Σήμερα είναι :

Πνευματικά άρθρα και Αναγνώσματα.Αποσπάσματα από διάφορα βιβλία.

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΕ΄ (15η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΑΧΙΛΛΙΟΥ Επισκόπου Λαρίσης.

Δημοσίευση από silver »

Αχίλλιος ο Όσιος Πατήρ ημών, ο θείος και θαυμάσιος, εγεννήθη κατά το δεύτερον ήμισυ του Γ΄ αιώνος εις την περίφημον Καππαδοκίαν, εις την οποίαν εγεννήθησαν και οι δύο εκείνοι περιφανείς στύλοι της Εκκλησίας, Βασίλειος ο Μέγας και Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ήσαν δε οι γονείς αυτού ευγενείς, έντιμοι και περίφημοι, πλούτον έχοντες αρκετόν, το δε περισσότερον και εντιμότερον, ότι ήσαν ευσεβείς Χριστιανοί, αγαθοί και ευπρόσιτοι και πολύ ελεήμονες. Όθεν πλείστας αγαθοεργίας καθημερινώς επιτελούντες και λίαν καλώς και κατά Χριστόν βιώσαντες, εις δε τον υιόν αυτών Αχίλλιον καλόν παράδειγμα εν έργω τε και λόγω γενόμενοι, εκοιμήθησαν εν Κυρίω. Τούτων τας αρετάς μιμηθείς και ασκήσας ο παις Αχίλλιος, δεν παρεδόθη εις τρυφάς και ηδονάς του σώματος, κατά την των νέων συνήθειαν, αλλ’ όλην την των γονέων αυτού κληρονομίαν εις πτωχούς και χήρας και ορφανά διεμοίρασεν. Ούτω γενόμενος δια τον Χριστόν πτωχός και πένης, περιεπάτει την στενήν και τεθλιμμένην οδόν, την άγουσαν εις την Βασιλείαν των ουρανών και ενήστευεν, ηγρύπνει, προσηύχετο και άλλας αγαθοεργίας και αγώνας έκαμνεν αόκνως και προθύμως. Κατ’ αυτόν λοιπόν τον τρόπον διάγων εγένετο κατοικητήριον και δοχείον του Παναγίου Πνεύματος και υπόδειγμα πασών των αρετών. Εις τοιαύτα μέτρα αγιωσύνης φθάσας ο μακάριος Αχίλλιος, επεθύμησε δια τον Χριστόν να απομακρυνθή της τύρβης του κόσμου, ίνα εκ τούτου και αυτός ωφεληθή και άλλους ωφελήση. Όθεν, εγκαταλείψας πατρίδα, συγγενείς και φίλους, ανεχώρησεν εκ της Καππαδοκίας και πορευθείς πρώτον εις Ιεροσόλυμα, προσεκύνησε τους Αγίους Τόπους μετ’ ευλαβείας και κατανύξεως. Μετά ταύτα επεθύμησε να μεταβή και εις την περίφημον Ρώμην, την μεγαλόπολιν, ίνα προσκυνήση τους τάφους και τα ιερά Λείψανα των Αγίων και πρωτοκορυφαίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, ίνα και εκεί ωφεληθή και ωφελήση. Τυχών δε του ποθουμένου, ήρχισε έκτοτε να γίνεται κήρυξ του θείου λόγου. Ούτω, πανταχόθεν διερχόμενος, εκήρυττεν εις όλους, ως άλλος Απόστολος, το Ευαγγέλιον του Χριστού, οδηγών πλήθος ανθρώπων εκ της ειδωλολατρίας εις την του Χριστού πίστιν· και βαπτίζων αυτούς έκαμνε τούτους τέκνα φωτός αντί τέκνων σκότους όπου ήσαν πρότερον, καθιστών τοιουτοτρόπως αυτούς κληρονόμους της αιωνίου Βασιλείας των ουρανών. Όθεν ταύτα του Αγίου πράττοντος, εδωρήθη εις αυτόν, ως και εις τους Αποστόλους, η χάρις των θαυμάτων. Ως εκ τούτου, ασθενούντας εθεράπευε, λεπρούς εκαθάριζε, κυφούς (καμπούρηδες) ανώρθωνε, δαιμόνια εδίωκε και άλλα πλείστα θαυμάσια εποίει εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Πλήθος λοιπόν αναρίθμητον προσήρχετο προς τον Άγιον, οίτινες, διδασκόμενοι παρ’ αυτού, ηρνούντο την ειδωλολατρίαν και εγίνοντο Χριστιανοί. Ταύτα τα ένθεα και αποστολικά κατορθώματα μη νομίση τις ότι εποίει ο μακάριος Αχίλλιος ακόπως και άνευ πειρασμών και θλίψεων. Αλλά, καθώς οι Απόστολοι, πανταχού εδιώκετο, εταλαιπωρείτο, υβρίζετο, εμαστιγούτο και άλλας πλείστας κακοπαθείας, από των ασεβών προερχομένας, υπέμεινε δι’ αγάπην Χριστού και δια την πίστιν προς το ευαγγελικόν Αυτού κήρυγμα. Ταύτα δε πάντα εδέχετο μετά χαράς και αγαλλιάσεως. Διότι εις μόνος ήτο ο σκοπός αυτού και τούτο μόνον επεμελείτο: Να οδηγήση τους πεπλανημένους προς την ευσέβειαν. Τις λοιπόν να μη θαυμάση ή τις να μη επαινέση τούτον τον Ισαπόστολον και κήρυκα του Ευαγγελίου; Διότι όντως και εις τούτον εξεπληρώθη το προφητικόν λόγιον· «Εις πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών» (Ψαλμ. ιη:5, Ρωμ. ι:18). Ούτω διάγων και ταύτα ποιών ο θείος Αχίλλιος, εκ πολλών δε πόλεων και χωρών διελθών, έφθασεν εις την ευδαίμονα Ελλάδα και διελθών ταύτην έμεινεν εις την Θεσσαλίαν. ΄Οθεν και εκεί, ακουσθείσης της φήμης αυτού, έτρεχον πλήθος ανδρών και γυναικών, ίνα απολαύσωσι την αγγελόμορφον αυτού θεωρίαν και ακούσωσι των θείων και μελιρρύτων αυτού λόγων, ούτω δε οδηγηθώσιν εις την οδόν της αληθείας. Τοιουτοτρόπως, εις διάστημα ολίγου καιρού, είλκυσε πάντας τους εκεί προς την οδόν της αληθείας και πάντες, αρνούμενοι την ειδωλολατρίαν, προσήρχοντο εις την του Χριστού πίστιν, τόσον ώστε ο μακάριος Αχίλλιος να καταστή εις την Ελλάδα δεύτερος κήρυξ του Ευαγγελίου, από του κορυφαίου Παύλου και των άλλων Αποστόλων, οίτινες εκήρυξαν εις την Ελλάδα. Όθεν, αυξηθείσης και στερεωθείσης και εκ δευτέρου της Πίστεως εις την ευδαίμονα Ελλάδα, ιδιαζόντως δε εις αυτόν τον θώρακα της Ελλάδος υπό του Ισαποστόλου τούτου ανδρός, έχαιρον άπαντες και ηυφραίνοντο βλέποντες τοιαύτην συνάθροισιν Χριστιανών. Τούτων ούτω γενομένων, ετελεύτησεν ο Αρχιερεύς της εν Θεσσαλία πρωτευούσης πόλεως Λαρίσης και έμεινεν ο θρόνος κενός. Διο, χωρίς αναβολήν, όλοι οι πολίται και οι πέριξ χωρικοί μικροί και μεγάλοι εψήφισαν τον Όσιον Αχίλλιον Αρχιερέα και Ποιμένα των ή, μάλλον ειπείν, η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος, η οδηγήσασα αυτόν να έλθη εις ταύτα τα μέρη, αύτη εψήφισε και εστερέωσε τούτον άνωθεν. Ούτως ο Άγιος εχειροτονήθη Αρχιεπίσκοπος Λαρίσης. Αφού δε εδέχθη ο Όσιος τοιούτον μέγα και θείον αξίωμα, ήρχισε να δεικνύη μεγάλην επιμέλειαν εις το προς αυτόν εμπιστευθέν ποίμνιον, συμβοηθούς έχων και τους λοιπούς Επισκόπους της Αρχιεπισκοπής Λαρίσης, οίτινες, ως ηγαπημένα αυτού τέκνα, επείθοντο εις αυτόν. Εκυβέρνα όθεν πτωχούς, εβοήθει χήρας, έτρεφεν ορφανά, ηλευθέρωνε τους αδικουμένους, εφαίνετο έτοιμος βοηθός εις πάσαν ανάγκην και, ως καλός διδάσκαλος και ποιμήν, εδίδασκε καθ’ εκάστην και ενουθέτει το εαυτού ποίμνιον, τρέφων δια τούτου και τας πεινώσας ψυχάς και εις την πίστιν στηρίζων, αυξάνων ούτω οσημέραι την θείαν Χάριν της πνευματικής πολιτείας. Αλλά, συν τούτοις, είχεν ευχερή και την χάριν των θαυμάτων και των ιαμάτων. Εις πολλούς λοιπόν ασθενείς, δια μόνης της αφής της χειρός, έδιδε την ίασιν. Ότε δε κάποτε επεκράτησεν ανομβρία μεγάλη, ούτος, δια της προσευχής του, κατήγαγε βροχήν εξ ουρανού. Αλλά και πολλούς εχθρούς και βαρβάρους, λυμαινομένους ως οι λύκοι το εαυτού ποίμνιον, δια προσευχής πολλάκις εδίωξεν εκ των ορίων και εις όρη άβατα και κρημνούς απέπεμψε. Πλείστα δε άλλα και πάμπολλα θαυμάσια ετέλεσεν, άτινα σιωπώμεν συντομίας χάριν. Και τα μέλλοντα ακόμη προέβλεπε και προέλεγεν, ως και λογισμούς των νόων πολλών απεκάλυπτε. Ταύτα εργαζομένου του Ιεράρχου Αχιλλίου, ηκούσθη και διεδόθη η φήμη αυτού πανταχού, φθάσασα έως των ώτων του βασιλέως, όστις ήτο τότε ο εν Αγίοις βασιλεύσι Κωνσταντίνος ο Μέγας, εν έτει τκ΄ (320). Όθεν και ούτος ο φιλόχριστος βασιλεύς επεθύμησε να ίδη τον αγγελόμορφον τούτον άνδρα και να ακούση τους μελιρρύτους αυτού λόγους. Όπερ και εγένετο, συνεργούσης της θείας του Θεού βοηθείας. Διότι έτυχε τότε η συνάθροισις των θείων Αρχιερέων της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου και επειδή, νεύσει θεϊκή και βασιλική προσταγή, συνηθροίσθησαν άπαντες οι της οικουμένης Αρχιερείς εις Νίκαιαν, εναντίον του δυσσεβούς Αρείου, συναπήλθε μετά τούτων και ο θείος Αχίλλιος εν έτει τκε΄ (325). Ιδών τότε αυτόν μετά των άλλων Αρχιερέων ο Μέγας Κωνσταντίνος, εχάρη μεγάλως και προσέφερεν εις αυτόν ουχί ολίγην τιμήν και σέβας. Αλλά και ενώπιον όλων των εκεί συναθροισθέντων Αρχιερέων ο μακάριος Αχίλλιος εφάνη ως άλλος λάμπων ήλιος, λόγω των μεγίστων αυτού αρετών, της σοφίας και της φρονήσεως. Όθεν σχεδόν όλοι ηυλαβούντο και ετίμων αυτόν. Προκαθημένου λοιπόν του βασιλέως και των Αρχιερέων, ως και των επισήμων αρχόντων κατά την τάξιν, παρουσιάσθη και ο δυσσεβής Άρειος μετά των ομοφρόνων και συμβοηθών αυτού, οίτινες έλεγον, ότι ο Υιός του Θεού δεν είναι ομοούσιος τω Πατρί, αλλά κτίσμα και ποίημα. Γενομένης δε ως εκ τούτου πολλής συζητήσεως, ενεφανίσθη εις το μέσον και ο θείος Αχίλλιος, όστις, αφού δια σχήματος της χειρός επέβαλεν εις όλους να σιωπήσωσιν, έπειτα μετά μεγάλης φωνής είπεν· «Ω Άρειε και όλοι οι τούτου ομόφρονες, εάν καλώς λέγετε, ότι ο Υιός του Θεού υπάρχει κτίσμα και ποίημα Θεού, ειπέ τη πέτρα ταύτη, ήτις ευρίσκεται εδώ ενώπιον πάντων, να αναβλύση έλαιον και τότε θέλομεν πιστεύσει εις όσα λέγετε. Διότι μόνον δια των λόγων ταύτα λέγοντες, ματαίως κοπιάζομεν». Προ τούτου του λόγου και του προβλήματος οι Αρειανοί έμειναν επ’ ολίγην ώραν σιωπώντες και συνεσταλμένοι. Αλλά κατόπιν, εγερθέντες και σύροντες τον Άγιον, έλεγον· «Συ, όστις είπες τον λόγον τούτον, συ και τέλεσον το λεγόμενον». Τούτο δε ειπόντες ενόμιζον, ότι ουδέποτε ο Ιεράρχης θα ηδύνατο να τελέση τοιούτον θαυματούργημα, τον λόγον τούτον εκλαβόντες ως αφροσύνην και προπέτειαν και ουχί ζήλον θεϊκόν και του Αγίου Πνεύματος έμπνευσιν. Τότε ο Αγιώτατος Αχίλλιος, χωρίς φόβον και δειλίαν, σταθείς έμπροσθεν του βασιλέως και των Αρχιερέων και προσευχηθείς, είπε ταύτα· «Εάν ο Υιός και Λόγος του Θεού υπάρχη ομοούσιος και ομόδοξος τω Πατρί, ως ημείς πιστεύομεν, ομολογούμεν και κηρύττομεν, ας αναβλύση η πέτρα αύτη έλαιον, ίνα πιστεύσωσι και βεβαιωθώσιν οι αιρετίζοντες». Ευθύς τότε, ω των θαυμασίων σου, Χριστέ Βασιλεύ! Εξήλθε πλήθος ελαίου κάτωθεν της πέτρας, τόσον ώστε εβράχη όλον το έδαφος. Τούτο το θαυμάσιον ιδόντες ο τε βασιλεύς και άπαντες οι της Αγίας Συνόδου Πατέρες μεγάλως εξέστησαν, ομοφώνως δε άπαντες ετίμησαν και ευφήμησαν τον Άγιον, ενώ οι Αρειανοί έμειναν κατησχυμμένοι και περίλυποι. Τοιουτοτρόπως ο Θεός, θαυματουργήσας δια του Αγίου Αχιλλίου, την μεν δύναμιν των Ορθοδόξων ετίμησε και ηύξησε, τον δε Άρειον και τους εαυτού ομόφρονας εταπείνωσε και κατήσχυνε. Δια τούτου δε του θαύματος και ο Θεός εδοξάσθη και η αλήθεια κατεφάνη και το ομοούσιον της Παναγίας Τριάδος εις τον κόσμον άπαντα εκηρύχθη. Οι Άγγελοι εχάρησαν, οι άνθρωποι εδόξασαν και το φως της αληθείας υπέρ τον ήλιον έλαμψε. Οι δε κακόδοξοι Αρειανοί, καταισχυνθέντες εκ τούτου του σημείου, ως και δια παρομοίων άλλων θαυμάτων τελεσθέντων υπό των εκείσε συναθροισθέντων Αγίων Πατέρων, τινές μεν ωμολόγησαν την Ορθοδοξίαν συμφωνήσαντες εις το ομοούσιον της Αγίας Τριάδος, τινές δε μετά του Αρείου, παραμείναντες εις το πείσμα, ανεθεματίσθησαν υπό της Αγίας ταύτης Συνόδου και εξωρίσθησαν. Μετά ταύτα ο βασιλεύς Κωνσταντίνος ο Μέγας, συνευφρανθείς μετά των Ορθοδόξων Αρχιερέων, έλαβεν αυτούς άπαντας ομού συμπεριλαμβανομένου και του Αγίου Αχιλλίου και απήλθον εις την νεόκτιστον και ομώνυμον αυτού βασιλεύουσαν πόλιν, ίνα ευλογήσωσιν αυτήν. Φθάσαντες όθεν εκεί εδεήθησαν άπαντες προς τον Θεόν εκτενώς, ίνα μένη η πόλις στερεά, ασάλευτος και ανίκητος από των εχθρών και των πολεμίων. Ιδών δε τον ιερόν Αχίλλιον και ο τότε Πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως Άγιος Μητροφάνης, όστις, ένεκα του βαθέος του γήρατος, δεν παρευρέθη εις την Σύνοδον, αλλ’ αντεπροσωπεύθη υπό του θείου Αλεξάνδρου και ακούσας τα ένθεα κατορθώματα αυτού, μεγάλως αυτόν ετίμησε και τους κόπους αυτού επήνεσε και εμακάρισεν. Αφού δε επ’ αρκετόν συνωμίλησε μετ’ αυτού, εις το τέλος είπε και ταύτα· «Ω υπέρμαχε της αληθείας Αχίλλιε, ύπαγε εις το καλόν εν ειρήνη και ο Θεός ας είναι μετά σου, ο δε μισθός σου έστω πολύς εν τοις ουρανοίς». Ο δε ευσεβέστατος βασιλεύς, εξαιρέτως τιμήσας τον Άγιον και δους εις αυτόν χρυσόν και άργυρον προς ανέγερσιν Εκκλησιών και σύστασιν άλλων αγαθών έργων, ως δι’ όλους τους άλλους Αρχιερείς έπραξεν, απέστειλεν εν ειρήνη. Ο Άγιος τότε, ευχηθείς τον βασιλέα και όλον τον οίκον αυτού και αποχαιρετήσας πάντας τους Αρχιερείς, επέστρεψε νικητής και τροπαιοφόρος εις την Λάρισαν, την εαυτού επαρχίαν. Επανελθόντος λοιπόν του Αγίου Αχιλλίου εις το ποίμνιον αυτού, εξήλθον εις προϋπάντησιν αυτού οι Ιερείς και οι Μονάζοντες και όλον το πλήθος του λαού, άνδρες, γυναίκες, γέροντες και παιδία, όλη η πόλις και άπαντα τα περίχωρα, ίνα ίδωσι τον ιδικόν των Πατέρα, Ποιμένα και Διδάσκαλον. Και πίπτοντες προ των αγίων αυτού ποδών, κατησπάζοντο τα άκρα των ιματίων αυτού. Όθεν εγένετο σύγχυσις μεγάλη και άμιλλα μεταξύ του λαού, τις πρώτος να πλησιάση αυτόν και να λάβη την ευλογίαν αυτού. Αλλά και χαρά μεγάλη εγένετο κατά την ημέραν εκείνην και πάντες έχαιρον ψυχή τε και σώματι, υμνούντες τον Θεόν εν ψαλμοίς και ύμνοις και τον Άγιον ομοφώνως γεραίροντες. Ο δε ιερός Αχίλλιος, ευλογήσας αυτούς και ευχηθείς, εκάθησεν εις τον θρόνον. Τότε το πλήθος ηρώτων αυτόν τα περί της Συνόδου. Όθεν μαθόντες τα παρ’ αυτού τελεσθέντα ανδραγαθήματα, ως και τα του υπερφυούς θαύματος της εκ της ανίκμου πέτρας αναβλύσεως του ελαίου, μεγάλως ηυφράνθησαν και τον Θεόν εδόξασαν στερεωθέντες έτι περισσότερον εις την Αγίαν Ορθόδοξον Πίστιν. Ο δε θείος Αχίλλιος, ευρών την εαυτού ποίμνην διψώσαν τον θείον λόγον, επότιζεν αυτήν καθ’ εκάστην και ηύξανεν αυτήν ημέραν μεθ’ ημέραν, κηρύσσων καθ’ εκάστην τον θείον λόγον και εις την πόλιν και εις τα περίχωρα. Διο και εις διάστημα ολίγου καιρού έφερεν εις θεογνωσίαν άπασαν την Ελλάδα. Διερχόμενος δε πανταχόθεν κατηδάφιζε τους ναούς των ειδωλολατρών, κτίζων Εκκλησίας, Μοναστήρια, νοσοκομεία, πτωχοκομεία, χειροτονών Επισκόπους και Ιερείς άνδρας εναρέτους και ευλαβείς και πάσαν άλλην αγαθήν πράξιν και ευεργεσίαν ποιών. Όθεν, ως προείπομεν, ο μέγας ούτος Ιεράρχης Αχίλλιος εστάθη, μετά τους Αγίους Αποστόλους, εις την Θεσσαλίαν, άλλος δεύτερος Ισαπόστολος, κύρυξ του Ευαγγελίου και διδάσκαλος της του Χριστού πίστεως. Συν τούτοις δε των πτωχών υπερασπιστής, των ορφανών πατήρ, των χηρών βοηθός, των αδικουμένων λυτρωτής και πάσης ανάγκης ευεργέτης και πρόμαχος. Πόσον δε ταπεινόφρων και μέτριος εφάνη εις ταύτα τα ένθεα κατορθώματα ο χριστομίμητος ούτος Ιεράρχης Αχίλλιος, δι’ ενός μόνον γεγονότος θάλομεν αποδείξει. Προσκληθείς ποτέ παρά τινος μικράς πόλεως της υπ’ αυτού ποιμαινομένης περιοχής, δια τινα ανάγκην, έσπευσεν ίνα μεταβή. Οι δε κάτοικοι, μαθόντες τον ερχομόν αυτού, έκαμαν μεγάλην προετοιμασίαν αρμόζουσαν εις Αρχιερέα. Ηυτρέπισαν δωμάτια, εστόλισαν Ναούς, εκαθάρισαν οδούς, ητοίμασαν τροφάς, και πάντες εξήλθον της πόλεως εις προϋπάντησιν, νομίζοντες ότι θα ίδωσι τον Αρχιερέα ερχόμενον κομψώς ενδεδυμένον και μετά συνοδείας και δορυφόρων εφ’ ίππου πολυτελούς συνοδευόμενον. Ταύτα δε αφού εγένοντο και ταύτα αναμένοντες, βλέπουσι δύο Κληρικούς ερχομένους πεζούς, ταπεινώς ενδεδυμένους, τους οποίους ενόμισαν ότι προαπέστειλεν ο Αρχιερεύς ίνα φέρωσι την είδησιν δια την ανάλογον προετοιμασίαν. Πλησιάσαντες τότε ηρώτησαν αυτούς περί του Αρχιερέως, εάν ήτο μακράν ή πλησίον. Αποκριθέντος δε του ενός εξ αυτών, ότι εγώ είμαι ο ανάξιος της Αρχιερωσύνης, εξέλαβον πρώτον την απόκρισιν ως ειρωνείαν. Μετ’ ολίγον όμως, αφ’ ου επέμειναν ερωτώντες και ακούοντες τους ταπεινούς και υπέρ το μέλι και το κηρίον γλυκυτέρους λόγους αυτού, επίστευσαν ότι πράγματι ούτος ήτο ο Αρχιερεύς αυτών και εθαύμασαν μεγάλως. Πίπτοντες δε προ των αγίων αυτού ποδών εζήτουν την ευλογίαν. Και τόσην τιμήν προσέφερον εις αυτόν, όσον αυτός απέφευγε ταύτην. Περισσότερον δε εκ της τοσούτον μεγίστης και υψοποιού αυτού ταπεινώσεως ωφελήθησαν ή εκ των άλλων αγαθοεργιών και λόγων. Όθεν ο Όσιος Αχίλλιος διδάξας αυτούς τα δέοντα και ικανώς ωφελήσας, επέστρεψεν εις τα ίδια. Ούτω πολιτευθείς και διανύσας τον βίον ο θαυμαστός Αχίλλιος και ως άλλος ήλιος εν θεϊκοίς χαρίσμασι λάμψας, θαύματα δε πάμπολα τελέσας, εποίμανε το ποίμνιον αυτού επί χρόνους τριάκοντα και πέντε. Και επειδή ήλθεν η ώρα της εκδημίας αυτού, ίνα απέλθη εις την αγήρω και ατελεύτητον ζωήν, έχαιρε και ηγάλλετο τω πνεύματι. Όθεν προγνωρίσας την ημέραν της αυτού τελειώσεως, ώρισε να κατασκευάσωσι τον τάφον αυτού. Τούτου δε γενομένου, προσεκάλεσε τους πλησίον Κληρικούς και τινας των επισήμων λαϊκών και ήρχισε να παραγγέλλη εις αυτούς τα δέοντα. Ηκούσθη δε ο λόγος, ότι ο Άγιος υπάγει προς Κύριον και έδραμον όλα τα πνευματικά αυτού τέκνα κλαίοντα και οδυρόμενα δια την εαυτών ορφανίαν. Τότε ο καλός πατήρ, καθησυχάσας αυτούς, είπε δια ταπεινού τρόπου· «Μη κλαίετε, τέκνα μου, και θλίβετε την καρδίαν μου. Διότι εγώ παραδίδω υμάς εις τον αληθινόν και παντοδύναμον Θεόν, εις Ον, δι’ εμού, επιστεύσατε. Υμείς δε σπουδάσατε να διαφυλάξητε την Πίστιν καθαράν και αμόλυντον, ίνα αξιωθήτε της Βασιλείας των ουρανών». Ταύτα ειπών ο Άγιος και υψώσας τας χείρας και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν, ηυχήθη και ηυλόγησεν όλους και ούτω παρέδωκε την αγίαν και ολόφωτον ψυχήν αυτού εις χείρας Θεού, πληρώσας το κοινόν αυτού χρέος, περί τα μέσα του δ΄ (4ου) αιώνος. Το δε άγιον αυτού Λείψανον αφήκεν εις τους Χριστιανούς ως πολύτιμον και εξαίρετον λίθον και ως πλούτον αιώνιον και αδάπανον. Τότε οι ευρεθέντες εκεί Επίσκοποι και Ιερείς, ως και ο λαός, άραντες το άγιον εκείνο Λείψανον μετά πολλής ευλαβείας, απέθεντο εις τον τάφον τον οποίον πρότερον έκτισεν ο Άγιος. Τυφλοί τότε ανέβλεψαν, χωλοί ηνωρθώθησαν, διαμόνια εδιώχθησαν και σχεδόν πάσα ασθένεια εθεραπεύθη εις εκείνους οίτινες ήγγιζον μετ’ ευλαβείας το ιερόν και πάντιμον του θείου Ιεράρχου σώμα. Αφ’ ότου δε ενεταφιάσθη το χαριτόβρυτον του Αγίου Αχιλλίου Λείψανον έμεινεν εις τον τάφον επί πολύν καιρόν κεκρυμμένον. Αλλά μη υπαρχούσης τότε της συνηθείας να κάμνωσιν ανακομιδήν, έμεινε, προϊόντος του καιρού, όχι μόνον το Λείψανον, αλλά και ο τάφος άγνωστος. Ούτω παρήλθον χρόνοι τριακόσιοι. Ο Παντοδύναμος όμως Θεός, ο γινώσκων τα κρυπτά των ανθρώπων, δεν ηθέλησε να κρύπτεται τοιούτος θησαυρός, αλλ’ εφανέρωσε το θείον του Αγίου Λείψανον παραδόξως, δια θαύματος, κατά την ι΄ (10ην) του μηνός Φεβρουαρίου και ούτω απήλαυσε πάλιν τούτο η ποίμνη αυτού. Αφού δε έγινεν η τούτου αποκάλυψις, τις δύναται να διηγηθή τα άπειρα αυτού θαύματα, τα τελεσθέντα μετά ταύτα; Διότι άπαντες, όσοι προσήρχοντο και ησπάζοντο τούτο, ελάμβανον την θεραπείαν. Όθεν και πηγαί ιαμάτων εγνωρίζοντο ο τάφος και το ιερόν του Αγίου Αχιλλίου Λείψανον και ήτο δια την περίλαμπρον πόλιν της Λαρίσης θησαυρός πολύτιμος και πλούτος ανεκτίμητος και αδάπανος. Παρέμενε δε εναποτεθειμένον το ιερόν Λείψανον του Αγίου Αχιλλίου εν τη πόλει της Λαρίσης εις τον μεγαλοπρεπή Ναόν αυτού, τον οποίον οι κάτοικοι μετέπειτα ανήγειραν εκ βάθρων και εις τον οποίον ήτο και η καθέδρα του Μητροπολίτου. Ούτως ετιμάτο παρά πάντων και προσεκυνείτο και καθ’ εκάστην εθαυματούργει, έως του έτους 978 από Χριστού. Τότε, κατά παραχώρησιν Θεού δια τας αμαρτίας του λαού, εστερήθη η Λάρισα και απώλεσε τούτον τον μέγαν θησαυρόν δια του εξής τρόπου. Ο άρχων των Βουλγάρων Σαμουήλ, εγερθείς κατά των Ελλήνων και πολεμήσας, εκυρίευσε την Μακεδονίαν, την Θεσσαλίαν και όλην την Ελλάδα, καθώς και την Πελοπόννησον. Τότε εισελθών εις την μεγαλόπολιν Λάρισαν και κυριεύσας αυτήν έλαβεν αιχμαλώτους όλους τους κατοίκους πανοικεί, μετά δε τούτων και το ιερόν Λείψανον του Αγίου Αχιλλίου, ως και άλλα θεία και ιερά κειμήλια, τα οποία και μετήγαγεν εις την πόλιν Πρέσπαν, όπου ήτο η καθέδρα του βασιλείου αυτού. Όθεν εκεί ευρίσκεται, έως της σήμερον, το θαυματόβρυτον του Αγίου Αχιλλίου Λείψανον, μετά μεγίστης ευλαβείας τιμώμενον παρά των εκείσε κατοίκων και καθ’ εκάστην θαυματουργούν. Ώστε, εάν εστέρησε την Ελλάδα ο Άγιος του ιερού αυτού Λειψάνου, επλούτισεν όμως την Βουλγαρίαν και ετιμήθη και τιμάται και εκεί. Ίσως και τούτο εγένετο κατ’ οικονομίαν Θεού, επειδή το γένος των Βουλγάρων ήτο τότε νεοφώτιστον και νεοπαγές. Όθεν ήτο ανάγκη να απέλθη εκεί το ιερόν Λείψανον του Αγίου Αχιλλίου, ίνα στηρίξη και στερεώση, δια της χάριτος αυτού και των ιερών αυτού θαυμάτων και τους εκεί Χριστιανούς. Αλλά και οι Έλληνες, αν και εστερήθησαν του αγίου Λειψάνου, δεν έμειναν άμοιροι και της τούτου χάριτος, έως ότου παρεδόθη η Λάρισα υπό την εξουσίαν των Οθωμανών. Διότι τότε ανεχώρησεν η δύναμις και η βοήθεια του Αγίου εκείθεν, καθώς ο Θεός εφανέρωσε δια του εξής εξαισίου θαύματος. Ότε έμελλον να κυριευθώσιν αι δύο τότε επίσημοι πόλεις των Ελλήνων, η Λάρισα και η Θεσσαλονίκη, άνθρωποι τινες ερχόμενοι εις Θεσσαλονίκην και καθήσαντες ολίγον καθ’ οδόν δι’ ανάπαυσιν, είδον οφθαλμοφανώς άνδρα τινά, ως στρατιώτην, έφιππον, ερχόμενον εκ Θεσσαλονίκης. Συγχρόνως δε βλέψαντες και προς το άλλο μέρος της οδού, είδον Αρχιερέα τινά γηραιόν και σεβάσμιον, έφιππον και τούτον ερχόμενον, οίτινες και επλησίασαν αλλήλους. Σταθείς τότε ο στρατιώτης και προσκυνήσας τον Αρχιερέα είπε· «Χαίροις, Αρχιερεύ του Θεού Αχίλλιε». Αντιχαιρετήσας δε ο Αρχιερεύς είπε· «Χαίροις και συ, στρατιώτα του Χριστού Δημήτριε». Οι δε Χριστιανοί εκείνοι, ακούσαντες ταύτα και θαμβηθέντες, εσύρθησαν προς παράμερον σημείον της οδού, δια να ίδωσι το αποβησόμενον. Τότε ο στρατιώτης είπε πάλιν προς τον Αρχιερέα· «Πόθεν έρχεσαι, Αρχιερεύ του Θεού, και που υπάγεις»; Ο δε Άγιος Αχίλλιος, δακρύσας, είπε· «Δια τας αμαρτίας και τας ανομίας του λαού επρόσταξεν ο Θεός να εξέλθω εκ της Λαρίσης, την οποίαν έως του νυν εφύλαττον, διότι μέλλει να παραδοθή εις τας χείρας των Αγαρηνών. Και ιδού, εξήλθον και υπάγω, όπου ο Κύριος με προστάξη. Αλλά, συ, πόθεν έρχεσαι; Ειπέ μοι σε παρακαλώ». Τότε και ο Άγιος Δημήτριος, δακρύσας, είπε προς αυτόν. «Και δι’ εμέ το αυτό έγινεν, Αρχιερεύ Αχίλλιε. Διότι και εγώ πολλάκις εβοήθησα τους Θεσσαλονικείς και από αιχμαλωσίας ελύτρωσα και από θανατικού ηλευθέρωσα και πάσαν ασθένειαν εθεράπευσα. Τώρα όμως, ένεκα των πολλών αυτών αμαρτιών, παρεχώρησεν ο Θεός και με επρόσταξε να εγκαταλείψω ταύτην, ίνα παραδοθή εις τους Αγαρηνούς. Δια τούτο, υπακούσας εις την προσταγήν Αυτού, ιδού εξήλθον και υπάγω όπου Αυτός ο Κύριος προστάξη». Ταύτα δε ειπόντες αμφότεροι και κύψαντες τας κεφαλάς αυτών προς την γην, έκλαυσαν επί ώραν ικανήν. Έπειτα, ασπασάμενοι αλλήλους και αποχαιρετισθέντες, ευθύς έγιναν άφαντοι. Τούτο το θαύμα ιδόντες οι Χριστιανοί εκείνοι δεν ετόλμησαν να εισέλθωσιν εις την Θεσσαλονίκην, αλλ’ επέστρεψαν, διηγούμενοι το θαυμάσιον. Μετά δε από ένα μήνα εκυριεύθησαν υπό των Αγαρηνών και η Θεσσαλονίκη και η Λάρισα. Αλλ’ αν και έγινε τούτο και ανεχώρησεν η επίσκεψις και η βοήθεια του Αγίου Αχιλλίου εκ της Λαρίσης, Θεού παραχώρησις ήτο να παραδοθή η πόλις εις τους Οθωμανούς, ίνα τιμωρηθή και σωφρονισθή ο λαός. Όμως εις άλλας δεινάς συμφοράς και κακάς περιστάσεις, η Λάρισα δεν έμεινεν απροστάτευτος από της χάριτος και της βοηθείας του Αγίου. Διότι οι Άγιοι πάντοτε παρίστανται εις όσους επικαλούνται αυτούς και βοηθούν και θαυματουργούν αενάως, έτοιμοι δε βοηθοί γίνονται εις πάσαν ανάγκην, καθώς και ο Άγιος Αχίλλιος, όστις πολλούς εβοήθησε και ηλευθέρωσεν από πάσης ανάγκης και θλίψεως. Και μετά την άλωσιν, την δουλείαν και την απελευθέρωσιν και έως του νυν δεν παύει να θαυματουργή πάντοτε, μεσιτεύων προς Κύριον υπέρ των ευσεβών. Αλλά και τώρα βλέπομεν την εαυτού μεγαλόπολιν Λάρισαν ηλευθερωμένην από του απίστου ζυγού και υπό Ορθοδόξων Χριστιανών Ελλήνων εξουσιαζομένην και ακμάζουσαν ημέραν καθ’ ημέραν και θάλλουσαν, προσέτι δε λελυτρωμένην και καθαράν από πάσης αιρέσεως, δια πρεσβειών του τρισμάκαρος Ιεράρχου Αχιλλίου. Ταύτα μόνον τα ολίγα και εν συντόμω γεγραμμένα κατορθώματα του Αγίου Αχιλλίου αφήκεν εις ημάς ο πανδαμάτωρ χρόνος. Κύριος δε οίδε και πόσα άλλα ετέλεσεν αλλά, κατά την παροιμίαν, καθώς εκ του όνυχος τον λέοντα γνωρίζομεν και εκ του κρασπέδου το ύφασμα, ούτω και εκ των ολίγων τούτων, των γεγραμμένων, γνωρίζομεν την μεγάλην αγιότητα του τρισμάκαρος Αχιλλίου, ου ταις πρεσβείαις αξιωθείημεν της Βασιλείας των ουρανών, Χάριτι του Αγίου Θεού ημών, Ω η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΣΤ΄ (16η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΘΕΟΔΩΡΟΥ του Ηγιασμένου.

