"Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- trader21
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1030
- Εγγραφή: Σάβ Δεκ 31, 2011 4:35 pm
- Τοποθεσία: Σύμος - Αθήνα
"Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Οσία Σοφία , η ασκήτισσα της Παναγίας
Η Σοφία γεννήθηκε το 1883 μ. Χ. σε κάποιο χωριό της Τρίπολης του νομού Τραπεζούντας του Πόντου. Το 1907 μ .Χ,. σε ηλικία 24 χρονών παντρεύτηκε τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδου και μετά από τρία χρόνια γέννησε ένα παιδί. Μετά από δύο όμως χρόνια έμεινε ολομόναχη, αφού το παιδί της πέθανε και τον άντρα της πήραν οι Τούρκοι για το στρατό και ακολούθως χάθηκαν τα ίχνη του στον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε έφυγε από το χωριό της για κάπου παραθαλάσσια όπου έμεινε μέχρι το 1916 μ. Χ. οπόταν και χάθηκαν τα ίχνη της. Μετά τρία χρόνια λίγοι εναπομείναντες συγγενείς της την εντόπισαν σε μια εκκλησία ντυμένη με ράσα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης.
Το 1925 μ. Χ. φεύγει για τη Φλώρινα στον Άγιο Μάρκο όπου βλέπει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο που την παροτρύνει να πάει στο Μοναστήρι Της, στην Κλεισούρα.
Μετά από 10 μέρες που ήταν η μέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας στις 15 Αυγούστου πηγαίνει εκεί και βρίσκει την ηγουμένη Πελαγία που ήταν παράλυτη. Έκτοτε και μέχρι την κοίμισή της το 1974 μ. Χ. έμεινε εκεί, όπου με αυστηρή άσκηση και οικειοθελείς κακοπάθειες έφτασε σε ύψη Χριστιανικής αρετής και απέκτησε από τον Κύριό μας το χάρισμα της θαυματουργίας.
Τα βράδια τα περνούσε σε μια γωνιά δίπλα από το τζάκι σκεπασμένη με φύλλα. Σε στρώμα δεν κοιμήθηκε ποτέ . Μάλιστα κάποτε για σκοπούς κακοπάθειας έστρωνε πέτρες και έπεφτε πάνω , ενώ τακτικά κτυπούσε το σώμα της με τσουκνίθες.
Η τροφή της υπήρξε συνεχώς λιτή αφού έτρωγε μόνο χόρτα και σαρδέλες, ενώ τις νηστείες έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και αλάτι. Τροφή επίσης ήταν μούσκλα ή μανιτάρια που μάζευε από το δάσος. Αν κάποτε άνοιγε κονσέρβα με ψάρια έπρεπε πρώτα να τ’ αφήσει να μουχλιάσουν πριν τα φάει. Το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσε μόνο για τα καντήλια και σε κάποιες προσκυνήτριες/μαθήτριες τις μάθαινε πως να φτιάχνουν χορτόπιτες με καρύδια , που έβγαζαν το δικό τους λάδι. Αργότερα οι συνταγές αυτές χρησιμοποιήθηκαν και από άλλα μοναστήρια.
Η Σοφία ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και για να μην σκανδαλίζει κανένα , όταν πήγε στο μοναστήρι πήρε κάπνες από τα καζάνια που μαγείρευαν και μουτζούρωσε όλο της το πρόσωπο. Το ντύσιμό της ήταν ιδιαίτερα ιδιόρρυθμο αφού φορούσε μόνο ένα κουρελιασμένο ράσο χωρίς να φοράει τίποτε από μέσα. Αν κάποτε της έφερναν καινούρια ρούχα, αμέσως τα έδινε στους φτωχούς ή όταν έπρεπε να φορέσει άλλο ράσο, πρώτα το κτυπούσε και το έτριβε με πέτρες ή ξύλα για να το παλιώσει. Πάντοτε ξυπόλητη όπως άλλωστε και σχεδόν όλοι οι δια Χριστόν σαλοί, ενώ σπάνια φορούσε κάτι τρυπημένα παπούτσια και στην εκκλησία πάντοτε παντόφλες. Κάποτε τα ρούχα της άρπαξαν φωτιά από τα φύλλα που ήταν σκεπασμένη (αφού πάντοτε έμενε δίπλα στο τζάκι) και ίσα που δεν κάηκε η ίδια. Μετά από αυτό τα ρούχα της παρέμειναν έτσι καμμένα και καπνισμένα . Κάποτε ζήτησε από μια συγγένισσά της , που την επισκέφτηκε , να της ράψει μια καινούρια φούστα και μόλις της την πήγε , η Σοφία την έδωσε σε μια προσκυνήτρια που πήγε να την δει. Στο παράπονο της συγγένισσάς της, ότι έραψε τη φούστα για εκείνη, της είπε ότι τώρα που η φτωχή εκείνη γυναίκα θα φορέσει τη φούστα η ίδια η Σοφία θα τη χαίρεται περισσότερο.
Κάποιες φορές την ξεχνούσαν έξω από το μοναστήρι όταν έκλεινε η πύλη και περνούσε τη νύχτα της στο χιόνι χωρίς ποτέ να παραπονιέται. Μάλιστα την εύρισκαν την επομένη να είναι καλυμμένη από το χιόνι αλλά η ίδια να διατηρείται ζεστή.
Τα μαλλιά της δεν τα έλουσε ούτε τα χτένισε και έτσι έγιναν σαν αλογοουρά. Παρόλα τούτα το κεφάλι της ευωδίαζε. Μια φορά που η πρεσβυτέρα του ιερέα της μονής προσπάθησε να την κουρέψει χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα.
Στις προσκυνήτριες που πήγαιναν στο μοναστήρι ακατάλληλα ντυμένες έκανε έντονες παρατηρήσεις που έφταναν μέχρι το σημείο του θυμού. Αργότερα όμως με δάκρυα παρακαλούσε το Θεό για συγχώρεση διότι τις πλήγωσε.
Έτσι θεάρεστα ζώντας κατάφερε να ευαρεστήσει το Θεό μέχρι που κοιμήθηκε ειρηνικά στις 6 Μαΐου 1974. Το δε τίμιο λείψανό της φυλάσσεται μέχρι σήμερα στη μονή της Κλεισούρας , όπου και ευωδιάζει.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
byG...
Η Σοφία γεννήθηκε το 1883 μ. Χ. σε κάποιο χωριό της Τρίπολης του νομού Τραπεζούντας του Πόντου. Το 1907 μ .Χ,. σε ηλικία 24 χρονών παντρεύτηκε τον Ιορδάνη Χοτοκουρίδου και μετά από τρία χρόνια γέννησε ένα παιδί. Μετά από δύο όμως χρόνια έμεινε ολομόναχη, αφού το παιδί της πέθανε και τον άντρα της πήραν οι Τούρκοι για το στρατό και ακολούθως χάθηκαν τα ίχνη του στον Α΄ παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε έφυγε από το χωριό της για κάπου παραθαλάσσια όπου έμεινε μέχρι το 1916 μ. Χ. οπόταν και χάθηκαν τα ίχνη της. Μετά τρία χρόνια λίγοι εναπομείναντες συγγενείς της την εντόπισαν σε μια εκκλησία ντυμένη με ράσα στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης.
Το 1925 μ. Χ. φεύγει για τη Φλώρινα στον Άγιο Μάρκο όπου βλέπει σε όραμα την Υπεραγία Θεοτόκο που την παροτρύνει να πάει στο Μοναστήρι Της, στην Κλεισούρα.
Μετά από 10 μέρες που ήταν η μέρα της Κοιμήσεως της Παναγίας στις 15 Αυγούστου πηγαίνει εκεί και βρίσκει την ηγουμένη Πελαγία που ήταν παράλυτη. Έκτοτε και μέχρι την κοίμισή της το 1974 μ. Χ. έμεινε εκεί, όπου με αυστηρή άσκηση και οικειοθελείς κακοπάθειες έφτασε σε ύψη Χριστιανικής αρετής και απέκτησε από τον Κύριό μας το χάρισμα της θαυματουργίας.
Τα βράδια τα περνούσε σε μια γωνιά δίπλα από το τζάκι σκεπασμένη με φύλλα. Σε στρώμα δεν κοιμήθηκε ποτέ . Μάλιστα κάποτε για σκοπούς κακοπάθειας έστρωνε πέτρες και έπεφτε πάνω , ενώ τακτικά κτυπούσε το σώμα της με τσουκνίθες.
