Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΛΑ΄ (31η) Ιανουαρίου, μνήμη των Αγίων και θαυματουργών Αναργύρων ΚΥΡΟΥ και ΙΩΑΝΝΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Παρ Ιαν 31, 2020 12:24 am


Κύρος και Ιωάννης οι θαυματουργοί Άγιοι Ανάργυροι ήσουν κατά τους χρόνους του ασεβεστάτου βασιλέως Διοκλητιανού εν έτει 292 και ο μεν περιφανής και λαμπρότατος αστήρ Κύρος εγεννήθη εις την περιφανεστάτην πόλιν της Αιγύπτου Αλεξάνδρειαν, την οποίαν ωκοδόμησεν ο Μέγας Αλέξανδρος και την ωνόμασεν ούτω προς τιμήν του, ο δε Ιωάννης ήτο εκ της Εδέσσης της Μεσοποταμίας ήτις ονομάζεται τώρα κοινώς Ουρφά. Ήτο δε ο Κύρος πιστός Χριστιανός από τους γονείς του, εις την πολιτείαν ενάρετος και την τέχνην ιατρός εμπειρότατος, το δε εργαστήριόν του φαίνεται έως την σήμερον, γνωστόν εις άπαντας, διότι έκτισαν εις αυτό μετέπειτα ιεράν Εκκλησίαν των Αγίων Τριών Παίδων, εις την οποίαν τελούνται καθ’ εκάστην θαυμάσια και αι ασθένειαι θεραπεύονται με την δύναμιν του Θεού, αντί των ιατρικών θεραπειών, αίτινες εγίνοντο τότε με βότανα της τέχνης και φάρμακα διάφορα. Αυτή δε η μεταβολή έγινε δια του εξής τρόπου. Τον καιρόν κατά τον οποίον ήτο Πατριάρχης εις την Αλεξάνδρειαν ο θαυμάσιος και μέγας Απολλινάριος, όχι ο αιρετικός όστις εσύγχυσε την Λαοδίκειαν καταχεών την αισχύνην αυτού, ο τρισάθλιος, αλλά έτερος ευσεβέστατος και της αληθείας εραστής διάπυρος, ούτος είχεν ανεψιόν τινα, τον οποίον ανέθρεψε και τον εδίδασκε την Ορθοδοξίαν και την θεάρεστον πολιτείαν, δια να τον κάμη της αρετής του διάδοχον. Όθεν ο νέος, τοιούτως παιδευθείς, επορεύετο φρόνιμα· ότε δε έφθασεν εις ηλικίαν νόμιμον, είπε προς τον θείον του να τον υπανδρεύση· ο δε Αρχιερεύς εύρε πρόφασιν, λέγων· «Εγώ, τέκνον μου, θέλω να κτίσω Εκκλησίαν των Τριών Παίδων και είναι ανάγκη να είσαι επιστάτης εις την οικοδομήν ταύτην και ύστερον θέλω σε υπανδρεύσει». Ήρχισαν λοιπόν το έργον με μεγάλην σπουδήν και έκτισαν την Εκκλησίαν εις το άνωθεν του Κύρου εργαστήριον, κάμνοντες εις την αυλήν το νοσοκομείον και κατεστάθη το ιατρείον Ναός περίφημος, όστις εις ολίγον καιρόν ετελείωσε. Κατόπιν έστειλεν ο Απολλινάριος εις Βαβυλώνα ενάρετον τινά Ηγούμενον ενός Μοναστηρίου, δίδων εις αυτόν και επιστολήν, εις την οποίαν έγραφεν ικετευτικώς, ως προσευχόμενος εις τους Αγίους Τρεις Παίδας και παρακαλών αυτούς να στέρξουν να πάρη μέρος εκ των αγίων των λειψάνων να το βάλη εις τον Ναόν, τον οποίον έκτισεν εκεί εις την Αλεξάνδρειαν· διότι είχεν εις αυτούς τους Αγίους πολλήν ευλάβειαν και έχων πίστιν εις αυτούς, τους έγραφε την επιστολήν ωσάν να έζων σωματικώς να την ανεγίνωσκον. Απελθών λοιπόν με πολλήν σπουδήν εις την Βαβυλώνα ο ευλαβής Ηγούμενος, εγονάτισεν έμπροσθεν των αγίων λειψάνων μετά δακρύων και πίστεως και εδέετο αυτών να δεχθούν την επιστολήν και να κάμνουν, καθώς ο ευλαβής Πατριάρχης έγραφεν. Τότε ηγέρθη ο εις Άγιος, όστις ήτο εις το μέσον των άλλων, ώσπερ να εκοιμάτο (ω θείας οικονομίας, ω φρικτού διηγήματος!) και απλώσας την χείρα έλαβε την επιστολήν και πάλιν ανεπαύθη χωρίς να ομιλήση ολοτελώς. Ο Ηγούμενος εθαύμασε μεν εις τοιούτον εξαίσιον θέαμα, ελυπείτο όμως διότι δεν επέτυχε της αιτήσεως και έμεινε μίαν εβδομάδα εις τον Ναόν προσευχόμενος· βλέπων δε ότι δεν του έδιδον τίποτε, επέστρεψε περίλυπος, φέρων δάκρυα εις τον Πατριάρχην αντί αγίων λειψάνων, όστις τον έστειλε πάλιν λέγων· «Ύπαγε εκ δευτέρου και παρακάλεσον τους Αγίους θερμότερα και ελπίζω εις τον Θεόν να μη έλθης άπρακτος· εάν δε πάλιν δεν σου δώσουν, φέρε μου την επιστολήν, ήτις έλαβεν αγιασμόν απ’ εκείνους και θα την έχω ως παραμυθίαν». Ο καλός λοιπόν εκείνος Ηγούμενος, ως ταπεινός και υπήκοος, επήγεν εις την Βαβυλώνα με πολύν κόπον και κακοπάθειαν και προσελθών εις τους Αγίους εδέετο μετά δακρύων να λυπηθώσι τον κόπον του, να συγκαταβούν εις την ευλαβή του Πατριάρχου αίτησιν. Ταύτα και πλείστα έτερα πολλάς ημέρας ευχόμενος, δεν είδε κανέν σημείον· όθεν απελπισθείς του ποθουμένου, έσκυψε να πάρη καν την επιστολήν κατά την πρόσταξιν και καθώς έσυρε την επιστολήν, εξεκόλλησεν, ω του θαύματος! η χειρ, ήτις την εκράτει, από το σώμα και την επήρεν εις τας χείρας του χαίρων και έστρεψεν η προτέρα θλίψις εις αγαλλίασιν. Φθάσαντος τούτου εις την Αλεξάνδρειαν, ετέλεσαν όλοι οι πιστοί μεγάλην εορτήν και πανήγυριν και μάλιστα ο Αρχιεπίσκοπος, όστις ενεκαινίασε τον ιερόν Ναόν, εις τον οποίον έθεσαν την αγίαν εκείνην δεξιάν με την επιστολήν, ευχαριστούντες τον Κύριον· έπειτα εχειροτόνησε τον ανεψιόν του Ιερέα, αντί να τον υπανδρεύση, καθώς του έταξε, λέγων προς αυτόν· «Με ταύτην την Εκκλησίαν σε ενύμφευσα, τέκνον μου, και όσην αγάπην ήθελες έχει εις την γυναίκα σου, έχε την εις την Εκκλησίαν να εύρης την σωτηρίαν σου». Και ταύτα μεν περί της οικοδομής του Ναού εκεί όπου ήτο το εργαστήριον του Κύρου επί το προκείμενον όμως επανέλθωμεν. Ο φιλόχριστος Κύρος, ο συμπαθής και ευσπλαγχνος, τόσον ήτο σπουδαίος και επιμελής να θεραπεύη ψυχάς και σώματα, ώστε έγινε πολλών σωτηρίας αίτιος· διότι με την πρόφασιν της ιατρικής εδίδασκε την ευσέβειαν λέγων· «Όστις αγαπά να μη αρρωστήση, ας φυλάγεται αναμάρτητος, επειδή εκ της αμαρτίας έρχεται πολλάκις η ασθένεια». Τους δε αρρώστους ιάτρευεν ο Κύρος όχι με βιβλία των ιατρών Γαληνού και Ιπποκράτους, ουδέ με βότανα και χορτάρια, αλλά με το όνομα του Σωτήρος Χριστού, το παντοδύναμον και σωτήριον, και με τας ιεράς βίβλους της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, από τας ρήσεις των οποίων τους εδίδασκε· και ούτω τους μεν Έλληνας εις θεογνωσίαν επέστρεφε, τους δε πιστούς εστερέωνε καλύτερα. Όθεν, μη υποφέρων να βλέπη το καλόν ο μισόκαλος, επαρακίνησε τινάς και τον επρόδωσαν ως Χριστιανόν εις τον άρχοντα της πόλεως, ο οποίος ήτο σκληρότατος και απάνθρωπος άνθρωπος, καθώς ήτο και ο αυθέντης του ο Διοκλητιανός, ο δυσσεβής και παράνομος. Προσέταξε λοιπόν ο άρχων να φέρουν τον Κύρον εις το κριτήριον· ούτος όμως έφυγεν εις την Αραβίαν, όχι δια μικροψυχίαν ή δειλίαν, αλλά δια να πληρώση του Κυρίου τον λόγον λέγοντος· «Όταν σας διώκωσιν από την μίαν πόλιν, φεύγετε εις την άλλην»· ή και από θείαν οικονομίαν επήγεν εις την Αραβίαν δια να επιστρέψη και εκεί πολλούς Έλληνας. Φθάσας ο Κύρος εις την αλλοτρίαν γην, αλλάσσει το σχήμα, τον βίον, το επιτήδευμα· κουρεύει την κεφαλήν και γενόμενος Μοναχός αναβαίνει εις υψηλοτέραν θεωρίαν, τελών άπειρα θαυμάσια, ιατρεύων μόνον με το σημείον του Τιμίου Σταυρού πάσαν ασθένειαν. Όθεν εξήλθε πανταχού η φήμη, ότι ο θαυματουργός Κύρος θεραπεύει τους αρρώστους με ένα λόγον, χωρίς βότανον. Ταύτα ακούσας ο ευλαβής Ιωάννης, όστις ήτο τότε στρατιώτης, έβαλε κατά νουν ο πάνσοφος να γίνη στρατιώτης αντί του επιγείου βασιλέως, του ουρανίου και να πολεμή με τους εχθρούς του Χριστού καλύτερα. Όθεν απορρίψας πλούτον, δόξαν, ευημερίαν και πάσαν άλλην σωματικήν ηδυπάθειαν, επήγεν εις τα Ιεροσόλυμα. Μετά ταύτα ήλθεν πάλιν εις την Αίγυπτον, δια να γίνη του Κύρου σύντροφος, ίνα κηρύττουν ομού την ευσέβειαν και ευρών αυτόν, έμεινεν εις την συνοδείαν του και εμιμείτο όλας τας πράξεις και τους ενθέους αγώνας του. Αυξηθέντος έτι περισσότερον του διωγμού, ήτο σκληρός τις ηγεμών της Συρίας, Συριανός το όνομα, όστις προσέταξε και εφυλάκισαν τρεις κορασίδας με την μητέρα των, Αθανασίαν ονόματι, διότι εκήρυττον τον Χριστόν Θεόν αληθή και τα είδωλα ύβριζον. Ταύτα μαθόντες οι Άγιοι Κύρος και Ιωάννης, εφοβήθησαν μήπως αι τρυφεραί αύται κορασίδες δειλιάσωσι τα κολαστήρια και προδώσουν την ευσέβειαν. Όθεν επήγαν εις την φυλακήν και τας ενουθέτησαν να σταθούν ανδρείαι εις τον πόλεμον, ίνα νικήσουν τον αντίπαλον. Ήσαν δε η μεν πρώτη, Θεοκτίστη ονόματι, χρόνων δεκαπέντε, η Δευτέρα, ονόματι Θεοδότη, χρόνων δεκατριών και η Τρίτη, ονόματι Ευδοξία, ετών ένδεκα· δια τούτο εφοβείτο ο Κύρος μήπως δια την ασθένειαν της γυναικείας φύσεως φοβηθώσι τας βασάνους και χάσουν τον στέφανον. Όθεν, δια την αιτίαν αυτήν, επήγαν οι πάνσοφοι δια να στερεώσουν τας γυναίκας και να λάβουν και αυτοί το μαρτύριον, καθώς και εγένετο, συνεργούσης της θείας χάριτος, διότι βλέποντες αυτούς τινές άπιστοι τους ενεκάλεσαν εις τον τύραννον, ότι συνεβούλευον τας γυναίκας εις την ευσέβειαν και παρεκίνουν αυτάς να μη φοβηθώσι τον θάνατον, αλλά να καταφρονήσουν ανδρείως τα προστάγματα του Καίσαρος. Θυμωθείς δι’ αυτά ο Συριανός προσέταξε να φέρουν ενώπιόν του τους Αγίους και τούτου γενομένου λέγει εις αυτούς· «Σεις είσθε οι εχθροί των μακαρίων θεών, ταλαίπωροι, οίτινες υβρίζετε τον Καίσαρα και τον Χριστόν ευφημίζετε; Σπεύσατε παρευθύς να αρνηθήτε την πίστιν σας και να θυσιάσητε εις τους μεγάλους θεούς, δια να λυτρωθήτε από διάφορα κολαστήρια και να τιμηθήτε ως φίλοι μου, ειδ’ άλλως θα σας κάμω να γνωρίσητε τις είμαι εγώ και ο βασιλεύς Διοκλητιανός και οι θεοί τους οποίους ονειδίζετε». Οι δε Άγιοι απεκρίθησαν· «Ήξευρε, ω ηγεμών, ότι ημείς δεν έχομεν χρείαν τιμής ούτε κολάσεις φοβούμεθα, ούτε τους λίθους και τα ξύλα σεβόμεθα, αλλά τον Χριστόν ομολογούμεν Θεόν αληθέστατον». Ταύτα ακούσας ο τύραννος εθυμώθη τόσον, ώστε έτριζε τους οδόντας λέγων· «Έπρεπε να μετανοήσητε πρότερον, αν είχετε ολίγην γνώσιν, αλαζόνες και υπερήφανοι· αλλά επειδή προτιμάτε βασάνους και κολαστήρια και καταφρονείτε την φιλίαν μας, εγώνα σας δώσω όσα σας πρέπουσι». Τότε προστάσσει να φέρωσι τας γυναίκας εκεί δια να βλέπωσι τα κολαστήρια, τα οποία θα έδιδεν εις τους Μάρτυρας. Δέρων λοιπόν και μαστιγώνων τους Αγίους ασπλάγχνως συνέτριψε και κατέκαυσε και όλα τα μέλη των· έπειτα τους ήλειψε με όξος και άλας δια να αισθάνωνται πόνον δριμύτερον, ύστερον τους έτριψαν εις όλην την σάρκα με σάκκον τρίχινον και έχρισε με πίσσαν βρασμένην τους πόδας των και, απλώς ειπείν, δεν αφήκεν ανενέργητον κανέν κολαστήριον, ο ακόλαστος, εις τους σώφρονας, αλλά τους έδωκε κάθε είδους βάσανον δια να φοβηθώσι και αι γυναίκες να υπακούσουν εις το παράνομον αυτού πρόσταγμα. Αλλ’ οι μεν παρόντες, δια το πλήθος των κολάσεων, έπασχον μόνον με την όρασιν, οι δε Άγιοι, υποφέροντες ανδρείως ταύτα, έχαιρον, ενθυμούμενοι την αιώνιον αντίδοσιν. Τότε προσέταξεν ο απάνθρωπος τύραννος να δείρουν ασπλάγχνως και τας γυναίκας, αίτινες ομοίως ελάμβανον τους ραβδισμούς με πολλήν ανδρείαν και γενναιότητα. Βλέπων ταύτα ο τύραννος απηλπίσθη τελείως και προστάσσει να κόψουν τας κεφαλάς αυτών. Όθεν έφερον αυτάς οι στρατιώται εις τον τόπον της καταδίκης, εκείναι όμως αι μακάριαι δεν έδειξαν σχήμα δειλίας ολότελα, αλλά μετά χαράς έκλινον τον αυχένα και εδέχθησαν το μακαριώτατον τέλος. Μετά ταύτα εδοκίμασε πάλιν τους Μάρτυρας ποικιλοτρόπως ο αλιτήριος τύραννος, πρώτον με κολακείας και πανουργεύματα και ύστερον με απειλάς· βλέπων όμως όλα του τα μηχανήματα άπρακτα, έδωκε τέλος και κατ’ αυτών την δια ξίφους απόφασιν και οδηγηθέντων ως κακούργων των Αγίων εις τον άνωθεν τόπον έκοψαν και αυτών τας κεφαλάς την λα΄ (31) του Ιανουαρίου μηνός· και αι μεν άγιαι και μακάριαι αυτών ψυχαί απήλθον εις τα ουράνια, τα δε σεπτά και τίμια λείψανα έλαβον κρυφίως οι ευσεβείς και φιλόχριστοι και τα ενεταφίασαν εντίμως εις τον Ναόν του Ευαγγελιστού Μάρκου. Αφού δε παρήλθον χρόνοι πολλοί και εξέλιπε τελείως η ειδωλολατρία, εβασίλευε δε ο Αρκάδιος εν έτει υ΄ (400) εφανερώθησαν δια τρόπου θαυμασίου τα άγια αυτών λείψανα και ανακομισθέντα πλείστα όσα θαύματα επετέλεσαν και επιτελούν εις δόξαν Θεού και τιμήν των Αγίων, ων ταις αγίαις πρεσβείαις λυτρωθείημεν και ημείς από πάσης συνεχούσης ημάς ασθενείας και αξιωθείημεν της βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Α΄ (1η) του μηνός ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΤΡΥΦΩΝΟΣ

Δημοσίευση από silver » Σάβ Φεβ 01, 2020 12:06 am


Τρύφων ο ενδοξότατος Μάρτυς του Χριστού και της ουρανίου αι θείας τρυφής επώνυμος, εγεννήθη εις την πόλιν της Φρυγίας Λάμψακον. Οι γονείς αυτού ήσαν ευσεβείς, πιστεύοντες εις τον αληθινόν Θεόν, αξιωθέντες ούτω να γεννήσουν τέκνον ευσεβέστατον· μάλιστα δε εκ πρώτης ηλικίας ήτο άξιον τέκνον Θεού, καθότι κατώκει εις την ψυχήν αυτού η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος και ιάτρευε πάσαν ασθένειαν, εξόχως δε είχε πολλήν εξουσίαν κατά των δαιμόνων, οίτινες, μόνον το όνομά του εάν ήκουον, έφευγον. Εις πίστωσιν δε των πολλών θαυμάτων, τα οποία ετέλεσε, να γράψωμεν ένα δια να εννοήσητε, από το άκρον του κρασπέδου, το ιμάτιον. Μετά τον θάνατον του Αυγούστου Καίσαρος χρόνους σκδ΄ (224) εβασίλευσεν εις την Ρώμην ο Γορδιανός, όστις ήτο Έλλην, δεν ήτο όμως τόσον σκληρός ως οι πρότερον βασιλεύσαντες, ούτε τους πιστούς εδίωκεν. Ούτος είχε θυγατέρα μονογενή ωραίαν και πάγκαλον, γραμματισμένην και φρόνιμον και εκ τούτου πολλοί της πόλεως άρχοντες εποθούσαν να λάβουν αυτήν σύζυγον· δι’ αυτό την έκλεισεν ο πατήρ της εις τα ανάκτορα, να μη την βλέπουν οι άνθρωποι. Αλλά δια να γνωρίσουν και εκεί εις την Ρώμην τον θαυμάσιον Τρύφωνα, το θείον φυτόν της του Χριστού Εκκλησίας, ή μάλλον δια να δοξασθή και εκεί ο Δεσπότης Χριστός και να γνωρισθή του Σταυρού η ενέργεια, παρεχώρησεν ο Θεός να δαιμονισθή το κοράσιον και εισελθών ο μισάνθρωπος εις αυτήν την εβασάνιζε πολλά και προσεπάθει να την θανατώση εις το πυρ και εις τα ύδατα, κάμνων εις αυτήν μεγάλην ατιμίαν και καταφρόνησιν. Όθεν οι γονείς της είχον λύπην υπερβολικήν, μη δυνάμενοι δε να την θεραπεύσουν με βότανα και ιατρούς, ούτε με άλλην τινά μηχανουργίαν, είχον τόσον πόνον και λύπην εις την καρδίαν, ώστε επεθύμουν δι’ αυτήν τον θάνατον, τον οποίον ενόμιζον μικροτέραν ζημίαν, από την δεινήν εκείνην ασθένειαν· εφώναζε δε και ο δαίμων έσωθεν ομολογών τον διώκτην αυτού και έλεγεν· «Εάν δεν έλθη ο Τρύφων δεν εξέρχομαι, διότι μόνον αυτός έχει δύναμιν να με διώξη από το οικητήριόν μου τούτο». Παρ’ ευθύς τότε ο βασιλεύς έστειλεν ανθρώπους να ερευνήσουν επιμελέστατα εις πάσαν πόλιν και χώραν, ίνα εύρωσι τον ποθούμενον, υποσχόμενος χρυσίον αναρίθμητον και άλλα βασιλικά χαρίσματα εις εκείνον, όστις ήθελεν εύρει και φέρει αυτόν. Από τους πολλούς δε απεσταλμένους στρατιώτας και άρχοντας απήλθον τινές αναζητούντες αυτόν εις την πόλιν Λάμψακον, εις την οποίαν ευρίσκετο τότε, βόσκων χήνας, ο τοσούτον εις την αρετήν περιβόητος Άγιος, όστις, βλέπων τους βασιλικούς ανθρώπους, εγνώρισεν από Πνεύμα Άγιον την υπόθεσιν και πλησιάσας είπε προς αυτούς χωρίς εκείνοι να τον ερωτήσωσιν· «Εγώ είμαι ο Τρύφων, τον οποίον ζητείτε». Όθεν λαβόντες αυτόν αγαλλόμενοι τον επήγαν εις τον έπαρχον Πομπηιανόν, αναβιβάσαντες δε αυτόν εις ίππον βασιλικόν τον επήραν εντίμως τρέχοντες προς την Ρώμην· ήτο δε τότε ο Άγιος ετών δεκαεπτά. Όταν επλησίαζαν εις τα όρια της περιφήμου Ρώμης, τρεις ημέρας πριν να φθάσωσιν εις την πόλιν, εγνώρισεν ο μυσαρός δαίμων τον ερχομόν του Τρύφωνος και εβασάνισε την κόρην περισσότερον· έπειτα έδειχνεν ότι ωδύρετο, λέγων: «Ουαί μοι, δεν με αφήνει πλέον ο Τρύφων να κατοικώ εδώ εις το οικητήριον τούτο, αλλά με εκδιώκει απ’ αυτού· άλλαι τρεις ημέραι μόνον υπολείπονται και έρχεται ο Τρύφων, όστις έχει εξουσίαν κατεπάνω μας». Ταύτα λέγων κατεσπάραξε την κόρην και έπειτα έφυγε, διότι δεν ηδύνατο να αντικρύση καν κατά πρόσωπον τον Άγιον Τρύφωνα. Την τρίτην ημέραν έφθασεν ο Άγιος, ο δε βασιλεύς τον υπεδέχθη ασμένως και πολλά τον ετίμησεν ως θεραπευτήν της θυγατρός του. Δια να βεβαιωθή όμως καλλίτερον την αλήθειαν, παρεκάλεσε τον Άγιον να του δείξη οφθαλμοφανώς τον δαίμονα δια να τον ερωτήση, διατί εισήλθεν εις την κόρην και δι’ άλλα τινά ζητήματα. Τότε ο Άγιος ενήστευσεν έξ ημέρας και προσηύχετο εις τον Θεόν να του δώση εις τούτο βοήθειαν· κατά δε την εβδόμην ημέραν είδεν οπτασίαν θαυμασίαν το μεσονύκτιον, του έδωκε δε ο Θεός και εξουσίαν πλουσίαν κατά δαιμόνων, υπέρ την προτέραν. To πρωϊ, όταν εξημέρωσε, συνήχθησαν όλοι οι κάτοικοι της πόλεως εις το θέατρον καθώς και ο βασιλεύς με τους δορυφόρους και πάντας τους μεγιστάνας και άρχοντας, επιθυμούντες να ίδωσι τοιούτον εξαίσιον θαυματούργημα· ο δε θείος Τρύφων, έμπλεως από Πνεύμα Άγιον, έχων πίστιν εις τον Θεόν, εκάλεσε τον δαίμονα, ωσάν να τον έβλεπε με τους οφθαλμούς της ψυχής παριστάμενον και του λέγει· «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού σε προστάσσω να φανής εδώ έμπροσθέν μας, να ίδωμεν όλοι την ασχημοσύνην και ασθένειάν σου». Τότε παρευθύς εφάνη κύων μαύρος και άσχημος, του οποίου οι οφθαλμοί ήσαν ως πυρ και φλόγα, έκλινε δε την κεφαλήν προς την γην. Τότε του λέγει ο Άγιος· «Ειπέ μας, κατάρατε, τις σε προσέταξε να εισέλθης εις την κόρην ταύτην και πως τολμάς και δύνασαι, αδύνατε, ζοφωδέστατε και άτιμε, να ατιμάζης το τίμιον πλάσμα του Θεού και να βασανίζης τους ανθρώπους, μισάνθρωπε»; Τότε ο δαίμων, ως να τον επλήγωσαν ως βέλη οι λόγοι του Τρύφωνος, απεκρίθη με δυσκολίαν, λέγων· «Ο πατήρ μου, όστις είναι πάντων των κακών αίτιος και λέγεται Σατανάς, με έστειλε να την βασανίσω». Του λέγει πάλιν ο Άγιος· «Και ποίαν εξουσίαν έχετε σεις, αρχηγοί και ευρεταί της κακίας, εις τα πλάσματα του Θεού»; Τότε ο εις σχήμα κυνός φαινόμενος δαίμων, αν και είναι φιλοψευδής εκ φύσεως και δεν θέλει ποτέ να είπη την αλήθειαν, όμως χωρίς να θέλη (υπό της θείας δυνάμεως βιαζόμενος) ωμολόγησεν, έμπροσθεν πάντων, εκείνα τα οποία ήθελε να κρύπτη και να τα φυλάττη απόρρητα, λέγων· «Ημείς δεν έχομεν καμμίαν εξουσίαν να τυραννώμεν τους Χριστιανούς, οι οποίοι πιστεύουσιν εις τον Παντοκράτορα Θεόν και τον Χριστόν τον Υιόν Αυτού, τον οποίον ο Πέτρος και ο Παύλος εδώ εις την πόλιν ταύτην λαμπρώς εκήρυξαν, μάλιστα βλέποντες τους πιστούς αυτούς από μακράν φεύγομεν· μόνον δε εκείνους τους οποίους ευρίσκομεν να αγαπώσι τα έργα μας, αυτούς έχομεν εξουσίαν να βασανίζωμεν, δηλαδή ειδωλολάτρας, βλασφήμους, μοιχούς, φονείς, φαρμακείς και υπερηφάνους και άλλους ομοίους τούτων, οίτινες χωρίζονται και αλλοτριώνονται από τον Θεόν με τοιαύτα ανομήματα, έρχονται δε προς ημάς με την ιδικήν των προαίρεσιν. Εκείνους μόνον πειράζομεν, επειδή πράττουσιν όσα μας αρέσκουσι, καταφρονούντες τα θεία προστάγματα». Ταύτα οι περιεστώτες ακούοντες, εθαύμασαν και συγχρόνως εφοβήθησαν, πολλοί δε απ’ εκείνους επίστευσαν εις τον Χριστόν, οι δε πιστοί εστερεώθησαν εις την πίστιν καλλίτερον, ακούοντες την αληθή μαρτυρίαν του δαίμονος, ο οποίος επιτιμηθείς από τον Άγιον έγινεν άφαντος. Ταύτα ιδών και ακούσας ο βασιλεύς εθαύμασε τον Τρύφωνα, και τον ετίμησε περισσώς ως έπρεπε και πολλάς δωρεάς του εχάρισεν, έπειτα προσέταξε τον έπαρχον Πομπηιανόν και άλλους άρχοντας να τον συνοδεύσουν έως εις τον τόπον του. Πορευόμενος δε ο Άγιος, διεμοίρασε καθ’ οδόν εις τους πτωχούς όλα τα αργύρια, τα οποία του εχάρισεν ο βασιλεύς και δεν ηθέλησε να κρατήση ουδόλως δωρεάν από ασεβή. Φθάσας δε εις την οικίαν του, έκαμνε τα πρότερα θεραπεύων τους ασθενείς και οδηγών τους πεπλανημένους προς την αλήθειαν. Μετά τον θάνατον του Γορδιανού, εβασίλευσεν ο ευσεβής Φίλιππος, ολίγον καιρόν όμως έζησεν, διότι πολεμών με τους Τρωγλοδύτας τον εφόνευσαν. Τότε έλαβε την βασιλείαν ο δυσσεβής και άδικος Δέκιος, άνθρωπος ωμός και άσπλαγχνος, εις φόνους και αίματα ευφραινόμενος, έχων πολλήν ζέσιν εις τα μιαρά είδωλα και μίσος άμετρον κατά των Χριστιανών ο άχρηστος· όθεν δεν εμερίμνα και τόσον να πολεμή τους εχθρούς του, όσον εφρόντιζε να διώκη τους ευσεβείς, ο ασεβέστατος, είχε δε τούτο δια μεγάλην δόξαν αυτού και εύκλειαν· όθεν ητοίμαζε τροχούς, ξίφη, ονύχια σιδηρά και άλλα διάφορα κολαστήρια. Ήτο λοιπόν εις όλην την οκουμένην σκότος και πόλεμος και πολλοί μη υποφέροντες τα πάνδεινα παιδευτήρια, προσεκύνουν (φευ!) οι λογικοί τα άλογα και αναίσθητα κτίσματα, οι δε στερεοί και καλόγνωμοι έμενον αήττητοι έως τέλους, φυλάττοντες την πίστιν των απαρασάλευτον και υπομένοντες ανδρείως όλα τα φρικτά κολαστήρια και δια του προσκαίρου θανάτου απήρχοντο εις ζωήν την αιώνιον. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, και του διωγμού πληθυνομένου, ανήγγειλάν τινες μισόχριστοι προς τον έπαρχον της Ανατολής, Ακυλίνον ονόματι, ότι άνθρωπός τις από την Λάμψακον γνωστικός και λόγιος, ιατρός το επιτήδευμα, καταφρονεί τους βασιλείς και εμπαίζει τους μεγάλους θεούς προσκυνών τον Χριστόν, τον οποίον ομολογεί ως μόνον Θεόν και πολλοί υπ’ αυτού ηπατήθησαν και ησέβησαν. Ευθύς λοιπόν έστειλεν ο Ακυλίνος γράμματα απειλητικά, να ερευνήσουν πανταχού επιμελώς, να τον εύρουν και να τον αποστείλουν εις αυτόν τάχιστα. Δεν ήτο δυνατόν λοιπόν να κρυφθή ο λαμπρός λύχνος της πίστεως και το πολύτιμον και χρήσιμον μύρον, το οποίον από την ευωδίαν αυτού φανερώνεται· μάλιστα και μόνος του ο Άγιος, ακούσας ότι τον εζήτουν οι διώκται της πίστεώς μας, δεν έφυγε να κρυφθή εις τα δάση και σπήλαια, αλλ’ ωπλίσθη με προσευχάς και δεήσεις και ούτω φαιδρός παρρησιάζεται προς τους ζητούντας, οίτινες έφερον αυτόν χαίροντες εις τον έπαρχον ευρισκόμενον τότε εις την Νίκαιαν. Παραστήσαντες λοιπόν τον Άγιον εις το κριτήριον, τον ηρώτησεν ο έπαρχος να είπη το όνομα, την πίστιν, την τύχην (ήτοι ποίας καταστάσεως άνθρωπος ετύγχανε) και την πατρίδα του, ο δε Άγιος είπε προς αυτόν· «Τρύφων καλούμαι και είμαι από την Λάμψακον· τύχην ημείς δεν ομολογούμεν, διότι δεν υπάρχει, αλλά πιστεύομεν ότι όλα έγιναν ευτάκτως από τον Παντοδύναμον Θεόν, όστις κυβερνά όλον τον κόσμον με την σοφίαν του και όχι από την τύχην· είμαι δε την κατάστασιν ελεύθερος (και όχι δούλος), μόνον εις τον Δεσπότην μου Χριστόν εδουλώθην, όστις είναι ο στέφανός μου, η δόξα μου και το καύχημά μου». Του λέγει ο έπαρχος· «Ο βασιλεύς επρόσταξεν, ότι όστις δεν σέβεται τους θεούς, να λαμβάνη βίαιον θάνατον· λοιπόν υπάκουσόν μου· άφες την πλάνην αυτήν, να μη λάβης πυρ και πληγάς και άλλα φρικτά κολαστήρια». Λέγει ο Άγιος· «Είθε να με ηξίωνεν ο Δεσπότης μου Χριστός, ο αληθής και μόνος Θεός, να βασανισθώ δια την αγάπην του, να λάβω επώδυνον θάνατον». Λέγει πάλιν ο έπαρχος· «Παρακαλώ σε, Τρύφων, θυσίασον εις τους θεούς, διότι βλέπω πως είσαι εις την φρόνησιν τέλειος και δεν θέλω να αποθάνης ασκόπως και ματαίως». Του λέγει ο Άγιος· «Τότε μάλλον θα είμαι τέλειος, εάν φυλάξω την ομολογίαν τελείαν προς τον Δεσπότην μου Χριστόν, να γίνω προς αυτόν θυσία άμωμος, καθώς έπαθε και Αυτός δι’ εμέ». Εις τας απειλάς ταύτας του επάρχου, ότι θα τον βάλη εις πυρ και έτερα κολαστήρια, απήντησεν ο Άγιος· «Συ με φοβερίζεις με πυρ, το οποίον σβύνεται γρήγορα και τάχιστα αφανίζεται, εγώ όμως σου προαναγγέλλω το πυρ εκείνο το άσβεστον της αιωνίου κολάσεως, εις το οποίον θέλεις κατακριθή να καίεσαι ατελεύτητα και να οδύρεσαι ανωφέλευτα, επειδή αφήκες τον αληθή Θεόν και προσκυνείς αναίσθητα ξόανα. Μη χάνης λοιπόν τον καιρόν σου ασκόπως με απειλάς πυρός και ετέρων προσκαίρων κολαστηρίων, διότι οι δούλοι του Θεού δεν φοβούνται ποσώς τούτο το πυρ, αλλά εκείνο το άσβεστον και αιώνιον. Πράξε λοιπόν όπως ορίζεις, διότι εγώ δεν αρνούμαι τον αληθή Θεόν, αν μου δώσης και μύρια κολαστήρια». Τότε προστάσσει ο τύραννος να κρεμάσωσι τον Άγιον εις το ξύλον, να τον σπαθίζουσιν. Εκείνος δε εξεδύθη ευθύς μόνος, δια να δείξη της ψυχής το πρόθυμον· εκαρτέρει δε σπαθιζόμενος ώρας τρεις, ωσάν να έπασχεν άλλος, χωρίς να εκβάλη ουδεμίαν φωνήν, ο δε έπαρχος έλεγε· «Μετανόησον, Τρύφων, από ταύτην την υπερηφάνειάν σου· προσκύνησον τους θεούς, διότι εκείνος όστις εναντιούται εις τα βασιλικά προστάγματα λαμβάνει θάνατον επώδυνον». Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Όστις δεν φυλάξη το σωτήριον του Θεού θέλημα, μέλλει να κατακριθή εις θάνατον αθάνατον, διότι αυτός είναι μόνος Βασιλεύς ουράνιος και όστις τον αρνηθή, ζημιούται ζωήν αιώνιον». Λέγει ο έπαρχος· «Άλλος δεν είναι ουράνιος, ειμή ο μέγας Ζεύς, ο υιός του Κρόνου και της Ρέας· ούτος είναι πατήρ των ανθρώπων και των άλλων θεών και όστις απειθήση εις αυτόν είναι αδύνατον να ζήση· λοιπόν και συ υποτάξου εις αυτόν, δια να αξιωθής να έχης ζωήν γλυκυτάτην πάντοτε». Εις τους λόγους τούτους του τυράννου απεκρίθη ο Άγιος· «Όμοιοι αυτού να γίνουν όσοι πιστεύουσιν αυτόν και δια θεόν τον νομίζουσι, διότι, καθώς ομολογούσι τα βιβλία σας, αυτός ήτο γόης και μάντις μιαρώτατος, και δεν αφήκε καμμίαν ανομίαν και είδος κακίας άπρακτον ο πάντολμος. Όταν δε απέθανε του έστησαν χρυσά και αργυρά είδωλα όσοι εποθούσαν τα σιχαμερά και πάσης αισχύνης πεπληρωμένα έργα του, ονομάζοντες αυτόν και θεόν δια να δικαιολογήσουν με τούτον τον τρόπον τας αισχρουργίας και ασελγείας του. Ούτως έπραξαν και δια τους άλλους ψευδωνύμους θεούς σας, εις την πλάνην δε ταύτην ακολουθούντες και σεις, ανοήτως, σέβεσθε ύλην κωφήν και άψυχον, καταφρονούντες τον αληθή και ζώντα Θεόν, όστις τον ουρανόν εστερέωσε, την γην εθεμελίωσεν επί των υδάτων και πάσαν την οικουμένην εποίησε· μετά δε ταύτα έπλασε και ανέπλασε τον άνθρωπον, ως φιλάνθρωπος. Διότι βλέπων ότι τον επλάνησεν ο δαίμων και τον εξώρισεν ως φθονερός από τον Παράδεισον, κατεδέχθη να γίνη άνθρωπος και εσταυρώθη και ετάφη εκουσίως και αναστάς εκ νεκρών, ανήλθεν εις τους ουρανούς, ένθα υμνείται υπό Αγίων Αγγέλων, όταν δε έλθη το πλήρωμα του χρόνου, το οποίον αυτός μόνος γνωρίζει, τότε θέλει έλθει και πάλιν εξ ουρανού με άρρητον δύναμιν και δόξαν θεοπρεπώς, ίνα κρίνη την οικουμένην άπασαν και αποδώση εις έκαστον κατά τας πράξεις του. Αυτός είναι Θεός θεών, Βασιλεύς απάντων των βασιλέων και Κριτής ζώντων και νεκρών δικαιότατος. Αυτά δε όπου προσκυνείτε σεις δια θεούς είναι άψυχα ξόανα, έργα χειρών ανθρώπων και πονηρών δαιμόνων ευρήματα και σας οδηγούν εις απώλειαν». Ταύτα ακούσας εθυμώθη ο έπαρχος και προστάσσει να καταβιβάσουν τον Άγιον από το ξύλον και να τον σύρουν δεδεμένον εις το κυνήγιον όπου θα επήγαινε. Τούτου γενομένου είχε πολλήν οδύνην ο Άγιος, διότι επεριπάτει ανυπόδητος και οι πόδες του ήσαν ξεσχισμένοι από την προτέραν βάσανον, τότε δε πάλιν κατεξεσχίζοντο από τα ξύλα και τας πέτρας εν μέσω χειμώνος, πολλάκις δε τον κατεπάτουν και οι ίπποι και έπιπτον καθ’ οδόν αι σάρκες του. Όθεν ησθάνετο πόνον υπερβολικόν, αλλ’ υπέμεινεν όλα ταύτα τα λυπηρά, αποβλέπων εις την μέλλουσαν ανταπόδοσιν, έψαλλε δε λέγων· «Κατάρτισαι, Κύριε, τα διαβήματά μου» (Ψαλμ. ιστ: 5) και άλλα ρητά της Αγίας Γραφής παρόμοια. Έπειτα πάλιν, μιμούμενος τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον και αυτόν τον Χριστόν ο χριστομίμητος, έλεγε· Κύριε, συγχώρησε το αμάρτημά των». Κατά δε το εσπέρας, όταν επέστρεψεν από το κυνήγιον ο Ακυλίνος, εφρόντιζε να κυνηγήση μάλλον τον Άγιον και του λέγει· «Εσωφρινίσθης καν τώρα, να προσκυνήσης τους θεούς, άθλιε, ή μένεις εις την προτέραν μανίαν σου»; Ο δε Άγιος απεκρίνατο· «Συ μάλιστα είσαι γεμάτος μανίαν και αγνωσίαν, ανόητε, δι’ αυτό δεν θέλεις να εννοήσης τον αληθή Θεόν· εγώ όμως έχω γνώσιν, διότι κρατώ την αλήθειαν». Τότε ο άρχων, μη έχων λόγον να αποκριθή κατά της αληθείας ο μάταιος, επρόσταξε να φυλακίσουν τον Άγιον έως άλλην εξέτασιν· μετά τινας δε ημέρας, θέλων να υπάγη εις την Νίκαιαν, επρόσταξε να φέρουν και τον Μάρτυρα δεδεμένον. Όταν δε επλησίαζαν εις την πόλιν, τον ηρώτησεν ο τύραννος· «Μήπως σε εδίδαξε, Τρύφων, το μάκρος του καιρού, να υπακούσης εις τους βασιλείς, να προσκυνήσης τους σωτήρας θεούς, ή ακόμη είσαι απειθής και φιλόνεικος»; Απεκρίθη ο Άγιος· «Ο Κύριος και Θεός μου Ιησούς Χριστός, τον οποίον λατρεύω με καθαράν διάνοιαν, με ενουθέτησε να φυλάττω την ομολογίαν του αμετάθετον· όθεν αυτόν μόνον γνωρίζω Βασιλέα και Θεόν αψευδέστατον, τας δε βασάνους, τας οποίας υφίσταμαι υπό σου και τας εντολάς του βασιλέως σου καταφρονώ και τους θεούς σου μυκτηρίζω ως αξίους γέλωτος». Εις ταύτα οργισθείς ο θεόργιστος επρόσταξε να καρφώσουν εις τους πόδας του Μάρτυρος ήλους και έτερα σίδηρα και δέροντες τον ετραβούσαν εις το μέσον της πόλεως. Εκ τούτου έλαβε πολλήν οδύνην και πόνον ανείκαστον ο καρτερόψυχος και έτρεχαν μεν εις την γην τα αίματα, αλλά ο πόθος του Χριστού τον έκαμνε να μη υπολογίζη της σαρκός την κόλασιν και να νομίζη των αλγεινών τας νιφάδας ως ψεκάδας δρόσου και αναψυχήν της ψυχής ο αήττητος. Θαυμάζων λοιπόν την καρτερίαν αυτού ο τύραννος, έλεγεν· «Έως πότε δεν θα αισθάνεσαι, Τρύφων, την δριμύτητα των κολάσεως»; Ο δε Άγιος αντιστρέφων τους λόγους έλεγεν· «Έως πότε συ δεν θα εννοής την αήττητον δύναμιν του Χριστού, όστις κατοικεί εις εμέ, αλλά πειράζεις το Πνεύμα το Άγιον»; Τότε πάλιν οργισθείς ο άρχων επρόσταξε να εξαρθρώσωσι τους αγκώνας του, να τον δέρωσι με ράβδους και να τον κατακαίωσι με λαμπάδας πυρός. Τούτων ούτω γενομένων, καθώς εβασάνιζαν οι δήμιοι με πολλήν σφοδρότητα και ασπλαγχνίαν τον Άγιον, ήλθεν από τους ουρανούς προς αυτόν εξαίφνης θεά επιφάνεια εξαστράπτουσα και εφαίνετο φερόμενος προς αυτόν στέφανος ανθισμένος και εστολισμένος δια λίθων πολυτίμων. Ταύτα βλέποντες οι στρατιώται, οίτινες τον εβασάνιζαν, έπεσον κατά γης όλοι έντρομοι, ο δε Άγιος ενεπλήσθη θάρρους και αγαλλιάσεως υπό της θείας εκείνης Χάριτος, την οποίαν έβλεπε, και εδόξαζε τον Κύριον λέγων· «Ευχαριστώ σοι, Δέσποτα, ότι δεν με εγκατέλιπες εις τας χείρας των εχθρών μου, αλλά την ημέραν του πολέμου με περιεσκέπασες και η δεξιά σου με εβοήθησεν· αλλά και τώρα σε παρακαλώ, Δέσποτα, παραστάσου έως τέλους να με ενδυναμώνης να τελειώσω καλώς τον αγώνα της ομολογίας σου, δια να αξιωθώ να χαρώ τον στέφανον της δικαιοσύνης μετά των φίλων σου, οίτινες ηγάπησαν το Πανάγιόν σου Όνομα· ότι συ μόνος είσαι δοξασμένος εις τους αιώνας. Αμήν». Ταύτα βλέπων ο μιαρός τύραννος εδοκίμαζε πάλιν με κολακείας να νικήση τον αήττητον, λέγων προς αυτόν· «Προσκύνησον τον μεγάλον Δία και την εικόνα του Καίσαρος και θα σου δώσω πολλήν τιμήν και χαρίσματα άπειρα». Ο δε Μάρτυς μειδιάσας, είπεν· «Εάν αυτόν τον βασιλέα σου κατεφρόνησα και τα προστάγματά του περιεγέλασα, πώς να προσκυνήσω την άψυχον εικόνα του; Δια δε τον Δία και τους άλλους ψευδοθεούς σας ερώτησον τους σοφούς σας, οίτινες εδοκίμασαν να σκεπάσουν με τας μυθολογίας τας αισχράς πράξεις και ατοπίας των, ονομάζοντες τον αέρα Ήραν και την γην Δήμητραν, Ποσειδώνα την θάλασσαν και Απόλλωνα τον ήλιον, ομοίως και τους άλλους, αλληγορούντες τον Ερμήν εις τον λόγον, εις τον θυμόν τον Άρην και εις την πορνείαν την Αφροδίτην και άλλα παρόμοια μυθολογούντες φλυαρήματα· αλλά εγώ ηξεύρω από τας ιστορίας, τας κακουργίας αυτών των θεών σας και εξόχως του πρώτου, τον οποίον λέγετε μεγαλύτερον· αυτός ήτο μοιχός, ο Ζεύς δηλαδή ο ασελγής και παράνομος, όστις εφόνευσε τον πατέρα του, αλλά και οι επίλοιποι θεοί σας ασεβείς είναι και παμμίαροι, τούτων δε τας πράξεις μιμείσθε και σεις οι πονηροί και κακότροποι· και δεν φθάνει ότι απηρνήθητε σεις τον αληθή Θεόν οι ανόητοι, αλλά αναγκάζετε και ημάς να επικοινωνήσωμεν μαζί σας εις τόσην σκολιάν τυφλότητα, αφού λέγετε το σκότος φως και το φως σκότς, το πικρόν γλυκύ, και το γλυκύ πικρόν, καθώς ο Ησαϊας ο μεγαλόφωνος λέγει (Ησαϊα ε: 20)· αλλά ματαίως οδυνάσθε· διότι προτιμώμεν να αποθάνωμεν μάλλον ή να αφήσωμεν την ευσέβειαν». Εις ταύτα εθαύμασε και εθύμωσεν ο τύραννος· θαύμα μεν είχε, ότι εγνώριζεν ο Άγιος τας ιστορίας των αθέων θεών· και θυμόν, διότι τους εχλεύαζε. Προστάσσει λοιπόν να τον σπαθίσωσι σκληρότερον. Αλλ’ εις μάτην εκοπίαζε· διότι όλας τας βασάνους ενόμιζεν ο μακάριος Τρύφων τρυφάς και ηδονάς από τον ένθεον έρωτα. Όθεν γνωρίσας ο δείλαιος το αήττητον του Μάρτυρος, εβαρύνθη η δορκάς να πολεμή με τον λέοντα και δίδει κατ’ αυτού την τελευταίαν απόφασιν, να τον αποκεφαλίσωσιν έξω της πόλεως. Όταν λοιπόν τον επήγαν εις τον τόπον της καταδίκης οι δήμιοι, ύψωσε προς ουρανόν κατ’ ανατολάς τας χείρας και τους οφθαλμούς, ταύτα λέγων· «Δέσποτα Κύριε, Θεέ θεών, Βασιλεύ βασιλέων, Άγιε Αγίων, ευχαριστώ σοι, ότι με ηξίωσας νατελειώσω τον αγώνα τούτον αναμάρτητα· παρακαλώ σε να μη με εμποδίση ο πονηρός και επίβουλος και με καταβυθίση εις τον βυθόν της απωλείας· αλλά ας πάρουν την ψυχήν μου Άγιοί σου Άγγελοι, να την φέρουν εις τα αγαπητά και ποθητά σκηνώματά σου. Όσοι δε ενθυμούνται εμέ τον ανάξιον δούλον σου, και προσφέρουν εις σε θυσίας δεκτάς, πρόσχες αυτών εξ ουρανού αγίου σου και δος εις αυτούς αφθάρτους ευεργεσίας και πλουσίαν αντάμειψιν· ότι συ είσαι μόνος αγαθός και των αγαθών παροχεύς και δοτήρ πλουσιώτατος». Ταύτα ο Αθλοφόρος ευξάμενος και προσκυνήσας τον Θεόν, παρέδωκεν εις αυτόν την ψυχήν ο μακάριος, προτού να τον αποκεφαλίση ο δήμιος, δια να μη φανή ότι τον εθανάτωσεν ο τύραννος, αλλά ετελειώθη με θείον νεύμα και βούλησιν. Τότε όσοι πιστοί ήσαν εκεί εις την Νίκαιαν ετύλιξαν οσίως και ευλαβώς εις σινδόνα καθαράν με αρώματα το τίμιον λείψανον και εβούλοντο να το ενταφιάσωσιν εκεί, δια να το έχωσιν ως θησαυρόν πολύτιμον και ασφαλές φυλακτήριον· αλλ’ ο Άγιος εφάνη εις το όραμά των και τους είπε να το υπάγουν εις την Λάμψακον· όθεν έκαμαν καθώς τους επρόσταξεν εκείνος και τον ενεταφίασαν εκεί, εις τον τόπον δε αυτόν έγιναν πολλά θαυμάσια, εις δόξαν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Β΄ (2α) του μηνός Φεβρουαρίου, η ΥΠΑΠΑΝΤΗ του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Δημοσίευση από silver » Κυρ Φεβ 02, 2020 12:13 am