Δημοσίευση από silver »

Θεόδωρος ο Όσιος Πατήρ ημών ήκμασεν επί της βασιλείας Ιουλιανού του Παραβάτου τξα΄ - τξγ΄ (361 – 363). Μελετήσας δε τον νόμον του Θεού και καθαρισθείς πλήρως δια της απαθείας, εγένετο σκεύος εύχρηστον του Παναγίου Πνεύματος, διο και της μεγίστης κλήσεως ηξιώθη, επονομασθείς Ηγιασμένος. Μαθητής δε χρηματίσας του Μεγάλου Πατρός Παχωμίου και ομότροπος εκείνου καταστάς, των αρετών του μιμητής και ζηλωτής ανεδείχθη. Όθεν, ίνα είπωμεν το του Αββακούμ, αφού κατεπτόησε τα σκηνώματα των νοητών Αιθιόπων, ήτοι των ζοφερών δαιμόνων και αφού κατέκοψεν, ως εν εκστάσει, τας κεφαλάς αυτών, απήλθε προς Κύριον εν έτει τξη΄ (368), ίνα, δι’ όσους κατέβαλε κόπους και δι’ όσους έχυσεν ιδρώτας υπέρ της αρετής, απολαύση τον στέφανον της κατά Θεόν αυτού ασκήσεως.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΖ΄ (17η) Μαϊου μνήμη των Αγίων Αποστόλων ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ και ΙΟΥΝΙΑΣ.

Δημοσίευση από silver »

Ανδρόνικος και Ιουνία οι του Χριστού Απόστολοι και Μάρτυρες διέτρεξαν ως υπόπτεροι όλην την οικουμένην και ανέσπασαν από της ρίζης την πλάνην της ειδωλολατρίας. Ηκολούθει δε τον θείον Ανδρόνικον η υπερθαύμαστος Ιουνία, νενεκρωμένη ούσα εις τα του κόσμου και ζώσα εν μόνω τω Χριστώ. Όθεν πολλούς απίστους ωδήγησαν αμφότεροι εις την θεογνωσίαν και τους μεν ναούς των ειδώλων κατεκρήμνισαν, πάθη δε ανίατα εθεράπευσαν. Ούτω λοιπόν διαλάμψαντες, επλήρωσαν και ούτοι οι Άγιοι Απόστολοι το κοινόν χρέος της φύσεως, καθ’ ο άνθρωποι, και δια του θανάτου μετέβησαν προς την αιώνιον ζωήν. Τούτους αναφέρει και ο μέγας Απόστολος Παύλος εν τη προς Ρωμαίους επιστολή, λέγων· «Ασπάσασθε Ανδρόνικον και Ιουνίαν τους συγγενείς μου και συναιχμαλώτους μου, οίτινες εισιν επίσημοι εν τοις Αποστόλοις, οι και προ εμού γεγόνασιν εν Χριστώ» (Ρωμ. ιστ: 7).

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΗ΄ (18η) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις Πατρός ημών ΣΤΕΦΑΝΟΥ του Νέου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.

Δημοσίευση από silver »


Στέφανος ο Νέος, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, ήτο υιός του αοιδίμου βασιλέως Βασιλείου του Μακεδόνος, του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωξζ΄ - ωπστ΄ (867 – 886). Δια δε την απλότητα και το άκακον της γνώμης του και δια την τελείαν αυτού σύνεσιν και κατάστασιν, Θεού ευδοκία και κρίσει και δια της ψήφου του βασιλέως και της Ιεράς Συνόδου εχειροτονήθη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μετά την έξωσιν του ιερού Φωτίου. Αφού λοιπόν ανήλθεν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον και ανεδέχθη την φροντίδα όλων των του Θεού Εκκλησιών, εφάνη άγρυπνος φύλαξ και Ποιμήν αληθής της του Χριστού ποίμνης, ποιμαίνων τα λογικά πρόβατα προς τον θαλερόν λειμώνα της Ορθοδόξου Πίστεως, βοηθών τας χήρας, προστατεύων τα ορφανά, ελεών τους πτωχούς, ελευθερώνων τους αδικουμένους από των χειρών των δυνατωτέρων και ευαρεστών, πάσι τοις έργοις αυτού, τον Θεόν. Ούτω δε πολιτευόμενος, εις αυτό το άνθος της ηλικίας του προς Κύριον εξεδήμησε.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΙΘ΄ (19η) Μαϊου, μνήμη του Αγίου Ιερομάρτυρος ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ και των συν αυτώ ΑΚΑΚΙΟΥ, ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ και Π

Δημοσίευση από silver »


Πατρίκιος ο Άγιος Ιερομάρτυς και οι συν αυτώ Άγιοι Μάρτυρες Ακάκιος, Μένανδρος και Πολύαινος ηξιώθησαν των στεφάνων του Μαρτυρίου εις την Προύσαν της Μικράς Ασίας επί του άρχοντος αυτής Ιουλιανού του Υπατικού. Κατά την εποχήν εκείνην ο Άγιος Πατρίκιος δια μεν την αρετήν και την σοφίαν, την οποίαν κατείχεν εκ νεαράς ηλικίας, εγένετο της Προύσης Επίσκοπος, δια δε την εις Χριστόν πίστιν και τον διάπυρον ζήλον του διαβληθείς, συνελήφθη υπό των ειδωλολατρών και οδηγηθείς ενώπιον του άρχοντος Ιουλιανού του Υπατικού, ήλεγξε την πλάνην και την ματαιότητα των ειδώλων. Ο δε άρχων, αφ’ ου εδοκίμασε δια πολλών και διαφόρων βασάνων να πείση τον Άγιον τούτον Ιερομάρτυρα Πατρίκιον να αρνηθή τον Χριστόν, επέμενε και εις το εξής: Ότι τα θερμά ύδατα θερμαίνονται και αναβρύουν εκ της γης δια της προνοίας των θεών, προς ευεργεσίαν και ωφέλειαν των ανθρώπων. Τότε ο Άγιος Πατρίκιος πεφωτισμένος υπό του Θεού απεκρίθη· «Ναι, προς ευεργεσίαν των ανθρώπων αναδίδονται τα θερμά ύδατα, όχι όμως δια της προνοίας των ψευδοθεών, αλλά με την δύναμιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος ώρισε δύο τόπους, εξ ων ο μεν εις είναι πεπληρωμένος εκ πολλών αγαθών, τα οποία μέλλουν να απολαύσουν οι Δίκαιοι, ο δε άλλος είναι πλήρης σκότους και πυρός, εντός του οποίου μέλλουν να κολάζωνται οι αμαρτωλοί, μετά την ανάστασιν. Και ότι μεν ο Θεός εδώρησε το πυρ, όχι μόνον εις όλην την υπό τον ουρανόν κτίσιν, αλλά και εις αυτόν ακόμη τον ουρανόν, τούτο είναι φανερόν. Διότι ο Θεός, δημιουργήσας τον ουρανόν και την γην, έταξεν εις ταύτα πυρ και ύδατα· και άλλα μεν είναι τα ύδατα τα επί της γης, τα οποία λέγονται θάλασσα, άλλα δε είναι τα υποκάτω της γης, τα οποία λέγονται άβυσσος. Εκ των υδάτων δε εκείνων της αβύσσου αναβαίνουσιν, ως σίφωνες, αι πηγαί και τα φρέατα, προς πόσιν και χρήσιν ιδικήν μας. Εκ δε του πυρός, το οποίον ευρίσκεται υποκάτω της γης, αναβρύουν τα θερμά ύδατα και όσα μεν πλησιάζουν εις το πυρ αναβρύουν θερμά, όσα δε είναι μακράν του πυρός αναβρύουν ψυχρά. Το δε πυρ, το οποίον είναι εις τα κατώτερα μέρη της γης, τούτο θα κολάζη τους ασεβείς. Καθώς και το κατώτατον ύδωρ, το οποίον είναι παγωμένον και ονομάζεται Τάρταρος, θέλει κολάζει αιωνίως τους ανθρώπους και τους δαίμονας, τους οποίους εθεοποίησαν οι ειδωλολάτραι, καθώς και τους τούτους λατρεύοντας». Ταύτα λέγων ο Άγιος εβιάζετο από τον τύραννον να σταματήση· εκείνος όμως, πεπληρωμένος υπό της Χάριτος του Θεού, προσέθηκε και ταύτα· «Ο Άγιος Πιόνιος λέγει τα εξής· Εγώ περιεπάτησα την Ιουδαίαν και διελθών τον Ιορδάνην είδον την γην των Σοδόμων, η οποία μαρτυρεί πόσον φοβερά είναι η οργή και ο θυμός του Θεού δια τας αρσενοκοιτίας και τας άλλας αμαρτίας των Σοδομιτών. Είδον προσέτι εις άλλα μέρη καπνόν ανερχόμενον εκ των κάτω μερών της γης και γην όλην κατακεκαυμένην και εστερημένην παντός καρπού και υγρασίας. Τούτο δε είναι δυνατόν να ίδη τις και να πληροφορηθή και εκ του πυρός, το οποίον αναθρώσκει κάτωθεν της γης εις το εν Σικελία ευρισκόμενον όρος της Αίτνης. Όθεν μαρτυρούμεν προς υμάς, ότι δια του πυρός θέλει γίνει η κρίσις του Θεού και η κόλασις των αμαρτωλών. Εγώ δε είδον και εν Νεαπόλει της Ιταλίας, ότι εις απόστασιν εξ μιλίων από της πόλεως υπάρχει όρος φαραγγώδες, το οποίον ανέδωκε τοιούτον πυρ, όπερ ως ύδωρ ανήλθεν εις ύψος τριακοσίων οργυιών επί της κορυφής του όρους και κατήλθε κατακαίον τον τόπον, εις διάστημα εξ μιλίων. Όθεν κατέκαυσε την γην και τους λίθους, έως ότου ο τότε Αγιώτατος Επίσκοπος Στέφανος, εξελθών εν λιτανεία συν παντί τω λαώ και παρακαλέσας περί τούτου τον Θεόν, κατώρθωσε να σταματήση την ορμήν του πυρός εκείνου». Αφ’ ου ταύτα διηγήθη ο Άγιος Πατρίκιος, διέταξεν ο άρχων και ερρίφθη ο του Χριστού Αρχιερεύς εντός των θερμών υδάτων, άτινα όμως έβλαψαν τους στρατιώτας, οι οποίοι έρριψαν τον Άγιον εντός αυτών και ουχί τον Άγιον, όστις εξήλθεν εξ αυτών αβλαβής. Τελευταίον απεκεφαλίσθη μετά των Αγίων Ακακίου, Μενάνδρου και Πολυαίνου και ούτως έλαβον οι μακάριοι τους στεφάνους της αθλήσεως. Τελείται δε η αυτών Σύναξις και εορτή εις τον Ναόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, τον λεγόμενον Κύρου.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη Κ΄ (20η) Μαϊου, η ανακομιδή και μετακομιδή των ιερών Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ Ε

Δημοσίευση από silver »

Τη Κ΄ (20η) Μαϊου, η ανακομιδή και μετακομιδή των ιερών Λειψάνων του εν Αγίοις Πατρός ημών ΝΙΚΟΛΑΟΥ Επισκόπου Μύρων της Λυκίας, του Θαυματουργού.

Νικολάου του εν Αγίοις Πατρός ημών, Επισκόπου Μύρων της Λυκίας του Θαυματουργού, η ανακομιδή και μετακομιδή των ιερών Λειψάνων ούτως εγένετο. Κατά τους χρόνους του ευσεβεστάτου βασιλέως Αλεξίου Α΄ του Κομνηνού (1081 – 1118), πατριαρχούντος Κωνσταντινουπόλεως Νικολάου Γ΄ του Κυρδινιάτη (1084 – 1111), εγένετο καταδρομή κατά των Ελλήνων υπό των Ισμαηλιτών, οίτινες, αιχμαλωτίζοντες, φονεύοντες και εις το πυρ παραδίδοντες όσους Χριστιανούς εύρισκον, ηρήμωσαν όλας τας πόλεις και τα χωρία, μάχρι της Αντιοχείας και της Ιερουσαλήμ, τους δε επιζήσαντας εκ των ξιφών των, άνδρας, γυναίκας και παιδία παρέλαβον μετ’ αυτών μεθ’ όλων αυτών των υπαρχόντων. Αλλά και τα Μύρα της Λυκίας, όπου ευρίσκετο το πάνσεπτον Λείψανον του Θαυματουργού Νικολάου, οι αυτοί Αγαρηνοί κατέστρεψαν και ηρήμωσαν. Τούτο δε εγένετο Θεού παραχωρήσει, εξ αιτίας των αμαρτιών μας, δια των οποίων παροργίζομεν και παραπικραίνομεν τον Ύψιστον Θεόν καθ’ εκάστην ώραν, καθώς ο Ψαλμωδός λέγει· «Παρεπίκραναν τον Ύψιστον» (Ψαλμ. οζ:17). Διότι όταν ο Θεός, λόγω της αμαρτίας του λαού, αγανακτήση, τότε δεν δέχεται ούτε τους Αγίους Αυτού, ούτε εισακούει τας προσευχάς των, ως ο ίδιος ο Κύριος είπε ποτέ προς τον Προφήτην Ιερεμίαν· «Εάν στη Μωϋσής και Σαμουήλ προ προσώπου μου, ουκ έστιν η ψυχή μου προς αυτούς· εξαπόστειλον τον λαόν τούτον» (Ιερ. ιε:1). Δια τοιούτου λοιπόν δικαίου θυμού του Θεού, ότε ηρημώθησαν πολλά χωρία και πόλεις εις την Ανατολήν, ηρημώθη και η πόλις των Μύρων της Λυκίας, ως είπομεν, πλην της Μητροπόλεως και της εν αυτή Εκκλησίας. Δια τούτο επέτρεψεν ο Κύριος να ανακομισθούν εκείθεν τα άγια Λείψανα του μεγάλου Πατρός Νικολάου και να μεταφερθούν εκ της ερημωμένης χώρας εις την πολυάνθρωπον πόλιν, την ονομαζομένην Πάρον ή Βάρην. Αύτη δε η Πάρος δεν είναι η εις το Αιγαίον πέλαγος ευρισκομένη νήσος, αλλ’ είναι πόλις μεγάλη και πολυάνθρωπος, ήτις ευρίσκεται προς δυσμάς, εις την Ιταλίαν. Εγένετο δε η μεταφορά αύτη δια δύο αιτίας: Πρώτον δια να μη μείνουν τα ιερά Λείψανα του Αγίου τούτου ανδρός άνευ τιμής εις τον κόσμον, εφ’ όσον η αγία αυτού ψυχή, εν τη επουρανίω λαμπρότητι, επαξίως δέχεται τα γέρα εαυτής και ίνα μη η αέναος των θαυμάτων και ιαμάτων πηγή μείνη στερουμένη των εκ ταύτης αντλούντων δωρεάς. Δεύτερον δε, δια να μη στερηθή και η Δύσις των ευεργεσιών του Θεού, τη μεσιτεία του Αυτού θεράποντος γενομένων και εις την οποίαν Δύσιν επρόκειτο να καταφύγουν και τόσον πλήθος Ορθοδόξων δια να σωθούν. Η ανακομιδή δε του Λειψάνου του Αγίου Νικολάου Επισκόπου Μύρων εγένετο ούτω. Πρεσβύτερος τις ευλαβής και σεβάσμιος κατώκει εις ταύτην την πόλιν Πάρον ή Βάρην. Εις τούτον λοιπόν τον Πρεσβύτερον εφάνη κατά την νύκτα ο Άγιος Νικόλαος και είπε προς αυτόν· «Αναστάς ειπέ προς τον λαόν τούτον και όλον τον Κλήρον της Εκκλησίας να υπάγουν εις τα Μύρα της Λυκίας, να εγείρουν εκείθεν τα Λείψανά μου και να μεταφέρουν ταύτα εδώ, εις ταύτην την πόλιν Βάρην, επειδή δεν δύναμαι πλέον να υποφέρω το να ευρίσκωμαι εις τόπον έρημον· διότι ούτω ηυδόκησεν ο Κύριός μου». Μετά την οπτασίαν ηγέρθη ο Πρεσβύτερος και μετέβη εις την Εκκλησίαν, όπου διηγήθη εις τον Κλήρον της Εκκλησίας και τους λοιπούς τα υπό του Αγίου κατά την νύκτα λεχθέντα. Ακούσαντες δε ούτοι παρά του Πρεσβυτέρου ταύτα, εχάρησαν χαράν μεγάλην, ειπόντες· «Σήμερον εμεγάλυνεν ο Κύριος το έλεός Του εφ’ ημάς και επί την πόλιν ημών». Ευθύς λοιπόν ητοίμασαν τρία πλοία και εκλέξαντες άνδρας επισήμους και τον Θεόν φοβουμένους, έστειλαν αυτούς, μετά πολλών Ιερέων και Διακόνων, δια την μετακομιδήν του ιερού Λειψάνου. Αλλ’ επειδή τον καιρόν εκείνον ενεφανίζοντο εις την θάλασσαν πειραταί, εσκέφθησαν να μη πλεύσουν απλώς και ως έτυχεν, αλλά να μεταχειρισθώσι κατάλληλον τρόπον. Όθεν απεφάσισαν να προσποιηθώσιν ότι είναι έμποροι. Φορτώσαντες τότε τα πλοία των με σίτον, έπλευσαν ως εμπορευόμενοι. Ταξιδεύσαντες δε ακινδύνως ήλθον πρώτον εις την Αντιόχειαν, όπου τον σίτον καλώς πωλήσαντες, κατά την συνήθειαν των πραγματευτών, ηγόρασαν άλλα εμπορεύματα. Έπειτα, ακούοντες εκεί από άλλους πραγματευτάς Ενετούς, οίτινες είχον έλθει πρωτύτερα, ότι και αυτοί έχουν σκοπόν να μεταβούν εις την Λυκίαν και δη εις την Μυραίων πόλιν, δια να λάβουν τα ιερά Λείψανα του Αγίου Νικολάου, έσπευσαν ούτοι οι Βαριανοί να προλάβουν. Ούτω, ταχύτερον πλεύσαντες, επειδή θεία βοηθεία και ο άνεμος ήτο ευνοϊκός, έφθασαν εις τον λιμένα της Λυκίας. Εκεί, εξελθόντες εκ των πλοίων, παρέλαβον και όπλα, φοβούμενοι μήπως κανείς εμποδίση τούτους. Αφού λοιπόν έφθασαν ακινδύνως εις την Εκκλησίαν του Αγίου, εύρον εκεί τέσσαρας Μοναχούς και ηρώτησαν αυτούς· «Που είναι ο τάφος του Αγίου Νικολάου δια να προσκυνήσωμεν αυτόν»; Οι δε Μοναχοί έδειξαν εις αυτούς τον τάφον του Αγίου, όστις ήτο υπό το έδαφος της Εκκλησίας και εντός του οποίου ήσαν κεκρυμμένα τα άγια αυτού Λείψανα. Τότε οι Βαριανοί, ποιήσαντες συμφωνίαν μετά των Μοναχών εκείνων, έσκαψαν το έδαφος και εύρον την ιεράν θήκην μετά των αγίων Λειψάνων. Ως δε απεκαλύφθη αύτη ησθάνθησαν ευωδίαν μύρου πολυτίμου, το οποίον ανέβλυζεν εκ των αγίων Λειψάνων. Και το μεν μύρον εκένωσαν εις τα δοχεία, τα οποία είχον μεθ’ εαυτών, το δε του Αγίου ιερόν Λείψανονπαραλαβόντες μετά χαράς μετέφερον εις εν εκ των πλοίων των, ταύτα δε συνώδευσαν και οι δύο εκ των τεσσάρων Μοναχών, οι δε άλλοι δύο απέμειναν εκεί εις την Λυκίαν. Δια τοιαύτης λοιπόν καλής πραγματείας παρέλαβον οι Βαριανοί τον ατίμητον θησαυρόν των ιερών Λειψάνων από τον λιμένα των Μυραίων την α΄ (1ην) του μηνός Απριλίου. Εκκινήσαντες δε με ευνοϊκόν άνεμον, έπλευσαν εν γαλήνη και την κ΄ (20ην) του μηνός Μαϊου, ημέραν Κυριακήν, κατά την ώραν του Εσπερινού, έφθασαν εις την χώραν αυτών. Τότε ο λαός της Βάρης, μαθόντες την έλευσιν των ιερών Λειψάνων του Αγίου εις τον τόπον των, έσπευσαν πάντες με επί κεφαλής Επισκόπους, Ιερείς και Μοναχούς ως και μετά παντός του Εκκλησιαστικού Κλήρου, εις προϋπάντησιν αυτών, μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων, ψάλλοντες και αινούντες τον Θεόν και ικετηρίους ωδάς προς τον του Χριστού Ιεράρχην αναπέμποντες. Παραλαβόντες τότε τον πολυτίμητον και πνευματικόν θησαυρόν, μετά μεγάλης τιμής και χαράς απέθεσαν εις την Εκκλησίαν του Τιμίου Προδρόμου, ήτις είναι πλησίον της θαλάσσης. Πολλά δε θαύματα εγένοντο δια των αγίων τούτων Λειψάνων. Χωλοί και τυφλοί, κωφοί και δαιμονισμένοι και υπό πάσης άλλης ασθενείας προσβεβλημένοι ελάμβανον την ίασιν ευθύς μόλις ήγγιζον τα ιερά Λείψανα του εν Αγίοις Πατρός ημών Νικολάου του θαυματουργού. Κατά την δευτέραν ημέραν ο αριθμός των ιαθέντων υπό των ιερών Λειψάνων του Αγίου έφθασεν εις τεσσαράκοντα επτά, άνδρας τε και γυναίκας. Την τρίτην έτεροι είκοσι δύο ιάθησαν. Την τετάρτην είκοσιν εννέα. Την πέμπτην ημέραν ομοίως ιάθη άνθρωπος τις κωφός και βωβός, όστις επί πέντε χρόνους έπασχεν εκ της ασθενείας αυτής. Έπειτα εφάνη ο Άγιος κατ’ όναρ εις τινα ενάρετον Μοναχόν και είπε· «Θεού ευδοκία ήλθον εις την πόλιν ταύτην, εις ημέραν Κυριακήν, την ενάτην ώραν και κατά την αυτήν ώραν έδωκα, τη του Θεού Χάριτι, ίασιν εις ένδεκα ανθρώπους». Ταύτην την οπτασίαν του Αγίου ο Μοναχός εκείνος διηγείτο προς πάντας, εις δόξαν Θεού και προς τιμήν του Αυτού θεράποντος. Αλλά και μετά ταύτα δεν έπαυον παραδόξως να προσφέρωνται παρά των αγίων Λειψάνων ιάσεις. Καθ’ εκάστην δε ημέραν και έως του νυν δίδονται τοιαύται εις τους προστρέχοντας προς αυτά μετά πίστεως. Βλέποντες οι πολίται της Βάρης την τοιαύτην χάριν των ιαμάτων δια των ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου, ως εκ τινος πηγής αδιαλείπτως πηγάζουσαν, έκτισαν Εκκλησίαν επ’ ονόματι του Αγίου μεγάλην και λαμπράν και εκόσμησαν αυτήν με πάσαν ευπρέπειαν. Έπειτα κατεσκεύασαν θήκην αργυράν μετά λίθων πολυτίμων και εχρύσωσαν αυτήν πανταχόθεν δια να αποθέσουν εν αυτή τα άγια Λείψανα. Αφού δε παρήλθον τρεις χρόνοι από της ανακομιδής των ιερών του Αγίου Λειψάνων από των Μύρων της Λυκίας εις την Βάρην, συναχθέντες από τας πέριξ πόλεις και χώρας οι Αρχιεπίσκοποι και Επίσκοποι μετά του υπ’ αυτούς Ιερού Κλήρου έκαμον σεπτήν μετάθεσιν των αγίων Λειψάνων του Αγίου Νικολάου από της Εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου εις την νεοκτισθείσαν Εκκλησίαν, την αυτήν ημέραν, κατά την οποίαν εκομίσθησαν εις Βάρην. Ούτω απέθεντο ταύτα εντός της αργυράς θήκης, την οποίαν ετοποθέτησαν εντός του ιερού Θυσιαστηρίου. Την δε παλαιάν θήκην, εις την οποίαν εφυλάσσοντο τα άγια Λείψανα, ετοποθέτησαν εις την Εκκλησίαν και λαβόντες μικρόν μέρος εκ των ιερών Λειψάνων εξέθεσαν εις προσκύνησιν παντός προσερχομένου. Εκ του γεγονότος λοιπόν τούτου επεκράτησε συνήθεια να εορταζεται καθ’ έκαστον έτος η μετακομιδή των ιερών Λειψάνων του Αγίου Νικολάου την κ΄ (20ην) Μαϊου, τόσον εκείνη ήτις εγένετο εκ των Μύρων εις την Βάρην, όσον και η γενομένη εκ της Εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου εις την νέαν Εκκλησίαν. Όχι δε μόνον εις αυτήν την πόλιν Βάρην κατά τα μέρη της Δύσεως, αλλά και εις ολόκληρον την Ρωσίαν και την Βουλγαρίαν κατά την θ΄ (9ην) Μαϊου ευσεβώς πανυγυρίζεται μετ’ ευλαβείας αύτη η ανακομιδή ή μάλλον μετακομιδή. Μάλιστα τότε η Ρωσία, ως ακόμη νεοφώτιστος, πολλών και αναριθμήτων θαυμάτων ηξιώθη παρά του Αγίου Νικολάου. Μετά ταύτα, αφού παρήλθον μερικοί χρόνοι, εφάνη ο Άγιος εν οράματι εις τινα Μοναχόν, ειπών να θέσουν τα ιερά Λείψανα αυτού υπό την αγίαν Τράπεζαν, όπερ και εγένετο. Ετέθησαν δε εκεί κατά τον λόγον του Αγίου μύρον πάντοτε αναβλύζοντα μέχρι της σήμερον ως είναι εις όλους φανερόν και αποδίδοντα ιάματα εις πάσαν ασθένειαν, εις δόξαν Χριστού του Θεού ημών του ενδοξαζομένου εν τοις Αγίοις Αυτού. Πρέπει δε να προσθέσωμεν εδώ πότε και δια τίνος τρόπου το μύρον τούτο ανέβλυσεν εκ του ιερού Λειψάνου του Αγίου. Τούτο έχομεν εκ παραδόσεως από σοφούς και αξιοπίστους άνδρας, ότι δηλαδή ανά παν έτος, κατά την ημέραν της εορτής, όταν ήρχιζεν η θεία Λειτουργία, τότε ήρχιζε να τρέχη και το μύρον από τους δύο πόδας του αγίου Λειψάνου του μεγάλου Νικολάου, όχι εκ των δακτύλων, αλλ’ εκ των πτερνών. Τόσον δε αφθόνως, ως να έτρεχον δύο πηγαί. Όθεν ετοποθέτουν λέβητας και κάδους δια την περισυλλογήν του μύρου. Εψάλλετο δε αργά η θεία Λειτουργία, διαρκούσα έως τρεις ώρας, δια να τρέχη το μύρον περισσότερον και ίνα πληρωθούν οι κάδοι και τα αγγεία. Τόση δε ουράνιος ευωδία εξεπέμπετο εκείθεν, ώστε επληρούτο όλος ο χώρος της Εκκλησίας και οι Χριστιανοί σχεδόν ελιποθύμουν εκτης ευωδίας, ήτις ήτο δυνατωτέρα και των πολυτιμοτέρων του κόσμου μύρων. Όταν δε ετελείωνεν η θεία Λειτουργία, έπαυε να ρέη και το θείον εκείνο μύρον. Διενέμετο δε τούτο εις όλην την Ιταλίαν ή μάλλον ειπείν εις όλην την Ευρώπην και δια τούτου ετελούντο άπειρα θαύματα εις πάσαν ασθένειαν εκείνων, οίτινες μετά πίστεως μετεχειρίζοντο τούτο. Ταύτα δε συνέβαινον έως ότου η Δυτική Εκκλησία δεν ήτο αναθεματισμένη και κεχωρισμένη από την Ανατολικήν ημών Εκκλησίαν. Αφ’ ότου δε αύτη, μένουσα εις τα αιρετικά της δόγματα, ανεθεματίσθη και εχωρίσθη τελείως αφ’ ημών, τότε ο μέγας Νικόλαος δεν εδέχετο ούτε την λειτουργίαν των Λατίνων και παπιστών. Αλλά εάν ελειτούργει κατά την σημερινήν ημέραν παπιστής Ιερεύς, το μύρον δεν έτρεχεν εκ των ποδών αυτού. Δια τούτο ηναγκάζοντο οι Λατίνοι να καλούν Ιερέα Ορθόδοξον, φρονούντα τα δόγματα της Ανατολικής Εκκλησίας, ίνα τελή την θείαν Λειτουργίαν. Ευθύς δε ως ήρχιζεν ούτος την θείαν Λειτουργίαν, ω του θαύματος! ήρχιζεν ευθύς και το ουράνιον εκείνο μύρον να τρέχη εκ των ποδών του Αγίου. Θαύμα είναι τούτο, αδελφοί, το οποίον αποδεικνύει ότι αληθώς ο μέγας Νικόλαος εστάθη κατοικητήριον καθαρώτατον του νοητού μύρου του Χριστού του Θεού, του οποίου το όνομα ως μύρον εκενώθη και ευωδίασεν όλην την οικουμένην, καθώς λέγει η ασματίζουσα νύμφη· «Μύρον εκκενωθέν όνομά σου» (Άσμα Ασμ. α: 3). Θαύμα φοβερόν, το οποίον πείθει τους πάντας ότι ο θείος Νικόλαος όχι μόνον ζων εγένετο υπέρμαχος και κήρυξ της Θεολογίας του Υιού, ομοούσιον Αυτόν τω Πατρί δογματίσας εν μέσω της Αγίας Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλ’ ότι και μετά θάνατον υπέρμαχος υπάρχει της αληθούς θεολογίας του Αγίου Πνεύματος, κηρύττων τούτο εν σιωπώση γλώσση δια των έργων αυτού, ότι δεν εκπορεύεται και εκ των δύο προσώπων της Αγίας Τριάδος Πατρός δηλαδή και Υιού, καθώς κακοδόξως φλυαρούσιν οι Δυτικοί, αλλ’ εκ μόνου του Πατρός, καθώς ορθοδόξως πρεσβεύει η καθ’ ημάς Ανατολική και Αποστολική Αγία του Χριστού Εκκλησία. Αλλά και τούτο ακόμη πρέπει να σημειώσωμεν· ότι το ιερόν Λείψανον του Αγίου Νικολάου δεν ευρίσκεται σήμερον εις την πόλιν Μπάρι καθώς επληροφορήθημεν παρά των εκείσε απελθόντων. Που δε ευρίσκεται ημείς δεν γνωρίζομεν, αλλά μόνος ο Χριστός ο και το ιερόν Λείψανον του Αγίου Μάρκου, το εν Βενετία ποτέ ευρισκόμενον, κρύψας από τους ανθρώπους κατά το βάθος της Αυτού προνοίας και κρίσεως. Ω η δόξα, το κράτος και η προσκύνησις συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Ζωοποιώ Αυτού Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΑ΄ (21η) Μαϊου, μνήμη των Αγίων ενδόξων θεοστέπτων μεγάλων βασιλέων και Ισαποστόλων ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Δημοσίευση από silver »