Η τροφή της υπήρξε συνεχώς λιτή αφού έτρωγε μόνο χόρτα και σαρδέλες, ενώ τις νηστείες έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και αλάτι. Τροφή επίσης ήταν μούσκλα ή μανιτάρια που μάζευε από το δάσος. Αν κάποτε άνοιγε κονσέρβα με ψάρια έπρεπε πρώτα να τ’ αφήσει να μουχλιάσουν πριν τα φάει. Το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσε μόνο για τα καντήλια και σε κάποιες προσκυνήτριες/μαθήτριες τις μάθαινε πως να φτιάχνουν χορτόπιτες με καρύδια , που έβγαζαν το δικό τους λάδι. Αργότερα οι συνταγές αυτές χρησιμοποιήθηκαν και από άλλα μοναστήρια.
Η Σοφία ήταν πολύ όμορφη κοπέλα και για να μην σκανδαλίζει κανένα , όταν πήγε στο μοναστήρι πήρε κάπνες από τα καζάνια που μαγείρευαν και μουτζούρωσε όλο της το πρόσωπο. Το ντύσιμό της ήταν ιδιαίτερα ιδιόρρυθμο αφού φορούσε μόνο ένα κουρελιασμένο ράσο χωρίς να φοράει τίποτε από μέσα. Αν κάποτε της έφερναν καινούρια ρούχα, αμέσως τα έδινε στους φτωχούς ή όταν έπρεπε να φορέσει άλλο ράσο, πρώτα το κτυπούσε και το έτριβε με πέτρες ή ξύλα για να το παλιώσει. Πάντοτε ξυπόλητη όπως άλλωστε και σχεδόν όλοι οι δια Χριστόν σαλοί, ενώ σπάνια φορούσε κάτι τρυπημένα παπούτσια και στην εκκλησία πάντοτε παντόφλες. Κάποτε τα ρούχα της άρπαξαν φωτιά από τα φύλλα που ήταν σκεπασμένη (αφού πάντοτε έμενε δίπλα στο τζάκι) και ίσα που δεν κάηκε η ίδια. Μετά από αυτό τα ρούχα της παρέμειναν έτσι καμμένα και καπνισμένα . Κάποτε ζήτησε από μια συγγένισσά της , που την επισκέφτηκε , να της ράψει μια καινούρια φούστα και μόλις της την πήγε , η Σοφία την έδωσε σε μια προσκυνήτρια που πήγε να την δει. Στο παράπονο της συγγένισσάς της, ότι έραψε τη φούστα για εκείνη, της είπε ότι τώρα που η φτωχή εκείνη γυναίκα θα φορέσει τη φούστα η ίδια η Σοφία θα τη χαίρεται περισσότερο.
Κάποιες φορές την ξεχνούσαν έξω από το μοναστήρι όταν έκλεινε η πύλη και περνούσε τη νύχτα της στο χιόνι χωρίς ποτέ να παραπονιέται. Μάλιστα την εύρισκαν την επομένη να είναι καλυμμένη από το χιόνι αλλά η ίδια να διατηρείται ζεστή.
Τα μαλλιά της δεν τα έλουσε ούτε τα χτένισε και έτσι έγιναν σαν αλογοουρά. Παρόλα τούτα το κεφάλι της ευωδίαζε. Μια φορά που η πρεσβυτέρα του ιερέα της μονής προσπάθησε να την κουρέψει χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα.
Στις προσκυνήτριες που πήγαιναν στο μοναστήρι ακατάλληλα ντυμένες έκανε έντονες παρατηρήσεις που έφταναν μέχρι το σημείο του θυμού. Αργότερα όμως με δάκρυα παρακαλούσε το Θεό για συγχώρεση διότι τις πλήγωσε.
Έτσι θεάρεστα ζώντας κατάφερε να ευαρεστήσει το Θεό μέχρι που κοιμήθηκε ειρηνικά στις 6 Μαΐου 1974. Το δε τίμιο λείψανό της φυλάσσεται μέχρι σήμερα στη μονή της Κλεισούρας , όπου και ευωδιάζει.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
byG...
Re: Ημείς μωροί δια Χριστόν
Βοήθειά σου και δική μας πολυαγαπημένο μου αδέρφι εν Κυρίω!
+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.
- trader21
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1030
- Εγγραφή: Σάβ Δεκ 31, 2011 4:35 pm
- Τοποθεσία: Σύμος - Αθήνα
Re: Ημείς μωροί δια Χριστόν
Γερόντισσα Άννα , η δια Χριστόν Σαλή.
Η Άννα είχε Μικρασιατική καταγωγή και έφτασαν στην Ελλάδα με τους γονείς της σαν πρόσφυγες μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό, μετά τα γεγονότα της εκεί καταστροφής. Όταν έφτασαν εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια στα Κύργια της Δράμας. Είχε ακόμα μια αδελφή την Κρυστάλλω. Ο πατέρας της ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία και είχε ένα μικρό κοπάδι, στο οποίο βοηθούσε (σχεδόν φρόντιζε μόνη της) η μικρή Αναστασία. Αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα της Άννας πριν πάρει το αγγελικό σχήμα. Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.
Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.*
Η Άννα ήταν αγράμματη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.
Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρει μοναχή παίρνοντας το όνομά της κάπου στη δεκαετία του ’70. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.
Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.
Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου*, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου».
Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί ερχόντουσαν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.
Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την πάνε με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο. Παρόμοια συμπεριφορά συναντάμε και στο βίο του οσίου παπά-Λεόντιου του δια Χριστόν σαλού, που είδαμε προηγουμένως.
*Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές (2006) , η κυρία Βενετία ζει στο Δοξάτο Δράμας.
*Η κυρία Τουμπαλίδου υπήρξε στενή της φίλη, ήταν η δασκάλα της Άννας, Βενετίας και είναι αυτή που ευγενώς μας παρεχώρησε τις πληροφορίες για τη γερόντισσα.
Από το βιβλίο:
“Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
byG...
Η Άννα είχε Μικρασιατική καταγωγή και έφτασαν στην Ελλάδα με τους γονείς της σαν πρόσφυγες μαζί με τον υπόλοιπο πληθυσμό, μετά τα γεγονότα της εκεί καταστροφής. Όταν έφτασαν εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια στα Κύργια της Δράμας. Είχε ακόμα μια αδελφή την Κρυστάλλω. Ο πατέρας της ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία και είχε ένα μικρό κοπάδι, στο οποίο βοηθούσε (σχεδόν φρόντιζε μόνη της) η μικρή Αναστασία. Αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα της Άννας πριν πάρει το αγγελικό σχήμα. Η ίδια αρεσκόταν να βρίσκεται μόνη στη φύση μαζί τα ζώα, γιατί αυτό της έδινε την ευκαιρία να μένει μόνη με το Θεό και να προσεύχεται. Όταν τύγχανε να βρεθεί σε κάποιο βουνό με εκκλησάκι , άδραχνε την ευκαιρία για πνευματική συζήτηση με τους μοναχούς που περιόδευαν, τα λόγια των οποίων κυριολεκτικά ρουφούσε.
Όταν έφτασε σε ηλικία ικανή ο πατέρας της την πάντρεψε με κάποιο βοσκό που δούλευε κοντά του αλλά αυτός μετά από λίγο καιρό την εγκατέλειψε. Τότε η Άννα πήγε σε μια θεία της στο Δοξάτο και εργαζόταν στα καπνά της περιοχής. Εκεί υπήρχε η εκκλησία του αγίου Μάρκου στην οποία είχε ένα μοναχό με τον οποίο συχνά συνομιλούσε και της είχε δώσει ένα ξύλινο σταυρό , τον οποίο η Άννα ποτέ δεν αποχωρίστηκε. Από το σύντομο γάμο της απέκτησε μια κορούλα, τη Βενετία την οποία μεγάλωσε μόνη της και με τη βοήθεια της αδελφής της.*
Η Άννα ήταν αγράμματη αλλά αυτό δεν την εμπόδιζε να μαθαίνει το Λόγο του Θεού από την εκκλησία και τα κηρύγματα. Άκουγε επίσης με πολύ ενδιαφέρον τους βίους των αγίων και δεν έχανε ευκαιρία να επαναλαμβάνει όσα άκουγε σε γνωστούς και φίλους. Με τον τρόπο αυτό από τη μια γινόταν απόστολος των θείων μηνυμάτων και από την άλλη αποστήθιζε απ’ έξω όσα άκουγε.