ότε εδέξατο Αυτόν εις τας αγκάλας αυτού ο Δίκαιος Συμεών.

Παρελθουσών των τεσσαράκοντα ημερών από την σωτήριον ενανθρώπησιν του Κυρίου και την εκ της Αγίας Παρθένου, χωρίς ανδρός, Αυτού γέννησιν, προσεφέρθη ο Κύριος εις το Ιερόν κατά την σημερινήν ημέραν, από την Παναγίαν Μητέρα του και τον Δίκαιον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Θεοτόκου, κατά την διάταξιν του σκιώδους και παλαιού Νόμου, ήτοι κατά τον Νόμον του Μωϋσέως, ότι παν άρσεν πρωτότοκον έσται αφιερωμένον τω Θεώ, και την εις τούτον νενομισμένην θυσίαν προσενέγκη, ζεύγος τρυγόνων, ή δύο νεοσσούς περιστερών (Λουκ. β: 22-24 Έξοδ. ιγ:2 Λευϊτ. ιβ: 6-8). Κατά την αυτήν δε ημέραν και ώραν, οδηγηθείς υπό Πνεύματος Αγίου, ευρέθη εκεί παρών και ο ευλαβής και Δίκαιος υπέργηρως Συμεών, περιμένων προ πολλού του Θεού το σωτήριον πριν ίδη τον Χριστόν Κυρίου. Ιδών τότε Αυτόν και δεξάμενος εις τας γηραιάς αυτού αγκάλας, απέδωκε δόξαν τω Θεώ, άσας την τρίτην και τελευταίαν Ωδήν της Νέας Διαθήκης· «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη», και ωμολόγησεν, ότι μετά χαράς λοιπόν κλείει τους οφθαλμούς εις τον θάνατον, αφ’ ου είδε το φως της των εθνών αποκαλύψεως, και την δόξαν του Ισραήλ (Λουκ. β: 25-32) και αντί των προσκαίρων τούτων και επιγείων έλαβε τα ουράνια αγαθά. Η δε της εορτής ταύτης Σύναξις τελείται εις τον σεβάσμιον οίκον της Αχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, τον ευρισκόμενον εις τας Βλαχέρνας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Γ΄ (3η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Δικαίου ΣΥΜΕΩΝ του Θεοδόχου και ΑΝΝΗΣ της Προφήτιδος.

Δημοσίευση από silver » Δευ Φεβ 03, 2020 3:27 am


Συμεών ο Δίκαιος και Άγιος, ο Θεοδόχος, έλαβε μακράν και πολυχρόνιον ζωήν εις τον κόσμον τούτον, επειδή απεκαλύφθη εις αυτόν υπό του Αγίου Πνεύματος, ότι δεν θα ιδή θάνατον προ του να θεωρήση δια των ιδίων οφθαλμών του τον Δεσπότην Χριστόν. Όθεν, όταν ο Κύριος ημών προσεφέρθη εις τον Ναόν, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, τότε εδέχθη αυτόν εις τας αγκάλας του και πληροφορηθείς υπό του Αγίου Πνεύματος τα περί αυτού μέλλοντα, έλαβε το τέλος της ζωής του, κατά τον ανωτέρω χρηματισμόν και την αποκάλυψιν του Αγίου Πνεύματος.

Άννα δε η μακαρία Προφήτισσα ήτο θυγάτηρ Φανουήλ, καταγομένη εκ της φυλής του Ασήρ, ενός των δώδεκα Πατριαρχών υιών Ιακώβ. Αφ’ ου δε συνέζησε με άνδρα έτη επτά και εστερήθη τούτον δια του θανάτου, έκτοτε παρέμεινεν εις τον Ναόν και κατεγίνετο καθ’ όλην την ζωήν αυτής εις προσευχάς και νηστείας· όθεν, επειδή αδιακόπως ευρίσκετο εις τοιαύτα θεάρεστα έργα, δια τούτο και αύτη η μακαρία, ηξιώθη να ίδη τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, όταν προσεφέρθη, τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, εις τον Ναόν υπό της Παναγίας Μητρός του και του Δικαίου Ιωσήφ. Ανθωμολογείτο δε αύτη, ήτοι ηυχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν και προεφήτευε φανερά τα περί του Χριστού εις όλους εκείνους, όσοι ευρέθησαν τότε εις τον Ναόν, λέγουσα ταύτα· «Τούτο το βρέφος είναι εκείνος ο Κύριος, όστις εστερέωσε τον Ουρανόν και την γην· τούτο το βρέφος είναι ο Χριστός, περί του οποίου όλοι οι Προφήται προεκήρυξαν». Ημείς λοιπόν την μνήμην των δύο τούτων Αγίων σήμερον εορτάζοντες, κηρύττομεν δι’ αυτών την φρικτήν και απόρρητον του Θεού προς ημάς συγκατάβασιν. Η σύναξις δε αυτών τελείται εν τω Αποστολείω του Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου, τω όντι εν τω σεβασμίω Ναώ της Υπεραγίας Θεοτόκου, πλησίον της Αγιωτάτης Μεγάλης Εκκλησίας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Δ΄ (4η) του αυτού μηνόςΦεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΙΣΙΔΩΡΟΥ του Πηλουσιώτου.

Δημοσίευση από silver » Τρί Φεβ 04, 2020 12:06 am


Ισίδωρος ο θείος Πατήρ ημών ο Πηλουσιώτης κατήγετο εκ της Αιγύπτου, υιός ων γονέων ευγενών και θεοφιλών, συγγενής δε Θεοφίλου και Κυρίλλου των της Αλεξανδρείας Αρχιεπισκόπων, ακμάσας περί το υιβ΄ (412) έτος. Oύτος λοιπόν επειδή ήτο γεγυμνασμένος εις το άκρον, τόσον κατά την εσωτερικήν και θείαν φιλοσοφίαν, όσον και κατά την εξωτερικήν, δια τούτο και πάμπολλα συγγράμματα αφήκεν εις τους φιλομαθείς, λόγου και ενθυμήσεως άξια. Αυτός δε παραιτήσας πλούτον και γένος λαμπρόν, και ευδαιμονίαν ζωής, μετέβη εις το Πηλούσιον όρος και ενδυθείς το Μοναχικόν σχήμα, εκεί εσχόλαζε προσευχόμενος και συνομιλών νοερώς μετά του Θεού. Εκ του Πηλουσίου όρους εδίδασκεν ο Όσιος όλην την οικουμένην και εφώτιζεν αυτήν δια των θείων λόγων του, τους εναρέτους εις την αρετήν επιστηρίζων, τους απειθείς παρακινών εις ευπείθειαν και με τον αυστηρόν των ελέγχων του και εις αυτούς τους ιδίους τους βασιλείς υπομιμνήσκων και παραινών τα συμφέροντα εις την οικουμένην και γενικώς, εις όλους εκείνους, όσοι ηρώτων αυτόν δι’ απορίας εκ των Αγίων Γραφών, έδιδε σοφωτάτας λύσεις και ερμηνείας. Λέγουσι δε τινες, ότι αι επιστολαί του θείου τούτου Πατρός αριθμούνται, ως έγγιστα, εις δέκα χιλιάδας. Ούτω λοιπόν κάλιστα διανύσας την ζωήν του και κατά Θεόν πολιτευσάμενος, με γήρας βαθύ ετελείωσε τον Βίον του περί το υν΄ (450) έτος της σωτηρίας.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ε΄ (5η) του αυτού μηνός Φεβρουαρίου, μνήμη της Αγίας Μάρτυρος ΑΓΑΘΗΣ.

