Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1799
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Ιανουαρίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΤΑΤΙΑΝΗΣ.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Ιαν 12, 2019 1:05 am


Τατιανή η Μάρτυς κατήγετο εκ της αρχαίας Ρώμης, ακμάσασα κατά τους χρόνους του βασιλέως Αλεξάνδρου, εν έτει σκβ΄ (222), θυγάτηρ μεν πατρός πλουσίου και περιφανούς, ο οποίος τρις εγένετο ύπατος, διάκονος δε της Εκκλησίας κατά την τάξιν και το επάγγελμα. Αύτη λοιπόν, διότι ωμολόγει τον Χριστόν, ωδηγήθη έμπροσθεν του βασιλέως, και εισελθούσα μετ’ αυτού εις τον Ναόν των ειδώλων, δια προσευχής της κατεκρήμνισε τα είδωλα. Όθεν δέρουσι ταύτην εις το πρόσωπον και με σιδηράς αγκίδας σχίζουσι τα βλέφαρά της. Έπειτα κρεμώσιν αυτήν και καταξεσχίζουσι το σώμα της, και είτα ξυρίσαντες την κεφαλήν της δια καταισχύνην, ρίπτουσιν αυτήν εις το πυρ και δίδουσιν εις τα θηρία. Επειδή δε διεφυλάχθη από αυτά αβλαβής με την χάριν του Θεού, τούτου ένεκα απεκεφαλίσθη, και ούτως έλαβεν η αοίδιμος τον στέφανον του μαρτυρίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1799
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΕΡΜΥΛΟΥ και ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Ιαν 13, 2019 1:03 am

Έρμυλος και Στρατόνικος οι Άγιοι Μάρτυρες ήκμασαν επί του δυσσεβούς Λικινίου, όστις είχε πολλήν σπουδήν εις την θυσίαν των ειδώλων ο δόλιος, τους δε Χριστιανούς εκόλαζεν άσπλαγχνα και διαφόρως αυτούς εβασάνιζεν, ίνα αρνηθούν την ευσέβειαν και τους εθανάτωνε χαλεπώτατα. Και όστις ήθελε καταμηνύσει προς τον βασιλέα τινά Χριστιανόν, ελάμβανεν απ’ αυτόν πολλήν την ανταμοιβήν. Όθεν όλοι Έλληνες εφρόντιζον να εύρουν Χριστιανούς, δια να φανούν προς τον βασιλέα ευγνώμονες και ευσεβείς προς τα είδωλα. Καθεζόμενος λοιπόν ποτέ εις τον θρόνον του ο δυσσεβής ούτος Λικίνιος, ήλθεν εις στρατιώτης και λέγει προς αυτόν· «Ηξεύρω ένα άνθρωπον, όστις είναι εις την τάξιν των Χριστιανών Διάκονος, ονόματι Έρμυλος, και περιγελά τους θεούς και την βασιλείαν σου». Ο δε Λικίνιος επρόσταξε να τον φέρωσιν ευθύς εις το θέατρον· και πηγαίνοντες οι στρατιώται, τον εύρον να προσεύχεται. Αναγγείλαντες λοιπόν εις αυτόν το βασιλικόν πρόσταγμα, ευθύς πρόθυμος ηκολούθησεν αυτούς, χωρίς να δείξη σημείον σκυθρωπότητος, μάλιστα δε και έχαιρεν, ότι έμελλε να πάθη δια τον Χριστόν κολαστήρια. Παραστήσαντες λοιπόν αυτόν εις το θέατρον, τον ηρώτησεν ο βασιλεύς, εάν ήτο Χριστιανός· ο δε απεκρίνατο· «Όχι μόνον με φωνήν λαμπράν και γνώμην στερράν ομολογώ, ότι είμαι Χριστιανός, αλλά και ότι αφιερώθην εις τον Θεόν, Διάκονος εκείνου γενόμενος». Λέγει προς αυτόν ο Λικίνιος· «Λοιπόν, διακόνησον εις τους θεούς, ίνα σε τιμήσω ως πρέπει». Ο δε απεκρίνατο· «Κωφός είσαι ή υποκρίνεσαι ότι είσαι μωρός και ανόητος; Εγώ σου είπα ότι είμαι του αοράτου θεού Διάκονος, και συ μου λέγεις να λατρεύσω λίθους και ξύλα κωφά και άψυχα είδωλα, έργα χειρών ανθρώπων, τα οποία όσοι έχουν γνώσιν και φρόνησιν καταφρονούσιν ως άξια γέλωτος, συ δε τα προσκυνείς ως πεπλανημένος και ανόητος;» Εις ταύτα εθυμώθη ο τύραννος και προστάσσει να τον κτυπούν εις τας σιαγόνας με χαλκά όργανα· ο δε κήρυξ έλεγε ταύτα μεγαλοφώνως· «Φύλαττε την γλώσσαν σου, Έρμυλε, και τίμα τον αυτοκράτορα, θυσίασε εις τους θεούς, ίνα αποφύγης τα βάσανα». Ο δε Μάρτυς υπέφερε τας μάστιγας και έχαιρεν ονειδίζων ως νικημένον τον τύραννον, και του έλεγεν· «Εγώ μεν λαμβάνω αυτάς τας μικράς πληγάς πρόσκαιρα, αλλά συ θέλεις κληρονομήσει αιώνιον κόλασιν, διότι αφήκες εκείνον όστις σε έπλασε και προσκυνείς κωφά και άλαλα ξόανα· και το χειρότερον, φθονείς και των άλλων την σωτηρίαν και προσπαθείς να τους ρίψης εις την απώλειαν». Αφού δε