Η Άννα έκανε οικονομίες και έτσι μπόρεσε να πραγματοποιήσει διάφορα ταξίδια που ήθελε όπως στην Παναγία της Τήνου και στα Ιεροσόλυμα. Τα τελευταία επισκέφτηκε για πέντε φορές όπου και εκάρει μοναχή παίρνοντας το όνομά της κάπου στη δεκαετία του ’70. Αυτό έγινε στην ιερά μονή αγίου Γεωργίου Χοζεβά. Μετά από αυτό επέστρεψε στο Δοξάτο και άρχισε να ζει ασκητικά. Ολονύκτιες αγρυπνίες και αδιάλειπτη προσευχή ήταν οι κύριες ασχολίες της , ενώ δεν αποχωριζόταν το κομποσχοίνι ποτέ από τα χέρια της . Ζούσε σε μικρά φτωχικά σπιτάκια που νοίκιαζε και πάντοτε μεριμνούσε να έχει ένα μικρό κήπο που καλλιεργούσε η ίδια. Μάλιστα διατηρούσε εσπεριδοειδή , δένδρα που δεν ευδοκιμούσαν στην περιοχή, λόγω θερμοκρασίας. Αυτά της Άννας όμως έδιναν καρπούς.
Το δωμάτιό της ήταν λιτό και στο κρεβάτι της είχε μια μικρή βαλίτσα όπου φύλαγε τα σάβανά της και κάθε μέρα την άνοιγε για να τα βλέπει και έτσι κατάφερε να έχει συνεχή μνεία θανάτου. Συνήθιζε να θυμιατίζει με καρβουνάκια που έφτιαχνε η ίδια από ξυλάκια κληματαριάς. Τα βράδια όταν οι εργάτες των καπνών πήγαιναν δουλειά, η Άννα έβγαινε στο δρόμο και τους θυμιάτιζε. Αυτό όμως προκαλούσε ποικίλες αντιδράσεις, διότι άλλοι την κορόιδευαν για αυτό. Συχνά γινόταν αντικείμενο κοροϊδίας και εμπαιγμού και για τα ρούχα της που αποτελούνταν από ένα σχισμένο ράσο.
Η Άννα απέκτησε από τον Κύριό μας το προορατικό χάρισμα και συχνά την επισκέπτονταν μοναχοί από το Άγιο Όρος για να πάρουν την ευχή της ή και να συνομιλήσουν μαζί της. Όταν πήγαιναν μοναχοί στο σπίτι μιας φίλης της, της κυρίας Τουμπαλίδου*, η Άννα χωρίς να την ειδοποιήσει κάποιος έτρεχε να τους συναντήσει. Ο πατήρ Γρηγόριος από το ιερό κελλί Ιωάννη του Θεολόγου σύστησε να την επισκέπτονται και να παίρνουν την ευχή της για ψυχική ωφέλεια. Χαρακτηριστικά έλεγε «τα λόγια της είναι Άρτος». Επίσης ο Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης έλεγε σε επισκέπτες του να πάνε στο Δοξάτο να πάρουν την ευχή της Άννας. Έλεγε: «η προσευχή της είναι πάνω από τη δική μου».
Επισκέψεις δεχόταν επίσης και από άλλες σημαίνουσες προσωπικότητες, όπως καθηγητές πανεπιστημίων και επιστήμονες από τη γύρω περιοχή. Όλοι αυτοί ερχόντουσαν να συνομιλήσουν μαζί της και να πάρουν συμβουλές και νουθεσίες.
Η Άννα δε δεχόταν ποτέ να την πάνε με αυτοκίνητο έστω και αν έπρεπε να διανύσει μεγάλες αποστάσεις. Αυτό το έκανε αφενός για άσκηση και αφετέρου για να αποφεύγει την πολλή συνάφεια με τον κόσμο. Παρόμοια συμπεριφορά συναντάμε και στο βίο του οσίου παπά-Λεόντιου του δια Χριστόν σαλού, που είδαμε προηγουμένως.
*Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές (2006) , η κυρία Βενετία ζει στο Δοξάτο Δράμας.
*Η κυρία Τουμπαλίδου υπήρξε στενή της φίλη, ήταν η δασκάλα της Άννας, Βενετίας και είναι αυτή που ευγενώς μας παρεχώρησε τις πληροφορίες για τη γερόντισσα.
Από το βιβλίο:
“Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
byG...
- trader21
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1030
- Εγγραφή: Σάβ Δεκ 31, 2011 4:35 pm
- Τοποθεσία: Σύμος - Αθήνα
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Όσιος Ανδρέας της Τότμα, ο δια Χριστόν Σαλός.
10 Οκτωβρίου
Ο όσιος γεννήθηκε το 1638 μ.Χ. και καταγόταν από αγράμματους αλλά ευλαβείς χωρικούς της περιοχής του Βολογκντά της Ρωσίας. Ούτε ο ίδιος πήρε κάποια ιδιαίτερη μόρφωση και όσα ήξερε τα έμαθε από τις ακολουθίες της Εκκλησίας. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μπήκε σαν δόκιμος μοναχός στη μονή της Αναστάσεως του Σωτήρος στο Γκάλιτς, που βρισκόταν στην επισκοπή της Κοστρόμα. Εκεί ο ηγούμενος Στέφανος μπόρεσε να διακρίνει τα χαρίσματα του Ανδρέα και τον ενθάρρυνε να προχωρήσει στη σκληρή και δύσκολη άσκηση της δια Χριστόν σαλότητας.
Έτσι ο άγιος εγκατέλειψε το μοναστήρι, στο οποίο επέστρεφε κατά καιρούς για εξομολόγηση στο γέροντά του. Άρχισε να ζει σαν γιουροντίβυ στους δρόμους της κοντινής πόλης Τότμα, που κανένας δεν τον γνώριζε. Ως συνήθως έμενε κοντά στον εκεί ναό της Αναστάσεως , όπου όλο το βράδυ αφιέρωνε στην προσευχή, ενώ τις μέρες εκτός από το διακόνημά του, να εμπαίζει και να εμπαίζεται, ζητιάνευε για να μπορεί ακολούθως να ελεεί όσους είχαν ανάγκη.
Σε όλες τις εποχές τριγυρνούσε ανυπόδητος, που ήταν και το χαρακτηριστικό όλων των δια Χριστόν σαλών. Έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και έπινε μόνο λίγο νερό. Συνήθιζε να επισκέπτεται όλους τους ναούς και τα μοναστήρια της περιοχής για προσκύνημα, όπου καθοδόν πάντοτε νουθετούσε με το δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο. Απέκτησε το χάρισμα της θαυματουργίας και τη φήμη μεγάλου ασκητή.
Κάποτε συνάντησε το φύλαρχο μιας άγριας φυλής της περιοχής , ο οποίος έπασχε από κάποια χρόνια οφθαλμολογική ασθένεια και αφού η φήμη του Ανδρέα έφτασε μέχρι εκεί, του ζήτησε να το γιατρέψει. Ο όσιος αρνήθηκε ότι είχε τέτοιο χάρισμα, λέγοντάς του ότι μόνο ο Κύριος Ιησούς Χριστός μπορεί να γιατρεύει ασθένειες και βιάστηκε να φύγει. Ο φύλαρχος όμως έπλυνε τα μάτια του με το χιόνι, πάνω στο οποίο στεκόταν ό άγιος και έγινε αμέσως καλά.
Προς το τέλος της ζωής του που εξαντλήθηκε από την ταλαιπωρία και την άσκηση και όταν έφτασε ο καιρός της κοίμησής του, το οποίο ο όσιος προείδε, πήγε στον ιερέα Ιωάννη στο ναό της Αναστάσεως και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ακολούθως κοιμήθηκε ειρηνικά στις 10 Οκτωβρίου 1673 μ.Χ. , ημέρα που η Αγία Ρωσική Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη του.
Μετά την κοίμησή του εμφανίστηκε σε μια άρρωστη γυναίκα , που τον επικαλέστηκε και της είπε να ασπαστεί το Ευαγγέλιο που κρατούσε στο χέρι του και να πάει στον τάφο του για προσκύνημα. Πράγματι έτσι έγινε και η γυναίκα θεραπεύτηκε.
Από το βιβλίο,
“Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα Μάρτιος 2008
byG...
10 Οκτωβρίου
Ο όσιος γεννήθηκε το 1638 μ.Χ. και καταγόταν από αγράμματους αλλά ευλαβείς χωρικούς της περιοχής του Βολογκντά της Ρωσίας. Ούτε ο ίδιος πήρε κάποια ιδιαίτερη μόρφωση και όσα ήξερε τα έμαθε από τις ακολουθίες της Εκκλησίας. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μπήκε σαν δόκιμος μοναχός στη μονή της Αναστάσεως του Σωτήρος στο Γκάλιτς, που βρισκόταν στην επισκοπή της Κοστρόμα. Εκεί ο ηγούμενος Στέφανος μπόρεσε να διακρίνει τα χαρίσματα του Ανδρέα και τον ενθάρρυνε να προχωρήσει στη σκληρή και δύσκολη άσκηση της δια Χριστόν σαλότητας.
