Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΒ΄ (12η) Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΠΡΟΒΟΥ, ΤΑΡΑΧΟΥ και ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Πρόβος, Τάραχος και Ανδρόνικος οι Άγιοι Μάρτυρες έζησαν κατά τους χρόνους του βασιλέως Διοκλητιανού και του ηγεμόνος Φλαβιανού εν έτει 295. Κατά τούτους τους χρόνους υφίσταντο μέγαν διωγμόν όλοι οι Χριστιανοί, και μη δυνάμενοι να κρύπτωνται εις τας πόλεις έφευγον εις τα όρη και τα σπήλαια, και δεν ετόλμων να παρουσιασθούν, μη ηξεύροντες το συμβησόμενον, διότι παντού είχον ητοιμασμένα δια τους ευσεβείς οι δυσσεβείς και παράνομοι παγίδας και θήρατρα. Τότε ευρίσκοντο και οι τρεις ούτοι Άγιοι και γενναιότατοι στρατιώται, οίτινες ήσαν μεν από τρία γένη γεγεννημένοι και εις τρεις πόλεις πολυανθρώπους ανατεθραμμένοι εντίμως και πλουσίως, εις μίαν δε πίστιν του Χριστού ενδόξως και πανσόφως ηνωμένοι και ως αδελφοί αγαπώμενοι· και ο μεν πρώτος την ηλικίαν, ονόματι Τάραχος, ήτο από την Ρώμην, στρατιωτικός το επάγγελμα· ο δε δεύτερος από την Σίδην της Παμφυλίας, Πρόβος καλούμενος· ο δε τρίτος ήτο από την περιφανή Έφεσον, την κλήσιν Ανδρόνικος. Ούτοι οι ευσεβείς και φιλόθεοι άνδρες, νομίζοντες ότι και μόνον να συναυλίζωνται με τους ασεβείς ευσεβείας άρνησις και αυτό σχεδόν ελογίζετο, εμάκρυναν από την τύρβην των πόλεων, πολιτευόμενοι εις ερήμους τόπους ησύχως και αταράχως· αλλά πάλιν από τον πολύν πόθον, τον οποίον είχον προς τον Χριστόν, ελυπούντο, νομίζοντες, ότι εάν δεν μαρτυρήσουν και δεν γίνουν των παθημάτων του Δεσπότου συμμέτοχοι, μεγάλως εζημιούντο κινδυνεύοντες να στερηθούν της Βασιλείας Του, και να ζημιωθούν αυτόν τον Χριστόν τον παμπόθητον. Ταύτα ενώ εμελέτων οι τρισμακάριοι, έστειλεν ο βασιλεύς εις την Ταρσόν, εις τα όρια της οποίας κατώκουν οι Άγιοι, ηγεμόνα θηριόγνωμον και απάνθρωπον ονομαζόμενον Μαξέντιον, όστις ευθύς καθήσας εις το κριτήριον προσέταξε τους δημίους να ζητήσουν επιμελώς και εάν εύρωσι Χριστιανούς να τους φέρωσιν εις το θέατρον. Όθεν οι ζηλωταί των ειδώλων και δεισιδαίμονες επρόδωσαν τους Αγίους, τους οποίους συνέλαβον και εφυλάκισαν. Ο δε δικαστής, μαθών ταύτα, προστάσσει να φέρουν τον ένα μόνον εις το κριτήριον, δια να τον εξετάση χωριστά· ωδηγήθη λοιπόν εις το μέσον ο γεροντότερος, τον οποίον ερωτήσας ο άρχων πως ωνομάζετο, απεκρίνατο· «Χριστιανός είμαι, (ώσπερ να έλεγε προς τον άδικον δικαστήν: εκείνο το οποίον συ διώκεις ως έγκλημα, εκείνο εγώ νομίζω καύχημά μου και κύριον όνομα). Πλην επειδή επιμένεις να μάθης και το εκ των γονέων μου όνομα, Τάραχος καλούμαι· ήμην στρατιώτης, αλλ’ ηρνήθην την κάτω στρατείαν, διότι τα όπλα ημών των Χριστιανών δεν είναι σαρκικά, αλλά πνευματικά και δυνατά, δια να νικώμεν τον αντικείμενον· λοιπόν κάμε μου όσα κακά βουληθής και θέλεις με γνωρίσει με την δύναμιν του Θεού μου ανίκητον. Μη μου ενθυμίζης δε το γήρας και τα λευκά μου γένεια· διότι εις την προθυμίαν είμαι νεώτερος· μήτε να επαινής την αλογίαν των βασιλέων σου, λέγων ότι είναι πατρώος νόμος, και άλλους λήρους και φλυαρήματα, διότι εις είναι ο αληθής Θεός, όστις έκτισεν εκ του μη όντος εις το είναι τα σύμπαντα· οι δε θεοί σου είναι λίθοι και ξύλα και άλλα βδελύγματα, όσοι δε προσκυνείτε τοιούτους θεούς είσθε αναισθητότεροι τούτων και αλογώτεροι». Τότε θυμωθείς εις ταύτα ο δικαστής ότι όχι μόνον εκείνον, αλλά και τους βασιλείς και τους θεούς του εξύβρισε, προστάσσει να δείρουν τας σιαγόνας και τον αυχένα του. Τυπτόμενον λοιπόν ώραν πολλήν και βασανιζόμενον, τον συνεπόνουν οι παρεστώτες ως γεροντότερον αυτών και τον συνεβούλευον κατά την γνώμην, λέγοντες να αφήση την μωρολογίαν και ματαιότητα. Ο δε απεκρίνατο λέγων· «Εξήκοντα χρόνους εκοπίαζα φιλοπόνως να αποκτήσω τοιαύτην μωρίαν πάνσοφον και σωτήριον και τώρα δια μίαν ώραν να απολέσω εκείνο όπερ με τόσον κόπον απέκτησα; Όχι, ποτέ δεν θέλω αρνηθή τον αγώνα τούτον της ευσεβείας και την εις Χριστόν τον αληθινόν μου Θεόν πεποίθησιν, δεν παραστρατίζω ποσώς από την αλήθειαν, έστω και αν τύχη και άλλος Μαξέντιος να με βασανίση από τούτον χειρότερα». Ταύτα ακούσας ο παράνομος δικαστής και μη υποφέρων την παρρησίαν του Μάρτυρος, προατάσσει με ράβδους ωμάς, ήτοι χλωράς, να τον δέρωσιν· αλλά και με όλας εκείνας τας πληγάς έμεινεν ανδρείος και ακλινέστερος· όθεν δένοντες αυτόν με βαρύτερα των προτέρων σίδηρα, αυτόν μεν εφυλάκισαν, έφερον δε τον Πρόβον εις το κριτήριον. Ελθών ο Άγιος Πρόβος εις το κριτήριον ευθύς με ολίγους λόγους είπεν όσα ήθελε να τον ερωτήση ο δικαστής, δια να τον βασανίση το ταχύτερον, και του λέγει· «Το πρώτον μου και εξαίρετον όνομα καλούμαι από τον Θεόν μου Χριστιανός, Πρόβος δε το ανθρώπινον· είμαι από την Θράκην, ιδιώτης την πολιτείαν, καταφρονώ τας τιμάς σας και μισώ την φιλίαν σας, διότι αύτη μας χωρίζει από τον αληθή Θεόν· όλον μου τον πλούτον και τα υπάρχοντα κατεφρόνησα, δια την εντολήν του Χριστού, δια τον οποίον είμαι έτοιμος να πάθω κολαστήρια μυρία και επιποθώ δι’ Αυτόν τον θάνατον». Ταύτα ειπόντος, εξέδυσαν αυτόν και τον έδερον με νεύρα βοών ασπλάγχνως και τόσας μάστιγας του έδωσαν, ώστε η γη εκοκκίνισεν από το πλήθος του αίματος, οι δε παρεστώτες εθαύμαζον και του έλεγον· «Βλέπε, άνθρωπε, το φοβερόν ρεύμα των αιμάτων σου και λυπήσου σεαυτόν». Εις τους λόγους τούτους ο Άγιος απεκρίνατο· «Τούτο το αίμα νομίζω ότι είναι μύρον ή έλαιον, με το οποίον προς τους αγώνας αλείφομαι και προθυμότερος γίνομαι». Μετά ταύτα τον εκτύπων και εις την κοιλίαν ωμότερα και έτρεχε το αίμα πλήθος άμετρον· όθεν ο Μάρτυς αισθανόμενος τον πόνον δριμύτερον έλεγε· «Χριστέ, βοήθει μοι». Ο δε ηγεμών απεκρίνατο· «Εάν σου εβοήθει, ήθελε σε αρπάσει από ταύτην την βάσανον». Ο δε Άγιος του λέγει· «Δεν του ζητώ εγώ να μη πάθω, αλλά να με ενδυναμώση δια να υπομείνω τα πάθη· διότι κανείς αγωνιζόμενος, έχων τον κοινόν νουν, δεν ήθελε ποτέ να τον απαλλάξη από τους αγώνας, δια να μη χάση την αμοιβήν και τον στέφανον. Γίνωσκε λοιπόν, ω δικαστά, ότι μου επήκουσεν ο Δεσπότης μου και πολύ με εβοήθησε· δια τούτο καταφρονώ τας βασάνους σου, με τας οποίας νομίζεις ότι θα με νικήσης και γίνομαι ανδρειότερος». Τότε ο άρχων προστάσσει να τον δέσουν με σίδηρα και να τον τανύσουν εις τας τέσσαρας τρύπας, τας οποίας είχε το ξύλον το τιμωρητικόν. Ακολούθως φέρουν εις το κριτήριον και τον Ανδρόνικον, όστις κατήγετο από την Έφεσον της Ιωνίας, όστις εις μεν την ηλικίαν ήτο μικρότερος, εις δε την ένστασιν και παρρησίαν τέλειος, καθώς με λόγους και με έργα απέδειξε και έλεγεν ότι ήτο δούλος του Δεσπότου Χριστού πιστότατος. Ο δε άρχων του λέγει· «Θυσίασον εις τους θεούς και μη είσαι μωρός και ανόητος». Τότε ο Μάρτυς του απεκρίθη φρονίμως λέγων· «Εάν δεν ελαμβάνομεν εις την μέλλουσαν ζωήν δια τας βασάνους ταύτας καμμίαν ανταμοιβήν, δίκαιον είχες συ και πας άλλος, να λέγης ότι ετρελλάθημεν· ει δε και λαμβάνομεν, καθώς ελπίζομεν, πλουσίαν την ανταπόδοσιν, κατά την αληθεστάτην του Σωτήρος Χριστού υπόσχεσιν, τότε τα παθήματα όλα του νυν καιρού, όσα ημπορεί να πάθη τις, δεν είναι άξια να αντιπαραβληθώσι προς την μέλλουσαν δόξαν και αγαλλίασιν». Τούτους τους σοφωτάτους λόγους του Μάρτυρος θέλων να δείξη μύθους ο δικαστής, απέδειξεν αυτούς πιστοτέρους και τους εμαρτύρησεν αληθινούς με τα πράγματα, διότι εκρέμασαν τον Μάρτυρα εις το ξύλον και εχάρασσαν τας κνήμας του με σίδηρα και τας πλευράς εκέντων με αιχμάς πεπυρωμένας και οξυτάτας και με κοπτεράς κεράμους κατέσχιζον τας σάρκας του, και έτριβον με άλας τας πληγάς του, δια να τον κάμουν να νικηθή με την δριμύτητα των κολάσεων. Αλλ’ αυτός τα υπέμεινεν όλα και έλεγεν· «Ευχαριστώ σας, ότι αλατίζετε τας σάρκας μου, δια να δύνανται να υποφέρουν και τα επίλοιπα βάσανα». Ιδών όθεν ο άρχων, ότι ματαίως τον εβασάνιζεν, ή μάλλον ειπείν εκείνος εβασανίζετο, τον εφυλάκισεν έως δευτέραν εξέτασιν. Αφού παρήλθον ημέραι τινές έφεραν και πάλιν τους Αγίους ένα έκαστον κατά τάξιν ως και πρότερον. Και σταθείς με πολλήν παρρησίαν ο Τάραχος, γηραλέος κατά την ηλικίαν, Ρωμαίος το γένος και στρατιώτης το επάγγελμα, ήλεγξε τον ηγεμόνα, τους βασιλείς και τους αδυνάτους θεούς των καρτερικώτατα· όθεν εκτύπησαν με λίθους το στόμα του, κατέκαυσαν τας χείρας του, έπειτα τον εκρέμασαν με την κεφαλήν προς τα κάτω, κάτωθεν δε τον εκάπνιζον και αφ’ ου τον κατεβίβασαν από ταύτην την βάσανον του έδωσαν άλλην ανυπόφορον· ήτοι καπνίζοντες σινάπι με άλας και άλλα δριμύτερα βότανα, ενώσαντες με το όξος, το έχυσαν από την ρίνα εις το στόμα και τον εγκέφαλον του Αγίου. Ο δε Άγιος και ταύτην την δριμείαν πόσιν ενόμιζε γλυκύτητα, και την καύσιν του πυρός υπέμεινεν ως δρόσον και άνεσιν, ενθυμούμενος του αιωνίου πυρός την δριμύτητα, αφού δε οι μιαροί εβασάνισαν επ’ αρκετόν τον Άγιον, απέρριψαν αυτόν σιδηροδέσμιον εις το δεσμωτήριον. Φέρουσιν όθεν και πάλιν τον Πρόβον εις το κριτήριον, όστις περιεγέλασεν ευθύς πολύ τους ψευδωνύμους θεούς και τους βασιλείς με τους ανόμους νόμους, τους οποίους αγνώστως έγραψαν, οι δε ασύνετοι άνθρωποι τους φυλάττουσιν. Έδειραν λοιπόν και αυτού το στόμα και πυρώσαντες σίδηρον τον έβαλον επάνω, αλλά ποσώς δεν εκαίετο· νομίζων δε ο άρχων, ότι από την αμέλειαν των υπηρετών, οι οποίοι δεν έκαυσαν καλά τον σίδηρον, ήτο η αιτία και δεν εκαίετο ο Άγιος και όχι από την θείαν θαυματουργίαν και δύναμιν, τους προσέταξεν οργιζόμενος να πυρώσουν αυτόν περισσότερον· όσον δε αυτοί τον επύρωνον, τοσούτον μάλλον ο Άγιος εδροσίζετο και περιεγέλα τον άρχοντα ως ανόητον. Αισχυνθείς δε ο άρχων εκέλευσε να δείρουν τον Άγιον εις την ράχιν, να ξυρίσουν την κεφαλήν του, να του βάλουν επάνω άνθρακας ανημμένους και να κόψουν την γλώσσαν του. Ο δε Μάρτυς ταύτα πάσχων, έλεγεν· «Έχω άλλην γλώσσαν αθάνατον, την οποίαν δεν ημπορείτε να κόψετε, και την οποίαν προσευχομένην ακούει ο Κύριος». Αφ’ ου δε του έδωσαν όλα ταύτα τα δεινά κολαστήρια, εφυλάκισαν πάλιν και αυτόν. Φέρουσιν είτα τον Ανδρόνικον δια τον οποίον γινώσκων ο άρχων ότι δεν θα τον ενίκα με κολαστήρια, του λέγει με δόλον· «Πριν να σου δώσω δεινότερα παιδευτήρια, πράξε ως γνωστικός και θυσίασε εις τα είδωλα καθώς έκαμαν οι σύντροφοί σου, οίτινες εγνώρισαν το συμφέρον των και προσεκύνησαν τους θεούς». Ο δε Ανδρόνικος του λέγει· «Εάν πείσης και εμέ να προσκυνήσω, τότε θέλω πιστεύσει ότι και αυτοί σε ήκουσαν· εάν δε και εμέ δεν νικήσης ούτε εκείνους ενίκησες· και μη δοκιμάζης με πανουργίας, διότι όλοι μας μίαν γνώμην έχομεν, την ευσέβειαν εις τον Δεσπότην Χριστόν, δια τον οποίον είμεθα έτοιμοι να πάθωμεν δεινότερα κολαστήρια». Τότε θυμωθείς ο τύραννος τον ηπείλησε να τον βασανίση περισσότερον, και τόσον δυνατά τον έδειραν, ώστε έγινε μία πληγή όλον το σώμα του· με όλον τούτο δεν εδειλίασεν ο Άγιος, αλλά είπε περιγελών τον τύραννον· «Εψεύσθης εις τας απειλάς σου, ω δικαστά, επειδή δεν ηδυνήθης να εύρης άλλην τινά νεωτέραν κόλασιν, αλλά πάλιν τα πρώτα επιχειρίζεσαι». Τότε ο άρχων, νομίζων ότι θα του δώση οδύνην χειροτέραν, προστάσσει να του χύσουν άλας εις τας πληγάς. Αλλ’ ο Άγιος πάλιν του έλεγεν· «Άλλο κακόν δεν μου κάμνεις, μόνον ότι προξενείς με το άλας αφθαρσίαν εις τα μέλη μου και δεν σήπονται, καθώς το βλέπεις και μόνος σου, ότι με όλας τας πληγάς, που μου έδωσες, δεν φαίνεται ουδέν σημείον επάνω μου με του Χριστού μου την δύναμιν». Ταύτα ακούων ο άρχων εθυμώθη κατά των φυλάκων, νομίζων ότι ιατροί εθεράπευσαν τους Αγίους και απειλών αυτούς εφυλάκισαν πάλιν τους Αγίους έως άλλην πρόσταξιν. Μετά τινας ημέρας, συνάξας ο τύραννος θέατρον πολυάνθρωπον, έφερε τους Μάρτυρας και βλέπων ότι ούτε με κολακείας, ούτε με πανουργίας δύναται να τους διαστρέψη, ηγριώθη ως θηρίον ανήμερον και εξέδαρεν όλην την κεφαλήν του Ταράχου και τα χείλη του· του δε Πρόβου εξώρυξε τους οφθαλμούς και του έχυσεν εις το στόμα οίνον μεμιγμένον με αίματα θυσιών· του δε Ανδρονίκου έβαλε βιαίως εις το στόμα κρέας μιαρόν από των μεμολυσμένων θυσιών, και εξορύξας τους οφθαλμούς του, προστάσσει να κατακεντώσι και των τριών με πεπυρωμένας σούβλας τους μαστούς, τας πλευράς, τους μηρούς, τα μέσα των δακτύλων και τους βραχίονας· και τόσον τους εβασάνισαν, ώστε και τα οστά έκαυσαν. Όταν δε είδεν ο τύραννος, ότι δεν του έμεινε πλέον καμμία βάσανος, την οποίαν να μη τους την έδωκεν, αρχίζει να ονειδίζη τον Πρόβον και τον Ανδρόνικον, ότι τους εμίανε με την γεύσιν των ακαθάρτων αιμάτων των θυσιών, τα οποία έβαλε βιαίως εις το στόμα των. Ταύτα ακούσαντες οι Άγιοι κατεγέλασαν την αγνωσίαν του και απεκρίθησαν λέγοντες· «Αφού εδοκίμασες να μας νικήσης με διαφόρους κολάσεις και πανουργίας και δεν ηδυνήθης, έρριψας κάτω τους οφθαλμούς και ομολογείς ότι ημείς σε ενικήσαμεν, διότι εάν ελογίζετο θυσία αυτό το ακούσιον, να βάλης αίμα και κρέας βιαίως εις το στόμα μας, ήθελες το κάμει πρότερον, να σου λείπη τόσος κόπος και βάσανος, αλλά διότι προσεπάθεις να νικήσης τον λογισμόν μας με την μετάθεσιν και τροπήν της ευσεβείας προς την ασέβειαν, δια τούτο έβαλες τόσον κόπον και επιμέλειαν να νικήσης το αυτεξούσιον· αλλά δεν μας ενίκησες με του Θεού την βοήθειαν. Εάν δε πάλιν νομίζης, ότι παρά μικρόν ημάρτομεν, διατί έβαλες το ειδωλόθυτον κρέας βιαίως εις το στόμα μας; Ει τι μέρος έμεινεν από τα χείλη μας, κόψον αυτό ή δος μας ει τινα άλλην παίδευσιν βούλεσαι, διότι εις όλα είμεθα έτοιμοι, μόνον εις τους δαίμονάς σου δεν θυσιάζομεν, ούτε φοβούμεθα άγρια θηρία, επειδή από την ψυχήν σου δεν είναι άλλο τι αγριώτερον, την οποίαν εξ αρχής ενικήσαμεν». Ακούσας ταύτα ο τύραννος, επρόσταξε και τους εφυλάκισαν δια να τους δώση εις τα θηρία να τους φάγωσι. Τη επαύριον καθίσας ο άρχων εις το θέατρον, όπερ ήτο έξω της πόλεως, έφεραν τους Αγίους σηκωτούς, διότι ήσαν ετοιμοθάνατοι, ηκρωτηριασμένοι, εστερημένοι των μελών, κατακεκαυμένοι από το πυρ, και κατακεκομμένοι από τα ξίφη και δεν ηδύναντο ουδόλως να βαδίσωσι· μόνον τον έσω άνθρωπον, ήτοι το λογικόν είχον όλον τέλειον κατ’ εικόνα του κτίσαντος, το οποίον εκέλευσεν εξ αρχής ο Κύριος να εξουσιάζη όλα τα ερπετά και θηρία· δια τούτο και τότε τα θηρία, τα οποία αφήκε κατά των Αγίων ο εκείνων ανοητότερος τύραννος, δεν ήγγισαν ποσώς εκείνα τα άγια σώματα. Ο δε τούτων απανθρωπότερος Μαξέντιος ηπείλει να θανατώση τον επιμελητήν αυτών· όθεν αφήκε μίαν άρκτον ανδροφόνον και πολλά φοβεράν, ήτις επήγεν εις τον Άγιον Ανδρόνικον, και ανέλειχε με την γλώσσαν τα αίματα των πληγών του. Ο δε Άγιος έβαλε και την κεφαλήν του εις τους οδόντας της και την παρώξυνε δια να τον φάγη και να υπάγη η ψυχή του ταχέως προς τον ποθούμενον, αλλά αυτή έστρεφεν εκείθεν την κεφαλήν παίζουσα και ελησμόνη την φυσικήν αγριότητα. Ο δε των αλόγων αλογώτερος Μαξέντιος προστάσσει να φονεύσουν την άρκτον, νομίζων ότι ήτο εκείνη αιτία της τοιαύτης θαυματουργίας και ουχί η θεία δύναμις. Μετά ταύτα αφήνουσι μίαν λέαιναν δεινήν και αγρίαν, ήτις έδραμε με πολλήν οργήν και τόσον θυμόν, ώστε όλοι οι παρεστώτες εταράχθησαν· ως δε εκείνη επλησίασεν εις τους Μάρτυρας, λησμονήσασα την φυσικήν αγριότητα, έγινεν ως αρνίον ήμερον. Ο δε Άγιος Τάραχος την έσυρεν από το ωτίον και τας τρίχας, αλλ’ αυτή έστρεψεν οπίσω και εδάγκανε τας σανίδας της θύρας, προσπαθούσα να εξέλθη έξω του θεάτρου. Ταύτα βλέπων ο ασύνετος Μαξέντιος, απορήσας και μη γινώσκων πλέον τι άλλο να πράξη καινότερον, έδωκε κατά των Αγίων την δια ξίφους απόφασιν· οίτινες απεκεφαλίσθησαν χαίροντες και ανήλθον στεφανηφόροι προς την εκείθεν μακαριότητα, να απολαύσουν πλουσίαν την αμοιβήν των αγώνων των. Αλλ’ ο μεν βάσκανος και μιαρώτατος τύραννος, δια τον φθόνον τον οποίον είχε προς τους Χριστιανούς, ήνωσε τα λείψανα των Αγίων με άλλα σώματα Ελλήνων, που εφονεύθησαν μαστιγούμενοι, δια να μη τα εύρουν οι Χριστιανοί και τα πάρωσιν, έτι δε έβαλε και στρατιώτας να τα φυλάττωσιν. Ο δε των θαυμασίων Θεός δεν ημέλησεν, αλλά καθώς εκάθηντο οι φύλακες την νύκτα και έτρωγον εις την πυράν πλησίον και έπινον χαίροντες, αίφνης ήλθε βροχή πολλή και έγινε σεισμός δυνατός, και το μεν πυρ εσβέσθη, οι δε φύλακες έφυγον έντρομοι. Τα δε άγια λείψανα ήσαν αναμεμιγμένα με τα άλλα σώματα, και δεν εγνώριζον οι Χριστιανοί ποία ήσαν, δια το σκότος της νυκτός. Εφάνη τότε αστήρ εκ του ουρανού και εκάθησεν εις ένα έκαστον άγιον λείψανον, καθώς και ο αστήρ τον καιρόν της του Δεσπότου Χριστού Γεννήσεως ωδήγησε τους Μάγους έως το άγιον σπήλαιον· τούτο δε το θαυμάσιον έγινε δια τας προσευχάς εναρέτων τινών Χριστιανών, οι οποίοι ήσαν εκεί πλησίον εις εν όρος, και παρεκάλεσαν τον Θεόν να τους φανερώση τους Αγίους του Μάρτυρας, τους οποίους εύρον με την λάμψιν του αστέρος, και με σπουδήν πολλήν τους επήραν, δια τον φόβον του ηγεμόνος· φθάσαντες δε εις το όρος τους έκρυψαν εις λάκκον λίθινον, δοξάζοντες το υπεράγιον όνομα Χριστού του Θεού ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, συν τω ανάρχω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΓ΄ (13η) Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΚΑΡΠΟΥ, ΠΑΠΥΛΟΥ, ΑΓΑΘΟΔΩΡΟΥ και ΑΓΑΘΟΜΙΚΗΣ.

