. Υπάρ­χουν πολύ λίγα χρήματα εδώ».

Αλλά όταν ο Μητροπολίτης μετακί­νησε τις πτυχές του ράσου του με σκοπό να τραβήξη το πορτοφόλι του, ο κλέφτης πρόσεξε ένα χρυσό ρολόι με αλυσίδα.

«Εάν υπάρχουν πολύ λίγα εδώ. τότε δος μου το ρολόι σου και την αλυσίδα».

Ο Μητροπολίτης ήρεμα εκτέλεσε την απαίτησι.

«Αχά!», είπε ο ξένος. «Φαίνεται να είναι χρυσό».

«Και τι μ’ αυτό;» είπε ο Μητροπολί­της. «Αυτό που θα ήταν προς όφελός σου, αδελφέ...».

«Πώς γίνεται να είσαι μοναχός, και να έχης χρυσό ρολόι; Ή μήπως δεν είσαι ενας συνηθισμένος μοναχός; Μήπως είσαι σκευοφύλακας ή κάτι τέτοιο;».

«Όχι, δεν είμαι σκευοφύλακας».

«Τότε ποιος είσαι;».

«Για να σου πω την αλήθεια, με φω­νάζουν Μητροπολίτη».

«Μητροπολίτη!!» ψέλλισε έκπληκτος ο ξένος.

«Λοιπόν, ναι. Τι είναι αυτό, αγαπητέ μου, που σε κάνει τόσο πολύ να ταράζε­σαι; Ο Κύριος να είναι μαζί σου».

Ο ξένος έπεσε στα πόδια του.

«Λοιπόν, αδελφέ, σήκω επάνω και συνόδευσε με προς τη Μονή και σε πα­ρακαλώ να μη φοβάσαι τίποτε».

Καθώς πλησίαζαν το ερημητήριο ο Μητροπολίτης γύρισε για να μιλήση στον δυστυχή:

«Θα ήταν σοφό, αδελφέ μου, εάν μου έδινες πίσω το ρολόι και την αλυσίδα. Βλέπεις, είναι χαραγμένο το όνομά μου επάνω. Ποιος ξέρει σε τι προβλήματα θα μπης, όταν προσπαθήσης να το πουλήσης! Θα ήταν καλύτερα αν έμενες εδώ λιγάκι. Μπορείς να μείνης μαζί μας ως ένας οδοιπόρος και θα σου δώσω επι­πλέον κάποια χρήματα!».

Ο ξένος έδωσε πίσω το ρολόι και ο Μητροπολίτης συνέχισε για την καλύβη. Συναντώντας στην πύλη τον συγκελλιώτη του, τον πατέρα Σέργιο, του πα­ρήγγειλε να πάη γρήγορα στην είσοδο, όπου θα εύρισκε έναν οδοιπόρο, ο οποίος είχε την καλωσύνη να τον συνοδεύση και να τον προσκαλέση μέσα. Ο π. Σέργιος πήγε και πέρα από την είσο­δο, αλλά ο ξένος είχε ήδη εξαφανισθή.

«Τι αγενής άνθρωπος», είπε ο Μη­τροπολίτης. «Δεν πειράζει, ο Κύριος ας είναι μαζί του».

Αφού κάθισε λίγη ώρα κάτω και ηρέ­μησε, ο Μητροπολίτης ειδοποίησε να έλθη ο Θεόφιλος. Όταν αυτός εμφανί­σθηκε, ο Φιλάρετος έδειξε με το χέρι το μπαστούνι του και είπε χαμογελώντας:


«Η πρόβλεψίς σου εκπληρώθηκε, Θε­όφιλε. Το μπαστούνι αξίζει εικοσιπέντε ρούβλια. Δεν είναι όμως αυτό που με τρο­μάζει. Αυτό που με τρομάζει είναι ότι ο κακοποιός θα μπορούσε να είναι η αιτία για να χυθή τόσο από το αίμα μου, όσο βραστό νερό άφησες να τρέξη από το σαμοβάρι».


«Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου. Κύριε!»[1], απάντησε ο μακάριος λέγοντας την αγα­πημένη του φράσι.




Η πυρκαιά στην Λαύρα


Ολοκληρώνοντας, θα αναφέρω ένα ακόμη γεγονός το οποίο έπεισε τον Μη­τροπολίτη Φιλάρετο ότι ο στάρετς Θεό­φιλος δεν ήταν ένα συνηθισμένο πρόσω­πο και ότι η ψυχή του ήταν γεμάτη από την χάρι και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος.


Μια φορά, καθώς περνούσε μέσα από το δάσος με άμαξα, ο Μητροπολίτης διέ­ταξε τον αμαξά να στρίψη για το Κιτάγιεφ, και αφού σταμάτησε εκεί, για μισή περίπου ώρα, ξεκίνησαν για το κελλί του γέροντα του ερημητηρίου με σκοπό να συζητήση μαζί του ωρισμένα θέματα. Στο δρόμο τον συνάντησε ο στάρετς Θε­όφιλος και αντί να ζητήση την ευλογία του Μητροπολίτη, πήρε ενα καρβουνιασμένο ξύλο που είχε κάτω από το ράσο του και το πέταξε στα πόδια του Μητρο­πολίτη. Οι άνθρωποι που ήταν γύρω έμειναν με το στόμα ανοιχτό και νόμισαν ότι ο Μητροπολίτης θα θύμωνε και ότι αυτό θα είχε άσχημες συνέπειες για τον Θεόφιλο. Ο Μητροπολίτης όμως φάνη­κε να μη δίνη σημασία στο γεγονός και συνέχισε τον δρόμο του σαν να μη συνέβαινε τίποτε.