Κωνσταντίνος ο μέγας και αοίδιμος πρώτος βασιλεύς των Χριστιανών, ο ιδρυτής της Κωνσταντινουπόλεως και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εγεννήθη εν Ναϊσώ, σημερινή Νίσση, της Δαρδανίας, περιοχής ανηκούσης νυν εις την κεντρικήν Σερβίαν, περί το έτος σοδ΄ (274) μ.Χ. Ο πατήρ του ονόματι Κωνστάντιος, εξ Ιλλυρίας έλκων την καταγωγήν, ήτο τότε στρατηγός του Ρωμαϊκού Κράτους, μετέπειτα δε ανεκηρύχθη αυτοκράτωρ των δυτικωτάτων μερών αυτού, ήτοι Βρεταννίας, Γαλατίας (της σημερινής Γαλλίας), Ισπανίας κ.λ.π.. Ούτος δια την χλωμότητα του προσώπου του επωνομάζετο Χλωρός, ήτο δε μικρανεψιός εκ μητρός του αυτοκράτορος Κλαυδίου του Β΄ του βασιλεύσαντος κατά τα έτη σξη΄ - σο΄ (268-270). Μήτηρ του Αγίου υπήρξεν η ευσεβεστάτη και αγιωτάτη βασίλισσα Ελένη η ομού μετά του υιού της Μεγάλου Κωνσταντίνου εορταζομένη κατά την σήμερον. Η μακαρία Ελένη κατήγετο εκ Βιθυνίας της Μικράς Ασίας γεννηθείσα εις πόλιν καλουμένην Δρεπάνην, ήτις προς τιμήν της μετωνομάσθη υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου Ελενόπολις. Κατά την εποχήν εκείνην της γεννήσεως τού Μεγάλου Κωνσταντίνου, η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία είχε περιέλθει εις χάος δεινότατον· οι βασιλείς ο εις μετά τον άλλον εφονεύοντο και άλλος ανήρχετο εις τον θρόνον δια να φονευθή και αυτός μετ’ ολίγον και να τον διαδεχθή έτερος. Κατά το έτος σπδ΄ (284) μετά την δολοφονίαν του Νουμεριανού ανεκηρύχθη εις την Χαλκηδόνα αυτοκράτωρ ο εκ Δαλματίας καταγόμενος Διοκλητιανός ο κατόπιν γενόμενος μέγας διώκτης των Χριστιανών. Ο Διοκλητιανός εβασίλευσεν επί είκοσιν έτη, δύο όμως έτη μετά την υπ’ αυτού ανάληψιν της βασιλείας, ήτοι κατά το έτος σπστ΄ (286), διήρεσε την Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν εις δύο τμήματα, το ανατολικόν το οποίον περιελάμβανε το Ιλλυρικόν, την Ελλάδα, την Μικράν Ασίαν και την Αίγυπτον με πρωτεύουσαν την Νικομήδειαν της Μικράς Ασίας, εις την οποίαν εγκατεστάθη ο ίδιος και εκ της οποίας διηύθυνε την όλην αυτοκρατορίαν, και το δυτικόν τμήμα, το οποίον περιελάμβανε την Ρώμην, την Ιταλίαν, την Γαλλίαν, την Ισπανίαν, την Βρετανίαν και την Βόρειον Αφρικήν με έδραν τα Μεδιάλανα (Μιλάνον), εις το οποίον εγκατέστησεν αυτοκράτορα τον έμπιστον φίλον του Μαξιμιανόν τον επονομαζόμενον Ερκούλιον (Ηρακλήν) καταγόμενον από το Σίρμιον της Παννονίας. Βραδύτερον, ήτοι εν έτει 293, ο Διοκλητιανός ώρισεν άλλους δύο βοηθούς εις την άσκησιν της εξουσίας, τους οποίους ωνόμασε καίσαρας, ενώ αυτός και ο Μαξιμιανός ωνομάζοντο αύγουστοι. Οι καίσαρες θα ήσαν συμβασιλείς, βοηθοί και διάδοχοι των αυγούστων. Και αυτός μεν προσέλαβεν ως καίσαρα εις την Ανατολήν τον γαμβρόν του Μαξιμιανόν Γαλέριον, εις τον οποίον έδωκεν ως σύζυγον την θυγατέρα του Βαλερίαν και του παρεχώρησε να ορίζη την Μακεδονίαν, την Στερεάν Ελλάδα, την Πελοπόννησον και την Κρήτην, έχοντα την έδραν του εις το Σίρμιον της Παννονίας. Εις δε την Δύσιν ώρισε καίσαρα υπό τον αύγουστον Ερκούλιον Μαξιμιανόν τον πατέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιον τον Χλωρόν, εις τον οποίον παρεχώρησε να ορίζη τα δυτικώτερα μέρη της αυτοκρατορίας, ήτοι Βρετανίαν,Γαλατίαν και Ισπανίαν, ως ανωτέρω είπομεν. Τούτον υπεχρέωσεν ο Διοκλητιανός να χωρίση την νόμιμον σύζυγόν του την μακαρίαν Ελένην και να νυμφευθή την θυγατέρα του Ερκουλίου Μαξιμιανού Θεοδώραν δια να έχη εγγύησιν ότι ως συγγενής δεν θα εγείρη ποτέ πόλεμον εναντίον των. Επί πλέον ο Διοκλητιανός εκράτησεν ως όμηρον τον υιόν τού Κωνσταντίου και της Ελένης Κωνσταντίνον δια περισσοτέραν ασφάλειαν. Τοιουτοτρόπως ο νέος Κωνσταντίνος, κρατούμενος ως όμηρος εις την αυλήν του Διοκλητιανού και εν συνεχεία του Γαλερίου Μαξιμιανού, ανετρέφετο μεν μετά των ασεβών και τυράννων, εις τα ήθη όμως, την γνώμην και τας άλλας πράξεις δεν ωμοίαζεν ουδόλως μετ’ αυτών, επειδή εκ μικράς ηλικίας ήτο όχι μόνον ωραίος κατά την όψιν, αλλά και αγαθός και καλός κατά την καρδίαν. Όπως δε ηύξανε κατά την σωματικήν ηλικίαν, επί τοσούτον ωραιότερος και αγαθώτερος εγίνετο, αλλά και θαυμαστός κατά την δύναμιν, ώστε ουδείς ηδύνατο να αντιπαραταχθή κατ’ αυτού, διότι κατανικών τους πάντας έμενεν αήττητος. Ταύτα βλέποντες οι τύραννοι, αντί να τον αγαπώσι, τον εφθόνησαν, οι άθλιοι, όχι μόνον δια την ανδρείαν του, αλλά και διότι ερωτήσαντες το μαντείον του Απόλλωνος, οι ασύνετοι, οποίοςθα γίνη εις το ύστερον ο Κωνσταντίνος εκείνος, Θεού επιτρέποντος, απεκρίθη, ότι αυτός έμελλε να κυριεύση τον κόσμον και να κηρύξη Θεόν τον Χριστόν και ότι επ’ αυτού θα καταρρεύση η θρησκεία των ειδώλων. Δια την αιτίαν αυτήν λοιπόν τον εμίσησαν τόσον, ώστε εμελέτων να θανατώσωσιν αυτόν με τρόπον επιτήδειον και απόκρυφον. Αλλ’ ο Πανάγαθος Θεός, ο προγνωρίζων τα μέλλοντα, αυτόν μεν διεφύλαξεν από τας μηχανάς και τας πανουργίας αυτών, αυτούς δε, ως επιβούλους και φθονερούς, εξωλόθρευσε και ως κακοί κακώς απωλέσθησαν, ως προχωρούντος του λόγου θέλομεν ίδει. Ούτως είχον τα πράγματα μέχρι του έτους τε΄ (305). Το Ρωμαϊκόν Κράτος, αν και εκυβερνάτο από τέσσαρας αυτοκράτορας τοπικήν έχοντος εκάστου δικαιοδοσίαν, ήτο όμως θεωρητικώς ηνωμένον, κυβερνώμενον υπό τετραρχίας, των εκάστοτε διαταγμάτων εκδιδομένων επ’ ονόματι και των τεσσάρων αυτοκρατόρων. Κατά το έτος τε΄ (305), καθ’ ην είχον εκ των προτέρων συμφωνίαν, παρητήθησαν της βασιλείας ο τε Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός Ερκούλιος και απεσύρθησαν ο μεν Διοκλητιανός εις τα κτήματά του εις Δαλματίαν, όπου έζησε μέχρι του έτους τιστ΄ (316), ο δε Μαξιμιανός παρέμεινεν εις την Ρώμην. Αύγουστοι ανεκηρύχθησαν τότε οι Καίσαρες, εις μεν την Δύσιν ο πατήρ του Μεγάλου Κωνσταντίνου Κωνστάντιος, εις δε την Ανατολήν ο Μαξιμιανός Γαλέριος ο γαμβρός του Διοκλητιανού. Ο Κωνσταντίνος εκρατείτο τότε εις την αυλήν του Μαξιμιανού Γαλερίου, όστις φθονών αυτόν δια τα έξοχα αυτού προτερήματα προσεπάθησε να τον θανατώση δια του ακολούθου τεχνάσματος. Εις την Ανατολήν είχον συνήθειαν, όπως, προς ευθυμίαν του αυτοκράτορος και της συνοδείας του, εκτελούν διάφορα αγωνίσματα και ψευδοπολέμους, εις εκ των οποίων ήτο και ο ακόλουθος: Άφηναν μίαν άρκτον και ένα λέοντα ελευθέρους εντός του αμφιθεάτρου, αφού προηγουμένως εξερρίζωνον τους οδόντας και τους όνυχας αυτών. Κατόπιν εισήρχετο ο βασιλεύς και εφόνευε τα θηρία δια της ράβδου του. Εν συνεχεία τριάκοντα άνθρωποι, οι οποίοι ευρίσκοντο κεκρυμμένοι εντός του θεάτρου και οι οποίοι εκράτουν εις τας χείρας αυτών σπόγγους αντί πετρών, εξήρχοντο και δια τούτων ελιθοβόλουν τον βασιλέα, όστις ως ανδρείος δήθεν αντεπετίθετο και ελιθοβόλει τους άνδρας εκείνους, δια λίθων όμως πραγματικών. Αφού δε έρριπτε τούτους κατά γης, επευφήμουν τότε οι θεαταί τον βασιλέα ως νικητήν. Ημέραν λοιπόν τινα ο δόλιος Γαλέριος Μαξιμιανός, θέλων να εξολοθρεύση δολίως τον Κωνσταντίνον, μετεχειρίσθη την εξής απάτην. Επρόσταξε τους υπηρέτας και απέλυσαν εντός του θεάτρου μίαν άρκτον και ένα λέοντα, χωρίς να αφαιρέσουν προηγουμένως τους οδόντας των. Κατόπιν προσεποιήθη ότι ήτο ασθενής και επρόσταξε τον Κωνσταντίνον να εισέλθη αντ’ αυτού εις το θέατρον. Ούτος εισήλθε πράγματι, κρατών την ράβδον. Όμως ο ευλογημένος ούτος ήτο τόσον ανδρείος, ώστε παρά το γεγονός, ότι και τα δύο θηρία είχον τους οδόντας των, ο Κωνσταντίνος εφόνευσε ταύτα, εν συνεχεία δε έρριψε κατά γης και τους τριάκοντα άνδρας, τινές των οποίων, ως έμπιστοι του βασιλέως, εκράτουν λίθους πραγματικούς εις τας χείρας των. Ταύτα μαθών ο δόλιος βασιλεύς εξήλθε δήθεν εν θυμώ και ήλεγξε τους υπηρέτας δια την απροσεξία των προφασιζόμενος, ότι αυτός ουδέν περί τούτου εγνώριζε. Ταύτα πληροφορηθείς ο Κωνστάντιος απεφάσισε να απελευθερώση τον υιόν του και προβάλλων ως πρόσχημα την ασθένειάν του, διότι ήτο πράγματι ασθενής, εζήτησε από τον Γαλέριον Μαξιμιανόν να του αποστείλη τον υιόν του δια να τον ίδη, αυτός δε αναγκαζόμενος υπό των πραγμάτων προσεποιήθη, ότι εδέχθη την αίτησιν του Κωνσταντίου, είχεν όμως κατά νουν να εξολοθρεύση τον Κωνσταντίνον καθ’ οδόν. Αλλ’ ο Κωνσταντίνος αναχωρήσας εκείθεν διέφυγε, Χάριτι Χριστού, όλας τας παγίδας του Γαλερίου και έφθασεν υγιής εις τον πατέρα του. Τότε ο Κωνστάντιος εχάρη πολύ, όταν είδε τον υιόν του ελθόντα εις τον κατάλληλον καιρόν, ίνα αφήση τούτον διάδοχον εις τον θρόνον του. Και είχε μεν αποκτήσει ο Κωνστάντιος άλλους τρεις υιούς εκ της δευτέρας συζύγου του Θεοδώρας, της θυγατρός του Ερκουλίου (Ηρακλέους) Μαξιμιανού, τον Δαλμάτιον, τον Αννιβαλιανόν και τον Κωνστάντιον τον πατέρα του Γάλλου και του Ιουλιανού του Παραβάτου, τον Κωνσταντίνον όμως ηγάπα περισσότερον, διότι ήτο φρονιμώτερος και μεγαλύτερος. Ευθύς λοιπόν ως ο Κωνστάντιος είδε τον υιόν του, τον ενηγκαλίσθη και εκεί, ενώπιον όλων των παρισταμένων, προείπε την προκοπήν του νέου λέγων: «Καθώς ο Χριστός σε εφύλαξεν από τας επιβουλάς των εχθρών και σε έφερεν εις την κατάλληλον ώραν να λάβης την βασιλείαν ως άξιος, ούτω πιστεύω, ότι θέλει σε βοηθήσει μάχρι τέλους, να στερεώσης πανταχού την ευσέβειαν». Ταύτα ειπών τον εψήφισε βασιλέα, και εν συνεχεία λέγει προς αυτόν· «Ενθυμού, τέκνον να αγαπάς τους Χριστιανούς και να βοηθής τούτους, εάν θέλης να δοξασθής εις όλον τον κόσμον». Δια των λόγων τούτων εγνωρίσθη ότι ήτο Χριστιανός, μάλιστα δε και ενάρετος και δίκαιος κριτής, ελεήμων και φιλάνθρωπος πάντοτε. Διότι δεν εθησαύρισε ποτέ, υπέρ την ανάγκην, χρυσόν ή έργυρον, αλλ’ ευσπλαγχνίζετο τους πένητας. Ο δε Κωνσταντίνος ενυμφεύθη την Μινερβίναν, από την οποίαν απέκτησεν υιόν τον Κρίσπον και πολλούς νικηφόρους πολέμους διεξήγαγεν εις την Γαλατίαν και την Βρετανίαν. Μετ’ ολίγον ο Κωνστάντιος απέθανεν εις την πόλιν Εβόρακον (Υόρκην) της Βρετανίας όπου ευρίσκετο πολεμών τους εχθρούς του, ο δε Κωνσταντίνος, ανακηρυχθείς αυτοκράτωρ υπό του στρατού, ο οποίος εξετίμησε τας αρετάς του και τον ηγάπησεν, ανήλθεν εις τον θρόνον την κε΄ (25ην) Ιουλίου του έτους τστ΄ (306) εις ηλικίαν τριάκοντα δύο ετών, εκυβέρνα δε τον λαόν με καλοκαγαθίαν και συμπάθειαν. Κατά το μεσολαβήσαν διάστημα ο Γαλέριος Μαξιμιανός ωνόμασε Καίσαρα μεν της Ανατολής τον ανεψιόν του Μαξιμίνον τον επιλεγόμενον Δάϊαν, υιόν Θρακός ποιμένος, Καίσαρα δε της Δύσεως τον φίλον του στρατηγόν Σεβήρον, τον οποίον και απέστειλεν εις την Ρώμην. Ούτος μετά τον θάνατον του Κωνσταντίου του Χλωρού ανεκηρύχθη αυτοκράτωρ. Τότε όμως ο υιός του παραιτηθέντος αυτοκράτορος Ερκουλίου Μαξιμιανού Μαξέντιος, όστις ήτο και γαμβρός του Γαλερίου Μαξιμιανού, ήγειρεν επανάστασιν κατά του Σεβήρου, εξηνάγκασε δε και τον πατέρα του να επανέλθη εις τον θρόνον, κατανικήσαντες δε τον Σεβήρον τον εφόνευσαν και ανεκηρύχθησαν ούτοι αυτοκράτορες εις την Ρώμην. Τότε έκαμαν συμφωνίαν με τον Κωνσταντίνον να μείνουν αυτοί μεν εις την Ρώμην, ο δε Κωνσταντίνος εις τα δυτικά μέρη, εις τα οποία εβασίλευε πρότερον ο πατήρ του. Επειδή δε ο Κωνσταντίνος είχεν αποχωρισθή από την πρώτην του σύζυγον Μινερβίναν, έλαβε ως τοιαύτην την θυγατέρα του Ερκουλίου Μαξιμιανού Φαύσταν, γυναίκα περιώνυμον μεν δια την ωραιότητά της, αλλά πονηροτάτην και κακότροπον ομοίαν εις την γνώμην με τον πατέρα της. Αποκατεστάθη τότε ειρήνη και άπαντες εχαίροντο. Εγκατέστησε δε ο Κωνσταντίνος την πρωτεύουσάν του εις την πόλιν Αρελάτην της νοτίου Γαλλίας, ευρισκομένην πλησίον των εκβολών του Ροδανού ποταμού εις την Μεσόγειον, από εκεί δε εκυβέρνα το βασίλειον με πάσαν δικαιοσύνην, διο και ηγαπήθη μεγάλως από όλον τον λαόν. Αλλά και εις τους εχθρούς εγένετο φοβερός ο Κωνσταντίνος, διότι παντού εξήρχετο νικητής. Επολέμησε δε και κατά των Γερμανών τους οποίους κατετρόπωσε και υπέταξεν. Αλλά και όλα τα δυτικά μέρη υπετάγησαν εις αυτόν. Κατ’ εκείνον τον καιρόν και ο Ερκούλιος Μαξιμιανός ελθών εις προστριβάς με τον υιόν και συμβασιλέα αυτού Μαξέντιον και επιχειρήσας να τον καταβιβάση του θρόνου ενικήθη παρ’ αυτού και φεύγων δια να σωθή, κατέφυγεν εις τον γαμβρόν του Κωνσταντίνον, όστις τον εδέχθη μετά πάσης χαράς. Αλλά και εκεί ευρισκόμενος προσεπάθησε δις να εξεγείρη τον στρατόν εναντίον του γαμβρού του, αποτυχών όμως εις την προσπάθειάν του και απελπισθείς, ηυτοχειριάσθη ο τρισάθλιος και έθεσε τέρμα εις την ζωήν του, αυτοτιμωρηθείς δι’ όσα εις βάρος των Χριστιανών έπραξε. Ταύτα μανθάνων εις την Ανατολήν ο Γαλέριος Μαξιμιανός και έχων σκοπόν να κυριαρχήση οπωσδήποτε και επί της Δύσεως και να εξοντώση και τον γαμβρόν του Μαξέντιον και τον Κωνσταντίνον, συνήθροισε πολυάριθμον στράτευμα και ανακηρύξας Καίσαρα αντί του φονευθέντος Σεβήρου τον Λικίνιον εκίνησε δια την Ρώμην, διαβάς δε όλας τας χώρας του Ιλλυρικού εισήλθεν εις την άνω Ιταλίαν και εκείθεν κατήρχετο προς την Ρώμην. Εμπεσών όμως εις παγίδα του Μαξεντίου και πολλήν φθοράν υποστάς, εφοβήθη και υπεχώρησε. Καθήρεσε τότε αυτόν ο Μαξέντιος, εκείνος όμως ανασυντάξας τας δυνάμεις του εμελέτα να πολεμήση τον Μέγαν Κωνσταντίνον, διότι είπον εις αυτόν οι μάντεις και οι ιερείς των ειδώλων, ότι έμελλε να νικήση αυτόν εις τον πόλεμον. Αλλ’ όμως διεψεύσθησαν οι ταλαίπωροι, διότι ως συνηντήθησαν τα δύο στρατεύματα είδον οι στρατιώται του Γαλερίου σημείον φοβερόν, τον Τίμιον Σταυρόν προπορευόμενον του στρατεύματος του Κωνσταντίνου. Τότε φόβος και τρόμος κατέλαβεν αυτούς και μη υποφέροντες την λάμψιν, ήτις εξεπέμπετο εκ του Τιμίου Σταυρού, έφευγον ως υπό πυρός φλεγόμενοι, οι δε στρατιώται του Μεγάλου Κωνσταντίνου άλλους μεν εφόνευσαν, άλλους δε έτρεψαν εις φυγήν και άλλοι, οι γνωστικώτεροι, βλέποντες τούτο το σημείον, έτρεχον προς τον Μέγαν Κωνσταντίνον και προσκυνούντες αυτόν έστρεφον τα ξίφη κατά των συντρόφων και συμπολεμιστών των. Όθεν, εις ολίγην ώραν, το στράτευμα του Γαλερίου Μαξιμιανού ηφανίσθη τελείως. Βλέπων ο Γαλέριος την συμφοράν την οποίαν υπέστη, εξεδύθη τα βασιλικά ιμάτια και ενεδύθη πτωχικά, δια να μη γνωρίζεται, και ούτως έφυγε με ολίγους από τους στρατιώτας του. Εκρύπτετο δε από χώρας εις χώραν, αφού προηγουμένως συνέλεξεν όλους τους μάντεις και τους ιερείς των ειδώλων, τους ψευδοπροφήτας και τους σοφούς άπαντας και κατέσφαξεν αυτούς, διότι τον περιέπαιξαν. Ο δε Μέγας Κωνσταντίνος έστειλεν ανθρώπους πανταχού, ίνα εύρουν αυτόν και τον θανατώσωσιν. Αλλ’ η θεία Δίκη εύρεν αυτόν προηγουμένως. Διότι ησθένησεν από φοβεράν ασθένειαν και εξήρχετο εκ των σπλάγχνων του πυρ και λαύρα, εκ τούτου δε οι οφθαλμοί του εχύθησαν και έμεινε τελείως τυφλός, αι σάρκες του εσάπησαν και ούτω βασανιζόμενος κακήν κακώς εξεψύχησεν εν έτει τια΄ (311). Ο δε Μαξέντιος, παραμείνας μόνος του αυτοκράτωρ εις την Ρώμην, εσκέπτετο κατά ποίον τρόπον θα ημπορούσε να εξοντώση και τους άλλους βασιλείς, ώστε να μείνη αυτός μονοκράτωρ. Ήρχισεν όθεν να συγκεντρώνη πολυάριθμον στρατόν από την Ιταλίαν και από την Αφρικήν και να ετοιμάζεται να εκστρατεύση πρώτον κατά του γαμβρού του Κωνσταντίνου. Ταύτα βλέποντες οι Ρωμαίοι, οίτινες κατετυραννούντο από τον Μαξέντιον, και ακούοντες τας καλωσύνας και ανδραγαθίας του Κωνσταντίνου, έγραψαν εις αυτόν τα γενόμενα και τον παρεκάλουν να προλάβη και να έλθη αυτός, ίνα απελευθερώση τούτους από τον τύραννον. Τότε ο Κωνσταντίνος, αν και διέθετε πολύ μικροτέρας δυνάμεις, εξεστράτευσεν αμέσως κατά του Μαξεντίου και διελθών τον Σεπτέμβριον του έτους τιβ΄ (312) τας Άλπεις κατέλαβε δι’ αστραπιαίας προελάσεως την μίαν μετά την άλλην όλας τας πόλεις της βορείου Ιταλίας μέχρι του Ηριδανού (Πάδου) ποταμού. Ούτω λοιπόν ακαταμάχητος προελαύνων ο Κωνσταντίνος έφθασεν εις τα πρόθυρα της Ρώμης. Εκεί τον ανέμενεν ο Μαξέντιος με πολύ μεγαλυτέρας δυνάμεις. Τα δύο στρατεύματα αντιπαρετάχθησαν έναντι αλλήλων, έτοιμα δια την τελικήν μάχην. Ο καλός Κωνσταντίνος, ιστάμενος εις τι υψηλόν σημείον πλησίον του εχθρού, παρετήρει με λύπην τα εχθρικά στρατεύματα και διελογίζετο πως θα δυνηθή να κατανικήση τοσούτον άπειρον πλήθος. Ενώ δε ίστατο ούτω σκυθρωπός και συλλογιζόμενος, είδεν εις τον ουρανόν εν ώρα μεσημβρίας το σημείον του Τιμίου Σταυρού, δι’ αστέρων συντεθειμένον. Πέριξ δε του Τιμίου Σταυρού ήσαν γράμματα ελληνικά, τα οποία έγραφον: «Κωνσταντίνε, εν τούτω νίκα». Τουτέστι, Κωνσταντίνε, μη ελπίζης δια της ιδικής σου ανθρωπίνης δυνάμεως να νικήσης τους εχθρούς, αλλά δια του σημείου τούτου του Σταυρού θέλεις νικήσει αυτούς εις τον πόλεμον. Κατά δε την νύκτα εφάνη καθ’ ύπνον και Αυτός ο εσταυρωμένος Χριστός λέγων· «Έγειραι και κατασκεύασον ένα Σταυρόν, καθώς αυτός τον οποίον είδες, βάσταζε δε αυτόν εις τους πολέμους μετά πίστεως ίνα νικάς τους πολεμίους σου πάντοτε». Εγερθείς τότε ο Κωνσταντίνος εκ του ύπνου, είδε και πάλιν, κατά την αυτήν νύκτα, επάνω εις τον ουρανόν το τροπαιοφόρον σημείον. Τότε επίστευσε πλέον ολοψύχως εις τον αληθινόν Θεόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Όταν δε εξημέρωσε επρόσταξε και κατεσκεύασαν Σταυρόν αργυρούν κατά τον φανέντα τύπον, τον οποίον εκράτουν πάντοτε έμπροσθεν παντός του στρατεύματος. Ο δε Μαξέντιος, ελπίζων ότι θέλει νικήσει τον Κωνσταντίνον, κατεσκεύασεν εις τον διερχόμενον από την Ρώμην ποταμόν Τίβεριν και πλησίον της παλαιάς γεφύρας, της καλουμένης Μυλβίας, άλλην γέφυραν χαμηλήν και εύθραυστον με πανουργίαν, δια να πνιγή εντός αυτού ο Κωνσταντίνος, όταν νικώμενος θελήση να φύγη εκείθεν μετά του στρατεύματός του. Αλλ’ η θεία Δίκη δικαίως ετιμώρησε τον άδικον και έπεσε, κατά τον Προφήτην, εις τον βόθρον ον ητοίμασε (Ψαλμ. ζ:16). Διότι, όταν έγινεν η τελική μάχη, την κη΄ (28ην) Οκτωβρίου του έτους τιβ΄ (312) εις τους Κόκκινους Βράχους έξω από την Ρώμην, ενίκησεν ο Σταυρός, το ακαταμάχητον τρόπαιον, τόσος δε φόβος κατέλαβε τον Μαξέντιον, ώστε δεν έβλεπε προς ποίαν κατεύθυνσιν να φύγη ο δυστυχής. Φεύγων δε ώρμησεν ίνα διέλθη εκ της δολίας εκείνης γεφύρας, όχι μόνον αυτός αλλά και οι αξιωματούχοι του στρατεύματός του. Ευθύς όμως απεκόπη η γέφυρα και, πεσόντες εντός του ποταμού, επνίγησαν άπαντες. Ο μεν λοιπόν Κωνσταντίνος εδόξασε τον Θεόν, βλέπων τοιούτον θαυμάσιον, οι δε πολίται της Ρώμης εστόλισαν την πόλιν μεγαλοπρεπώς και υπεδέχθησαν τον τροπαιούχον Κωνσταντίνον αγαλλόμενοι. Αναβιβάσαντες δε και καθίσαντες αυτόν εις τον βασιλικόν θρόνον, προσεκύνησαν άπαντες τον νέον βασιλέα και μεγάλας τιμάς απέδωσαν εις αυτόν, καθώς έπρεπεν. Ο θεοσκεπής δε ούτος βασιλεύς εξέδωκεν ευθύς ορισμόν να στήσουν τον ζωοποιόν Σταυρόν εις τα κυριώτερα μέρη της πόλεως, να ερευνήσουν μετά προσοχής, ίνα εύρουν τα άγια Λείψανα των θαυμασίων εκείνων Μαρτύρων, οίτινες έχυσαν το αίμα των υπέρ του ονόματος του Δεσπότου Χριστού και να ενταφιάσουν αυτά με τας πρεπούσας τιμάς και ευλάβειαν, τους φυλακισμένους να απελευθερώσουν και τους εξορίστους να αφήσουν ελευθέρους να μεταβή ο καθείς των όπου επιθυμεί. Η κατά του Μαξεντίου νίκη του Μεγάλου Κωνσταντίνου απέβη εις την πραγματικότητα νίκη του Χριστιανισμού κατά της ειδωλολατρίας. Επί τριακόσια ολόκληρα χρόνια, ήτοι από της εποχής των Αγίων Αποστόλων μέχρι του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ο Χριστιανισμός ακαταπαύστως μαχόμενος ανεδεικνύετο πάντοτε νικητής επί του πνευματικού επιπέδου, χάρις εις το άφθαστον αυτού ψυχικόν μεγαλείον, προσφέρας ποταμούς αιμάτων εις τον βωμόν της αληθούς Πίστεως και αναδείξας εκατομμύρια Μαρτύρων. Επί τριακόσια χρόνια οι μη υποκύπτοντες εις την βίαν αυχένες απεκόπτοντο υπό των τυράννων, οι ψυχικώς όμως αδούλωτοι εκείνοι δούλοι και την κεφαλήν αποτεμνόμενοι ελάμβανον πολλάκις αυτήν εις τας χείρας και περιεπάτουν καταισχύνοντες τους τυράννους! Εκείνοι πάλιν που δεν ηξιούντο του ποθουμένου παρ’ αυτών Μαρτυρίου κατήρχοντο υπό την επιφάνειαν της γης, μέσα εις τας σκοτεινάς κατακόμβας, δια να λατρεύσουν τον αληθινόν Θεόν, διότι επί της επιφανείας της γης εδέσποζον οι τύραννοι. Να όμως που τώρα οι τύραννοι εν τω προσώπω του Μαξεντίου κατησχύνθησαν, ο Σταυρός ενίκησεν, οι δούλοι έγιναν κύριοι και οι άρχοντες του ψεύδους εδουλώθησαν και συν τω χρόνω τελείως ηφανίσθησαν. Πόση χαρά νομίζετε να έγινε εις τους Χριστιανούς ύστερα από την νίκην εκείνην; Χαρά απέραντος, χαρά αφάνταστος, χαρα απερίγραπτος! Και ήτο δικαία η χαρά, διότι τα αποτελέσματα της νίκης εκείνης απέβησαν τόσον τεράστια, ώστε να είναι αδύνατον να τα απαριθμήση τις ή να τα υπολογίση. Αλλά και αυτοί οι νικηταί δεν ήτο δυνατόν να συλλάβουν τότε την έκτασιν της νίκης των. Διότι πράγματι από της ώρας εκείνης και έως της σήμερον, αν εξαιρέσωμεν μικράς τινάς διαλείψεις, όπως της εποχής του Ιουλιανού του Παραβάτου, αίτινες υπήρξαν οι τελευταίοι σπασμοί του σφαδάζοντος θηρίου, ο Χριστιανισμός εκυριάρχησεν εφ’ ολοκλήρου της γης και θα κυριαρχή έως της συντελείας των αιώνων. Πρώτον θετικόν αποτέλεσματης κατά του Μαξεντίου νίκης υπήρξεν η έκδοσις του περιφήμου Εδίκτου (Διατάγματος) των Μεδιολάνων, δια του οποίου η μέχρι τότε διωκομένη θρησκεία του Χριστού ανεγνωρίζετο ως επίσημος θρησκεία του Κράτους, ενώ η μέχρι τότε επίσημος θρησκεία των ειδώλων παρεμερίζετο δια να περιπέση μετ’ ολίγον εις την αφάνειαν. Ολίγους μήνας μετά την περίφημον αυτήν νίκην συνηντήθησαν εις τα Μεδιόλανα (το σημερινόν Μιλάνον) της Ιταλίας οι δύο νικηταί σύμμαχοι αυτοκράτορες, ο Αυτοκράτωρ της Δύσεως Κωνσταντίνος και ο Αυτοκράτωρ της Ανατολής Λικίνιος, και εκεί εξέδωκαν και υπέγραψαν από κοινού το περίφημον αυτό διάταγμα, υπεσχέθη δε ο Λικίνιος μεθ’ όρκου εις τον Μέγαν Κωνσταντίνον ότι δεν θα διώξη πλέον τους Χριστιανούς και ότι θα τηρήση πιστώς τας διατάξεις του Εδίκτου αυτού. Έγινε τότε μεγάλη εορτή και πανήγυρις εις τα Μεδιόλανα και εις τον κόσμον ολόκληρον. Υπάνδρευσε δε ο Κωνσταντίνος την αδελφήν του Κωνσταντίαν, θυγατέρα του Κωνσταντίου και της Θεοδώρας, μετά του Λικινίου, προς περισσοτέραν κατοχύρωσιν της φιλίας και των υποσχέσεων αυτού. Ταύτας και άλλας πολλάς ευεργεσίας ετέλεσεν ο καλός Κωνσταντίνος κατά τας αρχάς της βασιλείας του, ως απαρχάς και δωρεάς προς τον πλουσιόδωρον ευεργέτην Θεόν, τον φωτίσαντα και αναδείξαντα αυτόν. Κατόπιν, υπό θείου ζήλου κινούμενος, εξέδωκε διαφόρους νόμους δικαίους, προς δόξαν Θεού και προς ενίσχυσιν της ευσεβούς ημών Πίστεως. Και πρώτον να μη τολμήση τις να βλασφημήση τον Χριστόν ή να ενοχλήση Χριστιανόν, ο δε παραβάτης να τιμωρήται αυστηρώς και να δημεύωνται όλα τα υπάρχοντά του. Δεύτερον επρόσταξε να εγγράφωνται εις το στράτευμα μόνον οι Χριστιανοί και αυτοί να λαμβάνουν αξιώματα και ηγεμονίας. Επρόσταξεν επίσης να καταστρέψουν τους βωμούς των ειδωλολατρών και να κτίζουν πανταχού Εκκλησίας εις δόξαν Χριστού. Έκτισε δε και ο ίδιος εκεί εις την Ρώμην Ναόν μέγαν, εις τον Σωτήρα Θεόν, του οποίου το σχήμα ιδιοχείρως εσχεδίασεν αυτός ο βασιλεύς και πρώτος, ως ευλαβέστατος, έσκαψε τα θεμέλια αυτού και λίθους μετέφερεν επί του ώμου του, δια να έχη μισθόν περισσότερον. Ακόμη επρόσταξε να σχολάζουν και να αργώσι πάντες και να απέχουν πάσης εργασίας σωματικής κατά τας δύο εβδομάδας του Αγίου Πάσχα, ήτοι από του Σαββάτου του Δικαίου Λαζάρου μέχρι της Κυριακής του Αποστόλου Θωμά και να προσέρχωνται εις την Εκκλησίαν. Όσοι δε πτωχοί βαπτίζονται, να τρέφωνται και να ενδύωνται δια βασιλικών εξόδων. Ταύτα και άλλα περισσότερα θεάρεστα ενομοθέτησεν ο θεόκλητος και θεοψήφιστος αυτοκράτωρ. Όθεν εκ τούτου εγένετο χαρά μεγάλη και αγαλλίασις εις την οικουμένην. Προσήρχοντο δε καθ’ εκάστην εις την Ορθόδοξον Πίστιν λαός αναρίθμητος και εβαπτίζοντο. Και τους μεν ναούς των ειδώλων κατηδάφιζον και κατέστρεφον εκ θεμελίων, τας δε Εκκλησίας εκαλλώπιζον και επροίκιζεν αυτάς ο ευσεβέστατος βασιλεύς δια πλουσίων εισοδημάτων. Ούτω οι μεν ειδωλολάτραι κατησχύνοντο, η δε ευσέβεια ηύξανε και εκραταιούτο. Όχι δε μόνον εκεί εις την Ρώμην, αλλά και εις άλλας πολλάς πόλεις εκηρύττετο παρρησία ο Δεσπότης Χριστός Θεός προαιώνιος. Διότι ο ευσεβής βασιλεύς διώρισε Χριστιανούς ηγεμόνας και άρχοντας και απέστειλε τούτους πανταχού προστάσσων αυτούς να καταβάλλουν πάσαν αυτών την επιμέλειαν, ώστε να αφανίσουν τελείως την ειδωλολατρίαν και να στερεώσουν την εις Χριστόν Ορθόδοξον Πίστιν όσον δύνανται καλύτερον. Τούτ’ αυτό δε επεμελείτο εκεί εις την Ρώμην και ο ίδιος ο τρισμακάριος και Άγιος εκείνος βασιλεύς. Γνωρίζων δε ο Άγιος, ότι τινές εκ των αρχόντων της Ρώμης παρέμενον ακόμη εις την προτέραν ασέβειαν και δεν είχον προθυμίαν να αφήσουν την κακήν των συνήθειαν, συνεκάλεσε την σύγκλητον και άπαντας τους πλουσίους και ευγενείς της πόλεως και ενουθέτησε τούτους λέγων τα εξής: «Γνωρίζετε, φίλοι ηγαπημένοι μου, ότι των βεβήλων ψυχών η διάνοια δεν δύναται να δεχθή συμβουλήν σωτήριον. Διότι οι δυστυχείς ούτοι ευρίσκονται βεβυθισμένοι εις το σκότος της αγνοίας, εκείνος δε όστις ήθελεν ανοίξει τους οφθαλμούς της διανοίας, θα ηννόει ευκόλως την αλήθειαν, ώστε να μη προσκυνή αναίσθητα και άχρηστα ξόανα, τα οποία κατεσκεύασαν οι άνθρωποι δια των χειρών των. Λάβετε ως παράδειγμα εμέ τον ίδιον και πιστεύσατε εις τον μόνον αληθινόν Θεόν. Αυτόν μόνον ας προσκυνούμεν όλοι, ως Παντοδύναμον και Πανάγαθον. Και ας μη ελπίζωμεν εις τα είδωλα, τα οποία δεν δύνανται να μας δώσουν ουδεμίαν ωφέλειαν. Εγώ δεν αναγκάζω κανένα να έλθη δια της βίας εις την ευσέβειαν, αλλά σας συμβουλεύω, ως φίλος, το συμφερώτερον, σεις δε να πράξετε τούτο με την ιδικήν σας προαίρεσιν. Διότι η ανθρωπίνη εργασία πολλάκις γίνεται και δια της επιβολής, αλλ’ ο Πανάγαθος Θεός ουδένα εξαναγκάζει, ούτε βιάζει, αλλά επιθυμεί την προς Αυτόν λατρείαν αυτοπροαίρετον και με λογισμόν συνετόν και σώφρονα». Ταύτα ως είπεν ο ευσεβής βασιλεύς, εβόησαν άπαντες· «Εις είναι ο αληθής Θεός, ο Χριστός». Ούτω πολλοί επίστευσαν και εβαπτίσθησαν. Και εγένετο πάλιν εις την πόλιν χαρά και μεγάλη πανήγυρις. Ήναψαν δε φωτοχυσίαν καθ’ όλον το βασίλειον, εστόλισαν τους τάφους των Αγίων και άλλα θεάρεστα έργα επετέλεσαν. Επίστευσαν δε τότε όχι μόνον οι Ρωμαίοι, αλλά και όλαι αι Εσπέριαι χώραι και προσεκύνουν τον Χριστόν άπαντες. Μόνον εις την Ανατολήν ήτο ακόμη εν τη ζωή ο Μαξιμίνος Δαϊας, ο μιαρός του μιαρού ανεψιός και διάδοχος, όστις πολλούς Χριστιανούς εφόνευσεν. Αλλά και αυτόν εύρεν επίσης η θεία Δίκη, διότι ευρισκόμενος εις την Ταρσόν της Κιλικίας εφονεύθη υπό θείου Αγγέλου ως εις το Μαρτύριον του Καλλικελάδου Μηνά φαίνεται. Είχε δε και ούτος διανοηθή να κατακτήση ολόκληρον το Ρωμαϊκόν κράτος και συνάξας στρατόν αφήκε την Αντιόχειαν και εβάδισε κατά του Λικινίου σκοπεύων να εξοντώση αυτόν και αφού κυριαρχήση επί της