Δημοσίευση από silver »


Κάρπος, Πάπυλος, Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη οι ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες, οι στεροί στύλοι της Εκκλησίας και θεμέλιοι άσειστοι, ήσαν από την περιφανή Πέργαμον, ακμάσαντες κατά τους χρόνους Δεκίου μεν του βασιλέως, ανθυπάτου δε της Ανατολής Βαλεριανού, εν έτει σν΄ (250). Εκ τούτων οι Άγιοι Κάρπος και Πάπυλος ήσαν ιατροί κατά την τέχνην, η Αγία Αγαθονίκη ήτο αδελφή του Αγίου Παπύλου και ο Άγιος Αγαθόδωρος ήτο υποτακτικός των Αγίων Κάρπου και Παπύλου. Και ο μεν Άγιος Κάρπος ήτο Επίσκοπος Θυατείρων, ο δε Πάπυλος ήτο Διάκονος, χειροτονηθείς από τον ίδιον αυτόν Κάρπον. Συλληφθέντες λοιπόν οι Άγιοι Κάρπος και Πάπυλος από τον άρχοντα των Θυατείρων και ερωτηθέντες, ωμολόγησαν ενώπιον πάντων το όνομα του Χριστού και με πολλήν παρρησίαν απεκρίθησαν προς αυτόν· «Μεγάλη σας αισχύνη είναι, και αγνωμοσύνη, να γνωρίζη, κατά τον Ησαϊαν, τον κύριον αυτού ο βους και ο όνος (Ησ. α: 3), υμείς δε να γίνεσθε αναισθητότεροι και αλογώτεροι των αλόγων ζώων και να αφήνετε τον Δεσπότην και Σωτήρα σας, δια να προσκυνήτε αναίσθητα είδωλα». Ταύτα οι Άγιοι είπον και ο Δεσπότης Χριστός έδειξεν αληθείς τους λόγους των, διότι έγινε παρευθύς τοσούτον μέγας σεισμός, ώστε έπεσον και έγιναν κονιορτός όλα τα είδωλα. Αλλ’ η κακία του άρχοντος των Θυατείρων δεν μετετράπη, ούτε ποσώς εσαλεύθη, αλλ’ έμεινεν ο αυτός, μάλιστα και αγριώτερος έγινεν ο ασύνετος, και δεν ηννόησε του μεν Θεού την άφατον δύναμιν, των δε ειδώλων την ασθένειαν, αλλά προσέταξε να βάλουν εις τον λαιμόν των Αγίων κλοιούς σιδηρούς και να τους σύρουν εις το μέσον της αγοράς ως άλογα ζώα. Έγιναν όθεν οι αληθώς τιμιώτατοι άτιμοι εις όλους και καταφρονημένοι και μυκτηρισμός και γέλως του όχλου οι μυρίων επαίνων και εγκωμίων άξιοι. Έπειτα προτρέπων αυτούς ο δικαστής με κολακευτικούς λόγους να θυσιάσωσιν εις τα είδωλα, τους έλργε πως είναι γνωστικοί, όθεν έπρεπε να γνωρίσωσι το συμφέρον των και άλλα απατηλά και δόλια λόγια. Οι δε πάλιν μετά παρρησίας απεκρίθησαν λέγοντες· «Επειδή εγνώρισες ότι είμεθα, καθώς είπες, συνετοί και φρόνιμοι, μη πειράζεσαι πλέον άκαιρα να μας συμβουλεύης προς τοιαύτην αγνωσίαν να προσκυνήσωμεν κωφά είδωλα· μάλιστα εάν έχης ολίγην γνώσιν, μάθε από ημάς τον αληθή Θεόν, ο οποίος είναι απερίγραπτος, και ούτε αρχήν έχει ούτε τέλος πώποτε, αλλά δια την σωτηρίαν ημών έγινεν άνθρωπος, και σταυρωθείς εκουσίως ανέστη τριήμερος, αναστήσας και ημάς και αξιώσας της προτέρας μακαριότητος. Έχεις να είπης και συ δια τους θεούς σου, πως έκαμαν τοιούτον καλόν, ή άλλο θαυμάσιον ποτέ; Ουχί, μάλιστα δεν είναι καν πρέπον να ονομάζης θεούς αναίσθητα είδωλα. Τα δε χρήματα και τα πράγματα και άλλα όσα σεις τιμάτε ως φιλόσαρκοι, ημείς τα νομίζομεν ως σκύβαλα, έχοντες εις τον Θεόν την ελπίδα μας, ότι θα απολαύσωμεν τα αιώνια, δια την αγάπην του οποίου λαμβάνομεν προθύμως τον θάνατον». Ταύτα ακούσας ο τύραννος εθυμώθη ο αλιτήριος, και απορρίψας το επίπλαστον προσωπείον της ημερότητος εξεγύμνωσε την εσωτερικήν αγριότητα και πρώτον μεν επήρεν όλα τα πράγματά των και τα εχάρισεν εκείνων οι οποίοι τους συνέλαβον, έπειτα τους έδεσαν όπισθεν ίππων αγρίων δια να τους σύρουν από Θυατείρων έως εις τας Σάρδεις. Οι δε Άγιοι υπέμειναν ούτως ελαυνόμενοι δύο ημέρας και εις σκληρούς λίθους κατασυρόμενοι· την δε νύκτα ήλθον ουρανόθεν Άγιοι Άγγελοι, και θεραπεύοντες τας πληγάς των, τους έκαμαν εις τας μελλούσας βασάνους προθυμοτέρους. Έπειτα, όταν ήλθεν ο δικαστής εις τας Σάρδεις και τους εύρε χαριεστάτους την όψιν και στερεούς εις το φρόνημα, προσεπάθησε πρώτον με κολακείας να τους διαστρέψη ο δείλαιος, αλλ’ εφάνη ως αλώπηξ μαχομένη προς λέοντα· όθεν απορρήσας αφήκεν αυτούς κατά το παρόν προστάσσων να τους φυλάττουν ασφαλώς. Μαθών δε ο τύραννος ότι οι Άγιοι είχον υποτακτικόν τον Άγιον Αγαθόδωρον, όστις υπηρέτει αυτούς επιμελώς, εκέλευσε να ραβδίσουν αυτόν ασπλάγχνως· ενώ δε εμαστίγωνον το μαρτυρικόν εκείνο σώμα ώραν πολλήν, έτρεχον ως ρυάκια τα αίματα αυτού εις την γην, αι αρμονίαι ανεσπώντο και τα σπλάγχνα σχεδόν εγυμνούντο. Ο δε Αθλητής του Χριστού ησθάνετο τους δριμυτάτους πόνους έως εις την καρδίαν, αλλ’ υπέμενον ανδρείως, έχων τον Δεσπότην Χριστόν παραμυθίαν και υπέμεινε τας μάστιγας με φαιδρόν και αγαλλόμενον πρόσωπον, έως ου εκουράσθησαν οι δήμιοι δέροντες. Τότε και ο Μάρτυς παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού και έλαβεν αξίως τον της αθλήσεως στέφανον. Το δε άγιον και τίμιον αυτού λείψανον έρριψαν οι τύραννοι να το φάγουν τα θηρία, αλλά το μεσονύκτιον επήγαν φιλομάρτυρές τινες, και λαβόντες αυτό κρυφίως, το έκρυψαν εις εν σπήλαιον, έως να παύση ο διωγμός, δια να το ενταφιάσουν ως έπρεπε. Μετά ταύτα εδοκίμαζε πάλιν η πολύστροφος εκείνη αλώπηξ, ο δόλιος Ουαλέριος, να διαστρέψη τους Αγίους με κολακείας, φοβούμενος μήπως ζημιωθή και αυτούς, ως τον Αγαθόδωρον, και τους έλεγεν, ότι «αυτός μεν έλαβεν αξίως τον θάνατον, διότι δεν κατεδέχθη να προσκυνήση τους θεούς, ως άφρων και υπερήφανος· αλλά σεις, ως φρόνιμοι, ίδετε το συμφέρον σας και μη θελήσετε να λάβητε ανοήτως βίαιον θάνατον». Ταύτα λέγοντος του τυράννου τον απέκρουσαν οι Άγιοι, επαινούντες τον Αγαθόδωρον και λέγοντες ότι επόθουν δια τον Χριστόν να λάβουν τον αυτόν και επωδυνώτερον θάνατον. Επειδή δε ο δικαστής είχε να διανύση κατ’ εκείνας τας ημέρας μακράν οδοιπορίαν, προκειμένου να μεταβή δι’ υπηρεσίαν από τας Σάρδεις εις την Πέργαμον, προσέταξε να τον ακολουθούν και οι Άγιοι τρέχοντες, δια να βαρυνθούν τον κόπον και να ραθυμήσωσιν. Αλλ’ οι Άγιοι έτρεχον οδοιπορούντες και ηκολούθουν τους ίππους νομίζοντες ευφροσύνην την δια τον Χριστόν κακοπάθειαν, φθάσαντες δε εις τινα πόλιν, τους εφυλάκισαν· την δε επερχομένην νύκτα ήλθεν εξ ουρανού θεία δύναμις, ήτις εθεράπευσε τας πληγάς των και τους έδωσε προς τους αγώνας προθυμίαν περισσοτέραν. Το πρωϊ προσέταξε πάλιν ο τύραννος να τον ακολουθούν ως και πρότερον· και βλέπων αυτούς ότι δεν είχον ουδεμίαν κακοπάθειαν από την οδοιπορίαν της προηγουμένης ημέρας, εκάλει την θαυματουργίαν μαντείαν και κακουργίαν δαιμόνων ο δαιμονόψυχος· όθεν θυμωθείς τους έβαλεν εις όλα τα μέλη βαρύτατα σίδηρα, και τους ηνάγκαζε να τρέχουν, δια να έχουν διπλήν την βάσανον. Αφού έφθασαν εις τον ωρισμένον τόπον, έκαμεν ο Ουαλέριος θυσίαν εις τους δαίμονας, έπειτα καθήσας επί βήματος λέγει εις τον Κάρπον· «Έπρεπεν εις σε να ευλαβηθής εξ αρχής την πολλήν καλωσύνην μου και να προσκυνήσης τους μεγάλους θεούς, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν τόσον, ώστε ήλθες εις τόσην οδοιπορίαν χωρίς τινα βάσανον· αλλά συ φαίνεσαι εις τους ευεργέτας αχάριστος και καταφρονείς αυτούς και ημάς, οι οποίοι ποθούμεν το συμφέρον σου, και σε συμβουλεύομεν τα σωτήρια· εγώ ευλαβούμαι τας λευκάς σου τρίχας και λυπούμαι να κάμω εκείνο, το οποίον σου ήξιζεν· αλλ’ όμως, εάν έως τέλους δεν υπακούσης, είναι ανάγκη να σε παιδεύσω ως παραβάτην των θείων νόμων, ως παρήκοον εις τα εμού προστάγματα και ως υβριστήν των θεών αθεώτατον». Ο δε Άγιος του λέγει· «Αυτή δεν είναι συμβουλή, αλλ’ επιβουλή και με συμβουλεύεις να επιστρέψω από το φως εις το σκότος και από την ζωήν εις τον θάνατον· εάν λοιπόν ευλαβήσαι την πολιάν μου κεφαλήν, πίστευσον τους λόγους μου, εάν θέλης να γίνης και συ φίλος του μεγάλου Θεού, και μη ελπίζης εις αψύχους θεούς, τους οποίους οι τεχνίται εσφυροκόπησαν». Θυμωθείς εις ταύτα σφόδρα ο ανηλεής δικαστής εκέλευσε να δέρουν τον Άγιον με ράβδους ακανθωτάς χωρίς καμμίαν συμπάθειαν, και τόσον τον εξέσχισαν, ώστε επέτων εις τον αέρα αι σάρκες κατακοπτόμεναι. Αλλά και πάλιν δεν εχόρτασεν ο αχόρταστος· όθεν τον κατέκαιον με λαμπάδας και έθετον άλας εις τας πληγάς του και κατέσπων αυτού τα νεύρα. Έτρεχον δε εις την γην τα αίματα και είχε πόνον ο Μάρτυς ανείκαστον, αλλά δια τον πόθον τον οποίον είχε προς τον Χριστόν δεν ησθάνετο τους έξωθεν πόνους ο γενναιότατος, αλλ’ έχαιρεν, ως να εγεύετο ηδύτατόν τι και νόστιμον φαγητόν. Αφ’ ου εβαρύνθη ο Ουαλέριος βασανίζων τον Άγιον Κάρπον, αυτόν μεν εφυλάκισεν, έφερε δε εις εξέτασιν τον Πάπυλον και τον ηρώτησε να ειπή την πατρίδα του, την τέχνην και τους γεννήτορας. Ο δε απεκρίνατο· «Ιατρός είμαι επιμελέστατος, θεραπεύων ουχί μόνον το σώμα, αλλά και τα της ψυχής παθήματα, όχι με τέχνην βοτάνων, αλλά με την θείαν βοήθειαν». Ο δε Ουαλέριος λέγει προς τον Μάρτυρα· «Αυτήν την τέχνην δεν την έμαθες από τον Γαληνόν και τον Ιπποκράτην, οίτινες έλαβον από τους αθανάτους θεούς την σοφίαν της επιστήμης»; Ο δε Άγιος Πάπυλος απεκρίνατο· «Ούτε Γαληνός ούτε Ιπποκράτης ή άλλος μεταγενέστερος δύναταί ποτε να θεραπεύση χωρίς την θείαν Χάριν του Χριστού μου· αλλ’ αυτοί, τους οποίους ονομάζεις θεούς, αφού δεν δύνανται να ωφελήσουν τον εαυτόν των, πως θα θεραπεύσουν άλλους οι ελεεινοί και ανίσχυροι; Ει δε και δεν πιστεύεις όσα σου λέγω, κάμε την δοκιμήν εις αυτόν τον συγκάθεδρόν σου μονόφθαλμον, και εάν δυνηθούν να θεραπεύσουν τον τυφλόν οφθαλμόν του, να πιστεύσω και εγώ εις τους θεούς σου, ει δε και τον ιατρεύσω εγώ, να πιστεύσητε σεις εις τον Δεσπότην Χριστόν, ως Θεόν παντοδύναμον, όστις θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν ασθένειαν». Και ο Άγιος είπε· «Δεν προβαίνω εγώ πρώτος εις το εγχείρημα, δια να μη είπητε ύστερον ότι οι δαίμονες εις τούτο ενήργησαν, αλλά πρώτον επικαλεσθήτε σεις τους θεούς σας και κατόπιν, όταν αυτοί δεν δυνηθούν να τον ιατρεύσουν, τότε να δείξω εγώ του Χριστού μου την δύναμιν». Συνήθροισε τότε ο ανόητος τύραννος όλους τους ιερείς και θύτας των αναισθήτων θεών ο θεόργιστος, οίτινες εδέοντο, ικέτευον, εθυσίαζον ώραν πολλήν εις τους κωφούς οι τυφλοί και ανόητοι, αλλ’ εις μάτην εδέοντο. Τότε ο Πάπυλος, ευξάμενος προς Κύριον μετά πίστεως, έκαμε το σημείον του Σταυρού εις το πρόσωπον του άρχοντος και εγγίζει την χείρα εις τον τυφλόν οφθαλμόν και παρευθύς, ω του θαύματος! εφωτίσθη ο άρχων ψυχή τε και σώματι, διότι ευθύς ως ευρέθη με δύο οφθαλμούς, επίστευσεν εις τον Χριστόν αυτός και όσοι άλλοι είχον γνώσιν και σύνεσιν. Ο δε ασύνετος Ουαλέριος έμεινε τυφλός και αχάριστος προς τον ευεργέτην, όστις ιάτρευσε τον συγκάθεδρόν του, αυτός δε ο αγνωμονέστατος εκρέμασε τον Μάρτυρα εις το ξύλον, όπου του εξέσχιζαν το σώμα και τον ερράβδιζον, άλλοι δε κατέκαιον τας πλευράς του, και άλλοι τον ελιθοβόλουν, αλλ’ οι λίθοι ποσώς δεν τον ήγγιζον, το δε πυρ ηυλαβείτο τον Άγιον και δεν τον έβλαπτεν· όθεν εφυλάκισαν και αυτόν, έως να παρέλθουν ημέραι τινές, να μολυνθούν αι πληγαί του και τότε να τους ξαναβασανίση περισσότερον. Αλλ’ αυτοί είχον τον ουράνιον ιατρόν, όστις τους εθεράπευσε τόσον, ώστε ουδέ στίγμα πληγής δεν εφαίνετο. Μετά ταύτα τους έφεραν εκ νέου εις εξέτασιν και εδοκίμαζε πάλιν ο ανόητος να τους διαστρέψη εις την ασέβειαν. Οι δε ύβρισαν αυτόν ότι δεν τους εθανάτωσε το συντομώτερον. Τότε έστρωσαν κατά γης τριβόλους σιδηρούς και ηκόντιζον γυμνούς εις αυτούς τους Αγίους, και τους έσυρον υπτίως, πράγμα πικρότατον μόνον και να το βλέπη ο άνθρωπος. Ο δε Θεός και τότε εθαυματούργησε, και οι μεν τρίβολοι ηφανίσθησαν, οι δε Άγιοι αβλαβείς εφυλάχθησαν και ο δικαστής εθυμώνετο περισσότερον και κατεξέσχιζε με ξέστρα τας πλευράς των χωρίς συμπάθειαν· έπειτα βλέπων ότι υπέμειναν καρτερικώς και ταύτην την βάσανον, συνήθροισε θηρία ωμότατα, και φέρων εις το μέσον τους Μάρτυρας αφήκεν εναντίον των μίαν άρκτον μεγάλην, η οποία έγινε των λογικών γνωστικωτέρα και φιλικώς των Αγίων τους πόδας ησπάζετο. Ο δε ανοητότερος ταύτης δεν ηννόησε το θαυμάσιον, αλλ’ αφήκεν ένα λέοντα, ο οποίος ομοίως υποτασσόμενος εις το θείον βούλημα εφίλει τους πόδας αυτών, ώσπερ να είχε γνώσιν και σύνεσιν και, ω του θαύματος! ωμίλησε με ανθρωπίνην φωνήν και ημπόδιζε τους διώκτας να δεικνύουν τόσην ωμότητα κατά των Αγίων. Ο δε ανήμερος και ασύνετος τύραννος ου συνήκεν, αλλ’ έμεινεν εις την κακίαν αχόρταγος, και ρίπτει τους Αγίους εις λάκκον γεμάτον ασβέστην άσβεστον, εις τον οποίον έχυσαν την ώραν εκείνην ύδωρ και έκαιεν ως το πυρ· εις τούτον τους αφήκεν ημέρας τρεις, νομίζων ότι θα γίνουν στάκτη, να λυτρωθή απ’ αυτούς. Αλλ’ εις μάτην επολέμει με τον Θεόν ο μισόθεος, διότι εις τον λάκκον ήτο η θεία Χάρις και δύναμις, ήτις έκαμνε την ενέργειαν της ασβέστου ανενέργητον και αβλαβείς τους ευλαβείς διεφύλαξεν. Ο δε ασύνετος Ουαλέριος, όσον έβλεπε την Χάριν λαμπροτέραν εις τους Αγίους, τόσον εφιλονίκει με τον παντοδύναμον Θεόν ο αδύνατος, και τους έβαλε σιδηρά υποδήματα με περόνας μακράς, αναγκάζων αυτούς να τρέχωσιν, αλλά πάλν ακαίρως εβασανίζετο, και ματαίως ο μάταιος εκουράζετο· διότι όσον αυτός εύρισκε καινοτέρας βασάνους και τους ετιμώρει, τοσούτον η θεία δύναμις τους εσκέπαζε και παρεσκεύαζεν αυτούς προθυμοτέρους εις τον αγώνα και δεν τους ενίκων αι βάσανοι. Όθεν μη έχων τι άλλο να κάμη ο πολυμήχανος, ήναψε κάμινον και τους έρριψε μέσα ο αφρονέστατος, αλλά και εκεί ίσταντο ως άλλοι τρεις Παίδες εις το μέσον της φλογός δροσιζόμενοι. Τότε η σεμνοτάτη Αγαθονίκη, η αδελφή του Αγίου Παπύλου, εισήλθε και αυτή εις την κάμονον ομολογούσα τον Χριστόν Θεόν αληθή και τα είδωλα μυκτηρίζουσα· όθεν καθώς εις τον αγώνα συνεκοινώνησεν, ούτως ηξιώθη και των στεφάνων. Βλέπων δε ο άδικος δικαστής, ότι και του πυρός εκυρίευσαν οι χρυσού τιμιώτεροι, εφυλάκισε πάλιν αυτούς έως να συλλογισθή ποίον θάνατον να τους δώση· έπειτα σκεφθείς κατά διάνοιαν, ότι όσα άλλα κολαστήρια και αν τους δώση, δεν τους νικά, αλλά μάλλον αυτός κατησχύνετο, έδωκε μετά βίας κατ’ αυτών την δια ξίφους απόφασιν· επήγαινον όθεν οι Άγιοι εις τον τόπον της τελειώσεως ευφραινόμενοι, ακολουθούσης και της σεμνής Αγαθονίκης, ήτις έχαιρεν, ώσπερ να μετέβαινεν εις χαράν πανευφρόσυνον. Έκαμαν δε ευχήν και δια τους φονευτάς αυτών προς τον Κύριον, όπως τους λυτρώση από την πλάνην και τους οδηγήση ως αναθός προς ευσέβειαν. Με τοιαύτην αμοιβήν επλήρωναν τους εχθρούς των οι αμνησίκακοι του ανεξικάκου Χριστού υπήκοοι, όστις εζήτησε παρά του Πατρός την άφεσιν του τολμήματος των φονευτών. Ευξάμενοι λοιπόν οι Άγιοι δια την των απάντων ψυχικήν σωτηρίαν απετμήθησαν τας τιμίας αυτών κεφαλάς τη δεκάτη Τρίτη του Οκτωβρίου μηνός, τα δε τίμια αυτών λείψανα έλαβόν τινες Χριστιανοί και μετά λαμπάδων και ύμνων ευλαβώς αυτά ενεταφίασαν, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΔ΄ (14η) Οκτωβρίου, μνήμη των Αγίων Μαρτύρων ΝΑΖΑΡΙΟΥ, ΠΡΟΤΑΣΙΟΥ, ΓΕΡΒΑΣΙΟΥ και ΚΕΛΣΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »

Ναζάριος, Προτάσιος, Γερβάσιος και Κέλσιος οι θαυμαστοί και ένδοξοι Άγιοι Μάρτυρες έλαμψαν ως λαμπροί αστέρες βασιλεύοντος του ασεβεστάτου Νέρωνος, εν έτει νζ΄ (57). Ήτο δε τότε ο πρώτος τούτων, ο μακάριος Ναζάριος, εις την περίφημον και περιβόητον Ρώμην, διότι από την Ρώμην ήτο αυτός και η μήτηρ του, ο δε πατήρ του ήτο από την Λιβύην, αμφότεροι πλούσιοι και ενάρετοι, οίτινες ήσαν μαθηταί του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, όστις και τους ωδήγησε προς την ευσέβειαν και τους εβάπτισεν, ο δε Πανάγαθος Θεός τους έδωκε κληρονόμον της αρετής και της περιουσίας αυτών τον Ναζάριον, τον οποίον εβάπτισεν ο Λίνος, όστις ήτο του θρόνου και της αρετής του Πέτρου διάδοχος. Όσον δε ηύξανεν ο νέος εις την ηλικίαν του σώματος, τοσούτον και ο πόθος του Χριστού επλήθυνεν εις την ψυχήν του και εδεικνύετο εις την αρετήν θερμότερος. Επειδή δε ήρχοντο πολλοί εις αυτόν χάριν ωφελείας δια την θαυμαστήν του διαγωγήν και του έδιδαν ενόχλησιν, ηθέλησε να αναχωρήση δια να εύρη ησυχίαν να συνομιλή κατά μόνας με τον ποθούμενον, έτι δε να ωφελήση και άλλους με την ένθεον πολιτείαν του και με την διδασκαλίαν του να επιστρέψη τους ειδωλολάτρας προς την ευσέβειαν. Κατά τον εικοστόν όθεν χρόνον της ηλικίας του, πωλήσας όλην την περιουσίαν του, επήρε τα αργύρια και περιπατών από πόλεως εις πόλιν έδιδεν ελεημοσύνην εις πένητας, διδάσκων αποστολικώς την ευσέβειαν· όθεν και πολλούς προς Χριστόν εχειραγώγησε και ηξίωσε του θείου Βαπτίσματος. Μετέβη δε μετά δέκα έτη εις την πόλιν Πλακεντίαν και εις τα Μεδιόλανα και εκεί εύρε φυλακισμένους δια την πίστιν του Χριστού δύο Αγίους άνδρας, τον Προτάσιον και τον Γερβάσιον, των οποίων η φήμη είχε φθάσει εις πολλάς πόλεις δια τας θαυματουργίας τας οποίας ετέλεσαν. Με τούτους εφιλιώθη και ο Ναζάριος και παρακινών αυτούς προς το Μαρτύριον εθέρμανε τας ψυχάς των προς τον ένθεον έρωτα. Έφθασε λοιπόν η φήμη του και έως του άρχοντος της Ιταλίας Ανουλίου, όστις είχε και τους άλλους δύο φυλακισμένους, και παραστήσας εις το βήμα και τον Ναζάριον, τον συνεβούλευε να μη υβρίζη τους θεούς του τοσούτον αναίσχυντα· μετά ταύτα, γνωρίσας την γνώμην του, του έδωσε πολλά ραπίσματα εις το πρόσωπον, έπειτα τον εδίωξεν από την πόλιν με πολλήν ατιμίαν ως μίασμα ο παμμίαρος. Τούτο δε όσον εις τον δικαστήν εφαίνετο μεγάλη τιμωρία και περιφρόνησις, τοσούτον ο καταδικασθείς το είχεν εις ευεργεσίαν και ευφροσύνην του, ότι έλαβε πληγάς και ύβρεις δια τον Κύριον. Εξήλθε λοιπόν και από εκεί και μετέβη εις πόλιν λεγομένην Κείμελιν, όχι σιωπών, αλλά μετά παρρησίας διδάσκων και πολλούς εχειραγώγησε προς ευσέβειαν. Κατ’ εκείνην δε την νύκτα βλέπει την μητέρα του εις οπτασίαν και του λέγει να υπάγη εις την Γαλλίαν, δια να κηρύξη και εκεί την ευσέβειαν. Εκείθεν απήλθεν εις πόλιν τινά της Γαλλίας, Μελίαν ονόματι, και εις ολίγον καιρόν έφερε σχεδόν όλους εις την αλήθειαν. Ήτο δε εκεί γυνή τις επιφανής και πρώτη της πόλεως, ήτις είχε παιδίον τριών ετών και το έφερεν εις τους πόδας του Αγίου, λέγουσα· «Λάβε μετά σου τον παίδα τούτον να σου ακολουθή όπου υπάγεις, δια να αξιωθή και αυτός της ουρανίου αγαλλιάσεως». Ο δε Άγιος τον εδέχθη μετά χαράς και προσευξάμενος τον εβάπτισεν ονομάσας αυτόν Κέλσιον· ακολούθως ο Ναζάριος επήγε και εις άλλας πόλεις της Γαλλίας κηρύττων το ιερόν Ευαγγέλιον· ακούσας δε το όνομά του ο άρχων των πόλεων εκείνων, καλούμενος Δεινόβαος, εξήτασεν αυτόν ομού με τον Κέλσιον, ερωτών πόθεν ήτο και ποίας πίστεως. Ο Άγιος απεκρίθη· «Ρωμαίος είμαι και προσκυνώ τον Εσταυρωμένον». Λέγει ο Δεινόβαος· «Δαιμόνιον έχεις· εγώ σε ερωτώ δια τους γονείς σου και συ μου λέγεις φλυαρίας». Λέγει ο Άγιος· «Εάν είχον δαιμόνιον, δεν θα ύβριζα τους δαίμονας, τους οποίους προσκυνείτε, ανόητοι». Θυμωθείς εις ταύτα ο θηριόγνωμος ήρπασεν από τας χείρας αυτού τον Κέλσιον και έδειρεν ανηλεώς ο νηπιόφρων τον γεροντόφρονα, ότι δια την πολλήν του απανθρωπίαν και ωμότητα δεν ελυπήθη την νεαράν ηλικίαν, την οποίαν πάσα ψυχή φιλάνθρωπος και ζώσα σπλαγχνίζεται. Το δε παιδίον εδέχετο τας ανυπίστους πληγάς με πολλήν αγαλλίασιν, λέγων με γλώσσαν ψελλίζουσαν· «Αυτός ο Θεός τον οποίον λατρεύω να σε κρίνη, άδικε δικαστά, ως Κριτής δικαιότατος». Μετά ταύτα τους εφυλάκισεν έως δευτέραν εξέτασιν. Γυνή δε τις ευγενής και περίβλεπτος, Δεινομέδα ονόματι, συνεβούλευσε την γυναίκα του άρχοντος να λυπηθή το βρέφος και να τους αφήσουν να αναχωρήσωσιν, αυτή δε πάλιν παρεκάλεσε τον Δεινόβαον, όστις απέλυσε τον Ναζάριον δια την δέησιν της συμβίας του. Αναχωρήσας εκείθεν ο Άγιος με τον Κέλσιον μετέβη εις πόλιν τινα καλουμένην Τίμεριν, διδάσκων και επιστρέφων πολλούς προς επίγνωσιν. Ο δε βάσκανος διάβολος, μη υποφέρων την ωφέλειαν τόσου λαού, κατέπεισε τον άρχοντα και έγραψε προς τον βασιλέα δια τον Άγιον, ότι κηρύττει τον Χριστόν πανταχού και μυκτηρίζει τα είδωλα. Ο δε Νέρων έστειλε πρόσταγμα να τον φέρουν πάραυτα. Οι δε απεσταλμένοι, ευρόντες αυτόν παρρησία διδάσκοντα, ήρπασαν αυτόν και τον παρέστησαν χαίροντα χαίροντες εις τον Νέρωνα, όστις εδοκίμασε να τον διαστρέψη και μη δυνηθείς τους εφυλάκισεν ολίγον καιρόν και πάλιν τους απεφυλάκισε, δοκιμάζων αυτούς με κολακείας και απειλάς. Αλλά ποσώς δεν ηδυνήθη να εκφοβίση καν το παιδίον. Όθεν προστάσσει να τους ρίψωσιν εις το πέλαγος και ούτως εβύθισαν αυτούς. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζεν ο ασύνετος, διότι εφάνησαν αληθείς οι λόγοι του Ησαϊου, ως εκ Θεού προς αυτούς λεγόμενοι· «Εάν διαβαίνης δι’ ύδατος μετά σου ειμι, και ποταμοί ου συγκλύσουσί σε· και εάν διέλθης δια πυρός, ου μη κατακαυθής» (Ησ. μγ: 2). Ελθών δε ουρανόθεν Άγιος Άγγελος τους εξήγαγεν εις την γην χωρίς βλάβην· τούτο το θαύμα είλκυσε πολλούς εις την πίστιν, εις πείσμα του Νέρωνος, από τον οποίον απεστάτησαν και έγιναν μαθηταί του Χριστού, ομού με τον Ναζάριον, όστις επήγε πάλιν εις άλλην πόλιν της Ιταλίας, καλουμένην Γένουαν, έπειτα εις τα Μεδιόλανα, διδάσκων πάλιν τα νεκταρώδη και γλυκύτατα της σωτηρίας διδάγματα, με τα οποία οι μεν ευλαβείς εποτίζοντο και ηγάλλοντο, οι δε ασεβείς διέβαλον αυτόν εις τον άρχοντα Ανούλιον, ο οποίος τον εφυλάκισεν. Όθεν πάλιν ευρίσκων εκεί τους συνάθλους Γερβάσιον και Προτάσιον, συνηυφράνθησαν απολαμβάνοντες μεταξύ των της διδασκαλίας τα γλυκύτατα νάματα· εγένετο δε η φυλακή τιμιωτέρα των βασιλείων και άλλος Παράδεισος ευώδης και ωραιότατος. Ενουθέτησαν δε και αυτοί ικανώς τον νεώτερον Κέλσιον να υπομένη τας βασάνους δια τον Κύριον, διότι εφοβούντο μήπως και δειλιάση ως παιδίον και χάση τον στέφανον· αλλ’ αυτός ήτο εις την πράξιν τέλειος. Ο δε Ανούλιος γινώσκων την αγριότητα του βασιλέως εθαύμασε πως έφυγεν από τας χείρας του ο Ναζάριος και του γράφει ότι τον είχε φυλακισμένον με άλλους τρεις και τι προστάσσει να τους κάμη. Ο δε Νέρων, ακούσας ότι ζη ακόμη ο Ναζάριος, εδαιμονίσθη από τον θυμόν ο ασύνετος, επήδησεν από τον θρόνον και εφώναζεν ονομάζων αχαρίστους και ασεβείς εκείνους, που έστειλε να τον ρίψουν εις την θάλασσαν, τους οποίους εζήτει να θανατώση ο μάταιος. Έπειτα μη δυνάμενος να τους εύρη, έστειλεν εις τον Ανούλιον την κατά των Αγίων απόφασιν προστάζων να κόψη με το ξίφος τας κεφαλάς των, τα δε λείψανά των να δώση εις τα θηρία να τα φάγωσιν. Ο δε άρχων δεξάμενος τας διαταγάς, προσέταξε να τους θανατώσωσι πάραυτα. Επήγαιναν λοιπόν οι Άγιοι εις τον τόπον της καταδίκης αγαλλιώμενοι με τόσην φαιδρότητα, ώσπερ να τους είχον καλεσμένους εις πλουσίαν ευωχίαν και τράπεζαν και εφιλονίκουν μεταξύ των τις να λάβη πρώτος τον στέφανον, φοβούμενοι μήπως και αλλάξη γνώμην ο Νέρων και δεν τους δώση τον φιλούμενον θάνατον. Αφ’ ου δε έφθασαν εις τον τόπον της τελειώσεως, εδίωξαν πρότερον οι δήμιοι τους ευσεβείς Χριστιανούς, δια να μη λάβωσι μέρος τι εις αγιασμόν από τα αίματα και τα λείψανά των, έπειτα έκοψαν τας κεφαλάς των τη δεκάτη Τετάρτη του Οκτωβρίου μηνός, και τα μεν τίμια αυτών λείψανα παρέμειναν εδώ εις την γην προς αγιασμόν των πιστών, αι δε ψυχαί αυτών ανήλθον λελαμπρυσμέναι εις τους ουρανούς δια να συναγάλλωνται μετά του Δεσπότου Χριστού εις τους απεράντους αιώνας υπέρ του οποίου το τίμιον αυτών αίμα εξέχεον. Ολίγας ημέρας μετά το μαρτυρικόν αυτών τέλος εφάνησαν οι Άγιοι εις φιλόχριστον τινα εν οράματι και τον προσέταξαν να λάβη τα λείψανά των, του υπέδειξαν δε τον τόπον εις τον οποίον τα έρριψαν οι ασεβείς κρυφίως δια να τα φάγωσι τα θηρία κατά το πρόσταγμα του τυράννου. Τούτο δε έκαμαν οι Άγιοι όχι δια να δοξασθούν αυτοί, οι οποίοι δια την αγάπην του Κτίστου πάσαν τιμήν και δόξαν προθύμως κατεφρόνησαν, αλλά δια να ωφελήσωσι τους πιστούς με την τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν θα επεδείκνυον προς αυτούς. Αναστάς δε ο φιλόχριστος εκείνος εκ του ύπνου επήγεν αγαλλιώμενος και επήρε τα άγια λείψανα, καθώς δε έφερεν αυτά εις τον οίκον του, παρευθύς ιατρεύθη μία θυγάτηρ, την οποίαν είχε παράλυτον. Εκρύπτοντο δε οι πολύτιμοι αυτοί θησαυροί εις αυτήν την οικίαν έως τον καιρόν του Μεγάλου Θεοδοσίου, όστις είχε μεγάλην ευλάβειαν εις τα θεία, ως ουδείς άλλος των βασιλέων, εξαιρουμένου βεβαίως του Αγίου και Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ευρισκόμενος λοιπόν ο ευσεβέστατος βασιλεύς εις τα Μεδιόλανα έστειλε τον μέγαν Αμβρόσιον, τον ενάρετον όντως και περιβόητον Αρχιερέα, ο οποίος με όλους τους Κληρικούς και ευλαβείς άρχοντας έφεραν αυτά τα άγια λείψανα, με τα οποία επλούτισαν τα Μεδιόλανα, διότι καθώς εισήλθον εις τας πύλας της πόλεως ετέλεσαν θαυμάσια άπειρα· τυφλοί εφωτίσθησαν, χωλοί περιεπάτησαν, λεπροί εκαθαρίσθησαν και οι δαίμονες από τους πάσχοντας έφευγον και απλώς ειπείν όλοι οι ασθενείς, οι οποίοι ησπάσθησαν τα μαρτυρικά εκείνα και πάνσεπτα λείψανα, την ώραν εκείνην εθεραπεύθησαν. Λαβών δε μέρος εξ αυτών ο ευσεβής και πανευλαβής Θεοδόσιος είχε περισσοτέραν αγαλλίασιν, παρά εάν ήθελεν αιχμαλωτίσει πλουσίαν πόλιν και είχε λάβει χρυσίον πολύ και αργύριον· πλουτίσας δε δια των αγίων αυτών λειψάνων την Κωνσταντινούπολιν, έκτισεν επ’ ονόματι αυτών και Ναόν περιβόητον, εις τον οποίον ετέλουν θαυμάσια και έως την σήμερον τελούσιν, εις δόξαν του αληθινού και μόνου Τρισυποστάτου Θεού ημών, όστις αντιδοξάζει πλουσίως τους αυτόν δοξάζοντας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ, Πρεσβυτέρου της εν Αντιοχεία Εκκλησία

Δημοσίευση από silver »

Λουκιανός ο Πρεσβύτερος και Μάρτυς του Χριστού ήτο από μίαν πόλιν της Συρίας καλουμένην Σαμόσατα, εν έτει 290. Οι γονείς του ήσαν ευγενείς και Χριστιανοί, οίτινες τον έβαλαν να σπουδάζη τα ιερά γράμματα. Όταν δε έφθασεν ο νέος εις το δωδέκατον έτος της ηλικίας του, οι γονείς του ετελεύτησαν. Ο δε Λουκιανός, διαμοιράσας εις τους πτωχούς τα υπάρχοντα, απήλθεν εις Έδεσσαν, και παρέμεινεν επί πολύ εις τινα διδάσκαλον ενάρετον, ονομαζόμενον Μακάριον, από τον οποίον συνήθροισε πάσαν αρετήν και εβαπτίσθη απ’ αυτόν, διότι ακόμη δεν ήτο Χριστιανός τέλειος· έπειτα ηθέλησε να γίνη Μοναχός και τόσον ηγάπησε την εγκράτειαν, ώστε δεν ηθέλησε να φάγη ποσώς πράγμα εψημένον, ούτε μαγείρευμα, ούτε οίνον εδοκίμασεν, αλλά μαχόμενος καθ’ εκάστην κατά της σαρκός με νηστείαν και κακοπάθειαν, τοσούτον την κατέβαλε με προσευχάς και με δάκρυα, ώστε εθαύμαζον όσοι τον εγνώριζον. Διότι, όταν ήσαν ημέραι χαρμόσυνοι έτρωγεν άπαξ της ημέρας, τον δε άλλον καιρόν εκάστην εβδομάδα. Ποτέ δεν εγέλασεν, ούτε ηργολόγει, αλλ’ ήτο σκυθρωπός και περίλυπος· και τόσον ηγάπα να μελετά την θείαν Γραφήν, ώστε δεν εκοιμάτο σχεδόν από την αγάπην, την οποίαν είχεν εις την ανάγνωσιν· και πάλιν, όταν ήθελε να αναπαυθή ολίγον δια την ασθένειαν της σαρκός, έκαμνε πρώτον μετανοίας και γονυκλισίας, όσας ηδύνατο, και έχυνε θερμότατα δάκρυα. Έπειτα εκοιμάτο ολίγον, και πάλιν προσηύχετο, ούτω δε επορεύετο από παιδίον και δεν έτρωγεν άλλα βρώσιμα, ειμή μόνον άρτον ολίγον και ούτε τότε εχόρταινεν ο μακάριος, αλλά τόσον μόνον ώστε να μη αποθάνη. Δια την θαυμασίαν λοιπόν ταύτην αρετήν του έγινεν ο Άγιος ονομαστότατος· όθεν και εχειροτόνησαν αυτόν Πρεσβύτερον εις την Αντιόχειαν, εις την οποίαν κατέστησε διδασκαλείον μέγιστον και ήρχοντο εις αυτόν πανταχόθεν οι σπουδαίοι και φιλομαθείς και τους εδίδασκεν, επειδή ήτο πολυμαθής και άριστος καλλιγράφος και ταχυγράφος. Από δε την πληρωμήν που του έδιδον ηγόραζε μόνον τον άρτον του, τα δε λοιπά, τα οποία του επερίσσευον, τα διένεμεν εις τους πένητας· και εάν δεν έτρωγον και έτεροι από τον κόπον του, ουδέ αυτός μετελάμβανε τίποτε. Ούτος ο αξιοθαύμαστος, βλέπων τας ιεράς Βίβλους ότι ήσαν νενοθευμέναι από αιρετικούς, τας εκαθάρισε με μεγάλην επιμέλειαν, διότι ήτο ευφυής εις τον νουν, μάλιστα δε, επειδή εγίνωσκε καλώς την Εβραϊκήν γλώσσαν, διώρθωσεν όλην την παλαιάν Γραφήν. Έπειτα αφήσας την ιδίαν του πατρίδα, μετέβη εις την Νικομήδειαν, αφήσας εις την Εκκλησίαν της Νικομηδείας εν ιερόν βιβλίον, του οποίου εκάστη σελίς ήτο τρίστηλος, και περιείχεν όλην την Παλαιάν και Νέαν Γραφήν. Τόσον δε ανώτερος έγινεν ο μακάριος ούτος από την φύσιν των ανθρώπων δια τας αρετάς του, ώστε όταν διέβαινεν εις το μέσον της πόλεως ήτο μεν ορατός εις όσους ήθελεν, αόρατος δε εις όλους τους άλλους. Κατά την εποχήν ταύτην εβασίλευεν ο Μαξιμιανός ο μισόχριστος, όστις είχε μανίαν να εξαλείψη το όνομα των Χριστιανών τελείως· και ακούσας την φήμην του Αγίου, έστειλεν ανθρώπους δια να τον συλλάβωσι και να του τον φέρωσι, διότι επεθύμει πολύ να τον τιμωρήση. Ο δε Άγιος εκρύπτετο, δια να μη φανή ριψοκίνδυνος, και δια να ωφελήση ακόμη τους μαθητάς του με την παρουσίαν του. Ιερεύς όμως τις, όστις ήτο εις την αίρεσιν του Σαβελλίου, Παγκράτιος ονόματι, τον εφθόνει και τον παρέδωσεν ο τρισάθλιος. Λαβόντες δε αυτόν οι απεσταλμένοι, τον μετέφερον εις την Νικομήδειαν, εις την οποίαν ήτο τότε ο τύραννος και εφόνευσε τον Επίσκοπον ταύτης Άγιον Άνθιμον, τον Άγιον Πέτρον Αλαξανδρείας, και ετέρους πολλούς· και τόσην ωμότητα είχεν ο τρισκατάρατος και δίψαν εις τα των Αγίων αίματα, ώστε δεν ελυπείτο ούτε τα παιδία, αλλά εθανάτωνε και αυτά, επειδή δεν ήθελον να δοκιμάσουν τα αίματα των θυσιών και πλείστα όσα άωρα βρέφη εμαρτύρησαν ενδυναμούμενα από την θείαν βοήθειαν, προς μεγαλύτερον έλεγχον του δυσσεβούς, όστις δεν ηδύνατο να νικήση ψελλίζοντα νήπια. Από δε τα πολλά, άτινα τον κατήσχυνον, να είπωμεν εν παράδειγμα, διότι είναι λίαν αξιοθαύμαστον και άξιον διηγήσεως. Εν μέσω των άλλων παιδίων, ήγαγον δύο αδελφούς από γένος λαμπρότατον, τους οποίους προσεπάθησε κατά πολύ να δελεάση ο Μαξιμιανός, να γευθώσιν από το αίμα των θυσιών, και δεν ηδυνήθη ούτε με κολακείας, ούτε με απειλάς, αλλά έστρεφον οπίσω το πρόσωπον κλαίοντα· όθεν ο βασιλεύς το είχεν εις μεγάλην του αισχύνην και καταφρόνησιν ότι δεν ηδύνατο να νικήση δύο βρέφη απονήρευτα και τα έδειρεν ασπλάγχνως· αλλά εκείνα ουδόλως εφοβήθησαν, δια να κάμουν την προσταγήν του. Εις δε από τους σοφούς εις την κακίαν, όστις ήτο πλησίον του βασιλέως, προσποιούμενος δήθεν καλωσύνην προς αυτόν, εκαυχήθη να νικήση αυτός τα νήπια· κατασκευάσας δε μίαν μηχανήν, έστριψε σινάπι με όξος δριμύτατον και γυρίσας τας κεφαλάς των παίδων, κατέπλασεν επάνω εις την κεφαλήν των το σινάπι ο τρισάθλιος· έπειτα τα έρριψεν εις εν βαλανείον πυρωμένον, το οποίον εκοκκίνιζεν από την μεγάλην φλόγα και έκκαυσιν. Οι δε Άγιοι Παίδες κατεφλέγοντο εις τας κεφαλάς δριμύτατα· όθεν εις ολίγην ώραν ετελεύτησεν ο νεώτερος, μη υποφέρων την φλόγα, ήτις εξήψεν εις το κρανίον του. Τότε ο έτερος, δια να καταισχύνη τους ειδωλολάτρας και δια να στερεώση τους κεκρυμμένους Χριστιανούς εις την πίστιν, ευφήμιζε την νίκην του αδελφού αγαλλιώμενος και κατεφίλει αυτόν ονομάζων αυτόν στρατιώτην αήττητον και νικητήν γενναιότατον, και ούτως εναγκαλιζόμενος εκείνον παρέδωκε και αυτός ο μακάριος την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού. Όθεν οι μεν τύραννοι έμειναν κατησχυμμένοι, οι δε ευλαβείς Χριστιανοί έλαβον τα άγια ταύτα και σεβάσμια λείψανα και εντίμως αυτά ενεταφίασαν, μετά τινας δε χρόνους τους έκτισαν και Μαρτύριον, το οποίον έως την σήμερον φαίνεται εις την Νικομήδειαν, το των νηπίων ονομαζόμενον· αλλ’ επί το προκείμενον επανέλθωμεν. Όταν μετέφερον τον Άγιον Λουκιανόν δεδεμένον, διήλθον από την Καππαδοκίαν, ευρών δε εκεί στρατιώτας τινάς, οι οποίοι ηρνήθησαν τον Χριστόν, τους εδίδασκε πρώτον με λόγους πλήρεις αγάπης και ευσπλαγχνίας παρακινών αυτούς να επιστρέψωσι και πάλιν εις την ευσέβειαν, έπειτα τους παρεκίνει και με παραδείγματα, λέγων προς αυτούς ο σοφώτατος ταύτα· «Απρεπές και ανοίκειον είναι να δειλιώσιν οι στρατιώται τον δια Χριστόν θάνατον, τον οποίον παίδες και γυναίκες αναρίθμητοι δεν εφοβήθησαν. Δια τον επίγειον βασιλέα κινδυνεύετε καθ’ εκάστην εις θάνατον, τον δε επουράνιον επροδώσατε, όστις είναι ζωής και θανάτου Κύριος. Καλύτερον είναι να καταφρονήσητε αυτήν την πρόσκαιρον ζωήν δια την αγάπην Αυτού, όστις θα σας δώση μακαριότητα αιώνιον, παρά να προτιμήσητε αυτήν την ολιγοχρόνιον, την οποίαν και μη θέλοντες χάνετε εις τον πόλεμον και υπάγετε και εις ατελεύτητον κόλασιν». Με τοιαύτα και άλλα παρόμοια παραδείγματα επροθυμοποίησεν αυτούς δια το Μαρτύριον· όθεν μετανοήσαντες δια την προτέραν αγνωσίαν, επέδειξαν κατόπιν περισσοτέραν ευσέβειαν και προθυμίαν και έδραμον τεσσαράκοντα άνδρες ανδρείως εις το Μαρτύριον. Ουχί δε μόνον καθ’ όλην την οδοιπορίαν εστήριζε τους ολιγοψύχους ο Άγιος, αλλά και όταν έφθασεν εις την Νικομήδειαν συνωμίλησε με πολλούς, οίτινες, Χριστιανοί όντες πρότερον, εβιάσθησαν από τους ειδωλολάτρας και μη δυνάμενοι να υπομείνουν τα πάνδεινα κολαστήρια εθυσίασαν εις τα είδωλα· τούτους συμβουλεύσας ικανώς ο σοφός Λουκιανός διώρθωσε τας γνώμας των, υποδείξας εις αυτούς τον εκ της παραβάσεως κίνδυνον και τας ατελευτήτους κολάσεις, αίτινες αναμένουν εκείνους οι οποίοι ηρνήθησαν τον Χριστόν δια πρόσκαιρον απόλαυσιν. Δια των λόγων τούτων επέστρεψαν εις την Εκκλησίαν άπαντες οι παραπλανηθέντες. Ουχί δε μόνον εκείνους, τους οποίους έβλεπε, διώρθωνεν, αλλά και εις άλλους τόπους διαφόρους έστελλε γράμματα καθ’ όλην του την ζωήν, με τα οποία οι δειλιώντες εστερεούντο εις την ευσέβειαν· λέγουσι δε ότι έγραψε τρεις χιλίαδας επιστολάς, έτι δε και ολόκληρον την Παλαιάν Γραφήν μετεγλώττισεν από το Εβραϊκόν. Είχε δε τοσούτον σεβασμίαν μορφήν ο μακάριος, ώστε μόνον να τον έβλεπε τις συνεστέλλετο να τον κοιτάζη εις το πρόσωπον· όθεν τινές συνεβούλευσαν τον βασιλέα, ότι εκινδύνευε να γίνη Χριστιανός, εάν ίδη τον Λουκιανόν και συνομιλήση μετ’ αυτού. Δια τον λόγον όθεν τούτον εφοβήθη ο Μαξιμιανός και δεν τον έφερεν έμπροσθέν του, αλλά διέταξε και τον αφήκαν εκτός του παραπετάσματος του δωματίου του, εκείνος ευρισκόμενος έσωθεν αυτού ωμίλει εκείθεν και διεβίβαζε δια τινος υπηρέτου την απόκρισιν. Και πρώτον μεν τον εκολάκευσε φιλοτίμως και του υπέσχετο μυρία πράγματα, να τον έχη πατέρα και σύμβουλον εις τας κρίσεις και κοινωνόν εις την τιμήν και δόξαν της βασιλείας και ετέρας φλυαρίας· αφού δε απεκρίθη ο Άγιος εις αυτόν ότι όλος ο φαινόμενος κόσμος δεν ήτο αντάξιος της ευσεβείας, εθυμώθη ο τύραννος και τον ηπείλησε να του δώση τα σκληρότερα κολαστήρια, αφ’ όσα ηκούσθησαν· ο δε Άγιος δεν εφοβείτο ποσώς τας απειλάς του· όθεν προσέταξε να τον φυλακίσουν και να βασανίζουν όσον δύνανται το σώμα του με διάφορα κολαστήρια, στρεβλώνοντες ποικιλοτρόπως τα μέλη του επί καιρόν πολύν, ούτως ώστε να μη αποθάνη ταχέως, αλλά να έχη πόνους καθ’ ώραν δριμυτάτους και να λαμβάνη καθ’ εκάστην πικρότατον θάνατον. Έβαλαν λοιπόν εις την ποδοκάκην τους πόδας του· αύτη ήτο εν ξύλινον στρεβλωτήριον όργανον και είχε τέσσαρας οπάς, εις τας οποίας διαπερόντες τους πόδας του, του έδιδον μεγάλην τιμωρίαν, διότι μετετίθοντο αι αρμονίαι των οστών του. εις την ράχιν πάλιν του εκάρφωσαν κοπτερά και σουβλερά όστρακα και τανύσαντες τας χείρας αυτού, τας έδεσαν σφικτά εις εν ξύλον, το οποίον ήτο επάνω εις την κεφαλήν του, δια να μη δύναται να σαλεύση τελείως. Υβρίζοντες λοιπόν και παιδεύοντες αυτόν ποικιλοτρόπως, δεν του έδιδον να φάγη τι, ειμή μόνον από τα μιαρά των θυσιών βρώματα, αλλ’ αυτός προετίμα καλύτερον μυρίους θανάτους, παρά να μιάνη απ’ εκείνα την ψυχήν και το σώμα του. Έμεινε λοιπόν ούτω ταλαιπωρούμενος από τους πόνους, την πείναν και τας άλλας κακώσεις ημέρας δεκατέσσαρας, διδάσκων τους άλλους φυλακισμένους και στηρίζων αυτούς εις την ευσέβειαν, με τον ζήλον αυτού και το παράδειγμα. Επειδή δε ήγγιζε η εορτή των Θεοφανείων, συνήχθησαν εις την φυλακήν πολλοί από τους μαθητάς του από την Αντιόχειαν και από άλλους τόπους, να τους ευχηθή και να τους δώση την τελευταίαν συγχώρησιν, επικραίνοντο δε διότι δεν ήτο δυνατόν να λειτουργήση δια την εορτήν και να τους κοινωνήση τα θεία Μυστήρια· ο δε Άγιος είπεν εις αυτούς· «Μη λυπήσθε και ελπίζω εις τον Θεόν να συνεορτάσωμεν ομού τα Άγια Θεοφάνεια». Και ούτως έγινε το έργον κατά τον λόγον του με του Θεού την βοήθειαν. Όταν λοιπόν ήλθεν η ημέρα της εορτής, είχον πόθον οι μαθηταί αυτού να λειτουργήση την τελευταίαν μυσταγωγίαν, να κοινωνήσουν από τας χείρας του, αλλά δεν ήτο δυνατόν εκεί μέσα εις την φυλακήν να έχωσι Αγίαν Τράπεζαν, ο δε Άγιος είπεν εις αυτούς· «Μη λυπήσθε, ότι τούτο το στήθος μου θέλει γίνει Τράπεζα σήμερον, και θαρρώ εις τον Θεόν να μη είμαι εγώ ατιμώτερος από τον έψυχον λίθον. Σεις να γίνητε Ναός, να με βαστάτε γύρωθεν, και εγώ να γίνω θύτης και Τράπεζα». Ωκονόμησε δε ο Θεός, και δεν ήσαν εκεί κατά την ημέραν εκείνην οι ειδωλολάτραι, διότι ενόμιζον ότι ήτο αποθαμένος από την πείναν και την κακουχίαν. Παρέστησαν λοιπόν πέριξ του Αγίου όλοι οι μαθηταί του και τον εβάσταζον επιμελώς, του έβαλον δε εις το στήθος τα χρειαζόμενα της ιερουργίας και βλέπων ο Άγιος εις τον ουρανόν ανέγνωσε τας ευχάς, και όλους τους επιλοίπους λόγους, οι οποίοι τελειώνουσι τα Άγια, κατά την τάξιν της Εκκλησίας και ούτω ποιήσας και τελειώσας την ιερουργίαν, πρώτον μεν εκοινώνησεν αυτός, έπειτα δε τους παρευρισκομένους, και έπεμψε και εις εκείνους τους μαθητάς, οίτινες έλειπον, καθώς ο ίδιος αναφέρει εις την τελευταίαν του επιστιλήν. Αυτή λοιπόν ήτο η τελευταία ημέρα του Αγίου και συνεώρτασεν ούτος μετ’ αυτών την πανήγυριν καθώς τους έταξεν. Αφού δε εκοινώνησαν όλοι, τότε απέστειλεν ο βασιλεύς υπηρέτας τινάς δια να ίδωσιν εάν απέθανε, διότι το είχον μεγάλον θαύμα πως έχη τόσας ημέρας άσιτος. Βλέπων δε ο Άγιος τους απεσταλμένους, εφώναξεν όσον ηδύνατο λέγων· «Χριστιανός είμαι». Ταύτα δε ειπών τρεις φοράς, με την τελευταίαν φωνήν αφήκε τη μακαρίαν του ψυχήν ο γενναίος του Χριστού Αθλητής, τινές δε λέγουσιν, ότι ακόμη ανέπνεεν όταν τον έρριψαν εις την θάλασσαν, διότι ο βασιλεύς προσέταξε να δέσουν ένα λίθον εις την δεξιάν του και να τον βυθίσουν εις το πέλαγος, δια να μη αξιωθή ταφής το λείψανον. Έκαμε δε τούτο εις τον βυθόν της θαλάσσης νυχθήμερα δεκατέσσαρα, όσα έκαμε και εις την φυλακήν αγωνιζόμενος και την δεκάτην πέμπτην ημέραν εξήλθε με τον εξής θαυμασιώτατον τρόπον. Οι μαθηταί του ανέμενον εις τον αιγιαλόν ημέρας τινάς, μήπως και τον εκβάλη η θάλασσα, διότι ήτο μεγάλη τρικυμία. Έπειτα, όταν επέρασαν δέκα ημέραι, μη έχοντες πλέον ελπίδα τινά, ανεχώρησαν, κατά δε την δεκάτην πέμπτην ημέραν εφάνη ο Άγιος εις ένα μαθητήν του, την κλήσιν Γλυκέριον, και του είπε να υπάγη εις τον δείνα τόπον να τον εύρη. Ο δε εγερθείς έλαβε και άλλους πιστούς εις την συνοδείαν του, και ελθόντες εις τον δηλωθέντα τόπον βλέπουσιν δελφίνα ερχόμενον προς την γην και έχοντα εις την ράχιν απλωμένον τον Άγιον, ως να εκείτετο εις την κλίνην αναπαυόμενος, δεν εταλαντεύετο δε ούτε έκλινε ποσώς προς το εν ή το έτερον μέρος, αν και ήτο μεγάλη τρικυμία και έκρουον τα κύματα εις τον δελφίνα, αλλ’ ούτος έτρεχε σπουδαίως με κόπον πολύν αντιμαχόμενος με την θάλασσαν, ευθύς δε ως έφθασεν εις την γην και απέθεσεν εις την άμμον τον νεκρόν, ενεκρώθη και αυτός και εξέψυχεν· ούτω δοξάζει τους δοξάζοντας αυτόν ο Κύριος. Ω των παραδόξων θαυμάτων! Ούτε η θάλασσα τον έβλαψε τόσας ημέρας, ούτε ουδείς ιχθύς τον ήγγισεν, ούτε εσάπισεν ή ασχήμισε ποσώς ούτε απέφερε δυσοσμίαν τινά, αλλ’ ήτο σώος, ευώδης και ολόκληρος, μόνον η δεξιά του χειρ έλειπεν, εις την οποίαν είχον προσδέσει τον λίθον. Μετά καιρόν όμως, αφού έλυσεν ο λίθος, εξήλθε και η αγία του δεξιά, ήτις εφυλάχθη και αύτη αβλαβής με θείαν νεύσιν και βούλησιν, διότι εκοπίασε πολλά εκείνη η αγία χειρ εις την της θείας Γραφής εξήγησιν, δια τούτο δεν την αφήκεν ο Παντοδύναμος να την φάγωσιν οι ιχθείς, αλλά την εφύλαξε σώαν και αβλαβή, εις δόξαν αυτού και μεγαλοπρέπειαν. Λαβόντες λοιπόν οι μαθηταί ευλαβώς του διδασκάλου το ιερόν λείψανον ενεταφίασαν αυτό εις τόπον επίσημον, ως ηδυνήθησαν· μετά δε καιρόν, όταν επέστρεψεν η Αγία Ελένη από τα Ιεροσόλυμα, συνήθροισε λαόν πολύν εις εκείνον τον τόπον και έκτισε τειχόκαστρον δυνατόν γύρωθεν, έσωθεν δε έκτισε Ναόν μεγάλον και πλούσιον, δια να δοξάζεται εις αυτόν ο Άγιος, εις τον οποίον Ναόν γίνονται και θαύματα έως την σήμερον, εις όσους επικαλεσθώσι τον Άγιον μετά πίστεως, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, ω η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Οκτωβρίου μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΛΟΓΓΙΝΟΥ του Επισκόπου.