Λίγο αργότερα ο Μητροπολίτης βρι­σκόταν ξανά στο Κιτάγιεφ και συναντώ­ντας τον Θεόφιλο στην αυλή του μονα­στηρίου τον σταμάτησε και του είπε:


«Λοιπόν, κατεργάρη, έχω πολύ καιρό να έλθω στο κελλί σου. Σήμερα μετά τη λειτουργία θα περάσω από το κελλί σου για τσάι. Μόνο κοίταξε να μη μου προσφέρης το ίδιο είδος τσαγιού μ' αυτό που μου πρόσφερες την προηγούμενη φορά».


«Είστε ευπρόσδεκτος, σεβασμιώτα­τε», απάντησε ο στάρετς βάζοντας μετά­νοια στον αρχιερέα.


Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν ο Μητροπολίτης ήθελε να μιλήση με τον μακάριο ή, έχοντας στο νου του το μισοκαμμένο κούτσουρο που του πέταξε στα πόδια του, ήθελε να ξεκαθαρίση από τον ίδιο την σημασία αύτης της ενεργεί­ας· το γεγονός όμως είναι ότι μετά το τέ­λος της λειτουργίας ο Μητροπολίτης πήγε κατ' ευθείαν στον Θεόφιλο.


Και πώς τον δέχθηκε ο μακάριος; Ε­πιστρέφοντας στο κελλί του παρήγγειλε αμέσως στον συγκελλιώτη του να γεμίση ένα βαρέλι με νερό και μετά να προσθέση σε αυτό χώμα. Όταν φτιάχθηκε ένας αρκετά καλός «χυλός», ο μακάριος άλει­ψε τους τοίχους του κελλιού του με αυτή την λάσπη, όπως επίσης και την πόρτα και το κούφωμά της, και στη συνέχεια σκόρπισε την λάσπη σε παχύ στρώμα στο πάτωμα. Μετά κάλυψε και το ίδιο το σώμα με λάσπη και κάθισε πάνω στο σκαμνί στη μέση του δωματίου περιμέ­νοντας μόνος τον υψηλό του καλεσμένο.


Σε μισή ωρα η πόρτα του κελλιού άνοιξε και ο Μητροπολίτης μπαίνοντας μέσα σταμάτησε στο κατώφλι γεμάτος κατάπληξι.
Λάσπη και ακαταστασία υπήρχε πα­ντού και ο κύριος του κελλιού δεν έμοια­ζε με μοναχό αλλά με κάποιον που μόλις είχε βγη από μια καμινάδα.


«Τι είναι αυτά;» ρώτησε ο αρχιερέας θυμωμένος.


«Μην έχετε καμμιά αμφιβολία, σεβασμιώτατε. Παρακαλώ. Είναι σαν μετά από τη φωτιά. Είχα φωτιά και της έρριχνα συνέχεια νερό και έτσι λερώθηκα».


Θυμωμένος ο αρχιερέας έρριξε μια υποτιμητική ματιά στον Θεόφιλο και αποχώρησε βιαστικά. Αλλά λίγο πριν καθήση στην άμαξα για να αναχωρήση ο συγκελλιώτης του Θεοφίλου Ιβάν έτρεξε σ' αυτόν φέρνοντάς του τρία μπουκάλια με νερό.


«Από ποιόν είναι αυτά; Για ποιο λό­γο;» ρώτησε ο Μητροπολίτης.


«Είναι από τον στάρετς Θεόφιλο, σεβασμιώτατε. Με διέταξε να σας δώσω αυτό το δώρο και να πω ότι θα σας χρησιμεύση για να το αδειάσετε πάνω στο καμμένο κούτσουρο!».


«Να το αδειάσω στο καμμένο κού­τσουρο; Τι είναι όλα αυτά τα πράγματα τώρα; Και τι έχει βάλει μέσα σε αυτά τα μπουκάλια; Δοκίμασε το!».


«Νερό», απάντησε ο συγκελλιώτης του Θεοφίλου, «σκέτο νερό, άγιε Μη­τροπολίτη».


«Σκέτο νερό;».


«Αλήθεια σας λέω, σεβασμιώτατε».


«Καλά, βάλε το μπροστά στον άμαξα. Είναι φανερό ότι αυτός ο κατεργάρης θέλει να προφητεύση κάτι».


