Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΜΑΞΙΜΟΥ του Ομολογητού.

Δημοσίευση από silver »


Μάξιμος ο θαυμάσιος Πατήρ ημών έζη κατά τους χρόνους του βασιλέως Ηρακλείου εν έτει χμ΄ (640) έφθασε δε και μέχρι των ημερών των διαδόχων αυτού. Εγεννήθη εις την βασιλίδα των Πόλεων από γονείς ευγενείς και ευσεβείς, έτυχε δε εκ νεότητος αγαθής προαιρέσεως και καλόγνωμος, έχων εις τον εαυτόν του τα χαρίσματα της αρετής. Οι δε γονείς του τον εβάπτισαν από μικρόν, βλέποντες εις αυτόν καλά προμηνύματα, και όσον εμεγάλωνε τοσούτον επρόκοπτεν εις τελείωσιν. Όθεν δίδοντες αυτόν εις διδασκάλους, έμαθεν εις ολίγον χρόνον ανείκαστον παίδευσιν, διότι ήτο πολύ ευφυής εις τον νουν και κατελάμβανε με πολλήν ευκολίαν τα μαθήματα. Λοιπόν αφού έμαθε την γραμματικήν και ποίησιν, τον έβαλαν εις τας επιστήμας και τόσην επιμέλειαν έβαλεν εις την ρητορικήν και φιλοσοφίαν, ώστε ουδείς ηδύνατο να τον νικήση εις την διάλεξιν, διότι είχε γνώσιν πολλήν και νοός οξύτητα, προσθέτων εις την ευφυϊαν την επιμέλειαν· όθεν έγινεν εις την φιλοσοφίαν τέλειος, από την οποίαν επήρεν όλον το ωφέλιμον, αφήνων το ψυχοβλαβές και άχρηστον, διότι έχων τον πόθον να αρέση μόνον εις τον Θεόν, εκαρπώνετο από τα μαθήματα όλον το ψυχωφελές και θεάρεστον· ήτο δε τόσον ταπεινός και μέτριος, ώστε δεν εκενοδόξει ποσώς δια την ευγένειαν του γένους του, ούτε δια την σοφίαν και αρετήν του, αλλά ήτο από όλους ταπεινότερος και δια την πολλήν του ταύτην μετριότητα τον είχον όλοι εις περισσήν ευλάβειαν και πάντες τον εσέβοντο και τον εθαύμαζον. Την φήμην του Μαξίμου ακούσας και ο Ηράκλειος, όστις ήτο τότε βασιλεύς εις την Κωνσταντινούπολιν, προσέλαβεν αυτόν ως γραμματέα του και τον κατέστησε πρώτον εις το παλάτιον, ίνα γράφη τα βασιλικά υπομνήματα και συντάσση τα επίσημα έγγραφα του παλατίου, διότι δεν ήτο άλλος όμοιός του να σχεδιάση λόγον ή να δώση βουλήν εις πάσαν αναγκαίαν υπόθεσιν. Τούτο δε έκαμεν ο βασιλεύς χωρίς να θέλη τούτο ο μέγας Μάξιμος, διότι εκείνος είχεν εις τον νουν του να γίνη Μοναχός, πλην επειδή τον εβίασεν ο βασιλεύς έστερξε, μη δυνάμενος να του εναντιωθή· αλλά ύστερα πάλιν έφυγεν από το παλάτιον, διότι έβλεπε την Εκκλησίαν συγχυζομένην από την αίρεσιν των Μονοθελητών. Όθεν ευρίσκων αυτήν την εύλογον πρόφασιν και επιθυμών βίον ησύχιον και ατάραχον, απαρνείται δόξαν, συγγένειαν και πάσαν άλλην σωματικήν απόλαυσιν, και επήγεν εις το Μοναστήριον, όπερ ωνόμαζον Χρυσόπολιν, εκεί δε κουρεύσας τας τρίχας ενδύεται ράσα τρίχινα και επέρνα με πολλήν κακοπάθειαν, σκλραγωγίαν, αγρυπνίαν και προσευχήν ολονύκτιον και πάσαν άλλην στενοχωρίαν σαρκός, δια να έχη εις την ψυχήν ανάπαυσιν. Τοσούτον δε ηγωνίζετο ο μακάριος, ώστε εντός ολίγου χρόνου επερίσσευσεν όλους τους Μοναχούς της Μονής εκείνης εις τε τους πνευματικούς αγώνας και εις την πολιτεία αυτού την αγγελικήν και θαυμάσιον. Ταύτα βλέποντες οι αδελφοί του Μοναστηρίου και ευλαβούμενοι την αρετήν αυτού τον περεκάλεσαν πολύ να τον ψηφίσουν Ηγούμενον, ότι ο προεστώς εκείνης της Μονής εκοιμήθη ολίγας ημέρας πρότερον. Αλλ’ αυτός ο αείμνηστος εμίσει την αρχήν ως φορτίον βαρύτατον και ουδόλως εδέχετο ταύτην· έπειτα όμως, όταν είδε τον μεγάλον πόθον των και την μεγάλην βίαν την οποίαν του έκαμνον, έστερξε δια την ψυχικήν των ωφέλειαν και δεχθείς την προστασίαν, δεν εφρόντιζε πλέον μόνον δια τον εαυτόν του, αλλά και δι’ αυτούς να σωθώσιν, επειδή ο προεστώς μέλλει να δώση απολογίαν δι’ όλον το υπήκοον. Ότι όταν είναι τις Μοναχός αυτεξούσιος, καν ολίγον τελέση, καν πολύν αγώνα, όσον δύναται, δεν αμαρτάνει· αλλ’ όταν έχη ψυχάς επάνω του και αμελήση ολίγον από την του κανόνος ακρίβειαν, είναι και εις αυτόν και εις τους άλλους μεγάλος κίνδυνος, διότι όλοι λαμβάνουν από του προεστώτος υπόδειγμα. Ταύτα γινώσκων ο θείος Μάξιμος δεν ημέλει ποσώς ούτε έπαυε καθ’ εκάστην να τους διδάσκη με έργα και λόγους ποτέ μεν με ημερότητα, ποτέ δε πάλιν με τραχύτητα κατά τον καιρόν, έως να τους φέρη εις όσα εγνώριζεν ότι ήσαν αναγκαία και ωφέλιμα. Βλέπων δε ο Όσιος καθ’ εκάστην αυξανομένην την αίρεσιν από τους κακούς προστάτας των Μονοθελητών, ελυπείτο και έκλαιε· πλην μη δυνάμενος να την εξαλείψη, διότι ήτο σχεδόν πανταχού διαδεδομένη και ερριζωμένη, έβαλε κατά νουν να υπάγη εις την Ρώμην, ήτις μόνη ήτο αμέτοχος τοιαύτης αιρέσεως. Εσυμβουλεύθη λοιπόν εις τούτο τους αδελφούς, οίτινες ελυπήθησαν πολύ, ακούσαντες ότι έμελλον να μείνουν έρημοι τοιούτου ποιμένος. Πλην μη δυνάμενοι να εναντιωθούν εις την αναχώρησίν του υπεχώρησαν και δεν τον εστενοχώρησαν, δια να μη φανώσι παρήκοοι, επειδή μάλιστα ήτο κατά Θεόν η οδοιπορία του. Εβάδισε λοιπόν την οδόν με πολύν κόπον και κακοπάθειαν, τόσων ημερών δρόμον, δια να στηρίξη καν εκεί εις την Ρώμην τους ευσεβείς, να μη πέσουν και αυτοί εις την αίρεσιν ταύτην την άτοπον, περί της οποίας θα είπωμεν ολίγα πόθεν αύτη έλαβε την αρχήν και πως ηύξησεν. Ο βασιλεύς Ηράκλειος ήτο πρότερον ευσεβέστατος και επέτυχε νίκας πολλάς και τρόπαια κατά των Περσών· ύστερον όμως τον επλάνησεν ο Πατριάρχης των Ιακωβιτών Αθανάσιος, όστις ήτο μάγος και εις το κακόν δεινότατος, τον οποίον ηγάπα πολύ ο Ηράκλειος, νομίζων ότι ήτο καλός άνθρωπος και του έταξε τον θρόνον της Αντιοχείας· και ούτω με τας πονηρίας του ηπάτησε τον βασιλέα και εφρόνει εις τον Χριστόν μίαν θέλησιν και ενέργειαν. Εις ταύτην την αίρεσιν ήτο τότε και ο Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Σέργιος και εφρονούσαν οι άφρονες εις τον Χριστόν μονοθέλητον θέλημα έχοντα και έκαμαν εις την Αλεξάνδρειαν Πατριάρχην ένα ομόφρονά των, Κύρον ονόματι. Δια να φέρουν δε εις όλον τον κόσμον την μιαράν των αίρεσιν, έγραψαν εις τον Πάπαν Ιωάννην, όστις αρχιεράτευε τότε της Ρώμης, να συγκοινωνήση και αυτός εις την γνώμην των. Τούτου ένεκεν απεφάσισε να υπάγη εκεί ο σοφώτατος Μάξιμος να τον διδάξη την αλήθειαν, ίνα μη πλανηθώσι και οι Ρωμαίοι, καθώς έπαθεν όλη η Ανατολή. Ήτο δε μεγάλη σύγχυσις εις τας Εκκλησίας και έγιναν άφρονες οι Αρχιερείς και οι άρχοντες και οι αρχόμενοι και εκήρυττον πανταχού γραφικώς ταύτην την αίρεσιν οι ασύνετοι. Εις ολίγον όμως καιρόν ετελεύτησεν ο σπορεύς της κακοδοξίας Σέργιος και ανεβίβασεν ο Ηράκλειος τον Πύρρον εις τον θρόνον. Έπειτα και αυτός ο βασιλεύς ετελεύτησεν· αλλά ας είπωμεν δια τον Άγιον, δια να μη εξέλθωμεν από το προκείμενον. Καθώς επήγαινεν ο Όσιος προς την Ρώμην, εδίδασκε πανταχού την ευσέβειαν. Διερχόμενος δε από την Αφρικήν εσύναξε τους Επισκόπους αυτής, τους οποίους ενουθέτησεν ικανώς και τους εστερέωσεν, εκείνοι δε ακούοντες τους λόγους του και ιδόντες την ενάρετον αυτού πολιτείαν , την σοφίαν και σύνεσιν, την ψυχικήν κατάστασιν και όλα τα συνακόλουθα, επίστευσαν εις τους λόγους του και τον ετίμων ως από Θεού πεμπόμενον Άγγελον. Μετά ταύτα φθάσας εις την Ρώμην καταπείθει τον μακάριον Μαρτίνον, όστις ήτο τότε νεωστί χειροτονημένος Επίσκοπος, ίνα συνάξη Ιεράν Σύνοδον. Συναθροισθέντες λοιπόν όλοι της Ιταλίας οι πρόεδροι, τον αριθμόν εκατόν πεντήκοντα, έχοντες συνήγορον και πρωτοστάτην τον μέγα Μάξιμον, εστερέωσαν την Ορθοδοξίαν, αναθεματίσαντες τον Σέργιον, τον Πύρρον, τον Παύλον και τον Πέτρον τους αναξίους Αρχιερείς της Κωνσταντινουπόλεως, τον Κύρον Αλεξανδρείας, Αθανάσιον Αντιοχείας και τους τούτων ομόφρονας. Ο δε θείος Μάξιμος, εις έλεγχον των ασεβών και βεβαίωσιν ημών των πιστών, έγραψεν επιστολάς και τας έστειλεν εις όλον τον κόσμον να στερεώνεται η ευσέβεια. Παρέμεινε δε εκεί εις την Ρώμην και πολλοί εσυνάζοντο καθ’ ώραν και τον ηρώτων διάφορα πράγματα, έδιδε δε εις έκαστον την αρμόζουσαν απόκρισιν και παρεκίνει πάντας προς ένθεον έρωτα, ότι τούτο ήτο όλη του η φροντίς και μέριμνα, καθώς εις τους λόγους αυτού και τα συγγράμματα σαφέστερον φαίνεται. Τόσα έγραψε περί καταφρονήσεως των σωματικών θελημάτων και πάντων των ψυχοβλαβών ορέξεων και μάλιστα εις έπαινον της αγάπης, ώστε όστις αναγνώση τους λόγους του θέλει συγχωρήσει εις τους εχθρούς του τα πταίσματα και αγαπήσει αυτούς ως φίλους του και θέλει παρακινηθή προς θείον έρωτα. Και δια να μη μακρύνω την διήγησιν, δεν είναι καμμία σχεδόν ακριβής εξήγησις της Αγίας Γραφής, τν οποίαν να μη εύρης εις τα σοφά και θαυμάσια του Οσίου συγγράμματα με τα λεπτά νοήματα και πραγματικά υποδείγματα. Ούτος δε ο Όσιος Μάξιμος εξήγησε και τα υψηλά του Αγίου Διονυσίου συγγράμματα, βλέπων ότι ήσαν ταύτα ακατανόητα. Ας μη μακρύνωμεν όμως περισσότερον τον λόγον με την συγγραφικήν δράσιν του Αγίου και ας έλθωμεν εις τους υπέρ της Ορθοδόξου ομολογίας αγώνας και εις τα μαρτυρικά του παλαίσματα. Κατά τον ένατον χρόνον της βασιλείας του Κώνσταντος, απογόνου του Ηρακλείου, έχων πόθον και ούτος ο βασιλεύς, ως μονοθελήτης, να φέρη όλον τον κόσμον εις την κακοδοξίαν του και ακούων ότι εις την Ρώμην δεν επείθοντο εις το πρόσταγμά του, έχοντες τον μέγαν Μάξιμον σύμβουλον και διδάσκαλον, προσέταξε να τον φέρουν εις τα βασίλεια μαζίμε δύο μαθητάς του, οίτινες και οι δύο ωνομάζοντο Αναστάσιοι, ο δε εις απ’ αυτούς ήτο αποκρισάριος της Εκκλησίας της Ρώμης. Ούτος έφερε κατόπιν και τον Πάπαν Μαρτίνον και άλλους Επισκόπους της Ιταλίας, τους οποίους εξώρισεν ειςτην Χερσώνα και εις άλλους διαφόρους τόπους. Τον δε θείον Μάξιμον εβασάνισε περισσότερον, ότι αυτόν εσπούδαζε να διαστρέψη μάλλον ο μάταιος, βάλλων κατά νουν, ότιεάν φέρη αυτόν εις την γνώμην του, εν ευκολία θα επείθοντο και οι επίλοιποι. Ετραβούσαν λοιπόν αυτόν οι απεσταλμένοι ασκεπή και ανυπόδητον καθ’ όλην την οδοιπορίαν, ο εις δε από τους μαθητάς του ηκολούθει και ανεστέναζε, βλέπων την πολλήν ατιμίαν του Οσίου και κακοπάθειαν. Φθάσαντες δε εις την Κωνσταντινούπολιν, τον εφυλάκισεν ο βασιλεύς εις τόπον τινά σκοτεινόν, ξεχωριστά από τους μαθητάς του, δια να μη έχη ουδεμίαν ανθρωπίνην βοήθειαν ή παρηγορίαν. Μετά τινας ημέρας έφεραν οι άδικοι τον δίκαιον εις το κριτήριον, προστάσσει δε ο βασιλεύς πολυμήχανόν τινα, δεινόν εις τους λόγους και αναίσχυντον, όστις ήτο και σακελλάριος, να κρίνη τον Όσιον. Ούτος δεν τον ηυλαβήθη ποσώς ούτε δια το γήρας, καθότι ήτο τότε επάνω από τους ογδοήκοντα (80) χρόνους, ούτε δια την σεμνοπρέπειάν του και το αγγελικόν του είδος, ούτε δια την άλλην του κοσμιότητα, αλλά τον κατεφρόνησεν ο αφρονέστατος όσον ηδυνήθη, διότι δεν ηδύνατο να τον νικήση εις την διάλεξιν, επειδή εκείνος ήτο σοφώτατος και του απεδείκνυε την αίρεσιν αυτών με γραφικάς αποδείξεις. Μαθών ο βασιλεύς ότι ο σακελλάριος ενικήθη και κατησχύνθη από τον Άγιον, εθυμώθη διότι δεν έγινεν ο λόγος του και τον μεν Άγιον εξώρισεν εις την Θράκην εις την χώραν της Βιζύης, τον ένα Αναστάσιον εις Πέρβην και τον έτερον εις Μεσημβρίαν. Αλλά πάλιν και εκεί εις την εξορίαν δεν έπαυεν εκείνη η θεολόγος γλώσσα να κηρύττη την αλήθειαν, η δε δεξιά του δεν εκουράζετο γράφουσα και ελέγχουσα τους μονοθελήτας. Ταύτας τας επιστολάς έστελλε πανταχού ο μακάριος νουθετών τους αμαθείς και στηρίζων εις την ευσέβειαν. Έγραψε δε ο Όσιος και άλλους λόγους διαφόρους, ηρμήνευσε της παλαιάς και νέας Γραφής όλα τα δυσνόητα, ηρμήνευσε τον αρεοπαγίτην Διονύσιον, ως είπομεν, τον θεολόγον Γρηγόριον, την αγίαν Λειτουργίαν, εξήγησε την σημασίαν ενός εκάστου των ιερών μυστηρίων, έγραψε τους ασκητικούς και ηθικούς αυτού λόγους και συνέγραψε διάφορα συγγράμματα θεολογικά και πάνσοφα ο σοφώτατος, τα οποία όλα είναι ωφέλιμα και πλήρη θείας χάριτος, τοσούτον ώστε δεν ψεύδονται όσοι τον λέγουν νέον Χρυσόστομον. Μετά δε χρόνους τινάς ο βασιλεύς Κώνστας εσκέφθη να δοκιμάση και πάλιν τον Άγιον, μήπως και μετεμελήθη δια την κακοπάθειαν της εξορίας και έλθη εις το θέλημά του· όθεν έστειλε να τον φέρουν μετά των μαθητών του με μεγάλην τιμήν. Όταν δε τους έφεραν, έβαλε σοφούς ανθρώπους, Αρχιερείς και άρχοντας, να καταπείσουν τον Άγιον, αλλά δεν ηδυνήθησαν ούτε με λόγους να τον νικήσουν ούτε με απειλάς. Όθεν προσέταξεν ο άδικος βασιλεύς να τους μαστιγώσουν και τους τρεις, να τους διαπομπεύσουν και να κόψουν τας χείρας και τας γλώσσας των. Λαβών λοιπόν ο έπαρχος της πόλεως τον Άγιον και τους μαθητάς αυτού, εισήλθεν εις το πραιτώριον· και πρώτον μεν ήπλωσαν τέσσαρες τον θείον Μάξιμον και τον έδερον άσπλαγχνα χωρίς να λυπηθή ο μιαρός έπαρχος το γήρας του ή τα ρυτιδωμένα και αδυνατισμένα από την εγκράτειαν μέλη του, μάλιστα δε τοσούτον αυτόν εξέσχισαν, ώστε εβάφη από το αίμα όλον το έδαφος και δεν έμεινε μέλος του σώματος ή μέρος της σαρκός αυτού απλήγωτον, αλλά ήτο μία πληγή όλον το άγιον σώμα του. Κατά δε την επομένην ημέραν εμαστίγωσεν ο θηριώδης βασιλεύς και τους δύο μαθητάς του Αναστασίους χωρίς καμμίαν συμπάθειαν· ύστερον τους εφυλάκισαν, ολίγον εισέτι αναπνέοντας. Τη επαύριον παρέστησαν και πάλιν τους Αγίους εις το κριτήριον· ήσαν δε από τας πληγάς πρησμέναι και μαύραι αι σάρκες των τοσούτον, ώστε ανέδιδον δυσοσμίαν αφόρητον. Παρά ταύτα όμως δεν τους ελυπήθησαν οι άσπλαγχνοι, αλλά δια να τους δώσουν σφοδροτέραν βάσανον και δριμυτέραν παίδευσιν, δεν τους εθανάτωσαν εντελώς, αλλ’ ανέσπασαν την θεολόγον του Αγίου γλώσσαν από τον φάρυγγα, δια να μη έχη πλέον λαλιάν να ελέγχη την κακοδοξίαν και αγνωσίαν των. Ο παντοδύναμος όμως και πανάγαθος Θεός, όστις δίδει το φως εις τους τυφλούς, και εις τους κωφούς και αλάλους την λαλιάν όταν βούλεται, αυτός πάλιν παραδόξως εθαυματούργησεν εις τον δούλον του και ωμίλει ύστερα, μετά την εκκοπήν της γλώσσης του, πολύ ευλαλέστερα παρά πρότερον, ελέγχων των δυσσεβών την άνοιαν. Τα όμοια τουτων επράχθησαν και εις τον πρώτον μαθητήν του Αγίου τον Αναστάσιον, του οποίου απέκοψαν και εκείνου την γλώσσαν οι ασεβείς, ευσεβώς κηρύττουσαν την αλήθειαν, ωμίλει δε και ούτος ο Άγιος μετά την υστέρησιν ταύτης και ήλεγχε την κακοδοξίαν εντονώτερον· όθεν οι παράνομοι εφθόνησαν τοιαύτα θαυμάσια βλέποντες και έκοψαν τας δεξιάς αυτών χείρας οι ασεβείς και μισόχριστοι. Μετά ταύτα επόμπευσαν τους Αγίους εις την αγοράν σύροντες αυτούς ως ληστάς και κακούργους, εμπαίζοντες τους Αγίους οι εναγείς και ανόσιοι. Αφού δε ταύτα εποίησαν, τους εξώρισαν εις την Λαζικήν με τον άλλον Αναστάσιον, όχι και τους τρεις ομού εις ένα τόπον, αλλά ξεχωριστά, δια να μη έχουν τινά παράκλησιν. Απήλθον λοιπόν οι μακάριοι εις εκείνην την δεινήν εξορίαν γυμνοί, ανυπόδητοι, άσιτοι και πάντων των αναγκαίων του σώματος υστερημένοι και απρονόητοι. Αλλ’ η θεία δίκη εύρε τον άδικον βασιλέα τάχιστα, δια να λάβη την ταυτοπάθειαν, διότι οι πολίται τον εμίσησαν δια τας κακουργίας του και φοβούμενος μη τον θανατώσουν, έλαβε τα τέκνα και την γυναίκα του και επήγεν εις τας Συρακούσας της Σικελίας. Εισερχόμενος δε μίαν ημέραν εις το λουτρόν να πλυθή, του έδωκεν ένας υπηρέτης με τον κάδον κατακέφαλα και συνέτριψε το κρανίον του, ούτω δε κακώς ο κακός και άθλιος εκείνος βασιλεύς εξεψύχησεν. Μετά τον θάνατον του Κώνσταντος ανήλθεν εις τον θρόνον ο υιός αυτού Κωνσταντίνος, έχων μεθ’ εαυτού τους αδελφούς του Ηράκλειον και Τιβέριον. Επειδή δε εφοβείτο να μη πάθη τα όμοια του πατρός του εσύναξε τους Αγίους Πατέρας και έκαμε την Αγίαν έκτην Οικουμενικήν Σύνοδον, ήτις ανεκήρυξε τας δύο θελήσεις και ενεργείας εις τας δύο φύσεις του Χριστού, αναθεματίσασα τους Μονοθελητάς άπαντας. Τα όμοια τούτων ζήλω θείω κινούμενος έπραξεν εις την Ρώμην πρότερον ο μακάριος Πάπας Αγάθων, όστις έγινεν Αρχιερεύς μετά από τον Άγιον Μαρτίνον. Αλλ’ ας έλθωμεν εις το προκείμενον και να δώσωμεν τέλος εις την διήγησιν. Όταν ωδήγουν εις την εξορίαν τον θείον Μάξιμον, υπέμεινεν εις την οδοιπορίαν πολλήν κακοπάθειαν, διότι ήτο όλον το σώμα του από τας πληγάς καταξεσχισμένον και από το γήρας ασθενές και αδύνατον και τοσούτον εξησθενημένον, ώστε δεν ηδύνατο καν να ιππεύση. Όθεν έπλεξαν με βέργας ένα καλάθι, ωσάν κλωβόν και τον μετήγαγον δι’ αυτού και φέροντές τον εις ένα φρούριον της Λαζικής, καλούμενον Σχημάριον, τον αφήκαν εκεί φυλακισμένον, ανεπιμέλητον εις όλα και αβοήθητον. Εχώρισαν δε και τους δύο μαθητάς αυτού απ’ αλλήλων και τον μεν νεώτερον επήγαν εις την Θράκην, εις ένα ερημόκαστρον και τόσον εβασανίσθη εις την δεινήν οδοιπορίαν εκείνην, ώστε έζησεν ολίγας ημέρας εις την εξορίαν και ανεπαύθη. Ο δε έτερος Αναστάσιος ο αποκρισάριος εξωρίσθη εις την χώραν των Αλβανών και πολλά βασανισθείς και αυτός επί είκοσιν έτη, απήλθε προς ον επόθησε Κύριον. Ο δε τρισόλβιος Μάξιμος έζησε τρεις χρόνους εις το Σχημάριον, υπηρετών μοναχός του με την μίαν χείρα τας χρείας του σώματος, ασθενής και υπέργηρως, και τότε μετά τους πολλούς εκείνους πόνους και την κακοπάθειαν είδε θεϊκήν οπτασίαν, δια της οποίας προσεκάλεσεν αυτόν ο Δεσπότης εις την εκείθεν πατρίδα και του εφανέρωσε την ημέραν της αυτού μεταστάσεως, ήτοι την παρούσαν κα΄ (21ην) Ιανουαρίου καθ’ ην απήλθεν εις τους ουρανούς ο ουράνιος άνθρωπος και επίγειος Άγγελος. Εις δε τον τάφον εις τον οποίον έθεσαν το άγιον αυτού λείψανον εφαίνοντο κατά πάσαν νύκτα τρεις λαμπάδες φωτειναί, αίτινες εφώτιζον όλον τον τόπον εκείνον, από αυτό δε το θαυμάσιον εβεβαιώθησαν άπαντες πόσην παρρησίαν εύρεν ο Όσιος προς τον Δεσπότην Χριστόν. Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε συν τω Πατρί και Αγίω Πνεύματι. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Αποστόλου ΤΙΜΟΘΕΟΥ.

Δημοσίευση από silver »


Τιμόθεος ο ένδοξος του Χριστού Απόστολος ήτο από την πόλιν Λύστραν την εν Λυκαονίαν ή Ισαυρία ευρισκομένην και υποκειμένην εις την διοίκησιν του Ικονίου, υιός πατρός μεν Έλληνος, μητρός δε Ιουδαίας, Ευνίκης καλουμένης. Μαθητεύσας δε παρά τω Αποστόλω Παύλω, έγινεν ομού με αυτόν συνεργός και κήρυξ του Αγίου Ευαγγελίου· είτα και με τον Θεολόγον Ιωάννην, τον ηγαπημένον μαθητήν του Κυρίου, συναντάται και λαμβάνει από αυτόν πλουσίαν την χάριν του Πνεύματος. Όταν δε ο Θεολόγος Ιωάννης εξωρίσθη εις την Πάτμον από τον Δομετιανόν, τότε ο μακάριος Τιμόθεος κατέστη Επίσκοπος Εφέσου, χειροτονηθείς υπό του Αποστόλου Παύλου. Μίαν δε φοράν βλέπων ο θείος ούτος Απόστολος τους Έλληνας ότι κατά τινα πάτριον εορτήν, «Καταγώγια» ονομαζομένην, εποίουν αταξίας, είδωλα βαστάζοντες εις τας χείρας, προσωπίδας θέτοντες εις τα πρόσωπα, τραγωδούντες, ορμώντες ληστρικώς κατά ανδρών τε και γυναικών, φονεύοντες αλλήλους, ταύτα, λέγω, βλέπων ο θείος Τιμόθεος, εθερμάνθη από το πυρ του θείου ζήλου και δεν ηνείχετο να βλέπη τα τοιαύτα άτοπα, αλλ’ εδίδασκεν αυτούς και παρεκίνει να παύσωσι τας αταξίας ταύτας. Οι δε απάνθρωποι εκείνοι και θηριώδεις, κινηθέντες υπό μανίας και μεγάλης οργής, εφόνευσαν τον του Κυρίου Απόστολον, με τα ξύλα τα οποία είχον εις τας χείρας των και ούτω πως ο μακάριος τελειωθείς ενεταφιάσθη υπό των Χριστιανών, το δε άγιον αυτού λείψανον ανεκομίσθη ύστερον και μετεφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν, αποθησαυρισθέν μετά των λειψάνων Λουκά και Ανδρέου εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου και η σύναξις και εορτή αυτού τελείται. Η προς Τιμόθεον Α΄ και Β΄ επιστολή του Αποστόλου Παύλου προς αυτόν τούτον εγράφησαν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Ιανουαρίου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ Επισκόπου Αγκύρας και του Αγίου Μάρτ

Δημοσίευση από silver »


