Αποστολική διαδοχή παπικών-2(
http://www. romanity.gr)
Του πατρός της μίας ,αγίας,καθολικής ΚΑΙ αποστολικής εκκλησίας Ιωάννου Ρωμανίδου.
«H ενσωμάτωση του επισκοπάτου της καρολιγγείου Φραγκίας μέσα στις ένοπλες δυνάμεις των Φράγκων και η κατοχή του από αξιωματικούς του στρατού , με σκοπό την καταστολή του επαναστατημένου Γαλλο- Ρωμαϊκού πληθυσμού , είναι το ΚΛΕΙΔΙ για να καταλάβουμε το λεγόμενο Μέγα Σχίσμα μεταξύ του Ρωμαϊκού και του Λατινικού χριστιανικού κράτους.Αυτοί οι Φραγκο- επίσκοποι μαζί με τους διαδόχους τους ποτέ δεν κατάλαβαν τι σημαίνει αποστολική παράδοση και διαδοχή και έτσι ευτέλισαν την αξία της , θεωρώντας την διαδοχή και παράδοση των Αποστόλων σαν μία εξουσιαστική δύναμη που απέρρεε από ένα σύστημα μαγικών πράξεων και με την οποία αποστέλλονται οι άνθρωποι στον παράδεισο ή στην κόλαση. Αυτή την αντίληψη μεταφέρανε και στην παπική έδρα της Ρώμης , όταν οι Φράγκοι βιαίως την κατέλαβαν μετά από παθιασμένο αγώνα που κορυφώθηκε μεταξύ 983 και 1046.
Η γέννηση του φράγκικου πολιτισμού περιγράφεται σε ένα γράμμα του αγ. Βονιφάτιου πρός τον πάπα Ζαχαρία το 741. Οι φράγκοι είχαν «ξεφορτώσει» την Εκκλησία στην Φραγκία από όλους τους Ρωμαίους ορθοδόξους επισκόπους ήδη μέχρι το661 και είχαν χειροτονήσει τους εαυτούς τους επισκόπους και κληρικούς. Μοίρασαν τότε την περιουσία της εκκλησίας σύμφωνα με την τάξη της στρατιωτικής τους ιεραρχίας.. Τούτοι εδώ οι φραγκο- επίσκοποι δεν είχαν αρχιεπίσκοπο και ούτε έκαναν σύνοδο για ογδόντα ολόκληρα χρόνια.
Ήταν σύμφωνα με τον άγ. Βονιφάτιο,αγράμματοι , άπληστοι, μοιχοί,,μέθυσοι , που πολεμουσαν στον στρατό πλήρως εξοπλισμένοι , σκοτώνοντας με τα ίδια τους τα χέρια και χριστιανούς και παγανούς...
Πενήντα χρόνια αργότερα οι διάδοχοι αυτών των αγγραμμάτων βαρβάρων κατεδίκασαν την Ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία ως « αιρετική» και « Γραικική» για τις εικόνες στο συνέδριό τους στην Φρακφούρτη το 794 και έπειτα για το φιλιόκβε στο συνέδριο του Άαχεν το 809.. Όμως για 215 χρόνια οι ορθόδοξοι πάπες της Ρώμης αρνήθηκαν να υποταχθούν για τις εικόνες και το φιλιόκβε στούς Φράγκους κατακτητές τους....
ΤΟΎΤΟΙ ΕΔΏ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟ- ΕΠΊΣΚΟΠΟΙ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΙΔΕΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΘΗΚΑΝ ΝΑ ΜΑΘΟΥΝ ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ ΚΑΙ ΔΟΞΑΣΜΟ , ΩΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΤΩΝ ΣΥΝΟΔΩΝ. Μεταξύ του τέλους του 8ου και του 12ου αιώνος οι φράγκοι ήταν οικείοι μόνο με τον Αυγουστίνο , που ούτε πατέρας οικουμενικής συνόδου υπήρξε ποτέ ,ούτε είχε καταλάβει τον βιβλικό φωτισμό και δοξασμό, πράγματα που μπέρδευε με τον νεο- πλατωνικό μυστικισμο . Επόμενο ήταν να μην καταλάβει την Αποστολική Παράδοση και Διαδοχή και να αποκλείνει τελείως από τον άγιο Αμβρόσιο που τον είχε βαπτίσει. Αυτό που οι φράγκοι δέχθηκαν τελικά από τους ορθοδόξους ανατολικούς (ελληνόφωνους) και δυτικούς ( λατινόφωνους) πατέρες το αυγουστινοποίησαν και έτσι δημιούργησαν τον μύθο των δήθεν πλατωνιζόντων ανατολικών πατέρων, που είναι ακόμη και σήμερα κυρίαρχος.
Οι φράγκο-επίσκοποι που περιγράφει ο άγιος Βονιφάτιος καταλάβαιναν την αποστολική διαδοχή σαν μια μαγική δύναμη που τους επέτρεπε να την οικειοποιηθουν ως περιουσία της φυλής τους και να την χρησιμοποιήσουν ως κύριο μέσο υποταγής των ρωμαίϊκων πληθυσμών μέσω του φόβου για τις θρησκευτικές τους και στρατιωτικές εξουσίες.
Αυτό το σχίσμα μεταξύ Φράγκων και Ρωμαίων επεκτάθηκε και εξελίχθηκε σαν σχίσμα μεταξύ Φραγκο-λατινικού και Ρωμαϊκού χριστιανικού κράτους με τις διαμετρικά αντίθετες πεποιθήσεις για τον σκοπό των επισκόπων και των συνόδων εντός της εκκλησίας και της κοινωνίας . Μεταφορικά μιλώντας οι Φράγκοι συνέλαβαν έναν Ιατρικό Σύλλογο και τον μετέτρεψαν σε ΈΝΑΝ ΣΥΛΛΟΓΟ ΚΟΜΠΟΓΙΑΝΝΙΤΩΝ. Οι ανατολικοί Φράγκοι ολοκλήρωσαν το έργο τους όταν κατέλαβαν οριστικά την παπική έδρα της Ρώμης το 1012-1046….