Ανατολής να εκστρατεύση ύστερον κατά του Κωνσταντίνου. Όμως κενά εμελέτησε, διότι διαβάς τον Βόσπορον και συνάψας μάχην μετά του Λικινίου εις Πέρινθον κατενικήθη υπ’ αυτού κατά το έτος τιγ΄ (313). Καταφυγών δε εις Ταρσόν κακώς μετ’ ολίγον ετελεύτησεν, ασθενήσας βαρύτατα διότι ο δικαιοκρίτης Θεός ετιμώρησεν αυτόν κατά τοιούτον τρόπον, ώστε το σώμα του εσάπισεν όλον και τόσον αηδή οσμήν ανέδιδεν, ώστε άνθρωπος δεν ηδύνατο να πλησιάση. Εκ δε του λάρυγγός του εξήρχοντο σκώληκες, οι οφθαλμοί του κατέπεσαν και το σώμα του αποσυνετίθετο ως κηρός εις την πυράν. Εις τοιαύτην κατάστασιν απέθανε κατά το έτος τιστ΄ (316). Κατ’ αυτόν τον τρόπον οι κακοί και άδικοι δικαίως πολλάκις λαμβάνουν εντεύθεν τον αρραβώνα της αιωνίου κολάσεως δια την υπερβάλλουσαν κακίαν των. Οι δε ενάρετοι, όχι μόνον εν τω μέλλοντι αιώνι αιωνίως δοξάζονται και απολαμβάνουν κατά τας πράξεις των, αλλά και εν τω βίω τούτω έχουσι τον Θεόν βοηθόν των και αντιλήπτορα. Ως ο μακάριος και αοίδιμος Κωνσταντίνος, όστις και εδώ της προσκαίρου βασιλείας απήλαυσε, και εκεί της αιωνίου τοιαύτης απολαμβάνει ως άλλος Απόστολος, αφού τόσον υπερεμάχησε δια την ευσέβειαν. Ατυχώς η δια τόσων θυσιών και αγώνων επιτευχθείσα κατ’ εκείνον τον καιρόν ειρήνη της Εκκλησίας δεν διετηρήθη τότε επί πολύ, αλλ’ έμελλε να ακολουθήσουν και άλλοι ακόμη αγώνες. Διότι ο μισόκαλος εχθρός της αληθείας, μη δυνάμενος να υποφέρη το υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου επιτευχθέν έργον, εύρε δοχείον άξιον της κακίας του τον μιαρόν Λικίνιον εντός του οποίου εισήλθε και τον εξήγειρεν εναντίον των Χριστιανών και του Μεγάλου Κωνσταντίνου, και ούτε τους όρκους ετήρησεν ούτε ενεθυμήθη ότι εξωλοθρεύθησαν οι άλλοι διώκται και τύραννοι, αλλ’ εκίνησεν εις την Ανατολήν πόλεμον κατά των Χριστιανών ο άχρηστος και αχάριστος και πολλούς εθανάτωσεν. Όθεν, πληροφορηθείς ταύτα ο Μέγας Κωνσταντίνος, ηπείλησεν αυτόν πρώτον με γράμματα να σταματήση τα έργα του διαβόλου, άλλως θα κατεδίκαζε τούτον εις τον πρέποντα θάνατον. Αλλά και πάλιν ο Λικίνιος δεν υπήκουσε. Παραλαβών λοιπόν το στράτευμα ο Μέγας Κωνσταντίνος ήλθεν εις την Ανατολήν και επολέμησε κατά του Λικινίου. Η πρώτη μάχη εδόθη την 3ην Ιουλίου του έτους τκδ΄ (324) παρά την Ανδριανούπολιν. Τα στρατεύματα του Κωνσταντίνου εβάδιζον έχοντα επί κεφαλής το λάβαρον του Σταυρού. Τούτο βλέποντες οι στρατιώται του Λικινίου υπό τοσούτου φόβου και τρόμου κατελαμβάνοντο, ώστε μη υποφέροντες την λάμψιν, ήτις εξεπέμπετο υπ’ αυτού, κατησχύνθησαν και ετράπησαν εις φυγήν. Ο Λικίνιος ωχυρώθη τότε εις το Βυζάντιον, νικηθείς όμως και εκεί από τα στρατεύματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου και από τον στόλον αυτού, ο οποίος ετέλει υπό την αρχηγίαν του υιού τού Κωνσταντίνου Κρίσπου, επέρασεν εις την ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου όπου εις την Χρυσόπολιν, το σημερινόν Σκούταρι, γενομένης μεγάλης μάχης την ιη΄ (18ην) Σεπτεμβρίου του έτους τκδ΄ (324) ενικήθη και πάλιν από τα στρατεύματα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Μετά την ήτταν του ταύτην ο Λικίνιος ετράπη εις φυγήν, ο δε Κωνσταντίνος καταδιώκων αυτόν τον έφθασεν εις την Νικομήδειαν της Βιθυνίας, όπου και πολιορκήσας αυτόν τον συνέλαβεν αιχμάλωτον. Ηθέλησε τότε να τον αποκεφαλίση, αλλ’ ως συμπαθής και αγαθός συνεπόνεσεν εις τα δάκρυα της αδελφής του και του εχάρισε την ζωήν. Εξώρισε δε μόνον αυτόν εις την Θεσσαλονίκην και του παρεχώρησεν άπαντα τα εισοδήματα της πόλεως προς συντήρησίν του. Αλλά και πάλιν ο επίορκος Λικίνιος δεν εγκατέλειψε τα κακουργήματά του, διότι και εκεί επεβουλεύετο τον βασιλέα και ευεργέτην του. Όθεν, μαθών τούτο ο Μέγας Κωνσταντίνος, έστειλε και απεκεφάλισαν αυτόν, ως έπρεπεν. Ούτω εξερριζώθησαν και τα τελευταία ζιζάνια και ο Μέγας Κωνσταντίνος, Θεού ευδοκία, αποκατεστάθη μόνος αυτοκράτωρ εις όλον το Ρωμαϊκόν κράτος, Ανατολήν και Δύσιν, και ηκολούθησεν ειρήνη και ομόνοια εις όλον τον κόσμον. Όθεν μη έχων πλέον φροντίδας πολέμων ο ευσεβής βασιλεύς επεδόθη αποκλειστικώς εις έργα θεάρεστα, κτίζων Ναούς και πλουτίζων αυτούς με βασιλικά εισοδήματα, χρυσόν και άργυρον και διακοσμών αυτούς μεγαλοπρεπώς. Αλλά και πλείστα άλλα θεάρεστα έργα ετέλεσε. Διότι ήτο εις την γνώμην φιλότιμος, συμπαθής και πλουσιόδωρος, κατά τας πράξεις και τους λόγους φρόνιμος, κατά δε την μορφήν γλυκύς και ωραιότατος και απλώς ειπείν όλας τας χάριτας είχεν εις την ψυχήν και εις το σώμα. Δια τούτο υπερηγάπα αυτόν όλος ο κόσμος και πάντες υπετάσσοντο, περισσότερον δια τας καλάς γνώμας του ή δια τον φόβον της εξουσίας του. Και ήρχοντο από πάντα τόπον και προσεκύνουν αυτόν, υποσχόμενοι να προσφέρουν δώρα γενόμενοι Χριστιανοί, με πάσαν προθυμίαν. Επειδή δε από του έτους τιστ΄ (316) είχεν ίδει ο βασιλεύς θείον όραμα, εξ ου προσετάχθη να κτίση πόλιν εις τα μέρη της Ανατολής, την οποίαν να αφιερώση εις την Υπεραγίαν Θεοτόκον, απεφάσισε να σπεύση εις την εκτέλεσιν της θείας εκείνης προσταγής. Απήλθε λοιπόν ο Κωνσταντίνος πρώτον μεν εις την Θεσσαλονίκην και έκτισεν εκεί Ναούς μεγάλους και μεγαλοπρεπείς, μελετών να κτίση εκεί την πόλιν την οποίαν διετάχθη. Αλλ’ επειδή δεν ήτο θέλημα Θεού να κτισθή εκεί η πόλις, ημποδίσθη. Μετέβη τότε εις την Χαλκηδόνα, την οποίαν είχον καταστρέψει οι Πέρσαι. Ήρεσε δε εις αυτόν ο τόπος ούτος και ήρχισε να κτίζη. Επειδή όμως ούτε εκεί ήτο Θεού ευδοκία να κτισθή η νέα αύτη πόλις, ήρχοντο αετοί και ήρπαζον τα εργαλεία των τεχνιτών, έρριπτον δε αυτά εις το Βυζάντιον. Βλέπων λοιπόν ο Μέγας Κωνσταντίνος τοιούτον θαυμάσιον, ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις το Βυζάντιον. Εύρε τότε κατάλληλον την θέσιν του τόπου, αλλά δεν εγνώριζε πόσον μεγάλην να κτίση την πόλιν. Και κατά την νύκτα είδε πάλιν Άγγελον εν οράματι, όστις είπε προς αυτόν· «Το πρωϊ, όταν εξημερώση, ακολούθει μοι· και όπου εγώ μεταβώ, να σημειώσης τον τόπον και εκεί να θέσωσι τα θεμέλια». Το πρωϊ λοιπόν εκάλεσεν ο Κωνσταντίνος τον πρώτον αρχιτέκτονα και τον επρόσταξε να τον ακολουθή και να θέτη σημεία εις τον τόπον από τον οποίον θα διέρχεται. Εξεκίνησαν λοιπόν και ο μεν Κωνσταντίνος ηκολούθει τον Άγγελον, όστις προεπορεύετο με ταχύ βήμα και τον οποίον μόνον ο βασιλεύς έβλεπεν, όπισθεν δε του βασιλέως ηκολούθει ο αρχιτέκτων, έως ότου περιήλθον και εσημείωσαν όλον τον τόπον εις τον οποίον ήτο θέλημα Θεού να κτισθή η νέα πόλις. Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν να κτίζουν αυτήν. Ώρισε δε ο βασιλεύς και έμπειρον τινά άνθρωπον, Ευφρατάν ονομαζόμενον, να έχη την επιμέλειαν και την φροντίδα, ώστε να γίνη το έργον θαυμάσιον και θεάρεστον, παραδώσας εις αυτόν και χρυσόν πολύν δια τα έξοδα. Ήτο δε ο Ευφρατάς ούτος τόσον επιδέξιος, ώστε ωκοδόμησε ταύτην ωραιοτάτην, ως έπρεπε, καθώς εις τους χρονογράφους σαφέστερον φαίνεται. Τόσον δε επιτηδείως κατεσκεύασε την νέαν πόλιν, ώστε εγένετο αύτη ομοία της παλαιάς Ρώμης καθ’ όλα τα κτίρια. Εκ της παλαιάς δε Ρώμης έφεραν και κίονα τινά μονόλιθον, μέγιστον, πορφυρούν και ετοποθέτησαν τούτον εις τον Φόρον, όστις και μέχρι σήμερον φαίνεται και επί τούτου ετοποθέτησαν ανδριάντα, τον οποίον έφερεν ο Μέγας Κωνσταντίνος από την Ηλιούπολιν της Φρυγίας, έχοντα επί της κεφαλής αυτού ακτίνας επτά. Εις το θεμέλιον δε του στύλου τούτου ετοποθέτησε τους δώδεκα καλάθους, τους οποίους οι Απόστολοι επλήρωσαν εκ των περισσευμάτων τών δια της ευλογίας του Κυρίου θαυμασίως πληθυνθέντων πέντε άρτων. Ακόμη δε και άγια Λείψανα κατέθεσε προς φυλακτήριον και αγιασμόν της πόλεως. Έκτισε δε ο βασιλεύς και Εκκλησίας πολλάς εις την νέαν πόλιν ως την των Αγίων Αποστόλων, την της Αγίας Ειρήνης, την του Αγίου Μωκίου και την του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ εν τω Ανάπλω. Προσέφερε δε εις αυτάς και σκεύη πολλά και εκήρυξε καθολικόν ορισμόν, να καταστρέφουν τους βωμούς των ειδώλων και να κτίζουν Εκκλησίας Χριστιανικάς. Ετίμησεν επίσης την πόλιν με σύγκλητον, καλέσας εκ της Ρώμης ευγενείς και ενδοξοτάτους άρχοντας, δια τους οποίους έκτισεν ωραίας οικοδομάς και συνέστησεν αυλάς αρχοντικάς, ως είχον εις την Ρώμην. Τότε εβαπτίσθησαν και οι Ινδοί, τους οποίους εδίδαξεν ο φιλόσοφος Φρουμέντιος ο εκ Τύρου, μετά Μεροπίου και Αιδεσίμου των μαθητών αυτού, ο οποίος, Θεού οδηγία, έφθασεν εκεί, δια να ιστορήση τους τόπους εκείνους. Ομοίως επίστευσαν και οι Ίβηρες διδαχθέντες υπό μιας αιχμαλώτου Χριστιανής, η οποία ετέλει μεγάλα θαύματα με την δύναμιν του Χριστού, θεραπεύσασα ακόμη και αυτόν τούτον τον βασιλέα των Ιβήρων με την επίκλησιν του Χριστού, επιστρέψαντα τυφλόν εκ του κυνηγίου. Εις τον αυτόν καιρόν επίστευσαν εις τον Χριστόν και οι Αρμένιοι, ενεργεία του βασιλέως και επιστασία Γρηγορίου Επισκόπου της μεγάλης Αρμενίας. Συνεπληρώθη λοιπόν η περίφημος οικοδομή της νέας πόλεως κατά τον εικοστόν τέταρτον χρόνον της βασιλείας του Κωνσταντίνου, έτη από Χριστού τλ΄ (330), από δε κτίσεως κόσμου εωλη΄ (5838). Ταύτην ωνόμασεν ο βασιλεύς εκ του ονόματός του Κωνσταντινούπολιν και Νέαν Ρώμην και ενομοθέτησε να έχη αύτη σύγκλητον, μεγιστάνας και στρατηγούς. Εκαλλώπισε δε αυτήν με πάσαν μεγαλοπρέπειαν, δια κιόνων και ανδριάντων και έστεψε ταύτην, ώστε να είναι βασίλισσα και κυρία πασών των πόλεων. Κατ’ εκείνον τον καιρόν είδεν ο βασιλεύς όραμα, εκ του οποίου απέστειλε την μακαρίαν Ελένην, την μητέρα αυτού, εις τα Ιεροσόλυμα, δια να αναζητήση το Τίμιον Ξύλον του Σταυρού και ανεύρη τους Αγίους Τόπους, εις τους οποίους εσταυρώθη και ετάφη ο Κύριος και τους οποίους το αχάριστον γένος των Εβραίων, εκ φθόνου, είχε καλύψει και αποκρύψει. Η δε Αγία Ελένη, ευσεβώς φρονούσα και παραλαβούσα μεθ’ εαυτής στράτευμα και πλήθος στρατηγών και αρχόντων, μετέβη εις Παλαιστίνην και μετά μακράν αναζήτησιν εύρεν Εβραίον τινά, ονόματι Ιούδαν, ο οποίος εγνώριζε τους Αγίους Τόπους. Επειδή όμως δεν ήθελε να υποδείξη τούτους, έρριψεν αυτόν εντός ξηρού φρέατος, άνευ άρτου και ύδατος, όπου και έμεινεν επί επτά ημέρας. Μετά δε ταύτας, μη υποφέρων ο Ιούδας την πείναν και την δίψαν, εβόα μεγαλοφώνως· «Ελευθερώσατέ με και θα σας δείξω τον τόπον όπου εσταυρώθη ο Χριστός». Ευθύς δε, ως εξέβαλον αυτόν εκ του φρέατος, υπέδειξε τον τόπον, αλλά δεν εγνώριζε που ακριβώς ευρίσκετο ο Σταυρός. Προσηυχήθη τότε η Αγία Ελένη προς τον Κύριον και ευθύς εγένετο σεισμός μέγας, ο τόπος εσείσθη εκ βαθέων και ευωδία άρρητος, ως ευώδες θυμίαμα, εξήλθεν εκ του σημείου όπου ήτο κεκρυμμένος ο Τίμιος Σταυρός. Εθαύμασαν τότε άπαντες καθώς και η βασίλισσα. Ο δε Ιούδας, ευχαριστήσας τον Χριστόν, επίστευσεν εις Αυτόν. Λαβόντες λοιπόν σκαπάνας και συμβοηθούντων πολλών αρχόντων, έσκαψαν εις βάθος μέγα και εύρον τρεις σταυρούς, ήτοι τον Σταυρόν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και τους σταυρούς των δύο ληστών, οίτινες συνεσταυρώθησαν μετά του Κυρίου. Εχάρη τότε χαράν μεγάλην η βασίλισσα· επειδή όμως δεν εγνώριζον ποίος εκ των τριών ήτο ο Σταυρός επί του οποίου εσταυρώθη ο Κύριος, ηρώτων τον Ιούδαν. Συνέπεσε δε να διέρχεται εκείθεν κατά την στιγμήν εκείνην νεκρική συνοδεία, συνοδεύουσα νεκρόν τινα. Ο Ιούδας τότε, κινηθείς υπό θερμής πίστεως, εκάλεσε και έφεραν τον νεκρόν προ της βασιλίσσης. Απέθεσαν τότε επί του νεκρού τον πρώτον σταυρόν, αλλ’ ουδέν σημείον εγένετο. Έφεραν και τον δεύτερον σταυρόν, αλλ’ ουδέν πάλιν σημείον εφάνη, διότι οι σταυροί ούτοι ήσαν οι σταυροί των δύο ληστών. Κατόπιν έθεσαν επί του νεκρού και τον τρίτον Σταυρόν, όστις ήτο ο Σταυρός του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Τότε εν τω άμα, ω των θαυμασίων Σου, Χριστέ Βασιλεύ! Ανέστη ο νεκρός και δια του θαύματος απεκαλύφθη η δύναμις του Τιμίου Σταυρού. Το θαύμα τούτο ιδόντες πολλοί των Εβραίων επίστευσαν εις τον Χριστόν, η δε Αγία Ελένη, αγαλλομένη, ηυχαρίστησε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Κατόπιν η βασίλισσα εκάλεσε τον Ιούδαν, όστις εν τω μεταξύ βαπτισθείς ωνομάσθη Κυριακός και ανέθεσεν εις αυτόν να ανεύρη τους Τιμίους Ήλους δια των οποίων εκάρφωσαν τον Χριστόν. Ως δε ο Κυριακός μετ’ άλλων Χριστιανών προσηυχήθησαν, έλαμψεν ο τόπος όπου ούτοι ευρίσκοντο και τότε έσκαψαν και εύρον αυτούς. Χαρά μεγάλη εγένετο τότε και πάλιν, ο δε καλός Κυριακός εγένετο βραδύτερον και Επίσκοπος Ιεροσολύμων. Η δε μακαρία Ελένη, αφού έκτισε πολλούς Ναούς εις τα Ιεροσόλυμα και επρόκειτο να επιστρέψη πλέον εις Κωνσταντινούπολιν, επρόσταξε και έκοψαν δια πρίονος εις δύο το Τίμιον Ξύλον κατά το πάχος αυτού από άνωθεν έως κάτω και ούτως εσχηματίσθησαν δύο Σταυροί, αφήσασα δε εις τα Ιεροσόλυμα τον ένα Σταυρόν παρέλαβε τον έτερον μαζί με τους Τιμίους Ήλους και επέστρεψε μετά χαράς μεγάλης εις τον υιόν της. Ο δε Μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος, ο υιός της, πληροφορηθείς τον ερχομόν της μητρός αυτού, εξήλθεν εις προϋπάντησίν της και προσεκύνησε μετά χαράς το Τίμιον Ξύλον. Παρέδωσε δε εις την Εκκλησίαν του Πατριάρχου τον Τίμιον Σταυρόν μετά της θήκης της περιεχούσης τους Τιμίους Ήλους. Εκ των τεσσάρων τούτων Τιμίων Ήλων, τους μέν δύο ετοποθέτησαν εις το βασιλικόν στέμμα, τους δε ετέρους δύο απέθεσαν εις τόπον άγιον και ιερόν προς προσκύνησιν. Μετ’ ολίγον καιρόν η μακαρία Ελένη απήλθεν εις τας αιωνίους μονάς και ετάφη εις τον περίφημον Ναόν των Αγίων Αποστόλων. Την ειρήνην ταύτην της Εκκλησίας και την αγαλλίασιν των πιστών φθονών ο αρχέκακος διάβολος και μη έχων πως άλλως να ταράξη την Εκκλησίαν, αφού όλοι οι τύραννοι κατησχύνθησαν, ήγειρε κατά τον καιρόν αυτόν της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου νέον αντίχριστον, τον αιρεσιάρχην Άρειον, όστις ήτο Πρωτοπρεσβύτερος της Αλεξανδρείας και διδάσκαλος της σχολής Αλεξανδρείας. Ούτος ήρχισε να λέγη λόγους βλάσφημους κατά του Υιού του Θεού, κηρύττων, ότι δεν είναι ομοούσιος με τον Πατέρα αλλά κτίσμα και ποίημα του Θεού και εργαλείον και όργανον, δια μέσου του οποίου ο Θεός και Πατήρ εποίησε κατ’ αρχάς τον κόσμον και όχι Θεός αληθινός. Επατριάρχευε δε τότε εις την Αλεξάνδρειαν ο αγιώτατος Πέτρος, ο οποίος είδεν εν οράματι τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν φέροντα ένδυμα εσχισμένον και ηρώτησεν Αυτόν· «Τις, ω Χριστέ μου, Σου έσχισε τον χιτώνα»; Και ο Κύριος είπεν· «Ο Άρειος ο παράφρων, ω Πέτρε, όστις λέγει ότι δεν είμαι Θεός». Όθεν ευθύς ο μέγας Πατριάρχης Πέτρος καθήρεσεν αυτόν. Μετά τον θάνατον του Αγίου Πέτρου εγένετο Πατριάρχης ο Αχιλλάς, ο οποίος δια των νουθεσιών του μετέστρεψε τον Άρειον εις την ευσέβειαν. Εν όσω δε έζη ο θείος Αχιλλάς, ο Άρειος εσιώπα. Αλλά μετά ταύτα, ότε εγένετο Πατριάρχης ο θείος Αλέξανδρος, ήρχισε πάλιν ο Άρειος να κηρύττη τας πρώτας του αιρέσεις, τόσον ώστε έσυρεν εις την γνώμην του τον Νικομηδείας Ευσέβιον, τον Τύρου Παυλίνον, τους Θεωνάν και Σεκούνδον Επισκόπους και τούτους και άλλους Κληρικούς. Ένεκα τούτου υπό θείου ζήλου κινηθείς ο θείος Αλέξανδρος, συνεκάλεσε Σύνοδον, εις την οποίαν συνηθροίσθησαν περί τους εκατόν Επίσκοποι εκ της επαρχίας του, οίτινες καθήρεσαν τον Άρειον και τους οπαδούς αυτού. Μεγάλη δε σύγχυσις και ταραχή προεκλήθη τότε εις την Εκκλησίαν και εις τον κόσμον εκ των αιρετικών Αρειανων. Ταύτα βλέπων ο Μέγας και ευσεβής βασιλεύς Κωνσταντίνος και θέλων να ειρηνεύση την σφοδρώς ταρασσομένην Εκκλησίαν του Χριστού, εξαπέλυσε γράμματα να συναθροισθούν εις την μεγαλόπολιν Νίκαιαν οι της απάσης οικουμένης Επίσκοποι, ίνα εξετάσουν το ζήτημα. Όθεν συνεκεντρώθησαν εις Νίκαιαν κατά το έτος τκε΄ (325) τριακόσιοι δέκα οκτώ Θεοφόροι Πατέρες και συνήλθεν η Αγία και μεγάλη Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, εις την οποίαν παρέστη και αυτός ο φιλόχριστος βασιλεύς, όστις συνεκάθησε μετά των Αρχιερέων, όχι επί βασιλικού θρόνου, αλλ’ επί χαμηλού και ταπεινού, παρακινήσας τους Επισκόπους να εξετάσουν το ζήτημα και κελεύσας τον Άρειον να έλθη μετά των ακολούθων του, ίνα εκθέση τας γνώμας του και ακούση τας περί τούτων αποφάσεις της Αγίας Συνόδου. Προσήλθε δε ο Άρειος μετά πολλών φιλοσόφων και ρητόρων, τους οποίους οι θείοι Πατέρες ενίκησαν κατά κράτος ερμηνεύοντες εις αυτούς τας αληθείας της Αγίας ημών Πίστεως εν ταπεινώ φρονήματι, επιτυχόντες ούτω να μεταστρέψουν αυτούς εις την ευσέβειαν δια των θεοπνεύστων λόγων των και των θαυμασίων κατορθωμάτων των, όπως το του Θαυματουργού Σπυρίδωνος, το του Αγίου Αχιλλίου και άλλων, οίτινες με την απλότητα του ήθους των και με τα εξαίσια θαυματουργήματά των τους φιλοσόφους εξέπληξαν και εις την ευσέβειαν επανέφεραν. Αλλ’ ο Άρειος, μη θελήσας να ταπεινωθή, ανεθεματίσθη και αυτός και η διδασκαλία του και όλοι οι εμμείναντες εις την πλάνην των οπαδοί του. Η Αγία αύτη Σύνοδος έγραψε και το Σύμβολον της Πίστεως, ήτοι το Πιστεύω, και ενομοθέτησε πότε να εορτάζεται το Άγιον Πάσχα εις όλην την οικουμένην. Ήτοι την πρώτην Κυριακήν μετά την πρώτην πανσέληνον της εαρινής ισημερίας και μετά το Πάσχα των Ιουδαίων. Εάν δε η πανσέληνος αυτή συμπίπτη εν Κυριακή, τότε ο εορτασμός του Πάσχα να επιτελείται κατά την επομένην Κυριακήν. Συνέταξε δε και όρον, τον οποίον υπέγραψαν πάντες οι Αρχιερείς, τελευταίος δε όλων υπέγραψεν ο φιλόχριστος βασιλεύς, δι’ ερυθρών γραμμάτων επικυρώσας ούτω την Σύνοδον. Αι εργασίαι της Αγίας ταύτης Συνόδου διήρκεσαν επί τρία και ήμισυ έτη (325 – 329). Μετά ταύτα, ευχαριστήσας πάλιν τον Θεόν ο βασιλεύς, διότι δια μέσου αυτού εξηφάνισε την ειδωλολατρίαν και τας αιρέσεις, παρεκάλεσε τους Αρχιερείς να έλθουν εις την νέαν πόλιν, της οποίας η οικοδομή επλησίαζε περί το τέλος, ίνα ευλογήσουν αυτήν και επισκεφθώσι και τον αγιώτατον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Μητροφάνην, όστις ησθένει βαρέως. Οι Αρχιερείς τότε υπήκουσαν μετά μεγάλης προθυμίας εις την επιθυμίαν του βασιλέως και ως έφθασαν εις την πόλιν μετά του βασιλέως, ηυλόγησαν αυτήν, ως κυρίαν των πόλεων. Ωνόμασαν δε αυτήν Κωνσταντινούπολιν και την αφιέρωσαν εις την Αειπάρθενον Μαρίαν, την Μητέρα του Θεού. Μετά ταύτα προσεκάλεσεν ο Μέγας Κωνσταντίνος όλους τους Αγίους Πατέρας εις ευωχίαν και τράπεζαν. Καθήμενος δε και αυτός μεταξύ των Πατέρων ετίμησεν αυτούς λαμπρώς δια των πρεπόντων δώρων. Του δε Αγίου Παφνουτίου και των λοιπών Αγίων Ομολογητών κατεφίλει τους εξωρυγμένους οφθαλμούς και τα στρεβλωθέντα και πληγωθέντα μέλη υπό των τυράννων κατά τον καιρόν του διωγμού, ίνα λάβη εξ αυτών αγιασμόν. Ενουθέτει δε όλους τους Επισκόπους να έχωσιν ειρήνην και ομόνοιαν εις την Πίστιν, να δεικνύωσιν αγάπην εις τον πλησίον και να μη υβρίζωσιν ή ατιμάζωσι τους αδελφούς των. Επειδή δε τινες έδωκαν αναφοράς εις αυτόν εναντίον Επισκόπων τινών, ταύτας ούτε να αναγνώση ηθέλησεν ο μακάριος βασιλεύς, ούτε εις εξέτασιν έφερε τους κατηγορουμένους Επισκόπους, αλλ’ ενώπιον πάντων έκαυσε ταύτας, ειπών τους εξής αξιομνημονεύτους λόγους· «Εάν και εγώ αυτός ήθελον ίδει Αρχιερέα αμαρτάνοντα, βεβαίως ήθελον σκεπάσει αυτόν με την πορφύραν μου». Αποχαιρετήσαντες κατόπιν οι Πατέρες τον βασιλέα και τον Πατριάρχην επέστρεψαν μετά πλουσίων βασιλικών δώρων εις τας επαρχίας των, όπου εκήρυττον τα δόγματα της Μεγάλης Συνόδου. Κατά τον καιρόν εκείνον της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου οι Εβραίοι, φθονούντες διότι οι Χριστιανοί επληθύνοντο, παρεκίνησαν τον βασιλέα των Περσών Σαβώριον εναντίον των Χριστιανών της Περσίας και ημέραν τινά εφόνευσαν εκατόν Κληρικούς, μεταξύ των οποίων αρκετούς Επισκόπους και δέκα οκτώ χιλιάδας λαϊκούς. Ταύτα πληροφορηθείς ο Μέγας Κωνσταντίνος έστειλεν επισήμως απεσταλμένους εις τον Σαβώριον να παύση τον διωγμόν. Αλλ’ ο Σαβώριος δεν υπήκουσεν. Ήτο δε τότε το τριακοστόν έτος της βασιλείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ετέλει μεγάλην εορτήν, κατά την οποίαν εφιλοδώρει τους μεγιστάνας και τα στρατεύματα. Συναθροίσας δε στρατόν πολύν, εξεστράτευσε κατ’ αυτού μετά βαρείας δυνάμεως. Καθ’ οδόν διερχόμενος από την Νίκαιαν ησθένησε και μετέβη προς θεραπείαν εις Ελενόπολιν, εις την οποίαν υπήρχον φυσικά θερμά ιαματικά λουτρά. Επειδή όμως η κατάστασίς του εχειροτέρευεν, εφέρθη εις Νικομήδειαν και εκείθεν διεκομίσθη εις το προάστιον της Νικομηδείας Αχυρών όπου ήτο τόπος ωραίος προς ανάπαυσιν και αναψυχήν. Εκεί διαμένων ο βασιλεύς και βλέπων την κατάστασιν της υγείας του επιδεινουμένην, εκάλεσε τους Ορθοδόξους Επισκόπους, οι οποίοι τον συνώδευον και συνδιασκεφθείς μετ’ αυτών επί του ζητήματος της βαπτίσεώς του εζήτησε τούτο λέγων τους εξής αξιομνημονεύτους λόγους· «Αυτός είναι ο καιρός εις τον οποίον προ πολλού χρόνου είχον στηρίξει τας ελπίδας μου και με δίψαν και προσευχήν ανέμενον δια να τύχω της κατά Θεόν σωτηρίας. Ώρα είναι πλέον να απολαύσω και εγώ την αθανατοποιόν σφραγίδα. Ώρα είναι πλέον να συμμετάσχω του σωτηρίου σφραγίσματος. Εσκεπτόμην να λάβω τούτο εις τα ύδατα του Ιορδάνου ποταμού, εις τα οποία και ο Σωτήρ, όπως λέγει η Γραφή, ως άνθρωπος έλαβε το λουτρόν του Βαπτίσματος. Ο Θεός όμως το συμφέρον βλέπων, εδώ τώρα τούτου ημάς είθε να αξιώση». Ευθύς τότε οι Αρχιερείς εβάπτισαν τον μακάριον Κωνσταντίνον και όταν εξήλθε της ιεράς κολυμβήθρας τού εφόρεσαν τα λευκά ενδύματα του βαπτίσματος, τα οποία εφόρει μέχρι του θανάτου του· μη θελήσας να φορέση πλέον τα βασιλικά ενδύματα, αλλ’ ούτω χαίρων και προσευχόμενος μετέστη προς Κύριον εν έτει τλζ΄ (337), χρηματίσας μετά τον Αύγουστον βασιλεύς τεσσαρακοστός έβδομος. Έζησε δε χρόνους εξήκοντα τρεις και εβασίλευσε χρόνους τριάκοντα και μήνας δέκα. Έγραψε δε και διαθήκην, δι’ ης παρεχώρει την βασιλείαν εις τους τρεις υιούς αυτού, Κωνσταντίνον, Κωνστάντιον, και Κώνσταντα. Και εις μεν τον Κωνστάντιον έδωκεν όλην την Ανατολήν και την Κωνσταντινούπολιν, εις τον Κώνσταντα την Ρώμην και όλην την Ιταλίαν και εις τον Κωνσταντίνον τας άνω Γαλλίας και τας Βρεταννικάς νήσους. Ευθύς δε ως αναγνώσθη η διαθήκη, ο Κωνστάντιος ήλθεν από την Ανατολήν, οπόθεν μετέφερε το λείψανον του πατρός αυτού μετά βασιλικών τιμών εις την Κωνσταντινούπολιν και εκήδευσεν αυτό, ενταφιάσας εις τον Ναόν των Αγίων Αποστόλων, όπου και πολλά θαύματα ετέλεσεν. Αλλά ποίος νους δύναται να συλλάβη τα του Μεγάλου Κωνσταντίνου προτερήματα; Ποία γλώσσα θα δυνηθή να διηγηθή τα θεία αυτού έργα; Και ποίος κάλαμος θα είχε την δύναμιν να μεγαλύνη τον θεοσεβή άνδρα δι’ αγίων εγκωμίων; Διότι εν τη χορεία των άλλων Αγίων θαυμαστός ανεδείχθη και μεθ’ ενός εκάστου δύναται να συγκριθή και να λάβη μεγάλους τους επαίνους. Λέγει η Θεία Γραφή, ότι ο Προφητάναξ Δαβίδ ήτο ταπεινός και πραότατος. Αλλά και ο Μέγας Κωνσταντίνος ήτο πραότατος και αμνησίκακος, καθώς απεδείχθη. Διότι βασιλεύων ούτος εις πολλούς τόπους, συνεχώρησε τους επιβουλευθέντας αυτόν, αν και ώριζεν όλον τον κόσμον, ενώ ο Δαβίδ μόνον εις την Ιερουσαλήμ εβασίλευσεν. Ωνομάσθη ο Δαβίδ Θεοπάτωρ, μόνος αυτός εξ όλων των βασιλέων των Εβραίων, αλλά και ούτος ο μακάριος υιός Θεού κατά χάριν εγένετο. Και δεν σφάλλομεν, εάν είπωμεν αυτόν πρωτότοκον, διότι πρώτος αυτός εις την κληρονομίαν του Χριστού εβασίλευσε και εις τους άλλους βασιλείς νόμους κατέλιπεν, ως πατρικήν κληρονομίαν. Πρέπει δε να καλούμεν αυτόν Θεοπάτορα, επειδή πατήρ εχρημάτισε των κατά χάριν υιών του Θεού. Τον Σολομώντα ο Θεός εθαυμάστωσεν, εμπλήσας αυτόν θείας σοφίας και γνώσεως· αλλά και ούτος υπό του Θεού εδιδάχθη, φωτισθείς ουρανόθεν το θείον μυστήριον. Και είχε τόσην σοφίαν και σύνεσιν, ώστε ηφάνισε την ειδωλολατρίαν και εστερέωσε την ευσέβειαν. Μάλιστα και του Σολομώντος σοφώτερος εφάνη. Διότι εκείνος μεν εμωράνθη κατόπιν δια την ηδονήν της σαρκός και προσκυνήσας τα είδωλα, εγένετο, φευ! Αντί εραστής της κατά κόσμον σοφίας, όπου ήτο πρότερον, πορνείας τρόπαιον και Θεού και Αγγέλων αλλότριος. Ο δε θαυμάσιος Κωνσταντίνος και πάνσοφος κατέστη και την Πίστιν ακράδαντον διεφύλαξε και την σωφροσύνην αμίαντον. Όθεν πρέπει να προτιμάται όλων των βασιλέων και περισσότερον πάντων να εγκωμιάζεται. Υπερεμάχησεν ο μέγας Πέτρος εις τινάς πόλεις, κηρύξας το ιερόν Ευαγγέλιον και τοιουτοτρόπως, ως κορυφαίος των Αποστόλων απήλαυσε της νίκης τον στέφανον. Ούτος όμως, ο τρισμακάριος, υπερεμάχησεν εις όλην την οικουμένην, έως ότου ηφάνισε τελείως τους ειδωλολάτρας και εστερέωσε την ευσέβειαν. Έλαβεν ουρανόθεν την κλήσιν ο μέγας Παύλος και έπαθε πολλά δια την ευσέβειαν, αλλ’ ομοίως και ούτος ο τρισόλβιος ουχί παρ’ ανθρώπων, αλλ’ εκ Θεού εδιδάχθη πρότερον το μυστήριον και εστερέωσε την Εκκλησίαν τοσούτον επιμελέστατα, ώστε ουδέ αι πύλαι Άδου, ήτοι τα στόματα των αιρετικών, να δυνηθούν να διασείσουν αυτήν. Πάντες δε ημείς παρά του Αγίου αυτού βασιλέως επλουτίσαμεν την επίγειον βασιλείαν και την ευσέβειαν. Αλλά και πάλιν αυτόν ας παρακαλούμεν πολλάκις να δέεται του Θεού, ο θεόστεπτος, ίνα εξαλείψη τα φρυάγματα των ασεβών και δώση πάλιν ειρήνην εις την Εκκλησίαν Αυτού, ίνα ούτω μείνωμεν οι ευσεβείς ανενόχλητοι και ατάραχοι. Ναι, ω Κωνσταντίνε, πανσεβέστατε και θεομακάριστε βασιλεύ, ευσεβέστατε και αυτοκράτορ Χριστομίμητε, Απόστολε τρισκαιδέκατε και δούλε Χριστού γνησιώτατε, θερμότατε βοηθέ των εν πίστει και αληθεία επικαλουμένων σε! Επάκουσον και ημών των πιστώς αιτουμένων παρά σου και ικέτευσον τον ελεήμονα Κύριον να λυτρώση από την αιχμαλωσίαν την πόλιν σου, να στερεωθή η ευσέβεια, υπερμάχησον δια την ποίμνην του Χριστού, χρηστότατε βασιλεύ θεόσοφε. Τους εν θαλάσση κυβέρνησον, τους εν συμφοραίς παραμύθησον, τους εν ανάγκαις βοήθησον, τους εν ασθενεία επίσκεψον και τους ευσεβείς αιχμαλώτους λύτρωσον! Και δια να είπωμεν γενικώτερον, άπασαν την Εκκλησίαν των Ορθοδόξων Χριστιανών, δια την οποίαν τοσούτον εκοπίασες, καλώς εν ειρήνη διαφύλαξον και πάσης βλάβης αμέτοχον τήρησον. Τους πιστώς δε και ευλαβώς εορτάζοντας την παναγίαν σου κοίμησιν και χαρμοσύνως εκτελούντας την πάνσεπτόν σου πανήγυριν, απερισπάστους εκ των ορωμένων και αοράτων εχθρών διαφύλαττε και πάντα τα προς σωτηρίαν αιτήματα αυτών χάρισαι. Και επάκουσον ημών των ταπεινών δεομένων σου και αξίωσον ημάς, ταις προς τον Δεσπότην Χριστόν ευπροσδέκτοις πρεσβείαις σου, ίνα επιτύχωμεν της αιωνίου μακαριότητος και Βασιλείας Αυτού, Ω πρέπει τιμή και προσκύνησις, συν τω ανάρχω Αυτού Πατρί και τω Παναγίω και αγαθώ και ομοουσίω Πνεύματι, εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΒ΄ (22α) Μαϊου, μνήμη του εν Αγίοις ενδόξου και καλλινίκου νέου Οσιομάρτυρος ΠΑΥΛΟΥ του Πελοποννη