Κλήμης ο μακάριος και θεσπέσιος Ιερομάρτυς ήτο από την Άγκυραν της Γαλατίας (της εν Μικρά Ασία) ζήσας κατά τους χρόνους πολλών μισοχρίστων αυτοκρατόρων από του Ουαλεριανού του εν έτει σνγ΄ (253) βασιλεύσαντος μέχρι των Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οπότε επί της βασιλείας αυτών, εν έτει 296, ηξιώθη των στεφάνων του μαρτυρίου. Κατά δε την επωνυμίαν είχε και την πράξιν αρμόζουσαν, ων εστολισμένος ως κλήμα καρποφόρον με τας σταφυλάς του Παναγίου Πνεύματος, τας οποίας ετρύγησεν η πατρίς του μετά την τελείωσιν του μαρτυρίου του. Το γένος του ήτο επίσημον και ευγενικώτατον. Ο πατήρ αυτού ήτο ειδωλολάτρης και απέθανεν (οίμοι!) διπλούν σαρκός τε και ψυχής θάνατον, η δε μήτηρ αυτού ήτο η ευσεβής και σοφή Σοφία το όνομα, με την οποίαν έμεινεν ο Κλήμης μικρόν παιδίον και το ανέτρεφεν ευσεβώς ονομάσασα αυτό, σοφώτατα, Κλήμεντα, επειδή έμελλε να καρποφορήση πολλάς ψυχάς και να το κλαδεύσουν ως κλήμα πολύφορον πολλοί βασιλείς με διάφορα κολαστήρια. Έτρεφε λοιπόν το παιδίον η ενάρετος μήτηρ επιμελώς και το εδίδασκε καλώς την ευσέβειαν. Όταν δε το παιδίον ήτο δέκα χρόνων ή ένδεκα, εγνώρισεν η Σοφία τον θάνατόν της και έχοντα πόθον να το κάμη κληρονόμον των ουρανίων θησαυρών μάλλον ή εις τον πλούτον αυτής τον πρόσκαιρον, κατεφίλησεν αυτό, ταύτα λέγουσα· «Τέκνον μου ηγαπημένον και γλυκύτατον, εγώ μεν σωματικώς σε εκύησα, ο δε Χριστός δια Πνεύματος σε ανεγέννησε. Λοιπόν, γνώρισε καλά τον ουράνιόν σου Πατέρα, να τον λατρεύης πιστότατα, ότι αυτός ο Χριστός είναι μόνος Θεός· αυτός είναι η αθανασία και σωτηρία μας, όστις εσταυρώθη δι’ ημάς και μας έκαμεν υιούς αυτού και θεούς κατά χάριν». Ταύτα λέγουσαη θεοσεβής εκείνη γυνή εγέμισαν οι οφθαλμοί της δάκρυα. Τότε προεφήτευσεν όσα έμελλε να πάθη το τέκνον της λέγουσα· «Παρακαλώ σε να μου κάμης μίαν χάριν, τέκνον μου· επειδή ο διωγμός της ασεβείας εξάπτεται και έχεις να παρρησιασθής εις βασιλείς και άρχοντας, να βασανισθής διαφόρως, καθώς και ο Δεσπότης Χριστός εθανατώθη δια την σωτηρίαν μας, κάμε υπομονήν να τιμήσης το γένος σου και να λάβης από τον Θεόν του μαρτυρίου τον άφθαρτον στέφανον· ετοιμάζου λοιπόν και αγωνίζου πρωτύτερα, να μη σε αρπάσουν έξαφνα και σε νικήσουν οι άνομοι και ανδρίζου γενναίως, ότι εν από τα δύο ταύτα θα επακολουθήσουν· ή έχεις να απολαύσης μετά θάνατον ζωήν αιώνιον, ίνα αγάλλεσαι εις τον Παράδεισον με τους Αγίους, εάν υπομείνης τω τυράννων τα κολαστήρια, ή, εάν αρνηθής τον Χριστόν, να καίεσαι με τους δαίμονας εις πυρ ατελεύτητον. Λοιπόν επειδή ανάγκη είναι να αποθάνωμεν τον θάνατον της φύσεως, κάλλιον ν’ αποθάνης δια τον Χριστόν ίνα δοξασθής ατελευτήτως». Με ταύτα και άλλα πλείονα εδίδασκε τον παίδα η πάνσοφος Σοφία όλην την ημέραν, προθυμοποιούσα τούτον προςτο μαρτύριον, εις δε το τέλος είπε και ταύτα η παμμακάριστος· «Αυτάς τας αμοιβάς απόδος εις την μητέρα σου, ω τέκνον μου· αυτός ας είναι ο μισθός των πόνων μου, που σε εγέννησα και ανέθρεψα, να δοξασθώ και εγώ εις τα μέλη σου· εγώ φεύγω από τον κόσμον τούτον σήμερον και χωρίζομαι κατά το σώμα των ποθεινών μου οφθαλμών σου· αλλά γνώριζε ότι η ψυχή μου εις την ψυχήν σου κρέμαται να κοινωνήσωμεν ομού τα πάθη σου· έπειτα να υπάγωμεν μαζί να προσκυνήσωμεν τον Δεσπότην μας, λαμπρυνόμενοι με την φαιδρότητα των άθλων σου». Ταύτα ειπούσα κατεφίλει τα μέλη του και έλεγε· «Μακαρία εγώ, ότι Μάρτυρος μέλη φιλώ, τα οποία έχουν να γίνουν θυσία δια τον Κύριον». Ούτως εναγκαλιζομένη τον παίδα και καταφιλούσα τούτον γλυκύτατα, την μεν αγίαν ψυχήν της παρέδωκεν εις τον Θεόν, το δε σώμα αφήκεν εις τας χείρας του παιδός της, ο οποίος την ενεταφίασεν ευλαβώς και φιλότιμα, τα δε θεία λόγια, τα οποία του είπεν, εφύλαττεν ακριβώς εις την καρδίαν του. Ευθύς λοιπόν από τότε, παις ων ο μακάριος, απηρνήθη πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον και μετήρχετο μοναχικήν πολιτείαν, επήρε δε αυτόν μία ευγενεστάτη γυνή άτεκνος δια θετόν υιόν, η οποία ωνομάζετο Σοφία ως και η πρώτη του μήτηρ. Τούτο δε όλον έγινεν από θείαν οικονομίαν, διότι ήτο η Σοφία σοφή εις τα γράμματα και εις την ένθεον πολιτείαν και ημέραν και νύκτα προσηύχετο και τον εδίδασκε τον φόβον του Θεού και τον ηγάπα ως τέκνον της γνήσιον· ομοίως και το παιδίον την είχεν ώσπερ μητέρα του και εφύλαττεν ακριβώς τας παραγγελίας της· και ως καλή γη, εις ολίγον απέδωκε τον καρπόν πολλαπλάσιον. Και ακούσατε του παιδόςτην ελεημοσύνην και τας θείας αρετάς. Ένα καιρόν ήτο μεγάλη πείνα εις εκείνην την χώραν των Γαλατών· ο δε Κλήμης έπαιρνε τα παιδία των Ελλήνων, όσα ήσαν πτωχά και ορφανά, τα οποία δεν είχον τα αναγκαία του σώματος, τα ενέδυε, τα έτρεφε και, το καλλίτερον, τα εδίδασκε την πίστιν μας όσον ηδύνατο, έχων αυτά εις την οικίαν του πολύν καιρόν τρώγων ομού μετ’ αυτών και κοιμώμενος, δια να τα στερεώση εις την ευσέβειαν. Και εις μεν τας αναγκαίας χρείας του σώματος εξωδίαζεν από το πράγμα της Σοφίας και τα έτρεφε, εις δε την μάθησιν της ευσεβείας και ψυχής ωφέλειαν τα εφίλευεν αυτός από την έσω σοφίαν του πνεύματος και τα επότιζε με την θαυμασίαν διδασκαλίαν του. Επάνω δε εις τας άλλας αρετάς ήτο και εγκρατής ο μακάριος και δεν έτρωγε πράγμα έμψυχον, ει μη όσπρια, ενθυμούμενος τους τρεις Παίδας, οίτινες με την νηστείαν ενίκησαν την φλόγα της καμίνου και δεν τους έκαυσε. Δια ταύτας λοιπόν τας αρετάς, τας οποίας είχε, τον εχειροτόνησαν και Πρεσβύτερον, έπειτα δε εις δύο χρόνους Επίσκοπον, όταν κατά μεντην σωματικήν ηλικίαν ήτο χρόνων είκοσι, κατά δε την ψυχικήν διάθεσιν επερίσσευε τους γέροντας, ότι τότε που εστολίσθη με την αξίαν της Αρχιερωσύνης (ή να είπω καλλίτερα αυτός ηυτρέπισε την Μητρόπολιν) επεμελείτο τους ορφανούς και πτωχούς περισσότερον, τους δε παίδας εβάπτισεν, από τους οποίους όσους εγνώρισεν άξια σκεύη της ιερωσύνης εχειροτόνησεν· όθεν οι γείτονες αυτού έφερον καθ’ εκάστην τα τέκνα των και τα ενουθέτει πρότερον τινάς ημέρας, έπειτα τα εβάπτιζεν· αυτοί είναι οι πρώτοι καρποί του θαυμαστού Κλήμεντος και από ταύτα τα θεία του κατορθώματα έλαβεν αρχήν το μαρτύριόν του και ήρχισε να πλέκεται ο πολυτίμητος στέφανος. Κατ’ εκείνας τας ημέρας εστάλη διαταγή από τον μισόχριστον βασιλέα της Ρώμης προς όλους τους υπ’ αυτόν ηγεμόνας και άρχοντας να παιδεύουν ασπλάγχνως τους φιλοχρίστους οι άχρηστοι, οίτινες δια να φανούν προς τον επίγειον βασιλέα ευγνώμονες και πιστοί, εκόλαζον τους Χριστιανούς μετ’ ασπλαγχνίας άκρας. Εξόχως δε ο Βικάριος των Γαλατών, ακούσας δια τον Άγιον Κλήμεντα, ότι εβάπτιζε τα παιδιά και εκήρυττε τον Χριστόν Θεόν αληθέστατον, τα δε είδωλα περιέπαιζεν, προσέταξε να τον φέρουν και βλέπων αυτόν νέον και κόσμιον εδοκίμασε με κολακείας να τον νικήση και του λέγει· «Η ευγένεια του προσώπου σου και η ευταξία σου μαρτυρούσιν ότι είσαι και εις την ψυχήν γνωστικός και φρόνιμος· τα δε λόγια, τα οποία ήκουσα από τινας προς κατηγορίαν σου, είναι περίσσια και ασύμφωνα, διότι λέγουν ότι κάμνεις παιδικά και ανόητα πράγματα· λοιπόν ειπέ μας ολίγα λόγια γνωστικά να βεβαιωθώμεν δια την αλήθειαν». Ο δε απεκρίνατο· «Η φρόνησις και η γνώσις μας είναι ο Δεσπότης Χριστός, η αυτοσοφία, ο Υιός και Λόγος του Θεού, όστις έκαμεν όλον τον κόσμον και το λέγειν και φρονείν μας έδωκε». Του λέγει ο Βικάριος· «Μας επίκρανες, μα τους θεούς, εις τους πρώτους σου λόγους, λάγων εις ημάς τοιαύτα φλυαρήματα· αλλ’ εάν αγαπάς το καλόν σου, άφες τας μωρίας, να φύγης τας τιμωρίας, και προσκύνησον τους θεούς να λάβης από ημάς τιμάς πολλάς και χάριτας». Τότε μειδιάσας ο Άγιος λέγει· «Ημείς οι Χριστιανοί φρονούμεν τας τοιαύτας δωρεάς σας ζημίαν και την τιμήν ατιμίαν μας· τας δε ύβρεις και τιμωρίας, ηδονήν και τρθφήν μας νομίζομεν. Λοιπόν μη ελπίζης να μας διαστρέψης από την ευσέβειαν με τοιαύτας απειλάς». Εκ τούτων θυμωθείς ο άρχων παρετήρει τον Άγιον με αγριότητα και είπε· «Εγώ σε έκαμα αυθαδέστερον, διότι σου ωμίλησα σπλαγχνικά με ταπείνωσιν, αλλά τούτο δεν είναι παράδοξον, επειδή παιδίον νέον είσαι, και έχεις ολίγην την φρόνησιν· αλλά γίνωσκε, ότι εάν δεν προσκυνήσης τους θεούς, θέλω σου δώσει ένα πολύ σκληρόν θάνατον, όστις να μη ηκούσθη ουδέποτε· ήτοι ποικίλα και διάφορα βασανιστήρια πρότερον, έπειτα θα αποθάνης κακώς ως κακός, ίνα δια σου σωφρονισθούν πολλοί υπερήφανοι». Απαντά ο Άγιος· «Περισσοτέραν γνώσιν έχουσι τα μικρά βρέφη των Χριστιανών, από σας τους σοφούς και γέροντας· εγώ παρακαλώ τον αληθή Θεόν να του γίνω θυσία εκούσιος, καθώς και αυτός ως άνθρωπος εθυσιάσθη εις τον Σταυρόν δι’ εμέ». Τότε ο τύραννος, αποβαλών το προσωπείον, έδειξε την έσωθεν αγριότητα και προστάσσει να κρεμάσουν εις το ξύλον τον Μάρτυρα, να ξεσχίζουν τας πλευράς του ασπλάγχνως και τόσον τον κατεξέσχισαν, ώστε εφαίνοντο τα σπλάγχνα του και ήτο να τον βλέπη τις ελεεινόν θέαμα. Ταύτα ο Άγιος πάσχων δεν εδειλίασε, δεν ωμίλησε λόγον, δεν ήλλαξεν η όψις του, ούτε εστέναξεν, αλλά υπέμεινεν αυτήν την επώδυνον βάσανον μεγαλοψύχως, ευχαριστών τον Κύριον· και όσον επέρνα ο καιρός και εκουράζοντο οι στρατιώται και έμενον από τον κόπον αι χείρες των ακίνητοι, τόσον ο Άγιοςεγίνετο φαιδρότερος. Και τότε του λέγει ο άρχων· «Μη θαρρείς, ότι εκουράσθην και εγώ ως οι στρατιώται, να σε αφήσω, αλλά ήξευρε ότι θέλω τους αλλάζει συχνάκις έως να ξεσχίσουν όλας τας σάρκας σου και να μείνουν μόνον τα κόκκαλα». Και ούτω κατά τον λόγον και το έργον εγένετο και τον εξέσχιζαν οι ύστεροι στρατιώται από τους πρώτους χειρότερα, έως ου και αυτοί εκουράσθησαν και τότε τον κατεβίβασαν, σχεδόν δε δεν έμεινε σαρξ επάνω του, αλλά ήσαν μόνον τα οστά, ελεεινόν (φεύ!) και φρικωδέστατον θέαμα. Ο δε άρχων πάλιν τον εδοκίμασε πρότερον με κολακείας, έπειτα τον ηπείλησε να τον θανατώση τελείως, εάν δεν κάμη το πρόσταγμά του· ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Ο θάνατός μου, δικαστά, δίδει του σώματός μου αφθαρσίαν και της ψυχής μου αθανασίαν εργάζεται». Λέγει ο άρχων· «Άφες τούτους τους μύθους, δια τους οποίους ζημιώνεσθε το γλυκύτατον φως του ηλίου, το οποίον οι θεοί μας εχάρισαν, ελπίζοντες ν’ απολαύσητε ζωήν μέλλουσαν· αλλά αν δεν μου υπακούσης, θέλεις λάβει περισσοτέρας βασάνους, μόνον δε τώρα σου δίδω ολίγας ημέρας άνεσιν δια να δυναμώσης, να βαστάσης περισσότερα παιδευτήρια». Λέγει ο Άγιος· «Μόνον με λόγους φοβερίζεις και με το έργον δεν κάμνεις τίποτε· σου είπα ότι όσον δριμύτερον με θλίβεις εις την σάρκα, τόσον εις την ψυχήν με ωφελείς περισσότερον· λοιπόν ηξεύρεις την γνώμην μου και κάμε μου όσα δύνασαι». Τότε θυμωθείς ο άδικος προστάσσει να δέρουν τον δίκαιον εις τας σιαγόνας και εις το στόμα, ότι μόνον η κεφαλή έμεινεν ατιμώρητος. Οι δε στρατιώται, βλέποντες τον Άγιον καταξεσχισμένον, ως είπομεν, τον ελυπούντο να του δώσουν νεωτέραν βάσανον· τινές όμως άσπλαγχνοι, υπακούοντες του τυράννου, εκτυπούσαν με λίθους, συντρίβοντες το φιλάληθες στόμα του, ούτος δε έλεγε· «Με ετίμησες να γίνω κοινωνός του Χριστού μου δια τα ραπίσματα· η μίμησις του πάθους αυτού ελαφρύνει τους πόνους μου». Ταύτα ειπών, προσηύχετο ευχαριστών τον Κύριον. Ο δε τύραννος, θαρρών ότι δεν ηδύνατο να περιπατήση, διέταξε να τον σηκώσουν και να τον φυλακίσουν έως άλλην του διαταγήν· όμως ο Θεός τον εδυνάμωσε και δεν αφήκε τινά να τον πλησιάση, αλλά περιπατών αφ’ εαυτού του έλεγεν· «Έλαιον αμαρτωλού μη λιπανάτω την κεφαλήν μου». Ο δε άρχων εθαύμασε πολύ την καρτερίαν του, λέγων· «τοιούτους στρατιώτας έπρεπενα έχουν οι αυτοκράτορες, να μη δειλιώσιν εις τους κινδύνους και να πολεμούν ανδρειότατα· αλλά εγώ να τον στείλω εις τον βασιλέα, ότι εκείνος μόνον δύναται να τον νικήση ως έμπειρος». Έγραψε λοιπόν επιστολήν και την έστειλεν ομού με τον μάρτυρα εις την Ρώμην, όταν δε εξήρχετο από την χώραν του ο μακάριος, τότε έκαμε ταύτην την δέησιν· «Κύριε ο Θεός μου, φύλαξον την πόλιν σου ταύτην και μη αφήσης τους πιστούς δούλους σου να τους νικήσουν οι αντίδικοι, μήτε εμέ να αλλοτριώσης από την πατρίδα μου, αλλά καθώς υπέστρεψες τον Ιακώβ εις τον οίκον του πατρός του και τα οστά του Ιωσήφ από την Αίγυπτον εις την γην των πατέρων του, ούτω δέομαι της βασιλείας σου, να οικονομήση να επιστρέψω πάλιν εδώ εις την πατρίδα μου». Ταύτα ηύχετο ο Άγιος και ταξιδεύοντες έφθασαν εις την Ρώμην. Και βλέπων ο βασιλεύς την φαιδρότητα του Αγίου και την ευγένειαν εθαύμασε· και δια να τον κάμη να φοβηθή τας βασάνους και να προτιμήση τα χαρμόσυνα, προσέταξε και έφεραν όλα τα ωραιότερα πράγματα, τα οποία είχεν εις τα βασίλεια, χρυσά, αργυρά σκεύη και ιμάτια, λίθους τιμίους και όσα άλλα οι οφθαλμοί ορέγονται, και αυτά μεν έβαλεν εις το ένα μέρος και αντίκρυ έθεσαν όλα τα κολαστήρια, κραββάτους σιδηρούς, τροχούς, εσχάρας, σούβλας, χαλκώματα, τήγανα και άλλα όμοια, τα οποία ουχί να δοκιμάση άνθρωπος, αλλά μόνον να τα ίδη έτρεμε· και λέγει ταύτα προςτον Άγιον δεικνύων εις αυτόν τα πολύτιμα πράγματα· «Αυτά όλα σου τα χαρίζω ομού με την φιλίαν μου, εάν προσκυνήσης τους θεούς ως φρόνιμος· ει δε απειθήσης, θα δοκιμάσης όλα εκείνα τα παιδευτήρια όργανα και άλλα χειρότερα». Λέγει του ο Άγιος· «Εάν σου φαίνωνται αυτά τα χρυσά και αργυρά σκεύη λαμπρά και πολύτιμα, πόσον νομίζεις να είναι τα επουράνια; Και εάν αυτά τα πρόσκαιρα κολαστήρια φαίνωνται τόσον φοβερά, πόσον να είναι ο ποταμός του πυρός, ο τάρταρος και τα λοιπά της αιωνίου κολάσεως; Αυτό το χρυσίον σας είναι ύλη ευτελής και άκαρπος· το κλέπτουσιν οι λησταί και το χάνετε· τα πολύτιμά σας ιμάτια είναι των σκωλήκων γεννήματα και βαρβάρων ανθρώπων τεχνουργήματα και όσοι τα τιμώσιν είναι ανόητοι και των σκωλήκων αυτών ατιμότεροι· αλλά τα αιώνια αγαθά είναι χαρμόσυνα και πανευφρόσυνα, άφθαρτα και ατελεύτητα, καθώς και αυτός ο δημιουργός και Δεσπότης πάσης της κτίσεως είναι άναρχος και αθάνατος, όστις, ως Θεός μεν είναι απαθής, ως άνθρωπος δε εσταυρώθη, ετάφη και ανέστη τριήμερος, αναστήσας ημάς ως αγαθός και παντοδύναμος». Εθυμώθη εις ταύτα ο τύραννος και προστάσσει να τον δέσουν εις τον τροχόν, τον οποίον να γυρίζωσι με πολλήν ορμήν και να δέρνουν με ράβδους τον Μάρτυρα ασπλάγχνως. Ο μεν λοιπόν τροχός βιαίως εστρέφετο και ταχύτατα, αι σάρκες κατεκόπτοντο και τα οστά συνετρίβοντο, ο δε Μάρτυς προσηύχετο λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, επίβλεψον επ’ εμέ και ελέησόν με· ελθέ και βοήθησόν μοι, ελάφρυνον το βαρύ της κολάσεως, ότι οδύναι θανάτου και κίνδυνοι άδου με εύρον· λοιπόν, λύτρωσαί με εις δόξαν του ονόματός σου και αισχύνην των εχθρών και καταφρόνησιν». Τότε ο τροχός εσταμάυησε, τα δεσμά ελύθησαν, αι χείρες των στρατιωτών εξηράνθησαν και δεν ηδύναντο να τας σαλεύσουν ολότελα· ο δε Άγιος έμεινεν υγιής και αβλαβής. Πολλοί ιδόντες τοιαύτα θαυμάσια εφωτίσθησαν τας ψυχάς των και εκραύγαζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Ο δε μακάριος Κλήμης, το κλήμα του Χριστού, καρποφορήσας τα μέλη αυτού ως καρπούς ωραίους, εδόξαζε τον Κύριον λέγων ευχαριστίας ως έπρεπεν. Ο δε τύραννος, θυμώσας περισσότερον, προστάσσει να συντρίψουν με λοστούς σιδηρούς το στόμα του. Έθραυσαν λοιπόν το στόμα και συνέτριψαν τους οδόντας και τας σιαγόνας του· έπειτα τον εφυλάκισαν και την νύκτα επήγαν όσοι επίστευσαν άνδρες τε και γυναίκες και τον παρεκάλεσαν με θερμότητα να τους αξιώση του Αγίου Βαπτίσματος. Όθεν ο Άγιος, βλέπων την πολλήν των ευλάβειαν, τους εβάπτισεν άπαντας, επειδή εις τας φυλακάς υπήρχεν ύδωρ όσον ήθελεν. Εκείνο το μεσονύκτιον ήλθεν εκεί φως λαμπρότατον και έλαμψεν όλον το δεσμωτήριον, εις το μέσον δε του φωτός εφάνη άνθρωπός τις όλος φως και αυτός με μεγάλας πτέρυγας και δίδων του Αγίου άρτον και ποτήριον, έγινεν άφαντος. Ο δε Άγιος γνωρίζων, ότι ταύτα ήσαν σύμβολα του Δεσποτικού σώματος και αίματος, τα υπεδέχθη ευλαβώς και λέγων τας συνήθεις ευχάς εκοινώνησεν όσους εβάπτισεν. Όθεν επληθύνοντο καθ’ εκάστην οι πιστεύοντες· οι δε φύλακες ταύτα βλέποντες επήγαν εις τον βασιλέα λέγοντες, ότι έγινε το δεσμωτήριον Μοναστήριον, ούτος δε έστειλε νύκτα τινά και τους συνέλαβον όλους άνδρας και γυναίκας και παίδας και τους απεκεφάλισαν, διότι δεν ηθέλησαν να προσκυνήσουν τα είδωλα και κανείς δεν έμεινε ζωντανός εκτός από ένα, όστις ωνομάζετο Αγαθάγγελος, και εκρύβη όχι δια φόβον θανάτου, αλλά δια να λάβη πολλά κολαστήρια, ίνα δοξασθή εις την βασιλείαν του Θεού περισσότερον, καθώς κατωτέρω θέλομεν γράψει περί αυτού σαφέστερον. Τότε ο βασιλεύς προσέταξε να φέρουν τον μακάριον Κλήμεντα και εδοκίμασε πάλιν με κολακείας να τον νικήση, αλλά δεν ηδυνήθη· όθεν έρριψεν αυτόν εις την γην και τον έσυραν δυνατοί στρατιώται από τας χείρας και τους πόδας όσον ηδύναντο και τόσον τον ετέντωσαν, ώστε εσαλεύθησαν όλα του τα μέλη από τους τόπους των και του έδιδον πόνους δριμυτάτους· έπειτα τον έδερναν με βούνευρα ξηρά άνδρες τέσσαρες· αλλά και ταύτας τας βασάνους υπέμεινεν ανδρείως, ως να έπασχεν άλλος. Ο δε τύραννος απορών έλεγε· «Καθώς έχεις, Κλήμη, την ψυχήν φιλόνικον, ούτως είναι και το σώμα σου αταπείνωτον· αλλά πάλιν θέλω να δοκιμάσω (επειδή δεικνύεις ότι είσαι σκληρός ως ο σίδηρος) με σιδηρούς όνυχας να σε εξυπνήσω από την βαθυτάτην αναισθησίαν σου». Λέγει ο Άγιος· «Καλώς είπες, ω βασιλεύ, ότι ο Δεσπότης μου Χριστός μού δίδει ύπνον γλυκύτατον, κοιμίζων τους πόνους με την ελπίδα των μελλουσών απολαύσεων». Τότε κρεμάσαντες αυτόν εις το ξύλον τόσον τον εξέσχισαν οι άσπλαγχνοι δήμιοι υπό του απανθρώπου τυράννου προστασσόμενοι και υπό του μισανθρώπου δαίμονος εκκεντούμενοι, ώστε δεν έμεινε καθόλου σαρξ επάνω του, αλλά εφαίνοντο όλα του τα οστά. Ταύτα ο Άγιος πάσχων είπε προς τον τύραννον· «Δεν είναι ιδικόν μου τούτο το σώμα, όπερ βασανίζετε, δι’ αυτό δεν πονώ· ότι το σώμα, το οποίον η φύσις μού έδωκεν, ηναλώθη και έλυσε με τα πρότερα κολαστήρια και δεν μου έμεινεν απ’ εκείνο μέρος μικρότατον· ταύτην δε την σάρκα, ήτις περιβάλλει τα οστά μου και συνέχει και κρατεί τας αρμονίας, μου έδωκεν ο Χριστός μου, επειδή δια χάριν του την πρώτην εξεδύθην, και πάλιν, εάν και ταύτην μου αναλώσητε, έχει άλλην νεωτέραν να μου δώση ο Κύριος· ότι δεν λείπει ο πηλός από τον κεραμέα ουδέποτε». Αυτά και πλείονα τούτων αφού είπεν ο Άγιος, επρόσταξεν ο τύραννος με λαμπάδας πυρός να τον καταφλέγωσι, και βλέπων αυτόν ότι τα υπέμεινεν όλα με καρτερίαν θαυμασίαν εθαύμαζε και έλεγεν· «Εγώ πολλούς από τους δυσωνύμους Χριστιανούς ετιμώρησα και απείρους εθανάτωσα, αλλά δεν είδα τοιαύτης γνώμης και ψυχής άλλον άνθρωπον». Ταύτα ειπών απέστειλε τον Άγιον εις τον έπαρχον της Νικομηδείας, έγραψε δε και επιστολήν προστάσσων αυτόν να προσπαθήση με όλην του την δύναμιν να τον επιστρέψη εις την ασέβειαν και εάν δεν δυνηθή να τον δώση των θηρίων εις βρώσιν ή με άλλον τρόπον να τον θανατώση ασπλάγχνως. Ενώ λοιπόν εξήρχετο από την Ρώμην ο Άγιος έκλαιον οι πιστοί Χριστιανοί και άλλοι μεν εφίλουν τας χείρας και πόδας του, άλλοι εχρίοντο με το αίμα του και δεν ηδύναντο να ξεχωρίσουν απ’ αυτού και μετά βίας τον άφησαν και εισήλθεν εις το πλοίον, κάμνων προσευχήν εις τον Θεόν δι’ εκείνους και δι’ εαυτόν. Ο δε θείος Αγαθάγγελος, τον οποίον ανεφέραμεν άνωθεν, έχων πόθον να πάθη δια τον Χριστόν εις την συνοδείαν τοτ Αγίου Κλήμεντος, εισήλθε και αυτός εις το πλοίον πρωτύτερα, συμφωνήσας με τους ναύτας να δώση τον ναύλον του, και εκάθητο εις μίαν γωνίαν ευχόμενος. Όταν λοιπόν είδε τον Άγιον, ότι έμεινε μοναχός και προσηύχετο, πλησιάσας εις αυτόν του ανήγγειλεν όλην την υπόθεσιν, ήτοι τον πόθον τον οποίον είχε προς το μαρτύριον και τα επίλοιπα. Ο δε Άγιος Κλήμης εδέχθη τον Αγαθάγγελον ως Άγγελον Θεού και δοξάζων τον Κύριον τοιαύτα προσηύξατο· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα Ιησού Χριστέ, η μόνη μου παράκλησις και βοήθεια, ότι ούτε εις την γην, ούτε εις την θάλασαν με αφήνεις αβοήθητον, αλλά παρηγορείς την ψυχήν μου ως βούλεσαι, και μου έστειλες ως αγαθόν Άγγελον τον αδελφόν μου Αγαθάγγελον, τον οποίον παρακαλώ σε δυνάμωσον εις την ομολογίαν σου, και δόξασον αυτόν, ίνα και συ, πολυέλεε, δοξασθής υπ’ αυτού». Ούτω λοιπόν ηύχοντο ημέραν και νύκτα, και τροφήν ποσώς δεν εγεύθησαν, ότι ουδείς εφρόντισε δι’ αυτούς· εκείνοι δε έχοντες εις την καρδίαν των τον ουράνιον άρτον και το ζων ύδωρ, με ταύτα αοράτως ετρέφοντο. Οι δε στρατιώται βλέποντες αυτούς νήστεις τόσας ημέρας τους ελυπήθησαν, και τους έδιδαν βρώματα. Οι Άγιοι όμως ηυχαρίστησαν μεν αυτούς δια την καλήν των προαίρεσιν, αλλά τα φαγητά δεν εδέχθησαν, λέγοντες ότι ο Θεός τούς έτρεφεν άνωθεν· το οποίον και έγινε, καθώς είπον, και τους έστειλεν ο Κύριος ουρανόθεν κατά την πρώτην φυλακήν της νυκτός τροφήν αρμοδίαν και ετρέφοντο με άρτον των Αγγέλων οι επίγειοι άνθρωποι. Φθάσαντες εις την Ρόδον, εξήλθον οι άνθρωποι από το πλοίον να εύρωσι τροφάς, οι δε Άγιοι έμειναν με ολίγους φύλακας και έχοντες πόθον να υπάγουν εις την Εκκλησίαν να κοινωνήσουν τα θεία Μυστήρια, ειδοποίησαν τον Αρχιερέα του τόπου, Φωτεινόν ονόματι, όστις επήγεν εις το πλοίον με πολλούς Χριστιανούς και παρεκάλεσαν τους φύλακας να λύσουν τους Αγίους να υπάγουν εις την Εκκλησίαν, και πάλιν να έλθωσιν· οι δε εδέχθησαν και προσελθόντες εις την λειτουργίαν ήκουσαν εκείνο το Ευαγγέλιον, όπερ λέγει ταύτα· «Μη φοβείσθε από των αποκτενόντων το σώα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι». Ούτος ο λόγος έσταξεν εις τας ψυχάς των Αγίων πολλήν γλυκύτητα και από την χαράν των εδάκρυσαν· ομοίως και οι παρεστώτες Χριστιανοί συμπονούντες τους Αγίους έκλαυσαν. Τότε παρεκάλεσε τον Άγιον Κλήμενα ο θεοφιλής εκείνος Επίσκοπος να λειτουργήση, ούτος δε υπήκουσε, και όσοι ήσαν άξιοι είδον θαύμα εξαίσιον· ήτοι όταν ελειτούργει ο Άγιος εφαίνετο ανήρ τις φωτεινός εις την Αγίαν Τράπεζαν, εις δε τον αέρα ίσταντο πλήθος πολύ Αγγέλων απαστράπτοντες. Όθεν ιδόντες τοιαύτην θέαν θαυμασίαν έπεσον κατά γης, διότι δεν ηδύναντο να βλέπουν το φως εκείνο το άρρητον. Το θαύμα τούτο ηκούσθη εις όλην την πόλιν, και συνήχθησαν όχι μόνον οι πιστοί, αλλά και πολλοί από τους ειδωλολάτρας, και μάλιστα όσοι είχον ασθενείς, τους οποίους έρριψαν εις τους πόδας τού Αγίου μετ’ ευλαβείας και πίστεως· αφού δε έθεσε τας χείρας του εις τους αρρώστους ο Άγιος, ω του θαύματος! εθεραπεύθησαν άπαντες και πολλοί ειδωλολάτραι ιδόντες ταύτα επίστευσαν. Οι δε στρατιώται, βλέποντες τον πολύν πόθον, τον οποίον είχεν όλη η πόλις προς τον Άγιον, εφοβήθησαν να μη τον αρπάσουν βιαίως και φύγωσι και δένοντες αυτόν εισήλθον εις το πλοίον και έφυγον. Φθάσαντες δε εις την Νικομήδειαν, παρέδωσαν τον Άγιον εις τον έπαρχον Αγριππίνον να κάμη αυτός την εξέτασιν. Ούτος τον ηρώτησεν εάν ήτο αυτός ο Κλήμης, εκείνος δε απήντησε· «Ναι, ο δούλος του Χριστού είμαι». Οργισθείς εις ταύτα ο έπαρχος προσέταξε να τον ραπίζουν εις το πρόσωπον λέγοντες· «Μη λέγης ότι είσαι του Χριστού, αλλά των βασιλέων υπόδουλος». Ο δε Άγιος είπεν· «Είθε να εκράζοντο οι βασιλείς σας δούλοι του Χριστού, αλλά διότι αυτοί είναι ασεβείς και κακότροποι, φιλονικούσι να απολέσουν και ημάς οι ανόητοι». Ηγριώθη ο Αγριππίνος από τον θυμόν του, και μη δυνάμενος να αποκριθή προς αυτόν, στρέφει προς τον άλλον την όψιν λέγων· «Αλλά συ τις είσαι, και δεν είναι το όνομά σου εις τα βασιλικά γράμματα»; Ο δε Αγαθάγγελος βλέπων προς τον ουρανόν και προς τον Άγιον (όθεν εδέχετο την βοήθειαν) απεκρίνατο· «Χριστιανός είμαι βαπτισμένος από τον Άγιον τούτον Κλήμεντα». Τότε τον μεν Κλήμεντα κρεμάσαντες εσπάθιζον, τον δε Αγαθάγγελον έδερναν με βούνευρα ωμότατα. Έπειτα, αφού τους έδειραν ώραν πολλήν, τους εφυλάκισαν· ούτοι δε προσηύχοντο όλην την νύκτα, και κατελθόντες ουρανόθεν Άγιοι Άγγελοι τους επροθυμοποιούσαν προς το μαρτύριον. Ήσαν δε και άλλοι δι’ άλλας αιτίας φυλακισμένοι, και ιδόντες τοιούτον θαυμάσιον επίστευσαν εις τον Χριστόν, οι δε Μάρτυρες εδίδαξαν ικανώς και τους εστερέωσαν και εβάπτισαν· έπειτα ήνοιξεν ο Κλήμης χωρίς κλείδας την θύραν της φυλακής δια του λόγου μόνον, και έφυγαν όλοι οι άλλοι χαίροντες. Μόνον οι Άγιοι έμειναν. Ο δε έπαρχος, ακούσας ταύτα, εθυμώθη και συνάξας λέοντας και άλλα θηρία ο θηριόγνωμος, αφήκεν αυτά κατά των Αγίων ο εναγής· αλλά αυτά εφάνησαν συνετώτερά του και φρονιμώτερα, και ποσώς δεν τους έβλαψαν, αλλά μάλιστα και τα ίχνη των έγλυφον και έσειον τας ουράς των κάμνοντα και έτερα σχήματα, καθώς οι σκύλοι προς τους αυθέντας των. Οι μεν λοιπόν Άγιοι ηυχαρίστουν τον Κύριον λέγοντες: «Δοξασμένος να είσαι, Χριστέ, ότι εφώτισες τα θηρία και μας ηυλαβήθησαν, καθώς και πρώην τον δούλον σου Δανιήλ εθαυμάστωσες». Ο δε αγριώνυμος έπαρχος δεν εγνώρισε την αιτίαν, από το βαθύ σκότος της ασεβείας εκτυφλωθείς ο ασύνετος, αλλά προστάσσει να πυρώσουν σούβλας δυνατά, να τας εμπήξουν από τα δάκτυλα των χειρών των έως τους αγκώνας. Τούτου γενομένου έδωσε δριμυτάτην οδύνην εις τους Μάρτυρας, ότι καθώς τας εκάρφωναν, εσύριζαν οι σάρκες υπό του πυρός καιόμεναι τόσον, ώστε και οι παρεστώτες τους συνεπόνεσαν και εφώναζαν να τους αφήσουν. Ο δε έπαρχος εθυμώνετο περισσότερον και προστάσσει να πυρώσουν και άλλας σούβλας, να τας καρφώσουν από τας μασχάλας έως τους ώμους των, και τούτο τους έδωκε σφοδροτέραν οδύνην και αίσθησιν. Ο λαός τότε αγανακτήσας δια την απανθρωπίαν και αγριότητα του Αγριππίνου, έρριψαν λίθους κατ’ αυτού να τον φονεύσουν ως άδικον, ενώ εφώναζον· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών». Τούτο δε έλεγον θαυμάζοντες, ότι δεν εξεψύχησαν οι Άγιοι από την σκληροτάτην αυτήν βάσανον. Έγινε λοιπόν μεγάλη ταραχή και θόρυβος, και ο μεν άρχων έφυγεν, οι δε Άγιοι έχοντες άδειαν επήγαν εις ένα όρος, Πύραμιν καλούμενον, εις το οποίον είχον κεκρυμμένα πολλά είδωλα, εις τα οποία προσέφερον θυσίαν οι πεπλανημένοι ειδωλολάτραι. Μετά δε ημέρας τινάς έστειλεν ανθρώπους ο άρχων και έφερε τους Αγίους, και τους λέγει· «Με τας μαγείας σας εκάμετε τον όχλον να σηκώσουν χείρας επάνω μου και να βλασφημούν τους θεούς αναίσχυντα». Οι δε είπον εις αυτόν· «Ο Θεός τους εφώτισε να κηρύξουν τον αλήθειαν, ότι εάν δεν ήτο Θεός αληθής, δεν έκαμνε τοιαύτα θαυμάσια. Λοιπόν μη αμελήσης, αλλά δος μας και άλλας τιμωρίας, όπως μελετάς, να ίδης πως μας λυτρώνει πάλιν από τας χείρας σου ως Θεός παντοδύναμος». Τότε ο έπαρχος ανεβίβασε τους Αγίους εις την κορυφήν του όρους και πρώτον μεν κατέκοψε τας σάρκας αυτών και τα οστά (φεύ!) συνέτριψεν· έπειτα τους έβαλεν εις δύο σάκκους, και δένων εις αυτούς λίθους