τον έδειραν ώραν πολλήν, επέρασεν ο θυμός του τυράννου, και προστάσσει να τον φυλακίσουν έως την τρίτην ημέραν, μήπως και έλθη εις μεταμέλειαν· ο δε Μάρτυς έψαλλε· «Κύριος εμοί βοηθός, και ου φοβηθήσομαι». Όταν δε εισήλθεν εις την φυλακήν έλεγεν· «Ο καθήμενος επί των Χερουβείμ εμφάνηθι, και ελθέ εις το σώσαι ημάς». Και ο μεν Μάρτυς υπέμεινε τα λυπηρά γενναίως δια τον Κύριον, εκείνος δε δεν ημέλησε να του στείλη ως φιλάνθρωπος την εξ ύψους βοήθειαν· και παρακινών αυτόν εις περισσοτέραν ανδρείαν, έστειλεν Άγγελον, και λέγει προς παράκλησίν του· «Έχε θάρρος και μη φοβηθής ποσώς, Έρμυλε· αγωνίζου και μη δειλιάσης, ότι εις ολίγας ημέρας θέλεις νικήσει τας μηχανάς του τυράννου, να λάβης εξ ουρανών λαμπρότερον του μαρτυρίου τον στέφανον». Ούτως οπλίζει ο Κύριος τον δούλον αυτού, δίδων κατά του τυράννου σωτηρίαν και δύναμιν. Μετά δε την τρίτην ημέραν, καθίσας εις το κριτήριον ο Λικίνιος, έφερε τον Μάρτυρα, και λέγει προς αυτόν· «Εσωφρονίσθης ολίγον, Έρμυλε, να προσκυνήσης τους θεούς, να λυτρωθής από τους κινδύνους, ή ακόμη μένεις εις το πρώτον πείσμα σου ως υπερήφανος;» Ο δε απεκρίνατο· «Επειδή σου είπα από την πρώτην αρχήν την γνώμην μου, τι κοπιάς να με δοκιμάζης πάλιν, και χάνεις τον καιρόν άκαρπα; Εγώ τον Θεόν του ουρανού προσκυνώ, και γίνομαι θυσία δι’ αυτόν, από τον οποίον αναμένω μεγάλην βοήθειαν». Τότε είπε προς αυτόν ο τύραννος· «Τώρα θα ίδω εάν είναι δυνατός αυτός τον οποίον προσκυνείς εις τους ουρανούς και αν θα σε βοηθήση». Και ευθύς προστάσσει εξ άνδρας δυνατούς να τον απλώσουν εις την γην και να τον ραβδίζουν ασπλάγχνως. Και οι μεν φονείς εκείνοι έδερον αυτόν ωμότατα, φθαρτού βασιλέως κακώς υπακούοντες, ο δε Μάρτυς προς τον ουράνιον ηύχετο, και υπομένων ανδρείως τας βασάνους έλεγε· «Κύριε ο Θεός μου, όστις εμαστιγώθης από τον Πιλάτον δια την σωτηρίαν μου, αυτός και εμέ πάσχοντα δια την αγάπην σου ενδυνάμωσον, και αξίωσόν με να γίνω κοινωνός του πάθους σου και της σης λαμπρότητος». Ταύτα του Μάρτυρος λέγοντος, φωνή ηκούσθη λέγουσα· «Αμήν, Έρμυλε, μετά τρεις ημέρας θα λυτρωθής από τα λυπηρά και θα έλθης προς με, να σου ανταποδώσω πλουσίως τας αμοιβάς των πόνων σου». Αυτή η φωνή τον μεν Άγιον ενεθάρρυνε και έγινεν ανδρειότερος, τους δε στρατιώτας εφόβισε και έπεσον κατά γης έντρομοι· ομοίως και ο βασιλεύς με τους λοιπούς εδειλίασαν· πλην ως τετυφλωμένος από την ασέβειαν, δεν ηδυνήθη να καταλάβη την αλήθειαν, αλλά πάλιν εφυλάκισε τον Μάρτυρα· ο δε δεσμοφύλαξ, όστις επροστάχθη να φυλάττη τον Άγιον, ήτο φίλος του, ονόματι Στρατόνικος, όστις επίστευεν εις τον Χριστόν κρυφά, όμως δεν ετόλμα να παρρησιασθή το τέλος φοβούμενος, μόνον εσυμπόνει τον Άγιον και τον εβοήθει κρυφίως, ο οποίος έψαλλε πάλιν εις την φυλακήν ταύτα μετά πόθου και πίστεως· «Κύριος φωτισμός μου και Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» και τα λοιπά του ψαλμού. Και όταν τον ετελείωσεν, ήλθεν εις αυτόν φως άνωθεν θαυμασίως, δια να βεβαιώση το ψαλλόμενον· φωνή δε πάλιν ηκούετο ως και πρότερον και του έλεγε να μη φοβήται, ότι την τρίτην ημέραν υπάγει προς τα ουράνια. Την άλλην ημέραν καθίσας εις τον θρόνον ο τύραννος, έφερε τον Μάρτυρα, και λέγει προς αυτόν· «Πως σου εφάνη το σκοτεινόν δεσμωτήριον; Μετεμελήθης να κάμης το συμφέρον σου ή ακόμη χρειάζεσαι κολαστήρια;» Ο δε απεκρίθη με γλυκύτητα και φαιδρότητα· «Εμένα το σκοτεινόν εκείνο οικητήριον έγινε φωτός αμέτρου και αγαλλιάσεως πρόξενον, έχει δε εξ αυτού η ψυχή μου ηδονήν και ευφροσύνην απόρρητον, ελπίζων να απολαύσω ζωήν αιώνιον. Όμως εσέ θαυμάζω, ότι δεν αποτινάσσεις το σκότος της ψυχής σου να καταλάβης την αλήθειαν». Λέγει ο τύραννος· «Δεν έμαθες άλλο καλόν ειμή μόνον να υβρίζης, το οποίον είναι της γλώσσης ακολασία και