Ψωρο-κώσταινα...
Δημοσιεύτηκε: Τετ Ιαν 09, 2013 10:32 pm
Ψωρο-κώσταινα: “Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι που τα έφερα από το Αιβαλί”

Η πατρίδα μας είχε σχεδόν πάντοτε έλλειμμα οικονομικό και ποτέ πλεόνασμα, αφού από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους υποχρεώθηκε σε δανεισμούς από άλλα κράτη…
(συνήθως από τους Βρεττανοεβραίους τραπεζίτες), κατοχυρώνοντας την οικονομική και ευλόγως πολιτική εξάρτηση και υποδούλωση της χώρας μας. Έτσι από την εποχή της επαναστάσεως κατέφευγαν οι Έλληνες ηγέτες,σε εράνους γα στήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα.Και είναι αλήθεια πως οι πολίτες αλλοτινών χρόνων διακατέχοντο από ισχυρότερα εθνικοπατριωτικά συναισθήματα προσφοράς και κοινωνικού αλτρουισμού όσο κι αν τα χρόνια τότε ήσαν πιο δύσκολα.Είναι μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα όσα έγραψε ο G. Mauer στο βιβλίο του «Ο Ελληνικός λαός», σ.σ.354 – 355:«Είναι, μα την αλήθεια, συγκινητικά, όταν διαβάζει κανείς με πόση προθυμία βοήθησαν αυτοί οι άνθρωποι (σημ. οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί ηγέτες των επαναστατημένων Ελλήνων) τον τόπο τους.
Μόνον τα δυο αδέλφια Κουντουριώτη, ο Λάζαρος κι ο Γεώργιος, έδωσαν ενάμισι εκατομμύρια φράγκα. Οι αδελφοί Σταμάτης και Βασίλης Βουδούρης από πεντακόσιες πενήντα χιλιάδες ο καθένας. Η οικογένεια Τσαμαδού τετρακόσιες χιλιάδες. Ο Ιάκωβος Τομπάζης με τον αδελφό του Μανόλη τριακόσιες πενήντα χιλιάδες. Ο Ανδρέας Μιαούλης διακόσιες πενήντα χιλιάδες και άλλα τόσα ο Δημήτριος Βούλγαρης. Ο Ιωάννης και ο Φραγκίσκος Βούλγαρης – θείοι του Δ. Βούλγαρη – διακόσιες χιλιάδες. Τα αδέλφια Αναγνώστης και Νικόλαος Οικονόμου κι αυτοί διακόσιες χιλιάδες. Ο πεθερός του πλοίαρχου Σαχίνη διακόσιες πενήντα χιλιάδες φράγκα και άλλοι πολλοί διάφορα ποσά».Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το περιστατικό του 1826 στο Ναύπλιο όπου ο δάσκαλος Γ. Γεννάδιος μίλησε στην πλατεία του Πλατάνου με λόγια συγκινητικά για τις ανάγκες του Αγώνα και πρόσφερε πρώτος τις μικρές του οικονομίες οπότε προσήλθε και πρόσφερε τον «οβολό» της επευφημούμενη από το πλήθος μια γνωστή ζητιάνα χήρα κάποιου Κωνσταντή από τις Κυδωνιές, που έμεινε στην ιστορία ως η…”Ψωροκώσταινα”.
Ποια ήταν η γυναίκα αυτή που η ιερή της μνήμη έχει φτάσει ως τις μέρες μας και δυστυχώς με περιφρονητικό τρόπο; Το 1826 ζούσε στο Ναύπλιο μια καταφρονημένη ζητιάνα, που την αποκαλούσαν όλοι «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να χαρακτηρίσει τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με μια πασίγνωστη ζητιάνα της πόλης.Την ημέρα λοιπόν της συνέλευσης που διεκτραγωγούντο τα άσχημα οικονομικά της κυβέρνησης και οι διάφοροι μεγαλοπροεστοί της εποχής μιλούσαν αναζητώντας λύση στο αδιέξοδο οικονομικό πρόβλημα, η ρακένδυτη ζητιάνα της πόλης που άκουγε τη συζήτηση,πλησίασε περήφανα το τραπέζι και είπε «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι που τα έφερα από το Αιβαλί. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω εγώ στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στη πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη τη βροχερή Κυριακή του 1826. (Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας/Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13).