Δημοσίευση από silver »


Παύλος ο νεολαμπής του Χριστού Οσιομάρτυς, πατρίδα είχε την περιφανή Πελοπόννησον, γεννηθείς εις το χωρίον Σοπωτόν της επαρχίας Καλαβρύτων, εις το οποίον και ανετράφη εκ γονέων Χριστιανών Ορθοδόξων, πτωχών μεν, αλλ’ εναρέτων, κληθείς κατά το άγιον Βάπτισμα Παναγιώτης. Δια να γνωρίσητε όμως εν πάση αληθεία πως ο εκ τοιαύτης αγαθής ρίζης ευθαλέστατος βλαστός περιέπεσεν εις το πτώμα της αρνήσεως και πως μετά ταύτα ανανήψας ανεδείχθη Όσιος και Μάρτυς του Χριστού ακούσατε την κατά πλάτος ιστορίαν αυτού, όπως έγραψεταύτην ο αείμνηστος Ιερομόναχος Ιάκωβος ο Αγιορείτης και την οποίαν ενταύθα παραθέτομεν. Υπερδεδοξασμένος ει Χριστέ ο Θεός ημών, ο αναδεικνύων νέους Μάρτυρας, νέους φωστήρας εν τω στερεώματι της Ανατολικής Ορθοδόξου Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, εις τους εσχάτους τούτους καιρούς, ότε η ευσέβεια, μωρία αποκαλείται παρά των αθέων ασεβών και βλασφήμων αθλίων αιρετικών. Προς τούτοις δε, εις τους καθ’ ημάς καιρούς, ονειδίζεται η Αγία ημών Εκκλησία υπό των ελεεινώς αποσπασθέντων κακοδόξων αιρετικών Λατίνων, οίτινες πλην των άλλων δυσφήμων κατηγοριών, τας οποίας εξήμεσαν κατά της Αγίας Ορθοδόξου ημών Ανατολικής Εκκλησίας, προσέθηκαν έτι και τούο, φλυαρούντες και λέγοντες, ότι δήθεν νέον Άγιον δεν ανέδειξεν αύτη από τον καιρόν του χωρισμού των Εκκλησιών, ενώ αυτοί οι πανάθλιοι, μη έχοντες να παρουσιάσουν νέους Αγίους, κατασκευάζουν γλυπτούς λεγομένους Αγίους, εκ λίθων, ξύλων και μετάλλων. Αλλ’ ας αισχυνθούν αισχύνην αιώνιον και ας εντραπούν, βλέποντες την Αγίαν ημών Εκκλησίαν, την άμωμον νύμφην του Σωτήρος Χριστού, κεκοσμημένην και εστεφανωμένην, ως δια πολυτίμων λίθων και μαργαριτών, δια νέων Μαρτύρων, Οσίων, Ιεραρχών και Ασκητών, ων την αγιότητα επιβεβαιοί η αφθαρσία, η άρρητος ευωδία η εκπεμπομένη εκ των αγίων αυτών Λειψάνων και τα άπειρα θαύματα, τα οποία τελούσιν. Αλλ’ ούτοι οι σχισματικοί Λατίνοι, μετά των λοιπών αιρετικών, λέγοντες δι’ εαυτούς ότι είναι σοφοί, εμωράνθησαν, διο και επαρθέντες υπό της εωσφορικής υπερηφανείας εσκοτίσθησαν τον νουν και ετυφλώθησαν. Διότι βλέποντες δεν βλέπουσι και ακούοντες δεν ακούουσι ουδέ εννοούν ότι, κατά την του Κυρίου φωνήν την λέγουσαν· «Τετύφλωκεν αυτών τους οφθαλμούς (0 εκ του ουρανού πεσών Εωσφόρος) και πεπώρωκεν αυτών την καρδίαν, ίνα μη ίδωσι τοις οφθαλμοίς και νοήσωσι τη καρδία και επιστραφώσι και ιάσομαι αυτούς»(Ιωάν. ιβ: 40, Ησ. στ΄ 10) και ούτω πλανώντες και πλανώμενοι εν σκότει διαπορεύονται. Ημείς όμως αφίνοντες τούτους τους αμετανοήτους, ως εθνικούς και τελώνας, επιστρέφομεν εις την υπόθεσιν του λόγου. Αρχόμεθα λοιπόν διηγούμενοι προς τους φιλομάρτυρας ακροατάς τον Βίον και το Μαρτύριον του Αγίου τούτου, όστις δεν είναι κατώτερος των παλαιών εκείνων Μαρτύρων ούτε κατά την προς τους τυράννους παρρησίαν και ομολογίαν της Πίστεως ούτε κατά τον μαρτυρικόν θάνατον, αλλά είναι κατά πάντα όμοιος και ισότιμος προς εκείνους. Ούτος λοιπόν ο ευλογημένος, παιδίον εισέτι μικρόν ανεχώρησεν εκ του χωρίου του και απήλθεν εις τας Πάτρας της Αχαϊας, όπου έμαθε την τέχνην των σανδαλοποιών. Διαμείνας δε εις την πόλιν αυτήν επί δεκατέσσαρα έτη, ειργάζετο την τέχνην του, διάγων βίον έντιμον και μηδένα επιβαρύνων, διότι δια του εργοχείρου αυτού ετρέφετο, κατά τον θείον Απόστολον Παύλον, λέγοντα· «Ταις χρείαις μου και τοις ούσι μετ’ εμού υπηρέτησαν αι χείρες αύται» (Πράξ. κ: 34). Εκείθεν δε αναχωρήσας επέστρεψεν εις την ιδίαν αυτού πατρίδα και εγκατεστάθη εις την πρωτεύουσαν της επαρχίας του τα Καλάβρυτα, όπου, ενοικιάσας εργαστήριον, ειργάζετο την τέχνην την οποίαν εξέμαθεν. Εκεί λοιπόν εργαζόμενος και καλώς πολιτευόμενος συνέβη να κλεισθή εις την φυλακήν παρά των ιδιοκτητών του εργαστηρίου του, οίτινες εζήτουν περισσότερον από το συμφωνηθέν ενοίκιον, κατά συνεργείαν βεβαίως του αντικειμένου, όστις περιέρχεται «ζητών τίνα καταπίη» (Α΄Πέτρου ε:8). Ούτος δε, μη δεχόμενος να δώση περισσότερον εκείνου το οποίον είχε συμφωνήσει, είπε, φεύ! τον φοβερόν λόγον· «Τούρκος να γίνω, εάν δώσω περισσότερον». Κατόπιν όμως βιασθείς επλήρωσε το ζητούμενον ενοίκιον. Μετά τον πικρόν εκείνον λόγον, ωθούμενος έτι περαιτέρω υπό του πονηρού, όστις εύρεν πλέον χώρον εν αυτώ, απήλθεν εις την Τρίπολιν της Πελοποννήσου, ήτις απέχει εκ των Καλαβρύτων ώρας οκτώ έως δέκα και περιερχόμενος μεθ’ ετέρων δύο φίλων του τα εκείσε χωρία έλεγεν ότι ήτο Τουρκος, δια να τρώγωσι και να πίνωσιν ελευθέρως. Κατόπιν τούτου, επανελθών εις την πόλιν της Τριπόλεως, μάλλον δε ελθών εις εαυτόν, ησθάνθη το κακόν εις το οποίον περιέπεσε και ούτω, άνευ βραδύτητος, μετέβη εις Πνευματικόν τινα Πατέρα και εξωμολογήθη την δεινήν συμφοράν του και το μέγα αμάρτημά του. Ο Πνευματικός τότε τον παρηγόρησε και τον ενεθάρρυνε να μη απογοητεύεται, απελθών δε και εις έτερον Πνευματικόν, ομοίως έτυχε νουθεσίας. Όμως ο μακάριος Μάρτυς δεν ανεπαύετο, ως ελεγχόμενος υπό της συνειδήσεως. Μετά δε ταύτα, αναλαβών εν τη ψυχή αυτού θείον έρωτα, μετέβη εις το αγιώνυμον όρος του Άθωνος δια να εύρη Πνευματικούς και θεοφόρους Πατέρας και επιτήχη την θεραπείαν του πτώματος. Φθάσας δε εις το Άγιον Όρος μετέβη κατ’ ευθείαν εις την ιεράν Λαύραν του Αγίου Αθανασίου και εκεί εύρε συμπατριώτην του τινά Μοναχόν, ονόματι Τιμόθεον, Πελοποννήσιον, όστις ήτο εκ του χωρίου του ονομαζομένου Ρωγούς. Τον Μοναχόν τούτον Τιμόθεον, ολίγα έτη προ της εν Κυρίω αυτού αναπαύσεως (λέγει ο συγγραφεύς του παρόντος) έφθασα ζώντα εν τω ημετέρω Ρωσικώ Κοινοβίω, ήτο δε τότε εις βαθύτατον γήρας και μοι διηγήθη τούτο το Μαρτύριον, μοι έδωκε δε εντολήν όπως γράψω τούτο δια του ταπεινού μου καλάμου, ίνα μη καλύψη αυτό ο τάφος της λήθης. Συνέζησε δε ούτος ικανόν καιρόν μετά του Αγίου και εις τους πνευματικούς αγώνας ομού ηγωνίζοντο. Εδέχθη λοιπόν αυτόν ο Μοναχός Τιμόθεος μετά πάσης χαράς και εκράτησεν αυτόν εις το διακόνημα του μαγειρείου, το οποίον είχεν εκείνος και συνεκοπίαζον εν αυτώ επί εν και ήμισυ έτος. Διηγηθείς τότε ο Άγιος λεπτομερώς όσα συνέβησαν εις αυτόν, εζήτει να εύρη θεραπείαν. Εκεί δε διαμείνας, μετά παρέλευσιν καιρού εγένετο Μοναχός Σταυροφόρος, μετονομασθείς εις Παύλον. Μετά δε ταύτα, αναχωρήσας ο Τιμόθεος εκ της Λαύρας, απήλθεν εις το Ρωσικόν Κοινόβιον, αδεία του Πνευματικού αυτού Πατρός, επειδή τότε είχε συσταθή το Ρωσικόν Μοναστήριον Κοινόβιον παρά του αειμνήστου Σάββα του Ιερομονάχου, Πελοποννησίου, του μετά ταύτα γενομένου κτίτορος μετά του αειμνήστου Σκαρλάτου Καλλιμάχη, αξιωματούχου του Φαναρίου, ανεγειράντων ταύτην την νέαν Μονήν επ’ ονόματι του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος και ιαματικού Παντελεήμονος. Μαθών δε ο μακάριος Παύλος την αναχώρησιν αυτού, απήλθε και αυτός εκεί και συναντήσας τον Τιμόθεον, έμεινε μετ’ αυτού εις το Ρωσικόν Κοινόβιον επί τρία έτη, εργαζόμενος την τέχνην του. Πολλούς δε αγώνας ετέλεσεν ο ευλογημένος Παύλος, κατά τον καιρόν κατά τον οποίον διέμενεν εις τούτο το Ιερόν Κοινόβιον, ήτοι αδιακόπους νηστείας, αγρυπνίας και απείρους μετανοίας. Εκ των πνευματικών τούτων αγώνων αυτού, τους οποίους αόκνως ειργάζετο ο Όσιος, ήναψεν εις την ψυχήν αυτού η ένθεος αγάπη προς τον γλυκύτατον Σωτήρα ημών και ούτως έλαβε πόθον να μαρτυρήση δια το πανάγιον Αυτού όνομα. Ο δε προρρηθείς Τιμόθεος και οι λοιποί Πατέρες ημπόδιζον αυτόν, αγνοούντες το αποβησόμενον δια το νέον της ηλικίας του, διότι ήτο τότε έως είκοσι πέντε χρόνων. Εκ ταύτης δε της αιτίας αναχωρήσας επέστρεψεν εις την Σκήτην της Αγίας Θεοπρομήτορος Άννης προς τινα Πνευματικόν Πατέρα, Ανανίαν, Ιερομόναχον, προς τον οποίον, εξομολογηθείς όλα αυτού τα συμβάντα, πρόσθεσε και τούτο, ότι επιθυμεί να λάβη τον υπέρ Χριστού θάνατον. Ο δε Πνευματικός κατ’ αρχάς δεν συνεφώνει προς τον σκοπόν του Μάρτυρος. Μετά δε ταύτα, ιδών τον πόθον και το στερεόν της γνώμης του, αφού ενουθέτησεν αυτόν, έθεσεν υπό την πρέπουσαν δοκιμασίαν. Ήτοι επί τεσσαράκοντα ημέρας να νηστεύη αδιακόπως, να αγρυπνή και να προσεύχεται ακαταπαύστως, κάμνων απείρους μετανοίας. Ούτως ενέδυσεν αυτόν το μέγα και Αγγελικόν Σχήμα. Κατόπιν, κοινή γνώμη και αδεία των Πατέρων της Σκήτης και με την συγχώρησιν του Πνευματικού του Πατρός Ανανίου, απέστειλαν εις το στάδιον του Μαρτυρίου. Όθεν, εφοδιασθείς δια των πατρικών ευχών, επορεύετο εις την οδόν του Μαρτυρίου αυτού χαίρων. Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας, κατά τας οποίας έμελλε να αναχωρήση ο Μάρτυς δια την πατρίδα του Πελοπόννησον, είδεν ο προρρηθείς Τιμόθεος, εν οράματι, ότι ευρέθη εις την Λαύραν έμπροσθεν της τραπέζης του Μοναστηρίου απέναντι της Εκκλησίας και εκεί είδεν ότι ήλθεν ο μακάριος Παύλος, ενδεδυμένος με τα ράσα του, τα οποία ήστραπτον εκ της λαμπρότητος, και εκράτει εις τας χείρας του εν ποτήριον πλήρες αίματος, λέγων προς αυτόν· «Πίε, αδελφέ». Εκείνος δε δεν ήθελε να πίη, λέγων ότι δεν δύναται, επειδή είναι αίμα. Ο δε θείος Μάρτυς εβίαζεν αυτόν να πίη, λέγων ότι είναι γλυκύτατον. Όθεν, λαβών τούτο ο Τιμόθεος, έπιεν ολίγον. Και τόσον γλυκύ του εφάνη, ώστε ηλλοιώθη ο νους αυτού από την ανέκφραστον εκείνην ηδονήν, αργότερον δε, ότε εξύπνησεν, ησθάνετο την γλυκύτητα εκείνην παραμένουσαν ακόμη εις το στόμα του. Ως δε ο Τιμόθεος είπεν ότι είναι γλυκύτατον, απεκρίθη προς αυτόν ο Μάρτυς· «Αισθάνεσαι, αδελφέ μου, οποίαν γλυκύτητα έχει; Διατί λοιπόν με εμποδίζεις»; Κατ’ εκείνας δε τας ημέρας, ως είπομεν, ανεχώρησεν ο Μάρτυς δια την πατρίδα του Πελοπόννησον. Φθάσας δε εκεί μετέβη εις την Ιεράν Μονήν της Δεσποίνης ημών Θεοτόκου του Μεγάλου Σπηλαίου, κειμένην εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων και εκεί έμεινεν ημέρας τεσσαράκοντα. Νηστεύων δε και αγρυπνών, παρεκάλει την Κυρίαν ημών Θεοτόκον να ενισχύση αυτόν εις τον αγώνα του ιερού Μαρτυρίου. Εκεί δε διατρίβων, επληροφορήθη δι’ οπτασίας, την οποίαν είδε και το είπεν εις τους Πατέρας, όμως δεν εφανέρωσεν εις αυτούς οποία ήτο η οπτασία. Ούτω, λαβών θάρρος, ανεχώρησεν εκείθεν και επορεύετο την οδόν του Μαρτυρίου, χαίρων και αγαλλόμενος και δοξάζων την υπερύμνητον Κυρίαν ημών Θεοτόκον, ήτις δεν παρείδε τας δεήσεις αυτού. Μετέβη δε κατ’ ευθείαν εις τα Καλάβρυτα και εκείθεν εις Τρίπολιν. Έπειτα κατήλθεν εις Ναύπλιον, όπου ήτο εις εξάδελφος αυτού τουρκευμένος και, ευρών αυτόν ο Μάρτυς, παρεκίνησε και ενουθέτησε να επιστρέψη εις την του Χριστού πίστιν και να εγερθή εκ του δεινού πτώματος της αρνήσεως του Χριστού. Εκείνος δε, φοβούμενος τας τιμωρίας των τυράννων, κατ’ αρχάς μεν δεν ήθελεν, ύστερον δε επέστρεψεν, επειδή ο Μάρτυς έλεγε προς αυτόν· «Ελθέ μετ’ εμού, δια να ιδής πως θέλω υπομείνει τα μαρτύρια, με την χάριν και την βοήθειαν του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού, δια πρεσβειών της Παναγίας Αυτού Μητρός». Ούτω παραλαβών τούτον συνοδίτην μετέβη εις την Τρίπολιν και χωρίς αναβολήν παρουσιάσθη εις τον μουφτήν και λέγει προς αυτόν· «Θέλω να κάμης δι’ εμέ κρίσιν αληθή και δικαίαν». Ο δε μουφτής είπε· «Θέλω πράξει τούτο». Ο Μάρτυς τότε είπεν· «Εγώ, όταν ήμην παιδίον, είχον εν σκεύος πολύτιμον χρυσούν κεκοσμημένον με λίθους πολυτίμους και εις ψεύστης με ηπάτησεν, ως παιδίον ανόητον, και το ήρπασεν, αντ’ εκείνου δε μοι έδωκεν άλλο, ψευδές. Λοιπόν είναι δίκαιον να λάβω πάλιν το σκεύος μου το αληθινόν ή όχι»; Απεκρίθη ο μουφτής· «Να το λάβης με πάσαν δικαιοσύνην». Είπε τότε ο Μάρτυς· «Λοιπόν δος μοι απόδειξιν». Τοιουτοτρόπως λαβών την απόδειξιν ανήλθεν εις το δικαστήριον του ηγεμόνος, μετά του προειρημένου εξαδέλφου του. Ουδείς δε ημπόδισεν αυτόν, εκ τόσου πλήθους λαού, ούτε καν ηρώτησε τι ήθελε, διότι έτυχε την ημέραν εκείνην να γίνεται συνέλευσις και δια τούτο παρευρέθησαν εκεί όλοι οι έγκριτοι της Πελοποννήσου, Αρχιερείς και πάντες οι προεστώτες των επαρχιών και χωρίων, επειδή τότε οι Αγαρηνοί είχον λάβει υποψίαν επαναστάσεως τινός. Εις δε των παρευρεθέντων εκεί τότε, συγγενής του Γέροντος Τιμοθέου, ήκουσε τους λόγους του Οσιοάθλου Παύλου και ιδίοις οφθαλμοίς είδε το λαμπρόν Μαρτύριον αυτού διηγήθη δε πάντα ταύτα εις τον Τιμόθεον, απελθόντα μετέπειτα εις Πελοπόννησον, κατά τον καιρόν της Ελληνικής Επαναστάσεως. Αναβάς λοιπόν, ως προείπομεν, εις το δικαστήριον ο γενναίος του Χριστού Αθλητής, παρουσιάσθη αφόβως έμπροσθεν του ηγεμόνος και έδωκεν εις χείρας του την απόδειξιν. Αναγνώσας δε ο ηγεμών είπεν εις τον Μάρτυρα· «Και ποίος είναι ο αντίδικός σου; Ας έλθη εδώ». Απεκρίθη τότε ο Μάρτυς· «Συ ο ίδιος». Λέγει ο ηγεμών· «Εγώ ουδέποτε σε είδον». Πληρωθείς τότε πίστεως και Πνεύματος Αγίου ο Μάρτυς, είπε· «Πριν από σε, ήτο άλλος, όστις με ηπάτησε και αρπάσας την αληθινήν παρακαταθήκην μου μου έδωσε ταύτην την ψευδή του Μωάμεθ, του ψεύστου, του απατεώνος, του λαοπλάνου, του ασεβούς». Τότε ο ηγεμών έκπληκτος είπεν εις τον Μάρτυρα· «Έχε τον νουν σου και ομολόγησον την πίστιν την οποίαν εδέχθης χωρίς να σε βιάση ουδείς, διότι άλλως θα σε κατακαύσω ζωντανόν». Όμως ο Μάρτυς απεκρίθη· «Εάν και μυρίους ακόμη θανάτους μου δώσης, δεν θέλω αρνηθή ποτέ την αληθή Πίστιν μου. Σεις είσθε ακάθαρτοι και άσωτοι. Διότι ποίαν καθαρότητα έχετε δια να αναγκάζετε ημάς να έλθωμεν εις την ιδικήν σας ασέβειαν και να αρνηθώμεν την αληθή, αμώμητον και αγίαν Πίστιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού»; Μετά δε τους λόγους τούτους, σταθείς ο Μάρτυς έμπροσθεν πάντων, εκήρυττε μετά μεγάλης παρρησίας την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και την ένσαρκον επί της γης Αυτού παρουσίαν, την εκ της Παρθένου Μαρίας άσπορον Γέννησιν, τα άπειρα και εξαίσια θαύματα τα οποία ετέλεσεν εν πάση τη αγιωτάτη Αυτού ζωή, τον Σταυρικόν θάνατον τον οποίον υπέστη υπέρ της σωτηρίας του γένους των ανθρώπων, την ένδοξον Ανάστασιν και την εις ουρανούς Ανάληψιν. Τότε οι παρευρεθέντες εκεί Χριστιανοί, ακούοντες τους ιερούς τούτους λόγους του Μάρτυρος και γνωρίζοντες ότι είναι αγράμματος εθαύμασαν και, ως δι’ ενός στόματος, είπον· «Τω όντι και εις τούτον τον νεώτερον Μάρτυρα, καθώς και εις τους παλαιούς, επληρώθη το ιερόν λόγιον του Κυρίου· «Εγώ γαρ δώσω υμίν στόμα και σοφίαν η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν» (Λουκ. κα: 15). Οι δε Αγαρηνοί ώρμησαν ομοθυμαδόν δια να ξεσχίσουν το άκακον αρνίον του Χριστού, εάν ήτο δυνατόν, με τους όνυχάς των, ως πάλαι οι Ιουδαίοι οι λιθοβολήσαντες τον Πρωτομάρτυρα Στέφανον. Μετά δε ταύτα, δοκιμάσας αυτόν ο ηγεμών με διαφόρους τρόπους και εννοήσας το αμετάθετον της γνώμης του, εξέδωκεν ευθύς την απόφασιν να τον καύσουν. Τινές όμως των Αγαρηνών ηναντιώθησαν, δια να μη έχουν έπειτα οι Χριστιανοί τα εναπομείναντα εκ των λειψάνων του και τον τιμούν ως Άγιον. Ένεκα τούτου έδωσε δευτέραν απόφασιν ο ηγεμών: Να καρατομήσουν αυτόν δια τριών ξιφισμών προς περισσοτέραν βάσανον. Τότε οι υπηρέται του τυράννου, παραλαβόντες τον Μάρτυρα, εξέβαλον του δικαστηρίου και τύπτοντες και μαστιγουντες αυτόν, έφερον εις τον ορισθέντα τόπον της καταδίκης. Εκεί ο γενναίος του Χριστού Μάρτυς, γονυπετήσας και υψώσας τον νουν προς τον ουρανόν, προσηυχήθη προς τον εν Τριάδι Θεόν ημών. Έπειτα είπε προς τον δήμιον, θαρρύνων αυτόν· «Τώρα θέλω ίδει αν είσαι ανδρείος, καθώς λέγεις». Εκείνος δε επαρθείς εκ του λόγου του Αγίου, απέτεμε την ιεράν αυτού κεφαλήν δι’ ενός μόνον κτυπήματος αντί να τελειώση αυτόν δια τριών, ως είχε προσταχθή. Ούτως έλαβεν ο αοίδιμος τον αμάραντον στέφανον του Μαρτυρίου και απήλθεν η μακαρία αυτού ψυχή προς ον επόθησε Σωτήρα Χριστόν τον Θεόν ημών, ίνα αγάλλεται μετά του συνωνύμου αυτού, του σκεύους της εκλογής, Παύλου του Αποστόλου και των λοιπών Οσίων και Μαρτύρων, πρεσβεύων υπέρ ημών προς Κύριον. Το δε τίμιον αυτού Λείψανον έμεινε τρεις ημέρας ερριμμένον εις τον τόπον όπου ετελειώθη, προστάξαντος του δυσσεβούς τυράννου, ότι, όστις θα επλησίαζεν ή θα ελάμβανε μέρος εξ αυτού ή μέρος των ιματίων του ή αίμα, να τιμωρήται δια θανάτου. Ως εκ τούτου ουδείς των Χριστιανών ετόλμα ούτε καν να διέλθη εκείθεν, επειδή είχε διατάξει και στρατιώτας να φυλάττουν, μήπως τις εκ των Χριστιανών κλέψη το άγιον αυτού Λείψανον. Αλλ’ όμως ο αντιδοξάζων τους Αυτόν δοξάζοντας Κύριος, εδόξασε και τον Μάρτυρα Αυτού. Διότι την νύκτα εφαίνετο άγιον φως, ως φλοξ πυρός, άνωθεν του ιερού Λειψάνου του θείου Μάρτυρος, οι δε μιαροί υπηρέται του αντιχρίστου Μωάμεθ έλεγον· «Βλέπετε; Επειδή δεν εδέχθη την πίστιν μας, ο Θεός έρριψε πυρ δια να τον κατακαύση». Μετά δε την τρίτην ημέραν έρριψαν το τίμιον αυτού Λείψανον εις τον τόπον των ακαθαρσιών του οίκου του ηγεμόνος, προστάξαντος τούτο, ίνα μη το εύρουν οι Χριστιανοί και το έχουν δι’ Άγιον. Έμεινε δε εκεί εις τον ακάθαρτον τόπον επί είκοσιν ημέρας. Μαθόντες τούτο οι Χριστιανοί, μεγάλως ελυπήθησαν. Όμως δύο φίλοι του Αγίου εσκέφθησαν να κάμωσι κάθε τρόπον δια να εκβάλωσι το άγιον Λείψανον από εκείνον τον άτιμον και ακάθαρτον τόπον και να ενταφιάσουν αυτό εντίμως εις τόπον καθαρόν και επίσημον. Εις λοιπόν εξ αυτών, λαβών ένα κάλαθον, περιήρχετο το μέρος εκείνο, ως έχων υπηρεσίαν τινά δια την εργασίαν των δερμάτων. Ούτος ηρεύνα μήπως ίδη τι σημείον του Λειψάνου. Ερευνών δε και περιεργαζόμενος, είδεν εκ μιάς οπής ολίγον έξω τον πόδα του Αγίου και απελθών, χαίρων ανήγγειλε τούτο εις τον αναμένοντα φίλον του. Όθεν ελθόντες, νύκτα βαθείαν, εμεγέθυναν την οπήν και ούτως εξέβαλον το τίμιον Λείψανον. Όμως δεν εύρον την αγίαν αυτού Κάραν, επειδή είχε πέσει παράμερα και από τον φόβον των δεν ηρεύνησαν τότε. Την δε επομένην ημέραν, περιερχόμενος και ερευνών ο προρρηθείς φίλος του Αγίου, είδε και την αγίαν Κάραν και ούτω την νύκτα, ελθόντες αμφότεροι, παρέλαβον και πλύναντες το τίμιον Λείψανον ενεταφίασαν ομού μετά της αγίας Κάρας εις τόπον καθαρόν και επίσημον, εις την Ιεράν Μονήν του Αγίου Νικολάου, επιλεγομένην Βάρσαις, απέχουσαν από την Τρίπολιν έως δύο ώρας. Εις δόξαν τιμήν και προσκύνησιν Πατρός, Υιού και Αγίου Πνεύματος της Παναγίας Τριάδος, του Ενός και μόνου Θεού του δοξαζομένου εν τοις Αγίοις Αυτού και αντιδοξάσαντος τον δοξάσαντα αυτόν νέον Οσιόαθλον Παύλον, τον γνήσιον αυτού Μάρτυρα. Ου ταις ευπροσδέκτοις αγίαις πρεσβείαις λυτρούμενοι της ατελευτήτου κολάσεως, τύχοιμεν της αιωνίου Βασιλείαις των ουρανών. Αμήν. Ταις των σων Αγίων πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον ημάς. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΓ΄ (23η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών και Ομολογητού ΜΙΧΑΗΛ Επισκόπου Συννάδων.