ψυχής υπερηφάνεια άμετρος; Προσκυνείς τους θεούς, ή να σου δώσω ό,τι σου πρέπει, αναίσχυντε;» Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Είπον σοι, ω βασιλεύ, την απόκρισιν, και κάμε ό,τι βούλεσαι». Τότε θυμωθείς ο Λικίνιος προστάσσει να τον απλώσουν εις την γην ανάσκελα, και να δέρουν την κοιλίαν του γυμνήν με ράβδους τριγωνικάς. Αυτή δε η βάσανος είναι σκληρά και επώδυνος, ότι αι γωνίαι των ράβδων ήσαν ως ακονισμένη μάχαιρα, και κατεξέσχιζον τας σάρκας του. Ούτω λοιπόν δερόμενος άσπλαγχνα δεν είχεν άλλην παραμυθίαν, μόνον να λέγη του Χριστού το γλυκύτατον όνομα· «Κύριε, εις το βοηθήσαί μου σπεύσον» και άλλα όμοια. Ο δε Θεός ταχέως επήκουσε και παρεστάθη αοράτως και ανεκούφισε τους πόνους του, ευαγγελιζόμενος εις αυτόν την τελείωσιν. Ο δε τύραννος, όσον έβλεπε τον Μάρτυρα ότι υπέμενε με καρτερίαν την βάσανον, τόσον αυτός εθυμώνετο, ότι δεν ηδύνατο να τον νικήση, και προστάσσει να ξεσχίζουν με όνυχας αετού την κοιλίαν του, έως να φανώσι και τα εντόσθια· αλλά και ταύτην την βάσανον υπέμεινεν ο Άγιος τοιαύτα ευχόμενος· «Η καρδία μου και η σάρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» και άλλα παρόμοια. Ο δε καλός Στρατόνικος παρίστατο εκεί πλησίον, και εσπαράσσετο η καρδία του βλέπων τον φίλον του τοιαύτα πάσχοντα, και μη δυνάμενος να τον βοηθήση έκλαιεν. Όθεν τινές στρατιώται, ιδόντες τούτον ούτω συμπάσχοντα και δακρύοντα, ηννόησαν την αιτίαν και τον επρόδωσαν ως Χριστιανόν εις τον τύραννον, όστις ηρώτησεν αυτόν εάν ήτο φίλος του Ερμύλου και της αυτής γνώμης και πίστεως. Ο δε Στρατόνικος, κρίνων τον καιρόν εύκαιρον και αρμόδιον της ομολογίας, ομολογεί την ευσέβειαν, ελέγχει τον τύραννον αφόβως και περιπαίζει τα είδωλα. Τότε προστάσσει ο βασιλεύς να τον γυμνώσουν και να τον ραβδίζουν έως να ξεψυχήση από τας μάστιγας. Ο δε Στρατόνικος ούτως ασπλάγχνως μαστιγούμενος εκύτταζε προς τον φίλον του και λέγει· «Δεήσου εις τον Χριστόν να μου δώση βοήθειαν, Έρμυλε, ίνα δυνηθώ να νικήσω τον τύραννον και να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ταύτα λέγων ήλεγχε τον Λικίνιον, ότι τον εβίαζε να προσκυνήση τυφλούς θεούς και να αφήση τον όντως Θεόν, όστις μέλλει να κρίνη την οικουμένην άπασαν και να κολάση όσους τον αθετήσουν. Ο δε τύραννος, βλέπων ότι ήτο όλον του το σώμα μία πληγή, είπε να τον φυλακίσουν έως την αύριον, ελπίζων μήπως και μεταμεληθή από τον πόνον των πληγών, να προσκυνήση τα είδωλα. Ο δε Άγιος και φυλακισμένος προσηύχετο λέγων· «Κύριε, μη μνησθής ημών ανομιών αρχαίων, βοήθησον ημίν ένεκεν της δόξης του ονόματός σου». Τότε ήλθε φωνή θεία λέγουσα· «Τον δρόμον ετελειώσατε, την πίστιν εφυλάξατε, λοιπόν αύριον να λάβετε της δικαιοσύνης τον στέφανον». Όταν εξημέρωσεν, έφεραν πάλιν τον Έρμυλον εις εξέτασιν, και τον ηρώτα ο τύραννος, εάν ήθελε να θυσιάση εις τα είδωλα. Και αυτός του απεκρίθη τα πρότερα λέγων· «Καίε, τιμώρει, κόπτε, κάμνε ει τι θέλεις, ότι εγώ δεν φοβούμαι εκείνους οι οποίοι φονεύουσι το σώμα, την δε ψυχήν δεν δύνανταινα βλάψουν ουδόλως, αλλά μάλλον ωφέλειαν της δίδουσι». Τότε προστάσσει ο βασιλεύς να τον κρεμάσουν εις το ξύλον, να καταξεσχίζουν τας σάρκας του. Ο δε κατακοπτόμενος προσηύχετο, επικαλούμενος τον Θεόν εις βοήθειαν. Και ούτως ακούει φωνήν άνωθεν λέγουσαν· «Μη φοβείσαι· εγώ είμαι ο Θεός σου και σου δίδω βοήθειαν». Συνταραχθείς λοιπόν και φοβηθείς την φωνήν ο Λικίνιος, κατεβίβασεν από το ξύλον τον Άγιον, και προστάσσει να τον ρίψωσιν εις ένα ποταμόν, Ίστρον καλούμενον, δια να μη εύρουν οι Χριστιανοί το λείψανον, τον δε Στρατόνικον συνεβούλευεν ακόμη και εδοκίμαζε να φέρη εις την ασέβειαν, λέγων προς αυτόν· «Θύσον τουλάχιστον συ εις τους θεούς, να μη πάθης τα όμοια του φίλου σου». Ο Στρατόνικος