Ύστερα από αυτή την απρόσμενη κι αιφνιδιαστική χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε με ντροπή: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη από όλους εμάς πρόσφερε τον οβολό της.» Κι αμέσως το φιλότιμο και η ντροπή ξύπνησε και τους υπόλοιπους.Σαν βροχή πέφτανε πλέον πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, φτωχής μα υπερήφανης και Ελληνίδας, που από εκείνη τη στιγμή έμεινες στην ιστορία με το παρατσούκλι της «Ψωροκώσταινα».
Όσο για το παρελθόν και την ιστορία της, πριν βρεθεί στο Ναύπλιο να πούμε πως ήταν κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την εξαιρετική ομορφιά της. Όταν όμως οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο,που τη προστάτεψε και τον ακολούθησε ως την Πελοπόννησο. Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με μισοσαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου μιλώντας για τα πλούτη της,τα παιδιά της και για τον δολοφονημένο άντρα της.Οταν έμαθε ο Καποδίστριας το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο και έφτασε στην Ελλάδα, την αναζήτησε και την περιέθαλψε, ενώ όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο η Πανωραία Χατζηκώστα, που στις μέρες μας είναι γνωστή ως «Ψωροκώσταινα», έπλενε τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή λέγοντας πως το κάνει για τη ψυχή των παιδιών της που είχαν κατασφάξει οι Τούρκοι.
...

Η πατρίδα μας είχε σχεδόν πάντοτε έλλειμμα οικονομικό και ποτέ πλεόνασμα, αφού από την ίδρυση του Ελληνικού κράτους υποχρεώθηκε σε δανεισμούς από άλλα κράτη…
(συνήθως από τους Βρεττανοεβραίους τραπεζίτες), κατοχυρώνοντας την οικονομική και ευλόγως πολιτική εξάρτηση και υποδούλωση της χώρας μας. Έτσι από την εποχή της επαναστάσεως κατέφευγαν οι Έλληνες ηγέτες,σε εράνους γα στήριξη του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα.Και είναι αλήθεια πως οι πολίτες αλλοτινών χρόνων διακατέχοντο από ισχυρότερα εθνικοπατριωτικά συναισθήματα προσφοράς και κοινωνικού αλτρουισμού όσο κι αν τα χρόνια τότε ήσαν πιο δύσκολα.Είναι μάλιστα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τα όσα έγραψε ο G. Mauer στο βιβλίο του «Ο Ελληνικός λαός», σ.σ.354 – 355:«Είναι, μα την αλήθεια, συγκινητικά, όταν διαβάζει κανείς με πόση προθυμία βοήθησαν αυτοί οι άνθρωποι (σημ. οι πολιτικοί και οι στρατιωτικοί ηγέτες των επαναστατημένων Ελλήνων) τον τόπο τους.
Μόνον τα δυο αδέλφια Κουντουριώτη, ο Λάζαρος κι ο Γεώργιος, έδωσαν ενάμισι εκατομμύρια φράγκα. Οι αδελφοί Σταμάτης και Βασίλης Βουδούρης από πεντακόσιες πενήντα χιλιάδες ο καθένας. Η οικογένεια Τσαμαδού τετρακόσιες χιλιάδες. Ο Ιάκωβος Τομπάζης με τον αδελφό του Μανόλη τριακόσιες πενήντα χιλιάδες. Ο Ανδρέας Μιαούλης διακόσιες πενήντα χιλιάδες και άλλα τόσα ο Δημήτριος Βούλγαρης. Ο Ιωάννης και ο Φραγκίσκος Βούλγαρης – θείοι του Δ. Βούλγαρη – διακόσιες χιλιάδες. Τα αδέλφια Αναγνώστης και Νικόλαος Οικονόμου κι αυτοί διακόσιες χιλιάδες. Ο πεθερός του πλοίαρχου Σαχίνη διακόσιες πενήντα χιλιάδες φράγκα και άλλοι πολλοί διάφορα ποσά».Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το περιστατικό του 1826 στο Ναύπλιο όπου ο δάσκαλος Γ. Γεννάδιος μίλησε στην πλατεία του Πλατάνου με λόγια συγκινητικά για τις ανάγκες του Αγώνα και πρόσφερε πρώτος τις μικρές του οικονομίες οπότε προσήλθε και πρόσφερε τον «οβολό» της επευφημούμενη από το πλήθος μια γνωστή ζητιάνα χήρα κάποιου Κωνσταντή από τις Κυδωνιές, που έμεινε στην ιστορία ως η…”Ψωροκώσταινα”.