Δ' Τα ιστορικά πλαίσια της λατινόγλωσσης (της διακρινομένης από την φραγκολατινικήν παράδοσιν) και της ελληνόγλωσσης, ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας(
http://www.ooedgr.com/oode/dogmat2)
Πρέπει να τονισθή δεόντως, ότι κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνας γλώσσα της λατρείας και θεολογίας εν τη Δύσει ήτο η Ελληνική. Η λατινική γλώσσα εχρησιμοποιήθη εις την θεολογίαν και την λατρείαν δια πρώτην φοράν εις την Βόρειον Αφρικήν. Μόνον μεταγενεστέρως εμφανίζεται εις την Γαλλίαν και την Βόρειον Ιταλίαν ως γλώσσα της θεολογίας και της λατρείας. Μόλις κατά την εποχήν της Β' Οικ. Συνόδου (381) ήρχισε να αντικαθιστά η Λατινική την Ελληνικήν εις αυτήν ταύτην την Ρώμην. Σημειωτέον ότι η ελληνική γλώσσα διατηρείται μέχρι σήμερον εν τη Κάτω Ιταλία.
Μέχρι της εποχής της Γ' Οικουμενικής Συνόδου (431) οι ολίγοι, εν συγκρίσει με τους ελληνόφωνας, μεγάλοι λατινόφωνοι θεολόγοι, εξαιρέσει του Ιερού Αυγουστίνου, εγνώριζον απταίστως την Ελληνικήν. Τονίζομεν δε ότι ηκολούθουν κατά γράμμα και μεθ' υπερηφανείας και πεποιθήσεως την ελληνόφωνον ρωμαίϊκην πατερικήν παράδοσιν. Αναφέρομεν κατωτέρω παραδείγματα μεγάλων λατινοφώνων, μαθητών μεγάλων ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων.
Ο άγιος Αμβρόσιος,1 αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων, θεωρείται μαθητής και είναι μεταφραστής έργων του αγίου Βασιλείου και του Διδύμου του Τυφλού, συνεργάτου του Μεγάλου Αθανασίου.
Ο μέγιστος των μεγάλων λατινοφώνων Ρωμαίων άγιος Ιερώνυμος,2 ο οποίος διέμεινεν επί πολλά έτη εις την ελληνόφωνον Ανατολήν, όπου ησκήτευεν, μετέφρασεν εις τα Λατινικά ολόκληρον την Αγίαν Γραφήν από τα Εβραϊκά και τα Ελληνικά και βίους πολλών αγίων και πολλά συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων. Είναι τόσον πιστός εις τους διδασκάλους του, ώστε να αποβαίνη γνωστός δια την έλλειψιν πρωτοτυπίας.
Ο άγιος Ιερώνυμος υπήρξε μαθητής και φίλος του Γρηγορίου του Θεολόγου και εγνώρισεν εις την Β' Οικ. Σύνοδον μεταξύ άλλων και τον άγιον Γρηγόριον Νύσσης και με αυτόν εμελέτησε τα υπό του Νύσσης γραφέντα κατά των Ευνομιανών.
Ο φίλος του αγίου Ιερωνύμου, Ρουφίνος3 μετέφρασε συγγράμματα του Μεγάλου Βασιλείου, του Γρηγορίου του Θεολόγου, την Εκκλησιαστικήν Ιστορίαν του Ευσεβείου Καισαρείας, βίους αγίων, και έργα του Ωριγένους.
Ο άγιος Ιωάννης Κασσιανός,4 λατινόφωνος Ρωμαίος, πιθανόν εκ Γαλλίας, ησκήτευσεν εις τας ερήμους της Αιγύπτου και εχειροτονήθη εις Κωνσταντινούπολιν υπό του Πατριάρχου αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, τον οποίον υπηρέτησεν ως διάκονος επί πέντε έτη. Ο Κασσιανός εδραίωσε τον ανατολικόν μοναχισμόν εις Γαλλίαν, όπου προ ημίσεως αιώνος περίπου είχε μεταφέρει αυτόν ως εξόριστος ο Μέγας Αθανάσιος.
Ο Κασσιανός εδίδαξεν εις Γαλλίαν και Ιταλίαν την μονολόγιστον αδιάλειπτον νοεράν προσευχήν5 και κατά παράκλησιν του Πάπα Ρώμης Κελεστίνου έγραψε σπουδαίον σύγγραμμα κατά της Νεστοριανικής αιρέσεως.6
Ο πρώτος εκ των μεγάλων λατινοφώνων θεολόγων, όστις ουδέποτε έμαθεν Ελληνικά, είναι ο σύγχρονος των αναφερθέντων λατινοφώνων Ρωμαίων ιερός Αυγουστίνος7 ο γνωστός εις την δυτικήν ιστορίαν ως μαθητής και πνευματικόν τέκνον του αγίου Αμβροσίου. Ούτος όχι μόνον δεν κατώρθωσεν ως μαθητής να μάθη τα Ελληνικά, αλλά και τα εμίσησεν, ως μας πληροφορεί εις τας Εξομολογήσεις του.8 Μεταγενεστέρως ως επίσκοπος έκαμε πάλιν μίαν προσπάθειαν να τα μάθη, αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα.
Αγνοών την ελληνικήν γλώσσαν, αλλά δυστυχώς και τας προϋποθέσεις της θεολογίας των Πατερών των Οικουμενικών Συνόδων Α' και Β' δεν ηδύνατο να μελετήση ούτε την Καινήν Διαθήκην, ούτε τα συγγράμματα των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων Ανατολής τε και Δύσεως. Αλλ' ουδέ ηδύνατο, εξ αιτίας των φιλοσοφικών και θεολογικών του προϋποθέσεων, να κατανοήση ορθώς τα συγγράμματα των λατινοφώνων Ρωμαίων, τα γραφέντα εντός των πλαισίων της ελληνοφώνου πατερικής παραδόσεως.