μεγάλους, τους έρριψεν από την κορυφήν του όρους εις τον κατήφορον, και κατέβαινον οι σάκκοι κατακτυπώντες εις τους λίθους, έως ου έπεσαν εις το πέλαγος, και όλοι ενόμισαν ότι απέθανον οι Μάρτυρες. Οι δε φιλομάρτυρες επήγαν από το άλλο μέρος και εστέκοντο εις τον αιγιαλόν, αναμένοντες μήπως και τους εκβάλη η θάλασσα. Αφού δε παρήλθεν ώρα αρκετή βλέπουσι τους σάκκους αναβαίνοντας από τον βυθόν και πλέοντας εις τα ύδατα. Όθεν εμβαίνοντες εις μίαν λέμβον επήραν τους σάκκους, και ανοίξαντες αυτούς, βλέπουσιν, ω της αφάτου σου, Χριστέ βασιλεύ, και απορρήτου δυνάμεως! Ζώντας τους Αγίους και δεν είχον ουδέ μικρόν σημείον πληγής επάνω των. Ήλθε δε και φως εις αυτούς από τους ουρανούς το μεσονύκτιον, Άγιοι δε Άγγελοι λαβόντες αυτούς από την χείρα τους εξήγαγον εις την ξηράν και τους έδωσαν τροφήν ουράνιον, και φαγόντες εδυνάμωσαν, οι δε Άγγελοι τους εστερέωσαν και έγιναν ισχυρότεροι και δυνατώτεροι παρά ό,τι πρότερον, ερχόμενοι δε εις το μέσον της πόλεως διηγούντο εις τους πιστούς του Θεού τα θαυμάσια. Περιπατούντες δε εις την οδόν οι Άγιοι εύρον δύο τυφλούς εις ένα δωμάτιον και ένα του οποίου ήτο εξηραμμένη η χειρ, και άλλον τελείως παράλυτον, εις τους οποίους προσεγγίσαντες τας χείρας οι Μάρτυρες εθεράπευσαν χωρίς κόπον και έξοδον. Και όχι μόνον αυτοί, αλλά και πολλοί άλλοι, οίτινες είχον διαφόρους ασθενείας, ιατρεύθησαν. Ταύτα μαθών ο έπαρχος εγνώρισεν, ότι όχι μόνον αυτούς δεν ηδύνατο να θανατώση, αλλά και εζημιώνετο πολλούς ειδωλολάτρας, οίτινες επίστευον εις τον Χριστόν, βλέποντες τοιαύτα θαυμάσια. Λοιπόν έστειλε προς τον βασιλέα γράμματα, να κάμη τους Αγίους ως βούλεται. Ιδών δε εκείνος πόσα κολαστήρια έλαβον και δεν απέθανον, εδειλίασε να τους επιχειρηθή, δια να μη καταισχυνθή και αυτός εις το ύστερον, αλλά του έγραψε να τους στείλη εις τον ηγεμόνα της Αγκύρας, Κουρίκιον ονόματι, ίνα τους θανατώση εκείνος εις αυτήν την χώραν του Κλήμεντος. Τούτο δε ήτο οικονομία Θεού και πρόνοια να υπάγη πάλιν ο θείος Κλήμης εις την πατρίδα του, αφού επέρασε τόσην γην και θάλασσαν, καθώς αυτός ηύχετο, ως άνωθεν είρηται. Όταν λοιπόν έφθασεν ο Άγιος εις την χώραν του, ηυχαρίστει τον Θεόν με φαιδρότητα, λέγων· «Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, ότι επήκουσες της δεήσεώς μου και με έφερες εις την πατρίδα μου με καλήν προσθήκην τον σύναθλον Αγαθάγγελον». Μετά τινας ημέρας, καθήσας εις το κριτήριον ο Κουρίκιος, έφεραν τους Αγίους, και πρώτον μεν εδοκίμασε με κολακείας ο δόλιος, εγκωμιάζων τον ιερόν Κλήμεντα και φημίζων αυτόν ως φρόνιμον. Έπειτα, όταν είδεν ότι οι Άγιοι ενέπαιζον τα είδωλα και έλεγον ότι είχον δια χαράν των τα κολαστήρια, εθυμώθη πολύ ο αλιτήριος λέγων· «Επειδή εις τας τιμωρίας χαίρεσθε, εγώ να σας φιλοτιμήσω, κακοδαίμονες». Επύρωσε λοιπόν ένα σίδηρον τόσον, ώστε εσπινθηροβόλει από κάθε μέρος, έβαλον δε αυτόν εις τας μασχάλας του Κλήμεντος, έπειτα και εις τας πλευράς, δένω δυνατά τους αγκώνας του, δια να αισθάνεται τον πόνον δριμύτερα. Και καρφώνων εις την γην ένα ξύλον ορθόν, έδεσεν εις αυτό τον Κλήμεντα, τον δε Αγαθάγγελον εκρέμασαν και ιστάμενοι πέριξ αυτού οι δήμιοι κετεξέσχιζαν τας πλευράς και τους μηρούς του, και εμπαίζων αυτούς ο άρχων τους ηρώτα εάν ησθάνοντο τον πόνον της βασάνου. Ο δε Κλήμης απεκρίνετο· «Όσον ο έξω άνθρωπος φθείρεται, τόσον ανακαινίζεται η ψυχή έσωθεν». Ο δε τύραννος φιλονικών να νικήση την υπερβολήν της υπομονής με την υπερβολήν των κολάσεων, επύρωσε σφοδρά σιδηράν περικεφαλαίαν, και όταν έγινεν ολοκόκκινη, την έβαλεν εις την κεφαλήν του Μάρτυρος, και ευθύς εξήρχετο ο καπνός από το στόμα, την ρίνα και τα ώτα του Αγίου, όστις βαρέως εστέναζε, ζητών από τον Θεόν βοήθειαν. Και τότε εψυχράνθη ο σίδηρος, εκείνοι δε οίτινες εξέσχιζαν τον Αγαθάγγελον εκουράσθησαν. Ταύτα ιδών ο τύραννος ετρόμαξε, την υπομονήν αυτών θαυμάζων και προστάσσει να τους φυλακίσουν. Η δε σοφή Σοφία, η θετή μήτηρ του Αγίου Κλήμεντος, βλέπουσα αυτόν κατόπιν τοσούτων χρόνων ανελπίστως, ηγαλλιάσατο και πηγαίνουσα την νύκτα κρυφά εις το δεσμωτήριον ενηγκαλίσθη τον Άγιον δακρυρροούσα και καταφιλούσα το στόμα, τους οφθαλμούς, τας χείρας και όλα τα μέλη του, τον ηρώτα δε πως επέρασεν εις την ξένην και πως ηγωνίσθη και τις ήτο ο συνοδίτης αυτού και σύναθλος. Ο δε Άγιος της είπεν εξ αρχής την υπόθεσιν και αυτή τους επεμελήθη στοργικώς, έπλυνε τας πληγάς των, έβαλε βότανα και μανδήλια και τους έφερε τροφάς όσας ήθελον. Ο δε Κουρίκιος, συλλογιζόμενος τι να κάμη τους Μάρτυρας, εγνώρισεν ότι δεν δύναται να τους νικήση και τους έστειλεν εις τον βικάριον των Αμυσινών, ονόματι Δομετιανόν, ηκολούθει δε και η φιλόπαις και φιλομάρτυς Σοφία με όλα τα παιδιά, τα οποία ο Άγιος Κλήμης εβάπτισε πρότερον, ως άνωθεν είρηται, περί των οποίων, όταν ανέφερον εις τον τότε βασιλέα, προσέταξεν, εάν θελήσουν να ξεχωρίσουν από τον Άγιον Κλήμεντα, να τον αφήσουν να υπάγουν όπου θέλουσιν, ει δε και δεν δεχθούν, να κόψουν και εκείνων τας κεφαλάς. Οι δε στρατιώται εκοπίασαν πολύ να τα ξεχωρίσουν απ’ εκείνον και δεν ηδυνήθησαν, ότι έπιπτον κατά γης και εκρατούσαν δυνατά τους πόδας του μακαρίου Κλήμεντος και δεν εξεκολλούσαν απ’ εκεί, έως ου έκοψαν τας κεφαλάς των· και ούτως έδειξαν ακριβώς, ότι τούτο ήτο «δώρημα τέλειον» της καλής του γνώμης και αγαθής προαιρέσεως, «άνωθεν καταβαίνον» εκ «του Πατρός των φώτων», κατά τον θείον Ιάκωβον (Καθ. Επ. Α 17). Έμειναν λοιπόν τα άγια σώματα των παίδων εις ένα κάμπον, η δε καλή Σοφία επήρε συγχώρησιν από τους Αγίους να απομείνη εκεί να τα ενταφιάση, έπειτα δε να υπάγη πάλιν προς αυτούς. Έφεραν λοιπόν τους Αγίους εις τον βικάριον, με τον οποίον συνεζήτησεν ο θείος Κλήμης περί της αιωνίου ζωής σοφώτατα, δοκιμάζων μήπως και τον φέρη εις μετάνοιαν, να πιστεύση εις τον Χριστόν. Αλλ’ εκείνος δεν έβαλε κατά νουν τους λόγους του Αγίου και προστάσσει να τους φυλακίσουν δια να τους εξετάζη ένα προς ένα, να τους νικά ευκολώτερα, καθώς ενόμιζεν· αλλά δεν ηδυνήθη ο μάταιος. Όθεν γεμίσας ένα μεγάλον λάκκον ασβέστην άσβεστον, τους έβαλεν εντός αυτού θέσας και στρατιώτας να τους φυλάττουν, δια να μη τους κλέψωσιν. Ο Θεός όμως εφύλαξε και αυτούς αβλαβείς, ως πάλαι τους τρεις Παίδας διέσωσεν εις την Χαλδαϊκήν κάμινον. Ήτο δε ώρα Δευτέρα, εν ημέρα Παρασκευή, όταν τους έβαλαν. Και όταν ενύκτωσεν, ήλθεν από τους ουρανούς φως λαμπρότατον και περιέλαμπεν εκείνον τον τόπον όλην την νύκτα και καρπός εις το θαύμα ηκολούθησεν· ότι δύο από τους φύλακας, Φάγγων και Εύκαρπος τα ονόματα, ιδόντες το φως επήδησαν εις την άσβεστον, τον Χριστόν επικαλούμενοι και το πρωϊ νομίζων ο νεκρός την ψυχήν βικάριος ότι απέθανον, προσέταξε να εξαγάγουν τα λείψανα. Οι δε ιδόντες και τους τέσσαρας σώους και υγιείς εξεπλάγησαν και το ανήγγειλαν εις τον τύραννον, όστις προσέταξε να εμπήξουν πασσάλους εις τα σώματα των δύο στρατιωτών και ούτως εδέχθησαν οι μακάριοι του μαρτυρίου τον αμάραντον στέφανον. Μετά ταύτα έδερναν τους Αγίους με ράβδους καθ’ όλον το σώμα των, έως ου συνέτριψαν όλα των τα οστά, έτι δε και δύο λωρίδας από την ράχιν των έβγαλαν και τότε πυρώσαντες δύο σιδηρά στρώματα τους ήπλωσαν επάνω τοποθετούντες από κάτω κάρβουνα πολλά αναμμένα και χύνοντες άνωθεν πίσσαν, θείον και έλαιον τοσούτον ήναψε το πυρ, ώστε όλοι ενόμισαν ότι απέθανον· ομοίως και ο βικάριος βλέπων αυτούς ότι δεν εσάλευον, αλλά ήσαν κλεισμένοι οι οφθαλμοί των, προσέταξε τους υπηρέτας να σβύσουν το πυρ και να ρίψουν εις τον ποταμόν τα λείψανα. Εκείνοι όμως οι μακάριοι εκοιμώντο ύπνον τινά γλυκύν και θαυμάσιον· και εις τον ύπνον ήλθεν ο αγωνοθέτης Χριστός με πλήθος Αγίων Αγγέλων και τους λέγει· «Μη φοβείσθε, ότι εγώ είμαι εις την συνοδείαν σας». Οι μεν λοιπόν Άγιοι εξύπνησαν και διηγείτο ο ένας εις τον άλλον την όρασιν, ωσάν να ήσαν εις δροσερά χορτάρια και όχι εις φλόγα πυρός καιόμενοι. Ο δε Δομέτιος, ιδών αυτούς παραδόξως και του πυρός κυριεύσαντας, απηλπίσθη τελείως και μη ηξεύρων πλέον ποίαν άλλην παίδευσιν να τους δώση, τους έστειλεν εις τον Μαξιμιανόν, όστις ήρχετο τότε από την Ταρσόν εις την Άγκυραν. Καθώς λοιπόν εβάδιζον οι Άγιοι εις την οδόν ήτο καύσων πολύς και ο τόπος ξηρός και άνυδρος, και όχι μόνον οι Άγιοι, αλλά και οι ατρατιώται και άλλοι πολλοί συνοδοιπόροι εκινδύνευαν από την δίψαν εις θάνατον· όθεν οι Άγιοι κλίναντες την καρδίαν και τα γόνατα έλεγον· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, όστις προσέταξας την θάλασσαν και εσχίσθη εις δύο και την σκληράν πέτραν και εξήγαγεν ύδωρ, Αυτός και τώρα πρόσταξε να εξέλθη ύδωρ εις τούτον τον άνυδρον τόπον, ίνα θεραπεύσωμεν την άμετρον δίψαν, ότι όσα θέλεις κάμνεις ως Παντοδύναμος». Ταύτα αφού είπον με θερμά δάκρυα, εξήλθεν ύδωρ (ω του θαύματος!) από την ξηράν εκείνην γην, καθαρόν και γλυκύτατον και πιόντες όλοι ηυφράνθησαν. Αύτη η φήμη ηκούσθη εις τα περίχωρα και έφερον αρρώστους και ιατρεύοντο όχι με χόρτα ή άλλα φάρμακα, αλλά μόνον δι’ επιθέσεως των χειρών των Αγίων εις τους ασθενείς. Ο δε μακαριώτατος Κλήμης είχε τόσην δίψαν να πάθη δια τον Χριστόν και άλλα βάσανα, ώστε δεν εχόρτασε με τα περασμένα, αλλά πάλιν εδέετο του Θεού όπως τον αξιώση να βασανίζεται δι’ αγάπην του καθ’ όλην του την ζωήν, λέγων τα εξής: «Δέσποτα Θεέ, μόνε Βασιλεύ των αιώνων, μη με πάρης ακόμη εις το μέσον των ημερών μου, αλλά κάμε μου την χάριν ταύτην, να πάσχω όλην μου την ζωήν δια την αγάπην σου κολαστήρια, έως να σου θυσιάσω όλα τα μέλη μου, δια να απολαύσω πάλιν λαμπρότερα». Ταύτα ευχόμενος ήκουσε φωνήν άνωθεν λέγουσαν· «Ό,τι εζήτησες, Κλήμη, έχε το· λοιπόν ενδυναμού και τρέχε ανδρείως τον δρόμον της αθλήσεως, ότι όλος ο καιρός της ζωής σου θέλει τελειώσει με μαρτύριον όστις είναι χρόνοι κη΄ (28) μετ’ εκείνων όπου ήθλησες έως της σήμερον». Απελθόντες λοιπόν εις την Ταρσόν παρεστάθησαν εις τον βασιλέα, όστις τους εκολάκευεν ώραν πολλήν ίνα τους διαστρέψη, και διελέγετο ο Άγιος Κλήμης μετ’ αυτού χωρίς δειλίαν ή φόβον τινά, ελέγχων την ασέβειαν αυτού· όθεν εσβέσθη από τον θυμόν η φωνή τού τυράννου και προστάσσει να ανακάψουν κάμινον δυνατώτερα από την Χαλδαϊκήν, έρριψαν δε τους Αγίους εις αυτήν και πάντες ενόμισαν ότι παρευθύς εξεψύχησαν, ότι μόνον απ’ έξω να βλέπη κανείς ήτο φόβος και τρόμος κατά αλήθειαν· εις την κάμινον τους αφήκαν ένα ημερονύκτιον, δια να μη μείνη ούτε καν οστούν. Αλλά η θεία χάρις τους εδρόσιζεν, ώσπερ τους τρεις Παίδας και αβλαβείς διεφύλαξεν, απ’ έξω δε ηκούετο ήχος εοερταζόντων και ευωδία θαυμασία. Την άλλην ημέραν, αφού έσβυσεν η φλοξ, επήγεν ο βασιλεύς να ίδη και τους βλέπει (ω του μεγίστου τερατουργήματος! ) προσευχομένους, και δεν εκάη ούτε καν μία από τας τρίχας των και εξαγαγόντες αυτούς έξω, είπεν εις αυτούς ο ανόητος· «Ειπέτε μοι, σας παρακαλώ, ποίας μαντείας εκάματε και δεν σας έκαυσεν η φλοξ ολότελα»; Οι δε απεκρίθησαν· «Ημείς δεν ηξεύρομεν μαγείας, αλλά ο αληθής Θεός, τον οποίον προσκυνούμεν, εξουσιάζει τα στοιχεία και όλα του υπακούουσι». Τότε πάλιν προσέταξε να τους δέσουν από τους πόδας και να τους σύρουν εις όλην την πόλιν και να τους σπαράσσουν έως ου βιαίως να ξεψυχήσουν. Αλλά πάλιν και αυτό εκείνον εζημίωσε μάλιστα· ότι όσοι είδον το ρηθέν της φλογός θαυμάσιον, βλέποντες πάλιν αυτούς ούτω συρομένους και σοαρασσομένους και μη αποθνήσκοντας, επίστευσαν εις τον Χριστόν, γνωρίσαντες την πολλήν αυτού και ανυπέρβλητον δύναμιν. Απορών λοιπόν ο Μαξιμιανός και μη ηξεύρων πλέον τι να κάμη, τους κατεδίκασε να μείνουν εις σκοτεινήν φυλακήν χρόνους τέσσαρας, μήπως και βαρυνθούν την πολλήν στενοχωρίαν του τόπου και την κάκωσιν τόσον καιρόν και του υπακούσουν· αλλ’ εψεύσθη ο μάταιος· ότι ο πόθος προς τον Χριστόν και η ελπίς των μελλουσών απολαύσεων τους έκαμνε και εχαίροντο εις την φυλακήν, ώσπερ να ήσαν εις πλούσιον και φωτεινόν παλάτιον. Ταύτα μαθών ο βασιλεύς ημέλει και δεν είχε πλέον προθυμίαν να τους παιδεύση, ηξεύρων την προθυμίαν των και προσεποιήθη ότι δεν ήσαν άξιοι ως ανόσιοι να τον ίδωσι. Μόνον εξήταζε και εύρεν ένα από τους ηγεμόνας σκληρότερον των άλλων, Σακερδώνα ονόματι, όστις εθανάτωσε πολλούς Χριστιανούς με δεινά κολαστήρια. Τούτον προσέταξεν ο τύραννος να εξετάση τους Μάρτυρας, τους οποίους έφεραν εις το κριτήριον και τους εδοκίμασε με διαφόρους λόγους, ποτέ μεν φοβερίζων, ποτέ δε κολακεύων. Ιδών δε ότι δεν επρόκοπτε με τους λόγους, τους εβασάνισε και αυτός, καθώς και οι πρότεροι τύραννοι, και τόσον κατεξέσχισαν τας σάρκας των, ώστε εφαίνοντο οι αρμοί των σπονδύλων και όλα τα οστά. Αλλά αυτοί μεν υπό της θείας χάριτος δυναμούμενοι υπέμενον ανδρείως την βάσανον και ήρχοντο εις την φυλακήν περιπατούντες καθώς επρόσταξεν. Αυτός δε από την λύπην και εντροπήν του, ότι τον ενίκησαν, ελιποθύμησε και τον έφεραν σηκωτόν εις το παλάτιον. Καθώς λοιπόν ήρχοντο εις την φυλακήν οι Άγιοι, έτρεχον οι πιστοί και περισυνέλεγον τας σάρκας και τα αίματα, τα οποία έπιπτον απ’ αυτών και τα εφύλαττον ως μέγαν θησαυρόν δι’ ευλάβειαν. Αφού δε έκαμεν όσα τεχνάσματα, σοφίσματα, μαγγανείας και μηχανήματα ηθέλησεν ο Σακερδών και δεν ηδυνήθη να τους νικήση, έμεινε κατησχυμμένος και περίλυπος, τον περιέπαιζε δε ο Μαξιμιανός με τους άρχοντας. Τότε ηγεμών τις, ονόματι Μάξιμος, είπε προς τον τύραννον· «Δώσε αυτούς εις εμέ, ω βασιλεύ, και ελπίζω εις τους μεγάλους θεούς να τους νικήσω ή να τους θανατώσω κακώς τους κακούς, να μη μας πειράζωσι». Τους επήρε λοιπόν ο δείλαιος Μάξιμος, όστις ήτο όγδοος τύραννος, ότι άλλοι επτά τους εβασάνισαν πρότερον. Πρώτον μεν λοιπόν υπεκρίθη ότι ήτο φίλος των και τους έλεγε λόγια αγαπητικά ο δόλιος· μετά πολλάς ημέρας όμως εφανέρωσε την αιτίαν της δολεράς εκείνης και προσποιητής φιλίας και τους λέγει· «Να ηξεύρετε, φίλοι μου, ότι οι αθάνατοι θεοί σας αγαπώσιν ως τέκνα των, καθώς μου είπον εις τον ύπνον μου και δεν σας ωργίσθησαν, διότι ήξευραν ότι εις το τέλος έχετε να επιστρέψητε προς αυτούς· και πάλιν σήμερον μου είπεν ο μέγας Διόνυσος να σας οδηγήσω εις τον βωμόν να τον προσκυνήσετε». Λέγουσι προς αυτόν οι Άγιοι· «Ποίον Διόνυσον ονομάζεις αθάνατον, τον χαλκούν ή τον λίθινον; Εάν λέγης τον λίθινον, ήξευρε, ότι εις ολίγας ημέρας τον βλέπεις τσακισμένον ή εις τον τοίχον με άλλους ομοίους λίθους κτισμένον ή να τον κάμνουν ασβέστην εις την κάμινον· τον χαλκούν πάλιν θέλεις ίδει σφυροκοπούμενον υπό του τεχνίτου, όστις θα τον κάμη χύτραν και τήγανον». Ταύτα ακούσας ο τύρανος εθυμώθη και αποβαλών το προσωπείον αποκαλύπτει και φανερώνει τον έσω Μάξιμον, και προστάσσει να καρφώσουν εις την γην αντιστρόφως σούβλας αιχμηράς και μαχαίρας ηκονισμένας, ήτοι να είναι αι αιχμαί αυτών ακονισμέναι επιμελέστατα. Επάνω λοιπόν εις αυτάς ήπλωσαν ύπτιον τον μακάριον Κλήμην και τον έδερον εις την κοιλίαν δυνατά με ξύλα χονδρά, δια να βαραίνη και να καθίζουν αι σούβλαι βαθύτερα εις την ράχιν του, του δε Αγίου Αγαθαγγέλου έχυσαν εις την κεφαλήν βραστόν μόλυβδον. Αλλά πάλιν ο Κύριος τους εδυνάμωνε και υπέμειναν ανδρείως και ταύτα ως και τα πρότερα· εξαιρέτως δε εθαύμαζον οι ειδωλολάτραι τον Άγιον Κλήμεντα, πως δεν απέθανε, αφού ήσαν αι σούβλαι καρφωμέναι εις την καρδίαν και εις όλον του το σώμα. Αφού δε ταύτα εποίησαν, ήγειραν τον Άγιον από την βάσανον και ήτο ωσάν ένδυμα κατατρυπημένον και ξεσχισμένον από κάθε μέρος και μόνον από την φωνήν εγνωρίζετο ότι έζη· είπε δε προς τους ειδωλολάτρας· «Γνωρίσατε καν τώρα, ότι ο Θεός τον οποίον προσκυνώ είναι παντοδύναμος και καταισχύνει τας επιβουλάς σας, μη αφήνων την ψυχήν μου να εξέλθη από του σώματος». Απελπισθείς λοιπόν τελείως ο Μάξιμος και μη γνωρίζων τι να κάμη, το ανήγγειλεν εις τον βασιλέα, όστις ομοίως μη έχων πλέον ελπίδα τινά εις αυτούς, προσέταξε να τους κρατούν φυλακισμένους, έως να αποθάνωσιν. Όταν δε παρήλθε καιρός πολύς και είδον ότι οι Άγιοι δεν απέθανον, τους επήρεν εις άρχων δεινός, ονόματι Αφροδίσιος, και έστρωσε πλουσίαν τράπεζαν και τους προσεκάλεσε να τους φιλεύση, δια να πάρουν δήθεν από τας πρώην βασάνους ολίγην άνεσιν. Αλλά αυτοί δεν επήγαν, είπον δε εις αυτόν· «ημείς τρώγομεν άρτον ουράνιον, τον οποίον όστις τον φάγη, δεν πεινά ουδέποτε». Όθεν οργισθείς ο άφρων Αφροδίσιος, διότι δεν κατεδέχθησαν την φιλίαν του, έδεσεν αυτούς εις δύο λίθους μύλου μεγάλους και σύραντες αυτούς εις όλην την χώραν, τους ελιθοβόλουν οι των λίθων αναισθητότεροι. Οι δε γενναίοι Μάρτυρες ευχαρίστως υπέμενον τα λυπηρά με θαυμασίαν καρτερίαν, δια την οποίαν επίστευσαν εις τον Χριστόν πολλοί ειδωλολάτραι. Νικηθείς λοιπόν από τους Αγίους ο αφρονέστατος Αφροδίσιος, το ανήγγειλε προς τον βασιλέα, ο οποίος έγραψεν απόφασιν να τους κλείσουν εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν να μείνουν ανεπιμέλητοι και άσιτοι, έως να ξεψυχήσουν από την πείναν και την πολλήν κακοπάθειαν. Τούτο δε ήτο οικονομία Θεού, δια να περάσουν χρόνοι, να γίνουν σωστοί είκοσιν οκτώ (28) καθώς αυτός ο Κύριος απεκάλυψεν εις τον μακάριον Κλήμεντα, όταν αυτός τον παρεκάλεσε να πάθη πολλά κολαστήρια. Έμειναν λοιπόν οι Άγιοι κεκλεισμένοι εις την φυλακήν πολύν καιρόν, από μεν ανθρωπίνην δύναμιν ανεπιμέλητοι, υπό Θεού δε βοηθούμενοι και παραδόξως τρεφόμενοι. Πολλοί δε άλλοι ευσεβείς εμαρτύρησαν εκείνας τας ημέρας κατά τας οποίας ήσαν οι Άγιοι φυλακισμένοι. Όταν δε επέρασαν και πάλιν χρόνοι πολλοί και είδον οι φύλακες ότι παρ’ όλας τας στερήσεις, τας οποίας επέβαλλον εις τους Μάρτυρας, εκείνοι δεν απέθανον, εβαρύνθησαν και ανέφεραν προς τον βασιλέα την υπόθεσιν, ο οποίος εθυμώθη τόσον, ώστε ύβριζε τους θεούς του, ότι δεν ηδύναντο να θανατώσουν δύο εχθρούς των, οίτινες τους εμάχοντο. Έπειτα ηρώτησεν από ποίαν χώραν ήσαν οι Μάρτυρες και μαθών ότι ήσαν από την Άγκυραν έστειλεν αυτούς πάλιν εκεί, γράφων προς τον ηγεμόνα Λούκιον να τους θανατώση. Ούτω γνωρίζεται ο Κύριος, ότι ποιεί το θέλημα των δούλων του, αποστείλας πάλιν εις το ύστερον τους Αγίους εις την πατρίδα των, αφού επέρασαν τόσους κινδύνους εις διαφόρους πόλεις και χώρας, να λάβουν εις την ιδίαν γην τον ποθούμενον θάνατον. Φεύγοντες λοιπόν από την Ταρσόν επήγαν εις την Άγκυραν αγαλλόμενοι. Ο δε ηγεμών τους εφυλάκισε, προστάξας να δέσουν αυτούς εις ξύλον με ένα λίθον μεγάλον, να μη δύναται κανένας να σαλεύση. Έπειτα εδοκίμασε πρώτα με κολακείας να πλανήση τον Αγαθάγγελον· αλλ’ εις μάτην εκοπίαζεν ο ανόητος, ότι ο Άγιος τον ήλεγξε με πολλήν παρρησίαν, υβρίζων τα είδωλα καθώς έπρεπεν· όθεν, γνωρίσας ο τύραννος την αμετάθετον γνώμην του Αγίου, επύρωσε περόνας σιδηράς, ήτοι καρφία μεγάλα και τα ενέπηξεν εις τα ώτα του Μάρτυρος και καθώς επέρασαν εις τον μυελόν του, του ήλθε μεγάλη συσκότισις και καπνός εξήρχετο από το στόμα και την ρίνα του. Όχι δε μόνον ταύτα τα κολαστήρια του έκαμαν οι ακόλαστοι, αλλά και τας πλευράς του έκαιονμε λαμπάδας. Τας οδύνας ταύτας υπομένων γενναίως ο ένδοξος Αγαθάγγελος επεκαλείτο τον Κύριον εις βοήθειαν λέγων· «Δέσποτα Ιησού Χριστέ, μη με στερήσης της μακαρίας εκείνης των αθανάτων αγαθών απολαύσεως, αλλά δυνάμωσόν με να τελειώσω τον δρόμον της ομολογίας σου, να με συναριθμήσης με τον δούλον σου Κλήμεντα και τους άλλους σου Μάρτυρας, ότι έλειψεν η δύναμίς μου και μόνον εις σε η ψυχή μου ήλπισε». Ταύτα ο Άγιος ηύχετο, ο δε Θεός επήκουσεν αυτού την δέησιν και έδωκεν ο ηγεμών κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, γνωρίσας ότι δεν ηδύνατο να τον διαστρέψη. Λοιπόν τον επήγαν εις ένα τόπον, Κρυπτόν καλούμενον, και έκοψαν την τιμίαν αυτού κεφαλήν τη ε΄ (5) του Νοεμβρίου μηνός· η δε μακαρία ψυχή του απήλθεν εις την ουράνιον απόλαυσιν να συναγάλλεται μετά των Αγίων Αγγέλων αιώνια. Η δε θεοφιλής και θεόσοφος Σοφία, όταν είδε τον Άγιον τελειωθέντα, εχάρη και λαβούσα το Άγιόν του λείψανον το εναπέθεσεν εις τόπον απόκρυφον με πολλήν ευλάβειαν. Μαθών ο πολύαθλος Μάρτυς του Χριστού Κλήμης του συνάθλου του την τελείωσιν, ηυχαρίστησε πολλά τον Θεόν, ότι ετέλεσε τον δρόμον του άγια. Ο δε ηγεμών προσέταξε να δίδουν εις τον Άγιον εκατόν ραπίσματα καθ’ ημέραν και εκατόν πληγάς εις το πρόσωπον. Όθεν και ο λίθος εις τον οποίον τον είχον δεδεμένον και όλη η γη εκοκκίνιζεν από τα αίματα· ο δε υπέμενεν ευχαριστών τον Κύριον· την νύκτα δε πάλιν ήρχετο Άγιος Άγγελος με φως άμετρον και τον εθεράπευεν. Ούτω λοιπόν υπέμεινεν ο θείος Κλήμης εις την φυλακήν δεμένος εις τον λίθον, και τον έδερναν καθ’ εκάστην ημέραν έως ου ετελείωσαν οι είκοσι οκτώ χρόνοι από τον καιρόν όπου ήρχισε το μαρτύριον, και τότε έλαβε και την σφαγήν με τον τρόπον τούτον. Η θεοφιλής Σοφία είχε πόθον άμετρον να ίδη τον μακάριον Κλήμεντα να λειτουργήση· όθεν νύκτα τινά, κατά την οποίαν ετελείτο η αγρυπνία των θείων Θεοφανείων, κινουμένη από θείον ζήλον, ετόλμησε να κάμη τοιαύτην ανδραγαθίαν η πάνσεμνος· ήτοι επήρεν όλους τους υπηρέτας και δούλους της, και τα παιδία όπου δια την ψυχήν της ανέτρεφε, και επήγαν την νύκτα άνδρες και γυναίκες κρυφίως εις το δεσμωτήριον, και δωροδοκήσαντες τους φύλακας έλυσαν τον Άγιον και τον ενέδυσε στολήν λευκήν η Σοφία, του έβαλε δε και το ωμοφόριον, και επήγαν εις την Εκκλησίαν με λαμπάδας και θυμιάματα. Ενεδύθη δε και αυτή ομοίως στολήν λευκήν δια να φανερώση την έσωθεν της ψυχής φαιδρότητα, την οποίαν είχε δια τον θετόν υιόν της Κλήμεντα. Ο Άγιος δε προεγνώρισε την τελείωσίν του και κρατών εις την μίαν χείρα το ιερόν Ευαγγέλιον, ύψωσε την άλλην και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν και προσηύχετο δια την κατά πνεύμα μητέρα του, και δι’ όλον το ποίμνιον, και δι’ όσους θέλουν τον εορτάζει, να τους δώση ο Κύριος σωτηρίαν ψυχής και ει τι άλλο ζητήσωσιν εύλογον. Ταύτα λέγων, επέρασαν αγρυπνούντες όλην την νύκτα ευχόμενοι, έχοντες τας θύρας κεκλεισμένας επιμελώς και αφού εξημέρωσεν ελειτούργησεν ο Άγιος και τους εκοινώνησε τα θεία Μυστήρια. Έπειτα έκαμε και διδαχήν θαυμασίαν ο θείος Κλήμης, το κλήμα του Χριστού, και τους επότισεν οίνον θεολογίας γλυκύτατον. Έπειτα βλέπων αυτούς ότι ήσαν έμφοβοι διότι ήκουσαν, ότι έμελλον να έλθουν στρατιώται να τους φονεύσουν, προεφήτευσε τα μέλλοντα λέγων· «Μη φοβείσθε, αδελφοί, αλλά έχετε θάρρος, ότι κανείς από σας δεν φονεύεται, ει μη μόνον εγώ την δωδεκάτην ημέραν, και οι δύο Διάκονοι, Χριστόφορος και Χαρίτων· έπειτα θα σβύση ο θυμός των ειδώλων, θα ειρηνεύση ο κόσμος, θα κηρύττεται ο Χριστός εις όλα τα φρούρια και τας πόλεις, θα κλείσουν οι βωμοί των Ελλήνων και θα φύγουν όσοι προσκυνούσι τα είδωλα. Τούτο δε θέλει γίνει εις ολίγον καιρόν και θέλετε το ίδει πολλοί από σας». Ταύτα προφητεύσας φανερά ο θαυμάσιος, εχάρη η σοφή Σοφία, και συνάξασα χήρας και ορφανά, τους έτρεφε και επεμελείτο πλουσιοπάροχα. Όταν δε ήλθεν η ωρισμένη ημέρα, ήτις ήτο Κυριακή, λειτουργήσας ο Άγιος τους εκοινώνησεν όλους, καθ’ ην ώραν δε έκλινε τον αυχένα εις την Αγίαν Τράπεζαν ήλθεν εις άρχων, ονόματι Αλέξανδρος, με πλήθος στρατιωτών και εισελθόντες εξαίφνης εις τον Ναόν, προσέταξεν ο άρχων ένα στρατιώτην, όστις και κτυπήσας απέκοψε δια της σπάθης του την κεφαλήν του Αγίου, την δε παναγίαν και άχραντον προσφοράν, ω της μακροθυμίας σου, Χριστέ Βασιλεύ! Έρριψαν εις την γην, και την κατεπάτησαν οι ασεβείς και παμμίαροι τύραννοι. Ούτω λοιπόν ο μέγας Κλήμης είδε το ποθούμενον τέλος, και έγινε θυσία ο θύτης εις τον Θεόν ευπρόσδεκτος. Και οι μεν άλλοι κλαίοντες έφυγον, οι δε δύο Διάκονοι, οίτινες συνελειτούργησαν με τον Άγιον, εστέκοντο εις την αγίαν Τράπεζαν και εκεί τους εφόνευσαν. Τότε η πιστή Σοφία, η κατά Θεόν μήτηρ και τροφός και παιδαγωγός του μεγάλου Κλήμεντος, ανάπτουσα λαμπάδας και θυμιάματα, επήρε το πολυπαθές και πολύαθλον αυτού σώμα με άσματα πνευματικά και ύμνους ως έπρεπε και τυλίξασα τον πολύτιμον αυτόν θησαυρόν με καθαράν σινδόνα λαμπρώς τον λαμπρόν εις το Κρυπτόν απέκρυψεν, εκεί όπου έθαψε και τον σύναθλον Αγαθάγγελον, δια να είναι εις μίαν θήκην τα σώματα, καθώς και τας μακαρίας αυτών ψυχάς εις ένα τόπον ευφρόσυνον ανέπαυσεν ο Κύριος. Τους δε Διακόνους ενεταφίασεν πλησίον αυτών και έκτισε και αυτών μικράν οικίαν. Έπειτα εκάθησεν εις τον τάφον του Αγίου Κλήμεντος και έλεγε ταύτα προς αυτόν μετά πίστεως· «Εγώ μεν, ω τέκνον, σας έκρυψα εις το Κρυπτόν, ο δε Χριστός να σας αναπαύση εις το φανερόν, επειδή δι’ αυτόν τούτον εβασανίσθητε. Εγώ δε εγήρασα πολύ και τώρα έρχομαι προς σας, ότι ο Κύριος με εφύλαξεν έως την σήμερον δια να σας ενταφιάσω ομού, καθώς και τους μακρούς χρόνους του μαρτυρίου ομού καλώς ετελέσατε· αλλ’ εύξασθε, δέομαι και παρακαλώ σας, ηγαπημένα τέκνα μου, δια την μητέρα και τροφόν και δούλην σας, ίνα με αξιώση ο Κύριος να εύρω και εγώ η αμαρτωλός ολίγην παρρησίαν προς αυτόν, να έλθω εις την συνοδείαν σας, καθώς και εδώ μετά πόθου σας υπηρέτησα». Και ταύτα ειπούσα η μακαρία μετά δακρύων και πίστεως, δεν απέτυχε της αιτήσεως, αλλά προσεκάλεσε και αυτήν ο πανάγαθος Κύριος, δια πρεσβειών του Αγίου Κλήμεντος και της ανταπέδωσε το εκατονταπλάσιον. Ούτος είναι ο βίος του βιοθανούς και νεκρεγέρτου Κλήμεντος. Αυτά είναι τα άθλα και οι φρικτοί τούτου αγώνες, και τα υπέρ άνθρωπον κατορθώματα, τα οποία με βραχυλογίαν εγράψαμεν. Ω της ανδρείας και γενναιότητος! Πόσους θανάτους έλαβεν ο αοίδιμος, και πόσους τυράννους ήλλαξεν ο αήττητος, από τους οποίους επαιδεύετο χρόνους κη΄ (28) και ύστερα τη κγ΄ (23η) Ιανουαρίου μηνός του έτους 296 επί της βασιλείας των μισοχρίστων τυράννων Διοκλητιανού και Μξιμιανού έκοψαν την πολύαθλον και πολύζωον αυτού κεφαλήν. Λάβετε από τον μακάριον τούτον το παράδειγμα όλοι οι ράθυμοι και ανυπόμονοι όπου δεν ημπορείτε, αν σας κεντήση μία βελόνη ή ενός ψύλλου δάγκωμα, να υπομένετε, αλλά ραθυμείτε και βλασφημείτε εις κάθε ολίγον πόνον ωτίου ή οδόντος ή άλλου μέρους τινός από τα εντόσθια και προσκαλείτε ανυπομόνητοι τον θάνατον. Όστις ενθυμείται τας αρρήτους τιμωρίας των αιωνίων κολάσεων, υπομένει πάσαν παίδευσιν πρόσκαιρον, εάν ήτο η μεγαλύτερη, ηξεύρων ότι δια μέσου ταύτης της μικράς κολάσεως λυτρώνεται από εκείνας τας φρικτάς, αίτινες δεν τελειώνουσιν ουδέποτε, και κληρονομεί χαράν ανεκλάλητον και ανάπαυσιν αιώνιον, ίνα δοξάζη μετά του πολυάθλου και βιοθανούς αΚλήμεντος και μετ’ άλλων μαρτύρων την Παναγίαν Τριάδα, αγαλλόμενος. Η πρέπει δόξα και προσκύνησις, πάντοτε νυν και αεί, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Ιανουαρίου, μνήμη της Οσίας μητρός ημών ΞΕΝΗΣ και των δύο αυτής θεραπαινίδων.