Δημοσίευση από silver » Τρί Φεβ 04, 2020 11:53 pm


Αγαθή η Αγία και ένδοξος του Χριστού Παρθενομάρτυς ήτο από την Κατάνην της Σικελίας, διέλαμπε δε δια την ωραιότητα του σώματος, το κάλλος της ψυχής και τον πλούτον των σωματικών αγαθών. Εβασίλευε δε κατά τους χρόνους εκείνους ο ασεβέστατος Δέκιος, ο οποίος εθανάτωσε τον Φίλιππον, τον προ αυτού βασιλέα, δια να λάβη την βασιλείαν. Θέλων δε ο αξιοκατάκριτος να αποδείξη ότι δεν εφόνευσε τον Φίλιππον από επιθυμίαν να βασιλεύση, αλλά διότι εκείνος εσέβετο δήθεν τον Χριστόν, εκίνησε διωγμόν μέγαν κατά των Χριστιανών ο παμμίαρος και έστειλεν εις όλας τας πόλεις και χώρας άρχοντας και ηγεμόνας, προστάσσων αυτούς να ερευνώσιν επιμελώς και να κάμνωσι πάντα τρόπον και μέθοδον να εξαλείψουν και να αφανίσουν παντελώς το όνομα του Χριστού. Μεταξύ λοιπόν των άλλων επάρχων όπου έστειλεν, ήτο σκληρός τις και απάνθρωπος, Κυντιανός εις το όνομα, τον οποίον έκαμεν ηγεμόνα να ορίζη όλην την Σικελίαν. Είχε δε ούτος ανάμεσα εις τας άλλας αισχρουργίας και ταύτα τα τρία ελαττώματα· πρώτον κατήγετο από χωρικούς και χονδρούς ανθρώπους, ανελθών εις εκείνο το αξίωμα από κακάς πράξεις· δεύτερον ήτο βεβυθισμένος εις τον βόρβορον της σαρκός· τρίτον δε, ήτο υπερβολικά φιλάργυρος. Κατά την εποχήν λοιπόν εκείνην ευρίσκετο εις την Κατάνην η κεκοσμημένη ψυχή τε και σώματι με διαφόρους αρετάς και αγαθάς πράξεις, αγαθή εις την γνώμην και την καρδίαν, καθώς ήτο και η επωνυμία της. Το όνομα των γονέων της δεν ευρίσκεται γεγραμμένον εις τας γραφάς, διότι απέθανον εις την ασέβειαν· αύτη όμως η θεοδίδακτος κόρη επροσκύνει και εσέβετο τον Εσταυρωμένον Χριστόν και τον αγαπούσε με όλην την δύναμιν της ψυχής, κατά την θείαν εντολήν την λέγουσαν· «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της δυνάμεώς σου» (Δευτ. στ: 5). Είχε δε τρία χαρίσματα πλέον των άλλων παρθένων· πρώτον, κατήγετο από τους ευγενεστέρους άρχοντας, δεύτερον, ήτο ευμορφοτέρα και ωραιοτέρα από όλας τας κορασίδας εκείνης της πόλεως, και αφιέρωσεν εις τον Θεόν την παρθενίαν της, την οποίαν απεφάσισε να φυλάξη άφθορον, τρίτον δε, ήτο πολύ πλουσία και είχε κινητά και ακίνητα πράγματα, τα οποία διεμοίρασεν η ιδία εις τους πτωχούς αφειδώς και ευσπλαγχνικώτατα. Όταν λοιπόν ήκουσεν ο Κυντιανός την καλήν φήμην και τας αρετάς και αγαθάς πράξεις της Αγαθής, έβαλεν εις την καρδίαν του πονηρά, και διελογίζετο εν εαυτώ ταύτα· «Εάν κάμω τρόπον να φέρω την Αγαθήν εις το θέλημά μου, να την πάρω δια γυναίκα μου, αξιώνομαι τρία πράγματα· πρώτον μεν πληρώνω την σαρκικήν μου επιθυμίαν, απολαμβάνων τοιαύτην ευμορφίαν και ωραιότητα· δεύτερον μετέχω της ευγενείας του αίματός της, όταν την κάμω γυναίκα μου, ο οποίος τώρα είμαι από ευτελείς και χωρικούς ανθρώπους· τρίτον δε και τελευταίον πάντων, λαμβάνω τον πλούτον της όλον εις τας χείρας μου και γίνομαι πλουσιώτερος πάντων». Ταύτα μελετών εις την καρδίαν του ο ανόσιος τύραννος επρόσταξε να φέρωσιν αυτήν ενώπιόν του και βλέπων αυτήν τοσούτον ωραίαν, ίστατο άφωνος ώραν πολλήν, ως εκστατικός, θαυμάζων τοιούτον κάλλος· έπειτα την εκολάκευσε με υποσχέσεις να συγκαταβή εις την γνώμην του, υποσχόμενος προς αυτήν τιμάς πολλάς, μεγαλεία και αξιώματα. Αλλά η σοφή και πάγκαλος κόρη δεν έλαβε ποσώς υπ’ όψιν τα ληρώδη του φλυαρήματα, αλλά του έδωσε τοιαύτην απολογίαν με γνωστικούς λόγους, ώστε τον έκαμε να γνωρίση ευθύς εξ αρχής το αμετάθετον της καρδίας της. Βλέπων λοιπόν ο ασύνετος ότι δεν επετύγχανε τίποτε με τας κολακείας και υποσχέσεις του, προσεκάλεσε κακήν τινα και άσεμνον γυναίκα, ονόματι Φροντισίαν, η οποία είχεν εννέα θυγατέρας και ηκολούθουν άπασαι τον της μητρός αυτών άσωτον βίον, κυλιόμεναι εις τον βόρβορον της σαρκικής αμαρτίας· και λέγει προς αυτάς ο παμμίαρος· «Λάβετε την κόρην ταύτην εις την οικίαν σας και κάμετε πάντα τρόπον να την φέρετε εις την γνώμην σας, και εάν αυγκλίνη εις την σαρκικήν πράξιν να κάμη το θέλημά μου, θέλω σας δώσει τόσα χαρίσματα, ώστε να εξέλθετε από το καταφρονεμένον επάγγελμά σας». Επήραν λοιπόν αι αναίσχυντοι εκείναι γυναίκες την ευλογημένην Αγαθήν εις τον οίκον των και έθλιβον και εβασάνιζον αυτήν επί ένα ολόκληρον μήνα αδιαλείπτως, υποσχόμεναι προς αυτήν μεγάλας δωρεάς και χαρίσματα· πολλάκις δε την εφοβέριζον και με απειλάς διαφόρων τιμωριών και κολάσεων, της έδιδον ολίγον φαγητόν και ολίγον ύδωρ, και δεν την άφηναν να αναπαυθή ειμή μόνον ολίγον, την υπέβαλλον εις αγρυπνίαν κατά το περισσότερον διάστημα της νυκτός λέγουσαι προς αυτήν όσα ηδύναντο να την παρακινήσουν εις την σαρκικήν απόλαυσιν και κοσμικήν ματαιότητα, τα οποία δεν είναι πρέπον να γράψωμεν, δια να μη μιαίνωμεν τας ακοάς σας· η δε Αγία έλεγε προς εκείνας ταύτα· «Ο νους μου είναι θεμελιωμένος και στερεωμένος εις τον Δεσπότην μου Ιησούν Χριστόν, τον ακρογωνιαίον λίθον, οι δε λόγοι σας είναι άνεμος· αι υποσχέσεις και απειλαί σας ποτάμια ύδατα, τα οποία δύνανται μεν να κτυπήσωσιν εις τον στερρότατον πύργον του νοός μου, δεν θα δυνηθώσιν όμως παντελώς να τον διασείσωσιν· όσον δε τον πολεμήσετε δυνατώτερα, τόσον τον ευρίσκετε εις την αγάπην του Κτίστου μου στερεώτερον». Ταύτα έλεγεν η Αγία δακρυρροούσα και ικετεύουσα τον Θεόν να της δώση Χάριν, να έλθη εις την δόξαν του Μαρτυρίου το γρηγορώτερον. Μετά τριάκοντα ημέρας, βλέπουσα η Φροντισία, ότι όσον ενουθέτει την Αγίαν, τόσον εύρισκεν αυτήν στερεωτέραν και αμετάτρεπτον, επήγεν εις τον ηγεμόνα και του λέγει· «Αληθώς ευκολώτερα ημπορεί κανείς να μαλάξη τον σίδηρον και τους σκληρούς λίθους, να τους κάμη μαλακωτέρους του ύδατος, παρά την καρδίαν της κόρης ταύτης να μετατρέψη από την γνώμην της· περισσότερον από τριάκοντα ημέρας την εδίδασκα με τας θυγατέρας μου και της ελέγαμεν ερωτικά και άσεμνα λόγια, τας ιδικάς σου υποσχέσεις και δωρεάς, τας απειλάς τιμωριών και πικροτάτου θανάτου· αλλά εις μάτην εκοπιάσαμεν, διότι ενικήθημεν μάλλον ή να νικήσωμεν· λοιπόν κάμε ει τι βούλεσαι». Τότε εθυμώθη περισσώς ο τρισκατάρατος άρχων και προστάσσει να φέρωσι την Αγίαν ενώπιόν του. Τούτου δε γενομένου, την ερώτησε να ειπή το γένος της και την κατάστασιν· η δε είπε προς αυτόν· «Εγώ είμαι γυνή ελευθέρα, γεννημένη από τους ευγενικωτέρους άρχοντας ταύτης της πόλεως, καθώς το γνωρίζουσιν όλοι ούτοι οι συμπολίται μου». Λέγει ο ηγεμών· «Εάν είσαι ελευθέρα, καθώς λέγεις, διατί έχεις πράξεις και τάξεις, ωσάν να ήσουν δούλη τινός;» Απεκρίθη η Αγαθή· «Διότι είμαι δούλη του Δεσπότου Χριστού και ουδενός άλλου». Λέγει ο άρχων· «Λοιπόν, αν είσαι δούλη, δεν είσαι ελευθέρα». Απήντησεν η Αγία· «Ο τέλειος δούλος του Δεσπότου Χριστού είναι καθολικά ελεύθερος και ει τις είναι αυθέντης του εαυτού του, λέγεται φυσικά κύριος του κόσμου παντός και με τον τρόπον τούτον είναι ελεύθερος από όλα τα κτίσματα». Λέγει προς αυτήν ο άρχων· «Μη αναμένωμεν πλέον εις λόγια άκαιρα· ή θυσίασε εις τους θεούς μου, ή θα σε αφανίσω με σκληροτάτας τιμωρίας». Απεκρίθη η Αγία· «Παρακαλώ τον Κύριόν μου, να γίνης όμοιος του θεού σου». Οι λόγοι ούτοι κατετάραξαν τον τύραννον και προστάσσει τους υπηρέτας να συντρίψουν το στόμα της Αγίας, δια να μη τολμήση πλέον να εξυβρίση τον θεόν του. Τούτου γενομένου, λέγει προς αυτόν η Αγία· «Θαυμάζω εις σε, ω ηγεμών, όστις νομίζεσαι φρόνιμος άνθρωπος, πως έδειξες εις αυτό πολλήν αφροσύνην· εγώ δια σε εδεήθην καλόν και τιμήν, να γίνης όμοιος του θεού σου, και συ εκέλευσας, άγνωστε, να με δείρωσιν· εάν οι θεοί σας είναι καλλίτεροι από σας, έπρεπε να με ευχαριστής, όπου επιθυμώ το συμφέρον σου· ει δε και είναι χειρότεροι, αισχύνθητε, τετυφλωμένοι, και εντραπήτε, προσκυνούντες τοιούτους θεούς ανοήτους». Τότε εθυμώθη ο τύραννος περισσότερον και λέγει προς αυτήν· «Πως τολμάς, αναίσχυντον γύναιον, και λαλείς τοιαύτα μάταια και αφρονέστατα λόγια; Ή θυσίασε εις τους θεούς μου την ώραν ταύτην, ή να λάβης διάφορα κολαστήρια». Απεκρίθη η Αγία· «Τας τιμωρίας σου και τα κολαστήρια εγώ ουδόλως φοβούμαι, διότι, αν με βάλης εις θηρία ανήμερα, ευθύς ως ακούσουν το όνομα του Χριστού γίνονται ταπεινά και ήμερα ως αρνία· εάν με ρίψης εις την φλόγα, δια να με καύσης, οι ουράνιοι Άγγελοι θέλουσιν έλθει να ψυχράνουν την καύσιν και δριμύτητα της φλογός· εάν με ραβδίσης και ξεσχίσης τας σάρκας μου και ό,τι άλλην τιμωρίαν μου δώσης, έχω βοηθόν τον Δεσπότην μου, εις τον οποίον όλα τα στοιχεία υπακούουσι και με τον λόγον του όλαι αι ασθένειαι θεραπεύονται· δαιμόνια εκδιώκονται, παράλυτοι συσφίγγονται, χωλοί περπατούσι και άλλα θαυμαστά τεράστια γίνονται με το νεύμα του μόνον και την θείαν βούλησιν. Αυτός λοιπόν θέλει με ελευθερώσει από πάσας τας επινοίας σου». Τότε προσέταξεν ο ηγεμών να οδηγήσωσι την Αγίαν εις την φυλακήν έως την επομένην, δια να του δοθή καιρός να σκεφθή ποίαν βάσανον να της δώση. Πορευομένη δε η Αγία εις την φυλακήν έχαιρε και είχε τοσούτον αγαλλιώμενον πρόσωπον, ώστε εφαίνετο, ότι επήγαινεν εις γάμους. Την επαύριον εκάθισεν ο Κυντιανός εις τον θρόνον ως λύκος άγριος, αφού δε έφεραν την Αγίαν λέγει προς αυτήν· «Μη χάνωμεν τον καιρόν· αρνήσου παρευθύς τον Χριστόν και θυσίασε εις τα είδωλα». Απεκρίθη η Αγία· «Γνώριζε, ότι ποτέ δεν θέλω έλθει εις τόσην αναισθησίαν, να προσκυνήσω τους δαίμονάς σου, έστω και αν μου δώσης τας φοβερωτέρας τιμωρίας, όπου να ηκούσθησαν ποτέ, αλλά πάντα ομολογώ τον Θεόν μου καρδία και στόματι· λοιπόν παίδευε, τιμώρα, ξέσχιζε τας σάρκας μου, παράδος με εις διαφόρους θανάτους, να γνωρίσης την αλήθειαν». Τότε προσέταξεν ο τύραννος να εκδύσουν παντελώς την Αγίαν, να δέσουν οπίσω τας χείρας της, να την κρεμάσουν εις στύλον, να την δείρουν με βούνευρα και να περικαύσουν την κεφαλήν, τας χείρας και τους πόδας της. Τούτων δε γενομένων, είπε προς τον τύραννον η Αγία· «Συ θαρρείς ότι μου δίδεις μεγάλην θλίψιν, εγώ όμως χαίρομαι εις ταύτα τα παιδευτήρια, ωσάν όταν ακούη τις καλάς αγγελίας και βλέπει ακριβόν τινα και ηγαπημένον φίλον του, τον οποίον είχε καιρόν πολύν να απολαύση· καθώς δε τον σίτον δεν βάλλουσιν εις την αποθήκην, εάν δεν τον καθαρίσουν πρώτα εις την άλωνα, να τον ξεχωρίσουν από το άχυρον, ούτω και η ψυχή μου δεν ημπορεί να εισέλθη εις την δόξαν της ατελευτήτου μακαριότητος, χωρίς του Μαρτυρίου τον στέφανον, εάν δεν βασανίσης πρώτον το σώμα μου με δεινά κολαστήρια». Τότε προσέταξε τους υπηρέτας ο δυσσεβής να ανασπάσουν τους μαστούς της Αγίας με σίδηρον, εάν όμως δεν ημπορέσουν κατ’ αυτόν τον τρόπον, τότε να τους κόψουν με μάχαιραν· έπασχον λοιπόν επί πολλήν ώραν οι δήμιοι, συστρέφοντες αυτούς με πυράγρας, αλλά δεν ημπορούσαν να τους ανασπάσουν, διότι ήσαν πολλά μικροί· όθεν, κόπτοντες αυτούς με μάχαιραν εξέσχισαν τοιουτοτρόπως το στήθος της, ώστε ήτο λύπη μεγάλη να βλέπη κανείς· έρρεεν απ’ αυτής τόσον αίμα, ώστε εκοκκίνισεν όλον το έδαφος. Ταύτα πάσχουσα η Αγία, έστρεψε το πρόσωπον προς τον ηγεμόνα και είπε προς αυτόν· «Ω δυσσεβή και άσπλαγχνε τύραννε, πως δεν ησχύνθης, αναίσχυντε, να κόψης εκείνα τα μέλη, από τα οποία και συ ελάμβανες την τροφήν σου κατά την βρεφικήν ηλικίαν; Αλλά εγώ περί τούτου ουδόλως ενδιαφέρομαι, διότι έχω τον Δεσπότην μου Χριστόν, όστις δύναται να με ιατρεύση, εάν είναι προς το συμφέρον μου». Μετά ταύτα προστάσσει ο τύραννος να ρίψουν την Αγίαν εις σκοτεινήν τινα φυλακήν χωρίς να της δώσουν άλλην τροφήν, ειμή μόνον ολίγον άρτον και ύδωρ, τόσον ώστε να μην αποθάνη, δια να την τιμωρήση και πάλιν χειρότερα, παρήγγειλε δε εις τους φύλακας να προσέχωσι με ασφάλειαν, να μην υπάγη κανείς ιατρός να την θεραπεύση, αλλά να την αφήσουν ούτως ανεπιμέλητον, ώστε να βρωμίσουν αι πληγαί της. Ο μεν λοιπόν μιαρός και άσπλαγχνος τύραννος εμελέτα κενά και μάταια, ο δε πάνσοφος ιατρός και Βασιλεύς πολυεύσπλαγχνος εφρόντισε περί της ιατρείας της δούλης του και ακούσατε: Καθώς η Αγία εκείτετο τοιουτοτρόπως απερριμμένη και πληγωμένη εις το σκοτεινόν δεσμωτήριον, την ώραν του μεσονυκτίου ήλθε φως άρρητον και εξαίσιον· τότε αι μεν θύραι της φυλακής από θείαν ροπήν ηνεώχθησαν, οι δε φύλακες έφυγαν έντρομοι· τότε βλέπει η Αγία ιεροπρεπή τινα και σεβάσμιον γέροντα, όστις εκράτει σκεύος τι εις τας χείρας του, γεμάτον ιατρικά βότανα, έμπροσθεν δε τούτου προεπορεύετο νέος τις ωραίος κρατών λαμπάδα πολύφωτον, ήσαν δε ούτοι ο Άγιος Απόστολος Πέτρος και ο Άγγελος φύλαξ της ψυχής της· η Αγία όμως δεν τους εγνώρισε. Τότε ήλθον και τινες καλοί συμπολίται αυτής και γνώριμοι άνθρωποι και την συνεβούλευον να φύγη δια να μη θανατωθή αδίκως. Η δε Αγία προς αυτούς απεκρίνατο· «Μη γένοιτο, να εγκαταλείψω τον αγώνα και τον στέφανον του Μαρτυρίου, να γίνω δε και αιτία να παιδευθώσιν οι φύλακες». Τότε λέγει προς αυτήν ο Απόστολος· «Προς τούτο ήλθον, θύγατερ, να ιατρεύσω τα πληγωμένα μέλη σου». Η δε Αγία είπε προς αυτόν· «Τις είσαι και μεριμνάς δια την υγείαν μου; Εγώ ποτέ δεν ηθέλησα να κάμω ιατρείαν τινά σωματικήν· λοιπόν άπρεπον είναι να πράξω τώρα, όπου ευρίσκομαι κοντά εις τον θάνατον, εκείνο όπου δεν έπραξα ουδέποτε», Τότε ο μακάριος Πέτρος, θέλων να δειχθή έτι περισσότερον η προθυμία της προς το Μαρτύριον, λέγει προς αυτήν· «Μη εντρέπεσαι, θύγατερ, και άφες με να σε ιατρεύσω, ότι δούλος είμαι του Δεσπότου Χριστού και δι’ αγάπην του ήλθα να σου κάμω την χάριν ταύτην». Η δε Αγία απεκρίνατο· «Εγώ δεν έχω καμμίαν αιτίαν να εντραπώ ποσώς άνθρωπον του κόσμου και μάλιστα από σε, όστις είσαι γέρων, αι δε σάρκες μου είναι τόσον ξεσχισμέναι, ώστε θαρρώ ότι δεν είναι δυνατόν κανείς να σκανδαλισθή εις εμέ· δια ταύτα, κύριέ μου, σε ευχαριστώ πολύ δια την καλωσύνην ταύτην όπου ηθέλησες αυτοπροαιρέτως να μου κάμης, χωρίς εγώ να την ζητήσω». Λέγει πάλιν προς αυτήν ο Άγιος· «Διατί λοιπόν δεν θέλεις να σε ιατρεύσω»; Η δε είπε προς αυτόν· «Διότι έχω τον Δεσπότην μου Ιησού Χριστόν, όστις δια του νεύματος και μόνον κυβερνά όλον τον κόσμον και με τον λόγον του θεραπεύει πάσαν ασθένειαν αθεράπευτον και νόσον ανίατον. Εάν λοιπόν είναι ευάρεστον εις αυτόν και η θεραπεία του εμού σώματος προς το συμφέρον μου, θέλει μου την δώσει η Χάρις του με λόγον μόνον ή νεύμα μικρότατον». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και υπομειδιάσας ολίγον είπε προς αυτήν· «Γίγνωσκε, θύγατερ, ότι εγώ είμαι ο Απόστολος Πέτρος και ιδού εθεραπεύθης δια της Χάριτος του Χριστού». Και ταύτα ειπών ο μεν Απόστολος του Κυρίου έγινεν άφαντος, η δε Αγία ευρέθη υγιής, με ανακαινισμένα όλα τα μέλη αυτής, και ούτε καν μικρότατον λείψανον τομής έχουσα. Τότε έπεσε κατά γης και προσηύχετο μετ’ ευχαριστίας προς Κύριον λέγουσα· «Ευλογητός ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου μου Ιησού Χριστού, ο δια του Αποστόλου σου Πέτρου θεραπεύσας τους μαστούς μου και τα τετραυματισμένα επίλοιπα μέλη του σώματός μου». Την επαύριον έφεραν και πάλιν την Αγίαν εις το παλάτιον και της λέγει ο άρχων· «Προσκύνησε τους θεούς μου, διεστραμμένη, ειδ’ άλλως θα λάβης κολαστήρια των προτέρων δριμύτερα». Η δε είπε προς αυτόν· «Ω μάταιε και φρενόληπτε, πως θέλεις να απαρνηθώ τον Δεσπότην μου, όστις μου εθεράπευσε τας πληγάς, και να προσκυνήσω τους λίθους»; Λέγει ο άρχων· «Ποίος σε εθεράπευσεν»; Η δε Αγία είπε· «Ο Δεαπότης μου Ιησούς Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος, τον οποίον πάντοτε θέλω ομολογεί δια στόματος εξ όλης μου της καρδίας». Λέγει προς αυτήν ο άρχων· «Τώρα θέλω να δοκιμάσω, εάν δύναται ο Χριστός σου να σε βοηθήση». Τότε προστάσσει να ανάψουν μεγάλην πυράν από άνθρακας εκεί εις το παλάτιον και επάνω εις τους ανημμένους άνθρακας να ρίψουν τεμάχια πίσσης, κεράμων και σιδηρούς τριβόλους δια να εμπηγούν εις τας σάρκας της· είτα την εξέδυσαν και δένοντες τας χείρας και τους πόδας αυτής με σιδηράς αλύσους την έρριψαν εις εκείνους τους φλογερούς άνθρακας. Τότε δη, τότε, όταν εδίδετο η τοιαύτη σφοδροτάτη βάσανος εις την ευλογημένην Αγάθην και εκείνη εδέετο παρά Κυρίου βοηθείας, την εβοήθησεν ο εν μέσω της φλογός δροσίσας τους τρεις Παίδας αυτού. Γίνεται τότε σεισμός φοβερώτατος τόσον, ώστε όλοι ενόμιζον, ότι επρόκειτο να καταποντισθή η χώρα αυτών. Διότι εκρημνίσθησαν οίκοι πολλοί και εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους, μάλιστα δε το παλάτιον του Κυντιανού, το οποίον εκρημνίσθη και εθανάτωσε δύο συμβούλους αυτού. Τότε έδραμεν όλος ο λαός της Κατάνης αρματωμένοι εις το παλάτιον και λέγουσι προς τον άρχοντα· «Δια τας πικράς τιμωρίας όπου δίδεις εις την αξιοθαύμαστον Αγάθην, ω ηγεμών, κινδυνεύομεν όλοι να χάσωμεν την ζωήν και το πράγμα μας· όθεν, ή άφες την και μη την βασανίζης πλέον, ή καίομεν σε με όλον τον οίκον σου». Τότε ο Κυντιανός εφοβήθη την ορμήν του λαού και τον σεισμόν και προστάσσει να εκβάλουν την Αγίαν από τους άνθρακας και ούτω ημικεκαυμένην να την απορρίψουν εις την φυλακήν έως άλλην πρόσταξίν του. Εκεί λοιπόν εις την φυλακήν ευρισκομένην έκλινε τα γόνατα η Αγία και έκαμε την προσευχήν ταύτην προς τον Δεσπότην Χριστόν λέγουσα· «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μου, όστις με έπλασες εκ του μη όντος εις το είναι εις τούτον τον κόσμον, όστις εφύλαξες το σώμα μου άφθορον και αμέτοχον πάσης σαρκικής απολαύσεως και με ενεδυνάμωσες να νικήσω τας τιμωρίας των ασεβών τυράννων, όστις μου εχάρισες την δύναμιν της υπομονής δια την πολλήν ευσπλαγχνίαν σου, δέομαι και ικετεύω την σην αγαθότητα να με δεχθής σήμερον εις την δόξαν σου, ίνα αξιωθώ να ιδώ με τους ψυχικούς οφθαλμούς μου το πρόσωπόν σου το Άγιον». Ταύτα της Αγίας προσευχομένης, ευθύς ως ετελείωσε την ευχήν εκοιμήθη, η δε αγία ψυχή της επήγεν εις χείρας του επουρανίου Νυμφίου της ν’ αγάλλεται συν Αυτώ εις εκείνην την άρρητον ευφροσύνην και αϊδιον δόξαν. Ως ήκουσαν λοιπόν οι συμπολίται της, ότι εκοιμήθη η Αγία, έδραμον μετά δακρύων και ευλαβείας απείρου εις την φυλακήν και λαβόντες το άγιον εκείνο σώμα, έβαλον εις αυτό σμύρναν και άλλα ευώδη αρώματα, και τυλίξαντες εις σινδόνα καθαράν, το απέθεσαν ευλαβώς εις τάφον μαρμάρινον πορφυρούν. Κατά δε την ώραν κατά την οποίαν ενεταφίαζον την Αγίαν, εισήλθεν εις την πόλιν ωραιότατος τις και θαυμαστός νέος αστραπηφόρος, κρατών εις τας χείρας του μαρμαρίνην πλάκα. Έμπροσθεν του νέου τούτου προεπορεύοντο έτεροι εκατόν νέοι εις στοίχους ανά δύο, λευκοφόροι ως η χιών και υπερβολικά ωραίοι. Όταν δε ούτοι έφθασαν εις τον τάφον της Αγίας, ο προεστώς εκείνος των νέων έβαλεν επάνω εις αυτόν το μάρμαρον, το οποίον εκράτει. Έπειτα έγινεν άφαντος με την συνοδείαν του άπασαν, οίτινες ήσαν Άγιοι Άγγελοι, εκείνος δε όστις εβάσταζε την πλάκα ήτο ο Άγγελος φύλαξ της ψυχής της. Εις εκείνο δε το μάρμαρον ήσαν εγγεγραμμένα τα εξής· «Νους όσιος αυτοπροαίρετος, τιμή εκ Θεού και πατρίδος λύτρωσις». Ταύτα εφανέρωνον ότι η Αγία Αγαθή είχε τον ωουν όσιον, αγιώτατον, αυτοπροαίρετον, διότι αφ’ εαυτής της ήλθεν εις την ευσέβειαν, έδωκε πολλήν τιμήν εις τον Θεόν δια του Μαρτυρίου αυτής, θα είναι δε και αιτία ελευθερώσεως της πατρίδος της από την ασέβειαν και επιστροφήν προς την Ορθόδοξον Πίστιν μας. Μαθών δε ο κατηραμένος τύραννος, ότι απέθανεν η Μάρτυς Αγάθη, εξήλθεν έφιππος από την πόλιν μετά των στρατιωτών του ίνα υπάγη να ιδή τα κτήματα της Αγίας και γίνη εξουσιαστής και κύριος τούτων. Αλλά ο Πανάγαθος Θεός δεν αφήκεν αυτόν να τελειώση την επιθυμίαν της φιλαργύρου γνώμης του, αλλά του ανταπέδωκε την αμοιβήν δια τας τιμωρίας τας οποίας αυτός έδωσεν εις την ευλογημένην Αγάθην. Ενώ λοιπόν διήρχετο ποταμόν τινα ο Κυντιανός έφιππος, εν μέσω δύο στρατιωτών, ηγέρθησαν όρθια τα άλογα των στρατιωτών εκείνων και (ω του θαύματος), το ένα εδάγκασε με το στόμα του τον τύραννον από το στήθος και τον έρριψεν εις τον ποταμόν, και το άλλο επήδησεν επάνω του και τον κατεπάτησε τόσον, ώστε τον εθανάτωσε και ούτως εδικαιώθη η Αγία Μάρτυς Αγάθη. Το δε παμμίαρον αυτού λείψανον παρέσυρεν ο ποταμός και δεν ηδυνήθησαν να το εύρωσι, παρ’ όλον ότι το ανεζήτησαν ικανώς. Νομίζω όμως ότι τον έλαβε σύσσωμον ο αυθέντης του διάβολος εις την κόλασιν, δια να τον τιμωρή αιωνίως ψυχή τε και σώματι. Εις την προρρηθείσαν νήσον της Σικελίας και εις απόστασιν ολίγων χιλιομέτρων από της Κατάνης, ευρίσκεται όρος καλούμενον Αίτνα. Τούτο είναι αρκετά μεγάλον, έχει δε εις την κορυφήν κρατήρα ωσάν στόμα, από το οποίον εξέρχεται μαύρος καπνός και πυρ. Ο Άγιος Γρηγόριος ο Διάλογος λέγει ότι τούτο κυριολεκτικά είναι ένα στόμα του Άδου. Το όρος τούτο, ένα χρόνον μετά την τελευτήν της Αγίας Μάρτυρος Αγάθης, ήνοιξε το στόμα αυτού και έρριψε πυρ καυστικόν ωσάν ποταμόν, ερχόμενος δε ο πύρινος αυτός ποταμός προς την πόλιν της Κατάνης κατέκαιε και ηφάνιζεν ό,τι και αν ευρίσκετο προ αυτού, όχι μόνον φυτά και ξύλα, αλλά και παν άλλο πράγμα. Οι άνθρωποι λοιπόν της πόλεως, άνδρες τε και γυναίκες, Χριστιανοί τε και Έλληνες, τρομοκρατηθέντες και φεύγοντες από του πυρός εκείνου έδραμον πάντες μετά πίστεως εις τον τάφον της Αγίας Αγάθης, παίρνουσι τον μεταξωτόν πέπλον με τον οποίον είχον σκεπασμένον τον τάφον της Αγίας, έθεσαν αυτόν επάνω εις κοντόν και εξήλθον άπαντες, εκκλησιαστικοί τε και λαϊκοί, εις λιτανείαν δεόμενοι κατά του παμφάγου εκείνου πυρός. Ότε δε επλησίασαν, ω του θαύματος! Το πυρ εκείνο, όπερ επροξένει πρωτύτερα τόσην ζημίαν, ευλαβηθέν την σκέπην εκείνην της Αγίας, ωσάν να είχεν αίσθησιν, στραφέν εις τα οπίσω εκλείσθη εις το φλεγόμενον όρος, από δε την ώραν εκείνην και έπειτα δεν εξήλθε πλέον να κάμη άλλην ζημίαν. Από την θαυματουργίαν αυτήν ευλαβήθησαν άπαντες περισσότερον την Αγίαν, όχι μόνον δε οι Χριστιανοί, αλλά και οι Έλληνες όσοι ευρίσκεντο εις την πόλιν αυτήν και προσελθόντες εις την αληθινήν Πίστιν εβαπτίσθησαν εις το όνομα της Αγίας και ζωοποιού Τριάδος, Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος, του ενός Θεού, ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΣΤ’ (6η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΒΟΥΚΟΛΟΥ Επισκόπου Σμύρνης.