Δημοσίευση από silver »


Μιχαήλ ο Όσιος Πατήρ ημών ο Ομολογητής, ο Επίσκοπος Συννάδων, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Λέοντος Ε΄ του Αρμενίου του βασιλεύσαντος κατά τα έτη ωιγ΄ - ωκ΄ (813 – 820). Η ζωή του Οσίου τούτου υπήρξε τόσον λαμπρά και διαυγής, ώστε ολίγοι έχουσι να επιδείξωσι τοιαύτην. Διότι πράγματι πολλοί εξ εκείνων όσοι έζησαν εν τω παρόντι βίω την κατά Θεόν ζωήν και πάση δυνάμει εσπούδασαν την αρετήν, ίνα ευαρεστήσωσι τω Θεώ, δια παντός τρόπου απέδειξαν εις τους πολλούς ταύτην και επίζηλοι εγένοντο. Και άλλοι μεν εκ τούτων, καθαρίσαντες εαυτούς δια της ασκήσεως και της εγκρατείας, απέβησαν σκεύη εκλεκτά και ιερά κατασκηνώματα του Παναγίου Πνεύματος, άλλοι δε, πιστώς ακολουθούντες τους λόγους του Κυρίου και την ελεημοσύνην ως πράξιν ευάρεστον εις τον Θεόν ασκούντες, απήλαυσαν την αμοιβήν της αρετής αυτών παρά του Δεσπότου Χριστού του υποσχομένου τα ίσα εις άπαντας. Έτεροι πάλιν, εκ των θερμοτέρων του Θεού φίλων, μιμούμενοι τα πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ωμολόγησαν το όνομα Αυτού ενώπιον βασιλέων και τυράννων, ανεχόμενοι εν άκρα υπομονή φυλακάς, εξορίας, ταλαιπωρίας, κακώσεις, απειλάς και πληγάς παρά των σκληρών εκείνων και θεοστυγών βασιλέων και αρχόντων, τέλος δε και το αίμα αυτών προσέφερον υπέρ του ονόματος του Σωτήρος, εις ουδέν έτερον αποβλέποντες, ει μη όπως γίνωσι κληρονόμοι της Βασιλείας των ουρανών. Πάντα δε τα του κόσμου τούτου πράγματα, ήτοι αρχάς, αξιώματα και ό,τι ωθεί τον άνθρωπον προς το αποβλέπειν και ελπίζειν εις τον πλάνον τούτον κόσμον, ουδόλως εσκέφθησαν οι θεοφιλείς και θεόσοφοι ούτοι άνθρωποι, αλλ’ απέρριψαν ταύτα, ως τελείως άχρηστα και άξια περιφρονήσεως. Εις εκ των γενναίων τούτων προμάχων της του Χριστού Εκκλησίας υπήρξε και ο εν Αγίοις ούτος Πατήρ ημών και Ομολογητής του Χριστού Άγιος Μιχαήλ, ο των Αγγέλων ομώνυμος, όστις ουδενός εκ των αποκτωμένων μετά κόπου και μόχθου, αρεστών δε και εντίμων ενώπιον Θεού, ήτο αμέτοχος. Αλλά πάντα ταύτα απέκτησε και διετήρησε, τα πάντα έπαθε, τα πάντα υπέμεινε. Φέρων δε τα στίγματα του Κυρίου εν τω σώματι αυτού, εθεώρει ταύτα ως καύχημα, μετά του ουρανοβάμονος Παύλου. Των δε βδελυκτών και παρά Θεού αποστρεφομένων ουδενός μετείχεν, αλλ’ εβδελύσσετο πάντα και απέφευγε, διατηρήσας ούτω, εξ απαλών ονύχων, το κατ’ εικόνα Θεού καθαρόν και αλώβητον. Όθεν και του Αγίου Πνεύματος σκεύος ιερόν και κατοικητήριον εγένετο. Τούτου του Αγίου τον Βίον διηγούμαι σήμερον προς τους αγαπητούς ακροατάς, τους αγώνας και τους άθλους αυτού, τους κατά Θεόν ιδρώτας και πόνους, ους υπέμεινεν, υπέρ μάλιστα των αγίων Εικόνων. Πατρίς του Οσίου τούτου Πατρός ημών Μιχαήλ, εις την οποίαν εγεννήθη και ανετράφη και της οποίας κατόπιν διδάσκαλος και Ποιμήν εγένετο, ήτο η εν Φρυγία της Μικράς Ασίας λαμπρά και ένδοξος πόλις των Συννάδων. Οι γονείς αυτού ήσαν πλούσιοι εκ των τα πρώτα φερλοντων, όμως εθλίβοντο επειδή δεν είχον τέκνα. Όθεν εδέοντο θερμώς του Θεού να δώση εις αυτούς τέκνον, υποσχόμενοι να αφιερώσουν τούτο, ως ήθελε γεννηθή, εις τον εν τη πόλει των ευρισκόμενον Ναόν του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Επειδή δε ο Θεός, ο ποιών το θέλημα των φοβουμένων Αυτόν, εδώρησεν εις αυτούς τέκνον, ωνόμασαν αυτό δια του ονόματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ευθύς λοιπόν εξετέλεσαν την υπόσχεσίν των. Ως δε ανήρχετο κατά την ηλικίαν ο Μιχαήλ, σφόδρα εμίσει και απεστρέφετο τας των παίδων ασχολίας, ως εννοών, ότι ουδέν το ωφέλιμον ήθελεν αποκομίσει εξ αυτών. Αντιθέτως, ως εισήλθεν εις το διδασκαλείον, εκάθητο σεμνοπρεπώς μετά σωφροσύνης, προσέχων εις μόνα τα υπό του διδασκάλου λεγόμενα. Εκείθεν δε επανήρχετο εις την οικίαν του, έχων συνοδοιπόρους την φρόνησιν και την ευσχημοσύνην. Ούτω πορευόμενος ο παις Μιχαήλ, εντός ολίγου εξέμαθεν άπαντα τα εις τα σχολεία διδασκόμενα μαθήματα και προήχθη εις την εκμάθησιν της γραμματικής, της ποιήσεως και άλλων ανωτέρων μαθημάτων, τυχών, επί τούτοις, φύσεως δεξιάς. Όθεν πάντες εθαύμαζον την σοφίαν αυτού και επεθύμουν να ακροώνται των συνετών αυτού λόγων. Οι άρχοντες των Συννάδων προσεκάλουν αυτόν και προέτεινον προς λύσιν απορίας άξια και δυσνόητα, ούτος δε έλυε ταύτα, άνευ της ελαχίστης δυσκολίας. Τούτων ούτως εχόντων, ο Άγιος ουδέν περισσότερον επεθύμησεν, ει μη την μοναδικήν πολιτείαν, ήτις ουδέν άλλο είναι ή η αποφυγή της δόξης του κόσμου τούτου και η μετά του Θεού ένωσις. Όθεν, εγκαταλείψας την πατρίδα αυτού, έφυγεν εις Κωνσταντινούπολιν, όπου εύρε τον αγιώτατον Θεοφύλακτον τον μετέπειτα Επίσκοπον Νικομηδείας, όστις, καταφρονήσας πάσαν δόξαν και φαντασίαν, ειργάζετο την αρετήν, την δωρίζουσαν τον εκ Θεού στέφανον. Ήτο δε πρότερον ο Θεοφύλακτος βοηθός του Αγίου Ταρασίου προ της ανόδου του εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, ότε εισέτι ετύγχανε του μεγίστου αξιώματος του γραμματέως του βασιλέως επί των απορρήτων ήτοι μυστικών υποθέσεων του Κράτους, απολαμβάνων ως εκ τούτου πάσης τιμής και δόξης. Αλλ’ ως ουδέν λογιζόμενος τούτο ο μακάριος Ταράσιος εκάρη Μοναχός και προέκοψεν εν πάση αρετή, ίνα δε μη μείνη ο λύχνος κεκρυμμένος εις τόπον σκοτεινόν και αφεγγή, αλλ’ ίνα τεθή «επί τη λυχνίαν», ως ο Κύριος λέγει (Ματθ. ε:15) προς φωτισμόν των εν τω οίκω του Θεού, αυτή αύτη η αρετή αυτού ανεβίβασεν αυτόν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, ως θεμέλιον του Ορθοδόξου πληρώματος και καύχημα των εργαζομένων την αρετήν και την ευσέβειαν. Συνώκησαν λοιπόν ο Μιχαήλ και ο Θεοφύλακτος ηνωμένοι εν θεία αγάπη, τόσον ώστε να δύνανται να λεχθούν δι’ αυτούς οι του Προφήτου λόγοι· «Ιδού δη τι καλόν ή τι τερπνόν, αλλ’ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό»; (Ψαλμ. ρλβ΄ 1). Οι δύο ούτοι ουρανόπαμπτοι στύλοι, οι δύο φαεινοί φωστήρες, οι δύο έτεροι του Χριστού Απόστολοι, καταλαμπρύνουσιν άπαν το της Εκκλησίας πλήρωμα, δια της ορθότητος των δογμάτων αυτών. Ολίγον δε καιρόν αφ’ ότου εγκατέλειψε τον Πατριαρχικόν θρόνον Παύλος ο Κύπριος (780 – 784), η βασίλισσα Ειρήνη και ο Ορθόδοξος Κλήρος μετά των ευσεβών αρχόντων και του λαού, μετεκάλεσαν εκ της Μονής αυτού εις τον Πατριαρχικόν θρόνον τον Ταράσιον (784 – 806). Τότε ο Μιχαήλ και ο Θεοφύλακτος προσκληθέντες υπό του Αγίου Ταρασίου και ερωτηθέντες περί του σκοπού των και του βίου, τον οποίον επιθυμούσι να διάγωσιν εν τω κόσμω τούτω, απεκρίθησαν, ότι παντός άλλου προτιμώσι το Μοναχικόν πολίτευμα, ως προσφέρον μεγάλην ωφέλειαν εις την ψυχήν. Ο Πατριάρχης τότε επέτρεψεν εις αυτούς την κατά Θεόν πολιτείαν, έπεμψε δε αυτούς εις το Μοναστήριον, το οποίον ούτος ο θείος Ταράσιος ωκοδόμησεν, εις το στενόν το προς τον Εύξεινον Πόντον. Μεταβάντες όθεν εκεί οι δύο ούτοι μακάριοι άνδρες και αμιλλώμενοι προς αλλήλους εις πάντα πνευματικόν αγώνα, προώδευον εις τας αρετάς, φυλάττοντες τας του Κυρίου εντολάς ημέραν και νύκτα. Τόσον δε σκληρόν βίον διήγον, ώστε άπαξ μόνον της ημέρας, μετά την δύσιν του ηλίου, έτρωγον ολίγον άρτον ξηρόν, έπινον ύδωρ και εγύμναζον εαυτούς δια παντοίων άθλων και αγώνων, ήτοι της πείνης, της δίψης, της παννυχίου στάσεως, της σπουδής και της μελέτης των θείων Γραφών. Τεθωρακισμένοι δε δια των όπλων της νηστείας, ηγωνίζοντο να καταβάλουν τον της σαρκός πόλεμον. Συν δε τούτοις έφερον μεθ’ εαυτών ως ιδιαίτερον κόσμημα και την της ταπεινοφροσύνης και της ιλαρότητος αρετήν, ώστε τα ανδραγαθήματα τούτων εκηρύττοντο εις όλον τον κόσμον. Από ταύτα θα αναφέρωμεν εν, ίνα εκ του όνυχος γνωρίσωμεν τον λέοντα. Ενώ κάποτε εθέριζον και ένεκα της ώρας ο πόνος αυτών και ο καύσων ήτο υπερβολικός, εδίψασαν. Ελθόντες τότε πλησίον αγγείου τινός, εντός του οποίου ήτο ύδωρ δροσερώτατον, ήνοιξαν την εκ χαλκού στρόφιγγα. Όμως δεν έπιον, αλλ’ επροτίμησαν να χυθή το ύδωρ εις την γην ή να γευθούν τούτου, διότι είχον υποσχεθή να εγκρατευθούν μάλλον ή να ηττηθούν υπό της δίψης και να υποχωρήσουν εις το θέλημα της σαρκός. Μαθών όθεν ο μέγας Πατριάρχης Ταράσιος την κατά Θεόν προκοπήν και την άσκησιν αυτών και καλέσας τούτους εις την μεγάλην Εκκλησίαν, ανέδειξεν αμφοτέρους σκευοφύλακας. Αλλά και ενταύθα οι μακάριοι λαμπροτέραν κατέστησαν την αρετήν των και όσον προσεπάθουν να κρυβούν, τόσον φανεροί εις πάντας εγένοντο. Επειδοί και εκ μόνης της θεωρίας εγνωρίζετο η καθαρότης της ψυχής των και η Χάρις του εν αυτοίς κατοικούντος Παναγίου Πνεύματος.Τούτους λοιπόν τους Αγίους βλέπων ο θείος Ταράσιος προοδεύοντας εις την οδόν της αρετής, εβίαζε να προαγάγη εις το της ιερωσύνης αξίωμα. Αλλ’ ούτοι τελείως ηρνούντο να δεχθούν τούτο. Τέλος, καταπείσας αυτούς, εχειροτόνησεν Ιερείς και λειτουργούς του Υψίστου και μετά μικρόν προεβίβασεν αυτούς εις το της Αρχιερωσύνης μέγα αξίωμα, ουχί δια παρακλήσεως αυτών ή άλλου τινός ή δι’ αμοιβής χρημάτων, άπαγε! Ως τώρα η συνήθεια έχει, ώστε η μεν σιμωνία να επισκιάζη την αρετήν, η δε κακία να καταλαμβάνη την ευσέβειαν και να αποκαθιστά τους πολλούς ουχί Ποιμένας και Αρχιερείς του Αγίου Πνεύματος, αλλά λύκους αγρίους, δέρματα προβάτων ενδεδυμένους και μάλλον λυμαινομένους το του Χριστού ποίμνιον ή οδηγούντας αυτό εις νομάς σωτηρίους! Αλλά προήχθησαν εις το υψηλόν της Αρχιερωσύνης αξίωμα δια της ψήφου και της δοκιμασίας της Παναγίας Τριάδος, της οποίας το θείον φως υπήρχεν ένοικον εις αυτούς, όντας αξίους του μεγάλου τούτου υπουργήματος. Ο μεν λοιπόν θείος Θεοφύλακτος ανήλθεν επί του Αρχιερατικού θρόνου της Νικομηδείας, ο δε ιερός Μιχαήλ επί του της ενδόξου Μητροπόλεως Συννάδων, όπου εγεννήθη και ανετράφη. Τότε ηδύνατό τις να ίδη Αρχιερέα του Θεού αληθή, ενδεδυμένον δικαιοσύνην και κεκοσμημένον δι’ οσιότητος, ακολουθούντα τα ίχνη του Διδασκάλου αυτού δι’ έργου και δια λόγου, ορθοτομούντα τον λόγον της αληθείας και φυλάττοντα την Πίστιν ασάλευτον, όσιον δε και άκακον, πράον, μακρόθυμον, φιλάνθρωπον, αόργητον, το δε σπουδαιότερον, σεβάσμιον, ελεήμονα, συμπαθή και φιλόπτωχον, ως είναι δυνατόν να συμπεράνη τις εκ των έργων αυτού, επειδή πολλούς Ιερούς Ναούς και Μοναστήρια και άλλα ιδρύματα ανήγειρε προς σωτηρίαν και περίθαλψιν των ξένων και ορφανών, εγένετο προστάτης χηρών και ξένων, επίσκεψις πτωχών, πλουτισμός πενήτων και των ενδεών πρόθυμος χορηγός. Αλλ’ ο εχθρός της αληθείας και πολέμιος του γένους των ανθρώπων δεν υπέμεινε βλέπων, ότι τα καθ’ εκάστην τελούμενα ευσεβή και θεοφιλή έργα προοδεύουσι. Δια τούτο πάντοτε προσεπάθει να ανακόπτη και να εμποδίζη τα έργα του Αγίου. Αλλ’ ο Άγιος, δι’ ευχών, αγρυπνιών και δεήσεων, εξεδίωκε κατησχυμμένον τον εχθρόν. Κατά το έτος ωστ΄ (806) ο Πατριάρχης Άγιος Ταράσιος, ως άνθρωπος, ανεπαύθη εν Κυρίω, διεδέχθη δε αυτόν εις τον Πατριαρχικόν θρόνον ο Άγιος Νικηφόρος (806 – 815), όστις, ως ένθερμος ζηλωτής της Πίστεως του Χριστού, καλώς και θεοφιλώς εκυβέρνα την του Θεού Αγίαν Εκκλησίαν και εποίμαινε τον λαόν του Θεού ευσεβώς και ορθοδόξως, του από γενικού Νικηφόρου Α΄ (802 – 811) κατέχοντος τότε τα σκήπτρα της βασιλείας, διαδεχθέντος την Ειρήνην (797 – 802), του δε Νικηφόρου νικηθέντος και φονευθέντος εις τον κατά των Βουλγάρων πόλεμον, διεδέχθη κατά το ένατον έτος της βασιλείας αυτού ο υιός του Σταυράκιος (811). Αλλά και τούτον αποθανόντα, μετά πεντάμηνον βασιλείαν, διεδέχθη ο γαληνότατος και φιλόχριστος Μιχαήλ Α΄ ο Ραγκαβές (811 – 813). Τούτου δε αγωνιζομένου εις Βουλγαρίαν μετά του στρατού αυτού κατά των Βουλγάρων, ο κάκιστος Λέων ο Αρμένιος, επαναστατήσας κατ’ αυτού, ανεκηρύχθη δι’ απάτης και δόλου βασιλεύς, υπό το όνομα Λέων Ε΄ (813 – 820), τον δε Μιχαήλ μετά των τέκνων αυτού κατέταξεν εις το πολίτευμα των Μοναχών. Ο Λέων επ’ ολίγον μεν χρόνον εφαίνετο ότι είναι ευσεβής και Ορθόδοξος, κατόπιν όμως εξεδήλωσε την μιαράν αυτού γνώμην, εγείρας ακήρυκτον διωγμόν κατά των αγίων Εικόνων, των οποίων η προσκύνησις αυστηρώς απηγορεύθη δια βασιλικού διατάγματος. Και όχι μόνον τούτο, αλλ’ εάν ευρίσκετο Εικών εις τοίχον εζωγραφημένη ή εις σανίδας, εσχίζετο και κατεκαίετο. Ως δε επήλθεν αύτη η συμφορά και διέδραμεν άπαντα τον κόσμον η άθεος αυτή προσταγή, οι Χριστιανοί, σφόδρα θλιβόμενοι και πικρώς δακρυρροούντες, έλεγον· «Καλλίτερον να αποθάνωμεν πάντες εν μια ημέρα παρά να βλέπωμεν την αγίαν Εικόνα Χριστού του Θεού ημών, καθώς και τας της Υπεραγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων καταφρονουμένας και καταπατουμένας προ των οφθαλμών ημών, μη δυνάμενοι δε να αντιταχθώμεν». Επειδή δε η κακία του ασεβούς βασιλέως ακόμη περισσότερον ηύξανεν, ο θείος Νικηφόρος, ζήλω θείω κινούμενος, συνήθροισε πέριξ αυτού τους πρωτίστους των Αρχιερέων, Ευθύμιον τον Σάρδεων, Αιμιλιανόν τον Κυζίκου, Ιωσήφ τον Θεσσαλονίκης, Ευδόξιον τον Αμορίου, Θεοφύλακτον τον Νικομηδείας, Μιχαήλ τον Συννάδων και άλλους. Διερευνών δε ο μακάριος Νικηφόρος την ευστάθειαν αυτών έλεγεν· «Αν ο βασιλεύς θελήση κακοβούλως να καθαιρέση τας αγίας Εικόνας και, ημών εναντιουμένων, πληρωθή θυμού και οργής, δύνασθε, αδελφοί, να υπομείνετε τον θυμόν αυτού υπέρ της ευσεβείας της Ορθοδόξου Πίστεως και υπέρ των αγίων Εικόνων, ανθιστάμενοι πάντες συγχρόνως εν μια γνώμη, ώστε να μη ατιμασθώσιν ουδέ να καταφρονηθώσιν αι άγιαι Εικόνες»; Τότε πάντες ομοφώνως απεκρίθησαν· «Έτοιμοι είμεθα και το αίμα ημών να χύσωμεν υπέρ του ονόματος του Σωτήρος και των αγίων Εικόνων». Τότε πάντες οι ειρημένοι Αρχιερείς μετά του θείου Νικηφόρου και τινες των Οσίων Πατέρων έσπευσαν μετά θάρρους προς τον βασιλέα και παρεκάλεσαν και συνεβούλευσαν αυτόν δια προτροπών και γραφικών αποδείξεων να απομακρυνθή της ψυχοφθόρου εκείνης αιρέσεως και να μη απογυμνώση την Εκκλησίαν του Χριστού από των σεπτών Εικόνων. Επειδή δε ο βασιλεύς έμεινεν εν τη πωρώσει και ουδεμίαν προσοχήν έδιδεν εις τας διδασκαλίας αυτών, σφόδρα ελυπήθησαν και έκλαυσαν οι θείοι Πατέρες. Τότε ο θείος Νικηφόρος έπεμψεν εις την Ρώμην, προς τον Πάπαν Αδριανόν, τον Συννάδων Μιχαήλ, ως έμπειρον των τοιούτων ζητημάτων, όπως αναγγείλη εις αυτόν τα εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν συμβαίνοντα. Ως δε έφθασεν ο Μιχαήλ εις Ρώμην, ο Πάπας Αδριανός, τη προτροπή αυτού, συνεκρότησε Σύνοδον καθ’ ην παρεδόθη εις το ανάθεμα ο βασιλεύς Λέων. Ως δε ο θείος Μιχαήλ επανήλθε μετά γραμμάτων και επιστολών εις Κωνσταντινούπολιν, ο Πατριάρχης Νικηφόρος μετά των Αρχιερέων μετέβησαν πάλιν εις τον βασιλέα Λέοντα, επαναλαμβάνοντες την αυτήν, ως και πρότερον, υπέρ των Εικόνων παράκλησιν. Αλλά και πάλιν ο άφρων βασιλεύς αδιάσειστος έμενεν εις την μιαράν αυτού κακοβουλίαν. Τότε ο θείος Μιχαήλ είπε μετά θάρρους προς τον τύραννον· «Έπρεπεν, ω βασιλεύ, να πεισθής εις τας διδαχάς και δεήσεις τοσούτων αγίων ανδρών και να μη επιμείνης εις την ολεθρίαν γνώμην σου, ήτις σε οδηγεί εις την απώλειαν και την αιώνιον κόλασιν. Επειδή, κατά τας θείας γραφάς και τον Μέγαν Βασίλειον, η τιμή της Εικόνος εις το πρωτότυπον διαβαίνει. Συ αν τολμήση τις να καθυβρίση την εικόνα σου, δεν θα παραδώσης αυτόν εις τας χειροτέρας τιμωρίας; Και εάν συ, γήϊνος ων και πρόσκαιρος βασιλεύς, μένεα πνέεις κατά του υβριστού σου, πόσον μεγαλυτέρας τιμωρίας άξιος θα είναι ο τολμήσας να καταπτύση και να καθυβρίση την Εικόνα του ουρανίου Βασιλέως και ποιητού του σύμπαντος κόσμου; Πρόσεξον, ω βασιλεύς, μήπως, επειδή άνευ φόβου καταφρονείς την άπειρον του Θεού μακροθυμίαν, συμβή εις σε κακόν τι ανέλπιστον. Και τότε δεν θα έχης τον βοηθήσοντα. Εγώ δε σέβομαι και προσκυνώ την άχραντον Εικόνα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, της Αγίας Αυτού Μητρός και πάντων των Αγίων, το δε ιδικόν σου άθεον δόγμα καταπτύω και εις ουδέν λογίζομαι, οι δε προς σε ομόφρονες ας είναι υπόδικοι εις το ανάθεμα». Και ο μεν θείος Μιχαήλ ταύτα είπεν ανδρικώς και γενναίως εις ουδέν υπολογίσας την βασιλικήν εξουσίαν του τυράννου ή τας τιμωρίας και απειλάς αυτού. Ο δε βασιλεύς, ακούσας ταύτα, τοσούτον επληρώθη θυμού και αισχύνης, ώστε, σκοτισθείς, ουδέ τους παρόντας ηδύνατο να ίδη. Ότε δε συνήλθε, πάραυτα εξεδίωξε τους Αγίους, εξορίσας αυτούς εις τόπους μακράν απέχοντας αλλήλων, ίνα μη γνωρίζη ο εις του ετέρου την διαμονήν. Επενόησε δε τούτο, ίνα μη, συναντώμενοι οι Άγιοι, γράφωσι και ελέγχωσι την κακομήχανον αυτού πλάνην. Ούτω τον μεν αγιώτατον Πατριάρχην Νικηφόρον, αρπαγέντα εκείθεν, όπου ησύχαζεν, αποφεύγων την ταραχήν και την δυσσέβειαν του τυράννου, εξώρισεν εις την νήσον Θάσον, τον Άγιον Θεοφύλακτον εις τι φρούριον της Ανατολής, Στρόβιλον καλούμενον, τον δε θείον Μιχαήλ εις έτερον της Ανατολής φρούριον, Ευδοκιάδα καλούμενον. Εν αυτώ διέμεινεν ο Άγιος υπέρ τα δέκα έτη, υπομένων μετ’ ευχαριστίας πάσαν ταλαιπωρίαν και κακουχίαν και δεόμενος του Θεού υπέρ του εξορίσαντος αυτόν βασιλέως, κατά το λόγιον του Κυρίου Ιησού Χριστού, του διακελεύοντος· «Προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς» (Ματθ. ε:44, Λουκ. στ:28). Τις λοιπόν λόγος ή ποία ανθρωπίνη γλώσσα δύναται να διηγηθή ή να περιγράψη τους αγώνας και τους πόνους, τους οποίους ανέλαβεν ο Άγιος κατά την εξορίαν εκείνην; Την φροντίδα υπέρ της Εκκλησίας και της Ορθοδοξίας, την πρόνοιαν υπέρ των πτωχών, την παννύχιον στάσιν εις τας προσευχάς, την ευσπλαγχνίαν, την διδασκαλίαν και περαμυθίαν των θλιβομένων; Το δε μάλλον αξιομνημόνευτον είναι ότι τους μεν πιστούς εστερέωνεν εις την Πίστιν, τους δε απίστους μετέφερεν εις την του Θεού γνώσιν και μετεφύτευεν εις τας καρδίας αυτών τον της ευσεβείας και επιγνώσεως λόγον. Ετέλει δε, επί τούτοις, άπειρα θαύματα, θεραπεύων δια μόνης της θερμής επικλήσεως του ονόματος του Σωτήρος πάσαν νόσον, όχι μόνον ανθρώπων αλλά και των αλόγων ζώων. Τους δε ανθρώπους της χώρας εκείνης, τους βαρβάρους και απαιδεύτους, την μορφήν μεν ανθρωπίνην έχοντας, γνώμην δε αγριωτέραν και αυτών των θηρίων, μετέφερεν εις θεογνωσίαν δια των μελιρρύτων διδαχών και παραινέσεων αυτού. Και άλλοτε μεν νουθετών, άλλοτε δε θαυματουργών, μετέπεισεν αυτούς, ώστε να θαυμάζωσι και να ευλαβούνται αυτόν και να τον έχωσιν ως παράδειγμα. Κάτοικος τις της χώρας εκείνης μετέβαινε ποτε εις έτερον τόπον, όπως πωλήση μόλυβδον, τον οποίον το κτήνος αυτού έφερεν ως φορτίον. Αλλά καθ’ οδόν, δι’ εχθρικής συνεργείας ή και λόγω απροσεξίας, εσκόνταψε το κτήνος και συνέτριψεν ένα εκ των ποδών αυτού. Ο δε άνθρωπος εκείνος, λυπούμενος και αδημονών, επέστρεψε ζητών έτερον ζώον, ίνα μεταφέρη το φορτίον. Τούτον λοιπόν συναντήσας ο Άγιος είπε προς αυτόν· «Δια τίνα λόγον είσαι τόσον τεταραγμένος, ω άνθρωπε»; Ο δε άνθρωπος εκείνος, στενάξας, είπε· «Μη με ερωτάς, Άγιε του Θεού, δια την παρούσαν μου οικτράν κατάστασιν, επειδή η θλίψις τοσούτον με πιέζει, ώστε προτιμότερον μου φαίνεται να αποθάνω εκουσίως ή να ζω». Και ο Άγιος είπε· «Δεν εμπιστεύεσαι την θλίψιν σου εις εμέ, μήπως δυνηθώ να σε βοηθήσω»; Εκείνος τότε διηγήθη εις τον Άγιον το συμβάν· «Ας μεταβώμεν εκεί», είπεν ο Άγιος. Ελθόντες δε εύρον το κτήνος εξηπλωμένον εις την γην και υπό σφοδροτάτων πόνων ενοχλούμενον. Τότε ο Άγιος, περιδέσας τον τεθλασμένον πόδα του ζώου δια του μανδηλίου, δια του οποίου απέμασσε τον ιδρώτα αυτού και δια της ράβδου πλήξας αυτό, ω του θαύματος! ευθύς ήγειρε το ζώον σώον και υγιές. Ο δε κύριος του ζώου, ιδών το θαυμάσιον τούτο γεγονός, έπεσεν εις τους πόδαςτου Αγίου και μετά δακρύων χαράς ευχαριστών έλεγε· «Ο Θεός αληθώς σε απέστειλεν ενταύθα δι’ ουδένα άλλον, ει μη δι’ εμέ». Κατόπιν δε ο κύριος του ζώου κατ’ επιταγήν του Αγίου Μιχαήλ φορτώσας επ’ αυτού τον μόλυβδον, χωρίς να επιλύση τον επίδεσμον, εξηκολούθησε χαίρων την οδόν αυτού. Το θαύμα τούτο ιδών και ο επιφορτισμένος παρά της αρχής με την φύλαξιν του Αγίου, διεφήμισε τούτο πανταχού, οι δε ακούσαντες τούτο εθαύμασαν. Αλλ’ οι πλείστοι δεν επίστευσαν εις τους λόγους αυτού, ει μη ότε, επανελθόντος του ανθρώπου εκείνου μετά του κτήνους αυτού, είδον περιδεδεμένον τον πόδα του ζώου δια του μανδηλίου του Αγίου και έμαθαν ακριβώς το τελεσθέν θαύμα. Ερχόμενοι τότε πάντες προς τον Άγιον εζήτουν συγγνώμην δι’ όσα του επροξένησαν δεινά, ένεκα της του βασιλέως διαταγής. Ο δε Άγιος, ίνα και κατά τούτο πληρώση την εντολήν του Δεσπότου Χριστού, προθύμως συνεχώρησεν, ηυλόγησε και συνεβούλευσεν αυτούς, ίνα ουδέποτε συμπεριφερθώσι προς άνθρωπον καθ’ ον τρόπον συμπεριφέρθησαν προς αυτόν. Μεταδιδόμενον δε το θαύμα τούτο παρά του ενός εις τον έτερον, ως είναι συνήθεια, έφθασε και μέχρι των ώτων του βασιλέως, όστις, θυμωθείς, απέστειλε πάραυτα ανθρώπους του ίνα απελάσωσιν εκείθεν τον Άγιον. Εξέδωκε δε προς τούτοις διάταγμα δια του οποίου ώριζεν ότι, εκείνος όστις ήθελε τολμήσει να δεχθή τον Άγιον εν τη οικία αυτού, θα υφίστατο μεγίστην ζημίαν. Όθεν απελαθείς ο Άγιος εκείθεν και μεταβαίνων από τόπου εις τόπον, έφθασεν εις χώραν, Αεούς καλουμένην, εις την οποίαν επέπεσε θεία οργή, ήτις και μόνον ακουομένην επροξένει φρίκην εις τον ακούοντα. Πλήθος άπειρον μυών (ποντικών) αναφανέν κατέτρωγε τους καρπούς των αγρών και των αμπελώνων, ώστε οι κάτοικοι της χώρας εκείνης, μη γνωρίζοντες τι να πράξουν, ευρίσκοντο εις μεγίστην αμηχανίαν. Ο δε Άγιος, βλέπων αυτούς εις τοσαύτην λύπην, ηρώτησε την αιτίαν της θλίψεως αυτών. Εκείνοι δε είπον· «Μύες (ποντικοί) αρουραίοι, άπειροι, επέδραμον κατά της χώρας μας και καταλυμαίνονται τους καρπούς των αγρών, ημείς δε κινδυνεύομεν κατά τον χρόνον τούτον να στερηθώμεν όλως διόλου της τροφής και ως εκ τούτου να αποθάνωμεν εκ της πείνης». Ο Άγιος τότε είπε προς αυτούς· «Απεστράφη υμάς ο Θεός δια τας αμαρτίας υμών, αλλ’ ευσπλαγχνιζόμενος έκαμψε την οργήν Αυτού επί των καρπών, όπως σεις, αφού μετανοήσητε, επιστρέψητε προς Αυτόν». Απήντησαν δε εκείνοι, επειδή ήκουσαν τα θαύματα τα οποία ετέλει πανταχού, οπόθεν διήρχετο· «Ευσπλαγχνίσου ημάς, Άγιε του Θεού, και μη εγκαταλείπης ημάς εις την απώλειαν. Μόνον ευχήσου υπέρ ημών προς τον Θεόν και θέλομεν σωθή. Διότι πιστεύομεν ότι παραχωρεί εις σε ό,τι ζητήσης παρ’ Αυτού». Ο δε Άγιος είπε προς αυτούς· «Νηστεύσατε τρεις ημέρας και καθαρισθήτε από πάντων, κατόπιν δε ό,τι είπω εις σας να πράξετε, μήπως δι’ αυτού του τρόπου αποστρέψη ο Θεός τον θυμόν Αυτού, ως πολυεύσπλαγχνος». Μετά τρεις ημέρας είπεν ο Άγιος· «Εξέλθετε πάντες, πάσης ηλικίας και τάξεως, εις τους αγρούς και τους αμπελώνας, κράζοντες μετ’ ευλαβείας και φόβου Θεού το, Κύριε ελέησον». Ότε δε συνηθροίσθη άπαντο πλήθος και ήρχισαν βοώντες το «Κύριε ελέησον», ο Άγιος, γονυπερήσας και τας χείρας και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν επάρας, μετά δακρύων είπε· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ο ποιητής του σύμπαντος κόσμου, επίβλεψον επί τον λαόν Σου και επί την κληρονομίαν Σου, τους ελπίζοντας επί τω φοβερώ και Αγίω ονόματί Σου και μη εγκαταλίπης το Σον πλάσμα εις απώλειαν, αν και ήμαρτε, Κύριε, και την σην αγαθότητα παρώργισεν, αλλ’ από Σου δεν απεμακρύνθη. Μετάβαλε την οργήν Σου εις οίκτον και ελέησον το πλάσμα Σου, ως αγαθός και φιλάνθρωπος». Ταύτα δε ειπόντος του Αγίου, ευθύς, ω του θαύματος! εσείσθη όλος ο τόπος όπου ίστατο το πλήθος και φόβος μέγας κατέλαβεν άπαντας. Το δε πλήθος των αρουραίων ευθύς εθανατώθη. Λυτρωθέντες λοιπόν οι άνθρωποι από τας δεινάς εκείνας μάστιγας και τω Θεώ δόξαν αναπέμποντες, είπον προς τον Άγιον· «Αν και ήλθες εις τον τόπον μας άνευ της θελήσεώς σου, ο Θεός σε απέστειλεν ίνα μη καταστραφώμεν οι ελεεινοί. Διότι εάν δεν ήρχεσο εδώ εις τον πρέποντα καιρόν, θα κατεστρεφόμεθα τελείως». Απελθών δε και εκείθεν, εξ αιτίας νέου προστάγματος του βασιλέως, μετέβη εις έτερον τόπον, Ευραντίσια καλούμενον, όπου οι άνθρωποι υπεδέχθησαν αυτόν χαίροντες, διότι διέμενον εκεί τινές από της χώρας εις την οποίαν ετελέσθη το θαύμα. Ιδόντες δε τον Άγιον ερχόμενον, έλεγον· «Ούτος είναι ο εις Αρεούς εξαφανίσας το πλήθος των αρουραίων». Προπορευθείσης δε της φήμης αυτού, έδραμον πάντες και προϋπεδέχοντο αυτόν, λέγοντες· «Ως ευ παρέστης, Άγιε του Θεού, δια να σώσης ημάς. Διότι ακρίς άπειρος επιπεσούσα εις την χώραν μας κατέφαγε πάντας τους καρπούς των αγρών μας, χωρίς να αφήση τίποτε. Ήδη δε ήρχισεν αύτη να καταστρέφη τους αμπελώνας και τα δένδρα και ούτω κινδυνεύομεν να στερηθώμεν και της τελευταίας ταύτης ελπίδος των οπωρών. Δια τούτο δεόμεθά σου, Άγιε, προστάτευσον ημάς και ποίησον δέησιν μεθ’ ημών, διότι έχεις παρρησίαν προς τον Θεόν, ως εκ φήμης γνωρίζομεν και δια τούτο, εάν ζητήσης τι, προσφέρει τούτο εις σε ο Θεός». Ο δε Άγιος, μετά την συνειθισμένην διδασκαλίαν, είπε προς αυτούς· «Να είσθε αύριον έτοιμοι, ίνα περιέλθωμεν πάντες τον τόπον τον οποίον λυμαίνεται η ακρίς και ο Θεός, ο δοτήρ των αγαθών, θέλει σας λυτρώσει από του δεινού τούτου». Κατά την νύκτα εν κατανύξει ιστάμενος ο Άγιος και τας χείρας και τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν υψώσας, έλεγε μετά δακρύων· «Κύριε ο Θεός, ο ποιήσας τον ουρανόν και την γην δια του δημιουργικού Σου λόγου και δια της χειρός Σου πλάσας τον άνθρωπον, χουν λαβών από της γης και ίσον αυτόν των Αγίων Σου Αγγέλων ποιήσας προς Σην δοξολογίαν, εξουσίαν δε δώσας εις αυτόν επί πάντων των επί γης, ώστε να υποτάσσωνται πάντα τα θηρία και πάντα τα ερπετά εις αυτόν και να τον φοβούνται. Δια την προς Σε όμως, τον αληθινόν Θεόν παρακοήν, εξορίσας αυτόν του Παραδείσου δια της δικαίας Σου κρίσεως και προστάξας αυτόν δια του ιδρώτος του προσώπου του να τρώγη τον άρτον του και την γην κελεύσας να βλαστήση δι’ αυτόν ακάνθας και τριβόλους (Γεν. γ:18-19), νυν, Κύριε, επίβλεψον επί τον λαόν Σου και επί την κληρονομίαν Σου και μη εγκαταλίπης αυτούς έως τέλους. Διότι, Κύριε, αν και ημάρτησαν, δεν απέστησαν από Σου. Μη, Κύριε, δια του θυμού Σου παιδεύσης αυτούς, αλλά ποίησον μετ’ αυτών κατά το έλεός Σου, ότι Συ ει ο ποιών πάντα και μετασκευάζων. Διότι Συ είπας, Κύριε· «Επιστράφητε προς με και επιστραφήσομαι προς υμάς» (Μαλ. γ:7). Δος, Κύριε, την βοήθειάν Σου εις τους ελπίζοντας επί Σε, επίστρεψον την οργήν Σου από του πλάσματός Σου. Αποδίωξον απ’ αυτών τα θηρία και τα ερπετά, τα βλάπτοντα τους καρπούς αυτών και δος εις αυτούς την Σην αντίληψιν, ίνα δοξάζωσιν ευχαρίστως το όνομά Σου το Άγιον, ότι ευλογητός υπάρχεις εν πάσι τοις Αγίοις Σου εις τους αιώνας. Αμήν. Τη επαύριον, ως εξημέρωσεν, εξήλθον άπαντες οι άνθρωποι του τόπου εκείνου μετά του Αγίου, μεγαλοφώνως κράζοντες το, Κύριε ελέησον. Τότε, ω του θαύματος! άπασα η ακρίς ευθύς μετεωρισθείσα εις το ύψος, ως νέφος και αυτάς τας ακτίνας του ηλίου επισκιάσαν, μετά μικρόν εδιχάσθη εις δύο σμήνη και κατ’ άλλους μεν άδηλον που διηυθύνθη, κατ’ άλλους δε, καταπεσούσα εντός παρακειμένης λίμνης, κατεπνίγη. Ιδόντες δε το θαύμα τούτο πάντες, έπεσον εις τους πόδας του Αγίου ευχαριστούντες αυτόν, ως ελευθερώσαντα αυτούς εκ της φοβεράς εκείνης μάστιγος. Ούτω λοιπόν διήρχετο τον βίον αυτού ο θείος Πατήρ, διαρκώς παλαίων και αγωνιζόμενος κατά παντοίων πειρασμών, διωκόμενος υπό των εικονομάχων, φεύγων από τόπου εις τόπον και τελών άπειρα θαύματα, εξ ων ολίγιστα και ταύτα συντόμως σιηγήθημεν, ίνα μη στερήσωμεν του εντρυφήματος τούτου τους επιθυμούντας να ακροασθούν των θαυμάτων του φωστήρος και Ιεράρχου των Συννάδων Μιχαήλ του Ομολογητού, ακόμη δε όπως μη, εν σιωπή παρερχόμενοι πάντα τα θαύματα του Αγίου, φανώμεν ράθυμοι και καταφρονηταί αυτού, του τοσούτων δεινών απαλλάττοντος ημάς. Δια τούτο εν ακόμη εκ των πολλών θα διηγηθώ. Και ακούσατε. Διωκόμενος ο Άγιος δια βασιλικής προσταγής από τόπου εις τόπον, έφθασεν εις χώραν έχουσαν αμπελώνας πολλούς, μη έχοντας δε φύλλα. Επιθυμούντος δε του Αγίου να πληροφορηθή το αίτιον της τοιαύτης ελλείψεως των φύλλων, είπον προς αυτόν οι την χώραν κατοικούντες· «Κάμπη φυομένη εν τω φλοιώ του κλήματος κατατρώγει την ετοίμην να εμφανισθή βλάστησιν, ενώ ευρίσκεται ακόμη εντός του κάλυκος αυτής, ημείς δε ούτω εις μάτην κοπιάζομεν καθ’ όλον τον χρόνον». Ταύτα ακούσας ο Άγιος και ευσπλαγχνισθείς, ευθύς εξεδίωξε δια προσευχής την οργήν από της χώρας εκείνης. Όμως ένεκα της από τόπου εις τόπον αδιαλείπτου φυγής, του επιπόνου του βίου, της συνεχούς κακουχίας και των γενναίων και ατρύτων πόνων, ιδία δε του σεβασμίου και βαθέος γήρατος, ασθενήσας ο Άγιος, ενώ ήγε το ογδοηκοστόν και πλέον έτος της ηλικίας αυτού και μη δυνάμενος να βαδίζη, παρέμεινε κλινήρης επί τινας ημέρας. Προϊδών δε ημέρας τρεις πρότερον το μακαριστόν αυτού τέλος, εδέετο του Θεού, μετά δακρύων, υπέρ του βασιλέως, υπέρ της ειρήνης της Εκκλησίας, υπέρ της ευδαίμονος καταστάσεως του σύμπαντος κόσμου και ευφορίας των καρπών, ούτω λέγων· «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ο ειπών τοις θείοις και ιεροίς Σου μαθηταίς, ότι οι ακολουθούντες Σε θα είναι μεμισημένοι και πάντοτε θα διώκωνται όπου και αν ευρίσκονται και ότι θριξ εκ της κεφαλής αυτών δεν θέλει απολεσθή, ιδού, Κύριε, υπέρ του Σου ονόματος τοσούτους διωγμούς μέχρι του νυν υπέμεινα. Δέχθητι λοιπόν τώρα το πνεύμα μου και ανάπαυσόν με εν τόπω ανέσεως. Δέομαι δε έτι, Κύριε, της Σης ευσπλαγχνίας, εάν τις επικαλείται το όνομά μου, ας δωρηθή εις αυτόν ό,τι ήθελε ζητήσει, εν ξηρά ή εν θαλάσση. Και εάν τις επιτελή την εμήν μνήμην και προσφέρει προσφοράς θυμιαμάτων, ας έχη παρά Σου την των αμαρτιών αυτού άφεσιν και την του σώματος δύναμιν, όπως δοξάζηται το Πανάγιόν Σου όνομα επί της γης δια τα έργα Σου, ότι Συ ει θαυμαστός και δεδοξασμένος μόνος Θεός εν τοις Αγίοις Σου εις τους αιώνας. Αμήν. Ταύτα λέγων και δεόμενος, εκοιμήθη. Και η μεν μακαρία αυτού ψυχή ανελθούσα εις τους ουρανούς αγάλλεται μετά των Ιεραρχών, ως Ιεράρχης άξιος, μετά των Μαρτύρων, ως μέγιστος Μάρτυς, επειδή πλείστοι των Μαρτύρων ηγωνίσθησαν επί τρεις ή τέσσαρας ώρας ή και ημέρας και μετά ταύτα ήλθε το τέλος. Αλλ’ ο βίος του θείου Μιχαήλ διήλθεν εν μέσω παντοίων αγώνων, κακουχιών και εξοριών και, εν ολίγοις, άπας ο βίος αυτού ήτο συνεχές μαρτύριον, εκτός της προσφοράς του αίματος αυτού, όπερ χαρακτηρίζει τους θείους Μάρτυρας. Το δε σεπτόν αυτού Λείψανον ετάφη εκεί όπου ετελειώθη, παρέχον πάντων των νοσημάτων την ίασιν, εις πάντας τους μετά πίστεως προσερχομένους προς αυτό. Και όχι μόνον τότε, αλλά μέχρι τούδε άπειρα τελούνται θαύματα υπό των θείων αυτού Λειψάνων, τα οποία ουδέ χειρ, ουδέ στόμα ανθρώπου δύναται να περιγράψη και να απαριθμήση. Αφού λοιπόν διηγηθώ ακόμη εν εκ των πολλών, το οποίον και εγώ δια των ιδίων μου οφθαλμών είδον και πολλοί εκ της εμής πατρίδος μετά θαυμασμού και εκπλήξεως ενθυμούνται, θα καταπαύσω τον λόγον. Εις την νήσον Σκόπελον επήλθε ποτέ θεία και μεγάλη οργή παρομοία των της Αιγύπτου· και δεν ήτο μία, αλλά πολλαί. Η μεν πρώτη, η κάμπη, κατέτρωγε τελείως βλαστούς και φύλλα των αμπελώνων, η δε Δευτέρα, η καλουμένη καλαυρός, κατέκοπτε τους τυχόν απολειφθέντας βλαστούς υπό της κάμπης. Τρίτη δε ήτο είδος κανθάρου, όστις όχι μόνον ουδέν εκ των εις τας οικίας τροφίμων άφηνεν αβλαβές, αλλά και τα ενδύματα κατέκοπτε, προς δε τούτοις εισήρχετο και εντός των αγγείων τού προς πόσιν διατηρουμένου ύδατος και όχι μόνον τούτο, αλλά και εντός του στόματος και των ώτων των κοιμωμένων εισήρχετο κατά την νύκτα και, δάκνων, κατέκοπτε τα ώτα των παίδων και άλλων πολλών κακών πρόξενος εγένετο. Η Τετάρτη, τέλος, ήτο πλήθος μυών (ποντικών) αρουραίων καταστρεφόντων αμπέλους, αγρούς, κήπους και παν άλλο ό,τι εύρισκον. Όθεν τας καταστροφάς εκ των φρικτών τούτων πληγών υπέφερον επί πολύν χρόνον οι άνθρωποι. Διαδοθείσης δε της φήμης των θαυμάτων, τα οποία ετέλει η θαυματουργός Κάρα του Αγίου, η αποκειμένη ήδη ως θησαυρός ανεκτίμητος και τιμαλφέστατος εν τη κατά το αγιώνυμον όρος Άθη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Αθανασίου, ήλθον εις την Λαύραν οι πρόκριτοι της νήσου, τη προτροπή και τη παρακλήσει παντός του λαού και μετά γραμμάτων του Αρχιερέως και των Κληρικών συνοδευόμενοι, δια θερμών δεήσεων εζήτησαν την αγίαν Κάραν. Οι δε προϊστάμενοι της Λαύρας, αναγνώσαντες τα γράμματα και ιδόντες τα δάκρυα και τους στεναγμούς και την πολλήν αυτών δέησιν, έπεμψαν την θαυματουργόν Κάραν του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Μιχαήλ, συνοδευομένην υπό Πνευματικού Πατρός εναρέτου, Διακόνου ευλαβούς και τιμίου Γέροντος. Ως δε έφθασεν η αγία Κάρα εις την νήσον, εξήλθον μετά της προσηκούσης ευλαβείας προς συνάντησιν αυτής, ο ευλαβής και σεμνοπρεπής Επίσκοπος Μητροφάνης μεθ’ όλων των Ιερέων, άπας ο λαός, άνδρες, γυναίκες, γέροντες, νέοι και αυτοί έτι οι παίδες. Κατόπιν, τελέσαντες αγιασμόν, περιέδραμον εν λιτανεία τους αγρούς και αμπελώνας, ενώ άπας ο λαός εδέετο εν κατανύξει και μεγάλη τη φωνή έκραζε, Κύριε ελέησον! Ήτο δε Απρίλιος και Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Μεγάλα και θαυμαστά τα έργα Σου, Κύριε, δεδοξασμένος ει εν πάσι τοις Αγίοις Σου! Προτού επανέλθωσιν εκ της λιτανείας εις την πόλιν, πάσαι αι πληγαί εκείναι, αι βλάπτουσαι ομοίως ανθρώπους, αγρούς, αμπελώνας και παν ό,τι φύεται εις την γην, εν τω άμα κατεστράφησαν και από προσώπου της γης εξέλιπον, αι δε άμπελοι πλουσιοπαρόχως εκαρποφόρησαν κατά το έτος εκείνο και ουδέποτε πλέον υπό ασθενείας τινός προσεβλήθησαν. Τότε ο Αρχιερεύς και άπας ο λαός της νήσου, ιδόντες τα μεγάλα θαύματα της αγίας Κάρας, εδόξασαν τον Θεόν, τον δε Άγιον ηυχαρίστησαν, ως απαλλάξαντα αυτούς των δεινών εκείνων. Δια το τεράστιον δε τούτο θαύμα έκτισαν εις την πόλιν Ναόν επ’ ονόματι του Αγίου Μιχαήλ των Συννάδων, όπου τελείται και πανηγυρίζεται η μνήμη αυτού. Τον δε Πνευματικόν και τους λοιπούς, τους συνοδεύσαντας την αγίαν Κάραν, προσηκόντως και επαξίως εφιλοδώρησαν και μέχρι τούδε προσφέρουσι μικράν τινα προσφοράν εις την Μεγίστην Λαύραν, χάριν της αγίας Κάρας του αοιδίμου Μιχαήλ των Συννάδων. Τοιούτος, αδελφοί, είναι ο Βίος και η πολιτεία του Αγίου Μιχαήλ. Τοιαύτα και τα θαύματα αυτού, εκ των οποίων ολίγιστα διηγήθην προς την υμετέραν αγάπην, ως εντρύφημα πνευματικής ευφροσύνης. Τούτον λοιπόν τον της οικουμένης φαεινόν φωστήρα, τον Συννάδων Μιχαήλ, τον αδιαλείπτως μοχθούντα και αγωνιζόμενον υπέρ του ονόματος του Χριστού και των αγίων Εικόνων, τον διαγαγόντα όλον τον Βίον αυτού εν αγνότητι και αμέμπτω πολιτεία, τον υπομείναντα παντοίους πειρασμούς, θλίψεις, εξορίας και διωγμούς, τον ευχόμενον υπέρ των διωκόντων αυτόν, κατά το παράγγελμα του αψευδεστάτου στόματος του Χριστού, βλέπων ο μισθαποδότης Θεός υπομείναντα πάντα εν υπομονή και ευχαριστία, ανταπέδωκε την χάριν και την δύναμιν να τελή θαυμάσια, και τοσούτον εδόξασεν, ώστε ευηχοτέρα σάλπιγγος η φήμη αυτού διατρέχει πάσαν την οικουμένην. Όθεν και ημείς ας υμνήσωμεν, ας τιμήσωμεν και, όσον δυνάμεθα, ας δοξάσωμεν αυτόν, διότι και ο Θεός εδόξασεν αυτόν. Ας εορτάσωμεν και πανηγυρίσωμεν την σεπτήν αυτού μνήμην. Ας προσφέρωμεν εις αυτόν ύμνους και ωδάς και όσα αρμόζουν εις τους Αγίους, όπως έχωμεν αυτόν εν μεν τω παρόντι βίω βοηθόν και πρόθυμον αντιλήπτορα, οσάκις επικαλούμεθα την αντίληψιν αυτού εις τας περιστάσεις ημών, εν δε τω μέλλοντι, μεσίτην και πρεσβευτήν προς τον Δεσπότην Χριστόν, όπως αξιωθώμεν της μακαρίας και ατελευτήτου Βασιλείας των ουρανών. Αμήν.