Δημοσίευση από silver »


Ξένης της θαυμασίας ο καινός και ξένος βίος, εις μεν την ποσότητα είναι πολύ ολίγος και βραχύτατος, εις δε την διήγησιν είναι υπερβολικά πλούσιος και ευπρεπέστατος και τόσον κατανυκτικός και γλυκύτατος, ώστε δύναται να δώση εις τους ευλαβείς ακροατάς μεγάλην ωφέλειαν. Ότι αυτή η μακαρία ήτο από γένος επιφανές και ευγενέστατον, το δε βαπτιστικόν της όνομα ήτο Ευσεβία. Οι γονείς της ήσαν φιλόθεοι, πλούσιοι άρχοντες της πρεσβυτέρας Ρώμης και ένδοξοι, εις δε την εν γένει διαγωγήν των επιφανέστεροι. Φιλαρέτως λοιπόν και χριστιανικώς ανατραφείσα, όταν έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, την εζήτησεν ως νύμφην του πλούσιος τις όμοιος αυτής και εις το γένος περιφανέστατος. Και οι μεν γονείς αυτής, μη γνωρίζοντες την γνώμην της, εδέχθησαν δώσαντες τον λόγον αυτών, συνάμα δε και ευτρεπίζοντες τα των γάμων αρμόδια. Η μεγαλόφρων όμως και πάνσεμνος αύτη κόρη είχε τον νουν όλον αφιερωμένον εις τον ουράνιον νυμφίον τον περικαλλή και αθάνατον, εις την αγάπην του οποίου ήτο αιχμαλωτισμένη και είχε την καρδίαν της τετρωμένην και πληγωμένην όλως δι’ όλου εις τον θείον αυτού έρωτα. Τούτους τους λόγους των γάμων η μακαρία ακούσασα και νομίζουσα αυτούς λήρους και φλυαρήματα, απεφάσισε να φύγη κρυφά, ίνα φυλάξη την παρθενίαν της. Ωμολόγησε λοιπόν την σκέψιν της εις δύο γυναίκας από τας δούλας της, τας οποίας εγνώριζεν ότι ήσαν πισταί και δεν θα ωμολογούσαν ποτέ το μυστικόν. Αφού λοιπόν της υπεσχέθησαν ότι δεν θα εξέλθη ποτέ από το στόμα των ό,τι εμπιστευθή εις αυτάς, είπε ταύτα· «Εγώ, αδελφαί μου ηγαπημέναι, εμίσησα τον κόσμον τούτον ως φθαρτόν και ευμάραντον και μόνον τον Σωτήρα μου και Δεσπότην επόθησα και βούλομαι να φύγω κρυφίως από τους γονείς μου δια να μη με υπανδρεύσωσι. Λοιπόν επειδή σας αγαπώ περισσότερον από τας άλλας μας δούλας, σας λέγω την γνώμην μου, εάν θέλετε να με ακολουθήσετε, να σας έχω εις τούτον τον κόσμον ως αδελφάς και μητέρας μου και εις τον μέλλοντα να απολαύσωμεν ομοίαν δόξαν μακαριότητος· και μη φοβηθήτε εις τούτο, ότι δυνατόν να σας τύχη κανένας κίνδυνος· ότι μάρτυρα σας δίδω τον Χριστόν, δεν αλλάσσω την γνώμην μου, καν μυρίους θανάτους αν μου δώσωσι». Ταύτα αι πιστόταται εκείναι και όντως ευγνώμονες δούλαι παρά της Οσίας ακούσασαι έταξαν να μη χωρισθούν απ’ αυτής ουδέποτε και να την ακολουθήσουν προθύμως όπου και αν υπάγη και έως θανάτου να την αγαπώσι και να την φυλάττωσιν. Ούτω λοιπόν και αι τρεις αύται Όσιαι, συντασσόμεναι κοινή γνώμη εις τον κοινόν Δεσπότην, προητοιμάζοντο από την ώραν εκείνην εις την σκληραγωγίαν και κακοπάθειαν, δια να είναι συνηθισμέναι ύστερον, ίνα μη έλθη ασθένεια τις εις αυτάς. Εκαρτέρουν λοιπόν καιρόν επιτήδειον, ούτως ώστε να μη εννοήση τις άλλος, ότι φεύγουσιν. Όσα δε στολίδια αργυρά και χρυσά ως και ιμάτια πολύτιμα είχεν η όντως ευσεβής Ευσεβία επήρε κρυφίως από τους γονείς της και τα έστειλε με τας δούλας αυτής εις χήρας και ορφανά, δια να τα εύρη εις αιώνα τον μέλλοντα. Όταν δε επλησίαζαν αι ημέραι των γάμων, ενεδύθησαν ανδρώαν στολήν και εξήλθον νυκτός από την οικίαν κλαίουσαι άμα και χαίρουσαι. Έκλαιον, λέγω, όχι δια λύπην τινά, αλλά από την χαράν των, ότι τας εφώτισεν ο Θεός να απαρνηθούν τον μάταιον κόσμον, να εύρουν την σωτηρίαν των και προσηύχοντο λέγουσαι· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, φώτισον ημάς και προς σωτηρίαν οδήγησον, ότι Σε εξ όλης μας ψυχής εποθήσαμεν». Η δε Οσία ενουθέτει τας άλλας τοιαύτα λέγουσα· «Φυλάττεσθε ακριβώς να μη μεταβάλη γνώμην καμμία από σας, ότι άλλη οδός από την άσκησιν δεν είναι μακαριωτέρα. Ότι πρώτον μεν ελυτρώθημεν από τα λυπηρά του κόσμου και τας μερίμνας του βίου. Δεύτερον, ελπίζομεν να απολαύσωμεν τα μέλλοντα αγαθά, τα αληθινά και αιώνια». Όθεν με τούτους και τους τοιούτους ψυχωφελείς λόγους εστερεώθησαν καλλίτερα. Αφού λοιπόν έφθασαν εις την θάλασσαν, Θεού ευδοκούντος εύρον πλοίον, το οποίον έφευγε την ώραν εκείνην δια την Αλεξάνδρειαν. Όθεν επιβιβασθείσαι αυτού έφθασαν εκεί εντός ολίγων ημερών, διότι έκαμε καιρόν επιτήδειον. Εκείθεν πάλιν με άλλο πλοίον έστρεψαν εις την νήσον Κων, δια να μη δυνηθούν ποτέ να τας εύρωσι, διότι εγνώριζεν ότι έμελλον οι γονείς της να κάμουν μεγάλην εξέτασιν εις πολύν κόσμον και Μοναστήρια δια να την εύρωσι. Δι’ αυτό λοιπόν ανεζήτει τόπον έρημον, είπε δε και εις τας άλλας· «Φυλάττεσθε ακριβώς να μη θαρρεύσετε κανενός το μυστικόν, ούτε την πατρίδα μας καν να ομολογήσητε, ούτε να με λέγητε Ευσεβίαν, καθώς με εβάπτισαν. Αλλά Ξένην να με ονομάζετε και εις τούτο δεν ψεύδεσθε. Επειδή την σήμερον ξένη λογίζομαι, ότι εξωρίσθην από την πατρίδα και τους φιλτάτους γονείς μου και έγινα πτωχή και ξένη δια τον ξενητεύσαντα Κύριον». Αφού λοιπόν έφθασαν εις την νήσον, εύρον οικίαν τινά και πληρώσασαι το ενοίκιον κατώκησαν εις αυτήν. Η δε μακαρία Ξένη είχε πόθον να εύρη πατέρα τινά πνευματικόν έμπειρον, εις τον οποίον να υποτάσσεται δια να μη κάμνη το θέλημά της ουδέποτε. Όθεν κλίνασα τα γόνατα και την καρδίαν προς Κύριον προσηύχετο μετά δακρύων ταύτα λέγουσα· «Θεέ μου, όστις βλέπεις και κυβερνάς τα σύμπαντα, μη εγκαταλείπης ημάς, αίτινες αφήκαμεν πατρίδα και συγγενείς δια την αγάπην σου, αλλά εξαπόστειλόν μας κανένα απλανή σωτήρα και οδηγόν, καθώς εύρεν η Θέκλα τον Παύλον, να τον ακολουθήσωμεν αι ταπειναί, υπ’ αυτού ποιμαινόμεναι, ίνα μη σφάλωμεν εν γνώσει ή εν αγνοία εις τίποτε ενώπιον της μεγαλειότητός σου». Ταύτα της Αγίας προσευξαμένης επήκουσεν ευθύς ο πανάγαθος Θεός εις την ψυχοσωτήριον αυτής αίτησιν. Και βλέπει ερχόμενον προς αυτάς ιεροπρεπή τινα γέροντα, εις το είδος ασκητικόν, την όψιν λαμπρόν και σεβάσμιον και την θέαν αγγελικόν κατ’ αλήθειαν. τούτον ιδούσα η παρθένος ηγαλλιάσατο και δραμούσα έπεσεν εις τους πόδας αυτού μετά δακρύων λέγουσα· «Δια την αγάπην του Χριστού, μη μας παρίδης τας ξένας, Δέσποτα άγιε, αλλά δίδαξόν μας και προς σωτηρίαν οδήγησον». Ο δε σεβάσμιος εκείνος γέρων ηρώτησε πόθεν ήσαν και πως εις την νήσον ευρέθησαν. Αι δε είπον αυτώ πνευματικά την αλήθειαν και αυτός απεκρίνατο· «Ξένος είμαι και εγώ εις τούτον τον τόπον και έρχομαι από τα Ιεροσόλυμα, εις τα οποία επήγα χάριν προσκυνήσεως και τώρα επιστρέφω εις την πατρίδα μου». Η δε Οσία ενόμισεν από το σχήμα ότι ήτο Επίσκοπος και τον ηρώτησε να είπη την πατρίδα και το αξίωμά του. Ο δε απεκρίνατο· «Εγώ είμαι από την Μύλασαν, πόλιν της Καρίας, Παύλος ονομαζόμενος, Ηγούμενος εις εν μικρόν Μοναστήριον». Τότε η μακαρία Ξένη, ταύτα εκ του Παύλου ακούσασα, εθαύμασεν ότι της επήκουσεν ο πανάγαθος Κύριος και της έστειλε κατά την δέησιν και τον άνθρωπον. Όθεν εις μεν τον Θεόν απέδωκε μετά δακρύων την πρέπουσαν ευχαριστίαν, τον δε Παύλον παρεκάλει να γίνη κατά πνεύμα πατήρ της και να έχη την φροντίδα αυτών και την μέριμναν. Ο δε Όσιος απεκρίνατο· «Εδώ εις τον ξένον τόπον δεν δύναμαι να σας κυβερνήσω, πρέπει δε και να υπάγω ταχέως εις το Μοναστήριόν μου. Αλλά αν θέλετε να έλθετε μαζί μου εις τον τόπον εκείνον, ημπορώ να σας φροντίζω τα χρειαζόμενα». Ταύτα μετά χαράς δεχθείσαι αι Όσιαι επήγαν εις την Μύλασαν, εκεί δε έδωκεν εις αυτάς ο Παύλος κελλία ησυχαστικά πλησίον εις το Μοναστήριόν του. Έκτισε δε εκεί και η Οσία Ξένη Εκκλησίαν εις το όνομα Στεφάνου του Πρωτομάρτυρος και με τον καιρόν έγινε Μοναστήριον γυναικών, διότι εσυνάχθησαν και άλλαι πολλαί προς ζήλον αυτής και μίμησιν. Αλλ’ ουδείς εγνώρισεν από που ήτο η Οσία και πως ωνομάζετο, διότι ο μακάριος Παύλος έλεγεν ότι τας έφερεν από την Κων και εις τούτο δεν εψεύδετο. Τον καιρόν εκείνον εκοιμήθη ο Επίσκοπος εκείνης της πόλεως Κύριλλος και εψήφισαν τον προρηθέντα Παύλον, όστις συνεβούλευσε την Ξένην να γίνη Ιεροδιάκονος, καθώς είχον τότε συνήθειαν. Αλλ’ αυτή ως ταπεινόφρων δεν ήθελε να δεχθή ιερωσύνης φορτίον επάνω της. Όμως και παρά την θέλησίν της την εχειροτόνησε. Πόσους δε πόνους και κόπους υπέμεινεν, αφού έλαβε την αξίαν, δεν μας φθάνει η ώρα να διηγούμεθα. Μάλιστα καθ’ όσον ήτο πρότερον καλομαθημένη και συνηθισμένη εις τα εύμορφα φαγητά, ενώ τότε διήρχετο βίον άϋλον όντως και ξένον η Ξένη, των Αγγέλων εφάμιλλον και με τόσην σκληραγωγίαν επέρνα, ώστε οι δαίμονες έφριττον μακρόθεν και δεν ετόλμων να την πλησιάσωσιν, ότι κάθε τρεις ημέρας έτρωγε μίαν φοράν, ότε δεν είχε πόλεμον. Αλλ’ όταν ηγωνίζετο, έτρωγε μόνον κάθε εβδομάδα άρτον ξηρόν. Όμως οίνον, έλαιον, χόρτα, όσπρια ή άλλο πράγμα μαγειρευμένον δεν εδοκίμαζεν, ούτε κανέν είδος οπωρικού παντελώς. Αλλά και εκείνο το ολίγον παξιμάδι, το οποίον έβρεχεν εις το ύδωρ, το εσυγκέρνα με δάκρυα και έβαζε και στάκτην από θυμιατήριον και ούτως ελάμβανεν ολίγην τροφήν με πολλήν κακοπάθειαν, εσθίουσα κατά τον μακάριον Δαβίδ σποδόν ωσεί άρτον και κιρνώσα μετά κλαυθμού το πόμα της. Ταύτα η μακαρία Ξένη ετέλει κρυφίως από τας άλλας όσον ηδύνατο, δια να φύγη τον έπαινον. Μόνον δε αι δύο δούλαι της την εστοχάζοντο πολλάκις και έπασχον να την μιμούνται κατά δύναμιν και την εθαύμαζον, ότι με όλην εκείνην την ασιτίαν πάλιν δεν άφηνε τον κανόνα της, αλλά ηγωνίζετο το περισσότερον της νυκτός με γονυκλισίας και προσευχήν. Πολλάκις δε την είδον να γονατίζη εις προσευχήν από την δύσιν του ηλίου και έμενεν ούτω προσευχομένη μέχρις ότου έκρουε το σήμαντρον του όρθρου. Και άλλας φοράς πάλιν διήρχετο όλην την νύκτα προσευχομένη και κλαίουσα και το θαυμασιώτερον, με όλον ότι ετέλει τοιαύτας αρετάς, είχεν επάνω εις όλα την ταπείνωσιν και δεν έλειψαν ποτέ προσευχομένης τα δάκρυα από τους οφθαλμούς της, ως να ήτο τις φονεύς και πόρνος και κακότροπος άνθρωπος. Είχε δε η Οσία την πραότητα και ποτέ δεν εθυμώθη ούτε ωργίσθη κατά τινος. Επίσης είχε την αγάπην προς πάσας και τας υπηρέτει με πολλήν ευτέλειαν φορούσα πάντοτε άχρηστα και ποταπά ιμάτια, ωσάν εκείνα τα οποία φορούσιν οι επαίται και απλώς ειπείν (δια να μη πολυλογούμεν) όλας τας αρετάς κατώρθωσεν η αοίδιμος και ούτω καλώς αγωνισαμένη, ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον ποθούμενον. Ήτο δε η εορτή του Αγίου Εφραίμ, όχι του Σύρου, αλλ’ άλλου τινός, όστις ηγωνίσθη εκεί εις την Μύλασαν, προσεκάλεσαν δε τον Επίσκοπον Παύλον εις εν χωρίον, Λευκήν καλούμενον, εις το οποίον ήτο του ρηθέντος Αγίου Εφραίμ ναός και το άγιον λείψανον. Η δε μακαρία Ξένη συνάξασα τας αδελφάς λέγει εις αυτάς με πολλήν ταπείνωσιν· «Ευχαριστώ σας, αδελφαί και κυρίαι μου, δια την πολλήν αγάπην και ευσπλαγχνίαν, την οποίαν εις εμέ την ξένην εδείξατε, και φιλανθρώπως ως αδελφήν σας γνησίαν εκυβερνήσατε. Αλλά και τώρα σας παρακαλώ και δέομαι περισσότερον, να δείξητε προς με μάλιστα την αγάπην σας, να μη με λησμονήσητε. Αλλά να δέεσθε του Θεού δια την ψυχήν μου, όταν προσεύχεσθε, να μου συγχωρήση της αναξίας δούλης σας, και ούτω δια των αγίων ευχών σας ελπίζω να γίνω αθάνατος μετά θάνατον, ότι σήμερον ήλθε το τέλος της παροικίας μου και έχω εις την καρδίαν οδύνην και φόβον άρρητον, μήπως και εμποδίσουν αι αμαρτίαι μου την προς Κύριον άνοδόν μου, εάν αι ιεραί προσευχαί σας δεν βοηθήσωσι. Λυπούμαι δε πολύ και θλίβομαι, διότι δεν έτυχεν εδώ ο πνευματικός μας πατήρ Παύλος να με βοηθήση εις την ανάγκην μου. Αλλά σεις, όταν έλθη, ειπέτε του να μη ξεχάση της Ξένης, την οποίαν αυτός κατά το λόγιον του Κυρίου και Δεσπότου ημών Ιησού Χριστού συνήγαγε και εις οδόν σωτηρίας απήγαγε». Ταύτα η Οσία ενώ έλεγε, εθρήνουν όλαι απαρηγόρητα, την ορφανίαν τοιαύτης μητρός φιλόπαιδος οδυρόμεναι και μάλιστα αι δύο δούλαι της, αι οποίαι δεν έπαυον τον θρήνον ολότελα, τόσον ώστε έκαμαν και την Αγίαν να κλαύση ως συμπαθεστάτη. Έπειτα τας παρηγόρησε λέγουσα· «Παύσασθε των οδυρμών, αδελφαί. Ζηλώσατε τας φρονίμους παρθένους, φροντίσατε να πληρώσητε τα αγγεία σας ελαίου, ότι η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης έρχεται». Ταύτα ειπούσα εσήκωσε προς τον ουρανόν τας χείρας και όμματα και προσηύχετο δακρύουσα και λέγουσα: «Θεέ μου, όστις με εκυβέρνας έως τώρα την ξένην φιλανθρωπότατα και έγινες πατήρ και μήτηρ και τροφεύς και γλυκυτάτη παραμυθία μου, Αυτός και νυν αξίωσόν με να έλθω εις την ουράνιον βασιλείαν σου. Μνήσθητι, Κύριε, και ταύτης όλης της αδελφότητος, και λύτρωσαι αυτάς από τας πανουργίας του δαίμονος. Εξαιρέτως δε, ως αγαθός, μνήσθητι τούτων των δύο μου ομοδούλων και καθώς εις την ζωήν ταύτην την πρόσκαιρον, εις την φυγήν, εις τους κόπους και αγώνας μου εκοινώνησαν και δεν εξεχώρισαν από λόγου μου, ούτω και εις την βασιλείαν σου αξίωσόν μας να μείνωμεν αχώριστοι πάντοτε». Ταύτα προσευξαμένη η Οσία επήρεν από όλας συγχώρησιν, και απελθούσα εις τον Ναόν έκλεισε και κλίνουσα τα γόνατα προσηύχετο. Αι δε δύο δούλαι της παρετήρουν από την χαραμάδαν της θύρας και είδαν εις την Ξένην ξένον θαυμάσιον. Εξαίφνης ήλθε φως ουρανόθεν, και ευωδία αρωμάτων ανεκδιήγητος, ήτις δεν ωμοίαζε με μόσχους επιγείους και θυμιάματα, αλλά άλλη τις του Παραδείσου γλυκυτάτη και πάντερπνος. Όθεν ήνοιξαν τας θύρας και εισελθούσαι βλέπουσι την μακαρίαν Ξένην μακαρίως υπνώσασαν. Λοιπόν συνήχθησαν όλαι και έκλαιον ακατάπαυστα. Ο δε Θεός, όστις δοξάζει εκείνους όπου τον δοξάζουσιν, εδόξασε και της Ξένης και ηγαπημένης νύμφης του την αγίαν μετάστασιν, δια να φανερώση εις όλους πόσης παρρησίας ηξιώθη. Ήτο δε τότε ώρα έκτη της ημέρας, ο ουρανός ξάστερος χωρίς σύννεφα, λάμπων φαιδρότατα ο ήλιος και τότε εφάνη εις τον ουρανόν ένας στέφανος από αστέρας, εις το μέσον του οποίου ήτο Σταυρός πάλιν με άστρα λαμπρότατα. Τούτο το θαυμάσιον βλέποντες πάντες εξέστησαν. Το σημείον τούτο ιδών και ο Επίσκοπος Παύλος εις την Λευκήν ευρισκόμενος, εις την οποίαν έκαμναν την πανήγυριν, είπε ταύτα, φωτισθείς υπό θείου πνεύματος· «Η κυρία Ξένη εκοιμήθη, και δι’ αυτό εφάνη τοιούτον σημείον θαυμάσιον». Έδραμον λοιπόν ευθύς όλοι προς το Μοναστήριον της Οσίας χωρίς να φάγωσι τίποτε, διότι την ώραν εκείνην ετελείωσε την λειτουργίαν ο Επίσκοπος, και δεν επήγαν εις την φιλίαν, αλλά εσυνάχθη πλήθος πολύ ανδρών τε και γυναικών δοξάζον μεγαλοφώνως τον Κύριον, και εξόχως αι γυναίκες όλαι της πόλεως, αι οποίαι εβόων προς τον Επίσκοπον· «Μη κρύψης τον μαργαρίτην, Δέσποτα. Μη θάψης τον θησαυρόν. Μη καλύψης τον έπαινον και δόξαν της πόλεως. Αλλά ας βαστάσωμεν και ημείς τον λύχνον αυτόν φανερά, να καταισχυνθούν Ιουδαίοι και ειδωλολάτραι, να γνωρίσουν του Εσταυρωμένου την δύναμιν». Τότε ο Επίσκοπος προσελθών προσεκύνησε την Οσίαν με πολλήν φωτοχυσίαν και θυμιάματα, και την επέρασαν από το μέσον της πόλεως. Ο δε των αστέρων θαυμάσιος στέφανος ηκολούθει και αυτός όπου η κλίνη εφέρετο. Και όταν εσταματούσαν οι βαστάζοντες, να κάμωσιν εις πάσαν Εκκλησίαν λιτανείαν και δέησιν κατά την τάξιν, εστέκετο και ο στέφανος. Όθεν από τοιούτον θαυμάσιον εσυνάχθησαν και από τα περίχωρα τόσον πλήθος ώστε εστενοχωρήθησαν. Όλην λοιπόν την νύκτα εκείνην ηγρύπνησαν ψάλλοντες και πολλοί ασθενείς εθεραπεύθησαν, εγγίζοντες εις το άγιον λείψανον. Ότι όστις είχεν αρρωστίαν τινά πολυχρόνιον, χωρίς να εξοδεύση εις βότανα χρήματα, ή να βασανίζεται ημέρας πολλάς, εις μίαν ώραν, ως ήθελεν ασπασθή μετά πίστεως την κλίνην, ω του θαύματος! ιατρεύετο. Όταν λοιπόν έφθασαν εις τόπον καλούμενον Σικίνιον προς το νότιον μέρος της πόλεως, την ενεταφίασαν εκεί καθώς η Οσία Ξένη είχε προστάξει και τότε ο κύκλος των αστέρων αφανής εγένετο μετά την του αγίου λειψάνου κατάθεσιν. Ώστε όλοι εγνώρισαν, ότι δια την Οσίαν εφαίνετο και ηκολούθει το λείψανόν της έως ότου την ενεταφίασαν. Τας δε σινδόνας, τας οποίας είχον εις τον κράββατόν της, διεμοίρασεν ο Επίσκοπος εις τον λαόν δι’ ευλάβειαν να έχουν εις την ψυχήν βοήθειαν. Εις ολίγον καιρόν ετελεύτησαν και αι δύο δουλεύτριαι της Αγίας Ξένης και τας ενεταφίασαν με την κυρίαν των καθώς αύτη παρήγγειλεν. Εκείνη δε η οποία εκοιμήθη πρωτύτερα δεν ωμολόγησε δια την Δέσποινα τίποτε. Αλλά η άλλη εφανέρωσεν άπαντα. Διότι της έδωσαν όρκον αι αδελφαί και ο Επίσκοπος επιτίμιον, να το είπη εις δόξαν Θεού. Όθεν δια να μη μείνη εις τον δεσμόν, τους είπε καταλεπτώς την υπόθεσιν. Ότι ήτο από την μεγαλόδοξον Ρώμην, θυγάτηρ μεγάλου άρχοντος, και εκαλείτο Ευσεβία το βαπτιστικόν της και κύριον όνομα, ότι απέφυγε τους γάμους δια τον έρωτα του Σωτήρος και ωνομάσθη Ξένη σοφώτατα, ως δια Χριστόν τον εραστήν αυτής ξενητεύσασα και εκουσίως η πλουσία πτωχεύσασα και πολλήν κακοπάθειαν υπομείνασα. Ταύτα ακούσαντες εξεπλήττοντο και ηύξησαν την ευλάβειαν προς την μακαρίαν Ξένην όσοι το έμαθον. Μετά καιρόν ολίγον και ο τρισόλβιος Παύλος, ο αοίδιμος όντως και αξιέπαινος, απήλθε προς Κύριον, καλώς και θεαρέστως ποιμάνας τα λογικά του θρέμματα, οπότε ετέλεσε το λείψανόν του θαυμάσια. Ούτος είναι της μακαρίας Ξένης ο ξένος βίος και η πολιτεία η αξιέπαινος. Ούτως εμίσησε μάταιον πλούτον, ρέουσαν δόξαν και πάσαν απόλαυσιν πρόσκαιρον και τώρα αγάλλεται αιωνίως εις τον Παράδεισον. Μνηστήρα επίκηρον κατεφρόνησεν, ηδονάς φθειρομένας εγκαταλείψασα, και τώρα απολαμβάνει του ουρανίου νυμφίου τα άρρητα κάλλη και αισθάνεται αιωνίως την ανέκφραστον ηδονήν εκείνην την ακήρατον και όντως ακόρεστον. Αυτήν μιμηθήτε και σεις, αδελφαί εν Χριστώ, όσαι ηρνήθητε τον κόσμον και εμελανοφορέσατε έξωθεν, δια να έχετε έσωθεν θλίψιν εις την καρδίαν, ενθυμούμεναι το πάθος του Δεσπότου Χριστού και τας αμαρτίας σας, αι οποίαι ήσαν αιτία και εσταυρώθη ο αναμάρτυτος. Όθεν πρέπει πάντοτε να είναι εις τους οφθαλμούς σας τα δάκρυα. Ναι, κατ’ αλήθειαν, καθώς όσαι γυναίκες χηρεύσουσι θρηνούσι καθ’ εκάστην απαρηγόρητα, ενθυμούμεναι την καλήν συνοδείαν, την ευσπλαγχνίαν και άλλας καλωσύνας, τας οποίας είχον οι σύζυγοι αυτών και δια τας οποίας αιτίας δεν υποφέρουσι να υπάγωσιν εις χαράς και παιγνίδια, ούτε να ακούσουν άσματα, αλλά μοιρολογούνται την δυστυχίαν των, διότι υστερήθησαν τοιαύτην συνοδείαν. Τοιουτοτρόπως πρέπει να θρηνώσιν εις την ψυχήν αυτών καθημερινώς όσαι απηρνήθησαν τον κόσμον παρθένοι και χηρευόμεναι και ενυμφεύθησαν τον Δεσπότην Χριστόν, τον ωραίον όντως υπέρ πάντας τους υιούς των ανθρώπων και υπερθαύμαστον. Δια την αγάπην λοιπόν του Χριστού μας δεν πρέπει να έχετε εις τούτον τον πρόσκαιρον κόσμον άλλην ματαίαν απόλαυσιν, μόνον αυτόν να ποθήτε εξ όλης καρδίας σας και πάσας τας σαρκικάς ηδονάς να μισήσητε. Αυτόν καθ’ ημέραν ως καθρέπτην στοχάζεσθε και αγωνίζεσθε όσον δύνασθε να μιμήσθε την πολιτείαν του και μη φορείτε μαλακά ιμάτια, ούτε να ζητείτε εκλεκτά και διάφορα φαγητά ή ματαίας τιμάς και άλλα ψυχοβλαβέστερα. Ταπεινωθήτε λοιπόν δια την αγάπην αυτού και στενοχωρηθήτε εδώ πρόσκαιρα, δια να δοξασθήτε αιώνια και να έχετε απόλαυσιν ατελεύτητον. Προπάντων δε και εν πάσι και μετά πάντων, φυλάττεσθε ακριβώς και φεύγετε από την συνομιλίαν των ανδρών και να μη συντύχη ποτέ εάν είναι δυνατόν καμμία μοναχή της με άνδρα. Όταν δε άνδρες τινές φέρουσιν εις το Μοναστήριον τα χρειαζόμενα, μόνον η Καθηγουμένη και η θυρωρός ας λαμβάνη ταύτα, αι δε λοιπαί Μοναχαί, όταν είναι νεώτεραι, να μη εξέρχωνται από την κέλλαν των να σινομιλώσι με άνδρας ολότελα, ούτε και με τον εφημέριον αυτόν, όστις σας ιερουργή, μη πολυλογείτε. Μήτε καμμία σας να τον πάρη να τον φιλεύση εις το κελλίον της. Σας συμβουλεύω δε, κατά την ολίγην μου γνώσιν, αυτός να είναι κοσμικός ιερεύς και να έχη γυναίκα. Τας αιτίας δεν γράφω δια βραχύτητα και δια να μη φανώ Ιερομονάχων κατήγορος. Αλλ’ έκαστος ας το συλλογισθή επιμελώς και θέλει επαινέσει την γνώμην μου. Εγώ πολλάς χώρας και πόλεις διήλθον και Μοναστήρια αναρίθμητα και ήκουσα πολλά πράγματα, τα οποία δεν αρμόζει να γράφωμεν. Μόνον τόσον σας λέγω, να φεύγετε οι άνδρες από τας συνομιλίας των Μοναζουσών και αυταί από σας. Ότι καθώς το αναμμένον κάρβουνον, όταν κάμη ώραν πολλήν εις το άχυρον, ανάπτει φλόγα και καθώς όταν το πυρ πλησιάζη εις την πυρίτιδα, αύτη ανάπτει και εκρήγνυται, ούτω και όταν συνομιλώσιν οι άνδρες με τας γυναίκας, εξάπτεται η φλοξ της πορνείας εις την διάνοιάν των και κινδυνεύουσι. Φυλάττεσθε λοιπόν επιμελώς άμωμοι νύμφαι του Χριστού. Τηρήσατε την ψυχήν εις τούτον τον ολίγον χρόνον της παροικίας ημών αμόλυντον. Και κακοπαθήσατε πρόσκαιρα. Σπείρετε δάκρυα, να θερίσετε ευφροσύνην αιώνιον, ίνα συναγάλλεσθε πάντοτε με τον ουράνιον νυμφίον, συν αυτώ βασιλεύουσαι εις αιώνα τον ατελεύτητον. Γένοιτο.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΕ΄ (25η) Ιανουαρίου, μνήμη του εν αγίοις πατρός ημών ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως

Δημοσίευση από silver »