Πέρασαν μερικές εβδομάδες από το τέλος του φθινοπώρου. Στις 12 τα μεσά­νυχτα της 18ης προς 19η Νοεμβρίου 1844, ο Ρωμανός Μπαράνωφ, δόκιμος στη Λαύρα, άναψε τη θερμάστρα στον φούρνο που έκαναν πρόσφορα και μαζί με τους άλλους δόκιμους άρχισαν να ετοιμάζουν τη ζύμη για τα πρόσφορα. Ο προσφοράρης μοναχός Βασίλειος Τιτώφ και ο γενικός υπεύθυνος του φούρνου μοναχός Λεωνίδας Ζατφόρνυ ετοιμάζονταν να συμμετάσχουν στα ά­χραντα Μυστήρια και ξεκίνησαν για τον Όρθρο. Όταν άφησαν την εκκλησία, πήγαν στα κελλιά τους για να διαβά­σουν τις σχετικές προσευχές.


Ξαφνικά, στις τρεις το πρωί, ο νυκτοφύλακας, ένας δόκιμος του φούρνου, ο Ιωσήφ Αλφέρωφ, ένιωσε έντονη μυρω­διά καπνού ενώ βάδιζε στον διάδρομο που χωρίζει τον φούρνο για τα πρόσφο­ρα από τον κυρίως φούρνο. Ο Αλφέρωφ έτρεξε να εξετάση το πίσω μέρος της αυλής όπου φύλαγαν τα ξύλα και όπου βρίσκονταν τα ξύλινα εξωτερικά κτίσματα, αλλά μη βρίσκοντας τίποτε «στραβό», έρριξε μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα της πόρτας που οδηγούσε μέσω μιας σκάλας προς τη σο­φίτα και είδε φωτιά να μαίνεται. Άρπα­ξε το κλειδί, αλλά όταν άνοιξε την πόρ­τα, ο καπνός τον κτύπησε στο πρόσωπο με τέτοια δύναμι που ο Αλφέρωφ τραβήχθηκε πίσω φοβισμένος. Εξετάζο­ντας καλύτερα, μπόρεσε να δη ότι η ξύ­λινη σκάλα είχε πάρει φωτιά κοντά στο οριζόντιο τμήμα της καμινάδας που οδηγούσε από την εστία του φούρνου για τα πρόσφορα στην καπνοδόχο. Οι αδελφοί ήρθαν τρέχοντας με κάδους και πάσχιζαν να σβύσουν τη φωτιά, αλλά τις προσπάθειές τους τις εμπόδιζαν η άβο­λη διαδρομή ως την φωτιά και η διάταξις της μεταλλικής στέγης. Η φωτιά γί­νονταν όλο και πιο δυνατή και σύντομα περιτύλιξε ολόκληρο τον φούρνο για τα πρόσφορα. Για να ολοκληρωθή η συμφορά, ξέσπασε τέτοια δυνατή θύελ­λα εκείνη τη νύχτα που τα αποκαΐδια έφτασαν ως το Ποντόλ και ακόμη μέχρι το μοναστήρι Φλορόφσκι.


Ξημερώνοντας η 19η Νοεμβρίου η φωτιά επεκτάθηκε ακόμη πιο πέρα και εισχώρησε κάτω από τη μεταλλική στέ­γη του τυπογραφείου της Λαύρας. Ο Μητροπολίτης έντρομος, βλέποντας ότι η φωτιά αύξανε σε μέγεθος και απει­λούσε όχι μόνο τα υπόλοιπα κτήρια, αλλά και την ίδια τη μεγάλη εκκλησία της Λαύρας, έπαψε να ελπίζη πλέον στην ασθενή δύναμι των ανθρώπων. Παρήγγειλε να ανοιχθούν οι πόρτες της μεγάλης εκκλησίας και πήγε εκεί να προσευχηθή. Για πολλή ώρα γονάτισε και προσεύχονταν με δάκρυα μπροστά στην ιερά θαυματουργό εικόνα της Κοι­μήσεως και εκλιπαρούσε την Θεοτόκο με δυνατή φωνή να τους βοηθήση και να μεσιτεύση. Κατόπιν σηκώθηκε αποκαμωμένος.


Ένας νεωκόρος είχε μπη στην εκκλη­σία και στεκόταν με σεβασμό σε κάποια απόστασι.

«Λοιπόν, τι έγινε;» ρώτησε ο Μητρο­πολίτης με φωνή που έτρεμε.

«Δόξα τω Θεώ!» απάντησε ο νεωκό­ρος. «Με τις άγιες προσευχές σας σώθη­κε η Λαύρα».

Ο Μητροπολίτης έκανε τον σταυρό του και αναστέναξε με ανακούφισι. Έ­πειτα βγήκε έξω από την εκκλησία και πήγε να δη τον τόπο της πυρκαγιάς. Ένα μεγάλο πλήθος από αστυνομικούς, πυ­ροσβέστες, δουλοπάροικους και στρατι­ώτες των φρουρών της περιοχής συνερ­γάζονταν και η φωτιά άρχισε σιγά-σιγά να υποχωρή. Σε μερικές ώρες οι φλόγες στο τυπογραφείο και στα άλλα κτήρια έσβυσαν εντελώς.

Οι οικονομικές ζημιές σε κτήρια από τη φωτιά στη Λαύρα ήταν αρκετά ασή­μαντες αφού μόνο η στέγη είχε καή ενώ οι τοίχοι είχαν παραμείνει ανέπαφοι. Όταν όμως υπολογίσθηκαν οι ζημιές της τεράστιας αποθήκης των βιβλίων και των μηχανημάτων εκτυπώσεως, το χρηματικό ποσό ήταν πολύ σημαντικό, περίπου 80.000 ρούβλια (Αρχεία της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου, θέ­μα Ν° 2.520).