Άβαταρ μέλους
silver
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 2295
Εγγραφή: Παρ Δεκ 29, 2006 9:00 am
Τοποθεσία: Κων/νος@Μόντρεαλ-Καναδά.
Επικοινωνία:

Re: Σήμερα είναι :Τη ΚΔ΄ (24η) Μαϊου, μνήμη του Οσίου Πατρός ημών ΣΥΜΕΩΝ του εν τω Θαυμαστώ Όρει.

Δημοσίευση από silver »


Συμεών ο Όσιος Πατήρ ημών ο Θαυμαστορείτης ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ιουστίνου Β΄ του βασιλεύσαντος κατά τα έτη φξε΄ - φοη΄ (565 – 578). Τούτον ο Κύριος ηυδόκησε να γεννηθή, δια να έχωμεν όχι μόνον πρεσβευτήν και μεσίτην παρά Θεώ, αλλ’ ιατρόν ψυχών και σωμάτων, τύπον δε του ερημητικού βίου και παράδειγμα φιλοσοφίας πατρικής. Διότι εκ της βρεφικής αυτού ηλικίας ηκολούθησε την αρετήν, εκ μειρακίου την άσκησιν και ούτω, εκ νεαράς ηλικίας μέχρι θανάτου, και θείων οραμάτων κατέστη άξιος και της χάριτος των θαυμάτων απήλαυσε. Ας διηγηθώμεν όθεν δια της μικράς μας δυνάμεως τον βίον αυτού και τα κατορθώματα, επικαλούμενοι εις βοήθειαν τον κοινόν ημών Δεσπότην και τας πρεσβείας του Οσίου Συμεών. Άνθρωπός τις, νέος την ηλικίαν, Ιωάννης ονόματι, καταγόμενος από την Έδεσσαν της Μεσοποταμίας, μετέβη, μετά των γονέων του, μυροποιών την τέχνην, ίνα κατοικήση εις Αντιόχειαν. Θέλοντες δε να υπανδρεύσουν τον υιόν των, εύρον κόρην ωραίαν, Μάρθαν ονόματι, μεθ’ ης υπάνδρευσαν αυτόν. Η Μάρθα ήτο πολύ ευλαβής και τακτικώς μετέβαινεν εις τον Ναόν του θείου Προδρόμου, ίνα προσεύχεται, αλλά και μετά τον γάμον της διετήρησε την συνήθειάν της ταύτην. Νηστεύουσα δε παρεκάλει τον Δεσπότην, όπως δια πρεσβειών του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου δωρήση εις αυτήν τέκνον, το οποίον, ευθύς ως ήθελε γεννηθή, υπέσχετο να αφιερώση εις τον θείον Πρόδρομον. Ούτω προσευχομένη νύκτα τινά είδεν εν οπτασία τον Άγιον Ιωάννην τον Πρόδρομον, λέγοντα· «Έχε θάρρος, γύναι, διότι εισηκούσθη η δέησίς σου. Και ως σημείον λάβε τούτο το ευώδες θυμίαμα και θυμίασε πολλάκις τον οίκον μου». Ευθύς ως εξύπνησεν η γυνή, περιχαρής και έμφοβος, βλέπει εις την δεξιάν της χείρα βώλον εξαισίου θυμιάματος, ω της Σης αγαθότητος Χριστέ! Όθεν, πεσούσα κατά γης, ηυχαρίστει μετά δακρύων τον Κύριον. Ως δε εξημέρωσεν, έθεσε το θυμίαμα επί του θυμιατηρίου και μεταβάσα εις τον Ναόν εθυμίασε τούτον. Τόσον δε εξαίρετον ευωδίαν απέπνεε το θυμίαμα εκείνο, ώστε οι παριστάμενοι εξεπλήσσοντο, επειδή ηννόουν, ότι η ευωδία αύτη ήτο θεία και ουχί γήϊνος. Ότε δε απέμεινεν ελάχιστον εκ του θυμιάματος, έσβεσε τούτο ίνα θυμιάση και πάλιν. Μεταβάσα δε κατά την επομένην, δια τον σκοπόν αυτόν, ω του θαύματος! εύρε το θυμίαμα σώον και ακέραιον, ως το προσέφερεν εις την γυναίκα ο μέγας Πρόδρομος. Ούτως επί πολλάς ημέρας διετηρήθη το θυμίαμα τούτο. Μετ’ ολίγας ημέρας είδε και πάλιν κατ’ όναρ τον Βαπτιστήν Ιωάννην, όστις είπε προς αυτήν· «Γύναι, ησύχασον, διότι θέλεις γεννήσει υιόν, τον οποίον να ονομάσης Συμεών. Θα τρέφεται δε μόνον εκ του δεξιού σου μαστού, διότι πάντοτε δεξιά θα βαδίζη το τέκνον σου και προς ουδέν αμάρτημα θα κλίνη, αλλά θα γίνη Άγιος μέγας. Μόνον δε με άρτον, ύδωρ, άλας και μέλι θα τρέφεται. Και πρόσεξον να φυλάττης τούτο καλώς και προ της γεννήσεως και μετά ταύτην, διότι ως σκεύος Θεού παρασκευάζεται. Όταν δε γίνη τριών ετών, φέρε τούτον εις τον Ναόν μου, ίνα λάβη το άγιον Βάπτισμα». Ταύτα είπεν ο θείος Πρόδρομος, μετ’ ολίγον δε ταύτα πάντα επηλήθευσαν. Και ότε συνεπληρώθη ο καιρός, η Μάρθα εγέννησε τον προφητευθέντα, όστις εκ μόνου του δεξιού μαστού εθήλαζεν. Ως δε ημέραν τινά εδοκίμασεν η Μάρθα να θηλάση το νήπιον και εκ του αριστερού, εκείνο απέστρεψε το πρόσωπον. Επειδή δε επέμενεν η μήτηρ, το νήπιον καθ’ όλην την ημέραν δεν έφαγε. Κατά δε την επελθούσαν νύκτα, ω του εξαισίου θαύματος! ο αριστερός μαστός της Μάρθας εξηράνθη τελείως και εστείρευσε. Τριετές γενόμενον το παιδίον εβαπτίσθη και ωνομάσθη Συμεών. Και ως εξήλθεν εκ της ιεράς κολυμβήθρας, ωμίλησε το νεοφώτιστον ειπόν· «Έχω πατέρα και δεν έχω». Τούτο δε έλεγεν επί ημέρας επτά, σημαίνον την των γονέων άρνησιν και αναχώρησιν και την προς τα ουράνια ανάβασιν. Όσας δε ημέρας η μήτηρ αυτού έτρωγε κρέας, εκείνο εγκρατεύετο και ουδόλως εθήλαζε. Πενταετούς όντος του Συμεών, μέγας σεισμός εγένετο εις Αντιόχειαν και κατεκρημνίζοντο αι οικίαι, φονεύουσαι τους κατοίκους. Έπεσε τότε και η οικία του Συμεών και κατεπλάκωσε τον πατέρα αυτού, όστις και απέθανεν. Η δε μήτηρ αυτού, ευρισκομένη κατά την ώραν εκείνην εντός του Ναού του Προδρόμου και προσευχομένη, ουδέν έπαθεν. Ο δε Συμεών ευρίσκετο εντός του Ναού του Αγίου Στεφάνου. Ως δε εσταμάτησεν ο σεισμός, εξήλθε του Ναού και περιεπλανάτο εδώ και εκεί, ευρούσα δε τούτον γυνή τις τον έφερεν εις την οικίαν της. Η δε Μάρθα, αναζητούσα αυτόν και μη ευρίσκουσα, σφόδρα ελυπείτο, διότι ενόμιζεν ότι εθανατώθη κατά τον σεισμόν. Νύκτα δε τινά είδε καθ’ ύπνον τον Βαπτιστήν, όστις της είπε που ευρίσκετο. Όθεν ευρούσα αυτόν, έχαιρε και ηγάλλετο. Μετά τινας ημέρας είδεν η γυνή καθ’ ύπνον ότι επέταξεν εις τα ουράνια και, βασταζουσα το παιδίον εις τας χείρας αυτής, προσέφερε τούτο εις τον Θεόν, δώρον ευπρόσδεκτον. Έπειτα έλεγε προς τον Συμεών· «Επεθύμουν προ πολλού, τέκνον, να ίδω την θείαν σου ταύτην ανάβασιν, ίνα ο Ύψιστος με απολύση ως αξιωθείσαν να αποδώσω εις Αυτόν καρπόν εκ της κοιλίας μου». Μετά δε τούτο είδεν ο Συμεών εις οπτασίαν τον Δεσπότην Χριστόν καθήμενον επί θρόνου υψηλού και μετεώρου, οι Δίκαιοι συνηθροίζοντο και η βίβλος της ζωής ηνοίγετο. Προς το μέρος της Ανατολής ευρίσκετο ο Παράδεισος της τρυφής και προς Δυσμάς λίμνη πυρός κοχλάζουσα. Τότε ήκουσε την του Κυρίου φωνήν, λέγουσαν· «Εννόησον, Συμεών, τα ορώμενα. Διότι η των Δικαίων λαμπρότης και ο Παράδεισος της τρυφής επαγγέλλονται την αιωνίαν αγαλλίασιν, η δε γέεννα του πυρός την ατελεύτητον κόλασιν. Όθεν έκλεξον το καλύτερον και σπεύσον όχι μόνον να απαλλαγής εκ των δεινών, αλλά και τα ανεκλάλητα αγαθά να απολαύσης, ίνα αιωνίως αγάλλεσαι». Ταύτην την θεωρίαν ως είδεν ο θεοδίδακτος Όσιος, αοράτως και παραδόξως απέκτησε παρά Θεού την γνώσιν και την σύνεσιν των αποκρύφων ιερών αποκαλύψεων. Μεθ’ ημέρας τινάς είδε πάλιν ο Συμεών προ αυτού άνδρα λευκοφόρον, ειπόντα προς αυτόν· «Ακολούθει μοι». Ευθύς τότε ο Συμεών υπήκουσεν, ο δε φανείς ωδήγησεν αυτόν εις χώραν καλουμένην Τιβερινήν, πλησιάζουσαν προς την Σελεύκειαν και ανεβίβασεν αυτόν εις όρος έρημον, κάτωθεν του οποίου ήτο χωρίον καλούμενον Πίλασα. Έμεινε λοιπόν ο Συμεών εκεί εις την έρημον συνδιαιτώμενος μετά των θηρίων. Ο δε οδηγός αυτού, αφού παρέμεινε μετ’ αυτού ολίγας ημέρας και εδίδαξεν αυτόν πως να πορεύεται, ανεχώρησε. Παραμείνας τότε ο Συμεών μόνος έκρινε καλόν να βαδίση προς τα εσώτερα. Περιπατήσας δε επί πολύ, εύρε μικρόν Μοναστήριον, εις το οποίον έζη Ηγούμενός τις ενάρετος, ονόματι Ιωάννης, όστις είχε πρίν ίδει οπτασίαν δια τον Συμεών. Όθεν, ως είδεν αυτόν, ησθάνθη πολλήν αγαλλίασιν. Έμεινε δε μετ’ αυτού ο Συμεών, ησυχάζων και διάγων πολιτείαν ισάγγελον. Έτρωγε μόνον ανά επτά ημέρας, πολλάκις δε και ανά δέκα, ότε και έτρωγε μόνον ολίγα βρεκτά όσπρια και έπινεν ολίγον ύδωρ. Και όσον ηύξανε κατά την ηλικίαν, τόσον επρόκοπτε και εις την άσκησιν. Ήτο δε κατά την όψιν ωραίος και η κόμη αυτού ως χρυσή, οι οφθαλμοί του χαρίεντες, ολίγιστα δε ωμίλει, αλλά συνετώς και φρονίμως. Ταύτα πάντα εδείκνυον, ότι εκ Θεού είχε τοιαύτα χαρίσματα. Αλλ’ ο μισόκαλος διάβολος, φθονήσας αυτόν, παρεκίνησε κακόν τινα Μοναχόν να τον φονεύση ο δείλαιος, φθονήσας αυτόν, διότι ηγωνίζετο περισσότερον εκείνου εις την άσκησιν και δεν ηδύνατο να τον φθάση. Όταν λοιπόν εκείνος ήγειρε την χείρα, δι’ ης εκράτει την μάχαιραν, ίνα τον φονεύση, ευθύς εκ θείας ενεργείας εξηράνθη η χειρ αυτού και τόσον δριμύν πόνον ησθάνθη εις την καρδίαν, ώστε εκινδύνευε να αποθάνη. Ελθών τότε εις τον Ηγούμενον έδειξεν εις αυτόν την δεξιάν παράλυτον χείρα του, αλλ’ ησχύνετο, ο ανόητος, να είπη την αιτίαν. Και εν όσω αι ημέραι παρήρχοντο, τόσον εχειροτέρευε. Φοβούμενος λοιπόν τον θάνατον, εξωμολογήθη κρυφίως την ανομίαν του εις τον Ηγούμενον, όστις ωμολόγησε την επιβουλήν εις τον Όσιον και την δικαίαν τιμωρίαν την οποίαν υπέστη ο πάντολμος. Παρεκάλεσε δε αυτόν, ως τέκνον του γνήσιον, να συγχωρήση τον πταίστην και να δεηθή δι’ αυτόν προς τον Θεόν να παραχωρήση την ίασιν εις τον πταίστην. Ευθύς τότε ο αμνησίκακος υπήκουσε και κλίνας την κεφαλήν και τα γόνατα προσηυχήθη. Ως δε ηγέρθη, εσφράγισε δια του σημείου του Σταυρού την ξηρανθείσαν χείρα του πάσχοντος, όστις, ω του θαύματος! είδε την χείρα αυτού υγιά ως και πρότερον. Μετά ημέρας τινάς, ενώ ο Όσιος Συμεών προσηύχετο, βλέπει προ αυτού νέον ωραιότατον κατά την μορφήν. Ηννόησε τότε ότι ήτο ο Δεσπότης Χριστός και λαβών θάρρος, ως ο ηγαπημένος Αυτού Ιωάννης, ηρώτησε τον Κύριον· «Κύριε, πως Σε εσταύρωσαν οι Ιουδαίοι»; Τότε ο Δεσπότης, ίνα διδάξη τον Όσιον υπομονήν εις τας θλίψεις και νέκρωσιν του σώματος, ήπλωσε τας αχράντους Αυτού χείρας εις σημείον Σταυρού και είπεν· «Ούτως εσταυρώθην, καθώς ηυδόκησα. Συ δε ανδρίζου και υπόμενε». Όμως ο Όσιος Συμεών προς στιγμήν δεν ηννόησε τα υπό του Κυρίου λεχθέντα, όταν όμως εσυλλογίσθη ταύτα, περισσότερον ηγωνίζετο, προσθέτων κόπους εις τους κόπους και άσκησιν εις την άσκησιν τόσον, ώστε, όταν ο Ιωάννης απήγγελλεν εκάστην νύκτα τριάκοντα ψαλμούς, ο Συμεών απήγγελλεν ογδοήκοντα. Πολλάκις δε ανεγίνωσκε και ολόκληρον το Ψαλτήριον και δεν εκοιμάτο καθ’ όλην την νύκτα. Ο δε Προεστώς ημπόδιζεν αυτόν, λέγων· «Αρκεί, τέκνον, μη αγωνίζεσαι περισσότερον και κυβέρνα ολίγον το σώμα σου. Τρώγε μετρίως και κοιμού ολίγον, ως άνθρωπος, δια να δύνασαι να κάμης και τον κανόνα σου. Διότι τα φαγητά δεν μολύνουν τον άνθρωπον, ως είπεν ο Κύριος». Απεκρίθη δε προς αυτόν ο Όσιος Συμεών· «Αληθώς, αλλά παχύνουσι τον νουν, τον λεπτότατον. Ο δε ύπνος μάς αρπάζει από την θείαν μελέτην και νυστάζοντας εξ αδιαφορίας, μας ευρίσκει η προσβολή των εμπαθών λογισμών και εξασθενεί την δύναμιν της ψυχής. Δια τούτο πρέπει να σκληραγωγούμεθα ημείς οι νεώτεροι. Δια να νικήσωμεν τα πάθη». Ούτοι είναι οι θαυμαστοί πρώτοι αγώνες του Συμεών, υπό των οποίων ενοχλούμενοι οι δαίμονες έφερον προ αυτού διαφόρους φαντασίας, ως χρυσού, λίθων πολυτίμων, μουσικών οργάνων, χορών και άλλων ηδονικών πραγμάτων, δια να νικήσουν τον αήττητον. Αλλά ματαίως. Διότι ο Όσιος Συμεών, δια του σημείου του Σταυρού διεσκόρπιζεν αυτούς. Ηξιώθη δε και τελειοτέρας οπτασίας ο Όσιος. Είδε Ναόν Άγιον, εκ του οποίου εξήρχετο δόξα, λαμπρύνουσα αυτόν, εις δε Πατριάρχης έχρισεν αυτόν δια μύρου ευώδους και είπε· «Δια τούτου του μύρου θέλεις διώξει τους δαίμονας και δεχόμενος εξ ουρανού θείαν δύναμιν να αποδείξης κενάς και απράκτους τας προσβολάς αυτών». Τοσαύτης ευδοκίας παρά Θεού έτυχεν ο Όσιος. Ήλθε κάποτε εις την Μονήν δαιμονιζόμενος τις. Ο δε δαίμων, ως είδε τον Συμεών, αρπάσας ελεεινώς τον άνθρωπον από τας χείρας εκείνων, οίτινες τον εκράτουν, έσυρεν αυτόν προς το όρος, ίνα τον κρημνίση. Ο Όσιος τότε προσεκάλεσε τον δαιμονιζόμενον, δια του ονόματος του Κυρίου, να έλθη προς αυτόν. Εκείνος δε, φοβηθείς, επέστρεψεν. Ο δε Όσιος, σφραγίσας αυτόν δια του σημείου του Σταυρού, επετίμησε τον δαίμονα, όστις έφυγεν αμέσως και ο πρώην δαιμονιζόμενος απέμεινεν υγιής. Όμως ο δαίμων, δια να εκφοβίση τον Όσιον, συνήθροισεν άλλους πολλούς δαίμονας και πλήθος ερπετών, τα οποία, μετά των δαιμόνων, εσφύριζον επί ημέρας πολλάς και έκαμνον τόσον θόρυβον, ώστε οι Μοναχοί δεν ηδύναντο να ησυχάσουν. Ταύτα δε ίνα εμποδίσουν τον Όσιον από τον αγώνα της ασκήσεως. Όμως ούτος ο ευλογημένος δεν εφοβείτο τελείως και απεδίωκε τούτους, ψάλλων τον ενενηκοστόν Ψαλμόν του Δαβίδ· «Ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου…» (Ψαλμ. 90:1). Αλλά και πάλιν επολέμουν αυτόν οι δαίμονες, άλλοτε αρπάζοντες το κουκούλιον και το ιμάτιον αυτού, άλλοτε δια σφοδρών ανέμων, αστραπών και βροντών, άλλοτε κατακρημνίζοντες αυτόν και άλλοτε δι’ άλλων τοιούτων εφευρημάτων. Αλλ’ η Χάρις του Θεού εφύλαττε πάντοτε τον Όσιον. Ενουθέτει δε ο Όσιος τους Μοναχούς θαυμασιώτατα και δια ψυχοσωτηρίων λόγων, τόσον ώστε εκείνοι εξίσταντο δια την σύνεσιν αυτού. Έλεγον δε οι αδελφοί, άλλος μεν, ότι είδεν Άγγελον Κυρίου κρατούντα εις την δεξιάν αυτού κηρόν μελίσσης πλήρη μέλιτος, τον οποίον προσέφερεν εις τον Όσιον, άλλος δε, ότι είδε περιστεράν καθεζομένην επί της κεφαλής αυτού και εκείθεν πετώσαν εις τα ουράνια. Όταν δε οι Μοναχοί έλεγον ταύτα, ηξιώθη και άλλου υψηλοτέρου οράματος ο Όσιος. Είδεν ότι ηρπάγη μέχρι του ουρανού και ανήλθεν επτά κλίμακας. Ερωτήσας δε τις ήτο ο τόπος εκείνος, ήκουσε φωνήν λέγουσαν· «Είναι οι επτά ουρανοί τους οποίους ανήλθες και τώρα βλέπεις και τον Παράδεισον». Είδε δε εντός αυτού παλάτιον πάμφωτον και πηγήν μύρον αναβλύζουσαν, αλλ’ ανθρώπους δεν είδεν, ει μη μόνον τον Αδάμ και τον ληστήν. Ότε δε συνήλθεν, εξωμολογήθη εις τον Ιωάννην το όραμα, εκείνος δε εδόξαζε τον Θεόν, τον δωρήσαντα τοσαύτην χάριν εις τον δούλον Αυτού τον ευλογημένον Συμεών. Είχε δε και την εξής αρετήν ο μακάριος. Όταν ήρχετο τις πτωχός, εξεδύετο το ράσον του και έδιδε τούτο εις τον πτωχόν, μένων αυτός γυμνός πολλάκις εν ώρα χειμώνος. Ο δε Ιωάννης, λυπούμενος αυτόν δια την τοιαύτην κακοπάθειαν, έδιδεν άλλο ιμάτιον. Άλλοτε έμεινεν επί ένα χρόνον κατά γης καθήμενος και εκόλλησαν οι μηροί αυτού μετά των κνημών του. Εσάπησαν δε αι σάρκες του και απέπνεον ανυπόφορον δυσωδίαν. Όθεν ο Ιωάννης έφερεν ιατρόν δια να τον θεραπεύση. Αλλ’ ο Όσιος, μειδιάσας είπε· «Ζη Κύριος ο Θεός μου, όστις και θέλει με θεραπεύσει, προς τον οποίον εκ κοιλίας μητρός μου εμαυτόν αφιέρωσα. Όθεν ας πράξη το θέλημα Αυτού». Και πράγματι, ταύτα λέγων, ω του θαύματος! εγένετο τελείως υγιής. Ούτω πολιτευόμενος ο Όσιος δια της προσευχής του, κατεβίβασεν εξ ουρανού φλόγα πολύφωτον, ήτις, ως άλλοτε οι Απόστολοι κατά την ημέραν της Πεντηκοστής, εφώτισεν αυτόν δια Πνεύματος Αγίου και ήρχισε να συνθέτη λόγους περί μετανοίας και μελλούσης Κρίσεως, ερμηνεύων χωρία των θείων Γραφών και δυσνόητα κείμενα, καταπλήσσων άπαντας. Πληρούμενος δε έτι μάλλον θείας Χάριτος ο μακάριος Συμεών και καθ’ εκάστην ανερχόμενος προς θερμοτέραν πίστιν, προσέταξε να κατασκευάσουν δι’ αυτόν στύλον ύψους τεσσαράκοντα ποδών. Όταν δε κατεσκεύασαν αυτόν, ήλθεν ο Αρχιεπίσκοπος της Αντιοχείας μετά του Επισκόπου Σελευκείας και αφού ήναψαν φωτισμόν μέγαν, έφεραν τον Συμεών εις το Θυσιαστήριον και τελέσαντες την ιεράν Λειτουργίαν, εχειροτόνησαν αυτόν Ιεροδιάκονον και είτα τον ανεβίβασαν εις τον στύλον με πολλήν ευλάβειαν. Έμεινς λοιπόν οκτώ χρόνους εκεί εις τον στύλον, όπου περισσότερον ηγωνίζετο, διότι οι δαίμονες ηνώχλουν αυτόν με νυκτερινάς φαντασίας. Εκεί είδεν όραμα, καθ’ ο γέρων τις, ιερατικήν στολήν ενδεδυμένος, κατήλθεν εξ ουρανού κρατών ποτήριον άγιον και σωτήριον και εκοινώνησε δια των Αχράντων Μυστηρίων τον Όσιον, ειπών· «Ανδρίζου και ας ενδυναμούται η καρδία σου, διότι πλέον δεν θέλεις ενοχληθή υπό ενυπνίων». Εγνώρισε δε και του Ηγουμένου την κοίμησιν, αγωνιζομένου και τούτου εις την βάσιν του στύλου κατά το παράδειγμα του Συμεών. Προσκαλέσας δε αυτόν εκ του ύψους του στύλου, ανήγγειλεν εις αυτόν, ότι μετ’ ολίγας ημέρας μεταβαίνει προς Κύριον και να ετοιμασθή ως έπρεπεν. Ο δε μακάριος Ιωάννης ουδόλως εταράχθη, αλλά μάλλον εχάρη, διότι έμελλε να υπάγη προς Κύριον. Αληθώς δε μετ’ ολίγας ημέρας ανεπαύθη, ο δε Συμεών προσηύχετο εις τον στύλον ημέραν και νύκτα, απαγγέλλων το Ψαλτήριον και τας ωδάς του Μωϋσέως, κατήρχετο δε και έκαμνε και μετανοίας και γονυκλισίας δια τον απελθόντα Ηγούμενον αυτού. Αλλά και νέας προσβολάς του δαόμονος εδέχθη επί του στύλου ο Όσιος, έως ότου κατασυνέτριψε τούτον δια παντός, ησθάνθη δε τότε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν και Δεσπότην της Κτίσεως, ελθόντα εν μέσω των Αγίων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ. Εδέετο τότε ο Όσιος μετά φόβου Θεού να δωρήση εις αυτόν ο Κύριος καρπούς αγαθούς και να ενισχύση τούτον, ίνα φυλάττη τας θείας εντολάς του. Όθεν ο Θεός, ο αντιδοξάζων τους Αυτόν δοξάζοντας, εσφράγισε τρις τον Όσιον δια των αγιωτάτων Αυτού δακτύλων, δωρίζων εις αυτόν την Χάριν του Παναγίου Πνεύματος, να τελή θαύματα. Κατά το όραμα λοιπόν τούτο και τα θαύματα ηκολούθησαν και όσοι δαιμονιζόμενοι ήρχοντο προς τον Όσιον, επέστρεφον υγιείς ευλογούντες τον Κύριον. Έλαβε δε μήνυμα παρ’ Αγίων Αγγέλων ότι όχι μόνον δαιμονιζομένους θα ιατρεύη, αλλά και πάσαν ασθένειαν. Και όχι μόνον δια της αφής των χειρών του, αλλά και δια της μηλωτής και δια του τριχίνου ράσου και δια της ράβδου του θα τελούνται θαυμάσια, ζώντος του Οσίου και μετά την κοίμησιν αυτού. Ούτω, δωρηθείσης εις τον Όσιον της θείας Χάριτος, δια της δυνάμεως του Θεού, ενήργει καθημερινώς θαυμάσια, εξ ων θέλομεν εν συντομία διηγηθή τινα, προς απόδειξιν και των άλλων. Άνθρωπός τις εκ Καππαδοκίας είχε δαιμόνιον χαλεπόν και προσελθών εις τον στύλον, εβόα κάτωθεν αυτού λέγων· «Ελέησόν με, δούλε του Θεού, διότι θανατούμαι υπό του δαίμονος». Ο δε Όσιος, μετάτρεις ημέρας έκυψεν εκ του στύλου και αφού επετίμησε τον δαίμονα, έδωσεν εις τον άνθρωπον τεμάχιον εκ του ράσου του και τον απέστειλεν εις τον οίκον του. Και αληθώς, ω του θαύματος! όχι μόνον ο άνθρωπος εκείνος επανεύρε την υγείαν του, αλλ’ έδιδεν και εις άλλους αρρώστους εξ εκείνου του ράσου, οίτινες θεραπευόμενοι εδόξαζον τον Θεόν. Και έτερον νέον, ομοίως εκ δαιμονίου πάσχοντα, ο Όσιος ιάτρευσε δια της Χάριτος του Θεού. Έτερος τις εξ Αντιοχείας υπέφερεν εκ βαρυτάτης νόσου του στομάχου και επόνουν όλα αυτού τα σπλάγχνα, εις σημείον ώστε εκυλίετο κατά γης κραυγάζων γοερώς. Και πάλιν ο Όσιος, δια τεμαχίου εκ του ράσου αυτού, ιάτρευσε τον άνθρωπον τούτον. Και νέον τινά, αποθανόντα, επανέφερεν εις την ζωήν δια της προσευχής του ο Όσιος. Αλλά και δια νέου οράματος κατηγλαϊσθη ο Όσιος. Είδε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν μετά των ταγμάτων των θείων Αγγέλων, εξ ων οι πρώτοι εκράτουν στέφανον πολύτιμον και Σταυρόν απαστράπτοντα, κρατούντες δε βασιλικήν πορφύραν, ήθελον να τον ενδύσουν δια της πορφύρας την οποίαν εκράτουν. Αλλ’ ο Όσιος δεν ήθελε. Τότε οι Άγιοι Άγγελοι είπον προς αυτόν· «Στεφανώθητι δια τούτων τον Θεόν και Πατέρα και τον Μονογενή Αυτού Υιόν και ενδύθητι ως πορφύραν το Πνεύμα το Άγιον, ίνα συμβασιλεύσης μετά των Αγίων Βασιλείαν αιώνιον». Τότε ο Όσιος έστρεψε τους οφθαλμούς προς τον Δεσπότην και λέγει προς Αυτόν· «Δέσποτα Κύριε, επειδή κατηξίωσάς με τον ανάξιον να συμβασιλεύσω μετά των Αγίων Σου, παρακαλώ την αγαθότητά Σου να μοι παραχωρήσης την χάριν να μη χρειασθώ πλέον τροφήν ανθρώπινον». Ταύτα ειπών, ήκουσε το Δεσπότου ευδοκήσαντος να εισακούση της τοιαύτης αιτήσεως, ευθύς δε οι Άγιοι Άγγελοι ενέδυσαναυτόν δια της βασιλικής πορφύρας, την οποίαν του εφόρεσαν άνωθεν του ράσου του,επί δε της κεφαλής αυτού απέθεσαν διάδημα, ψάλλοντες ύμνον προς Χριστόν τον Θεόν και ευφημίζοντες τον Όσιον. Μετά την θείαν ταύτην επιφάνειαν, νέα θαύματα ετέλει ο Όσιος, πολλοί δε ασθενείς, ακούοντες την φήμην αυτού, προσέτρεχον προς τον Όσιον, ζητούντες την μεσιτείαν αυτού προς τον Πανάγαθον Θεόν δια την ίασιν των ασθενούντων. Επειδή δε πλήθος μέγα ήσαν οι προσερχόμενοι, ηυλόγησε ράβδους και έδωκεν εις τους μαθητάς του, οίτινες εγγίζοντες δια τούτων τους ασθενείς και προσευχόμενοι ιάτρευον τούτους, απομακρύνοντες προ παντός εκ των ανθρώπων τα κακά πνεύματα. Δια να μη κενοδοξήσουν δε οι μαθηταί αυτού ότι αυτοί ιάτρευον τους νοσούντας, ευθύς