Γρηγόριος ο πάνσοφος και θαυμάσιος ανήρ εγεννήθη εις τα μέρη της Ανατολής εις χωρίον καλούμενον Αριανζός, κείμενον πλησίον της πόλεως Ναζιανζού, ήτις ευρίσκεται εις την δευτέραν των Καππαδοκών επαρχίαν περί το έτος τκθ΄ (329). Οι γονείς του ήσαν πλούσιοι, ευγενείς, έντιμοι και ενάρετοι. Η μεν μήτηρ αυτού ήτο ευσεβής από την αρχήν και Χριστιανή Ορθόδοξος, από γένος ευγενικώτατον, ο δε πατήρ ήτο ειδωλολάτρης πρότερον, αλλ’ ύστερον, αφού εγέννησε τον Άγιον Γρηγόριον, εμίσησε την ειδωλολατρίαν και προσήλθεν εις την ευσέβειαν· εκαλείτο δε και αυτός ομοίως Γρηγόριος, η δε γυνή ωνομάζετο Νόννα. Αύτη πρώτον μεν ήτο στείρα και άτεκνος, όθεν πολλάκις εδέετο του Παντοδυνάμου Θεού μετά πίστεως να της δώση παιδίον αρσενικόν και να του το αφιερώση, ως η Άννα τον Σαμουήλ, εξ αυτής της γεννήσεως και αναγεννήσεως. Ιδών λοιπόν ο Κύριος της γυναικός την ευλάβειαν, επήκουσε της δεήσεως αυτής και της εφανέρωσε μίαν νύκτα εις το όραμα, ότι μέλλει να γεννήση υιόν, όστις θα γίνη δούλος του Θεού γνησιώτατος και να τον ονομάση Γρηγόριον. Ταύτα βλέπουσα εις τον ύπνον της η Νόννα εχάρη. Αφού λοιπόν εγέννησεν αυτόν και τον απεγαλάκτισε, τον επήρεν από τας αγκάλας της και με την προθυμίαν της πίστεως ενίκησε τα σπλάγχνα της φύσεως και τον αφιέρωσεν εις τον Θεόν, καθώς έταξε προ της συλλήψεως· αυτός δε πάλιν ο θεοχαρίτωτος εδείκνυεν από βρέφος οποίος έμελλε να γίνη, όταν έλθη εις ηλικίαν νόμιμον· και δεν έκαμνε ποσώς αταξίας και παιδικά παιγνίδια ούτε άλλας πράξεις των παιδίων εζήτει να κάμνη, αλλά μόνον εσπούδαζε τα γράμματα· και τόσον τα επόθησεν εξ όλης ψυχής και καρδίας του, ώστε ελησμόνει το φαγητόν πολλάκις δια να μη αμελήση το μάθημα· ομοίως και ο πατήρ αυτού Γρηγόριος έδειξε τόσην θερμότητα και ευλάβειαν εις την πίστιν του Χριστού μετά την θείαν αυτού αναγέννησιν, ώστε τον εψήφισαν οι ευσεβείς της πόλεως εκείνης ποιμένα των και διδάσκαλον και εχειροτονήθη Αρχιεπίσκοπος της Ναζιανζού, όστις και πρότερον μεν ήτο ενάρετος, αλλά τότε δια την αξίαν της Αρχιερωσύνης εφύλαττε πάσαν ακρίβειαν της Ορθοδοξίας επιμελέστατα. Όταν δε ο νέος Γρηγόριος έφθασεν εις το δέκατον έτος της ηλικίας του, επειδή είχε πόθον να μάθη τας επιστήμας των γραμμάτων, επήγεν εις την Καισάρειαν και εκεί συναναστρεφόμενος με τους εξαιρέτους και μαθηματικούς διδασκάλους, επήρεν εις ολίγον καιρόν αρκετά των γραμμάτων την παίδευσιν, διότι πρώτον μεν ήτο εις την ευφυϊαν του νοός επιδέξιος, δεύτερον δε έβαλε πολύν πόθον και εσπούδαζεν υπέρμετρα. Αφού λοιπόν έκαμεν ικανόν καιρόν εις Καισάρειαν, επήγεν εις την Παλαιστίνην να μάθη και ρητορικήν, όχι την τάξιν αυτής, αλλά το καλλώπισμα του λόγου και τον στολισμόν της φράσεως. Από την Παλαιστίνην επήγεν εις την Αλεξάνδρειαν, εις ένα τόπον Φάρον καλούμενον· όχι μόνον δε αυτάς τας τρεις πόλεις περιήλθεν, αλλά και πολλάς άλλας χώρας και τόπους επιθυμών να συνομιλήση με σοφούς και μαθηματικούς ανθρώπους, ίνα μάθη τάξιν και φρόνησιν. Όθεν πολλήν ωφέλειαν απέκτησεν από τούτο και περισσώς εκαρπώθη· ύστερον δε πάλιν έχων πόθον να σοφισθή περισσότερον, ηθέλησε να υπάγη εις τας Αθήνας, όπου ήσαν τότε οι μεγάλοι φιλόσοφοι. Εισήλθε λοιπόν εις ένα πλοίον Αιγινήτικον και έπλεον εις το Παρθενικόν πέλαγος· εκεί δε εξαφνικά ήλθεν άλλος άνεμος εναντίος και τόσον άγριος και χαλεπώτατος, ώστε το σκάφος εκινδύνευε να καταποντισθή και ήτο τόσον σκότος, ώστε μήτε ουρανός εφαίνετο, ούτε θάλασσα, αλλά παρομοίως ήτο ως εις την ενάτην πληγήν της Αιγύπτου, σκότος ψηλαφητόν και υπέρμετρον. Έκλαιον λοιπόν όλοι του πλοίου, θρηνούντες απαρηγόρητα τον του σώματος θάνατον, ο δε νέος Γρηγόριος εφοβείτο μάλλον τον της ψυχής θάνατον, επειδή ήτο ακόμη αβάπτιστος και εθλίβετο από τους άλλους περισσότερον. Έπειτα ενεθυμήθη εκείνα τα παλαιά του Θεού θαυμάσια, όσα ετέλεσεν εις ευεργεσίαν των αχαρίστων Ιουδαίων εις την γην και την θάλασσαν, την οποίαν έσχισεν εις δύο και επέρασαν οι Εβραίοι, οι δε διώκοντες αυτούς κατεποντίσθησαν άπαντες. Ύστερα δε πάλιν ότι ανέβλυσεν ύδωρ από την πέτραν και τους επότισε και ότι τροφήν ουρανόθεν τοσούτους χρόνους τους έβρεχε και τους έτρεφε με αυτάρκειαν, ότι τους τρεις Παίδας εφύλαξεν αβλαβείς εις την κάμινον και ότι τον Δανιήλ από τους λέοντας και τον Ιωνάν εις την κοιλίαν του κήτους σώον και ακέραιον διεφύλαξε· ταύτα, λέγω, και άλλα εξαίσια θαυμάσια του παντοδυνάμου Θεού ο σοφός Γρηγόριος ενθυμούμενος, έλαβε θάρρος και σχίζων τα ιμάτιά του έχυνε κρουνηδόν τα δάκρυα, επικαλούμενος μεγαλοφώνως τον Θεόν εις βοήθειαν, λέγων ταύτα εξ όλης καρδίας του· «Παρακαλώ την Βασιλείαν σου, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, να με ευσπλαγχνισθής τον ανάξιον δούλον σου, να μη με πάρης μη έχοντα γάμου ένδυμα, αλλά αξίωσόν της θείας αναγεννήσεως· ναι, Πανάγαθε Δέσποτα, λύτρωσαί με ως Παντοδύναμος από τούτον τον επικρεμάμενον κίνδυνον και ευθύς μόλις φθάσω εις την ξηράν, να λάβω την σφραγίδα του Αγίου Βαπτίσματος, ίνα είμαι αληθής και εξαίρετος δούλος σου». Ταύτα αφού είπε μετά πίστεως, επήκουσεν ο Κύριος αυτού της δεήσεως και έγινεν, ω του θαύματος! εις μίαν στιγμήν η πρώην αγριευμένη θάλασσα, ταπεινή και ήμερος, υπακούσασα εις το θείον πρόσταγμα. Τούτο το μέγα θαυμάσιον ιδόντες οι ναύται όλοι και οι λοιποί, οίτινες ήσαν εις το πλοίον, εξεπλάγησαν και επίστευσαν εις τον Χριστόν, οίτινες ήσαν ειδωλολάτραι πρότερον και ομοφώνως ωμολόγησαν άπαντες, ότι ο Θεός του Γρηγορίου τους ελύτρωσεν απ’ εκείνον τον μέγαν κίνδυνον και ότι αυτός μόνος είναι Θεός Παντοδύναμος. Τοιούτος ήτο και προ του Αγίου Βαπτίσματος ο μέγας ούτος Γρηγόριος, όστις μετέστρεψεν όλους του πλοίου εις θεογνωσίαν, με τοιαύτην θαυματουργίαν. Όταν δε επήγεν εις τας Αθήνας, δεν ημπορώ να διηγηθώ με πόσην τιμήν τον εδέχθησαν και πόσον ηυλαβούντο την αρετήν και ευταξίαν του όλοι οι Αθηναίοι μαθηταί και διδάσκαλοι. Εις ολίγον καιρόν ήλθεν εις τας Αθήνας και ο Μέγας Βασίλειος δια να μάθη και αυτός φιλοσοφίαν, καθώς είχαν οι σπουδαίοι τον καιρόν εκείνον συνήθειαν, να συνάγωνται εις τας Αθήνας δι’ ανωτέρας σπουδάς. Όταν λοιπόν εγνώρισαν ο ένας του άλλου την αρετήν και τον ένθεον ζήλον, ηγαπήθησαν τόσον, ώστε δεν ηδύναντο να ξεχωρίσουν ουδόλως απ’ αλλήλων, αλλ’ εκάθησαν εις μίαν οικίαν, έτρωγον μαζί και είχον μίαν γνώμην και οι δύο και ένα θέλημα και σχεδόν ειπείν ευρίσκετο μία ψυχή εις εκείνα τα δύο σώματα και ο εις από τον άλλον ελάμβανε μεγάλην ωφέλειαν, όχι μόνον εις την αρετήν, αλλά και εις τα μαθήματα· ότι ως δύο γεωργοί σπουδαίοι και έμπειροι με την ιδίαν προθυμίαν γεωργούντες τον αγρόν της φιλοσοφίας και σπείροντες, με πολύν κόπον εθέρισαν τον καρπόν της επιμελείας των· με ταύτην λοιπόν την επιμέλειαν και την υπομονήν των επέρασαν όλους τους συνομηλίκους των. Μάλιστα δε εγκρατεύοντο τόσον, ώστε μόνον δια να ζουν έτρωγον και μόνον από τα αναγκαία και χρειαζόμενα, ευχαριστούντες τον Κύριον, ως ο Προφήτης Ηλίας και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος· τα δε άλλα όσα κολακεύουν την κοιλίαν και φέρουν ηδονήν κατεφρόνουν και παντελώς απεστρέφοντο. Δια δε την σωφροσύνην, την οποίαν εφύλαξαν έως τέλους της ζωής των, τι να είπωμεν; Τόσον εφυλάχθησαν καθαροί και αμόλυντοι, ώστε επερίσσευσαν εις την σωφροσύνην τον Ξενοκράτην εκείνον τον διαβόητον, όστις εκοιμάτο με μίαν γυναίκα πόρνην και ποσώς δεν έβαλλεν εις τον νουν του, ότι ήτο γυνή πλησίον του· την πλεονεξίαν και μειονεξίαν έφευγον και μόνον επεριποιούντο το δίκαιον· την ακτημοσύνην τοσούτον ηγάπησαν, ώστε υπερέβησαν τον Αντισθένην, τον Πυθαγόραν και τον Κράτητα και απέδειξαν τα σεμνά εκείνων και τίμια, ως παίδων παιγνίδια, ότι υπερβολικά κατεφρόνουν την των χρημάτων και άλλων πραγμάτων απόκτησιν. Την αλαζονείαν και έπαρσιν εβδελύσσοντο και την υπεροψίαν και υπερηφάνειαν ηφάνισαν με την της φιλοσοφίας σεμνότητα. Δια δε την φρόνησιν, την οποίαν είχον οι Άγιοι, δεν είναι ανάγκη να γράφωμεν, διότι όλη των η ζωή ήτο μία μελέτη και επιθυμία ακατάπαυστος, ημέραν και νύκτα, πως να δυνηθούν να αποκτήσουν την ουράνιον φιλοσοφίαν μάλλον ή την επίγειον· αλλ’ όμως εσπούδαζαν να αποκτήσουν και ταύτην δια να βοηθήσουν την Εκκλησίαν μας, να εκριζώσουν από τον σίτον τα ζιζάνια· προσεπάθησαν, καθ’ υπερβολήν, να περάσουν τους παλαιούς, να φανούν τιμιώτεροι· και ούτως εγένετο με τον πολύν των κόπον και με την θείαν βοήθειαν, καθώς από τα συγγράμματά των φαίνεται· ότι εις τα γραμματικά δεν τους ελάνθανε τίποτε, ούτε μέτρα επιστήμης ή τρόποι και σκοποί της ποιητικής, ούτε πλήθος ιστοριών και ευγλωττία πολιτικών λέξεων. Της ρητορικής δε την ευταξίαν και το κάλλος της φράσεως εδιάλεξαν, απορρίψαντες το ψεύδος ως μάταιον· την δε ηθικήν φιλοσοφίαν και όση είναι εις τα δόγματα τοσούτον εσπούδασαν, ώστε υπερέβησαν άπαντας· ούτω και τας άλλας επιστήμας αρκετώς εσπούδασαν, αριθμητικήν, λέγω, γεωμετρίαν, μουσικήν και αστρονομίαν, δια να γίνωσι διδάσκαλοι τέλειοι. Και τότε ο μεν Βασίλειος εγύρισεν εις τον τόπον του, τον δε Γρηγόριον δυναστικώς οι Αθηναίοι εκράτησαν και κατά πολλά τον ετίμησαν, καθίζοντες αυτόν εις τον σοφιστικόν θρόνον, διότι ωρέγοντο την σοφίαν και ευγλωττίαν του και την θαυμασίαν πολιτείαν του και είχον πόθον να μάθουν τα ήθη του. Παρέμεινε λοιπόν προς ολίγον εις τας Αθήνας ο θείος Γρηγόριος βλέπων την μεγάλην αγάπην, την οποίαν έδειξαν προς αυτόν και τας τοσαύτας παρακλήσεις τας οποίας του έκαμνον οι Αθηναίοι. Αλλά πάλιν εις ολίγον καιρόν παρεκάλεσε τους φιλοσόφους να τον συγχωρήσουν να υπάγη εις την πατρίδα του, από την οποίαν έλειπε χρόνους τριάκοντα. Αφού λοιπόν έλαβε την άδειαν, επήγεν εις τους γονείς του και λαμβάνει από τον πατέρα του το Άγιον Βάπτισμα, αν και ήτο και πρωτύτερα φωτισμένος. Τότε ο πατήρ του τον εχειροτόνησεν Ιερέα άκοντα, μετά μεγάλης δυσκολίας δεχθέντα, δια να μη γίνη του πατρός του παρήκοος· πλην έχων πόθον πολύν να απολαύση τον ηγαπημένον του Βασίλειον, έφυγε κρυφίως από την πατρίδα του και επήγεν εις την Μαύρην θάλασσαν, όπου ευρίσκετο τότε ο Μέγας Βασίλειος και συνευφρανθέντες τω πνεύματι, επολιτεύοντο ζωήν ισάγγελον· ο δε Θεός ήτο εις το μέσον αυτών κατά την υπόσχεσιν· «ου γαρ εισι δύο ή τρεις συνηγμάνοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών» (Ματθ. ιη: 20). Τότε δε εκεί ευρισκόμενοι έγραψαν νόμους και όρους δια τους φιλοθέους Ασκητάς, οι οποίοι αναχωρούσιν από τον κόσμον, πως να πορεύωνται. Επειδή δε ο πατήρ τού Αγίου Γρηγορίου, Γρηγόριος, εγήρασε πλέον και επειδή εκοιμήθη ο εις υιός, τον οποίον είχε δεύτερον από τον Άγιον Γρηγόριον, την κλήσιν Καισάριος, έγραψε παρακλητικάς επιστολάς προς τον Άγιον να υπάγη προς αυτόν, να κυβερνήση το πράγμα της Εκκλησίας και να του δώση και την ευχήν του, επειδή ήτο χρόνων ενενήκοντα και επλησίαζεν εις τον θάνατον. Όθεν αν και είχε πόθον ο Άγιος να κάθηται εις την αναχώρησιν, πλην δια να μη παρακούση του πατρός του έστερξε να υστερηθή την ποθουμένην του ησυχίαν και τον φίλον του. Φθάσας λοιπόν εις την πατρίδα του την εύρεν εις μεγάλην σύγχυσιν, ότι τον καιρόν εκείνον εβασίλευεν ο Ουάλης, όστις ήτο Αρειανός· όθεν πολλοί Αρχιερείς εξωρίσθησαν από τους θρόνους, διότι δεν συνεκοινώνουν με τους ασεβείς, οι δε αιρετικοί εποίμαιναν τον λαόν οι ανόσιοι και μερικοί Επίσκοποι εσυγκοινωνούσαν από τον φόβον των εις την αίρεσιν· άλλοι εδελεάζοντο από χρήματα και άλλοι ενικώντο από απλότητα, μεταξύ δε τούτων ήτο και ο πατήρ του Αγίου Γρηγορίου, ο οποίος με το να ήτο απλούς και αγράμματος έπεσεν εις αυτήν την αίρεσιν, οι Μοναχοί όμως της πόλεως Ναζιανζού και οι περισσότεροι του λαού δεν εδέχοντο να επικοινωνήσουν μετ’ αυτού, αλλά εμάκρυναν φεύγοντες· ο Άγιος λοιπόν έκαμε δεήσεις ολονυκτίους με νηστείας και δάκρυα, δεόμενος εις τον Πανάγαθον Θεόν να δώση εις τον λαόν ένωσιν και ομόνοιαν. Έπειτα κατέπεισε τον πατέρα του με νουθεσίας και παραδείγματα και ωμολόγησε την αλήθειαν, ζητήσας από τον Θεόν συγχώρησιν δια την προτέραν πλάνην του. Επίσης εδίδαξε και τον επίλοιπον λαόν, οδηγήσας άπαντας εις την Ορθοδοξίαν και ούτως έφερε την πατρίδα του εις την αλήθειαν της πίστεως και εις την ομόνοιαν και ειρήνην. Μετά καιρόν εκάθησεν εις τον θρόνον της βασιλείας ο τρισκατάρατος Ιουλιανός ο Παραβάτης, όστις έκαμε πολλά κατά των Χριστιανών ο άχρηστος και μισόχριστος, υστέρησε τας Εκκλησίας από τα προνόμια και τα εισοδήματα, τα οποία εχάρισεν εις αυτάς ο φιλόχριστος Κωνσταντίνος και άλλας ζημίας έκαμεν ούτος ο αλιτήριος τύραννος· εξόχως δε προσέταξεν ως φθονερός και παγκάκιστος να μη μανθάνουν οι παίδες των Χριστιανών Ελληνικά γράμματα. Ο δε Άγιος εις πείσμα του παρανόμου βασιλέως συνέθεσεν ωραιότατα ποιήματα, στηλιτεύων τας αισχρολογίας και τους μύθους των Ελλήνων ως φλυαρήματα, και τόσον απεγύμνωσε την πολύθεον πλάνην, ώστε πας όστις είχεν ολίγην γνώσιν, την περιεγέλα ως ματαίαν και αξίαν πάσης καταφρονήσεως· συνέθεσε δε και στίχους ηρωϊκούς και ιαμβικούς, τραγωδίας και κωμωδίας και άλλα ποιήματα πολλά εις πάσαν υπόθεσιν, εις έπαινον αρετής, εις κάθαρσιν ψυχής τε και σώματος, εις προσευχήν και θεολογίαν και άλλα διάφορα, τα οποία όλα έγραψε με μέτρα τεχνικά, φεύγων πάσαν Ελληνικήν φλυαρίαν· και εσύστησεν εις τους Χριστιανούς μίαν διδασκαλίαν πάνσοφον, δια να την μανθάνουν οι παίδες των πιστών, να παιδεύωνται εις την μάθησιν και να στερεώνωνται εις την ευσέβειαν. Ταύτα δε όλα έκαμεν ο Άγιος προς καταισχύνην του βασιλέως και ενίσχυσιν και ζήλον της Ορθοδόξου πίστεως. Τον καιρόν εκείνον εκοιμήθη η αδελφή του Γρηγορίου, Γοργονία ονόματι, οι δε γονείς του ήσαν υπέργηροι, πλησίον εις τους εκατόν χρόνους· όθεν ο πατήρ αυτού παρεκάλεσε πολύ τον Άγιον να λάβη το βάρος της Επισκοπής επάνω του, να κυβερνά την Εκκλησίαν, επειδή αυτός πλέον δεν ηδύνατο. Όθεν και πάλιν, παρά την θέλησίν του, εδέχθη και τούτο το φορτίον δια να σώση πολλάς ψυχάς και να κυβερνήση τους γονείς του. Εις ολίγον καιρόν ετελεύτησε πρώτον ο πατήρ αυτού και ύστερα η μήτηρ του, τους οποίους ενεκωμίασε με λόγους επιταφίους, καθώς έκαμε και εις την τελευτήν του Καισαρίου και της Γοργονίας, των αδελφών του, επειδή όλοι ήσαν ενάρετοι και εσώθησαν. Μετά ταύτα εγκατέλειψε την αξίαν της Αρχιερωσύνης και επήγεν εις την Σελεύκειαν, όπου έμεινεν ικανόν καιρόν εις ένα Ναόν της Αγίας Πρωτομάρτυρος Θέκλης, έως ότου ακούση ότι εψήφισαν άλλον Επίσκοπον. Τον καιρόν εκείνον υπήρχον εις όλας τας πόλεις κακαί και χαλεπαί αιρέσεις, όχι μόνον των Αρειανών, αλλά και των Πνευματομάχων, οίτινες έλεγον κτίσμα, οι άθεοι, το Πνεύμα το Άγιον· και τόσον ηπλώθησαν αυταί αι βλασφημίαι πανταχού, ώστε δεν είχον πλέον πουθενά οι Ορθόδοξοι τόπον ειρηνικόν να στέκουν, αλλά τους εδίωκον από κάθε χώραν. Εις την Κωνσταντινούπολιν ήτο μεγαλυτέρα σύγχυσις· όθεν ο Μέγας Βασίλειος παρεκάλεσε πολύ τον σοφόν Γρηγόριον να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, παίρνων και άλλους Αρχιερείς εις την συνοδείαν του, ίνα υπερμαχήσουν με όλην την δύναμιν, να ανασπάσουν από το μέσον τα ζιζάνια. Όταν λοιπόν έφθασεν ο πάνσοφος εις την βασιλεύουσαν, εύρε την Εκκλησίαν ταπεινωμένην και καταφρονημένην από την βασιλικήν εξουσίαν και τα σκεύη της αδίκως αρπαγμένα και καταπατηθέντα από τους ασεβείς και κακόφρονας. Καθώς λοιπόν εισήλθεν εις την πόλιν ο μέγας Γρηγόριος, εσφενδόνησεν (ως άλλος Δαβίδ τον αλλόφυλον) τα σαθρά και μάταια των κακοδόξων διδάγματα και εστερέωσε την Ορθοδοξίαν, καθημερινώς νουθετών εκείνους οίτινες εδελεάσθησαν εις την πλάνην των κακοδόξων και τους έφερεν εις ολίγας ημέρας όλους, με την σοφίαν των λόγων του, εις την επίγνωσιν της αληθείας· τόσον δε εκοπίασε και εκακοπάθησεν, όσον ουδείς άλλος των Αρχιερέων ουδέποτε· διότι δεν είχεν ακόμη ξερριζωμένας τας προειρημένας αιρέσεις ο πάνσοφος και πάλιν εφάνη άλλος διάβολος, ο επώνυμος της απωλείας Απολλινάριος, όστις έκαμεν ιδικήν του αίρεσιν, βλασφημών την ενανθρώπησιν του Θεού ο μισάνθρωπος και έλεγεν, ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού δεν έλαβε ψυχήν νοεράν, αλλά άλογον. Ταύτα λέγων ο της απωλείας υιός Απολλινάριος, ως έμπειρος εις την Ελληνικήν παίδευσιν, εξηπάτησε πολλούς με την πολυλογίαν του και τους έσυρεν εις την κακοδοξίαν του. Όθεν έπεσεν ο σοφός Γρηγόριος πάλιν εις μέγαν και ακαταπόνητον πόλεμον, ελέγχων, επιτιμών, παρακαλών, τους μεν να φυλάττουν την πίστιν και να μη πέσουν εις τον κρημνόν της αιρέσεως, τους δε ηπατημένους να επιστρέψουν οπόθεν εξέπεσον. Αλλ’ οι μαθηταί τού Απολλιναρίου έσμιξαν με τους Αρειανούς και τόσον παρεκίνησαν τινάς από τους ηπατημένους, ώστε ώρμησαν να λιθοβολήσουν τον θείον Γρηγόριον, ως οι Ιουδαίοι τον Στέφανον. Αλλ’ ο Θεός τον εφύλαξε και δεν ηδυνήθησαν να τον βλάψουν, μόνον τον επήγαν εις τον κριτήν ως στασιαστήν και κατάδικον· ω της αγνωσίας και αδικίας! Ο μέγας Γρηγόριος εξητάζετο ως αποστάτης και εναντίος των βασιλικών διατάξεων, ο της αταξίας ειρηνευτής και ιατρός των ατοπημάτων άμισθος, ο μαθητής του πραοτάτου Χριστού, του δείξαντος την άκραν ταπείνωσιν! Αλλά με όλας τας ατιμίας αυτάς και κακώσεις, τας οποίας του έκαμαν, ποσώς δεν εκάκισεν, αλλά τα υπέμεινε με πραότητα λέγων· «Έτοιμος είμαι δια το όνομά σου, Χριστέ μου, να λάβω και θάνατον, ότι η χάρις σου είναι μετ’ εμού». Ούτω λοιπόν εφάνη Μάρτυς εις την προαίρεσιν και με τόσους κόπους αγωνιζόμενος εδοξάσθη δια την αρετήν την οποίαν ειργάζετο· ότι ο Θεός εβοήθησε και έστρεψε την ατιμίαν που του άκαμαν πρότερον εις τιμήν και δόξαν ύστερον και τον εχειροτόνησαν Πατριάρχην αυτής της βασιλευούσης των πόλεων. Τούτο δε έκαμαν όχι δια χάριν ανθρωπίνην, αλλά δια μισθόν των καμάτων του. Εκυβέρνησε λοιπόν την Εκκλησίαν ο Άγιος ολίγον καιρόν ατάραχα· αλλά και πάλιν ο σπορεύς της κακίας εφθόνησε να βλέπη εις τον μέγιστον και υπέρτιμον αυτόν θρόνον τοιούτον σοφώτατον και αήττητον της αληθείας υπέρμαχον· όθεν έχων συνεργόν του και βοηθόν φιλόσοφον τινα κυνικόν από την Αίγυπτον, καλούμενον Μάξιμον, έβγαλεν από τον θρόνον τον μέγαν Γρηγόριον και εκάθισεν εις αυτόν τον ανάξιον Μάξιμον, με διαβολάς και πανουργεύματα· ούτος ο Μάξιμος δεν εκάθισεν εις τον θρόνον με Σύνοδον, αλλά παρανόμως ως άνομος. Ήτο δε ούτος μαθητής του και τον ηγάπα ο Άγιος, μη ηξεύρων τας πανουργίας του, ότι αυτός ο κακότροπος ήτο απόκρυφα αιρετικός. Έκαμε λοιπόν τρόπον και επήρε την αξίαν ο ανάξιος, αλλ’ ολίγον καιρόν την εχάρη, επειδή ο λαός δεν τον ήθελε και παρεκάλουν τον Άγιον να μη αναχωρήση από την πόλιν, αλλά να μείνη πάλιν εις τον θρόνον του, να ποιμάνη τα πρόβατα δια να μη τα σπαράξουν οι άρπαγες λύκοι, ήτοι οι αιρετικοί, οίτινες κατά τον καιρόν εκείνον ευρίσκοντο. Ο Άγιος όμως, έχων πόθον να ησυχάση από τα σκάνδαλα, ητοιμάσθη ν’ αναχωρήση. Ως ήκουσε τούτο όλη η πόλις εσυνάχθησαν άπαντες, άνδρες τε και γυναίκες, νέοι και γέροντες, την ορφανίαν αυτών οδυρόμενοι, εις δε ευλαβής είπε ταύτα προς τον μέγαν Γρηγόριον· «Υπάγεις, Πάτερ, αλλά γίγνωσκε ότι παίρνεις και την Αγίαν Τριάδα μετά σου». Ταύτα ακούσας ο Άγιος έμεινε δια τον ζήλον της πίστεως· έστειλε δε γράμματα και ο ευσεβέστατος βασιλεύς Θεοδόσιος Α΄, όστις επολέμει τότε εις τα μέρη της Μακεδονίας με τους βαρβάρους και επρόστασσε να βάλουν εις τον θρόνον τον Άγιον Γρηγόριον, τον δε Μάξιμον να εξορίσουν. Έπαυσαν λοιπόν τα σκάνδαλα και έμεινε πάλιν ο καλός ποιμήν εις τον θρόνον του και έλαμπε με την διδασκαλίαν ως άλλος ήλιος, διώκων το σκότος των αιρέσεων και φωτίζων άπασαν την υφήλιον, κοπιάζων καθ’ εκάστην ωσάν επιμελής γεωργός, όστις καθαρίζει από τον αγρόν τας ακάνθας και ξερριζώνει τα ζιζάνια, δια να εσοδειάση τον καιρόν του θέρους τον σίτον ακοπίαστα. Καθ’ ημέραν εδίδασκεν εις την Εκκλησίαν και συνέτρεχεν ο λαός να ακούη εκείνα τα γλυκύτατα και πάνσοφα λόγια· και οι μεν πιστοί εβεβαιώνοντο, οι δε άπιστοι και κακόδοξοι άφηναν την πλάνην και εβαπτίζοντο. Τόσον δε ανεπτυγμένην είχε την τέχνην και μάθησιν της Θεολογίας, ώστε κανείς άλλος δεν ηδυνήθη να τον φθάση ουδέποτε, διο και πρεπόντως επήρε το όνομα Θεολόγος. Ηθέλησαν δε οι Ορθόδοξοι να κάμουν κατά των αιρετικών μεγάλην εκδίκησιν, ήτοι να εξορίσουν τον άνωθεν Μάξιμον με τους ακολούθους του και να τους παιδεύσουν πρεπόντως δια την ζημίαν και καταφρόνησιν, την οποίαν έκαμαν εις τον Άγιον· αυτός όμως ο πράος και μιμητής του Δεσπότου δεν τους επέτρεψε λέγων· «Δεν μας προστάσσει ο Χριστός, τέκνα μου, να τιμωρώμεν τους πταίστας ημών ούτε να κάμνωμεν εις τους εχθρούς μας εκδίκησιν, αλλά να επιστρέφωμεν τους πεπλανημένους να γνωρίσουν το σφάλμα των και να προσέλθουν εις την ευσέβειαν· αυτό είναι δι’ εμέ η εκδίκησις· να σώσω τους εμέ αδικήσαντας· λοιπόν έχετε υπομονήν και μακροθυμίαν, ότι μακρόθυμος ανήρ πολύς εν φρονήσει· αγαπάτε εκείνους, οίτινες σας μισούσι· κάμνετε καλόν εις εκείνους, οίτινες σας εκακοποίησαν και συγχωρείτε πάντα όστις σας έπταισε και αφήτε τον Θεόν να κάμη αυτός ως ορίση την εκδίκησιν, καθώς εκείνος επρόσταξε λέγων· «Εμή εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω». Με ταύτα και άλλα παραινετικά και ψυχωφελή λόγια ειρήνευσε τον λαόν και ησύχασαν. Αφού δε ο βασιλεύς Θεοδόσιος ενίκησε τους εχθρούς του και υποτάξας αυτούς τους υπεχρέωσε να του δίδουν ωρισμένον φόρον, επέστρεψε νικητής και τροπαιούχος εις τα βασίλεια. Τότε ετίμησε πολύ τον Αρχιερέα Γρηγόριον, συνοδεύσας δε αυτόν με τους δορυφόρους του και όλην την Σύγκλητον τον επήγεν εις Εκκλησίαν και κάμνων εις αυτόν μεγάλην φήμην τον ηυχαρίστησε δια τους πολλούς κόπους και την κακοπάθειαν που υπέμεινεν από τους κακόφρονας δια την ευσέβειαν. Αφού λοιπόν τον ενεκωμίασεν, ως έπρεπε, του έδωκεν εις τας χείρας την αρχιερατικήν ράβδον και εφίλησεν ο εις του άλλου την δεξιάν, και λέγει προς αυτόν ο αοίδιμος· «Ο Θεός δια της ιδικής μας χειρός σου δίδει την Εκκλησίαν του και σου παραδίδω και εγώ τον ιερόν θρόνον να τον κυβερνάς ως έμπειρος». Ο δε Άγιος περιχαρής γενόμενος εφίλησε τον βασιλέα και τον ευχήθηκε. Ταύτα οι Αρειανοί βλέποντες εφθόνησαν πολλά δια την τιμήν την οποίαν έκαμεν ο βασιλεύς εις τον Άγιον και ανεζήτουν καιρόν επιτήδειον να θανατώσουν αυτόν, δια να μη τον έχουν αντίδικον· επλήρωσαν όθεν οι άνομοι ένα νέον να φονεύση τον Άγιον απόκρυφα, δια να μη γίνη εις τον λαόν σύγχυσις· ούτος εδοκίμασε να τελέση τοιαύτην παρανομίαν και δεν ηδυνήθη, διότι ο Θεός, όστις εφύλαττε τον δούλον του, τον ημπόδισεν· όθεν ο νέος ηννόησε την θείαν θαυματουργίαν και φοβούμενος την φοβεράν ανταπόδοσιν, μετενόησεν εκ καρδίας το πταίσιμον και πηγαίνων εις τον Άγιον έπεσεν εις τους πόδας αυτού, μετά δακρύων ζητών συγχώρησιν· και ερωτών αυτόν ο Άγιος τι έκαμε, δεν ηδύνατο να απαντήση από τα δάκρυα. Τότε του λέγει εις κληρικός, όστις ήξευρε την υπόθεσιν· «Αυτός είναι ο φονεύς, όστις ακούμβησε το σπαθί εις το στήθος σου να σε θανατώση, καθώς οι εχθροί μας του παρήγγειλαν, αλλά ο Χριστός σε εφύλαξε· τώρα λοιπόν μετανοεί δια την αμαρτίαν του και σου ζητεί συγχώρησιν». Τότε παρευθύς ο χριστομίμητος Γρηγόριος ενηγκαλίσθη τον εχθρόν του, λέγων· «Ο Δεσπότης Χριστός, όστις εφύλαξεν εμέ, τέκνον μου, αυτός να συγχωρήση και το ιδικόν σου πταίσιμον· μόνον άφες την αίρεσιν και πρόσελθε εις την ορθήν ομολογίαν να δουλεύης εις τον Χριστόν με καθαράν συνείδησιν». Ως ήκουσεν η πόλις όλη την τοιαύτην ανεξικακίαν του Αγίου, τον ηγάπησαν έτι περισσότερον. Εις εκείνους τους χρόνους από όλον τον κόσμον με πρόσταγμα βασιλικόν συνηθροίσθη εις την βασιλεύουσαν των πόλεων, την Κωνσταντινούπολιν, η Αγία και Οικουμενική Β΄ Σύνοδος εναντίον Μακεδονίου του Πνευματομάχου, όστις την θεότητα του Αγίου Πνεύματος δεν επίστευε και πολλούς από τους αγνώστους ανθρώπους εις απώλειαν έφερεν. Εις αυτήν την Αγίαν Σύνοδον εκάθησαν εκατόν πεντήκοντα Άγιοι Πατέρες, έχοντες Εξάρχους μεταξύ των Αγίων, εκτός του Αγιωτάτου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως και τους Πατριάρχας Αλεξανδρείας Τιμόθεον, Ιεροσολύμων Κύριλλον και Αντιοχείας Μελέτιον, ο οποίος ήτο άνθρωπος ευσεβής και ενάρετος· αυτόν εξώρισαν από τον θρόνον του οι Αρειανοί πρωτύτερα και έπαθε δια την αγάπην του Χριστού πολλά βάσανα, επειδή ήτο δίκαιος και άμεμπτος. Τότε με την συμβουλήν και πρόσταξιν πάντων απεφάσισεν η Σύνοδος να έχη τον θρόνον του ο Γρηγόριος. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας εκοιμήθη εκεί εις την πόλιν ούτος ο μέγας την αρετήν Μελέτιος και τον ενεταφίασαν με πολλήν τιμήν και ευλάβειαν. Μετά τούτο ήλθον και άλλοι Αρχιερείς από την Μακεδονίαν και από την Αίγυπτον, οίτινες ως άνθρωποι και αυτοί εσκανδαλίσθησαν και ηναντιούντο διότι εκάθησαν εις τον θρόνον τον Άγιον Γρηγόριον, χωρίς να τους ερωτήσουν και αυτούς. Βλέπων λοιπόν ο Άγιος ότι εφιλονικούσαν μεταξύ των οι Αρχιερείς δι’ αυτόν και έκαμνον σύγχυσιν, εστάθη εις το μέσον της Συνόδου και τους λέγει· «Άγιοι Αρχιερείς, εάν τους άλλους διδάσκετε να ειρηνεύουν, διατί σεις να μάχεσθε; Εάν είμαι εγώ η αιτία του σκανδάλου, σας παρακαλώ να με εβγάλετε όχι μόνον από τον θρόνον, αλλά και από τον κόσμον, να με ποντίσετε ως τον Ιωνάν εις την θάλασσαν· μόνον ειρηνεύετε και μη κάμνετε εις την Εκκλησίαν σύγχυσιν· λυπηθήτε τους κόπους και τους μόχθους, τους οποίους υπέμεινα να την ειρηνεύσω και κυβερνήσατέ την ως δύνασθε· και σας ευχαριστώ επ’ αληθείας, διότι με λυτρώνετε από φροντίδας και συγχύσεις, να περάσω το γήρας μου εις την ησυχίαν καθώς επιθυμεί η ψυχή μου αμέριμνα». Ταύτα αφού είπεν ο Άγιος, οι μεν Αρχιερείς έμειναν ως σκυθρωποί από την εντροπήν των, αυτός δε εξερχόμενος από την Σύνοδον, επήγεν εις τον βασιλέα και του λέγει· «Εις σε μεν, ω κράτιστε βασιλεύ, δι’ όσα καλά κατώρθωσες εις την Εκκλησίαν, εύχομαι πλουσίαν την εκ του Κυρίου ανταπόδοσιν, την χάριν δε την οποίαν ζητώ της βασιλείας σου, δέομαί σου να μου δώσης δια τον Κύριον· δεν σου ζητώ πλούτον και πράγματα πρόσκαιρα, μόνον να με συγχωρήσης ν’ αναχωρήσω από τα σκάνδαλα, να παύση ο φθόνος, να ειρηνεύσουν οι Αρχιερείς, να εύρω και εγώ από τους μεγάλους μου κόπους ολίγην άνεσιν». Ο δε βασιλεύς και όλη η Σύγκλητος, από την πολλήν αγάπην που του είχον, επικράνθησαν· δια να μη τον λυπήσουν όμως τον άφησαν και έφυγε. Μετά την αναχώρησιν του θείου Γρηγορίου, η μεν αγία Σύνοδος εξέλεξε Πατριάρχην τον θείον Νεκτάριον από την Ταρσόν της Κιλικίας, ο δε Γρηγόριος επήγεν εις το χωρίον της Καππαδοκίας Αριανζόν, εις το οποίον εγεννήθη και εις το οποίον είχε κληρονομίαν από τον πατέρα του και εις αυτό εκάθησεν. Επειδή δε προ μικρού είχεν αναπαυθή ο Μέγας Βασίλειος, έκαμεν εκεί ο Μέγας Γρηγόριος τον επιτάφιον λόγον του εις τον Μέγαν τούτον φωστήρα και ακολούθως επήγεν εις την Καισάρειαν και τον ανέγνωσεν εις την Εκκλησίαν. Έπειτα επέστρεψεν εις την Ναζιανζόν, από την οποίαν έλειψε χρόνους ολοκλήρους δώδεκα (12), τους οποίους έκαμεν εις την Κωνσταντινούπολιν. Τον καιρόν εκείνον οι μαθηταί του Απολλιναρίου, μη δυνάμενοι να σπείρουν εκεί εις την βασιλεύουσαν την αίρεσίν των, διότι εφοβούντο τον Άγιον Γρηγόριον, την εσκόρπισαν εις άλλους τόπους της χώρας και επλάνησαν πολλούς με τα μιαρά των διδάγματα· τινές δε απ’ εκείνους ετόλμησαν και επήγαν εις την Ναζιανζόν και εχειροτόνησαν Επισκόπους ιδικούς των οι αλιτήριοι, τους οποίους εξώρισεν ο Άγιος φθάνων εκεί και χειροτονήσας Ορθοδόξους, εκαθάρισε δε πάλιν την Ναζιανζόν από τον μολυσμόν της αιρέσεως. Πολύ τον παρεκάλεσαν να μείνη εκεί εις την πατρίδα του, αλλά δεν έστερξεν, ότι ηγάπα πολύ την ησυχίαν. Μόνον εχειροτόνησεν εκεί εις την Ναζιανζόν Αρχιερέα ένα ταπεινόφρονα και ενάρετον άνθρωπον, ονόματι Ευλάλιον, τον οποίον είχεν υπηρέτην πρότερον και ήξευρε την αρετήν και πολιτείαν του. Και τότε αφού ανέσπασε τα ζιζάνια της αιρέσεως, επήγε πάλιν εις την Αριανζόν και ησύχαζε, γράφει δε εκείθεν προς τινα Πρεσβύτερον, ονόματι Κλυδώνιον, άνδρα θεοσεβέστατον και εις άλλους τινάς, να μη δέχωνται τας χειροτονίας των Απολλιναριστών, αλλά να τους αποστρέφωνται ως παρανόμους και ξένους από την Εκκλησίαν του Χριστού. Έγραφε δε ο Άγιος και εις άλλους τόπους και χώρας και έστελλε πανταχού γράμματα, όπου ήθελεν ακούσει ότι ευρίσκοντο αιρετικοί Επίσκοποι και εστηλίτευεν αυτούς, ανατρέπων τα δυσσεβή και άθεά των δόγματα, καθώς φαίνεται και εις τας δύο του επιστολάς, τας οποίας γράφει προς τον Κλυδώνιον και εις τους στίχους τους οποίους συνέθεσε, δια δύο αιτίας, σοφώτατα. Πρώτον μεν δια να ελέγξη το παράνομον πρόσταγμα του παραβάτου Ιουλιανού, όστις ενομοθέτησε να μη μανθάνουν οι Χριστιανοί ελληνικά γράμματα, ως άνωθεν είπομεν· δεύτερον δε διότι έβλεπε τον Απολλινάριον γράφοντα πολλά βιβλία με στίχους και μέτρα διάφορα, με τα οποία εξηπάτησε και επλάνησε πολλούς, φαινόμενος δια μαθηματικός εις άπαντας. Δια τούτο έγραψε τα πολύστιχα μέτρα ο Άγιος και άλλα ποιήματα συνέθεσεν, όσα εγνώριζεν ότι εχρειάζοντο οι Χριστιανοί, δια να μη αναγιγνώσκουν τα των αιρετικών ολότελα. Δι’ αυτήν λοιπόν την αιτίαν έμεινεν εκεί εις την Αριανζόν, εις την οποίαν είχεν άδειαν να γράφη ασύγχυστα και ούτως ησυχάσας ικανόν καιρόν, εκαθάρισε τον εαυτόν του, δια μέσου της φιλοσοφίας. Αρκεί δε μόνον να είπωμεν ενταύθα περί του μεγάλου τούτου Πατρός, ότι εάν έπρεπε να γίνη εις στύλος έμψυχος και ζωντανός, συντεθειμένος εξ όλων των αρετών, ο στύλος ούτος ήτο ο μέγας Γρηγόριος· διότι υπερνικήσας με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας υψώθη, ώστε όλοι ενικώντο υπό της σοφίας του, τόσον εις τους λόγους, όσον και εις τα δόγματα. Τα σωζόμενα αυτού συγγράμματα, λογογραφικά και ποιητικά παντός μέτρου, δεικνύουσι την λαμπράν και γλαφυράν αυτού ρητορείαν και θαυμασίαν πολυμάθειαν. Το ύψος των θεολογικών αυτού νοημάτων ως και ότι εις πάντα λόγον σχεδόν αναφέρει περί της Αγίας Τριάδος, προεξένησεν εις αυτόν την επωνυμίαν «Θεολόγος Τριαδικός». Ούτω λοιπόν καθ’ εκάστην αναβαίνων από υψηλοτέρας εις υψηλοτέραν θεωρίαν ο Άγιος, έφθασε και καιρός να μεταβή από την παρούσαν πρόσκαιρον ζωήν εις την αιώνιον και μακαρίαν· όθεν μετά πολλούς πόνους και αγωνίσματα απήλθε προς ον επόθησε Κύριον κατά την κε΄ (25ην) Ιανουαρίου του έτους 391, ζήσας εις την παροικίαν ταύτην την πολυτάραχον και πολύδακρυν χρόνους εξήκοντα δύο. Ήτο δε εις τον τύπον του σώματος ολίγον ωχρός και χαριέστατος, σιμός εις την ρίνα, ίσας έχων τας οφρύς, επειδή είχεν ένα τραύμα το οποίον ήτο επάνω εις το ομματόκλαδον· το γένειον είχεν όχι πολλά μικρόν, αλλά αρκούντως δασύ, φαλακρός, λευκός εις τας τρίχας, εφαίνοντο δε τα άκρα της γενειάδος του ωσάν περικεκαπνισμένα. Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ο Θεός ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΣΤ΄ (26η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ και της συμβίας αυτού ΜΑΡΙΑΣ και των

Δημοσίευση από silver »