απεκρίθη· «Εάν εκείνος απέθανε δια τον Χριστόν, πως να γίνω εγώ τόσον άθλιος και ανόητος να κάμω τον λόγον σου;» Λέγει ο τύραννος· «Λοιπόν θέλεις να συναποθάνης και συ με τον Έρμυλον;» Λέγει ο Άγιος· «Ναι, κατ’ αλήθειαν, ότι καθώς έχουν οι φίλοι κοινήν την χαράν και απόλαυσιν, ούτω πρέπει να έχωσι κοινάς και τας θλίψεις και βασάνους, μάλιστα ότι δεν είναι τιμιώτερον πράγμα ούτε γλυκύτερον από το να λάβωμεν δια τον Χριστόν μας θάνατον». Απελπισθείς λοιπόν ο βασιλεύς και δι’ αυτόν, και γνωρίζων ότι δεν αλλάσσειγνώμην, έδωκε την απόφασιν, να θανατώσουν και τους δύο με όμοιον θάνατον εις τα ποτάμια ύδατα, καθώς έμελλον να απολαύσουν εις τον παράδεισον ομοίους στεφάνους και κοινήν αγαλλίασιν. Όταν λοιπόν τους ωδήγουν εις τον θάνατον έλεγον· «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία». Έχαιρον δε ως να ήσαν προσκεκλημένοι εις μεγάλην απόλαυσιν. Φθάσαντες εις τον ποταμόν τους έβαλαν εις μίαν σπυρίδα και τους εβύθισαν. Ο δε Ίστρος υπεδέχθη μεν τα άγια σώματα, δια να αγιασθώσι τα ύδατα αυτού, αλλά πάλιν ύστερον τα εξέβαλεν εις την γην, μη υποφέρων να έχη εις τον βυθόν αυτού κεκρυμμένον τοιούτον θησαυρόν πολύτιμον, ταύτα του παναγάθου Θεού προστάσσοντος, δια να μη ζημιωθούν τούτου του αγαθού οι χριστεπώνυμοι. Μετά την τρίτην ημέραν λοιπόν εύρον τινές άνδρες θεοφιλείς εκείνα τα μαρτυρικά σώματα, και λαβόντες αυτά ευλαβώς έψαλαν ιερούς ύμνους και επιτάφια. Και τελέσαντες εις αυτά όσα ο νόμος διακελεύεται, τα ενεταφίασαν μακράν της πόλεως Σιγηδώνος δέκα οκτώ στάδια, εις ένα τόπον και τα δύο, καθώς και τους άθλους και τον θάνατον κοινούς υπέμειναν εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, μεθ’ ου τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1799
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων Τριακονταοκτώ και άλλων ΑΒΒΑΔΩΝ, των εν τω Σινά όρει αναιρεθ

Δημοσίευση από silver » Δευ Ιαν 14, 2019 1:01 am

Αββάδες οι εν Σινά. Ούτοι οι Όσιοι, αγαπήσαντες την ασκητικήν ζωήν, αφήκαν όλα τα του κόσμου και κατώκησαν εις την έρημον. Μετά τούτων ήτο και ο Όσιος Νείλος, ο πρώην έπαρχος της Κωνσαντινουπόλεως, όστις δια της ισχύος των λόγων του και τη του Αγίου Πνεύματος χάριτι συνέγραψε κάλλιστα και ωφελιμώτατα συγγράμματα, τα οποία παρακινούσι μεν τους ανθρώπους προς άσκησιν, διηγούνται δε άριστα την ζωήν, ως και την αιχμαλωσίαν και τον φόνον των Αγίων τούτων Πατέρων· διότι ελθόντες εις το Σίναιον όρος οι βάρβαροι, οι καλούμενοι Βλέμμυες (οι οποίοι έζων ως άγρια ζώα εις την έρημον, από της Αιγύπτου μέχρι της Ερυθράς Θαλάσσης), εφόνευσαν ασπλάγχνως του Οσίους τούτους. Προ πολλών δε ετών, ήτοι επί της βασιλείας του Διοκλητιανού εν έτει σπη΄ (288), και επί της Πατριαρχείας Πέτρου Αλεξανδρείας, εφονεύθησαν και άλλοι Όσιοι, οίτινες ησύχαζον εις το Σίναιον όρος, διότι εξελθόντες οι εκεί κατοικούντες Σαρακηνοί, αφού απέθανεν ο φύλαρχος αυτών, εφόνευσαν πολλούς ασκητάς, των λοιπών καταφυγόντων εις τι οχύρωμα και πύργον, τα οποία ήσαν εκεί. Κατά θείαν δε Πρόνοιαν εφάνη την νύκτα εις τους Σαρακηνούς φλοξ πυρός, η οποία κατέκαιεν όλον το Σίναιον όρος, αναβαίνουσα μέχρι του ουρανού· όθεν βλέποντες αυτήν οι βάρβαροι εφοβήθησαν, και ρίψαντες τα όπλα έφυγον. Οι φονευθέντες δε Μοναχοίήσαν τριάκοντα οκτώ, οι οποίοι είχον διαφόρους πληγάς εις τα σώματά των· διότι άλλων μεν αι κεφαλαί ήσαν εντελώς κεκομμέναι, άλλων δε εκράτει ακόμη το δέρμα εκ του ενός μέρους, και άλλοι ήσαν κεκομμένοι εις το μέσον. Εξ αυτών ευρέθησαν δύο Όσιοι ζωντανοί, Σάββας και Ησαϊας ονομαζόμενοι, οι οποίοι έθαψαν τους φονευθέντας και διηγήθησαν τα περί αυτών.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1799
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΠΑΥΛΟΥ του Θηβαίου.

