Το Μέγα Σπήλαιο με το ιστορικό του
Δημοσιεύτηκε: Τρί Φεβ 17, 2009 9:52 am
ΤΟ ΜΕΓΑ ΣΠΗΛΑΙΟ Με το όμορφο ιστορικο του
Συμεών και Θεόδωρος και της Ευφροσύνης των την Αγίαν και Θεομητορική Εικόνα ευρόντων και την του Μεγάλου Σπηλαίου Μονή συστησαμένων.
Συμεών και Θεόδωρος ήσαν αδελφοί κατά σάρκα γεννηθέντες περί τις αρχές του Δ΄- αιώνος (310—320-) εν τη μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη. Αφού λοιπόν διά της σπουδής των Αγίων κατεκάει η ύλη κα σύμπας ο τόπος του Ιερού Σπηλαίου παντοχόθεν και εκαθαρίσθη, ανεφάνη και η Αγία Τράπεζα, όπου (καθώς ανέκαθεν επιφύλαξεν η Παράδοσης)
Αυτός ο Ευαγγελιστής Λουκάς Ιερούργησε την αναίμακτον Θυσίαν επιτελών. Λέγεται δε ότι και εις αυτό το Μέγα Σπήλαιον εισερχόμενος, χάριν ησυχίας συνέγραψε το Ευαγγέλιον ο Ιερότατους Λουκάς και περί τούτον
Συνέχεια του λόγου
Όταν ήσαν εις Ιερουσαλήμ οι αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος είδαν έκτασιν, εις όνειρον την εξής. Εφάνησαν εις αυτούς τρεις άνδρες γηραλέοι στο ιεροπρεπείς την εμφάνησιν, σεβάσμιοι εις την όψιν. Κατάπληκτοι οι αδελφοί, βλέπουν και άλλο θέαμα ανώτερον
Επιφαίνεται πάγκαλος και ηλιόμορφος ‘Άνασσα, περιισταμένη αίγλη ουράνιον, Και η πάμφωτος Βασιλίς και λέει στους δύο αδελφούς και «Χαίρετε εν Κυρίω, πιστοί δούλοι του Υιού μου και Θεόν Ιησού Χριστού. Εξακολουθήσετε τον αγώνα τον καλόν, όμοιοι με τους τρείς τούτους άνδρες (δείχνοντας τους ) Παύλος ο Απόστολος, Ανδρέας ο πρωτόκλητος, και Λουκάς ο Ευαγγελιστής
Εξέλθετε λοιπόν εκ των Ιερουσαλύμων και υπάγετε εις Πελοπόννησο, και καθοδόν μεν κηρύττετε τον λόγον της αλήθειας, επιστρέφοντες τους αμαρτωλούς και εις τα ενδότερα της Αχαΐας, όπου η χάρις μου θέλει σας οδηγήσει δια το θείο θέλημα.
Αφού δε φθάσετε εκεί, θέλετε εύρη τον τύπον της μορφής μου, κατ’ ευδοκίαν του Υιού μου και Θεού απεικονισθείσης υπό του θεοφόρου τούτου και Ευαγγελιστού Λουκά, τα δε προς εύρεσιν της Εικόνος άπαντα θα αποκαλυφθούν εις υμάς, όταν φθάσετε εις τον τόπον εκείνον, υπάγεται λοιπόν εν ειρήνη»
Ανέβη η Παντάνασσα εις ουρανούς με τους τρεις αποστόλους Ξύπνησαν και οι αδελφοί και διηγούντο ο ένας στον άλλον για το όραμα. Κίνησαν αμέσως για την εύρεση της Εικόνος. Εύθασαν στην Αχαΐα αλλά δεν ήξεραν προς τα πού να τραβήξουν. Κουρασμένοι γονάτισαν με δάκρυα ζητούσαν βοήθεια έως αποκοιμήθηκαν. Βλέπουν πάλι τους τρεις άνδρες να τους λένε γιατί κλαίτε;;
Πηγαίνετε προς Ανατολάς περιπατούντες επί δύο ώρες φτάσετε στις όχθες του ποταμού ΒουραΙκού, και εκεί θα συναντήσετε κόρη παρθένον, ονόματι Ευφροσύνην, δούλην και αυτή του Διδασκάλου και Θεού ημών Ιησού Χριστού, ποιμαίνει τας αίγας του πατρός αυτής, και κατοικεί εις την πόλιν Γαλατών. Αυτή θα σας οδηγήσει προς την εύρεση της Εικόνος όπως σας έχει ειπωθεί.