Επίσης πρέπει να σημειωθή ότι ο ιερός Αυγουστίνος ολίγην είχε γνώσιν της ελληνικής φιλοσοφίας, την οποίαν εγνώριζε μόνον από λατινικάς περιγραφάς και ελαχίστας μεταφράσεις. Είναι βέβαιον π.χ. ότι εδιάβασεν εν μεταφράσει τον Πλωτίνον και ίσως τον Πλάτωνα. Το χείριστον πάντως ήτο, ότι δεν ήτο καν εις θέσιν να παρακολουθήση την περί των φιλοσοφικών θεωριών κριτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων, οίτινες εγνώριζον κάλλιστα την σκέψιν των προγόνων των και ως εκ τούτου, ήσαν εις θέσιν να βελτιώσουν, ή να διορθώσουν αυτήν.
Εφιστώμεν την προσοχήν του αναγνώστου εις το ιστορικόν γεγονός, το οποίον χρήζει εξ επόψεως θεολογικής μεθόδου μεγάλης προσοχής, ότι ο Αυγουστίνος ήλθεν εις οξείαν θεολογικήν αντίθεσιν με τον μαθητήν του Χρυσοστόμου, τον άγιον Ιωάννην τον Κασσιανόν εις τα θέματα περί χάριτος, αμαρτίας, προορισμού και ελευθερίας.9
Επί έναν αιώνα σχεδόν συνεκρούοντο οι οπαδοί του Αυγουστίνου και του Κασσιανού, μέχρις ότου τω 529 η σύνοδος της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Γαλλίας εν Αραουρίω (Orange) της Μασσαλίας κατεδίκασεν την διδασκαλίαν ταύτην του Αυγουστίνου. Ο 2ος κανών της Συνόδου ταύτης αναφέρεται εις το 5.12 της προς Ρωμαίους ως εξής: "Per unum hominem peccatum intravit in mundum [mundo], et per peccatum mors, et ita in omnes homines [mors] pertransiit, in quo omnes peccaverunt". Είναι φανερόν ότι δεν είναι η αμαρτία του Αδάμ που κληρονομείται αλλά ο θάνατος εφ' ω πάντες ήμαρτον. Με άλλα λόγια η Σύνοδος κατεδίκασεν την θέσιν του Αυγουστίνου ότι πάντες ήμαρτον εν τω Αδάμ. Κατά την εποχήν ταύτην οι Φράγκοι είχον κατακτήσει σχεδόν ολόκληρον την Γαλλίαν, οι Βισηγότθοι την Ισπανίαν και Νότιον Γαλλίαν, οι Βουργουνδοί τμήμα της Νοτίου Γαλλίας και οι Οστρογότθοι την Ιταλικήν χερσόνησον και την Δυτικήν Βαλκανικήν. Εξ αιτίας της δουλείας των λατινοφώνων Ορθοδόξων εις τους διαφόρους βαρβάρους κατακτητάς από του Ε' αιώνος, εξησθένησε σημαντικώς η λατινόφωνη θεολογία. Οι ελάχιστοι λατινόφωνοι θεολόγοι του ΣΤ' αιώνος δεν ήσαν πλέον εις θέσιν να ενδιατρίψουν ούτε εις την παλαιοτέραν, ούτε εις την νεωτέραν ελληνόφωνον ρωμαϊκήν θεολογίαν.
Η συνύπαρξις εις την Δύσιν της θεολογίας των Ρωμαίων Πατέρων και της θεολογίας του Αυγουστίνου συνεχίσθη μέχρι του Η' αιώνος κατά τρόπον μάλλον αρμονικόν, καθ' όσον αι μεν προϋποθέσεις της ρωμαίϊκης ελληνολατινικής βιβλικής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος επεκράτουν εις τους λατινοφώνους Ρωμαίους, αι δε της αυγουστινείου θεολογίας εις τους Φράγκους.
Ενώ κατά τον Ε' αιώνα εφάνη εν τη διαμάχη μεταξύ των θεολογιών Αυγουστίνου και Κασσιανού η μελλοντική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και Φράγκων και εν συνεχεία μεταξύ Ορθοδοξίας και των πνευματικών απογόνων των Φράγκων, Παπικών και Προτεσταντών. Το πρώτον μόλις κατά τον 7ον αιώνα εγένετο γνωστόν εις την Ανατολήν, ότι οι λατινόφωνοι ωμίλουν περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού. Τούτο ως έκφρασις υπάρχει εις τον άγιον Αμβρόσιον10 και ως διδασκαλία το πρώτον εις τον Αυγουστίνον.11 Εις τον Αμβρόσιον η εκ του Υιού εκπόρευσις σημαίνει την εν χρόνω πέμψιν του Αγίου Πνεύματος, αλλ' ουχί τον τρόπον της υπάρξεως Αυτού,12 ενώ εις τον Αυγουστίνον η εκπόρευσις σημαίνει και πέμψιν αλλά και τρόπον υπάρξεως.13 Η διδασκαλία του Αμβροσίου είναι ορθόδοξος ενώ του Αυγουστίνου δεν είναι.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όστις έζησε τον 7ον αιώνα αρκετά χρόνια εις την Δύσιν, καθησυχάζει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους με την πληροφορίαν, ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι όταν ομιλούν περί εκπορεύσεως, υπό την έννοιαν της πέμψεως του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, δεν παραδέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.14
Και πράγματι ουδέποτε εδέχθησαν εκουσίως, το Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως, διότι εγνώριζον καλώς, ως συμπολίται των ελληνοφώνων Ρωμαίων της αυτοκρατορίας των εν Κωνσταντινουπόλει Ρωμαίων Βασιλέων, ότι εις το Σύμβολον της πίστεως ο όρος "εκπόρευσις", όπως και ο όρος "γέννησις", σημαίνει τρόπον υπάρξεως και δηλοί υποστατικόν ιδίωμα, ως θα ίδωμεν εν οικείω τόπω.