Δημοσίευση από silver »

Λογγίνος, ο Άγιος Μάρτυς, ο Εκατόνταρχος, ήτο Ιουδαίος το γένος, ζων κατά τας ημέρας της ενσάρκου οικονομίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, υπηρέτει δε ως εκατόνταρχος εις την υπηρεσίαν του Πιλάτου. Ούτος κατά την ημέραν καθ’ ην ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός δια την άπειρον αυτού ευσπλαγχνίαν εσταυρώθη κατά το ανθρώπινον δια να μας λυτρώση από την προπατορικήν παράβασιν, προσετάχθη από τον Πιλάτον να φυλάττη μετά των στρατιωτών του το Σώμα του Ιησού. Και οι μεν Μαθηταί και Απόστολοι του Κυρίου δια τον φόβον των Ιουδαίων έφυγαν, ο δε μακάριος Λογγίνος παραμείνας πλησίον του Εσταυρωμένου και βλέπων τα σημεία και άπειρα θαύματα, άπερ έγιναν εις εκείνην την σωτήριον Σταύρωσιν, ήτοι τον σεισμόν, την του ηλίου εις σκότος μεταβολήν, τους ανοιγέντας τάφους και τους εξ αυτών εκπηδήσαντας νεκρούς ανεβόησε μετά μεγάλης φωνής ειπών· «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ:54). Γνωρίσας δε την αλήθειαν, ωμολόγησεν αυτήν χωρίς φόβον τινά εις το μέσον της Συναγωγής των Ιουδαίων με ελευθέραν γλώσσαν, λέγων και πάλιν· «Θεού Υιός ήτο ο Ιησούς κατά αλήθειαν»· έπειτα πάλιν, όταν ενεταφίασαν το ζωοποιόν και πανακήρατον εκείνο Σώμα, προσέταξεν ο Πιλάτος τον αυτόν Λογγίνον να φυλάττη τον Τάφον με την κουστωδίαν του. Τότε λοιπόν ο Εκατόνταρχος, καίτοι είχεν αγαθήν γνώμην δια τον Χριστόν και επίστευεν ότι ήτο Υιός Θεού, καθώς και με το στόμα τον εμαρτύρησεν, όμως επήγε να φυλάττη κατά το πρόσταγμα. Μετά την του Σωτήρος Ανάστασιν επήγεν ο Λογγίνος με τους άλλους στρατιώτας της κουστωδίας εις την συναγωγήν των Ιουδαίων, και λέγουσιν εις αυτούς όλα τα γενόμενα, ήτοι δια τον σεισμόν, όστις έγινε, και τον αστραπόμορφον Άγγελον, ο οποίος εκύλισε τον μέγαν λίθον του Τάφου, και ότι αληθώς ανέστη ο Χριστός, και έμεινεν ο Τάφος κενός με το σουδάριον· οι δε προεστώτες των Ιουδαίων, νομίζοντες αισχύνην των μεγάλην του Χριστού την Ανάστασιν, έδωσαν εις τους στρατιώτας όσα αργύρια ήθελον, ίνα συκοφαντήσωσι την Ανάστασιν, λέγοντες ότι οι Απόστολοι επήγαν την νύκτα κρυφίως και τον έκλεψαν. Αυτά μεν είπον οι επίλοιποι στρατιώται προς τον Πιλάτον και τους άλλους της πόλεως, ο πιστός όμως Λογγίνος δεν έλαβε καν έν αργύριον, αλλά παρρησία, με ελευθέραν γνώμην και γλώσσαν ελέγχων το ψεύδος των Ιουδαίων, εκήρυττε την αλήθειαν, ότι δηλαδή ο Χριστός είναι Θεός αληθινός και ηγέρθη εκ νεκρών. Ταύτα μαθών ο Πιλάτος και οι έξαρχοι των Ιουδαίων έστρεψαν προς τον Λογγίνον το μίσος, όπερ είχον κατά του Χριστού πρωτύτερα, και εγύρευον τρόπον και καιρόν επιτήδειον να τον φονεύσωσιν οι αλιτήριοι, το οποίον ακούσας ο Λογγίνος από τινα φίλον του, έδωκε, κατά το κοινώς λεγόμενον, τόπον εις την οργήν, απορρίπτει την ζώνην και την χλαμύδα, καταφρονεί το αξίωμα, απαρνείται τους συγγενείς και φίλους του, και λαβών εις την συνοδείαν του δύο στρατιώτας, οίτινες επίστευσαν και αυτοί εις τον Χριστόν, επήγεν εις την Καππαδοκίαν και γίνεται μετά των συντρόφων αυτού κήρυξ των παραδόξων θαυμασίων του Χριστού και άλλος Απόστολος. Αύτη η φήμη του Λογγίνου διεδόθη σχεδόν εις τον κόσμον άπαντα, ότι δηλαδή κηρύττει τον Εσταυρωμένον Ιησούν Θεόν αληθέστατον. Μαθόντες δε τούτο οι θεοκτόνοι Ιουδαίοι συνήχθησαν και καταπείθουσι τον Πιλάτον να γράψη κατηγορίας δια τον Λογγίνον προς τον Καίσαρα Τιβέριον, ότι κατεφρόνησε την αξίαν του και την πίστιν των ειδωλολατρών και κηρύττει ένα άνθρωπον Ιησούν Χριστόν δια Βασιλέα αιώνιον, και έσυρεν εις την γνώμην αυτήν τους περισσοτέρους των Καππαδοκών και επίστευσαν. Ομού δε με τα γράμματα ταύτα έστειλαν οι Ιουδαίοι και αργύρια, δια να καταπείσουν τον βασιλέα να αποφασίση τον Λογγίνον εις θάνατον, και ούτως εγένετο. Λαβών λοιπόν ο Πιλάτος το βασιλικόν πρόσταγμα, το οποίον έγραφε να θανατώσωσι τον Λογγίνον, το έδειξε των Ιουδαίων, οίτινες ευθύς εκίνησαν πρόθυμοι, ως γύπες σαρκοβόροι, και φθάνουσιν εντός ολίγου εις την Καππαδοκίαν, διέμειναν δε εις εν μέρος έξω της πόλεως εις το οποίον ήτο αγρός πατρογονικός του Λογγίνου, ευρίσκετο δε εις αυτόν και ο Άγιος, όστις κατώκει εκεί δια την ησυχίαν διάγων πολιτείαν ασκητικήν και ατάραχον. Μη γνωρίζοντες δε οι στρατιώται ότι αυτός ήτο ο ζητούμενος, τον ηρώτησαν εμπιστευτικώς, εάν ήξευρε να τους υποδείξη τον τόπον εις τον οποίον κατώκει ο Λογγίνος ο Εκατόνταρχος· τούτο δε είπον, διότι εσκέπτοντο να υπάγωσιν αιφνιδίως και να τον συλλάβωσι, καθότι ενόμιζον ότι, αν το μάθη, θα φύγη δια να μη τον φονεύσωσι και δεν ηννόουν οι άφρονες ότι περισσότερον εδίψα εκείνος να λάβη την σφαγήν δια την αγάπην του Χριστού, όστις εθανατώθη δια την σωτηρίαν μας, παρά εκείνοι δια να το επιτύχωσι. Γνωρίσας λοιπόν ο μακάριος Λογγίνος από Πνεύμα Άγιον τι τον ήθελαν, είπε προς αυτούς με φωνήν πραείαν και φιλάνθρωπον· «Ακολουθείτε μοι, να σας δείξω εκείνον τον οποίον ζητείτε». Ως δε ευφραινόμενος ο γενναίος του Χριστού Αθλητής είχε μεγάλην χαράν, γνωρίζων και προ του Μαρτυρίου πόσην ηδονήν έμελλε να απολαύση δια τον πρόσκαιρον θάνατον, και έλεγε ταύτα καθ’ εαυτόν· «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων ειρήνην, των ευαγγελιζομένων τα αγαθά» (Ρωμ. ι: 15, Ησ. νβ: 7), τώρα αξιούμαι και εγώ να ίδω τους ουρανούς ανεωγμένους, με τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, και να επικαλεσθώ με λαμπροτάτην φωνήν τον θάνατον, λέγων μετ’ αυτού προς τον Θεόν και Σωτήρα μου: Κύριε Ιησού, δέξαι το Πνεύμα μου (Πράξ. ζ: 59). Τώρα γυμνούμαι τον πήλινον χιτώνα, λυτρούμαι από την φθοράν, και την αφθαρσίαν χαίρων ενδύομαι, εξέρχομαι από τα μεγάλα κύματα και χαλεπά του προσκαίρου βίου ναυάγια, και υπάγω προς τον αληθή λιμένα, εις τον οποίον είναι ζωή άλυπος και ανάπαυσις αιώνιος. Ευφραίνου λοιπόν, ω ψυχή μου, απερχομένη προς τον ποιητήν και σωτήρα, δείξον, ω Λογγίνε, φαιδρόν και ιλαρόν σου το πρόσωπον, υπόδεξαι φιλοφρόνως και φίλευσον πλούσια τούτους, οι οποίοι σου προξενούσι τοιαύτην μακαριότητα, δείπνησον πολυτελώς τους καλεστάς, οι οποίοι ήλθον να σε υπάγωσιν εις τον δείπνον του Δεσπότου σου». Ταύτα λέγων καθ’ εαυτόν ο μακάριος επήρε τους εχθρούς του εις την οικίαν του, και αφ’ ου τους εφιλοξένησε πλουσιώτατα, τους ηρώτησε, δια ποίαν αιτίαν εζήτουν με τόσον πόθον τον Λογγίνον. Οι δε πρώτον μεν τον ώρκισαν να μη είπη εις ουδένα την υπόθεσιν, έπειτα του ωμολόγησαν την αλήθειαν, ότι δηλαδή έγραψεν ο βασιλεύς προς τον Πιλάτον να θανατώση αυτόν μετά δύο άλλων συστρατιωτών του, ο δε Άγιος ηρώτησε και δια τους άλλους δύο τίνες ήσαν, τους οποίους ήθελον να αποκεφαλίσουν μετ’ αυτού, και μαθών ότι δια τους συντρόφους του έλεγον, είπε προς αυτούς· «Αναπαύθητε δύο ημέρας εις την οικίαν μου, ότι αυτοί οι τρεις έρχονται εδώ μεθαύριον και θα σας τους παραδώσω χωρίς να υπάγετε προς αναζήτησίν των». Τούτο δε είπε, διότι έλειπαν οι άλλοι δύο εις υπηρεσίαν τινά. Ούτος δε έχων πόθον να συγκοινωνήσωσι και εκείνοι εις το Μαρτύριον, ηθέλησε να αναμείνη έως να έλθωσιν, έστειλε δε εις αυτούς μήνυμα να επιστρέψωσι ταχέως· εφίλευσε λοιπόν τους φονευτάς αυτού ο μιμητής του Δεσπότου και τους υπηρέτει ημέρας δύο με μεγάλην φιλοτιμίαν πλουσιοπάροχα. Όταν δε ήκουσεν, ότι ήρχοντο και οι άλλοι δύο, λέγει προς τους στρατιώτας ο μακάριος· «Να ηξεύρετε, φίλοι ηγαπημένοι μου, ότι εγώ είμαι ο Λογγίνος, τον οποίον ζητείτε». Οι δε ακούσαντες εξεπλάγησαν, και βλέποντες αυτόν ιλαρόν και πρόσχαρον δεν επίστευον, ότι ήτο αυτός ο ζητούμενος, αλλ’ ύστερα, ότε το εβεβαίωσαν, επόνεσεν η ψυχή των και βαρέως εστέναξαν, κατακεντούμενοι από την συνείδησιν, ενθυμούμενοι δε την κακίστην ανταπόδοσιν, την οποίαν έμελλον να του δώσωσι δια την τοσαύτην αγάπην, την οποίαν τους έδειξεν, έλεγον μετά πόνου καρδίας και θλίψεως· «Ω δυστυχή δείπνε και κακότυχον φίλευμα! Διατί, φίλε Λογγίνε, έκαμες τοιούτον εγχείρημα, να υποδεχθής τους φονευτάς εις τον οίκον σου και η φιλοξενία σου γίνεται εις σε θάνατος; Ύπαγε εις ειρήνην, ω άνθρωπε, ας είναι η ζωή χάρισμά σου δια τον μισθόν της φιλοξενίας σου, φοβούμεθα να βάλωμεν εις τον λαιμόν σου την μάχαιραν, ευλαβούμεθα το άλας και τα λοιπά βρώματα, με τα οποία μας εφίλευσες, αμελεί ο νους και δειλιούν αι χείρες ημών να εγγίσουν εις σε, κάλλιον να κινδυνεύσωμεν από τον Πιλάτον παρά να μολύνωμεν την συνείδησιν, τοιαύτας ανταμοιβάς αποδίδοντες». Ούτω μεν οι στρατιώται έλεγον συμπονούντες τον Άγιον· ο δε απεκρίθη προς αυτούς γενναίως και αγαλλόμενος· «Διατί φθονείτε τα αγαθά, τα οποία προξενείτε, παρά την θέλησίν σας, εις εμέ; Διατί οδύρεσθε δια τον θάνατόν μου, όστις είναι απαρχή της ζωής μου και Βασιλεία αιώνιος; Μη λυπείσθε, φίλοι μου, αλλά παρηγορήθητε, ότι τούτο το τέλος προξενεί εις εμέ αγαλλίασιν αιώνιον, επειδή με αξιώνει να συνευφραίνωμαι εις τον Παράδεισον πάντοτε μετά του Δεσπότου Χριστού, όστις είναι Θεός αληθέστατος, καθώς όλα τα κτίσματα εις το εκούσιον Πάθος αυτού ωμολόγησαν, ο ουρανός εστύγνασεν, ο ήλιος εσκοτίσθη, η γη έτρεμε και αι πέτραι εσχίσθησαν, εγώ δε να γίνω αναίσθητότερος των λίθων και των άλλων κτισμάτων, να μη γνωρίσω τον κτίστην μου; Να τον αρνηθώ; Μη γένοιτο!». Αυτά και έτερα λέγων ο Άγιος δια να πείση τους απεσταλμένους να κάμωσι το προστασσόμενον, έφθασαν και οι άλλοι δύο, τους οποίους ιδών ηγαλλιάσατο και εναγκαλισθείς αυτούς τους κατεφίλησε γλυκύτατα λέγων· «Χαίρετε, στρατιώται και κληρονόμοι της Βασιλείας του Χριστού! Τώρα ανοίγουσι τας θύρας των ουρανών οι Άγγελοι δια να υπάγωσι τας ψυχάς μας εις τον Παράδεισον· ιδού βλέπω τας λαμπάδας και τα χαρίσματα, με τα οποία θα παραστώμεν εις τον αγωνοθέτην και Σωτήρα Χριστόν αγαλλόμενοι». Ταύτα ειπών ο Άγιος έβαλε τα λαμπρά του ενδύματα, ώσπερ να τον είχον καλεσμένον εις γάμον πλούσιον και δεικνύων όρος τι, εις το οποίον ήθελε να ενταφιάσουν το σώμα του, εγονάτισαν και οι τρεις και απέκοψαν οι απεσταλμένοι τας τιμίας αυτών κεφαλάς τη δεκάτη έκτη του Οκτωβρίου μηνός. Και αι μεν μακάριαι ψυχαί αυτών απήλθον εις τα ουράνια, οι δε στρατιώται, οι οποίοι τους απεκεφάλισαν, επήραν την κεφαλήν του Λογγίνου και την έφεραν εις τον Πιλάτον, ίνα βεβαιωθή ότι τον εθανάτωσαν και να ευφρανθούν οι Ιουδαίοι ορώντες αυτήν. Έδωσαν δε εις αυτούς οι Εβραίοι πολλά αργύρια, ο δε Πιλάτος πάλιν προσέταξε να ρίψωσιν ατίμως την τιμίαν κεφαλήν έξω της πόλεως. Αλλ’ ο Κύριος, δια τον οποίον η τιμία αύτη κεφαλή εκόπη, δεν αφήκε να μείνη καταφρονημένη εκεί εις την κοπρίαν, εις την οποίαν την έρριψαν, αλλά την εφύλαττεν αοράτως και την έσκεπε δια να μη πάθη από την κόπρον βλάβην τινά και ου μόνον τούτο το σημείον ετέλεσεν, αλλά και άλλο θαυμασιώτερον, και ακούσατε. Γυνή τις χήρα ήτο τυφλή, έχουσα υιόν μονογενή, μικράν παρηγορίαν εις την χηρείαν και τυφλότητα αυτής. Αύτη λοιπόν είχεν εις τον Θεόν πίστιν μεγάλην και ευλάβειαν· όθεν έλαβε την ράβδον και τον υιόν οδηγόν και απήλθεν εις τον Άγιον Τάφον να προσκυνήση, ελπίζουσα εις τον Δεσπότην Χριστόν να της δώση το φως της ως παντοδύναμος. Φθάσασα εις τους Αγίους Τόπους έλαβε το χώμα της γης και έθεσεν αυτό εξ ευλαβείας εις τους οφθαλμούς της, αλλ’ όχι μόνον το φως της δεν έλαβεν, αλλά και άλλη συμφορά δεινή επηκολούθησεν εις αυτήν, ήτοι ήλθεν ασθένεια εις τον υιόν της, τον οποίον είχεν αντί των οφθαλμών οδηγόν και βοήθειαν, και ετελεύτησεν. Έκλαιε λοιπόν η ταλαίπωρος και τας τρεις ταύτας συμφοράς και ωδύρετο λέγουσα· «Διατί, Κύριέ μου, με εγκατέλιπες τελείως την τάλαιναν; Εβαρύνθη εις εμέ η αγία σου χειρ και έκαμεν εις όλους παραβολήν και αισχύνονται εις εμέ οι δούλοι σου; Τάχα εγώ μόνον ημάρτησα και δια τούτο μόνη κολάζομαι και με εστέρησας του μονογενούς μου υιού, τον οποίον είχα αντί του φωτός των οφθαλμών μου; Ποία ελπίς σωτηρίας και παραμυθία μου έμεινεν; Ω γλυκύτατον τέκνον μου, παρηγορία του πάθους μου, τι να γίνω η ταλαίπωρος; Πως να κυβερνηθώ χωρίς σε»; Αυτά και άλλα παρόμοια μυρολόγια, κατά την συνήθειαν των γυναικών, λέγουσα η δυστυχής εκείνη γυνή, αποκοιμηθείσα από τον πόνον και τα δάκρυα, βλέπει καθ’ ύπνον τον Άγιον και της λέγει· «Εγώ είμαι Λογγίνος ο Εκατόνταρχος, του οποίου έκοψαν δια τον Χριστόν την κεφαλήν, την οποίαν, αφού έφερον εδώ, την έρριψαν εις την κοπρίαν έξω της πόλεως. Ύπαγε λοιπόν εις τον τόπον αυτόν, σκάλισε βαθέως εις την κοπρίαν και θέλεις εύρει την κεφαλήν μου, έγγισον τότε αυτήν εις τους οφθαλμούς σου και θα αναβλέψης, θα σου δείξω δε τότε και τον υιόν σου εις πόσην δόξαν ευρίσκεται, να παρηγορηθής δια τα παθήματά σου». Τοιαύτα ιδούσα η τυφλή, απήλθεν εις τον ρηθέντα τόπον με κόπον πολύν χειραγωγουμένη από άλλον και ήρχισε με μεγάλην προθυμίαν να σκαλίζη την κοπρίαν με τας χείρας της. Ευρούσα δε, ως θησαυρόν ατίμητον, την τιμίαν κεφαλήν, ευθύς ανέβλεψε και είδεν αυτήν ως αστέρα υπέρλαμπρον. Ησπάζετο λοιπόν ταύτην και την κατεφίλει με θερμότατα δάκρυα· έπειτα καθαρίσασα αυτήν επιμελώς την ήλειψε μύρα και επέστρεψεν εις τον οίκον της, βαστάζουσα τοιούτον μαργαρίτην πολύτιμον. Κατά δε την επομένην νύκτα εφάνη πάλιν εις τον ύπνον αυτής ο Άγιος, κρατών τον υιόν της εις τας αγκάλας του, ως τέκνον του, ήτο δε ο υιός της ενδεδυμένος δια πλουσίων νυμφικών ενδυμάτων και εχαίρετο. Τότε της είπεν ο Άγιος· «Ιδέ τον υιόν σου, δια τον οποίον εθρήνεις, πόσην απόλαυσιν εύρε· μη λυπήσαι λοιπόν, αλλά χαίρε, ότι ο Θεός τον ηξίωσε της Βασιλείας Του και μου τον έδωκε συνοδείαν, να μη αποχωρισθή ποτέ από εμέ. Λάβε λοιπόν την κεφαλήν μου και το λείψανον του υιού σου και θάψον εις ένα τάφον αμφότερα, ευχαρίστει δε τον Κύριον, όστις τον ανέπαυσεν εις τόσην δόξαν και ευφροσύνην αιώνιον». Ταύτα ακούσασα η γυνή έθεσεν εις θήκην την κεφαλήν του Μάρτυρος και το λείψανον του υιού της και τα μετέφερεν εις την πατρίδα της Καππαδοκίαν εις χωρίον Σανδάλην καλούμενον, παθούσα το ίδιον εκείνο όπερ έπαθε και ο Σαούλ. Διότι καθώς εκείνος ζητών τους όνους του πατρός του, εύρε παρ’ ελπίδα βασιλείαν, τοιουτοτρόπως και αυτή, ζητούσα να απολάβη το φως των οφθαλμών της, και αυτό έλαβε και θερμόν προστάτην εύρε τον Άγιον. Όθεν κτίσασα Εκκλησίαν εις το όνομα του Αγίου Λογγίνου, απεθησαύρισεν εις αυτήν την του Μάρτυρος ιεράν κεφαλήν και δι’ αυτής απέκτησε πηγήν ιαμάτων και δια τον εαυτόν της και δι’ όλους τους συμπατριώτας της Χριστιανούς, ευχαριστούσα δε τον Θεόν έλεγε· «Τώρα εγνώρισα πόσων αγαθών αξιούνται όσοι αγαπώσιν τον Κύριον! Οφθαλμούς εζήτουν σώματος, εγώ δε και τους του πνεύματος έλαβον· ελυπούμην δια την ζημίαν του τάκνου μου και είδα αυτό εις δόξαν μεγάλην συγκληρονόμον των Αγίων πλησίον Θεού παριστάμενον, συναυλιζόμενον μετά των Προφητών και των Μαρτύρων και μετά του Εκατοντάρχου Λογγίνου, ενδεδυμένους λαμπρότατα και ψάλλοντας ομού ωδήν επινίκιον, λέγοντες την ιεράν εκείνην φωνήν· «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος» (Ματθ. κζ: 54) και έστι και έσται η Βασιλεία Αυτού αιώνιος, και η δεσποτεία Αυτού ατελεύτητος. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου ΩΣΗΕ.

