Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2131
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) του Δεκεμβρίου, μνήμη της Αγίας Μεγαλομάρτυρος ΒΑΡΒΑΡΑΣ

Δημοσίευση από silver » Τετ Δεκ 04, 2019 12:14 am

Βαρβάρα η ένδοξος του Χριστού Μεγαλομάρτυς έζη κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου τυράννου Μαξιμιανού του εν έτει σπδ – τε (284-305) βασιλεύσαντος· κατήγετο δε από την Ανατολήν, εκ πόλεώς τινος, ήτις ωνομάζετο Ηλιούπολις. Κατά την εποχήν εκείνην τοπάρχης της Ηλιουπόλεως ήτο ο πατήρ της Αγίας, όστις ωνομάζετο Διόσκορος, άνθρωπος αρκετά πλούσιος· κατώκει δε εις τι χωρίον λεγόμενον Γελασσόν, το οποίον ήτο μακράν από την Ηλιούπολιν δώδεκα στάδια (2.220 μέτρα περίπου). Ήτο δε η Βαρβάρα μονογενής θυγάτηρ του Διοσκόρου, ωραιοτάτη και πάγκαλος, όχι μόνον κατά την ωραιότητα του προσώπου, αλλά και κατά την ανατροφήν, και ήτο τοσούτον εύτακτος και ευγενής κατά τα ήθη, ώστε οι γονείς αυτής ησθάνοντο δια τούτο εν τη καρδία αυτών υπερβολικήν χαράν και ηθικήν ομού ευχαρίστησιν. Επειδή όμως ήτο μικρά ακόμη και ωραία, οι γονείς της, έκριναν συμφέρον να την προφυλάξουν όσον ηδύναντο περισσότερον. Έκτισαν λοιπόν επίτηδες πύργον υψηλόν και την έκλεισαν εις αυτόν δια να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Της έδωσαν δε με αφθονίαν από όλα τα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, δηλαδή υπηρετρίας, τροφάς, ενδύματα και άλλα διάφορα ανάλογα του πλούτου και της καταστάσεως αυτών. Όταν μετά καιρόν έφθασεν η κόρη εις ηλικίαν νόμιμον, πολλοί από τους πρώτους των αρχόντων και των μεγιστάνων της πόλεως, ακούοντες την καλήν της φήμην και το περιβόητον όνομα, την εζήτησαν ως σύζυγον από τον πατέρα της. Αυτός όμως δεν ηθέλησε να δώση τον λόγον του εις κανένα, αν δεν απεφάσιζε πριν εις τούτο η Βαρβάρα. Αναβάς λοιπόν εις τον πύργον, ηρώτησεν αυτήν αν ήθελε να την υπανδρεύση. Αλλ΄ εκείνη, πριν ακόμη περιμείνη να τελειώση τον λόγον του ο πατήρ της, του απεκρίθη με αγανάκτησιν και οργήν· «Δεν θέλω να μου κάμης πλέον τοιούτον λόγον, διότι θα με αναγκάσης να θανατωθώ μόνη μου και θα χάσης τότε το τέκνον σου». Ο πατήρ της, ακούσας τους λόγους τούτους, δεν την εστενοχώρησε περισσότερον, διότι ηννόησεν ότι η θυγάτηρ του δεν ηναντιούτο εις αυτόν από δυστροπίαν ή απείθειαν, αλλά διότι επόθει να μείνη παρθένος. Κατέβη λοιπόν από τον πύργον χωρίς να της είπη τότε λόγον σκληρόν, ελπίζων ότι με τον καιρόν θα την καταπείση με λόγους καταλλήλους και κολακείας να δεχθή την υπανδρείαν. Κατ΄ εκείνας τας ημέρας ο Διόσκορος απεφάσισε να οικοδομήση έξωθεν του πύργου λουτρόν ωραιότατον. Αφού λοιπόν έκαμε το σχέδιον και έδωκεν εις τους τεχνίτας τας αναγκαίας οδηγίας και τους είπε συγχρόνως, ότι θα τους ικανοποιήση αν επιμεληθούν και προσέξουν να γίνη ωραίον το κτίριον, ανεχώρησε προσωρινώς από το χωρίον του και επήγεν εις άλλην χώραν, εις την οποίαν είχεν αναγκαίαν υπόθεσιν. Επειδή όμως ο Διόσκορος εβράδυνε να επιστρέψη, κατήλθε του πύργου η Βαρβάρα και επήγε να επισκεφθή το κτιζόμενον λουτρόν. Είδε λοιπόν ότι όλη η οικοδομή είχε δύο μόνον παράθυρα· όθεν ηρώτησε τους κτίστας διατί δεν έκαμαν και άλλο εν παράθυρον προς το νότιον μέρος, ώστε να φωτίζεται το λουτρόν περισσότερον. Οι κτίσται της απεκρίθησαν, ότι ούτως είχε προστάξει ο πατήρ της. Τότε αυτή τους είπε πάλιν· «Κάμετε χωρίς άλλο και το τρίτον παράθυρον και εγώ αποκρίνομαι προς τον πατέρα μου, αν σας ερωτήση δια τούτο». Έκαμαν λοιπόν οι κτίσται καθώς τους είπεν. Αυτή δε κατέβαινε συχνά και παρηκολούθει την οικοδομήν και βλέπουσα τα τρία παράθυρα έχαιρεν. Ο δε πανάγαθος και ελεήμων Θεός, όστις γνωρίζει όλα τα πράγματα πριν ακόμη πραγματοποιηθώσιν, ευχαριστηθείς από την αγαθήν και φρόνιμον γνώμην αυτής, εφώτισε την ψυχήν της θαυμάσια και ενέπλησε την καρδίαν της από Πνεύμα Άγιον και παρρησίαν προς τον μόνον αληθή Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Σταθείσα λοιπόν εις την κολυμβήθραν του λουτρού και βλέπουσα προς ανατολάς εχάραξε με τον δάκτυλόν της τον τύπον του θείου Σταυρού επάνω εις τα μάρμαρα· και, ω του θαύματος! ως να ήτο ο δάκτυλός της εργαλείον σιδηρούν ήνοιξε τόσον βαθύν λάκκον εις το μάρμαρον, ώστε το σημείον του Σταυρού εκείνου φαίνεται μέχρι της σήμερον, δια να κηρύττεται η θαυματουργία και η δύναμις του Κυρίου και Θεού ημών πάντοτε. Και όχι μόνον ο Σταυρός αυτός, αλλά και αυτό το λουτρόν σώζεται μέχρι της σήμερον και κάμνει διάφορα θαύματα, και θεραπεύει όσους έχουν ασθένειάν τινα, όταν προσέλθουν εις αυτό μετά πίστεως. Τοιούτον δε λουτρόν και αν το ονομάση κανείς Ιορδάνιον ρείθρον ή πηγήν Σιλωάμ, ή και Προβατικήν κολυμβήθραν, δεν αμαρτάνει· διότι η δύναμις του Θεού ετέλεσε και εις τούτο πολλά και παράδοξα θαύματα. Ημέραν τινά, επιστρέφουσα από το λουτρόν η Βαρβάρα, παρετήρησε τα είδωλα, τα οποία προσεκύνει ο πατήρ της· στενάξασα δε εκ βάθους ψυχής δια την αναισθησίαν και τυφλότητα αυτού, έπτυσε τα είδωλα κατά πρόσωπον και είπεν· «Όμοιοι με σας να γίνουν, όσοι σας προσκυνούν και σας καλούν εις βοήθειάν των». Ταύτα ειπούσα εισήλθεν εις τον πύργον και έμεινεν εντός αυτού νηστεύουσα και προσευχομένη και περιμένουσα βοήθειαν από τους ουρανούς. Μετ΄ ολίγας ημέρας έφθασεν ο πατήρ της Διόσκορος, όστις ιδών το τρίτον παράθυρον ηπόρησε, πως το έκαμαν χωρίς αυτός να παραγγείλη. Οι δε παρευρισκόμενοι τεχνίται είπον προς αυτόν την αλήθειαν. Τότε ηρώτησε περί τούτου την θυγατέρα του, η οποία είπε προς αυτόν. «Εγώ, πάτερ, προσέταξα και το έκαμαν, διότι φαίνεται ωραιότερον το λουτρόν με τα τρία παράθυρα παρά με τα δύο». Ο πατήρ της, οργισθείς, είπε προς αυτήν· «Ειπέ μου, δια ποίον λόγον και αιτίαν σου φαίνεται ωραιότερον;» Λέγει προς αυτόν τότε η Βαρβάρα· «Αι τρεις θυρίδες φωτίζουσι πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Τούτο δε ειπούσα, ηννόει την της Αγίας Τριάδος υπόστασιν και μεγαλειότητα. Εις τους λόγους τούτους της Βαρβάρας εθυμώθη ακόμη περισσότερον ο πατήρ της και αρπάσας αυτήν την έφερεν εις το λουτρόν και της είπε· «Πως γίνεται το φως των τριών αυτών θυρίδων φωτιστικόν εις πάντα άνθρωπον;» Η Βαρβάρα απεκρίθη· «Πρόσεχε, πάτερ, να εννοήσης το αίτιον». Ταύτα ειπούσα, εποίησε το σημείον του Τιμίου Σταυρού και δεικνύει εις αυτόν τα τρία της δάκτυλα, λέγουσα· «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Με το φως αυτό όλη η κτίσις νοερώς καταλάμπεται». Ο αληθής ούτος λόγος της Βαρβάρας όχι μόνον δεν ηυχαρίστησε τον πατέρα της, όστις ήτο συνηθισμένος να προσκυνή τα ψευδή και απατηλά είδωλα, αλλ΄ απ΄ εναντίας τον έκαμε να γίνη θηριώδης. Ο ασεβέστατος και σκληροκάρδιος ούτος άνθρωπος ελησμόνησε δια μιας τους νόμους του Θεού, δεν συνελογίσθη ότι ήτο πατήρ και ότι η κόρη εκείνη ήτο αίμα του, αλλά σύρας το ξίφος του ώρμησε να την θανατώση. Αυτή όμως, σωθείσα δια της φυγής από τον κίνδυνον, κατέφυγεν εις ένα όρος εκεί πλησίον, εις το οποίον φθάσασα ύψωσε προς τον ουρανόν τας χείρας, τους οφθαλμούς και την διάνοιάν της και επεκαλείτο τον Θεόν εις βοήθειαν. Πράγματι, ο πανάγαθος Θεός δεν εβράδυνε ποσώς, αλλά καθώς έσωσε την Πρωτομάρτυρα Θέκλαν, την οποίαν εδέχθη μία πέτρα σχισθείσα εις δύο, ούτω και την αοίδιμον ταύτην Βαρβάραν, τρέχουσαν εις τα ορεινότερα μέρη, με όμοιο θαυματούργημα ελύτρωσε· διότι ενώ έτρεχε κατεπάνω της ο δήμιος εκείνος και όχι πατήρ της, εσχίσθη μία πέτρα δια θείας θελήσεως και προσταγής και την εδέχθη εντός αυτής κρύπτουσα ταύτην από τον αιμοβόρον πατέρα της. Ο λίθινος όμως εκείνος άνθρωπος ή μάλλον ειπείν και των λίθων αυτών αναισθητότερος, δεν μετενόησεν ούτε ωπισθοδρόμησε καν ιδών εξαφανισθείσαν από του προσώπου αυτού την Βαρβάραν, αλλ΄ ως τέκνον του ανθρωποκτόνου δαίμονος έτρεχεν εδώ και εκεί, ίνα θύση και απολέση. Ευρών δε δύο ποιμένας, οι οποίοι έβοσκον τα πρόβατά των εκεί πλησίον, τους ηρώτησεν αν ήξευραν, που ήτο κρυμμένη η θυγάτηρ του. Ο εις εξ αυτών ήτο συμπαθής και φιλάνθρωπος και κρίνων άδικον να προδώση την διωκομένην Μάρτυρα, ηρνήθη και είπεν, ότι δεν την είδε ποσώς· επροτίμησεν ως γνωστικός να είπη ψεύδος σωτήριον, παρά αλήθειαν βλάπτουσαν. Ο δε άλλος ποιμήν, πονηρός και απάνθρωπος, δεν ωμίλησε μεν δια να μη τον ακούσωσι, με τον δάκτυλόν του όμως έδειξε την οδόν εις τον Διόσκορον, δια να εύρη την Μάρτυρα. Όμως η θεία δίκη επαίδευσεν αμέσως το κακούργημα τούτο, διότι όλα τα πρόβατα του κακοτρόπου εκείνου και άφρονος βοσκού έγιναν κάνθαροι και έμειναν τοιούτοι μέχρι τέλους και περιεκύκλουν τον τάφον της Αγίας. Ευρών επί τέλους την Αγίαν ο Διόσκορος εις το όρος την έδειρεν ανηλεώς· έπειτα αρπάσας αυτήν εκ των πλοκάμων της κεφαλής την έσυρε βιαίως εις τον οίκον του. Εκεί δε φθάσαντες την έκλεισεν εις μικρόν οικίσκον και σφραγίσας την θύραν, έβαλε φύλακας να την φυλάττουν. Έπειτα επήγεν εις τον ηγεμόνα Μαρκιανόν, όστις εξουσίαζε τότε την πόλιν εκείνην, και είπε προς αυτόν· «Η θυγάτηρ μου καταφρονεί και αποστρέφεται τους θεούς ημών και μόνον τον Εσταυρωμένον Ιησούν Χριστόν σέβεται και τιμά εξ όλης ψυχής». Αφού είπε ταύτα, έφερε και την θυγατέρα του και την παρέδωκεν εις τας χείρας του Μαρκιανού, εξώρκισε δε αυτόν εις τους θεούς των να μη την λυπηθή παντελώς, αλλά να την βασανίση με παντός είδους βίαια και σκληρά κολαστήρια. Καθίσας ο Μαρκιανός εις την έδραν του δικαστηρίου προσέταξε να φέρωσι την Μάρτυρα, η οποία, άμα παρουσιάσθη και την είδεν εκείνος, έκθαμβος γενόμενος από το εξαίσιον κάλλος και το σεμνόν ήθος της, ελησμόνησε προς στιγμήν τους όρκους του Διοσκόρου, και είπε προς αυτήν με γλυκείαν φωνήν και με πραότητα· «Δεν λυπείσαι τον εαυτόν σου, Βαρβάρα; Διατί δεν προσφέρεις θυσίαν εις τους θεούς, τους οποίους λατρεύουν και οι γονείς σου; Εγώ λυπούμαι να θανατώσω μίαν νέαν, η οποία έχει εξαίσιον κάλλος! Σε συμβουλεύω λοιπόν να υπακούσης εις ό,τι σου λάγω και να προσκυνήσης τους θεούς, άλλως θα με αναγκάσης να σε θανατώσω με τον πλέον σκληρόν τρόπον». Η δε Μάρτυς απεκρίθη προς αυτόν· «Εγώ προσφέρω θυσίαν δοξολογίας εις τον Θεόν μου, όστις εποίησε τον ουρανόν και την γην και όλα τα λοιπά κτίσματα. Οι θεοί όμως, τους οποίους συ λατρεύεις, είναι κατεσκευασμένοι από αργύριον και χρυσίον, έργα χειρών ανθρώπων και των εθνών δαιμόνια». Ταύτα ακούσας ο δικαστής ωργίσθη και προσέταξεν ευθύς να την γυμνώσουν και να την δείρουν ανηλεώς με σκληρά βούνευρα, να τρίψωσι δε τας πληγάς της με ύφασμα τρίχινον, δια να αισθάνεται δριμυτέρους τους πόνους. Τοσούτον λοιπόν απανθρώπως την εμαστίγωσαν, ώστε κατεπλήγωσαν και κατετρύπησαν το σώμα της, από δε το ρέον εκ των πληγών της άσπιλον αυτής αίμα κατεκοκκίνισε το μέρος της γης, εις την οποίαν την είχον ερριμμένην. Αφού τέλος πάντων την εβασάνισαν ούτως επί πολλήν ώραν, την έρριψαν εις την φυλακήν προσωρινώς, μέχρις ότου την εξετάσωσι και δεύτερον. Περί το μεσονύκτιον όμως εφάνη αίφνης έμπροσθεν αυτής φως φαεινόν, από το οποίον έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον. Υπεράνω δε του φωτός τούτου εφάνη ο Δεσπότης Χριστός, όστις ενθαρρύνας αυτήν, της είπε· «Μη φοβηθής ουδόλως, Βαρβάρα, ούτε να αποκάμης από τας βασάνους και τας τιμωρίας των σκληροκαρδίων αυτών ανθρώπων, αλλά να εμμείνης σταθερά εις το φρόνημά σου, εγώ δε θέλω μένει πάντοτε μετά σου και θέλω σε διαφυλάττει δια παντός υπό την σκέπην μου». Ταύτα του Δεσπότου Χριστού προς την Αγίαν λέγοντος, αι πληγαί αυτής ηφανίσθησαν και όλον το σώμα της εθεραπεύθη εντελώς. Δι΄ ο αύτη ησθάνθη εγκάρδιον αγαλλίασιν και ευχαρίστησιν ανέκφραστον. Γυνή δε τις θεοσεβής και ενάρετος, Ιουλιανή ονομαζομένη, έτυχε να ευρεθή τότε μετά της Αγίας, η οποία ιδούσα το παράδοξον τούτο θαύμα, εδόξασεν από καρδίας τον Θεόν. Επειδή δε είχε την αυτήν γνώμην και το αυτό φρόνημα με την Μάρτυρα, απεφάσισεν εν τη καρδία αυτής να υπομείνη και αύτη εις την πρώτην ευκαιρίαν παντός είδους τιμωρίας και βασάνους δια την αγάπην και το όνομα του Ιησού Χριστού. Ούτως εχόντων των πραγμάτων ήλθε και εκ δευτέρου ο ηγεμών εις το δικαστήριον και προσέταξε να φέρωσι πάλιν ενώπιόν του την Βαρβάραν, την οποίαν ιδόντες οι περιεστώτες εντελώς υγιαίνουσαν και χωρίς να έχη καμμίαν πληγήν εις το σώμα της, εξεπλάγησαν άπαντες. Ο ασεβής ηγεμών όμως, τετυφλωμένος από την πλάνην του, δεν ηθέλησε να αναγνωρίση την μεγάλην τού αληθινού Θεού δύναμιν, αλλ΄ είπεν ο άφρων προς την Μάρτυρα· «Βλέπεις, Βαρβάρα, πόσην δύναμιν έχουσιν οι θεοί μου, οι οποίοι σε ηυσπλαγχνίσθησαν και θεράπευσαν τας πληγάς σου»; Αυτή δε απεκρίθη προς αυτόν· «Οι θεοί σου, οίτινες είναι τυφλοί και ανίσχυροι καθώς συ, πως είναι δυνατόν να κάμουν τοιαύτην θαυμασίαν πράξιν; Αυτοί μάλλον έχουν ανάγκην από τους ανθρώπους. Όχι λοιπόν, δεν με εθεράπευσαν οι θεοί σου, με ιάτρευσεν ο Χριστός, ο αληθής Υιός του ζώντος Θεού, αυτός τον οποίον δεν δύνασαι συ να ίδης, διότι οι οφθαλμοί σου είναι βεβαρημένοι από το σκότος της ασεβείας». Ακούσας ο ηγεμών τους λόγους τούτους της Αγίας ωργίσθη σφόδρα και προσέταξε να καταξεσχίσωσι τας σάρκας της με σιδηρούς όνυχας, να καίωσι τα ξεσχισμένα μέλη της με λαμπάδας ανημμένας και να κτυπώσι με σφύραν την αγίαν αυτής κεφαλήν. Έτυχε δε πάλιν και τότε να ευρεθή εκεί παρούσα και η αγαθή και θεοσεβής Ιουλιανή, η οποία βλέπουσα τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας έκαμνον εις την Μάρτυρα και το αίμα, το οποίον έρρεε ποταμηδόν εκ της κεφαλής και του λοιπού σώματος αυτής, μη δυναμένη δε άλλως να την βοηθήση, τόσον συνεκινήθη από τον πόνον, τον οποίον ησθάνετο εις την καρδίαν της, ώστε ήρχισε να κλαίη απαρηγόρητα. Ο ηγεμών, ιδών αυτήν κλαίουσαν, ηρώτησε ποία ήτο. Μαθών δε ότι ήτο Χριστιανή και αυτή και ότι δια την προς την Βαρβάραν συμπάθειάν της έκλαιε, προσέταξε να κρεμάσωσιν αμέσως και αυτήν πλησίον της Αγίας, να ξεσχίσωσι τας σάρκας της και με λαμπάδας ανημμένας να την κατακαίωσιν. Ούτω λοιπόν βασανιζομένη και αυτή σκληρώς, κατά την προσταγήν του άρχοντος, και πάσχουσα αλγεινώς, ύψωσε τους οφθαλμούς της προς τον ουρανόν και είπε· «Δέσποτα Χριστέ Βασιλεύ, καρδιογνώστα και παντοδύναμε, γνωρίζεις ότι δια την αγάπην σου πάσχω όλα αυτά τα δεινά· λοιπόν μη με εγκαταλείπης μηδέ αφήσης να με νικήση ο αλιτήριος ούτος και να καυχηθή δι΄ εμέ, αλλ΄ αξίωσόν με να εγκαρτερήσω μέχρι τέλους, δια να λάβω τον στέφανον της αθλήσεως». Ενώ δε η Ιουλιανή εδέετο ούτω προς τον Θεόν, ο σκληροκάρδιος άρχων προσέταξε να κόψωσι τους μαστούς και των δύο. Πλην και η απάνθρωπος αύτη πράξις δεν μετέβαλε ποσώς την απόφασιν αυτών, απεναντίας μάλιστα η Μεγαλομάρτυς Βαρβάρα έψαλλε τότε λέγουσα· «Κύριε, μη απορρίψης ημάς από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης αφ΄ ημών» (Ψαλμ. ν: 13-14). Αφού λοιπόν υπέμειναν και αυτήν την τρομεράν βάσανον, προσέταξεν ο άρχων την μεν Ιουλιανήν να φυλακίσωσι, την δε Βαρβάραν να την περιφέρωσι γυμνήν εις όλην την πόλιν και συγχρόνως να την δέρωσιν ασπλάγχνως. Η δε σεμνή Μάρτυς, θεατριζομένη δια τοιούτου απρεπεστάτου τρόπου και συγχρόνως δερομένη, δεν εθλίβετο ποσώς δια τας βασάνους ταύτας, αλλ΄ ατενίσασα τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν είπε· «Δέσποτα Κύριε, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις και περιτυλίσσων την γην με ομίχλην, αυτός και την εμήν γύμνωσιν σκέπασον, Βασιλεύ των ουρανών, και μη αφήσης να βλέπωσιν οι ασεβείς τα μέλη μου, δια να μη γίνω μυκτηρισμός αυτών και χλευασμός και περιγέλασμα». Ήκουσεν εκ Ναού αγίου αυτού ο ταχύς Θεός και έσπευσεν ευθύς εις αντίληψιν της πασχούσης Μάρτυρος. Εφάνη δε έμπροσθεν αυτής καθήμενος επί χερουβικού άρματος και την μεν καρδίαν αυτής επλήρωσεν ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, δια της θείας και πανευφροσύνου παρουσίας Αυτού, το δε άγιον αυτής σώμα, κατά προσταγήν Αυτού, ενέδυσαν οι Άγιοι Άγγελοι με στολήν λαμπροτάτην και ένδοξον. Όχι δε μόνον τούτο εγένετο, αλλά και τας πληγάς αυτής εθεράπευσε πάλιν ως και πρότερον. Οι δε υπηρέται την παρουσίασαν εις τον άρχοντα, όστις ιδών αυτήν ούτως ενδεδυμένην ησχύνθη· όθεν μη δυνάμενος να την νικήση με απειλάς και βασάνους, ούτε με υποσχέσεις αγαθών και πλούτου, απεφάσισε να θανατώση αυτήν και την ομόφρονα αυτής Ιουλιανήν. Προσέταξε λοιπόν να αποκεφαλίσωσι και τας δύο. Εις όλας τας τιμωρίας και τας βασάνους, τας οποίας ανεφέραμεν ότι εδοκίμασεν η Μάρτυς Βαρβάρα, ήτο παρών ο αιμοβόρος πατήρ αυτής και τας έβλεπεν ο άσπλαγχνος. Δεν επόνεσε δε ο ασεβής και παμμίαρος, ούτε ποσώς ελυπήθη την θυγατέρα του, ούτε εχόρτασεν εις τόσας παιδεύσεις και ξεσχισμούς όσους αυτή έπαθεν, αλλ΄ ενόμιζεν ακόμη ο άφρων, ότι ήθελον κατηγορήσει αυτόν ως άνανδρον και ασθενή κατά την ψυχήν, αν άφηνε να την φονεύση άλλος. Όθεν άμα ο δικαστής εξέδωκε την κατ΄ αυτής καταδικαστικήν απόφασιν, ευθύς ήρπασεν αυτήν ως τίγρις λυσσώσα, δια να την θανατώση με τας ιδίας του χείρας ο κακούργος! Λοιπόν ο μεν Διόσκορος έλαβε την κόρην του, άλλος δε δήμιος έλαβε την Ιουλιανήν και επορεύθησαν εις το όρος, εις το οποίον απεκεφαλίσθη η Βαρβάρα υπό του πατρός της. Αλλ΄ ενώ επορεύοντο εις τον τόπον του θανάτου αυτών αι δύο Μάρτυρες, αντί να λυπώνται και να θρηνούν, απ΄ εναντίας μάλιστα έχαιρον και ηυχαριστούντο, ως να ήσαν προσκεκλημέναι εις γάμον ή άλλην τινά διασκέδασιν φιλικήν και χαρμόσυνον. Η δε Αγία Μάρτυς του Χριστού Βαρβάρα εδέετο πάλιν προς τον Κύριον, λέγουσα· «Άναρχε Θεέ, ο ποιήσας τον ουρανόν ωσεί θόλον και θεμελιώσας την γην επί των υδάτων· ο προστάσσων τον ήλιον να φωτίζη τον κόσμον όλον και τα νέφη να βρέχωσιν· ο χαρίζων τοσαύτα αγαθά εις δικαίους και αμαρτωλούς και ευεργετών καλούς και κακούς ως ανεξίκακος και πανάγαθος· αυτός και νυν, Βασιλεύ πλουσιόδωρε, επάκουσόν μου της δούλης σου δεομένης. Ναι Κύριέ μου, παρακαλώ σε εκ βάθους καρδίας μου, όστις μνημονεύει το Μαρτύριόν εις δόξαν του Αγίου σου Ονόματος, αξίωσον αυτόν να μη εγγίση ουδέποτε εις τον οίκον αυτού λοιμώδης νόσος, ούτε λώβη, ούτε καμμία άλλη θανατηφόρος ασθένεια να λυπήση αυτόν και την οικογένειάν του. Διότι συ, Κύριέ μου, γινώσκεις το ασθενές των ανθρώπων, τους οποίους ηυδόκησας να πλάσης κατ΄ εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν ιδικήν σου». Ενώ δε η Αγία προσηύχετο τοιουτοτρόπως, αίφνης ηκούσθη ουρανόθεν φωνή, η οποία προσεκάλει αυτήν τε και την Ιουλιανήν εις εκείνην την αιώνιον και ανεκλάλητον αγαλλίασιν και υπέσχετο εις αυτήν ότι θα πραγματοποιήση όσα εζήτησε δια της προσευχής της. Ταύτην την γλυκυτάτην φωνήν ακούσασα η Μάρτυς Βαρβάρα ενεθαρρύνθη περισσότερον και αγαλλομένη έτρεχε να φθάση το ταχύτερον εις τον τόπον της τελειώσεως, όπου φθάσασα έκλινε την ιεράν αυτής κεφαλήν και εδέχθη το Μαρτύριον. Απεκεφάλισε δε αυτήν ο άσπλαγχνος και αιμοβόρος πατήρ της, την δε Ιουλιανήν απεκεφάλισεν ο δήμιος. Αλλ΄ ενώ οι άδικοι φόνοι εξετελούντο, η θεία δίκη, άγρυπνος πάντοτε, ετιμώρησεν αμέσως τον ασεβή εκείνον και αιμοβόρον παιδοκτόνον παραδειγματικώτατα· διότι μόλις ούτος ήρχισε να καταβαίνη εκ του όρους, εις το οποίον είχε πράξει τον απάνθρωπον εκείνον φόνον, αίφνης κεραυνός καταπεσών εκ του ουρανού κατέκαυσεν αυτόν και εκ του σώματός του ουδέ ίχνος καν εφάνη. Ούτως ο άθλιος εκείνος και βδελυρός άνθρωπος εστερήθη και της παρούσης και της μελλούσης ζωής, διότι ήτο ανάξιος και εις την μίαν να ζη και την άλλην να απολαύση. Η θεία δε αύτη οργή δεν περιωρίσθη εις μόνην την τιμωρίαν του παιδοκτόνου Διοσκόρου, αλλά και μέχρις αυτού του ηγεμόνος Μαρκιανού έφθασεν η λάμψις του κεραυνού εκείνου ως προειδοποίησις αψευδής και συμβολική του ασβέστου εκείνου πυρός, εκ του οποίου έμελλε να κολάζεται αιωνίως. Άνθρωπος δε τις ευσεβής Χριστιανός, Ουαλεντίνος ονομαζόμενος, έλαβε τα ιερά σώματα των δύο Μαρτύρων και τιμήσας αυτά με ψαλμωδίας και πνευματικούς ύμνους, τα μετέφερεν εις το χωρίον Γελασσόν· εκεί δε όταν έφθασε, τα ενεταφίασεν ιεροπρεπώς. Το Μαρτύριον αυτών ας είναι ίασις νόσων, ψυχών αγαλλίασις και φιλοθέων ανδρών εντρύφημα πολυέραστον. Ας είναι εις δόξαν Χριστού του μόνου αληθινού Θεού ημών, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα, τιμή, κράτος, μεγαλωσύνη και μεγαλοπρέπεια, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2131
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΑΒΒΑ του Ηγιασμένου.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Δεκ 05, 2019 12:21 am

Σάββας ο μέγας την αρετήν και θαυμάσιος Πατήρ ημών, κατήγετο από την χώραν των Καππαδοκών εκ του χωρίου του καλουμένου Μουταλάσκη, εις το οποίον και εγεννήθη εν έτει υλθ΄ (439), από γονείς ευσεβείς και περιφανείς, οίτινες εκαλούντο ο μεν πατήρ Ιωάννης, η δε μήτηρ Σοφία. Όταν δε ο παις έγινεν ετών πέντε, απήλθον οι γονείς του εις την Αλεξάνδρειαν δι΄ αναγκαίαν της στρατείας υπόθεσιν, διότι ο πατήρ του ήτο στρατευμένος, αυτόν δε αφήκαν με όλην την περιουσίαν των εις τον αδελφόν του πατρός του, Ερμείαν ονόματι, δια να μανθάνη γράμματα, εις περίπτωσιν δε θανάτου των γονέων του, να μείνη ο Σάββας κληρονόμος εις την περιουσίαν των. Ανετρέφετο λοιπόν το παιδίον εις τον οίκον του θείου του· βλέπον όμως ότι η γυνή εκείνου ήτο κακόγνωμος και φιλομόχθηρος και με ολίγην αιτίαν εσκανδαλίζετο, ανεχώρησεν εκείθεν και απήλθεν εις τον έτερον θείον του, αδελφόν και αυτόν του πατρός του, ονόματι Γρηγόριον, μετά του οποίου εχρημάτισεν ολίγον καιρόν, πολιτευόμενος τοσούτον ενάρετα, ώστε οι ορώντες αυτόν εθαύμαζον, διότι δεν έπαιζε ποσώς ως τα άλλα παιδία, ούτε άλλην τινά αταξίαν ετέλεσεν, αλλ΄ ως γέρων φρόνιμος εγνωρίζετο. Ήτο δε εκεί πλησίον, είκοσι στάδια απέχον από την Μουταλάσκην, Μοναστήριον τι Φλαβιαναί ονομαζόμενον. Επειδή δε ο νέος αριστεύς του Χριστού είχε πόθον να δουλεύση δια την σωτηρίαν αυτού, καταφρονήσας πλούτον, χρήματα, σαρκός περιφάνειαν και όλα όσα θέλγουσι τας ψυχάς των νέων και μισήσας πάσαν σωματικήν ηδυπάθειαν δια τον ένθεον έρωτα, απήλθεν εις το προαναφερθέν Μοναστήριον και παρεκάλει τον Προεστώτα να τον συναριθμήση εις το ποίμνιόν του και να τον κουρεύση Μοναχόν. Ο δε Ηγούμενος τον υπεδέχθη μετά χαράς, βλέπων την πολλήν αυτού προθυμίαν και θείαν έφεσιν. Οι θείοι όμως του Σάββα επήγαν εις την Μονήν και με διαφόρους λόγους και προτροπάς, ηγωνίζοντο να τον απομακρύνουν εκείθεν, λέγοντες, ότι καλύτερον ήτο να υπανδρευθή, να αποκτήση τέκνα και να απολαύση τα ηδέα του βίου, παρά να βασανίζεται με τόσην σκληραγωγίαν και άσκησιν. Ο δε Σάββας, ως νουνεχής και φρόνιμος, δεν εσυλλογίσθη ποσώς τα ψυχοβλαβή και άστοχα λόγια αυτών, αλλά προέκρινε να ευρίσκηται εις τον Οίκον μάλλον του Θεού, παρά να συγκατοική με τους συγγενείς του,
Ενθυμούμενος την παραβολήν του πλουσίου και του Λαζάρου, ότι εκείνος, όστις είχεν εδώ πλούτον και πάσαν απόλαυσιν, χρειάζεται τώρα εκεί μίαν ρανίδα ύδατος και δεν του την δίδουν, αλλά καταφλέγεται δεινώς την γλώτταν βασανιζόμενος· και πάλιν ο πτωχός, όστις είχεν εδώ τόσην στενοχωρίαν και βάσανον, απήλθεν εις τους κόλπους του Αβραάμ και απολαμβάνει χαράν ανεκλάλητον και ευφροσύνην αιώνιον. Ούτω λοιπόν ο καλός νεανίας παιδιόθεν εφαίνετο των γερόντων σοφώτερος, κρίνων ανόητον να προτιμήση, δια πρόσκαιρον ηδονήν, αιώνιον κόλασιν. Έμεινε λοιπόν εις το Μοναστήριον, υποτασσόμενος εις όλας τας τάξεις και σκληραγωγίας της μοναδικής πολιτείας, τας οποίας αόκνως εφύλαττε και μάλιστα την εγκράτειαν και τόσον ενήστευεν, ώστε εργαζόμενος εις τον κήπον ημέραν τινά και βλέπων εις το δένδρον μήλα ευώδη και ωραιότατα, ενικήθη ως άνθρωπος και έλαβεν εν δια να το φάγη· έπειτα γνωρίζων ότι ήτο πειρασμός του δαίμονος και τον παρεκίνει να παραβή τον όρον της τάξεως, το να φάγη προ της διατεταγμένης ώρας, ενθυμούμενος δε και πόσον κακόν έπαθον οι Προπάτορες, δια να μη φυλάξουν το θείον πρόσταγμα, έρριψε κατά γης το μήλον και δεν το έφαγεν. Όχι δε μόνον τούτο, αλλά και νόμον έδωκε κατά του εαυτού του, να μη φάγη πλέον μήλον εις όλην του την ζωήν· τον οποίον και έως τέλους ετήρησεν, έκτοτε δε κατεπάτησε και ενίκησε παντελώς τον της γαστριμαργίας δαίμονα και τα λοιπά πάθη τοσούτον ανδρείως, ώστε υπερέβη όλους τους Μοναχούς, του Μοναστηρίου εκείνου, εις αγρυπνίαν, εις προσευχήν, εις ταπείνωσιν και εις τα λοιπά κατορθώματα τόσον, ώστε ηξιώθη από μικρός να ποιή θαυμάσια, από τα οποία ένα είναι και το εξής. Χειμώνα τινά εβράχη ο αρτοποιός και μη έχων πώς να στεγνώση τα ενδύματά του, επειδή δεν ήτο ήλιος, τα έβαλεν εις τον κλίβανον (τον φούρνον), κατά δε την επομένην ελησμόνησε να τα πάρη και ήναψε τον κλίβανον δια να ψήσουν άρτον. Τότε ο αρτοποιός ενεθυμήθη τα ενδύματα, και επικραίνετο διότι ήτο το πυρ ανημμένον και δεν ήτο δυνατόν να το σβύσουν τόσον γρήγορα. Ο δε θείος Σάββας, καταφρονήσας του σώματος, εισήλθεν ευθύς εις τον κλίβανον και εξέβαλε τα ενδύματα αβλαβή, χωρίς να καή ποσώς καν μία τρίχα από την κεφαλήν του. Οι δε ορώντες εθαύμασαν και απ΄ εκείνην την ώραν τον ηυλαβούντο όχι ως παιδίον, αλλ΄ ως σεβάσμιον γέροντα, προορώντες την μέλλουσαν αυτού αρετήν και την προς Θεόν παρρησίαν, της οποίας ηξιώθη ύστερον. Aφού λοιπόν εχρημάτισεν εις τα Φλαβιανά ικανόν καιρόν, επεθύμησε να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα, αφ΄ ενός μεν ίνα ιστορήση τους Αγίους Τόπους, αφ΄ ετέρου δε, όπως ίδη εναρέτους και αγίους άνδρας και ωφεληθή εξ αυτών. Λοιπόν παρεκάλεσε τον Ηγούμενον να του επιτρέψη να αναχωρήση, εκείνος όμως δεν εδέχετο, διότι επόθει να τον έχη εις την Μονήν, δια να ωφελούνται οι αδελφοί. Όθεν τον συνεβούλευε να μείνη εις το Κοινόβιον, να υποτάσσηται καλύτερον εις άλλους, παρά να κάμη το θέλημά του. Ο δε Θεός, ο προγινώσκων τα μέλλοντα, έστειλεν Άγγελον και λέγει προς τον Ηγούμενον· «Μη τολμήσης να εμποδίσης πλέον τον Σάββαν, αλλά συγχώρησον εις αυτόν, ίνα απέλθη όπου επιθυμεί». Ο Ηγούμενος ταύτα ακούσας απέλυσεν αυτόν· όθεν λαβών ο Σάββας συγχώρησιν από όλην την αδελφότητα, ανεχώρησεν. Ήτο δε τότε ετών δεκαοκτώ, εκ των οποίων είχεν εις το Μοναστήριον δέκα, διότι οκτώ μόνον ετών ήτο, όταν ενεδύθη το Σχήμα και κατεφρόνησε τα εγκόσμια. Φθάσας δε εις τα Ιεροσόλυμα εν καιρώ χειμώνος και καταλύσας εις την Μονήν του ιερού Πασαρίωνος, όπου ήτο εις Γέρων από την Καππαδοκίαν, έμεινε μετ΄ αυτού έως ότου παρέλθη ο χειμών. Μαθόντες την εκεί άφιξιν του Σάββα και την ένθεον αυτού πολιτείαν, διεφιλονείκουν πολλοί ποίος να λάβη αυτόν εις το Μοναστήριόν του· εκείνος όμως ο μακάριος δεν ηθέλησε να υπάγη μετ΄ ουδενός εξ αυτών, διότι κατά πολλά ηγάπα την ησυχίαν και ακούσας τας αρετάς του μεγάλου Ευθυμίου, ότι έλαμπεν εις την έρημον της Ανατολής και εφώτιζε τα μέρη εκείνα υπέρ τον ήλιον με τας διδασκαλίας και τα θαύματά του, ετρώθη την καρδίαν να γίνη μαθητής τού μεγάλου Ευθυμίου (επειδή το όμοιον αγαπά το όμοιον πάντοτε), να τρέφεται η ψυχή του πνευματικώς με τας αρετάς εκείνου και να αυξάνεται. Απελθών όθεν έπεσεν εις τους πόδας του μεγάλου Ευθυμίου, μετά δακρύων δεόμενος να τον υποδεχθή και αυτόν εις την ποίμνην του, να τον ποιμάνη με τα επίλοιπα πρόβατα. Ο δε Ευθύμιος, ως έμπειρος εις τους πνευματικούς αγώνας και δόκιμος, βλέπων του παιδός την νεότητα, δεν ηθέλησε να τον υποδεχθή παρευθύς εις την Λαύραν, αλλ΄ έστειλεν αυτόν εις το Μοναστήριον, το οποίον είχε παράμερα από την Λαύραν και εις το οποίον ήτο Προεστώς ο μέγας Θεόκτιστος, είπε δε του Σάββα να σταθή εκεί, έως ότου κάμη γένεια και παιδευθή καλώς τας τάξεις του μοναδικού επαγγέλματος. Ο δε μακάριος Σάββας, επειδή ήτο εις όλας τας αρετάς πεπαιδευμένος, δεν ηναντιώθη, αλλ΄ είπε προς αυτόν μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Εγώ, Πάτερ Άγιε, ήλθον εις την αγιωσύνην σου, δια να με οδηγήσης προς σωτηρίαν και είμαι έτοιμος να υπακούω εις όλα τα σωτήρια προστάγματά σου». Έστειλε λοιπόν ο μέγας Ευθύμιος τον Σάββαν προς τον μακάριον Θεόκτιστον, γράφων εις αυτόν, ότι ούτος είχε πεπληρωμένην την ψυχήν θείου Πνεύματος και να τον κυβερνήση επιμελώς, επειδή αυτός έμελλε να πληρώση την οικουμένην από την δόξαν αυτού εις το ύστερον, καθώς και εγένετο και εγνωρίσθη αληθεστάτη η προφητεία του· ότι αυτός έκτισεν εις την Παλαιστίνην Λαύραν μεγάλην και συνήχθησαν εις αυτήν Μοναχοί αναρίθμητοι, εις τους οποίους ο Σάββας ήτο κανών και στάθμη ακριβεστάτη αγιωσύνης και τους έδωκε νόμον και τάξεις, καθώς εδιδάχθη απ΄ αυτόν τον μέγαν Ευθύμιον, προστάσσων επάνω εις όλα να μη δεχθώσι ποτέ αγένειόν τινα, το οποίον έως την σήμερον φυλάττουν απαρασάλευτα. ΈΕμεινε λοιπόν ο θείος Σάββας με τον μακάριον Θεόκτιστον και υπηρέτει επιμελώς εις όλας τας σωματικάς διακονίας, ήτοι έφερε ξύλα και ύδωρ, έσκαπτε τον κήπον και άλλας βαρείας υπηρεσίας ετέλει επιμελώς, επειδή ήτο όχι μόνον ταπεινός και καλόγνωμος, αλλά και ανδρείος την δύναμιν και μεγάλος εις το ανάστημα του σώματος· όθεν όλους εβοήθει μετά χαράς και πάντες τον ηυχαρίστουν και τον ηγάπων. Παρ΄ όλας όμως τας βαρείας ταύτας σωματικάς εργασίας δεν έλειπε ποσώς ο μακάριος και από τας νυκτερινάς ευχάς και ακολουθίας, αλλά και τας καθημερινάς υπηρεσίας αόκνως εποίει· και εις τας νυκτερινάς ακολουθίας πρώτος εισήρχετο και πάντες εθαύμαζον βλέποντες τόσην αρετήν και ευπρέπειαν τελειότητος εις ηλικίαν νεάζουσαν. Βλέπων δε ο δαίμων την προθυμίαν αυτού, εδοκίμασε να τον εμποδίση από τον ένθεον έρωτα με τρόπον τοιούτον. Ήτο αδελφός τις εις εκείνο το φροντιστήριον, το γένος Αλεξανδρεύς, Ιωάννης ονόματι, όστις παρεκάλει πολλάκις τον μακάριον Θεόκτιστον να τον συγχωρήση να υπάγη εις την Αλεξάνδρειαν, εις την οποίαν ετελεύτησαν οι γονείς του, να τακτοποιήση τα της περιουσίας των, να του δώση δε τον Σάββαν συνοδόν, όστις ήτο δυνατός, έμπειρος και πρόθυμος εις πάσαν υπηρεσίαν. Μετά βίας λοιπόν συγκατετέθη ο Θεόκτιστος και απελθόντες εις Αλεξάνδρειαν ηρεύνησαν περί των πραγμάτων του Ιωάννου και εξετέλεσαν πάντα όσα εχρειάζοντο. Εκεί όμως εις την Αλεξάνδρειαν ήσαν, ως ανωτέρω εγράψαμεν, και οι γονείς του Σάββα, οίτινες, γνωρίσαντες αυτόν, προσεπάθησαν να τον κρατήσουν και τον εβίαζον με πολλά μηχανήματα, δια να γραφή αντί του πατρός του εις την στρατείαν, να λάβη πολλήν τιμήν από τον βασιλέα και δόξαν ρέουσαν. Ο δε μακάριος Σάββας, γνωρίσας την επίνοιαν του πονηρού, ότι με την αγάπην και συμπάθειαν των γονέων του, επεδίωκε να τον εμποδίση από τους πνευματικούς αγώνας και να τον κάμη να επιστρέψη εις τα οπίσω, απεκρίθη προς αυτούς με σοφίαν και σύνεσιν· «Δεν είναι πρέπον να αγαπήσω υμάς περισσότερον από τον Δεσπότην μου, διότι αυτός ούτος είπεν· «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ. ι: 37). Ούτε να προτιμήσω την πρόσκαιρον στρατείαν από την ευαγγελικήν, διότι εάν έχη τιμωρίαν πολλήν και κατάκρισιν όστις αφήση την στρατείαν του επιγείου βασιλέως, πόσον κίνδυνον θα έχη, όστις καταφρονήση την επουράνιον και αθετήση το Αγγελικόν σχήμα ο άθλιος; Εάν λοιπόν θέλητε να σας έχω δια γονείς μου, μη μου αναφέρετε πλέον τοιαύτην υπόθεσιν». Αφήκαν λοιπόν αυτόν μη δυνάμενοι να τον εμποδίσουν και τον παρεκάλεσαν να δεχθή τουλάχιστον ποσόν αργυρίων δια μικρά έξοδα συντηρήσεως και του έδιδον χρυσά είκοσιν. Αυτός όμως άλαβε μόνον τρία και ταύτα δια να μη σκανδαλισθώσιν, ότι δεν τους κατεδέχθη, τα οποία πάλιν δεν τα εξώδευσεν, αλλ΄ όταν έφθασαν εις το φροντιστήριον, τα έδωκεν εις τον Θεόκτιστον δια να μη έχη τίποτε ίδιον. Αφού λοιπόν διέτριψεν εκεί ο Σάββας δέκα έτη, εκοιμήθη ο μακάριος Θεόκτιστος και εψήφισεν ο μέγας Ευθύμιος άλλον Ηγούμενον, Λογγίνον ονομαζόμενον. Εις τον καιρόν του Λογγίνου ήτο ο θαυμάσιος Σάββας ετών τριάκοντα, δόκιμος και τέλειος εις πάσαν ασκητικήν διαγωγήν. Έχων δε πόθον πολύν ν΄ αναχωρήση εις τόπον ησυχαστικόν και έρημον, εζήτησεν από τον Λογγίνον συγχώρησιν, όστις έγραψε περί τούτου εις τον μέγαν Ευθύμιον· διότι χωρίς την βουλήν εκείνου ουδέν έπραττεν. Ο δε μέγας Ευθύμιος, γνωρίζων την πολλήν θερμότητα του Σάββα εις τα πνευματικά και τον ένθεον έρωτα, του απήντησε να μη τον εμποδίση ποσώς, αλλά να τον αφήση εις το θέλημά του, να διάγη καθώς επιθυμεί. Λαβών όθεν ο Σάββας την εξουσίαν, απήλθεν εις τι σπήλαιον, το οποίον ήτο εις το νότιον μέρος του Μοναστηρίου και εκεί παρέμενε καθ΄ όλην την εβδομάδα έως το Σάββατον χωρίς τροφήν τινα, μόνον προσευχήν εποίει και εργόχειρον, έκαστον δε Σάββατον επήγαινεν εις το Μοναστήριον πεντήκοντα σπυρίδας (ζεμπίλια) και έτρωγε μετά των αδελφών το Σάββατον και την Κυριακήν, κατόπιν πάλιν συνήθροιζε βάϊα, ήτοι φύλλα φοινίκων, όσα τον έφθανον την εβδομάδα, και εισήρχετο εις το σπήλαιον και ούτω διήλθον πέντε έτη. Ιδών λοιπόν αυτόν ο θείος Ευθύμιος ούτω βιούντα, τον ωνόμαζε παιδαριογέροντα και τον έλαβεν εις την συνοδείαν του ομού με άλλον αυτού μαθητήν, Δομετιανόν ονόματι, με τον οποίον είχον αμφότεροι συνήθειαν να πηγαίνουν κατ΄ έτος, μετά την εορτήν των Θεοφανείων, εις την ενδοτέραν έρημον, να ασκητεύουν όλην την μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Κατά δε την Αγίαν Ανάστασιν ήρχοντο πάλιν εις την Λαύραν. Εκίνησαν λοιπόν τότε και οι τρεις και περιεπάτουν εις εκείνην την πανέρημον, εκείθεν από την Νεκράν θάλασσαν· επειδή δε ο δρόμος ήτο μακρός, ο τόπος άνυδρος, αι ημέραι καυστικαί και θερμόταται, εξησθένησεν ο Σάββας και ελιποθύμησε, μη δυνάμενος να περιπατήση ποσώς, έπεσε δε κατά γης ως νεκρός. Ο δε Ευθύμιος, ιδών αυτόν ελυπήθη πολύ και πηγαίνων ολίγον παράμερα εποίησε δέησιν προς Κύριον, λέγων· «Δέσποτα Θεέ, σπλαγχνίσου τον δούλον σου τούτον τον νέον και δος μας ύδωρ, να μη αποθάνη υπό της δίψης και του καύματος». Ούτως ειπών, εκτύπησεν εις την γην με το σκαλίδιον τρις, η δε γη αισθανομένη θειοτέρας δυνάμεως υπήκουσεν (ω του θαύματος!) και από την άνυδρον και άγονον έρημον εξήλθεν ύδωρ ηδύ και γλυκύτατον, εξ ου ευθύς ως ο Σάββας έπιεν, έλαβεν αοράτως θείαν δύναμιν και πλέον δεν εκουράσθη, ούτε εδειλίασε την δυσχέρειαν της οδού. Αφού έφθασαν εις τον ποθούμενον τόπον, έπασχε πολλά ο θείος Σάββας να μιμήται εις πάντα τρόπον τον μέγαν Ευθύμιον και μόνον αυτόν είχεν ως αρχέτυπον της αρετής και εικόνα ζώσαν και έμψυχον δια να μη παρεκκλίνη ουδόλως από τας τάξεις και τα ήθη του. Αλλ΄ εις ολίγον καιρόν απήλθε προς Κύριον ο μέγας την αρετήν Ευθύμιος, οι δε μαθηταί αυτού, μετά την κοίμησιν του διδασκάλου, ημέλουν κατ΄ ολίγον την αρετήν και δεν είχον τόσην προθυμίαν εις την άσκησιν· όθεν ο θείος Σάββας εμάκρυνε φυγαδεύων και ήτο εις την έρημον του Ιορδάνου, καθ΄ ον καιρόν ησκήτευεν εκεί ο μέγας Γεράσιμος. Τότε ήτο ο Σάββας τριάκοντα πέντε ετών, όταν ήρχισε να τον πολεμή ο δαίμων· ου μόνον δε αοράτως του έδιδεν ενόχλησιν και τον επείραζε κρυφίως, καθώς κάμνει εις όλους τους εναρέτους, αλλά και φανερά έπασχεν ο δόλιος να τον εκφοβή, δια να μη είναι εις την έρημον. Νύκτα δε τινα, εν ω έκειτο δια να λάβη ολίγην ανάπαυσιν από τον πολύν κόπον της ασκήσεως, είδε πλησίον του όφεις, σκορπίους και άλλα διάφορα ερπετά, τα οποία εδείκνυον ότι ήθελον να τον φάγωσιν. Ο δε Σάββας το μεν πρώτον εδειλίασεν, αλλ΄ ύστερον, συλλογιζόμενος την μηχανήν των δαιμόνων, ηγέρθη μετά θάρρους και ούτω προσηύχετο· «Ου φοβηθήσομαι από φόβου νυκτερινού, αλλ΄ επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήσομαι» (Ψαλμ. 90: 5,13). Ταύτα λέγοντος του Οσίου, όλα εκείνα τα ιοβόλα θηρία ως καπνός ηφανίσθησαν. Μετ΄ ολίγας πάλιν ημέρας ο δαίμων έγινε λέων μέγας και φοβερός και εδείκνυεν, ότι ήθελε να ορμήση επάνω του. Ο δε Άγιος δεν εδειλίασε ποσώς, αλλά του είπεν αταράχως· «Εάν έλαβες παρά Θεού εξουσίαν κατ΄ εμού, μη αμελής, ότι έτοιμος είμαι να με φάγης κατά την θείαν νεύσιν και βούλησιν· ει δε μη, τι μάτην ταράττεσαι; Εγώ δύναμαι να σε καταπατήσω με του Δεσπότου την δύναμιν». Ταύτα είπε και ευθύς έγινε ο υποκρινόμενος άφαντος και από την ώραν εκείνην ο Άγιος όχι μόνον τους νοητούς, αλλά και τους αισθητούς θήρας υπέταξε και συγκατώκουν μετ΄ αυτού, χωρίς ποσώς να τον βλάπτωσι. Τέσσαρές τινες Αγαρηνοί τον συνήντησάν ποτε καθ΄ οδόν και είχον τόσην πείναν, ώστε εκινδύνευον. Ιδόντες λοιπόν αυτόν, του εζήτουν εάν είχέ τι βρώσιμον. Ο δε έλαβεν αυτούς εις το σπήλαιον ευσπλάγχνως και απλώσας εις την γην την μηλωτήν του, εφίλευσεν αυτούς εξ εκείνων, τα οποία είχεν, ήτοι καρδίας καλάμων και ρίζας μελεαγρίων. Οι βάρβαροι ευλαβηθέντες την αρετήν αυτού, εθαύμασαν και το φιλόξενον· και τότε μεν έφαγον από τα ευρεθέντα και ευχαριστήσαντες ανεχώρησαν· μεθ΄ημέρας δε τινας του έφερον τυρούς και άρτους και φοίνικας. Ο δε Όσιος, ώσπερ φιλόπονος μέλισσα, ήτις συλλέγει από κάθε τόπον το χρήσιμον, ούτω και αυτός ωφελήθη ψυχικώς από τούτο και έλεγε καθ΄ εαυτού τοιαύτα· «Ουαί σοι, ψυχή μου ταλαίπωρε και προς τον Ευεργέτην αχάριστε! Ιδού δια μικράν και ποταπήν χάριν, την οποίαν έλαβον ούτοι οι βάρβαροι, μου έφερον τοσούτον πλουσίαν ανταμοιβήν και ημείς, οίτινες ελάβομεν από τον Πλάστην τοσαύτα χαρίσματα, ποίαν ανταμοιβήν του εδώσαμεν; Ποίαν Αυτού εντολήν εφυλάξαμεν; Ποίαν απολογίαν θα δώσωμεν εις τον Κύριον κατά την ώραν της Κρίσεως»; Ήτο δε Μοναχός τις φίλος του Σάββα, Άνθος ονόματι, όστις επήγεν εις την έρημον μετ΄ αυτού, δια να ασκητεύουν αμφότεροι ομού. Μετ΄ ολίγας όμως ημέρας διήλθον εκείθεν βάρβαροί τινες κακόγνωμοι και δύστροποι άνθρωποι και εμελέτησαν να τους θανατώσουν. Δια να εύρουν λοιπόν μικράν πρόφασιν, έστειλαν τον ένα εις το σπήλαιον να διαμαρτυρηθή εις τους Ασκητάς, ότι δήθεν αυτοί τους ηδίκησαν εις τινα υπόθεσιν και εζημιώθησαν οι βάρβαροι εξ αυτών. Εσυκοφάντουν δε τον Όσιον ψευδώς, δια να εξαναγκάσουν αυτόν να σκανδαλισθή, να ομιλήση λόγον βαρύν και εκ τούτου να εύρουν αφορμήν να τους αποκτείνωσιν. Ίσταντο λοιπόν οι άλλοι μακρόθεν και ο εις επλησίασεν εις τους Οσίους, οίτινες βλέποντες τον κίνδυνον, καθωπλίσθησαν δια της ιεράς προσευχής, ταύτα προς τον Κύριον λέγοντες· «Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου Θεού ημών μεγαλυνθησόμεθα» (Ψαλμ. ιθ: 8) και τα λοιπά του ψαλμού. Ταύτα ηυχήθησαν και, ω του θαύματος! εσχίσθη η γη και κατέπιεν εκείνον τον ένα, όστις επήγεν εκεί. Οι δε λοιποί, ιδόντες τοιούτον τεράστιον, ετρόμαξαν και έφυγον περιδεείς και κατάφοβοι, έκτοτε δε ούτε αυτοί, ούτε άλλοι κακοποιοί ετόλμησαν πλέον να επιχειρήσωσι τι κατ΄ αυτών, αλλά ούτε και οι δαίμονες επειράθησαν καν να τον πειράξωσιν. Όθεν ο Σάββας κατώκει αφόβως την έρημον και επειδή έγιναν φίλοι με τον μακάριον Θεοδόσιον δια μέσου του Άνθου, έκτισεν εκεί Λαύραν περιφανή και ευρύχωρον με τοιούτον τρόπον θαυμάσιον. Αφού εχρημάτισεν εκεί ο Σάββας έτη τέσσαρα, ανήλθέ ποτε εις το υψηλότατον εκείνο βουνόν, εις το οποίον λέγεται ότι επήγεν η μακαρίτις βασιλίς Ευδοκία και την εδίδαξεν ο μέγας Ευθύμιος. Εκεί λοιπόν διανυκτερεύων ο Σάββας, είδε οπτασίαν τινά θαυμάσιον. Γυνή τις ωραιοτάτη εφάνη ενώπιον αυτού, ενδεδυμένη στολήν λαμπράν και περιφανεστάτην, και του εδείκνυε τον χείμαρρον, ο οποίος τρέχει νοτίως του Σιλωάμ, του έλεγε δε ταύτα· «Κατοίκησον, Σάββα, εις εκείνο το σπήλαιον, το οποίον είναι κατ΄ Ανατολάς του χειμάρρου και εγώ θα σου στέλλω εξ ύψους βοήθειαν». Ταύτα ιδών ο Όσιος ενεπλήσθη χαράς και αγαλλιάσεως και χειραγωγούμενος ως υπό τινος δεξιάς από την θείαν και σοφήν Πρόνοιαν, εισήλθεν εις το σπήλαιον· ήτο δε τότε ετών τεσσαράκοντα. Ο δε τόπος ήτο πολύ άβατος και με πολλήν κακοπάθειαν ανήρχετο και μάλιστα όταν ελάμβανε το ύδωρ από την πηγήν, η οποία ήτο μακράν απ΄ εκεί δεκαπέντε στάδια (2775 μέτρα περίπου), και την ωνόμαζον Επτάστομον. Όθεν κρεμάσας άνωθεν ένα σχοινίον ανέβαινεν ευκολώτερα. Πλην άλλην παραμυθίαν δεν είχε προς τα αναγκαία του σώματος, μόνον τα χόρτα, τα οποία εγέννα η γη αυτομάτως εκεί πλησίον εις το σπήλαιον. Αλλ΄ ο Θεός, όστις τον προσέταξε να κατοικήση εκεί, αυτός του έστελλε και βοήθειαν κατά την θείαν Του υπόσχεσιν και εφώτισεν Ισμαηλίτας τινάς, οι οποίοι ευλαβηθέντες αυτόν του έφερον τυρούς, άρτους, φοίνικας και άλλα διάφορα βρώματα, όχι μόνον δις ή τρις, αλλά πολλάκις, ωσάν να του επλήρωναν φόρον. Έμεινε λοιπόν ο Άγιος εις το σπήλαιον εκείνο επί πέντε έτη με ησυχίαν πολλήν, μόνος μόνω τω Θεώ προσευχόμενος, έκτοτε δε διεσκεδάσθησαν αι κατ΄ αυτού κακουργίαι των δαιμόνων, οι οποίοι έφευγον μη δυνάμενοι να τον βλέπωσιν· όθεν έχων άδειαν από τους δαίμονας και γαλήνην από τους ανθρώπους, εδέχθη και άλλους πολλούς εις την συνοδείαν του εναρέτους και φύλακας ακριβείς των εντολών του Κυρίου, τους οποίους προσείλκυε προς εαυτόν με την καλήν του φήμην και υπερθαύμαστον αρετήν, ως ο μαγνήτης τον σίδηρον. Επειδή λοιπόν καθ΄ εκάστην επλήθυνον οι προσερχόμενοι, ήτο ανάγκη να οικοδομήση εκεί Λαύραν, να κτίση κελλία, να εργάζηται την γην και άλλας υπηρεσίας να εκτελή αναγκαίας δια το σώμα. Πρώτον μεν λοιπόν έκτισε πύργον προς το βόρειον μέρος του βουνού εις τας πηγάς του χειμάρρου· έπειτα ωκοδόμησεν Εκκλησίαν και έκαμε Λαύραν ευρύχωρον, αφού δε ενεκαινίασε τον Ναόν, όστις ιερωμένος ήθελεν υπάγει να προσκυνήση, τον υπεχρέωνε και ελειτούργει, διότι εκείνος ήτο πολύ μέτριος και ταπεινός εις το φρόνημα και ευλαβούμενος το μεγαλείον της ιερωσύνης δεν ήθελε να ιερωθή. Ήτο δε πολύ συνετός και δόκιμος εις την μοναδικήν διαγωγήν, και εστήριζε τους αδελφούς καθ΄ εκάστην ημέραν και ώραν, τους μεν παρακαλών, τους δε νουθετών, ετέρους επιτιμών και απλώς πάντας εδίδασκε και παρεκίνει να ίστανται γενναίοι και ανδρείοι εις τους πειρασμούς των δαιμόνων και να υπομένουν μεγαλοψύχως την κακοπάθειαν της ερήμου χωρίς καμμίαν λύπην, αλλά μάλιστα να χαίρωνται ευφραινόμενοι με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών, τα οποία, δια τον ολίγον εκείνον κόπον, έμελλον να απολαύσουν εις τον Παράδεισον. Με τοιαύτα και έτερα πλείονα ο πάνσοφος Σάββας επροθυμοποίει τους μαθητάς, λύων παν πρόσκομμα και εμπόδιον και υψιπετείς αυτούς προς την αρετήν και ανωτέρους των παγίδων του πονηρού απεργαζόμενος. Εις όλα δε τα αναγκαία του σώματος τους επεμελείτο και τους εβοήθει κρυφίως, δια να μη δυσχεραίνωσιν από την στέρησιν αυτών και το βάρος του κόπου, και επιστρέφωσιν εις τα όπισθεν. Επειδή δε το ύδωρ ήτο μακράν του σπηλαίου, ως είπομεν άνωθεν, ελυπούντο εκ τούτου οι Μοναχοί, διότι είχον στενοχωρίαν και κόπον πολύν. Όθεν ο Όσιος νύκτα τινά εποίησε θερμώς προς Κύριον δέησιν, λέγων ταύτα· «Δέσποτα Θεέ παντοδύναμε, εάν είναι της Σης απορρήτου σοφίας οικονομία και ευδοκία της Χάριτός Σου να κατοικώσιν εις τον τόπον τούτον ενάρετοι δούλοι σου, να Σε υμνώσιν ακαταπαύστως, επίβλεψον ευμενώς εφ ημάς και πρόσταξον την γην σου να αναβλύση ύδωρ εδώ πλησίον εις αναψυχήν ημών και απόλαυσιν». Ούτως ηύξατο και παρευθύς ήκουσε κτύπον κάτωθεν του χειμάρρου και παρακύψας είδεν άγριον όνον (επειδή ήτο η νυξ πανσέληνος), όστις έσκαπτε την γην με τον πόδα του και αφού έκαμε μικρόν λάκκον, εξήλθεν ύδωρ και έπιεν. Ο δε Όσιος ταύτα ιδών εχάρη λίαν, γνωρίσας ότι ήτο θεία επισκοπή και κατελθών με σκαλίδιον έσκαψεν ολίγον εις αυτόν τον τόπον, εις τον οποίον ήτο ο όναγρος και παρευθύς, (ω των αφράστων χαρίτων σου, Δέσποτα!) εξήλθεν ύδωρ πολύ και γλυκύτατον, το οποίον έφερεν εις το μέσον της Λαύρας. Με το ύδωρ τούτο υπηρετούνται όλοι οι Πατέρες έως την σήμερον και ούτε τον χειμώνα πληθαίνει, ούτε το θέρος ολιγοστεύει ποσώς, αλλ΄ είναι πάντοτε δαψιλές προς αυτάρκειαν. Άλλοτε πάλιν ευρισκόμενος ο Όσιος εις άλλο μέρος του χειμάρρου και λέγων ψαλμούς του Δαβίδ βλέπει εις τον κρημνόν πύρινον στύλον, του οποίου η κορυφή έφθανεν έως τον ουρανόν. Ταύτα ιδών έλαβε μεγάλην χαράν ομού και φόβον, γνωρίζων ότι ήτο θαύμα τι απόρρητον. Αφού δε εξημέρωσεν, εφαίνετο ακόμη η όρασις του πυρίνου στύλου και πλησιάσας ο Όσιος είδε μέγα και θεσπέσιον σπήλαιον, ομοιάζον κυριολεκτικώς προς Εκκλησίαν, έχον εις το ανατολικόν μέρος κόγχην, ουχί εξ ανθρώπων κατεσκευασμένην, αλλά από την θείαν δεξιάν ωκοδομημένην. Από το νότιον μέρος υπήρχε πλατεία είσοδος, η οποία επέτρεπεν εις τον ήλιον να φωτίζη πλουσίως το εσωτερικόν του σπηλαίου και να φέρη έως τα βάθη αυτού αέρα εύκρατον και υγιέστατον· εις δε το βόρειον μέρος ήτο άλλο σπήλαιον έχον σχήμα διακονικού. Ευρών λοιπόν ο Σάββας εκείνο το θεόκτιστον οικοδόμημα, ανεπλήρωσε και αυτός με ανθρωπίνην τέχνην όσον από την φύσιν ελείπετο και έκαμε Ναόν ωραιότατον, επρόσταξε δε να συνάγωνται όλοι οι αδελφοί εις αυτόν καθ΄ εκάστην Κυριακήν να ψάλλουν κοινώς την ακολουθίαν των. Ιδών δε πέτραν τινά, η οποία ήτο άνωθεν του Ναού, έσκαψε εις ένα μέρος της αυτοκατασκευάστου εκείνης οροφής του διακονικού και έκτισεν εν μικρόν καλλίον απόκρυφον, δια να ησυχάζη όταν θέλη, από αυτό δε εισήρχετο εις τον Ναόν έσωθεν. Επειδή δε η φήμη τού Οσίου έτρεχεν εις όλον τον κόσμον, συνηθροίζοντο πολλοί ευλαβείς και έφερον προς αυτόν ελεημοσύνας, δια να εξοδεύη εις τας οικοδομάς και τας άλλας ανάγκας, τας οποίας είχε καθημερινώς, επειδή οι Μοναχοί επληθύνοντο. Όσα δε χρήματα εσύναζεν ο Όσιος δεν τα εφύλαττεν, αλλά τα εξώδευεν εις οικοδομάς των κελλίων και εις άλλας ανάγκας. Αλλ΄ επειδή πολλάκις εις τον καλόν σίτον φυτρώνουν τα ζιζάνια και εις την άμπελον η βάτος, και καθώς ο μαθητής έγινε προδότης, ο Κάϊν αδελφοκτόνος και πλείστα άλλα παρόμοια, τα οποία γεννώνται εκ του φθόνου, όπως εις πολλά βιβλία ιστορείται, τοιουτοτρόπως και εις την συνοδείαν του Οσίου Σάββα έτυχον και τινες ουχί μαθηταί, αλλά μάλλον στασιασταί και κακότροποι, οι οποίοι εμίσουν τον Όσιον και εζήτουν πρόφασιν, εάν δυνηθούν, να τον βλάψουν. Απήλθον λοιπόν εις τον τότε Πατριάρχην των Ιεροσολύμων και (επειδή δεν είχον να είπωσιν ότι έκαμε τι πταίσιμον) τον εσυκοφάντησαν, λέγοντες ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσους Μοναχούς, εζήτησαν δε να τους δώση άλλον Ηγούμενον, διότι, ωσάν να μη έφθανεν, ότι εκείνος δεν έγινεν Ιερεύς, αλλά και άλλους πολλούς ημπόδιζεν από την ιερουργίαν, ως αμαθής και άγροικος. Ο Πατριάρχης Σαλούστιος (486-494), όστις ήτο τότε, ηυλαβείτο πολύ τον Άγιον δια την αρετήν του και δεν επίστευσεν εις τα ψευδή και δολερά αυτών λόγια· πλην δια να τους ειρηνεύση ολίγον είπε προς αυτούς· «Μείνατε εδώ, έως ότου έλθη ο Σάββας και τότε θα εξετάσω ακριβώς την υπόθεσιν». Έμειναν λοιπόν αυτοί νομίζοντες, ότι θέλει τον στερήσει από την προστασίαν, χειροτονών άλλον Ηγούμενον. Όταν όμως ήλθεν ο Όσιος, δεν τον ηρώτησε καθόλου ο φρόνιμος δικαστής, αλλ΄ έμπροσθεν των κατηγόρων αυτού τον εχειροτόνησεν Ιερέα εν έτει (492). Έπειτα είπε προς αυτούς· «Ιδού τώρα έχετε Καθηγούμενον, τον οποίον εψήφισεν ο Κύριος και όχι άνθρωπος και τον εχειροτονήσαμεν, ουχί δι΄ ευεργεσίαν αυτού, αλλά δια σας». Αφού τους είπε ταύτα, απήλθε μετ΄ αυτών εις την Λαύραν και πρώτον μεν καθιέρωσε τον άγιον εκείνον Ναόν, έπειτα έκτισε και θυσιαστήριον άγιον, εις το οποίον αφήκε πολλά άγια λείψανα. Ήτο δε τότε ο μακάριος Σάββας ετών πεντήκοντα τριών, όταν έλαβε την ιερωσύνην εις τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518). Είχε δε ο Όσιος συνήθειαν να μιμήται εις όλας τας τάξεις τον μέγαν Ευθύμιον, καθώς είπομεν· και επειδή εκείνος είχε συνήθειαν να αναχωρή από την Λαύραν την δεκάτην τετάρτην (14ην) Ιανουαρίου έως την Ανάστασιν, εκράτησε και ο Σάββας αυτήν την τάξιν και ανεχώρει μετά τας εορτάς των Αγίων Αντωνίου και Ευθυμίου, διέτριβε δε εις την έρημον έως την Κυριακήν των Βαϊων. Διαβαίνων λοιπόν ποτέ την Νεκράν θάλασσαν, είδε εν νησίδιον έρημον και εστερημένον πάσης παραμυθίας και απολαύσεως· όθεν επεθύμησε να παραμείνη εις αυτό τας αγίας ημέρας των νηστειών. Πηγαίνων όμως εκεί, έπεσεν από βασκανίαν του δαίμονος εις βόθρον τινά, εκ του οποίου ανεδίδετο αιθάλη (καπνιά) ως από καμίνου πυρός, έκαυσε δε τον πώγωνα, την όψιν και έτερα μέρη του σώματος αυτού τοιουτοτρόπως, ώστε έκειτο ύστερον εις την Λαύραν ημέρας πολλάς και μόνον από την φωνήν εγνωρίζετο, όλη δε η μορφή του ηλλοιώθη· αλλά και να ομιλήση δεν ηδύνατο, έως ου θεία τις θεωρία και δύναμις άνωθεν επισκεψαμένη αυτόν τον εθεράπευσε τελείως και υγιή αποκατέστησε. Μετά καιρόν απήλθε πάλιν ο Όσιος εις την ησυχίαν, λαβών εις την συνοδείαν του ένα μαθητήν του ονόματι Αγάπιον. Εν μια δε των ημερών έκειτο ο Αγάπιος ύπτιος, από δε την πείναν και τον κόπον ταλαιπωρούμενος απεκοιμήθη· ο Σάββας όμως ήτο έξυπνος και προσηύχετο. Τότε βλέπει λέοντα ιστάμενον άνωθεν του μαθητού του, όστις τον περιετριγύριζεν οσφραινόμενος· όθεν ο Όσιος εφοβήθη μήπως τον φάγη το θηρίον και ευθύς εποίησε δι΄ αυτόν προς Κύριον δέησιν. Τότε ο λέων διωκόμενος από την δύναμιν της ιεράς προσευχής έφυγε, χωρίς να βλάψη καθόλου τον Αγάπιον, μόνον δε με την ουράν του τον εκτύπησεν εις το πρόσωπον και εξύπνησεν· ιδών δε ούτος τον λέοντα, έδραμε προς τον Όσιον έντρομος, ο οποίος πρώτον μεν του έδωσε θάρρος, έπειτα δε τον ενουθέτησε να προσέχη και να μη νικάται πλέον από τον ύπνον, δια να μη αλωθή, ούτε να βλαφθή ποσώς από θηρία ορατά και αόρατα. Άλλοτε πάλιν πηγαίνων ο Όσιος με τον Αγάπιον εις την έρημον του έδωσε να βαστάζη την μηλωτήν (τον σάκκον) με άρτους ξηρούς, τόσους, όσους έφθαναν δια τον μαθητήν κατά τον καιρόν, κατά τον οποίον θα διέτριβον εις την έρημον, διότι ο Σάββας δεν έτρωγε τίποτε όλην την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, πλήν Σαββάτου και Κυριακής, ότε εκοινώνει τα θεία Μυστήρια. Προχωρούντες λοιπόν προς τον Ιορδάνην, διήλθον από κρημνώδη τινα τόπον, εις την άκραν του οποίου βλέπουν εν σπήλαιον εις υψηλόν μέρος πολύ δυσανάβατον. Μετεχειρίσθησαν λοιπόν πάντα τρόπον και ανέβησαν με κόπον και βάσανον πολύν ή μάλλον ειπείν με την βοήθειαν του Κυρίου, όστις εφώτισε τον Σάββαν και τον ωδήγησε δια να εύρη τον κεκρυμμένον θησαυρόν να ωφεληθώσιν. Εισελθόντες λοιπόν εις το σπήλαιον, είδον Ασκητήν τινα αγιώτατον, όστις ουδέν αγγείον είχεν, ούτε σκεύος ποσώς, αλλά διήρχετο αμερίμνως και χωρίς φροντίδων τον βίον ο τρισμακάριος, είχε δε ούτος και χάρισμα προορατικόν. Αφού λοιπόν εποίησεν ευχήν κατά το σύνηθες, είπεν ο Αναχωρητής προς τον Όσιον· «Πόθεν εκινήθης, θαυμάσιε Σάββα, και τις σου ηρμήνευσε τον τόπον, να έλθης έως ημάς; Εις τούτο θαυμάζω πολύ και εξίσταμαι, διότι είναι τεσσαράκοντα παρά δύο έτη, κατά τα οποία κάθημαι με την βοήθειαν του Κυρίου εις τούτο το σπήλαιον και ούτε κανένα είδον ποτέ μου ούτε άνθρωπος μου ωμίλησεν ουδόλως». Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός, όστις σου εφανέρωσε το όνομά μου, αυτός και εμέ εφώτισε και ωδήγησε να σε απολαύσω». Αφού λοιπόν ηυφράνθησαν ψυχικώς και συνωμίλησαν επί ώραν ικανήν, λαβόντες την ευλογίαν αυτού ανεχώρησαν και διατρίψαντες καιρόν τινα εις την έρημον, εκίνησαν πάλιν να έλθουν εις το Μοναστήριον. Διαβαίνοντες δε από τον τόπον εκείνον, ανέβησαν εις το σπήλαιον και ιδόντες τον Αναχωρητήν γονατιστόν κατ΄ Ανατολάς, ενόμισαν, ότι ήτο ζωντανός και προσηύχετο. Έμειναν λοιπόν καρτερούντες ώραν πολλήν· αλλ΄ αφού ενύκτωσε και αυτός δεν ηγέρθη από την γην, επλησίασεν ο Σάββας και λέγει προς αυτόν· «Πάτερ ευλόγησον». Εκείνος όμως δεν απεκρίθη· όθεν εγγίσας αυτόν, εγνώρισεν ότι απήλθεν η μακαρία ψυχή του προς Κύριον και είπε προς τον Αγάπιον· «Ας τον ενταφιάσωμεν, τέκνον, επειδή δια τούτο ο Θεός μάς απέστειλε». Σεμνώς λοιπόν και ευλαβώς περιστείλαντες το ιερόν αυτού λείψανον, έθεσαν αυτό εις εν μέρος του σπηλαίου, ψάλλοντες τα αρμόδια της ταφής τροπάρια, έπειτα φράξαντες την είσοδον με λίθους μεγάλους επέστρεψαν εις την Λαύραν την ημέραν του Λαζάρου και εώρτασαν την αγίαν του Σωτήρος Ανάστασιν. Τον καιρόν εκείνον απέθανεν ο πατήρ του Αγίου εις την Αλεξάνδρειαν, η δε μήτηρ αυτού, ακούουσα την αγαθήν φήμην του Σάββα, επώλησεν όλα τα υπάρχοντα αυτής και λαβούσα τα αργύρια, απήλθεν εις την Λαύραν και ιδούσα αυτόν εις τοσαύτην προκοπήν ενάρετον, εχάρη χαράν μεγάλην. Ο δε Σάββας την ενουθέτησε ν΄ απαρνηθή τον κόσμον και πάντα τα πρόσκαιρα αγαθά, εάν επόθει να απολαύση τα αεί διαμένοντα. Πείθεται λοιπόν η καλόγνωμος μήτηρ του φρονίμου παιδός και γενομένη Μοναχή, έμεινε μετ΄ αυτού, εις ολίγον δε καιρόν ανεπαύθη και παρέδωσε την ψυχήν της εις τας χείρας του Θεού ζήσασα πολιτείαν θεάρεστον. Ο δε Όσιος, ενταφιάσας αυτήν, εδαπάνησεν όλα αυτής τα χρήματα εις διαφόρους κατασκευάς της Λαύρας, ξενώνας, κήπους, περιτοιχίσεις και έτερα χρειαζόμενα. Έστειλε δε ποτε ο Όσιος αδελφόν τινα με υποζύγια να φέρη ξύλα από την Ιεριχώ δια την οικοδομήν ενός πανδοχείου. Ο δε, απελθών, εφόρτωσε τα ζώα και καθώς ήρχετο προς την Λαύραν εδίψησε, διότι έκαιε πολύ ο ήλιος· όθεν μη δυνάμενος πλέον να περιπατή την ξηράν εκείνην και άνυδρον γην, έπεσε και εκείτετο ως νεκρός. Τότε ενεθυμήθη τον διδάσκαλόν του, ότι έχει παρρησίαν προς Κύριον, και είπε ταύτα· «Δέσποτα Θεέ, βοήθησόν μοι δια πρεσβειών Σάββα του σου θεράποντος». Και παρευθύς, ως είπε τον λόγον, αυτός ο Θεός, ο οδηγήσας εν στήλη νεφέλης τον Ισραήλ, προσέταξε και τότε νεφέλην πλήρη ύδατος, η οποία ελθούσα επάνω του Μοναχού, τον εσκέπαζε και τον εδρόσιζε, ακόμη δε (ω του θαύματος!) και επότιζε και ενεδυνάμωνεν αυτόν. Ηκολούθει δε η νεφέλη, σκέπουσα αυτόν, έως ου έφθασεν υγιής εις το Μοναστήριον. Ήτο δε μακράν από την Λαύραν είκοσι στάδια εν όρος, του Καστελλίου καλούμενον, εις το οποίον δεν ετόλμα να υπάγη κανείς δια το τραχύ και άγριον του τόπου και διότι κατώκουν εκεί δαίμονες αναρίθμητοι. Ο δε Όσιος απήλθεν έχων την ελπίδα του εις τον Κύριον και ράνας όλον τον τόπον με έλαιον του Τιμίου Σταυρού, παρέμεινεν εκεί όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και εις μεν την αρχήν είχε τόσους πολέμους από τους δαίμονας, ώστε εμελέτησε ν΄ αναχωρήση, μη δυνάμενος να υπομείνη τας φοβεράς ταραχάς, τας οποίας εποίουν. Αλλ΄ ο πανάγαθος Κύριος, ο πάλαι των Αββάν Αντώνιον δυναμώσας, αυτός και τον Σάββαν ενεθάρρυνε παραστάς προς αυτόν και του είπε να κάμη υπομονήν έως τέλους. Και πράγματι ούτως έπραξε και τόσον τον εβοήθησεν ο Κύριος και τόσον φοβερόν εις τους δαίμονας τον κατέστησεν, ώστε τον έβλεπον και έφευγον· όθεν ο δίκαιος έχαιρε και έμεινεν εκεί προσευχόμενος έως το τέλος των νηστειών. Τότε πάλιν οι δαίμονες συνήχθησαν, δια να δοκιμάσουν τον ύστερον πόλεμον, εάν δυνηθούν να τον εκφοβίσουν· και μετασχηματισθέντες εις ερπετά και θηρία και κόρακας επροξένουν πολλήν ταραχήν, κτύπους, φωνάς και άμετρον σύγχυσιν. Ο δε Όσιος, μηδέν φοβηθείς, γενναίως προσηύχετο· όθεν αυτοί, μη δυνάμενοι να τον βλέπουν, ωμολόγησαν και εκουσίως την ήτταν των και έλεγον ταύτα με ανθρωπίνην φωνήν, ολολύζοντες· «Δεν σε φθάνει, Σάββα, το σπήλαιον, η πέτρα, ο χείμαρρος και όση άλλη γη της ερήμου κατώκησας, αλλ΄ ήλθες και εδώ εις τα όριά μας και φιλονεικείς να μας εκβάλης από τον οίκόν μας; ιδού, αναχωρούμεν και σε αφήνομεν κύριον, εφόσον βλέπομεν ότι έχεις τον Θεόν σύμμαχον». Αυτά και άλλα περισσότερα λέγοντες, ως να έκλαιον την συμφοράν των και ποιούντες κτύπους και θόρυβον, έφυγον το μεσόνυκτον, φαινόμενοι ωσάν κόρακες, καθώς τους είδον μερικοί ποιμένες, οι οποίοι εφύλαττον πρόβατα εις εκείνα τα όρια και το εμαρτύρησαν. Δια τούτο και συνήχθησαν το πρωϊ έντρομοι εις τον Όσιον και του ανήγγειλαν όσα είδον και ήκουσαν. Ο δε Όσιος, ιδών αυτούς τεταραγμένους και καταφόβους, εποίησεν ευχήν προς Κύριον δι΄ αυτούς και