Κατά τον 8ον αιώνα όμως, οι Φράγκοι προσέθεσαν το Filioque του ιερού Αυγουστίνου εις το Σύμβολον της πίστεως, τη επιρροή προφανώς του πρώτου θεολόγου της παραδόσεώς των, του Αγγλοσάξωνος Αλκουΐνου, του οποίου η θεολογία ήτο σχεδόν αποκλειστικώς του Αυγουστίνου.15
Απαντώντες εις τας γενομένας τω 808 διαμαρτυρίας του Πάπα Ρώμης Λέοντος του Γ' και των ελληνοφώνων Ρωμαίων της Παλαιστίνης, οι Φράγκοι, ανεκήρυξαν τω 809, πέντε έτη μετά τον θάνατον του Αλκουΐνου, το Filioque εις δόγμα και κατεδίκασαν ως αιρετικούς τους αντιτιθεμένους προς αυτό.
Ως αναφέρομεν φραγκική θεολογική παράδοσις ουσιαστικώς δεν υπήρχεν ακόμη. Παρά ταύτα βάσει της θεολογίας του Αυγουστίνου ισχυρίσθησαν οι Φράγκοι, ότι αποτελεί το δόγμα αυτό μίαν πρόοδον εις την κατανόησιν του δόγματος περί Αγίας Τριάδος και δια τον λόγον αυτόν δεν συνεφώνησαν με τους Πάπας της Ρώμης και τους Πατριάρχας της Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων, περί της ανάγκης αφαιρέσεως αυτού από το Σύμβολον. Ούτως εις εποχήν αγραμματωσύνης οι Φράγκοι εκήρυξαν την δογματικήν των υπεροχήν έναντι των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων. Ούτως εθεμελιώθη ως αρχή της φραγκολατινικής παραδόσεως η υπεροχή της θεολογίας των Σχολαστικών έναντι των Πατέρων της Εκκλησίας. Δηλαδή ούτοι πρώτον εκήρυξαν την ανωτερότητα της θεολογικής των παραδόσεως και μετά εδημιούργησαν και εκαλλιέργησαν αυτήν. Έκτοτε το Filioque εγένετο μέρος της επεκτατικής πολιτικής των Φράγκων, οίτινες μέσω της ιδικής των ορθοδοξίας επεδίωκον την καθυπόταξιν και αφομοίωσιν των υπ' αυτών κατακτηθέντων λαών. Η φραγκική κυριαρχία τώρα συμπεριελάμβανε την Γαλλίαν, Γερμανίαν, Ελβετίαν, Αυστρίαν και την προ ολίγου κατακτηθείσαν Βόρειον και Μέσην Ιταλίαν.
Τονίζομεν πάλιν ότι, αφού πρώτον διεκήρυξαν οι Φράγκοι, ότι το περί Filioque δόγμα είναι πρόοδος εις την κατανόησιν του μυστηρίου της Αγίας Τριάδος, μετά εγέννησαν την θεολογικήν των παράδοσιν γράφοντες τα "κατά των πλανών των Γραικών" (Contra errores Graecorum) περί τα μέσα του 9ου αιώνος.16
Όλοι οι επιστήμονες συμφωνούν σήμερον, ότι τα υπό των τότε Φράγκων γραφέντα εναντίον των ελληνοφώνων Ρωμαίων προς στήριξιν του Filioque, είναι κατωτέρας ποιότητος και ενδεικτικά του επιπέδου μορφώσεως των πρώτων θεολόγων της φραγκικής παραδόσεως.
Πάντως οι Φράγκοι ή δεν ηδυνήθησαν ή δεν ηθέλησαν να ακούσουν τον Μέγαν Φώτιον, τονίζοντα, ότι ο Αυγουστίνος και ο Αμβρόσιος είναι μόνον δύο μεταξύ εκατοντάδων αγίων Πατέρων της Εκκλησίας και ότι δεν επιτρέπεται μία τοπική Εκκλησία μόνη της να προσθέση τι ή να αφαιρέση τι εκ του Συμβόλου, το οποίον εδέχθησαν εις Οικουμενικάς Συνόδους και το οποίον χρησιμοποιούν όλαι αι αποδεχόμεναι τας Οικουμενικάς Συνόδους Εκκλησίαι.17
Μάλιστα ο Φώτιος εξέφρασε την αμφιβολίαν του περί της χειρογράφου παραδόσεως των έργων του Αυγουστίνου και του Αμβροσίου,18 προφανώς επί τη βάσει των πληροφοριών του Μαξίμου του Ομολογητού, ότι οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι δεν δέχονται τον Υιόν ως αίτιον ή συναίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος.
Πρέπει να τονισθή δεόντως ότι η Εκκλησία της Ρώμης ταχθείσα παρά το πλευρόν των ελληνοφώνων Ρωμαίων έλαβε μέρος και εδέχθη επισήμως τας αποφάσεις της επί Μεγάλου Φωτίου συγκροτηθείσης Η' Οικ. Συνόδου τω 879, ήτις κατεδίκασε την περί Filioque διδασκαλίαν των Φράγκων ως και την υπό των Φράγκων απόρριψιν της Ζ' Οικ. Συνόδου.19 Επίσης πρέπει να τονισθή ότι οι Λογγοβάρδοι κατακτηταί της Βορείου Ιταλίας επέφερον βαθμιδόν αλλοίωσιν εις την εθνικήν και γλωσσικήν σύνθεσιν των βορειοανατολικών Λατινοφώνων, οίτινες συγχωνευθέντες μετά των Λογγοβάρδων εξελίχθησαν εις αυτό το οποίον εγένετο κατόπιν γνωστόν ως Ιταλικόν έθνος.