Δημοσίευση από silver »

Ωσηέ ο ένδοξος Προφήτης ήτο από την φυλήν του Ισάχαρ υιός Βεηρεί (ή Βενιή), εκ Γαλεμώθ (ή Βαλεθώμ)· ερμηνεύεται δε ο Ωσηέ Ελληνιστί σωζόμενος ή φύλαξ ή σκιάζων. Αφ’ ου δε ούτος προεφήτευσε πολλά κατά του Ισραήλ, έδωκε και σημείον παράδοξον, ότι θέλει έλθει ο Κύριος εις την γην και θέλει συναναστραφή με τους ανθρώπους, και ότι θέλουν αναφυή δώδεκα δρυς, αι οποίαι θα ακολουθώσι και θα υπακούωσιν εις τον επί γης φανέντα Θεόν, όστις θέλει σώσει όλην την γην. Αποθανών δε ούτος εν ειρήνη, ετάφη εις την γην αυτού. Προέλαβε δε την του Χριστού έλευσιν έτη ωκβ΄ (822).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Αποστόλου και Ευαγγελιστού ΛΟΥΚΑ.

Δημοσίευση από silver »


Λουκάς ο θείος Ευαγγελιστής και Απόστολος του Κυρίου κατήγετο από την μεγάλην Αντιόχειαν, ιατρός το επάγγελμα, αλλά και άριστος κατά την ζωγραφικήν τέχνην και εντελώς γεγυμνασμένος κατά την έξωθεν σοφίαν κατέχων την Εβραϊκήν και την Συριακήν διάλεκτον. Ούτος διατρίβων εις τας Θήβας της Βοιωτίας και ιατρεύων, κατά τους χρόνους του βασιλέως Τίτου Κλαυδίου εν έτει μβ΄ (42), συνήντησε τον Άγιον Απόστολον Παύλον· και πιστεύσας εις τον Χριστόν απέβαλε την πατρικήν πλάνην. Καθ’ υπαγόρευσιν δε του Αποστόλου Παύλου συνέγραψε και το ίδιον αυτού Άγιον Ευαγγέλιον και απέστειλεν αυτό προς τον ηγεμόνα της Αχαϊας Θεόφιλον, όστις επίστευσεν εις τον Χριστόν· έπειτα συνέγραψε και τας πράξεις των Αποστόλων αποστείλας και αυτάς εις τον ίδιον Θεόφιλον. Αφ’ ου δε εχωρίσθη από τον Παύλον, περιήλθεν όλην την Ελλάδα κηρύττων το Ευαγγέλιον του Χριστού. Επανελθών δε εις τας Θήβας της Βοιωτίας, ως λέγουσιν, εκεί εν ειρήνη ανεπαύθη, ων ογδοήκοντα ετών γέρων. Μετά θάνατον δε, θέλων ο Θεός να δοξάση τον θεράποντα και υπηρέτην του τούτον Λουκάν, έβρεξεν επί του τάφου του κολλύρια. Όθεν εκ της αιτίας ταύτης έγινε ο τάφος του θείου Αποστόλου κοινότερος εις όλους τους ανθρώπους. Ο δε Κωνστάντιος, ο υιός του Μεγάλου Κωνσταντίνου, μετέφερεν από τας Θήβας εις την Κωνσταντινούπολιν το λείψανον του Αποστόλου τούτου, δια του Αγίου Αρτεμίου του μεγάλου, δουκός της Αιγύπτου και κατόπιν Μάρτυρος, και απεθησαύρισεν αυτό εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων υπό την αγίαν Τράπεζαν ομού με τα τίμια λείψανα των Αγίων Ανδρέου, Θωμά και Τιμοθέου των Αποστόλων. Λέγουσι δε ότι ο Λουκάς ούτος πρώτος εζωγράφισε τρεις Εικόνας εκ κηρίου, μαστίχης και χρωμάτων της Κυρίας Θεοτόκου, φερούσης εν αγκάλαις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, και προσέφερε ταύτας εις Αυτήν έτι ζώσαν επί της γης, ίνα μάθη εάν ήσαν αρεσταί εις Αυτήν. Η δε Μήτηρ του Κυρίου απεδέξατο αυτάς και είπεν· «ΗΧάρις του εξ εμού τεχθέντος είη δι’ εμού μετ’ αυτών». Ωσαύτως δε εζωγράφισε και τας Εικόνας των Αγίων Αποστόλων των Κορυφαίων και έκτοτε διεδόθη εις τον κόσμον το καλόν τούτο και ευσεβές και πάντιμον έργον να ζωγραφίζωνται δηλαδή αι των Αγίων Εικόνες.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) του μηνός Οκτωβρίου, μνήμη του Προφήτου ΙΩΗΛ.

Δημοσίευση από silver »