διδάξας και θαρρύνας αυτούς και ευλογήσας, απέλυσεν εν ειρήνη. Αφού λοιπόν παρήλθεν η νηστεία, επέστρεψεν ο Άγιος εις την Λαύραν, και αφού ετέλεσε λαμπρώς την εορτήν της Αγίας Αναστάσεως, έλαβεν αδελφούς τινας μεθ΄ εαυτού και απήλθεν εις το Καστέλλιον, το οποίον και εκαθάρισεν επιμελώς δια να κτίση κελλία και ξενώνας. Ευρών δε αρχαίον τι κτήριον αρκετά μεγάλον, λαμπρόν πολύ και ωραιότατον, εστολισμένον και υψηλόν με λίθους καλλίστους, εχάρη, συλλογιζόμενος ότι ήτο Θεού θέλημα να γίνη και εκεί Μοναστήριον. Ήρχισε λοιπόν ευθύς να κτίζη· και πρώτον μεν έκαμε το ευρύχωρον εκείνο κτήριον Ναόν Άγιον και το αφιέρωσεν εις τον Κύριον· έπειτα έκαμε και άλλα όσα ηδύνατο, αναλόγως των χρημάτων, τα οποία είχε· μη έχων δε πλέον άλλα χρήματα, έπαυσε την εργασίαν ολίγον καιρόν. Αλλ΄ ο ελεήμων Θεός, ο προστάξας ημάς να μη μεριμνώμεν τι να φάγωμεν και τι να πίωμεν, διότι αυτός φροντίζει και έχει την μέριμναν και την κηδεμονίαν μας με περισσοτέραν αγάπην και από αυτόν τον πατέρα και την μητέρα μας, εφρόντισε και δια τον δούλον του Σάββαν, επειδή θέλημα και οικονομία Αυτού ήτο να γίνη και ο τόπος εκείνος εναρέτων ανδρών οικητήριον. Ήτο τότε αρχηγός εις τα Κοινόβια της Βηθλεέμ εις πνευματικός αγιώτατος, Μαρκιανός ονόματι, όστις είχε την φροντίδα και έστελλεν όλα τα χρειαζόμενα εις τους Μοναχούς. Ούτος λοιπόν είδε κατ΄ όναρ ωραίον τινά εις την όψιν και έκλαμπρον, λέγοντα προς αυτόν τοιαύτα· «Μαρκιανέ, συ κάθεσαι αναπαυόμενος και άλυπος, διότι δεν χρειάζεσαι τίποτε από τα αναγκαία του σώματος, αλλ΄ ο δούλος του Θεού Σάββας, όστις έχει τόσην αγάπην προς τον Δεσπότην, βασανίζεται με τους αδελφούς του εις το Καστέλλιον και ουδέ καν ζωοτροφίαν έχουσιν, ούτε είναι κανείς να τους βοηθήση. Λοιπόν μη αμελήσης ουδόλως, αλλά στείλε εις αυτούς όσα χρειάζονται». Ταύτα ιδών ο καλός Μαρκιανός, έστειλεν ευθύς εις το Καστέλλιον όλα τα υποζύγιά του φορτωμένα σίτον, οίνον και άλλα διάφορα βρώματα. Ο δε Σάββας, ταύτα δεξάμενος και μαθών τα της οπτασίας, εβεβαιώθη καλλίτερα, ότι Θεού θέλημα ήτο να γίνη και εκεί Μοναστήριον και ευχαριστήσας τον Κύριον, έσπευσε θερμότερον, έως ου ετελείωσε και το Κοινόβιον του Καστελλίου, εγκατέστησε δε και εις αυτό Μοναχούς, όσους του εφάνη αρμόδιον. Είχε δε ο Όσιος πολλήν φροντίδα εις αυτό το Καστέλλιον, να κατοικώσι γέροντες Μοναχοί, έχοντες πείραν και πράξιν εις την μοναδικήν πολιτείαν, τους δε κοσμικούς και νεωτέρους έβαλλεν εις άλλο Μοναστήριον, το οποίον έκτισεν εις το βόρειον μέρος της Λαύρας και έμενον εκεί έως να μάθουν το Ψαλτήριον και πάσαν άλλην πράξιν αναγκαίαν εις τους Μοναχούς. Έβαλε δε εις αυτούς και Προεστώτα απαθή και ενάρετον να τους γυμνάζη να γίνωνται άξιοι του σχήματος, διότι ο Μοναχός, έλεγε, πρέπει να είναι σπουδαίος, διακριτικός, νηφάλιος, σώφρων και κόσμιος και απλώς να μη χρειάζεται διδασκαλίαν, αλλά να είναι άξιος να χαλιναγωγή τα μέλη του και να φυλάττη τον νουν ασφαλώς. Όταν δε ήθελεν ίδει τινά, ότι έμαθεν ακριβώς την μοναχικήν διαγωγήν και ήτο άξιος να μάχεται με τους εναντίους λογισμούς, τότε τον εισήγαγεν εις την Λαύραν και τον συνηρίθμει μετά της αδελφότητος. Αγένειον δε ουδέποτε δι΄ ουδεμίαν αιτίαν συνεχώρησε να εισέλθη εις την Λαύραν, δια το σκάνδαλον. Έλεγε δε ταύτα· «Αύτη η τάξις είναι πατροπαράδοτος και όστις παραβή ταύτην αμαρτάνει βαρέως εις τον Θεόν, καθώς έχω παραγγελίαν από τον μέγαν Ευθύμιον, όστις δεν με εδέχθη εις το Μοναστήριον, διότι ήμην χωρίς γένειον, αλλά με απέστειλεν εις τον μακάριον Θεόκτιστον, διότι μεγάλην ζημίαν έχει εις την ψυχήν ο Μοναχός, όστις συναυλίζεται με παιδία αγένεια». Όσοι δε εκ των προσερχομένων ήσαν ακόμη αγένειοι, τους έστελλε προς τον Όσιον Θεοδόσιον, όστις είχε φροντιστήριον, τριάκοντα πέντε στάδια (6.475 μέτρα περίπου) μακρύτερα της Λαύρας. Υπεδέχετο δε τούτους ο Θεοδόσιος και έσπευδε με κάθε τρόπον να ικανοποιήση την επιθυμίαν του Σάββα, διότι είχον ο εις προς τον άλλον αγάπην και όσα ο Σάββας επεθύμει, ετέλει ο Θεοδόσιος, επειδή αμφότεροι είχον μίαν γνώμην και βούλησιν ένθεον. Ούτοι οι δύο ήσαν και Προεστώτες όλων των Μοναχών, ο μεν Σάββας των Αναχωρητών και των Ησυχαστών, ο δε Θεοδόσιος των Κοινοβιατών. Ταύτην δε την προστασίαν δεν εζήτησαν αυτοί, αλλ΄ ο Πατριάρχης Σαλούστιος τους την ανέθεσεν, ως εναρέτους και αξίους να κυβερνήσουν ψυχάς ανθρώπων. Μετά τον θάνατον του Σαλουστίου έγινε Πατριάρχης ο Ηλίας Α΄ (494- 516), όστις επόθει να συναθροίση ομού πολλούς σπουδαίους Μοναχούς, κατοικούντας εις κελλία περί τον πύργον του Δαβίδ. Λοιπόν οικοδομήσας Μοναστήριον πλησίον της Επισκοπής, υπεδέχετο τους Μοναχούς και έδιδεν εις αυτούς όλα τα χρειαζόμενα, τροφάς και ενδύματα. Όθεν πολλοί εις ολίγον καιρόν συνήχθησαν, των οποίων τα κελλία, εις τα οποία κατώκουν το πρότερον, ηγόρασεν ο μακάριος Σάββας, δια να τα κάμη πανδοχεία και να υποδέχηται εις αυτά τους ξένους. Επήρε λοιπόν εν μέρος εξ αυτών, όσα τον έφθανον τα αργύρια, τα οποία είχε. Θέλων δε να αγοράση και μερικά άλλα, τα οποία ήσαν πολύ χρήσιμα και αναγκαία εις την Λαύραν, δεν είχε να τα πληρώση, διότι δεν του ευρίσκοντο άλλα χρήματα, ειμή μόνον ήμισυ φλωρίον· πλην έχων τας ελπίδας του όλας προς τον Κύριον, έδωκεν εκείνα τα ολίγα χρήματα δι΄ αρραβώνα των εχόντων τα κελλία, συμφωνήσας μετ΄ αυτών, ότι εάν κατά την επομένην δεν δώση εις αυτούς ολόκληρον την αξίαν των να χάνη και τον αρραβώνα. Ταύτα συμφωνήσας, απέβλεπε μόνον προς την ακένωτον δεξιάν του παντοδυνάμου Δεσπότου, εις τον οποίον εστήριζε τας ελπίδας του, να του δώση βοήθειαν· όθεν και της ελπίδος του ταύτης δεν απέτυχε. Το πρωϊ, ως εξημέρωσεν, ήλθε προς αυτόν εις ξένος άνθρωπος άγνωστος, τον οποίον δεν είχεν ίδει ποτέ και έδωσεν εις αυτόν φλωρία χρυσά εκατόν εβδομήκοντα, χωρίς δε να μείνη ή να του είπη κανένα λόγον ή όνομα, ανεχώρησεν. Ο δε Σάββας εγνώρισε πόθεν ήλθε προς αυτόν τόση βοήθεια και ηυχαρίστησε τον Κύριον· όθεν και την τιμήν των καλλίων επλήρωσε και έτερον οίκον μέγαν έκτισε και άλλους δύο εις το Καστέλλιον και ένα εις την Αγίαν Πόλιν πλησίον εις τον Πύργον του Δαβίδ και έτερον εις την Ιεριχώ, δια να υποδέχωνται τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν. Έχοντος λοιπόν του Αγίου τοσούτον ζήλον, του έστειλεν ο Θεός και δύο κτίστας πεπαιδευμένους, αδελφούς κατά σάρκα, το γένος Ισαύρους, την κλήσιν Θεόδουλον και Γελάσιον· όθεν έχων τοιούτους τεχνίτας υπηκόους ωκοδόμησεν όσας ελλείψεις είχεν η Λαύρα έτι δε και έτερα Μοναστήρια, δεξαμενάς υδάτων, πηγάς, φούρνους, ζυμωτήρια, νοσοκομεία και άλλα διάφορα. Έκτισε δε και Ναόν μέγιστον και υπέρκαλον, διότι δεν εχώρουν εις τον πρώτον οι αδελφοί και εγκαινιάσας αυτόν ο Πατριάρχης Ηλίας, τον αφιέρωσεν εις το όνομα της υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου Μαρίας. Βλέποντες οι κακότροποι εκείνοι και συκοφάνται μαθηταί αυτού, περί των οποίων προείπομεν, ότι οι αδελφοί επληθύνοντο και πάντα τα της Λαύρας ήνθουν και προέκοπτον εις το καλύτερον, εφθόνουν, και ως κακόγνωμοι επεβουλεύοντο τον Άγιον και καθ΄ εκάστην έπλεκον δόλους, μηχανώμενοι πάντα τρόπον δια να τον βλάψουν οι άφρονες. Ο δε Όσιος, ως μαθητής γνήσιος της ειρήνης, δίδων τόπον εις την οργήν, ανεχώρησεν από την Λαύραν, δια να μη τον βλέπουν, προτιμών να πολεμή με τους δαίμονας μάλλον ή με τους ανθρώπους. Τούτο δε έκαμε δια δύο τινά, ένα μεν δια να μαράνη τον φθόνον με την αποδημίαν αυτού και δεύτερον δια να νικήση την κακίαν με την πολλήν ανεξικακίαν και επιείκειαν. Απήλθε λοιπόν εις τα μέρη της Σκυθοπόλεως, εις τόπον έρημον, εις ποταμόν καλούμενον των Γαδάρων· εις αυτόν εύρεν ευρύχωρον σπήλαιον, εις το οποίον κατώκει λέων μέγας και φοβερώτατος. Αφού εποίησεν ευχήν ο Άγιος ώραν ικανήν, απεκοιμήθη εκεί εις το σπήλαιον και την ώραν του μεσονύκτου ήλθεν εκείνο το δεινόν θηρίον και ευρόν αυτόν κοιμώμενον, εδάγκασε την άκραν του ιματίου ταπεινά και τον έσυρε με πολλήν ημερότητα, δια να τον φέρη έξω του σπηλαίου. Ο Όσιος, έξυπνος γενόμενος και ιδών τοιαύτην θέαν φοβερωτάτην, δεν εδειλίασεν, αλλ΄ ήρχισε να αναγινώσκη την ακολουθίαν του Όρθρου· ο δε λέων, ιδών αυτόν, ότι προσεκύνει και ηύχετο, αφήκεν αυτόν και παραμερίσας (ω του θαύματος!) ανέμενεν, έως να είπη την Ακολουθίαν ο Άγιος, ο οποίος, αφού ετελείωσεν, έπεσε πάλιν να κοιμηθή ολίγον εις τον τόπον εις τον οποίον είχεν ο λέων την στρώσιν του. Τότε εκείνος, ως είδεν ότι έπεσε πάλιν ο Όσιος, ήρπασεν αυτόν με τους οδόντας του από το ιμάτιον και τον έσυρε δυνατά να τον εκβάλη από τον οίκον του· ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Τι κοπιάς, θηρίον, να με διώξης; Το σπήλαιον είναι μεγάλον και φθάνει και δια τους δύο μας· αν λοιπόν θέλης να κατοικώμεν ομού, ησύχασον· εάν πάλιν δεν σου αρέση, ύπαγε να εύρης άλλο κατοικητήριον και άφες τούτο εις εμέ, διότι εγώ επλάσθην εκ χειρός Κυρίου και ετιμήθην κατ΄ εικόνα αυτού και ομοίωσιν». Ταύτα είπεν ο Σάββας με ταπεινήν λαλιάν και υπακούσαν το θηρίον (ω των μεγίστων τεραστίων σου, παντοδύναμε Κύριε!) ανεχώρησεν εκείθεν και αφήκε τον Άγιον ανενόχλητον. Αφού δε κατώκησεν εκεί ο Όσιος ημέρας πολλάς, ηκούσθη η φήμη αυτού εις όλα εκείνα τα περίχωρα· όθεν συνήχθησαν και εκεί πολλοί και μάλιστα νέος τις επιφανής, υιός πλουσίων γονέων, Βασίλειος το όνομα, όστις έμεινεν εις την υπακοήν του Σάββα και ηγωνίζετο. Λησταί δε τινες, νομίζοντες ότι είχε χρήματα πολλά ο Βασίλειος, επήγαν την νύκτα να του τα κλέψωσι και μηδέν ευρόντες, εθαύμασαν την ακτημοσύνην αυτών και την ανείκαστον πενίαν και ευλαβούμενοι ανεχώρησαν. Οδεύσαντες δε ολίγον διάστημα πέραν του σπηλαίου τους συνήντησαν λέοντες φοβεροί και εξαίσιοι εις το μέγεθος, φοβηθέντες λοιπόν και μη έχοντες άλλην βοήθειαν, είπον ταύτα· «Σας ορκίζομεν δια των ευχών του Μοναχού Σάββα, να μη μας βλάψητε». Οι δε λέοντες, ακούσαντες αυτό το σεβάσμιον όνομα, ως να ήθελον λάβει βαρείαν πληγήν, ευθύς έφυγον. Θαυμάσαντες οι λησταί το παράδοξον επέστρεψαν εις το σπήλαιον, και ανήγγειλαν εις τον Άγιον το γενόμενον τεράστιον και υπεσχέθησαν να μη αδικήσουν πλέον ουδένα, αλλά με τον κόπον των να ζωοτροφώνται και ούτως εποίησαν. Αύτη η φήμη, ότι και τα ανήμερα θηρία ηυλαβούντο τον Σάββαν, επλήρωσε τα περίχωρα, και τον εσέβοντο· όθεν πολλοί ήρχοντο μετ΄ ευλαβείας να τον βλέπωσιν. Ο δε Όσιος, φεύγων πάλιν τον έπαινον, αφήκε Προεστώτα εις τους εκεί Μοναχούς ενάρετόν τινα, ονόματι Ταράσιον, και ανεχώρησε. Νομίζων δε ο Όσιος ότι εκ της πολυκαιρίας θα έπαυσεν ο φθόνος των κακίστων εκείνων Μοναχών, επέστρεψε πάλιν εις την Λαύραν, αλλ΄ εύρεν ηυξημένον μάλλον το πάθος και δριμύτερον τον φθόνον, διότι εις την κατά του Οσίου καταδρομήν ενέμενον όχι μόνον οι πρώτοι, περί των οποίων είπομεν ανωτέρω, αλλά και έτεροι πολλοί, τους οποίους παρέσυρον εις την πονηράν των γνώμην οι πρώτοι, ήσαν δε τώρα όλοι τον αριθμόν εξήκοντα, οίτινες εκίνουν δολίως τα χείλη, κανά και μάταια μελετώντες κατά του Αγίου και έπραττον καθ΄ εκάστην σκάνδαλα εις όλην την Λαύραν και πολλήν σύγχυσιν. Ο δε Σάββας, βλέπων την απώλειαν αυτών, ελυπείτο και τα σπλάγχνα δεινώς εκόπτετο και ηγωνίζετο, όσον ηδύνατο, να νικήση τον μεν φθόνον των με την αγάπην και την μακροθυμίαν, την δε κακίαν των με την χρηστότητα και την καλωσύνην, αλλά δεν ηδυνήθη να τους φέρη εις μεταμέλειαν, επειδή, καθώς λέγει και η παροιμία, ο κάβουρας δεν περιπατεί ποτέ ορθά, ούτε ο Άραψ λευκαίνεται. Όθεν ο Όσιος ανεχώρησε πάλιν από την ποίμνην του και απελθών εις τα όρια της Νικοπόλεως κατώκησε κάτωθεν μιας κερατίδος (χαρουπιάς) σκεπόμενος υπό των κλάδων αυτής και τρεφόμενος από τα κεράτια. Αλλ΄ ο Πανάγαθος Θεός, δια τον οποίον έπασχε ταύτα, τον εφρόντιζε και εκεί και τον κατέστησε περιβόητον και σεβάσμιον εις όλους, διότι ο κύριος τού αγρού εκείνου, μαθών την αρετήν του ανδρός, επήγε και του έκτισε κελλίον και παν ό,τι εχρειάζετο του εκόμιζεν. Οι δε επίβουλοι εκείνοι στασιασταί, ευρόντες αφορμήν συκοφαντίας την μακράν αποδημίαν του διδασκάλου των, διέδωσαν φήμην ψευδή, η οποία ηκούσθη εις όλα τα Μοναστήρια, ότι ο Σάββας έγινε θηριάλωτος, ότι δηλαδή τον έφαγαν τα θηρία· έπειτα απήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και είπον εις τον Πατριάρχην ταύτα· «Δέσποτα Άγιε, ο διδάσκαλος ημών πηγαίνων εις την έρημον της Νεκράς θαλάσσης εφαγώθη από ένα λέοντα και σε παρακαλούμεν, αν θέλης, να μας δώσης άλλον Ηγούμενον». Ο δε Πατριάρχης απεκρίθη· «Δεν θέλω πιστεύσει ποτέ ότι αφήκεν ο Θεός τοιούτον φίλον του και αγιώτατον άνθρωπον να τον φάγωσι τα θηρία. Υπάγετε λοιπόν να τον αναζητήσητε επιμελώς, και να τον εύρητε, ή υπομείνατε έως ου τον φανερώση ο Κύριος». Επέστρεψαν λοιπόν οι δόλιοι άπρακτοι. Μετά τινας δε ημέρας, ότε ήτο η εορτή των Εγκαινίων (13 Σεπτεμβρίου), ήλθεν ο Σάββας μετά τινων αδελφών εις την Αγίαν Πόλιν κατά το σύνηθες· ιδών δε αυτόν ανελπίστως ο Πατριάρχης εχάρη λίαν και τον παρεκάλει να μη αφήση πλέον την ποίμνην του έρημον, αλλά να έχη την φροντίδα αυτής, να την κυβερνά όσον δύναται. Ο δε Όσιος προφασιζόμενος έλεγεν ότι δεν ήτο άξιος να ποιμάνη τόσα λογικά πρόβατα. Τότε ο Πατριάρχης είπε προς αυτόν· «Εάν παρακούσης την εντολήν μου αυτήν δεν θέλεις πλέον ίδει το πρόσωπόν μου, επειδή δεν υποφέρω να βλέπω άλλους να τρυγούν τους πόνους σου». Τότε ο μακάριος Σάββας εξ ανάγκης, δια να μη γίνη παρήκοος εφανέρωσε εις τον Πατριάρχην τους λόγους, οι οποίοι τον εξηνάγκασαν να φεύγη. Ο δε Πατριάρχης έγραψεν αμέσως εις τους Μοναχούς άπαντας τα εξής: «Αδελφοί και τέκνα εν Χριστώ, μάθετε ότι ο πατήρ και διδάσκαλός σας δεν έγινε θηριάλωτος, καθώς είπατε, αλλ΄ ιδού έρχεται και πάλιν εις την ποίμνην του, επειδή τον παρεκάλεσα, διότι είναι άδικον να υστερηθή την Λαύραν, την οποίαν μετά τόσων κόπων και πόνων έκτισεν. Υποδεχθήτε λοιπόν αυτόν μετά της προσηκούσης τιμής· εάν δε και τινες εξ υμών φανώσιν απειθείς, ως αυθάδεις και υπερήφανοι, μη θέλοντες να υποτάσσωνται εις τον κανονικόν των ποιμένα, προστάσσω να τους διώξητε παρευθύς δια να μη προξενώσι σκάνδαλα». Λαβών λοιπόν ο Σάββας την επιστολήν απήλθεν εις την Λαύραν, όπου και ανέγνωσαν αυτήν εις επήκοον πάντων. Οι δε στασιασταί εκείνοι, ταύτα ακούσαντες, ήρπασαν ευθύς δικέλλας και λαξευτήρια και εκρήμνισαν από θεμελίων μετά θυμού και οργής τον πύργον, τον οποίον είχον εκτισμένον, αρπάσαντες δε ως άγριοι δαίμονες τους λίθους και τα ξύλα, τα έρριπτον εις τον χείμαρρον. Αφού λοιπόν οι αποστάται εκείνοι Μοναχοί ταύτα έπραξαν, αρπάσαντες τα ράσα των Μοναχών και ό,τι άλλο ηδυνήθησαν, έφυγον εκείθεν και απήλθον εις την Μονήν του Σουκά, αλλά δεν τους εδέχθη ο Ηγούμενος αυτής Ακυλίνος, όστις ήτο ενάρετος άνθρωπος και εγνώριζε την κακήν των γνώμην, εκείνοι δε απήλθον εις τινα χείμαρρον, Θεκώον καλούμενον, εις τον οποίον ήσαν παλαιά τινα κελλία, τα οποία διώρθωσαν, κτίζοντες και έτερα εκ θεμελίων και κατώκησαν εκεί επονομάσαντες αυτά Νέαν Λαύραν. Και αυτά μεν έκαμαν εκείνοι· οι δε επίλοιποι αδελφοί, αφού ανεσπάσθησαν τα ζιζάνια, έμειναν ως ο αφιερωμένος εις τον Θεόν σίτος, εύχρηστος και καθαρώτατος. Ο δε ανεξίκακος Σάββας, μαθών που κατώκησαν οι αποστατήσαντες, εφόρτωσε τα υποζύγια της Λαύρας και του Καστελλίου τρόφιμα και ό,τι άλλο εχρειάζετο και επήγε να τους φιλοδωρήση. Εκείνοι δε ιδόντες αυτόν μακρόθεν εγόγγυζον προς αλλήλους, λέγοντες· «Βλέπετε, ότι ούτε εδώ δεν μας αφήνει ειρηνικούς αυτός ο κίβδηλος, αλλ΄ έρχεται πάλιν να μας σκανδαλίση»; Ο δε Όσιος πλησιάσας τους εχαιρέτησε μετά πολλής ταπεινώσεως, και τους έδωκε την δωρεάν. Ιδών δε ότι είχον μεγάλην ανάγκην από Ναόν και Προεστώτα, όστις να τους καθοδηγή, διότι έκαμνον πολλάς αταξίας και είχον μεγάλην σύγχυσιν μεταξύ των, ανέφερε πάντα ταύτα εις τον Πατριάρχην και τον παρεκάλεσε να τους βοηθήση και εκείνος, δίδων εις αυτούς Ηγούμενον. Ο δε Πατριάρχης έδωκεν εις τον Άγιον φλωρία εβδομήκοντα και εξουσίαν να τους κυβερνήση, ως βούλεται. Επεριποιήθη λοιπόν αυτούς ο Όσιος επιμελώς εις όλα τα χρειαζόμενα, ούτως ώστε να μη τους λείπει τίποτε, τους έκτισε δε και Ναόν πλουσιώτατον, αρτοποιείον και έτερα όσα ήσαν αναγκαία· τους έδωκε δε και Προεστώτα ενάρετόν τινα και προορατικόν Μοναχόν, Ιωάννην ονόματι, καταγόμενον από την Ελλάδα, όστις εγνώριζε τα μέλλοντα και προεφήτευσεν εις την τελευτήν αυτού όσα σκάνδαλα και αιρέσεις έμελλον να γίνουν εις εκείνην την Λαύραν. Όσα δε προείπεν, ετελειώθησαν όλα, τα οποία όμως αφήνω δια βραχύτητα, επειδή δεν είναι αρμόδια· αλλά πρέπον είναι να γράψω του Οσίου τα κατορθώματα, όστις αφού έκαμε διαλλαγήν με τους αποστάτας και εκυβέρνησε την Μονήν αυτών ως ηδύνατο, επιστρέψας εις την Λαύραν και ποιήσας εκεί έως την εικοστήν (20) Ιανουαρίου κατά την τάξιν, ανεχώρησε πάλιν εις την έρημον. Ιάκωβος δε τις Ιεροσολυμίτης, τον τρόπον αυθάδης, παρεκίνησε και άλλους τινάς ομοίους αυτού εις την υπερηφάνειαν και απελθόντες εις τόπον καλούμενον Επτάστομον λάκκον επεχείρησαν να κάμουν ιδικόν των Μοναστήριον. Εθεμελίωσαν λοιπόν Ναόν, κελλία και άλλα χρειαζόμενα κτίρια. Οι δε αδελφοί της Λαύρας ηγανάκτησαν και δεν τους άφησαν να τελέσουν τα μελετώμενα. Αυτοί δε είπον, ότι με την συγκατάθεσιν του Σάββα τα έκτιζαν· όθεν τούτο ακούσαντες, δεν τους ημπόδισαν, νομίζοντες ότι την αλήθειαν λέγουσιν. Επανελθών δε εις την Λαύραν ο θείος Σάββας, εκάλεσε τον Ιάκωβον και ενουθέτησεν αυτόν πατρικώς να απέχη του εγχειρήματος, διότι η γνώμη του δεν ήτο κατά Θεόν, επειδή, πριν παιδαγωγήση εαυτόν, ήθελε να γίνη άλλων Προεστώς και Ηγούμενος. Ο Ιάκωβος όμως, ως φιλόνεικος, ηναντιούτο εις τας ψυχοφελείς νουθεσίας του Οσίου και δεν επροθυμοποιείτο να τηρήση την εντολήν του. Ο δε Σάββας είπε προς αυτόν· «Εγώ, τέκνον μου, κατά Θεόν σε συμβουλεύω και συ απειθείς; Πρόσεχε μήπως πάθης μεγάλην ζημίαν και τότε θα γνωρίσης το συμφέρον σου». Ταύτα ειπών ο Άγιος απήλθεν εις τον πύργιον, ευθύς δε ήλθε κλόνος εις τον Ιάκωβον και έτρεμεν όλον το σώμα του· έπειτα του ήλθε πυρετός λαύρος, επί επτά δε μήνας κατέκειτο, ελεεινώς οδυνώμενος. Απελπισθείς λοιπόν της ζωής παντελώς ο Ιάκωβος και ενθυμηθείς την παρακοήν του εις τας εντολάς του Αγίου, παρεκάλεσε τους αδελφούς να τον υπάγωσι βαστακτόν εις τους πόδας αυτού, και να παρακαλέσουν τον Όσιον να τον λύση από τον δεσμόν της παρακοής, δια να μη αποθάνη ασυγχώρητος. Τούτου γενομένου, ευθύς ως τον είδεν ο πράος και άκακος Σάββας τον συνεπάθησε και είπε προς αυτόν με πραότητα· «Εγνώρισες, αδελφέ, ποίος είναι ο καρπός της αυθαδείας και ποία τα επίχειρα της παρακοής»; Ο δε μετά βίας και κόπου πολλού ηδυνήθη να ομιλήση από το βάρος της ασθενείας ειπών ταύτα· «Συγχώρησόν μοι, Πάτερ τίμιε, επειδή χωρίζομαι πλέον από την ποίμνην σου και υπάγω εις την τελευταίαν αποδημίαν». Ο δε Όσιος απεκρίθη· «Ο Θεός, αδελφέ, να σε συγχωρήση». Ούτως ειπών, έλαβεν αυτόν από την χείρα και, ω του θαύματος! ως του ήγγισεν η δεξιά του Αγίου, έφυγεν εξ αυτού η δεινή εκείνη ασθένεια και εγένετο όλως υγιής, έπειτα κοινωνήσας αυτόν των θείων Μυστηρίων, του έδωκε και σωματικήν τροφήν όθεν εθαύμασαν άπαντες, βλέποντες εσθίοντα και περιπατούντα τον άνθρωπον αυτόν, όστις πρότερον δεν ηδύνατο να ομιλήση ή να σαλεύση ποσώς. Έδωκε λοιπόν κανόνα εις τον ιατρευθέντα ο Όσιος να μη υπάγη πλέον εις το Μοναστήριον, το οποίον έκτισε. Ταύτα μαθών και ο Πατριάρχης έστειλεν ανθρώπους και εκρήμνισαν εκ θεμελίων την οικοδομήν εκείνην της παρακοής. Ακολούθως έκτισεν ο Άγιος άλλα κελλία μακράν απ΄ εκεί πέντε στάδια και Ναόν ευκτήριον, τον δε Ιακώβ προσέταξε να υπηρετή τους ξένους, οίτινες ήρχοντο εις προσκύνησιν, δια να γυμνασθή εις την υπακοήν, υπηρέτει δε και εις όλας τας υπηρεσίας του μαγειρείου. Επειδή όμως δεν είχεν ουδόλως πείραν τοιούτου επιτηδεύματος, έσφαλλε πολλάκις, μάλιστα δε ημέραν τινά εμαγείρευσε κουκκία υπέρ τα χρειαζόμενα και επερίσσευσαν πολλά, τα οποία δεν εφύλαξε να τα φάγωσι την επομένην, αλλ΄ ως άπειρος τα έρριψεν ως να ήσαν σκύβαλα. Ταύτα ιδών ο Σάββας επήγε κρυφίως και τα εμάζευσε, ξηράνας δε αυτά εις τον ήλιον, τα έβρασεν επιμελώς με μυρωδικά και εκάλεσε τον Ιάκωβον να συμφάγουν εις την τράπεζαν. Καθώς δε έτρωγον, είπεν ο Σάββας εις τον Ιάκωβον· «Συγχώρησόν μοι, εάν δεν είναι καλόν το μαγείρευμα, διότι δεν ήξευρα να το κάμω καλύτερον». Λέγει ο Ιάκωβος· «Μάρτυς μου ο Κύριος, πολύν καιρόν έχω να φάγω νοστιμώτερον μαγείρευμα». Λέγει και ο Άγιος· «Γνώριζε, τέκνον, ότι τα κουκκία, τα οποία απέρριψας ως άχρηστα εις το ρυάκι, αυτά είναι. εάν λοιπόν δεν είσαι άξιος να παρασκευάσης μίαν χύτραν μαγείρευμα, πως θα γίνης Προεστώς αδελφών, να κυβερνήσης ψυχάς ανθρώπων; Ή δεν ήλουσες τον μακάριον Παύλον, λέγοντα ότι, Όστις δεν γνωρίζει να κυβερνήση τον οίκον του, πως θα γίνη Προεστώς Εκκλησίας;» (Α΄ Τιμ. γ: 5). Ταύτα λέγων ο μέγας Σάββας και νουθετήσας αυτόν πρεπόντως και ικανώς, τον απέλυσεν. Μετά καιρόν, ησυχάζων εις το κελλίον του ο Ιάκωβος, επειράζετο πολύ από λογισμούς πορνείας και τόσον τον επολέμησεν ο διάβολος και τοιούτον σκάνδαλον του έδωκεν, ώστε απέκοψεν ο ασύνετος τα παιδαγόνα του μόρια. Έπειτα εφώναζε από τους πόνους βασανιζόμενος. Οι δε Μοναχοί συναχθέντες παρεσκεύασαν φάρμακα, όπως ηδύναντο. Ταύτα μαθών ο Άγιος εδίωξεν τον Ιάκωβον ως επίβουλον της ιδίας αυτού ζωής, έδειξεν όμως ούτος κατόπιν ικανήν μετάνοιαν, και στενάζων εξ όλης καρδίας απήλθεν εις τον μακάριον Θεοδόσιον και έπεσεν εις τους πόδας αυτού με θερμά δάκρυα διηγούμενος το πάθημά του και ικετεύων αυτόν να μεσιτεύση εις τον Σάββαν, να του συγχωρήση το έγκλημα. Τούτο ποιήσας ο Θεοδόσιος, συνεχώρησεν ο Σάββας τον Ιάκωβον δια την αγάπην του φίλου του και δεξάμενος αυτόν εις την Λαύραν, του έδωκε κανόνα βαρύτατον, να μη εξέλθη πλέον ουδόλως από το κελλίον του, ούτε να ομιλήση μετά τινος, αλλά να προσεύχηται μετά δακρύων προς τον Κύριον ακατάπαυστα, να τον συμπαθήση ως εύσπλαγχνος. Αποδεχθείς λοιπόν μετά χαράς τον κανόνα ο Ιάκωβος έδειξε τοιαύτην μετάνοιαν, ώστε τον συνεχώρησεν ο Κύριος, έδειξε δε και εις τον Άγιον και οπτασίαν, δια να τον λύση και αυτός από τον δεσμόν του κανόνος. Είδε λοιπόν εις το όραμά του λαμπρόν τινα και αστραπόμορφον άνδρα ιστάμενον πλησίον αυτού, ήτο δε εκεί και ο Ιάκωβος· εις δε τους πόδας αυτού έκειτο εις νεκρός. Ποιήσας δε ευχήν δια τον νεκρόν ο Ιάκωβος, τον ανέστησε. Τότε λέγει εις τον Σάββαν ο φαινόμενος· «Ιδού ο νεκρός εγήγερται, λοιπόν συγχώρησον και συ τον εγείραντα». Ταύτα ιδών ο Σάββας, επρόσταξε τον Ιάκωβον να εξέλθη του κελλίου του. Εξελθών δε εκείνος ησπάσθη όλους τους αδελφούς και εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια, κατά δε την εβδόμην ημέραν απήλθε προς Κύριον. Γέρων δε τις από την Βηθανίαν ορμώμενος, ονόματι Άνθιμος, ήτο απέναντι του χειμάρρου εις αναχωρητικόν κελλίον, εις τον οποίον διέτριψεν έτη τριάκοντα, μετερχόμενος πάσαν αρετήν εις τον αγώνα της ασκήσεως. Κατά δε το γήρας αυτού ησθένησε βαρέως και έκειτο κλινήρης, μη δυνάμενος να σαέύση από την ασθένειαν. Ιδών δε αυτόν ο Άγιος τοσούτον ταλαιπωρούμενον, τον παρεκάλεσεν όπως δεχθή να τον φέρουν εις εν κελλίον της Λαύρας, δια να τον υπηρετήσουν οι αδελφοί, αλλά δεν ηθέλησεν ο μακάριος, λέγων· «Εδώ ελπίζω εις τον Κύριόν μου να τελειώσω, όπου εξ αρχής κατώκησα». Εν μια λοιπόν των νυκτών εγερθείς ο μακάριος Σάββας προ της συνάξεως, ήκουσε γλυκυτάτην ψαλμωδίαν και νομίζων ότι οι αδελφοί έψαλλον τον Όρθρον, ηπόρησε πως ούτοι δεν έλαβον κατά την τάξιν συγχώρησιν. Απελθών λοιπόν εις την Εκκλησίαν και ευρών τας θύρας κεκλεισμένας, επέστρεψεν εις το κελλίον, αλλά και πάλιν ήκουεν ηδυτάτην ωδήν και έψαλλον ταύτα· «Διελεύσομαι… εν φωνή αγαλλιάσεως και εξομολογήσεως, ήχου εορτάζοντος» (Ψαλμ. μα: 5). Εννοήσας τότε ο Άγιος ότι από την κέλλαν του μακαρίου Ανθίμου εξήρχετο η φωνή, εξύπνησεν όλην την αδελφότητα και απελθόντες μετά κηρών και θυμιαμάτων εύρον αυτόν μόνον εις το κελλίον τελειωθέντα και λαβόντες το άγιον αυτού λείψανον ευλαβώς και τελέσαντες όσα ο νόμος διακελεύεται, εντίμως αυτόν ενεταφίασαν. Έτερος δε τις αδελφός, Αφροδίσιος καλούμενος, ήτο εις την Μονήν του Θεοδοσίου, το γένος Ασιανός, μεγάλος κατά το ανάστημα του σώματος και τοσούτον ισχυρός και ανδρείος, ώστε εσήκωνεν από την γην μόνος του με μεγάλην ευκολίαν σίτου μόδια δώδεκα (Μόδιον=3.6 περίπου κιλά). Τούτον έβαλον εις τους ημιόνους επιμελητήν, ημέραν δε τινά εκτύπησεν ούτος ένα ημίονον εις το πρόσωπον και απέθανεν· έπειτα λαβών το σαμάριον και το φορτίον αυτού απήλθεν εις την Λαύραν. Ο δε Σάββας ιδών αυτόν, ότι μετενόησεν εξ όληε ψυχής δια το αμάρτημα και ήτο πρόθυμος να εκτελέση τον πρέποντα κανόνα, τον προσέταξε να κάθηται εις την κέλλαν του, χωρίς να ομιλήση με άλλον τινά το σύνολον, να μη εξέλθη ποτέ της Λαύρας και να εγκρατεύεται κατά τε την γλώσσαν και την κοιλίαν του. Ταύτην την εντολήν ο γενναίος δεξάμενος, εφάνη μάλλον κατά την ψυχήν ή το σώμα ανδρείος και ισχυρός, παραμείνας τριάκοντα ολόκληρα έτη κεκλεισμένος εις το κελλίον του. Δεν είχε χύτραν ή χάλκωμα, δεν ήναψε πυρ, δεν εδοκίμασεν έλαιον, ούτε έπιεν οίνον ή σίκερα· δεν είχεν ιμάτιον δεύτερον, αλλ΄ εκοιμάτο εις το ψαθίον, κλαίων καθ΄εκάστην και εργαζόμενος το εργόχειρον, ήτοι έπλεκε καθ΄ έκαστον μήνα σπυρίδας ενενήκοντα, τας οποίας έδιδεν εις ένα αδελφόν της Λαύρας, όστις του έφερε την ζωοτροφίαν. Συνέκειτο δε αύτη εξ όσων επερίσσευον από τους αδελφούς, τα οποία δεν έτρωγεν άλλος τις είτε λάχανα είτε όσπρια· ταύτα ετοποθέτουν εις λεκάνην και του τα έστελλον· εάν δε ταύτα είχον και δυσοσμίαν τινά δεν τα επέστρεφεν ο μακάριος, αλλ΄ ως από Θεού δωρεάν στελλόμενα τα έτρωγε μετ΄ ευχαριστίας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2131
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Συνέχεια του Βίου του Αγίου Σάββα

Δημοσίευση από silver » Πέμ Δεκ 05, 2019 12:22 am

Εις αυτήν λοιπόν την διαγωγήν διαρκέσας ο αδαμάντινος εκείνος και του αδάμαντος χρησιμώτερός τε και γενναιότερος τριάκοντα έτη, ως είπομεν, χωρίς να αηδιάση ουδόλως ή να ασθενήση ή να πονέση ο στόμαχός του, ηξιώθη και προορατικού χαρίσματος. Γνωρίζων δε πότε έμελλε να αναπαυθή, το είπεν εις τον Όσιον επτά ημέρας ενωρίτερον, ζητών συγχώρησιν να του επιτρέψη να υπάγη να αποχαιρετήση τον Θεοδόσιον και να επιστρέψη πάλιν εις το κελλίον του. Ο δε Όσιος, επειδή και αυτός εκ θείας αποκαλύψεως εγνώρισε την τελευτήν αυτού, τον έστειλε με άλλον αδελφόν καλούμενον Θεόδουλον, ενεχείρισε δε εις αυτούς και επιστολήν εις την οποίαν έγραφε ταύτα· «Ιδού, αδελφέ εν Χριστώ, φίλτατε κύριε Θεοδόσιε, στέλλω σοι τον κοινόν ημών αδελφόν Αφροδίσιον, άνθρωπόν ποτε σάρκα φορούντα, νυν δε με την Χάριν του Θεού γενόμενον Άγγελον». Τούτον υποδεξάμενος ο μέγας Θεοδόσιος και φιλεύσας και ασπασάμενοι τον τελευταίον ασπασμόν απεχαιρετίσθησαν και επιστρέψας εις το κελλίον του και ολίγον ασθενήσας απήλθε προς Κύριον, ανταλλαξάμενος αντί των επιγείων τα επουράνια. Το δε θείον αυτού και ιερόν λείψανον, συναχθέντες όλοι οι Άγιοι Πατέρες των Μοναστηρίων ενεταφίασαν μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων εις τόπον επίσημον. Τοιούτος διδάσκαλος προς αρετήν ήτο ο μέγας Σάββας και ούτως ωραίους συνήθροιζε τους καρπούς των πόνων του. Τόσον μεγάλα και θαυμάσια ήσαν τα ένθεα αυτού κατορθώματα, ήτοι τα τόσα Μοναστήρια και αι τόσαι άλλαι οικοδομαί τας οποίας έκτισε, τα συνεχή κατά των δαιμόνων τρόπαια, η των υποσκελισθέντων αδελφών επανόρθωσις, τους οποίους από ανθρώπους κατέστησεν Αγγέλους και το να προβλέπη τα μέλλοντα. Αλλ΄ ας είπωμεν και τα επίλοιπα.