Κατά την καθ' όλου ροήν της εξελίψεως ταύτης αφωμοίωσαν και την Αρειανικήν των Λογγοβάρδων περιφρόνησιν δια την Κωνσταντινούπολιν και τας Οικουμενικάς αυτής Συνόδους ως και τον συγγενή ανθελληνισμόν των.
Αμιγείς κατά την γλώσσαν και τα εθνικά και θρησκευτικά φρονήματα λατινόφωνοι Ρωμαίοι υπήρχον, κατά την εν λόγω εποχήν, μόνον εις Μέσην και Κάτω Ιταλίαν.
Το γεγονός ότι η Κάτω Ιταλία και Σικελία ευρίσκοντο υπό το κράτος των Σαρακηνών εξησθένησε σημαντικώς την υπό της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσιν των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων Ορθοδόξων της Εκκλησίας της Ρώμης.
Εν όψει των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων οι λατινόφωνοι και ελληνόφωνοι Ρωμαίοι, εν τοις προσώποις του Πάπα και του ελληνόφωνου Ρωμαίου διοικητού των εν Ιταλία επαρχιών της Κωνσταντινουπόλεως, εστράφησαν δια βοήθειαν προς τους Φράγκους κατά τον 8ον αιώνα μη αξιολογήσαντες ορθώς τας επιπτώσεις.
Εξ επόψεως Δογματικής και Συμβολικής, μεγάλην σημασίαν έχει το γεγονός ότι με την κάθοδον των Φράγκων εις την Ιταλίαν συνέπεσαν η υπό των Φράγκων προσθήκη εις το Σύμβολον, η εν συνεχ
εία δογμάτισις αυτής, ως και η καταδίκη της Ζ' Οικ. Συνόδου.
Η ουσιαστική απουσία των ελληνοφώνων Ρωμαίων, εξ επόψεως πολιτικής και στρατιωτικής, είχεν ως αποτέλεσμα την εμφάνισιν μεταξύ των λατινοφώνων Ρωμαίων της Εκκλησίας της Ρώμης των λεγομένων Φραγκοφίλων, οίτινες αντιστοιχούν με τους Λατινόφρονας της Ανατολής.
Όπως οι Λατινόφρονες αποβλέποντες εις τους Φράγκους, ως εις εθνικούς σωτήρας έναντι του Τουρκικού κινδύνου, είχον διάθεσιν να υιοθετήσουν τας θεολογικάς και εκκλησιαστικάς των παραδόσεις, ούτω και οι Φραγκόφιλοι έναντι των κινδύνων εκ των Σαρακηνών και των Λογγοβάρδων.
Ο Πάπας Νικόλαος ο Α' ήτο ο πρώτος πραγματικός φραγκόφιλος Πάπας της Ρώμης.
Μετά τον Νικόλαον ολίγοι ήσαν οι φραγκόφιλοι Πάπαι της Ρώμης μέχρι τω 1009 ότε απεχώρησεν ο τελευταίος Ρωμαίος Πάπας της Ρώμης Ιωάννης ο ΙΗ' και έκτοτε περιήλθε κατ' αρχήν τη βιαία επεμβάσει των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων η Εκκλησία της Ρώμης εις χείρας των Φραγκολατίνων (Γάλλων), Τευτονοφράγκων (Γερμανών) και Ιταλών.20
Μεταξύ των ετών 867 και 1009 οι φραγκόφιλοι Πάπαι ήσαν πολύ ολίγοι και ως επί το πλείστον δια της βίας επιβληθέντες. Και τούτο διότι κατά το 867 ο αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως Βασίλειος ο Α', ενεκαινίασεν επιτυχώς την ανάκτησιν της ελληνοφώνου Κάτω Ιταλίας και Σικελίας από τους Σαρακηνούς και ούτως ενέπνευσε και εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους την ελπίδα επικειμένης απελευθερώσεως των από τον ζυγόν των Φράγκων και των Λογγοβαρδοϊταλών.
Ούτως εκτός από την περίοδον του 962-963 τη ενισχύσει της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρωμαίοι εκράτησαν εις χείρας των τον θρόνον του Πάπα της Ρώμης και παρέμειναν πιστοί εις τας αποφάσεις των 8 Οικουμενικών Συνόδων μέχρι τω 1009, ότε η εκ νέου επέμβασις των Φράγκων επέφερε και το μόνιμον ιστορικόν αποτέλεσμα του έκτοτε αποκλεισμού από τον θρόνον του Πάπα των πραγματικών Λατινορωμαίων, οίτινες ήσαν και φανατικοί Ορθόδοξοι και εθεώρουν εαυτούς εθνικώς ταυτόν με τους ελληνόφωνας Ρωμαίους της Κάτω Ιταλίας και της Ανατολής.21
Ως κατακτηταί της Βορείου και Μέσης Ιταλίας και κυρίαρχοι της Ρώμης κατά περιόδους από του 8ου μέχρι του 11ου αιώνος ήθελον οι Φράγκοι να χρησιμοποίησουν το υφ' όλων ανεγνωρισμένον πρωτόθρονον του Πάπα Ρώμης και την λατινικήν γλώσσαν ως όργανα καθυποτάξεως, ενώσεως και αφομοιώσεως όλων των λαών εις μίαν φραγκορωμαϊκήν αυτοκρατορίαν. Προς τον σκοπόν, αυτόν, όμως, μετέβαλον τα υπό των Οικουμενικών Συνόδων θεσπισθέντα πρεσβεία τιμής του Πάπα Ρώμης εις το μέχρι τότε άγνωστον δόγμα περί της διοικητικής δικαιοδοσίας του Πάπα Ρώμης εφ' όλων των Εκκλησιών.