Δημοσίευση από silver » Πέμ Φεβ 06, 2020 12:36 am

Βουκόλος ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, εκ νεαράς ηλικίας καθαρίσας τον εαυτόν του, έγινε κατοικητήριον του Αγίου Πνεύματος· όθεν ευρών αυτόν δόκιμον και άξιον ο πανεύφημος και ηγαπημένος του Χριστού Μαθητής, Ιωάννης ο Θεολόγος, εχειροτόνησεν αυτόν Επίσκοπον και Ποιμένα της εν Σμύρνη Εκκλησίας. Ο θείος λοιπόν ούτος Ιεράρχης, υπό του Αγίου πνεύματος φωτιζόμενος, εφώτιζε και αυτός τους εν τω σκότει της αγνωσίας ευρισκομένους Έλληνας και δια του αγίου Βαπτίσματος εποίει αυτούς υιούς φωτός και ημέρας, ελευθερώνων αυτούς από των ανημέρων θηρίων, ήτοι από των αγρίων και σκοτεινών δαιμόνων. Μέλλων δε ο Άγιος να αποδημήση προς Κύριον, εχειροτόνησε τον Άγιον Πολύκαρπον διάδοχον εις την αυτήν μεγαλόπολιν Σμύρνη και ποιμένα και διδάσκαλον αυτόν κατέστησε των λογικών προβάτων και ούτως απήλθε προς Κύριον. Όταν δε ενεταφιάσθη το άγιον αυτού λείψανον, έκαμεν ο Θεός να βλαστήση εκ του τάφου του δένδρον, το οποίον εχάριζε και χαρίζει έως την σήμερον διαφόρους ιατρείας εις τους προστρέχοντας αυτώ μετά πίστεως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Ζ΄ (7η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου ενδόξου Νεομάρτυρος ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Δημοσίευση από silver » Παρ Φεβ 07, 2020 12:22 am

του εκ χωρίου Αλικιανού της επαρχίας Κυδωνίας Κρήτης καταγομένου, αθλήσαντος δε εν Κρήτη κατά το σωτήριον έτος αωξζ΄ (1867).

Γεώργιος ο Άγιος Νεομάρτυς του Χριστού εγεννήθη εν Κρήτη εις την Επαρχίαν Κυδωνίας, χωρίον Αλικιανού, κατά την 24ην Μαϊου 1846 από γονείς ευσεβείς Νικόλαον Ιερέα Διβόλην επονομαζόμενον, όσις ήτο γέννημα και θρέμμα της νήσου Φολεγάνδρου, και Αικατερίναν Μπουζιανοπούλαν, Κρήσσαν το γένος, εκ της άνωθεν επαρχίας Κυδωνίας από την ευγενεστέραν οικογένειαν του ιστορικού και ηρωϊκού χωρίου Θερίσσου, εις το οποίον μετέβη και ο πατήρ αυτού εφημέριος, όπου και ο μακάριος ανετράφη εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου, έμαθε δε και ολίγα γράμματα, αλλά τόσον ολίγα, ώστε μόλις ανεγίνωσκεν, αλλ’ εκείνα τα ολίγα τον ωφέλησαν πάρα πολύ, καθώς θα ίδωμεν κατωτέρω. Επειδή δε έμεινεν άτεκνος, μετήρχετο την γεωργικήν. Γεωργών δε όλην την ημέραν και φυτεύων αμπελώνα εκάθητο μετά το δείπνον και ανεγίνωσκε τα Συναξάρια των Αγίων και μάλιστα των Μαρτύρων, τα οποία υπερηγάπα. Τούτο εγίνετο καθ’ εκάστην εσπέραν μέχρι του μεσονυκτίου. Έλεγον δε οι γονείς αυτού προς αυτόν· «Τέκνον μου, πρέπει να κοιμηθής, να ξεκουρασθής, διότι αύριον έχεις εργασίαν». Ο μακάριος έλεγεν εις αυτούς· «Δεν αναπαύομαι ούτε κοιμούμαι ευχάριστα, εάν πρότερον δεν χορτάσω από την θείαν ανάγνωσιν». Κατά δε το τέλος του έτους αωξε΄ (1865), αναγνώσας μεγάλου τινός Μάρτυρος τον Βίον και καταθελχθείς την καρδίαν, εστέναξε βαθέως και είπε μετά κατανύξεως· «Χριστέ μου, αξίωσε και εμέ να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην σου». Ο δε αδελφός αυτού Ιωάννης, αόμματος ων, όστις εκάθητο πάντοτε μετ’ αυτού ακροώμενος, επέπληξεν αυτόν και του είπε· «Τι λέγεις εκεί, αδελφέ μου; Δεν ηξεύρεις ότι δια να γίνη αυτό που είπες πρέπει να εγερθή διωγμός κατά των Χριστιανών; Και συ μεν και άλλοι πολλοί θα δυνηθήτε να υποφέρετε τα μαρτύρια και θα ωφεληθήτε, αλλά πόσοι θα αρνηθούν τον Χριστόν και θα απολεσθούν»; Εις ταύτα ο μακάριος ουδέν απεκρίθη, αλλά στενάξας και πάλιν βαθύτατα είπε· ¨Ναι, Χριστέ μου, αν είναι θέλημά σου, αξίωσέ με να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην σου, όπως και συ έχυσες το αίμα σου δια την ιδικήν μου αγάπην». Ο δε αδελφός αυτού δεν είπεν αυτώ μηδέν πλέον, αλλ’ εφύλαξε τους λόγους τούτους μυστικούς. Ακούσατε δε πως συνέβη να εκπληρωθή η επιθυμία αύτη της καρδίας του. Ως γνωστόν, κατά το έτος αωξστ΄ (1866) ηγέρθη εκείνη η τρομερά επανάστασις εν Κρήτη, εις την οποίαν και αυτός υπηρέτει, κομίζων γράμματα εκ του ενός αρχηγού εις τον άλλον, και όπως αλλέως ηδύνατο. Κατά δε την πέμπτην Φεβρουαρίου, ημέραν Κυριακήν, του έτους αωξζ΄ (1867), ευρέθη εις το χωρίον Φουρνέ της αυτής επαρχίας, εις το οποίον ήσαν πλείστοι επαναστάται, οίτινες, ως λέγουν, επροδόθησαν από τινα Χριστιανόν εις τον εκεί πλησίον ευρισκόμενον πασάν, όστις, αποστείλας πολυάριθμον στρατόν, περιεκύκλωσε το άνωθεν χωρίον και συνέλαβε πλείστους εκ διαφόρων χωρίων της αυτής επαρχίας, μεταξύ των οποίων συνελήφθη και ο μακάριος Γεώργιος· αφ’ ου δε τους συνέλαβον, τους απήγαγον εις τας σκηνάς των. Εκεί δε λαβόντες δύο εξ αυτών εκ του χωρίου Φουρνέ εβασάνιζον αυτούς ανηλεώς δια να μαρτυρήσουν από ποίον χωρίον κατάγεται έκαστος. Και τους μεν κατοίκους των ορεινών χωρίων εκράτησεν ο πασάς, τους δε λοιπούς απέστειλεν εις τα Χανιά προς τον Μουσταφά πασάν, όστις παρακληθείς από τον φίλον του Ιωάννην Τσαπάκην ή Γιάννακαν απέστειλεν επιστολήν εις τον συλλαβόντα αυτούς πασάν δια να απολύση όσους εκράτησεν. Αλλ’ αυτός προνοήσας τούτο διέταξε τον σκοπόν να κρατήση τον γραμματοκομιστήν μέχρις ότου εκτελάση τον αιμοβόρον αυτού σκοπόν, διότι την νύκτα της Κυριακής προς την Δευτέραν κατέκοψεν αυτούς. Επειδή δεν τους εφόνευεν απλώς, αλλ’ έκοπτε πρώτον τα ώτα, την μύτην, την γλώσσαν, τας χείρας, τους πόδας, τα απόκρυφα μέλη, εξώρυσσε τους οφθαλμούς και τελευταίον έκοπτε την κεφαλήν. Τούτο δε το τέλος έλαβον όλοι αδιακρίτως. Αφ’ ου δε ήλθε και η σειρά του μακαρίου Γεωργίου, λαβών αυτόν εις αξιωματικός, εκ του άνωθεν χωρίου Αλικιανού, Μουλατζιμπαχρής ονομαζόμενος, όστις εγνώριζεν αυτόν παιδιόθεν, είπεν εις αυτόν· «Έλα, μωρέ Γιωργάκη, να κάμης μια δουλειά όπου θα σου ειπώ, δια να γλυτώσης την ζωήν σου, εάν θέλης, διότι σε γνωρίζω και σε λυπάμαι να αποθάνης». Ο δε είπεν εις αυτόν· «Τι δουλειά είναι αυτή, Μπαχρή Αγά»; Αυτός δε του απεκρίθη· «Να γίνης Τούρκος». Τότε ο μακάριος εγέλασε και του λέγει· «Μη γένοιτο να αλλάξω την πίστιν μου, όχι μόνον αν μου χαρίσετε την ζωήν, αλλά και όλον τον κόσμον». Τότε πάλιν του λέγει· «Εγώ ήθελα να σου κάμω αυτό το καλό, διότι, ότε ήμουν μικρός ακόμη, ενθυμούμαι ότι έσπασε το πόδι του ο αδελφός μου Αρίφ και του το εθεράπευσεν ο πατέρας σου. Αλλά αφού δεν δέχεσαι την συμβουλήν μου, με άλλον τρόπον δεν δύναμαι να σε σώσω και ας είναι η αμαρτία του θανάτου σου ιδική σου και εις τον λαιμόν σου. Αλλ’ αφ’ ου δεν λυπάσαι την ζωήν σου, δεν λυπάσαι τουλάχιστον τους γονείς σου, ή καν την αδελφήν σου και τον τυφλόν αδελφόν σου, οι οποίοι θα μείνουν απροστάτευτοι; Επειδή ο πατήρ σου είναι γέρων και άμα συ αποθάνης με τοιούτον σκληρόν θάνατον, αφεύκτως θα αποθάνη και αυτός από την λύπην του». Τότε ο ευλογημένος Γεώργιος απεκρίθη προς αυτόν μετά θάρρους· «Αν είναι καλό αυτό όπου θέλεις να μου κάνης, έχε το δια τον εαυτόν σου, και εγώ δεν γίνομαι Τούρκος, αλλά Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θα αποθάνω. Μάθε δε προς πλειοτέραν βεβαίωσιν της σταθερότητός μου, ότι προ πολλού επεθύμησα το Μαρτύριον και εζήτησα από τον Χριστόν μου να με αξιώση να το απολαύσω. Και τώρα – ας είναι δοξασμένος όπου με ηξίωσε του ποθουμένου – να φανώ τόσον άφρων, να καταφρονήσω της θείας του δωρεάς; Μη γένοιτο να πράξω το τοιούτον ουδέποτε, και τώρα μάλιστα αν θέλης να σου ειπώ, και τούτο δια το καλόν της ψυχής σου, συ έπρεπε να γίνης Χριστιανός όπου είσαι γεννημένος από μητέρα Χριστιανήν και ηξεύρεις από αυτήν πολύ καλά τα της αγίας ημών πίστεως, δια δε τους γονείς, τον αδελφόν και την αδελφήν μου μη σε μέλει, διότι, ίσα – ίσα, άμα αποθάνω δια την αγάπην του Χριστού μου, θα έχω παρρησίαν εις αυτόν και θα τους προστατεύσω χιλιάκις περισσότερον και καλλίτερον». Ταύτα και άλλα πολλά τοιαύτα ακούσας ο Μπαχρής και αισχυνθείς και απελπισθείς άμα αφήκεν αυτόν. Τότε παραλαβών τον Άγιον κατ’ ιδίαν εις Χριστιανός αξιωματικός, Χατζηεμμανουήλ Φουγλανάκης ονομαζόμενος, λέγει εις αυτόν· «Βρε Γιωργάκη, κάνε αυτό που σου λέγει ο Μπαχρής Αγάς, δια να τον απατήσης, να γλυτώσης την ζωή σου, και όταν υπάγης εις το σπίτι σου, πάλιν είσαι Χριστιανός και ο Θεός σε συγχωρεί, διότι βλέπει την ανάγκην». Τότε λέγει εις αυτόν ο Γεώργιος· «Δεν φοβείσαι τον Θεόν, Καπετάν Μανώλη, να μου λέγης αυτά τα διαβολικά λόγια; Αν και δεν τα λέγης από κακία, αλλ’ από πλάνην, δεν ηξεύρεις τι λέγει το Ευαγγέλιον δια τας τοιαύτας περιστάσεις; Άκουσε τι λέγει ο Χριστός· «Πας ουν όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω καγώ εν αυτώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς. Όστις δ’ αν αρνήσηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν Ουρανοίς» (Ματθ. ι: 32). Λοιπόν, εάν πράξω αυτό που μου λέγεις, πρέπει ύστερα να χύσω το αίμα μου δια την αγάπην του Χριστού, όπως αποπλύνω την άρνησιν και μάλιστα εάν πράξω αυτό τώρα, εξ άπαντος θα με οργισθή ο Χριστός και θα με καταστρέψη ως καταφρονητήν της μεγάλης του ταύτης προς εμέ Χάριτος, την οποίαν μοι έδωσε καθώς του εζήτησα. Λοιπόν ας μην έχη ελπίδα ουδεμίαν ο Μπαχρής Αγάς, ότι θα γίνη το θέλημά του». Τότε παραλαβόντες αυτόν οι στρατιώται τον έφεραν πάλιν εις τον Μπαχρήν, όστις και πάλιν του λέγει· «Αι, τι απεφάσισες»; Ο δε μακάριος Γεώργιος του λέγει με μεγάλην χαράν και με πολύ θάρρος· «Ό,τι σου είπα και πριν, αυτό σου λέγω και τώρα και αυτό θα λέγω και μέχρι τελευταίας μου αναπνοής. Δηλαδή ότι Χριστιανός εγεννήθην, Χριστιανός είμαι και Χριστιανός θέλω να αποθάνω. Δεν αρνούμαι τον Χριστόν μου, δεν γίνομαι Τούρκος, δεν αφήνω την υπέρλαμπρον πίστιν μου δια να πιστεύσω εις την ζωωδεστάτην και σκοτεινοτάτην ιδικήν σας σατανικήν πλάνην». Απελπισθείς τότε παντελώς ο Μπαχρής παρέδωκε τον Άγιον εις τους δημίους, οι οποίοι τον παρεκίνουν να πίη ρούμι μίαν φιάλην, αλλ’ αυτός εγέλασε και τους λέγει· «Σας ευχαριστώ, δεν θέλω ρούμι να πιώ, διότι έχω να βαδίσω μεγάλον δρόμον και πρέπει να έχω σώας τας φρένας». Τότε ήρχισαν να τον κακοποιούν, καθώς και τους άλλους. Αλλ’ εν ω αυτού κακοποιουμένου έκλαιον και εθρήνουν οι Χριστιανοί ο εις την ζωήν του, ο άλλος την γυναίκα του και τα τέκνα του, αυτός ο ευλογημένος ίστατο ως λίθος πελεκημένος και ουχί μόνον δεν εφώναζεν, αλλ’ ουδέ ποσώς εδάκρυζεν ή εστέναζεν, αλλά έχαιρεν ως να εστέκετο γαμβρός, εν ώρα στέψεως, και εδόξαζε και ηυχαρίστει τον Θεόν, ότι τον ηξίωσε να έλθη εις τοιαύτην πανευφρόσυνον ώραν, γελών δε ηυχαρίστει και τους δημίους λέγων εις αυτούς· «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, διότι μου επροξενήσατε μεγάλην δόξαν και χαράν με αυτούς τους ολίγους πόνους και σας παρακαλώ να με κάμετε περισσότερα κομμάτια από τους άλλους, διότι όσον περισσότερον με βασανίσετε, τόσον περισσότερον θα με δοξάση ο Χριστός μου εις τους ουρανούς». Αφού λοιπόν έκοψαν τας χείρας, τα ώτα, την ρίνα, τα απόκρυφα μέλη, την γλώσσαν και τους πόδας του Μάρτυρος, εξώρυξαν τους οφθαλμούς, έκοψαν τελευταίον και την τιμίαν αυτού κεφαλήν και ούτως έλαβε το μακάριον τέλος του Μαρτυρίου ως επόθει και ανέβη στεφανηφόρος εις τα ουράνια, ίνα λάβη εντελώς τα βραβεία της λαμπράς νίκης, ομολογίας και σταθεράς αθλήσεως παρά Χριστού του Θεού και αγωνοθέτου. Το δε τίμιον αυτού και άγιον λείψανον ενώσαντες οι Αγαρηνοί μετά των λειψάνων των προ αυτού φονευθέντων Χριστιανών, ως είπομεν ανωτέρω, έρριψαν αυτά εις τόπον απόκρυφον και άγνωστον μέχρι σήμερον. Τούτο είναι, αδελφοί Χριστιανοί, το Μαρτύριον του Αγίου τούτου νέου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Κρητός και ας μη διστάση και ας μη αμφιβάλλη ουδείς, διότι εγράφη πιστώς και ακριβώς όπως το διηγούνται μεγαλοφώνως οι ανωτέρω αυτόπται και αυτήκοοι αξιόπιστοι μάρτυρες. Ταύτα δε κατορθώνει η πίστις εις την ψυχήν εκείνων, οι οποίοι θα προσκολληθώσιν εις αυτήν και δια τελείας αγάπης ενωθώσι μετά του Χριστού. Τα πάντα ούτοι θυσιάζουν και αυτήν την ζωήν των υπέρ της ομολογίας του αγαπημένου Χριστού, ελπίζοντες ότι θα τύχωσιν αιωνίου μακαριότητος, ης είθε να τύχωσι πάντες οι Χριστιανοί. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Η΄ (8η) Φεβρουαρίου μνήμη του Αγίου Μεγαλομάρτυρος ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Στρατηλάτου.