Πόλις είναι πέραν του Ιορδάνου εις το ανατολικόν μέρος, Μεδαπά καλουμένη, της οποίας οι άνθρωποι ηυλαβούντο πολύ τον Όσιον δια την πνευματικήν ωφέλειαν, την οποίαν ελάμβανον παρ΄ αυτού και του έφερον προς αντιμισθίαν πολλά αναγκαία πράγματα δια τας ανάγκας των Μοναστηρίων. Εις δε εξ εκείνων, ονόματι Γερόντιος, ήτο από πολλού ασθενής και απελθών εις την Αγίαν Πόλιν χάριν προσκυνήσεως, ηθέλησε να αναβή και εις το όρος των Ελαιών. Ανελθών λοιπόν εις υποζύγιον, επήγαινεν έφιππος, καθ΄ οδόν όμως, είτε από πειρασμόν του δαίμονος, είτε από άλλην τινά αιτίαν, συνέπεσε να ταραχθή το κτήνος· όθεν έπεσεν ο δυστυχής Γερόντιος και τόσον συνετρίβησαν τα οστά του, ώστε ουδείς ιατρός ετόλμα να επιχειρισθή τι επ΄ αυτού, αλλ΄ όλοι κοινώς απεφάνθησαν, ότι μέλλει να αποθάνη. Εις δε αδελφός του Γεροντίου νεώτερος, ιδών αυτόν τοιουτοτρόπως ελεεινώς συντριβέντα, ελυπήθη κατά πολλά και γνωρίζων, ότι η προσευχή του μακαρίου Σάββα ήτο ταχύτατον και ωφελιμώτατον φάρμακον κατά πάσης ασθενείας και ότι οι ιατροί βασανίζουν μεν επί μακρόν τον ασθενή, μόνον όμως τον πλούτον του κατατρώγουν, χωρίς ουδόλως να τον ωφελήσουν, τρέχει παρευθύς εις την Λαύραν και πίπτει εις τους πόδας του Αγίου, την συμφοράν τού αδελφού οδυρόμενος και παρακαλών αυτόν να κοπιάση να τον ίδη. Ταύτα ακούσας ο ευσπλαγχνικώτατος Άγιος ελυπήθη και απόντα τον Γερόντιον και απελθών εις την οικίαν αυτού, εποίησε πρώτον ευχήν προς Κύριον, έπειτα τον έχρισε με το σωτηριώδες έλαιον του Τιμίου Σταυρού και παρευθύς, ω της οξυτάτης θεραπείας! Ο πρώην συντεθλασμένος τα μέλη και ανενέργητος ευρέθη εις μίαν στιγμήν όλος υγιής, γεγονός το οποίον πάντας τους παρόντας εξέπληξε, γνωρίσαντας την μεγάλην παρρησίαν, την οποίαν είχεν ο Σάββας προς Κύριον. Ύστερον πάλιν απήλθεν ο υιός τού Γεροντίου, Θωμάς ονόματι, και εύρε τον Άγιον εις τον ξενώνα, τον οποίον είχεν εις την Ιεριχώ. Ο δε Όσιος, ασμένως αυτόν δεξάμενος, ηθέλησε και σωματικώς να τον φιλεύση και όταν εκάθησεν εις την τράπεζαν, ηρώτησε τον υπηρέτην εάν είχεν οίνον να φέρη. Ο δε απεκρίνατο ότι δεν είχεν οίνον, ειμή μόνον ολίγον όξος εις κολοκύνθιον. Ο δε Άγιος του λέγει· «Ευλογητός ο Θεός, απ΄ αυτό το όξος να πίωμεν. Αυτός, όστις εποίησε το ύδωρ οίνον, δύναται να μετατρέψη και τούτου την δριμύτητα». Ταύτα είπε το μελιχρόν και ένθεον εκείνο στόμα και παρευθύς ευρέθη το όξος οίνος γλυκύτατος ευφραίνων αληθώς καρδίαν ανθρώπου. Ο δε Όσιος προσέταξε να φέρουν πυρ και θυμίαμα, λέγων· «Επισκοπή θεία έγινεν εις ημάς την ώραν ταύτην». Όχι δε μόνον έως εκεί έμεινεν η θαυματουργία, αλλά και επλήθυνε τοσούτον ο οίνος, ώστε έφθασε δι΄ όλους και εχορτάσθησαν. Ο δε Θωμάς, εκπλαγείς δια την υπερβολήν του θαύματος, εζήτησε παρά του Αγίου την κολοκύνθην, διότι είχεν ακόμη οίνον και λαβών αυτήν ανεχώρησε με την συνοδείαν του, έφθασε δε ο επίλοιπος οίνος δι΄ όλον τον δρόμον των και πάλιν ύστερον, αφού το κολοκύνθιον έμεινε κενόν, το εφύλαξεν ο Θωμάς ως θησαυρόν πολυτίμητον και όταν ήθελεν ασθενήσει τις το επλήρωνεν ύδατος και το έχυνεν εις τον ασθενή, όστις παρευθύς εθεραπεύετο.
Καιρόν τινα απήρχετο ο Όσιος εις τον Ιορδάνην συνοδευόμενος από ένα μαθητήν του, νέον την ηλικίαν, καθ΄ οδόν δε τους συνήντησαν κοσμικοί τινες, έχοντες εις την συνοδείαν των κόρην ωραιοτάτην. Ο δε Όσιος, θέλων να δοκιμάση τον μαθητήν του, εκύτταξε την κόρην και είπε προς αυτόν· «Η νέα αυτή, νομίζω, ότι είναι τυφλή· ούτως έχει η αλήθεια»; Ο δε απεκρίνατο· «Όχι, Πάτερ, έχει και τους δύο οφθαλμούς καλούς». Ο Άγιος πάλιν του λέγει· «Επλανήθης, τέκνον, διότι εγώ είδον ότι λείπει ο εις οφθαλμός αυτής». Ο νέος, μη γνωρίζων την δοκιμασίαν του Οσίου, είπε προς αυτόν· «Εγώ, Πάτερ, την εκύτταξα επιμελώς και έχει δύο λαμπρούς και γλυκυτάτους οφθαλμούς». Τότε ο πάνσοφος, αφού τον έβαλεν εις τα δίκτυα και δεν ηδύνατο πλέον να διαφύγη μεταχειριζόμενος πρόφασίν τινα, είπε προς αυτόν· «Επειδή δεν ενθυμείσαι το παράγγελμα της Αγίας Γραφής, το οποίον λέγει· «Μη σε νικήση κάλλους επιθυμία, μηδέ αγρευθής σοις οφθαλμοίς, μηδέ συναρπασθής από των αυτής βλεφάρων» (Παροιμ. στ: 25), από τώρα και εις το εξής να μη εισέλθης πλέον εις το κελλίον μου, έως να μάθης να χαλιναγωγής τας αισθήσεις σου και ιδίως την όρασιν». Ούτως ειπών, απέστειλεν αυτόν εις το Καστέλλιον και έμεινεν εκεί, έως ου επαιδαγωγήθη καλώς και τότε τον εδέχθη πάλιν χαίροντα εις την συνοδείαν του. Άλλοτε πάλιν έβραζεν ο μάγειρος κολοκύνθας δια τους κτίστας, οίτινες έκτιζον, επάνω δε εις την ώραν, κατά την οποίαν ήθελε να σερβίρη το μαγείρευμα, γευθείς εξ αυτού, το εύρε πικρότερον χολής· όθεν λυπηθείς πολύ, διότι ουδέν άλλο είχον να προσφέρουν, το ανέφερεν εις τον Άγιον, όστις επήγεν εις το μαγειρείον και ποιήσας το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το στόμιον της χύτρας, έδωσεν εντολήν εις τον μάγειρον να σερβίρη. Ούτω λοιπόν εποίησεν, η δε κολοκύνθη ευρέθη γλυκυτέρα του μέλιτος. Άλλοτε πάλιν, περιπατών ο μακάριος εις την οδόν, ήτις υπάγει από τον Ρουβάν εις τον Ιορδάνην, εύρε λέοντα μέγαν, εις τον πόδα του οποίου είχε καρφωθή τεμάχιον ξύλου και δεν ηδύνατο να περιπατήση, αλλ΄ έκειτο κατά γης. Ιδών δε τον Όσιον ο λέων, εσήκωσε τον πόδα του υψηλά και του τον εδείκνυε δια να τον λυπηθή να του εκβάλη τον σκόλοπα. Ο δε Όσιος, ως φιλάγαθος, ηυσπλαγχνίσθη και αφήρεσεν απ΄ αυτού επιδεξίως το ξύλον. Τότε ο λέων, λησμονήσας ένεκα της ευεργεσίας την φυσικήν αυτού αγριότητα, και δια να μη φανή προς αυτόν αχάριστος, ηκολούθησε μετά πάσης προθυμίας τον Άγιον και υπετάσσετο εις αυτόν ως ευγνώμων δούλος. Είχε δε ο Όσιος κοσμικόν τινα υπηρέτην, ονόματι Φλάϊον και ένα ονάριον, το οποίον εφόρτωνεν ούτος και έκαμνε τας υπηρεσίας της Λαύρας. Οπόταν δε ο Φλάϊος επήγαινε να εκτελέση άλλην υπηρεσίαν, έδιδε τον όνον εις τον λέοντα, όστις κρατών με τους οδόντας του το σχοινίον, το οποίον είχεν εις τον χαλινόν και απερχόμενος έβοσκεν αυτόν από πρωϊας έως εσπέρας, είτα τον επότιζε και κατόπιν τον επήγαινεν εις το Μοναστήριον, τούτο δε εποίει πάντοτε καθ΄ όλας τας εορτάς, ή όταν δεν τον εχρειάζοντο δια μεταφοράν τινα. Μετά πολλάς δε ημέρας, απερχόμενος ο Φλάϊος εις υπηρεσίαν, ή από έπαρσιν αυτού, ή από φθόνον του δαίμονος, περιέπεσεν εις πορνείαν και την ημέραν εκείνην, καθ΄ ην έπραξε την αμαρτίαν ο Φλάϊος, εθυμώθη ο λέων και έφαγε τον όνον· όθεν ο Φλάϊος εγνώρισεν, ότι δια την πτώσιν αυτού ο όνος απώλετο και δεν ετόλμα να παρρησιασθή εις τον Άγιον, αλλ΄ απήλθεν εις την χώραν του. Ο δε Όσιος δεν παρείδεν αυτόν, αλλά πολλά ζητήσας εύρε τον απολωλότα και με νουθεσίας τον ωδήγησε προς μετάνοιαν και με θερμά δάκρυα, νηστείας και κόπους πολλούς του σώματος ηξιώθη παρά Θεού συγχωρήσεως.
Φθάνουν όσα εγράψαμεν ανωτέρω να φανερώσουν την μεγίστην χάριν και παρρησίαν προς Κύριον του Αγίου· πλην ας είπωμεν ολίγα τινά και δια την πορείαν αυτού προς το Βυζάντιον. Κατά τον καιρόν του βασιλέως Αναστασίου (491-518), έγινε στάσις εις τας Εκκλησίας μεταξύ των Αρχιερέων, τινές εκ των οποίων ήσαν εις την αίρεσιν των μονοφυσιτών Διοσκόρου και Σεβήρου, καθώς επίσης και ο βασιλεύς, όστις ανεβίβαζεν εις τους αρχιερατικούς θρόνους τους αναθεματίζοντας την εν Χαλκηδόνι Σύνοδον, τους δε Ορθοδόξους εξώριζε, καθώς αδίκως εξώρισε και τον μακάριον Ηλίαν τον της Παλαιστίνης Αρχιεπίσκοπον, όστις παρεκάλεσε τον μέγαν Σάββαν και άλλους τινάς εναρέτους Πατέρας να υπάγωσιν εις τον βασιλέα, να τον παρακαλέσουν να ειρηνεύση τα σκάνδαλα. Έγραψε δε και επιστολήν ο Πατριάρχης ταύτα λέγουσαν· «Βασιλεύ πολυχρονεμένε, ιδού στέλλω πρέσβεις και μεσίτας προς το κράτος σου τους οικιστάς της ερήμου και εξόχως τον μέγαν Σάββαν, των Ασκητών το κεφάλαιον. Λοιπόν ευλαβήσου τον κόπον των και τους θείους ιδρώτας των και παύσον τον πόλεμον των Εκκλησιών· μη αφήνης να προχωρή το κακόν, φιλόχριστε, εάν θέλης να ευαρεστήσης τον Κύριον, όστις σου εχάρισε την βασιλείαν και το διάδημα». Όταν λοιπόν έφθασαν εις την βασιλεύουσαν οι Όσιοι, ωκονόμησεν ο Πανάγαθος, όστις δοξάζει τους Αυτόν αντιδοξάζοντας, και είδεν ο βασιλεύς οπτασίαν τινα δια τον Άγιον, εξ ης πολλά τον ετίμησε και ακούσατε. Όταν εισήλθον οι Πατέρες εις το παλάτιον, τους μεν άλλους αφήκαν οι φύλακες και εισήλθον, τον δε Σάββαν, ιδόντες ενδεδυμένον με ευτελή και πτωχικά ιμάτια, δεν τον αφήκαν· όθεν εστέκετο έξω. Ήτο δε τότε εβδομήκοντα τριών ετών. Αναγνώσας δε την επιστολήν ο βασιλεύς, ηρώτησε τις ήτο ο Σάββας, και μαθών ότι έμεινεν έξω, έστειλε δορυφόρους να τον εύρωσιν. Όταν δε εισήλθεν ο Άγιος εις το Ανάκτορον, είδεν ο βασιλεύς Άγγελον αστραπόμορφον με λαμπράν στολήν, όστις προεπορεύετο του Αγίου και του έκαμνε τόπον να περιπατή ανεμποδίστως. Ταύτα είδεν ο βασιλεύς, όχι δια την αρετήν του, επειδή ως αιρετικός δεν ήτο άξιος να ίδη τοιαύτα θαυμάσια, αλλά δια να γνωρίση, ότι ο Σάββας ήτο Άγιος άνθρωπος και ευθύς ηγέρθη του θρόνου και του έκαμε μεγάλην τιμήν. Αφού εκάθισαν όλοι οι Όσιοι, τους ηρώτησεν ο βασιλεύς να είπη έκαστος τι χάρισμα ήθελεν εξ αυτού, αυτοί δε αφήκαν την κοινήν της Εκκλησίας υπόθεσιν και εζήτησαν σωματικάς δωρεάς και χαρίσματα. Ο βασιλεύς ικανοποίησε τα αιτήματα όλων αυτών, εθαύμασε δε δια τον Σάββαν, πως δεν ωμίλησε και είπε προς αυτόν· «Συ, Πάτερ τίμιε, πως έλαβες τοσούτον κόπον, να έλθης έως ημάς και δεν μας εζήτησας τίποτε»; Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ, κράτιστε βασιλεύ, πρώτον μεν ήλθον να προσκυνήσω την σην ευσέβειαν, πριν αποθάνω, έπειτα να σε παρακαλέσω δια την Αγίαν Πόλιν της Ιερουσαλήμ και τον Αρχιεπίσκοπον αυτής, να μη έχης κατ΄ αυτού καμμίαν δυσαρέσκειαν και το σπουδαιότερον, να ειρηνεύσης τας Εκκλησίας. Όταν αυτά ποιήσης, τότε θέλεις έχει τον Θεόν φίλον και θέλει σου συγχωρήσει τας αμαρτίας, δίδων εις σε και τα κατά των εχθρών νικητήρια».
Θαυμάσας ο βασιλεύς δια την ελευθερίαν του Σάββα και διότι δεν εζήτησε πρόσκαιρα και χαμαίζηλα πράγματα, αλλά την ειρήνευσιν της Εκκλησίας, τους μεν άλλους απέλυσεν, εις εκείνον δε εχάρισε χίλια φλωρία, να τα εξοδεύση εις τα Μοναστήρια του, του έδωσε δε και εξουσίαν, ίνα εισέρχεται ακωλύτως εις το παλάτιον, οπόταν θέλη. Περί του Πατριάρχου Ηλία όμως ωμίλησε λόγους κατηγορηματικούς και ήτο σφόδρα θυμωμένος κατ΄ αυτού, αλλ΄ ο μακάριος Σάββας με πολλήν γνώσιν και παρρησίαν επέτυχε να καταπραϋνη τον θυμόν αυτού και τον έπεισε να αναθεωρήση την άδικον απόφασίν του, περί ισοβίου εξορίας του και του επέτρεψε να παραμείνη και πάλιν εις τον θρόνον του δια την αγάπην του Σάββα. Αφού δε ο Όσιος επεράτωσεν επιτυχώς την αποστολήν του, δεν ανεχώρησεν αμέσως τότε από την Κωνσταντινούπολιν, επειδή ήτο χειμών, αλλ΄ έμεινεν έξω της πόλεως εις προάστιον, λεγόμενον του Ρουφίνου. Εκεί επήγαιναν πολλοί εκ της Πόλεως και τον επεσκέπτοντο και πολλοί εξ αυτών έγιναν μαθηταί του γνήσιοι, εξόχως δε η εγγονή του βασιλέως Ουαλεντίνου Ιουλιανή και η του Πομπηϊου, υιού του βασιλέως, σύζυγος, Αναστασία καλουμένη, η οποία εμόνασεν ύστερον εις το όρος των Ελαιών και ετέλεσε μεγάλους αγώνας και θαυμάσια κατορθώματα εις δόξαν Θεού. Κατά τον καιρόν εκείνον έγινεν εις τα χωρία των Ιεροσολύμων πείνα μεγάλη και θανατικόν και όσον παρήρχοντο αι ημέραι επί τοσούτον και το δεινόν τούτο κακόν επλήθυνε και εξηπλούτο εις πολλάς χώρας του Βυζαντίου. Εκ του κακού τούτου αναρίθμητοι οικίαι ηρημώθησαν και έμειναν ακατοίκητοι. Αι δε υπηρεσίαι της βασιλείας και αυτός ο βασιλεύς, δια να μη ζημιωθή το ταμείον του Κράτους, ενομοθήτησαν, όπως τους οφειλομένους φόρους των αποθνησκόντων πληρώνουν οι επιζώντες γείτονες αυτών. Τούτον τον παράνομον και άσπλαγχνον νόμον ακούσας ο εύσπλαγχνος Σάββας, επήγε πάλιν εις τον βασιλέα και εξέθεσεν εις αυτόν το άτοπον του πράγματος, αποδεικνύων την δια τούτου παντελή απώλειαν των πενήτων και ότι ο νόμος αυτός δεν ήτο προς το συμφέρον της βασιλείας, αλλά μάλιστα προς ζημίαν μεγάλην και εξολόθρευσιν. Διότι ήτο αδικία απερίγραπτος, όσοι εσώθησαν από τα δύο εκείνα δεινά της πείνης και της θανατηφόρου επιδημίας, να βασανίζωνται πάλιν ύστερον από το Κράτος, δια να πληρώσουν φόρον τόσον άδικον. Στενοχωρούμενοι δε υπό της βίας και εξωθούμενοι υπό της ανάγκης θέλουν πράξει νεώτερόν τι, εκ του οποίου θέλει ζημιωθή το Κράτος περισσότερον. Ταύτα λέγων ο Σάββας παρεκάλει τον βασιλέα εξ όλης καρδίας και μετά πολλής της δεήσεως να εξαλείψη τοιαύτην απόφασιν παράνομον.
Ευλαβηθείς τον Άγιον ο βασιλεύς, ηθέλησεν να κάμη την επιθυμίαν του· αλλ΄ ο μισόκαλος πάλιν ηναντιώθη, επειδή ήτο παρών μέγας τις άρχων πρωτοσύμβουλος του βασιλέως, Μαρίνος ονόματι, όστις τον ημπόδισεν ο τρισκατάρατος λέγων ταύτα· «Βασιλεύ, οι περισσότεροι άνθρωποι της Παλαιστίνης είναι Νεστοριανοί, δι΄ αυτό δεν πρέπει να τους κάμης τοιαύτην χάριν». Τότε ο Άγιος είπε προς αυτόν μετά θυμού· «Παύσον από του να εξάπτης εις τον βασιλέα τον παλαιόν πόλεμον και μετανόησον δια τα λόγια, τα οποία ελάλησας, ειδ΄ άλλως εις ολίγας ημέρας απολείται μετ΄ ήχου το σον μνημόσυνον, και θέλει αφανισθή η δόξα σου άπασα». Ο Μαρίνος όμως έμεινεν εις την πονηρίαν του, μη βάλλων κατά τον νουν ποσώς την ψυχωφελή νουθεσίαν του Αγίου. Ο δε Όσιος, λαβών από τον βασιλέα άλλας χιλίας δραχμάς χάρισμα, απήλθεν εις την Παλαιστίνην. Ο άδικος δε νόμος εκείνος έμεινεν ούτως αδιόρθωτος τότε, έως ου απέθανεν ο Αναστάσιος και έγινε βασιλεύς ο Ιουστίνος Α΄ (518-527). Τότε απέστειλε προς αυτόν επιστολάς ο θείος Σάββας και επέτυχε διορθώσεις τινάς, ο δε μετά ταύτα βασιλεύσας Ιουστινιανός Α΄ (527-565) τον εξήλειψε τελείως. Όσον αφορά τον άθλιον εκείνον Μαρίνον, ολίγας ημέρας μετά από όσα προεφήτευσε περί αυτού ο Άγιος, γενομένης στάσεως εις την πόλιν, διήρπασαν όλην την περιουσίαν αυτού και την οικίαν του κατέκαυσαν, ολίγον δε έλειψε να κόψουν και την κεφαλήν του, εάν δεν ήθελε μετανοήσει και κλαύση την ανομίαν του, γνωρίσας την πρόρρησιν του Αγίου. Τούτο διηγούντο πολλοί εις το Βυζάντιον και μάλιστα ο του βασιλέως υιός Πομπήϊος και Αναστασία η αυτού σύζυγος, θαυμάζοντες το προορατικόν του Αγίου. Μετά ταύτα απήλθον οι τα του Σεβήρου φρονούντες και παρεκίνησαν δια παντός τρόπου τον βασιλέα εις θυμόν κατά των Αγίων Πατριαρχών Αντιοχείας Φλαβιανού και Παλαιστίνης Ηλία, τους οποίους και πάλιν εξώρισεν. Αντί δε του Φλαβιανού έβαλον εις την Αντιόχειαν Πατριάρχην τον αιρετικόν αυτόν Σεβήρον (513-518), ο οποίος έστειλεν εις την Ιερουσαλήμ ιδικά του συνοδικά γράμματα μετά τινων Κληρικών και πολλών στρατιωτών, παραγγέλλων ότι εάν δεν δεχθή ο μακάριος Ηλίας τα του Διοσκόρου και αυτού δόγματα, να τον εκβάλουν από τον θρόνον του. Ταύτα μαθών ο θείος Σάββας συνήθροισεν όλους τους Μοναχούς και εδίωξεν απράκτους τους βασιλικούς ανθρώπους, ως να ήσαν αιχμάλωτοι. Έμπροσθεν τούτων ανεθεμάτισαν όλοι οι ευσεβείς τους κοινωνούς του Σεβήρου, μετά των οποίων ήτο συνηριθμημένος και ο βασιλεύς Αναστάσιος, όστις θέλων να εκδικήση τοιαύτην αισχύνην και προσβολήν αυτού, έστειλεν άρχοντα με εξουσίαν βασιλικήν, χειροτονήσας αυτόν δούκα πάσης Παλαιστίνης, δια να εκβάλη τον Ηλίαν βιαίως από τον θρόνον του, εάν δεν δεχθή τα του Διοσκόρου και Σεβήρου ασεβή δόγματα.
Απελθών ο δουξ εφυλάκισεν ευθύς τον Αρχιεπίσκοπον, εκείνος δε του εζήτησε να του επιτρέψη να εξέλθη της φυλακής και εις ωρισμένην ημέραν, καθ΄ ην θα ετελείτο εορτή χαρμόσυνος και θα ήσαν όλοι οι Χριστιανοί συνηθροισμένοι, να κάμη το πρόσταγμα του βασιλέως. Εξελθών λοιπόν ο Πατριάρχης συνήθροισεν όλους τους κοσμικούς, ο δε θείος Σάββας τους Μοναχούς. Έτυχε δε εκεί παρών και ο ανεψιός του βασιλέως Υπάτιος, όστις είχεν αιχμαλωτισθή και τότε ήρχετο λυτρωθείς με αργύρια. Αφού λοιπόν συνήχθησαν άπαντες εις Ναόν τινα μέγαν, εβόησεν ο Αρχιερεύς ταύτα εις επήκοον πάντων· «Όστις φρονεί τα των Ευτυχούς και Νεστορίου, Σεβήρου τε και Σωτηρίχου, ανάθεμα· και όστις δεν φυλάττει τα δόγματα των τεσσάρων Αγίων και Οικουμενικών Συνόδων, να είναι αναθεματισμένος». Τότε ο δουξ εθυμώθη ιδών ότι ηπατήθη, πλην φοβηθείς το πλήθος του λαού έφυγεν ησύχως εις την Καισάρειαν. Ο δε ανεψιός του βασιλέως ώμοσε να μένη εις την Ορθοδοξίαν συγκοινωνός των Αγίων έως εσχάτης αναπνοής και εχάρισεν εις τον Σάββαν πλήθος χρημάτων, δια να φανή προς αυτόν ευλαβής και προς τα θεία πιστός και Ορθόδοξος. Ο δε Όσιος ευχαριστήσας αυτόν, τον παρεκάλεσε να μεσολαβήση εις τον βασιλέα παρακινών αυτόν εις ευσπλαγχνίαν ίνα μη θυμωθή, επειδή δεν εφύλαξαν το πρόσταγμά του. Έγραψε δε ο Όσιος, με την βουλήν πάντων των Μοναχών, και επιστολήν προς τον βασιλέα, τοιαύτα λέγουσαν· «Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο αιώνιος Βασιλεύς και Θεός των απάντων, έδωκεν εις το θεοφιλές κράτος σου τα σκήπτρα της βασιλείας, δια να κυβερνάς με την θεοσέβειάν σου εν ειρήνη τας Εκκλησίας και εξόχως την μητέρα των Εκκλησιών, από την οποίαν ήρχισε το της ευσεβείας μέγα μυστήριον και απ΄ εντεύθεν διέβη εις τα της γης πέρατα και το οποίον ημείς, οίτινες κατοικούμεν εις τούτον τον Άγιον Τόπον, εφυλάξαμεν έως την σήμερον ανόθευτον, καθώς τούτο παρελάβομεν από τους Αγίους Αποστόλους και θέλομεν φυλάξει αυτό έως τέλους με την Χάριν του Θεού, χωρίς να εξέλθωμεν ουδόλως από την ορθοτομίαν του λόγου, ούτε να φθείρωμεν αυτόν με τας βεβήλους καινοτομίας των εκάστοτε υπεναντίων».
«Εις ταύτην την αμώμητον Πίστιν, βασιλεύς, ανετράφη και η βασιλεία σου εκ νεότητος· όθεν θαυμάζομεν πως εις τας ημέρας της ευσεβείας σου γίνεται εις την μητέρα των Εκκλησιών τόση ταραχή και σύγχυσις, και σύρουν οι υπηρέται σου εις το μέσον της αγοράς, έμπροσθεν Ιουδαίων και εθνικών, τους Ιερωμένους και Μοναχούς, τους αγίους αυτούς άνδρας, με τοσαύτην καταφρόνησιν, ως να ήσαν κακούργοι και άνομοι, και αναγκάζουν αυτούς να μολύνουν την Πίστιν την άμωμον. Όθεν παρακαλούμεν το κράτος σου να προστάξης, να μη μας πειράζωσι πλέον εις τα ζητήματα της Πίστεως, διότι άτοπον και παράλογον πράγμα είναι το και να είπη κανείς μόνον, ότι οι τόσοι ημείς Ιεροσολυμίται Ασκηταί και οι τόσοι άλλοι ενάρετοι άνθρωποι δεν επαιδεύθημεν καλώς εις την Πίστιν και τώρα εις το γήρας μας θέλετε σεις να μας ερμηνεύσητε την ευσέβειαν. Όθεν φανερόν είναι, ότι αυτή η καινοφανής διόρθωσις, όπως την ονομάζετε, της πατροπαραδότου και υγιούς Πίστεως, δεν είναι διόρθωσις, αλλά διαστροφή και νόθευσις. Μάλιστα δε και όσοι αυτήν παραδέχονται, απέρχονται εις την αιώνιον κόλασιν. Όθεν ημείς ουδόλως θέλομεν δεχθή καινοτομίαν τινά της Πίστεως, εμμένομεν δε εις όσα παρέδωκαν εις ημάς οι θεοφόροι ημών Πατέρες οι τε εν Νικαία το πρώτον συνελθόντες Τριακόσιοι Δεκαοκτώ και οι των λοιπών Αγίων Τριών Οικουμενικών Συνόδων και είμεθα έτοιμοι όχι μόνον πάσαν θλίψιν και κάκωσιν, αλλά και μυρίους θανάτους μα λάβωμεν, παρά να εξέλθωμεν από την Ορθοδοξίαν έστω και επ΄ ελάχιστον. Η δε ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν θέλει φρουρήσει την Αγίαν Εκκλησίαν Αυτού και θέλει καταπαύσει την επεγερθείσαν εναντίον αυτής ζάλην με νεύμα και πρόσταξιν του σου κράτους, εις δόξαν Αυτού και καύχημα της ενδόξου και θεοφιλούς βασιλείας σου».
Την επιστολήν ταύτην του Οσίου λαβών ο βασιλεύς την ανέγνωσε μεν, αλλ΄ απόκρισιν δεν είχε καιρόν να δώση, διότι μετέβαινεν εις τον πόλεμον. Ημείς δε ας έλθωμεν εις την περί του μακαρίου Σάββα διήγησιν. Αφού εξώρισαν αδίκως τον Πατριάρχην Ηλίαν, καθώς άνωθεν εγράψαμεν, έγινε πείνα μεγάλη και ακρίβεια πολλή εις όλην την Παλαιστίνην επί πέντε έτη και ουδόλως, κατά το διάστημα αυτό, έβρεξεν· όθεν ήτο πανταχού της Παλαιστίνης μεγάλη στενοχωρία, όχι μόνον μεταξύ των κοσμικών, αλλά και μεταξύ των Μοναχών, όσοι ήσαν εις κελλία και Μοναστήρια. Ο δε μέγας Σάββας εκυβέρνα επτά μεγάλα Μοναστήρια, τα οποία επίσης είχον μεγάλην στέρησιν των αναγκαίων, πλην αυτός δεν είχε μέριμνάν τινα περί τούτου, αλλ΄ εις μόνον τον Δεσπότην είχεν εναποθέσει τας ελπίδας του και παρ΄ Αυτού εζήτει βοήθειαν. Προσκαλέσας δε τους Ηγουμένους των Μοναστηρίων, είπε προς αυτούς να μη μεριμνώσι περί τούτου, ούτε να πικραίνωνται ουδόλως, αλλά να ελπίζωσιν εις τον Κύριον και εκείνος θέλει δώσει εις αυτούς τα χρειαζόμενα. Μετ΄ ολίγας ημέρας ήλθεν η Λαύρα του Αγίου εις τόσην στέρησιν, ώστε δεν είχον ούτε άλευρον, ούτε άλλο τι βρώσιμον. Απελθών λοιπόν ο διακονητής, είπε προς αυτόν, ότι κατά την ερχομένην Κυριακήν δεν θα είχον άρτον ούτε δια να λειτουργήσουν. Η θαυμασία όμως εκείνη ψυχή ουδέ τότε απηλπίσθη της θείας Προνοίας, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Εκείνος, τέκνον, όστις μάς είπε να μη μεριμνώμεν περί της αύριον, Αυτός έχει την φροντίδα μας και θέλει μάς στείλει εξ ύψους βοήθειαν, ώστε να μη στερηθώμεν της ιεράς Λειτουργίας». Ούτως ο Όσιος προεφήτευσε και (ω της μεγίστης προς αυτόν κηδεμονίας σου, Δέσποτα!) πριν φθάση η Κυριακή, ήλθον άγνωστοι τινες άνθρωποι, ως εκ θείας Προνοίας απεσταλμένοι, και φέρουν τριάκοντα υποζύγια φορτωμένα σίτον, οίνον και έλαιον και όσα άλλα είναι εις τροφήν επιτήδεια. Ευχαριστήσας λοιπόν τον Κύριον ο Όσιος, είπε προς τον κελλάρην· «Τι λέγεις, ολιγόπιστε; Αφήνομεν τώρα την ιερουργίαν δια την στέρησιν του άρτου»; Ο δε έπεσεν εις τους πόδας αυτού, μετανοών την προτέραν μικροψυχίαν και αιτών μετά δακρύων συγχώρησιν. Νουθετήσας λοιπόν αυτόν ο Όσιος να μη είναι πλέον τοσούτον μικρόψυχος, αλλά να επιρρίπτη προς τον Θεόν την μέριμναν, κατά τον Δαυϊδ, εν ειρήνη τον απέλυσε. Κατά την επομένην ήλθον από το σπήλαιον Μοναχοί τινες, λέγοντες, ότι οι ποιμένες αφήκαν τα πρόβατα και έτρωγαν τα σπαρτά της Λαύρας, όχι δε μόνον τούτο, αλλά και αυτοί πολλάκις εισήρχοντο εις το Μοναστήριον και ήρπαζον τροφάς δια της βίας προξενούντες εις τους αδελφούς καθ΄ εκάστην πολλήν ταραχήν και θόρυβον. Ο δε Άγιος παρήγγειλεν εις τους ποιμένας με ταπείνωσιν και πραότητα, κατά το σύνηθες, να απέχουν από την Λαύραν και να μη προξενήσουν πλέον άλλην ζημίαν εις τα των Μοναστηρίων. Εκείνοι όμως δεν έλαβον ουδόλως υπ΄ όψιν των τα λόγια του, αλλά πάλιν εποίουν ως πρότερον. Αλλ΄ ο Κύριος τούς εδίδαξε με το έργον να μη καταφρονώσι τους δούλους του και παρευθύς, ω παραδόξων πραγμάτων! Έστυψε το γάλα των προβάτων και απεστειρώθησαν· όθεν απέθνησκον τα αρνία των, μη έχοντα γάλα να φάγωσιν. Οι δε ποιμένες ηννόησαν, ότι δια την παρακοήν των έπαθον τοιαύτην ζημίαν και δραμόντες εις τον Άγιον έπεσαν εις τους πόδας αυτού, ολοφυρόμενοι δια την ζημίαν, και θερμώς εξομολογούμενοι την αμαρτίαν. Υπέσχοντο δε να μη πλησιάσουν πλέον εις τα όρια της Λαύρας. Ο δε συγχωρήσας ηυλόγησεν αυτούς, ομού δε με την ευλογίαν ελύθη και η τιμωρία, ηφανίσθη η των μαστών στείρωσις, έρρευσε κρουνηδόν το γάλα, και τα αρνία τρεφόμενα έθαλλον, όθεν μετεβλήθη εις χαράν η κατήφεια των ποιμένων.
Κινούμενος υπό της άνωθεν θείας Προνοίας ο Άγιος επήγε με δύο άλλους αδελφούς, Στέφανον και Ευθάλιον καλουμένους, να επισκεφθώσι τον μακάριον Πατριάρχην Ηλίαν, ο οποίος ήτο εις την εξορίαν δια την Ορθόδοξον Πίστιν, επειδή, ως ανωτέρω είπομεν, δεν ηθέλησε να ομολογήση τα του Σεβήρου. Ιδών δε ο Πατριάρχης τον Άγιον εχάρη πολύ και ευχαριστήσας αυτόν, όπου έλαβε τόσον κόπον, ογδοήκοντα ετών άνθρωπος, να περιέλθη τόσον τόπον, δια να τον εύρη εις την δεινήν εκείνην εξορίαν, τον εκράτησε πλησίον του ημέρας πολλάς, δια να απολαύση ο εις τον έτερον. Είχον δε συνήθειαν να συναντώνται καθ΄ εκάστην ημέραν την ενάτην ώραν να τρώγωσι μαζί· ημέραν δε τινα δεν εξήλθεν ο Πατριάρχης από το κελλίον του· όθεν έμεινε και ο θείος Σάββας νήστις με τους συντρόφους του. Τέλος το μεσονύκτιον εξήλθε περίλυπος ο Πατριάρχης και λέγει προς αυτούς· «Εγώ δεν έχω καιρόν να φάγω και μη με περιμένετε». Οι δε ηρώτησαν αυτόν την αιτίαν και διατί είχε τοσαύτην κατήφειαν. Ο δε απεκρίνατο πικρώς στενάξας· «Γνώριζε, μακάριε Σάββα, ότι ταύτην την ώραν απέθανε ο βασιλεύς Αναστάσιος και μέλλω να υπάγω και εγώ κατά την δεκάτην από σήμερον ημέραν, να παρασταθώμεν εις το φρικώδες Βήμα του Δεσπότου Χριστού, ίνα δικασθώμεν αμφότεροι». Την νύκτα δε ταύτην κατά την οποίαν είδεν ο Πατριάρχης την οπτασίαν έβλεπε και ο Άγιος κεραυνούς να κτυπώσι τον βασιλέα, αυτός δε φεύγων απέρρηξεν αισχρώς την ψυχήν. Πράγματι δε μετ΄ ολίγας ημέρας ηκούσθη η φήμη, ότι ο βασιλεύς ετελεύτησε. Μετά ταύτα ηκολούθησε και η κοίμησις του μακαρίου Ηλία κατά την πρόρρησιν. Μετά τον θάνατον του Αναστασίου εψήφισαν βασιλέα τον Ιουστίνον Α΄ (518-527), όστις έστειλεν εις όλην την Οικουμένην προστάγματα, να αναλάβουν και πάλιν τους θρόνους των οι Ορθόδοξοι Αρχιερείς και να γράψουν εις τας ιεράς βίβλους την εν Χαλκηδόνι συγκροτηθείσαν Αγίαν Δ΄ Οικουμενικήν Σύνοδον δια να απολαύση γαλήνην η Εκκλησία. Ήτο δε τότε γέρων ο τρισμακάριος Σάββας υπερβαίνων τα ογδοήκοντα έτη, ασθενής και αδύνατος από την άσκησιν, πλην εις την προθυμίαν της ψυχής ήτο νεώτερος και δεν εδίστασε καθόλου, αλλά δια τον ζήλον της Ορθοδοξίας έδραμεν εις την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν, κηρύσσων πανταχού το ευσεβές του βασιλέως διάταγμα και γράφων τας μέχρι τότε συγκροτηθείσας τέσσαρας Αγίας Οικουμενικάς Συνόδους εις τας ιεράς βιβλους των Εκκλησιών και νουθετών πάντας και οδηγών προς την Ορθοδοξίαν με το μέλι της γλυκυτάτης διδασκαλίας του.
Εις την οδόν δε εις την οποίαν επορεύετο έκειτο γυνή ασθενής αιμορροούσα από πολλών ετών, εξήρχετο δε απ΄ αυτής τοιαύτη δυσωδία, ώστε δεν ηδύνατο κανείς να πλησιάση· ακόμη δε και αυτοί οι συγγενείς της την εσιχαίνοντο· όθεν είχεν η δυστυχής μεγάλην στενοχωρίαν και βάσανον, επειδή ουδείς ιατρός ηδύνατο να της προσφέρη βοήθειαν. Ως είδε λοιπόν αυτή τον Άγιον διαβαίνοντα εκείθεν, εφώναξε ταύτα δακρύουσα· «Δούλε του Θεού, λυπήσου με την ταλαίπωρον». Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν, επλησίασε και λαβών αυτήν εκ της χειρός την ήγειρε τεθεραπευμένην. Αύτη η φήμη ηκούσθη πανταχού και προσελθών τις, όστις είχε θυγάτριον υπό του πονηρού δαίμονος χαλεπώς βασανιζόμενον, παρεκάλει αυτόν να το θεραπεύση. Ευσπλαγχνισθείς δε αυτόν ο φιλανθρωπότατος Σάββας, εσφράγισε την παίδα με το σημείον του Τιμίου Σταυρού εις το όνομα του Δεσπότου Χριστού και ευθύς ελυτρώθη του δαίμονος και έλαβεν αυτήν ο πατήρ αυτής υγιαίνουσαν. Διότι τοσαύτην χάριν είχεν ο θείος Σάββας εις την ψυχήν, ώστε όσα εζήτει από τον Θεόν τα ελάμβανεν ανεμποδίστως και ετέλει τοιαύτα θαύματα. Το δε σώμα πάλιν είχεν υπήκοον εις το θέλημά του ο Όσιος και ούτε όταν ενήστευεν ήτο ασθενής από την πολλήν εγκράτειαν, καίτοι τας τεσσαρακοστάς έτρωγε μόνον άπαξ της εβδομάδος και συγχρόνως έκαμνεν όλας τας υπηρεσίας, ούτε όταν έτρωγε καθ΄ εκάστην εβλάπτετο ο στόμαχός του ουδόλως, αλλ΄ ήτο πάντοτε υγιής και άνοσος, ως άνθρωπος δυνατής και αβλαβούς κράσεως. Καθώς δε ήτο γενναίος εις το σώμα, ούτως ήτο και εις την ψυχήν· εις δε το φρόνημα ήτο μέτριος, εις τον τρόπον επιεικής, εις την ομιλίαν ηδύς και γλυκύτατος, εις το ήθος απλούστατος, εις την φρόνησιν βεβαιότατος, είχε δε και την αγάπην προς πάντας ειλικρινή και ανυπόκριτον.