Ο παράξενος συγκάτοικος

Μετά από αυτό το γεγονός, ο Μητρο­πολίτης τόσο συνδέθηκε πνευματικά με τον μακάριο, που, εις απόδειξιν του σεβασμού και της αγάπης του, πήρε μαζί του τον Θεόφιλο και τον ιερομόναχο Παρθένιο στα δωμάτια της Καλύβης του Γκολοσέγιεβο.

«Έχω μόνο εσάς τους δύο. Εσύ, ένας μεγαλόσχημος, ο Παρθένιος, ένας μεγα­λόσχημος, και εγώ, ένας μεγαλόσχημος, θα ζήσουμε στο όνομα της Αγίας Τριά­δος», είπε ο Μητροπολίτης με πατρική στοργή στον μακάριο ενώ τον εγκαθι­στούσε στην καλύβη. (Πρέπει να σημει­ώσουμε ότι δεκαεπτά χρόνια πριν την εν Κυρίω κοίμησί του, ο αρχιεπίσκοπος Φιλάρετος πήρε το μεγάλο αγγελικό σχήμα με το όνομα Θεοδόσιος και το φύλαξε μυστικό ως τις τελευταίες ημέρες της ζωής του).

Αλλά ο μακάριος δεν είχε καμμία διάθεσι να παρατείνη αυτή τη στενή επαφή και στην πρώτη κατάλληλη ευ­καιρία έφερε τέτοια υγρασία και λάσπη στο κελλί που κατέστρεψε την ταπετσα­ρία και το βαμμένο πάτωμα, και έμπασε ένα πλήθος από ζωύφια στο χώρο που ζούσαν. Δεν περνούσε μέρα που να μην πετάξη έξω κάποιο «πράγμα». Ακόμη, όταν επρόκειτο να καθίσουν και οι τρεις για φαγητό, ο Θεόφιλος προσπαθούσε να λερώνη όσο μπορούσε περισσότερο το τραπεζομάντηλο· γι' αυτό αναποδο­γύριζε το πιάτο του επάνω στην τράπε­ζα σαν να μην το ήθελε, και με αυτόν τον τρόπο ανάγκαζε τον Μητροπολίτη και τον πατέρα Παρθένιο να σηκώνονται γρήγορα από την τράπεζα. Αν αυτό δεν είχε αποτέλεσμα, προφασίζονταν ότι είναι άρρωστος και ότι έχει συνεχή και δυνατό λόξυγκα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να χαλάση την όρεξι του Μητροπολίτη. Ο στάρετς ενοχλούσε τον Παρθένιο με το να φοράη τις μπότες του τη νύχτα, αφήνοντας στη θέσι τους μόνο ένα ζευγάρι ραμμένα σανδάλια ή τσόχινα παπούτσια. Ύστερα εξαφανι­ζόταν μέσα στα δάση ολόκληρη την ημέρα. Ή άλλοτε, στο μέσο μιας ειρηνικής νύχτας, όταν όλοι οι ένοικοι της καλύβης κοιμούνταν βαθειά, πεταγόταν από το κρεββάτι του και έψαλλε όσο πιο δυνατά μπορούσε, «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός, και μα­κάριος ο δούλος...».

Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, από την πρώτη κιόλας μέρα που έφθασε στην καλύβη, χωρίς να δώση σημασία ότι ήταν καλοκαίρι, άρχισε να ανάβη τη θερμάστρα στο κελλί του· και το έκανε πάντα ακριβώς τότε που ο Μητροπολί­της ήταν απασχολημένος με τις προ­σευχές του ή με την αλληλογραφία του. Επιπλέον η φωτιά του έβγαζε τόσο πολύ πυκνό καπνό που οι συγκάτοικοι του στο κελλί έπρεπε να ανοίξουν πόρ­τες και παράθυρα για να αερισθούν λίγο τα κελλιά. Ο Μητροπολίτης όλη αυτή την ώρα καθόταν στον κήπο περιμένοντας κουρασμένα.

Ο στάρετς Παρθένιος τελούσε συνή­θως την πρωινή λειτουργία στο παρεκ­κλήσι της καλύβης του Μητροπολίτη, αλλά συχνά ο Θεόφιλος εμφανιζόταν εκεί ένα τέταρτο της ώρας προτού να φθάση εκείνος και, ντυμένος με τα ιερατικά άμφιά του, άρχιζε την ακολουθία με τον νεωκόρο. Όταν έφθανε ο Παρθέ­νιος στην εκκλησία, μπορούσε μόνο να παραστή στη θεία λειτουργία, δεν μπο­ρούσε όμως να λάβη μέρος σε αυτή. Και επιπλέον ο Θεόφιλος, ο διά Χριστόν σά­λος, έκανε και πολλά άλλα, με τα οποία προσείλκυε πλήθη ανθρώπων.