Δημοσίευση από silver » Σάβ Φεβ 08, 2020 12:06 am


Θεόδωρος ο ένδοξος Μεγαλομάρτυς του Χριστού ήτο κατά τους χρόνους του βασιλέως Λικινίου, εν έτει τκ΄ (320), καταγόμενος μεν από τα Ευχάϊτα, τα οποία κοινώς ονομάζονται Εφλεέμ και ευρίσκονται εν τη Γαλατία, κατώκει δε εις την εν τω Ευξείνω Πόντω κειμένην Ηράκλειαν. Ούτος λοιπόν υπερέβαλλε τους πολλούς κατά το κάλλος της ψυχής και την ωραιότητα του σώματος και κατά την δύναμιν των λόγων, φρόνιμος και γνωστικός υπέρ τους νέους του καιρού εκείνου, τόσον ώστε, δια την ευγλωττίαν του και την γνώσιν του τον ωνόμαζον Βρυορήτορα, ήτοι βρύσιν της ρητορικής· δια τούτο και όλοι εφιλοτιμούντο να αποκτήσωσι την φιλίαν του. Όθεν και ο βασιλεύς Λικίνιος πολλήν επιμέλειαν και φροντίδα είχε να συνομιλήση μετ’ αυτού και τον διώρισεν αρχιστράτηγον, του έδωσε δε και την πόλιν Ηράκλειαν προς τιμήν του να την εξουσιάζη, μη ηξεύρων, ότι είναι Χριστιανός κεκρυμμένος. Ο δε Άγιος, ως έλαβε την εξουσίαν, παρευθύς εφανερώθη Χριστιανός, κηρύττων τον Χριστόν Θεόν αληθινόν και πολλοί των Ελλήνων καθ’ εκάστην ημέραν επέστρεφον γινόμενοι Χριστιανοί· όθεν επλησίαζε να επιστρέψη όλη η Ηράκλεια εις το κήρυγμα του Αγίου. Ο δε βασιλεύς, όστις κατ’ εκείνον τον καιρόν έμενεν εις την Νικομήδειαν, ως ήκουσε τα περί του Αγίου, ελυπήθη πολύ και προσποιούμενος άγνοιαν του απέστειλεν επιστολάς επαινών αυτόν και γράφων με ιλαρότητα ούτω· «Λικίνιος ο βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων, τω στρατηλάτη Θεοδώρω χαίρειν. Οι μεγάλοι θεοί των Ελλήνων μου ενεθύμισαν να κάμω μίαν υπόθεσιν· επειδή από την δύναμιν και το θέλημα αυτών έχομεν ημείς την βασιλείαν και την τιμήν, πρέπον και ημείς να δεικνύωμεν προς αυτούς, κατά δύναμιν, εκείνο το οποίον αγαπούν αυτοί οι θεοί, να επιμελούμεθα όσον το δυνατόν να το κάμνωμεν, δια να μας δίδουν ζωήν μακροχρόνιον και πολυήμερον. Δεν αγαπούν δε άλλο οι θεοί, ειμή τιμήν, πρώτον μεν από ημάς τους βασιλείς και τους αρχιστρατήγους, έπειτα δε και από τον κοινόν λαόν. Επειδή λοιπόν τιμή των θεών είναι να προσκυνώμεν τα είδωλά των, δια τούτο στέλλω επιστολήν φιλικήν προς υμάς, κύριε Θεόδωρε, ίνα λάβης τον κόπον να έλθης εδώ δια δύο αίτια· ένα μεν να γράψωμεν διαταγάς εις πάσαν πόλιν και χώραν δια ταύτην την υπόθεσιν, άλλο δε να θυσιάσωμεν ημείς πρώτοι προς τους θεούς, ίνα ίδη και ο κοινός λαός την ιδικήν μας αγάπην, την οποίαν έχομεν προς τους θεούς, να αυξάνουν περισσότερον τον πόθον των προς τα είδωλα. Υγίαινε». Αυτήν την επιστολήν έγραψεν ο βασιλεύς και την έστειλε με επιφανείς ανθρώπους προς τον Άγιον. Ο δε Άγιος, ως είδε τους βασιλικούς ανθρώπους, τους εδέχθη και τους ετίμησε, τους έδωκε δωρεάς και τους εφιλοξένησε τρεις ημέρας. Μετά ταύτα οι αποσταλέντες του είπον να υπάγουν προς τον βασιλέα· και αυτός τους έλεγε· «Και του βασιλέως η διαταγή θα γίνη και η ιδική σας, μόνον ευφραίνεσθε και χαίρεσθε». Όταν δε έφθασεν η προσδιωρισμένη ημέρα, κατά την οποίαν τον διέτασσεν ο βασιλεύς να αναχωρήση, εκράτησε τρεις εκ των απεσταλμένων του βασιλέως, τους δε λοιπούς τους έστειλε προς τον βασιλέα με επιστολήν, γράφων ούτω: «Θεόδωρος ο στρατηλάτης Λικινίω τω βασιλεί και αυτοκράτορι Ρωμαίων χαίρειν. Την τιμίαν σου γραφήν εδέχθην, βασιλεύ, και ως έπρεπεν επροσκύνησα αυτήν, είδον δε να μου γράφης να έλθω εκεί· αλλά, πολυχρονεμένε βασιλεύ, δεν είναι τούτο εύκολον εις εμέ κατά το παρόν, διότι εδώ έχει δημιουργηθή μεγάλη αναταραχή από τους Χριστιανούς, οι οποίοι αφήσαντες την πάτριον θρησκείαν, προσκυνούν τον Χριστόν, και κινδυνεύει όλη η Ηράκλεια να επαναστατήση από την βασιλείαν σου· δια τούτο πολύ παρακαλώ την βασιλείαν σου, λάβε μόνος τον κόπον και ελθέ ενταύθα, φέρε δε και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών, αφ’ ενός μεν ίνα ειρηνεύσης τον κόσμον τούτον, αφ’ ετέρου δε δια να προσφέρωμεν ημείς θυσίαν παρρησία των, ίνα μας ίδωσι και μας μιμηθώσιν. Υγίαινε». Ο βασιλεύς, ως είδε την τοιαύτην γραφήν, εχάρη πολύ, διότι εβεβαιώθη, ως ενόμισεν, ότι ο Άγιος φροντίζει δια τα είδωλα· ο δε Άγιος έγραψε ταύτα δια δύο αιτίας· αφ’ ενός μεν ίνα μαρτυρήση εκεί εις την Ηράκλειαν και αγιάση την πατρίδα του, αφ’ ετέρου δε, δια να στηρίξη με το Μαρτύριόν του τους Χριστιανούς εις την ευσέβειαν. Εσύναξε λοιπόν ο βασιλεύς οκτώ χιλιάδας άνδρας του στρατού του, επήρε και τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών του και ανεχώρησε με χαράν δια την Ηράκλειαν, μη γνωρίζων ποίος ήτο ο σκοπός του Αγίου. Κατ’ εκείνην δε την νύκτα προσευχόμενος ο Άγιος είδεν ως να εχάλασεν η σκέπη του οίκου, εις τον οποίον έμενε και φλόγα μεγάλη ανέβαινε και κατέβαινεν από τον ουρανόν και φωνή ηκούσθη ουρανόθεν λέγουσα· «Θάρρει, Θεόδωρε, διότι εγώ είμαι μετά σου». Όταν δε ήλθεν εις εαυτόν ο Άγιος, εγνώρισεν, ότι δι’ αυτόν ήτο το όραμα και ότι καιρός ήτο να μαρτυρήση. Όταν δε ήκουσε, ότι έρχεται ο βασιλεύς, εισήλθεν εις το δωμάτιόν του εις το οποίον προσηύχετο και εδέετο εις τον Θεόν, μετά δακρύων λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του αληθινού Θεού, συ όστις κατήλθες από τους ουρανούς εις την γην δια να μας δείξης την οδόν και τον τρόπον, πώς να ερχώμεθα και ημείς από την γην εις τον ουρανόν· συ όστις ενεδύθης σάρκα ανθρωπίνην δια να σώσης τον άνθρωπον, συ όστις υπέμεινας σταυρόν και θάνατον δια να δείξης και εις ημάς πώς να υπομένωμεν τον θάνατον δια την αγάπην σου, συ δυνάμωσόν με, συ ενίσχυσόν με, να μαρτυρήσω δια το όνομά σου». Αυτά προσηυχήθη ο Άγιος και αφού ηυτρεπίσθη και ενεδύθη λαμπρώς, ως ήρμοζεν εις στρατηγόν υποδεχόμενον βασιλέα, ιππεύσας εξήλθεν εις προϋπάντησιν αυτού μετά τιμής, ως έπρεπεν. Όταν δε ο Άγιος συνήντησε τον βασιλέα, λέγει προς αυτόν· «Χαίροις βασιλεύ θειότατε και αυτοκράτορ». Ο δε βασιλεύς απεκρίθη· «Χαίροις και συ Θεόδωρε ηλιόρατε και ωραιότατε». Συνομιλούντες δε αμφότεροι εισήλθον εις την πόλιν και ο βασιλεύς εκάθισεν επί θρόνου υψηλού και επηρμένου, επήγε δε και ο Άγιος και εκάθισε πλησίον του βασιλέως προς το δεξιόν μέρος. Τότε ο βασιλεύς ήρχισε να εγκωμιάζη τον τόπον, τον λαόν και τον Άγιον, λέγων· «Αληθώς ο τόπος ούτος Θεού θρόνος είναι άξιος να ονομάζεται και κατ’ αλήθειαν πρέπον είναι άλλον ουρανόν να ονομάζωσι τον τόπον τούτον οι άνθρωποι, επειδή και η πόλις μεγάλη είναι και οι κάτοικοι πολλοί και πιστοί προς τους θεούς· ότι εις άλλην πόλιν δεν τιμώνται τόσον πολύ οι θεοί, ως ενταύθα· αλλ’ ούτε άλλος τόπος είναι καταλληλότερος εις προσκύνησιν των μεγάλων θεών, ως ούτος. Δια τούτο και ο θαυμαστός εκείνος και ανδρείος Ηρακλής, ο υιός του μεγάλου θεού του Διός και της θεάς Αλκμήνης, ηγάπησε τον τόπον τούτον και εις το όνομά του επωνόμασε την πόλιν ταύτην Ηράκλειαν. Κατά αλήθειαν άξιος τόπος είναι προς τιμήν σου, κύριε Θεόδωρε, συ πρέπει να άρχης εις τοιαύτην θαυμαστήν πόλιν· συ είσαι άξιος να κυβερνάς τοσούτον λαόν, διότι είσαι ευσεβής προς τους θεούς, και η αγάπη σου όλη είναι εστραμμένη προς τα είδωλα, διότι νύκτα και ημέραν άλλο δεν φροντίζεις, παρά πώς να αρέσης εις τους θεούς των Ελλήνων. Το λοιπόν δείξον την αγάπην, την οποίαν έχεις προς τους θεούς, τώρα έμπροσθέν μας και θυσίασε εις τους θεούς, να ίδη και ο επίλοιπος λαός, να γνωρίση ότι είσαι φίλος των μεγάλων θεών και του βασιλέως». Ταύτα έλεγεν ο βασιλεύς κολακεύων τον Άγιον· ο δε Άγιος απεκρίθη· «Πολλά τα έτη σου, βασιλεύ, η διαταγή σου να γίνη· πλην, δος μοι κατά την εσπέραν ταύτην τα είδωλα των μεγαλυτέρων θεών των Ελλήνων, τα χρυσά και αργυρά, να θυσιάσω εις αυτά ταύτην και την ερχομένην νύκτα μόνος και όταν διατάξης, να θυσιάσω εις αυτούς και εις το φανερόν». Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς εχάρη πολύ και παρευθύς επρόσταξε και έφεραν τα χρυσά και αργυρά είδωλα, τα οποία είχεν· ο δε Άγιος, όταν τα επήρεν, επήγεν εις τον οίκον του και την νύκτα εκείνην τα συνέτριψεν όλα εις μικρά τεμάχια και τα διένειμεν εις τους πτωχούς. Όταν δε παρήλθον δύο ημέραι, προσεκάλεσεν ο βασιλεύς τον Άγιον να εκτελέση εκείνο το οποίον υπεσχέθη. Επήγε λοιπόν ο Άγιος και εκάθισε πάλιν πλησίον του βασιλέως εις το δεξιόν μέρος. Λέγει τότε προς αυτόν ο βασιλεύς· «Σοφώτατε Θεόδωρε, ιδού έφθασεν η ημέρα της θυσίας· ελθέ λοιπόν και θυσίασε εις το φανερόν εις τους θεούς, όπως ίδωσι και οι επίλοιποι άνθρωποι και γίνουν προθυμότεροι προς τους θεούς». Εν ω δε έλεγεν ο βασιλεύς τούτους τους λόγους, εκατόνταρχος τις ονόματι Μαξέντιος ιστάμενος είπε προς τον βασιλέα· «Μα τους μεγάλους θεούς, βασιλεύ, σήμερον ηπατήθη η βασιλεία σου από τούτον τον μιαρόν Θεόδωρον· διότι χθες είδον εγώ την χρυσήν κεφαλήν της θεάς Αρτέμιδος εις χείρας ενός πτωχού· τον ηρώτησα που την εύρε και μου είπεν ότι αυτός ο Θεόδωρος του την εχάρισεν». Ως ήκουσε τούτο ο βασιλεύς, όλος εταράχθη και πολλήν ώραν έμεινεν άφωνος. Ο δε Άγιος απεκρίθη· «Με την δύναμιν του Χριστού μου, βασιλεύ, έπραξα καθώς αληθώς λέγει ο εκατόνταρχος Μαξέντιος, όμως καλώς συνέτριψα αυτούς, επειδή οι θεοί σου ούτε τον εαυτόν των δεν ηδυνήθησαν να βοηθήσουν· πως θα δυνηθούν λοιπόν να βοηθήσουν ημάς»; Ο δε βασιλεύς, ως ήκουσε και την απόκρισιν του Αγίου, έμεινεν άφωνος και έξω του νοός του, εκ της πολλής δε λύπης του έβαλε την δεξιάν χείρα του εις το πρόσωπόν του και πολλήν ώραν έμενε λυπούμενος και λέγων· «Θεόδωρε, αυταί είναι αι αμοιβαί προς τους θεούς; Αυτά εθάρρουν εγώ όταν σε ετίμων; Ούτως ήλπιζον να κάμης συ προς τους θεούς και προς ημάς; Αυτά ανέμενον εγώ και αναχωρήσας από την Νικομήδειαν ήλθον εις τους πόδας σου; Κακή και ανοησία κεφαλή, με τοιούτον δόλον με έκαμες και ήλθον ενταύθα, μιαρώτατε; Όντως της πονηρίας είσαι κατοικητήριον, ασεβέστατε, κατά αλήθειαν υιός της πανουργίας είσαι, παμμίαρε· αλλά, μα την δύναμιν των μεγάλων θεών, δεν θέλω υποφέρει εγώ αυτό, ούτε εις καλόν σου θέλει αποβή το επιχείρημα αυτό, αναιδέστατε». Τότε ο Άγιος απεκρίθη· «Βασιλεύ άγνωστε και μωρότατε, τι θυμώνεσαι τόσον πολύ; Ιδέ και μόνος σου και εννόησον την δύναμιν των θεών σου· εάν αυτοί ήσαν αληθώς θεοί, πως δε ηδυνήθησαν καν να βοηθήσουν τον εαυτόν των; Πως, ότε τους κατέκοπτον, δεν ωργίζοντο; Πως δεν έστειλαν πυρ να με κατακαύσουν; Αλλά δια να είναι μόνον καθαρός χρυσός αι άργυρος συνετρίβησαν με χείρα ανθρώπου· δια τούτο, βασιλεύ, αν και συ μεν οργίζεσαι, αλλ’ εγώ σε περιγελώ δια την αγνωσίαν, την οποίαν έχεις· εάν συ θυμώνεσαι, αλλ’ εγώ θεολογώ· εάν συ λατρεύης ξύλα νεκρά και άψυχα, αλλ’ εγώ λατρεύω τον Χριστόν μου τον ζώντα εις τους αιώνας· εάν συ λυπήσαι, αλλ’ εγώ χαίρομαι εις την απώλειαν των θεών σου». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς όλως ηλλοιώθη και από την κακίαν του ήλλαξε και το πρόσωπόν του· και παρευθύς επρόσταξε να τανύσουν τον Άγιον εις τέσσαρα μέρη και να τον δείρουν με νεύρα ωμά βοών, δίδοντες εις μεν την ράχιν του Αθλητού πληγάς επτακοσίας, εις την κοιλίαν πεντήκοντα, τον δε λαιμόν του Αγίου να κτυπώσι με μολυβδίνας σφαίρας. Είτα ξέουσιν αυτόν και με λαμπάδας καίουσιν. Ύστερον τρίβουσι τας πληγωμένας και κεκαυμένας σάρκας του με τούβλα και κεράμους, και ούτω τον ρίπτουσιν εις την φυλακήν και σφαλίζουσι τους πόδας του εις το τιμωρητικόν ξύλον, αφήνοντες αυτόν νήστιν επτά ημέρας· και όμως ο Άγιος όλα υπέμεινε δια την αγάπην του Χριστού· και παιδευόμενος άλλο δεν έλεγεν, ειμή μόνον «Δόξα σοι, ο Θεός μου». Διήλθε λοιπόν ο Άγιος εκείνας τας επτά ημέρας πεινασμένος και διψασμένος, μόνον δε η Χάρις του Θεού ενεδυνάμωνεν αυτόν. Μετά ταύτα επρόσταξεν ο βασιλεύς και εξέβαλαν τον Άγιον από την φυλακήν, ήρχισε δε πάλιν με κολακείαν να λέγη προς τον Άγιον· «Πολλά τινα συμβαίνουσιν εις τους ανθρώπους, τα οποία ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν, ως και αυτή η υπόθεσις, η οποία ηκολούθησεν εις σε, φίλε μου Θεόδωρε· το μεν πόθεν και διατί ωνείδισες και ητίμασες τους θεούς και πως υπέμεινας τας τόσας παιδεύσεις, δεν δύναμαι να το εννοήσω· θέλω καν τώρα να συνέλθης εις τον νουν σου, να θυσιάσης εις τους μεγάλους θεούς, αυτοί δε ως ελεήμονες όπου είναι θέλουν σε συγχωρήσει ει τι και αν έπταισας προς αυτούς· αλλά και εγώ δια τας τιμωρίας και τας παιδεύσεις, τας οποίας σου έκαμα, θέλω σε ανταμείψει με πλουσίας δωρεάς». Ο Άγιος απεκρίθη· «Δεν είναι δυνατόν να αρνηθώ το όνομα του Χριστού του αληθινού Θεού· όχι εάν ήθελες μοι δώσει χαρίσματα, αλλά και αν ήθελες με κατακόψει εις λεπτά τεμάχια, οάλιν δεν ήθελες δυνηθή να με αποξενώσης από τον Χριστόν μου· εάν δε θέλης να πληροφορηθής, ότι αλήθειαν σου λέγω, δοκίμασε δια να βεβαιωθής, ότι δεν είναι καμμία παίδευσις ικανή να με χωρίση της αγάπης του Χριστού μου». Ταύτα ως ήκουσεν ο βασιλεύς, διέταξε να στήσουν σταυρόν ορθόν έξω της πόλεως και να σταυρώσουν τον Άγιον. Ωδήγησαν λοιπόν οι στρατιώται τον Άγιον εις τον τόπον του Μαρτυρίου και εκεί εκάρφωσαν τας χείρας και τους πόδας του εις τον σταυρόν. Έπειτα, ω της θηριώδους απανθρωπίας! Επέρασαν εις το παιδογόνον και κρύφιον μέλος του Μάρτυρος περόνην, η οποία έφθασεν ως τα εντόσθιά του. Ίσταντο δε γύρωθεν και παιδία, τα οποία ετόξευον τον Άγιον εις το πρόσωπον. Όθεν από τα βέλη εχύθησαν αι κόραι των οφθαλμών του· άλλοι δε εξέκοψαν και τα σπερμογόνα του μέλη· και όμως ο Άγιος εσταυρωμένος υπέμενε γενναίως και εκ βάθους καρδίας έλεγε· «Κύριε, Κύριε ο Θεός μου, συ προείπες εις εμέ, ότι θα είσαι μετ’ εμού, τώρα δε διατί με εγκατέλειψας; Ιδού έφθασε καιρός βοηθείας· δια τούτο βοήθησόν μοι, διότι και εγώ δια σε πάσχω όλα ταύτα· δια την αγάπην σου παρέδωκα το σώμα μου εις τοιαύτας τιμωρίας· συ λοιπόν, ο Θεός μου, δυνάμωσόν με και παράλαβε την ψυχήν μου απ’ εμού, διότι δεν δύναμαι να υπομένω περισσότερον». Λέγων ταύτα ο Άγιος είδεν υπηρέτην του τινά ονόματι Ούαρον, ότι έκλαιε και έγραφε τα μαρτύριά του και του λέγει με μικράν φωνήν· «Τέκνον μου Ούαρε, να μη αφήσης την εργασίαν σου· υπόμενε, έως ου να γράψης όλον το Μαρτύριόν μου». Ταύτα είπεν ο Μάρτυς και εσιώπησε παντελώς. Επειδή δε ο Άγιος έμεινε την νύκτα εις τον σταυρόν, δια τούτο ενόμισεν ο Λικίνιος, ότι ήδη απέθανεν· ηπατάτο όμως ο μάταιος, διότι κατά το μεσονύκτιον Άγγελος Κυρίου κατέβη εκ των ουρανών και έλυσε τον Άγιον από τον σταυρόν και όλον υγιή εποίησεν, έπειτα τον ησπάσθη και του είπε· «Χαίροις, Θεόδωρε, στρατιώτα του Χριστού· θάρρει και ενδυναμού εν τω ονόματι του Χριστού του αληθινού Θεού· ιδού μετά σου είναι ο Θεός και διατί είπες, ότι σε εγκατέλειψε; Τελείωσον την οδόν του Μαρτυρίου σου και θέλεις έλθει προς τον Κύριον να λάβης τον ητοιμασμένον σοι στέφανον». Ταύτα είπεν ο Άγγελος και παρευθύς έγινεν άφαντος. Ο δε Άγιος, ως είδε τον εαυτόν του λελυμένον, ήρχισε ψάλλων και ευλογών τον Θεόν· έλεγε δε· «Υψώσω σε, Κύριε, ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ψαλμ. ρμδ: 1). Και ούτως ευχαριστών τον Θεόν διήλθε την νύκτα εκείνην. Ότε δε εξημέρωσεν, έστειλεν ο Λικίνιος δύο υπηρέτας του, Αντίοχον και Πατρίκιον καλουμένους, δια να σηκώσωσι το σώμα του Αγίου και να το ρίψωσιν εις την θάλασσαν, να μη το πάρουν οι Χριστιανοί και το έχουν δι’ αγιασμόν των. Επήγαν λοιπόν οι απεσταλμένοι και τον μεν σταυρόν εύρον κατά γης, τον δε Άγιον δεν είδον. Λέγει τότε ο Αντίοχος προς τον Πατρίκιον· «Αληθώς λέγουν οι Γαλιλαίοι, ότι ο Χριστός ανεστήθη εκ νεκρών· ιδού ανέστησε και τον δούλον του Θεόδωρον, τον οποίον και έλαβε μαζί του, δια τούτο δεν τον ευρίσκομεν». Ο Πατρίκιος, ως ήκουσε ταύτα, επήγε πλησιέστερον εις τον σταυρόν και βλέπει καθαρώς πλησίον αυτού τον Άγιον λελυμένον, υγιά και ευχαριστούντα τον Θεόν. Τότε, ως είδον το θαύμα τούτο, εβόησαν και οι δύο μεγαλοφώνως· «Μέγας ο Θεός των Χριστιανών», προς δε τον Άγιον είπον· «Δεόμεθά σου, Μάρτυς του Χριστού, δέξαι και ημάς, διότι και ημείς Χριστιανοί είμεθα». Όχι δε μόνον οι δύο ούτοι επίστευσαν εις τον Χριστόν κατά την ώραν αυτήν, αλλά και άλλοι ογδοήκοντα πέντε. Ως έμαθε τούτο ο βασιλεύς, έστειλε τον επίτροπον της βασιλείας του, ήτοι τον ανθύπατον Κέστην ονόματι, με τριακοσίους στρατιώτας δια να θανατώσωσι τον Άγιον. Ως δε επήγαν και αυτοί και είδον τον Άγιον ζώντα, επίστευσαν και αυτοί· αλλά και πλήθος ανθρώπων πολύ και άπειρον συνέδραμε την ημέραν εκείνην και επίστευσαν εις τον Χριστόν τον αληθινόν Θεόν. Τότε εις στρατιώτης, Λέανδρος καλούμενος, επήγε και είπε του βασιλέως· «Γίνωσκε, βασιλεύ πολύχρονε, ότι όλος ο λαός της Ηρακλείας άφησαν τα είδωλα και πιστεύουν εις τον λεγόμενον Χριστόν από τας μαγείας του πλάνου Θεοδώρου». Ταύτα ως ήκουσεν ο Λικίνιος και βλέπων, ότι η πόλις ήτο τεταραγμένη, επρόσταξε τον διατεταγμένον επί τούτω στρατιώτην να υπάγη μετ’ άλλων στρατιωτών και να αποκεφαλίσωσι τον Άγιον. Χριστιανοί δε πολλοί εκεί ευρισκόμενοι ημπόδισαν τους στρατιώτας· αλλ’ ο Άγιος μόλις καταπαύσας τους Χριστιανούς είπεν· «Αδελφοί μου Χριστιανοί, μη οργίζεσθε κατά του βασιλέως Λικινίου, διότι αυτός είναι υπηρέτης του πατρός του διαβόλου, εγώ δε πρέπει να υπάγω προς τον ηγαπημένον μου Χριστόν». Λέγων αυτά ο Άγιος έκαμε τον σταυρόν του εις όλον του το σώμα, προς δε τον ταχυγράφον του Ούαρον είπε· «Τέκνον μου, να μη αμελήσης να γράψης το Μαρτύριόν μου και την ημέραν της τελειώσεώς μου· μετά δε τον θάνατόν μου, να πάρης το σώμα μου να το υπάγης εις τα Ευχάϊτα την πατρίδα μου. Χαίρε λοιπόν και ευφραίνου και πίστευε εις τον Χριστόν».Παρευθύς με τον λόγον τούτον έκυψε την κεφαλήν του και ο στρατιώτης τον απεκεφάλισε. Τότε ευσεβείς Χριστιανοί έλαβον το σώμα του Αγίου και με λαμπάδας και θυμιάματα το επήγαν εις τα Ευχάϊτα και ετέθη εις τον πατρικόν αυτού οίκον, καθώς ο Μάρτυς επρόσταξε περί τούτου τον ταχυγράφον του Ούαρον, ο οποίος ήτο παρών εις το Μαρτύριον και έγραψε τας κατά μέρος ερωτήσεις και αποκρίσεις του Αγίου, ως και τα διάφορα είδη των βασάνων, όσα έλαβε, καθώς και τας παρά Θεού βοηθείας και αντιλήψεις, όσας ηξιώθη. Πολλά δε θαύματα εγένοντο κατά τας ημέρας εκείνας δια πρεσβειών του Αγίου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2209
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Θ΄ (9η) Φεβρουαρίου, μνήμη του Αγίου Μάρτυρος ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ.