Ξενοφών ο Όσιος πατήρ ημών ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστινιανού του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φκζ΄ -- φξε΄ (527- 565), πατρίδα έχων την βασιλίδα των πόλεων Κωνσταντινούπολιν, ανήρ πλούσιος και ευγενής και την προς Θεόν ευσέβειαν πνέων. Είχε δε και συμβίαν ομοίαν εις την αρετήν αυτού ονόματι Μαρίαν και υιούς δύο, Αρκάδιον και Ιωάννην καλουμένους, τους οποίους έπεμψεν εις Βηρυτόν προς μάθησιν των νόμων και άσκησιν, ότι εκεί ήσαν τότε τα σχολεία. Εκεί λοιπόν εμάνθανον οι νέοι ούτοι τα γράμματα και είχον μεγάλην φήμην δια τας αρετάς των. Κατά την εποχήν εκείνην ασθενήσας ο Ξενοφών προσκάλεσε τα τέκνα του και λέγει εις αυτά: «Εγώ, τέκνα μου, ίσως θέλω αποθάνει· γιγνώσκετε δε καλώς, ότι υφ’ όλων ήμην ηγαπημένος δια τας αρετάς μου· ποτέ δεν ύβρισα τινα, ούτε ωνείδισα, ουδέ ωργίσθην, ουδέ κατέκρινα, ουδέ εφθόνησα, ούτε ποσώς τινά εζημίωσα ή παρεπίκρανα. Δεν έλειπον της εκκλησιαστικής ακολουθίας· δεν εδίωξα ξένον ή πτωχόν του οίκου μου, αλλ’ εις πάντας έδιδα το κατά δύναμιν. Δεν επεθύμησα ποτέ κάλλος γυναικός, ούτε άλλην εγνώρισα εκτός της μητρός σας, έως ου εγεννήθητε και έκτοτε εκ συμφώνου φυλάττομεν παρθενίαν δια τον Κύριον. Την δε Ορθόδοξον πίστιν έως θανάτου επεμελήθην· ούτω λοιπόν παρακαλώ να ποιήσητε και υμείς, εάν θέλετε να σας ευλογήση ο Θεός δια να ζήσετε πολλά έτη. Χήρας και ορφανά βοηθήσατε· τους Ιερωμένους τιμάτε· τους ασθενείς επισκέπτεσθε. Των κρινομένων αντιλαμβάνεσθε. Τους εν όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης ενθυμείσθε να ευλαβήσθε αυτούς, ότι δι’ αυτών ελεεί τον κόσμον ο Κύριος. Δεν έλειψε ποτέ τράπεζα μοναχική εκ της οικίας μου, ως γνωρίζετε. Τα Μοναστήρια να προστατεύητε, εκ της Εκκλησίας να μη λείπετε, την μητέρα σας να τιμάτε και να της υπακούετε εις όλα τα προστάγματα μετά φόβου και ευλαβείας, ότι και αυτή τας εντολάς του Κυρίου εργάζεται. Τους υπηρέτας σας να αγαπάτε ως τέκνα σας και όσοι γηράσουν να τους τρέφετε έως θανάτου. Πλούτον έχετε όσον χρειάζεσθε, τίποτε δεν σας λείπει εις τούτον τον πρόσκαιρον κόσμον και εάν ποθήτε να κληρονομήσητε και την ουράνιον βασιλείαν, φυλάξατε πάσας τας εντολάς του Θεού, καθώς εβλέπετε εμέ ποιούντα». Αυτά και έτερα πλείονα λέγοντος του Αγίου Γέροντος ουχί φαρισαϊκώς, αλλά προς νουθεσίαν των τέκνων, έκλαιον αυτά και ωδύροντο λέγοντα: «Μη εγκαταλείπης ημάς, πάτερ, αλλά παρακάλεσον τον Θεόν να ζήσης έτι ολίγα έτη, έως να μας κάμης ό.τι βούλεσαι». Ο δε δακρύσας απέλυσεν αυτά, το δε πρωϊ εκάλεσεν αυτά πάλιν και τους λέγει· «Αφ’ ου με ενεθυμήθη ο Θεός και έπεσον εις την κλίνην, τον παρεκάλουν να μου δώση ζωήν δι’ εσάς έως να σας αποκαταστήσω, να μη έχω πλέον την φροντίδα σας· και την νύκτα ταύτην επλήρωσεν ο Θεός την αίτησίν μου, διότι εκέλευσε να μείνω έτι εις τούτον τον κόσμον, έως να ορίση η βασιλεία του». Ταύτα ακούσαντες οι υιοί του εχάρησαν ευχαριστούντες τον Κύριον. Όταν δε ηγέρθη εκ της ασθενείας, τους έστειλε πάλιν ειςτην Βηρυτόν, προς αποπεράτωσιν των μαθημάτων των· οι δε ναυαγήσαντες κατά τον πλουν, ταύτα μετά δακρύων προσηύχοντο, επικαλούμενοι τον Θεόν και τους Αγίους αυτού εις βοήθειαν. «Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Παντοδύναμε, επίβλεψον εις την θλίψιν μας και λύτρωσόν μας του κινδύνου, δια να δυνηθώμεν και ημείς να κάμνωμεν το θέλημά σου, ίνα αξιωθώμεν της βασιλείας σου· μνήσθητι, Κύριε, των έργων των γονέων μας και μη λάβης ημάς εις το ήμισυ των ημερών μας, αλλ’ αξίωσόν μας να ζήσωμεν και να σε δουλεύσωμεν». Τότε οι ναύται ιδόντες τον κίνδυνον εισήλθον εις την λέμβον δια να σωθώσιν. Οι δε παίδες, ιδόντες την παντελή εγκατάλειψιν του πλοίου, συνεχωρήθησαν μεταξύ των και εναγκαλιζόμενοι έκλαιον λέγοντες· «Σώζεσθε, δούλοι και πάντες οι της οικίας μας. Σώζεσθε, γεννήτορες φίλτατοι. Σώζου και συ ηγαπημένε μου αδελφέ. Που τώρα τα πράγματα του πατρός μας; Που η φιλόσοφος παίδευσις; Που τα έργα και αι αρεταί των γονέων μας; Που αι προσευχαί των Μοναχών; Εις ουδέν ελογίσθησαν; Όλα άκυρα έγιναν; Δεν ευρέθη τις άξιος του Θεού από των φίλων και δούλων του, τους οποίους εξένιζον οι γονείς μας, ίνα σώση ημάς δια της προσευχής των ο Κύριος; Ναι, αδελφέ μου, όλοι είναι καλοί και άξιοι, αλλ’ ημείς είμεθα ανάξιοι της παρούσης ζωής. Αι αμαρτίαι ημών ηφάνισαν των γονέων τας αρετάς και δι’ αυτό εγκατέλιπεν ημάς ο Θεός». Ταύτα και έτερα πλείονα λέγοντες, ησπάσαντο αλλήλους και τότε εσχίσθη το πλοίον εις δύο. Ούτοι δε λαβόντες έκαστος τεμάχιον ξύλου έπλεον επ’ αυτού ως ηδύναντο και υπό της χάριτος του Θεού κυβερνηθέντες εξήλθον εις τα μέρη της Τύρου, ο μεν Ιωάννης εις Μελφηθάν, ο δε Αρκάδιος εις Τετραπυργίαν. Αφού λοιπόν εξήλθε της θαλάσσης ο Ιωάννης καθ’ εαυτόν έλεγε· «Που να υπάγω τώρα γυμνός, να διέλθω το υπόλοιπον της ζωής; Δεδοξασμένον το όνομα του Θεού! Κάλλιον να έχω πτωχείαν και ταπείνωσιν, παρά βίον και πλούτον μάταιον. Δια τούτο δεν επήκουσεν ο Θεός της δεήσεώς μας, διότι ως αγαθός ηξεύρει το συμφέρον εκάστου ημών και οικονομεί πάντα εν σοφία και προνοία. Αλλ’ ημείς, μη γιγνώσκοντες, ζητούμεν παρ’ Αυτού ανωφελή πράγματα· η χάρις του όμως δίδει ημίν τα ψυχωφελή πρέποντα! Ας υπάγω να ησυχάσω εις Μοναστήριον». Μετά την ευχαριστίαν ταύτην προς τον Κύριον έκαμε προσευχήν και δια τον Αρκάδιον δεόμενος του Θεού να λυτρώση και αυτόν και να δώση αγαθόν λογισμόν, να γίνη Μοναχός. Περιπατών δε ούτος εις εκείνα τα μέρη ευρίσκει Μοναστήριον και κρούσας την θύραν προσήλθεν ο θυρωρός και ιδών αυτόν γυμνόν ήνοιξε τας θύρας και ενέδυσεν αυτόν με ράσα. Είτα βαλών τράπεζαν περιποιήθη αυτόν και αφού έφαγε τον ηρώτησε πόθεν ήτο. Ο δε απεκρίνατο· «Άνθρωπος είμαι ξένος, ναυαγήσας, εσώθην δε δια της ευχής της αγιωσύνης σας». Ο δε Μοναχός έκλαυσε μικρόν, κατανυγείς τη καρδία και δοξάσας τον Κύριον είπεν εις τον Ιωάννην· «Και τώρα, τέκνον μου, που θέλεις να υπάγης»; Ο δε είπε· «Θέλω, αν θέλη ο Κύριος, να γίνω Μοναχός». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Εν αληθεία, τέκνον μου, καλόν έργον εξέλεξας· εγώ θα κάμω λόγον εις τον Ηγούμενον και ό,τι νεύση ο Θεός εις την καρδίαν αυτού, τούτο να ποιήσης και σώζεσαι». Ο Ηγούμενος ακούσας καθωδήγησεν αυτόν εις τας τάξεις της μοναδικής πολιτείας και είτα σφραγίσας αυτόν δια του Τιμίου Σταυρού ενέδυσεν αυτόν το άγιον σχήμα. Έμεινεν όθεν ο Ιωάννης εις το Μοναστήριον νηστεύων, αγρυπνών και προσευχόμενος πάντοτε· πλην είχε θλίψιν πολλήν δια τον αδελφόν του, νομίζων ότι επνίγη. Ο δε Αρκάδιος, εξελθών και αυτός της θαλάσσης, έπεσεν επί πρόσωπον και προσεκύνησε τον Κύριον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, ο Θεός του πατρός και μητρός μου, όστις δεν με αφήκες να καταποντισθώ, και παρακαλώ την ευσπλαγχνίαν σου, καθώς εμέ έσωσας, ούτω σώσον και τον αδελφόν μου και αξίωσόν με να τον ίδω προ της εμής τελειώσεως». Ταύτα ειπών απήλθεν εις χώραν τινά εκεί πλησίον και του έδωκαν τροφήν και ενδύματα. Όταν έφαγεν, έλαβεν ολίγην άνεσιν· κοιμηθείς δε έξωθεν του Ναού βλέπει εν οράματι τον Ιωάννην και του λέγει· «Αδελφέ Αρκάδιε, διατί κλαίεις δι’ εμέ»; Και ευθύς εξύπνησε και περιχαρής γενόμενος ηυχαρίστησε τον Κύριον και διελογίζετο ταύτα· «Να υπάγω εις την μάθησιν; Και τι το όφελος; Πάντα ταύτα πρόσκαιρα και μάταια. Του πατρός μου πάντοτε ήκουον να φημίζη την Αγγελικήν Πολιτείαν των Μοναχών· λοιπόν ας γίνω Μοναχός και θέλει μού βοηθήσει ο Κύριος». Ποιήσας λοιπόν ευχήν εβάδιζε προς Ιερουσαλήμ, φθάσας δε προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους· έπειτα εξήλθε προς προσκύνησιν εις τα Μοναστήρια και διήλθεν άπαντα. Ημέραν λοιπόν τινά πορευόμενος ο Αρκάδιος εν τη οδώ συναντά Γέροντα τινά Άγιον και προορατικόν και προσκυνήσας είπεν εις αυτόν· «Δια τον Κύριον, Πάτερ άγιε, παρακάλεσε τον Θεόν, ότι εις πολλήν θλίψιν είμαι». Ο Γέρων του είπε· «Μη λυπείσαι, τέκνον μου, ότι ζη ο αδελφός σου· οι εν τω πλοίω όλοι εσώθησαν και έγιναν Μοναχοί, ομοίως και ο αδελφός σου, και θέλεις ιδεί τούτον ως και τον πατέρα σου μετά της μητρός σου πριν αποθάνης». Ο δε Αρκάδιος ακούσας ταύτα εταράχθη εις το προορατικόν του ανδρός και πίπτων εις τους πόδας του παρεκάλει μετά δακρύων λέγων· «Επειδή ο Θεός σού εφανέρωσε πάντα τα κατ’ εμέ, δέομαί σου, ποίησόν Μοναχόν». Ο δε είπεν· «Ευλογητός ο Κύριος, τέκνον, ακολούθει μοι». Απήλθον λοιπόν εις το Μοναστήριον του Αγίου Σάββα και δίδει ο Γέρων εις τον Αρκάδιον το κελλίον του, εις το οποίον κατώκει πεντήκοντα (50) έτη πρότερον, παρέμεινε δε μετ’ αυτού εν έτος, διδάσκων αυτόν τον κανόνα της μοναδικής πολιτείας· μετά ταύτα ο Γέρων εξήλθεν εις την έρημον αποχαιρετήσας τον Αρκάδιον και υποσχεθείς εις αυτόν να επανέλθη μετά τρία έτη να ίδη αυτόν πως ευρίσκεται. Έμεινε λοιπόν εις το κελλίον ο Αρκάδιος, ποιών μετά προθυμίας ως εδιδάχθη υπό του Αγίου εκείνου Γέροντος. Παρελθόντων δύο ετών και μη γιγνώσκων ο Άγιος Ξενοφών το ναυάγιον των τέκνων του, ούτε έχων πληροφορίαν τινά εξ αυτών, έστειλεν άνθρωπον εις Βηρυτόν, να μάθη το πως ευρίσκονται. Ο αποσταλείς απελθών και ερευνήσας ακριβώς έλαβεν απάντησιν, ότι αφού έστειλεν ο πατήρ των και τα επήρεν εκείθεν, πλέον δεν επέστρεψαν. Όθεν ανεχώρησεν ούτος εκ της Βηρυτού εις Αθήνας, ίνα ερωτήση μήπως ευρίσκοντο εκεί. Απερχόμενος δε εκεί, εις την οδόν το εσπέρας έμεινεν εις τι ξενοδοχείον, βλέπει δε εις αυτό ένα σύνδουλόν του με μοναχικόν ένδυμα και ηρώτησεν αυτόν κατ’ ιδίαν λέγων· «Δεν είσαι συ ο δείνα, όστις επήγες με τα τέκνα του κυρίου μας εις την Βηρυτόν»; Ο δε είπε: «Ναι». Λέγει εκείνος: «Και που είναι τα παιδία»; Τότε εδάκρυσεν ο Μοναχός, λέγων· «Εις την θάλασσαν επνίγησαν, ως νομίζω, και εγώ μόνος εσώθην. Δια τούτο έγινα Μοναχός, μη θελήσας να γίνω κακός άγγελος των κυρίων μου, ήδη δε υπάγω εις τα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσω τον Τάφον του Κυρίου». Ταύτα ως ήκουσεν ο απεσταλμένος έκλαυσε λέγων· «Ουαί μοι, κύριοί μου! Τις να αναγγείλη εις τον πατέρα σας τον αιφνίδιον και άωρον θάνατόν σας; Πως να υποφέρη η μήτηρ τον πόνον; Τις να κληρονομήση τας αρετάς και τον πλούτον των; Τις να υποδέχεται τους ξένους, να ετοιμάζη εις τους πτωχούς τράπεζαν και να επισκέπτεται τους εν τη φυλακή; Τις να επιμελήται τας Εκκλησίας και τα Μοναστήρια; Ουαί μοι, τω αθλίω! Όλοι οι πένητες βοήσατε και θρηνήσατε, ότι έλειψεν η άνεσίς σας, ο θησαυρός σας ηρπάγη και η χαρά σας ηφανίσθη. Αλλοίμονον εις εμέ τον ταλαίπωρον, τι να κάμω; Να επιστρέψω εις τον κύριόν μου; Και πως να του αναγγείλω τοιαύτην πικροτάτην αγγελίαν; Τις να ακούση των φίλων και γειτόνων τους στεναγμούς και τα δάκρυα, του βασιλέως και των λοιπών Αρχόντων του παλατίου και συγγενών του κυρίου μου την λύπην»; Αυτά και έτερα τούτου λέγοντος, παρηγόρουν αυτόν οι εκεί ευρεθέντες και έλεγον· «Παύσε, αδελφέ, τον πολύν θρήνον, ίνα μη υπό της πολλής λύπης αποθάνης. Αλλ’ ύπαγε και ειπέ τα γενόμενα εις τον κύριόν σου μήπως μάθη τούτο παρ’ άλλων και δια τούτο σε καταρασθή και εξαλειφθής εκ βίβλου ζώντων». Δεχθείς όθεν τας συμβουλάς των επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν και εισελθών εις τον οίκον του κυρίου του εκάθητο στυγνός και λυπούμενος. Ως έμαθεν η Μαρία ότι ήλθεν ο δούλος, εκάλεσεν αυτόν και τον ηρώτησε πως έχουσι τα τέκνα της. Ο δε είπε· «Καλά είναι». Και λέγει εις αυτόν εκείνη· «Που είναι αι επιστολαί τας οποίας σου έδωκαν»; Ο δε απεκρίθη· «Ερχόμενος εν τη οδώ απώλεσα αυτάς». Τότε ήρχισεν η καρδία της να ταράσσηται και λέγει εις αυτόν· «Δια τον Κύριον, ειπέ μοι την πάσαν αλήθειαν». Τότε έκραξε φωνήν μεγάλην και είπε μετά δακρύων· «Αλλοίμονον, κυρία μου, ότι το φως σου έχασας εις την θάλασσαν»! Η δε ως ήκουσε τούτο ηυχαρίστησε τον Θεόν και λέγει εις αυτόν· «Σιώπα, μη είπης τούτο εις κανένα· ότι ο Θεός τα έδωκεν, ο Θεός τα επήρεν· ως έδοξε τω Κυρίω ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον από του νυν και έως του αιώνος». Το εσπέρας ήλθεν ο Ξενοφών εκ των ανακτόρων συνοδευόμενος υπό πολλών εντίμων και αποχαιρετήσας εκείνους, οίτινες τον συνώδευον, εκάθισε να φάγη, ότι ούτως είχε συνήθειαν, να τρώγη άπαξ της ημέρας κατά την εσπέραν· καθεσθείς λοιπόν εις την τράπεζαν, είπεν εις αυτόν η γυνή του· «Κύριέ μου, ήλθεν ο άνθρωπος, τον οποίον έστειλας εις Βηρυτόν». Λέγει ο Άγιος Ξενοφών· «Δόξα σοι ο Θεός, ας έλθη να τον ερωτήσω». Η δε είπε· «Είναι πολύ καταπεπονημένος και έπεσε να αναπαυθή». Λέγει εις αυτήν ο Άγιος· «Φέρε μου τας επιστολάς να ίδω τι μας γράφουν τα τέκνα μας». Τότε η γυνή, μη δυναμένη να κρατήση τα σπλάγχνα της, εδάκρυσε. Ο δε Ξενοφών είπεν εις αυτήν· «Τι κλαίεις; Ησθένησαν τα τέκνα μας»; Η δε απεκρίνατο· «Μακαρία η ώρα, να ήσαν ασθενή· αλλά τους μαργαρίτας μας εχάσαμεν εις την θάλασσαν». Τότε ο γέρων στενάξας ηυχαρίστησε τον Θεόν λέγων· «Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον. Μη λυπείσαι, κυρία μου, και ο Θεός δεν αφήκε να μας γίνη τοιαύτη εις το γήρας, επειδή εγώ όλας τας εντολάς του εποίησα, ως νομίζω. Πλήν ας αγρυπνήσωμεν την νύκτα ταύτην δεόμενοι του Θεού να μας φανερώση τι έγιναν τα τέκνα μας». Προσευχόμενοι λοιπόν και γονυπετούντες όλην την νύκτα, το πρωϊ εκ του κόπου εκοιμήθησαν και βλέπουσιν εν οράματι αμφότεροι, ότι τα τέκνα των ίσταντο ενώπιον του Χριστού και είχον εις τας κεφαλάς των στέφανα λαμπρά και πολύτιμα. Και του μεν Ιωάννου ο στέφανος ήτο κεκοσμημένος υπό ανεκτιμήτων λίθων, του δε Αρκαδίου υπό άστρων λαμπροτάτων, αμφότεροι δε εκράτουν χρυσόν εις τας χείρας των. Εγερθέντες του ύπνου διηγήθησαν προς αλλήλους το όραμα και είπεν ο μακάριος Ξενοφών· «Εν αληθεία, ω γύναι, μεγάλης τιμής ηξιώθησαν οι υιοί μας και νομίζω να είναι εις τα Ιεροσόλυμα. Λοιπόν ας υπάγωμεν να τους εύρωμεν και να προσκυνήσωμεν και τους Αγίους Τόπους». Λαβόντες λοιπόν οι Άγιοι πλούτον πολύν, απήλθον μετά τινων των υπηρετών των εις την Αγίαν Πόλιν· ένθα προσκυνήσαντες ευλαβώς όλους τους τόπους εκείνους, έδιδον πανταχού και ικανήν ελεημοσύνην, περιφερόμενοι δε ηρώτων και δια τους υιούς των, αλλ’ ουδέν περί τούτων ηδύναντο να μάθουν. Εύρον όμως ένα εκ των υπηρετών των, τον οποίον είχον στείλει μετ’ αυτών εις Βηρυτόν, φορούντα ένδυμα Μοναχού, ευθύς δε ως τον είδον, έβαλον εις αυτόν μετάνοιαν. Ο δε προσεκύνησεν αυτούς λέγων· «Μη ποιείτε ούτω, κύριοί μου, μη ποιείτε εις εμέ τον υπηρέτην σας μετάνοιαν». Ο δε Άγιος Ξενοφών λέγει εις αυτόν· «Το άγιον σχήμα, όπερ φορείς, ετίμησα· και παρακαλώ μη λυπείσαι, αλλ’ ειπέ εις ημάς τι έγιναν τα τέκνα μας». Ο δε είπε· «Δεν ηξεύρω· διότι καθώς συνετρίβη το πλοίον, έκαστος εφρόντιζε πως να σωθή· όθεν είτε ζώσι είτε απέθανον μόνον ο Θεός γνωρίζει». Τότε ο Ξενοφών ηθέλησε να υπάγη και εις τα μέρη του Ιορδάνου να προσκυνήση και να μοιράση και εις τους εκεί ασκουμένους Μοναχούς ελεημοσύνην. Καταβαίνοντες λοιπόν από Ιεροσολύμων καθ’ οδόν συνήντησαν τον Γέροντα του Αρκαδίου, και πίπτοντες εις τους πόδας του εζήτουν παρ’ αυτού ευλογίαν. Ο δε ευχηθείς αυτούς τους λέγει· «Τις ηνάγκασε τον κύριον Ξενοφώντα και την κυρίαν Μαρίαν να έλθωσιν εις τα Ιεροσόλυμα; Ουδέν άλλο βεβαίως, ειμή ο πόθος των τέκνων σας. Μη λυπείσθε, προσθέτει ο Γέρων, ότι τα τέκνα σας ζώσι και ο Θεός θέλει σας φανερώσει την δόξαν των. Πλην υπάγετε εις τον Ιορδάνην ποταμόν, καλοί εργάται του αμπελώνος Χριστού του Θεού, και όταν επιστρέψητε θέλετε ίδει τα τέκνα σας». Αποχαιρετήσαντες όθεν αυτόν απήλθον, βαδίζοντες την οδόν των, ο δε Άγιος Γέρων επορεύθη εις Ιεροσόλυμα και προσκυνήσας εκάθησε πλησίον του Γολγοθά εις το έδαφος να αναπαυθή και ιδού, κατ’ οικονομίαν Θεού, ο Ιωάννης, ο πρώτος υιός του Ξενοφώντος, ήλθε να προσκυνήση και αυτός τους Αγίους Τόπους. Ιδών δε τον Γέροντα, εποίησεν εις αυτόν μετάνοιαν· ο δε ηυχήθη αυτόν λέγων· «Που ήσο έως τώρα, κυρ Ιωάννη; Οι γονείς σου ήλθον ζητούντες σε, και συ πάλιν ήλθες βεβαίως ζητών τον αδελφόν σου». Τότε ο Ιωάννης πίπτων εις τους πόδας του Γέροντος λέγει· «Παρακαλώ σε, Πάτερ Άγιε, ειπέ μοι, δια τον Κύριον, που είναι ο αδελφός μου; Ότι έως την σήμερον δεν με επληροφόρησεν ο Κύριος αν ζη, μόνον σήμερον ακούω τούτο δια πρώτην φοράν από το άγιόν σου στόμα». Ταύτα εκείνων λεγόντων ιδού και έρχεται ο Αρκάδιος χάριν προσκυνήσεως, τόσον δε ήτο ταλαιπωρημένον το σώμα του εκ της πολλής εγκρατείας, ώστε οι οφθαλμοί του ήσαν βαθουλοί· και προσκυνήσας τον Άγιον Γέροντα είπεν· «Αφήκες το χωράφιόν σου, Πάτερ τίμιε, τρία έτη καθ’ α δεν το επεσκέφθης και εγέμισεν ακάνθας· όθεν θα κοπιάσης κατά πολλά έως να το καθαρίσης». Ο δε απεκρίθη· «Καθ’ εκάστην, τέκνον μου, εν Αγίω Πνεύματι αοράτως επεσκεπτόμην εγώ το χωράφιόν μου και ελπίζω εις τον Θεόν, ότι ακάνθας δεν έχει, αλλά καλούς καρπούς, εκ των οποίων τρώγει και πίνει ο βασιλεύς Χριστός και ευφραίνεται». Καθεζομένων δε αυτών, ηρώτησε τον Ιωάννην ο Γέρων, να είπη την πατρίδα του. Ο δε απεκρίνατο· «Ξένος και αμαρτωλός είμαι, Πάτερ τίμιε, και παρακαλώ τον Θεόν, όπως δι’ ευχών σας ποιήση έλεος δι’ εμέ». «Την πατρίδα σου ειπέ, εις την οποίαν εγεννήθης, την ανατροφήν και το γένος σου, ίνα ούτω δοξασθή ο Θεός». Ο δε Ιωάννης διηγήθη άπαντα· μη δυνάμενος δε ο Αρκάδιος να κρατήση τα δάκρυα, ηγέρθη και λέγει εις τον Γέροντα· «Ούτος είναι ο αδελφός μου»! Ο δε είπεν· «Εγώ εγνώριζον τούτο, τέκνον, αλλά δεν ηθέλησα να σας το είπω, έως ου να γνωρισθήτε μόνοι σας». Τότε ενηγκαλίσθησαν κατά προσταγήν του Γέροντος και ησπάσθησαν ευχαριστούντες τον Κύριον, όστις ηξίωσεν αυτούς να ίδωσιν αλλήλους εις τοιούτον σχήμα. Μετά δύο ημέρας ήλθον οι γονείς αυτών από του Ιορδάνου μετά πολλής παρρησίας και συνοδείας ανθρώπων και προσκυνήσαντες τον Άγιον Τάφον και τον Γολγοθάν έρριψαν και εκεί πολλά φλωρία, εξελθόντες δε του Ναού βλέπουσι τον Άγιον Γέροντα και προσκυνούσιν αυτόν, ούτω λέγοντες εις αυτόν· «Δια τον Κύριον, τελείωσον την υπόσχεσίν σου και δείξον εις ημάς τα τέκνα μας». Τούτων παρόντων εκεί, επρόσταξεν αυτά να μη ομιλήσωσι παντελώς· οι δε γονείς των δεν τα εγνώρισαν, διότι εκ της πολλής εγκρατείας είχον αλλοιωθή τα χαρακτηριστικά των. Ο δε Γέρων είπεν εις τους γονείς· «Υπάγετε να ετοιμάσετε τράπεζαν πλουσίαν να μας φιλεύσητε μετά τούτων των μαθητών μου και εκεί θέλω σας δηλώσει που είναι τα τέκνα σας». Ο δε Ξενοφών εχάρη και απελθών ητοίμασε τράπεζαν. Ο δε Γέρων είπεν εις αυτούς· «Ας υπάγωμεν, τέκνα μου, εις την φιλίαν του πατρός σας, ότι τούτο δεν σας βλάπτει· πλην φυλάττεσθε να μη ομιλήσητε ποσώς, έως να σας είπω· ηξεύρετε δε και τούτο, ότι όσους κόπους και αν κάμητε, δεν φθάνετε εις τα μέτρα των γονέων σας, διότι και να ομιλήση τις μετ’ αυτών ωφελείται». Απήλθον λοιπόν και οι τρεις εκεί που ήτο ο Ξενοφών, όστις τους εδέχθη ως Αγγέλους Θεού και καθίσαντες έτρωγαν ομού άπαντες· ο δε Ξενοφών είπε· «Πως έχουν τα τέκνα μας, τίμιε Πάτερ»; Ο δε απεκρίθη· «Καλά είναι και αγωνίζονται να σωθώσιν». Οι δε γονείς είπον· «Ο Θεός να αναδείξη αυτούς αξίους εργάτας του αμπελώνος Αυτού, δια να λυτρώσωσι και ημάς του αιωνίου πυρός της κολάσεως». Βλέπων δε ο Ξενοφών την θαυμαστήν ευταξίαν, τα χρηστά ήθη και την ευλάβειαν των δύο Μοναχών, είπεν εις τον Γέροντα· «Επ’ αληθείας, τίμιε Πάτερ, καλούς μαθητάς έχεις και η ψυχή μου πολλά ηγάπησεν αυτούς και βλέπω ότι του Θεού είναι άξιοι, αλλά παρακάλει τον Κύριον να γίνωσιν όμοια τούτων και τα τέκνα μας». Ο δε Γέρων είπεν· «Αμήν». Έπειτα λέγει προς τον Αρκάδιον· «Ειπέ μοι από ποίον μέρος και τίνων γονέων υιός είσαι»; Ο δε απεκρίθη· «Εγώ, τίμιε πάτερ, ήμην από την Κωνσταντινούπολιν, υιός πλουσίων γονέων, ο δε πατήρ μου ήτο συγκλητικός· είχον δε και άλλον αδελφόν, μετά του οποίου οι γονείς μου μας έστειλαν εις Βηρυτόν, προς τελειοποίησιν των μαθημάτων μας· πλέοντες δε συνετρίβη το πλοίον και εγώ εσώθην τη βοηθεία του Θεού με εν σανίδιον». Ταύτα ακούσαντες οι γονείς δεν υπέφερον να τελειώση τα επίλοιπα· αλλ’ εσηκώθησαν μετά δακτύων και ενηγκαλίσθησαν αυτούς λέγοντες· «Ταύτα είναι τα τέκνα μας, τίμιε Πάτερ! Και δεόμεθά σου, εγείρου να αποδώσωμεν δόξαν εις τον Θεόν, διότι εύρομεν αυτά, παρακάλεσον δε τον Κύριον να γίνη εύσπλαγχνος και εις ημάς τους αμαρτωλούς, ίνα μας αξιώση της αυτού βασιλείας». Εγερθείς τότε ο Γέρων εποίησε μεγάλην ευχήν και ευχαριστίαν προς Κύριον· έπειτα παρεκάλεσαν ο Ξενοφών και η Μαρία τον όσιον και ενέδυσεν αυτούς το άγιον σχήμα, παρήγγειλε δε εις αυτούς να μη ίδωσιν αλλήλους εις όλην των την ζωήν. Μετά ταύτα οι δύο αδελφοί αποχαιρετήσαντες τους γονείς των ηκολούθησαν τον Γέροντα εις την έρημον, εις την οποίαν και έμειναν ασκούμενοι μέχρις τέλους, αξιωθέντες παρά Θεού να θεραπεύωσι πάσαν ασθένειαν των προσερχομένων και να λάβωσι προορατικόν χάρισμα, ούτω δε καλώς αγωνιζόμενοι εν Κυρίω ετελειώθησαν. Ο δε πατήρ αυτών έστειλε πληρεξούσιον και επώλησεν όλα του τα υπάρχοντα κινητά τε και ακίνητα και διένειμεν αυτά εις τους πτωχούς· τους δε δούλους του άπαντας ηλευθέρωσε, δώσας εις αυτούς και χαρίσματα πλούσια, την δε συμβίαν αυτού έβαλεν εις Μοναστήριον Γυναικών, ήτις καλώς αγωνισαμένη και Θεώ ευαρεστήσασα, έφθασεν εις μέτρα των Αγίων, διότι πολλούς τυφλούς και δαιμονιώντας ιασαμένη ανεπαύσατ εν Κυρίω· ο δε Άγιος Ξενοφών ενδυθείς τρίχινα απήλθεν εις την έρημον, όπου έζησε τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής του, αξιωθείς μυστηρίων μεγάλων και προορατικού χαρίσματος, και είτα ανεπαύσατο και αυτός εν Κυρίω περί τας αρχάς του έκτου αιώνος.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΖ (27η) Ιανουαρίου, η ανακομιδή του λειψάνου του εν Αγίοις πατρός ημών ΙΩΑΝΝΟΥ Αρχιεπισκόπου Κω

Δημοσίευση από silver »