Όταν ο Μητροπολίτης Φιλάρετος είδε ότι από τη μια μεριά συνέρρεαν σταθερά προσκυνητές κοντά στην απλωταριά της καλύβης του περιμένο­ντας ανυπόμονα να εμφανιστή ο αγαπημένος τους στάρετς Θεόφιλος, και, από την άλλη, επειδή δεν επιθυμούσε να υπομένη ο ίδιος και όσοι ήταν μαζί του τους καθημερινούς περισπασμούς εξ αιτίας των πράξεων του Θεοφίλου, δεν προσπάθησε, πλέον να κρατήση τον στά­ρετς μαζί του. Κάλεσε τελικά τον Θεόφι­λο μετά από το πρωινό τσάι και του είπε:

«Λοιπόν, αδελφέ Θεόφιλε, ο Θεός να σε ευλογή. Ετοιμάσου, γέρικο σπουργί­τι, για την παλιά σου φωλιά στο Κιτά­γιεφ. Θα είσαι πιο ελεύθερα εκεί».
«Κατεύθυνον τα διαβήματά μου κατά το λόγιόν σου»[2], απάντησε ο Θεόφιλος, όπως έλεγε πάντα όταν έπρεπε να μετακινηθή από ένα μέρος σε άλλο, και αφού προσευχήθηκε με ευλάβεια μπροστά στις εικόνες, ανεχώρησε στο μονοπάτι που του υπεδείχθη.

Ο μακάριος επέστρεψε στο Κιτάγιεφ και έζησε εκεί ειρηνικά για μεγάλο χρο­νικό διάστημα. Κανένας δεν παραπονέ­θηκε ξανά για τον τρόπο της ζωής του και κανένας δεν προσπάθησε να βάλη τέλος στις σαλότητές του. Ο κρυμμένος λύχνος ξανατοποθετήθηκε «επί την λυχνίαν»[3] και άρχισε να λάμπη στον καθένα.
Υπέρτερος των υλικών

Λέγεται ότι η αντιπάθεια του μακαρί­ου για τα χρήματα ήταν εκπληκτική. Ο στάρετς δεν δεσμευόταν από τίποτε. Δεν πήρε ποτέ χρήματα, ή εάν τα δεχόταν μετά από ισχυρή παράκλησι των ευλα­βών, τα μοίραζε όλα στους φτωχούς και τους δυστυχισμένους. Μια γενναώδωρη ευγενής κυρία του πρόσφερε ένα σοβαρό χρηματικό ποσό για να το μοιράση στους φτωχούς. Mη θέλοντας να την προσβάλη με την άρνησί του, ο μακάριος δέχθηκε τη δωρεά της, αλλά μόλις αυτή έφυγε, πέταξε τα χρήματα έξω από την πόρτα του κελλιού του και έτσι έμεινε ήρεμος.
Αυτή την ενέργειά του την είδαν άπλη­στοι άνθρωποι, που επωφελήθηκαν από την απλότητα του στάρετς και πήραν τα χρήματα.

Η κόμισσα Ορλόβα-Τσεσμένσκαγια συνάντησε μια φορά τον Θεόφιλο στις πύλες της Λαύρας και τον ρώτησε:

«Πάτερ Θεόφιλε! Θα φύγω σήμερα. Πες μου, τι μπορώ να σου αγοράσω για ενθύμιο;».

Ο στάρετς την κοίταξε, χαμογέλασε και της έδωσε κάποια ακατανόητη απάντησι. Η Ορλόβα δεν κατάλαβε τα λόγια του, αλλά όταν ρώτησε άλλους για αυτά, κατενόησε ότι ο στάρετς ζήτησε να του αγοράση λίγη βότκα. Με αυτή την απάντησι της έδωσε να καταλάβη ότι όλα τα γήινα υπάρχοντα και δώρα ήταν γι' αυτόν τόσο αξιοκαταφρόνητα, όσο λίγη βότκα.



Αμετακίνητος στην ακτημοσύνη

Μια άλλη φορά, η πονόψυχη ηγουμέ­νη του μοναστηριού Φλορόφσκι του Κιέβου Αγνή άκουσε ότι ο στάρετς προ­σεύχεται συχνά όρθιος στο υγρό έδαφος των δασών και αισθάνθηκε συμπόνοια γι' αυτόν.

«Θεέ μου! Πώς μπορεί να περνά ολό­κληρες μέρες στο υγρό έδαφος, προσευχόμενος για μας τους αμαρτωλούς; Πρέ­πει να δώσουμε σ' αυτόν τον ευσεβή άν­θρωπο ένα μικρό χαλί».
Παρήγγειλε στις αδελφές της συνο­δείας της να ράψουν ένα όμορφο χαλί και, όταν το τελείωσαν, το έστειλε στον μακάριο με την αδελφή του, την δόκιμη Άννα Νοβίτσκοβα. Ο στάρετς δέχθηκε το χαλί για να μην προσβάλη την Αγνή. Αλλά την επομένη μέρα αναχώρησε για τα δάση, πήρε το μικρό χαλί μαζί του, το έστρωσε πάνω στο χορτάρι, κάθισε επά­νω για ένα-δυο λεπτά και έπειτα το πέ­ταξε παράμερα και έφυγε αφήνοντάς το πίσω του πάνω στο χορτάρι. Σίγουρα, κάποιος θα πήρε σε λίγο το εγκαταλε­λειμμένο χαλί αφού ήταν εξαιρετικής ποιότητος. Ο στάρετς, όμως, γρήγορα έπαψε ακόμα και να το σκέπτεται.