Δημοσίευση από silver » Τρί Ιαν 15, 2019 1:00 am


Παύλος ο Όσιος πατήρ ημών ο Θηβαίος ήτο κατά τους χρόνους του Δεκίου και Ουαλλεριανού των βασιλέων εν έτει σνε΄ (255), καταγόμενος από την εν Αιγύπτω πόλιν της Θηβαϊδος· βλέπων δε τον μέγαν διωγμόν, όστις εγένετο από τον Δέκιον, εφοβήθη τας βασάνους και εσκέπτετο να φύγη εις τόπον απόκρυφον. Ούτος ότε ήτο ετών δέκα πέντε έμεινεν ορφανός, είχε δε μόνον μίαν αδελφήν ύπανδρον, της οποίας ο ανήρ επήγε και επρόδωσεν αυτόν εις τους τυράννους ως Χριστιανόν, με σκοπόν να κληρονομήση εκείνος το μερίδιον της πατρικής κληρονομίας του Αγίου· τούτου ένεκεν, την ανάγκην αρετήν ποιησάμενος, εμάκρυνε φυγαδεύων, κατά τον Δαβίδ, εις την έρημον και τα βουνά. Παρερχομένου όμως του χρόνου εσμικρύνετο ο φόβος των βασάνων εις την καρδίαν του Οσίου και εγένετο μάλλον φόβος Θεού και επιθυμία του να αρέση εις τον Θεόν. Δια τούτο μεταβάς εις αυτήν την βαθυτάτην έρημον, πλησιάζει εις εν σπήλαιον, και ιδών τόπον ησυχαστικόν και ωραιότατον με πηγήν και φοίνικα, απεφάσισε να μείνη εκεί κρίνων ότι εις τούτον ο Κύριος τον ωδήγησε προς ψυχικήν του ωφέλειαν. Διέτριψε δε εκεί χρόνους τριάκοντα τρεφόμενος με χόρτα και φοίνικας και σκεπόμενος με τα φύλλα αυτών, αλλά μετά ταύτα τον ελυπήθη ο Κύριος και του έστελλε καθ’ εκάστην ήμισυν άρτον. Τον Όσιον τούτον Παύλον λέγουσιν ότι εύρεν εις την βαθυτέραν έρημον ο Μέγας Αντώνιος, και εμακάρισεν αυτόν δια τρία πράγματα: δια τον ήσυχον και ερημικόν τόπον, εις τον οποίον κατώκει, δια την μακροχρόνιον εκεί διαμονήν του και δια την από του κόσμου αναχώρησιν και φυγήν αυτού· διότι πρώτος ούτος από τους Οσίους ετόλμησε να προχωρήση εις τα βαθύτερα μέρη της ερήμου, και σχεδόν πρώτος αυτός εξέτεινεν εις τόσον μέγα διάστημα χρόνου τον δρόμον της ασκήσεως, διότι αναχωρήσας από τας φροντίδας του κόσμου έζησεν εις την έρημον εκ της νεαράς του ηλικίας. Κατά την εποχήν εκείνην ο Μέγας Αντώνιος ήτο ετών ενενήκοντα και πολλάκις εσκέπτετο και διηπόρει καθ’ εαυτόν λέγων· «Άρα γε να είναι άλλος Μοναχός εις την ενδοτέραν έρημον;» Νύκτα δε τινά, ενώεσκέπτετο ταύτα, ήλθεν Άγγελος Κυρίου και του λέγει· «Ύπαγε ταχέως εις το ενδότερον της ερήμου, να εύρης τον Αββάν Παύλον, όστις είναι εναρετώτερός σου και θέλεις λάβει απ’ εκείνον μεγάλην ωφέλειαν». Ταύτα ακούσας δεν ανέβαλε τον καιρόν, αλλά καταφρονήσας ασθένειαν γήρατος, μακράν οδοιπορίαν και όλα τα άλλα εμπόδια, εκίνησε την πρωϊαν και περιπατών όλην την ημέραν κατεφλέγετο από την καύσιν του ηλίου· ήλπιζεν όμως εις τον Κύριον να του δείξη τον έμψυχον θησαυρόν, και δεν εσυλλογίζετο ουδόλως την δυσχέρειαν της οδού. Περιπατών ημέρας τρεις, μόνον ίχνη αλόγων ζώων εύρισκε, θηρίων πατήματα και δαιμόνων φαντάσματα, των οποίων άλλος με ως ο μυθολογούμενος ιπποκένταυρος ενεφανίζετο, έχων σχήμα κατά το ήμισυ ανθρώπου και κατά το έτερον ήμισυ ίππου, άλλος δε ως ο επίσης μυθολογούμενος Σάτυρος, έχων σχήμα πιθήκου και φέρων εις την κεφαλήν κέρατα, οι δε πόδες αυτού ήσαν ως αιγός· πλην ελπίζων εις τον Θεόν, δεν εδειλία, αλλά προσηύχετο να τον οδηγήση προς τον ποθούμενον. Την τρίτην ημέραν είδεν ένα λέοντα, όστις ανέβαινε βιαστικός εις ένα όρος· ο δε Όσιος, γνωρίσας ότι ο Θεός του επήκουσεν, ηκολούθησε το θηρίον και ούτως έφθασεν εις το σπήλαιον. Τότε ο μεν λέων εισήλθεν εις το σπήλαιον, ο δε Όσιος ίστατο έξωθεν· και βλέπων επιμελώς εις τα εντός του σπηλαίου, είδεν ολίγον φως· όθεν αποθέμενος δια την αγάπην πάσαν δειλίαν και φόβον, εκίνησε βιαίως να εισέλθη εντός αυτού και με την βίαν εσκόνταψεν εις ένα λίθον και εκτύπησε μικρόν εις τον πόδα. Ακούσας τον θόρυβον ο εντός του σπηλαίου διαμένων Όσιος Παύλος, έκλεισε την θύραν, ο δε Όσιος Αντώνιος παρεκάλει έξωθεν λέγων· «Δέομαί σου δια τον Κύριον, Όσιε Πάτερ, άνοιξόν μοι να ίδω το σεβάσμιόν σου πρόσωπον». Ο δε Όσιος Παύλος, θέλων να τον δοκιμάση, δεν ήνοιγεν· όθεν, μη δυνάμενος ο μακάριος Αντώνιος από τον κόπον της οδοιπορίας και το κτύπημα να ίσταται όρθιος, έπεσε πρηνήςκατά γης και εκείτετο ούτως εξ ώρας δεόμενος. Βλέπων δε τον ήλιον πλησιάζοντα εις την δύσιν του περεκάλει έτι θερμότερον τον Όσιον να του ανοίξη την