Πάλιν λαμπρά και χαρμόσυνος πανήγυρις και πολύφωτος εορτή κατέλαβε την Εκκλησίαν μας, τον χειμώνα της αθυμίας και το ψύχος της αμαρτίας αφανίζουσα, η μνήμη, λέγω, του διδασκάλου και χρυσοστόμου Πατρός, του οποίου ο φθόγγος, ως και των μακαρίων Αποστόλων, εξήλθεν όντως εις όλα της οικουμένης τα πέρατα και ενεπλήσθη πάσα πόλις και πάσα χώρα από τα χρυσά και λαμπρότατα ρήματα αυτού. Ιδού ήλθεν η χελιδών η πολύφωνος και καλλίφωνος, το μέγα μυστήριον της κοινής Αναστάσεως ως θείον έαρ λαμπρώς εγκαινίζουσα και με την προς ολίγον σιγήν και κατάπαυσιν της πίστεως εμφανίζουσα τον απέραντον ανακαινισμόν της κατά Χριστόν ηλικίας και πνευματικής νεότητος. Παρέστι το χρυσούν στόμα και μετά σιγήν ου σιγών αλλά μάλλον λαλούν ως αληθώς γλυκυτέρους λόγους κηρίου και μέλιτος και ποθεινοτέρους και τιμιωτέρους ατιμήτων λίθων και χρησιμοτέρους χρυσίου κατά αλήθειαν. Η γλώσσα, η βροντώσα τα μεγαλεία της χάριτος, ως πλήκτρω κρουομένη τω πνεύματι και οξυγράφου εκμιμουμένη κάλαμον, τον σαρκωθέντα Θεόν ημών αναγγέλουσα. Χρυσόστομος ο μέγιστος στύλος της Εκκλησίας και πύργος της ευσεβείας άσειστος, ο των αδικουμένων Πατήρ και της διδασκαλίας λύχνος άσβεστος, ο χρόνους πολλούς δια τον Χριστόν διωκόμενος και δια φθόνον των επιβούλων κρυπτόμενος, εφανερώθη σήμερον μετά χρόνους τρεις και τριάκοντα από της αυτού οσίας κοιμήσεως και έλαμψεν υπέρ τον αισθητόν αυτόν ήλιον. Ήλθε μετά τους μακρούς και πικρούς εκείνους διωγμούς ή γλυκείς, να είπω καλλίτερα, επειδή δια τον Χριστόν τους έπαθεν. Ήλθε πάλιν, λέγω, μετά την λαμπράν εξορίαν και τον μακάριον θάνατον εις την ποίμνην αυτού και εισήλθεν εις την πόλιν εντίμως και δικαίως, από την οποίαν αδίκως εδιώχθη το πρότερον. Αλλά ας είπωμεν, κατά τάξιν, εξ αρχής την διήγησιν, δια να λάβετε περισσοτέραν ευφροσύνην και αγαλλίασιν· ήτοι να σημειώσωμεν τίνες ήσαν αιτία και έγινεν η ανακομιδή του αγίου λειψάνου του χρυσορρήμονος και πως και πότε αύτη εγένετο. Ούτος ο μακάριος και θείος πατήρ ημών Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επειδή δεν παρέβλεπε το δίκαιον εκ φιλοπροαωπίας, αλλ’ ήλεγχε πάσαν αδικίαν, δια τούτο ήλεγχε και την βασίλισσαν Ευδοξίαν δια τας παρανομίας και αδικίας, όσας έκαμνε και μάλιστα, επειδή δια τυραννικού τρόπου αφήρεσε τον αγρόν μιας χήρας, Καλλιπρόπης καλουμένης. Τούτου ένεκα εξωρίσθη ο Άγιος πρότερον μεν δις, αλλά πάλιν ανεκλήθη της εξορίας· τρίτον δε και τελευταίον επέμφθη εις Κουκουσόν (αύτη κατ’ άλλους μεν είναι χωρίον πλησίον εις την Τοκάτην και λέγεται τουρκιστί Κιοκ-Σουν, κατ’ άλλους είναι η λεγομένη Κούκουσις και Κούκουσα και ευρίσκεται εις τα σύνορα της Καππαδοκίας και της ελάσσονος Αρμενίας, τιμωμένη με θρόνον Επισκόπου). Από δε της Κουκουσού εξωρίσθη εις Αραβισσόν, ήτις τώρα ονομάζεται Αραπισσός, ως λέγουσί τινες· από δε της Αραπισσού εξωρίσθη εις Πιτυούντα (η οποία και τώρα ούτως ονομάζεται, ούσα πλησίον εις την Τοκάτην και λεγομένη κατ’ άλλους Μπίζερε). Αυτοί δε οι τρεις ειρημένοι τόποι ήσαν όχι μόνον έρημοι και εστερημένοι των αναγκαίων, αλλά και επολεμούντο υπό των πλησιοχώρων Ισαύρων. Εκεί λοιπόν ευρισκόμενος εξόριστος ο μέγας ούτος Πατήρ και ένσαρκος άγγελος, εκλήθη εις τους ουρανούς υπό του Δεσπότου των απάντων, δια μέσου Πέτρου και Ιωάννου των ιερών Αποστόλων και ούτω μετέβη λοιπόν από της γης εις τας ουρανίους σκηνάς. Το δε άγιον αυτού λείψανον απεθησαυρίσθη εις τα Κόμανα της Καππαδοκίας, ομού μετά των αγίων λειψάνων των Αγίων Μαρτύρων Βασιλίσκου και Λουκιανού, καθώς παρ’ αυτών των ιδίων απεκαλύφθη εις αυτόν έτι ζώντα, δι’ οπτασίας νυκτερινής. Αφού δε οι μαθηταί του Αγίου, οίτινες τον συνώδευσαν εις την εξορίαν, ενεταφίασαν αυτόν, επήγαν εις Ρώμην, όπου κατ’ εκείνον τον καιρόν Πάπας ήτο ο Άγιος Ιννοκέντιος και βασιλεύς ο αδελφός του Αρκαδίου Ονώριος και διηγήθησαν εις αυτούς εξ αρχής όλας τας τιμωρίας, τας οποίας εποίησαν εις τον θείον Χρυσόστομον· δηλαδή ότι επλήρωσαν ανθρώπους δια να τον φονεύσωσιν, ότε επήγαινον αυτόν εις την εξορίαν και ότι εκείνοι πολλάς του έκαμνον τυραννίας, δια να πράξωσι την εντολήν των εχθρών του, ότε ως Άγγελον υπεδέχετο αυτόν η Ανατολή, αλλ’ ο Θεός δεν ηθέλησε να γίνη τοιούτος φόνος και τον εφύλαξεν. Επίσης διηγήθησαν εις αυτούς πως εφάνησαν εις αυτόν οι ένδοξοι Απόστολοι· ομοίως δε και τον μέγαν σεισμόν τον οποίον έκαμεν ο Θεός μετά την εξορίαν του δικαίου, όστις εχάλασε τα βασίλεια και σχεδόν άπασαν την πόλιν, την φοβεράν χάλαζαν, ήτις επροξένησε τόσην ζημίαν, ώστε και αυτήν την στήλην της μυσαράς Ευδοξίας συνέτριψεν· το θείον πυρ το οποίον εξήλθεν εκ του θρόνου του Αγίου, το οποίον έβλαψε πολύ τον Ναόν εκ του οποίου θαυμασίως διεδόθη και προς το ανάκτορον, διότι εντός τριών ωρών κατέκαυσεν αυτό τελείως. Ταύτα ακούσαντες οι Ρωμαίοι εχάρησαν ομού και ελυπήθησαν. Και ελυπήθησαν μεν δια τας βασάνους των πονηρών εκείνων κατά του Αγίου, εχάρησαν δε δια την σταθερότητα αυτού, εξαιρέτως δε ο Πάπας και ο βασιλεύς εξεκαύθησαν υπό θείου ζήλου και έγραψαν αμφότεροι επιστολάς προς τον Αρκάδιον ελέγχοντες την παρανομίαν και αδικίαν αυτού. Και ο μεν Πάπας έπεμψεν εις τον βασιλέα αφορισμόν, έχοντα ως εξής· «Φωνή αίματος του δικαίου Ιωάννου βοά προς τον Θεόν κατά σου, βασιλεύ Αρκάδιε! Διότι τον καιρόν της ειρήνης εποίησας καιρόν διωγμού εις την Εκκλησίαν εξορίζων τον αληθή ποιμένα της, μεθ’ ου και αυτόν τον Χριστόν, φεύ! εξώρισας και παρέδωκας το ποίμνιον αυτού εις μισθωτούς και όχι αληθείς ποιμένας· εγώ δεν λυπούμαι δια τον Χρυσόστομον, ότι μακάριος εκείνος δια τα μεγάλα του κατορθώματα και τρισμακάριος δια τας αναριθμήτους κολάσεις, ας υπέμεινε, δι’ ων έλαβε τον κλήρον εις την Βασιλείαν του Θεού μετά των Αποστόλων και Μαρτύρων· λυπούμαι όμως δια την ιδικήν σου απώλειαν, διότι, ίνα ποιήσης το θέλημα μιας γυναικός άφρονος, εστέρησας όλον τον κόσμον της μελιρρύτου διδαχής του. δια τούτο και εγώ ο ελάχιστος, όστις επιστεύθην του Κορυφαίου τον θρόνον, κανονίζω σε και αυτήν, χωρίζων υμάς της αγίας κοινωνίας των θείων του Χριστού Μυστηρίων· και ει τις τολμήση να κοινωνήση υμάς, να είναι καθηρημένος και αφωρισμένος· ει δε και υμείς βιάσητε τινα, μη γένοιτο, να κοινωνήση υμάς, καταφρονούντες την Αποστολικήν ταύτην διάταξιν, να είσθε ως οι τελώναι και εθνικοί παρά τω Ορθοδόξω συστήματι και να μένη η αμαρτία ενώπιον υμών, όπως εν ημέρα της κρίσεως λάβητε την πρέπουσαν παίδευσιν· τον δε Αρσάκιον, ον εβάλετε επί του θρόνου του Χρυσοστόμου, καθαιρούμεν και μετά θάνατον, ως και πάντας τους μετά τούτου συγκοινωνήσαντας· διότι μοιχώ τω τρόπω έλαβε την αξίαν ο ανάξιος· τον δε Θεόφιλον, όχι μόνον καθαιρούμεν, αλλά και αφορίζομεν, ίνα η και του Χριστού αλλότριος. Ταύτα, ως ημείς δένομεν εν τη γη, ούτω δένονται και εν τω ουρανώ καθώς ακούεις εις το ιερόν Ευαγγέλιον». Ο δε Ονώριος έστειλε και αυτός άλλην επιστολήν, έχουσαν ούτω· «Αδελφέ Αρκάδιε, δεν γνωρίζω ποία επαναστατική ενέργεια σε παρεκίνησε να ακούσης μίαν γυναίκα και να ποιήσης ταύτα, τα οποία άλλος βασιλεύς Χριστιανός δεν εποίησε· και δικαίως σε κατακρίνουσιν όλοι οι εδώ Επίσκοποι, ότι εξώρισας άνευ κρίσεως τον μέγαν Αρχιερέα του Θεού, τον οποίον εφόνευσαν δια τιμωριών και βασάνων οι στρατιώται σου· έτι δε και ότι τους Αρχιερείς τοποτηρητάς, τους οποίους έστειλεν απ’ εδώ η Εκκλησία των Ρωμαίων, προς τιμήν ημών και προς βεβαίωσιν της αληθείας, όχι μόνον εφυλάκισας, αλλά και τα χρήματα, άπερ είχον δι’ έξοδά των αφήρεσας, διο και εκινδύνευσαν υπό της πείνης εις θάνατον. Ούτω ποιήσας δεν κατεφρόνησας τα Αποστολικά παραγγέλματα; Σπεύσον, αδελφέ, ίνα δι’ έργων ευαρεστήσης Θεόν και ανθρώπους· διόρθωσον τα σφάλματά σου, γιγνώσκων ότι αι προσευχαί των Ιερέων στερεώνουσι την βασιλείαν μας». Δεξάμενος τας επιστολάς ο Αρκάδιος ελυπήθη υπερβολικά και τινάξας την ραθυμίαν, πρώτον μεν ετιμώρησε τους κακοποιήσαντας τους Ρωμαίους Αρχιερείς, εκ των οποίων άλλους μεν εμαστίγωσε, ετέρους δε εθανάτωσε, κρεμάσας αυτούς εις τα ξύλα. Όλους δε τους συγγενείς της Ευδοξίας, οίτινες συνήργησαν εις την του Αγίου καθαίρεσιν, καθήρεσε και εδήμευσε την περιουσίαν των. Ουδέ της ιδίας αυτού γυναικός εφείσθη τελείως, αλλ’ έδειρε και ετιμώρησεν αυτήν τόσον, ώστε υπό της στενοχωρίας της ησθένησε. Κατόπιν έδεσε τον Μηνάν, τον Θεότεκνον και τον Ισχυρίωνα τους ανεψιούς Θεοφίλου, τον Γαβάλων Σεβηριανόν και τον Βεροίας Ακάκιον, οίτινες ευρέθησαν εκεί και έστειλεν αυτούς λίαν περιφρονημένους προς τον Πάπαν Ιννοκέντιον, γράφων και επιστολήν εις αυτόν με πολλήν ταπείνωσιν προς απάντησιν, τοιαύτα λέγουσαν· «Εγώ δεν εγνώριζον ουδέν εξ όσων επράχθησαν κατά των απεσταλμένων υμών, όταν δε έμαθον ταύτα, εθανάτωσα τους αυτούς αδικήσαντας· ούτε επίσης εις καθαίρεσιν του Ιωάννου ήμην αίτιος, αλλ’ Επίσκοποι τινες άθλιοι, οίτινες μοι έδειξαν εκκλησιαστικούς Κανόνας και εδέχθησαν το αμάρτημα, τους οποίους πιστεύσας έδωκα την άδικον ψήφον. Στέλλω όθεν τη Οσιότητί σου τον Ακάκιον, τον Σεβηριανόν και τους συγγενείς τού πονηρού Θεοφίλου, εις τον οποίον θέλω γράψει να έλθη εκεί βιαίως και τιμώρησον αυτούς ως βούλεσαι· ημάς δε συγχώρησον τη πατρική φιλανθρωπία σου και μη ημάς στερήσης της των Αχράντων Μυστηρίων ιεράς μεταλήψεως, ότι και το τέκνον σου Ευδοξίαν επαίδευσα και βαρέως εμαστίγωσα· όθεν και ασθενήσασα βαρέως κατάκειται κλινήρης· λοιπόν μη ημάς παιδεύσης περισσότερον, Πάτερ τιμιώτατε, καθ’ όσον μάλιστα μετανοούμεν εξ όλης καρδίας και πρέπει κατά την άπειρον ευσπλαγχνίαν του Παναγάθου Θεού, να συγχωρήση ημάς η υμετέρα Οσιότης». Έγραψε δε και εις τον Ονώριον, ίνα μεσιτεύση προς τον Πάπαν να του στείλη συγχώρησιν. Δεξάμεος ο Πάπας τας επιστολάς του Αρκαδίου εχάρη λίαν δια την ταπείνωσιν αυτού, διο έγραψεν εις τον μαθητήν του Χρυσοστόμου Πρόκλον, όστις ήτο τότε Επίσκοπος Κυζίκου, να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν, να λύση τους βασιλείς εκ του αφορισμού, να κοινωνήση αυτούς των θείων Μυστηρίων και να καθίση Πατριάρχης επιτροπικός, έως ου να εξετάσωσι τον Αττικόν επιμελώς. Έγραψε δε ιδιαιτέρως και προς τον Αρκάδιον, ότι εδέχθη την μετάνοιαν αυτού και τον συγχωρεί, αλλά να διατάξη να γράψωσι το όνομα του Χρυσοστόμου εις τα ιερά δίπτυχα και να στείλη τον Θεόφιλον εις την Θεσσαλονίκην, εις την οποίαν θα υπάγη και ο ίδιος δι’ αναγκαίαν υπόθεσιν. Ταύτας τας εντολάς ο βασιλεύς ασμένως δεξάμενος και έχων απόφασιν να τας εκτελέση, έγραψε προς τον Θεόφιλον ούτως· «Ετάραξας όλην την οικουμένην και έλαβες την τοποκρατορίαν σατανικώς εφ’ εαυτού σου, χωρίς να σεβασθής νόμους εκκλησιαστικούς, ούτε βασιλικήν εξουσίαν· όθεν αναχώρησον ευθύς άνευ ουδεμιάς προφάσεως και ύπαγε εις την Θεσσαλονίκην να κριθής υπό του Ρώμης Αρχιεπισκόπου». Λαβών την επιστολήν ταύτην ο Θεόφιλος εταράχθη βλέπων τας απειλάς του αυτοκράτορος· όμως δεν επρόφθασε να υπάγη εις Θεσσαλονίκην, διότι ο Θεός του έστειλεν ανίατον ασθένειαν και οδυνώμενος υπό λιθιάσεως ωμολόγει παρρησία τας κακουργίας, τας οποίας έπραξεν εις τον Χρυσόστομον και δια τας οποίας δικαίως επαιδεύετο, έως ου κακώς εξεψύχησεν. Όχι δε μόνον ο Θεόφιλος, αλλά και όλοι όσοι συνεκοινώνησαν εις την εξορίαν του Χρυσοστόμου ετιμωρήθησαν υπό θεηλάτου πληγής, κακώς οι κακοί απολεσθέντες· εξόχως δε η Ευδοξία έπεσεν εις αιμόρροιαν και εσάπισεν όλον το σώμα της, ώστε εξ αυτού σκώληκες εξήρχοντο και δυσωδία ανυπόφορος, εξ ων εγνώρισεν, ότι δια τον Άγιον τιμωρείται. Διο παρεκάλει αυτόν με γοεράς φωνάς, απέδωκε τον αμπελώνα εις την χήραν ως και τας άλλας αδικίας, τας οποίας εποίησε και με πολλάς οδύνας εξεψύχησε. Και πάλιν ουδέ μετά θάνατον έμεινεν ατιμώρητος, διότι έτρεμεν ο τάφος αυτής, εις έκπληξιν των ορώντων ανείκαστον, ο οποίος κλόνος εκράτησε τριάκοντα τρία έτη, έως ου έφεραν από της εξορίας το άγιον λείψανον. Αφήκε δε η Ευδοξία θυγατέρας τέσσαρας· Πουλχερίαν, Φουλίαν, Αρκαδίαν και Μαρίαν και ένα υιόν ονόματι Θεοδόσιον. Εβασίλευσε δε ο Αρκάδιος έτη δέκα τέσσαρα και ετελεύτησεν, οκταετούς όντος του νέου Θεοδοσίου, αι δε αδελφαί του Θεοδοσίου δεν ενυμφεύθησαν. Εκυβέρνα δε το βασίλειον η Πουλχερία, ούσα τότε ετών δέκα εννέα, έως ου ήλθεν ο Θεοδόσιος εις ηλικίαν νόμιμον. Βασιλεύοντος δε Θεοδοσίου του Μικρού ήδη έτη τριάκοντα, ο Άγιος Πρόκλος, μαθητής και Διάκονος χρηματίσας του θείου Χρυσοστόμου, κοινή ψήφω έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Κατά δε τον τέταρτον χρόνον της πατριαρχίας του Πρόκλου, ήτοι εν έτει υλε΄ (435), έπεισε τον βασιλέα και έπεμψε δια να φέρωσιν εις Κωνσταντινούπολιν το λείψανον του θείου πατρός. Φθάσαντες οι απεσταλμένοι εις τα Κόμανα, ηρώτησαν τους εγχωρίους να δείξωσιν εις αυτούς τον τάφον, ίνα πάρωσι το λείψανον. Οι δε επικράνθησαν υπέρμετρα, ότι εστερούντο τοιούτου θησαυρού ατιμήτου· πλην δεν ετόλμησαν να εναντιωθώσιν εις το βασιλικόν πρόσταγμα, αλλ’ έφεραν αυτούς εις τον τάφον του μάκαρος και καθώς εσήκωσαν τον λίθον να εκβάλωσιν έξω το λείψανον, έμεινεν ακίνητον, ω του θαύματος! και δεν ηδυνήθησαν τόσοι άνδρες να σαλεύσωσιν αυτό ολοτελώς. Όθεν επέστρεψαν οι αποσταλέντες εις τα βασίλεια άπρακτοι. Κηρύττοντες εις όλην την πόλιν το θαυμάσιον τούτο, ότι δηλαδή ο Άγιος δεν έδωκε τον εαυτόν του, αλλ’ έμεινεν ακίνητος· (τούτο δε το έκαμε, διότι με αυθεντίαν και υπερηφάνειαν ήθελε να πάρη το λείψανόν του ο βασιλεύς, τον οποίον ηθέλησε να διδάξη ο Άγιος ταπεινοφροσύνην και μετριότητα). Τούτου χάριν περεκάλεσε τον Άγιον ο βασιλεύς αποστείλας εις αυτόν επιστολήν ήτις περιείχε ταύτα: «Εις τον Οικουμενικόν Πατριάρχην, Διδάσκαλον και πνευματικόν Πατέρα Ιωάννην τον Χρυσόστομον, την προσκύνησιν προσφέρω, εγώ ο βασιλεύς Θεοδόσιος. Ημείς, Πάτερ τίμιε, νομίζοντες ότι το σώμα σου τυγχάνει νεκρόν, ως και τα λοιπά σώματα των αποθανόντων, ηθελήσαμεν να μεταφέρωμεν αυτό απλώς εις ημάς, δια τούτο και του ποθουμένου δικαίως εστερήθημεν· αλλά σύ, Πάτερ τιμιώτατε, συγχώρησον ημάς μετανοούντας, διότι συ εδίδαξας εις πάντας την μετάνοιαν και δος τον εαυτόν σου, ως Πατήρ φιλόπαις, εις ημάς τους φιλοπάτορας υιούς σου και τους σε ποθούντας εύφρανον δια της παρουσίας σου». Λαβόντες λοιπόν οι απεσταλμένοι την επιστολήν ταύτην και φθάσαντες εις τον τόπον, ετέλεσαν καθώς ο βασιλεύς τους επρόσταξε και βλέπουσι πάλιν άλλο θαυμάσιον· ήτοι φως άρρητον με πολλήν λαμπηδόνα από του τάφου αναπηδήσαν, ευωδία δε ανείκαστος εξήλθε του τάφου και δεν εφαίνετο ως νεκρός ο Άγιος, αλλά φαιδρός εις την όψιν γεμάτος αμβροσίας και νέκταρος. Ότε λοιπόν επέμφθη η επιστολή αύτη και ετέθη επί του στήθους του Αγίου, έδωκε τον εαυτόν του ο θείος Πατήρ, διότι η θήκη ήτις περιείχε το άγιον λείψανον ευκόλως και χωρίς κόπον εφέρετο ανεμποδίστως. Τότε έγιναν και πολλά θαυμάσια εις όσους μετά πίστεως τον ησπάσθησαν. Εξόχως δε ήτο εις χωλός εν τω μέσω του πλήθους και με πολύν του κόπον έκαμε τρόπον και ήγγισεν εις τους πόδας του το του Αγίου ιμάτιον και ευθύς ιάθη. Θέτοντες λοιπόν το ιερόν λείψανον εις χρυσοκόλλητον λάρνακα και βαστάζοντες αυτήν εκίνησαν την οδοιπορίαν πρόθυμοι με ψαλμωδίαν πολλήν, με λαμπάδας και θυμιάματα και εις όσας πόλεις και χώρας υπεδέχοντο τον Άγιον, ηγιάζοντο. Όταν δε επλησίασαν εις την Χαλκηδόνα και το ήκουσαν εις την βασιλεύουσαν, έδραμον όλοι νέοι και γέροντες με πόθον πολύν να το προϋπαντήσωσιν, ως έπρεπε, και εγέμισε πλοία όλη η θάλασσα, ήτις εφαίνετο ώσπερ γη στερεά. Όταν έφθασε το άγιον λείψανον αντίπεραν της Κωνσταντινουπόλεως, εξήλθεν ο Πατριάρχης μετά του βασιλέως και όλη η Σύγκλητος δια να προϋπαντήσωσι τον Άγιον. Την θήκην δε την έχουσαν το άγιον λείψανον έβαλον εις πλοίον βασιλικόν. Γενομένης δε τρικυμίας, τα μεν άλλα πλοία διεσκορπίσθησαν εις έν και άλλο μέρος, το δε πλοίον το περιέχον το άγιον λείψανον εξήλθεν εις τον αγρόν της Καλλιτρόπης χήρας, την οποίαν η Ευδοξία ηδίκησεν, ως προείπομεν· και τότε πάλιν έγινεν εις την θάλασσαν γαλήνη. Όταν δε έφθασαν εις τον ωρισμένον τόπον εκείνοι, οίτινες εβάσταζον το τίμιον λείψανον, είδον ότι έκλινε πάλιν θαυμασίως προς το εν μέρος αφ’ εαυτού του, εκείνο το ηυτρεπισμένον και ητοιμασμένον δια τον Άγιον κουβούκλιον και προσεκάλει με σχήμα το λείψανον. Μέγας ει, Κύριε, και θαυμαστά τα έργα σου! Όταν έβαλον εις το πλοίον εκείνο το τίμιον λείψανον, ο μεν βασιλεύς είχε πόθον να υπάγη εις τα βασίλεια, αλλ’ ως φαίνεται δεν ήθελεν ο Άγιος Χρυσόστομος, δια τούτο κατέβη το ρεύμα της θαλάσσης του Ελλησπόντου δυνατόν. Πρώτον λοιπόν εφέρθη το άγιον λείψανον εις τον Ναόν του Αποστόλου Θωμά, τον ονομαζόμενον του Αμαντίου, όπου ο βασιλεύς ήτο παρών και εσκέπαζε δια της βασιλικής του χλαμύδος την θείαν σορόν του λειψάνου και ομού παρεκάλει τον Άγιον να παύση τον κλονισμόν του τάφου της μητρός του, ο οποίος έτρεμεν ήδη τριάκοντα τρία έτη· και δη επέτυχε της αιτήσεως διότι εστάθη, παραδόξως, ο κινούμενος τάφος εκείνης. Μετά ταύτα εκομίσθη το άγιον λείψανον εις τον Ναόν της Αγίας Ειρήνης· εκεί δε έβαλον το άγιον λείψανον επάνω εις το ιερόν Σύνθρονον και εβόησαν άπαντες: «Απόλαβε τον θρόνον σου, Άγιε». Είτα απέθεσαν την θήκην του λειψάνου επί της βασιλικής αμάξης και έφεραν αυτό εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Εκεί έβαλαν το άγιον λείψανον επάνω εις την ιεράν καθέδραν και, και ω του θαύματος! επεφώνησεν εις τον λαόν το «Ειρήνη πάσι και τη Ευδοξία συγχώρησον». Και ύστερον ετέθη υποκάτω εις την γην όπου και τώρα ευρίσκεται. Ότε δε η ιερά λειτουργία ετελείτο, θαύματα μεγάλα εγίνοντο, εν των οποίων είναι τούτο. Άνθρωπος τις πάσχων από ασθένειαν, ονομαζομένην αρθρίτιδα (αύτη προξενεί πόνους και οδύνας εις τας αρθρώσεις και τους αρμούς των μελών του σώματος) και παράλυτος ων και σχεδόν ακίνητος, ήγγισε της ιεράς θήκης του αγίου λειψάνου και, ω του θαύματος! παρευθύς ηλευθερώθη τελείως από του πάθους. Ούτως ηξεύρει να δοξάζη ο Θεός τους δοξάζοντας Αυτόν δια της πολιτείας των. Τελείται δε η αυτού σύναξις εν τω πανσέπτω Ναώ των Αγίων Αποστόλων όπου και το ιερόν αυτού σώμα ευρίσκεται, υποκάτω του θυσιαστηρίου. Περί δε της εξορίας του Αγίου και πως με πολλήν γενναιότητα υπέφερεν ο Χρυσορρήμων τα λυπηρά, θέλομεν μεταχειρισθή τα ίδια του λόγια, τα οποία έγραψεν εν είδει επιστολής εις τον Επίσκοπον Κυριακόν, όντα και αυτόν εξόριστον. Έχουσι δε ούτως:
Επιστολή του θείου Χρυσοστόμου. Φέρε, ω αδελφέ Κυριακέ, να ανακουφίσω την πληγήν της λύπης σου και να διασκεδάσω του λογισμού σου το νέφος. Τι πράγμα σε κάμνει, αδελφέ, να λυπάσαι και να αδημονής; Διότι ο χειμών είναι μέγας και η τρικυμία αύτη, ήτις επλάκωσε την Εκκλησίαν του Θεού, είναι πικρά και βαρεία; Ναι, εγώ το ηξεύρω και ουδείς αντιλέγει εις τούτο, αλλά, εάν αγαπάς, εγώ θα σοι υποβάλω μίαν παρομοίωσιν των τωρινών ταραχών. Πολλάκις βλέπομεν την αισθητήν θάλασσαν ταραττομένην όλην κάτωθεν εκ της αβύσσου, βλέπομεν δε και τους ναύτας, οίτινες αγνοούντες τι να πράξωσιν ένεκεν της υπερβολικής τρικυμίας, δένουσι τας χείρας εις τα γόνατά των, και κάθηνται απορούντες, επειδή δεν βλέπουν ούτε ουρανόν, ούτε πέλαγος, ούτε γην, αλλά κείνται επί του καταστρώματος του πλοίου και εκεί κλαίουσι και οδύρονται. Καθώς λοιπόν τοιαύτη τρικυμία γίνεται εις την ορατήν θάλασσαν, ούτω τώρα και εις την Εκκλησίαν του Θεού γίνεται χειροτέρα τρικυμία και περισσότερα κύματα. Όθεν παρακάλει, αδελφέ, τον Δεσπότην και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, ο οποίος δεν καταπαύει την τρικυμίαν ταύτην με τέχνην και δυσκολίαν, αλλά με μόνον το νεύμα και την θέλησίν Του διαλύει την ταραχήν. Και αν ακόμη παρακάλεσας τον Κύριον και δεν εισηκούσθης, μη αμελήσης, διότι τοιαύτη συνήθεια είναι εις τον φιλάνθρωπον Θεόν, να μη εισακούη παρευθύς, προνοούμενος δια την σωτηρίαν μας. Διότι μήπως δεν ηδύνατο να λυτρώση τους τρεις Αγίους Παίδας εκείνους, όπως μη ριφθώσιν εις την κάμινον; Ναι, ηδύνατο· αλλ’ όμως πρότερον δεν τους ελύτρωσεν. Αφ’ ου δε εκείνοι ηχμαλωτίσθησαν εις την Βαβυλώνα και αφού εγκατελείφθησαν εις την χώραν των βαρβάρων και εξωρίσθησαν εκ της πατρικής των κληρονομίας, και αφ’ ου ερρίφθησαν εις την κάμινον και απηλπίσθησαν παρά πάντων, ώστε ουδεμία βοήθεια έμεινεν εις αυτούς, τότε δη τότε ο αληθινός Θεός αιφνιδίως την θαυματουργίαν εποίησε και διεσκόρπισε το πυρ, το οποίον ήτο εις την κάμινον των Χαλδαίων. Η κάμινος λοιπόν έγινεν Εκκλησία εις τους εν αυτή ευρισκομένους Παίδας· όθεν και εκάλουν όλα τα κτίσματα, Αγγέλους, δυνάμεις, στοιχεία και ούτως όλα συναθροίζοντες έλεγον· «Ευλογείτε πάντα τα έργα Κυρίου τον Κύριον». Βλέπεις, αδελφέ, ότι η υπομονή των δικαίων μετέβαλε το πυρ εις δρόσον και ότι αυτή έπεισε τον τύραννον Ναβουχοδονόσορα να στέλλη επιστολάς εις όλον του το βασίλειον και να λέγη· «Μέγας είναι ο Θεός Σεδράχ, Μισάχ και Αυδεναγώ». Και βλέπε πόσον απότομον και φοβεράν διαταγήν εξέδωκεν· όποιος, λέγει, ήθελεν είπει λόγον εναντίον των τριών Παίδων, τούτου το οίκημα να διαρπάζηται και η περιουσία του να γίνηται αυθεντική». Λοιπόν μη λυπήσαι, αδελφέ Κυριακέ, διότι και εγώ, όταν εξωρίσθην εκ της Κωνσταντινουπόλεως, δεν εφρόντιζον δια κανέν πράγμα, αλλά έλεγον ταύτα καθ’ εαυτόν: «Εάν θέλη η βασίλισσα να με εξορίση, του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής» (Ψαλμ. κγ:1). Εάν θέλη να με πριονίση, ας με πριονίση· έχω εις τούτο παράδειγμα τον Προφήτην Ησαϊαν· αν θέλη να με ρίψη εις το πέλαγος, ενθυμούμαι τον Προφήτην Ιωνάν, παρόμοιον τι παθόντα· αν θέλη να με βάλη εν λάκκω, έχω παράδειγμα τον Προφήτην Δανιήλ, όστις ετέθη εν τω λάκκω των λεόντων· εάν θέλη να με λιθοβολήση, έχω τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον, όστις τούτο εδοκίμασεν· αν με αποκεφαλίση, έχω υπόδειγμα τον Βαπτιστήν Ιωάννην· αν θέλη να αφαιρέση την περιουσίαν μου, εάν έχω, ας την λάβη· «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι» (Ιώβ α:21). Εις εμέ παραγγέλλει και ο Απόστολος λέγων: «Πρόσωπον Θεός ανθρώπου ου λαμβάνει» (Γαλ. β:6), και «Ει έτι ανθρώποις ήρεσκον, Χριστού δούλος ουκ αν ήμην» (Γαλ. α:10). Οπλίζει με δε και ο Δαβίδ λέγων: «Ελάλουν εν τοις μαρτυρίοις σου εναντίον βασιλέων και ουκ ησχυνόμην» (Ψαλμ. ριη:46). Πολλά κατεσκεύασαν εναντίον μου οι μισούντες με, αλλά όλα τα έπραξαν εκ του φθόνου των και της κακίας. Ηξεύρω βεβαίως ότι λυπείσαι, αδελφέ, διότι εκείνοι, οίτινες με εξώρισαν, παρρησία περιέρχονται τας αγοράς και ακολουθεί αυτούς πλήθος δορυφόρων και δούλων· αλλ’ όμως ενθυμήθητι πάλιν τον πλούσιον και τον Λάζαρον, ποίος μεν εις την παρούσαν ζωήν εθλίβη, ποίος δε πολλά απήλαυσε. Διότι τι έβλαψε τον Λάζαρον η πολλή πτωχεία; Δεν εφέρθη εκείνος εις τους κόλπους του Αβραάμ με δόξαν αθλητού και τροπαιούχου; Τι δε ωφέλησεν ο πλούτος τον πλούσιον, τον ενδεδυμένον με πορφύραν και βύσσον; Βεβαίως ουδέν· διότι που είναι τώρα οι κόλακες και η βασιλική του τράπεζα; Δεν εφέρθη εις τον τόπον ο άθλιος, δεδεμένος ως ληστής, φέρων την ψυχήν του γυμνήν από τον κόσμον τούτον και φωνάζων με κενήν και ανωφελή φωνήν: «Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον, ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου του εν ύδατι και με αυτό δροσίση την γλώσσαν μου, η οποία φλογίζεται πικρώς εις την φλόγα ταύτην;» (Λουκ. ιστ:24). Άθλιε πλούσιε, τι πατέρα ονομάζεις τον Αβραάμ, την ζωήν του οποίου δεν εμιμήθης; Ο Αβραάμ πάντα άνθρωπον εξενοδόχει εις τον οίκον του, συ δε ουδέ ένα πτωχόν εφρόντισας να θρέψης. Δεν πρέπει να πενθήση τις και να κλαύση, ότι ο δυστυχής πλούσιος, ο κεκτημένος τόσον πλούτον, έγινεν ενδεής και μιάς μόνης ρανίδος ύδατος; Και διατί τούτο; Επειδή εις τον χειμώνα της παρούσης ζωής δεν έσπειρε, δια τούτο ήλθε το θέρος της άλλης ζωής και δεν εθέρισε. Και τούτο γίνεται κατ’ οικονομίαν του Δεσπότου των όλων Θεού, δηλαδή να είναι η κόλασις των ασεβών και αμαρτωλών και η ανάπαυσις των ευσεβών και δικαίων αντικρύ η μία εις την άλλην. Διατί; Ίνα βλέπωσιν αλλήλους οι ασεβείς και οι ευσεβείς, και οι αμαρτωλοί και οι δίκαιοι, και ούτω να γνωρίσωσιν ο εις τον άλλον· διότι τότε έκαστος Μάρτυς θέλει γνωρίσει τον τύραννον ο οποίος τον εβασάνισε, και αντιστρόφως, έκαστος τύραννος θέλει γνωρίσει τον Μάρτυρα, τον οποίον ετιμώρησεν». Και ότι αυτά τα οποία λέγω δεν είναι ιδικά μου λόγια, άκουσον την Σοφίαν του Σολομώντος, λέγοντος: «Τότε στήσεται εν παρρησία πολλή ο δίκαιος κατά πρόσωπον των θλιψάντων αυτόν» (Σοφ. ε:1), διότι ως ο οδοιπόρος περιπατών εις το καύμα του ηλίου και ευρίσκων κατά τύχην πηγήν τινα καθαρού ύδατος, κατακαίεται μεν εκ της δίψης, εμποδίζεται δε του να πίη νερόν ή καθώς τις λίαν πεινασμένος, όστις παρακάθηται μεν εις τράπεζαν τινά, ήτις περιέχει διάφορα φαγητά, εμποδίζεται δε από άλλον τινά δυνατώτερον να μη φάγη, καθώς, λέγω, οι τοιούτοι, και ο διψασμένος δηλαδή και ο πεινασμένος, πολύν πόνον και τιμωρίαν δοκιμάζουσι, διότι και ο διψασμένος δεν ημπορεί να σβύση την δίψαν του δια του ύδατος και ο πεινασμένος δεν ημπορεί να ανακουφίση την πείναν του δια του φαγητού, τοιουτοτρόπως θέλει ακολουθήσει και εν τη ημέρα της κρίσεως· διότι θα βλέπωσι μεν τους Αγίους ευφραινομένους οι ασεβείς και οι αμαρτωλοί, δεν θα δυνηθώσιν όμως να απολαύσωσι και αυτοί από την βασιλικήν εκείνην τράπεζαν των Δικαίων. Όθεν και ο Θεός, θέλων να τιμωρήση τον Αδάμ, τον ετοποθέτησεν αντικρύ του Παραδείσου και εκεί να εργάζηται την γην, ίνα καθ’ εκάστην βλέπων μεν τον ποθεινόν εκείνον τόπον του Παραδείσου εκ του οποίου εξήλθε, μη ημπορών δε να τον απολαύση, έχη πάντοτε πόνον και θλίψιν εις την ψυχήν του αφόρητον. Εάν δε, αδελφέ Κυριακέ, δεν ανταμωθώμεν εις την παρούσαν ζωήν, αλλ’ όμως εκεί, εις την άλλην, ουδείς θέλει μας εμποδίσει του να συναντηθώμεν και να συζώμεν ομού. Τότε δε θέλομεν ίδει και εκείνους οι οποίοι μας εξώρισαν, καθώς και ο Λάζαρος είδε τον πλούσιον και οι Μάρτυρες θα ίδωσι τους τυράννους, οίτινες τους εμαρτύρησαν. Δια τούτο λοιπόν μη λυπήσαι, αγαπητέ αδελφέ, αλλ’ ενθυμού τον Προφήτην Ησαϊαν λέγοντα· «Μη φοβείσθε ονειδισμόν ανθρώπων, και τω φαυλισμώ αυτών μη ηττάσθε· ως γαρ ιμάτιον βρωθήσεται υπό χρόνου και ως έρια βρωθήσεται υπό σητός» (Ησ. να: 7-8). Συλλογίσθητι δε και τον Δεσπότην ημών Χριστόν, ότι εν τοις σπαργάνοις έτι ων εδιώκετο και εις την βάρβαρον γην των Αιγυπτίων απερρίπτετο – ποίος; Εκείνος όστις κρατεί τον κόσμον εις τας χείρας του· και διατί; Ίνα γίνη τύπος εις ημάς και παράδειγμα, του να μη παραπονώμεθα και να γογγύζωμεν εις τους πειρασμούς. Ενθυμήθητι δε, προς χάριν μου, και το πάθος του Σωτήρος και πόσας ύβρεις ο Δεσπότης των απάντων υπέμεινε δι’ ημάς· διότι άλλοι μεν των Ιουδαίων ωνόμαζον αυτόν Σαμαρείτην και οινοπότην, άλλοι δε δαιμονισμένον και ψευδοπροφήτην· διότι έλεγον, ότι «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης» (Λουκ. ζ:34) και «Εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια» (Ματθ. θ:34). Τι δε να σοι λέγω, πως υπήγαν, ω του θαύματος! να κατακρημνίσωσιν Αυτόν; Και πως εις το πρόσωπον Αυτόν έπτυον; Και ραπίσματα τω έδιδον; Τι να σοι λέγω; Πως επότιζον αυτόν χολήν και με τον κάλαμον έτυπτον την παναγίαν του κεφαλήν και ενέδυον αυτόν με εμπαικτικήν χλαμύδα; Τι να σοι λέγω, πως με ακάνθας εστεφάνωνον αυτόν και εγονάτιζον έμπροσθέν Του, εμπαίζοντες και παν είδος χλεύης κατ’ Αυτού εκτοξεύοντες; Τι να σοι λέγω, πως έφερον αυτόν εις το Πάθος και εις τον Σταυρόν, γυμνόν και κατάκριτον, οι αιμοβόροι εκείνοι σκύλοι; Και πως όλοι οι Μαθηταί του τον εγκατέλιπον; Διότι ο μεν Πέτρος τον ηρνήθη, ο δε Ιούδας τον επρόδωκεν, οι δε επίλοιποι έφυγον, και μόνος λοιπόν ίστατο γυμνός εν τω μέσω των όχλων εκείνων (διότι εορτή του Πάσχα ήτο τότε, η οποία συνήθροιζεν όλους τους Ιουδαίους εις τα Ιεροσόλυμα ίνα εορτάσωσιν)· ή τι να σοι λέγω πως εσταύρωσαν Αυτόν ως πονηρόν ανά μέσον δύο ληστών; Τι δε να σοι διηγώμαι, πως ο Κύριος έμενεν άταφος όταν τον κατεβίβαζον από του Σταυρού, έως ου ήλθεν Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας και εζήτησεν Αυτόν ίνα τον θάψη; Και πως τον εσυκοφάντησαν, ότι δεν ανεστήθη, αλλ’ οι Μαθηταί του τον έκλεψαν; Ενθυμήθητι δε πάλιν τους Αποστόλους του Κυρίου, ότι εις την αρχήν του Ευαγγελίου εξεδιώκοντο εκ παντός τόπου και ότι εκρύπτοντο εις τας πόλεις, και ο μεν Παύλος ήτο κεκρυμμένος εις την πορφυροπώλιδα γυναίκα, ο δε Πέτρος εις τον Σίμωνα τον σκυτοτόμον και δεν είχον τελείως παρρησίαν εις τους πλουσίους· ύστερον όμως όλα έγιναν εύκολα εις αυτούς· ούτω και συ, αδελφέ, μη λυπήσαι, αν τώρα συμβαίνωσι λυπηρά, διότι ύστερον θα επακολουθήσωσι τα χαροποιά. Ήκουσα δε και δια τον φλύαρον εκείνον Αρσάκιον, τον οποίον εκάθισεν η βασίλισσα Πατριάρχην εις τον θρόνον μου, ότι καθ’ υπερβολήν έθλιψε τους αδελφούς και τας Παρθένους, οίτινες με υπερησπίζοντο και δεν ηθέλησαν να συγκοινωνήσωσι με αυτόν, εκ των οποίων πολλοί και απέθανον εν τη φυλακή δι’ αγάπην μου. Εκείνος, λέγω, ο προβατόσχημος λύκος, ο οποίος έχει μεν σχήμα Επισκόπου, είναι δε μοιχός κατ’ αλήθειαν, διότι καθώς η γυνή ονομάζεται μοιχαλίς, όταν, ζώντος του ανδρός της, λάβη άλλον άνδρα, ούτω αυτός είναι μοιχός ουχί κατά σάρκα, αλλά κατά πνεύμα, επειδή, ζώντος εμού του Επισκόπου της Κωνσταντινουπόλεως, αυτός ήρπασε τον θρόνον μου. Ταύτα σοι, αδελφέ Κυριακέ, γράφομεν από την Κουκουσόν, όπου εξωρίσθημεν κατά προσταγήν της βασιλίσσης. Πολλαί δε θλίψεις και πειρασμοί μοι ηκολούθησαν καθ’ οδόν, αλλ’ όμως δι αυτά δεν εφρόντισα. Όταν δε ήλθομεν εις την χώραν των Καππαδοκών και εις την Ταυροκιλικίαν, χοροί Αγίων Πατέρων μας προϋπήντων· αλλά και πλήθος Μοναχών και Παρθένων, οίτινες έχυνον βρύσεις δακρύων από τους οφθαλμούς των και έκλαιον απαρηγόρητα, βλέποντες ημάς ότι εφερόμεθα εις την εξορίαν και έλεγον προς αλλήλους ότι συμφερώτερον ήτο εις τον κόσμον να σβεσθή ο ήλιος ή να σιωπήση το στόμα του Ιωάννου. Οι λόγοι ούτοι με ετάραξαν και με ελύπησαν, αδελφέ, περισσότερον, αφ’ όσον όλα τα δεινά τα οποία έπαθον, επειδή και έβλεπον όλους κλαίοντας· δια δε τα άλλα, όσα μοι συνέβησαν, ουδόλως εφρόντισα. Κατά πολλά δε μας περιεποιήθη και ο Επίσκοπος ταύτης της πόλεως, και πολλήν αγάπην έδειξεν εις ημάς, ώστε εάν ήτο δυνατόν και εάν δεν εφυλάττομεν τους όρους και Κανόνας, τους μη συγχωρούντας να γίνωνται μεταθέσεις Επισκόπων και να μη είναι δύο Επίσκοποι εν μια και τη αυτή Επισκοπή, βεβαίως ήθελε δώσει και τον θρόνον του εις ημάς. Δέομαι λοιπόν και αντιβολώ, απόρριψον, αδελφέ, την λύπην και αθυμίαν από της ψυχής σου και ενθυμού και ημάς εις τας προς Θεόν ικεσίας σου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΗ΄ (28η) Ιανουαρίου, μνήμη του Οσίου πατρός ημών ΕΦΡΑΙΜ του Σύρου.

Δημοσίευση από silver »


