Γέροντας Βησσαρίων Παντοκρατορινός
Δημοσιεύτηκε: Σάβ Φεβ 10, 2007 11:57 am
Κατά τον άγιο Ιωάννη Δαμασκινό «όντως φοβερώτατον το του θανάτου μυστήριον». Τα «πάντα σκιάς ασθενέστερα» και τα «πάντα ονείρων απατηλότερα». Επίσης «πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα, όσα ουχ υπάρχει μετά θάνατον». Ο θάνατος δεν είναι όμως το τέλος, αλλά η αρχή της ατελεύτητης ουράνιας ζωής. Τους αγίους της Εκκλησίας μας τιμάμε την ημέρα της εν Κυρίω τελειώσεώς τους. Η πίστη στον Αναστάντα Κύριο, τον «θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» παραμυθεί κραταιά. Είναι δε βέβαιη πίστη και αγιοπατερική διδασκαλία ότι ο Θεός της ζωής και του θανάτου τον κάθε άνθρωπο τον παίρνει κοντά του την καταλληλότερη στιγμή της ζωής του.
Έτσι η εκδημία του σεβαστού και αγαπητού ηγουμένου της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος αρχιμανδρίτη Βησσαρίωνα μάς λύπησε κατά το ανθρώπινο, αλλά μας χαροποίησε κατά την αψευδή επαγγελία του Κυρίου περί των αγαπώντων Αυτόν και της προσφοράς εκείνης που μιλά για αιώνια μακαριότητα, ανεκλάλητη χαρά και ατέρμονη ευφροσύνη. Η μνήμη του θανάτου για τον καλό μοναχό αποτελεί συνεχές και μόνιμο έργο του, που του προκαλεί χαρμολύπη, κατάνυξη και αίσθηση της ματαιότητας του παρόντος κόσμου.
Ο Γέροντας Βησσαρίων με τον ωραίο και θεοκίνητο ενθουσιασμό του αρχαρίου μοναχού στον μεταξύ ουρανού και γης Πλατύλιθο του Μεγάλου Μετεώρου, τον ασκητικό ιδρώτα του πρόθυμου και υπάκουου διακονητή της ευαγούς μάνδρας του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου της αθωνικής Ιεράς Μονής Φενοφώντος και την κατάστασή του ως πρώτου ηγουμένου, μετά πολλών ετών ιδιόρυθμο βίο, στην επί επιβλητικών βράχων και παφλαζόντων αιγαιοπελαγίτικων κυμάτων Σεβασμία Ιερά Μονή του Μεταμορφωθέντος Σωτήρος-Παντοκράτορος, απέδειξε την έντονη θεοφιλία του, την ανεπιτήδευτη θεοτοκοφιλία του, την αληθινά ταπεινή αγιοφιλία του, και ιδιαίτερα τού συνώνυμου συμπατριώτη του Αγίου Βησσαρίωνος, την έμπρακτη φιλαδελφία του, την καθαρή του ταπείνωση, τη μακαρία απλότητα, την επαινετή καλωσύνη, την αγάπη της διακονίας, της συμπαθείας, της συμνότητας.
Η ασθένεια των τελευταίων χρόνων τον έκανε να πονέσει και να δακρύσει, να προσευχηθεί περισσότερο, νʼ αφεθεί πιότερο στο θέλημα του Πανάγαθου Θεού. Η ασθένεια τον ωραιοποίησε ψυχικά και τον ωρίμασε πνευματικά. Όπως κάποτε έγραφα για άλλη περίπτωση, ένοιωσε μέσα στο καμίνι της οδύνης και το αμόνι του άλγους την ωραιότητα, το κάλλος, την παιδαγωγία του φιλανθρώπου Θεού, το θείο χνώτο του και το υπέροχο χάδι του. Αισθάνθηκε έτσι κι εκεί, λοιπόν, ότι στον Θεό και από τον Θεό είναι όλα «καλά λίαν». Δεν λαθεύει, δεν αστοχεί, δεν περιορίζει, δεν αδικεί ο Μεγαλοδύναμος, ο Παντογνώστης Θεός. Μη λοιπόν αστοχούμε θέτοντες ανόητα «γιατί».
Επειδή πόνεσα πολύ, νομίζω μπορώ να πω ότι κάτι κατανοώ από το θέμα του πόνου και της ευλογίας του στον πιστό. Ένας συγγενής μου τις ημέρες αυτές αναχώρησε για την άλλη ζωή, την πιο βέβαιη από αυτή, έχοντας περίπου τα μισά έτη από τον μεσήλικα Γέροντα Βησσαρίωνα. Η γιαγιά του νέου είπε πολύ απλά πως τον πήρε η Παναγία κοντά της. Η Παναγία η Γερόντισσα της μονής του τον πήρε κι αυτόν πλησίον της. Να είναι ευλογημένο.