είσοδον. Ο δε ηρώτησεν αυτόν έσωθεν τις ήτο, πόθεν ήλθε και τι εζήτει. Ταύτα είπεν ο Όσιος Παύλος δια να ίδη την υπομονήν του θείου Αντωνίου, διότι όλα τα εγίνωσκεν. Ο δε απεκρίνατο λέγων πάσαν την αλήθειαν, και τελευταίον προσέθηκε ταύτα· «Γινώσκω, άνθρωπε του Θεού, ότι δεν είμαι άξιος να σε ίδω να συνομιλήσωμεν, αλλ’ ήξευρε, ότι δεν αναχωρώ, εάν δεν απολαύσω την ποθουμένην μοι θέαν σου και τους σους γλυκυτάτους λόγους, ότι δι’ αυτό επεριπάτησα ο γέρων και αδύνατος τόσην μακράν οδοιπορίαν, και δεν εσυλλογίσθην κόπον και βάσανον ουδέ φόβον θηρίων. Ω επώνυμε και μιμητά του σκεύους της εκλογής, Παύλε παμμακάριστε, και τα άγρια θηρία ξενίζεις και υποδέχεσαι, και τον κατ’ εικόνα Θεού γενόμενον άνθρωπον, ει και αμαρτωλόν, αποστρέφεσαι και δεν με αξιώνεις να σε ίδω να συνομιλήσωμεν και να ευφρανθώμεν εν πνεύματι; Φεύ μοι τω τάλανι! Και πως μοι ανεστράφησαν εναντίως τα θεία ρήματα; Αιτών ου λαμβάνω, ζητών ουχ ευρίσκω, και κρούοντι ουκ ανοίγεταί μοι· αλλά δεν αναχωρώ έως ότου μου ανοίξης ή καν να τελευτήσω έξω της θύρας σου, και ούτω νεκρός να ελέγχω και να κατηγορώ αφώνως την ασπλαγχνίαν σου». Ταύτα μετά δακρύων λέγοντος του Μεγάλου Αντωνίου, απεκρίθη ο Όσιος Παύλος χαριέντως και του λέγει· «Όστις ζητεί δεν φοβερίζει, και όποιος κατηγορεί δεν δακρύζει». Τότε ανοίξας την θύραν υπεδέχθη αυτόν μετά πόθου λέγων· «Καλώς ήλθες, αδελφέ και συνεργάτα Αντώνιε». Ούτως αμφότεροι κατασπαζόμενοι αλλήλους εν αγίω φιλήματι και συνομιλούντες θείους λόγους ηγάλλοντο πνευματικώς. Έπειτα είπεν ο Μέγας Παύλος· «Διατί εκακοπάθησες να έλθης έως εδώ, να ίδης ένα σαπρόν γέροντα, όστις μέλλει να τελευτήση εις ολίγον διάστημα; Αλλ’ επειδή εδιδάχθημεν από τον θείον Παύλον, ότι η αγάπη πάντα στέργει, φανερόν είναι ότι αύτη σε ενεδυνάμωσε και προς εμέ καθωδήγησε. Λοιπόν, παρακαλώ σε, ειπέ μοι πως διάγουσιν οι άνθρωποι εις τας πόλεις και τα έθνη; Ευρίσκονται εις πολέμους ή εις ειρήνην; Προ πάντων δε ανάγγειλόν μοι σαφέστατα, εάν ευρίσκωνται εις την ειδωλολατρίαν οι ηγεμόνες». Ο δε έδωκεν εις αυτόν πληροφορίαν δι’ όλα αυτά και έτερα όμοια. Ο δε Όσιος εδόξασε τον Θεόν όυι έλαμπε πάλιν πανταχού η ευσέβεια. Ούτω συνομιλούντες οι Άγιοι βλέπουσιν επάνω εις κλάδον δένδρου κόρακα βαστάζοντα άρτον ακέραιον, όστις πετάξας από το δένδρον εις το μέσον αυτώντον άρτον απέθετο. Θαυμάζοντος δε του Οσίου Αντωνίου το παράδοξον, του είπεν ο Μέγας Παύλος· «τη αληθεία, αδελφέ, πολλά φιλάνθρωπος και ελεήμων είναι ο Κύριος, «Χορηγών σπέρμα τω σπείραντι και άρτον εις βρώσιν», «Ανοίγων χείρα, και εμπιπλών παν ζώον ευδοκίας». Εξήκοντα χρόνοι είναι όπου μου φέρει την τροφήν ο κόραξ ούτος, καθώς είδες, ουχί δε ένα άρτον, αλλά τον ήμισυν· και σήμερον δια την σην παρουσίαν εδιπλασίασεν ο αγαθός Θεός τροφεύς και Δεσπότης το σιτηρέσιον». Ταύτα ειπών ο Μέγας Παύλος και ευχαριστήσαντες τον Θεόν αμφότεροι, επήγαν εις την πηγήν να δειπνήσωσι και εφιλονίκουν ώραν πολλήν ως ταπεινόφρονες, τις να κόψη τον άρτον και να ευλογήση την τράπεζαν. Ο Μέγας Παύλος έλεγεν εις τον θείον Αντώνιον, ότι έπρεπε να έχη τα πρωτεία ως ξένος και ως πολλών Μοναχών Προεστώς και διδάσκαλος. Ο δε Μέγας Αντώνιος πάλιν επροτίμα τον μακάριον Παύλον ως γεροντότερον. Τέλος έλαβεν ο εις τον άρτον από το ένα μέρος και ο έτερος από το άλλο και κόπτοντες αυτόν εις το όνομα του Κυρίου, εγεύθησαν και εμπλησθέντες ηυχαρίστησαν. Έπειτα παρεκάλεσεν αυτόν ο θείος Αντώνιος να του είπη πόθεν ήτο, και πως απ’ αρχής επήγεν εις εκείνην την άβατον έρημον. Και ο Όσιος Παύλος του διηγήθη όλον τον βίον του ως ανωτέρω εγράψαμεν. Αφ’ ου ταύτα είπεν ο Όσιος, εποίησαν αγρυπνίαν όλην την νύκτα, ευχόμενοι και δοξολογούντες τον Κύριον, και το πρωϊ είπεν ο Όσιος Παύλος προς τον Μέγαν Αντώνιον· «Είναι πολλαί ημέραι, όπου μου απεκάλυψεν ο Κύριος ότι κατοικείς εις ταύτην την έρημον, και μου υπεσχέθη ότι θα σε ίδω προ της εμής τελειώσεως. Τώρα κατά την υπόσχεσιν σε απέστειλεν ο Θεός να ενταφιάσης το σώμα μου». Ταύτα ακούων ο Μέγας Αντώνιος έρρεον κρουνηδόν τα δάκρυα, δια τον χωρισμόν οδυρόμενος και τον παρεκάλει θερμώς να κάμη προς Κύριον δέησιν, να υπάγη και αυτός εις την