Κατά το τέταρτον έτος της ανομβρίας ήλθον εις τον Άγιον οι Μοναχοί του σπηλαίου ζητούντες συγχώρησιν να αναχωρήσουν, διότι δεν ηδύναντο πλέον να υπομένουν την στενοχωρίαν του ύδατος. Ο δε Όσιος είπε προς αυτούς· «Υπομείνατε ολίγας ημέρας και θέλει έλθει το θείον έλεος εις σας». Ούτως είπε, και την τρίτην ημέραν ήλθεν εις εκείνο το Μοναστήριον τόση βροχή, ώστε επλήρωσεν όλας τας δεξαμενάς των υδάτων· και το παραδοξότερον, ότι δεν έβρεξεν εις άλλον τόπον ουδόλως, ειμή μόνον εις την Λαύραν εκείνην, από την οποίαν εμελέτων να φύγωσιν. Εις δε τα έτερα Μοναστήρια, τα οποία ήσαν εκεί πέριξ, ούτε ρανίς δεν έπεσεν· όθεν έδραμον και εκείνων οι Προεστώτες και Καθηγούμενοι και πίπτοντες εις τους πόδας του Αγίου, έλεγον ταύτα παραπονούμενοι· «Τι επταίσαμεν ημείς οι ταλαίπωροι και δεν κάμνεις και δι΄ ημάς δέησιν, να στείλη δρόσον ο Κύριος και εις ημάς, οίτινες έχομεν στενοχωρίαν και χρειαζόμεθα ανάψυξιν»; Ο δε, παρηγορών αυτούς, έλεγεν· «Εις εκείνους οίτινες είχον μεγαλυτέραν ανάγκην κατέπεμψε την ευλογίαν του ο Κύριος, εις ολίγον δε καιρόν θέλει αποστείλει και εις σας τα ελέη του».Ήλθε δε και η ημέρα των Εγκαινίων (Η 13η Σεπτεμβρίου του Ναού της Αναστάσεως) και ήσαν όλαι αι βρύσεις ξηραί, μη ευρισκομένου ουδαμού ύδατος· όθεν πολλοί εκινδύνευσαν. Ο δε Πατριάρχης Ιωάννης ο Γ΄ (516-524), ηρεύνα και έσκαπτε εις κάθε τόπον δια να εύρη ύδωρ, αλλά δεν ηδύνατο· όθεν σφόδρα ωδύρετο δια την συμφοράν της πόλεως. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα φίλος τις αυτού, Σούμος ονόματι, είπε προς αυτόν· «Άλλην ιατρείαν δεν έχομεν, δέσποτα, ειμή μόνον να παρακαλέσης τον μέγαν Σάββαν, όπως ποιήση προς Κύριον δέησιν και μας λυτρώση από της μάστιγος ταύτης». Προσκαλέσας λοιπόν αυτόν ο Αρχιερεύς, τον παρεκάλει να δεηθή εις τον Θεόν όπως ευσπλαγχνισθή τον λαόν και στείλη ουρανόθεν το έλεός του. Ο δε Άγιος, προφασιζόμενος έλεγεν, ότι ήτο υπέρ την δύναμίν του η αίτησις. Τότε ο Πατριάρχης έπεσεν εις τους πόδας τού Οσίου μετά δακρύων δεόμενος και των γονάτων αυτού απτόμενος και παρεκάλει αυτόν να του υπακούση να μη απολεσθή τόσος κόσμος από την στέρησιν του ύδατος. Μη δυνάμενος λοιπόν να πράξη άλλως ο Άγιος, εκλείσθη εις τινα οίκον και παρήγγειλε προς όλους να προσεύχωνται, αυτός δε διέμεινεν έγκλειστος προσάγων θερμάς δεήσεις προς Κύριον. Την δε τρίτην ημέραν, κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός, έγινεν αίφνης συστροφή νεφών και αέρος σκότωσις και ήλθε τοσαύτη βροχή, ώστε επλημμύρισαν όλοι οι ποταμοί και τα φρέατα, αι δε πηγαί ενεπλήσθησαν ύδατος. Τότε όλοι οι κάτοικοι της πόλεως λυτρωθέντες των δεινών με μίαν ψυχήν και μίαν γλώσσαν ανέπεμπον την ευχαριστίαν προς τον Θεόν. Ολίγον μετά ταύτα ετελεύτησεν ο Πατριάρχης Ιωάννης, αφήσας εις τον θρόνον διάδοχον επιφανή τινα και ενάρετον Κληρικόν, τον Πέτρον Α΄ (524-552). Μετά τρία έτη ο βασιλεύς Ιουστίνος, γέρων ων, ησθένησε βαρέως· όθεν μη δυνάμενος πλέον να κυβερνά το βασίλειον, εψήφισεν αυτοκράτορα τον ανεψιόν του στρατηγόν και πατρίκιον Ιουστινιανόν. Ο δε Πατριάρχης Πέτρος επήγαινε συχνά με τον θείον Σάββαν εις την έρημον και τον ηυλαβείτο πολύ, όπως και οι πρότερον αυτού πατριαρχεύσαντες. Είχε δε ο Πατριάρχης αδελφήν τινα, Ησυχίαν ονόματι, πολύ ενάρετον, ήτις ήτο βαρέως ασθενής και ουδείς ιατρός ηδύνατο να την θεραπεύση· όθεν είχε μεγάλην την θλίψιν δι΄ αυτήν και παρεκάλεσε τον Άγιον να την θεραπεύση. Ο δε Όσιος, ποιήσας επ΄ αυτής τρις το σημείον του Τιμίου Σταυρού, την ανήγειρεν ευθύς υγιά εκ της κλίνης. Τοιαύτην αμοιβήν έλαβεν από τον Άγιον ο Επίσκοπος, δια την τιμήν και ευλάβειαν την οποίαν είχε προς αυτόν. Κατά τον καιρόν αυτόν ετελεύτησεν η Ιουλιανή η εγγονή του βασιλέως. Οι δε ευνούχοι αυτής, ως πιστότατοι όπου ήσαν και φίλοι του μακαρίου Σάββα από τον καιρόν της μεταβάσεώς του εις Κωνσταντινούπολιν, έλαβον χρήματα αναρίθμητα και τα έφερον, παρακαλούντες όπως τους δεχθή να γίνουν Μοναχοί. Ο Άγιος όμως δεν ηθέλησε να παραβή την τάξιν και να βάλη εις την Λαύραν αγένειόν τινα· μόνον αφού ενουθέτησεν αυτούς ικανώς τους έστειλεν εις τον Όσιον Θεοδόσιον τον Κοινοβιάρχην. Ολίγον δε μετά ταύτα ο Όσιος Θεοδόσιος ετελεύτησε. Κατά την εποχήν εκείνην εψήφισαν και οι Σαμαρείται ιδικόν των βασιλέα κάποιον Ιουλιανόν ονόματι και εβασάνιζον πολύ τους Χριστιανούς, πολλούς δε και εθανάτωσαν, επερχόμενοι εις τα χωρία, τα οποία εγειτόνευον με αυτούς και μάλιστα εις τα περίχωρα της Νεαπόλεως. Εκεί τον μεν Επίσκοπον απέκτειναν, άλλους Ιερείς ηχμαλώτισαν, άλλους εφόνευσαν, ετέρους δε δια πυρός κατέκαυσαν και άλλας μυρίας ύβρεις κατά των Χριστιανών διέπραξαν οι ανόσιοι. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς έστειλε στράτευμα και καθυπέταξε τους Σαμαρείτας, εφόνευσαν δε και τον βασιλέα αυτών Ιουλιανόν· τον δε Σιλουανόν, όστις έπραξε πολλά άτοπα κατά των Χριστιανών, κατέκαυσαν δικαίως τον άδικον, δια να πληρωθή εις αυτόν η του Οσίου Σάββα πρόρρησις. Εις δε απ΄ εκείνους οίτινες ηκολούθουν αυτόν, την κλήσιν Αρσένιος, την αξίαν ιλλούστριος (λαμπρός—επιφανής), επήγεν εις το Βυζάντιον και έχων παρρησίαν (δεν γνωρίζω πόθεν και πως) προς τον βασιλέα, του είπε πολλά ψεύματα, ότι οι άνθρωποι της Παλαιστίνης ήσαν οι αίτιοι της των Σαμαρειτών στάσεως· όθεν εθυμώθη ο βασιλεύς κατ΄ αυτών και εσκέπτετο να τους τιμωρήση.
Ταύτα μαθών ο Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, ελυπήθη τον λαόν αυτού και παρεκάλεσε θερμώς τον Άγιον να υπάγη και πάλιν εις την Κωνσταντινούπολιν να παρακαλέση τον βασιλέα, όπως μη κακοποιήση τους αναιτίους. Ο δε Όσιος, αν και γέρων πλέον ενενήκοντα ετών, δεν ηναντιώθη ποσώς, δεν ώκνησε, δεν εδειλίασε το μάκρος της οδού ή ασθένειαν του σώματος, αλλά δια να σώση ψυχάς από κίνδυνον θανάτου, εκίνησε με τόσην προθυμίαν, ως να ήτο νέος και ανδρείος και επήγεν εις το Βυζάντιον. Ακούσας ο βασιλεύς, ότι ο Σάββας έρχεται, έστειλεν ευθύς πλοίον βασιλικόν και πολλούς δορυφόρους να τον φέρωσι με τιμήν πολλήν καθώς έπρεπεν· έπειτα έστειλε και τον Πατριάρχην Επιφάνιον με όλον τον Κλήρον να τον προϋπαντήσωσι, κρίνων εν τη διανοία αυτού, ότι δεν υπεδέχετο επίγειόν τινα, αλλ΄ ουράνιον Άγγελον. Αφού δε έφθασεν ο Σάββας εις το Παλάτιον, έβλεπεν ο βασιλεύς στέφανον με λάμψιν ανθηράν εις την κεφαλήν του Αγίου εστολισμένον με διαφόρους χάριτας και εξαστράπτοντα από λαμπρότητα. Καταπλαγείς όθεν δια την όρασιν ταύτην και εγερθείς ταχέως από της καθέδρας αυτού, ησπάζετο την ιεράν εκείνην κεφαλήν με πολλήν χαράν και ευλάβειαν.
Αφού λοιπόν κατησπάσθη τον Όσιον ο βασιλεύς και έλαβε τας ευλογίας αυτού, εκάλεσεν ευθύς και την βασίλισσαν και τον παρεκάλεσε να την ευλογήση και να την ευχηθή να κάμη τέκνον, διότι ήτο στείρα και είχον πολλήν εκ τούτου αθυμίαν αμφότεροι. Ο δε Άγιος δεν ηυχήθη ουδόλως εις αυτήν τεκνογονίαν, μόνον ηυχήθη αμφοτέρους τους βασιλείς να τους ενδυναμώνη ο Κύριος, να τους δίδη νίκην κατ΄ εχθρών και έτερα όμοια. Η δε βασίλισσα του έλεγε πάλιν δια παιδοποιϊαν, αλλ΄ ο Όσιος επαναλάμβανε την πρώτην ευχήν. Τούτο δε έγινε πολλάκις, ώστε πάντες ηννόησαν, ότι δεν ήθελε να της ευχηθή ο Άγιος τεκνογονίαν· όθεν απήλθεν η βασίλισσα περίλυπος. Μερικοί δε φίλοι του βασιλέως ηρώτησαν τον Όσιον· «Διατί δεν ηυχήθης τέκνον εις την βασίλισσαν, αλλά την εσκανδάλισες τόσον»; Ο δε απεκρίνατο· «Ο Θεός να μη της δώση τέκνον, διότι εάν γεννηθή εξ αυτής παιδίον, θέλει ανακαινίσει τα δόγματα του Σεβήρου, και θέλει προκαλέσει περισσότερον θόρυβον και σύγχυσιν εις την Εκκλησίαν από τον Αναστάσιον». Ο δε βασιλεύς Ιουστινιανός τόσην αγάπην και ευλάβειαν έδειξε προς τον Άγιον, ώστε όχι μόνον συνεχώρησε τους Παλαιστίνους, αλλά και τους Σαμαρείτας εδίωξεν έξω της πόλεως, προστάξας να κάμουν τας συναγωγάς αυτών έξωθεν, εθέσπισε δε και νόμον να μη κληρονομούν οι επιζώντες τους αποθνήσκοντας, δια να μη πλεονάζη ο πλούτος των, όστις δε εξ αυτών στασιάση εις το εξής, να τον φονεύωσι. Τούτο φοβηθείς και ο ρηθείς Αρσένιος εδέχθη και έλαβε το άγιον Βάπτισμα παρά του Οσίου, διότι ήτο Σαμαρείτης το πρότερον. Αλλά ταύτα μεν έγιναν ύστερον· ημείς δε ας είπωμεν περί του πιστού βασιλέως και τα επίλοιπα. Γνωρίζων ο Ιουστινιανός πόσον ετίμησε τον Άγιον ο βασιλεύς Αναστάσιος, ο οποίος αν και δεν ήτο Ορθόδοξος εν τούτοις του εχάρισε τόσον χρυσίον, ηθέλησε και αυτός να του δώση ακόμη περισσότερον. Ευχαριστήσας ο Όσιος τον βασιλέα δια την καλήν αυτού προαίρεσιν, είπε προς αυτόν· «Εκείνος ο φιλόστοργος Πατήρ και φροντιστής των ψυχών και των σωμάτων ημών, όστις έτρεφε πλουσίως τον απειθή λαόν εις την έρημον, έχει και την μέριμναν και φροντίδα ημών, αλλ΄ από το κράτος σου χρειαζόμεθα να μας κάμης φιλοτιμίαν αναγκαιοτέραν χρημάτων, εάν ορίζη η βασιλεία σου. Οι Παλαιστίνοι υπέστησαν και ανά πάσαν στιγμήν υφίστανται πολλά από τους Σαμαρείτας. Πολλά κτίσματα και Ναούς τούς εχάλασαν, πρόβατα και βόας και άλλα κτήνη τούς ήρπασαν, πολλούς εξ αυτών ηχμαλώτευσαν, τους καρπούς των κατέκαυσαν και ετέρας ζημίας επροξένησαν εις αυτούς, περιήλθον δε εις τοιαύτην πτωχείαν, ώστε ούτε την καθημερινήν των τροφήν δεν έχουσι και λιμοκτονούσιν οι τάλανες».
«Δι΄ όλα αυτά δέονται και παρακαλούν την βασιλείαν σου, συνέχισε λέγων ο Όσιος, να τους αφήσης ολίγον καιρόν τον φόρον, δια να λάβουν ολίγην άνεσιν και κατόπιν να πληρώνουν πάλιν το οφειλόμενον· έτι δε, όσοι έρχονται να προσκυνήσουν τον ζωοποιόν Τάφον του Σωτήρος μας χρειάζονται και αυτοί στέγην, να αναπαύωνται ολίγον από τον κόπον της οδοιπορίας, μάλιστα εάν ασθενήσωσιν. Όθεν είναι πολύ αναγκαίον να κτισθή δια τον σκοπόν αυτόν νοσοκομείον ευρύχωρον, αλλά και ο θείος Ναός της Θεοτόκου, τον οποίον έκτισεν ο Πατριάρχης Ηλίας, είναι ημιτελής και έχει ανάγκην συμπληρωματικής κατασκευής και στολισμού· ομοίως και τα Μοναστήρια, τα οποία έκτισα, δεν έχουν ουδέν φρούριον πλησίον των, ώστε να προφυλάσσωνται οι αδελφοί εις ώραν ανάγκης. Προ πάντων δε αι αιρέσεις του Αρείου, του Νεστορίου, του Ωριγένους και των Μονοφυσιτών θορυβούν και ταράττουν την Εκκλησίαν. Δια τούτο πρέπει η βασιλεία σου να βάλη εις τούτο πολλήν επιμέλειαν, να αφανίσης με την πολλήν σου δύναμιν τα ζιζάνια. Εάν τελέσης αυτά, τα οποία σοι είπον, έχω θάρρος και ελπίζω εις τον Θεόν να σου χαρίση πλουσίας τας αμοιβάς, να υποταχθούν εις σε η Ρώμη, η Καρχηδών και όσα άλλα μέρη εστασίασαν, να προσκυνήσουν πάλιν το κράτος της ευσεβείας σου».
Τοιαύτας αιτήσεις φιλοθέους τε και κοινωφελείς εποίησεν ο θείος Σάββας, ο δε πιστότατος βασιλεύς, έχων μεγάλην δίψαν να φιλοτιμήση τον Άγιον, έγραψεν ευθύς προστάγματα εις όλους τους τόπους κατά των προαναφερθέντων αιρετικών, προστάσσων τους ηγεμόνας και τους άρχοντας όπως άνευ ουδεμιάς αναβολής τελέσουν ευθύς το προστασσόμενον. Έγραψε δε προς Αντώνιον, τον Αρχιερέα της Ασκάλωνος και τον Ζαχαρίαν, να εκτιμήσωσι τας ζημίας τας οποίας επροξένησαν οι Σαμαρείται εις τους Παλαιστίνους δια να τους ανταμείψη, απαλλάσσων αυτούς από της καταβολής των φόρων επί τόσα έτη, όσας δε Εκκλησίας κατέστρεψαν να τας ανακαινίσουν με κρατικά έξοδα· έτι δε να κτίσουν εις την Αγίαν Πόλιν νοσοκομείον, εις το οποίον να αφιερώσουν σιτηρέσιον κατ΄ έτος φλωρία χίλια οκτακόσια πεντήκοντα· να κτίσουν δε πλησίον της Λαύρας πύργον και φρούριον ισχυρόν δια να το έχουν οι Μοναχοί εις κάθε περίστασιν ασφαλές καταφύγιον. Προ πάντων δε να αναθεματίσουν επισήμως τας προρρηθείσας αιρέσεις και να αγωνισθούν δια την εξάλειψιν αυτών.
Ταύτα διέταξεν ο βασιλεύς με πολλήν επιμέλειαν, ο δε ΄Αγιος τον ηυχαρίστησεν, υποσχόμενος να δέηται του Θεού υπέρ αυτού και ο λόγος του εις ολίγον καιρόν επραγματοποιήθη. Όλη η Αφρική, το ισχυρόν κράτος των Βανδήλων η Καρχηδών, η Ρώμη και πολλά άλλα μέρη ήλθον εις την υποταγήν του, καθώς ηυχήθη εις αυτόν ο Άγιος. Λαβών δε ο Όσιος τα βασιλικά προστάγματα, ανεχώρησεν επιστρέφων εις Ιεροσόλυμα και διαβαίνων από την Καισάρειαν και την Σκυθόπολιν εκήρυττε πανταχού την Ορθοδοξίαν, διδάσκων και νουθετών άπαντας προς ευσέβειαν, ενεχείρισε δε και προς τους προρρηθέντας Επισκόπους τας επιστολάς του βασιλέως, οίτινες λαβόντες αυτάς απήλθον εις την πρώτην Παλαιστίνην, εις την οποίαν οι Σαμαρείται είχον προξενήσει τας μεγαλυτέρας ζημίας και εξετίμησαν αυτάς εις δώδεκα κεντηνάρια (390 κιλά χρυσού περίπου) χρυσού, εις δε την Σκυθόπολιν μετριώτερον, τα ποσά δε ταύτα εχάρισεν ο Ιουστινιανός από τους φόρους κατά την υπόσχεσιν. Εκτίσθησαν δε εις ολίγον καιρόν και αι οικοδομαί και το φρούριον κατά την προσταγήν του βασιλέως.
Ο δε Όσιος, αφού επέστρεψεν εις τους Αγίους Τόπους και προσεκύνησε τον Τάφον του Σωτήρος, ήλθεν εις την Λαύραν αυτού και μετά μικρόν ησθένησε. Τότε ο Πατριάρχης Πέτρος απήλθεν ευθύς εις επίσκεψίν του και ιδών αυτόν ότι δεν είχε τίποτε από όσα έχει ανάγκην ο ασθενής προς θεραπείαν του σώματος, τον παρεκάλεσε να δεχθή να τον υπάγουν εις το Πατριαρχείον δια να εύρη ολίγην ανακούφισιν. Όθεν έκαμεν υπακοήν, και τον επήγαν εις το Πατριαρχείον, εις το οποίον έμεινεν ολίγον καιρόν βασανιζόμενος υπό της νόσου. Επειδή όμως έφθασε τότε και η ώρα να μεταβή προς τον ποθούμενον Χριστόν, του απεκάλυψεν ο Κύριος δι΄ οπτασίας ότι μέλλει να υπάγη εις τα ουράνια. Ευθύς τότε προστάσσει και τον επήγαν εις το κελλίον του και ασπασάμενος όλους τους αδελφούς εψήφισεν αντ΄ αυτού Προεστώτα πνευματικόν τινα έμπειρον και άξιον να ποιμάνη τοσαύτα λογικά θρέμματα, Μελιτάν καλούμενον, και ούτω παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις τας αχράντους χείρας του Δεσπότου Χριστού, τη Πέμπτη (5) του Δεκεμβρίου μηνός εν έτει 533, ζήσας τα πάντα έτη ενενήκοντα τέσσαρα. Συνήχθη δε τότε όχι μόνον το πλήθος πάντων των Μοναχών, αλλά και κοσμικοί αναρίθμητοι και Ιερείς και Αρχιερείς ομού μετά του Πατριάρχου, οι οποίοι μετά της προσηκούσης τιμής, μετά φωταψίας, υμνωδιών και θυμιαμάτων, ενεταφίασαν το πάνσεπτον εκείνο και ιερώτατον λείψανον. Τοιούτος μεν ήτο ο Βίος του μακαρίου Σάββα, και ούτως υπερφυή τα κατά Θεόν αυτού κατορθώματα. Αλλ΄ ας είπωμεν και ολίγα τινά από τα πολλά του θαυμάσια, τα οποία εποίησε μετά την σεβασμίαν αυτού μετάστασιν. Διάκονός τις, Ρωμύλος ονόματι, ήτο εις την Γεθσημανή, του οποίου διέρρηξαν την οικίαν και έκλεψαν εξ αυτής πολύ αργύριον· όθεν οδυρόμενος την συμφοράν, απήλθεν εις τον Ναόν του Αγίου Θεοδώρου, όστις εφανέρωνε τους κλέπτας, και εδέετο να του αποκαλύψη το αγνοούμενον. Ποιήσας λοιπόν εκεί ημέρας πέντε, βλέπει τον Μάρτυρα την νύκτα και λέγει προς αυτόν· «Τι κλαίεις»; Ο δε είπε την αιτίαν· του λέγει δε πάλιν ο Άγιος, ώσπερ απολογούμενος· «Δεν ήμην εδώ, διότι ο μακάριος Σάββας εκοιμήθη και προσετάχθημεν όλοι οι Μάρτυρες να συνοδεύσωμεν την αγίαν του ψυχήν εις τον τόπον της αναπαύσεώς της. Πήγαινε όμως τώρα εις τον δείνα τόπον, και εκεί θα εύρης τους κλέπτας και το αργύριον». Πράγματι ούτω και εγένετο. Δύο άλλοι αδελφοί φίλοι πιστοί του Αγίου είχον χωράφιον και αμπελώνα, κατά δε την ώραν του τρυγητού ησθένησαν βαρέως αμφότεροι και έκειντο βασανιζόμενοι· εχάνετο δε ο καρπός διότι δεν ήτο κανείς δια να τον συνάξη. Έχοντες λοιπόν διπλήν την θλίψιν, την δεινήν ασθένειαν και την του αμπελώνος απώλειαν, ενθυμούμενοι δε την αγάπην την οποίαν είχε προς αυτούς ο Άγιος ότε ακόμη ευρίσκετο εις την παρούσαν ζωήν, τον επεκαλέσθησαν εις βοήθειαν και ευθύς φαίνεται εις έκαστον εξ αυτών χωριστά και τους λέγει· «Εδεήθην του Θεού δια σας και σας εθεράπευσε· λοιπόν υπάγετε αύριον εις την άμπελον υγιαίνοντες». Την πρωϊαν λοιπόν ηγέρθησαν χωρίς καμμίαν ασθένειαν και απελθόντες εκήρυττον λαμπρώς την θαυματουργίαν της θεραπείας των και ετέλεσαν εορτήν χαρμόσυνον. Γυνή τις από την Παλαιστίνην καλουμένη Γινάρουσα, ευσεβής και φιλάρετος, έταξε να κάμη δύο παραπετάσματα δια τους δύο Ναούς του Οσίου, του σπηλαίου και του Καστελλίου. Ανέθεσε λοιπόν αύτη εις δύο γυναίκας να κατασκευάσουν ταχέως τα παραπετάσματα ταύτα, δώσασα εις αυτάς όλα τα απαιτούμενα υλικά και πληρώσασα και τον κόπον των· εκείναι όμως αμελούσαν. Η δε Γινάρουσα επικραίνετο μήπως και λυπηθή ο Άγιος δια την βραδύτητα και την μη εκτέλεσιν της υποσχέσεως. Αλλ΄ ο θαυμάσιος Σάββας εφάνη εις οπτασίαν και της λέγει· «Μη λυπείσαι και αύριον γίνονται τα παραπετάσματα καθώς έταξες». Ταύτα μεν είπε προς αυτήν πράος και ήμερος· προς τας γυναίκας όμως, αι οποίαι επληρώθησαν να τα υφάνωσιν, εφάνη φοβερός και άγριος, απειλών ότι εάν δεν κάμνουν αμέσως το έργον θα τας αφανίση. Την πρωϊαν έντρομοι αι γυναίκες ανέφερον προς αλλήλας την όρασιν και ευθύς άφησαν όλας τας άλλας εργασίας των και εξετέλεσαν μόνον εκείνην. Τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη η υπόσχεσις της θεοφιλούς εκείνης γυναικός. Καιρόν τινα έφεραν σίτον εις την Νεκράν θάλασσαν, και καθώς ήρχετο Σαρακηνός τις με τας καμήλους φορτωμένας, όταν ήτο πλησίον της Λαύρας εις τον κρημνόν, παρεπάτησεν ολίγον μία μεγάλη κάμηλος και έπεσε κάτω εις τον χείμαρρον με όλον το φορτίον αυτής. Ο Σαρακηνός ως είδε την κάμηλον κρημνιζομένην εβόησεν· «Αββά Σάββα, αι ευχαί σου να την βοηθήσουν». Πριν τελειώση τον λόγον του βλέπει γέροντα τινα ασπρογένην επάνω της καμήλου καθήμενον. Κατελθών δε από άλλο μέρος ευκολόβατον εις τον χείμαρρον εύρεν αυτήν υγιά χωρίς να έχη καν παραμικράν πληγήν και θαυμάσας επί τούτω ο βάρβαρος ηυχαρίστησε θερμώς τον Άγιον με δωρεάς όχι μόνον τότε, αλλά και κατ΄ έτος έδιδεν εις την Μονήν του Αγίου από τον κόπον του τρία νομίσματα προς ευχαριστίαν της χάριτος. Ας είπωμεν δε και άλλο τι γλυκύ και παράδοξον δια τέλος και σφραγίδα των άλλων, τα οποία ετέλεσε μετά θάνατον. Καιρόν τινα ένεκεν της ανομβρίας δεν είχεν η Λαύρα ύδωρ, καθώς και ανωτέρω είπομεν. Εκ τούτου δε εστενοχωρούντο πολύ οι Μοναχοί και εσκέπτοντο να κτίσουν οικοδομήν επάνω της πέτρας να σκάψουν δε και κάτωθεν αυτής λάκκον βαθύτατον, ως φρέαρ, δια να συνάγωνται εκεί τα όμβρια ύδατα. Εμίσθωσαν λοιπόν προς τούτο δύο καλούς τεχνίτας Μάμαντα και Αυξέντιον καλουμένους και έκτισαν όλην την οικοδομήν επάνω εις την πέτραν, κάτωθεν της οποίας έκειτο του Σάββα το μακάριον λείψανον. Έπειτα επελέκησαν μέρος της πέτρας δια να κάμουν δεξαμενήν, εις την οποίαν θα συνεκεντρούντο τα ύδατα της βροχής. Τότε έγινεν αιφνιδίως ραγδαία και μεγάλη βροχή τόσον, ώστε ενεπλήσθη ύδατος η οικοδομουμένη δεξαμενή και θραυσθείσα παρεσύρθη εις τον κρημνόν. Και ο μεν Μάμας μετά βίας ηδυνήθη να σωθή εκ του κινδύνου, ο δε Αυξέντιος, όστις ήτο και νεώτερος, παρεσύρθη υπό των υδάτων και ερρίφθη ομού με τους λίθους της οικοδομής εις τον κρημνόν, όστις ήτο βάθους δέκα οργυιών. Έκλαιε δε ο Μάμας την του νέου απώλειαν, νομίζων, ότι απέθανεν από την πλημμύραν των υδάτων και τα κτυπήματα των λίθων. Αφού όμως έπαυσεν η βροχή, ευρέθη ο νέος Αυξέντιος κάτωθεν των καταπεσόντων λίθων, ω των θαυμασίων σου, παντοκράτωρ και παντοδύναμε Δέσποτα! Όλως υγιής, χωρίς να έχη ουδόλως παραμικράν πληγήν εις το σώμα του, διότι ο Άγιος με την δύναμιν της μεγίστης παρρησίας αυτού προς τον Κύριον ημπόδιζε τους λίθους και διεκώλυε τα ύδατα να μη τον εγγίσουν. Εξελθών λοιπόν υγιής και χαίρων, εκήρυττε πανταχού την μεγίστην ταύτην θαυματουργίαν, την οποίαν ετέλεσεν εις αυτόν ο τρισόλβιος Σάββας, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2131
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ΄ (6η) του Δεκεμβρίου μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ Αρχιεπισκόπου Μύρων της Λυκίας του

Δημοσίευση από silver » Παρ Δεκ 06, 2019 12:05 am

Άγγελος εν τω κόσμω αληθώς ανεδείχθης Νικόλαε Χριστού Ιεράρχα και νυν αγγέλων χοροίς συνών την δε ημών προσφοράν δέξαι Άγιε· ταις σαις γαρ αντιλήψεσι, προστρέχοντες αναβοώμεν

Χαίρε ο τύπος της εγκρατείας
Χαίρε ο λύχνος της ευσεβείας
Χαίρε της Τριάδος η σάλπιγξ η εύηχος
Χαίρε της Αρείου μανίας ο έλεγχος
Χαίρε ύψος ταπεινώσεως και αγάπης θησαυρός
Χαίρε βοηθός ιλαρότητος και θαυμάτων ποταμός
\Χαίρε ότι εδείχθης εκκλησίας λαμπρότης
Χαίρε ότι τυγχάνεις ιερέων φαιδρότης
Χαίρε πτωχών προστάτης θερμότατος
Χαίρε ημών λιμήν ακλυδωνέστατος
Χαίρε οξύς κυβερνήτης πλεόντων
Χαίρε ταχύς αρωγός των βοώντων
ΧΑΙΡΟΙΣ ΠΑΤΕΡ ΝΙΚΟΛΑΕ

Νικόλαος ο της νίκης επώνυμος και εν Αγίοις θαυματουργός Πατήρ ημών εγεννήθη εις τα Πάταρα της Λυκίας, πότε ακριβώς δεν είναι γνωστόν, πάντως κατά το έτος τα΄ (300), επί της εποχής των ασεβών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού ήτο Αρχιερεύς των Μυραίων, έφθασε δε και μέχρι των χρόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου και έλαβε μέρος εις την Αγίαν Α΄ Οικουμενικήν Σύνοδον την εν Νικαία συγκροτηθείσαν κατά το έτος τκε΄ (325), εκοιμήθη δε περί το έτος τλ΄ (330). Παρακολουθήσατε όμως μετά μεγάλης προσοχής τον κατά πλάτος Βίον αυτού, όπως συνέγραψεν αυτόν ο Όσιος Συμεών ο Μεταφραστής, ίνα πολλήν την ευφροσύνην λάβητε, διότι όντως ούτος είναι ηδύτατος και πανευφρόσυνος. Επιδέξιος είναι, αδελφοί μου Χριστιανοί, η χειρ των ζωγράφων και επιτηδεία εις το να μιμηθή την αλήθειαν και να παραστήση τα πράγματα όπως φαίνονται. Ικανώτερος όμως και επιτηδειότερος είναι ο λόγος και καθαρώτερον δύναται να περιγράψη το πράγμα από την του ζωγράφου εικονογραφίαν, διότι ο λόγος παρακινεί την ψυχήν προς αγαθοεργίαν και μίμησιν των καλών ανθρώπων περισσότερον από την εικονογραφίαν την άψυχον. Και όλαι μεν αι διηγήσεις και οι λόγοι περί των Αγίων του Θεού δύνανται να ελκύσουν τον ακροατήν εις αρετήν και πράξιν του καλού· του Αγίου όμως Πατρός ημών Νικολάου ο Βίος και τα κατορθώματα δύνανται να παρακινήσουν περισσότερον τον άνθρωπον εις εφαρμογήν, διότι η ανάγνωσις αυτού προσφέρει μεγάλην ευφροσύνην και χαράν και εις τον λέγοντα τούτον και εις τον μετά πάσης προθυμίας ακούοντα, διότι αμφότεροι αισθάνονται χαράν και αγαλλίασιν. Τούτου του Αγίου τα έργα και τας πράξεις έρχομαι να διηγηθώ, ευλογημένοι Χριστιανοί, και παρακαλώ υμάς ίνα μετά προθυμίας ακούσητε.
Εις τα μέρη της Ανατολής ήτο πόλις ήτις ελέγετο Πάταρα κειμένην εις την περιοχήν της Λυκίας. Aπό ταύτην λοιπόν την πόλιν κατήγετο, ως είπομεν, και ο μέγας θαυματουργός Πατήρ ημών Νικόλαος καταγόμενος εξ ευσεβών και Χριστιανών γονέων, οίτινες ούτε πολύ πτωχοί ήσαν ώστε να καταφρονώνται παρά των άλλων, αλλ΄ ούτε και πολύ πλούσιοι δια να υπερηφανεύωνται· είχον δε μόνον το αρκετόν προς συντήρησιν εαυτών και δια την των πτωχών συνδρομήν. Περί δε της αρετής αυτών φαίνονται εκ του υιού των· διότι και ο Κύριος λέγει εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται (Ματθ. ιβ: 33), ήτοι από τον καρπόν θα εννοήσης και το δένδρον. Δεν εγέννησαν δε οι γονείς αυτού άλλον υιόν ούτε πρότερον ούτε ύστερον και τούτο ίνα φανή ότι εις το εξής άλλος αδελφός δεν θέλει δυνηθή να φθάση αυτόν εις την αρετήν. Βρέφος δε έτι ων εδείκνυε τις ήθελε γίνει μετά ταύτα, διότι όλας τας ημέρας της εβδομάδος, πλην Τετάρτης και Παρασκευής, εθήλαζεν ως και τα λοιπά βρέφη, κατά δε την Τετάρτην και την Παρασκευήν ουδόλως έβαζε τον μαστόν της μητρός αυτού εις το στόμα του ειμή μόνον άπαξ της ημέρας· και τούτο μετά την δύσιν του ηλίου.
Τοιούτος εφαίνετο απ΄ αρχής και παιδιόθεν ο Άγιος, ότι δηλαδή θα ευαρεστήση τον Θεόν. Όταν δε ήλθεν εις ηλικίαν δεκτικήν μαθήσεως, εφοίτησεν εις το σχολείον και έμαθε τα αρκούντα εις αυτόν γράμματα. Και τας μεν ατάκτους και απρεπείς συνομιλίας και συναναστροφάς των νέων καθ΄ ολοκληρίαν εμίσει, ηγάπα δε μόνον το να πηγαίνη τακτικά εις την Εκκλησίαν και να συναναστρέφηται μετά των φρονίμων και γερόντων, όπως λαμβάνη παρ΄ αυτών καλάς συμβουλάς ωφελούμενος ψυχικώς, τούτο δε είχεν ως κύριον έργον. Τοιούτος δε ων και παρ΄ όλων τιμώμενος, ανδρωθείς δε και κατά την ηλικίαν και την φρόνησιν, ο Άγιος εκρίθη άξιος Ιερωσύνης από τον Αρχιερέα του καιρού εκείνου, Νικόλαον και αυτόν καλούμενον, όστις και τον εχειροτόνησεν Ιερέα. Ήτο δε ο Αρχιερεύς εκείνος αδελφός του πατρός του, αναφέρεται δε εις τον λόγον του Αγίου ότι όταν εχειροτονείτο παρά του θείου του Ιερεύς, προείπεν εκείνος δι΄ αυτόν ενώπιον πάντων, εκ του Αγίου Πνεύματος φωτισθείς, ότι έμελλε να χειροτονηθή και Αρχιερεύς και πολλούς τεθλιμμένους θέλει παρηγορήσει και πολλάς ψυχάς θέλει εξαποστείλει εις την Βασιλείαν των ουρανών, ως το έδειξαν και τα πράγματα ύστερον και ηλήθευσεν ο λόγος του Αρχιερέως και θείου του.
Αφ΄ ότου λοιπόν ο Άγιος εχειροτονήθη Ιερεύς τις δύναται να διηγηθή όσας αρετάς και καλωσύνας έκαμνε; Τις τας αγρυπνίας, τας νηστείας, την εγκράτειαν και τας προσευχάς υπέρ του λαού; Ταύτα βλέπων και ο θείος του, ο Αρχιερεύς Νικόλαος, εθαύμαζε διότι τοσούτον μέγας κατέστη εις την αρετήν. Θέλων δε να υπάγη χάριν προσκυνήσεως εις τα Ιεροσόλυμα, αφήκε τον Άγιον επίτροπον του θρόνου του και επιτηρητήν εις το Μοναστήριον, το οποίον είχε κτίσει ο ίδιος επονομάσας αυτό Νέαν Σιών. Εκυβέρνα δε ο Άγιος και την Επισκοπήν και το Μοναστήριον ως να ήτο ο ίδιος ο Αρχιερεύς. Αλλ΄ αυτά μεν έγιναν ύστερον, τα δε κατ΄ αρχάς ακούσατε. Νέου έτι όντος του Αγίου απέθανον ο πατήρ και η μήτηρ του και αφήκαν εις αυτόν όχι ολίγην περιουσίαν, την οποίαν διεσκόρπισεν εις διατροφάς πεινώντων, εις ενδυμασίας γυμνών και εις περίθαλψιν ορφανών και χηρών, ουχί δε εις αλόγους επιθυμίας, εις πολυτελή ενδύματα και εις παντοειδείς διασκεδάσεις ως οι νέοι της σημερινής εποχής, διότι ήκουε τον Προφητάνακτα Δαβίδ, όστις λέγει: «Πλούτος εάν ρέη, μη προστίθεσθε καρδίαν (Ψαλμ. ξα: 11). Τούτο έπραττε και ο Άγιος· δεν έδιδε προσοχήν καθ΄ ολοκληρίαν εις τον ρέοντα και φθαρτόν πλούτον, αλλά διεσκόρπιζεν αυτόν ως έπρεπεν, ίνα κερδήση άφθαρτον και αιώνιον· εκ των πολλών δε ελεημοσυνών, τας οποίας έπραξεν, ακούσατε μίαν θαυμαστήν και παράδοξον.
Τον καιρόν εκείνον ήτο εις πολύ πλούσιος άνθρωπος, όστις είχε τρεις θυγατέρας παρθένους, κατά πολύ ωραίας. Από φθόνον δε του εχθρού ο άνθρωπος αυτός έφθασεν εις μεγάλην πτωχείαν και απεφάσισε να βάλη τας θυγατέρας του εις πορνείον, ίνα δια του μέσου αυτού προσπορίζωνται και οι τέσσαρες τα προς το ζην αναγκαία. Και ο μεν πατήρ των θυγατέρων εκείνων ούτως απεφάσισε να πράξη· ο δε πανάγαθος Θεός, ο γινώσκων τα κρύφια των καρδιών, θέλων να ελευθερώση τας τρεις εκείνας ψυχάς εκ της κολάσεως, έτι δε και να φανερωθή και η κρυπτή αρετή του Αγίου, τι ωκονόμησεν; Κατά την ιδίαν εκείνην ημέραν, κατά την οποίαν εφανέρωσεν ο πατήρ αυτός την βουλήν του, το έμαθε και ο Άγιος Νικόλαος· όθεν έσπευσεν ευθύς να σώση τας ψυχάς αυτάς και δέσας εις εν μανδήλιον τριακόσια φλωρία, επήγε κρυφίως την ιδίαν εκείνην νύκτα και ρίψας αυτά εκ τινος θυρίδος εις τον οίκον του πτωχεύσαντος πλουσίου ευθύς ανεχώρησε δια να μη φανερωθή εις κανένα, διότι απέφευγε τον έπαινον των ανθρώπων και μόνον ίνα αρέση εις τον Θεόν επεθύμει, διότι ήκουε του ιερού Ευαγγελίου λέγοντος· «Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην, μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου» (Ματθ. στ: 3)· ήτοι, όταν πράττης την ελεημοσύνην, να μη το γνωρίζη κανείς. Και ο μεν Άγιος Νικόλαος ούτως εν τω κρυπτώ εποίησε την ελεημοσύνην· ο δε πατήρ εκείνος, εγερθείς την πρωϊαν εκ του ύπνου, βλέπει εντός της οικίας του το μανδήλιον δεδεμένον και λαβών αυτό εις τας χείρας του το έλυσε και βλέπει τα φλωρία· όθεν μείνας εκστατικός έτριβε τους οφθαλμούς του μη πιστεύων εις το γεγονός. Μετρήσας δε τα φλωρία εύρεν αυτά ακριβώς τριακόσια. Ποία αισθήματα νομίζετε να επλημμύρισαν την ψυχήν του την ώραν εκείνην; Έχαιρε μεν δια το καλόν, που του έγινεν, ήθελε δε να μάθη και ποίος να ήτο ο τούτο πράξας· μη γνωρίζων όμως τον ευεργέτην ηυχαρίστει τον Θεόν. Παρευθύς λοιπόν την ημέραν εκείνην ενύμφευσε την μεγαλυτέραν θυγατέρα του μετά τινος πλουσίου της πόλεως εκείνης, ελπίζων εις τον Θεόν, ότι Εκείνος, όστις ωκονόμησε την προίκα της πρώτης, Αυτός θα φροντίση και δια την προίκα των άλλων δύο. Και ο μεν πατήρ εκείνος ούτως έπραξεν· ο δε Άγιος, βλέπων ότι εις καλόν μετεχειρίσθη τα χρήματα και εγένετο ως ο Θεός ήθελεν, αμέσως την δευτέραν νύκτα δένει εις έτερον μανδήλιον άλλα τριακόσια φλωρία και έρριψε δια νυκτός και ταύτα εκ της ιδίας θυρίδος. Εγερθείς το πρωϊ ο πατήρ των θυγατέρων εκείνων εκ του ύπνου, βλέπει έτερον μανδήλιον με άλλα τριακόσια φλωρία. Όθεν θαυμάζων εις το γεγονός εσκέπτετο τις να ήτο ο πράττων την τοσαύτην καλωσύνην και μετά δακρύων παρεκάλει τον Θεόν και έλεγε· «Θεέ και Κύριε του ελέους, ο οικονομών την του ανθρώπου σωτηρίαν, ο μη θέλων τον θάνατον του αμαρτωλού έως του επιστρέψαι και ζην αυτόν, ο εκ των ουρανών καταβάς δια τας αμαρτίας ημών, δείξον εις εμέ τον πιστόν σου δούλον τον εμόν ευεργέτην, δια να γνωρίσω ποίος είναι αυτός όστις πράττων εις εμέ την τοσαύτην ελεημοσύνην με ήρπασεν από τας χείρας του διαβόλου». Ταύτα λέγων ήλπιζε να γνωρίση τον ευεργέτην· όθεν ενύμφευσε και την δευτέραν θυγατέρα, ελπίζων εις τον Θεόν, ότι ο οικονομήσας δια τας δύο θυγατέρας αυτού, θέλει οικονομήσει και δια την τρίτην.