Θα μπορούσα να πω κι άλλα. Μάλλον θα ήταν μάταιο και περιττό. Θυμάμαι το λείψανό του την ημέρα της εκδημίας. Αναπαυόταν. Κοιμόταν. Προσδοκώντας την αιώνια Ανάσταση. Τι να πούμε οι φτωχοί και μικροί; Δεν είναι εύκολο να νεκρολογείς νεωτέρους σου και μάλιστα ανθρώπους που δεν φώναζαν, δεν ενοχλούσαν, δεν κούραζαν, δεν πείραζαν και δεν ήθελαν να φαίνονται. Ο μακαριστός Γέροντας Βησσαρίων δεν τρόμαζε, δεν φάνταζε και δεν προκαλούσε. Μιλούσε απλά, αγνά, ταπεινά, καταδεκτικά και γιʼ αυτό ωραία, καλογερικά, αγιορείτικα. Αυτή την καλωσύνη θα θυμόμαστε και αυτή τη σεμνότητα χρειαζόμαστε. Τις ιδέες, τις θεωρίες, ακόμα και τις «θεολογίες» τις αφήνουμε για τους άλλους, τους ονομαστούς, τους μεγάλους. Τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον θυμόμαστε και θα τον θυμόμαστε πάντοτε με αγάπη, γιατί δεν έκαμε τον μεγάλο, ήταν αυτός που ήταν, αληθινός, γνήσιος, τίμιος, ντόμπρος. Ήξερε νʼ ακούει, να υποχωρεί, να κατανοεί, να συμπαθεί, να συνομιλεί, να κάνει ενίοτε και τον χαζό, χάρη της ειρήνης και της αγάπης. Τον ευχαριστούμε για την καθαρότητά του αυτή. Μας δίδασκε δίχως παχειά λόγια. Κι αυτές οι διδαχές είναι οι πιο δυνατές.
Σεβαστέ Γέροντα Βησσαρίωνα τώρα που βρίσκεσαι «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός» εύχου και υπέρ ημών να έχουμε τέλος αγαθό, καλή απολογία, μακαρία ανάπαυση. Συγχώρεσε τη λιτή και ταπεινή μου αυτή γραφή, αλλʼ όμως ειλικρινή κι εγκάρδια. Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε, αξιοσέβαστε και αξιομνημόνευτε αδελφέ ημών Βησσαρίωνα.
Οσιολογ. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου
Οκτώβριος 2001
----------------
Περιοδικό Πρωτάτον, Απρίλιος-Ιούνιος 2002
Έτσι η εκδημία του σεβαστού και αγαπητού ηγουμένου της Ιεράς Μονής Παντοκράτορος αρχιμανδρίτη Βησσαρίωνα μάς λύπησε κατά το ανθρώπινο, αλλά μας χαροποίησε κατά την αψευδή επαγγελία του Κυρίου περί των αγαπώντων Αυτόν και της προσφοράς εκείνης που μιλά για αιώνια μακαριότητα, ανεκλάλητη χαρά και ατέρμονη ευφροσύνη. Η μνήμη του θανάτου για τον καλό μοναχό αποτελεί συνεχές και μόνιμο έργο του, που του προκαλεί χαρμολύπη, κατάνυξη και αίσθηση της ματαιότητας του παρόντος κόσμου.
Ο Γέροντας Βησσαρίων με τον ωραίο και θεοκίνητο ενθουσιασμό του αρχαρίου μοναχού στον μεταξύ ουρανού και γης Πλατύλιθο του Μεγάλου Μετεώρου, τον ασκητικό ιδρώτα του πρόθυμου και υπάκουου διακονητή της ευαγούς μάνδρας του Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου της αθωνικής Ιεράς Μονής Φενοφώντος και την κατάστασή του ως πρώτου ηγουμένου, μετά πολλών ετών ιδιόρυθμο βίο, στην επί επιβλητικών βράχων και παφλαζόντων αιγαιοπελαγίτικων κυμάτων Σεβασμία Ιερά Μονή του Μεταμορφωθέντος Σωτήρος-Παντοκράτορος, απέδειξε την έντονη θεοφιλία του, την ανεπιτήδευτη θεοτοκοφιλία του, την αληθινά ταπεινή αγιοφιλία του, και ιδιαίτερα τού συνώνυμου συμπατριώτη του Αγίου Βησσαρίωνος, την έμπρακτη φιλαδελφία του, την καθαρή του ταπείνωση, τη μακαρία απλότητα, την επαινετή καλωσύνη, την αγάπη της διακονίας, της συμπαθείας, της συμνότητας.