Ιωήλ ο ένδοξος Προφήτης ήτο από την φυλήν του Ρουβίμ, υιός Βαθουήλ, εκ του αγρού του καλουμένου Μεθομμορών. Ερμηνεύεται δε Ιωήλ, αγάπη Κυρίου ή απαρχή Θεού. Επροφήτευσεν ο Προφήτης ούτος δια την πείναν, την οποίαν έμελλον να λάβωσιν οι Ιουδαίοι και δια τον αφανισμόν των νομικών θυσιών και δια το πάθος δικαίου Προφήτου, δια του οποίου μέλλει να ανακαινισθή εις σωτηρίαν όλη η γη. Και ταύτα προφητεύσας, απέθανε και ετάφη εις την ιδικήν του γην. Προέλαβε δε ούτος την του Χριστού έλευσιν έτη ω΄ (800).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Οκτωβρίου, μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΑΡΤΕΜΙΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Αρτέμιος, ο μέγας και ένδοξος Μάρτυς του Χριστού, ήτο κατά τας ημέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, παρά του οποίου κατεστάθη δουξ και αυγουστάλιος ήτοι μικρός Αύγουστος (ηγεμών) της Αλεξανδρείας και πάσης της Αιγύπτου εν έτει τλ΄ (330), ετιμάτο δε μεγάλως και από τους υιούς και διαδόχους του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Αυτός όμως απηρνήθη πάσαν απόλαυσιν και υπέμεινε δια τον Χριστόν διάφορα κολαστήρια, και τώρα αγάλλεται μετ’ αυτού αιώνια. Ακούσατε όμως απ’ αρχής το Μαρτύριον αυτού, δια να λάβητε μεγάλην ωφέλειαν. Μετά την τελευτήν του Αγίου Κωνσταντίνου διεμοίρασαν την βασιλείαν οι τρεις αυτού υιοί. Ο Κωνσταντίνος, ο πρώτος υιός, έλαβε τας άνω Γαλλίας και τας νήσους της Βρεττανίας, έως του Εσπερίου Ωκεανού. Ο δε Κώνστας, ο τρίτος υιός, έλαβε την Ρώμην και όλην την Ιταλίαν, και ο Κωνστάντιος, ο δευτερότοκος, την Ανατολήν από του Ιλλυρικού έως της Προποντίδος, την Ασίαν, την Συρίαν, την Παλαιστίνην, την Μεσοποταμίαν, την Αίγυπτον και τας νήσους όλας. Ούτος λοιπόν ο Κωνστάντιος, επιστρέφων εκ πολέμου και στρατοπεδεύσας εις Ανδριανούπολιν, έμαθεν ότι τα λείψανα των Αγίων Αποστόλων Ανδρέου και Λουκά ήσαν τεθαμμένα, του μεν Πρωτοκλήτου εις τας Πάτρας, του δε Ευαγγελιστού Λουκά εις τας Θήβας της Βοιωτίας, και γινώσκων την μεγάλην ευλάβειαν, την οποίαν είχεν εις τα θεία ο μέγας Αρτέμιος, τον προσεκάλεσε μίαν ημέραν, και ασπασάμενος αυτόν, είπε· «Χαίροις, ανδρών απάντων θεοφιλέστατε». Αντεχαιρέτησε δε τον βασιλέα ο Άγιος Αρτέμιος ειπών· «Χαίροις και συ, βασιλεύ ευσεβέστατε». Λέγει ο βασιλεύς· «Την ώραν ταύτην, ω φίλε μου άριστε, μου ανήγγειλεν ο Επίσκοπος της Αχαϊας, ότι εις την Πελοπόννησον ευρίσκονται τα ιερά λείψανα των Αγίων Αποστόλων Λουκά και Ανδρέου, και σε παρακαλώ να υπάγης τάχιστα, να τα φέρης εις το Βυζάντιον». Ταύτα ακούσας ο μέγας Αρτέμιος εχάρη και ευθύς απελθών εις Πελοπόννησον έλαβε με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν τα ιερά λείψανα, και φέρων αυτά εις την Κωνσταντινούπολιν, τα έβαλον εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, την οικοδομήν του οποίου είχεν αρχίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος και ετελείωσεν ο υιός του Κωνστάντιος. Τοιούτος λοιπόν ήτο και προ των αγώνων του Μαρτυρίου ο θαυμαστός Αρτέμιος, εις όλους αιδέσιμος, όχι μόνον εις τον κοινόν λαόν, αλλά και εις αυτόν τον βασιλέα, διότι, ως ανωτέρω είπομεν, ήτο ηγεμών και αυγουστάλιος της Αλεξανδρείας και πάσης της Αιγύπτου κεχειροτονημένος από τον Μέγαν Κωνσταντίνον. Ο δε βασιλεύς Κωνστάντιος απήλθεν εις την Αντιόχειαν να πολεμήση κατά των Περσών, εκεί όμως ευρισκόμενος έφεραν εις αυτόν γράμματα, ότι ο Ιουλιανός, τον οποίον αυτός είχε χειροτονήσει Καίσαρα εις την Γαλλίαν, έβαλε βασιλικόν διάδημα και αυθαιρέτως και τυραννικώς ανηγορεύθη βασιλεύς. Ταύτα μαθών ο Κωνστάντιος εταράχθη, φοβούμενος μήπως ο Ιουλιανός, όταν εδραιωθή, επέλθη και κατά του Βυζαντίου· όθεν ευθύς εκίνησε να υπάγη αυτός εκεί το ταχύτερον. Όταν δε έφθασεν εις την Κιλικίαν ησθένησε, και προσκαλεσάμενος Ευζώϊον τον Αντιοχείας Επίσκοπον και βαπτισθείς υπ’ αυτού, ετελεύτησεν ων ετών τεσσαράκοντα. Ο δε στρατός βαλών το λείψανον αυτού εις λάρνακα δι’ αμάξης το μετέφερον εις το Βυζάντιον, ακολουθούντων των αρχόντων μετά δακρύων. Όταν έφεραν το λείψανον του Κωνσταντίου εις το Βυζάντιον, ευρέθη εκεί κατά την ώραν εκείνην και ο Ιουλιανός, όστις, ως έμαθε τον θάνατον του Κωνσταντίου, έδραμε χαίρων να λάβη την εξουσίαν. Ηκολούθει λοιπόν και αυτός εις το λείψανον, όταν επήγαν να το ενταφιάσωσι, και δεν εφόρει εις την κεφαλήν του διάδημα, μόνον αφού τον έθαψαν το έβαλε και έγινε βασιλεύς εν έτει τξα΄ (361). Τότε έστειλεν ευθύς επιστολάς εις όλην την επικράτειαν αυτού, προστάζων να ανοικοδομήσωσι τους ναούς των ειδώλων, τους οποίους είχε κατεδαφίσει ο Μέγας Κωνσταντίνος, τας δε Εκκλησίας των Χριστιανών να αφανίσωσιν εκ θεμελίων, όσα δε εισοδήματα και χαρίσματα έδωκεν εις τας Εκκλησίας ο Άγιος Κωνσταντίνος, τα αφήρεσεν αυτός ο αλιτήριος και τα αφιέρωσεν εις τους μιαρούς βωμούς των ειδώλων, καταστήσας ζακόρους και νεωκόρους, ράντας και θύτας, κατά την τάξιν των ασεβών ειδωλολατρών. Και ταύτα μεν έπραξεν εις την Κωνσταντινούπολιν· έπειτα πνέων μέγαν θυμόν κατά των Χριστιανών απήλθε τάχιστα εις την Αντιόχειαν, διψών να χύση αίματα Αγίων. Εις Αντιόχειαν ευρισκομένου του Ιουλιανού έφεραν ενώπιόν του πρότερον πάντων δύο Ιερείς, Ευγένιον και Μακάριον καλουμένους, τους οποίους ηρώτησε να είπωσι τι άνθρωποι ήσαν. Οι δε απεκρίθησαν· «Της ποίμνης του Βασιλέως Χριστού είμεθα αγελάρχαι». Λέγει προς αυτούς ο Ιουλιανός· «Που είναι αυτή η ποίμνη του Χριστού»; Λέγει ο Ευγένιος· «Όλη η οικουμένη, όσοι άνθρωποι ευρίσκονται υπό τον ήλιον». Λέγει ο βασιλεύς· «Τότε ποίους ορίζομεν ημείς; Ποίοι υποτάσσονται εις ημάς, εάν ο Χριστός έχη ποίμνην όλην την υφήλιον, δυστυχή και ταλαίπωρε»; Ο δε Μάρτυς είπεν· «Αυτής της ποίμνης είσαι επιστάτης, της οποίας και ημείς αγελάρχαι τυγχάνομεν, διότι δια μέσου αυτού του Χριστού οι βασιλείς κυριεύουσιν. Αυτός έδωκε και εις σε το βασίλειον σήμερον, και αύριον σου το αφαιρεί, διότι εφάνης προς τον ευεργέτην αχάριστος, επειδή η εξουσία σου είναι προσωρινή και εφήμερος, εν ω Εκείνου η Βασιλεία είναι προαιώνιος και ατελεύτητος». Και ο Παραβάτης απήντησεν· «Ανόσιε και της των θεών ευμενείας αλλότριε, εφ’ όσον ο Χριστός σου είναι χθεσινός και εφήμερος, γεννηθείς εις τους χρόνους του Αυγούστου Καίσαρος, πως συ τον αναγορεύεις σήμερον αιώνιον»; Λέγει ο Μάρτυς· «Ναι, κατά μεν το ανθρώπινον ούτως έχει, κατά δε την θείαν αυτού και προαιώνιον γέννησιν είναι άχρονος και αιώνιος». Ο δε Παραβάτης, νομίζων ότι ήτο ο Μάρτυς αγροίκος και απαίδευτος, είπε προς αυτόν δια χλευασμόν· «Λοιπόν δύο φοράς εγεννήθη ο Χριστός σου, ταλαίπωρε; Επειδή εις αυτό καυχάσαι, είναι και τινές σοφώτατοι άνδρες των Ελλήνων, οίτινες εγεννήθησαν όχι μόνον δύο, αλλά και τρεις φοράς· και πρώτον ο Ερμής, καθώς τα θαυμάσια αυτών βιβλία διαλαμβάνουσιν· όθεν και τρισμέγιστος ονομάζεται, ομοίως και ο Πυθαγόρας και άλλοι τινές». Ο δε Μάρτυς γελάσας ολίγον εις τα φλυαρήματα του μωρού βασιλέως, είπε προς αυτόν με πολλήν αυστηρότητα και γενναιότητα· «Εξ αρχής έπρεπε να μη σου αποκριθώ τελείως, Παραβάτα, διότι δεν είσαι άξιος απολογίας τινός, αλλά δια τον όχλον όστις παραστέκεται, ωμίλησα ολίγα τινά, και θέλω είπει και έτερα, δια να ωφελήσω αυτούς προς στερέωσιν της αληθούς ημών Πίστεως». Ταύτα λέγων ο Μάρτυς εκήρυξε λαμπρά τη φωνή όλην την σωτήριον οικονομίαν του Δεσπότου Χριστού, των δε μιαρών θεών την αδυναμίαν και αθλιότητα μυκτηρίζων επί ώραν πολλήν ως επιστήμων και σοφός διετραγώδησεν. Ο δε βασιλεύς εκέλευσε να του δώσωσι πεντακοσίους ραβδισμούς· ετέλεσαν δε οι υπηρέται το προστασσόμενον, δέροντες ανηλεώς και απανθρώπως τον Μάρτυρα, όστις ενεκαρτέρει εις τους ραβδισμούς σιωπών και μηδέν φθεγγόμενος. Ο δε Παραβάτης βλέπων τον Άγιον Μακάριον είπε προς αυτόν· «Και συ, δυστυχές ανθρωπάριον, τι λέγεις περί σεαυτού»; Ο δε απεκρίνατο· «Συ είσαι δυστυχής αληθέστατα, και πάντων ανθρώπων αθλιώτερος. Εγώ δε, καθώς έχω την επωνυμίαν, ούτως είμαι και όντως Μακάριος, ότι τον Χριστόν προσκυνώ και σέβομαι· συ δε, επειδή αυτόν τον αληθή Θεόν απηρνήθης, προσκολληθείς εις τους δαίμονας, αυτοί θέλουσι σε λάβει μεθ’ εαυτών εις το πυρ το αιώνιον». Ούτω λοιπόν ήλεγξε και αυτός ο Μακάριος τον τρισάθλιον βασιλέα, όστις προσέταξε να δείρωσι και αυτόν ως και τον Ευγένιον. Ενώ δε ταύτα εγίνοντο, τότε και ο ευσεβής Αρτέμιος έφθασεν εις τον βασιλέα μετά της προσηκούσης εις αυτόν τιμής και δορυφορίας, διότι ο Ιουλιανός του έστειλε πρότερον γράμματα, να έλθη εκεί εις την Αντιόχειαν από την Αίγυπτον, ένθα ευρίσκετο, να τον συναντήση με όλον το στράτευμα. Βλέπων λοιπόν τους Αγίους μαστιγουμένους τοσούτον ασπλάγχνως ο Αρτέμιος εσυμπόνεσεν εν τη ψυχή του, και κρίνων εν τη διανοία αυτού, ότι εάν σιωπήση, θέλει φανή της ειδωλολατρίας συγκοινωνός και συνήγορος, παρρησιάζεται εις τον βασιλέα και χωρίς να δώση καμμίαν γνωριμίαν δια την τάξιν αυτού ωμολόγησε την ευσέβειαν και ήλεγξε τον βασιλέα λέγων· «Διατί, βασιλεύ, αναγκάζεις Αγίους ανθρώπους να αρνηθώσι την πίστιν αυτών, και δέρεις αυτούς τοσούτον άσπλαγχνα; Άνθρωπος είσαι και συ ομοιοπαθής, της αυτής φύσεως κοινωνός· αν και βασιλεύς είσαι, από τον Θεόν έλαβες αυτήν την αξίαν. Αλλ’ όμως θαρρώ ότι δεν σε εποίησεν ο Θεός βασιλέα, αλλ’ ο πονηρός διάβολος, ο οποίος σε εζήτησεν από τον Θεόν, ως τον Ιώβ πρότερον, και σε ανέδειξε βασιλέα δια να σπείρη ζιζάνια και να καταπνίξη τον σίτον του Χριστού. Αλλ’ εις μάτην κοπιά ο άθλιος, διότι δεν έχει πλέον ουδεμίαν δύναμιν, επειδή αφότου υψώθη εις τον Σταυρόν ο Χριστός, έπεσε των δαιμόνων η έπαρσις. Μη απατάσαι λοιπόν, ω βασιλεύ, και μη επιχειρείς διώξεις κατά των Χριστιανών, διότι η δύναμις του Χριστού είναι αήττητος». Αυτά και έτερα πλείονα είπεν ο Άγιος προς τον βασιλέα, περιγελάσας τον Απόλλωνα και τους λοιπούς θεούς· διο εξεπλάγη ο Ιουλιανός, θαυμάζων την τοσαύτην παρρησίαν και μετά θυμού ηρώτησε, λέγων· «Τις και πόθεν είναι ούτος ο αλιτήριος»; Ούτως είπεν, επειδή δεν τον εγνώριζε προσωπικώς ούτε τον είχεν ίδει πρότερον, διότι, όταν ο Άγιος έγινεν αυγουστάλιος, έλειπεν ο Ιουλιανός εις τας Γαλλίας, αλλ’ ούτε και ο Αρτέμιος εφανέρωσε πρότερον την αξίαν του και το όνομά του. Οι δε στρατιώται απεκρίθησαν, ότι ήτο ο Αρτέμιος. Τότε είπεν ο βασιλεύς· «Ούτος είναι ο Αρτέμιος, όστις εθανάτωσε τον αδελφόν μου; Ευχαριστώ σας, θεοί αθάνατοι, διότι μου εφανερώσατε, ως αυτεπάγγελτοι βοηθοί μου, αυτόν τον αλάστορα». Ταύτα είπεν ο Ιουλιανός, διότι είχεν αδελφόν, Γάλλον ονόματι, τον οποίον μετωνόμασεν ο βασιλεύς Κωνστάντιος Κωνστάντιον και τον εψήφισε Καίσαρα εις την Ανατολήν. Μετά ταύτα όμως, επειδή εφάνη εναντίος του βασιλέως, εφονεύθη τη προστάξει αυτού. Τότε λοιπόν λέγει προς τους στρατιώτας· «Εκβάλετε την ζώνην, την οποίαν φορεί ο ανάξιος, και αύριον θέλω ποιήσει του αδελφού μου φοβεράν εκδίκησιν και θέλω δώσει εις αυτόν μυρίους θανάτους, επειδή δεν εφόνευσε κοινόν άνθρωπον, αλλά βασιλέα, όστις δεν τον ηδίκησεν εις τίποτε». Ευθύς λοιπόν ήρπασαν τον Άγιον οι δορυφόροι, και γυμνώσαντες αυτόν, τον παρέδωκαν εις τας χείρας των δημίων, οίτινες έδεσαν τας χείρας και τους πόδας αυτού και τανύσαντες εις τέσσαρα, τον έδερον με βούνευρα εις την κοιλίαν και εις την ράχιν τοσούτον, έως ου απηύδησαν και αντικατεστάθησαν τετράκις εκείνοι οίτινες έδερον. Αλλ’ είχε τοσαύτην υπομονήν ο τρισμακάριος, ώστε ούτε στεναγμόν, ούτε φωνήν ή απλούν λόγον ελάλησεν, αλλ’ εφαίνετο εις την όψιν άτρεπτός τε και αναλλοίωτος. Η δε γη εκοκκίνισεν από το πλήθος του αίματος, ώστε όχι μόνον όλοι οι περιεστώτες, αλλά και αυτός ο Παραβάτης εθαύμασε και προσέταξε να οδηγήσωσι και τους τρεις, ήτοι τον Αρτέμιον, τον Ευγένιον και τον Μακάριον εις την φυλακήν, ούτοι δε οδηγούμενοι έψαλλον· «Εδοκίμασας ημάς ο Θεός, επύρωσας ημάς ως πυρούται το αργύριον…» (Ψαλμ. ξε: 10) και τα λοιπά του ψαλμού. «Υπολείπεται, όθεν, έλεγον, το να διέλθωμεν δια πυρός και ύδατος, όπως εις αναψυχήν εξαγάγης ημάς». Πληρωθείσης δε της ευχής, είπεν ο Άγιος προς εαυτόν· «Αρτέμιε, ιδού τα στίγματα του Χριστού εχαράχθησαν εις το σώμα σου· εις σε πρέπει λοιπόν δι’ αυτόν να δώσης και την ψυχήν σου εις θάνατον». Έπειτα έλεγε· «Ευχαριστώ σοι, Κύριε, διότι με ηκίωσας να βασανισθώ δι’ αγάπην σου και με συνηρίθμησας με τον χορόν των Αγίων σου· αλλά, φιλάνθρωπε Δέσποτα, τελείωσόν μου τον δρόμον εις την ομολογίαν σου, και μη με κρίνης ανάξιον τούτου του εγχειρήματος, ότι εις τους οικτιρμούς σου κατέφυγον». Ενώ ταύτα προς εαυτόν προσευχόμενος διελογίζετο, έφθασαν εις την φυλακήν και παρέδωκαν αυτούς να τους φυλάττη ο δεσμοφύλαξ, και ούτως έμειναν, δοξάζοντες τον Θεόν. Πρωϊας δε γενομένης, εξώρισεν ο βασιλεύς τους δύο Αγίους εις τόπον τινά της Αραβίας, όστις ήτο νοσηρός και θανατηφόρος, όσοι δε επέμφθησαν εκεί δεν έζησαν ολόκληρον έτος, αλλά βασανιζόμενοι από χαλεπάς ασθενείας απέθανον το ταχύτερον. Εκεί λοιπόν εξορίσας ο τύραννος τους Αγίους Ευγένιον και Μακάριον, εκέλευσε να κόψωσι τας κεφαλάς των, και ούτω μετά τεσσαράκοντα ημέρας τη εικοστή Δεκεμβρίου ευελειώθησαν, και έγινε θαύμα άξιον μνείας εις τον τόπον εκείνον, εις τον οποίον τους εθανάτωσαν, διότι ούτος ήτο πρότερον άνυδρος, και την ώραν εκείνην ανέβλυσε βρύσις, της οποίας το ύδωρ θεραπεύει πάσαν ασθένειαν, ευρίσκεται δε αύτη έως την σήμερον, την των Αγίων επωνυμίαν φυλάττουσα. Ο δε βασιλεύς, καλέσας τον θείον Αρτέμιον, είπε προς αυτόν· «Η προπέτειά σου με ηνάγκασεν ακουσίως μου να ατιμάσω το γένος σου και να εξυβρίσω την ευγένειάν σου· αλλ’ εάν πεισθής εις εμέ και θυσιάσης εις τους αθανάτους θεούς, όχι μόνον θέλω σε απαλλάξει της ευθύνης της του αδελφού μου σφαγής, αλλά και αξίαν μείζονα θέλεις λάβει. Θα σε καταστήσω έπαρχον των Πραιτωριανών και αρχιερέα των μεγάλων θεών, θέλω δε σε ονομάσει αντιβασιλέα, ίνα απολαύσης μετ’ εμού πάσαν ευημερίαν όλον τον καιρόν της ζωής σου, και μη νομίσης, ότι παρεφρόνησαν οι αρχηγοί των Ρωμαίων και οι Έλληνες να προσκυνώσι τους θεούς· μάλιστα οι εγγράμματοι και φρονιμώτεροι εξ αυτών, εξ ευγνωμοσύνης και αναγνωρίσεως της αξίας των θεών, ως βλέποντες ότι ο μεν ήλιος εις τον ουρανόν περιπατεί και φωτίζει τον κόσμον ολόκληρον, ίνα εργάζωνται οι άνθρωποι, η δε σελήνη ίνα λαμπαδουχή την νύκτα και ίνα βαδίζωσιν οι οδοιπόροι, ούτοι πάντες σέβονται τους θεούς αυτούς ευλόγως και πρεπόντως και έχουσιν εις αυτούς τας ελπίδας των· και τον μεν ήλιον ωνόμασαν Απόλλωνα, την δε σελήνην Άρτεμιν, και από τους πλανήτας, οίτινες έστησαν εις τας επτά ζώνας του ουρανού, τον ένα ωνόμασαν Κρόνον, τον άλλον Δία, τον άλλον Ερμήν, τον έτερον Άρην και τον ύστερον Αφροδίτην, διότι αυτοί κυβερνώσι τον κόσμον με την δύναμίν των. Δια τούτο έστησαν εις αυτούς είδωλα οι άνθρωποι και τιμώσιν αυτούς, δεν τιμώσι τα είδωλά των ως θεούς, άπαγε! Διότι τούτο είναι αγνωσία μεγάλη αλλά η τιμή την οποίαν δίδουσι και απονέμουσιν εις τα είδωλα αυτών, διαβαίνει προς το πρωτότυπον. Λοιπόν παρακινώ και την γενναιότητά σου να συγκοινωνήσης εις την θρησκείαν μας, και να ελληνίζης ορθώς, φυλάττων τα έθη και τας συνηθείας των αρχαίων απαρασάλευτα, διότι ο Κωνσταντίνος, ως άνθρωπος αμαθής και ανόητος, εξηπατήθη, ήλλαξε την θρησκείαν του και εξέκλινεν εις τον Χριστιανισμόν, αισχυνόμενος δια τας ανοσίους αυτού πράξεις, αλλά και οι θεοί τον εδίωξαν μακράν από την θρησκείαν των, μισήσαντες αυτόν ως πονηρόν και εναγή, επειδή απέκτεινε τους αδελφούς του, την γυναίκα του Φαύσταν και τον υιόν αυτού Κρίσπον, χωρίς να πταίσωσι τίποτε. Δια τούτο, θαυμασιώτατε των ανδρών, θεωρών το ευσταθές και συνετόν της διανοίας σου, έχω πόθον να σε καταστήσω συγκοινωνόν και φίλον μου. Ελθέ λοιπόν εις την πάτριον και αρχαιοτάτην και πολυχρόνιον των Ρωμαίων θρησκείαν, και συναπόλαυσον τα αγαθά, άτινα οι θεοί μάς εχάρισαν». Ακούσας ταύτα ο Άγιος απεκρίνατο· «Όσον δια την πίστιν μου, ω βασιλεύ, δεν σου δίδω απολογίαν τινά, καίτοι έχω πολλάς αποδείξεις δι’ αυτήν· δια δε τον θάνατον του αδελφού σου αποκρίνομαι, ότι ουδέποτε ηδίκησα αυτόν ή έβλαψα την ζωήν του, ούτε δι’ έργου, ούτε δια λόγου, ούτε κατά διάνοιαν· εάν δε εξετάσης περί τούτου και μυρίας φοράς, θέλεις εύρει ότι ούτως έχει η αλήθεια· διότι τον εγίνωσκον ως Χριστιανόν θεοφιλή και δίκαιον και εις τον νόμον του Χριστού σπουδαίον και πρόθυμον. Μάρτυράς μου είναι ο ουρανός και η γη, ο χορός όλος των Αγγέλων και ο Δεσπότης Χριστός, ο Υιός του Θεού, τον οποίον εγώ λατρεύω, ότι δεν έπταισα τίποτε εις τον θάνατόν του, ούτε ουδαμώς συνεκοινώνησα με τους ανοσίους εκείνους, οίτινες τον εφόνευσαν, διότι εγώ δεν ήμην τότε με τον Κωνστάντιον, αλλά κατώκουν έως τον παρόντα χρόνον εις την Αίγυπτον. Ταύτην την απολογίαν σοι δίδω δια τον αδελφόν σου. Όσον δε δια να αρνηθώ τον Χριστόν και να γίνω ειδωλολάτρης, σοι δίδω απόκρισιν ομοίαν με εκείνην την οποίαν είπον οι τρεις Παίδες προς τον Ναβουδοχονόσορα· γίνωσκε, βασιλεύ, ότι δεν λατρεύω τους θεούς σου, ούτε την χρυσήν εικόνα του ηγαπημένου σου Απόλλωνος θέλω προσκυνήσει ποτέ. Δια δε τον μακάριον Κωνσταντίνον, τον υπέρτερον πάντων των βασιλέων, τον οποίον κατέκρινες, ονομάζων αυτόν μανιώδη και φονέα, ταύτα εις σε δι’ αυτόν αποκρίνομαι· ότι μάλιστα ο πατήρ σου Κωνστάντιος και οι αδελφοί του αδίκως εθανάτωσαν αυτόν δια δηλητηρίων, χωρίς να πταίση εις αυτούς τίποτε· εκείνος δε την γυναίκα του Φαύσταν δικαίως και πρεπόντως εθανάτωσεν, επειδή αυτή, μιμουμένη την αρχαίαν Φαίδραν, διέβαλε τον υιόν αυτού Κρίσπον, ότι βιαίως την εδυνάστευσε και έλαβε την τιμήν της. Πιστεύσας λοιπόν τα λόγια της, ως πατήρ επαίδευσε τον υιόν του, ύστερον δε, ότε εγνώρισεν αυτήν ψευσαμένην, ως δίκαιος κριτής την απέκτεινεν. Επίστευσε δε εις τον Χριστόν, διότι εκείνος ουρανόθεν τον προσεκάλεσεν, όταν είχε την μάχην με τον Μαξέντιον, και εφάνη εις αυτόν το σημείον του Τιμίου Σταυρού εν ώρα μεσημβρίας, εξαστράπτον υπέρ τον ήλιον, δια γραμμάτων εξ αστέρων, άτινα εσήμαινον την εν πολέμω νίκην, το οποίον σημείον είδομεν και ημείς, και τα γράμματα ανεγνώσαμεν, ουχί μόνον εγώ, αλλά και πολλοί εκ των στρατιωτών σου· αλλά τι θέλω να διηγώμαι τοιαύτα, τα οποία συ γινώσκεις κάλλιον από εμέ; Περί δε του Χριστού και ότι προ της ελεύσεως αυτού προκατήγγειλαν αυτόν οι Προφήται έχομεν πολλάς μαρτυρίας όχι μόνον από τας ιδικάς μας βίβλους, αλλά και από τας χρησμωδίας και προφητείας των θεών, τους οποίους σέβεσθε σεις και από τα γράμματα των Σιβυλλών, ως και από τα Βουκολικά του Ρωμαίου Βιργιλίου, τα οποία ικανώς και φανερά λέγουσι δια τον Χριστόν. Εάν δε θέλης να μη προσποιείσαι τον κωφόν, και αυτός ο μαντικός Απόλλων, τον οποίον σέβεσθε, θαυμαζόμενος είπε περί Χριστού τα λόγια ταύτα, ερωτηθείς από τινα θεράποντα του ναού· «Μη ώφελες πήμα τον τε και ύστατον εξερέσθαι, δήμορ εμών προπόλων, περί θεσπεσίοιο θεοίο, και πνοής της παν πέριξ βοτρυδόν εχούσης, τείρεα, φως, ποταμούς, και τάρταρον, ηέρα, και ύδωρ και πυρ. Η με ουκ εθέλοντα δόμων των ώδε διώκει. Η εμή τριπόδων έτι λείπετο ηριγένεια. Αι αίμε τρίποδες στοναχήσατε, οίχετ’ Απόλλων, οίχετ’ επεί βροτός με βιάζεται ουράνιος. Και ο παθών Θεός εστι, και ου θεότης πάθεν αυτή». Ήτοι, «ω των υπηρετών μου ταλαίπωρε, είθε να μη ήθελες με ερωτήσει το ολοϋστερον και τελευταίον, δια τον θαυμάσιον Θεόν, και δια την αναπνοήν, η οποία έχει συνηγμένα ολόγυρά της όλα τα άστρα, το φως, τους ποταμούς, τον άδην, τον αέρα, το ύδωρ, και το πυρ, η οποία και μετά βίας με διώκει απ’ εδώ από τον οίκον μου· ακόμη έλειψεν από τους τρίποδας και ο αυγερινός, αλλοίμονον! Ω τρίποδες θρηνήσατε και σεις, επήγεν ο Απόλλων εις την απώλειαν· επειδή άνθρωπος με αναγκάζει, άνθρωπος ουράνιος· και εκείνος όπου έπαθεν ήτο Θεός, η θεότης δε αυτή δεν έπαθεν». Ακούσας ταύτα ο Παραβάτης είπε· «Νομίζω, Αρτέμιε, ότι δεν ήσο στρατηγός εις την Αίγυπτον, αλλά χρησμολόγος, ή μάλλον ειπείν κωμολόγος ή μώμος να διηγήσαι μύθους παλαιούς και λογίδρια, τα οποία λέγουν αι γραίαι, όταν μεθύσωσι». Λέγει ο Άγιος· «Δεν εννόησας καλά, ω βασιλεύς, αξίως της αρετής και σοφίας σου, ότι από τους θεούς σας και τα ποθητά σας μαθήματα σοι δίδω τας αποδείξεις δια να μάθης εξ εκείνων, τα οποία γνωρίζεις, το της αληθείας μυστήριον, και μη θαρρής πως καλλωπίζομαι με των Ελλήνων τα ρήματα· μη γένοιτο, να λιπάνη έλαιον αμαρτωλού την κεφαλήν μου· αλλά φροντίζων δια την ψυχήν σου, κινώ πάντα λίθον, μήπως και πεισθής· αλλά νομίζω ότι καθώς ετύφλωσε τον Πρωτόπλαστον Αδάμ ο διάβολος με την βρώσιν του φυτού, ούτω απεγύμνωσε και σε της του Χριστού πίστεως, φθονών την σωτηρίαν σου. Διότι τον ήλιον, την σελήνην και τους αστέρας ονομάζεις θεούς αισχύνομαι την αμάθειάν σου, δια να μη είπω την κακοβουλίαν. Ποία όμως η ανάγκη να μακρηγορώ; Δεν αρνούμαι τον Χριστόν, μη γένοιτο! Δεν ασπάζομαι την μιαράν των Ελλήνων ασέβειαν· αλλά εις εκείνα, τα οποία εδιδάχθην, επιμένω έως τέλους, φυλάττων τας παραδόσεις των Πατέρων». Προς ταύτα ο Παραβάτης έμεινεν άφωνος απορών και θαυμάζων το πολυμαθές του Μάρτυρος, και προς απόκρισιν ετοιμότατον. Προς τον οποίον πάλιν είπεν ο Άγιος· «Άφες, ω βασιλεύ, την παράλογον και ψευδή των Ελλήνων θρησκείαν, και πρόσελθε εις τον Χριστόν, όστις είναι μακρόθυμος και δέχεταί σε μετανοούντα». Ο δε απεκρίνατο· «Επειδή ηπείθησας εις τους λόγους μου, κακή κεφαλή, και ετόλμησας να προτρέψης και εμέ όπως γίνω Χριστιανός θα σε ανταμείψω και εγώ πρεπόντως». Ταύτα ειπών ο Ιουλιανός προσέταξε να γυμνώσωσι τον Άγιον και να πυρώσωσι σούβλας σιδηράς, με τας οποίας να τρυπήσωσι τας πλευράς του, να κατακεντήσωσι την ράχιν του με τριβόλους οξείς, και να τον σύρωσιν υπτίως δια να καταξεσχίσωσι τας σάρκας του. Βασανιζόμενος λοιπόν ο Μάρτυς επί ώρας πολλάς, είχε την αυτήν καρτερίαν, ως και πρότερον, και ούτε φωνή, ούτε στεναγμός εξήλθεν από το στόμα του· όθεν ηγέρθη από τον θρόνον ο τύραννος περίλυπος, ως νενικημένος, προστάσσων να φυλακίσωσι τον Άγιον και να μη δώσωσιν εις αυτόν άρτον ή ύδωρ, ούτε άλλο τι βρώσιμον. Ευχόμενος δε εις την φυλακήν ο Άγιος, εν μέσω της νυκτός, βλέπει τον Δεσπότην Χριστόν λέγοντα εις αυτόν· «Καθώς συ με ωμολόγησας ενώπιον των ανθρώπων επί της γης, θέλω σε ομολογήσει και εγώ εις τους ουρανούς ενώπιον του Πατρός μου· όχι δε μόνον τούτο, αλλά και εδώ θα είμαι αντιλήπτωρ και βοηθός σου». Ταύτα ακούσας από τον Χριστόν ο Μάρτυς έλαβε θάρρος και δύναμιν, και ευθύς ευρέθη όλως υγιής και τεθεραπευμένος, μη έχων ποσώς εις την αγίαν αυτού σάρκα σημείον πληγής ούτε ίχνος μώλωπος· όθεν όλην την νύκτα ανέπεμπε δοξολογίας εις τον Θεόν και χάριτας. Διέμεινε