Εφραίμ ο θαυμάσιος πατήρ ημών ήτο το γένος Σύρος γεννηθείς, ως πιθανώς εικάζεται, εις την πόλιν Νίσιβιν της Μεσοποταμίας επί της βασιλείας του Διοκλητιανού περί το τστ΄ (360), επί του οποίου οι γονείς αυτού, ευσεβείς όντες Χριστιανοί, ωμολόγησαν γενναίως την εις τον Ιησούν Χριστόν πίστιν. Προσληφθείς εκ νεαράς ηλικίας υπό του Επισκόπου της πόλεως ταύτης Ιακώβου ανετράφη υπ’ αυτού επιμελώς, διαγνώσαντος την αγαθήν φύσιν του παιδός. Ων δε ο Όσιος εκ νεότητος ενάρετος, έφευγε τας επιβλαβείς ομιλίας των συνομηλίκων του και δεν έχανε ποτέ τον καιρόν του επί ματαίω, αλλ’ ανεγίγνωσκε καθ’ εκάστην τας ιεράς βίβλους των Γραφών, μελετών και σπουδάζων εις αυτάς ακατάπαυστα, εις τας οποίας ησθάνετο τόσην γλυκύτητα, ώστε του ήρμοζε το ρητόν του Προφήτου· «Ως γλυκέα τω λάρυγγί μου τα λόγια σου, υπέρ μέλι τω στόματί μου» (Ψαλμ. ριη (118): 103). Δια τούτο κατώρθωσεν όλας τας αρετάς ο μακάριος, νηστείαν, λέγω, αγρυπνίαν, χαμευνίαν, χρηστότητα, ακτημοσύνην, πραότητα και τα τούτων συνακόλουθα· εξαιρέτως δε την άσυλον ταπεινοφροσύνην, η οποία θανατοί τους δαίμονας. Έμαθε δε και γράμματα και έγινε σοφός διδάσκαλος, καθώς εις τα θαυμάσια συγγράμματά του φαίνεται, με τα οποία μας διδάσκει καθ’ ώραν έως την σήμερον, νουθετών, παρακαλών, συμβουλεύων. Όθεν δι’ αυτού ορθοτομούμεν τον ευσεβή λόγον της πίστεως και προς την απόκτησιν της αρετής εγειρόμεθα πρόθυμοι και εξόχως προς την χριστομίμητον και πολυτίμητον αγάπην προς τον Θεόν και τον πλησίον, δια την οποίαν έβαλλε τόσην σπουδήν και επιμέλειαν ο θαυμάσιος και τόσον την απέκτησεν, ώστε όλοι τον εθαύμαζον. Ακούσατε δε πως και αυτός ο ίδιος, όταν ήλθεν η ώρα να υπάγη προς τον ποθούμενον, το ωμολόγησεν, όχι δια κενοδοξίαν, αλλά προς νουθεσίαν ημών ταύτα λέγων· «Ποτέ μου εις όλην μου την ζωήν δεν ωλιγώρησα προς Κύριον, ούτε τινά ελοιδόρησα, ούτε εξήλθεν άφρων λόγος από το στόμα μου, ουδέ τινα κατηράσθην, ούτε μετά τινος των πιστών ήλθον εις διενέξεις». Ταύτα βεβαίως όλα είναι μεγάλα κατορθώματα και εξαίσια· ήτο δε και το δάκρυον εις τους οφθαλμούς του πάντοτε, ώστε εις όλην του την ζωήν έχυσε σχεδόν ένα ποταμόν σωτηριωδεστάτων δακρύων. Τα δάκρυα δε ακολουθούσαν στεναγμοί εκ βάθους καρδίας, ωσάν να έβγαινε πυρ από τα σπλάγχνα του, καθώς ημπορεί να πιστωθή έκαστος από τα κατανυκτικά του συγγράμματα, εις τα οποία διηγείται πολλάκις δια την δευτέραν του Χριστού παρουσίαν και την αδέκαστον κρίσιν της φοβεράς εκείνης ετάσεως· και τόσον τυπώνει εις τας διανοίας μας τον τρόμον της φρικτής εκείνης ημέρας, ώστε δειλιά ο καθείς αναγιγνώσκων, πως ωδύρετο ελεεινώς ο δίκαιος, ως κατάκριτος. Εις τους τοιούτους λογισμούς σχολάζων ο Όσιος εμάκρυνε φυγαδεύων, πάντας τους θορύβους του βίου εγκαταλείπων και εις την έρημον αυλιζόμενος περιεπάτει από τόπου εις τόπον, ωφελών και ωφελούμενος. Πνεύματι δε θείω κινούμενος, ότε η πατρίς του Νίσιβις παρεδόθη εις τους Πέρσας, εξήλθεν από την πατρίδα του και φθάνει εις την Έδεσσαν δια να προσκυνήση τα άγια λείψανα, τα οποία εις αυτήν ευρίσκοντο, έτι δε και δια να εύρη τινά ενάρετον και λόγιον άνθρωπον, να ωφεληθή από αυτόν· δια την αιτίαν δε αυτήν έκαμε και δέησιν προς τον Θεόν, ταύτα λέγων· «Δέσποτα, Κύριε Ιησού Χριστέ, αξίωσόν με να υπαντήσω τινά άνθρωπον εις την Έδεσσαν, δια να μου είπη λόγον τινά ωφέλιμον δια την ψυχήν μου». Ταύτα ευξάμενος έξω της πόλεως, περιεπάτει να έμβη εις αυτήν και επαρατηρούσεν εάν τύχη τις καθώς ήθελεν. Ούτω λοιπόν περιπατούντα και συλλογιζόμενον τον υπήντησε μία πόρνη εστολισμένη, κατά την συνήθειαν των νεανίδων του έρωτος· τούτο δε ήτο Θεού θέλημα, όστις οικονομεί με τα εναντία τα εναντία με τρόπον μυστικόν και απόρρητον· ο δε Όσιος, βλέπων αυτήν, έμεινεν εξεστηκώς και περίλυπος, πως του συνέβη όλως το εναντίον της αιτήσεώς του· η γυνή δε εστάθη και αυτή και τον έβλεπεν ώραν πολλήν. Ο Άγιος λοιπόν, δια να την κάμη να εντραπή, είπε ταύτα· «Διατί τολμάς και με βλέπεις, ω γύναι, με αναισχυντίαν και δεν εντρέπεσαι»; Η δε απεκρίθη λέγουσα· «Εγώ δεν έχω τόσον άδικον να σε παρατηρώ, επειδή από την πλευράν σου έγινα, όταν μας έπλασεν ο Κύριος· συ όμως πρέπει να παρατηρής εις την γην από την οποίαν εβγήκες· μάλιστα δε εφ’ όσον είσαι Μοναχός και θεωρείσαι νεκρός εις το σώμα, δεν έπρεπε να με ατενίσης ουδόλως εις το πρόσωπον». Ταύτα ανελπίστως ακούσας ο Όσιος, αυτήν μεν ηυχαρίστησεν ομολογών ότι έλεγε την αλήθειαν, τον δε Κύριον εδόξασεν, ότι επήκουσε την δέησίν του και ωφελήθη. Εισελθών λοιπόν εις την πόλιν έμεινεν ολίγας ημέρας εις τινα οικίαν· εκεί πλησίον ήτο μία γυνή αναίσχυντος, της οποίας το παράθυρον έβλεπεν εις το του Οσίου. Ενώ δε μίαν ημέραν ο Όσιος έβραζε μαγείρευμα, ήνοιξεν εκείνη το παράθυρον λέγουσα: «Αββά, ευλόγησον». Ούτος δε της απήντησε με ταπεινήν φωνήν: «Ο Κύριος να σε ευλογήση». Τότε εκείνη εγέλασεν άσεμνα λέγουσα: «Σου λείπει τίποτε φαγητόν να σου δώσω»; Λέγει ο Όσιος· «Τρεις λίθοι λείπουσι και ολίγος πηλός να κλείσωμεν αυτήν την θυρίδα, να μη μου δώσης πλέον ενόχλησιν». Τότε η αναίσχυντος δεν εντράπη, αλλά ωμολόγησε την αλήθειαν λέγουσα· «Εγώ σε εχαιρέτησα εύσπλαγχνα, διότι έχω πόθον να κοιμηθώ μαζί σου και συ υπερηφανεύθης ευθύς και μου λέγεις να φράξω την είσοδον»; Αυτά και έτερα όμοια του έλεγε, διότι καθολικά ο δαίμων την παρεκίνησε να πειράξη τον σώφρονα και σεμνόν, η άσεμνος. Αλλ’ όσον εκείνη τον παρεκίνει με σατανικά λόγια εις άπρεπον έρωτα, τόσον αυτός πάλιν της απεκρίνετο με ψυχωφελή και σωτήρια. Τέλος πάντων, βλέπων την αναισχυντίαν της, είπε ταύτα· «Εάν ορέγεσαι να κοιμηθώμεν μαζί, ας υπάγωμεν όπου θέλω εγώ». Εκείνη δε, νομίζουσα ότι είχε κελλίον τι απόκρυφον και ήθελε να κάμη εκεί την αμαρτίαν, δια να μη τον ίδη κανείς, εχάρη και του λέγει· «Ας υπάγωμεν όπου βούλεσαι». Ο δε είπεν εις αυτήν· «Εις το μέσον της πόλεως θέλω να υπάγωμεν». Η δε απεκρίθη· «Και δεν εντρέπεσαι τους ανθρώπους, οι οποίοι θα μας εμπαίζωσι»; Τότε ο πάνσοφος, αφού την έφερε τεχνηέντως εκεί όπου ήθελε και δια των ιδίων αυτής όπλων επολέμησεν αυτήν, απεκρίνατο· «Τους ανθρώπους εντρέπεσαι και τον Θεόν δεν φοβείσαι, ταλαίπωρε, όστις βλέπει όλας τας πράξεις μας, είτε εις το φανερόν είτε εις το απόκρυφον γίνονται και μας δίδει δεινήν τιμωρίαν και αιώνιον κόλασιν, δια την ολίγην αυτήν απόλαυσιν, όπου λαμβάνομεν αμαρτάνοντες»; Αυτά και άλλα πολλά λέγων ο πάνσοφος, εψάρευσε την πόρνην, του Θεού συνεργήσαντος· και τόσον φόβον επήρεν εις την ψυχήν της από τα λόγια του, ώστε μετενόησεν εξ όλης καρδίας δι’ όλα της τα αμαρτήματα, και προσπίπτουσα μετά δακρύων εις τους πόδας του, εζήτει να της συγχωρήση την άλογον επιθυμίαν και ακόλαστον γνώμην, την οποίαν είχεν εις εκείνον πρότερον και να την διδάξη πως να πορεύεται και να την οδηγήση εις τόπον σωτήριον. Ο δε Όσιος εδέχθη την μετάνοιαν αυτής προθύμως και νουθετήσας αυτήν να μη επιστρέψη πλέον εις τα πρότερα, αλλά να πορεύεται μετά σωφροσύνης, εγκρατευομένη παντός απρεπούς λογισμού και ατόπου πράξεως, την έβαλεν είτα εις Μοναστήριον· αύτη δε επολιτεύθη το υπόλοιπον της ζωής της θεάρεστα και εσώθη. Και εις τούτο ο Όσιος ήτο αίτιος, όστις την εδίδαξεν, ενώ ήθελε να τον κολάση με τας παγίδας του δράκοντος. Ούτω λοιπόν ο θείος Εφραίμ, από μεν την πρώτην πόρνην, ήτις τον υπήντησε καθ’ οδόν, πολύ ωφελήθη, την δε ετέραν πολύ ωφέλησε και εσώθη με του Θεού την βοήθειαν. Καταλιπών μετά ταύτα την Έδεσσαν, ανεχώρησεν εις παρακείμενον όρος ασκητεύσας εις αυτό επί τινα χρόνον. Μετά ταύτα επανελθών εις την πόλιν ο Όσιος ανεχώρησεν από την Έδεσσαν και απήλθεν εις την Καισάρειαν δια να συναντήση τον Μέγαν Βασίλειον, την πηγήν των δογμάτων και της ευσεβείας τον πρόμαχον. Βλέπων δε αυτόν ο θείος Εφραίμ, τον ευφήμησε πολύ, διότι, ως προορατικός όπου ήτο, είδε με το όμμα της ψυχής μίαν περιστεράν απαστράπτουσαν ως ο ήλιος, ήτις εκάθητο εις τον δεξιόν ώμον του Μεγάλου Βασιλείου και του ωμίλει εις το ους· αυτός δε εδίδασκε τον λαόν λέγων όσα η ένθεος εκείνη περιστερά του έλεγεν, η οποία του εφανέρωσε και τον Όσιον Εφραίμ και γνωρίσας τις ήτο από την χάριν του Παναγίου Πνεύματος, συνωμίλησαν και ηυφράνθησαν πνευματικώς, απολαύσαντες ο ένας τον άλλον. Λέγουσι δε τινές ότι τότε ο Μέγας Βασίλειος, γνωρίσας εκ Θεού οποίος ήτο ο Εφραίμ, εχειροτόνησε τούτον Διάκονον, άλλοι δε πάλιν λέγουσιν ότι ήτο Διάκονος και τον εχειροτόνησε τότε Ιερέα. Πιθανώτερον όμως φαίνεται ότι ο Όσιος ηρνήθη να λάβη μεγαλύτερον του Διακόνου αξίωμα εν τη Εκκλησία δια να είναι όλως αφωσιωμένος εις την μελέτην των θείων Γραφών και την συγγραφήν. Ούτος ο Όσιος εδέχθη από τον Θεόν της διδασκαλίας το τάλαντον, το οποίον εσπούδαζε διαφοροτρόπως να το αυξάνη εις τας ψυχάς των ανθρώπων, ως δούλος ευγνωμονέστατος. Και τούτο ο ίδιος ο Όσιος Εφραίμ το εφανέρωσε μοναχός του και ωμολόγησεν εις ένα ενάρετον πνευματικόν μίαν οπτασίαν την οποίαν είδεν, όταν ήτο ακόμη μικρός, ούτω λέγων· «Είδα μίαν άμπελον, ήτις είχε σταφυλάς αναριθμήτους, αύτη δε εφύτρωσεν εις την γλώσσαν μου και εκβαίνουσα έξω από το στόμα μου, ήπλωσαν τα κλήματα και εσκέπασαν όλην την γην και εκάθηντο όλα τα πετεινά εις αυτήν την άμπελον και έβοσκον και όσον αυτά έτρωγον τον καρπόν, τόσον εκείνος επλήθυνε». Ταύτα μεν είπεν ο Όσιος δια τον εαυτόν του και άλλο περισσότερον δεν εφανέρωσεν. Εκείνοι όμως, οίτινες ηξιώθησαν να θεωρώσι θεία Μυστήρια, είδον πολλάς αποκαλύψεις περί αυτού εις δε από εκείνους είπεν ότι είδεν πληθύν Αγγέλων, οι οποίοι κατέβαινον άνωθεν, με ένα βιβλίον χειρόγραφον· και ηρώτα ο ένας Άγγελος τον άλλον. «Τις να είναι άξιος, να λάβη την βίβλον εις χείρας του»; Και άλλος μεν έλεγεν ένα, άλλος άλλον, τους πλέον σώφρονας και ευλαβείς ονομάζοντες. Τέλος συνεφώνησαν όλοι οι Άγγελοι ότι ο Όσιος Εφραίμ ήτο άξιος δια το βιβλίον και του το έδωσαν εις τας χείρας του· και ούτως έλαβε τέλος η όρασις. Τότε ο ευλαβής εκείνος ανήρ ηγέρθη έμφοβος και πηγαίνων εις την Εκκλησίαν, εύρε τον Όσιον Εφραίμ διδάσκοντα τον λαόν με τα μελίρρυτα εκείνα λόγια και εφανέρωσε την όρασιν· και απ’ εκείνην την ώρα εξεχύθη η χάρις του Θεού εις τον Όσιον, τόσον ώστε εκυματούσαν τα ρείθρα των νοημάτων εις την γλώσσαν του και εδίδασκε με τόσην ευκολίαν και γρηγορότητα, ώστε σου εφαίνετο, ότι τα έβλεπε γεγραμμένα και τα έλεγε· και δεν έφθανεν η γλώσσα του να λέγη όσα ο νους εγέννα με τόσην ταχύτητα. Είχε δε ο Όσιος και το σωτήριον δάκρυον, καθώς είπομεν, και μάλιστα κατά την νύκτα, ότε ηγρύπνει το περισσότερον δια το ήσυχον και προσηύχετο και μόνον ολίγον ύπνον ελάμβανε, όσον να φυλάττη το σώμα άβλαβον, να μη ασθενήση από τους πολλούς κόπους και πόνους, χαμευνίαν, σκληραγωγίαν και κάκωσιν· εξόχως δε είχε τόσην ακτημοσύνην και πτωχείαν εκούσιον, ώστε άλλος δεν τον επέρασε, καθώς αυτός την υστάτην ώραν της μεταστάσεώς του εμαρτύρησε, την αλήθειαν λέγων· «Δεν απέκτησεν ο Εφραίμ αργύριον ή χρυσίον ή βαλάντιον ή πήραν ή ράβδον, ούτε άλλο πράγμα επίγειον, αλλά μόνον είχα τον πόθον εις τα ουράνια από την ώραν όπου ήκουσα από το άγιον Ευαγγέλιον, ότι προσέταξεν ο Δεσπότης τους Αποστόλους του να μη αποκτήσουν πράγμα επίγειον». Αυτά είναι λόγια αυτού του τρισμάκαρος, τα οποία είναι πιστότερα παρά να τα έλεγεν άλλος δια λόγου του. Ίδετε λοιπόν με πόσον πόθον εφύλαττε του Αγίου Ευαγγελίου τα λόγια και πόσον ήτο ζηλωτής και μιμητής του Διδασκάλου και Σωτήρος μας και των μαθητών αυτού, ο αείμνηστος. Ταπεινοφροσύνην δε και μετριότητα είχε τόσην ο Όσιος, ώστε έτρωγε με την στάκτην τον άρτον και έσμιγε το ύδωρ με δάκρυα. Όσους δε τον επαινούσαν και τον ενεκωμίαζον όχι μόνον τους εδίωκεν, αλλά και πολύ τους εχθρεύετο, καθώς άλλος μισεί εκείνον όστις τον περιγελά και τον εμπαίζει, και εκοκκίνιζεν η όψις του και ίδρωνεν από τον πόνον τον οποίον ησθάνετο η ψυχή του, όταν τις τον ευφήμιζεν. Όχι δε μόνον ζων είχε τοσαύτην ταπείνωσιν, αλλά και την ώραν, κατά την οποίαν έμελλε να τελευτήση, προσέταξε με αφορισμόν να μη του ψάλη κανείς τροπάρια, μήτε να του κάμουν εγκώμιον, ούτε να τον θάψουν με ράσα καλά, ούτε εις χωριστόν τάφον, αλλά με παλαιά και άχρηστα εις τον τάφον των ξένων· διότι (καθώς έλεγεν) είχε συνθήκας με τον Θεόν να ενταφιασθή με τους ξένους ως ξένος και πάροικος. Ήτο δε και πολύ φιλόξενος και εύσπλαγχνος εις τους πένητας και όταν είχεν, έδιδεν ελεημοσύνην όσην ηδύνατο· όταν όμως δεν είχεν (επειδή ήτο πτωχότατος και τον περισσότερον καιρόν δεν του ευρίσκετο τίποτε) έπαιρνε τους ξένους και τους πένητας και τους εφίλευε με την σωτήριον διδασκαλίαν του, όπερ είναι, υπέρ την σωματικήν βρώσιν, αναγκαιότερον. Ήτο δε και τόσον λόγιος, ώστε οι λόγοιτου ηδύναντο να μαλάξουν πάσαν ψυχήν, να παρηγορήσουν τον θλιβόμενον και να πραϋνουν τον οργιζόμενον. Αλλά και η όψις του, η ευταξία και το ήθος του έκαμνε καθ’ ένα και κατενύγετο η καρδία του. Κατά δε την Ορθοδοξίαν ήτο σφόδρα ζηλωτής και ακαταγώνιστος πρόμαχος της αμώμου πίστεως και ακούσατε μίαν μηχανήν την οποίαν έκαμεν ο σοφώτατος δια να μη ζημιωθούν οι πιστοί. Τον καιρόν εκείνον ήτο ο δυσσεβής Απολλινάριος, όστις εκαινοτόμησε πολλά ορθά δόγματα και διδάγματα των Διδασκάλων μας, διαστρέψας αυτά εις την μιαράν αυτού γνώμην και έγραψε πολλά φλυαρήματα κατά των Ορθοδόξων, ο κακόδοξος. Συντάξας δε επιμελώς δύο βιβλία με πολλούς κόπους και βάσανα, τα είχεν έτοιμα δια να αντιμάχεται με τους πιστούς, όταν εύρη καιρόν επιτήδειον. Είχε δε ούτος γυναίκα τινά πολύ ηγαπημένην ομόγνωμον αυτού και ομόφρονα, όχι μόνον εις την αίρεσιν, αλλά και εις τας σαρκικάς ηδονάς υπήκοον, καθώς έλεγον οι γείτονες. Εις αυτήν λοιπόν έδωκεν ο Απολλινάριος τα δύο αυτά βιβλία να τα φυλάττη δια να μη του τα κλέψουν οι Ορθόδοξοι. Τούτο μαθών ο Εφραίμ προσεποιήθη ότι ήτο εις την αίρεσιν του Απολλιναρίου και αυτός και πηγαίνων εις τον οίκον εκείνης της γυναικός, της έδωκε δωρεάν από την έρημον χάριν ευλογίας· και ούτως επήγαινε πολλάκις, όταν έλειπεν ο Απολλινάριος· και όταν εγνώρισεν ότι δεν είχεν υποψίαν τινά η γυνή δι’ αυτόν, της εζήτησε τα βιβλία να τα αναγνώση, δια να ηξεύρη να μάχεται με τους αιρετικούς (ούτως ωνόμασε τους Ορθοδόξους ο πάνσοφος, καθώς τους εθεωρούσαν αυτοί οι κακόδοξοι), δια να μη τον νικήσουν ως αμαθή και απαίδευτον. Δελεασθείσα λοιπόν η γυνή από ταύτην την πιθανοφανή μηχανήν του μάκαρος, του έδωκε τα βιβλία, με την υπόσχεσιν να τα επιστρέψη την άλλην ημέραν. Λαβών λοιπόν αυτά ο Όσιος, ανέγνωσεν εις διαφόρους τόπους και επειδή δεν είχε καιρόν να αντιγράψη αυτά και να αναιρέση τας αιρέσεις εκείνας, επειδή η γυνή δεν του άφηνε πολλάς ημέρας, τι μηχανάται ως φρόνιμος; Ετοίμεσε ψαρόκολλαν καλήν και εκόλλησε με αυτήν όλα τα φύλλα επιμελέστατα το ένα με το άλλο, τόσον καλά, ώστε δεν ήτο δυνατόν να ξεκολλήσουν πλέον, εάν δεν εσχίζοντο· κατόπιν τα έδεσεν απ’ έξω καθώς ήσαν και τα παρέδωκε της γυναικός, η οποία δεν τα ήνοιξεν, αλλά τα εφύλαξεν εις τον τόπον των. Μετά δε ημέρας τινάς παρεκίνησε τους Ορθοδόξους ο Όσιος να κάμουν Σύνοδον, ήτις να διαλεχθή με τον Απολλινάριον δια να γνωρισθή η αλήθεια. Τούτου γενομένου, ήλθεν εις την Σύνοδον ο Απολλινάριος, όστις ήτο υπέργηρως και μη δυνάμενος να ομιλή πολλά λόγια, είπε προς τους Ορθοδόξους ταύτα· «Εγώ, Πατέρες Άγιοι, δεν δύναμαι πλέον να φιλονικώ με πολλούς φωνάζων· έχω όμως δύο βιβλία πολύτιμα, τα οποία έγραψα με άμετρον επιμέλειαν και ας αναγνωσθο΄τν εις την Σύνοδον· και ό,τι γράφουν τα βιβλία, αυτά ομολογώ και εγώ με το στόμα μου». Τότε εδοκίμασε να ανοίξη το ένα βιβλίον και δεν ηδυνήθη να εύρη ούτε αρχήν, ούτε τέλος, ούτε μέσην, διότι τα φύλλα έγιναν ένα σώμα και ούτε να τα σχίση ηδύνατο. Λαμβάνων και το άλλο βιβλίον, εύρε και αυτό ομοίως ως και το πρότερον· όθεν επήρε τόσην λύπην και αθυμίαν από την εντροπήν του, ώστε έφυγεν από την Σύνοδον· και μη δυνάμενος να υποφέρη την συμφοράν, κακώς ο κακός εξέψυχεν. Ούτως ελυτρώθησαν οι ευσεβείς από την μιαράν αυτού αίρεσιν, αυτός δε ο δείλαιος έλαβεν εις αμοιβήν των κόπων του τον πρέποντα θάνατον εις αρραβώνα της ατελευτήτου κολάσεως. Τοιούτος ήτο λοιπόν κατά τον ζήλον της Ορθοδοξίας ο Όσιος και ούτως εις την ψυχήν εκείνην ήτο πεφυτευμένη πάσα αρετή, ώστε δικαίως ήθελε καλέσει τις αυτήν πηγήν διαφόρων ναμάτων, ή λειμώνα κεκοσμημένον δια ποικίλων ανθέων και ρόδων, ή και άλλον επίγειον ουρανόν, περιλαμπόμενον πάντοθεν υπό πολυφώτων αστέρων· ή και Παράδεισον, ως τον της Εδέμ, όστις ουδέποτε εμαράνθη, αλλ’ ήτο πάντοτε ευθαλής και γεμάτος καρποφόρων δένδρων και καρπών ωραίων και αφθάρτων, άψαυστον όμως και ανεπίβατον υπό του πονηρού όφεως, του εχθρού και επιβούλου της ημετέρας σωτηρίας. Αλλά ας έλθωμεν εις την οσίαν αυτού μετάστασιν δια να δώσωμεν τέλος της διηγήσεως· μόνον να αναφέρωμεν τι κατά την τελευτήν αυτού, αναγκαίον μάλιστα προς απόδειξιν της ενοικούσης εις αυτόν θείας χάριτος. Ως προείπομεν, ο Όσιος παρήγγειλε να μη ενταφιάσωσιν αυτόν δια πολυτελούς ενδύματος· και πάλιν κατά την ώραν του θανάτου επανέλαβε το αυτό, προσθέσας ότι, εάν υπάρχη τις εκ των αδελφών, όστις προητοίμασε τοιούτον ένδυμα, ας δώση αυτό εις τον έχοντα ανάγκην. Εις δε εκ των περιφανεστέρων και αγαπητοτέρων εις αυτόν, προετοιμάσας λαμπρόν ένδυμα, εσκόπευε να ενδύση το σώμα εκείνου μετά θάνατον· αλλ’ αφού ήκουσε την παραγγελίαν ελυπείτο, διότι προελήφθη ο σκοπός αυτού. Εσκέφθη δε να μη δώση το ένδυμα, ως παρηγγέλθη, νομίσας ότι ήτο προτιμότερον να διανείμη εις τους πτωχούς την αξίαν αυτού εις χρήματα και επομένως ήθελεν ούτως ευχαριστήσει περισσότερον τον Όσιον. Αλλά μόλις ταύτα συλλογισθείς, έλαβε και την τιμωρίαν της παρακοής. Ευθύς ενώπιον πάντων κυριεύεται υπό δαιμονίου, πίπτει προ της κλίνης του μακαρίου σπαρασσόμενος, στρεβλώνει τας χείρας, διαστρέφει τους οφθαλμούς, εκβάλλει αφρούς εκ του στόματος και πράττει όσα άλλα φοβερά μανία δύναται να επιφέρη εις τον άνθρωπον. Ο δε θείος Εφραίμ εννοήσας εξ Αγίου Πνεύματος, ότι τούτο ήτο καρπός αμαρτίας, εξαγορεύει τον ασθενή άμα συνελθόντα και επιτιμήσας αυτόν δια την ασθένειαν του λογισμού, εσυγχώρησεν αυτόν και δια της προσευχής και επιθέσεως των χειρών μόνον απέβαλε το δαιμόνιον, και ιατρεύσας τον ασθενή προέτρεπε να εκπληρώση κατά γράμμα την προτέραν παραγγελίαν. Ούτω λοιπόν ο ιερός Εφραίμ κατά το τέλος του βίου δια τοιούτου θαύματος επεσφράγισε τας πράξεις αυτού, έπειτα δε συμβουλεύσας ικανώς τους παρόντας ίνα εργάζωνται την αρετήν, και ευλογήσας αυτούς και προρρήσεις τινάς προειπών, ακριβώς μετά ταύτα εκπληρωθείσας, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού εν ειρήνη, το έτος τοθ΄ (379), και ούτω στεφανηφόρος απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς και εις την λαμπρότητα, η οποία προσμένει τους τοιούτους, δια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, εις τον οποίον πρέπει δόξα και τιμή και κράτος, συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΘ΄ (29η) Ιανουαρίου, η ανακομιδή των λειψάνων του Αγίου Ιερομάρτυρος ΙΓΝΑΤΙΟΥ του θεοφόρου.

Δημοσίευση από silver »

Ιγνάτιος ο Θεοφόρος έγινε διάδοχος των Αποστόλων, δεύτερος Επίσκοπος χρηματίσας Αντιοχείας, μετά τον Εύοδον· εμαθήτευσε δε ομού με τον Σμύρνης Πολύκαρπον πλησίον εις τον Ευαγγελιστήν Ιωάννην τον Θεολόγον. Ούτος λοιπόν εν έτει ρι΄ (110) εφέρθη έμπροσθεν του βασιλέως Τραϊανού και αφού υπέμεινεν όλας τας δοκιμασίας των βασάνων και έμεινεν αβλαβής από τούτων, τη χάριτι του Χριστού, εστάλη παρά του βασιλέως εις την Ρώμην, δια να πολεμήση με τα θηρία. Γενομένου δε τούτου, διεσπαράχθη ο Όσιος υπό των λεόντων, καθώς επεθύμει και ηύχετο· τα δε τίμια αυτού λείψανα συνάξαντες τινές Χριστιανοί, έφεραν αυτά εις την Αντιόχειαν και τα προσέφεραν ως δώρον πολυτιμότατον και ποθούμενον εις τους εκεί αδελφούς, οι οποίοι μετά πάσης ευλαβείας απεθησαύρισαν αυτά υποκάτω εις την γην. Όθεν, τούτου χάριν, εορτήν χαρμόσυνον εορτάζει σήμερον η του Χριστού Εκκλησία την σεπτήν ταύτην ανακομιδήν των λειψάνων του.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2417
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Λ΄ (30η) Ιανουαρίου, μνήμη των εν Αγίοις Πατέρων ημών και Οικουμενικών Διδασκάλων ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ του Μεγ

Δημοσίευση από silver »


Η των Αγίων Τριών Ιεραρχών Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου κοινή κατά την σήμερον μνήμη εορτάζεται δια την εξής αιτίαν. Εις τον καιρόν της βασιλείας Αλεξίου του Κομνηνού, όστις έγινε βασιλεύς μετά τον Βοτανειάτην εν έτει απα΄ (1081) από Χριστού, εγένετο εν Κωνσταντινουπόλει φιλονεικία μεταξύ των ελλογίμων και εναρέτων ανδρών, εξ ων τινες προετίμων τον Μέγαν Βασίλειον, επειδή με τους λόγους του ηρεύνησε την φύσιν των όντων, με τας αρετάς του δε ωμοίαζε και συνερίζετο με τους Αγγέλους, καθότι δεν συνεχώρει προχείρως τους αμαρτάνοντας, αλλ’ ήτο σοβαρός κατά το ήθος και δεν είχεν εις εαυτόν κανέν γήϊνον. Έλεγον δε ούτοι τον θείον Χρυσόστομον κατώτερον του Βασιλείου, επειδή εκείνος είχε δήθεν τρόπον εναντίον του Βασιλείου και ευκόλως συνεχώρει τους αμαρτάνοντας. Έτεροι εκ του εναντίου ύψωναν τον θείον Χρυσόστομον και έλεγον αυτόν του Βασιλείου και Γρηγορίου ανώτερον, καθότι μετεχειρίζετο διδασκαλίας συγκαταβατικωτέρας, οδηγών όλους με το σαφές και εύκολον της φράσεώς του και ελκύων τους αμαρτωλούς εις μετάνοιαν, υπερβαίνοντα δε τους ανωτέρω δύο Πατέρας με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων συγγραμμάτων του και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι δε πάλιν, συμπάθειαν έχοντες εις τα του Θεολόγου Γρηγορίου συγγράμματα, έλεγον αυτόν ανώτερον του Βασιλείου και Χρυσοστόμου, καθότι αυτός με το κομψόν και πεποικιλμένον της φράσεώς του και με το υψηλόν και δυσνόητον των λόγων του και με το ανθηρόν των λέξεων, υπερέβη όλους τους σοφούς και τους παλαιούς και περιβοήτους εις την εξωτερικήν Ελληνικήν σοφίαν και τους νεωτέρους εκκλησιαστικούς. Όθεν εκ της τοιαύτης διαφοράς και φιλονεικίας διηρέθησαν εις τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι μεν ελέγοντο Ιωαννίται, άλλοι δε Βασιλείται και άλλοι Γρηγορίται. Επειδή λοιπόν ήσαν ούτω διηρημένοι οι Χριστιανοί και ούτω εφιλονείκουν οι σοφοί, εφάνησαν εν οράματι οι τρεις ούτοι Ιεράρχαι και διδάσκαλοι, πρώτον μεν έκαστος χωριστά, έπειτα δε και οι τρείς ομού, ουχί εν οράματι, αλλ’ οφθαλμοφανώς εις τον Ιωάννην τον τότε Επίσκοπον της πόλεως Ευχαϊτων. Ήτο δε ούτος ανήρ ελλόγιμος και έμπειρος της Ελληνικής παιδείας, καθώς μαρτυρούσι τα παρ’ αυτού πονηθέντα συγγράμματα, προς τούτοις δε είχε φθάσει και εις το άκρον της αρετής. Εις τούτον, λέγω, φανέντες με εν στόμα του λέγουσι και οι τρεις· «Ημείς εν είμεθα πλησίον εις τον Θεόν, καθώς βλέπεις, και καμμίαν εναντιότητα ουδέ μάχην έχομεν, αλλά κατά τους διαφόρους καιρούς, κατά τους οποίους ετύχομεν, ούτω και ο καθείς από ημάς, υπό του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφόρους και τας διδασκαλίας συνέγραψε· και όσα εδιδάχθημεν υπό του Αγίου Πνεύματος, ταύτα και εξεδώκαμεν δια την σωτηρίαν των ανθρώπων. Και πρώτος μεταξύ ημών δεν υπάρχει ούτε δεύτερος, αλλά εάν τον ένα είπης, ευθύς και οι δύο άλλοι ακολουθούσι. Δια τούτο πρόσταξον τους φιλονεικούντας να μη χωρίζωνται εξ αιτίας ημών, διότι εις ημάς ήτο και είναι προθυμία, και ότε είμεθα ζώντες και αφού μετέστημεν, το να ειρηνεύωμεν και να φέρωμεν τον κόσμον εις ένωσιν και ομόνοιαν και όχι να τον χωρίζωμεν. Δια τούτο και εις ημέραν μίαν ένωσον και τους τρεις ημάς και σύνθεσον τα της εορτής μας τροπάρια, καθώς είναι πρέπον εις την σύνεσίν σου και παράδος εις τους Χριστιανούς, ότι εν είμεθα πλησίον εις τον Θεόν. Βεβαίως δε και ημείς θέλομεν συμβοηθήσει εις την σωτηρίαν εκείνων, όσοι τελούσι την κοινήν μνήμην μας, επειδή έχομεν τινα παρρησίαν και δύναμιν εις τον Θεόν». Ταύτα ειπόντες οι Άγιοι, εφάνησαν ότι ανέβησαν πάλιν εις τους ουρανούς, καταλαμπόμενοι από φως άπειρον και ο εις τον άλλον καλούντες κατ’ όνομα. Εγερθείς λοιπόν ο Ευχαϊτων Ιωάννης έκαμε καθώς του διώρισαν οι θείοι Ιεράρχαι. Και το μεν πλήθος του λαού κατεσίγασε, τους δε φιλονεικούντας ειρήνευσε (διότι ήτο περιβόητος κατά την αρετήν ο ανήρ, όθεν και ο λόγος του είχε δύναμιν και πειθώ) και την εορτήν ταύτην παρέδωκε να εορτάζεται υπό της Εκκλησίας του Θεού. Και βλέπε, ω αναγνώστα, την σύνεσιν και διάκρισιν του θείου τούτου ανδρός. Επειδή δηλαδή εύρε τον Ιανουάριον τούτον μήνα, ότι είχε και τους τρεις τούτους Ιεράρχας εορταζομένους, τον μεν Μέγαν Βασίλειον κατά την πρώτην, τον δε Θεολόγον Γρηγόριον κατά την εικοστήν πέμπτην και τον θείον Χρυσόστομον κατά την εικοστήν εβδόμην, τούτου χάριν πάλιν ήνωσεν αυτούς κατά την τριακοστήν ταύτην του αυτού μηνός και τόσον εστόλισε την ακολουθίαν τούτων με κανόνας και τροπάρια και με λόγον εγκωμιαστικόν καθώς έπρεπεν εις τοιούτους μεγάλους Πατέρας της Εκκλησίας, ο χαριτώνυμος ούτος Ιωάννης, ώστε φαίνονται ότι κατά νεύσιν και φωτισμόν, ως νομίζω, των τριών Αγίων Ιεραρχών συνετέθησαν τα άσματα της ακολουθίας ταύτης· διότι τελείως δεν έχουσι καμμίαν έλλειψιν από τα επιχειρήματα εκείνα, όσα αποβλέπουσιν εις έπαινον των Αγίων. Όθεν τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν έως του νυν και από όσα εις το μέλλον θα γίνωσιν. Ήσαν δε κατά την θέσιν του σώματος και τον χαρακτήρα του προσώπου τοιούτοι οι τρεις Ιεράρχαι. Ο μεν θείος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήτο μικρός κατά το ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλην κεφαλήν, ήτο ξηρός και πολλά λεπτόσαρκος, μακρομύτης και πλατείς έχων τους ρώθωνας, ωχρός ομού και λευκός, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς και μεγάλους τους βολβούς· όθεν εκ τούτων ηκολούθει να λάμπη με χαριέστατα όμματα, αν και κατά τα άλλα μέλη του σώματος εφαίνετο ότι ήτο λυπηρός. Είχε μεγάλον το μέτωπον και χωρίς τρίχας, χαραγμένον με πολλάς ρυτίδας· είχε νώτα μεγάλα, και το γένειον μικρόν και ωραιότατον, ανθισμένον με ολίγας λευκάς τρίχας· από δε την νηστείαν είχε τας σιαγόνας εις άκρον βαθουλωμένας. Έτι δε αναγκαίον να είπωμεν δια τούτον τον Άγιον, ότι με τους λόγους και την ρητορικήν του ευφράδειαν υπερέβαλεν όλους τους σοφούς και ρήτορας των Ελλήνων, μάλιστα δε και εξαιρέτως με το πλάτος των νοημάτων και με το σαφές και ανθηρόν της φράσεως. Τόσον δε πολλά εσαφήνισε και εξήγησε την Θείαν Γραφήν, ως ουδείς άλλος, και τόσον μέγας έγινεν ο χρυσορρήμων ούτος, κατά την πρακτικήν και θεωρητικήν φιλοσοφίαν, ώστε όλους ομού υπερέβαλε τους εναρέτους, πηγή χρηματίσας της αγάπης και ελεημοσύνης και όλος ων αυτόχρημα φιλαδελφία τε και διδασκαλία. Ούτος λοιπόν ζήσας έτη ξγ΄ (63) και ποιμάνας την Εκκλησίαν του Χριστού έτη εξ, προς αυτόν εξεδήμησεν.
Ο δε Μέγας Βασίλειος ήτο κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος πολλά μακρύς, ξηρός και ολιγόσαρκος, μελαχροινός ομού και ωχρός κατά το χρώμα, μακρομύτης, είχε τας οφρύς στρογγυλάς, το δέρμα, το επάνω των οφρύων, συμμαζωμένον και προσέχοντα εις τον εαυτόν του. Είχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας ρυτίδας, είχε τας παρειάς μακράς και τους μήνιγγας δασείς από τρίχας συνεστραμμένας και κυκλοειδείς. Εφαίνετο εις την επιφάνειαν, ότι είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας· το γένειον είχε μακρόν αρκετά και τας τρίχας μαύρας ομού με λευκάς. Ούτος ο Άγιος υπερέβαλλε κατά την παιδείαν των λόγων, όχι μόνον τους σοφούς και ελλογίμους, όσοι ήσαν εις τον καιρόν του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς· διότι φθάσας εις παν είδος παιδείας, εκάστης αυτών το κράτος και την νίκην απέκτησεν. Όχι δε μόνον ταύτα, αλλά και την δια πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν και δι’ αυτής ανέβη εις την θεωρίαν των όντων· εκ τούτων δε ανέβη και εις τον θρόνον της Αρχιερωσύνης· γενόμενος δε ετών με΄ (45) και ποιμάνας την Εκκλησίαν έτη πέντε προς Κύριον εξεδήμησεν.
Ο δε Θεολόγος Γρηγόριος ήτο μέτριος μεν κατά την θέσιν και το ανάστημα του σώματος, ολίγον δε ωχρός ομού και χαρίεις· πλατύς εις την ρίνα και τα οφρύδια ίσα· έβλεπεν ήμερα και καταδεκτικά, είχε τον δεξιόν οφθαλμόν ξηρότερον από τον αριστερόν και εφαίνετο εν σημείον πληγή εις το εν άκρον του οφθαλμού του· είχε το γένειον δασύ μεν αρκετά, όχι δε και μακρόν· ήτο φαλακρός και λευκός εις την κεφαλήν και εφαίνοντο τα άκρα του γενείου του ωσεί περικεκαπνισμένα. Είναι δε άξιον να είπωμεν περί του Θεολόγου τούτου, ότι αν έπρεπε να γίνη στύλος έμψυχος ή ζωντανός, συντεθειμένος από όλας τας αρετάς, ο στύλος ούτος ήτο ο Μέγας Γρηγόριος. Διότι υπερνικήσας με την λαμπρότητα της ζωής του τους ευδοκιμούντας κατά την πράξιν, εις τόσην ακρότητα της θεωρίας ανέβη, ώστε όλοι ενικώντο από την σοφίαν του και εις τους λόγους και εις τα δόγματα. Όθεν απέκτησε κατ’ εξαίρετον τρόπον και το να επονομάζηται Θεολόγος. Α
λλ’ επειδή αυτοί οι τρισόλβιοι εκοπίασαν δια την σωτηρίαν μας, πρέπει να τους εορτάζωμεν και ημείς και να τους ευχαριστώμεν όσον δυνάμεθα· ότι άλλο δεν εφρόντιζον ούτε εμελέτων, ειμή μόνον ένα σκοπόν είχον, οι τρισμακάριοι, να στερεώσουν την ευσέβειαν· ένα αγώνα, την αρετήν· εν επεμελούντο και εσπούδαζον αόκνως, έργοις και τρόποις και λόγοις, την των ψυχών σωτηρίαν, δια την οποία τοσούτον εκακοπάθησαν κηρύττοντες την πίστιν εις άπασαν την οικουμένην και όλους ημάς κοινώς ευηργέτησαν. Όθεν είμεθα και ημείς χρεώσται να αντιτιμήσωμεν τους ευεργέτας και να ευχαριστήσωμεν το κατά δύναμιν, επειδή εις το κατά χρέος δεν φθάνομεν. Ας φιλοτιμήσωμεν λοιπόν τους λογιωτάτους με λόγους, διότι η πάνσοφος Αγία Τριάς, η αδιαίρετος και υπερούσιος, ωκονόμησε να ευρεθώσι κατ’ εκείνους τους χρόνους των αιρέσεων αυτοί οι ουράνιοι άνθρωποι και επίγειοι άγγελοι, αι σάλπιγγες της αληθείας και σοφώτατοι ρήτορες, αι όντως βρονταί της ακτίστου θεότητος, δια να σπαράξωσι και να σκορπίσωσι τους υβριστάς της Ορθοδόξου πίστεως και να διώξωσι τους λύκους με την σφενδόνην των λόγων των. Αύτη η επίγειος της ουρανίου Τριάδος τριάς ισάριθμος, μας εδίδαξε να προσκυνώμεν αυτήν καθώς πρέπει ασύγχυτα και να ομολογώμεν ούτω, καθώς αυτοί παρ’ αυτής εδιδάχθησαν, την ακρίβειαν της πίστεως, λέγοντες: «Θεός μεν αγέννητος ο Πατήρ, Θεός δε γεννητός ο Υιός και Θεός εκπορευτός το Πνεύμα το Άγιον. Οι αυτοί τρείς και εις, και το παραδοξότατον πάσι, πλην τοις γνησίοις λατρευταίς των τριών, ασαφές τε και άγνωστον. Τρεις μεν χαρακτήρες, ουχί Θεοί· εις δε Θεός, ότι μία Θεότης και η αυτή· ούτε τας υποστάσεις ενούσα τω αυτής ενιαίω, ούτε πάλιν εκείναις συμπληθυνομένη δια το πλήθος, αλλ’ οίον ακτίνας προβαλλομένη, εξ ηλίου τε προϊούσας ενός και τηρούσας ένα τον ήλιον, ουδέν εχούσας διάφορον, πλην ή μόνον έκαστον την ιδιότητα, ουδέν περιττόν ή ελλείπον. Αλλά και φύσει και δόξη και δυνάμει και αγαθότητι, λίαν ακριβές αποσώζουσα το ίσον, μάλλον δε το ταυτόν και αϊδίως αλλήλαις συνούσας και συνεσομένας εις το απέραντον». Ούτω μας εδίδαξαν να ομολογώμεν περί της Αγίας Τριάδος οι τρεις Ιερώτατοι ούτοι φωστήρες και Διδάσκαλοι και εστήριξαν τα ορθά δόγματα με διδάγματα σοφώτατα, με διωγμούς, κινδύνους τε και πολέμους έως θανάτου και μετά θάνατον. Αλλ’ ω φωστήρες υπέρλαμπροι του σύμπαντος κόσμου και του στερεώματος τούτου τοσούτον τιμιώτεροι, όσον αυτοί μεν τας σωματικάς όψεις, σεις δε τας ψυχικάς περιλάμπετε! Ω μακαρία και Δευτέρα τριάς το της πρώτης και μεγάλης Τριάδος απεικόνισμα και απαύγασμα οίτινες εδοξάσθητε υπ’ αυτής, ως ταύτην αντιδοξάσαντες, μέμνησθε και ημών των αχρείων, διαφυλάξατε με τας ευπροσδέκτους ικεσίας σας εις ειρήνην την Εκκλησίαν, και αξιώσατε και ημάς να συνδοξάζωμεν μεθ’ υμών Πατέρα, Υιόν και Πνεύμα Άγιον, τον ένα Θεόν, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις, πάντοτε, νυν και αεί και εις τους αιώνας. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”