Το αποτέλεσμα του πρώτου σταδίου της δογματικής και πολιτικής διαμάχης μεταξύ των Φράγκων και των ελληνολατίνων Ρωμαίων, ήτο ότι το νέον περί Παπισμού δόγμα και ο Αυγουστίνος απετέλεσαν τα δύο σκέλη επί των οποίων εστηρίχθησαν η φραγκική επεκτατική πολιτική και η ανάπτυξις του φραγκικού πολιτισμού.
Ο Αυγουστίνος εγένετο δια τους Φράγκους ο μεγαλύτερος θεολόγος και Πατήρ της Χριστιανοσύνης, δηλαδή ό,τι είναι δια την Ορθοδοξίαν οι Τρείς Ιεράρχαι, Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι εις τα εγχειρίδια των Παπικών και των Προτεσταντών η εκλογή του Πάπα Ρώμης υπό του κλήρου και του λαού, της προ του 1009 ορθοδόξου και ρωμαϊκής πόλεως της Ρώμης, περιγράφεται ως αιχμαλωσία της Εκκλησίας εις τον λαόν (δηλ. τον ρωμαϊκόν) "από την οποίαν απηλλάγη η Εκκλησία της Ρώμης τη επεμβάσει αγίων Φράγκων αυτοκρατόρων".[22]
Εξ ίσου άξιον προσοχής είναι το γεγονός ότι περιέργως παρουσιάζονται ως ανήθικοι και Σιμωνιακοί οι Ορθόδοξοι και ελληνόφιλοι Πάπαι, ενώ οι φραγκόφιλοι Πάπαι είναι πάντοτε οι άγιοι.[23]
Φαίνεται ότι πρόκειται περί μιας εκ συστήματος συκοφαντικής τακτικής των Φράγκων, ήτις και υπήρξε το τρίτον σκέλος της επεκτατικής των πολιτικής.
Ως τέταρτον σκέλος της επεκτατικής ταύτης πολιτικής, οι Φράγκοι εις απόδειξιν της κατωτερότητος του λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκού κλήρου εχρησιμοποίουν την φραγκικής προελεύσεως υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου, ήτις ευρίσκει δικαίωσιν μόνον εις τας προϋποθέσεις της αυγουστινείου θεολογίας περί πτώσεως, αμαρτίας, παθών, ελευθερίας, χάριτος και προορισμού.
Εφαρμόζοντες τας αντιλήψεις αυτάς οι προερχόμενοι εκ του φραγκικού μοναχισμού και δια της βίας εν Ρώμη εγκαθιστάμενοι τον 11ον αιώνα Πάπαι επέβαλλον την ποινήν του αφορισμού εις τους λαϊκούς τους κοινωνούντας από τας χείρας εγγάμων ιερέων.
Οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ορθόδοξοι κληρικοί και μοναχοί και τα τέσσαρα εναπομείναντα ελληνόφωνα Πατριαρχεία των Ρωμαίων (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), υπερήσπισαν τας ορθοδόξους παραδόσεις και κατεδίκασαν τας φραγκικάς ταύτας περί αγαμίας του κλήρου διδασκαλίας ως αιρετικάς.24
Εκ του γεγονότος τούτου φαίνεται σαφώς η δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδόξων και αυγουστινιανών Φραγκολατίνων εις τας περί πνευματικότητος προϋποθέσεις.
Ουδόλως πρέπει να γίνεται σύγχυσις μεταξύ του μοναχισμού και της πνευματικότητος των Φραγκολατίνων και του μοναχισμού και της πνευματικότητος της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός ότι κατά τον 10ον και 11ον αιώνα υπήρχον, κατά πληροφορίας ίσως υπερβολικάς, περίπου 1500 ελληνόφωνα μοναστήρια και ησυχαστήρια κατεσπαρμένα από τας ελληνοφώνους επαρχίας της Κάτω Ιταλίας μέχρι και της Ρώμης, εξασκούντα μεγάλην πνευματικήν και εθνικήν επίδρασιν επί των λατινοφώνων και ελληνοφώνων Ρωμαίων, ως φορείς της θεολογίας και πνευματικότητος των αγίων Πατέρων.25
Η θεολογία και πνευματικότης αύτη, ήτις εκαλλιεργείτο και εξεφράζετο κατ' εξοχήν εις τον μοναχισμόν αυτόν της Κάτω Ιταλίας, κυρίως από της εποχής της Εικονομαχίας ότε χιλιάδες καταδιωκόμενοι εν Ανατολή μοναχοί κατέφυγον εις την Κάτω Ιταλίαν προστατευόμενοι υπό των Ρωμαίων Παπών, ήτο η δύναμις εκείνη ήτις δεν επέτρεψεν εις τους Φράγκους να καταλάβουν θρησκευτικώς και εθνικώς τους λατινόφωνας και ελληνόφωνας Ρωμαίους και να αφομοιώσουν αυτούς.26
Ασφαλώς επηρεασμένοι οι Φράγκοι από την πνευματικήν δύναμιν του στρατεύματος αυτού των ορθοδόξων μοναχών, κατηνόησαν την αξίαν του δια τα γενικά επεκτατικά των σχέδια και ούτως εδόθη η ώθησις εις την ίδρυσιν κατά τον 10ον αιώνα (920) των πρώτων φραγκικών μοναστηρίων ή ταγμάτων,27 τα οποία εντός ολίγου έδωσαν εις τους Φράγκους, τους δυνατωτέρους και φανατικωτέρους πολεμιστάς κατά της Ορθοδοξίας.
Η θεολογία και η πνευματικότης αυτών εβασίζετο σχεδόν αποκλειστικώς εις τον ιερόν Αυγουστίνον και τας πλατωνικάς και άλλας προϋποθέσεις αυτού και ολίγην σχέσιν είχε με τον μοναχισμόν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαϊκής παραδόσεως.
Τα μοναχικά ταύτα τάγματα συνειργάσθησαν μετά των Τευτονοφράγκων (Γερμανών) αυτοκρατόρων δια την πνευματικήν κατάληψιν της Ρώμης και την εκρίζωσιν της λατινοφώνου και ελληνοφώνου ρωμαίϊκης ορθοδόξου επικρατίας εκ της Κάτω Ιταλίας.
