Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος καταγόταν από την Ναζιανζό της Μικράς Ασίας. Η μητέρα του Νόννα ήταν ευσεβής Χριστιανή, ενώ ο πατέρας του ήταν αρχικά οπαδός του συστήματος των Υψισταρίων, ενός κράματος από ιουδαϊκά και εθνικά θρησκευτικά στοιχεία, και στο οποίο η λατρεία του υψίστου Θεού συνδυαζόταν με την λατρεία του πυρός. Η σύζυγός του με την προσευχή και την καθημερινή παρακίνησή της κατόρθωσε την επιστροφή του στην Χριστιανική πίστη. Βαπτίσθηκε από Επισκόπους της περιοχής και έλαβε το όνομα Γρηγόριος. Λίγο αργότερα χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ναζιανζού. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος παρομοιάζει τους γονείς του με τον Αβραάμ και την Σάρραν, επειδή απέκτησαν τρία παιδιά σε προχωρημένη ηλικία, ήτοι την Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο.
Ο άγιος Γρηγόριος χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος από τον πατέρα του και Επίσκοπος από τον φίλο του Βασίλειο. Υπήρξε μεγάλος Θεολόγος. Στην υμνογραφία εξυμνείται κυρίως ως “τών θεολόγων ο νούς ο ακρότατος”. Η Εκκλησία τον ετίμησε απονέμοντάς του τον τίτλο του Θεολόγου, τον οποίο επεφύλαξε σε τρεις μόνον αγίους. Οι άλλοι δύο είναι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και ο όσιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος.
Ο άγιος Γρηγόριος κλήθηκε να αναλάβη την ηγεσία της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως σε μια εποχή δύσκολη, κατά την οποία είχαν επικρατήσει οι αιρετικοί Αρειανοί για σαράντα χρόνια και η αυτοκρατορική αυλή ευνοούσε την αίρεση. Εκεί, παρά τις μεγάλες δυσκολίες, έλαμψε το θεολογικό του χάρισμα, αλλά και το μεγαλείο της ψυχής του. Εξεφώνησε τις περίφημες περί θεολογίας ομιλίες του και ο μικρός Ναός στον οποίο ομιλούσε και λειτουργούσε ονομάσθηκε Αναστασία, επειδή ανέστησε τον θείο λόγο. Τελικά, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος του παρέδωσε τον καθεδρικό Ναό και η Β' Οικουμενική Σύνοδος τον ανέδειξε Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως. Οι εχθροί του όμως έθεσαν θέμα αντικανονικότητος της εγκαταστάσεώς του στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, επειδή τάχα κατείχε άλλην έδρα. Η καταγγελία όμως αυτή δεν ευσταθούσε, διότι στην πόλη Σάσιμα δεν εγκαταστάθηκε ποτέ. Όμως για να μη δημιουργηθή σχίσμα στην Εκκλησία, ανεχώρησε από την Κωνσταντινούπολη, αφού πρώτα εξεφώνησε από την προεδρικήν έδρα της Συνόδου έναν συγκινητικό λόγο, με τον οποίο απεκάλυπτε όλο το μεγαλείο της πνευματικής του δυνάμεως. Είπε ότι εάν ήταν αυτός αίτιος της διαιρέσεως, ας ερρίπτετο στην θάλασσα όπως ο Ιωνάς, για να παύση η τρικυμία. Και απεχώρησε για να πάη να βρη “τήν φίλη του ησυχία”.