Έτσι ο άγιος εγκατέλειψε το μοναστήρι, στο οποίο επέστρεφε κατά καιρούς για εξομολόγηση στο γέροντά του. Άρχισε να ζει σαν γιουροντίβυ στους δρόμους της κοντινής πόλης Τότμα, που κανένας δεν τον γνώριζε. Ως συνήθως έμενε κοντά στον εκεί ναό της Αναστάσεως , όπου όλο το βράδυ αφιέρωνε στην προσευχή, ενώ τις μέρες εκτός από το διακόνημά του, να εμπαίζει και να εμπαίζεται, ζητιάνευε για να μπορεί ακολούθως να ελεεί όσους είχαν ανάγκη.
Σε όλες τις εποχές τριγυρνούσε ανυπόδητος, που ήταν και το χαρακτηριστικό όλων των δια Χριστόν σαλών. Έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και έπινε μόνο λίγο νερό. Συνήθιζε να επισκέπτεται όλους τους ναούς και τα μοναστήρια της περιοχής για προσκύνημα, όπου καθοδόν πάντοτε νουθετούσε με το δικό του ιδιόρρυθμο τρόπο. Απέκτησε το χάρισμα της θαυματουργίας και τη φήμη μεγάλου ασκητή.
Κάποτε συνάντησε το φύλαρχο μιας άγριας φυλής της περιοχής , ο οποίος έπασχε από κάποια χρόνια οφθαλμολογική ασθένεια και αφού η φήμη του Ανδρέα έφτασε μέχρι εκεί, του ζήτησε να το γιατρέψει. Ο όσιος αρνήθηκε ότι είχε τέτοιο χάρισμα, λέγοντάς του ότι μόνο ο Κύριος Ιησούς Χριστός μπορεί να γιατρεύει ασθένειες και βιάστηκε να φύγει. Ο φύλαρχος όμως έπλυνε τα μάτια του με το χιόνι, πάνω στο οποίο στεκόταν ό άγιος και έγινε αμέσως καλά.
Προς το τέλος της ζωής του που εξαντλήθηκε από την ταλαιπωρία και την άσκηση και όταν έφτασε ο καιρός της κοίμησής του, το οποίο ο όσιος προείδε, πήγε στον ιερέα Ιωάννη στο ναό της Αναστάσεως και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Ακολούθως κοιμήθηκε ειρηνικά στις 10 Οκτωβρίου 1673 μ.Χ. , ημέρα που η Αγία Ρωσική Εκκλησία τιμά και εορτάζει τη μνήμη του.
Μετά την κοίμησή του εμφανίστηκε σε μια άρρωστη γυναίκα , που τον επικαλέστηκε και της είπε να ασπαστεί το Ευαγγέλιο που κρατούσε στο χέρι του και να πάει στον τάφο του για προσκύνημα. Πράγματι έτσι έγινε και η γυναίκα θεραπεύτηκε.
Από το βιβλίο,
“Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα Μάρτιος 2008
byG...
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Όσιος Γερβάσιος ο Καρακαλληνός ,
ο δια Χριστόν Σαλός.
14 Οκτωβρίου
Ο Γερβάσιος έζησε τον 19ο μ.Χ. αιώνα και καταγόταν από το χωριό Γομάτι της Χαλκιδικής. Από νεανική ηλικία εγκατέλειψε τα κοσμικά και εκάρει μοναχός στη μονή Καρακάλλου του Αγίου Όρους. Εκεί ασκήθηκε αυστηρά και κατάφερε να φτάσει σε ύψη χριστιανικής ταπείνωσης. Για να αποφύγει την αναγνώριση των αρετών από τους υπόλοιπους πατέρες της μονής, έφυγε για να ασκηθεί κατά μόνας. Διαβάζοντας τους βίους των αγίων Συμεών (+21 Ιουλίου) και Ανδρέου (+28 Μαΐου ) των δια Χριστόν σαλών, αποφάσισε να τους μιμηθεί.
Τριγύριζε ολομόναχος σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αγίου Όρους , ζώντας με ιδιόρρυθμο τρόπο, προκαλώντας παράλληλα τις ειρωνείες και τους γέλωτες όσων δεν τον ήξεραν. Μετά όμως την ειρηνική κοίμησή του, στις 14 Οκτωβρίου 1830 μ.Χ. , η ευωδία του τιμίου λειψάνου του έκανε σ’ όλους γνωστή την αγιότητά του και τη χάρη που αξιώθηκε να λάβει από τον Κύριό μας.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
ο δια Χριστόν Σαλός.
14 Οκτωβρίου
Ο Γερβάσιος έζησε τον 19ο μ.Χ. αιώνα και καταγόταν από το χωριό Γομάτι της Χαλκιδικής. Από νεανική ηλικία εγκατέλειψε τα κοσμικά και εκάρει μοναχός στη μονή Καρακάλλου του Αγίου Όρους. Εκεί ασκήθηκε αυστηρά και κατάφερε να φτάσει σε ύψη χριστιανικής ταπείνωσης. Για να αποφύγει την αναγνώριση των αρετών από τους υπόλοιπους πατέρες της μονής, έφυγε για να ασκηθεί κατά μόνας. Διαβάζοντας τους βίους των αγίων Συμεών (+21 Ιουλίου) και Ανδρέου (+28 Μαΐου ) των δια Χριστόν σαλών, αποφάσισε να τους μιμηθεί.
Τριγύριζε ολομόναχος σε όλα τα μήκη και πλάτη του Αγίου Όρους , ζώντας με ιδιόρρυθμο τρόπο, προκαλώντας παράλληλα τις ειρωνείες και τους γέλωτες όσων δεν τον ήξεραν. Μετά όμως την ειρηνική κοίμησή του, στις 14 Οκτωβρίου 1830 μ.Χ. , η ευωδία του τιμίου λειψάνου του έκανε σ’ όλους γνωστή την αγιότητά του και τη χάρη που αξιώθηκε να λάβει από τον Κύριό μας.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Άγιος Προκόπιος της Βιάτκα , ο Σιωπηλός δια Χριστόν Σαλός.
21 Δεκεμβρίου
Ο άγιος έζησε το 16ο-17ο αιώνα στη Ρωσική πόλη Βιάτκα. Όταν ήταν σε ηλικία 12 ετών κτυπήθηκε από ένα κεραυνό που τον άφησε αναίσθητο και ακολούθως σε πολύ κακή κατάσταση, τον πήγαν στον ηγούμενο της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου μετέπειτα άγιο Τρύφωνα ( +8 Οκτωβρίου ) , ο οποίος προσευχήθηκε και τον γιάτρεψε. Το γεγονός το συγκίνησε και φεύγοντας από τους γονείς του πήγε σε ένα γειτονικό χωριό στο ναό της αγίας Αικατερίνης , όπου υπηρέτησε τον εκεί ναό κοντά στον άγιο Ιλαρίωνα.
Οι γονείς του, Μάξιμος και Ειρήνη ήταν φτωχοί αγρότες και μόλις ο Προκόπιος έφτασε στην ηλικία των 20 χρόνων, θέλησαν να τον παντρέψουν με μια κοπέλα της αρεσκείας τους. Ο άγιος θέλοντας να αποφύγει έφυγε για την πόλη Βιάτκα, όπου έκανε τον τρελό. Αργότερα αποφάσισε να υποδυθεί τη δια Χριστόν σαλότητα και έτσι άρχισε να τριγυρνά στους δρόμους ημίγυμνος και να κοιμάται οπουδήποτε εκτός από κρεβάτι. Σταμάτησε να μιλά και συνεννοούνταν με τους άλλους μόνο με νοήματα ή σημάδια που έκανε με τα χέρια του. Μιλούσε μόνο με τον πνευματικό του πατέρα, ιερέα Ιωάννη του ναού της Αναλήψεως, που ήταν και ο μόνος που γνώριζε για την άσκησή του, εξάλλου ήταν και ο μόνος που τον είχε ακούσει να μιλάει. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Προκόπιος εξομολογούνταν και κοινωνούσε κάθε Κυριακή απαραίτητα.