Απλότης και γεροντική σοφία

Ανάμεσα στους θαυμαστές του Θεο­φίλου ήταν δύο υψηλόβαθμοι αξιωματι­κοί, ο Μιχαήλ Ντιμίτριεβιτς Πόζντνιακ, αξιωματικός στην υπηρεσία του γενι­κού διοικητή του Κιέβου, και ένας φίλος του, επίσης λαμπρός αξιωματικός. Κάθε εβδομάδα, τις Κυριακές και τις αργίες, οι δύο τους επισκέπτονταν τον στάρετς, γευμάτιζαν στο κελλί του και περ­νούσαν ολόκληρη την ημέρα με ψυχωφελείς συζητήσεις.

Μια φορά, αυτοί οι δυο φίλοι αποφά­σισαν να κάνουν ένα αθώο αστείο στον μακάριο. Πήραν κρυφά το φθαρμένο του σχήμα και παρήγγειλαν καινούργιο στην πόλι. Ο στάρετς στενοχωρήθηκε και λυπήθηκε υπερβολικά για την απώ­λεια, και όταν οι δύο ένοχοι της κλοπής του έφεραν αυτοπροσώπως και το παλιό και το καινούργιο σχήμα, είπε με χαμό­γελο:

«Χωρατατζήδες! Γιατί το κάνατε αυτό; Δεν βλέπετε ότι σχεδόν με οδηγή­σατε στην αμαρτία: Ήθελα να προετοι­μαστώ για προσευχή στον Βασιλέα, αλλά δεν είχα το σχήμα μου. Ήθελα να τελέσω θεία Λειτουργία στην εκκλησία, αλλά δεν είχα το σχήμα μου. Δόξα τω Θεώ που επιστρέψατε τουλάχιστον το παλιό».

«Μα φόρεσε το καινούργιο! Το παλιό σου δεν είναι κατάλληλο».
«Πονηροί! Ποιος θα εμφανιζόταν για επιθεώρησι στον Τσάρο χωρίς να φορά τα παράσημά του και όλα τα εμβλήματά του; Τι βραβεία κέρδισα εγώ σε αυτό το καινούργιο σχήμα, ενώ στο παλιό τόσα πράγματα ξεχωρίζουν σε ομορφιά;».

Χωρίς να φορέση το νέο σχήμα ούτε μια φορά, το έστειλε στο ιματιοφυλάκιο των μακρινών σπηλαίων.



Η μυστική ελεημοσύνη του μακαρίου

Ιδού και ενα παράδειγμα της μυστι­κής ελεημοσύνης του μακαρίου.

Ζούσε στη Λαύρα ένας δόκιμος που είχε το διακόνημά του στον κήπο Νοβοπασέτσνυ. Όταν ενηλικιώθηκε, τον κά­λεσαν στον στρατό ως κληρωτό. Κρίθη­κε κατάλληλος για υπηρεσία και στρατολογήθηκε. Ο νεαρός ασκητής της ευσεβείας κυριεύθηκε από θλίψι στον επικεί­μενο χωρισμό του από το μοναστήρι. Δεν μπορούσε να εξαγοράση την θητεία του, διότι δεν είχε καθόλου χρήματα. (Εκείνη την εποχή, ένας κληρωτός μπο­ρούσε να εξαγοράση την υποχρέωσι της θητείας του αντί να υπηρετήση ο ίδιος. Αυτό κόστιζε 1.000 ρούβλια).

Αμέσως ύστερα από αυτό συνέβηκε να συναντήση τον στάρετς Θεόφιλο. Ο μακάριος τον κοίταξε με επιμονή και του είπε:

«Γιατί λυπάσαι, στρατιώτη; Επειδή δεν θέλεις να υπηρετήσης τον επίγειο βασιλιά; Θέλεις να μπης στην υπηρεσία του ουρανίου Βασιλέως;».

«Δεν αξίζω αυτό το έλεος από τον Θεό. Δεν υπάρχει μέρος για μένα τον αμαρτωλό σε αυτή την ιερά Μονή της Λαύρας», είπε ο δόκιμος και τα δάκρυα ξεχύνονταν βροχή από τα μάτια του.

«Έλα, έλα, μην κλαις, μη στενοχωριέ­σαι, αδελφέ μου. Θα συνέχισης να ζης στη Λαύρα», είπε ο μακάριος και συνέ­χισε τον δρόμο του.

Τρεις μέρες αργότερα, η κόμισσα Ορλόβα-Τσεσμένσκαγια ήρθε στο Κίε­βο για προσκύνημα, και αφού τελείωσε τα σχετικά καθήκοντα, πήγε να δη τον στάρετς Θεόφιλο για να εξομολογηθή.