Εν συνεχεία όμως μετά την εκδίωξιν των ορθοδόξων Ρωμαίων από τον θρόνον της Ρώμης και την εγκαθίδρυσιν Φράγκων και Ιταλών Παπών, μέλη του μοναχισμού τούτου επανεστάτησαν κατά των Γερμανοφράγκων αυτοκρατόρων και ανεκήρυξαν εις δόγμα την ελευθερίαν του θρόνου της Ρώμης έναντι της κοσμικής εξουσίας.(
http://www. oodegr.com/oode/dogmat2)
Ούτω το 1075 ο Πάπας Γρηγόριος ο Ζ' εκήρυξεν επανάστασιν κατά της επί του θρόνου της Ρώμης κυριαρχίας των Τευτονοφράγκων αυτοκρατόρων, ουχί όμως τη βοηθεία των Βασιλέων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες επί δύο αιώνας εστήριζον και ενίσχυον το Πατριαρχείον της Ρώμης κατά των Φράγκων και των Λογγοβάρδων.
Μόλις προ τεσσάρων ετών, τω 1071 οι Νορμανδοί είχον ολοκληρώσει την κατάκτησιν των ελληνοφώνων επαρχιών της Κάτω Ιταλίας και οι Σελτζούκοι Τούρκοι είχον παγιώσει την εισβολήν των εις την Μικράν Ασίαν. Δεν ήσαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι πλέον εις θέσιν να επηρεάσουν τα εν Ρώμη πράγματα. Οι Νορμανδοί, όμως υιοθέτησαν την εκκλησιαστικήν περί Ρώμης πολιτικήν των ελληνοφώνων Ρωμαίων και συνεμάχησαν μετά του Γρηγορίου του Ζ' κατά του Γερμανοφράγκου Βασιλέως και των επεμβάσεων αυτού εν Ρώμη.
Αλλά ο Γρηγόριος ο Ζ' δεν υπήρξεν, ως οι προ του 11ου αιώνος Πάπαι, οπαδός της ελληνολατινικής ρωμαϊκής πατερικής θεολογίας και πνευματικότητος, αλλά φανατικώτατον γέννημα και θρέμμα του φραγκικού μοναχισμού.
Πάντως η επανάστασις αυτού συνετέλεσεν εις το ν
α περιέλθη ο θρόνος του Πάπα εις τας χείρας των Ιταλών, όπου ευρίσκεται μέχρι σήμερον.
Ούτως οι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας εστερήθησαν, και έπαυσαν οριστικώς οι Ρωμαίοι να εκλέγωνται Πάπαι του πνευματικού κέντρου των.
Οι μεν λατινόφωνοι Ρωμαίοι με την πάροδον του χρόνου συνεχωνεύθησαν με τους Ιταλούς και απωλέσθη ούτως η λατινική γλώσσα ως γλώσσα των λατινοφώνων της Κάτω Ιταλίας. Οι δε ελληνόφωνοι Ρωμαίοι της Κάτω Ιταλίας διατηρούν την γλώσσαν των μέχρι σήμερον.
Αναφέραμεν το ιστορικόν τούτο σχεδιάγραμμα, ίνα τονίσωμεν ότι η Εκκλησία της Ρώμης και η Ορθοδοξία αυτής ουδέποτε απεσπάσθη δογματικώς από τα τέσσερα ελληνόφωνα ορθόδοξα Πατριαρχεία των Ρωμαίων της Ανατολής. Η Εκκλησία της Ρώμης ουδέποτε απεσχίσθη εκ της Ορθοδοξίας. Τουναντίον εξωντώθη δια της βιαίας καταλήψεως αυτής υπό των Φράγκων και των μη Ρωμαίων Ιταλών και ούτως εξηφανίσθη.
Αντεκατεστάθη η Εκκλησία των Ρωμαίων εν Ρώμη υπό της Εκκλησίας των Φράγκων.
Μετά την κατάληψιν του Πατριαρχείου των Ρωμαίων υπό των Λατινοφράγκων, Τευτονοφράγκων, και Ιταλών επήλθε μία σπουδαία δια την Δογματικήν και Συμβολικήν συγχώνευσις φραγκικών και λατινο-ρωμαϊκών δογματικών και συμβολικών παραδόσεων δια της αμοιβαίας υποχωρήσεως και επιδράσεως. Κατά τον 12ον αιώνα οι Φράγκοι εδέχθησαν τελικώς την Ζ' Οικ. Σύνοδον.29 Επειδή όμως η επί Μεγάλου Φωτίου Η' Οικ. Σύνοδος του 872 κατεδίκασε το φραγκικόν Filioque παρέμεινε φυσικώ τω λόγω απαράδεκτος εις τους Φράγκους.
Η αποδοχή όμως μιας Η' Οικ. Συνόδου ήτο τόσον ισχυρώς ριζωμένη εις την συνείδησιν των Λατινορωμαίων, οίτινες μετά φανατισμού παρέμειναν πιστοί εις αυτήν αρνούμενοι να προσθέσουν το Filioque εις το Σύμβολον επί δύο αιώνας, παρά την φραγκικήν εν Ιταλία παρουσίαν, ώστε εξελίχθησαν τα πράγματα εις τον συμβιβασμόν της υποκαταστάσεως της Η' του 879 υπό της καθαιρεσάσης τον Μέγαν Φώτιον και άρα αρεστής και αποδεκτής εις τους Φράγκους Συνόδου του 869, ήτις αναγνωρίζεται επισήμως μέχρι σήμερον εν τη Δύσει ως Η' Οικ. Σύνοδος.30 Ήτο φυσικόν να παραμείνουν εις την νέαν φραγκο-λατινορωμαϊκήν σύνθεσιν οι Ρωμαίοι Πατέρες οι ακμάσαντες προ της περί Filioque διαμάχης.