Όταν του έδιναν κάποιο ρούχο για να κρύβει τη γύμνια του ή για να ζεσταίνεται, το φόραγε για λίγο δείχνοντας υπακοή και ακολούθως το έδινε σε κάποιον φτωχό. Συνήθιζε να επισκέπτεται τα νοσοκομεία και αν έβλεπε κάποιον που θα γινόταν καλά, έβαζε φωτιά στα σκεπάσματά του, ενώ αν πρόβλεπε ότι κάποιος δε θα γιατρευόταν τον τύλιγε στα σεντόνια του, θέλοντας να του υπενθυμίσει τα σάβανά του για να μετανοήσει όσο είχε ακόμα καιρό. Έκανε αρκετές προβλέψεις με διάφορα προφητικά σημάδια, οι οποίες πάντοτε πραγματοποιούνταν. Κάποτε πριν ξεσπάσει μια μεγάλη πυρκαγιά πήγαινε στο καμπαναριό ενός ναού και για μια εβδομάδα κτυπούσε το συναγερμό της πυρκαγιάς.
Άλλη φορά πήγε στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή της περιοχής και αφού πήρε το πηλίκιό του το φόρεσε στο δικό του κεφάλι. Ο διοικητής που τον γνώριζε, αστειευόμενος του πρότεινε και τη θέση του στο γραφείο. Ο Προκόπιος αφού τον πήρε από το χέρι τον οδήγησε στο τμήμα με τα κελιά των φυλακισμένων. Σε μια εβδομάδα ο Τσάρος έστειλε διαταγή να συλληφθεί ο διοικητής για κάποιο παράπτωμά του.
Ο επόμενος διοικητής της πόλης και η σύζυγός του τον ευλαβούνταν πολύ και τον πήραν σπίτι τους. Εκεί τον έπλυναν και τον έντυσαν με καθαρά ρούχα. Ο Όσιος βλέποντας την καλή τους προαίρεση δέχτηκε την φιλοξενία τους ,αλλά σε λίγες μέρες ξαναβγήκε στους δρόμους , όπου κυλίστηκε στις λάσπες έσκισε τα καινούρια του ρούχα και συνέχισε να ζει όπως προηγουμένως.
Άλλοτε πήγε στον ναό του Τιμίου Προδρόμου, σε μια γειτονική πόλη κι έπιασε από το μπράτσο ένα νεαρό ονόματι Κορνήλιο την ώρα που έψαλλε και τον έσυρε με βία μπροστά από την Ωραία Πύλη στο Ιερό. Μετά από έξι χρόνια ο νεαρός αυτός χειροτονήθηκε ιερέας.
Έτσι έζησε με την άσκηση της σαλότητας για 30 χρόνια, μέχρι την ειρηνική κοίμησή του στις 21 Δεκεμβρίου 1627 μ. Χ. Ενταφιάστηκε στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου τα λείψανά του βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
21 Δεκεμβρίου
Ο άγιος έζησε το 16ο-17ο αιώνα στη Ρωσική πόλη Βιάτκα. Όταν ήταν σε ηλικία 12 ετών κτυπήθηκε από ένα κεραυνό που τον άφησε αναίσθητο και ακολούθως σε πολύ κακή κατάσταση, τον πήγαν στον ηγούμενο της μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου μετέπειτα άγιο Τρύφωνα ( +8 Οκτωβρίου ) , ο οποίος προσευχήθηκε και τον γιάτρεψε. Το γεγονός το συγκίνησε και φεύγοντας από τους γονείς του πήγε σε ένα γειτονικό χωριό στο ναό της αγίας Αικατερίνης , όπου υπηρέτησε τον εκεί ναό κοντά στον άγιο Ιλαρίωνα.
Οι γονείς του, Μάξιμος και Ειρήνη ήταν φτωχοί αγρότες και μόλις ο Προκόπιος έφτασε στην ηλικία των 20 χρόνων, θέλησαν να τον παντρέψουν με μια κοπέλα της αρεσκείας τους. Ο άγιος θέλοντας να αποφύγει έφυγε για την πόλη Βιάτκα, όπου έκανε τον τρελό. Αργότερα αποφάσισε να υποδυθεί τη δια Χριστόν σαλότητα και έτσι άρχισε να τριγυρνά στους δρόμους ημίγυμνος και να κοιμάται οπουδήποτε εκτός από κρεβάτι. Σταμάτησε να μιλά και συνεννοούνταν με τους άλλους μόνο με νοήματα ή σημάδια που έκανε με τα χέρια του. Μιλούσε μόνο με τον πνευματικό του πατέρα, ιερέα Ιωάννη του ναού της Αναλήψεως, που ήταν και ο μόνος που γνώριζε για την άσκησή του, εξάλλου ήταν και ο μόνος που τον είχε ακούσει να μιλάει. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Προκόπιος εξομολογούνταν και κοινωνούσε κάθε Κυριακή απαραίτητα.
Όταν του έδιναν κάποιο ρούχο για να κρύβει τη γύμνια του ή για να ζεσταίνεται, το φόραγε για λίγο δείχνοντας υπακοή και ακολούθως το έδινε σε κάποιον φτωχό. Συνήθιζε να επισκέπτεται τα νοσοκομεία και αν έβλεπε κάποιον που θα γινόταν καλά, έβαζε φωτιά στα σκεπάσματά του, ενώ αν πρόβλεπε ότι κάποιος δε θα γιατρευόταν τον τύλιγε στα σεντόνια του, θέλοντας να του υπενθυμίσει τα σάβανά του για να μετανοήσει όσο είχε ακόμα καιρό. Έκανε αρκετές προβλέψεις με διάφορα προφητικά σημάδια, οι οποίες πάντοτε πραγματοποιούνταν. Κάποτε πριν ξεσπάσει μια μεγάλη πυρκαγιά πήγαινε στο καμπαναριό ενός ναού και για μια εβδομάδα κτυπούσε το συναγερμό της πυρκαγιάς.
Άλλη φορά πήγε στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή της περιοχής και αφού πήρε το πηλίκιό του το φόρεσε στο δικό του κεφάλι. Ο διοικητής που τον γνώριζε, αστειευόμενος του πρότεινε και τη θέση του στο γραφείο. Ο Προκόπιος αφού τον πήρε από το χέρι τον οδήγησε στο τμήμα με τα κελιά των φυλακισμένων. Σε μια εβδομάδα ο Τσάρος έστειλε διαταγή να συλληφθεί ο διοικητής για κάποιο παράπτωμά του.
Ο επόμενος διοικητής της πόλης και η σύζυγός του τον ευλαβούνταν πολύ και τον πήραν σπίτι τους. Εκεί τον έπλυναν και τον έντυσαν με καθαρά ρούχα. Ο Όσιος βλέποντας την καλή τους προαίρεση δέχτηκε την φιλοξενία τους ,αλλά σε λίγες μέρες ξαναβγήκε στους δρόμους , όπου κυλίστηκε στις λάσπες έσκισε τα καινούρια του ρούχα και συνέχισε να ζει όπως προηγουμένως.
Άλλοτε πήγε στον ναό του Τιμίου Προδρόμου, σε μια γειτονική πόλη κι έπιασε από το μπράτσο ένα νεαρό ονόματι Κορνήλιο την ώρα που έψαλλε και τον έσυρε με βία μπροστά από την Ωραία Πύλη στο Ιερό. Μετά από έξι χρόνια ο νεαρός αυτός χειροτονήθηκε ιερέας.
Έτσι έζησε με την άσκηση της σαλότητας για 30 χρόνια, μέχρι την ειρηνική κοίμησή του στις 21 Δεκεμβρίου 1627 μ. Χ. Ενταφιάστηκε στο μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου τα λείψανά του βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Τις πρεσβείες του Αγίου Προκοπίου της Βιάτκα του Σιωπηλού δια Χριστόν Σαλού ας έχουμε όλοι μας λοιπόν, ιδιαιτέρως σήμερα που τιμάται η μνήμη του.
Γωργία μας... ♥♥♥
Γωργία μας... ♥♥♥
+Η ελπίς μου ο Πατήρ, καταφυγή μου ο Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Άγιον, Τριάς Αγία, δόξα σοι.