δε ημέρας δεκαπέντε εις την φυλακήν άσιτος, μη τρώγων εξ ανθρώπων τίποτε, αλλά μόνον με άρτον Αγγέλων τρεφόμενος, ήτοι με την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος. Ο δε Ιουλιανός επήγεν εις την Δάφνην δια να προσφέρη θυσίαν προς τον ηγαπημένον αυτού Απόλλωνα· αυτή δε η Δάφνη ήτο προάστιον από τα υψηλότερα της Αντιοχείας, τόπος ωραιότατος, με βρύσεις και δένδρα πολλά και διάφορα, μάλιστα δε κυπαρίσσια μεγάλα και θαυμάσια. Είχεν επίσης οικοδομάς και λουτρά λαμπρά και πλούσια, και άλλα ωραία οικοδομήματα. Εις τούτον τον περικαλλή τόπον είναι ναοί και είδωλα των δαιμόνων, και εξόχως του Απόλλωνος, τον οποίον εξ αρχής ετίμων και εσέβοντο περισσότερον και δια τούτο είχον και το άγαλμά του κατεσκευασμένον με τέχνην λεπτήν και εξαίρετον και περιπεπλεγμένον με δάφνην χρυσήν, είχε δε τοσούτον κάλλος ώστε πάντες εθαύμαζον. Ωνόμαζον δε το άγαλμα αυτό Δαφναίον Απόλλωνα, επειδή, ως είπομεν, ο τόπος εκείνος ωνομάζετο Δάφνη. Ούτω δε εκαλείτο ο τόπος επειδή, καθώς εμυθολόγουν οι Έλληνες, συνέβη εκεί το πάθος της παρθένου Δάφνης. Εκράτει δε ο Απόλλων την μουσικήν κιθάραν εις χείρας του, εις δε την κεφαλήν έφερε στέφανον εκ δάφνης ηνθισμένης, ήτις ομού με τους πλοκάμους της κεφαλής του ήσαν κατεσκευασμένα εκ χρυσίου και εξήστραπτον εις τους οφθαλμούς των ορώντων. Εις τον τόπον πάλιν των οφθαλμών του είχον δύο μεγάλους και πολυτίμους λίθους υακίνθου. Τούτων λοιπόν των πλουσίων στολισμών η φαινομένη ωραιότης εδελέαζε τους βλέποντας και τους παρεκίνει να προσκυνώσιν αυτόν περισσότερον από τα λοιπά αγάλματα, καθώς έπαθε και αυτός ο Ιουλιανός, όστις τον είχεν εις μεγάλην ευλάβειαν και εθυσίαζεν εις αυτόν χίλια ζώα από παντός είδους δια να του δίδη χρησμούς και απόκρισιν. Εποίησε λοιπόν και τότε ο ανόητος βασιλεύς την συνήθη, ως και άλλοτε, θυσίαν και ανέμενε τον χρησμόν, αλλά ουδένα λόγον είπεν εις αυτόν ο δαίμων· διο θαυμάζων δια την σιωπήν του προσέταξε τους ιερείς να ποιήσωσι δεήσεις και αγρυπνίας εις τους θεούς, δια να μάθωσι την αιτίαν του πράγματος. Εκοπίασαν λοιπόν πολύ αγρυπνούντες και προσευχόμενοι και παρακαλούντες τον Απόλλωνα να δώση του βασιλέως απόκρισιν· αλλά εις μάτην εκοπίαζον, διότι η άνωθεν δύναμις εκώλυε τους δαίμονας δια την αγάπην του Μάρτυρος Αρτεμίου και δεν τους επέτρεπε να αποκριθώσιν· ουχί δε μόνον τούτο, αλλά και πυρ κατήλθεν εξ ουρανού εν βαθεία νυκτί και κατέκαιε τον ναόν και τα είδωλα. Ταύτα βλέποντες οι ευρεθέντες εκείσε εθαύμαζον, διότι το πυρ ήτο φοβερόν και δεν ηδύναντο να σβέσωσιν αυτό και δεν έκαιεν άλλο τίποτε, ούτε ξύλα, ούτε άλλην ύλην, εν ω ήσαν πολλά και διάφορα πράγματα ευκολόκαυστα, παρά μόνον τους βωμούς και τα είδωλα, τα οποία ήσαν εκεί εις την Δάφνην, και δεν έμειναν ειμή μόνον τα θεμέλια των οικοδομών δια μαρτυρίαν. Ο δε Ιουλιανός ωργίσθη πολύ, γινώσκων ότι μέλλει να περιγελάσωσιν αυτόν οι Χριστιανοί δια την επισυμβάσαν συμφοράν και προστάσσει ευθύς να εκβάλωσιν αυτούς από την μεγάλην Εκκλησίαν, και να την κλείσωσιν, ίνα μη εισέλθη πλέον τις εις αυτήν, τα δε κειμήλια, ήτοι ποτήρια και άλλα ιερά και πολύτιμα σκεύη, να είναι αυθεντικά· έδωσε δε και εις τους Έλληνας άδειαν και ελευθερίαν να ποιώσιν όσας ατιμίας θέλουσι. Ταύτα του ασεβούς και αλιτηρίου προστάξαντος, ας συλλογισθή τις πόσας παρανομίας ετέλεσαν. Εξέβαλον από την Σαμάρειαν, την οποίαν λέγομεν τώρα Σεβάστειαν, τα άγια λείψανα του Προφήτου Ελισσαίου και του Βαπτιστού Ιωάννου, και μιγνύοντες αυτά με άλλα οστά ζώων τα κατέκαυσαν και εσκόρπισαν την στάκτην εις τον αέρα. Τον ανδριάντα του Σωτήρος, τον οποίον κατεσκεύασε μεγαλοπρεπώς εις την πόλιν της Πανεάδος η αιμορροούσα γυνή, την οποίαν ο Χριστός εθεράπευσε και τον οποίον είχε τότε στήσει εις επίσημον τόπον της πόλεως, μετά δε καιρόν γνωρίσαντες αυτόν οι Χριστιανοί από την βοτάνην του θαύματος, ήτις ανεφύη παρ’ αυτόν, τον έλαβον και τον έστησαν εις το διακονικόν, τούτον λέγω τον ανδριάντα οι Έλληνες κατασπάσαντες και δένοντες σχοινία εις τους πόδας του, τον έσυραν εις την αγοράν, έως ου κατά μικρόν συντριβόμενος ηφανίσθη, και έμεινε μόνον η κεφαλή, την οποίαν ήρπασέ τις, όταν οι ειδωλολάτραι εποίουν ταραχήν και θόρυβον, λαλούντες εις τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν λόγια βλάσφημα, όσα ουδέποτε ήκουσεν άνθρωπος, τα οποία ακούων ο τύραννος τα είχε δια τρυφήν και ηδονήν αυτού. Ως δε να μη ήρκουν ταύτα όσα κατά των Χριστιανών και υπέρ των ειδωλολατρών έπραξεν, εκέλευσε να ανακαινίσωσι και τον ναόν των Ιουδαίων εις τα Ιεροσόλυμα, και τους μεν Χριστιανούς εξέβαλεν έξω της πόλεως, εις δε τους Ιουδαίους συνεχώρησε να κατοικήσωσιν εντός αυτής. Έστειλε δε και δεισιδαιμονέστατόν τινά άνδρα, τον οποίον ανηγόρευσε κόμητα, προστάξας αυτόν να ανακτίση μετά σπουδής τον ναόν, τον οποίον ο Ουεσπασιανός και ο Τίτος κατηδάφισαν και κατέκαυσαν με όλην την πόλιν, κατά την αληθεστάτην πρόρρησιν του Σωτήρος, ειπόντος «Ου μη αφεθή ώδε λίθος επί λίθον, ος ου μη καταλυθή» (Μαρκ. ιγ: 2). Τούτον τον λόγον επεδίωκεν ο ανόητος να αποδείξη ψευδή· διο εσπούδασε να ανακαινίση τον ναόν, αλλά εις μάτην εκοπία· διότι ευθύς ως έδραμον οι θεοκτόνοι Ιουδαίοι με πολλήν προθυμίαν και έσκαψαν να βάλωσι τα θεμέλια, ηγέρθη μεγάλη καταιγίς και ταραχή ανέμων, ήτις ήρπαζε τα χώματα και επλήρου τον εσκαφέντα τόπον. Έγιναν αστραπαί και βρονταί και μέγας σεισμός τοσούτον, ώστε πολλοί απέθανον. Ουχί δε μόνον ταύτα, αλλά και πυρ εξήλθεν από τα εσκαμμένα θεμέλια και κατέφλεξεν όλους όσοι ευρέθησαν εκεί. Ενώ δε ταύτα εγίνοντο εις την Ιερουσαλήμ, καθεσθείς ο Ιουλιανός εις τον θρόνον μετά θυμού προστάσσει να φέρωσι τον Μάρτυρα, και λέγει προς αυτόν· «Ήκουσες, ασεβέστατε, τι ετόλμησαν να πράξωσιν οι κακοδαίμονες και ομόφρονές σου Χριστιανοί; Έκαυσαν τον ναόν του σωτήρος Απόλλωνος, αλλά δεν θέλουσι χαρή εις αυτό, διότι εγώ θα εκδικηθώ εβδομηκοντάκις επτά, κατά την Γραφήν σας, δια να μη μας χλευάζητε». Και ο Μάρτυς λέγει· «Ήκουσα ότι οργή θεήλατος και πυρ ήλθεν από τον ουρανόν και κατέφαγε τον θεόν σου και τον ναόν του όλον κατηνάλωσε. Λοιπόν εάν ήτο θεός, πως δεν εφυλάχθη»; Αποκριθείς δε προς αυτόν ο Παραβάτης λέγει· «Μήπως και συ, ανοσιώτατε, ως φαίνεται, μας εμπαίζεις εις ταύτα και καταγελάς, διότι σε εξεδίκησεν ο Θεός σου»; Λέγει προς αυτόν ο Άγιος· «Εγώ πάντοτε γελώ και καυχώμαι εις την εξολόθρευσιν των θεών σου, αφρονέστατε, και σεμνύνομαι και χαίρω εις τα παράδοξα, τα οποία καθ’ εκάστην θαυματουργεί ο Δεσπότης μου· την δε εκδίκησιν των βασάνων, την οποίαν μου δίδεις, εκεί θέλεις την δεχθή, εις την άλλην ζωήν, οπόταν σε καταλάβη το πυρ εκείνο και η αιώνιος κόλασις, αλλά και εδώ πάλιν εις ολίγον διάστημα με ήχον θέλει απολεσθή το μνημόσυνόν σου». Τότε εθυμώθη σφόδρα ο τύραννος και λέγει προς αυτόν· «Επειδή αγάλλεσαι εις αυτά, θα σου δώσω εγώ και άλλην ηδονήν δι’ αγάπην σου, αλλά από την καλωσύνην μου σε λυπούμαι και θέλω να σε αποσπάσω από την αγνωσίαν σου και να έλθης με σώφρονα λογισμόν να θυσιάσης εις τους αθανάτους θεούς, οίτινες σε εστόλισαν δια πολλών αρετών και μεγάλης τιμής ηξιώθης, και πλούτον πολύν απέκτησας, αλλά συ εφάνης προς τους ευεργέτας αχάριστος». Λέγει ο Μάρτυς· «Τι μαίνεσαι, παρανομώτατε, και επιχειρείς αγνώστως ανωφελή πράγματα; τας επαναστάσεις των βαρβάρων αφήκας, και τον πόλεμον της Περσίας, δια τον οποίον εσάλευσας όλην την οικουμένην, και έβαλες την σπουδήν σου όλην κατ’ εμού του δούλου του Θεού; Αποφάσισε να με θανατώσης με όποιον θάνατον θέλεις, διότι εγώ ούτε τους θεούς σου λατρεύω, ούτε εις τα προστάγματά σου πείθομαι». Ταύτα ο Παραβάτης ακούσας και θυμωθείς, εκάλεσε λατόμους οίτινες σχίζουσι τους λίθους, και λέγει προς αυτούς (δεικνύων συγχρόνως λίθον τινά μέγαν και σκληρότατον, όστις ήτο έναντι του θεάτρου): «Διαμοιράσατε εις δύο αυτήν την πέτραν, βάλετε την μίαν πλάκα εις την γην, και απλώσατε αυτόν επάνω· έπειτα ρίψατε το άλλο μέρος άνωθεν με ορμήν και βίαν μεγάλην, να συσφιγχθή δε καλώς εις το μέσον των δύο λίθων, ούτως ώστε να συντριβώσιν όλα τα οστά του, δια να μάθη με τα έργα τίνος εναντιώνεται, και ας απολαύση από τον Θεόν του βοήθειαν». Παρευθύς λοιπόν ετέλεσαν το πρόσταγμα του τυράννου, και τόσον έσφιγξαν οι λίθοι τον Άγιον, ώστε ήκουον οι περιεστώτες τον ήχον των συντριβομένων οστέων του, διερράγησαν δε όλα τα εντόσθιά του, οι οφθαλμοί του εχύθησαν, και συνετρίβη όλον το σώμα του. αλλά και εις τοσαύτην ανάγκην και οδύνας βασανιζόμενος, δεν ημέλησε την ωδήν του Θεού, και έλεγεν· «Εν πέτρα ύψωσάς με, ωδήγησάς με, ότι εγεννήθης ελπίς μου, πύργος ισχύος από προσώπου εχθρού (Ψαλμ. ξ: 3-4). Έστησας επί πέτραν τους πόδας μου, κατηύθυνας τα διαβήματά μου. Δέξαι λοιπόν, Υιέ Θεού Μονογενές, το πνεύμα μου και μη συγκλείσης με εις χείρας εχθρών». Έμεινε λοιπόν εις το μέσον των πετρών ο Άγιος ένα ημερονύκτιον· την δε επομένην ημέραν προσέταξεν ο τύραννος να άρωσι τον λίθον, νομίζων ότι συνετρίβη τελείως, και δεν είχε πλέον τινά πνοήν. Ως εξέβαλον όμως την επάνωθεν αυτού κειμένην πέτραν ηγέρθη όρθιος και πάντες εξεπλάγησαν, βλέποντες άνθρωπον γυμνόν, χωρίς οφθαλμούς, τας σάρκας του και τα οστά του λειοτριβημένα από τους λίθους, τα εντόσθιά του όλα εκβεβλημένα, και αυτόν να περιπατή (ω ξένου θεάματος!) και να συνδιαλέγηται προς τον τύραννον, ο οποίος και αυτός εθαύμασε βλέπων αυτόν ως τέρας τι εξαίσιον. Τότε ο βασιλεύς λέγει προς τους περιεστώτας· «Βλέπετε πράγμα καινόν και παράδοξον; Όντως φαρμακεύς και μάγος είναι ούτος ο άνθρωπος· ναι, μα τους ανικήτους και αθανάτους θεούς! Δεν επίστευον ποτέ να είναι ακόμη ζωντανός αυτός ο φονεύς, να περιπατή και να συνδιαλέγηται χωρίς τα μέλη του και τα εντόσθια· αλλά οι θεοί τον εφύλαξαν δια σωφρονισμόν πολλών αφρόνων, δια να φαίνηται θέαμα φοβερόν και φάντασμα εις εκείνους, οίτινες δεν προσκυνούσι το κράτος αυτών το υπερκόσμιον». Ταύτα ειπών, λέγει προς τον Μάρτυρα· «Ιδού, ταλαίπωρε, εστερήθης των οφθαλμών και πάντων των μελών, και έμεινες συντετριμμένος και άχρηστος. Λοιπόν ποίαν ελπίδα έχεις πλέον εις εκείνον εις τον οποίον ήλπιζες; Αλλά επικαλέσθητι την ευμένειαν των θεών, και πρόσελθε εις αυτούς, ίνα ίσως σε ελεήσωσι, και δεν σε παραδώσωσιν εις τας τιμωρίας του άδου». Ταύτα ακούσας ο Άγιος εμειδίασε, και λέγει εις τον τύραννον· «Οι θεοί σου να με κολάσωσι; Και πως θα φύγωσιν εκείνοι από την κόλασιν δια να κολάσωσιν άλλους; Δι’ εκείνους είναι ητοιμασμένον το πυρ το αιώνιον, του άδου ο τάρταρος και ο βρυγμός των οδόντων, μετ’ αυτών δε μέλλεις να παραδοθής και συ εις πυρ άσβεστον, και θα κολάζησαι ατελευτήτως, διότι τον Υιόν του Θεού κατεπάτησας, νομίζων κοινόν και ακάθαρτον το τίμιον αυτού και σωτήριον αίμα, το οποίον έχυσε δι’ ημάς, και ύβρισας το Πνεύμα της Χάριτος, δι’ ου ηγιάσθης· αλλ’ εις εμέ, δια τον μικρόν τούτον κόπον και την ολίγην τιμωρίαν, θέλουσι δοθή πολλαί δωρεαί, και στέφανοι νικητήριοι. Διατί όμως να συνομιλώ μετά σου, όστις παρεδόθης εις τους δαίμονας; Αναχώρησον από ημάς. Απόστηθι, εργάτα της ανομίας, διότι δεν έχει το φως κοινωνίαν τινά προς το σκότος. Ποίησον ει τινα απόφασιν θέλεις εναντίον μου, επειδή επληροφορήθης με λόγους και έργα, ότι εις το θέλημά σου δεν υποτάσσομαι». Ταύτα ακούσας ο Παραβάτης, και μη γινώσκων πλέον τι να πράξη εις αυτόν, έδωκε κατ’ αυτού την απόφασιν, λέγων· «Αφού ο Αρτέμιος εξηρνήθη την θρησκείαν των θεών, καταφρονήσας τους ημετέρους λόγους και των Ρωμαίων, και προετίμησεν αντί Ρωμαίου και Έλληνος να ονομάζηται Χριστιανός, και αντί δουκός και αυγουσταλίου να καλήται Γαλιλαίος, προστάσσω να κόψωσι δια ξίφους την μιαράν κεφαλήν του». Ταύτην λοιπόν την απόφασιν δεξάμενος ο Άγιος, εξήλθε χαίρων του βήματος και ηκολούθει προθύμως τους φονευτάς. Αφού δε έφθασαν εις τον τόπον της καταδίκης, τους παρεκάλεσε να του δώσωσιν ολίγην διορίαν, δια να κάμη προς Κύριον δέησιν. Ούτως ατενίζων προς τον ουρανόν είπε την ευχήν ταύτην: «Ευχαριστώ σοι, Θεέ μου, όστις με ενεδυνάμωσας τον ανάξιον δούλον σου να καταπατήσω τα κέντρα του διαβόλου, και να συντρίψω τας παγίδας, ας ητοίμασεν εις τους πόδας μου, και να καταισχύνω το πρόσωπον εκείνου, όστις αφήκε Σε, το φως του κόσμου, και ηκολούθησε το σκότος. Ευχαριστώ σοι, Μονογενές Υιέ του Πατρός, διότι ηξίωσάς με του βραβείου της άνω κλήσεως και του χορού των Αγίων σου, και ετελείωσάς με εις την ομολογίαν σου. Τώρα δε επικαλούμαι Σε, Δέσποτα, επίβλεψον επ’ εμέ, ίδε την ταπείνωσίν μου, και δος αναψυχήν εις τον πιστόν σου λαόν, διότι ησθένησεν. Ιδού οι εχθροί σου ηγέρθησαν και εβουλεύθησαν κατά των Αγίων σου λέγοντες· έλθετε να τους εξολοθρεύσωμεν δια να μη μείνη πλέον του Χριστού η ανάμνησις. Ταύτα καυχάται ο Ιουλιανός και βοά με βλάσφημον γλώσσαν, απειλών, Δέσποτα, τον λαόν σου, δια τον οποίον εξέχεας το τίμιον Αίμα σου. Ιδού τα θυσιαστήριά σου κατέσκαψαν, το αγίασμά σου κατέκαυσαν, αφήρεσαν την ευπρέπειαν του οίκου σου, δια τας αμαρτίας ημών και το Αίμα της διαθήκης σου εξουθένωσαν. Αλλά Συ, μακρόθυμε Κύριε, στήσον την αγανάκτησίν σου, σβέσον τον θυμόν σου, τον οποίον ημείς εξεκαύσαμεν, παροργίζοντές σε τον φιλάνθρωπον, σύντριψον την υπερήφανον κεφαλήν της ειδωλολατρίας, ήτις ηγέρθη πάλιν τώρα, και εκινήθη κατά των δούλων σου· ρίψον και αφάνισον κατά γης τα πονηρά ταύτης νήπια υπό την αρραγή πέτραν της Σης ομολογίας και πίστεως, δια να Σοι προσφέρηται καθαρά και αμώμητος θυσία εις πάντα τόπον της Δεσποτείας σου, και να δοξάζηται το πανάγιον Όνομά σου, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και εις τους αιώνας». Ούτω προσηύξατο ο Άγιος και κλίνας τα γόνατα εποίησε τρεις μεγάλας μετανοίας κατά Ανατολάς, λέγων πάλιν· «Θεέ εκ Θεού, μόνε εκ μόνου, Βασιλεύ εκ Βασιλέως, όστις εν Ουρανώ καθεζόμενος εκ δεξιών του γεννήσαντός Σε Θεού και Πατρός ήλθες εις την γην δια την σωτηρίαν πάντων ημών, ο στέφανος εκείνων, οίτινες αθλούσι και πολεμούσιν ευσεβώς δια Σε, επάκουσόν μου του ταπεινού και αναξίου δούλου σου σήμερον, και δέξαι την ψυχήν μου εν ειρήνη, και ανάπαυσον αυτήν μετά των Αγίων σου». Τότε ήλθε φωνή ουρανόθεν λέγουσα· «Ήκουσεν ο Κύριος των ευχών σου, Αρτέμιε, και εχάρισέ σοι την χάριν των ιαμάτων. Σπεύσον λοιπόν να τελειώσης τον δρόμον σου, και να απολαύσης το βραβείον και την πληρωμήν των αγώνων σου». Ταύτα ακούσας ο μακάριος ενεπλήσθη την ψυχήν ηδονής, φανταζόμενος την τρυφήν και την δόξαν, την οποίαν έμελλε να απολαύση. Όθεν προσκλίνας την κεφαλήν χαίρων, δέχεται την πληγήν εις τας είκοσι του Οκτωβρίου· και αυτός μεν απήλθεν εις ουρανούς, ενώπιον του Χριστού, δια τον οποίον προθύμως έλαβε θάνατον, το δε σώμα και την κεφαλήν αφήκεν εις την γην, μεγάλην εις τους Χριστιανούς παρηγορίαν, ίαμα ψυχής τε και σώματος και πάσης επιβουλής και βλάβης λυτήριον. Γυνή δε τις φιλόχριστος, ονόματι Αρίστη, ήτις ήτο Διάκονος της εν Αντιοχεία Εκκλησίας, έλαβε το έγιον λείψανον και θέσασα αυτό εις θήκην εντίμως, το απέστειλεν εις το Βυζάντιον δια να κτίσωσιν Εκκλησίαν. Δεν ηδυνήθη όμως να επιτύχη του ποθουμένου, μόνον το εφύλαξαν εις τον Ναόν του Τιμίου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου ως θησαυρόν πολύτιμον και αδαπάνητον, εις δόξαν του αληθινού Θεού ημών, ω πρέπει τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη τε και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Άξιον όμως και ωφέλιμον εις τους Χριστιανούς είναι να προσθέσωμεν εδώ και μερικών θαυμάτων του Αγίου την διήγησιν. Άνθρωπός τις έχων τα δίδυμά του πολλά εξωγκωμένα από κήλην (σπάσιμον), επήγεν εις τον Ναόν του Αγίου Αρτεμίου κλαίων και ζητών την ιατρείαν. Εκείτετο λοιπόν ο ασθενής εις το μέσον του Ναού επάνω εις στρώμα, και ολίγον υπνώσας βλέπει τον Άγιον Αρτέμιον εις τον ύπνον του λέγοντα προς αυτόν· «δείξον μου το πάθος σου». Ο δε έδειξε τον τόπον, όπου είχε το πάθος. Τότε ο Άγιος κύψας και πιάσας επιτήδεια με τας δύο του χείρας το σπάσιμον των διδύμων του, έσφιγξεν αυτό όσον ηδύνατο, ο δε ασθενής πονέσας μεγάλως και φωνάξας, «ουαί μοι», εξύπνησε και εύρε τον εαυτόν του υγιά δοξάζων τον Θεόν και τον Άγιον. Άλλος πάλιν έχων δύο κήλας (σπασίματα) εις τα δίδυμά του, επήγεν εις τον Άγιον Αρτέμιον και έκαμεν αγρυπνίαν, αποκαμών δε υπό της αγρυπνίας εκοιμήθη· και ιδού φαίνεται ο Άγιος εις αυτόν, και γυμνώσας το πάθος και ψηλαφήσας με τας χείρας του, εσφράγισεν αυτό με το σημείον του Σταυρού· έπειτα κεντήσας αυτόν εις την πλευράν έγινεν άφαντος. Ο δε ασθενής εξυπνήσας εύρεν εαυτόν υγιά, και εδόξασε τον Θεόν και τον Άγιον. Άλλος δε πάλιν, έχων υδροκήλην μεγάλην εις τα δίδυμά του, επήγεν εις τον Ναόν του Αγίου, παρακαλών αυτόν δια να τον ιατρεύση. Ο δε Άγιος, φανείς εις τον ύπνον του, έσχισε με μαχαίρια το πάθος του, και εχύθη ύλη πολλή και δυσώδης. Ο δε ασθενής εξυπνήσας, τον μεν εαυτόν του εύρεν υγιά, τα δε ενδύματά του και το έδαφος της γης εύρε πλήρες από υγρασίαν και δυσοσμίαν μεγάλην. Άλλος πάλιν νεωστί ελθών από την Αφρικήν, και ακούσας από Χριστιανόν τινα τα θαύματα του Αγίου Αρτεμίου, επίστευσεν αδιστάκτως. Όθεν επειδή αυτός είχε συγγενή εις την Αφρικήν πάσχοντα και κινδυνεύοντα από κήλην των διδύμων, έλαβεν όσα ήσαν επιτήδεια δια να κάμη αγρυπνίαν και επήγεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου Αρτεμίου, ίνα παρακαλέση τον Άγιον δια τον συγγενή του· αφ’ ου δε ετελείωσε την αγρυπνίαν, έλαβεν έλαιον από την κανδήλαν του Αγίου και εγύρισεν εις την οικίαν εις την οποίαν έμενεν. Ο δε Άγιος Αρτέμιος κατά την νύκτα εκείνην, κατά την οποίαν ηγρύπνει ο Χριστιανός εις την Κωνσταντινούπολιν, ω του θαύματος! επήγεν εις την Αφρικήν, και σταθείς επάνω εις την κλίνην του πάσχοντος, λέγει προς αυτόν· «Επειδή ο συγγενής σου με παρεκάλεσεν υπέρ σου εις την Κωνσταντινούπολιν, δια τούτο από του νυν και εις το εξής ας είσαι υγιής». Ο δε ασθενής εξυπνήσας εύρε τον εαυτόν του υγιά εν αληθεία· όθεν και δόξαν απέδωκεν εις τον Θεόν. Επειδή όμως δεν εγνώριζε ποίος ήτο ο χαρίσας εις αυτόν την υγείαν, ηγάπα να μάθη το όνομά του· όθεν γράφει εις τον συγγενή του εκείνον, όστις παρεκάλεσε περί αυτού τον Άγιον Αρτέμιον και του φανερώνει, ποίαν ημέραν εφάνη εις αυτόν ο Άγιος και πως ιάτρευσεν αυτόν με τελειότητα. Ο δε συγγενής του ταύτα μαθών, ηννόησεν ότι κατ’ εκείνην την νύκτα, κατά την οποίαν έγινεν η αγρυπνία εις την Κωνσταντινούπολιν, κατ’ εκείνην την ιδίαν ιάτρευσεν ο Άγιος τον συγγενή του εις την Αφρικήν, και μεγάλως εθαύμασεν. Όθεν επήγε πάλιν εις τον Ναόν του Αγίου και έδωκεν εις αυτόν την πρέπουσαν ευχαριστίαν, διηγούμενος και το θαύμα εις τους εκεί παρόντας· ακολούθως δε έγραψεν εις τον συγγενή του πως ηκολούθησεν η υπόθεσις και ότι ο τούτον ιατρεύσας είναι ο Άγιος Αρτέμιος. Άλλος Χριστιανός, έχων βάρος ανυπόφορον εις τα δίδυμα, εζήτει την ιατρείαν· ο δε Άγιος Αρτέμιος εφάνη εις τον ύπνον του και λέγει προς αυτόν· «Αδελφέ, ύπαγε εις τον γείτονά σου Ιωάννην τον χαλκέα και βάλε την κήλην των διδύμων σου επάνω εις τον άκμονά του και εάν εκείνος κτυπήση αυτήν δυνατά με το πυρωμένον σφυρίον του, ευθύς θα ιατρευθής». Ο δε ασθενής εφοβείτο να κάμη τούτο, ως οδυνηρόν. Όθεν πάλιν εφάνη ο Άγιος εις αυτόν και πάλιν του λέγει τα αυτά, ο δε ασθενής πάλιν εφοβείτο να κάμη τούτο. Τότε ο Άγιος και τρίτον φανείς εις αυτόν του λέγει· «Πίστευσόν μοι, αδελφέ, ότι αν δεν κάμης τούτο, όπερ σου είπον, ποτέ δεν θα ιατρευθής». Ο δε ασθενής, θέλων και μη θέλων, εξ ανάγκης επήγεν εις τον χαλκέα, και έβαλε το σπάσιμόν του επάνω εις τον άκμονα εκείνου. Βλέπων δε το πεπυρωμένον σφυρίον ότι κατέβαινεν επάνω εις το σπάσιμόν του, ετραβήχθη οπίσω από τον φόβον του και, ω του θαύματος! ευθύς το σπάσιμον ηφανίσθη και το σφυρίον εκτύπησεν επάνω εις τον ξηρόν άκμονα. Εθαύμασαν δε και οι δύο, ο τε χαλκεύς και ο ασθενής δια το παράδοξον αυτό θαύμα. Όθεν και οι δύο εδόξασαν και ηυχαρίστησαν εξ όλης καρδίας τον Θεόν, όστις εδόξασε τόσον τον Μάρτυρά του, τον μέγαν Αρτέμιον. Αλλά και άλλος Χριστιανός, λαβών με πίστιν θερμήν έλαιον και κηρία, επήγαινεν εις τον Ναόν του Αγίου Αρτεμίου, καθ’ οδόν δε ηρωτήθη από ένα ράπτην, που υπάγει· ο δε Χριστιανός μετ’ ευλαβείας απεκρίθη· «Υπάγω εις τον Ναόν του Αγίου Αρτεμίου να προσευχηθώ». Καθώς δε επροχώρησεν ολίγον, φωνάζει πάλιν ο ράπτης και λέγει· «Αδελφέ, όταν επιστρέψης από τον Άγιον Αρτέμιον, φέρε μου μίαν κήλην των διδύμων». Έλεγε δε τούτο περιγελών τον Άγιον, διότι ιατρεύει τα σπασίματα των διδύμων· ο δε Χριστιανός, χωρίς να φροντίση δια τον φλύαρον λόγον του ράπτου, επήγεν εις τον Ναόν του Αγίου· αφού δε ετελείωσεν η θεία Λειτουργία, ανεχώρησε δια τον οίκον του. περιπατούντος δε αυτού εις τον δρόμον, ήρχισαν να καταβαίνωσι τα δίδυμά του, και επειδή εκατέβησαν πολύ και το σπάσιμόν του ηυξήθη, ηννόησεν ότι δια τον περιγελαστικόν λόγον εκείνον του ράπτου έπαθε το πάθος αυτό. Όθεν μόλις και μετά βίας ηδυνήθη να φθάση έως το εργαστήριον του ράπτου, άπνους σχεδόν από τους πόνους και άφωνος. Κατηγόρει λοιπόν ο Χριστιανός εκείνος τον ράπτην και εδείκνυε το σπάσιμον, εβεβαίωνε δε, ότι κατ’ άλλον τρόπον δεν ήθελε πάθει τούτο, αν αυτός δεν έλεγε τας φλυαρίας εκείνας και τα άξια γέλωτος λόγια· όθεν εκ τούτου ήλθον και οι δύο εις λογομαχίας και έριδας. Οι δε παρευρεθέντες εκεί ηρώτων να μάθωσι την αιτίαν του πάθους· θέλων δε να δείξη καθαρώς την αλήθειαν, ότι με υπερβολήν ηδικήθη από τον ράπτην, εσήκωσε με θυμόν τα φορέματά του, δια να δείξη εις τους ορώντας το σπάσιμον όπερ έπαθε και, ω του θαύματος! αυτός μεν εύρεν εαυτόν υγιά, ο δε ράπτης εφώναζεν «ουαί μοι!» και έδειξεν εις όλους το σπάσιμον των διδύμων, όπερ τότε παρευθύς συνέβη εις αυτόν. Όλοι λοιπόν οι παρευρεθέντες, ιδόντες το αιφνίδιον του σπασίματος και ότι από τον Χριστιανόν εκείνον μετέβη το πάθος εις τον ράπτην, έγιναν έκθαμβοι· και εις μεν τον Θεόν και τον τούτου Μάρτυρα Αρτέμιον ανέπεμπον δόξαν και ευχαριστίαν, εις δε τον ράπτην έλεγον· «Μη λυπείσαι, αδελφέ· δικαία είναι η κρίσις του Θεού, διότι εκείνο όπερ εζήτησες, εκείνο και έλαβες· σπάσιμον εζήτησες, σπάσιμον και έλαβες». Τοιουτοτρόπως δοξάζει και εις την παρούσαν ζωήν ο Θεός τους θεράποντάς του, καθώς εδόξασε και τον Άγιον τούτον Μεγαλομάρτυρα Αρτέμιον, ου ταις αγίαις πρεσβείαις ρυσθείημεν και ημείς από παντός κινδύνου και αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2287
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21ην) Οκτωβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΦΙΛΟΘΕΟΥ, του ασκήσαντος εν τω του Άθω όρει.