Δεν τον βρήκε στο κελλί του αλλά βλέ­ποντας τον Θεόφιλο στην αυλή, προχώ­ρησε προς το μέρος του. Έχοντας κατα­λάβει την πρόθεσι της Ορλόβα, ο μακά­ριος αποφάσισε να δοκιμάση την ταπείνωσί της και σαν να μην την είχε προσέ­ξει, έφυγε γρήγορα για το δάσος. Η Ορλόβα δεν ήθελε να χάση τον στάρετς γιατί δεν ήταν πάντοτε εύκολο να τον βρη κανείς, έτσι άρχισε να τον ακο­λουθή. Ο στάρετς τάχυνε το βήμα του. Το ίδιο έκανε και η Ορλόβα. Κάνοντας απότομες στροφές και λοξοδρομήσεις που η Ορλόβα τον έχανε από τα μάτια της, ο Θεόφιλος εμφανιζόνταν ξανά σε απόστασι. Ο μακάριος κατευθυνόταν προς τον κήπο Νοβοπασέτσνυ και, αφού μπήκε στο παραπόρτι της πύλης, εξαφα­νίστηκε γρήγορα από τα μάτια της.

Η ανήσυχη κόμισσα, χάνοντας τα ί­χνη του Θεοφίλου, σταμάτησε σαστισμέ­νη. Ευτυχώς γι' αυτήν, ο ίδιος δόκιμος-νεοσύλλεκτος κάθονταν κοντά στην πύ­λη· βάδισε προς το μέρος του και τον ρώ­τησε:
«Πες μου, σε παρακαλώ. Πέρασε μέσα εδώ ο πάτερ Θεόφιλος;».

-Μόλις μπήκε στον κήπο», απάντησε ο δόκιμος κάνοντας μια υπόκλισι σεβα­σμού και άνοιξε την πύλη μπροστά από την κόμισσα.

«Επιτρέψτε μου...».

Γεμάτη χαρά η Ορλόβα άρπαξε μια χούφτα χρυσά νομίσματα από το πορτο­φόλι της και τα έδωσε στον δόκιμο σε ένδειξι ευγνωμοσύνης.

Τα χρήματα ήταν αρκετά όχι μόνο για να εξαγοράση την στρατιωτική του θητεία, αλλά περίσσευαν μερικά και για τις άλλες ανάγκες του.



Σύμβουλος σε θέματα γάμου

Ο στάρετς Θεόφιλος ήταν τόσο γνω­στός στην περιφέρεια του Κιέβου που κανένας απλοϊκός, ευσεβής και θεοφο­βούμενος άνθρωπος στην περιοχή δεν ξεκινούσε τις υποθέσεις του χωρίς προ­ηγουμένως να ζητήση την συμβουλή και την υπόδειξι του στάρετς. Σπάνια θα άρ­χιζε γάμος χωρίς την ευχή του. Καθένας αποδεχόταν, χωρίς συζήτησι, τον λόγο του στάρετς, ακόμα και αν ήταν αυστη­ρός ή δυσάρεστος, και εκτελούσε την συμβουλή του με ακρίβεια, σαν προφη­τική φωνή από τον ουρανό.

Στο Κίεβο ζούσε ένας μεσίτης, ο Ιβάν Ν. Στα νειάτα του, όταν εργαζόταν ως πωλητής σε κάποιο κατάστημα, αποφά­σισε να παντρευτή. Για πολύ καιρό έψα­ξε την κοπέλλα των ονείρων του, και κά­ποτε, σε μια συγκέντρωσι εμπόρων, το βλέμμα του έπεσε πάνω στην Λιουμπότσκα Ζ. Η μοίρα του μεσίτη είχε αποφασισθή. Θα έκανε πρότασι γάμου στην Λιουμπότσκα. Ντύθηκε με τα πιο καλά ρούχα του, πήγε στο σπίτι των γονέων της και φανέρωσε τις προθέσεις του. Από τη μητέρα της κοπέλλας πήρε την εξής απάντησι:

«Η Λιουμπότσκα μας είναι ήδη αρραβωνιασμένη. Ο μνηστήρας της είναι ο νεαρός Χέντρικ Μ. Αν και είναι Λουθηρανός στο θρήσκευμα, δεν μπο­ρούμε να πάρουμε πίσω τον λόγο μας».

«Θεέ μου! Μα αγαπώ πολύ την κόρη σας!».

«Λοιπόν, τι μπορεί να γίνη; Κρίμα που δεν μας μίλησες γι' αυτό νωρίτερα».

Ο μεσίτης ήταν πολύ έξυπνος και δραστήριος άνθρωπος, ενώ ο Γερμανός ήταν επιπόλαιος αλλά πλούσιος. Οι γο­νείς της Λιουμπότσκα, ακούγοντας την πρότασι γάμου του εμπόρου συγκέντρω­σαν τους συγγενείς τους στο σπίτι τους και έκαναν σύσκεψι, αλλά οι περισσότε­ροι από αυτούς μίλησαν ευνοϊκά για τον Γερμανό. Προτού όμως να συμφωνήσουν τον γάμο, αποφάσισαν να επισκεφθούν τον στάρετς Θεόφιλο. Πήραν μερικές δί­πλες, ψωμί, θυμίαμα και κεριά και ανεχώρησαν για το κελλί του μακαρίου. Ό­ταν έφθασαν, ο στάρετς τους άνοιξε την πόρτα και τους καλοσώρισε έναν-έναν, αλλά, χωρίς να αφήση τους επισκέπτες να βγάλουν λέξι, είπε:

«Ιβάν. Ιβάν. Μην τολμήσετε να την δώσετε στον χοντροκέφαλο Χέντρικ!».