Ποια ήταν η γυναίκα αυτή που η ιερή της μνήμη έχει φτάσει ως τις μέρες μας και δυστυχώς με περιφρονητικό τρόπο; Το 1826 ζούσε στο Ναύπλιο μια καταφρονημένη ζητιάνα, που την αποκαλούσαν όλοι «Ψωροκώσταινα». Σε μια λοιπόν συνεδρίαση της Συνέλευσης, κάποιος θέλοντας να χαρακτηρίσει τη φτώχεια του Ελληνικού Δημοσίου το παρομοίασε με μια πασίγνωστη ζητιάνα της πόλης.Την ημέρα λοιπόν της συνέλευσης που διεκτραγωγούντο τα άσχημα οικονομικά της κυβέρνησης και οι διάφοροι μεγαλοπροεστοί της εποχής μιλούσαν αναζητώντας λύση στο αδιέξοδο οικονομικό πρόβλημα, η ρακένδυτη ζητιάνα της πόλης που άκουγε τη συζήτηση,πλησίασε περήφανα το τραπέζι και είπε «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι που τα έφερα από το Αιβαλί. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω εγώ στο μαρτυρικό Μεσολόγγι», είπε περήφανα η γριά πλύστρα Χατζηκώσταινα και τα άφησε πάνω στο τραπέζι που είχε στήσει στη πλατεία του Ναυπλίου η ερανική επιτροπή, εκείνη τη βροχερή Κυριακή του 1826. (Η όλη ιστορία της Ψωροκώσταινας/Ευ. Δαδιώτης, «Αιγαιοπελαγίτικα» τεύχος 13).
Ύστερα από αυτή την απρόσμενη κι αιφνιδιαστική χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε με ντροπή: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη από όλους εμάς πρόσφερε τον οβολό της.» Κι αμέσως το φιλότιμο και η ντροπή ξύπνησε και τους υπόλοιπους.Σαν βροχή πέφτανε πλέον πάνω στο τραπέζι λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν λοιπόν η ιστορία της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, φτωχής μα υπερήφανης και Ελληνίδας, που από εκείνη τη στιγμή έμεινες στην ιστορία με το παρατσούκλι της «Ψωροκώσταινα».
Όσο για το παρελθόν και την ιστορία της, πριν βρεθεί στο Ναύπλιο να πούμε πως ήταν κάποτε αρχόντισσα των Κυδωνιών του Αϊβαλιού, Πανωραία Χατζηκώστα, σύζυγος πάμπλουτου Αϊβαλιώτη εμπόρου, που φημιζότανε όχι μόνο για τα πλούτη του άνδρα της, μα και για τα πολλά δικά της κι ακόμα για την εξαιρετική ομορφιά της. Όταν όμως οι Τούρκοι πυρπόλησαν την πολιτεία του Αϊβαλί, και έσφαξαν άνδρες και γυναικόπαιδα, ανάμεσα σε αυτούς που σώθηκαν ήταν και η αρχόντισσα Πανωραία Χατζηκώστα, που είδε να σφάζουν οι Τούρκοι τον άνδρα της και τα παιδιά της. Κατά καλή της τύχη ένας ναύτης την βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασε σε ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά. Εκεί αναγνωρίστηκε από τον ομοιοπαθή της Βενιαμίν τον Λέσβιο,που τη προστάτεψε και τον ακολούθησε ως την Πελοπόννησο. Στο Ναύπλιο, ο Βενιαμίν παρέδιδε μαθήματα για να ζήσει και η Πανωραία, για να ζήσει, άρχισε να ξενοπλένει και αργότερα, με μισοσαλεμένα σχεδόν τα λογικά της, ζητιάνευε στους δρόμους του Ναυπλίου μιλώντας για τα πλούτη της,τα παιδιά της και για τον δολοφονημένο άντρα της.Οταν έμαθε ο Καποδίστριας το περιστατικό του εράνου στο Ναύπλιο και έφτασε στην Ελλάδα, την αναζήτησε και την περιέθαλψε, ενώ όταν ίδρυσε το ορφανοτροφείο η Πανωραία Χατζηκώστα, που στις μέρες μας είναι γνωστή ως «Ψωροκώσταινα», έπλενε τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά πληρωμή λέγοντας πως το κάνει για τη ψυχή των παιδιών της που είχαν κατασφάξει οι Τούρκοι.
...