Στο Γέροντα Παΐσιο
Δημοσιεύτηκε: Παρ Φεβ 09, 2007 11:37 am
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να καταγράψω και τη δική μου προσωπική εμπειρία από την επίσκεψή μου στην Παναγούδα. Πρέπει να ήταν Ιούλιος μήνας του 1992. Έμελλε να είναι η πρώτη μου επίσκεψη στο Όρος μαζί με μια συντροφιά από το κατηχητικό σχολείο της πατρίδας μου. Δε θυμάμαι πολλά πράγματα από την αναχώρησή μας. Είναι πολύ έντονα χαραγμένα στη μνήμη μου όμως τα όσα ακολούθησαν.
Κατεβαίνοντας από το καραβάκι στη Δάφνη εκπλαγήκαμε όταν συναντήσαμε έναν γνωστό μας από την πατρίδα μας με τους δύο γιούς του. Αυτοί περιμένανε το καραβάκι για να βγούνε στην Ουρανούπολη. Μας ρωτήσανε που είχαμε σκοπό να μείνουμε και ποιά Μοναστήρια θα επισκεπτόμασταν. Τους είπαμε λοιπόν πως θα πηγαίναμε πρώτα στη Σιμωνόπετρα και την επόμενη θα πηγαίναμε στο Κουτλουμούσι με απώτερο σκοπό να επισκεφθούμε από κει και την Παναγούδα (λίγα λεπτά δρόμος) προκειμένου να συναντήσουμε το Γέροντα για τον οποίο είχαμε ακούσει τόσα πολλά. Ακούγοντάς το αυτό ο γνωστός μας, μας είπε να περιμένουμε λίγο και πετάχτηκε σε ένα από τα μαγαζάκια που υπάρχουν στη Δάφνη. Βγαίνοντας κρατούσε ένα βάζο με γλυκό κεράσι. Μας είπε λοιπόν εφόσον θα επισκεπτόμασταν το Γέροντα Παΐσιο να του δώσουμε το δώρο αυτό εκ μέρους του γιατί ο ίδιος δεν προλάβαινε να πάει. Μας τόνισε μάλιστα να του πούμε από ποιόν ήταν το δώρο γιατί τον γνώριζε πολύ καλά. Εγώ προσωπικά πήρα το βάζο με το γλυκό και το έβαλα στο σακίδιο μου και του είπα ότι θα γινόταν αυτό το οποίο ήθελε. Βέβαια από μέσα μου έκανα μια άσχημη σκέψη γιατί πίστευα πως ο γνωστός μας υπερέβαλλε κάπως λέγοντας πως τον ήξερε πολύ καλά ο Γέροντας, εκτιμώντας πως ο συγκεκριμένος κύριος ήτανε λίγο υπερβολικός από τη φύση του και από το ότι ο Γέροντας δεχόταν πλήθος κόσμου κάθε μέρα. Πού να τον θυμόταν από μια δυο επισκέψεις που είχε κάνει; Με αυτές τις σκέψεις συνεχίσαμε το ταξίδι μας.
Τη μέρα που θα επισκεπτόμασταν το Κουτλουμούσι, για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι, δεν είχαμε προλάβει την πρωινή τράπεζα. Φτάνοντας στο μοναστήρι μας είχε πιάσει μια φοβερή πείνα αλλά δεν υπήρχε τίποτα για να φάμε ούτε και μας πέρασε από το μυαλό να ζητήσουμε κάτι από τον Αρχοντάρη. Ρίχνει λοιπόν κάποιος στο τραπέζι την ιδέα να φάμε το γλυκό κεράσι που μας είχε εμπιστευτεί ο γνωστός μας για να πάμε στο Γέροντα εκ μέρους του. Βγάζω λοιπόν το βάζο με το γλυκό και για πότε βρέθηκε το κουτάλι, για πότε ανοίχτηκε το βάζο δεν το καταλάβαμε. Μια λέγαμε να το φάμε, μία όχι. Τελικά πρυτάνευσε η άποψη να το πάμε στο Γέροντα. Ξαναμπήκε λοιπόν το βάζο στο σακίδιο. Μετά από λίγο ξεκινήσαμε για την Παναγούδα. Φτάνοντας έξω από το καλύβι του το μεσημεράκι, διαπιστώσαμε πως περιμένανε πολλά άτομα, προκειμένου να τον δουν, να τον ακούσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ήταν εκεί από το πρωί και ο Γέροντας (εξ αιτίας της ασθένειάς του) δεν είχε βγει ακόμα. Παρατήρησα λοιπόν εκεί στο φράχτη δεξιά από την πόρτα ότι υπήρχαν μπουκάλια με δροσερό νερό και διάφορα βάζα με γλυκά. Επάνω στο φράχτη υπήρχε και ταμπελίτσα που έγραφε περίπου "είναι ευλογημένα, μπορείτε να φάτε".