Ο βίος και τα συγγράμματά του μας δίνουν την αφορμή να τονίσουμε πολλά και σημαντικά, αλλά η στενότης του χώρου μας επιτρέπει να αναφέρουμε, εντελώς τηλεγραφικά, τα ακόλουθα:
Πρώτον. Ο άγιος Γρηγόριος ήταν όνομα και πράγμα Θεολόγος, επειδή είχε προσωπική γνώση και εμπειρία του Θεού. Οι ομιλίες του, και κυρίως οι εορταστικοί του λόγοι στις μεγάλες Δεσποτικές Εορτές, έχουν θεολογικό περιεχόμενο, επειδή το Ορθόδοξο κήρυγμα είναι κατήχηση και ταυτόχρονα μύηση στο μυστήριο της θεολογίας. Η Ορθόδοξη θεολογία είναι τρόπος ζωής και βοηθά τον άνθρωπο να καθαρθή από τα πάθη, για να μπορέση να αποκτήση προσωπική κοινωνία με τον Θεό, ο οποίος δεν είναι απλώς ανώτερη δύναμη ή αφηρημένη ιδέα, αλλά Πρόσωπο. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, όπως όλοι οι άγιοι Πατέρες, έτρεφε και τρέφει τον λαό του Θεού με τα νάματα της Ορθοδόξου Θεολογίας, η οποία προσφέρει λύσεις στα μεγάλα υπαρξιακά του προβλήματα.
Το Ορθόδοξο κήρυγμα σήμερα, έχει επηρεασθή, δυστυχώς, από ξένα πρότυπα και από την εκκοσμίκευση. Βέβαια, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, αλλά ως επί το πλείστον ακούει κανείς κηρύγματα κοινωνικά, ηθικίστικα, άχρωμα, και άγευστα της Ορθοδόξου θεολογίας, που αφήνουν τον άνθρωπο ασυγκίνητο και αθεράπευτο. Οι άγιοι Πατέρες, ως ποιμένες, καταπιάνονταν ασφαλώς και με τα διάφορα κοινωνικά θέματα και προβλήματα, αλλά το έκαναν ως Θεολόγοι. Δηλαδή μελετούταν τα θέματα και πρότειναν λύσεις μέσα από την προοπτική της Ορθοδόξου θεολογίας.
Δεύτερον. Ευρισκόμαστε στον πρώτο μήνα του χρόνου και όπως είναι γνωστό, συνηθίζουμε να ευχόμαστε ο ένας στον άλλο “χρόνια πολλά”. Και αυτό το κάνουμε, επειδή αγαπούμε την ζωή και επιθυμούμε να ζήσουμε όσο γίνεται περισσότερο. Κανείς δεν επιθυμεί τον θάνατο, επειδή δεν έχει δημιουργηθή για να πεθάνη, αλλά για να ζη αιώνια. Ο θάνατος είναι κάτι το ξένο και παρείσακτο στην ζωή μας. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, της κακής χρήσεως της ελευθερίας μας, της ανυπακοής μας στο θέλημα του Θεού. Η ανθρώπινη ζωή έχει ύψιστο σκοπό και ως εκ τούτου μεγάλη σπουδαιότητα και αξία. Αξίζει να μελετήσουμε την αξία και τον σκοπό της ζωής του ανθρώπου μέσα από την θεολογία του αγίου Γρηγορίου. Θα μας πη ο Άγιος ότι ο άνθρωπος “είναι ζώον ενταύθα οικονομούμενον και αλλαχού μεθιστάμενον και πέρας του μυστηρίου τη προς τον Θεόν νεύση θεούμενον”. Δηλαδή, ότι ο άνθρωπος δεν είναι πλασμένος για το ενταύθα, αλλά για την αιωνιότητα. Στην παρούσα ζωή οικονομείται, ήτοι ζή, αναπνέει, τρώει, πίνει, εργάζεται, γίνεται μοναχός, παντρεύται, αλλά ο σκοπός της ζωής του είναι άλλος. Είναι η θέωση, ήτοι η κοινωνία με τον άγιο Τριαδικό Θεό, που επιτυγχάνεται με την σωστή χρήση της ελευθερίας του και την υπακοή του στο θέλημα του Θεού. Η αληθινή μας πατρίδα δεν είναι ενταύθα, αλλά αλλαχού. Είναι η βασιλεία του αγίου Τριαδικού Θεού. Ζούμε ενταύθα, αλλά πρέπει να μεθιστάμεθα αλλαχού, ήτοι να πολιτευόμεθα στον ουρανό.