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Όσιος Μιχαήλ του Κλόπσκ, ο δια Χριστόν Σαλός
11 Ιανουαρίου
Ο άγιος εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά , στις 23 Ιουνίου 1408 μ.Χ. ή 1412 μ.Χ. , παραμονή της γιορτής του Τιμίου Προδρόμου, ενώ οι μοναχοί στο μοναστήρι του Κλόπσκ, κοντά στο Νόβγκοροντ, έψαλλαν το 2ο τροπάριο του κανόνα. Ένας μοναχός βγήκε από το ναό για να λιβανίσει το κελί του και προς μεγάλη του έκπληξη ανακάλυψε ένα μοναχό ν’ αντιγράφει υπό το φως των κεριών τις Πράξεις των Αποστόλων. Μόλις τελείωσε ο Όρθρος ειδοποίησε τον Ηγούμενο και με συνοδεία άλλων μοναχών πήγαν εκεί για να τον βρουν να συνεχίζει να γράφει. Σ’ όλες τις ρωτήσεις ο ξένος απαντούσε επαναλαμβάνοντας τις, όπως κάνουν τα παιδιά για να πειράξουν το ένα το άλλο. Στη συνέχεια, νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιο κακό πνεύμα , το λιβάνισαν για ν’ αποκαλύψουν ότι ο ξένος ανάμεσα στους καπνούς από το θυμιατήρι παρέμενε ασυγκίνητος. Τους συνόδεψε στη λειτουργία ψάλλοντας μαζί τους και αργότερα διάβασε στην τράπεζα για να τους υποδείξει τον ευχάριστο τρόπο διαβάσματος , που η γλυκιά και πράα φωνή του σκορπούσε.
Αφού άρεσε στον ηγούμενο, του παραχώρησε ένα κελί, στο οποίο ο άγιος κοιμόταν καταγής. Τροφή του λίγο νερό και λίγο ψωμί. Ασχολούνταν περισσότερο με την προσευχή και τις ολονύκτιες αγρυπνίες και, για να μη γίνει αντιληπτή η άσκησή του, έκανε διάφορες κουταμάρες επιδεικτικά, όπως όταν μια μέρα σκαρφάλωσε στο καμπαναριό και άρχισε να χτυπά τις καμπάνες μ’ όλη του τη δύναμη. Όταν έτρεξαν και τον ρώτησαν τι συμβαίνει , τους απάντησε ότι εκείνη την ώρα γεννιόταν ο άνθρωπος που θα ένωνε όλη τη ρώσικη γη. Πράγματι στις 22 Ιανουαρίου 1440 μ.Χ. γεννήθηκε ο ιδρυτής της ρώσικης αυτοκρατορίας, Ιβάν ο Γ΄.
Κατά τη διάρκεια μιας ξηρασίας η ολόθερμη προσευχή του κάνει ν’ αναβλύσει νερό από μια ξερή πηγή. Άλλοτε κατά τη διάρκεια ενός φοβερού λοιμού επιμένει να θρέψουν τον κόσμο από τ’ αποθέματα της μονής. Στη συνέχεια παίρνει τους μοναχούς και τον ηγούμενο και τους πηγαίνει στις αποθήκες , όπου βλέπουν τα κελάρια τους γεμισμένα πάλι με θαυματουργικό τρόπο. Κάποτε απουσίαζε όλη μέρα από τη μονή και όταν τον ρώτησαν σχετικά απάντησε ότι πέταξε μέχρι την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Κατά τη διάρκεια μιας φοβερής καταιγίδας ο όσιος βγήκε έξω και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό άρχισε να προσεύχεται .Ευθύς η θεομηνία σταμάτησε.
Τη μέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του 1419 μ. Χ. φτάνει στη μονή τους ο πρίγκηπας Κωνσταντίνος Δημητρίεβιτς διωγμένος από το φέουδό του. Κατά τη διάρκεια του φαγητού κοιτάζει επίμονα τον αναγνώστη που διάβαζε από το βιβλίο του Ιώβ. Το ίδιο βράδυ αποκαλύπτει στον ηγούμενο την ταυτότητα του μέχρι τότε άγνωστου ξένου σαλού μοναχού. «Είναι ο Μιχαήλ, γιος του Μάξιμου. Φρόντισέ τον. Είναι από τους δικούς μας». Όταν αργότερα ρωτήθηκε ο ίδιος αν είναι ο πρίγκηπας Μιχαήλ, απάντησε: «Ο Θεός ξέρει». Τελικά ομολόγησε ότι τ’ όνομά του είναι Μιχαήλ , χωρίς ν’ αρνηθεί ή να επιβεβαιώσει τους γαλαζοαίματους δεσμούς του. Στον Κωνσταντίνο προφήτεψε ότι αν κτίσει ένα ναό αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα , θα ανακτούσε το τιμάριό του. Πράγματι, μετά από καιρό, την ημέρα των εγκαινίων αυτού του ναού, φτάνει αντιπροσωπεία της περιοχής του και του αναγγέλλει ότι το φέουδό του είναι και πάλι δικό του. Άλλοτε πάλι προλέγει στον πρίγκηπα Σερμιάκα ότι αν δεν σταματήσει να σπέρνει την διχόνοια, τον περιμένει ο θάνατος. Εκείνος αδιόρθωτος πεθαίνει πρόωρα.
Σαν προφήτης ο Μιχαήλ, προλέγει και την ημέρα του δικού του θανάτου. Καλεί όλους τους μοναχούς και τους αποχαιρετά. Στη συνέχεια πήρε μαζί τους στο ναό όπου κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και επιστρέφει στο κελί του μ’ ένα θυμιατήρι γεμάτο κάρβουνα αναμμένα και λιβάνι. Το μεσημέρι τον βρίσκουν πεθαμένο , ξαπλωμένο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ήταν το 1453/ 1455 ή 1456 μ.Χ. Το κελί του γεμάτο από καπνούς και την ευωδία του λιβανιού.
Ο βιογράφος του Αρχιεπισκόπου του Νόβγκοροντ αγίου Ιωνά, διηγείται ότι ο Μιχαήλ πριν πάει στο Κλόπσκ πέρασε από την πόλη τους, όπου στην κεντρική πλατεία τα παιδιά του πετούσαν πέτρες. Εκείνος πρόσεξε ένα παιδάκι σοβαρό να στέκεται παράμερα, κοντά στο ναό. Το πλησίασε , του χάιδεψε τα μαλλιά και σηκώνοντάς το ψηλά, του είπε ότι θα γινόταν Αρχιεπίσκοπος. ‘Ήταν ο Ιωνάς.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
(σελ.21-23)
11 Ιανουαρίου
Ο άγιος εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά , στις 23 Ιουνίου 1408 μ.Χ. ή 1412 μ.Χ. , παραμονή της γιορτής του Τιμίου Προδρόμου, ενώ οι μοναχοί στο μοναστήρι του Κλόπσκ, κοντά στο Νόβγκοροντ, έψαλλαν το 2ο τροπάριο του κανόνα. Ένας μοναχός βγήκε από το ναό για να λιβανίσει το κελί του και προς μεγάλη του έκπληξη ανακάλυψε ένα μοναχό ν’ αντιγράφει υπό το φως των κεριών τις Πράξεις των Αποστόλων. Μόλις τελείωσε ο Όρθρος ειδοποίησε τον Ηγούμενο και με συνοδεία άλλων μοναχών πήγαν εκεί για να τον βρουν να συνεχίζει να γράφει. Σ’ όλες τις ρωτήσεις ο ξένος απαντούσε επαναλαμβάνοντας τις, όπως κάνουν τα παιδιά για να πειράξουν το ένα το άλλο. Στη συνέχεια, νομίζοντας ότι πρόκειται για κάποιο κακό πνεύμα , το λιβάνισαν για ν’ αποκαλύψουν ότι ο ξένος ανάμεσα στους καπνούς από το θυμιατήρι παρέμενε ασυγκίνητος. Τους συνόδεψε στη λειτουργία ψάλλοντας μαζί τους και αργότερα διάβασε στην τράπεζα για να τους υποδείξει τον ευχάριστο τρόπο διαβάσματος , που η γλυκιά και πράα φωνή του σκορπούσε.
Αφού άρεσε στον ηγούμενο, του παραχώρησε ένα κελί, στο οποίο ο άγιος κοιμόταν καταγής. Τροφή του λίγο νερό και λίγο ψωμί. Ασχολούνταν περισσότερο με την προσευχή και τις ολονύκτιες αγρυπνίες και, για να μη γίνει αντιληπτή η άσκησή του, έκανε διάφορες κουταμάρες επιδεικτικά, όπως όταν μια μέρα σκαρφάλωσε στο καμπαναριό και άρχισε να χτυπά τις καμπάνες μ’ όλη του τη δύναμη. Όταν έτρεξαν και τον ρώτησαν τι συμβαίνει , τους απάντησε ότι εκείνη την ώρα γεννιόταν ο άνθρωπος που θα ένωνε όλη τη ρώσικη γη. Πράγματι στις 22 Ιανουαρίου 1440 μ.Χ. γεννήθηκε ο ιδρυτής της ρώσικης αυτοκρατορίας, Ιβάν ο Γ΄.