Μετά από δέκα λεπτά περίπου αναμονής εμφανίστηκε ο Γέροντας, πολύ καταβεβλημένος υποβασταζόμενος από τον υποτακτικό του. Αφού μας μίλησε για λίγο και μας έδωσε κάποιες χρήσιμες συμβουλές πήραμε και την ευλογία του. Δυο τρεις από τους υπόλοιπους προσκυνητές του έδωσαν κάποια κουτιά με γλυκά. Αυτός αφού τα πήρε και τα ευλόγησε, τα ακούμπησε στο έξω μέρος του φράχτη, εκεί που όπως σας είπα παραπάνω υπήρχανε και άλλα. Σε αυτό το σημείο τον πλησίασα και του έδωσα το περίφημο πια βάζο με το γλυκό κεράσι και του εξήγησα ότι του το στέλνει ο τάδε. Ο Γέροντας το πήρε και αφού το ευλόγησε και αντί να το αφήσει μαζί με τα υπόλοιπα μου λέει: Πάρτε το εσείς παιδιά μου, το έχετε περισσότερη ανάγκη. Εκεί όλων μας κόπηκαν τα γόνατα.
Δεν ξέρω εάν κάποιος πιστεύει πως αυτό ήταν σύμπτωση. Εμείς όλοι πιστεύουμε πως εκείνη τη στιγμή μας παρουσιάστηκε ο Θεός. Και δε χρειάζεται να ανοίξει η θάλασσα για να πιστέψουμε ότι μας παρουσιάστηκε ο Θεός. Αρκούν και τα μικρά και απλά πράγματα, πράγματα που στην καθημερινότητά μας τα θεωρούμε "τύχη" ή "σύμπτωση".
Κατεβαίνοντας από το καραβάκι στη Δάφνη εκπλαγήκαμε όταν συναντήσαμε έναν γνωστό μας από την πατρίδα μας με τους δύο γιούς του. Αυτοί περιμένανε το καραβάκι για να βγούνε στην Ουρανούπολη. Μας ρωτήσανε που είχαμε σκοπό να μείνουμε και ποιά Μοναστήρια θα επισκεπτόμασταν. Τους είπαμε λοιπόν πως θα πηγαίναμε πρώτα στη Σιμωνόπετρα και την επόμενη θα πηγαίναμε στο Κουτλουμούσι με απώτερο σκοπό να επισκεφθούμε από κει και την Παναγούδα (λίγα λεπτά δρόμος) προκειμένου να συναντήσουμε το Γέροντα για τον οποίο είχαμε ακούσει τόσα πολλά. Ακούγοντάς το αυτό ο γνωστός μας, μας είπε να περιμένουμε λίγο και πετάχτηκε σε ένα από τα μαγαζάκια που υπάρχουν στη Δάφνη. Βγαίνοντας κρατούσε ένα βάζο με γλυκό κεράσι. Μας είπε λοιπόν εφόσον θα επισκεπτόμασταν το Γέροντα Παΐσιο να του δώσουμε το δώρο αυτό εκ μέρους του γιατί ο ίδιος δεν προλάβαινε να πάει. Μας τόνισε μάλιστα να του πούμε από ποιόν ήταν το δώρο γιατί τον γνώριζε πολύ καλά. Εγώ προσωπικά πήρα το βάζο με το γλυκό και το έβαλα στο σακίδιο μου και του είπα ότι θα γινόταν αυτό το οποίο ήθελε. Βέβαια από μέσα μου έκανα μια άσχημη σκέψη γιατί πίστευα πως ο γνωστός μας υπερέβαλλε κάπως λέγοντας πως τον ήξερε πολύ καλά ο Γέροντας, εκτιμώντας πως ο συγκεκριμένος κύριος ήτανε λίγο υπερβολικός από τη φύση του και από το ότι ο Γέροντας δεχόταν πλήθος κόσμου κάθε μέρα. Πού να τον θυμόταν από μια δυο επισκέψεις που είχε κάνει; Με αυτές τις σκέψεις συνεχίσαμε το ταξίδι μας.