Δημοσίευση από silver » Κυρ Φεβ 09, 2020 1:16 am


Νικηφόρος ο φερωνύμως διπλήν την νίκην κατά των παθών και της ασεβείας αποκομίσας, ο φωτοβόλος αστήρ του νοητού στερεώματος της Εκκλησίας, ήτο από την Αντιόχειαν της Συρίας, κατά τους χρόνους Ουαλεριανού και Γαλλιηνού των βασιλέων εν έτει σνγ΄-σξη΄ (253-268), ιδιώτης κατά την αξίαν και νέος την ηλικίαν, όταν ηξιώθη του δια Χριστόν Μαρτυρίου· ακούσατε όμως απ’ αρχής την διήγησιν περί αυτού καθώς ταύτην μετέφρασεν ο Ιερός Αγάπιος ο Κρής, ίνα πολλήν την ωφέλειαν λάβητε. Από πολλά ρητά της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης ημπορεί να βεβαιωθή ο καθείς πόσον ωφελείται όστις αγαπά τον πλησίον κατά Θεόν, καθώς αυτός ο ελεήμων και πολυεύσπλαγχνος πολλάκις μας παρήγγειλεν. Όστις δε φυλάξη αυτήν την εντολήν ανελλιπώς, ας έχη θάρρος, ότι έτυχε της σωτηρίας του. Αντιθέτως δε, εκείνος ο οποίος θα νικηθή υπό της αθέου μνησικακίας και δεν συγχωρήση το πταίσιμον του αδελφού του, ας γνωρίζη, ότι εάν και όλον τον πλούτον του δώση ελεημοσύνην και παραδώση εις πυρ και θηρία όλα τα μέλη του δια την ευσέβειαν και άλλα μύρια κολαστήρια αν υπομείνη δια την αγάπην του Χριστού, δεν γίνεται δεκτός από τον ανεξίκακον ο μνησίκακος, καθώς είπε πολλάκις προς τους αυτού Μαθητάς και εξόχως κατά την εσχάτην ημέραν της ενσάρκου προς ημάς παρουσίας του, λέγων· «Εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 35). Ωσαύτως και ο αγαπών και ηγαπημένος Ιωάννης μας παρακινεί κατά πολύ εις την αρετήν αυτήν την ισάγγελον, ταύτα γράφων· «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και τον αδελφόν αυτού μισεί, ψεύστης εστίν» (Α΄ Ιωάν. δ: 20). Και ο θεσπέσιος Παύλος εγκωμιάζει ταύτην την αρετήν της αγάπης και την ευφημίζει και την προτιμά από όλας τας άλλας, λέγων ότι αυτή είναι το τέλος των εντολών και του νόμου το πλήρωμα· «Πλήρωμα ουν νόμου η αγάπη» (Ρωμ. ιγ: 10) και η ταχυτέρα οδός δια να υπάγη ο καθείς δι’ αυτής εν ευκολία εις τον Παράδεισον. Αλλ’ ας αφήσωμεν τας διαφόρους ρήσεις των Αποστόλων και διδασκάλων μας και ας αναφέρωμεν μόνον την διδακτικήν παραβολήν, την οποίαν είπεν ο Δεσπότης Χριστός και την οποίαν βλέπομεν εις το ιη΄ (18ον) κεφάλαιον του κατά Ματθαίον ιερού Ευαγγελίου, δια τον άνθρωπον εκείνον, όστις εχρεώστει εις τον βασιλέα μύρια τάλαντα και μη έχων να τα πληρώση, έπεσεν εις τους πόδας αυτού ζητών ολίγον καιρόν διορίαν να δώση το δάνειον. Ο δε βασιλεύς, ιδών την απορίαν αυτού, τον ελυπήθη και ευσπλαγχνισθείς επ’ αυτόν του αφήκεν όλον το δάνειον. Εκείνος δε αγνώμων ων και άσπλαγχνος, εξελθών εκ του παλατίου του εύρε σύνδουλόν του τινά, όστις του εχρεώστει μόνον εκατόν δηνάρια και τον εστενοχώρησε τόσον, ώστε έβαλεν αυτόν εις την φυλακήν και δεν τον άφηνεν έως ότου πληρώση το χρέος του. Ταύτα ακούσας ο βασιλεύς επρόσταξε και έφερον τον δούλον και του λέγει· «Δούλε πονηρέ, εγώ σου εχάρισα τόσον χρέος και συ δεν ευσπλαγχνίσθης τον σύνδουλόν σου, αχάριστε, καθώς και εγώ σε ηλέησα»; Και ούτως οργισθείς, τον παρέδωσεν εις τους βασανιστάς, έως ου επλήρωσεν όλον το χρέος του. Αυτήν την θαυμασίαν και αληθεστάτην παραβολήν μας είπεν ο Δεσπότης Χριστός, δια να φοβηθώμεν και να συγχωρώμεν όσους μας πταίσουν εξ όλης της καρδίας μας, δια να μη πάθωμεν τα όμοια, ως εκείνος ο άδικος και άσπλαγχνος δικαίως έπαθε, καθώς ο Δεσπότης μόνος εξήγησε την παραβολήν, λέγων· «ούτω και ο Πατήρ μου ο ουράνιος θέλει κάμει εις σας το όμοιον, εάν δεν συγχωρήτε εξ όλης καρδίας το πταίσιμον του αδελφού σας». Λοιπόν, τίνα άλλην αξιοπιστοτέραν μαρτυρίαν θέλετε, άνθρωποι; Αλλά δια βεβαιοτέραν της αληθείας ταύτης απόδειξιν, ακούσατε όσοι είσθε μνησίκακοι και δεν συγχωρείτε όσους σας έπταισαν, ένα φοβερόν και αξιόπιστον παράδειγμα, το οποίον γράφει ο Μεταφραστής Συμεών να τρομάξετε άπαντες και να κλαύση πάσα σκληρά καρδία, να συντριβή από τον φόβον και να συγχωρήση ο καθείς τον εχθρόν του, αν του έκαμε και τα μεγαλύτερα κακά ή ζημίας, αι οποίαι ηκούσθησαν εις τον κόσμον. Προσέχετε λοιπόν ακριβώς εις την φοβεράν ταύτην διήγησιν, την οποίαν ο Όσιος Συμεών έγραψε και η οποία έχει ως εξής. Άλλο δεν είναι καλύτερον και μακαριώτερον, ως την κατά Θεόν αγάπην. Ομοίως πάλιν και το μίσος είναι από όλα τα κακά χειρότερον και ολεθριώτερον. Διότι τοσούτον ηγάπησεν ο Θεός την αρετήν ταύτην, ώστε την ετίμησε με την προσηγορίαν αυτού και ηθέλησε να ονομάζεται δια την αγάπην αυτής Αγάπη, καθώς είπεν ο αγαπών και αγαπώμενος Μαθητής· «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ» (Α΄ Ιωάν. δ: 16). Το δε μίσος τόσον αγαπά ο πονηρός και αποστάτης διάβολος, ώστε έλαβεν απ’ αυτό την επωνυμίαν και καλείται ανθρωποκτόνος και μισόκαλος. Περί τούτων των δύο εναντίων έχομεν πολλάς ενεργείας και διηγήματα της Παλαιάς και Νέας Γραφής, από τα οποία να γράψωμεν ένα κοινόν και θαυμασιώτατον υπόδειγμα δύο ανθρώπων, οίτινες είχον μίσος μεταξύ των. Και ούτως, ο μεν Σαπρίκιος με όλον το αξίωμα της Ιερωσύνης και τα μαρτύρια τα οποία έλαβεν από τους τυράννους δια την πίστιν, επειδή δεν αφήκε το μίσος και να συγχωρήση τον αδελφόν του, εξέπεσε της αξίας του Μαρτυρίου ο αλιτήριος και εζημιώθη τον στέφανον της αθλήσεως. Ο δε συμπαθής και της νίκης επαξίως επώνυμος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, επειδή επόθει την αγάπην και εζήτει εκ καρδίας αυτού την διαλλαγήν, ηξιώθη παραδόξως του Μαρτυρίου ο πάνσοφος και έλαβε χωρίς κόπων και πόνων τον στέφανον. Προσέχετε λοιπόν, αγαπητοί αναγνώσται και ακροαταί, και φυλάγεσθε όσοι είσθε μνησίκακοι, να μη πάθητε ομοίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν, ως έπαθεν ο προαναφερθείς άφρων Σαπρίκιος. Ούτος ήτο από την Αντιόχειαν, Ιερεύς το αξίωμα και είχε μεγάλην φιλίαν με τον ευλογημένον Νικηφόρον, όστις ήτο κοσμικός και δεν είχε καμμίαν Εκκλησιαστικήν αξίαν, αλλ’ όμως ήτο πάντων των Ιερέων εναρετώτερος. Τοσαύτην δε φιλίαν είχε με τον Σαπρίκιον, ώστε εφαίνετο ότι ο εις έζη εις την ψυχήν του ετέρου και περιεπάτει με τους πόδας εκείνου και ωμίλει με το στόμα του και, απλώς ειπείν, είχον αμφότεροι μίαν βουλήν και γνώμην και θέλησιν. Αλλ’ ο φθονερός όφις, μη υποφέρων να βλέπη τοιαύτην ομόνοιαν, βασκαίνων το αγαθόν ο μισόκαλος, έβαλε μεταξύ αυτών τόσον σκάνδαλον, όσην αγάπην είχον πρότερον και τόσον εμίσησεν ο εις τον άλλον, ώστε δεν ηδύνατο να τον ίδη εις το πρόσωπον, αλλά εγύριζεν από τον δρόμον, δια να μη συναντηθώσι. Διότι η μεγάλη φιλία τρέπεται, κατά τον κοινόν λόγον, εις έχθραν και μίσος άπειρον, καθώς εις τούτους συνέβη. Πλην όμως, ο αγαθός Νικηφόρος, ως πράος, επιεικής και μέτριος, γνωρίσας, ότι ο δαίμων ήτο το αίτιον της έχθρας, εφρόντιζε να γίνη και πάλιν διαλλαγή μεταξύ των, δια να μη παροξύνεται ο φιλάνθρωπος. Ταύτα εσκέπτετο ο του Χριστού δούλος γνήσιος Νικηφόρος, αλλά δεν ετόλμα να παρουσιασθή ο ίδιος εις τον Σαπρίκιον, γνωρίζων την πολλήν εκείνου σκληρότητα. Όθεν έβαλε μεσίτας να τον παρακαλέσουν προς τούτο με λόγια ήρεμα, οίτινες προσεπάθησαν πολύ και του είπον όσα δύνανται να ταπεινώσουν και την πλέον οργίλην και υπερήφανον ψυχήν και με τόσους λόγους και παραδείγματα εδοκίμασαν να καταπραϋνωσι τον θυμόν του, ώστε και λίθος εκ φύσεως εάν ήτο, ήθελε γίνει μαλακώτερος· η σκληροτέρα όμως και αταπείνωτος τούτου καρδία δεν μετεμελήθη ποσώς να τραπή προς συμπάθειαν. Δεν ενεθυμήθη την προτέραν φιλίαν, ο έσπλαγχνος, ούτε την εντολήν του Δεσπότου ο ασυνείδητος, μάλιστα εφ’ όσον ήτο θύτης και μαθητής του ειρηνικού και πραοτάτου Χριστού, όστις έγινε θυσία και σφάγιον δι’ αγάπην μας, αλλ’ ούτε και το συμφέρον του ηννόησεν, ίνα κατά το επάγγελμά του συγχωρήση τον πταίσαντα, εφ’ όσον καθ’ εκάστην ανεγίνωσκε τα Ευαγγελικά λόγια τα λέγοντα· «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. στ: 14). Και πάλιν· «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστήριον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον, διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου» (Ματθ. ε: 23-24). Αυτά και άλλα παρόμοια ανεγίνωσκε προς τον λαόν, καθ’ εκάστην, ως Ιερεύς, ο ανίερος, με το στόμα όμως μόνον, εις δε την καρδίαν και την ψυχήν ήτο παρήκοος ο ασύνετος και δεν ήθελε να συγχωρήση τον φίλον του και μάλιστα ενώ δεν ήτο το πταίσιμον του Νικηφόρου, αλλ’ αυτός ο Σαπρίκιος ήτο ο αίτιος όλου του σκανδάλου. Ο Δεσπότης Χριστός λέγει· «Ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι» · (Λουκά στ: 32) και οι εθνικοί και οι τελώναι τούτο ποιούσιν. Των εθνικών και των τελωνών ο μύστης και μυσταγωγός και των μεγάλων και φρικτών του Χριστού μυστηρίων διάκονος αθλιώτερος ήτο, επειδή και τους αγαπώντας εμίσει και ακούων τον Δαβίδ να λέγη· «Μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. ριθ: 7), αυτός το εναντίον ετέλει ο άσπονδος και μετά των φιλούντων ειρήνην ήτο οργίλος, στασιώδης και μάχιμος. Έπρεπεν, εάν έβλεπε τον φίλον του πταίοντα, να τον διορθώση αυτός με πραότητα, να θεραπεύση, ως Ιερεύς, την πρόφασιν του σκανδάλου, προτού να βασιλεύση ο ήλιος. Ο καλός όμως και ποθεινός Νικηφόρος, όστις όχι μόνον την επωνυμίαν είχεν, αλλά μάλιστα επήρε και την νίκην κατά αλήθειαν και εφάνη αξιώτερος του ονόματος, δεν κατεφρόνησε την συνδιαλλαγήν. Δεν ημέλησε. Δεν ενικήθη από τας ορμάς της φύσεως, η οποία βιάζει να μισή ο καθείς τον μισούντα και να τον νομίζη εχθρόν του και πολέμιον, διότι η τήρησις των εντολών του Χριστού είναι δυνατωτέρα της ανάγκης της φύσεως. Αλλ’ έχων πόθον να θεραπεύση την ψυχήν του φίλου του και να την φέρη εις την προτέραν αγάπην και ομόνοιαν, ηθέλησε να δώση και την ζωήν δια τον πλησίον του. Έστειλε λοιπόν ο καλός Νικηφόρος εκ δευτέρου και εκ τρίτου μεσίτας, γνωρίζων ότι και αυτοί δεν θέλουν ζημιωθή τον μισθόν του κόπου των και εκείνος ίσως θέλει σώσει τον φίλον του. Οι δε απελθόντες ενουθέτησαν ικανώς τον Σαπρίκιον, εκείνος όμως έμεινεν ο αυτός κωφός κατά τα ώτα της ψυχής, υπό της αλόγου μανίας όλως κυριευόμενος. Τότε ο ταπεινόφρων και αμνησίκακος Νικηφόρος, βλέπων, ότι με τους μεσίτας δεν κατώρθωσε τίποτε, ηθέλησε να υπάγη και μόνος του, να τον προσκυνήση, μήπως και απαλύνη η καρδία του, όταν ίδη κατά πρόσωπον τον φίλον του, να ενθυμηθή την προτέραν αγάπην, να κλίνη εις ευσπλαγχνίαν ο άσπλαγχνος, να γίνη πάλιν ηδίστη και ποθεινοτέρα η προτέρα φιλία των, επειδή και ο ήλιος μετά την νύκτα γλυκύτερος φαίνεται, ομοίως και μετά τον χειμώνα η άνοιξις. Ευρίσκων λοιπόν καιρόν αρμόδιον κατά τον σκοπόν του, απήλθεν ησύχως και πίπτει εις τους πόδας αυτού με πολλήν ταπείνωσιν λέγων· «Συγχώρησόν μοι, δια τον Κύριον, εις όσα σου έπταισα και σε ελύπησα». Αλλ’ ούτε τότε τον συνεπόνησεν η αμείλικτος εκείνη ψυχή, ούτε έκλινεν ο ασυμπαθής και εμπαθής εις συμπάθειαν. Ούτε καν λόγον μικρόν προς τον φίλον του ωμίλησεν, ούτε με βλέμμα ποσώς τον εκύτταξεν, αλλ’ έστρεψεν οπίσω το πρόσωπον. Κατά τον καιρόν εκείνον λοιπόν, κατά τον οποίον ήτο εις τόσον μίσος παράλογον ο Σαπρίκιος, εξήφθη και πάλιν ο διωγμός κατά των Χριστιανών, επειδή ανέβησαν εις τον θρόνον της βασιλείας ο Παραβάτης Ιουλιανός και ο αδελφός του Γάλλος, οίτινες έστειλα εις όλους τους άρχοντας γράμματα να παιδεύουν ανηλεώς τους πιστούς με διάφορα κολαστήρια και όσοι δεν προσκυνήσουν τα είδωλα να τους δίδουν σκληρόν και πικρότατον θάνατον. Τούτο το δόγμα έφθασε και εις την πόλιν εις την οποίαν κατοικούσαν ο Νικηφόρος και ο Σαπρίκιος, όστις ήτο δια το αξίωμα της Ιερωσύνης επισημότερος. Τούτον ήρπασαν ευθύς οι υπηρέται του ηγεμόνος και τον έφεραν έμπροσθεν αυτού εις εξέτασιν. Ερωτηθείς λοιπόν το σέβας, την τάξιν, την κλήσιν και τα λοιπά, απεκρίθη· «Το όνομά μου είναι Σαπρίκιος, εις δε το σέβας είμαι Χριστιανός και Ιερεύς το αξίωμα». Ο ηγεμών, δια να τον κάμη να φοβηθή, του ανέγνωσε τα βασιλικά προστάγματα δια να ακούση τας απειλάς και τας τιμωρίας τας οποίας διελάμβανον, ο δε Σαπρίκιος χωρίς δειλίαν απεκρίθη· «Ημείς, ω ηγεμών, είμεθα πολύ καλώς διδαγμένοι από τας Θείας Γραφάς τας αληθείς και αξιοπίστους και προσκυνούμεν ένα Θεόν εις την ουσίαν εις τρία πρόσωπα αδιαιρέτως μεριζόμενον, τον οποίον μόνον ομολογούμεν και γνωρίζομεν Ποιητήν ορατών τε πάντων και αοράτων. Οι δε ιδικοί σας θεοί