Δημοσίευση από silver »


Φιλόθεος, το θείον τούτο και θαυμάσιον φυτόν, ανέθαλε κατά τον ΙΔ΄ αιώνα εις την Χρυσόπολιν της Μακεδονίας, οι δε γονείς του ήσαν από επαρχίαν τινά της Ασίας, εκ πόλεως Ελατείας, δια δε τον φόβον των Αγαρηνών έφτγαν από την πατρίδα των και επήγαν εις την Χρυσόπολιν, εις την οποίαν ετελεύτησεν ο πατήρ αυτού, αφ’ ου εγέννησε δύο παίδας, οι οποίοι έμειναν εκεί εις την αλλοτρίαν γην με την μητέρα των, κακουχούμενοι και ονειδιζόμενοι από τους γείτονας, ως ξένοι και πάροικοι, επειδή δεν είχον συγγενή τινα από τον πατέρα ή την μητέρα των, ειμή μόνον την θείαν βοήθειαν, και πολλάκις εμυρολόγουν την τύχην των η μεν γυνή την χηρείαν, οι δε παίδες την ορφανίαν ολοφυρόμενοι. Τον καιρόν εκείνον ήλθε πρόσταγμα να συνάξωσι τους παίδας καθώς είχον συνήθειαν οι Αγαρηνοί. Όθεν πολλοί παίδες των Ορθοδόξων Χριστιανών έγιναν (φευ!) αντί υιοί Θεού, τέκνα του αντιχρίστου. Μετά τούτων έλαβον και τα δύο ορφανά παιδία της γυναικός και τα έφεραν εις τον Αμηράν, ο οποίος τα εφυλάκισεν εις το δεσμωτήριον. Και δεν ήτο μεν τάξις να λάβωσι και τα δύο αδέλφια, διότι μόνον όστις είχεν εξ ή δέκα παίδες έδιδεν ένα, αλλά η γυνή ήτο χήρα και ξένη και δεν είχεν βοηθόν τινα, δια τούτο έλαβον και τα δύο οι Τούρκοι. Όθεν έμεινεν η ταλαίπωρος κλαίουσα καθ’ εκάστην απαρηγόρητα την των παίδων στέρησιν και του ανδρός την χηρείαν, την ξενίαν και απορίαν της, άλλην παρηγορίαν μη έχουσα η πολυώδυνος ειμή μόνον την ελπίδα της εις την παντοδύναμον και ουράνιον βασίλισαν, την Υπεραγίαν Θεοτόκον και Αειπαρθένον Μαρίαν, την οποίαν πολλάκις παρεκάλει με θερμότατα δάκρυα να ποιήση έλεος εις τα τέκνα της, να τα λυτρώση από τας χείρας των ασεβών, να μη απολέσωσι την ψυχήν των, ευρισκόμενα αιχμάλωτα. Επειδή λοιπόν εδέετο η άχαρις εκείνη και πολυώδυνος μήτηρ μετ’ ευλαβείας και πίστεως και η αίτησις ήτο εύλογος, επήκουσεν η παντοδύναμος Δέσποινα, ως ελεήμων και εύσπλαγχνος, και ελύτρωσεν από τα δεσμά τα αγαπημένα τέκνα της με τοιούτον τρόπον θαυμασιώτατα· ήτοι εφάνη προς αυτά νύκτα τινά η Θεοτόκος με την μορφήν της μητρός αυτών, και είπεν εις αυτά εις το δεσμωτήριον: «Εγέρθητε, ηγαπημένα μου τέκνα, και ακολουθείτε μοι». Τότε οι παίδες γενόμενοι έκθαμβοι ηγέρθησαν, και μετά χαράς ηκολούθησαν αυτήν, διότι με τον λόγον της Θεοτόκου ήνοιξαν αυτομάτως αι θύραι της φυλακής και εξήλθον, και εις ολίγον διάστημα χρόνου φθάνουσι την ώραν του Όρθρου εις την Νεάπολιν, εις την οποίαν είναι Μοναστήριον εις το όνομα της Αειπαρθένου Θεοτόκου, προσέταξε δε τους παίδας να μείνωσιν εις αυτό λέγουσα: «Εδώ να λάβητε το άγιον Σχήμα, τέκνα μου, να υποτάσσησθε εις τον προεστώτα και εις όλην την αδελφότητα, και εγώ θα έλθω πάλιν να σας ίδω, εάν προκόψετε». Ταύτα ειπούσα τους απεχαιρέτησε και ανεχώρησεν, οι δε παίδες μετά την τελείωσιν του Όρθρου προσεκύνησαν τον Ηγούμενον και του ανήγγειλαν την υπόθεσιν άπασαν. Ούτος δε ως φρόνιμος εγνώρισεν, ότι θεία δύναμις τους έσωσε και δοξάζων τον παντοδύναμον Θεόν, έδωκε τα παιδία εις ενάρετόν τινα Γέροντα, να τα διδάσκη τα Ιερά Γράμματα και πάσαν μοναδικήν κατάστασιν και μεθ’ ημέρας τινάς τους κατέστησε νεωκόρους, να υπηρετώσι την Εκκλησίαν ως πρόθυμοι, όπως εφαίνοντο, και τόσην επιμέλειαν έβαλλον, ώστε όλοι των εθαύμαζον, μάλιστα δια τας μεγάλας αρετάς, τας οποίας είχον, και πάντες οι αδελφοί τους εφήμιζον χαίροντες δια την προκοπήν αυτών και εξόχως τον Φιλόθεον, όστις προσεπάθει καθ’ εκάστην και εβιάζετο να υπερτερήση όλους τους αδελφούς εις την υπακοήν και ταπείνωσιν. Η δε μήτηρ αυτών δεν εγίνωσκε τίποτε περί αυτών, μόνον αφού παρήλθεν αρκετός καιρός έβαλε καλήν βουλήν εις τον λογισμόν της, να κουρευθή εις Παρθενώνα τινά Μοναχή δια να φύγη του κόσμου την σύγχυσιν· ήτο λοιπόν γυναικείον τι Μοναστήριον πλησίον του προρρηθέντος, εις το οποίον ευρίσκοντο τα τέκνα της, εκυβέρνα δε και αυτό ο Ηγούμενος εκείνος όστις έκαμε Μοναχόν και τον Φιλόθεον, ο ίδιος δε εκείνος έκαμε και την μητέρα αυτού, την οποίαν ωνόμασεν Ευδοκίαν, χωρίς να γνωρίζη ότι αύτη ήτο η μήτηρ του Φιλοθέου, ούτε εκείνη πάλιν εγνώριζεν ουδόλως την μεγίστην θαυματουργίαν, την οποίαν εποίησεν η θεόπαις και Θεοτόκος Μαρία εις τα τέκνα της. Και αυτά μεν έμενον εις το εν Μοναστήριον, υπηρετούντα τον Ναόν του Κυρίου επιμελέστατα, αυτή δε πάλιν εις το έτερον με τας παρθένους, προκόπτουσα και αυτή εις πάσαν υπακοήν και υπηρετούσα αόκνως πάσαν την αδελφότητα. Ημέραν λοιπόν τινά, ότε ήτο εορτή επίσημος και επήγαν όλαι αι Μοναχαί εις το Μοναστήριον των ανδρών, με τας οποίας ήτο και η θαυμαστή Ευδοκία, όντως ευδοκία Θεού έτυχε μετά την ιεράν Λειτουργίαν και εφώνησεν ο εις τον άλλον αδελφόν εξ ονόματος, διά τινα υπηρεσίαν της Εκκλησίας, ως νεωκόροι όπου ήσαν αμφότεροι. Η δε μήτηρ αυτών, ήτις ίστατο εις τον νάρθηκα, ακούσασα του Φιλοθέου το όνομα, εσπαράχθη την καρδίαν και εισελθούσα εις τον Ναόν εστοχάσθη επιμελώς τα πρόσωπα αυτών, και εγνώρισεν ότι αυτά ήσαν τα τέκνα της και από την χαράν της ελιποθύμησεν. Μετά ώραν ικανήν, όταν συνήλθεν, ενηγκαλίσθη αυτά μετά δακρύων και τα κατεφίλει αχόρταγα· έπειτα ηρώτησεν αυτά πότε και πως ελυτρώθησαν από την αιχμαλωσίαν, τα δε απεκρίθησαν λέγοντα: «Τάχα δοκιμάζεις ημάς, φιλτάτη μήτερ ημών; Δεν είσαι συ, ήτις εξέβαλες ημάς από τας χείρας των Ισμαηλιτών και έφερες ημάς εδώ και προσέταξας να μείνωμεν εις τούτο το άγιον Μοναστήριον, έως πάλιν να έλθης να ίδης πως έχομεν»; Τότε εθαύμασεν η γυνή, κατανοήσασα το θαυμάσιον και δακρυρροούσα εδόξαζε τον Θεόν, ευχαριστούσα την παντοδύναμον Άνασσαν και εύσπλαγχνον Μητέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ήτις ετέλεσεν εις αυτά τοιούτον φρικτόν τεράστιον και δεν κατεφρόνησε την δέησιν αυτής και τα δάκρυα. Το θαύμα τούτο ηκούσθη εις όλον το Μοναστήριον και έχαιρον πάντες οι αδελφοί δι’ αυτούς και ηυφραίνοντο. Η μεν λοιπόν Ευδοκία έμεινεν εις το Μοναστήριόν της δουλεύουσα εις τον Θεόν με περισσοτέραν προθυμίαν παρά πρότερον και ευχαριστούσα την ευεργέτιδα αυτής, ήτις εποίησε το θέλημά της και ελύτρωσε τα τέκνα της από την ασέβειαν, και ούτως αγωνισαμένη καλώς και θεαρέστως απήλθε προς τον ποθούμενον, τα δε τέκνα της έμειναν ομοίως εις την Μονήν των και ηγωνίζοντο, φυλάττοντα τας εντολάς του Κυρίου αόκνως και υπηρετούντα όλην την αδελφότητα. Βλέπων δε τας αρετάς και αγαθοεργίας του Φιλοθέου ο μισόθεος, εφθόνει κατά πολλά ως μισόκαλος και καθ’ εκάστην εζήτει τρόπον και μηχανήν να ζημιώση τον απονήρευτον ο παμπόνηρος, και μη δυνάμενος αφ’ εαυτού (επειδή ο νέος ήτο εις τας αρετάς τέλειος και δεν ημέλει ουδεμίαν τάξιν του αγγελικού σχήματος) εύρεν άλλο όργανον και αγγείον της κακουργίας του, δια μέσου του οποίου εδοκίμασε να νικήση τον αήττητον όντως και αδαμάντινον, έτρωσε δηλονότι Μοναχής τινός την καρδίαν εις την αγάπην του Φιλοθέου, ήτις ευρίσκουσα καιρόν επιτήδειον παρεκίνησε πολύ τον νέον εις την μιαράν εργασίαν της σαρκός η παμμίαρος. Ο δε γενναίος την ψυχήν και όντως φίλος του Θεού Φιλόθεος δεν ενικήθη εις τοσούτον κινδυνώδη και χαλεπόν πόλεμον, αλλ’ ως άλλος Ιωσήφ την νέαν Αιγυπτίαν απέκρουσε και με λόγους ψυχωφελείς σοφώς ενουθέτησεν αυτήν, ενθυμίζων εις αυτήν την γέενναν του πυρός, τον βρυγμόν των οδόντων, τον ακοίμητον σκώληκα και τας λοιπάς κολάσεις, τας οποίας κληρονομούσιν οι αμαρτάνοντες· η δε Μοναχή, όσον έβλεπε τον σώφρονα παραιτούμενον, τόσον αύτη η άφρων και άσεμνος υπό του πυρός της φιληδονίας κατεφλέγετο και του έδωκε τόσον πόλεμον, και τόσα του είπεν, ώστε δεν τον άφηνε να έχη ουδόλως ανάπαυσιν. Όθεν εφοβήθη ο σωφρονέστατος μήπως νικηθή και αυτός ως άνθρωπος από την πολλήν της κόρης ενόχλησιν, και το ωμολόγησε πνευματικά εις τον Ηγούμενον δια να την κανονίση, να μη του δώση πλέον δευτέραν πείραξιν· ο δε προεστώς επιτιμήσας την άσεμνον εκείνην και πάντολμον, την εδίωξεν από το Μοναστήριον, η πράξις δε αύτη ηκούσθη εις όλην την αδελφότητα και εθαύμαζον πάντες τον σώφρονα και ως νέον Ιωσήφ τον εφήμιζον. Ο δε μισόδοξος και όντως φίλος Θεού Φιλόθεος, μη υποφέρων την τιμήν των ανθρώπων ως ψυχοβλαβή και επικίνδυνον, εμελέτησε να φύγη από το Μοναστήριον, και εζήτησεν από τον προεστώτα συγχώρησιν, αλλ’ εκείνος δεν τον άφηνεν· κινήσας δε πάντα λίθον ηγωνίσθη πολύ να τον κρατήση και δεν ηδυνήθη· όθεν και δια της βίας τον απέλυσε, γνωρίσας το αμετάθετον της γνώμης του. Λοιπόν αποχαιρετήσας αυτόν και όλους τους αδελφούς και λαβών συγχώρησιν ανεχώρησε και τρέχων ως διψώσα έλαφος, έφθασε μεθ’ ημέρας τινάς εις τον Άθωνα, πορευθείς δε εις την Μονήν του Διονυσίου έβαλεν εις τον προεστώτα μετάνοιαν και εποίει όλας τας υπηρεσίας, τας οποίας τον επρόστασσον, με τόσην επιμέλειαν, ώστε όλοι τον εθαύμαζον και εδόξαζον τον Κύριον, όστις τους έστειλε τοιούτον επιδέξιον άνθρωπον. Αφού δε εποίησε πολύν καιρόν εις το Κοινόβιον, επόθησε να αναχωρήση κατά μόνας εις τόπον ήσυχον και ατάραχον, δια να προσεύχηται και μόνος του προς μόνον τον Θεόν ο θεόπνευστος. Δια να μη τον εμποδίση λοιπόν ο Ηγούμενος, προσεποιήθη ότι του ήλθεν ασθένεια και εβωβάθη και εκωφώθη· όθεν λαβών συγχώρησιν ανεχώρησεν από το Μοναστήριον, και περιπατήσας έως εξ στάδια, εύρε τόπον αρμόδιον δι’ άσκησιν, εις τον οποίον εποίησε μικράν καλύβην και έμεινε μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος και με άρτον μόνον και άλας ημέραν παρ’ ημέραν τρεφόμενος, πολλάκις δε και όλην την εβδομάδα ενήστευε και μόνον το Σάββατον και την Κυριακήν έτρωγεν. Ο δε αρχέκακος και της των ανθρώπων σωτηρίας πολέμιος, μη υποφέρων την προκοπήν του Αγίου, επεχείρησε να τον φονεύση ο πάντολμος και σχηματισθείς εις άνθρωπον ο μισάνθρωπος, προσεποιήθη ότι ήτο εντός πλοίου και ναυαγήσας περιήρχετο εις τον κρημνόν ως πλανώμενος ζητών βοήθειαν και λέγων: «Ελέησόν με δούλε του Θεού, ότι κακώς απόλλυμαι». Ο δε Άγιος, μη γινώσκων την πανουργίαν του δαίμονος, εξήλθε δια να του δώση βοήθειαν, αυτός δε ο κατάρατος τον έσπρωξεν εις τον κρημνόν, αλλά ο Θεός πάλιν τον εβοήθησε και δεν έπαθε με την θείαν Χάριν κακόν ουδέν· εγνώσθη δε εις το Μοναστήριον ότι δεν ήτο κωφός, αλλά προσεποιείτο τον τοιούτον. Όθεν έφυγε και απ’ εκεί και απήλθεν εις άλλον τόπον και ησκήτευσεν, εις τον οποίον υπεδέχθη και τρεις μαθητάς εις τύπον της Αγίας Τριάδος, μετά των οποίων ηγωνίζοντο. Μετά καιρόν πάλιν ο πονηρός παρεκίνησε τρεις συμμορίας πειρατών Αγαρηνών και ήλθον εκεί εις τον αιγιαλόν, τους οποίους ιδόντες οι μαθηταί αυτού έφευγον εις το δάσος έντρομοι, ο δε Όσιος δεν εφοβήθη ουδαμώς, αλλά ποιών το σημείον του Τιμίου Σταυρού ύψωσε προς ουρανόν τας χείρας και τους οφθαλμούς ούτω λέγων: «Κύριε Ιησού Χριστέ, καθώς έσωσας τους Ισραηλίτας από τας χείρας του Φαραώ, ούτω σώσον και ημάς την ώραν ταύτην και αβλαβείς διαφύλαξον». Και παρευθύς ηγέρθη μεγάλη τρικυμία και δεν έβλεπον οι κατηραμένοι που έφευγαν. Έμεινεν όθεν ο Άγιος αβλαβής με την συνοδείαν του και ηγωνίζετο υπέρ το πρότερον, τόσον δε ευηρέστησε τον Θεόν με την ενάρετον πολιτείαν του, ώστε ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος. Και όταν ημέραν τινά, κατά την οποίαν ετέλουν εις το Βατοπαίδιον μεγάλην πανήγυριν, ίστατο εις την θείαν λειτουργίαν και εξήρχοντο οι Ιερείς παρρησία εις την μεγάλην είσοδον, είδεν ο Άγιος ένα κόρακα προπορευόμενον των κηροπηγίων και ηννόησεν από Πνεύμα Άγιον, ότι κάποιος από τους ιερωμένους ήτο ανάξιος, διότι θα έπεσεν εις αμαρτίαν και δια να μη αισθανθή ετόλμησε να συλλειτουργήση με τους αξίους ο ανάξιος. Τούτον λοιπόν νουθετήσας πνευματικά ημπόδισεν από την λειτουργίαν· όθεν δεν εφάνη πλέον ο κάραξ ύστερον. Επιστρέψας δε εις την κέλλαν αυτού ο θαυμάσιος Φιλόθεος και τον Θεόν έως τέλους ευαρεστήσας απήλθε προς Αυτόν υπέργηρως ζήσας έτη ογδοήκοντα τέσσαρα (84) ο τρισόλβιος. Όταν δε έμελλε να μετασταθή, αφήκεν εντολήν εις τους μαθητάς αυτού και φοβερόν επιτίμιον, να μη ενταφιάσωσι το σώμα του, αλλά να το ρίψωσιν εις το δάσος δια να το φάγωσι τα θηρία και τα όρνεα. Οι μεν λοιπόν μαθηταί, ως υπήκοοι μέχρι θανάτου, εποίησαν ως τους προσέταξε και σύροντες το άγιον εκείνο και πάντιμον λείψανον το έρριψαν ατίμως εις το δάσος μακράν από το κελλίον εννέα στάδια· ο δε των θαυμασίων Θεός, όστις αντιδοξάζει τους αυτόν δοξάζοντας και ανυψοί τους ταπεινόφρονας, δεν αφήκε καταφρονημένον το σεβάσμιον αυτό λείψανον, αλλά το εφανέρωσεν εις τους ανθρώπους με τοιούτον τρόπον θαυμάσιον. Κατ’ εκείνας τας ημέρας Μοναχός τις επήγεν εις τον αιγιαλόν δια να αλιεύση και έμεινε την νύκτα εκεί, το δε πρωϊ, πριν εξημερώση, ότε επέστρεφεν εις την κέλλαν του, είδεν εις το δάσος φως μέγα και νομίζων ότι ήτο πυρ υλικόν, επλησίασε να ζεσταθή, διότι ήτο ψυχραμένος από την θάλασσαν. Όταν όμως επλησίασε, βλέπει την κεφαλήν του Οσίου επάνω εις τα οστά του και ήστραπτεν ως άστρον πολύφωτον. Όθεν φοβηθείς ώρμησε να φύγη ως μικρόψυχος όπου ήτο εκ φύσεως, αλλ’ ευθύς η θεία Χάρις τον εθάρρυνεν άνωθεν και του εφανέρωσεν ότι αύτη ήτο η αγία κάρα του Οσίου Φιλοθέου και να την λάβη μετά θάρρους άφοβα. Όθεν έλαβεν αυτήν με φόβον πολύν και ευλάβειαν και πορευθείς εις το κελλίον του την εθυμίασε και την έκρυψε, χωρίς να ομολογήση εις άλλον τινά την υπόθεσιν, διότι εμελέτα να μη την φανερώση τελείως· αλλά την επομένην νύκτα είδε τον Άγιον καθ’ ύπνον, όστις του έλεγε με ήθος σοβαρόν και άγριον: «Απόδος την κεφαλήν μου εις τους μαθητάς μου ταχέως, ει δε μη, ουαί σοι, ταλαίπωρε!» Τότε μετά βίας την έδωκεν εις αυτούς και τους είπε την υπόθεσιν άπασαν, οι δε λαβόντες αυτήν μεγάλως εχάρησαν και την είχον ως θησαυρόν μέγαν και φυλακτήριον άσυλον, εις αποτροπήν παντός πειρασμού ψυχικού τε και σωματικού και εδόξαζον τον Θεόν, δεόμενοι να τους αξιώση και αυτούς να μιμηθώσι τον διδάσκαλον. Ετελειώθη δε ο Όσιος κατά την εικοστήν πρώτην του Οκτωβρίου μηνός, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”