Τη μέρα που θα επισκεπτόμασταν το Κουτλουμούσι, για κάποιο λόγο που δε θυμάμαι, δεν είχαμε προλάβει την πρωινή τράπεζα. Φτάνοντας στο μοναστήρι μας είχε πιάσει μια φοβερή πείνα αλλά δεν υπήρχε τίποτα για να φάμε ούτε και μας πέρασε από το μυαλό να ζητήσουμε κάτι από τον Αρχοντάρη. Ρίχνει λοιπόν κάποιος στο τραπέζι την ιδέα να φάμε το γλυκό κεράσι που μας είχε εμπιστευτεί ο γνωστός μας για να πάμε στο Γέροντα εκ μέρους του. Βγάζω λοιπόν το βάζο με το γλυκό και για πότε βρέθηκε το κουτάλι, για πότε ανοίχτηκε το βάζο δεν το καταλάβαμε. Μια λέγαμε να το φάμε, μία όχι. Τελικά πρυτάνευσε η άποψη να το πάμε στο Γέροντα. Ξαναμπήκε λοιπόν το βάζο στο σακίδιο. Μετά από λίγο ξεκινήσαμε για την Παναγούδα. Φτάνοντας έξω από το καλύβι του το μεσημεράκι, διαπιστώσαμε πως περιμένανε πολλά άτομα, προκειμένου να τον δουν, να τον ακούσουν και να πάρουν την ευλογία του. Ήταν εκεί από το πρωί και ο Γέροντας (εξ αιτίας της ασθένειάς του) δεν είχε βγει ακόμα. Παρατήρησα λοιπόν εκεί στο φράχτη δεξιά από την πόρτα ότι υπήρχαν μπουκάλια με δροσερό νερό και διάφορα βάζα με γλυκά. Επάνω στο φράχτη υπήρχε και ταμπελίτσα που έγραφε περίπου "είναι ευλογημένα, μπορείτε να φάτε".
Μετά από δέκα λεπτά περίπου αναμονής εμφανίστηκε ο Γέροντας, πολύ καταβεβλημένος υποβασταζόμενος από τον υποτακτικό του. Αφού μας μίλησε για λίγο και μας έδωσε κάποιες χρήσιμες συμβουλές πήραμε και την ευλογία του. Δυο τρεις από τους υπόλοιπους προσκυνητές του έδωσαν κάποια κουτιά με γλυκά. Αυτός αφού τα πήρε και τα ευλόγησε, τα ακούμπησε στο έξω μέρος του φράχτη, εκεί που όπως σας είπα παραπάνω υπήρχανε και άλλα. Σε αυτό το σημείο τον πλησίασα και του έδωσα το περίφημο πια βάζο με το γλυκό κεράσι και του εξήγησα ότι του το στέλνει ο τάδε. Ο Γέροντας το πήρε και αφού το ευλόγησε και αντί να το αφήσει μαζί με τα υπόλοιπα μου λέει: Πάρτε το εσείς παιδιά μου, το έχετε περισσότερη ανάγκη. Εκεί όλων μας κόπηκαν τα γόνατα.
Δεν ξέρω εάν κάποιος πιστεύει πως αυτό ήταν σύμπτωση. Εμείς όλοι πιστεύουμε πως εκείνη τη στιγμή μας παρουσιάστηκε ο Θεός. Και δε χρειάζεται να ανοίξει η θάλασσα για να πιστέψουμε ότι μας παρουσιάστηκε ο Θεός. Αρκούν και τα μικρά και απλά πράγματα, πράγματα που στην καθημερινότητά μας τα θεωρούμε "τύχη" ή "σύμπτωση".