Αξίζει να εντρυφήσουμε στην Ορθόδοξη θεολογία, η οποία προσφέρει λύσεις στα καθημερινά μας προβλήματα, αλλά και βοηθά στην υπέρβαση του ενταύθα, δηλαδή του θανάτου και την απόλαυση της ζωής, όχι απλώς για πολλά χρόνια, αλλά αιώνια.
Γεννήθηκε το 329 μ.Χ. στην Αριανζό, κωμόπολη της Καππαδοκίας, από τον Γρηγόριο, επίσκοπο Ναζιανζού (†1η Ιανουαρίου) και την Νόννα (†5 Αυγούστου). Έχει δύο αδέρφια: τον Καισάρειο και τη πασίγνωστη για την ευσέβειά της αδερφή Γοργονία.
Στη Ναζιανζό, διδάσκεται τη στοιχειώδη εκπαίδευση, ενώ τη μέση στη Καισάρεια, όπου γνωρίζεται με το συμμαθητή του Μ. Βασίλειο. Έπειτα, πηγαίνει κοντά σε περίφημους διδασκάλους της ρητορικής στη Παλαιστίνη και στην Αλεξάνδρεια και, τέλος, στα Πανεπιστήμια της Αθήνας. Οι σπουδές του διήρκεσαν 13 ολόκληρα χρόνια (από 17 έως 30 ετών).
Μετά τις σπουδές στην Αθήνα ο Γρηγόριος επιστρέφει στη πατρίδα του μονολότι του πρόσφεραν έδρα Καθηγητή Πανεπιστημίου. Εκεί, ο πατέρας του, επίσκοπος Ναζιανζού, τον χειροτονεί πρεσβύτερο. Αλλά ο Άγιος Γρηγόριος προτιμά την ησυχία του αναχωρητηρίου στο Πόντο, κοντά στο φίλο του Βασίλειο, για περισσότερη άσκηση στη πνευματική ζωή.
Μετά, όμως, από θερμές παρακλήσεις των δικών του, επιστρέφει στην πατρίδα του και μπαίνει στην ενεργό δράση της Εκκλησίας. Στα 43 του χρόνια ο Θεός τον ανύψωσε στο επισκοπικό αξίωμα. Έδρα του ορίστηκε η περιοχή των Σασίμων την οποία ποτέ δεν ποίμανε λόγω των Αρειανών κατοίκων της.
Όμως, ο θάνατος έρχεται να πληγώσει τη ψυχή του, με αλλεπάλληλους θανάτους συγγενικών προσώπων. Πρώτα του αδερφού του Καισαρείου, έπειτα της αδερφής του Γοργονίας, μετά του πατέρα του και, τέλος, της μητέρας του Νόννας. Μετά απ’ αυτές τις θλίψεις, η θεία Πρόνοια τον φέρνει στην Κωνσταντινούπολη (378), όπου υπερασπίζεται με καταπληκτικό τρόπο την Ορθοδοξία και χτυπά καίρια τους Αρειανούς, που είχαν πλημμυρίσει την Κωνσταντινούπολη.
Η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Όλοι οι ναοί της Βασιλεύουσας ήταν στα χέρια των αιρετικών. Όμως ο Άγιος δεν απελπίζεται. Μετατρέπει ένα δωμάτιο στο σπίτι που τον φιλοξενούσαν σε ναό και του δίνει συμβολικό όνομα. Ονομάζει το ναό Αγία Αναστασία δείγμα ότι πίστευε στην ανάσταση της Ορθόδοξης Πίστης.
Οι αγώνες είναι επικίνδυνοι. Οι αιρετικοί ανεβασμένοι πάνω στις σκεπές των σπιτιών του πετούν πέτρες και έτσι ο Άγιος Γρηγόριος δοκιμάζεται πολύ. Στο ναό της Αγίας Αναστασίας εκφωνεί τους περίφημους πέντε θεολογικούς λόγους που του έδωσαν δίκαια τον τίτλο του Θεολόγου.