Τότε αμέσως μόλις ξύπνησαν πήραν τον δρόμο κατά την διαταγή που τους εδόθη. Από μακριά διέκριναν την αγίαν αυτήν κόρη να κάθεται κοντα στον ποταμό. Όταν είδε τους δύο άνδρες, φωτιστής με Πνεύμα έτρεξε προς αυτούς γονάτισε και προσεκύνησε αυτούς, και είπον προς αυτήν.. Χαίρε εν Κυρίω» Απαντών η οσία λέγει. Χαίρετε και υμείς εν Κυρίω δούλοι και εργάται του Κυρίου.
ι δύο άνδρες έμειναν πολύ σκεπτική δεν ήξεραν τι να απαντήσουν.. Τότε η αγία γονατίζει μπρος στην πέτρα που καθόταν, κάνοντας προσευχή ευχαριστώντας τον Κύριον και την Παναγία γιατί και αυτή θα κάνει κάποιο έργο τώρα δια την δόξα της Παναγίας μας και Υιού της ¨Όταν τελείωσε την προσευχή με την ράβδο που κρατούσε κάνει το σημείο του Σταυρού στη έδαφος κτυπώντας το έδαφος και ανοίγει η μεγάλη πέτρα στα δύο και η γη άρχισε να βγάζει νερό, καθαρό νάμα μέχρι σήμερα όχι μακριά της Κώμης των Γαλατών πλησίον του αγρού της Οσίας η δε πηγή αυτή καλείται πηγή της Αγίας Κόρης.
Όταν είδαν όλλα τα θαυμαστά οι δύο άνδρες εθαύμασαν πολύ, και ρώτησαν την οσία. Τι γνωρίζεις δια την αγίαν Εικόνα της Θεοτόκου την ζωγραφησθήσαν υπό του θείου και Ευαγγελιστού Λουκά;» Η δε Οσία κόρη αποκρινόμενη και ταπεινήν λαλιάν είπε ταύτα προς τους Πατέρες.
Εγώ μεν, Οσιότατοι Πατέρες, ονομάζομαι Ευφροσύνη, γνωρίζω δε την σεπτήν εικόνα της Θεομήτορος και του κείται θεόθεν θησαυρισμένη, πως δε αύτη απεκαλύφθη εις εμέ και πως ωδηγήθην εις εύρεσιν αυτής, πως δε και τα καθ’ υμάς εδιδάχθη διά να νωρίς ποίοι είσθε και πως ονομάζεστε, ακούσατε, βλέπετε τούτο το μικρόν ποίμνιον των αιγών του πατρός μου;; τούτο βοσκούσε συνήθως εις τα περίχωρα ταύτα της πατρίδος μου Γαλάτας,
Συμεών και Θεόδωρος και της Ευφροσύνης των την Αγίαν και Θεομητορική Εικόνα ευρόντων και την του Μεγάλου Σπηλαίου Μονή συστησαμένων.
Συμεών και Θεόδωρος ήσαν αδελφοί κατά σάρκα γεννηθέντες περί τις αρχές του Δ΄- αιώνος (310—320-) εν τη μεγαλούπολη Θεσσαλονίκη. Αφού λοιπόν διά της σπουδής των Αγίων κατεκάει η ύλη κα σύμπας ο τόπος του Ιερού Σπηλαίου παντοχόθεν και εκαθαρίσθη, ανεφάνη και η Αγία Τράπεζα, όπου (καθώς ανέκαθεν επιφύλαξεν η Παράδοσης)
Αυτός ο Ευαγγελιστής Λουκάς Ιερούργησε την αναίμακτον Θυσίαν επιτελών. Λέγεται δε ότι και εις αυτό το Μέγα Σπήλαιον εισερχόμενος, χάριν ησυχίας συνέγραψε το Ευαγγέλιον ο Ιερότατους Λουκάς και περί τούτον
Συνέχεια του λόγου
Όταν ήσαν εις Ιερουσαλήμ οι αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος είδαν έκτασιν, εις όνειρον την εξής. Εφάνησαν εις αυτούς τρεις άνδρες γηραλέοι στο ιεροπρεπείς την εμφάνησιν, σεβάσμιοι εις την όψιν. Κατάπληκτοι οι αδελφοί, βλέπουν και άλλο θέαμα ανώτερον
Επιφαίνεται πάγκαλος και ηλιόμορφος ‘Άνασσα, περιισταμένη αίγλη ουράνιον, Και η πάμφωτος Βασιλίς και λέει στους δύο αδελφούς και «Χαίρετε εν Κυρίω, πιστοί δούλοι του Υιού μου και Θεόν Ιησού Χριστού. Εξακολουθήσετε τον αγώνα τον καλόν, όμοιοι με τους τρείς τούτους άνδρες (δείχνοντας τους ) Παύλος ο Απόστολος, Ανδρέας ο πρωτόκλητος, και Λουκάς ο Ευαγγελιστής
Εξέλθετε λοιπόν εκ των Ιερουσαλύμων και υπάγετε εις Πελοπόννησο, και καθοδόν μεν κηρύττετε τον λόγον της αλήθειας, επιστρέφοντες τους αμαρτωλούς και εις τα ενδότερα της Αχαΐας, όπου η χάρις μου θέλει σας οδηγήσει δια το θείο θέλημα.