ως εθεραπεύοντο τρεις, πάλιν ο Άγιος ηυλόγει τας ράβδους, επικαλούμενος δια θερμής προσευχής την θείαν Χάριν. Ούτω και εκ των οδόντων των θηρίων ανθρώπους διέσωσε δια της επικλήσεως του θείου Ονόματος και πάσαν νόσον εθεράπευε. Και την κατά της Αντοχείας επιδρομήν του βασιλέως των Περσών Χοσρόη μετά των Χαλδαίων προείδε και την σφαγήν των κατοίκων αυτής ένεκα των αμαρτιών των, δια θερμής δε προς τον Θεόν δεήσεως το όρος όπου ευρίσκετο η Μονή αυτού εκάλυψε δια νέφους, ώστε να αποκρύψη την Μονήν από τα βλέμματα των βαρβάρων, τυφλόν δε γέροντα πληγωθέντα δια ξίφους εις τον λαιμόν υπό των βαρβάρων εθεράπευσεν, ω του θαύματος! δι’ επιθέσεως επί της πληγής αυτού πηλού, τον οποίον ο ίδιος έπλασε δια χώματος και ύδατος. Επειδή όμως εξ όλων τούτων των θαυμασίων, τα οποία ετέλει ο Όσιος, προσήρχοντο προς αυτόν πλήθος ανθρώπων αναρίθμητον, προς παρηγορίαν των πόνων των, εσκέφθη να αναχωρήση εκείθεν, δια να αποφύγη την σύγχυσιν. Ωδηγήθη δε τότε δι’ οπτασίας Κυρίου να μεταβή εις όρος τι ευρισκόμενον προς το δεξιόν μέρος του κίονος. Όθεν εκάλεσε τους αδελφούς και ώρισεν ως πρεσβύτερον τούτων τον εναρετώτερον. Καταβάς δε εκ του στύλου προσηυχήθη δι’ αυτούς και δώσας και λαβών συγχώρησιν απεχαιρέτησε τούτους και ανεχώρησεν εκείθεν και μετέβη εις την κορυφήν του όρους εις τον υποδειχθέντα δια του οράματος τόπον. Ανελθών δε επί πέτρας προσηυχήθη. Ήτο δε τότε τριάκοντα χρόνων. Την επομένην μετέβησαν, ως συνήθως, εις τον στύλον πολλοί ασθενείς, αλλά μαθόντες ότι ανήλθεν εις την κορυφήν του όρους μετέβησαν εκεί, προς θεραπείαν των. Ελυπήθη τότε ο Όσιος, βλέπων ότι ούτε εκεί ηδύνατο να ησυχάση, αλλ’ ευσπλαγχνισθείς τα δάκρυά των, επέθετε την χείρα αυτού επί της κεφαλής ενός εκάστου και εθεράπευεν αυτούς δια της θείας ευσπλαγχνίας. Εκεί ευρισκόμενος ο Όσιος ετέλεσε πλείστα θαύματα. Διότι και εκ του στόματος λέοντος έσωσεν ασθενή τινα προσερχόμενον προς αυτόν και τον λέοντα εκ του όρους απεδίωξεν, αποστείλας τον μαθητήν του Αναστάσιον εις την φωλεάν του θηρίου, προς το οποίον είπεν εκείνος· «Εις το όνομα του Κυρίου, λέγει ο δούλος Αυτού Συμεών, φύγε εκ του όρους και μη επιστρέψης πλέον». Λοιμικήν δε νόσον, επιπεσούσαν εις την Αντιόχειαν, κατέπαυσε, νέον δαιονιζόμενον ιάτρευσε και από άνθρωπον τινά δηχθέντα υπό όφεως απεμάκρυνε τον κίνδυνον, ενδύσας μάλιστα αυτόν, όντα γυμνόν. Και σεισμόν μέγαν προέβλεψε και τυφλόν και παράλυτον, δαιμονιζόμενον δε υπό τριών δαιμόνων, κατέστησεν υγιά· και παρθένον πάσχουσαν εκ σήψεως του ποδός εθεράπευσε και εις άλλον παράλυτον και εις δαιμονιζομένην γυναίκα και εις λεπρόν απέδωσε την υγείαν, ουδέν άλλο ζητών παρά τούτων, ει μη την μετάνοιαν από των αμαρτιών αυτών και την επάνοδον εις την τήρησιν των εντολών του Κυρίου. Ήτο δε το όρος του Όσίου, ως είπομεν, έρημον και ούτε ύδωρ είχεν ούτε σπήλαια δια να προφυλάσσωνται τον χειμώνα, μόνον δε καλύβας εκ ξύλων κατεσκεύασαν προς πρόχειρον στέγασιν αυτών. Ο δε Άγιος έμενεν εις την πέτραν άστεγος, φέρων μόνον μικράν μηλωτήν. Οι δε προσερχόμενοι εστενοχωρούντο εκ της ελλείψεως ύδατος και άλλων αναγκαίων, εστενοχώρουν δε και τους συγκεντρωθέντας εκεί αδελφούς. Όθεν ο φιλάνθρωπος Θεός, ο γνωρίζων τας ανάγκας των δούλων του, εφώτισε τον Άγιον, όστις ήκουσε θείας φωνής λεγούσης προς αυτόν· «Πρόσταξον τους αδελφούς να κτίσωσι Μοναστήριον, δια να έχωσιν ολίγην ανάπαυσιν». Ταύτα ακούσας ο Όσιος Συμεών, είδεν Άγγελον Κυρίου, όστις εχάρασσε τα όρια του Μοναστηρίου και το σχήμα της Εκκλησίας. Έπραξε λοιπόν κατά την προσταγήν του Θεού και επρόσταξε τους μαθητάς αυτού να αρχίσουν να κτίζουν το Μοναστήριον. Οι δε παρά του Οσίου ιαθέντες και παραμείναντες εκεί εβοήθουν εις την κατασκευήν του Μοναστηρίου, έκαστος δια της τέχνης την οποίαν εγνώριζεν. Ήλθον δε και άλλοι εκ της Συρίας και εξ άλλων μερών. Ότε δε λόγω του πλήθους των προσελθόντων και των αναγκών της οικοδομής, η ανάγκη του ύδατος κατέστη επιτακτικωτέρα, διότι πλην των άλλων ήθελαν να σβύσουν και έσβεστον, επρόσταξεν ο Όσιος και συνήθροισαν την άσβεστον εις ένα τόπον. Τούτου δε γενομένου, παρεκάλεσε τον Θεόν να χορηγήση ύδωρ εις αυτάρκειαν. Και, ω του θαύματος! ήλθεν άνωθεν βροχή άφθονος, δύο δε μεγάλαι δεξαμεναί κατασκευασμέναι παλαιότερον από τους ειδωλολάτρας, πλήρεις πρότερον πετρών και χωμάτων, εκαθαρίσθησαν και επληρώθησαν δι’ ύδατος. Έκτοτε δε, οσάκις εχρειάζετο ύδωρ, έβρεχεν εξ ουρανού εις αυτάρκειαν πάντων. Ενώ δε έκτιζον τον ξενώνα, πνεύμα ακάθαρτον προκάλεσε σεισμόν φοβερόν και έτρεμον οι κτιζόμενοι τοίχοι, οι δε τεχνίται δεν ηδύναντο να εργασθούν. Τότε ο Όσιος είπε προς Μοναχόν τινά· «Κτύπησον δια της ράβδου σου εις τα θεμέλια και ειπέ τούτους τους λόγους: Ειςτο όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού σε προστάσσει ο δούλος του Θεού Συμεών, να φύγης από τον τόπον τούτον, πνεύμα ακάθαρτον». Ευθύς δε, ως ο Μοναχός εκείνος εξετέλεσε το προσταχθέν, ω του θαύματος! ο σεισμός έπαυσε και όλα τα της Μονής συνεπληρώθησαν άνευ εμποδίων. Έκτισαν δε και στύλον, εις το πλευρόν του οποίου ανώρυξαν και ετέραν βαθείαν δεξαμενήν, ώστε και δια τους προσερχομένους και δι’ όλας τας υπηρεσίας της Μονής επήρκει το ύδωρ. Νέον θαύμα τότε ετελέσθη. Άνθρωπός τις, Βιγγίλιος ονόματι, δούλος του μακαρίου Πατριάρχου Εφραίμ, ήτο τελείως παράλυτος. Έφεραν δε τούτον εις τον Όσιον και παρεκάλουν να ευσπλαγχνισθή αυτόν. Τότε ο Όσιος είπε προς τον ασθενούντα· «Εάν πιστεύης, ότι η πίστις την οποίαν έχεις προς τον Θεόν δύναται να σε σώση, εγείρου και περιπάτει». Εκείνος απεκρίθη· «Πιστεύω, Κύριέ μου Ιησού Χριστέ, ότι τα πάντα δύνασαι να τελέσης δια του δούλου Σου Συμεών». Ταύτα δε ειπών μεγαλοφώνως, ω του θαύματος! ευρέθη υγιής και επήδησεν όρθιος, δοξάζων τον Κύριον. Ηπλώθη δε η φήμη του μακαρίου Συμεών μέχρι της Ιβηρίας και ήλθον προς αυτόν ασθενούντες πολλοί, οίτινες, αφού εθεραπεύοντο, παρέμειναν εις την αγίαν Μάνδραν του Συμεώνος και ετελειώθησαν εν θεαρέστω πολιτεία. Συνεπληρώθη δε και ο ιερός Ναός, όστις αφιερώθη εις το όνομα της ζωαρχικής και Παναγίας Τριάδος, αλλ’ οι κίονες είχον ανάγκην να λαξευθούν. Όθεν μετέβη τότε προς τον Όσιον αδελφός τις, ονόματι Ιωάννης, όστις δεν εγνώριζε καθόλου γλυπτικήν και είπεν εις τον Όσιον: «Έγγισόν με, Πάτερ, εις την καρδίαν δια της αγίας χειρός σου, ίνα με φωτίση ο Κύριος να πελεκήσω τα μάρμαρα». Ο Όσιος τότε ηυχήθη αυτόν εν ονόματι του Θεού. Και ο λόγος του Οσίου έργον εγένετο και, ως άλλος Βεσελεήλ, ειργάζετο επιμελέστατα εις την Εκκλησίαν. Προείδε δε ο Όσιος και τούτου του Ιωάννου την κοίμησιν. Ότε δε ετελείσεν η οικοδομή του στύλου, κατά την τρίτην ώραν της ημέρας, μετά την Αγίαν Πεντηκοστήν, ότε εορτάζομεν την επιφοίτησιν του Αγίου Πνεύματος, είδεν ο Όσιος κατελθόντα εξ ουρανών τον Δεσπότην Χριστόν εν μέσω πλήθους Αγίων Αγγέλων, ως Αρχιερέα επί του στύλου, λειτουργήσαντα κατά την τάξιν της Εκκλησίας μας με άρτον και οίνον, μετά δε την προσκομιδήν ανήλθεν εις τα ουράνια. Όθεν ιδών ο Όσιος τοιούτον μυστήριον, επλήθυνε τον πόθον αυτού να ανέλθη πάλιν επί του στύλου και συναθροίσας τους αδελφούς, ανεκοίνωσεν εις αυτούς το θείον όραμα με πάσαν ταπείνωσιν. Παρήγγειλε δε να τελούν κατά την ημέραν ταύτην λαμπράν εορτήν και πανήγυριν. Και εκείνοι μεν ούτως έπραξαν, ο δε Όσιος ανήλθεν επί του δευτέρου στύλου, του εν τω Θαυμαστώ Όρει, ήτο δε τότε ετών τεσσαράκοντα. Μεθ’ ημέρας τινάς έφεραν εις τον Όσιον τριετές παιδίον, Επιφάνιον ονόματι, το οποίον εκινδύνευε να αποθάνη εκ πόνων της κοιλίας. Και τούτο το παιδίον εθεράπευσεν ο Όσιος δια μόνης της επιθέσεως της χειρός αυτού. Ιερεύς δε τις, Θωμάς ονόματι, εκ χωρίου καλουμένου Παράδεισος, εβλασφήμει εκ συνεργίας του δαίμονος. Ενώ δε ήτο ετοιμοθάνατος, δεν εξήρχετο η ψυχή του, αλλ’ απώλεσε την λαλιάν του, με τους οφθαλμούς δε ανοικτούς εβασανίζετο επί εξήκοντα ημέρας. Ηννόησε τότε την αμαρτίαν του και δια σχημάτων είπεν εις τους παρεστώτας· «Ζητήσατε δι’ εμέ συγχώρησιν από τον Άγιον Συμεών, διότι ανεθεμάτισα κάποτε αυτόν και δια τούτο δικαίως τώρα κολάζομαι». Όθεν οι συγγενείς αυτού διεμήνυσαν ταύτα εις τον Όσιον Συμεών, όστις εκάλεσε μαθητήν του τινά και είπε προς αυτόν· «Λάβε ένα εκ των άρτων της ευλογίας και σπεύσον εις τον Πρεσβύτερον Θωμάν, όστις, ως ασπασθή τον άρτον, θέλει του συγχωρηθή το αμάρτημα». Ούτω και εγένετο. Διότι ευθύς ως ο Ιερεύς ησπάσθη τον άρτον, έλαβε παρά Θεού συγχώρησιν και απέθανε. Εις την Ορεινήν γυνή τις εγέννησε παιδίον τελείως τυφλόν, οι δε γονείς του απεφάσισαν να φέρουν τούτο εις τον Όσιον και να τον παρακαλέσουν να το θεραπεύση. Παραλαβόντες λοιπόν αυτό ανήρχοντο εις το όρος, καθ’ οδόν δε κατάκοποι ως ήσαν εκ της ανοδικής των εκείνης οδοιπορίας εκάθησαν ολίγον δια να αναπαυθούν. Τότε, ω του θαύματος! βλέπουσι το παιδίον με ανοικτούς τους οφθαλμούς και τελείαν την όρασιν. Όθεν δραμόντες προς τον Όσιον ηυχαρίστουν αυτόν μετά δακρύων, διηγούμενοι το συμβάν. Ούτως η προς Θεόν παρρησία αυτού επρόφθανε την των αιτούντων ανάγκην, κατά την πρόθεσιν της καρδίας των. Αλλά και γυναίκα δαιμονιζομένην και διαζευχθείσαν εθεράπευσε και επανέστειλεν εις τον σύζυγον αυτής, ετέρα δε αιμορροούσα επί τρεις χρόνους ιατρεύθη, εγγίσασα μετ’ ευλαβείας και πίστεως το ράσον του Οσίου. Επιδημίας δε ενσκηψάσης επί των Μοναχών, άλλοι μεν έπιπτον ασθενείς, άλλοι δε, οι ασθενέστεροι, απέθνησκον. Μεταξύ δε τούτων απέθανε και εις Κόνων ονόματι, τον οποίον ο ΄Οσιος υπερηγάπα. Δια θερμών δε προσευχών προς τον Πανάγαθον Θεόν και την Υπεραγίαν Θεοτόκον ανέστησεν αυτόν δια της Χάριτος του Θεού, απεμάκρυνε δε και εκ των άλλων Μοναχών την νόσον. Και Ιερεύς τις των Ιβήρων μετέβη προς τον Όσιον. Αφού δε συνωμίλησαν και λίαν ωφελήθη ο Ιερεύς εκείνος, απερχόμενος έλαβε τρίχας τινάς του Οσίου και φθάσας εις τον τόπον του έκτισε Ναόν και έθεσεν εις τον Σταυρόν τας τρίχας του Συμεών. Εθαυματούργουν λοιπόν αύται και υπό των ευεργετουμένων προσεφέροντο δώρα εις τον Ναόν. Όθεν εφθόνησαν αυτόν οι άλλοι Ιερείς των Ιβήρων και τον εσυκοφάντησαν εις τον Επίσκοπον, ότι ήτο μάντις και επλάνα τον λαόν. Καθήρεσε τότε ο Επίσκοπος τον πτωχόν Ιερέα. Υποστάς λοιπόν ο αγαθός εκείνος Ιερεύς διπλήν την συμφοράν, επεκαλέσθη τον Όσιον Συμεών. Και τότε εισήλθε δαιμόνιον εντός του Επισκόπου, όστις υποφέρων και εννοήσας την αιτίαν, εζήτησε συγχώρησιν από τον Ιερέα. Εκείνος δε προσεκόμισε τον περιέχοντα τας τρίχας του Οσίου Σταυρόν, τον οποίον ασπασθείς ο Επίσκοπος ιάθη και επανέφερε τον Ιερέα εις το αξίωμά του. Επειδή λοιπόν εγένοντο πανταχού σημεία πολλά δια του Οσίου, συνηθροίζετο πλήθος πολύ εις το Μοναστήριόν του, ίνα λάβουν ευλογίαν εκ των ιδίων αυτού χειρών. Όθεν έπρεπε να λάβη και την Ιερωσύνην, διότι έως τότε ήτο Διάκονος, αλλ’ ο μακάριος Συμεών, ως ταπεινόφρων, έλεγεν, ότι δεν είναι άξιος αυτής. Δι’ οπτασίας όμως επείσθη αν και δεν ήθελεν, ότι ήτο θέλημα Θεού να λάβη την αξίαν ταύτην, ως υπεράξιος. Την επομένην ήλθεν εις το Μοναστήριόν του ο Επίσκοπος Σελευκείας Διονύσιος, όστις, αναβάς εις τον στύλον, ησπάσθη τον Όσιον, και του είπεν· «Ο Θεός, όστις γνωρίζει σε πριν ή γεννηθής, ηυδόκησε να γίνης Πρεσβύτερος». Τότε ο Όσιος, μετά μεγάλης ταπεινώσεως και μετά βίας εδέχθη το αξίωμα τούτο. Αφού δε εισήλθον εις το Θυσιαστήριον, ο Αρχιερεύς εχειροτόνησεν Ιερέα τον και προ της Ιερωσύνης ιερώτατον. Ήτο δε τότε τεσσαράκοντα τριών ετών ο Όσιος. Ο δε Σελευκείας Διονύσιος, δώσας και λαβών ειρήνην και συγχώρησιν, ανεχώρησε χαίρων. Οι μαθηταί τότε του Οσίου παρεκάλουν αυτόν να τελέση Λειτουργίαν δια να ευλογήση τούτους ως έπρεπεν. Εκείνος όμως, ένεκα της θερμής αγάπης την οποίαν έτρεφε προς τον ποθούμενον Χριστόν, εδειλία να εγγίση τα Άγια, έως ότου απεκαλύφθη εις αυτόν άνωθεν δι’ οπτασίας κατά την οποίαν είδε, ότι ελειτούργει, παρίσταντο δε εκεί Άγιοι Άγγελοι, οίτινες είπον· «Εάν τις δεν κοινωνή προς την ομολογίαν ταύτην της Πίστεως, ανάθεμα έστω». Όθεν, ταύτα πληροφορηθείς, ετέλεσε την θείαν Λειτουργίαν και ηυλόγησεν άπαντας. Νέα θαύματα ήρχισε τότε να τελή, δια της Χάριτος του Κυρίου Ιησού Χριστού και Θεού ημών. Ούτω και όφιν εισελθόντα εντός της κοιλίας μεθύσκοντος Ίβηρος, ενώ εκοιμάτο, εξέβαλε, και εις κόρην άλαλον και παράλυτον έδωσε την λαλιάν και την κίνησιν και εις τον τυφλόν αυτής πατέρα, δια μιας λέξεως, εδώρησε την όρασιν. Και γυναίκες εστερημέναι μητρικού γάλακτος και στείραι και δαιμονιζόμεναι μετά των εν τη κοιλία αυτών βρεφών εθεραπεύθησαν, δια της προσευχής του Οσίου, τυχούσα εκάστη εκείνου το οποίον εζήτησεν. Έτερον δε εξ Αντιοχείας παράλυτον, αλλ’ ειδωλολάτρην, έπεισε να αρνηθή τα είδωλα και να ομολογήση τον Δεσπότην Χριστόν Υιόν Θεού και την Αειπάρθενον Υπεραγίαν Θεοτόκον Μητέρα Αυτού, καθώς και Πατέρα, Υιόν και Άγιον Πνεύμα ένα Θεόν. Αφού δε ταύτα εποίησεν εκείνος, έπλυνε τας χείρας του ο Όσιος και δια του απονίμματος αυτού έχρισε τον ασθενούντα, όστις ιάθη τελείως. Αλλά και έτερον νεκρόν ανέστησε, δια κατανυκτικής προσευχής του. Όμως αναρίθμητα είναι τα θαύματα, αγαπητοί, τα οποία δια της φιλανθρωπίας του Κυρίου ετέλεσεν ο Όσιος· εάν δε θελήσωμεν να διηγηθώμεν άπαντα, ο χρόνος ήθελε καταλάβει ημάς. Διότι εκ δαιμονιώντων τους δαίμονας απεδίωξε και κωφούς, χωλούς, παραλυτικούς και ετοιμοθανάτους ιάτρευσεν, ένα δε μόνον θέλω ακόμη διηγηθή εμπιστευόμενος εις την καλωσύνην σας, ίνα και το διορατικόν του Οσίου Πατρός ημών Συμεών του Θαυμαστορείτου γνωρίσητε. Μοναχός τις ήτο κεκλεισμένος επί χρόνους πολλούς εντός οικίας τινός εις την Λαοδίκειαν της Συρίας, ησυχάζων. Αποκαμών δε εκ της ησυχίας, διεμήνυσεν εις τον Όσιον Συμεών, ότι είχε πόθον πολύν να προσκυνήση αυτόν. Ο δε Όσιος, ως προορατικός, ηννόησε την κατάστασιν του Μοναχού και έγραψεν εις αυτόν, ότι δεν θα ήτο πρέπον να καταφρονήση την ησυχίαν του, δια να προσκυνήση άνθρωπον αμαρτωλόν και καλλίτερον θα είναι να προσκυνή τον Θεόν εις τον οίκον του. Έκαμε τότε υπομονήν ο Μοναχός. Αλλά μετ’ ολίγον καιρόν πάλιν ηνώχλει αυτόν ο λογισμός και μη δυνάμενος να υποφέρη, εξήλθεν εκ του κελλίου του και , εκ συνεργίας του πειρασμού, έπεσεν, ο ταλαίπωρος, εις πορνείαν. Μεταβάς δε εις τον Όσιον, δεν ωμολόγησε το αμάρτημά του, ένεκα της αισχύνης της πράξεως, αλλ’ έκαμνεν ότι ελυπείτο, διότι κατεφρόνησε την ησυχίαν του. Ο δε Όσιος, όστις εγνώριζε τα απόκρυφα, δια να φέρη τούτον εις μεταμέλειαν και να σωθή και δια να λάβουν οι μαθηταί αυτού παράδειγμα, ίνα φυλάττωνται, απεκάλυψε παρουσία πάντων την αμαρτίαν του Μοναχού, ειπών· «Δεν σε κατακρίνω, διότι κατέστρεψες τον τοίχον του κελλίου σου, επειδή ευκόλως δύνασαι να κτίσης πάλιν αυτόν και να κλεισθής εντός αυτού, ως και πρότερον. Αλλά σε λυπούμαι, διότι, πορνεύων, κατεκρήμνισες τον πύργον της ψυχής σου και κατέστης, φεύ! αιχμάλωτος του διαβόλου». Ταύτα ακούσας ο Μοναχός εθαύμασεν ομού και ησθάνθη εντροπήν. Πεσών δε επί της γης έκλαιε, ζητών συγχώρησιν και ομολογών το βάρος της ανομίας του. Τότε ο Όσιος, οπλίσας αυτόν δια της σφραγίδος του Σταυρού, κατέστησεν αυτόν εις το εξής άτρωτον υπό του διαβόλου και συγχωρήσας και ευχηθείς αυτόν απέστειλεν εις τα ίδια. Αλλ’ επειδή ήτο άνθρωπος, ήλθεν η ώρα να μεταβή προς τον ποθούμενον. Ήτο δε τότε χρόνων ογδοήκοντα πέντε, εκ των οποίων τεσσαράκοντα πέντε έμεινεν επί του δευτέρου στύλου του εν τω Θαυμαστώ Όρει, κάτωθεν του οποίου ήτο το Μοναστήριόν του, το οποίον Μάνδραν ωνόμασαν. Δια τούτο, όταν αναγιγνώσκωμεν μικρόν αγιασμόν, λέγομεν: Συμεών του εν τη Μάνδρα. Αλλαχού δε λέγομεν του εν τω Θαυμαστώ Όρει· όμως πρόκειται περί του ιδίου Οσίου Συμεών. Ότε λοιπόν επληροφορήθη εκ Πνεύματος Αγίου, ότι επλησίαζεν εις το τέλος της παροικίας αυτού, εκάλεσε τους μαθητάς του και ανεκοίνωσε το πικρόν δι’ αυτούς μήνυμα, δια τον Όσιον όμως ποθητόν και γλυκύτατον. Είπε δε προς αυτούς και ταύτα: «Αδελφοί και Πατέρες, αδιαλείπτως προσεύχεσθε. Εστέ ταπεινοί τη καρδία. Μισήσατε την φιλαργυρίαν και προσφέρετε ελεημοσύνην όσον δύνασθε. Διότι ο μη ελεών πτωχόν δεν αξιούται να εισέλθη εις τον αιώνιον Νυμφώνα μετά των φρονίμων παρθένων, αλλά κλείεται έξω μετά των μωρών, επειδή ο λύχνος αυτού σβέννυται, ως μη έχων έλαιον. Εκείνος όστις δεν συμπονεί τον αδελφόν και δεν τον βοηθεί εις την ανάγκην του, αρνείται τον Υιόν του Θεού και, τρόπον τινά, δεν ομολογεί, όπως και οι Σαδδουκαίοι, ανάστασιν νεκρών, ουδέ ελπίζει εις την μέλλουσαν ανταπόδοσιν. Φυλάττετε την κατά κράτος εγκράτειαν, διότι αύτη χαλιναγωγεί τας ηδονάς και καταπαύει τον πόλεμον της σαρκός, ούτω δε γίνεσθε σώφρονες. Εάν δε έλθη εις τινα λογισμός ακάθαρτος, ίνα μολύνη την διάνοιάν του, ας φωνάξη ταύτα προς τον Κύριον, μετά πικροτάτων δακρύων· «Δέσποτα Χριστέ, ο των οικτιρμών και του ελέους Θεός, ο πάντοτε υπάρχων και διαμένων εις τους αιώνας, ο τους επί Σοι πεποιθότας μη καταισχύνων, ρύσαι με εκ χειρός εχθρών μου, πρόσχες τη ψυχή μου, σώσον με εν τω ελέει Σου. Το αγαλλίαμά μου, λύτρωσόν με από των κυκλωσάντων με, Κύριε, Κύριε, δύναμις της σωτηρίας μου, επισκίασον επ’ εμέ εν ώρα πολέμου. Ελέησόν με ο Θεός, ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες». Τοιαύτα και τούτων παρόμοια ας λέγη μετά δακρύων και συντριβής καρδίας ο ενοχλούμενος υπό ρυπαρών λογισμών. Και ο Κύριος θέλει βοηθήσει αυτόν». Ταύτα και άλλα έλεγεν ο Όσιος εις τους μαθητάς του. Εκείνοι δε είχον μεγάλον πόθον να τον ερωτήσουν πως απέκτησε τόσην εγκράτειαν. Αλλ’ ευλαβούμενοι, εδίσταζον. Εκείνος όμως, εννοήσας τον λογισμόν των, απεκάλυψε τούτο εις αυτούς κατά την εσχάτην εκείνην ώραν, ως πατήρ φιλόστοργος, ίνα ενισχύση αυτούς καλλίτερον να έχωσι τας ελπίδας των εις τον Θεόν, λέγων προς αυτούς· «Εγώ, αδελφοί και τέκνα μου, πολλάς και μεγάλας ευεργεσίας απήλαυσα παρά του Δεσπότου μου, καθώς γνωρίζετε, αλλ’ εν είναι το μεγαλύτερον δώρον του οποίου ηξιώθην παρά της Εκείνου ευσπλαγχνίας, το οποίον τώρα μόνον σας εμπιστεύομαι. Είναι χρόνοι πολλοί αφ’ ότου παρεκάλεσα την Αυτού αγαθότητα να με απαλλάξη της ανάγκης των φθαρτών τροφών. Αλλά πως να διηγηθώ τα ελέη σου, Χριστέ, και την αγάπην την οποίαν έδειξες προς εμέ τον ανάξιον δούλον Σου; Έβλεπον ερχόμενον εις τον αέρα νέον ωραίον ενδεδυμένον φως ως ιμάτιον, εν στολή ιερατική, όστις εκράτει θείον σκεύος εκ του οποίου δια λαβίδος ελάμβανε και μοι έδιδε τρεις φοράς. Δεν γνωρίζω τι τροφή ήτο εκείνη, κατά την όψιν όμως και την γεύσιν ήτο γλυκυτάτη, αλλά δεν δύναμαι να την περιγράψω. Καθ’ εκάστην δε Κυριακήν μετά την θείαν Λειτουργίαν, μέχρι σήμερον, ήρχετο και μοι προσέφερε ταύτην την θείαν μεταβολήν, ήτις εχόρταινε την καρδίαν μου και με εστήριζεν έως της άλλης Κυριακής και δεν επείνων καθόλου. Τούτο μόνον είχον απόκρυφον και τούτο σας εξεμυστηρεύθην. Να πολιτεύεσθε λοιπόν εναρέτως, καθώς επράττετε και ζώντος εμού, ίνα απολαύση έκαστος κατά τα έργα αυτού». Δια τοιούτων λόγων συνεβούλευε μέχρις εσχάτης αυτού αναπνοής τους μαθητάς αυτού ο μακάριος. Δέκα ημέρας μετά ταύτα, κδ΄ (24ην) τότε του μηνός Μαϊου, ο μακάριος Συμεών απήλθε προς Όν επόθησε Χριστόν, ίνα απολαύση τα άρρητα αγαθά τα οποία δια τούτον, και δια πάντας τους αγαπώντας Αυτόν ητοίμασεν ο των απάντων Δημιουργός και Δεσπότης. Το δε τίμιον και σεβάσμιον αυτού Λείψανον έμεινεν εκεί εις την Μάνδραν αυτού, επί του Θαυμαστού Όρους, όπου τους θαυμασίους αγώνας ετέλεσε και είναι τούτο ταμείον θαυμάτων ακένωτον, αναβλύζον ιάματα όχι μόνον σωμάτων, αλλά και ψυχών, εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών, Ω πρέπει πάσα δόξα, τιμή και προσκύνησις εις τους αιώνας. Αμήν.

Απάντηση

Επιστροφή στο “Πνευματικά Αναγνώσματα”