Μετά το σκληρό αυτό αγώνα, ο Μ. Θεοδόσιος τον αναδεικνύει Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως (381). Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος τον αναγνώρισε ως Πρόεδρό της. Όμως μια μερίδα επισκόπων τον αντιπολιτεύεται για ευτελή λόγο. Τότε ο Γρηγόριος, αηδιασμένος, δηλώνει τη παραίτησή του, αναχωρεί στη γενέτειρά του Αριανζό και τελειώνει με ειρήνη τη ζωή του, το 390.
Άφησε μεγάλο συγγραφικό έργο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα φιλοσοφημένα 408 ποιήματά του 18.000 περίπου στίχων. Είναι από τα μεγαλύτερα πνεύματα του Χριστιανισμού και από τους λαμπρότερους αθλητές της ορθόδοξης πίστης.
Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, στο Άγιο Όρος.
Η Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη του στις 25 Ιανουαρίου.
Από το «Μιλάει ο Γρηγόριος Θεολόγος» Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1991.
[...] 24. Αν είσαι Σίμων Κυρηναϊος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον. Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής, γνώρισε το Θεό σαν ευγνώμων δούλος. Αν κι ' Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου. Προσκύνησε αυτόν που κρεμάσθηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ. Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία. Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο. Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ τον με μύρα. Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου το Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα. Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, πού 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει το Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν τον δεις, μην απιστήσεις. Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν;
28. Τώρα δε είμαστε αναγκασμένοι ν' ανακεφαλαιώσουμε το λόγο ως εξής: Δημιουργηθήκαμε, για να ευεργετηθούμε. Ευεργετηθήκαμε, επειδή δημιουργηθήκαμε. Μας δόθηκε ο Παράδεισος, για να ευτυχήσουμε. Λάβαμε εντολή, για να ευδοκιμήσουμε με τη διαφύλαξή της, όχι γιατί ο Θεός αγνοούσε αυτό που θα γινόταν, αλλά γιατί νομοθετούσε το αυτεξούσιο. Απατηθήκαμε, γιατί μας φθόνησαν. Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε την εντολή. Είμαστε αναγκασμένοι σε νηστεία, γιατί δε νηστεύσαμε, καθώς εξουσιασθήκαμε απ' το δένδρο της γνώσης. Γιατί ήταν παλιά η εντολή και σύγχρονη με μας, σαν κάποια διαπαιδαγώγηση της ψυχής και σωφρονισμό απ' τις απολαύσεις. Τη λάβαμε εύλογα, για να απολαύσουμε με την τήρησή της αυτό που χάσαμε με τη μη διαφύλαξή της. Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε.
29. Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη). Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως. Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.