των Ελλήνων είναι μύθοι όντως και καταγέλασμα, επειδή είναι έργα χειρών ανθρώπων και άχρηστα πλάσματα». Ταύτα ακούσας ο διώκτης και απογνούς πάσης ελπίδος, ήρχισε να παιδεύη τον Άγιον· και πρώτον μεν έβαλεν αυτόν εις ένα τραχύ και φοβερόν όργανον, τον οποίον ωνόμαζον κοχλίαν και ήτο ως μάγγανον εις τον οποίον τον έσφιγγαν δυνατά, δια να αναλωθή το σώμα του και να συντριβή εντελώς από την δεινήν αυτήν κάκωσιν, δια να λάβη πικρότατον θάνατον. Εις ταύτην λοιπόν την δυσφορωτάτην και σκληροτάτην βάσανον έκαμεν ώραν πολλήν ο Σαπρίκιος, υπομένων καρτερικώς και δεν ηρνήθη την ευσέβειαν, πειθόμενος εις το Δεσποτικόν πρόσταγμα το λέγον: «Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι» (Ματθ. ι: 28). Ιδών λοιπόν ο διώκτης, ότι υπέμεινε με θαυμασίαν καρτερίαν την φρικτήν αυτήν βάσανον και μη έχων πλέον ελπίδα να τον νικήση, έδωκε κατ’ αυτού τοιαύτην απόφασιν· «Τον Σαπρίκιον, τον Ιερέα των Χριστιανών, επειδή δεν ηθέλησε να απαρνηθή την ματαίαν εκείνην λατρείαν, ούτε κατεδέχθη να προσκυνήση τους αθανάτους θεούς, αλλά εφάνη παρήκοος των βασιλικών προσταγμάτων, προστάσσω να αποκεφαλίσωσι με το ξίφος ως απειθήσαντα». Παρέλαβον λοιπόν οι δήμιοι τον Σαπρίκιον, δια να τον οδηγήσωσιν εις τον τόπον τηε εκτελέσεως. Ο δε Νικηφόρος, η μεγάλη δια Χριστόν ψυχή και όντως φιλόσοφος, ταύτα γνωρίζων, είχε μεγάλην μελέτην και φροντίδα δια τον φίλον του, να γίνη μεταξύ των διαλλαγή, όπως εκείνου μεν η θυσία γίνη ευπρόσδεκτος εις τον Κύριον, ως τελειώσαντος τον αγώνα καλώς δια την ευσέβειαν, ούτος δε, εκπληρών το Δεσποτικόν πρόσταγμα, προτιμήση την μετά του αδελφού καταλλαγήν υπέρ πάσαν θυσίαν και ολοκάρπωσιν. Νομίζω λοιπόν, ότι δεν ήθελεν αρνηθή την διαλλαγήν ο Σαπρίκιος την ώραν εκείνην κατά την οποίαν έτρεχε να λάβη, δια την αγάπην του Κυρίου, τον θάνατον, καταφρονήσας πάσαν προσπάθειαν της σαρκ΄ς και μόνον τα αιώνια στοχαζόμενος, προστρέχει μετ’ ευλαβείας και πίπτων εις τους πόδας αυτού, δεόμενος και ικετεύων αυτόν θερμότατα, έλεγεν· «Ενθυμήσου την προτέραν φιλίαν και αγάπην, την οποίαν είχομεν μεταξύ μας και ελέγαμεν να μη ξεχωρίσωμεν ουδέποτε, αλλά να είμεθα ηνωμένοι δι’ αγάπης και μετά θάνατον. Μη αφήσης τον φίλον σου ασυγχώρητον και φύγης από πλησίον μου αδιάλλακτος και υστερηθής της αιωνίου μακαριότητος. Βάλε εις τον νουν σου το ότι είσαι λειτουργός του Δεσπότου Χριστού, του οποίου γίνεσαι σήμερον κοινωνός των παθημάτων δια του Μαρτυρίου και της νεκρώσεως, και μη υπάγης προς αυτόν άσπονδος και άσπλαγχνος και απολέσης τους κόπους σου» Αυτά και έτερα έλεγε μετά δακρύων ο ευλογημένος Νικηφόρος εις τον φίλον του Σαπρίκιον, δεόμενος να του δώση την οφειλομένην συγχώρησιν. Εκείνος δε ως άσπλαγχνος και ανήμερος και αυτών των θηρίων ανοητότερος και αγριώτερος, ούτε καν εστράφη να ίδη τον άλλοτε ηγαπημένον του, όστις εκείτετο εις τους πόδας του κλαίων, αλλά φράσσων με τον κηρόν της μνησικακίας τα ώτα του, επήγαινεν εις τον δρόμον του αδιάλλακτος και αδιόρθωτος. Ταύτα βλέπων ο παρά Χριστού πεφωτισμένος Νικηφόρος και διαλογιζόμενος ότι ο Σαπρίκιος και χωρίς οίνον ήτο μεθυσμένος και σύντριμμα ταλαιπωρίας γεγενημένος, ωδύρετο περισσότερον, φοβούμενος μήπως απομείνη αυτός μεν από τον Ιερέα και φίλον του ασυγχώρητος, εκείνος δε πάλιν αποτύχη των στεφάνων του Μαρτυρίου και της αιωνίου μακαριότητος και δώσουν αμφότεροι απολογίαν δια τοιαύτην έχθραν παράλογον. Έδραμε λοιπόν πάλιν ολίγον έμπροσθεν και προϋπαντά τον Σαπρίκιον, λέγων προς αυτόν τα αυτά και έτερα πλείονα, όχι μόνον απλώς με το στόμα, αλλά και εξ όλης ψυχής, με σχήματα ελεεινά και ροήν δακρύων αμέτρητον και του εζήτει συγχώρησιν. Εκείνος όμως, ως κωφός και νεκρός και ως λίθινος, έμεινεν ο αυτός, ως το πρότερον, μήτε τας φωνάς του φίλου του ενωτιζόμενος, ούτε τοσαύτην ταπείνωσιν σπλαγχνιζόμενος, τόσον ώστε και αυτοί οι δήμιοι εβαρύνθησαν βλέποντες τον Νικηφόρον να ζητή, με τόσην ευλάβειαν, από ένα κατάδικον συγχώρησιν. Όθεν μυκτηρίζοντες αυτόν και μωρόν αποκαλούντες και ασύνετον έλεγον· «Τι κόπτεσαι ασκόπως και οδύρεσαι, ζητών από τοιούτον κακοποιόν συγχώρησιν; Ημείς υπάγομεν να τον θανατώσωμεν και συ δέεσαι και ζητείς συγχώρησιν από ένα υπεύθυνον»; Ταύτα μεν έλεγον οι υπηρέται, αγνοούντες το ευσεβές και φιλόθεον του μακαρίου Νικηφόρου, ο οποίος ηκολούθει αυτούς έτι θερμότερον δεόμενος, και χύων αναρίθμητα δάκρυα, δια να παρακινήση την λιθίνην εκείνην ψυχήν προς συμπάθειαν. Ο δε Σαπρίκιος, δυσμενώς και οργίλως και ως εξεστηκώς από τον θυμόν, έφθασεν εις τον τόπον της καταδίκης ο ασυνείδητος. Όθεν, όταν πλέον δεν έλειπεν άλλο παρά να κατεβάση ο δήμιος την σπάθην και να κόψη την κεφαλήν του, άνωθεν δε αυτού εφέρετο ουρανόθεν λαμπρός ο στέφανος του Μαρτυρίου, ω μισάνθρωπε και κοινέ του γένους πολέμιε, εις ποίον ολίσθημα κρημνίζεις τον μνησίκακον! Ω, αδελφοί μου, και πώς να διηγηθώ το επίλοιπον, όπου σταλάζουν οι οφθαλμοί μου δάκρυα και δεν δύναμαι να γράψω την δικαίαν παρά Θεού εγκατάλειψιν του Σαπρικίου, όταν έκλινε το γόνατον και έμςλλον να χορεύσουν οι Άγγελοι εις ολίγον διάστημα, τότε ήλθεν εις αυτόν τον ασύνετον, δια το σκότος της μνησικακίας αυτού, μία λήθη και άνοια και δεν ενεθυμείτο την αιτίαν, αλλά ηρώτα τους δημίους, διατί ήθελον να τον θανατώσουν· οίτινες απεκρίθησαν προς αυτόν, διότι κατεφρόνησε τα βασιλικά προστάγματα και δεν ήθελε να προσκυνήση τα είδωλα. Τότε, ω των εμών κακών, ω της μεγίστης συμφοράς! Ω του χαλεπού της μνησικακίας πτώματος! Αρνείται τον Δεσπότην Χριστόν ο άχρηστος. Εγκαλιμπάνει τον συμπαθή και φιλάνθρωπον, ο μισάνθρωπος. Καταπατεί ενώπιον πάντων την ευσέβειαν και γίνεται, φευ! Ο πρώην μύστης της Αγίας Τριάδος και των Αγγέλων εφάμιλλος, ειδώλων λάτρης και των δαιμόνων αιχμάλωτος, διότι «οδοί μνησικάκων» κατά τον σοφόν Σολομώντα, φέρουσι τον άνθρωπον «εις θάνατον» (Παροιμ. Σολ. ιβ: 28). Τούτο ελύπησε τον Νικηφόρον περισσότερον, διότι πρότερον έβλεπε τον φίλον μίαν εντολήν του Χριστού παραβαίνοντα, και ήδη αυτόν τον Νομοθέτην ηθέτησε και έπεσε τελείως εις την ασέβειαν. Όθεν εφλέγετο τα σπλάγχνα κατακαιόμενος και παρεκάλει θερμότερον τον Σαπρίκιον· και δεικνύων ακόμη προς αυτόν το της ιερωσύνης αιδέσιμον έλεγεν· «Αδελφέ φίλτατε και Πάτερ σεβασμιώτατε, μη θελήσης να προδώσης τον Ποιητήν και Σωτήρα σου. Μη απαρνηθής την ομολογίαν, την οποίαν υπεσχέθης να φυλάξης ενώπιον Θεού και Αγγέλων. Ευλαβήθητι τους άθλους τους οποίους έλαβες δια τον Χριστόν. Λυπήσου τους κόπους σου και τας φοβεράς εκείνας περιστροφάς του κοχλίου και την δεινήν του σώματος κάκωσιν, όπου εβασανίσθης τόσον καιρόν δια την ευσέβειαν και μη θελήσης να την προδώσης τόσον άγνωστα, να ζημιωθής εις μίαν στιγμήν τόσους αγώνας και έπαθλα. Τίμησον το μέγα της ιερωσύνης αξίωμα και μη το καταφρονήσης, παρακαλώ σε, φίλε μου. Μετ’ εμού δε και τάξεις Αγγέλων και Μαρτύρων χορείαι σε παρακαλούν, να μη διαψεύσης την ομολογίαν της πίστεως, τώρα ότε είναι τα βραβεία εις χείρας σου και εις την κεφαλήν σου οι της αθλήσεως στέφανοι». Ταύτα προς τον φίλον εδέετο μετά τρόμου, φοβούμενος μήπως μαζί με εκείνον ζημιωθή και την ιδικήν του ψυχήν ατελεύτητα. Αλλ’ επειδή δεν ηπάλυνεν η φαραωνίτις εκείνη καρδία, αλλ’ επροτίμησε την μνησικακίαν υπέρ την ευσέβειαν, μη έχων τι άλλο να πράξη ο ζηλωτής της πίστεως και της νίκης αξίως επώνυμος, αντεισάγει τον εαυτόν του εις το Μαρτύριον και κλίνων τον αυχένα εζήτει το ξίφος, παρακαλών τους δημίους να αποκεφαλίσουν αυτόν αντί του Σαπρικίου· οίτινες δεν ετόλμων να τον θανατώσωσι χωρίς προσταγήν του ηγεμόνος έως ου απήλθε προς αυτόν εις από τους παρεστώτας και του είπε, ότι ο μεν Σαπρίκιος, αθετήσας την ομολογίαν και την ευσέβειαν, έπραξεν επάξια του ονόματος, έτερος δε τις, Νικηφόρος ονόματι, εδέετο με παρρησίαν θερμότερον να λάβη, ώσπερ χρέος τι, αντί εκείνου τον θάνατον. Τότε ο ηγεμών μετέγραψεν εις την κατά του Σαπρικίου απόφασιν το όνομα του Νικηφόρου. Όθεν φέροντες οι υπηρέται την καταδίκην εις τους δημίους, δέχεται ο καλός Νικηφόρος την δια ξίφους τελείωσιν, κληρονομήσας με ολίγον πόνον Βασιλείαν ουράνιον. Και όχι μόνον ενίκησε την πλάνην και δυσσέβειαν, αλλά και το πάθος της μνησικακίας και εφάνη κατά αλήθειαν Νικηφόρος με την πράξιν μάλλον ή το όνομα. Τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι οι πόνοι του σώματος και αι κακοπάθειαι δεν έχουσι τόσην δύναμιν να κάμωσι φίλον τον Κύριον, όσην έχουσιν η φιλανθρωπία, η συμπάθεια και η προς τον πλησίον αγάπη, ήτις είναι το κεφάλαιον πάντων των αρετών, καθώς αυτός ο Δεσπότης Χριστός μας παρήγγειλε και καθώς ημπορεί ο καθείς να βεβαιωθή από το φρικτόν παράδειγμα του Σαπρικίου, όστις, αφ’ ου υπέμεινεν ανδρικώς και γενναίως τόσας δοκιμασίας και εβασανίσθη δια την αγάπην του Χριστού ο ταλαίπωρος, όμως επειδή ήτο εις την ψυχήν ασυμπαθής και ανάλγητος όχι μόνον δεν ωφελήθη από τας βασάνους, αλλά και αρνητής της ευσεβείας εγένετο. Ο δε φιλόχριστος και τροπαιοφόρος Νικηφόρος, όστις δεν έλαβε πρότερον καμμίαν κακοπάθειαν και βάσανον δια την ευσέβειαν, εν τούτοις, χωρίς ιδρώτας και πόνους, αλλά μόνον δια την φιλαδελφίαν του και την της ψυχής ιλαρότητα ηξιώθη να λάβη παρά Θεού τον του Μαρτυρίου στέφανον. Λάβετε λοιπόν υπόδειγμα άπαντες οι μνησίκακοι, οι οποίοι ενθυμείσθε την ύβριν και το πταίσιμον του πλησίον και δεν θέλετε να συγχωρήσητε εκείνον όστις σας έπταισεν, ο οποίος σας ευηργέτησε μάλιστα, διότι όσον κακόν έκαμε του σώματος, τόσον ωφέλησε την ψυχήν σου, άνθρωπε, και πρέπει να τον αγαπάς ως ευεργέτην και φίλον σου, καθώς ήθελες αγαπά εκείνον, όστις θα σου έρριπτε λίθους τιμίους και κομμάτια χρυσίου από μακρόθεν να κτυπά όλον το σώμα σου. Διότι και εάν επόνεις ολίγον, όμως συνάγων τους μαργαρίτας εκείνους θα εγίνεσο πλούσιος. Τούτο συμβαίνει και δια τας θλίψεις, αι οποίαι σου έρχονται, επειδή αύται καθαίρουσι την ψυχήν από όλα τα αμαρτήματα, και δι’ αυτό δε και συγχωρεί ο πάνσοφος ιατρός να παιδεύεσαι. Όστις λοιπόν έχει γνώσιν, δεν πρέπει να αμύνεται κατά του ανθρώπου, όστις τον ερράπισεν ή τον ερράβδισεν ή αλλεοτρόπως τον εζημίωσεν, αλλά να τον ευχαριστή ως υπ’ αυτού μάλλον ευεργετηθείς. Έχε λοιπόν και συ, όστις αναγινώσκεις ταύτα εις τον νουν σου πάντοτε, την πολλήν ευσπλαγχνίαν την οποίαν έδειξε προς ημάς ο πολυέλεος Κύριος,δια την οποίαν αιτίαν είμεθα χρεώσται να αγαπώμεν τον πλησίον εξ όλης μας της δυνάμεως, δια να πληρώσωμεν πιστώς την παραγγελίαν την οποίαν μας άφησε κατά την εσχάτην ημέραν, όταν έφευγεν από τούτον τον κόσμον σωματικώς, λέγων· «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς, ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους· εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Ιωάν. ιγ: 34-35). Δηλαδή καθώς εγώ σας ηγάπησα, χωρίς να πράξετε προς με αγαθοεργίαν τινά, αλλά μάλιστα και εχθροί μου είσθε δια το πατροπαράδοτον αμάρτημα, εν τούτοις εγώ σας ηλέησα δωρεάν. Ούτω θέλω και σεις να αγαπάτε ο εις τον άλλον.Βιάσετε λοιπόν την θέλησιν και καρδίαν σας εις την αρετήν ταύτην την ψυχωφελή και σωτήριον, επειδή χωρίς ταύτης, εάν και όλας τας αρετάς αποκτήσετε, εν τούτοις μέλλει να κολασθήτε καθώς εις την προαναφερθείσαν αξιόπιστον διήγησιν του Σαπρικίου εγνωρίσατε, την οποίαν φιλαλήθως εξιστορήσαμεν καθώς ο Άγιος Συμεών ο Μεταφραστής έγραψεν αυτήν εις την Ελληνικήν διάλεκτον και καθώς ο Ιερός Αγάπιος την μετεγλώττισε χωρίς να γράψη εξ ιδίων τίποτε ειμήμόνον το προοίμιον και τούτον τον επίλογον. Ας φρίξη λοιπόν ο καθείς και ας τρομάξη να διορθώση την πολιτείαν του, προτού να κλεισθή η θύρα της μετανοίας και τότε δεν ωφελούσι πλέον τα δάκρυα. Όσοι λοιπόν έχετε μίσος μετά τινος διατηρούμενον έως την σήμερον, υπάγετε παρευθύς, και δια την αγάπην του Κυρίου, και δια το συμφέρον σας, προσκυνήσατέ τον και εξ όλης καρδίας να τον συγχωρήσητε και τότε μακάριοι σεις, ότι χωρίς κόπων και θλίψεων εσυγχωρήθησαν όλα τα επίλοιπα αμαρτήματά σας, λέγοντες προς αυτόν τον πολυεύσπλαγχνον και οικτίρμονα, με παρρησίαν ακατάκριτον· «Πάτερ ημών ο εν τοις Ουρανοίς, άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών και αξίωσον ημάς της ουρανίου Βασιλείας», ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”