Αφού δε φθάσετε εκεί, θέλετε εύρη τον τύπον της μορφής μου, κατ’ ευδοκίαν του Υιού μου και Θεού απεικονισθείσης υπό του θεοφόρου τούτου και Ευαγγελιστού Λουκά, τα δε προς εύρεσιν της Εικόνος άπαντα θα αποκαλυφθούν εις υμάς, όταν φθάσετε εις τον τόπον εκείνον, υπάγεται λοιπόν εν ειρήνη»
Ανέβη η Παντάνασσα εις ουρανούς με τους τρεις αποστόλους Ξύπνησαν και οι αδελφοί και διηγούντο ο ένας στον άλλον για το όραμα. Κίνησαν αμέσως για την εύρεση της Εικόνος. Εύθασαν στην Αχαΐα αλλά δεν ήξεραν προς τα πού να τραβήξουν. Κουρασμένοι γονάτισαν με δάκρυα ζητούσαν βοήθεια έως αποκοιμήθηκαν. Βλέπουν πάλι τους τρεις άνδρες να τους λένε γιατί κλαίτε;;
Πηγαίνετε προς Ανατολάς περιπατούντες επί δύο ώρες φτάσετε στις όχθες του ποταμού ΒουραΙκού, και εκεί θα συναντήσετε κόρη παρθένον, ονόματι Ευφροσύνην, δούλην και αυτή του Διδασκάλου και Θεού ημών Ιησού Χριστού, ποιμαίνει τας αίγας του πατρός αυτής, και κατοικεί εις την πόλιν Γαλατών. Αυτή θα σας οδηγήσει προς την εύρεση της Εικόνος όπως σας έχει ειπωθεί.
Τότε αμέσως μόλις ξύπνησαν πήραν τον δρόμο κατά την διαταγή που τους εδόθη. Από μακριά διέκριναν την αγίαν αυτήν κόρη να κάθεται κοντα στον ποταμό. Όταν είδε τους δύο άνδρες, φωτιστής με Πνεύμα έτρεξε προς αυτούς γονάτισε και προσεκύνησε αυτούς, και είπον προς αυτήν.. Χαίρε εν Κυρίω» Απαντών η οσία λέγει. Χαίρετε και υμείς εν Κυρίω δούλοι και εργάται του Κυρίου.
ι δύο άνδρες έμειναν πολύ σκεπτική δεν ήξεραν τι να απαντήσουν.. Τότε η αγία γονατίζει μπρος στην πέτρα που καθόταν, κάνοντας προσευχή ευχαριστώντας τον Κύριον και την Παναγία γιατί και αυτή θα κάνει κάποιο έργο τώρα δια την δόξα της Παναγίας μας και Υιού της ¨Όταν τελείωσε την προσευχή με την ράβδο που κρατούσε κάνει το σημείο του Σταυρού στη έδαφος κτυπώντας το έδαφος και ανοίγει η μεγάλη πέτρα στα δύο και η γη άρχισε να βγάζει νερό, καθαρό νάμα μέχρι σήμερα όχι μακριά της Κώμης των Γαλατών πλησίον του αγρού της Οσίας η δε πηγή αυτή καλείται πηγή της Αγίας Κόρης.
Όταν είδαν όλλα τα θαυμαστά οι δύο άνδρες εθαύμασαν πολύ, και ρώτησαν την οσία. Τι γνωρίζεις δια την αγίαν Εικόνα της Θεοτόκου την ζωγραφησθήσαν υπό του θείου και Ευαγγελιστού Λουκά;» Η δε Οσία κόρη αποκρινόμενη και ταπεινήν λαλιάν είπε ταύτα προς τους Πατέρες.
Εγώ μεν, Οσιότατοι Πατέρες, ονομάζομαι Ευφροσύνη, γνωρίζω δε την σεπτήν εικόνα της Θεομήτορος και του κείται θεόθεν θησαυρισμένη, πως δε αύτη απεκαλύφθη εις εμέ και πως ωδηγήθην εις εύρεσιν αυτής, πως δε και τα καθ’ υμάς εδιδάχθη διά να νωρίς ποίοι είσθε και πως ονομάζεστε, ακούσατε, βλέπετε τούτο το μικρόν ποίμνιον των αιγών του πατρός μου;; τούτο βοσκούσε συνήθως εις τα περίχωρα ταύτα της πατρίδος μου Γαλάτας,