30. Αλλ' ω Πάσχα, το μέγα και ιερό, που καθαρίζεις τον κόσμο όλο! Γιατί θα σου μιλήσω σαν κάτι έμψυχο. Ω Λόγε Θεού και φως και ζωή και σοφία και δύναμη! Γιατί χαίρομαι μ' όλα σου τα ονόματα! Ω γέννημα κι ορμή και σφραγίδα του μεγάλου νου! Ω Λόγε που νοείσαι κι άνθρωπε που φαίνεσαι, ο οποίος φέρεις τα πάντα προσδεδεμένα στο λόγο της δυνάμεώς σου! Τώρα μεν ας δεχθείς το λόγο αυτό, όχι ως απαρχή, αλλ' ως συμπλήρωση ίσως της δικιάς μας καρποφορίας, ευχαριστία το ίδιο κι ικεσία, για να μην κακοπάθουμε εμείς τίποτε περισσότερο πέρα απ' τους αναγκαίους κόπους κι ιερούς πόνους για τις εντολές σου, με τους οποίους ζήσαμε μέχρι τώρα. Κι ας σταματήσεις την εναντίον μας τυραννία του σώματος (βλέπεις. Κύριε, πόσο μεγάλη είναι και πόσο μας λυγίζει), ή την κρίση σου, αν θέλαμε να καθαρισθούμε από σένα. Αν δε τερματίσουμε άξια με τον πόθο μας και γίνουμε δεκτοί στις ουράνιες σκηνές, αμέσως κι εδώ θα σου προσφέρουμε θυσίες δεκτές στο άγιό σου θυσιαστήριο. Πατέρα και Λόγε και Πνεύμα άγιο. Γιατί σε σένα αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Η γέννηση του αγίου Γρηγορίου τοποθετείται από τους ειδικούς πατρολόγους μεταξύ των ετών 328-330∙ και τούτο διότι δεν υπάρχουν ασφαλείς πληροφορίες παρά μόνον ενδείξεις. Άλλα στοιχεία όμως ,τα οποία έχουν σχέση με την καταγωγή και την παιδεία που απέκτησε, είναι στη διάθεσή μας, όπως προκύπτουν από πληροφορίες του ιδίου στο έργο του «Περί τον εαυτού βίον» ,σε Λόγους και Επιστολές του ή σε μαρτυρίες άλλων (π.χ. του Μεγάλου Βασιλείου). Με βάση τις πηγές αυτές εκτίθεται ο βίος και η παιδεία του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου, του οικουμενικού της Εκκλησίας διδασκάλου:
Το άσημο χωριό Αριανζός , κοντά στη Ναζιανζό της Καππαδοκίας, υπήρξε η γενέτειρα του Γρηγορίου. Γονείς του ο επίσης Γρηγόριος και η Νόννα, οι οποίοι κατείχαν «οίκον και κτήσιν σύμμετρον» (P.G. 35,1008),ήταν δηλαδή γαιοκτήμονες και αρκετά ευκατάστατοι. Ενώ όμως η μητέρα του Νόννα ήταν ευσεβής και πιστή και «από βρέφους» γαλούχησε τον γιό της με τα νάματα της χριστιανικής διδασκαλίας, ο πατέρας ανήκε στην αίρεση των Υψισταρίων. Η αίρεση αυτή ήταν ένα μίγμα ιουδαϊκών και εθνικών στοιχείων και η λατρεία του Ύψιστου Θεού συνδυαζόταν με τη λατρεία της φωτιάς, όπως αναφέρει ο άγιός μας στο Λόγο του 18,5 (P.G.35, 989 εξ.). Χάρη όμως στις θερμές προσευχές της Νόννας, ο άντρας της Γρηγόριος ελκύσθηκε στη χριστιανική πίστη , γεγονός που αξιολογήθηκε ως πολύ σημαντικό αν κρίνουμε από το ότι τη βάπτισή του τέλεσαν οι επίσκοποι της περιοχής μεταβαίνοντες στη Νίκαια της Βιθυνίας, προκειμένου να λάβουν μέρος στις εργασίες της Α’ Οικουμενικής Συνόδου (το έτος 325). Αργότερα μάλιστα ο πατέρας Γρηγόριος έγινε επίσκοπος Ναζιανζού ,την οποία και εποίμανε επί πέντε σχεδόν δεκαετίες (328-374).