Οι γονείς το έλαβαν σοβαρά υπόψιν τους, η Λιουμπότσκα παντρεύτηκε τον μεσίτη και ήταν ευτυχισμένη όλη της τη ζωή.

Υπήρξε και άλλη μια περίπτωσι. Η χήρα μεγαλοκτηματίας Θέκλα Ταράσοβα είχε μια ωραία κόρη, την Άννα. Δύο μνηστήρες την ζήτησαν σε γάμο. Ο ένας ήταν όμορφος, ευγενής, καλωσυνάτος, και επιρρεπής στο πιοτό και στο γλέντι. Ο άλλος είχε ένα μικρό βλογιοκομμένο πρόσωπο και ύφος σκυθρωπό, αλλά ήταν ευγενικού και θετικού χαρακτήρα. Ο πρώτος ζούσε στην Ντίμιεφκα, ένα προάστιο του Κιέβου, ο δεύτερος στη μι­κρή πόλι Μυσελόφκα. Η Άννα ήταν πολύ ερωτευμένη με τον όμορφο, ενώ αδιαφορούσε παντελώς για τον δεύτερο και αρνιόταν κατηγορηματικά να τον παντρευτή. Η μητέρα της, από την άλλη πλευρά, επέμενε να παντρευτή αυτόν από τη Μυσελόφκα.
Ανεχώρησαν για το Κιτάγιεφ για να συμβουλευθούν τον στάρετς. Ο μακά­ριος, χωρίς να πη λέξι, έδωσε στην Άννα ένα ζυγό με κάδους και της ζήτησε να φέρη λίγο νερό από την Ντίμιεφκα. Η κοπέλλα εκτέλεσε την παραγγελία. Ο μακάριος έχυσε το νερό μέσα σε ένα βα­ρέλι που βρισκόταν κάτω από την υδρορροή και ξαναέδωσε στην Άννα τους κάδους με την παραγγελία να πάη για νερό αυτή τη φορά στη Μυσελόφκα. Η Άννα έφερε το νερό σε μισή ώρα.

«Από που ήταν δυσκολώτερο να το φέρης;» ρώτησε ο στάρετς το κορίτσι.

«Από την Ντίμιεφκα», απάντησε η Άννα. «Είναι μακρυά από εδώ, ενώ η Μυσελόφκα είναι πιο κοντά».

«Καλά, να θυμάσαι τότε. Οι κάδοι πάνω στον ώμο σου παριστάνουν τη ζωή σου. Αν ακούσης τη μητέρα σου και παντρευτής αυτόν από τη Μυσελόφκα, τό­τε η ζωή σου θα είναι ανάλαφρη. Αν όμως παντρευτής αυτόν από την Ντί­μιεφκα, θα αναθεματίζης όλη σου την ζωή από βάσανα και ανάγκες».

Πεπεισμένη από αυτά τα λόγια, η Άννα άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και, παίρνοντας τον άντρα από την Μυσελόφκα δεν το μετανοούσε σε όλη της τη ζωή.

Αλλά μια φορά συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Ο στάρετς συμβούλεψε ενα νέο να παντρευτή κάποια συγκεκριμένη νέα χήρα, αλλά ο νέος παντρεύτηκε μια κοπέλλα που είχε διαλέξει ο ίδιος.

«Γιατί στενοχωριέμαι και ακούω έναν τέτοιο γέρο;», είπε στους συντρό­φους του. «Ο γέρο-μοναχός σε καμμιά περίπτωσι δεν θα πάρη είδησι».

Όταν μετά από μια εβδομάδα το νέο ζευγάρι ήρθε στο Κιτάγιεφ, πήγαν να δουν τον στάρετς για να τους ευχηθή. Ο Θεόφιλος τους συνάντησε στο κατώφλι της πόρτας του κελλιού του και αντί για τις ευχές του οι νεόνυμφοι δέχθηκαν ένα παλιό χαλασμένο καλάθι, που στον πυθμένα του υπήρχε ένας σωρός από σκουπίδια και στην κορυφή τοποθετη­μένα δύο μήλα.

Χωρίς να είναι σε θέσι να το καταλά­βουν, οι νέοι πήγαν σε έναν πνευματικό πατέρα στο Κιτάγιεφ για να τους το εξη­γήση. Ο πνευματικός τους άκουσε και είπε:

«Τα δυο φρέσκα μήλα είστε εσείς. Ο σωρός των σκουπιδιών κάτω από αυτά είναι η δυστυχισμένη ζωή που σας περι­μένει».

Και, πράγματι, δεν πέρασε ένας χρό­νος προτού να αρχίση το νέο ζευγάρι να μαλώνη και τελικά χώρισε.


[1] Ψαλμ. ργ’ 24
[2] Ψαλμ. ριη’, 133
[3] Ματθ. ε’, 15

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 18



Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου
Τα πάντα δώσε για τον Χριστό, Τον Χριστό μη δώσεις για τίποτε. Άγ. Ιουστίνος Πόποβιτς
Απάντηση

Επιστροφή στο “Βίοι Αγίων και Γερόντων”