συνοδείαν του. Ο δε απεκρίνατο· «Δεν πρέπει, αδελφέ, να ζητώμεν μόνον το ιδικόν μας συμφέρον, αλλά μάλιστα του πλησίον μας. Λοιπόν δεν είναι καιρός να υπάγης προς τον ποθούμενον, αλλά είναι ανάγκη να στηρίζης τους αδελφούς, να γίνουν όμοιοί σου εις την αρετήν. Παρακαλώ να μη βαρυνθής δι’ αγάπην μου, αλλά να μου φέρης τον μανδύαν, τον οποίον σου έδωκεν ο Μέγας Αθανάσιος, ότι έχω πολλήν ευλάβειαν να ενταφιάσης με εκείνον το εμόν λείψανον». Τούτο δε έλεγεν ο Όσιος, δια να μη ευρεθή παρών εις την τελευτήν αυτού ο θείος Αντώνιος και λυπηθή περισσότερον, αλλ’ ούτε ανάγκην είχεν από ιμάτιον εις τον θάνατον. Θαυμάσας ο Μέγας Αντώνιος εις το προορατικόν πνεύμα του Οσίου, τον ηυλαβείτο ως Άγγελον και δακρύσας τότε ησπάσθη αυτόν και λαβών συγχώρησιν επέστρεψεν εις το κελλίον του. Δύο δε μαθηταί του, ο Ισαάκ και ο Πλουσιανός, τον προϋπήντησαν και τον ερωτούσαν που ήτο τόσας ημέρας και έλειπεν. Ο δε απεκρίνατο· «Οίμοι τω αθλίω, τέκνα μου, ότι ψευδώς φορώ το σχήμα των Μοναχών και καμμίαν πράξιν δεν έχω ενάρετον, μόνον το ένδυμα επίπλαστον. Είδον τον Θεσβίτην Ηλίαν και Ιωάννην τον Πρόδρομον· είδον αληθώς άλλον Παύλον ως εν Παραδείσω διάγοντα εις την έρημον». Ερωτώμενος δε υπ’ αυτών, ουδέν απεκρίνατο, ειμή το «καιρός του λαλείν, καιρόςτου σιγάν». Μεταλαβών λοιπόν ολίγης τροφής, έλαβε τον ρηθέντα μανδύαν και έτρεχε δρομαίως προς τον ποθούμενον, Παύλον διψών, προς Παύλον βλέπων, τον οποίον είχε τρυφήν του πνεύματος, πνοήν και αναψυχήν της ψυχής του. Εβίαζετην οδοιπορίαν όσον ηδύνατο, φοβούμενος μήπως και δεν τον φθάση ζώντα δια να λάβη την ευλογίαν του. Περιπατήσας όλην την πρώτην ημέραν και μέρος από την δευτέραν, είδε κατά την οδόν με τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής του Αγγέλων τάγματα, Προφητών και Αποστόλων χορούς, Μαρτύρων και Οσίων στρατεύματα, και μετ’ αυτών την ψυχήν του Παύλου υπέρ την χιόνα εκλάμπουσαν, την οποίαν επήγαιναν με πολλήν ευφροσύνην εις τα ουράνια. Ταύτα βλέπων έπεσε πρηνής εις την γην, βάλλων δε άμμον εις την κεφαλήν του έτυπτε το πρόσωπον αυτού, την συμφοράν οδυρόμενος. Αφού έκλαυσεν ώραν πολλήν, έτρεχε και ησθάνετο τόσην δύναμιν εις τα μέλη του, ως όταν ήτο νέος και περισσότερον. Αφού έφθασεν εις το σπήλαιον, εύρε τον Όσιον γονατιστόν, και είχε προς τον ουρανόν υψωμένας τας χείρας και το πρόσωπον. Νομίσας λοιπόν ότι ήτο ακόμη ζωντανός και προσηύχετο, συνηύχετο και αυτός πολλήν ώραν και έβλεπεν επιμελώς εάν σαλεύση μέλος τι του Αγίου ή στενάξη ή άλλο τι πράξη των ζώντων, να γνωρίση την αλήθειαν. Αφού παρήλθεν ώρα πολλή και ουδόλως εκινήθη, εγνώρισεν ότι ετελείωσε προσευχόμενος. Προσελθών λοιπόν μετά πολλής ευλαβείας και εναγκαλισάμενος εκείνο το σεβασμιώτατον λείψανον κατεφίλει αυτό οδυρόμενος, ότι δεν τον εγνώρισεν αρκετόν καιρόν προηγουμένως να απολαύση της συνομιλίας αυτού εις ψυχικήν του ωφέλειαν. Τυλίξας δε αυτόν με τον μανδύαν, τον οποίον έφερεν, είπε τους συνήθεις ψαλμούς και όσα τροπάρια ήξευρε και θέλων να τον ενταφιάση δε ήξευρε πως να σκάψη την γην, διότι δεν έλαβε μεθ’ εαυτού εργαλείον τι όταν ανεχώρησε από το κελλίον τοτ. Καθώς λοιπόν ίστατο περίλυπος συλλογιζόμενος να μη αναχωρήση, έως ου να του στείλη ο Κύριος εξ ύψους βοήθειαν, τότε βλέπει και ήρχοντο προς αυτόν δρομαίοι δύο φοβερώτατοι λέοντες από την ενδοτέραν έρημον και κατ’ αρχάς μεν εφοβήθη ως άνθρωπος· αλλά στηρίξας την καρδίαν αυτού προς Κύριον έμενεν άτρομος. Οι δε λέοντες, πλησιάσαντες πρώτον εις τον Όσιον Παύλον, έσειον τας ουράς των και με την γλώσσαν των τους πόδας αυτού περιέλειχον, ως να ήτο ζωντανός. Έπειτα γνωρίσαντες την τελείωσιν του Αγίου έκαμον βρυχηθμόν, πίπτοντες εις τους πόδας του. Ο δε Όσιος εθαύμασε βλέπων ότι και τα θηρία είχον δια συμφοράν αυτών του Παύλου την αναχώρησιν, μετ’ ολίγον δε έσκαψαν την γην με τους όνυχάς των και κάμνοντες λάκκον του λειψάνου ισόμετρον, εξήγαγον δε και το χώμα με τους πόδας των, έπειτα επήγαν εις τον Όσιον Αντώνιον, ώσπερ να εζήτουν ευλογίαν, σείοντες τας ουράς και τα ώτα των και έβαλλον κάτω την κεφαλήν και άλλα τοιαύτα σχήματα έκαμνον. Ο δε Μέγας Αντώνιος υψώσας τας χείρας προς τον