Από την ημέραν ταύτην επρόσεχε πάντοτε, εάν έλθη ο ευεργέτης του, να τρέξη να ίδη ποίος είναι ο ποιών την ελεημοσύνην. Και αυτός μεν τοιουτοτρόπως επρόσεχεν. Ο δε Άγιος Νικόλαος, βλέπων ότι ενύμφευσε και την δευτέραν θυγατέρα του, ηθέλησε να τελειώση το καλόν· όθεν έδεσε πάλιν εις έτερον μανδήλιον άλλα τριακόσια φλωρία και έρριψε και αυτά κρυφίως νύκτα τινά εκ της αυτής θυρίδος. Ο δε πατήρ των θυγατέρων προσέχων ήκουσε τον κτύπον των φλωρίων και ανοίξας αμέσως την θύραν, έτρεξε να φθάση τον Άγιον, όστις εννοήσας ότι τον αντελήφθησαν έσπευδε να φύγη. Τρέχοντες δε και οι δύο, έφθασεν ο άνθρωπος εκείνος τον Άγιον και γνωρίσας αυτόν, διότι ήτο πασίγνωστος εκ τε της αρετής και του γένους του, έπεσεν εις τους πόδας του και μετά δακρύων του έλεγεν· «Ευχαριστώ σε, δούλε του Θεού, ότι με ελυπήθης τον ταλαίπωρον και έκαμες την ελεημοσύνην ταύτην εις εμέ τον άθλιον· εάν δεν επρόφθανες ηθέλομεν χαθή ψυχικώς και σωματικώς». Ιδών δε ο Άγιος ότι εφανερώθη η αρετή του, λέγει προς αυτόν· «Δια την καλωσύνην την οποίαν έκαμα εις σε δεν θέλω να είπης εις ουδένα τίποτε εν όσω ζω. Δια τούτο σε καθιστώ υπεύθυνον ενώπιον του Θεού». Ταύτα δε ειπών ο Άγιος ανεχώρησεν αμέσως απ΄ αυτού. Την επαύριον ο πατήρ εκείνος ενύμφευσε και την τρίτην θυγατέρα του καλώς και διήλθε το υπόλοιπον της ζωής του εν ειρήνη δοξάζων τον Θεόν. Τούτο το μέγα καλόν, το οποίον εποίησεν ο Άγιος, γενόμενον γνωστόν, παρακινεί ημάς εις το να τον θαυμάζωμεν, τα άλλα όμως τα εν τω κρυπτώ, τα οποία ουδείς έμαθεν, τας ελεημοσύνας, λέγω, τας αγρυπνίας, τας νηστείας, και όλας τας άλλας αρετάς, αυτά μόνος ο Θεός γνωρίζει. Ημείς όμως από αυτό και μόνον δυνάμεθα να εννοήσωμεν και τα άλλα αυτού κατορθώματα, τα οποία εποίει εν τω κρυπτώ, αποφεύγων τον έπαινον των ανθρώπων και μόνον την του Θεού ζητών δόξαν· αλλ΄ όσον αυτός εκρύπτετο, τόσον ο Θεός τον εφανέρωνε δια να τον τιμήση, διότι δια των αγαθών έργων ετίμα τον Θεόν. Θέλων δε ποτε ο Άγιος να υπάγη εις τα Ιεροσόλυμα δια να προσκυνήση τον Πανάγιον Τάφον του Κυρίου και να εύρη και τόπον ησυχαστικόν δια να μείνη κατά μόνας, εύρε πλοίον Αιγυπτιακόν και εισελθών εις αυτό μετ΄ άλλων Χριστιανών, βλέπει καθ΄ ύπνον ότι ο διάβολος ο εχθρός της αληθείας έκοπτε τα εις το κατάρτιον σχοινία. Εξυπνήσας δε την πρωϊαν λέγει εις τους ναύτας, ότι «Σήμερον μεγάλη τρικυμία θέλει μάς εύρει, διότι είδον εις τον ύπνον μου ότι θα υποφέρωμεν. Όμως μη φοβηθήτε, αλλ΄ ελπίζετε εις τον Θεόν και αυτός θα μας ελευθερώση εκ του θανάτου». Ενώ δε έλεγεν ο Άγιος τους λόγους τούτους, παρουσιάσθη παρευθύς νέφος μέγα και σκοτεινόν και μετά το νέφος άνεμος και ταραχή της θαλάσσης μεγάλη, τόσον ώστε απελπισθέντες άπαντες ανέμενον τον θάνατον και άπαντες οι εν τω πλοίω ατενίζοντες τον Άγιον παρεκάλουν αυτόν μετά δακρύων, ίνα δεηθή του Θεού να καταπαύση ο άνεμος. Σταθείς δε εις προσευχήν ο Άγιος ευθύς ο άνεμος έπαυσεν, η θάλασσα ησύχασε και οι εν τω πλοίω εχάρησαν. Κατά δε την ώραν της τρικυμίας ναύτης τις αναβάς εις το κατάρτιον δια να διορθώση τα σχοινία του πανίου και καταβαίνων, εκ του φόβου της τρικυμίας εκρημνίσθη εις το κατάστρωμα του πλοίου και απέθανεν· ο δε Άγιος, ιδών ότι δια μεν την κατάπαυσιν του ανέμου εχάρησαν όλοι οι εν τω πλοίω, ελυπούντο όμως δια τον θάνατον του ναύτου, παρεκάλεσε τον Θεόν και ανέστησεν αυτόν ως εξ ύπνου. Φθάσαντες δε εις την ξηράν διηγούντο τα θαύματα του Αγίου· τότε πολλοί ασθενείς ενοχλούμενοι υπό διαφόρων ασθενειών προσέτρεχον εις αυτόν και εθεραπεύοντο. Ας συλλογισθή δε έκαστος πόσοι προσέτρεχον εις τον Άγιον δια την θεραπείαν των, και όμως άπαντας τους εις αυτόν προστρέχοντας εθεράπευσε την ημέραν εκείνην. Εισελθών δε εις Ιεροσόλυμα προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους, τον Πανάγιον Τάφον του Κυρίου, τον Γολγοθάν, τον Τίμιον Σταυρόν και όλα τα σεβάσμια μέρη. Θέλων δε να μείνη εκεί να ησυχάση, Άγγελος Κυρίου τον προσέταξε την νύκτα να επιστρέψη εις την πατρίδα του. Ακούσατε δε τι συνέβη κατά την επιστροφήν. Ετοιμαζόμενος ο Άγιος να επιστρέψη εις την πατρίδα του, επήγεν εις τον λιμένα, και ηρώτησεν εις εν πλοίον που θα υπάγη· είπον δε οι ναύται· «Όπου εύρωμεν ναύλον, εκεί θα υπάγωμεν». Λέγει ο Άγιος· «Να σας δώσω τον ναύλον να με υπάγετε εις τα Πάταρα της Λυκίας». Έσπευσαν λοιπόν οι ναύται μετά του πλοιάρχου να αναχωρήσωσι· βλέποντες δε ότι είχον καλόν άνεμον ύψωσαν τα ιστία και ανεχώρησαν· θέλοντες δε να διέλθωσιν από την πατρίδα των έστρεψαν το πλοίον προς την κατεύθυνσιν αυτής, αλλ΄ ο Θεός, δια να μη λυπήση τον Άγιον, εξήγειρε μεγάλην τρικυμίαν, ώστε συνετρίβη το πηδάλιον και απελπισθέντες οι ναύται ανέμενον τον θάνατον, αλλ΄ ο Άγιος δια προσευχής του κατεπράϋνε την ταραχήν της θαλάσσης. Οι δε ναύται μετά του πλοιάρχου παρ΄ ελπίδα είδον ότι έφθασαν εις τα Πάταρα και πεσόντες εις τους πόδας του Αγίου του εζήτουν συγχώρησιν· ο δε Άγιος διδάξας και παραινέσας αυτούς τους είπε να μη επαναλάβωσι τοιούτον εις άλλον τινά, έπειτα ευχηθείς να υπάγωσι κατευώδιον εις τον τόπον των τους απέλυσεν.
Με τοιούτον τρόπον επέστρεψεν ο Άγιος εις την πατρίδα του· πόσην δε χαράν ησθάνθησαν οι συμπατριώται αυτού, ότε είδον τον Άγιον, δεν δύναμαι να σας διηγηθώ. Νέοι και γεροντες, άνδρες και γυναίκες, ακόμη και οι Μοναχοί οι όντες εις το Μοναστήριον, εις το οποίον τον είχεν αφήσει ο θείος του επίτροπον, όλοι εξήλθον εις συνάντησίν του και εφιλοξένησεν αυτούς με λόγον Θεού, διδάξας τα ανήκοντα εις Χριστιανικάς ψυχάς τας επιθυμούσας την σωτηρίαν των. Ούτω πολιτευόμενος ο Άγιος ηγαπάτο παρ΄ όλων και επηνείτο και βλέποντες τας αρετάς του, πολλοί εμιμούντο αυτόν και εκ της διδασκαλίας του ωφελούμενοι, κατεφρόνουν τα φθαρτά και επεθύμουν τα ουράνια. Μέγας δε ων εις την αρετήν ο Άγιος και εις την κατά Θεόν πολιτείαν, δεν ηδύνατο να κρυφθή από τους ανθρώπους, αν και απέφευγε τον τούτων έπαινον, διότι εφανερώνετο παρά Θεού προς ωφέλειαν πολλών ψυχών και ακούσατε. Πλησίον εις τα Πάταρα ήτο πόλις, ήτις ελέγετο Μύρα· αποθανόντος δε κατά τας ημέρας εκείνας του Αρχιερέως της πόλεως ταύτης, εζήτουν οι κάτοικοι ίνα εύρωσιν Αρχιερέα άξιον του θρόνου. Εσυνάχθησαν όθεν οι Επίσκοποι και οι λοιποί Κληρικοί της επαρχίας των Μυραίων δια να εκλέξωσι τον νέον Αρχιερέα των, και πολλαί σκέψεις και συζητήσεις εγένοντο δια διάφορα πρόσωπα. Εγερθείς δε εις εκ των Επισκόπων, λέγει· «Ω αγία και ιερά σύναξις, ακούσατέ μου· αυτούς τους οποίους προτείνομεν ημείς δι΄ Αρχιερείς, θεωρούνται καλοί εξ ημών, αλλ΄ ας δεηθώμεν εις τον Θεόν ίνα ίδωμεν ποίον θα εκλέξη και ο Θεός». Ακούσαντες δε οι Επίσκοποι τους λόγους τούτους ηυχαριστήθησαν, και δεηθέντες την νύκτα εκείνην ίνα τους φανερώση τον άξιον, αίφνης Άγγελος Κυρίου εφάνη εις τινα Επίσκοπον πρεσβύτερον, λέγων· «Επίσκοπε, τι κοπιάζετε; Ο άξιος Αρχιερεύς είναι πλησίον σας, και σεις τον ζητείτε; Σήκω, ύπαγε εις την Εκκλησίαν και θα έλθη Ιερεύς τις συνετός, ονόματι Νικόλαος· αυτόν κάμετε Μητροπολίτην, διότι αυτός είναι άξιος να ποιμάνη τον λαόν, ως θέλει ο Θεός». Αφού ο Επίσκοπος είδε την οπτασίαν, ανέφερε ταύτην και εις τους άλλους Επισκόπους, οίτινες ακούσαντες τούτο εδόξαζον τον Θεόν· αυτός δε ελθών εις την Εκκλησίαν ανέμενε να ίδη εκείνον τον οποίον του είπεν ο Άγγελος. Ιστάμενος δε βλέπει τον Άγιον Νικόλαον πορευόμενον εις την Εκκλησίαν δια να προσευχηθή· ο δε Επίσκοπος ηννόησεν ότι εκείνος είναι και είπε· «Τέκνον μου, πως ονομάζεσαι»; Ο δε Άγιος με πραότητα απεκρίθη· «Νικόλαος, άγιε Δέσποτα»· Παρευθύς, αφού ήκουσεν ο Επίσκοπος τον Άγιον, είπε προς αυτόν· «Ακολούθει μοι». Και λαβών αυτόν εκ της χειρός, τον έφερεν εις τους άλλους Επισκόπους και Κληρικούς, και ως τον είδον, ηυχαρίστησαν τον Θεόν, όστις τους έδωκε τοιούτον Ποιμένα. Όθεν χειροτονήσαντες αυτόν Αρχιερέα, είπον προς τον λαόν· «Δεχθήτε, αδελφοί, τον άξιον Αρχιερέα και Ποιμένα τον από Θεού απεσταλμένον». Και τα μεν περί της χειροτονίας του εις Αρχιερέα ούτως εγένοντο· όσους δε κόπους και πόνους, αγρυπνίας και νηστείας, ελεημοσύνας και λοιπάς αγαθοεργίας εποίησεν, τις δύναται να διηγηθή; Αλλ΄ ο διάβολος, φθονών το καλόν, τι κατώρθωσε; Βλέπων την ευσέβειαν πληθυνομένην και τους Χριστιανούς αυξανομένους, δεν υπέφερεν. Όθεν παρεκίνησε κατά των Χριστιανών δύο βασιλείς, το ζεύγος του διαβόλου, τα θηρία τα ανήμερα, τους διώκτας της ευσεβείας, τον Διοκλητιανόν και τον Μαξιμιανόν, οίτινες εθέσπισαν μεγάλας τιμωρίας και βάσανα ανυπόφορα κατά των Χριστιανών. Έστειλαν δε ούτοι και τοπάρχας ωμοτάτους και απανθρώπους, οίτινες εκήρυττον πανταχού, ότι όστις είναι Χριστιανός, εάν μεν αρνήται τον Χριστόν να λαμβάνη μεγάλας τιμάς από τους βασιλείς, εάν δε επιμένη να μένη Χριστιανός και δεν σέβεται τα είδωλα, να λαμβάνη μεγάλας τιμωρίας και βάσανα. Πολλοί λοιπόν εκ των Χριστιανών ωμολόγησαν παρρησία τον Χριστόν ως Θεόν αληθή, και απέθανον μετά πολλών βασάνων, άλλοι δε εκ φόβου ηρνούντο, φεύ! Τον Χριστόν και εθυσίαζον εις τα είδωλα. Οι δε φοβούμενοι και μη θέλοντες να αρνηθούν τον Χριστόν, αλλ΄ ούτε να θυσιάσουν και εις τα είδωλα, έφευγον εις τα όρη και τα σπήλαια κρυπτόμενοι. Οι ορισμοί ούτοι των βασιλέων έφθασεν και εις τα Μύρα, εις την Επισκοπήν του Αγίου, οι δε τοπάρχαι ευρόντες τον Άγιον τον επαίδευσαν πολύ και τον εφυλάκισαν ομού μετά των άλλων Χριστιανών. Φυλακισμένος δε ων ο Άγιος υπέφερε προθύμως πάσαν κακοπάθειαν, ήτοι πείναν, δίψαν και τα τούτοις όμοια. Έμεινε δε ο Άγιος εν τη φυλακή ικανόν καιρόν διδάσκων τους Χριστιανούς να μένουν σταθεροί εις την Πίστιν. Και ο μεν εχθρός της αληθείας διάβολος ούτως ειργάσθη, ο δε Θεός, ο το του ανθρώπου συμφέρον θέλων, άλλως ωκονόμησε· διότι οι μεν δύο ασεβέστατοι βασιλείς εκείνοι αποθανόντες επορεύθησαν εις την γέενναν του πυρός, και αντ΄ αυτών εβασίλευσεν ο Χριστιανικώτατος μέγας Κωνσταντίνος, υιός της Αγίας Ελένης και Κωνσταντίου του Χλωρού, όστις ανελθών εις τον θρόνον διέταξε πανταχού όπου ευρίσκετο Χριστιανός εις την φυλακήν να ελευθερούται, αι Εκκλησίαι να ανοικοδομώνται και οι ειδωλολατρικοί ναοί να αφανίζωνται. Αμέσως λοιπόν ηλευθερώθησαν όλοι οι Χριστιανοί εκ των φυλακών, μεταξύ δε τούτων και ο Άγιος Νικόλαος και αποκατεστάθη πάλιν Αρχιερεύς και Ποιμήν των Μυραίων. Μετά την διαταγήν ταύτην του βασιλέως οι εν τη επαρχία του Αγίου ευρισκόμενοι ειδωλολατρικοί βωμοί, εις τους οποίους κατώκουν οι δαίμονες και προσεκυνούντο παρά των ανθρώπων, κατεκρημνίζοντο δια προσευχής του και διελύοντο εις χώμα, οι δε δαίμονες έφευγον εις τον αέρα κλαίοντες την συμφοράν των. Ήτο δε εκεί εις τα Μύρα και εις μέγας βωμός ειδωλολατρικός, πολύ μεγαλύτερος των άλλων, κατά τε το ύψος και το πλάτος, τον οποίον ωνόμαζον οι ειδωλολάτραι της θεάς Αρτέμιδος, ηθέλησε δε ο Άγιος να εξαφανίση και εκείνον· αφού λοιπόν προσηυχήθη, παρευθύς κατέπεσε και ο βωμός και τα είδωλα ως πίπτουν τα φύλλα του δένδρου εκ μεγάλου ανέμου το φθινόπωρον, έφευγον δε οι κατοικούντες εις αυτόν δαίμονες κλαίοντες και λέγοντες προς τον Άγιον· «Μας ηδίκησας· ημείς δεν σου επταίσαμεν και συ μας διώκεις από τον οίκον μας· εδώ είχαμεν την κατοικίαν μας πλανώντες τους ανθρώπους, οι οποίοι μας ελάτρευον και τώρα που να υπάγωμεν»; Λέγει προς αυτούς ο Άγιος· «Πορεύθητε εις το πυρ το εξώτερον, το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις Αγγέλοις αυτού». Τοιουτοτρόπως άπαντες οι βωμοί της περιοχής κατεστράφησαν. Κατά την εποχήν της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου ανεφάνη εις την Αλεξάνδρειαν, εις την οποίαν και κατώκει, ο αιρετικός Άρειος. Ούτος ήτο αρκετά πεπαιδευμένος κατά τα στοιχεία του κόσμου και εδείκνυεν εις την αρχήν ότι ήτο ευλαβής. Τούτον ο Άγιος Πέτρος (300-301), ο Μάρτυς και Αρχιερεύς, εχειροτόνησε Διάκονον· αφού δε εχειροτονήθη, ήρχισε να λέγη λόγια βλάσφημα κατά του Θεού, ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός αληθής, αλλά κτίσμα και ποίημα του Θεού. ιδών δε ο Αρχιερεύς ότι είναι βλάσφημος, τον απεμάκρυνε της Διακονίας. Μετά τον θάνατον του Πέτρου έλαβε την Αρχιερωσύνην της Αλεξανδρείας ο Αχιλλάς (311-312), όστις επανέφερε τον Άρειον εις την ευσέβειαν, εχειροτόνησε δε αυτόν και Πρωτοπρεσβύτερον Αλεξανδρείας. Αλλ΄ έως μεν έζη ο Αχιλλάς διετήρει την ευσέβειαν ο ασεβέστατος Άρειος· αποθανόντος όμως του Αχιλλά και ανελθόντος εις τον θρόνον του Αγίου Αλεξάνδρου (313-328), ήρχισε πάλιν ο αλιτήριος να βλασφημή ακόμη περισσότερον. Βλέπων ο Αρχιερεύς ότι όχι μόνον αυτός δεν ήθελε να διορθωθή αλλά και άλλους έσυρεν εις την πλάνην του, τον καθήρεσε και τον ανεθεμάτισεν, αυτός όμως εξηκολούθει να κηρύττη τα σαθρά αυτού δόγματα, παρέσυρε δε εις την μιαράν του αίρεσιν και τον Ευσέβιον Μητροπολίτην Νικομηδείας, τον Παυλίνον, Αρχιερέα της Τύρου και άλλον Ευσέβιον Μητροπολίτην Καισαρείας, όχι δε μόνον αυτούς, αλλά και πολλούς άλλους Κληρικούς και Αρχιερείς. Βλέπων ο Μέγας Κωνσταντίνος την σύγχυσιν της Εκκλησίας, έστειλε πανταχού διαταγάς, να συναχθώσιν όλοι οι Αρχιερείς και οι πρώτοι των Μοναχών εις την πόλιν Νίκαιαν, και να συνδιαλεχθώσιν μετά του Αρείου δια να αποδειχθή ποίος είναι ο πταίστης και βλάσφημος. Συνήχθησαν όθεν εν έτει 325 Αρχιερείς διακόσιοι τριάκοντα δύο και Ιερείς, Διάκονοι και Μοναχοί ογδοήκοντα εξ, ήτοι εν όλω τριακόσιοι δεκαοκτώ. Ήσαν δε έξαρχοι και πρώτοι της Αγίας ταύτης Α΄ Οικουμενικής Συνόδου οι εξής· Σίλβεστρος Πάπας Ρώμης, Μητροφάνης Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Αλέξανδρος Πατριάρχης Αλεξανδρείας, έχων ως βοηθόν αυτού τον Μέγαν Αθανάσιον, Διάκονον έτι τότε όντα, Ευστάθιος Πατριάρχης Αντιοχείας, Μακάριος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, Παφνούτιος ο Ομολογητής, Σπυρίδων Αρχιερεύς Τριμυθούντος και άλλοι μετά των οποίων ήτο και μέγας και θαυματουργός Νικόλαος. Καθήσας δε ο βασιλεύς εις τον θρόνον, εκάθισαν εξ εκάστου μέρους από εκατόν πεντήκοντα εννέα Πατέρες. Εγένετο δε συζήτησις μετά του Αρείου με πολλήν αγωνίαν.
Βλέπων ο Άγιος Νικόλαος ότι ο Άρειος προσεπάθει να αποστομώση όλους τους Αρχιερείς, θείω ζήλω κινούμενος ηγέρθη και έδωκεν εις αυτόν εν τοιούτον ράπισμα, ώστε εσείσθησαν τα μέλη του. Διαμαρτυρόμενος δε ο Άρειος λέγει προς τον βασιλέα· «Βασιλεύς δικαιότατε, είναι δίκαιον έμπροσθεν της βασιλείας σου να κτυπά κανείς τον άλλον; Εάν μεν έχη λόγον ας ομιλή ως και οι λοιποί Πατέρες· εάν δε είναι αμαθής ας σιωπά, ως και οι όμοιοί του· διατί να με ραπίση έμπροσθεν της βασιλείας σου»; Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς ελυπήθη πολύ και λέγει προς τους Αρχιερείς· «Άγιοι Αρχιερείς, ο νόμος προστάσσει να κόπτεται ο χειρ εκείνου όστις τολμήση έμπροσθεν του βασιλέως να κτυπήση τινά· αφήνω όμως όπως κρίνη την πράξιν ταύτην η αγιότης σας». Απεκρίθησαν οι Αρχιερείς και είπον· «Βασιλεύ, ότι μεν κακώς έπραξεν ο Αρχιερεύς, το ομολογούμεν όλοι μας· πλην σε παρακαλούμεν, τώρα μεν ας τον αποβάλωμεν της Συνόδου και ας τον φυλακίσωμεν, μετά δε το πέρας των εργασιών αυτής θέλομεν τον καταδικάσει». Αφού λοιπόν επετίμησαν και εφυλάκισαν τον Άγιον, εφάνησαν κατά την νύκτα εκείνην εις την φυλακήν ο Χριστός και η Θεοτόκος και λέγουν· «Νικόλαε, διατί είσαι φυλακισμένος»; Και ο Άγιος απεκρίθη· «Δια την ιδικήν σας αγάπην». Λέγει προς αυτόν ο Χριστός· «Λάβε αυτό», και του έδωσε το άγιον Ευαγγέλιον, η δε Θεοτόκος του έδωσε το αρχιερατικόν ωμοφόριον. Την επαύριον τινές γνωστοί του, έφερον εις τον Άγιον άρτον και βλέπουσιν ότι ήτο λελυμένος εκ των δεσμών και εις μεν τον ώμον του, εφόρει το ωμοφόριον, εις δε τας χείρας εκράτει αναγινώσκων το άγιον Ευαγγέλιον·ερωτήσαντες δε που τα εύρε, τους είπε πάσαν την αλήθειαν. Μαθών τούτο ο βασιλεύς τον εξέβαλεν εκ της φυλακής και του εζήτει συγχώρησιν. Το αυτό έπραξαν και οι λοιποί Αρχιερείς. Διαλυθείσης δε της Συνόδου, επέστρεψαν άπαντες οι Αρχιερείς, ως και ο Άγιος Νικόλαος, εις την επαρχίαν των.
Πείνα μεγάλη εγένετό ποτε εις την Λυκίαν, ομοίαν της οποίας δεν ενεθυμούντο ποτέ οι άνθρωποι και πολύ εστενοχωρούντο· τα δε Μύρα, η επαρχία του Αγίου, εκινδύνευε να καταστραφή. Αλλ΄ ο Άγιος λυπούμενος το ποίμνιόν του, τι ενήργησε; Πλοίαρχος τις εφόρτωσε το πλοίον του σίτον δια την Γαλλίαν, κατά δε την νύκτα φαίνεται εις αυτόν ο Άγιος Νικόλαος καθ΄ ύπνον και του λέγει· «Τον σίτον να τον υπάγης εις τα Μύρα της Λυκίας και όχι εις την Γαλλίαν, διότι εκεί είναι πείνα μεγάλη και θα τον εξοδεύσης με μεγάλην τιμήν και γρήγορα· λάβε δε και ως αρραβώνα τρία φλωρία και όταν φθάσης, λαμβάνεις και τα υπόλοιπα χρήματα». Εξυπνήσας την πρωϊαν ο πλοίαρχος εύρεν εις τας χείρας του τα νομίσματα και διηγηθείς τούτο εις τους ναύτας, έδειξε και τα νομίσματα. Όθεν ανεχώρησαν δια τα Μύρα της Λυκίας, διότι ηννόησεν ο πλοίαρχος ότι ήτο εκ Θεού τούτο και ότι ήθελον ωφεληθή. Φθάσαντες δε εις τα Μύρα επώλησαν τον σίτον με μεγάλην ωφέλειαν, οι δε άνθρωποι του τόπου εκείνου εδόξαζον τον Θεόν, όστις φροντίζει δια τους εις αυτόν ελπίζοντας. Ήθελον παύσει έως εδώ τον λόγον μου διηγούμενος τα του Αγίου κατορθώματα, επειδή και η ώρα παρήλθε. Σας παρακαλώ όμως να ακούσητε μετά προσοχής και τα επίλοιπα της διηγήσεως και να τελειώσω το λόγο μου. Εις την Μικράν Ασίαν υπήρχε χώρα, ήτις ωνομάζετο Μεγάλη Φρυγία, ήτο δε και άλλη Μικρά Φρυγία, ήτις παρέκειτο του Ελλησπόντου, και την οποίαν οι Έλληνες ωνόμαζον Τρωάδα. Εις την Μεγάλην Φρυγίαν κατώκουν άνθρωποι αλλόφυλοι και ξένοι, οι οποίοι ωνομάζοντο Τραϊφάλοι. Επαναστατήσαντες δε ούτοι έκαμον ιδικήν των βασιλείαν, χωρισθέντες εκ της βασιλείας του Κωνσταντίνου. Ακούσας ο Μέγας Κωνσταντίνος την επανάστασιν των Φρυγών, έπεμψε τρεις στρατηγούς με ικανόν στρατόν, όπως ειρηνεύσωσιν αυτούς· ωνομάζοντο δε οι στρατηγοί, ο εις Νεπωτιανός, ο δεύτερος Ούρσος και ο τρίτος Ερπυλίων. Πλέοντες δε και οι τρεις, έφθασαν εις τον λιμένα των Μυραίων, καλούμενον Ανδριάκην και επειδή ήτο κακοκαιρία, έμενον εκεί, έως να έλθη καιρός κατάλληλος· οι δε στρατιώται, έχοντες συνήθειαν εις την αρπαγήν, εισήλθον εις την πόλιν, όπως αγοράσωσι δήθεν άρτους, εκ τούτου δε εγένετο μεγάλη σύγχυσις εις την αγοράν των Μυραίων, διότι ήρπαζον ό,τι εύρισκον. Ακούσας ο Άγιος την σύγχυσιν, επορεύθη εις τον λιμένα, εύρε τους στρατηγούς και λέγει προς αυτούς· «Ποίοι είσθε η εξοχότης σας»; Εκείνοι ως τον είδον Αρχιερέα και γέροντα απεκρίθησαν ταπεινά· «Δούλοι του βασιλέως και της αγιωσύνης σου είμεθα και υπάγομεν κατά διαταγήν του βασιλέως να ειρηνεύσωμεν τους Ταϊφάλους, οι οποίοι επανεστάτησαν, αλλ΄ επειδή δεν κάμνει καιρόν επιτήδειον δια να αναχωρήσωμεν αναγκαζόμεθα να μένωμεν εδώ έως να καλωσυνεύση ο καιρός». Ο Άγιος απεκρίθη· «Αφού δια να ειρηνεύσητε κόσμον επαναστατημένον σας έστειλεν ο βασιλεύς, διατί ήλθετε εις ειρηνικόν κόσμον και ποιείτε σύγχυσιν»; Ως ήκουσαν ταύτα οι χιλίαρχοι, εφοβήθησαν ως Χριστιανοί και αγαθοί άνθρωποι όπου ήσαν και λέγουν προς τον Άγιον· «Ποίος είναι, Δέσποτα Άγιε, ο ποιών την σύγχυσιν»; Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Σεις είσθε· επειδή αφήνετε τους στρατιώτας σας και κάμνουν αρπαγήν εις την δημοσίαν αγοράν· σεις πταίετε». Πορευθέντες τότε αμέσως οι στρατηγοί εις την αγοράν των Μυραίων άλλους μεν εκ των στρατιωτών έδερον, άλλους συνεβούλευον και ούτως ειρήνευσαν τα πράγματα. Τότε ο Άγιος λαβών τους στρατηγούς εις την Μητρόπολιν εφιλοξένησεν αυτούς αρκούντως και ως καλός Πατήρ συμβουλεύσας και ευχηθείς αυτούς, τους συνώδευσε χαίροντας και ευχαριστημένους έως τον λιμένα των Μυραίων, τον Ανδριάκην. Τότε οι μεν στρατηγοί μετά του στρατού έμελον να εισέλθουν εις το πλοίον δια να αναχωρήσουν, ο δε Άγιος εξεκίνησε δια να επιστρέψη εις την πόλιν, πάραυτα όμως βλέπει άνδρας τε και γυναίκας κλαίοντας και παρακαλούντας αυτόν, όπως προφθάση και ελευθερώση τρεις εκ των συγγενών των, τους οποίους αδίκως ο διοικητής του τόπου Ευστάθιος κατεδίκασεν εις θάνατον δωροδοκηθείς παρά των εχθρών των. Γνωρίσας ο Άγιος το άδικον της αποφάσεως παρεκάλεσε τους στρατηγούς να τον ακολουθήσουν, αυτός δε έσπευδε δρομαίως ίνα φθάση εις τον τόπον της καταδίκης και σώση τους καταδίκους. Όπου δε καθ΄ οδόν συνήντα ανθρώπους ηρώτα εάν είδον τους καταδίκους και πληροφορούμενος περί της πορείας των έσπευδε δια να τους απαλλάξη εκ του θανάτου. Φθάσας τέλος κάθιδρως εις τον τόπον της εκτελέσεως επρόλαβε την τελευταίαν στιγμήν και αφήρεσεν εκ των χειρών του δημίου την σπάθην, με την οποίαν επρόκειτο να αποκεφαλίση τους μελλοθανάτους και λύσας αυτούς εκ των δεσμών δια των ιδίων του χειρών, τους αφήκεν ελευθέρους και ανεχώρησαν χαίροντες και δοξάζοντες τον Θεόν και τον Άγιον Νικόλαον. Διαδοθείσης της φήμης εις την πόλιν, έτρεχον άνδρες και γυναίκες να ίδουν το γεγονός. Το αυτό έπραξε και ο Ευστάθιος, ιππεύσας επί του ίππου του, έτρεχε να ίδη και αυτός τι συνέβαινεν. Ο δε Άγιος, ως είδεν αυτόν, τον ήλεγξε, διότι έκαμεν άδικον κρίσιν δωροδοκηθείς και κατεδίκασε τους αθώους ανθρώπους· αυτός δε ωμολόγησεν ότι ο Σιμωνίδης και ο Ευδόξιος οι πρώτοι του τόπου εμαρτύρησαν περί αυτών και δια τούτο εξέδωκε τοιαύτην απόφασιν. Τότε ο Άγιος διεμαρτυρήθη ενώπιον των τριών στρατηγών, ότι θα καταγγείλη την πράξιν εις τον βασιλέα, δια να μάθη και εκείνος, ότι ο Ευστάθιος είναι άδικος κριτής. Ακούσας ταύτα ο Ευστάθιος και φοβηθείς έπεσεν εις τους πόδας του Αγίου ζητών συγχώρησιν και ομολογών την άδικον κρίσιν, που έκαμεν, ο δε Άγιος τον συνεχώρησεν και έγινε μεταξύ των αγάπη.
Aφού ταύτα πάντα είδον οι τρεις στρατηγοί, εισελθόντες εις το πλοίον ανεχώρησαν και φθάσαντες εις Φρυγίαν ειρήνευσαν τους Ταϊφάλους, είτα επιστρέψαντες εις Κωνσταντινούπολιν και προσκυνήσαντες τον βασιλέα, ανέφεραν ότι ειρήνευσαν τους Ταϊφάλους. Τότε ο βασιλεύς τους ετίμησε και πλείστα χαρίσματα τους έδωκε και εις μεγαλυτέραν τιμήν τους ανύψωσεν. Αλλά τι το μετά ταύτα; Ακούσατε, παρακαλώ, δια να γνωρίσητε τι κάμνει ο φθόνος εις τον άνθρωπον. Οι μεν στρατηγοί εκείνοι, ο Νεπωτιανός, ο Ούρσος και Ερπυλίων διέτριβον εις τα βασίλεια, ως πρώτοι του βασιλέως· φθονεροί δε τινες άνθρωποι του βασιλέως, μη δυνάμενοι να βλέπωσιν αυτούς ούτω τιμωμένους, επήγαν εις τον επίτροπον του βασιλέως, Αβλάβιον ονόματι, και του λέγουν· «Είδες τι εποίησαν οι τρεις στρατηγοί; Ο βασιλεύς τούς απέστειλε να ειρηνεύσουν τους Ταϊφάλους, αυτοί δε συνεννοηθέντες μετ΄ αυτών, σκέπτονται να πείσωσι τους μετ΄ αυτών στρατιώτας να επαναστατήσωσι κατά του βασιλέως, με την βοήθειαν δε και των Ταϊφάλων να βασιλεύσωσιν αυτοί». Ακούσας ταύτα ο Αβλάβιος εσκέπτετο πώς να χειρισθή την υπόθεσιν ταύτην· ιδόντες όμως οι συκοφάνται ότι άνευ χρημάτων δεν γίνεται τίποτε, έδωκαν εις αυτόν χρήματα και ούτος εφυλάκισεν αυτούς, μη γνωρίζοντος του βασιλέως Κωνσταντίνου, έμενον δε εις την φυλακήν, χωρίς να γνωρίζουν και αυτοί την αιτίαν. Οι φθονεροί όμως εκείνοι άνδρες, φοβούμενοι μη φανερωθούν εις τε τον Αβλάβιον και τον βασιλέα ψεύσται, έφερον εις τον Αβλάβιον και άλλα περισσότερα χρήματα και εζήτησαν να διατάξη όπως φονευθώσι το συντομώτερον, μήπως όντες εν τη φυλακή συνεννοηθώσι δήθεν μετά των Ταϊφάλων και έλθωσιν εκείνοι προς απελευθέρωσίν των. Βλέπων ο Αβλάβιος ότι και εις φόνον τον αναγκάζουσι, φοβούμενος δε μήπως του ζητήσουν να τους επιστρέψη τα χρήματα, τρέχει προς τον βασιλέα και προσποιούμενος τον λυπημένον λέγει προς αυτόν· «Πολυχρονεμένε βασιλεύ, οι τρεις στρατηγοί Νεπωτιανός, Ούρσος και Ερπυλίων, τους οποίους έπεμψας να ειρηνεύσωσι τους Ταϊφάλους, αντί να εκτελέσουν την προσταγήν σου, τους παρέσυραν με το μέρος των και σκέπτονται να επαναστατήσωσι κατά της βασιλείας σου. Λοιπόν εγώ τους εφυλάκισα και τώρα η βασιλεία σου αποφάσισον ως βούλεσαι ή διάταξον να φονευθώσιν, ή σκέψου πως θα απαλλαγής εξ αυτών δια να ίδωσι και άλλοι και σωφρονισθώσι».Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς και νομίζων ότι ο Αβλάβιος λέγει αλήθειαν, διέταξε να τους αναγγείλωσιν ότι την επομένην αποκεφαλίζονται. Όθεν γράψας ο Αβλάβιος την απόφασιν, έστειλεν είδησιν και εις την φυλακήν δια να τους δοθή η αγγελία. Όθεν ελθών ο δεσμοφύλαξ κλαίων τους ανήγγειλε την καταδίκην των, την οποίαν ώρισεν ο βασιλεύς, λέγων εις αυτούς· «Αύριον αποκεφαλίζεσθε· ό,τι λοιπόν έχετε να διατάξητε δια τας οικογενείας σας και τας περιουσίας σας κάμετε το συντομώτερον». Και ο μεν δεσμοφύλαξ ταύτα είπε· εκείνοι δε ακούσαντες την απόφασιν παρέλυσαν τα μέλη των, μη γνωρίζοντες δια ποίαν αιτίαν εδόθη τοιαύτη καταδικαστική απόφασις δι΄ αυτούς. Έλεγον δε προς αλλήλους· «Εις τι επταίσαμεν ενώπιον του Θεού και του βασιλέως και κατεδικάσθημεν ούτως; Ποία είναι η αμαρτία ημών και θέλουν να μας φονεύσουν»; Λέγει ο Νεπωτιανός· «Επειδή εφθάσαμεν εις αυτό το σημείον, αδελφοί μου, τώρα ανθρώπινος δύναμις δεν δύναται να μάς ελευθερώση· ενθυμείσθε τι συνέβη εις τα Μύρα της Λυκίας με τον μέγαν Νικόλαον, όστις ηλευθέρωσεν εκ του αδίκου θανάτου τους τρεις άνδρας· αυτός γνωρίζει και δι΄ ημάς ότι δεν έχομεν κανένα να μας βοηθήση· εις μεγάλην θλίψιν και οδύνην καρδίας ευρισκόμεθα και δεν υπάρχει κανείς να μας ελευθερώση εκ του κινδύνου τούτου· η φωνή μας έσβυσεν, η γλώσσα μας εξηράνθη και δεν δυνάμεθα να δεηθώμεν· ελάτε λοιπόν να παρακαλέσωμεν τον Θεόν και τον Άγιον Νικόλαον μήπως προφθάση η πρεσβεία του και απελευθερώση και ημάς τους αναιτίους, οι οποίοι δεν γνωρίζομεν τίποτε». Ήκουσαν και οι άλλοι και μετά δακρύων εβόησαν λέγοντες· «Κύριε ο Θεός του Πατρός ημών Νικολάου, του ελευθερώσαντος από τον άδικον θάνατον τους τρεις άνδρας εις τα Μύρα, πρόφθασον, Κύριε, και μη παρίδης την αδικίαν ταύτην, μηδέ λησμονήσης ημάς εις κίνδυνον θανάτου ευρισκομένους· ελευθέρωσόν μας εκ των χειρών των εχθρών μας· πρόφθασον εις βοήθειαν ημών ότι αύριον θανατούμεθα». Τοιαύτα και άλλα όμοια οι εν τη φυλακή εδέοντο του Θεού όλην την νύκτα. Βλέπων δε ο Θεός την αδικίαν και θέλων να δοξάση τον Άγιον, τι ωκονόμησε; Κατά την νύκτα εκείνην, ολίγον προ της ανατολής του ηλίου, φαίνεται ο μέγας Νικόλαος εις τον βασιλέα Κωνσταντίνον και του λέγει· «Βασιλεύ, εγείρου γρήγορα και ελευθέρωσον τους τρείς άνδρας, τους οποίους κατεδίκασες εις θάνατον, ειδ΄ άλλως θα κάμω δέησιν εις τον Θεόν να σου αφαιρέση την ζωήν». Λέγει ο βασιλεύς· «Ποίος είσαι συ, όστις με απειλείς; Και πως εισήλθες τοιαύτην ώραν εις τα βασίλεια»; Ο Άγιος απεκρίθη· «Εγώ είμαι ο Αρχιερεύς των Μυραίων Νικόλαος και με έστειλεν ο Θεός να σου είπω να ελευθερώσης τους τρεις αδικουμένους». Παρευθύς τότε εξύπνησεν ο βασιλεύς, ο δε Άγιος επήγε και εις τον έπαρχον Αβλάβιον και του λέγει· «Αβλάβιε, βεβλαμμένε εις τον νουν, διατί έλαβες χρήματα και ηδίκησας τους τρεις άνδρας, οι οποίοι δεν έπταισαν εις τίποτε; Γρήγορα να τους ελευθερώσης, διότι θα παρακαλέσω τον Θεόν και θα σου αφαιρέση την ζωήν». Ηρώτησεν ο Αβλάβιος· «Ποίος είσαι συ»; Και ο Άγιος απάντησεν· «Εγώ είμαι ο Νικόλαος ο δούλος του Θεού και Αρχιερεύς των Μυραίων». Ταύτα είπεν ο Άγιος και παρευθύς εξύπνησεν ο Αβλάβιος και εσκέπτετο τι εσήμαινε το όραμά του.