Κατά τη διάρκεια μιας ξηρασίας η ολόθερμη προσευχή του κάνει ν’ αναβλύσει νερό από μια ξερή πηγή. Άλλοτε κατά τη διάρκεια ενός φοβερού λοιμού επιμένει να θρέψουν τον κόσμο από τ’ αποθέματα της μονής. Στη συνέχεια παίρνει τους μοναχούς και τον ηγούμενο και τους πηγαίνει στις αποθήκες , όπου βλέπουν τα κελάρια τους γεμισμένα πάλι με θαυματουργικό τρόπο. Κάποτε απουσίαζε όλη μέρα από τη μονή και όταν τον ρώτησαν σχετικά απάντησε ότι πέταξε μέχρι την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Κατά τη διάρκεια μιας φοβερής καταιγίδας ο όσιος βγήκε έξω και υψώνοντας τα χέρια στον ουρανό άρχισε να προσεύχεται .Ευθύς η θεομηνία σταμάτησε.
Τη μέρα της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος του 1419 μ. Χ. φτάνει στη μονή τους ο πρίγκηπας Κωνσταντίνος Δημητρίεβιτς διωγμένος από το φέουδό του. Κατά τη διάρκεια του φαγητού κοιτάζει επίμονα τον αναγνώστη που διάβαζε από το βιβλίο του Ιώβ. Το ίδιο βράδυ αποκαλύπτει στον ηγούμενο την ταυτότητα του μέχρι τότε άγνωστου ξένου σαλού μοναχού. «Είναι ο Μιχαήλ, γιος του Μάξιμου. Φρόντισέ τον. Είναι από τους δικούς μας». Όταν αργότερα ρωτήθηκε ο ίδιος αν είναι ο πρίγκηπας Μιχαήλ, απάντησε: «Ο Θεός ξέρει». Τελικά ομολόγησε ότι τ’ όνομά του είναι Μιχαήλ , χωρίς ν’ αρνηθεί ή να επιβεβαιώσει τους γαλαζοαίματους δεσμούς του. Στον Κωνσταντίνο προφήτεψε ότι αν κτίσει ένα ναό αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα , θα ανακτούσε το τιμάριό του. Πράγματι, μετά από καιρό, την ημέρα των εγκαινίων αυτού του ναού, φτάνει αντιπροσωπεία της περιοχής του και του αναγγέλλει ότι το φέουδό του είναι και πάλι δικό του. Άλλοτε πάλι προλέγει στον πρίγκηπα Σερμιάκα ότι αν δεν σταματήσει να σπέρνει την διχόνοια, τον περιμένει ο θάνατος. Εκείνος αδιόρθωτος πεθαίνει πρόωρα.
Σαν προφήτης ο Μιχαήλ, προλέγει και την ημέρα του δικού του θανάτου. Καλεί όλους τους μοναχούς και τους αποχαιρετά. Στη συνέχεια πήρε μαζί τους στο ναό όπου κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων και επιστρέφει στο κελί του μ’ ένα θυμιατήρι γεμάτο κάρβουνα αναμμένα και λιβάνι. Το μεσημέρι τον βρίσκουν πεθαμένο , ξαπλωμένο με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Ήταν το 1453/ 1455 ή 1456 μ.Χ. Το κελί του γεμάτο από καπνούς και την ευωδία του λιβανιού.
Ο βιογράφος του Αρχιεπισκόπου του Νόβγκοροντ αγίου Ιωνά, διηγείται ότι ο Μιχαήλ πριν πάει στο Κλόπσκ πέρασε από την πόλη τους, όπου στην κεντρική πλατεία τα παιδιά του πετούσαν πέτρες. Εκείνος πρόσεξε ένα παιδάκι σοβαρό να στέκεται παράμερα, κοντά στο ναό. Το πλησίασε , του χάιδεψε τα μαλλιά και σηκώνοντάς το ψηλά, του είπε ότι θα γινόταν Αρχιεπίσκοπος. ‘Ήταν ο Ιωνάς.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
(σελ.21-23)
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: "Ημείς μωροί δια Χριστόν" (Βίοι Αγίων από το βιβλίο)
Άγιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης ,
Ο δια Χριστόν Σαλός.
13 Ιανουαρίου
Ο άγιος Μάξιμος γεννήθηκε στη Λάμψακο του Ελληνόσποντου από ευσεβείς γονείς το 1280 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με ευλάβεια δίνοντάς του όσα πολεμοφόδια χρειαζόταν ένας ενάρετος χριστιανός. Στα 15 του χρόνια έγινε μοναχός και υποτάχθηκε σε κάποιο σεβάσμιο γέροντα στο όρος Γάνο της Θράκης. Εκεί δεν άργησε υπό την καθοδήγηση του πνευματικού του πατέρα να προκόψει σε όλες τις αρετές της χριστιανοσύνης φτάνοντας σε ψηλά μέτρα αγιότητας. Νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνία και προπαντός ταπείνωση υπήρξαν τα αδιαφιλονίκητα όπλα του έναντι των πειρασμών κάποιου νέου της ηλικίας του.
Μετά από λίγο καιρό ο γέροντάς του κοιμήθηκε και έτσι ο Μάξιμος αναγκάστηκε να ψάξει για άλλο πνευματικό πατέρα και για το σκοπό αυτό να πάει στο Παπίκιο Όρος , όπου διέμεινε για λίγο καιρό με άλλους ασκητές. Ακολούθως έφυγε για την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Εκεί ο πατριάρχης άγιος Αθανάσιος (28 Οκτωβρίου) εκτίμησε τις αρετές του και το ταπεινό του φρόνημα, που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό του αγίου. Ο Μάξιμος για να αποφύγει την όποια δόξα και έπαινο μπορούσε να του αποδώσει ο πατριάρχης άρχισε να προσποιείται τον τρελό.
Ζούσε κοντά στο ναό των Βλαχερνών, όπου όλη μέρα ο κόσμος τον κορόιδευε εμπαίζοντάς τον για τις διάφορες παλαβομάρες που έκανε, ενώ τα βράδια προσευχόταν στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου του ναού.
Μετά από όλα αυτά έφυγε για το Άγιον Όρος και συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας .
Εκεί υπέδειξε ιδιαίτερη υπακοή στον ηγούμενο αλλά και σε όλους τους αδελφούς μοναχούς και προσπαθούσε όσο το δυνατό να μιμείται τους μεγάλους ασκητές του Άθω. Δεν έμενε σε κελί για να μην απολαμβάνει καμία άνεση και όταν έψαλλε στο ναό ήταν πάντοτε δακρυσμένος. Κάποτε είδε την Παναγία μας σε όραμα που τον πρόσταξε να πάει στην κορυφή του Άθωνα για να προσευχηθεί. Εκεί, ενώ προσευχόταν για τρία συνεχόμενα μερόνυχτα του παρουσιάστηκε η Υπεράχραντη Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τον ενδυνάμωσε στον αγώνα του , δίνοντάς του άρτο και λέγοντάς του από τούδε και στο εξής να μείνει μόνος στις απότομες πλαγιές του Άθωνα , όπου θα έσωζε πολλούς που θα πρόστρεχαν κοντά του.
Ο άγιος μετά πήγε στο γέροντά του και του ζήτησε ευλογία να φύγει ιστορώντας του το όραμα. Εκείνος δεν είχε διάκριση κι τον κατηγόρησε ότι είχε δαιμονική φαντασία, γινόμενος παιχνίδι στα χέρια των δαιμόνων. Ο Μάξιμος εξέλαβε αυτά τα λόγια ως θεία βούληση να συνεχίσει την άσκηση της σαλότητας. Άρχισε να ζει στερούμενος ό,τι μπορούσε να του δώσει κάποια άνεση, ακόμα και τα πιο απαραίτητα. Τριγυρνούσε στις κακοτράχηλες ράχες του Άθωνα ανυπόδητος , εκτεθειμένος στις ακραίες καιρικές συνθήκες του χώρου, ιδιαίτερα του Χειμώνα. Έφτιαχνε πρόχειρες καλύβες για να μένει, τις οποίες μετά από λίγο χρονικό διάστημα έκαιγε, για να μην έχει ο,τιδήποτε δικό του ή κάτι με το οποίο μπορούσε να δεθεί συναισθηματικά. ( Έτσι απέκτησε τον τίτλο του καυσοκαλυβίτη ) .
Προσπάθειά του ήταν να γίνεται αντικείμενο χλευασμού από όποιον τον επισκεπτόταν για να μην τυγχάνει σεβασμού. Όποιοι όμως πήγαιναν κοντά του έφευγαν ωφελημένοι από τις νουθεσίες του, παρόλο που αυτές λεγόντουσαν μέσα σε ασυνάρτητα και παλαβά λόγια. Ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης
( 12 Απριλίου ) ακούγοντας για τον Μάξιμο τον έψαξε και όταν τον βρήκε τον έπεισε να του μιλήσει για τους αγώνες του. Όταν τον άκουσε προσεκτικά και αντελήφθη ότι πρόκειται για άγιο άνθρωπο τον συμβούλεψε να αφήσει πια τη σαλότητα και την ερημιά και να μείνει μόνιμα σε ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να το βρίσκουν όποιοι τον έψαχναν για ψυχική τους ωφέλεια.