Η ασθένεια των τελευταίων χρόνων τον έκανε να πονέσει και να δακρύσει, να προσευχηθεί περισσότερο, νʼ αφεθεί πιότερο στο θέλημα του Πανάγαθου Θεού. Η ασθένεια τον ωραιοποίησε ψυχικά και τον ωρίμασε πνευματικά. Όπως κάποτε έγραφα για άλλη περίπτωση, ένοιωσε μέσα στο καμίνι της οδύνης και το αμόνι του άλγους την ωραιότητα, το κάλλος, την παιδαγωγία του φιλανθρώπου Θεού, το θείο χνώτο του και το υπέροχο χάδι του. Αισθάνθηκε έτσι κι εκεί, λοιπόν, ότι στον Θεό και από τον Θεό είναι όλα «καλά λίαν». Δεν λαθεύει, δεν αστοχεί, δεν περιορίζει, δεν αδικεί ο Μεγαλοδύναμος, ο Παντογνώστης Θεός. Μη λοιπόν αστοχούμε θέτοντες ανόητα «γιατί».
Επειδή πόνεσα πολύ, νομίζω μπορώ να πω ότι κάτι κατανοώ από το θέμα του πόνου και της ευλογίας του στον πιστό. Ένας συγγενής μου τις ημέρες αυτές αναχώρησε για την άλλη ζωή, την πιο βέβαιη από αυτή, έχοντας περίπου τα μισά έτη από τον μεσήλικα Γέροντα Βησσαρίωνα. Η γιαγιά του νέου είπε πολύ απλά πως τον πήρε η Παναγία κοντά της. Η Παναγία η Γερόντισσα της μονής του τον πήρε κι αυτόν πλησίον της. Να είναι ευλογημένο.
Θα μπορούσα να πω κι άλλα. Μάλλον θα ήταν μάταιο και περιττό. Θυμάμαι το λείψανό του την ημέρα της εκδημίας. Αναπαυόταν. Κοιμόταν. Προσδοκώντας την αιώνια Ανάσταση. Τι να πούμε οι φτωχοί και μικροί; Δεν είναι εύκολο να νεκρολογείς νεωτέρους σου και μάλιστα ανθρώπους που δεν φώναζαν, δεν ενοχλούσαν, δεν κούραζαν, δεν πείραζαν και δεν ήθελαν να φαίνονται. Ο μακαριστός Γέροντας Βησσαρίων δεν τρόμαζε, δεν φάνταζε και δεν προκαλούσε. Μιλούσε απλά, αγνά, ταπεινά, καταδεκτικά και γιʼ αυτό ωραία, καλογερικά, αγιορείτικα. Αυτή την καλωσύνη θα θυμόμαστε και αυτή τη σεμνότητα χρειαζόμαστε. Τις ιδέες, τις θεωρίες, ακόμα και τις «θεολογίες» τις αφήνουμε για τους άλλους, τους ονομαστούς, τους μεγάλους. Τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον θυμόμαστε και θα τον θυμόμαστε πάντοτε με αγάπη, γιατί δεν έκαμε τον μεγάλο, ήταν αυτός που ήταν, αληθινός, γνήσιος, τίμιος, ντόμπρος. Ήξερε νʼ ακούει, να υποχωρεί, να κατανοεί, να συμπαθεί, να συνομιλεί, να κάνει ενίοτε και τον χαζό, χάρη της ειρήνης και της αγάπης. Τον ευχαριστούμε για την καθαρότητά του αυτή. Μας δίδασκε δίχως παχειά λόγια. Κι αυτές οι διδαχές είναι οι πιο δυνατές.
Σεβαστέ Γέροντα Βησσαρίωνα τώρα που βρίσκεσαι «εν τόπω φωτεινώ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, ένθα απέδρα οδύνη, λύπη και στεναγμός» εύχου και υπέρ ημών να έχουμε τέλος αγαθό, καλή απολογία, μακαρία ανάπαυση. Συγχώρεσε τη λιτή και ταπεινή μου αυτή γραφή, αλλʼ όμως ειλικρινή κι εγκάρδια. Αιωνία σου η μνήμη αξιομακάριστε, αξιοσέβαστε και αξιομνημόνευτε αδελφέ ημών Βησσαρίωνα.
Οσιολογ. Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου
Ιερά Σκήτη Κουτλουμουσίου
Οκτώβριος 2001
----------------
Περιοδικό Πρωτάτον, Απρίλιος-Ιούνιος 2002