Ενώ λοιπόν ο Αβλάβιος εσκέπτετο τα οραθέντα, έφθασαν οι υπηρέται του βασιλέως Κωνσταντίνου και του λέγουν· «Σπεύσον, διότι σε ζητεί ο βασιλεύς». Έσπευσε λοιπόν αμέσως να παρουσιασθή εις τον βασιλέα, ο δε βασιλεύς, ως είδεν αυτόν, ήρχισε να του διηγήται το όραμα το οποίον είδε. Λέγει ο Αβλάβιος· «Βασιλεύ, και εγώ το αυτό όνειρο είδα εις τον ύπνον μου, και δεν δύναμαι να εννοήσω τι συμβαίνει· όθεν ας φέρωμεν τους τρεις αυτούς άνδρας να τους εξετάσωμεν». Έφερον λοιπόν τους τρεις στρατηγούς και λέγει προς αυτούς ο βασιλεύς· «Τι μαγείας εποιήσατε και είδομεν τόσον φοβερά όνειρα, ώστε δεν ηδυνήθημεν να κοιμηθώμεν»; Τότε οι τρεις στρατηγοί βλέποντες ο εις τον άλλον έκλαιον, ο δε βασιλεύς ιδών ότι εκ των δακρύων και του φόβου δεν ηδύναντο να απαντήσουν, τους ωμίλησε με ημερότητα και τους λέγει· «Αποκρίθητέ μοι και μη φοβήσθε έμπροσθεν του φίλου σας βασιλέως». Βλέποντες αυτοί την ημερότητα του βασιλέως, είπον μετά δακρύων· «Ω βασιλεύ, μαγείας ημείς δεν γνωρίζομεν, ούτε και λόγον πικρόν είπομεν ποτέ κατά της βασιλείας σου, μάρτυρα έχομεν τον Θεόν, όστις βλέπει τα πάντα· εάν δε ποτε εσκέφθημεν κακόν κατά της βασιλείας σου, σε ορκίζομεν εις τον Θεόν μη λυπηθής καθόλου και ημάς και όλον το γένος μας, αλλά να μας εξολοθρεύσης. Ημείς, ω βασιλεύ, έχομεν παραγγελίαν εκ των γονέων μας να σεβώμεθα πρώτον τον Θεόν και δεύτερον τον βασιλέα. Ταύτα μελετώντες, όταν απέστειλας ημάς εις την Φρυγίαν προς τους Ταϊφάλους, κατεφρονήσαμεν όλα και με την βοήθειαν του Θεού ετελειώσαμεν το θέλημά σου, ηλπίζομεν δε να μας τιμήσης, τώρα όμως βλέπομεν, ότι όχι μόνον ατιμίαν αντί τιμής, αλλά και θάνατον απολαμβάνομεν». Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επραϋνθη η καρδία του και λέγει με ιλαρότητα προς εκείνους· «Είπατέ μου, τίνα Άγιον επεκαλέσθητε εις την φυλακήν κατά την νύκτα ταύτην»; Απεκρίθησαν και είπον· «Ω βασιλεύ πολυχρονεμένε, επεκαλούμεθα τον Θεόν κλαίοντες και λέγοντες: «Κύριε, Κύριε, ο Θεός του Πατρός ημών Νικολάου, ο δια των πρεσβειών τούτου ελευθερώσας εκ του αδίκου θανάτου τους τρεις άνδρας εις τα Μύρα, αυτός ελευθέρωσον και ημάς από την συκοφαντίαν ταύτην». Ο δε βασιλεύς, ως ήκουσε το όνομα του Νικολάου, λέγει προς αυτούς· «Ποίος είναι ο Νικόλαος, περί του οποίου ομιλείτε και κατά τίνα τρόπον ηλευθέρωσε τους τρεις εκείνους άνδρας εις τα Μύρα; Είπατέ μοι λεπτομερώς». Απεκρίθη ο Νεπωτιανός και λέγει προς τον βασιλέα· «Ημείς, πολυχρονεμένε βασιλεύ, πηγαίνοντες εις την Μεγάλην Φρυγίαν προς τους Ταϊφάλους, ηναγκάσθημεν, επειδή ο καιρός ήτο ακατάλληλος, να προσορμίσωμεν το πλοίον εις τον Ανδριάκην, τον λιμένα των Μύρων. Εκεί ήλθεν ο Μητροπολίτης των Μυραίων Νικόλαος, όστις μας επεριποιήθη· ήτο άνθρωπος ενάρετος και Άγιος, όλος δε ο τόπος εκείνος είναι γεμάτος από τα θαύματα, τα οποία κάμνει καθ΄ εκάστην. Άκουσον δε, βασιλεύ, πως τον ευλαβούνται οι άνθρωποι του τόπου, καθώς και ο διοικητής των Μύρων Ευστάθιος, ο αντιπρόσωπος της βασιλείας σου. Άρχοντες τινές του τόπου εσυκοφάντησαν τρεις άνδρας και ο Ευστάθιος ώρισε κατά τον νόμον να τους αποκεφαλίσουν, ως και ημείς οι άθλιοι μέλλομεν σήμερον να πάθωμεν. Οι δε συγγενείς εκείνων έδραμον εις τον Αρχιερέα Νικόλαον και έπεσαν εις τους πόδας του κλαίοντες και λέγοντες· «Βοήθησόν μας, δούλε του Χριστού, ταύτην την ώραν, διότι ο Ευστάθιος, λαβών χρήματα, αδίκως διέταξε να φονεύσουν τρεις άνδρας εκ των συγγενών μας, χωρίς να πταίουν εις τίποτε». Ως ήκουσεν ο Αρχιερεύς ταύτα, σπεύσας ήρπασεν εκ των χειρών του στρατιώτου την σπάθην δια της οποίας ήθελε να αποκεφαλίση αυτούς και ουδείς είπε τι εναντίον του, ότι δεν έπραξε καλά, ουδέ ο Ευστάθιος είπε τίποτε, μάλιστα έπεσεν εις τους πόδας του ζητών συγχώρησιν. Όλα αυτά, ω βασιλεύ, είδομεν με τους οφθαλμούς μας, ενθυμούμενοι δε το καλόν το οποίον έκαμεν εις τους τρεις εκείνους ο Άγιος, επεκαλέσθημεν μετά δακρύων τον Θεόν, να προφθάση δι΄ ευχών του Αγίου και εις βοήθειαν ημών». Ως ήκουσε ο βασιλεύς ταύτα κατενύγη και λέγει προς τους τρεις εκείνους· «Εγώ χαρίζω την ζωήν σας και να γνωρίζητε ότι χάριν του Αρχιερέως εκείνου ηλευθερώθητε από τον θάνατον· υπάγετε λοιπόν να γίνητε και Μοναχοί παρ΄ αυτού γρήγορα και να του είπητε ότι τον ήκουσα και να μη με φοβερίζη». Ταύτα ειπών ο βασιλεύς, τους έδωκε και εν χρυσούν Ευαγγέλιον και χρυσούν θυμιατήριον κεκοσμημένον με πολυτίμους λίθους και δύο μεγάλας κεχρυσωμένας λαμπάδας να τας υπάγουν εις την Εκκλησίαν, εις την οποίαν αρχιεράτευεν ο μέγας Νικόλαος. Οι δε λαβόντες ταύτα ανεχώρησαν δια τον Άγιον· έγιναν δε και Μοναχοί, εκ δε των υπαρχόντων των άλλα μεν εδώρησαν εις την Εκκλησίαν του Αγίου, άλλα εις πτωχούς και άλλα εις τους συγγενείς των. Περί του θαύματος τούτου ας παύσω διηγούμενος, επειδή αρκετά είπον· ας διηγηθώ δε και περί άλλου, το οποίον έτι ζων ετέλεσεν, έπειτα δε να είπω όσα μετά θάνατον εποίησε και τότε συν Θεώ να καταπαύσω τον λόγον μου. Ναύταί ποτε εκινδύνευον να πνιγούν ταξιδεύοντες· ακούοντες δε τα περί του Αγίου, επεκαλέσθησαν αυτόν και είπον· «Άγιε Νικόλαε, βοήθησόν μας την ώραν ταύτην, διότι πνιγόμεθα». Παρευθύς τότε εφάνη ο μέγας Νικόλαος εις την πρύμνην του πλοίου και λαβών το τιμόνιον εκυβέρνα· είπε δε εις τους ναύτας· «Μη φοβήσθε, εγώ είμαι μαζί σας· με επεκαλέσθητε και ήλθον προς βοήθειάν σας». Μετ΄ ολίγον έπαυσεν ο άνεμος, η θάλασσα ησύχασε και ο Άγιος έγινεν άφαντος. Τότε είπον οι ναύται· «Ας αράξωμεν το πλοίον μας εις τον λιμένα των Μυραίων και ας υπάγωμεν προς τον Άγιον Νικόλαον, ίνα τον ευχαριστήσωμεν δια την βοήθειαν, την οποίαν μας έκαμε, να ίδωμεν δε και το πρόσωπόν του, διότι δεν τον έχομεν ίδει». Εξήλθον λοιπόν εις την ξηράν και ηρώτησαν· «Που ευρίσκεται ο Αρχιερεύς»; Τους είπον δε ότι τώρα επήγαινεν εις την Εκκλησίαν με τους Ιερείς του. Όθεν έσπευσαν να τον φθάσουν και εισελθόντες εις την Εκκλησίαν τον εύρον και τον εγνώρισαν εκ του σχήματος, όπως τον είχον ίδει εις την θάλασσαν, επειδή, ως είπομεν, δεν τον είχον ίδει άλλοτε. Πεσόντες τότε εις τους πόδας του έλεγον· «Ευχαριστούμεν σοι, δούλε του Θεού, διότι εάν δεν προέφθανες ηθέλομεν πνιγή εις την θάλασσαν». Εκείνοι μεν ούτως έλεγον και διηγούντο την υπόθεσιν. Ο δε Άγιος, ως προορατικός όπου ήτο και έχων Πνεύμα Άγιον, εγνώρισεν ότι δεν ήτο καθαρά η καρδία των και ήρχισε να τους διδάσκη λέγων· «Παρακαλώ σας, τέκνα μου, να εξετάσετε τας βουλάς και τα νοήματα των καρδιών και του νοός σας και να τα διευθύνητε εις το θέλημα του Θεού· διότι αν εκ των ανθρώπων κρυπτώμεθα και φαινώμεθα καλοί, εκ του Θεού όμως δεν είναι δυνατόν να κρυφθώμεν, διότι ο άνθρωπος βλέπει εις το πρόσωπον, ο δε Θεός εις την καρδίαν. Ακούσατε τι η Γραφή λέγει· «Μη ποιήτε το κακόν, ίνα μη επέλθη τούτο εις ημάς, αλλά ποιείτε το καλόν δια να το απολαύσητε και μη μολύνητε το σώμα σας, διότι ως λέγει ο θείος Παύλος «σεις είσθε ναός Θεού και εάν κανείς καταστρέφη τον ναόν του Θεού, θα καταστρέψη αυτόν ο Θεός» (Α΄ Κορ. γ: 16-17)· εάν ούτω ποιήτε θα έχητε πάντοτε τον Θεόν βοηθόν». Ο μεν Άγιος μετά την διδαχήν του ανεχώρησεν εις την Μητρόπολιν· οι δε ναύται, ωφεληθέντες εκ της διδαχής του μάλλον ή από την βοήθεαν της θαλάσσης, ανεχώρησαν εις τον τόπον των, δοξάζοντες τον Θεόν και ευχαριστούντες τον Άγιον. Αλλά περί μεν των θαυμάτων, τα οποία ετέλεσεν έτι ζων, ας καταπαύσω τον λόγον, επειδή παρήλθεν αρκετή ώρα και πρέπει, πριν τελειώσω την διήγησιν, να διηγηθώ και περί των θαυμάτων, τα οποία ετέλεσε μετά την οσίαν του κοίμησιν· πρώτον όμως ας διηγηθώ πως εκοιμήθη. Αναφέρεται εις ένα εγκωμιαστικόν του λόγον, ότι τοιούτος ήτο εις την θεωρίαν, ώστε και αν δεν τον είχεν ίδει κανείς ποτέ, και τον έβλεπε δια πρώτην φοράν εν μέσω πολλών ανθρώπων, τον εγνώριζεν εκ του ήθους του αγγελικού το οποίον είχε· τόσον έλαμπε το πρόσωπόν του, τόσον ήτο θεωρητικός, ώστε πολλάκις και εάν απλώς συνηντάτο καθ΄ οδόν μετά πολλών ανθρώπων και χωρίς καν να τους διδάξη, αμέσως επέστρεφον εκείνοι εις θεογνωσίαν εκ της θεωρίας και μόνον του προσώπου του· και λυπημένος εάν επήγαινε κανείς να είπη το παράπονόν του εις αυτόν, και μόνον με το να τον έβλεπεν, εφυγαδεύετο η λύπη του και επληρούτο χαράς· πτωχοί λυπημένοι βλέποντες αυτόν εχαίροντο και ηυφραίνοντο.
Αλλ΄ επειδή ήτο άνθρωπος και αυτός και έμελλε να αποθάνη, ασθενήσας μικρόν εκοιμήθη εν ειρήνη, περί το έτος τλ΄ (330), και το μεν τίμιον σώμα του αφήκεν εις την γην προς ωφέλειαν των ανθρώπων, η δε μακαρία ψυχή του ανήλθεν εις τον ουρανόν μετά χαράς και υμνωδίας Αγγέλων. Και οι μεν ορφανοί και πτωχοί έκλαυσαν διότι απεστερήθησαν τον πατέρα και κυβερνήτην των, οι ξένοι και οι Μυραίοι και όλος ο κόσμος εθρήνησαν, ότι έχασαν τοιούτον Ποιμένα και Διδάσκαλον, οι δε Άγιοι Αρχάγγελοι και Άγγελοι εχάρησαν διότι υπεδέχθησαν εις τους κόλπους των τοιούτον Άγιον· οι Μάρτυρες ηυφράνθησαν διότι είδον τον συμμάρτυρα αυτών, οι Δίκαιοι ηγαλλιάσαντο, διότι είδον τον όμοιον με αυτούς· οι Ποιμένες και Διδάσκαλοι εχάρησαν, διότι ηνώθησαν μετά του Ποιμένος. Τι λέγω τα κατά μέρος; Ο ουρανός όλος, και τα τάγματα των Αγίων και Δικαίων εχάρησαν την ημέραν εκείνην. Αλλά και αν η μακαρία του ψυχή απήλθε του κόσμου τούτου ο Άγιος δεν ελησμόνησε, ούτε λησμονεί τους επικαλουμένους αυτόν. Δια τούτο και μετά την μακαρίαν του κοίμησιν άπειρα θαύματα εποίησε και ποιεί εις τους μετά πίστεως καταφεύγοντας προς αυτόν, αλλ΄ εγώ δια συντομίαν θα διηγηθώ μόνον εν ή δύο.
Εις τα Μύρα, εις τα οποία αρχιεράτευσεν ο Άγιος, ωκοδόμησαν οι Χριστιανοί Εκκλησίαν μεγάλην επ΄ ονόματι του Αγίου Νικολάου του Θαυματουργού και κατ΄ έτος συνηθροίζοντο εκ των περιχώρων ως και εξ άλλων πολλών μερών και ετέλουν πανήγυριν. Εν μια των ημερών εισήλθον εις πλοίον Χριστιανοί τινες εκ μακρινού μέρους, δια να υπάγουν εις τα Μύρα χάριν προσκυνήσεως των ιερών λειψάνων του Αγίου· ο δε διάβολος, δια να εμποδίση από την προσκύνησιν τους Χριστιανούς εκείνους και όσους άλλους δυνηθή, τι εμεθοδεύθη; Ενθυμείσθε εκείνο το οποίον διηγήθημεν ανωτέρω, ότι ο Άγιος εκρήμνισε βωμόν τινα ελληνικόν της Αρτέμιδος και έφυγαν από εκεί οι δαίμονες κλαίοντες και έλεγον· «ηδίκησας ημάς, αδικητά Νικόλαε»; Ο πρώτος λοιπόν δαίμων του βωμού εκείνου, θέλων να κάμη κακόν εις τον Ναόν του Αγίου, μετεμορφώθη εις σχήμα γυναικός πτωχής και γραίας, ήτις εβάστα ελαιοδοχείον πλήρες ελαίου και κατά την ώραν κατά την οποίαν συνηθροίζοντο οι Χριστιανοί δια να εισέλθουν εις το πλοίον ενεφανίσθη και αυτός και λέγει προς αυτούς· «Που πηγαίνετε, αδελφοί μου»; Απεκρίθησαν εκείνοι· «Εις τα Μύρα της Λυκίας δια να προσκυνήσωμεν το ιερόν λείψανον του Αγίου Νικολάου». Λέγει η κατά το φαινόμενον πτωχή εκείνη γραία· «Σας παρακαλώ, αδελφοί μου, λάβετε τούτο το ελαιοδοχείον με το έλαιον και να το υπάγητε εις την Εκκλησίαν του Αγίου να ανάψητε την κανδήλαν να καή δια την αμαρτωλήν μου ψυχήν, διότι δεν δύναμαι να έλθω μαζί σας, επειδή φοβούμαι την θάλασσαν η οποία πολύ με ζαλίζει· όθεν, σας παρακαλώ, υπάγετε σεις και θα είναι και ιδικόν σας και ιδικόν μου το καλόν». Και ο μεν δαίμων παρεκάλει τους ναύτας ταύτα λέγων· εκείνοι δε αγνοούντες την τέχνην του δαίμονος έλαβον το ελαιοδοχείον και έπλεον αμέριμνοι καθ΄ όλην εκείνην την ημέραν. Περί δε το μεσονύκτιον φαίνεται ο Άγιος εις τον πλοίαρχον και λέγει προς αυτόν· «Το ελαιοδοχείον, το οποίον σας έδωκεν η πτωχή εκείνη, όταν εξημερώση να το ρίψητε εις την θάλασσαν, διότι είναι τέχνη του διαβόλου να καή η Εκκλησία μου και εάν ίδητε φοβερόν τι και παράδοξον εις την θάλασσαν, μη φοβηθήτε· διότι εγώ θα σας βοηθήσω να μη πάθητε τίποτε». Το πρωϊ, όταν εξημέρωσε, διηγήθη ο πλοίαρχος το όραμα και λαβών το ελαιοδοχείον έρριψεν αυτό εις την θάλασσαν, ευθύς δε ως το έρριψε, φλοξ μεγάλη ανέβη εκ της θαλάσσης και καπνός πολύς δυσωδέστατος, ως από θειάφι· η θάλασσα εφούσκωσε και εξηκόντιζε το ύδωρ υψηλά, τόσον ώστε εκινδύνευε να εισέλθη εντός του πλοίου. Βλέποντες ταύτα οι ναύται ηπόρουν, από δε τον φόβον των έπεσον πρηνείς (προύμυτα) κλαίοντες και λέγοντες μεγαλοφώνως· «Άγιε Νικόλαε, πρόφθασον και βοήθησόν μας, διότι βυθιζόμεθα». Μετά δε ώραν ικανήν, ότε κατεπράϋνεν η τρικυμία, συνελθόντες οι ναύται από την αγωνίαν εχάρησαν δοξάζοντες τον Θεόν και τον μέγαν Νικόλαον.
Εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο Χριστιανός τις ευλαβής και πιστός, καθ΄ υπερβολήν αγαπών τον Όσιον Πατέρα ημών Νικόλαον και αμοιβαίως παρά του Αγίου Πατρός ημών Νικολάου αγαπώμενος. Ούτος λοιπόν, θέλων ποτέ να ταξιδεύση δι΄ αναγκαίαν υπόθεσίν του, επήγε πρώτον εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου και προσηυχήθη εκ βάθους καρδίας· έπειτα αποχαιρετήσας τους συγγενείς και τους φίλους του, επεβιβάσθη εις το πλοιάριον. Κατά δε την ενάτην ώραν της νυκτός ηγέρθησαν οι ναύται, όπως στρέψωσι τα ιστία, μεταβληθέντος του ανέμου· ηγέρθη δε και ο ευλαβέστατος εκείνος άνθρωπος δια να υπάγη προς ανάγκην του· επειδή όμως οι ναύται κατεγίνοντο εις την στροφήν των ιστίων, περιπλεχθείς ο Χριστιανός εκείνος και συμποδισθείς (καθώς τούτο συνήθως συμβαίνει εις τοιαύτας περιπτώσεις), έπεσεν εις την θάλασσαν. Οι ναύται, αν και αντελήφθησαν το γενόμενον, δεν ηδυνήθησαν να μεταχειρισθώσιν ουδέν μέσον όπως ανασύρωσιν εκ της θαλάσσης τον άνθρωπον, αφ΄ ενός μεν διότι ήτο σκότος βαθύτατον, αφ΄ ετέρου δε διότι ο άνεμος έπνεε βιαιότερα και εβίαζε το πλοίον προς τα πρόσω. Όθεν καθήμενοι εθρήνουν λυπούμενοι και έκλαιον δια τον πικρόν θάνατον του ανδρός. Ο δε Χριστιανός εκείνος, πεσών εις την θάλασσαν ενδεδυμένος καθώς ήτο με όλα τα ενδύματά του και καταποντιζόμενος εις τον βυθόν του πελάγους, ενεθυμήθη και έλεγε νοερώς· «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι». Φωνάζων δε νοερώς την φωνήν ταύτην, ω του θαύματος! Πολλά και ακατανόητα είναι τα θαυμάσιά σου Κύριε! Ευρέθη εν τω μέσω του οίκου του, μη αισθανθείς δε τούτο ενόμιζεν ότι ευρίσκεται ακόμη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Όθεν και εκεί εφώναζεν όχι πλέον νοερώς, αλλ΄ αισθητώς· «Άγιε Νικόλαε, βοήθει μοι». Οι δε άνθρωποι της οικίας του ακούοντες τας φωνάς του εγερθέντες ήναψαν φως· αλλά και οι γείτονες και οι έξωθεν ακούσαντες, εξηγέρθησαν, και έτρεξαν και εκείνοι και βλέπουσιν αυτόν μεν εις το μέσον της οικίας του εστώτα και κράζοντα, ύδωρ δε πολύ της θαλάσσης να τρέχη από τα ενδύματα τα οποία εφόρει· όθεν εκ του θαυμασμού των και της εκστάσεως έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί, αγνοούντες τι να είπωσιν. Ο δε Χριστιανός εκείνος εφώναζεν· «Αδελφοί, τι είναι αυτό το οποίον βλέπω; Εγώ γνωρίζω πολύ καλά, ότι χθες κατά την ενάτην ώραν σάς απεχαιρέτησα όλους και επεβιβάσθην εις το πλοίον, το οποίον επειδή εφύσησεν ούριος άνεμος επροχώρησεν αρκετά· κατά δε την δευτέραν ή τρίτην φυλακήν της νυκτός, ήτοι κατά την ενάτην ώραν της νυκτός, μετέβην δι΄ ανάγκην μου και συμποδισθείς υπό των ναυτών, ερρίφθην εις την θάλασσαν· όθεν επεκαλούμην τον Άγιον Νικόλαον εις βοήθειαν. Πως δε τώρα ευρίσκομαι εδώ δεν γνωρίζω και σας παρακαλώ να μου είπητε σεις, διότι εγώ είμαι εκστατικός και μου φαίνεται ότι παρεφρόνησα». Oι δε συναθροισθέντες Χριστιανοί, ταύτα ακούσαντες, βλέποντες δε και το ύδωρ της θαλάσσης, το οποίον έρρεεν εκ των ενδυμάτων του, εξεπλάγησαν, ως είπομεν, συλλογιζόμενοι το παράδοξον του θαύματος· όθεν έχαιρον μετά του διασωθέντος αδελφού και εδάκρυον εν ταυτώ, επί πολλήν ώραν το Κύριε, ελέησον! Κράζοντες. Ο δε Χριστιανός εκείνος εκδυθείς τα βεβρεγμένα ενδύματα και ενδυθείς άλλα, κατηυθύνθη εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου, όπου και διήνυσε το επίλοιπον διάστημα της νυκτός, προσπίπτων μετά δακρύων εις την εικόνα του Αγίου, δεόμενος και παρακαλών και τας ευχαριστίας αποδίδων με θαυμασμόν και έκπληξιν. Όταν δε ήλθεν η ώρα του όρθρου και συνηθροίσθη ο λαός εις τον Ναόν του Αγίου κατά το σύνηθες, τότε έγινεν εις όλους φανερόν το θαύμα του Αγίου· διότι μυρισθέντες τα ηδύπνοα και ευωδέστατα εκείνα αρώματα, τα οποία έφερεν ο διασωθείς εκείνος Χριστιανός εις τον Άγιον, βλέποντες δε και την Εκκλησίαν του Αγίου κατάφωτον, ηρώτων αλλήλους δια να μάθωσι την αιτίαν. Μαθόντες δε αυτήν, εξέστησαν άπαντες, και εδόξαζον μεν τον Θεόν, ηυχαρίστουν δε τον μέγαν Ιεράρχην Νικόλαον. Τούτο το εξαίσιον και υπερφυές αληθώς θαύμα και μεγαλούργημα του Αγίου διεφημίσθη εις όλην την μεγαλόπολιν του Κωνσταντίνου· έφθασε δε και εις τας ακοάς τόσον του τότε βασιλέως, όσον και του Πατριάρχου. Όθεν αυτοί εκάλεσαν τον διασωθέντα εκείνον Χριστιανόν επί Συνόδου· όστις παρασταθείς έμπροσθεν πάντων διηγήθη παρρησία, πως, κατά τίνα τρόπον και πότε ηκολούθησεν εις αυτόν το τοιούτον φρικτόν και εξαίσιον θαυματούργημα, το οποίον ακούσαντες όλοι οι παριστάμενοι Συνοδικοί εβόησαν· «Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου»! Όθεν διαλαλήσαντες πανταχού το γενόμενον, συνήχθησαν οι Χριστιανοί εις τον Ναόν του Αγίου Νικολάου και εποίησαν λιτανείαν και αγρυπνίαν, δοξάζοντες μεν και ευλογούντες τον Θεόν, απονέμοντες δε και την πρέπουσαν ευχαριστίαν εις τον τούτου πιστόν θεράποντα Άγιον Νικόλαον. Αυτή είναι, αγαπητοί μου αδελφοί, η πολιτεία και αι πράξεις του Αγίου Νικολάου, όστις εδούλευσε τον Θεόν ολοψύχως και ο Θεός ετίμησεν αυτόν επί της γης και εν τω ουρανώ, διότι έσπευδε να αρέση εις τον Χριστόν και αντημείφθη χιλιοπλασίως. Δια τούτο και ημείς οι ακούοντες και αναγινώσκοντες τα κατορθώματα αυτού πρέπει να τον μιμηθώμεν δια να αρέσωμεν εις τον Δεσπότην Χριστόν τον Θεόν ημών. Δια τούτο πρέπει να συναθροιζώμεθα εις την Εκκλησίαν, όπου αναγινώσκονται τα ιερά βιβλία, ίνα ακούοντες τους Βίους και τα έπαθλα των Αγίων Ανδρών μιμώμεθα αυτούς. Διότι εάν μόνον ακούωμεν και δεν πράττωμεν, θα τιμωρηθώμεν περισσότερον· διότι λέγει ο Κύριος εις το Ιερόν Ευαγγέλιον, ότι «ο γνούς το θέλημα του Κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς (Λουκ. ιβ: 47). Αλλοίμονον, αδελφοί μου, εις ημάς τους αμαρτωλούς, οίτινες ακούομεν και δεν πράττομεν, διδασκόμεθα και δεν υπακούομεν, είμεθα Χριστιανοί και δεν ποιούμεν το θέλημα του Χριστού. Ποίον τότε το όφελος; Εάν είπης εις ασθενή ότι είναι υγιής, τι τον ωφέλησας; Ή εις πτωχόν ότι είναι πλούσιος, μήπως με τον λόγον τον επλούτισας; Ούτως είναι και εις ημάς τους Χριστιανούς· μήπως εάν είπωμεν ότι είμεθα Χριστιανοί και δεν φυλάττωμεν τας εντολάς του Χριστού, ωφελούμεθα τίποτε; Υλικώς κερδίζει ο άνθρωπος και αποκτά πλούτον, όταν εργάζεται και δεν σταματά την εργασίαν του. Και πάλιν πνευματικώς πλουτεί, όταν εργάζεται την αρετήν και δεν παύη μέχρις εσχάτης αναπνοής. Σπεύσωμεν λοιπόν και μη αποκάμωμεν πράττοντες το αγαθόν, ίνα δοξασθώμεν και βραβευθώμεν παρά του μισθαποδότου Χριστού, όστις βραβεύει τους εργαζομένους το αγαθόν αιωνίως και τιμωρεί εις αιώνιον καταδίκην τους αθλίους αμαρτωλούς. Πρέπει λοιπόν να συνδέσωμεν την Πίστιν μετά των έργων, ίνα βραβευθώμεν, διότι ο θείος Ιάκωβος λέγει εις την Καθολικήν αυτού Επιστολήν δι΄ εκείνους οίτινες έχουν πίστιν άνευ έργων: «Τι το όφελος, αδελφοί μου, εάν πίστιν λέγη τις έχειν, έργα δε μη έχη; Μη δύναται η πίστις σώσαι αυτόν; Εάν δε αδελφός ή αδελφή γυμνοί υπάρχωσι και λειπόμενοι ώσι της εφημέρου τροφής, είπη δε τις αυτοίς εξ ημών· υπάγετε εν ειρήνη, θερμαίνεσθε και χορτάζεσθε, μη δώτε δε αυτοίς τα επιτήδεια του σώματος, τι το όφελος; Ούτω και η Πίστις, εάν μη έργα έχη, νεκρά εστι καθ΄ εαυτήν» (Ιακ. β: 14-17). Ας αποκτήσωμεν λοιπόν και ημείς ομού με την Πίστιν και τα έργα, ίνα ακούσωμεν παρά του Κυρίου της ευκταίας φωνής· «Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ, επί ολίγα ης πιστός, επί πολλών σε καταστήσω· είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου» (Ματθ. κε: 23), ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν εν Χριστώ τω αληθινώ Θεώ ημών, ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2131
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) του Δεκεμβρίου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ Επισκόπου Μεδιολάνων.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Δεκ 07, 2019 12:22 am

Αμβρόσιος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών εγεννήθη κατά το έτος τμ΄ (340) εις Μεδιόλανα της Ιταλίας, όπου και δια τας πολλάς του αρετάς κατέστη Επίσκοπος και από των οποίων ως αστήρ φωτεινότατος κατηύγασεν άπασαν την οικουμένην με το φως της διδασκαλίας του εκπληρώσας εις εαυτόν την εντολήν του Κυρίου την λέγουσαν· «Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. ε: 16 ). Τούτο δε δεν είπε μόνον προς τους Αποστόλους ο Κύριος, αλλά και προς πάντας τους διαδόχους αυτών Αρχιερείς, οι οποίοι πρέπει να λάμπωσιν ως το φως κατά τας αρετάς, ίνα βλέποντες οι άνθρωποι την χριστομίμητον αυτών πολιτείαν δοξάζωσι τον Θεόν. Όσοι δε Αρχιερείς δεν φυλάττουσι τας εντολάς του Κυρίου, καν εγγράμματοι και διδάσκαλοι είναι, αλλοίμονον εις αυτούς! Διότι δεν είναι Ποιμένες, αλλά λύκοι άρπαγες προβατόσχημοι και θέλουν καταπατηθή ως άλας άχρηστον και ανωφελές· «ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ΄ οι ποιηταί» καθώς λέγει ο θείος Παύλος (Ρωμ. β΄ 13 ). Και ο Δεσπότης λέγει· «όστις γαρ αν ποιήση το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου αδελφός και αδελφή και μήτηρ εστίν» (Ματθ. ιβ: 50). Και αλλαχού λέγει· «Ου πας ο λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την Βασιλείαν των ουρανών αλλ΄ ο ποιών το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθ ζ : 21 ). Και πάλιν λέγει· «ος δ΄ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται» (Ματθ. ε: 19 ).
Ναι κατ΄ αλήθειαν· όστις Αρχιερεύς διδάσκει τον λόγον του Θεού και φυλάττει τον νόμον απαρασάλευτα, φέρων ούτω τους αμαρτήσαντας εις μετάνοιαν και δεικνύων με τα έργα μάλλον την διδασκαλίαν ή με τους λόγους, ούτος θέλει λάβει παρά Κυρίου πλουσίας τας αμοιβάς των πόνων αυτού εν ημέρα ανταποδόσεως. Τούτο γνωρίζοντες οι παλαιοί Αρχιερείς εσπούδαζον να φυλάττουν πάσας τας σωτηρίους εντολάς. Ήσαν ταπεινοί και πραότατοι, ειρηνοποιοί, ελεήμονες και φιλόξενοι, ταπεινοί τη καρδία, εγκρατείς πολύ και σώφρονες. Δεν εφοβούντο βασιλείς και δυνάστας, ούτε ησχύνοντο άρχοντας, αλλ΄ ήλεγχον παρρησία τους παραβάτας και αυστηρώς αυτούς εκανόνιζον. Και εξόχως ο νυν εις ευφημίαν προκείμενος και κατά χρέος παρ΄ ημών πανηγυριζόμενος Αμβρόσιος ο της αμβροσίας επώνυμος, το της Ιταλίας αγλάϊσμα, ο εραστής της σοφίας και ζηλωτής του Προδρόμου και Ηλιού του παμμάκαρος. Τούτου τον Βίον έρχομαι σήμερον προς υμάς να διηγηθώ και προσέχετε επιμελώς να θαυμάσητε όχι μόνον τον ζήλον του Αρχιερέως, αλλά πολλώ μάλλον του αοιδίμου βασιλέως Θεοδοσίου την άκραν ταπείνωσιν και θερμοτάτην μετάνοιαν. Ούτος ο μακάριος της ηδυτάτης αμβροσίας αξίως επώνυμος εγεννήθη, ως είπομεν, εις την μεγαλόπολιν Μεδιόλανα, την εξακουστήν και περίφημον, από γονείς ευσεβείς και ευγενεστάτους. Ο πατήρ αυτού ήτο έπαρχος εις την Γαλλίαν, Αμβρόσιος και αυτός ονομαζόμενος. Μετά την τελευτήν των γονέων του έμεινεν ο Αμβρόσιος με μίαν αδελφήν μεγαλυτέραν απ΄ αυτόν, την οποίαν βλέπων ο νέος μίαν φοράν να ασπάζηται την χείρα ενός Επισκόπου, της έδωκε και αυτός την δεξιάν, λέγων· «Φίλησον και ταύτην, διότι και εγώ μέλλει να γίνω Επίσκοπος». Η δε μη κατανοήσασα την πρόρρησιν του παιδός, τον επέπληξεν· αλλ΄ ύστερον, όταν ετελειώθη η προφητεία του, εθαύμασεν η αδελφή του, εφύλαξε δε και αύτη η μακαρία έως τέλους παρθενίαν και άκρας αρετάς, μιμουμένη τον Άγιον.
Όταν δε ο Άγιος έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον εγνώριζε πολλάς επιστήμας, εξαιρέτως δε την ρητορικήν. Όθεν όλοι τον εθαύμαζον, διότι έμαθεν εις ολίγον καιρόν τόσα γράμματα και τον εψήφισαν Αβοκάτον, ήτοι ρήτορα, δηλαδή δικηγόρον, όπως λέγομεν σήμερον, υπερήσπιζε τουτέστι τας διαφοράς των κρινομένων εις το παλάτιον και τοσούτον επιμελώς και με τοσαύτην ευγλωττίαν και σύνεσιν ερρητόρευεν, ώστε δεν ήτο άλλος όμοιός του και μάλιστα εις την δικαιοσύνην, την αλήθειαν και τας άλλας αρετάς, με τας οποίας ήτο εστολισμένος και έθαλλεν. Όθεν ο βασιλεύς Ουαλεντινιανός, όστις εξουσίαζε τότε την Ρώμην και όλην την Ευρώπην, δηλαδή όλα τα εσπέρια μέρη, τον έκαμεν ηγεμόνα να ορίζη όχι μόνον τα Μεδιόλανα, αλλά και πάσαν την Ιταλίαν. Όταν τον εψήφισεν ο βασιλεύς ηγεμόνα, του λέγει ο Πρόβος ο επίτροπος του βασιλέως· «Αμβρόσιε, λάβε την αξίαν, την οποίαν σου έδωσεν ο βασιλεύς και κυβέρνα τον λαόν όχι ως κριτής, αλλ΄ ως Επίσκοπος». Ταύτα είπεν ο Πρόβος με άλλην γνώμην, ήτοι να μη είναι πολύ αυστηρός εις τας κρίσεις και παιδεύει σκληρά τους πταίοντας, αλλ΄ ως ποιμήν να τους ευσπλαγχνίζεται όσον δύναται. Αλλά και ούτος ο λόγος ήτο πρόρρησις περί της εκκλησιαστικής ηγεμονίας, εις την οποίαν έμελλε μετά καιρόν να αναδειχθή ο Άγιος. Εκυβέρνα λοιπόν το οφφίκιον αυτού με τόσην γνώσιν και διάκρισιν, ώστε όλος ο λαός τον ηυχαρίστει τα μέγιστα.
Κατ΄ εκείνον τον καιρόν απέθανεν ο βασιλεύς της Ανατολής Ιοβιανός, ο δε Ουαλεντινιανός έφερεν από την Παννονίαν τον γνήσιον αυτού αδελφόν Ουάλεντα και του έδωσε την κυβέρνησιν όλης της Ανατολής, ήτοι να ορίζη το Βυζάντιον, την Θράκην, την Αίγυπτον και όλα τα μέρη της Ελλάδος. Ο δε Ουαλεντινιανός παρέμεινεν εις την Δύσιν, ως είπομεν ανωτέρω, και εκήρυττε πανταχού την ευσέβειαν, εξοστρακίζων, όσον ηδύνατο, την αίρεσιν του Αρείου, εις την οποίαν ήτο βεβυθισμένος και ο τότε Αρχιερεύς των Μεδιολάνων Αυξέντιος· όθεν ο Κύριος έκοψε την ζωήν αυτού και κακώς ετελεύτησε. Τότε ο ευσεβέστατος βασιλεύς, προσκαλέσας τους Επισκόπους όλους της Ιταλίας, είπε προς αυτούς· «Γνωρίζετε καλώς, Πατέρες σεβασμιώτατοι, καθό ανατεθραμμένοι με θεία και ιερά μαθήματα, οποίος πρέπει να είναι ο έχων αρχιερωσύνης αξίωμα, ήτοι όχι μόνον με λόγον, αλλά και με πολιτείαν ενάρετον να διορθώνη το ποίμνιον, να το οδηγή προς νομήν σωτήριον και να έχη μαρτυρίαν της διδασκαλίας την πολιτείαν του. Τοιούτον λοιπόν άνθρωπον εκλέξατε δια τον επισκοπικόν θρόνον, ίνα και ημείς, οίτινες κυβερνώμεν την βασιλείαν, υποκλίνωμεν εις αυτόν μετά προθυμίας τας κεφαλάς μας και δεχώμεθα μετ΄ ευχαριστήσεως τους ελέγχους αυτού ως ιατρικήν θεραπείαν· διότι ως άνθρωποι σφάλλομεν και ημείς κατ΄ ανάγκην».
Ταύτα λέγοντος του ευσεβούς βασιλέως, η Σύνοδος όλη παρεκάλεσεν να ψηφίση αυτός τον μέλλοντα Αρχιερέα, ως σοφός όπου ήτο και ευσεβέστατος. Ο δε απεκρίνατο· «Τούτο το επιχείρημα είναι έξω της ημετέρας δυνάμεως, διότι σεις είσθε ηξιωμένοι θείας Χάριτος, καθότι εδέχθητε την ακτίνα εκείνην του Παναγίου Πνεύματος και δια τούτο θέλετε κάμει εκλογήν καλλιτέραν». Ούτω λοιπόν οι μεν Αρχιερείς εξελθόντες από τα βασίλεια διελογίζοντο περί του εκλεκτέου. Οι δε λαϊκοί, οίτινες κατώκουν τα Μεδιόλανα, εφιλονείκουν μεταξύ των, οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί, θέλοντες εκάστη παράταξις να ψηφίση τον ιδικόν της ομόφρονα. Ο δε θείος και θαυμαστός Αμβρόσιος, διαλάμπων τον καιρόν εκείνον με τας καλάς του αρετάς, αμέμπτως και ευσεβώς πολιτευόμενος και πεπαιδευμένος τον τε θείον και πολιτικόν νόμον, έκρινε τας υποθέσεις εκάστου ορθά και δίκαια και καθολικά ήτο ακριβής έλεγχος πάσης κακής πράξεως και στάθμη της διακρίσεως, καίτοι ήτο αμέτοχος του θείου Βαπτίσματος, διότι τον καιρόν εκείνον δεν εβαπτίζοντο, έως να φθάσουν εις την ηλικίαν του Χριστού. Ακούσας λοιπόν την στάσιν του λαού και την φιλονικίαν και φοβηθείς μήπως γίνη νεωτερισμός τις, έρχεται εις τα Μεδιόλανα ταχέως και με την πολλήν αυτού γνώσιν έπαυσε τα σκάνδαλα, λέγων προς τον λαόν, ότι δεν έπρεπε να γίνη ο Αρχιερεύς με στάσιν και σύγχυσιν, αλλά να προκρίνουν τον εναρετώτερον όλων, δια να είναι άξιος να ποιμαίνη τα λογικά θρέμματα. Οι δε ταύτα και έτερα πλείονα ακούσαντες παρ΄ αυτού ψυχοσωτήρια λόγια, απεκρίθησαν, φωτισθέντες εκ θείου Πνεύματος, ότι ουδείς άλλος ήτο αξιώτερος αυτού δια να γίνη Επίσκοπος. Όθεν όλοι εβόησαν προς τον βασιλέα, ότι τον Αμβρόσιον ήθελον δι΄ οδηγόν και Ποιμένα των. Ευθύς τότε ο βασιλεύς, ιδών τον σοφώτατον και αξιέπαινον τούτον άνδρα και γνωρίζων ότι ούτος ήτο ζυγός και στάθμη δικαιοσύνης αμίμητος, προσέταξε να τον βαπτίσουν και να τον χειροτονήσουν. Ο δε Αμβρόσιος, ταύτα ακούσας, ανεχώρησε, προφασιζόμενος ότι δεν ήτο άξιος τοιαύτης επιχειρήσεως και δια να μη του δώσουν περί τούτου άλλην ενόχλησιν, εξήλθε το εσπέρας της πόλεως με σκοπόν να υπάγη εις άλλην χώραν να κρυφθή δια να μη τον ευρίσκωσι και τον πειράζωσιν.