ουρανόν τοιαύτα προσηύξατο· «Κύριε ο Θεός της γνώσεως, δίχως του προστάγματός σου ούτε φύλλον πίπτει του δένδρου, ούτε πτηνόν εις την γην καταφέρεται· Συ, Κύριε, ως γνωρίζεις παράσχου και τον μισθόν εις τα θηρία ταύτα». Ταύτα ειπών ο θείος Αντώνιος, έκαμε με την χείρα του σημείον εις τους λέοντας να αναχωρήσουν, εκείνοι δε επιστρέψαντες πάλιν εις το ιερόν λείψανον του Οσίου Παύλου και κατασπαζόμενοι αυτό ανεχώρησαν. Ο δε Όσιος Αντώνιος βαστάσας το ιερόν λείψανον ενεταφίασεν αυτό τω τμα΄ (341) έτει, Ιανουαρίου ιε΄ (15). Ο Άγιος ούτος εγεννήθη τω σκζ΄ (227) έτει εν Θηβαϊδι της Αιγύπτου, τω δε σν΄ (250) έφυγεν εις την έρημον, έζησεν εις το σπήλαιον έτη 91, τα δε πάντα ριδ΄ (114). Επρόσμενε δε ο Μέγας Αντώνιος ακόμη μίαν ημέραν, δια να ίδη εάν έλθη πάλιν με τον άρτον ο κόραξ, αλλά δεν εφάνη. Και γενόμενος κληρονόμος της στολής του Οσίου Παύλου, επήρεν εκείνο το ένδυμα των φοινίκων και επέστρεφεν εις το Μοναστήριον διηγούμενος εις τους Μοναχούς πάντα τα άνωθεν, την δε στολήν του Οσίου Παύλου είχεν εις τοσαύτην τιμήν και καύχημα, ώστε την εφόρει το Πάσχα και τας άλλας μεγάλας εορτάς.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1799
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Ιανουαρίου, τελείται η προσκύνησις της Τιμίας Αλύσεως του Αγίου και ενδόξου Αποστόλου Π

Δημοσίευση από silver » Τετ Ιαν 16, 2019 1:24 am


Πέτρου του ενδοξοτάτου και Πρωτοκορυφαίου των Αποστόλων την τιμίαν άλυσιν προσκυνούμεν κατά την σήμερον, δι’ ης προσεδέθη εν τη φυλακή δια τον Χριστόν, ότε κατά προσταγήν του τετράρχου Ηρώδου συνελήφθη, καθώς ο Απόστολος Λουκάς ιστορεί εν κεφαλαίω ΙΒ΄ των Πράξεων, εν αις λέγει ότι Ηρώδης ο Αγρίππας, ο Ηρώδου του μεγάλου έγγονος και των Ιουδαίων βασιλεύς, εκμανείς κατά της Εκκλησίας του Χριστού, κατέσφαξεν εν Ιερουσαλήμ το έτος μγ΄ (43) Ιάκωβον τον αδελφόν Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Ιδών δε ότι τούτο εφάνη αρεστόν εις τους Ιουδαίους, συνέλαβεν ομοίως και τον Πέτρον και κατέκλεισεν αυτόν εις την φυλακήν τηρών αυτόν έως ου, παρελθούσης της εορτής του νομικού Πάσχα, προσενέγκη και τούτον εις τον λαόν ως κεχαρισμένον σφάγιον· αλλ’ ο Απόστολος, δι’ Αγγέλου παραδόξως απολυθείς των δεσμών, διεσώθη (Πράξεις ΙΒ΄ 1-19). Τα δεσμά ταύτα είναι η Άλυσις εις την οποίαν εδεσμεύθη ο θείος Απόστολος, λαβούσα εκ του πανιέρου αυτού σώματος αγιαστικήν και ιαματικήν χάριν, ήτις εις τους μετά πίστεως προσερχομένους εις αυτήν λύει τα δεσμά πάσης κακής ασθενείας. Ότε δε έπεσεν από το σώμα του Αποστόλου Πέτρου η Άλυσις αύτη δια μέσου της επιφανείας του θείου Αγγέλου, διότι, λέγει· «Και εξέπεσον αυτού αι αλύσεις εκ των χειρών» (Πρ. ΙΒ΄ 7), τότε τινές Χριστιανοί, ευρόντες αυτήν, την εφύλαξαν ο ένας εις τον άλλον κατά διαδοχήν. Ύστερον δε παρά των ευσεβών βασιλέων εφέρθη εις Κωνσταντινούπολιν και απεθησαυρίσθη εις τον Ναόν του Αγίου Αποστόλου Πέτρου, τον ευρισκόμενον εντός της μεγάλης Εκκλησίας, όπου ετελείτο κατ’ έτος και η αυτού σύναξις και εορτή εις προσκύνησιν αυτής, προς αγιασμόν των Χριστιανών. Ότι δε τα τοιαύτα ενήργουν θαύματα και ιάσεις πολλάς, μαρτυρεί η Αγία Γραφή, λέγουσα περί του Παύλου, ότι εν Εφέσω οι Χριστιανοί τοσούτον σέβας προσέφερον εις αυτόν, ώστε και τα μανδήλια και περιζώματα αυτού μετά πολλής ευλαβείας λαμβάνοντες εθεράπευον δι’ αυτών των ασθενών τας αρρωστίας· «Ώστε επί τους ασθενούντας επιφέρεσθαι από του χρωτός αυτού σουδάρια ή σιμικίνθια, και απαλλάσσεσθαι απ’ αυτών τας νόσους» (Πράξ. ιθ΄ 12). Και όχι μόνον τα ιμάτια, τα οπωσδήποτε εγγίσαντα εις τα σώματα αυτών, αλλά και μόνη η σκιά τας αυτάς εποίει θεραπείας· και τούτο βλέποντες οι άνθρωποι, βάλλοντες τους ασθενείς αυτών επί κλινών και κραβάτων, έφερον αυτούς και εις τας ευρυχώρους οδούς ετίθουν, «ίνα ερχομένου Πέτρου, καν η σκιά επισκιάση τινί αυτών» (Πράξ. ε: 15) καθότι, εάν αυτοί δεν εθεραπεύοντο, οι μετά κόπου εκφέροντες αυτούς δεν θα εδέχοντο να κοπιάζουν ματαίως. Εκ τούτου έμαθεν η Ορθόδοξος Εκκλησία το σέβας και την ευλάβειαν όχι μόνον των λειψάνων, αλλά και των ιματίων των Αγίων ανδρών.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”