Ο Μάξιμος του έκανε υπακοή και έφτιαξε μια, μόνιμη πλέον , καλύβα, χωρίς όμως ίχνος υλικών που θα τον ευκόλυναν να ζει άνετα. Βασανισμένοι, δυστυχισμένοι, εμπερίστατοι ακόμα και δαιμονισμένοι έβρισκαν παρηγοριά και γιατρειά κοντά του. Έλαβε από το Θεό το προορατικό χάρισμα και προφήτεψε στους αυτοκράτορες Ιωάννη ΣΤ΄ τον Κατακουζηνό (1347- 1354 ) και Ιωάννη Ε΄ τον Παλαιολόγο (1341-1391 ) σε επισκέψεις τους κοντά του για τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε .
Έζησε στην καλύβα του αυτή, που ήταν κάτω από σπήλαιο, για 15 χρόνια και μετά πήγε στη Μεγίστη Λαύρα σε ένα μικρό κελί , στο οποίο αργότερα έμενε ο μαθητής και βιογράφος του άγιος Νήφωνας ( 14 Ιουνίου ) . Απεβίωσε ειρηνικά στις 13 Ιανουαρίου 1375 σε ηλικία 95 χρονών.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008
Ο δια Χριστόν Σαλός.
13 Ιανουαρίου
Ο άγιος Μάξιμος γεννήθηκε στη Λάμψακο του Ελληνόσποντου από ευσεβείς γονείς το 1280 μ.Χ. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με ευλάβεια δίνοντάς του όσα πολεμοφόδια χρειαζόταν ένας ενάρετος χριστιανός. Στα 15 του χρόνια έγινε μοναχός και υποτάχθηκε σε κάποιο σεβάσμιο γέροντα στο όρος Γάνο της Θράκης. Εκεί δεν άργησε υπό την καθοδήγηση του πνευματικού του πατέρα να προκόψει σε όλες τις αρετές της χριστιανοσύνης φτάνοντας σε ψηλά μέτρα αγιότητας. Νηστεία, αδιάλειπτη προσευχή, αγρυπνία και προπαντός ταπείνωση υπήρξαν τα αδιαφιλονίκητα όπλα του έναντι των πειρασμών κάποιου νέου της ηλικίας του.
Μετά από λίγο καιρό ο γέροντάς του κοιμήθηκε και έτσι ο Μάξιμος αναγκάστηκε να ψάξει για άλλο πνευματικό πατέρα και για το σκοπό αυτό να πάει στο Παπίκιο Όρος , όπου διέμεινε για λίγο καιρό με άλλους ασκητές. Ακολούθως έφυγε για την Κωνσταντινούπολη για προσκύνημα. Εκεί ο πατριάρχης άγιος Αθανάσιος (28 Οκτωβρίου) εκτίμησε τις αρετές του και το ταπεινό του φρόνημα, που ήταν και το κύριο χαρακτηριστικό του αγίου. Ο Μάξιμος για να αποφύγει την όποια δόξα και έπαινο μπορούσε να του αποδώσει ο πατριάρχης άρχισε να προσποιείται τον τρελό.
Ζούσε κοντά στο ναό των Βλαχερνών, όπου όλη μέρα ο κόσμος τον κορόιδευε εμπαίζοντάς τον για τις διάφορες παλαβομάρες που έκανε, ενώ τα βράδια προσευχόταν στην εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου του ναού.
Μετά από όλα αυτά έφυγε για το Άγιον Όρος και συγκαταριθμήθηκε στην αδελφότητα της Μεγίστης Λαύρας .
Εκεί υπέδειξε ιδιαίτερη υπακοή στον ηγούμενο αλλά και σε όλους τους αδελφούς μοναχούς και προσπαθούσε όσο το δυνατό να μιμείται τους μεγάλους ασκητές του Άθω. Δεν έμενε σε κελί για να μην απολαμβάνει καμία άνεση και όταν έψαλλε στο ναό ήταν πάντοτε δακρυσμένος. Κάποτε είδε την Παναγία μας σε όραμα που τον πρόσταξε να πάει στην κορυφή του Άθωνα για να προσευχηθεί. Εκεί, ενώ προσευχόταν για τρία συνεχόμενα μερόνυχτα του παρουσιάστηκε η Υπεράχραντη Μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και τον ενδυνάμωσε στον αγώνα του , δίνοντάς του άρτο και λέγοντάς του από τούδε και στο εξής να μείνει μόνος στις απότομες πλαγιές του Άθωνα , όπου θα έσωζε πολλούς που θα πρόστρεχαν κοντά του.
Ο άγιος μετά πήγε στο γέροντά του και του ζήτησε ευλογία να φύγει ιστορώντας του το όραμα. Εκείνος δεν είχε διάκριση κι τον κατηγόρησε ότι είχε δαιμονική φαντασία, γινόμενος παιχνίδι στα χέρια των δαιμόνων. Ο Μάξιμος εξέλαβε αυτά τα λόγια ως θεία βούληση να συνεχίσει την άσκηση της σαλότητας. Άρχισε να ζει στερούμενος ό,τι μπορούσε να του δώσει κάποια άνεση, ακόμα και τα πιο απαραίτητα. Τριγυρνούσε στις κακοτράχηλες ράχες του Άθωνα ανυπόδητος , εκτεθειμένος στις ακραίες καιρικές συνθήκες του χώρου, ιδιαίτερα του Χειμώνα. Έφτιαχνε πρόχειρες καλύβες για να μένει, τις οποίες μετά από λίγο χρονικό διάστημα έκαιγε, για να μην έχει ο,τιδήποτε δικό του ή κάτι με το οποίο μπορούσε να δεθεί συναισθηματικά. ( Έτσι απέκτησε τον τίτλο του καυσοκαλυβίτη ) .
Προσπάθειά του ήταν να γίνεται αντικείμενο χλευασμού από όποιον τον επισκεπτόταν για να μην τυγχάνει σεβασμού. Όποιοι όμως πήγαιναν κοντά του έφευγαν ωφελημένοι από τις νουθεσίες του, παρόλο που αυτές λεγόντουσαν μέσα σε ασυνάρτητα και παλαβά λόγια. Ο όσιος Γρηγόριος ο Σιναϊτης
( 12 Απριλίου ) ακούγοντας για τον Μάξιμο τον έψαξε και όταν τον βρήκε τον έπεισε να του μιλήσει για τους αγώνες του. Όταν τον άκουσε προσεκτικά και αντελήφθη ότι πρόκειται για άγιο άνθρωπο τον συμβούλεψε να αφήσει πια τη σαλότητα και την ερημιά και να μείνει μόνιμα σε ένα μέρος όπου θα μπορούσαν να το βρίσκουν όποιοι τον έψαχναν για ψυχική τους ωφέλεια.
Ο Μάξιμος του έκανε υπακοή και έφτιαξε μια, μόνιμη πλέον , καλύβα, χωρίς όμως ίχνος υλικών που θα τον ευκόλυναν να ζει άνετα. Βασανισμένοι, δυστυχισμένοι, εμπερίστατοι ακόμα και δαιμονισμένοι έβρισκαν παρηγοριά και γιατρειά κοντά του. Έλαβε από το Θεό το προορατικό χάρισμα και προφήτεψε στους αυτοκράτορες Ιωάννη ΣΤ΄ τον Κατακουζηνό (1347- 1354 ) και Ιωάννη Ε΄ τον Παλαιολόγο (1341-1391 ) σε επισκέψεις τους κοντά του για τον εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε .
Έζησε στην καλύβα του αυτή, που ήταν κάτω από σπήλαιο, για 15 χρόνια και μετά πήγε στη Μεγίστη Λαύρα σε ένα μικρό κελί , στο οποίο αργότερα έμενε ο μαθητής και βιογράφος του άγιος Νήφωνας ( 14 Ιουνίου ) . Απεβίωσε ειρηνικά στις 13 Ιανουαρίου 1375 σε ηλικία 95 χρονών.
Από το βιβλίο “Εμπαίζοντες
«Ημείς μωροί
δια Χριστόν»”
Ίκαρος Πετρίδης
Εκδόσεις: ΜΟΡΦΗ εκδοθήτω
Αθήνα
Μάρτιος 2008