Ο Κύριος όμως, όστις ήθελε να τεθή ο λύχνος επί την λυχνίαν και να φωτίση τους εν σκότει καθεύδοντας, τι ωκονόμησεν; Περιπατών ο Άγιος όλην την νύκτα (ήτο δε τότε η πρώτη του Δεκεμβρίου) ευρέθη πάλιν την πρωϊαν, ω του θαύματος! έξωθεν των τειχών της πόλεως των Μεδιολάνων. Οι δε ευλαβέστεροι των Χριστιανών, όσοι εξήλθον κατόπιν αυτού εις αναζήτησίν του, ευρόντες αυτόν, τον απήγαγον βιαίως εις την Μητρόπολιν και ανέφερον το γεγονός εις τον βασιλέα, δεόμενοι τούτου να τον ψηφίση δια γράμματος και να τον παρακαλέση να μη παρακούση, αλλά να δεχθή την αξίαν. Χαρείς ο βασιλεύς δια την εύρεσιν του Αμβροσίου, αλλά και διότι τους ανθρώπους, τους οποίους αυτός εψήφιζεν εις ηγεμονίαν, έκρινεν ο λαός αξίους της Μητροπόλεως, έγραψεν ευθύς μετά πάσης χαράς την ψήφον, προστάσσων να τον τελειώσουν το ταχύτερον. Γνωρίσας δε και ο Άγιος, ότι ήτο Θεού θέλημα, έστερξε και βαπτισθείς και χειροτονηθείς κατά την τάξιν, έλαβε την αρχιερατικήν χάριν τη 7η Δεκεμβρίου εν έτει 374. Ήτο δε παρών εις πάντα ταύτα ο βασιλεύς και αφού τον ενεθρόνισεν εις τον μέγιστον θρόνον της Μητροπόλεως, έκαμε την ευχαριστήριον ταύτην δέησιν προς τον Κύριον λέγων· «Ευλογημένον και δεδοξασμένον το όνομά σου, Δέσποτα Παντοκράτορ Σωτήρ ημών, ότι εις τον θείον τούτον άνδρα εγώ μεν παρέδωσα σώματα ανθρώπων προς κυβέρνησιν, Συ δε του ενεπιστεύθης ψυχάς αθανάτους προς καθοδήγησιν, αποδείξας ούτω δικαίας τας ψήφους μου».
Μετ΄ ολίγας ημέρας συνομιλών ο Άγιος μετά του βασιλέως, τον εμέμφθη με πολλήν παρρησίαν και τον κατέκρινεν αυστηρώς, διότι τινές των αρχόντων του δεν έπραττον καλώς εις τινα πράγματα. Ο δε βασιλεύς δεν εσκανδαλίσθη ποσώς εις τοιούτον έλεγχον, αλλά μάλλον επήνεσε τον Άγιον, ως ζηλωτήν της ευσεβείας και της αμαρτίας κατήγορον, λέγων· «Εγώ μεν προ πολλού εγνώρισα τον ένθεον ζήλον σου· όθεν και σύμψηφος εις την χειροτονίαν σου γέγονα. Ιάτρευε λοιπόν, ως ο θείος Νόμος ορίζει, τα των ψυχών ημών αμαρτήματα». Ούτω λοιπόν καλώς και ορθοδόξως κυβερνήσας το βασίλειον ο ευσεβέστατος Ουαλεντινιανός έτη δεκαοκτώ απήλθεν προς Κύριον, αφήσας διαδόχους τους παίδας αυτού, Γρατιανόν και Ουαλεντινιανόν τον νέον. Ο δε αδελφός αυτού Ουάλης, όστις εβασίλευεν εις το Ανατολικόν μέρος, ήτο Αρειανός. Εκστρατεύσας δε ποτε κατά των Τατάρων ενικήθη υπ΄ αυτών και φεύγων εκρύβη εις αχυρώνα, εις τον οποίον και κατεκαύθη παραδοθέντος του αχυρώνος εις το πυρ, ούτω δε έμεινεν όλη η βασιλεία των Ρωμαίων εις τον Γρατιανόν, επειδή ο Ουάλης δεν έκαμε τέκνον. Επειδή και ούτος ήτο ευσεβής ως ο πατήρ αυτού, έγραψε πρόσταγμα πανταχού και ανεκάλεσεν όλους τους Αρχιερείς, τους οποίους ο Ουάλης ο θείος του εξώρισε δια την ευσέβειαν. Μαθών δε ότι η Θράκη ελεηλατήθη από τους βαρβάρους, τους φονεύσαντας τον Ουάλεντα, αφήκε την Ιταλίαν και απήλθεν εις την Παννονίαν.
Κατά τον καιρόν εκείνον ήτο και ο μέγας Θεοδόσιος, όστις ήτο ονομαστότατος και διότι κατήγετο από γένος περιφανές και δια την πολλήν του ανδρείαν και γενναιότητα, ευρίσκετο δε τότε εις την Ισπανίαν, διότι εκεί εγεννήθη και ανετράφη και πολλοί άρχοντες τον εφθόνουν δια τας ανδραγαθίας του· όθεν ήτο περίλυπος. Ο δε βασιλεύς Γρατιανός τον εκάλεσεν εις βοήθειάν του και τον εχειροτόνησεν αρχηγόν του στρατού και του στόλου και τον έστειλε κατά των βαρβάρων εις πόλεμον, εκείνος δε καθωπλισμένος με το απροσμάχητον όπλον του Τιμίου Σταυρού και με την Ορθοδοξίαν ενίκησε τους εχθρούς του και τοσαύτην καταστροφήν τους κατήνεγκε, Θεού βοηθούντος, ώστε εθαύμασαν άπαντες. Εχάρη λοιπόν ο Γρατιανός δια την νίκην ταύτην και ευθύς έστεψε βασιλέα τον Θεοδόσιον και εκείνον μεν αφήκεν εις την Ανατολήν, αυτός δε απήλθεν εις Ιταλίαν, ανφότεροι δε ηγωνίζοντο να αξαλείψουν τον αρειανισμόν και μάλιστα ο Θεοδόσιος, διότι εις την Ανατολήν ήσαν πολλοί Αρειανοί εξ αιτίας του Ουάλεντος. Μετά δε καιρόν απέθανεν ο Γρατιανός από επιβουλάς κακών ανθρώπων, αφήσας τέκνα και αδελφόν τινα νέον ομώνυμον του πατρός αυτού, όστις και τον διεδέχθη εις τον θρόνον. Μάξιμος δε τις, καταφρονών την ηλικίαν του νέου Ουαλεντινιανού, ήρπασε τυραννικώς την Κυβέρνησιν της Δύσεως. Η δε Ιουστίνα, γυνή μεν του μεγάλου Ουαλεντινιανού, του δε νέου μήτηρ, ήτο Αρειανή· και έως μεν έζη ο σύζυγός της, έκρυπτε την αίρεσιν, τότε δε την εφανέρωσε και νουθετούσα πολλάκις τον απονήρευτον υιόν της, τον επλάνησε και πιστεύσας εις αυτήν, αρειάνιζεν.
Ο δε μέγας Αμβρόσιος, αφού έλαβε την χειροτονίαν, διήρχετο πολιτείαν ισάγγελον, ενήστευεν όλην την εβδομάδα και μόνον το Σάββατον και την Κυριακήν έτρωγε και έδιδεν ελεημοσύνας πολλάς εις τους φυλακισμένους και άλλους πένητας. Όλον τον πλούτον, τον οποίον εκληρονόμησεν από τους γονείς του και από την Μητρόπολιν, διένειμεν εις πτωχούς και απόρους δια τον Κύριον, τα δε ακίνητα πράγματα του πατρός του, ήτοι αγρούς, αμπελώνας και άλλα όμοια, αφιέρωσεν εις την Εκκλησίαν, με την εντολήν να δίδουν οι Κληρικοί εις την αδελφήν του την εσοδείαν αυτών καθ΄ όλην την ζωήν αυτής δια συντήρησίν της, μετά δε τον θάνατόν της να μένουν τελείως εις την Μητρόπολιν. Δι΄ εαυτόν δε ουδέν εκράτησεν, αλλ΄ έλεγεν, ότι, καθώς ο Ποιητής και Δεσπότης μου πλούσιος ων, εκουσίως επτώχευσε και γυμνός προσηλώθη εις τον Σταυρόν, ούτω πρέπει και πάντες οι δούλοι του να τον μιμηθούν, ακολουθούντες Αυτόν γεγυμνωμένοι πάσης σαρκικής προσπαθείας και σχέσεως. Ήτο δε τόσον συμπαθητικός ο αείμνηστος, ώστε όταν του εξωμολογείτο τις αμαρτίαν τινά θανάσιμον, έκλαιε τόσον, ώστε έκαμνε τον εξομολογούμενον και εδάκρυζεν. Όταν δε ήθελε πληροφορηθή ότι έπραξέ τις ανόμημά τι και δεν ήρχετο εις μετάνοιαν, μετεχειρίζετο κάθε τρόπον και πάσαν μέθοδον, έτι δε και προσηύχετο δι΄ εκείνον, έως ότου τον ελκύση εις εξομολόγησιν· και απλώς ειπείν, ο Αμβρόσιος ήτο πασών των αρετών δοχείον και θησαυροφυλάκιον, εξόχως δε ήλεγχε τους αιρετικούς και όσοι εξ αυτών παρέμενον αμετανόητοι τους εδίωκε.
Ακούσας δε ο Άγιος, ότι ο νέος βασιλεύς, απατηθείς υπό της μητρός του αρειανίζει, ηγωνίζετο να λυτρώση την ψυχήν αυτού από τον θάνατον και νουθετών αυτόν καθ΄ εκάστην, του ενεθύμιζε την ευσέβειαν του πατρός του και τον εδίδασκε περί της διαφοράς μεταξύ των Ορθοδόξων και των Αρειανών. Ο δε βασιλεύς, καθό νέος και απερίσκεπτος, επίστευε μάλλον εις την μητέρα αυτού ή τον Άγιον· όθεν και θυμωθείς κατ΄ αυτού τον εδίωξεν έξω της Εκκλησίας. Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Εγώ μεν θεληματικώς δεν εξέρχομαι της μάνδρας την οποίαν μοι ενεπιστεύθη ο Κύριος, εγκαταλείπων ούτω και προδίδων τα λογικά πρόβατα, έστω και αν πρόκειται να χύσω το αίμα μου· εάν δε εις σε φαίνεται εύλογον, βάλε εις τον λαιμόν μου την μάχαιραν, ότι μετά χαράς αποδέχομαι την σφαγήν δι΄ αγάπην του Δεσπότου μου». Ταύτα μαθών μετά καιρόν ο Μάξιμος γράφει εις τον βασιλέα να μη πειράζη την Εκκλησίαν, ούτε να προδώση την πατρικήν ευσέβειαν, διότι άλλως θα έλθη κατ΄ αυτού να τον πολεμήση. Επειδή όμως ο βασιλεύς δεν κατεπείσθη, ήλθε πράγματι κατ΄ αυτού ο Μάξιμος με πολύ στράτευμα και κατέλαβε τα Μεδιόλανα. Ο δε βασιλεύς μη έχων την δύναμιν να αντιταχθή εφοβήθη και έφυγεν εις τον Αυλώνα.
Μετά ταύτα ο βασιλεύς Θεοδόσιος έγραψεν εις τον Ουαλεντινιανόν, ότι επειδή επρόδωσε την ευσέβειαν, τον εγκατέλειψεν ο Θεός, τον δε τύραννον εβοήθησεν, ως υπέρ της αληθείας αντιμαχόμενον και τον εδίωξεν από τον θρόνον του. Ταύτα γράψας ο ευσεβής και γνωστικός Θεοδόσιος, ήλθεν εις βοήθειαν αυτού, αφήσας την βασιλείαν του έρημον δια να αποδώση δικαιοσύνην και να επαναφέρη τον βασιλέα προς την ευσέβειαν, όπερ και εγένετο· και πρώτον μεν τον ελύτρωσε της μητρώας πλάνης και προς την πατρικήν αλήθειαν εχειραγώγησεν· έπειτα εκήρυξε πόλεμον κατά του Μαξίμου και φονεύσας αυτόν ως τύραννον, χωρίς να κάμη αιματοχυσίαν εις τον λαόν, έβαλε πάλιν εις τον θρόνον τον Ουαλεντινιανόν. Και ταύτα μεν έπραξεν ο πιστότατος βασιλεύς, δια να φυλάξη τας συνθήκας τας οποίας έδωσεν εις τον Γρατιανόν, όταν τον έκαμε βασιλέα. Είχε δε και άλλας αρετάς μεγάλας ούτος ο χριστομίμητος βασιλεύς, τας οποίας, εάν αφήσω αγράφους, θέλω σας προξενήσει ζημίαν μεγάλην. Λοιπόν προσέχετε, να λάβετε μεγάλην ωφέλειαν. Εις την Θεσσαλονίκην, ήτις ήτο και τότε πρωτεύουσα πόλις της Μακεδονίας μεγάλη και πολυάνθρωπος, εξερράγη εξ αφορμής του Ιπποδρόμου επανάστασις του λαού εναντίον των αρχών και κατεσφάγησαν πολλοί ανώτεροι αξιωματούχοι του στρατού μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός διοικητής της φρουράς της πόλεως Βοθέριχος. Ταύτα μαθών ο Θεοδόσιος εθυμώθη και προστάσσει τους στρατιώτας του να φονεύσουν περί τας δύο χιλιάδας Θεσσαλονικείς. Οι στρατιώται όμως ευρόντες ευκαιρίαν απέκτειναν επτά χιλιάδας, μεταξύ δε των υπευθύνων εφονεύθησαν και πολλοί ανεύθυνοι, πράξιν την οποίαν, ως λέγουν, δεν εσκέφθη καλώς ο βασιλεύς, αλλά νικηθείς υπό του θυμού ως άνθρωπος ήμαρτε. Μαθών δε ταύτην την αξίαν πολλών δακρύων συμφοράν ο μέγας Αμβρόσιος, ελυπήθη πολύ και έκλαυσεν.
Μεθ΄ ημέρας δε τινας επήγεν ο Θεοδόσιος εις τα Μεδιόλανα και θέλων να εισέλθη εις τον Ναόν δια να ακούση την λειτουργίαν κατά την συνήθειαν, επρόλαβε μακρόθεν ο Άγιος και δεν τον αφήκε να εισέλθη ούτε καν εις τον νάρθηκα, αλλ΄ είπε προς αυτόν· «Άραγε δεν γνωρίζεις την μεγάλην εκείνην μιαιφονίαν την οποίαν ετέλεσες; Ή μήπως η αξία της βασιλείας δεν αφήνει να γνωρίσης την αμαρτίαν σου; Πρέπει να ενθυμήσαι πάντοτε, ότι όλοι μας έχομεν κοινήν την φύσιν και ένα Προπάτορα. Πλούσιοι και πένητες από εν χώμα επλάσθημεν και πάλιν εις αυτό επιστρέφομεν, έως της κοινής αναστάσεως. Μήπως, επειδή φορείς την αλουργίδα και το διάδημα νομίζεις ότι δεν αποθνήσκεις και συ μεθαύριον, να γίνης σκωλήκων βρώμα και κόνις άχρηστος; Εις είναι ο Βασιλεύς και Δεσπότης, ο Δημιουργός απάσης της κτίσεως. Πως θα τολμήσης λοιπόν να ίδης με τους οφθαλμούς σου τον Ύψιστον; Με ποίους πόδας θα περιπατήσης το άγιον έδαφος του Ναού του; Πως θα υψώσης εις προσευχήν τας χείρας σου, αίτινες εισέτι στάζουσιν από το αίμα εκείνων των αδίκων φόνων, τους οποίους ετέλεσας; Πως θα τολμήσης να κοινωνήσης το πανάγιον Σώμα του Δεσπότου Χριστού, χωρίς να κλαύσης την ανομίαν σου και να κάμης την πρέπουσαν ικανοποίησιν και μετάνοιαν; Ύπαγε λοιπόν και μη εισέλθης εις τον Ναόν, ίνα μη αυξήσης με τοιαύτην καταφρόνησιν την προτέραν σου παρανομίαν και δέχου τούτον τον δεσμόν του κανόνος, εις τον οποίον ο των όλων Δεσπότης γίνεται σύμψηφος με τον εαυτόν μου».
Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς, ως ευλαβής και εγγράμματος όπου ήτο, δεν εσκανδαλίσθη ποσώς, επειδή εγνώριζε ποία πράγματα είναι ίδια των Ιερέων και ποία των βασιλέων· όθεν στενάζων εκ βάθους καρδίας και δακρύων, εστράφη εις τα βασίλεια. Ήτο δε τότε η Αγία Ανάστασις και διήλθον μήνες οκτώ, έως ου έφθασεν η εορτή των Χριστουγέννων. Ο δε Θεοδόσιος εκάθητο εις το παλάτιον, κλαίων βαρύτατα. Ιδών δε αυτόν ούτω κλαίοντα άρχων τις σπουδαίος Ρουφίνος ονόματι, ηρώτησε την αιτίαν της τοσαύτης θλίψεως. Ο δε πικρώς στενάξας, έχυσε θερμότατα δάκρυα και λέγει προς αυτόν· «Συ μεν έχεις χαράν και παιγνίδια και δεν γνωρίζεις την θλίψιν μου· εγώ δε στενάζω και κλαίω πικρώς την ιδικήν μου συμφοράν, αναλογιζόμενος ότι οι δούλοι μου και πάντες οι πένητες εισέρχονται αφόβως εις την Εκκλησίαν και προσεύχονται εις τον Δεσπότην Χριστόν, εις εμέ δε εκλείσθη η θύρα, όχι μόνον αυτή η επίγειος, αλλά και από της Βασιλείας των ουρανών είμαι εξωρισμένος δια την μεγίστην παρανομίαν μου». Ο δε Ρουφίνος, θέλων να προσφέρη εις τον βασιλέα εκδούλευσιν, είπε προς αυτόν· «Εάν ορίζης, δέσποτα, υπάγω να παρακαλέσω τον Αρχιερέα πολύ έως να τον καταπείσω να σου συγχωρήση το πταίσιμον». Λέγει ο βασιλεύς· «Εγώ γνωρίζω καλώς ότι είναι δικαία η απόφασις του Αμβροσίου και ότι δεν θέλει εντραπή την εξουσίαν της βασιλείας μου και να παραβή το θείον πρόσταγμα». Ο Ρουφίνος όμως υπέσχετο ότι οπωσδήποτε θα πείση τον Άγιον να του δώση συγχώρησιν. Όθεν λέγει προς αυτόν ο Θεοδόσιος· «Ύπαγε λοιπόν ταχέως, παρακάλεσέ τον μετά πολλής ταπεινώσεως και εγώ έρχομαι υστερώτερα». Επήγε λοιπόν ο Ρουφίνος και πίπτων εις τους πόδας του Αγίου έκειτο ώραν ικανήν δεόμενος. Ο δε ελέγχων αυτόν, έλεγεν, ότι δεν τον συνεχώρει, αλλ΄ ήτο έτοιμος να λάβη μάλλον θάνατον, παρά να παραβή τον νόμον. Ο Ρουφίνος διεμήνυσε ταύτα εις τον βασιλέα, δια να μη κοπιάση εις μάτην· είχε δε φθάσει τότε ο βασιλεύς εις το μέσον της αγοράς, όταν του ήλθε το μήνυμα και είπεν· «Ας υπάγω και θέλω υπομείνη τους δικαίους ελέγχους του Αγίου». Απελθών λοιπόν εστάθη έξωθεν του Ναού, παρακαλών να τύχη συγχωρήσεως. Ο δε Άγιος, μη γνωρίζων την αγαθήν πρόθεσιν του βασιλέως, την συντριβήν και την άκραν αυτού ταπείνωσιν και νομίσας ότι δυναστικώς εζήτει συγχώρησιν, του λέγει· «Πως εναντιούσαι εις τον Θεόν και καταπατών τους Νόμους αυτού τολμάς να εισέλθης τυραννικώς εις τον οίκον του»; Ο δε απεκρίνατο μετ΄ ευλαβείας και ταπεινότητος· «Δεν θρασύνομαι κατά των θείων Νόμων, Άγιε Δέσποτα, ούτε με βίαν και κενοδοξίαν ζητώ να εισέλθω έστω και εις τα άγια πρόθυρα, αλλά παρακαλώ σε, ως του Δεσπότου Χριστού διάδοχον, να μιμηθής την φιλανθρωπίαν και ευσπλαγχνίαν αυτού του κοινού Δεσπότου μας, και μη κλείης εις εμέ την θύραν, ήτις είναι ανεωγμένη εις όλους όσοι μετανοούν με θερμότητα». Τότε ο Άγιος τον ηρώτησε· «Και συ ποίαν μεταμέλειαν έδειξες μετά την παρανομίαν σου; Με ποία φάρμακα τας ανιάτους σου πληγάς εθεράπευσες»; Λέγει ο βασιλεύς· «Εγώ μεν με πνεύμα συντετριμμένον και με δάκρυα ζητώ την συγχώρησιν, έργον δε ιδικόν σου είναι να δείξης την φιλανθρωπίαν του Θεού και να συνθέσης τα ιατρικά φάρμακα». Τότε ο πάνσοφος Αμβρόσιος, ιδών αυτόν εξ όλης καρδίας μεταμελούμενον, έδωκεν εις αυτόν κανόνα ευάρμοστον δια το πραχθέν ανόμημα και είπε προς αυτόν· «Γράψε νόμον, οπόταν κάμης απόφασιν να θανατώσουν πταίστην τινά δια τας πράξεις του, να παρέρχωνται τριάκοντα ημέραι και τότε να εκτελήται». Ταύτην την συνετήν νουθεσίαν ο βασιλεύς δεξάμενος, ευθύς προσέταξε να γραφή ο νόμος εκείνος, τον οποίον ιδιοχείρως υπέγραψε και τότε τον συνεχώρησεν ο Αμβρόσιος και εισελθών με θάρρος εις τον Ναόν έπεσεν εις την γην ουχί γονατιστός, αλλά πρηνής και μετά πολλής ευτελείας και ταπεινότητος ανέσπα τας τρίχας της κεφαλής του, έτυπτε το στήθος και εκτύπα την κεφαλήν εις το έδαφος, βρέχων αυτό με θερμότατα δάκρυα και βοών την δαβιτικήν εκείνην φωνήν: «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου· ζήσον με κατά τον λόγον σου» (Ψαλμ. ριη: 25) εδέετο συγχωρήσεως. Επειδή δε ήτο η ώρα της Αγίας Κοινωνίας, εγερθείς ομοίως με δάκρυα, εισήλθεν εις το άγιον Βήμα και εστάθη πλησίον της αγίας Τραπέζης, δια να κοινωνήση καθώς είχε συνήθειαν να κάμνη εις την Κωνσταντινούπολιν.
Αλλ΄ ούτε εδώ υπέμεινε να σιωπήση ο ιερός Αμβρόσιος, αλλ΄ ηθέλησε να του φανερώση την διαφοράν του τόπου των ιερωμένων από του των λαϊκών· και πρώτον μεν τον ηρώτησεν εάν εχρειάζετο τι. Ο δε απήντησεν, ότι ανέμενε να κοινωνήση τα θεία Μυστήρια. Τότε ο Άγιος του διεμήνυσε με τον Αρχιδιάκονον ταύτα· «Εις τα ένδοθεν του θυσιαστηρίου, ω βασιλεύς, μόνον οι Ιερείς πρέπει να εισέρχωνται, οι δε κοσμικοί ουδαμώς· Έξελθε λοιπόν έξω και στάσου εις την τάξιν των λαϊκών, διότι η αλουργίς δεν χρίει Ιερείς, αλλά βασιλείς». Ο δε πιστότατος Θεοδόσιος εδέχθη και ταύτην την νουθεσίαν μετά χαράς, αποκριθείς, ότι δεν εισήλθεν εξ υπερηφανείας, αλλά διότι τοιαύτην τάξιν είχον εις το Βυζάντιον. Με τοιαύτην λοιπόν και τοσαύτην αρετήν διέλαμπον αμφότεροι, ο τε βασιλεύς και ο Αρχιερεύς οι αείμνηστοι. Εγώ δε θαυμάζω και των δύο τα κατορθώματα, του μεν την παρρησίαν και την του θείου ζήλου θερμότητα, του δε την ευπείθειαν και την της Πίστεως καθαρότητα. Όσα λοιπόν εδιδάχθη υπό του Αμβροσίου ο βασιλεύς εις τα Μεδιόλανα, εκείνα και εφύλαττεν ολοψύχως, όταν επέστρεψεν εις την Κωνσταντινούπολιν. Όθεν εν μια των Δεσποτικών εορτών, ότε τον προσεκάλεσεν ο Πατριάρχης Νεκτάριος να εισέλθη εις το άγιον Βήμα να κοινωνήση, ο ευλαβής βασιλεύς ευθύς του απεκρίθη, λέγων· «Δεν δύναμαι να εισέλθω, διότι εδιδάχθην από τον θείον Αμβρόσιον πόσον διαφέρει ο Ιερεύς από τον βασιλέα». Είχε δε και άλλην αφορμήν ωφελείας ούτος ο βασιλεύς· ήτο δε αύτη η σύζυγός του, η τιμία Πλακίλλα, η οποία του υπενθύμιζε πάντοτε τους θείους νόμους δια των λόγων και δια των πράξεων. Διότι αυτή η αείμνηστος δεν υπερηφανεύθη ποτέ δια την αξίαν της βασιλείας, αλλά περισσότερον ανεζωπύρει αύτη την θείαν αγάπην εις την καρδίαν της, επειδή η μεγάλη ευεργεσία, την οποίαν έλαβεν από τον Θεόν, ηύξανε μάλλον τον προς Αυτόν έρωτα· όθεν εφρόντιζε δια τους ασθενείς όλους της Πόλεως, τυφλούς, κεκρατημένους, παραλύτους και άλλους ασθενείς, εις των οποίων τας οικίας επήγαινε μόνη της και τους υπηρέτει η τρισμακάριστος εις όλα τα χρειαζόμενα. Δεν ηρκείτο δε με το να στείλη τους δορυφόρους και τους δούλους της, αλλ΄ αυτή δια μισθόν περισσότερον απήρχετο εις τα ξενοδοχεία των Εκκλησιών και εθεράπευε τους ασθενείς. Εμαγείρευεν, έπλυνε τα αγγεία και πάσαν άλλην δουλικήν υπηρεσίαν ταπεινώς κατεδέχετο. Είχε δε και άλλην συνήθειαν, να λέγη ταύτα πολλάκις προς τον ομόζυγον· «Πρέπει σου, άνερ, να συλλογίζεσαι πάντοτε οποίος ήσο πρότερον και πως κατέστης το ύστερον, διότι αυτά ενθυμούμενος, δεν θέλεις φανή προς τον ευεργέτην Θεόν αχάριστος, αλλά θέλεις κυβερνήσει νομίμως την βασιλείαν, την οποίαν Εκείνος σοι έδωκε και ούτω να τον ευχαριστής καθώς πρέπει». Ούτω λοιπόν θεαρέστως πολιτευομένη η μακαρία Πλακίλλα απήλθε προς Κύριον.
Ο θαυμάσιος Αμβρόσιος κατέβαλλε κόπους μεγάλους επιστρέφων τους αιρετικούς, ως άνωθεν είπομεν· και καθ΄ εκάστην επίστευον πολλοί, βλέποντες την ένθεον αυτού πολιτείαν και τα θαύματα, τα οποία ετέλει ο Κύριος δια μέσου αυτού και εθεραπεύοντο ασθενείς, δαίμονες εδιώκοντο και έτερα ενηργούντο παράδοξα, τα οποία βλέποντες έτρεχον πολλοί εις την Πίστιν. Δεν έκαμνε σχεδόν άλλην υπηρεσίαν, μόνον εβάπτιζε τους πιστεύοντας, εις από τους οποίους ήτο και ο σοφώτατος και θεολογικώτατος Αυγουστίνος, τον οποίον αυτός κατήχησε με την πολλήν του σοφίαν και σύνεσιν. Ήτο δε πρότερον ο ιερός Αυγουστίνος βεβυθισμένος εις την αίρεσιν των Μανιχαίων και με τας διδαχάς του τον έκαμεν ο Αμβρόσιος να πιστεύση εις τον Χριστόν και να βαπτισθή υπ΄ αυτού, έγινε δε ο ιερός Αυγουστίνος τοσούτον ενάρετος και μέγας υπέρμαχος της Εκκλησίας, ώστε εχειραγώγησε πολλούς προς την ευσέβειαν με τας διδαχάς του και με τα πάνσοφα συγγράμματά του.
Απερχόμενος ημέραν τινά ο μέγας ούτος Αμβρόσιος προς την Ρώμην δια τινα υπόθεσιν, ενυκτώθη καθ΄ οδόν και έμεινεν εις τον οίκον πλουσίου τινός ανδρός, όστις ανέπαυσεν όλους, τον Αρχιερέα και τους συνοδεύοντας αυτόν Κληρικούς, πλουσιοπαρόχως. Το πρωϊ τον ηρώτησεν ο Άγιος εάν εδοκίμασε θλίψιν τινα καθ΄ όλην την ζωήν. Ταύτα δε είπε, διότι είδεν ότι είχε πλούτον ανείκαστον. Ο δε απεκρίνατο· «Δι΄ ευχών σου, Δέσποτα Άγιε, ουδέποτε με ελύπησεν ο Θεός, ούτε με εζημίωσεν ουδόλως, ούτε γνωρίζω τι είναι ασθένεια· αλλά και πολλάς δωρεάς μού απέστειλεν ο Πανάγαθος, πλούτον, δόξαν, τέκνα και πάσαν άλλην απόλαυσιν». Ο δε Άγιος ακούσας ταύτα εδάκρυσε και λέγει προς τους Κληρικούς· «Εγέρθητε ταχέως να φύγωμεν από τον κατηραμένον τούτον οίκον, δια να μη μας προφθάση ο θυμός του Θεού». Ιδών δε ότι ημέλουν να ετοιμάσουν τους ίππους, τους επρόσταξεν εντονώτερα να φύγουν το συντομώτερον. Παρευθύς δε ως ανεχώρησαν και προ του να διατρέξωσιν ούτε εν στάδιον (ω των θαυμασίων σου, Δέσποτα!) ήνοιξεν η γη και κατέπιε την οικίαν εκείνην με τον πλούσιον και όλους τους συγγενείς και τον πλούτον του. Θαυμάσαντες οι ακολουθούντες τον Άγιον δια το φοβερόν αυτό συμβεβηκός, ηρώτησαν αυτόν πως το εγνώρισεν. Ο δε απεκρίνατο· «Γνωρίζετε βέβαια, ότι όταν έχη τις θλίψεις, διαφόρους πειρασμούς και βάσανα, ο Κύριος είναι μετ΄ αυτού και τον τιμωρεί ως τέκνον του ηγαπημένον δια τα παραμικρά αμαρτήματα, τα οποία έπραξε, δια να τον δοξάση ύστερον εις την Βασιλείαν αυτού αιώνια. Όταν δε πάλιν έχη τις εις τούτον τον κόσμον απόλαυσιν άλυπον, υγείαν, ευημερίαν και άλλα όμοια, άνευ τιμωριών και θλίψεων, είναι σημείον της απωλείας αυτού αψευδέστατον, διότι είναι παρωργισμένος ο δίκαιος Κριτής κατ΄ αυτού και τον έχει αποφασισμένον, δια τας πράξεις του, εις την αιώνιον κόλασιν, του δίδει δε εδώ απόλαυσιν πρόσκαιρον δια μικράς τινας αγαθοεργίας, τας οποίας ετέλεσεν. Επ΄ αληθείας, αδελφοί, έπρεπε να θρηνώμεν απαρηγόρητα, όταν δεν μας έρχωνται πειρασμοί και βάσανα, και πάλιν, όταν μας παιδεύη ο δίκαιος Κριτής και πάνσοφος Ιατρός, πρέπει όχι μόνον να υπομένωμεν τους πόνους καρτερικώς, αλλά και να τον ευχαριστώμεν χρεωστικώς, όπως και τους σωματικούς ιατρούς, τους οποίους πληρώνομεν να κόψουν και να καύσουν τα μέλη μας δια την ελπιζομένην υγείαν και σωτηρίαν μας».
Ταύτα και έτερα πλείονα λέγων ο Άγιος, έτρεφε ψυχικώς τους ακούοντας και αφού έφθασαν εις την Ρώμην, τον παρεκάλεσεν η αδελφή του να λειτουργήση εις την Εκκλησίαν αρχοντίσσης τινός, ήτις είχεν εις εκείνον πολλήν ευλάβειαν και καθώς ελειτούργει του έφερον γυναίκα παραλυτικήν να την θεραπεύση. Ο δε σπλαγχνισθείς επ΄ αυτήν και ποιήσας ευχήν προς Κύριον, την εθεράπευσε. Τελέσας δε εις την Ρώμην και άλλα διάφορα θαύματα, επέστρεψεν εις τα Μεδιόλανα και ετέλεσε περισσότερα. Οι δε αιρετικοί έλεγον, ότι με τέχνην μαντείας τα έκαμνεν. Εις δε απ΄ εκείνους, όστις κατηγόρει τον Άγιον περισσότερον, εδαιμονίσθη ενώπιον πάντων με δικαίαν κρίσιν του Θεού, όταν δε τον ετάρασσε το δαιμόνιον, ωμολόγει και παρά την θέλησίν του την αλήθειαν, λέγων ότι ο Αμβρόσιος είναι Άγιος και τα δόγματά του ορθόδοξα, των δε Αρειανών ψευδή και μάταια. Διότι η Αγία Τριάς είναι ομοούσιος, Πατήρ, Υιός και Πνεύμα Άγιον. Οι δε ανόητοι και παράφρονες Αρειανοί εθυμώθησαν ταύτα ακούοντες από τον δαιμονιζόμενον και αντί να πιστεύσουν εις τοιαύτην αψευδεστάτην μαρτυρίαν, προσθέντες κακόν επί κακού, τον έρριψαν εις τον ποταμόν και επνίγη ο άθλιος. Έτερος δε τις αιρετικός από τους πρώτους επίστευσε και εβαπτίσθη και ερωτήσαντες αυτόν τινές την αιτίαν, δια την οποίαν επίστευσε τόσον ταχέως, απεκρίνατο, ότι εγνώρισεν οφθαλμοφανώς την αλήθειαν, διότι όταν εδίδασκεν ο Αμβρόσιος, έβλεπεν ωραιότατον Άγγελον, όστις του ωμίλει εις τα ώτα και τον ενουθέτει όσα εκήρυττε.
Συνέβη δε και άλλο γεγονός κατά τας τελευταίας ημέρας του Αμβροσίου, το οποίον δεν είναι πρέπον να αφήσωμεν άγνωστον. ΆΑνθρωπος τις ονόματι Κρεσκόβιος εκρύπτετο εις την Εκκλησίαν δια πταίσιμόν τι, το οποίον έπραξεν. Ο δε ηγεμών των Μεδιολάνων, Στηλίχων καλούμενος, έστειλεν ανθρώπους του παλατίου ημέραν τινά, κατά την οποίαν ήτο ο Άγιος μόνος, να συλλάβουν τον κρυπτόμενον. Ούτοι εισήλθον βιαίως εις τον Ναόν του Κυρίου και λαβόντες αυτόν εφυλάκισαν, έπειτα επήγαν εις την αγοράν, εις την οποίαν ήτο ο ηγεμών και πάσα η πόλις συνηθροισμένη διά τινα πανήγυριν και είπον προς αυτόν, ότι έκαμαν καθώς τους προσέταξεν. Ο δε Άγιος εσκανδαλίσθη πολύ εις αυτό, βλέπων ότι κατεπάτησαν τον Ναόν του Κυρίου και πίπτει μετά θερμών δακρύων εις προσευχήν, προς τον Κύριον δεόμενος να τιμωρήση τους τολμητάς δημίους, οίτινες τον κατεφρόνησαν. Όθεν ο το θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιών Κύριος επήκουσε της δεήσεως του δούλου του και ευθύς ως έφθασαν εις την αγοράν οι δήμιοι, ως εκ θαύματος, επέδραμον εκεί θηρία τινά, τα οποία ονομάζουσι λεοπαρδάλεις και προξενούν πολλήν ζημίαν εις εκείνα τα μέρη της Ιταλίας και τους εξέσχισαν έμπροσθεν του ηγεμόνος, χωρίς να δυνηθή τις να τους βοηθήση· και το θαυμασιώτερον, ότι δεν έθιξαν άλλον τινά, παρά μόνον εκείνους και εάν δεν έφευγε και ο άρχων να κρυφθή ταχέως, θα εθανάτωναν και αυτόν· εκείνος δε φοβηθείς προσέταξε να εκβάλουν από την φυλακήν τον υπεύθυνον, τον οποίον απέστειλεν εις τον Άγιον και εζήτει να τον συγχωρήση δια το τόλμημα.
Πολλά και άλλα θαυμάσια ετέλεσεν ο Παντοδύναμος δια προσευχών του Αμβροσίου και τοιαύτα, ώστε ηπλώθη η φήμη του σχεδόν εις όλον τον κόσμον και πολλοί ήρχοντο από μακρινάς χώρας δια να τον ίδουν και να ακούσουν εκείνα τα γλυκύτερα της αμβροσίας και του νέκταρος λόγια και μάλιστα η βασίλισσα των Μαρκομάννων, ήτις ήτο ειδωλολάτρις και ακούσασα την ένθεον αυτού πολιτείαν, απήλθεν εις επίσκεψιν αυτού και τόσον ηυφράνθη από τον λόγον του, ώστε επίστευσεν εις τον Χριστόν. Ο δε Άγιος την εβάπτισε και της έδωκεν εγγράφως την Ορθόδοξον Πίστιν και ποίαν πολιτείαν να διάγη και παν άλλο αναγκαίον προς σωτηρίαν· εξαιρέτως δε την παρεκάλεσε να μη αφήση ποτέ τον άνδρα της να κάμη πόλεμον κατά των Ρωμαίων.
Ούτω λοιπόν καλώς πολιτευσάμενος ο γλυκύτατος Αμβρόσιος και πολλούς λόγους ψυχωφελείς συγγραψάμενος και επιμελώς κυβερνήσας την Εκκλησίαν, ως καλός Ποιμήν και ουχί μισθωτός, εφύλαξεν αυτήν αλύμαντον από αισθητούς και νοητούς λύκους. Αλλ΄ ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον ποθούμενον· όθεν ασθενήσας, έκειτο εις την κλίνην. Ο δε Στηλίχων, ο έπαρχος, ακούσας ότι απέθνησκεν ο Αμβρόσιος, ελυπήθη πολύ και έλεγεν ότι ο θάνατός του θέλει είναι απάσης της Ιταλίας απώλεια.
Έστειλε δε και τινας άρχοντας να είπωσι του Αγίου όπως παρακαλέση τον Θεόν και του δώση ακόμη ολίγην ζωήν δια το συμφέρον του λαού, διότι βασιλεύς τις εβούλετο να τους πολεμήση, αλλά διότι ηυλαβείτο τον Άγιον έως ου έζη δεν τους επείραζεν. Ο δε Αμβρόσιος απεκρίνατο, λέγων· «Εγώ δεν τολμώ να πειράσω τον Κύριόν μου και όταν ορίση ας με λάβη, εγώ δε τον ευχαριστώ και τον δοξάζω».
Ήσαν δε δύο Διάκονοι εις άλλο κελλίον πλησίον του Αγίου και συνομιλούντες μυστικώς έλεγον· «Άραγε, ποίος θα γίνη Επίσκοπος μετά την τελευτήν του Αγίου»; Ο δε έτερος απεκρίνατο, ότι «Ο Σιμπλίκιος ο Ηγούμενος του δείνος Μοναστηρίου είναι ενάρετος άνθρωπος και φίλος του Αυγουστίνου, πιστεύω δε ότι αυτόν θα κάμωσιν». Ο δε Άγιος, γνωρίσας δια Πνεύματος Αγίου εκείνα τα οποία έλεγον οι Διάκονοι, απεκρίθη ταύτα δυνατά και τον ήκουσαν λέγοντα· «Καλός είναι ο Σιμπλίκιος, αλλ΄ είναι γέρων». Ταύτα ακούσαντες οι Διάκονοι εξεπλάγησαν και το είπον εις τον λαόν· όθεν εψήφισαν Αρχιερέα τον ρηθέντα Σιμπλίκιον. Ο δε Άγιος προσευχόμενος παρέδωκε την αγίαν αυτού ψυχήν εις χείρας Θεού, τη 4η του Απριλίου του έτους 397 παραμονή του Πάσχα υπάρχων ετών πεντήκοντα επτά, εις τον καιρόν των βασιλέων Θεοδοσίου και Ουαλεντινιανού. Αλλ΄ επειδή κατά τα περισσότερα έτη τυγχάνει η Αγία Ανάστασις ή η Μεγάλη Εβδομάς κατά τας αρχάς του μηνός Απριλίου, δια τούτο την εορτάζομεν την εβδόμην Δεκεμβρίου, ότε εχειροτονήθη Επίσκοπος. Το δε τίμιον αυτού και άγιον λείψανον εναπετέθη εις την Μητρόπολιν των Μεδιολάνων, την οποίαν τοσούτον ελάμπρυνεν. Ετέλεσε δε και μετά θάνατον θαύματα πολλά εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος, του παντοδυνάμου Θεού, Ω πρέπει η τιμή, το κράτος και η προσκύνησις, εις τους αιώνας. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”