Δια τούτο οι Φραγκολατίνοι εθεώρουν τον άγιον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν ως τον τελευταίον "Έλληνα" Πατέρα της Εκκλησίας, αφού οι μετά τον Δαμασκηνόν Ρωμαίοι Πατέρες επολέμησαν το Filioque και το κατεδίκασαν ως αίρεσιν. Μάλιστα η φραγκική αντίληψις περί σχίσματος και αιρέσεως του Μεγάλου Φωτίου και των ελληνοφώνων Ρωμαίων επεκράτησεν εις την νέαν σύνθεσιν και αι δογματικαί διαφοραί μεταξύ Φράγκων και λατινοφώνων Ρωμαίων μέχρι τω 1009 ημβλύνθησαν εις την δυτικήν ιστορίαν και σχεδόν ελησμονήθησαν. Αντικατεστάθησαν μάλιστα δια του τονισμού της προσπαθείας των Φράγκων να ελευθερώσουν την Εκκλησίαν της Ρώμης από την αμαρτίαν και την ακολασίαν των ρωμαϊκών οικογενειών, αίτινες εκυριάρχουν εις τας εκλογάς των Παπών και ήσαν προσκολλημέναι εις τους αιρετικούς ελληνόφωνας Ρωμαίους αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως.31
Ίσως η μεγαλυτέρα δυσκολία εις την διαφοροποίησιν της ρωμαίϊκης πατερικής θεολογικής μεθόδου από την φραγκολατινικήν προκύπτει από το γεγονός, ότι οι Φραγκολατίνοι ουδέποτε ημφισβήτουν το κύρος των προ του Ιωάννου Δαμασκηνού ελληνοφώνων Ρωμαίων Πατέρων και των έξ Οικουμενικών Συνόδων. Κατά τον 12ον αιώνα η Ζ' Οικ. Σύνοδος και ο υπέρμαχος αυτής Ιωάννης ο Δαμασκηνός εγένοντο μέρος της φραγκικής παραδόσεως. Ασφαλώς ο μεγαλύτερος πειρασμός της ορθοδόξου θεολογίας από της εποχής των Λατινοφρόνων μέχρι σήμερον είναι να νομίζουν Ορθόδοξοι τινές ότι με τους σημερινούς Παπικούς έχομεν κοινήν αρχαίαν παράδοσιν μέχρι του 11ου αιώνος, ή τουλάχιστον μέχρι της εποχής του Μεγάλου Φωτίου.
Δια τούτο ακριβώς πρέπει να τονισθή η ιστορική διαφορά μεταξύ Λατινορωμαίων και Φραγκολατίνων.
Οι λατινόφωνοι και οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι είχον κοινήν παράδοσιν, όχι όμως οι Φράγκοι και οι Ρωμαίοι, τουλάχιστον από τον 8ον ή 9ον αιώνα, ότε οι Φράγκοι αφώρισαν τους μη αποδεχομένους το Filioque λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους.
Ναι μεν η θεολογία των ελληνοφώνων Ρωμαίων παρέμεινεν, αλλά τυπικώς μόνον, εις την νέαν σύνθεσιν φραγκικών και λατινορωμαϊκών στοιχείων, μετά την υπό των Φράγκων κατάληψιν του Πατριαρχείου της Ρώμης, μεθοδολογίας και πνευματικότητος, αλλά τουναντίον υπό το πρίσμα των θεολογικών προϋποθέσεων της διότι δεν ηρμηνεύετο πλέον, ως συνέβαινε προηγουμένως εις τους λατινόφωνας Ρωμαίους, εντός των πλαισίων της ρωμαίϊκης πατερικής μεθοδολογίας και της πνευματικότητος του ιερού Αυγουστίνου.
Αξιοσημείωτον είναι το γεγονός της υπάρξεως μεταξύ των μη Φράγκων Γερμανών, των ανατολικών και δυτικών Γότθων και των Λογγοβάρδων, των δογματικών και λειτουργικών παραδόσεων των Αρειανών αι οποίαι συνεχωνεύθησαν εν καιρώ μετά της φραγκικής παραδόσεως. Εις αυτήν την συγχώνευσιν ήτο αδύνατον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι να συμμετέχουν εφ' όσον ούτοι εταυτίζοντο εθνικώς και εκκλησιαστικώς με την Κωνσταντινούπολιν.
Πρέπει να τονισθή το γεγονός τούτο, ότι οι ελληνόφωνοι και λατινόφωνοι Ρωμαίοι της Μέσης και Κάτω Ιταλίας είχον, ως ήτο φυσικόν, και κοινάς λειτουργικάς παραδόσεις και τον ίδιον σεβασμόν δια τους ιερούς κανόνας των Οικ. Συνόδων. Υπήρχον ασφαλώς ωρισμέναι διαφοραί, αλλά ουχί σπουδαίαι. Όταν όμως οι Φράγκοι κατέλαβον το Πατριαρχείον της Ρώμης, μαζί με την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου επέβαλον και τας φραγκικάς λειτουργικάς και κανονικάς παραδόσεις.
Ακριβώς δια τον λόγον αυτόν διεμαρτυρήθησαν οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι εν τω προσώπω κυρίως του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Μιχαήλ Κηρουλαρίου, όχι μόνον δια το Filioque και την υποχρεωτικήν αγαμίαν του κλήρου, αλλά και δια τα λειτουργικά και περί νηστείας έθιμα τα οποία επέβαλον οι Φράγκοι Πάπαι δια της βίας επί των ελληνοφώνων και λατινοφώνων Ρωμαίων. Επομένως πολύ αδικούν τον Κηρουλάριον οι επιπλήττοντες αυτόν ξένοι αλλά δυστυχώς και Ορθόδοξοι δια τας επιθέσεις του κατά των Φράγκων εις τα πρακτικής φύσεως θέματα.33