Αριανζός και Ναζιανζός επρόκειτο να γίνουν περιφανείς «ως μέχρι τερμάτων της οικουμένης δι’ εκείνον γνωρίζεσθαι», όπως αναφέρει ο Γρηγόριος ο πρεσβύτερος (P.G. 35, 245 εξ.), συμπληρώνοντας μάλιστα ότι δεν είναι περισσότερο ένδοξη η Πέλλα για τον Αλέξανδρο, όσο αυτές για τον μέγα Γρηγόριο. Οι «ευπατρίδαι και δίκαιοι γονείς του, αρκετά μεγάλοι σε ηλικία, δεν είχαν αποκτήσει τέκνα. Μετά από θερμές προσευχές και δάκρυα της Νόννας αξιώθηκαν να αποκτήσουν κατά σειρά τη Γοργονία, τον Γρηγόριο και τον Καισάριο…
…Στη σχολή της Καισάρειας της Καππαδοκίας συνδέθηκε με άρρηκτη φιλία με τον Βασίλειο ,που ήταν συνομήλικος και συμφοιτητής του. Η φιλία αυτή έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στους δύο, όπως θα δούμε στη συνέχεια. Μετά την αποφοίτησή του συνέχισε τις σπουδές στην Καισάρεια της Παλαιστίνης με διδάσκαλο τον Θεσπέσιο , και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, έχοντας μαζί του και τον μικρότερο αδελφό του Καισάριο, που σπούδαζε την ιατρική. Ενόσω βρισκόταν στην ξακουστή Αλεξάνδρεια γνώρισε και τον αρχιεπίσκοπό της Μέγα Αθανάσιο και τον «καθηγητή της ερήμου» άγιο Αντώνιο, πιθανόν δε να παρακολούθησε ομιλίες και διαλέξεις Διδύμου του Τυφλού …
(συνεχίζεται)
3.ΕΡΑΝΙΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
…
Αλληλεγγύη
Καθένας που διαπλέει τη θάλασσα κινδυνεύει από ναυάγιο, τόσο περισσότερο όσο τολμηρότερα ταξιδεύει. Κι ο καθένας που περιβάλλεται το σώμα, βρίσκεται αντιμέτωπος με τους πειρασμούς του σώματος και μάλιστα τόσο περισσότερο όσο ακολουθεί τον ορθό δρόμο και δεν βλέπει εκείνους που έπεσαν πριν από αυτόν. Ενόσω ταξιδεύεις με ούριο άνεμο, δώσε χέρι βοηθείας στον ναυαγισμένο∙ όταν ευημερείς και είσαι πλούσιος, βοήθησε τον εμπερίστατο…
Δώσε και κάτι λίγο στον έχοντα ανάγκη. Δεν είναι μικρό κάτι που δίνεται σ’ αυτόν που στερείται τα πάντα. Αλλά και για τον Θεό επίσης, αν δίνεται ανάλογα με τις δυνατότητές σου. Δώσε αντί για κάτι μεγάλο, την προθυμία σου. Αν τίποτα δεν έχεις να δώσεις, δάκρυσε. Για τον έχοντα ανάγκη είναι μέγιστο φάρμακο το έλεος που προσφέρεται μες από την ψυχή∙ και το να συμπάσχει κανείς με γνησιότητα ,ανακουφίζει πάρα πολύ τη συμφορά (Λόγος ΙΔ΄, Περί φιλοπτωχίας,§ ΚΗ΄,Migne Ε.Π. 35,896). …
Άντρας- Γυναίκα
Το ερώτημά σου νομίζω ότι τιμά τη σωφροσύνη και αξίζει να λάβει επιεική απάντηση. Τιμά τη σωφροσύνη για την οποία διαπιστώνω ότι πολλοί τρέφουν εχθρικές διαθέσεις, ο δε (πολιτικός νόμος) είναι άνισος και άδικος. Για ποιο λόγο δηλαδή τιμωρούν τη γυναίκα ,ενώ συγχωρούν τον άντρα; Ενώ όταν η γυναίκα προσβάλλει το κρεβάτι του άντρα της διαπράττει μοιχεία και από το νόμο τιμωρείται γι’ αυτό βαριά, γιατί δεν τιμωρείται και ο άντρας όταν πηγαίνει με άλλες γυναίκες; Αυτήν την νομοθεσία δεν την αποδέχομαι και καταδικάζω αυτή την κατάσταση . «Άντρες ήσαν οι νομοθετούντες και κατά των γυναικών η νομοθεσία», επειδή και τα παιδιά τα έβαλαν κάτω από την εξουσία του πατέρα και δεν μερίμνησαν καθόλου για το ασθενέστερο φύλλο…
…Πώς λοιπόν απαιτείς να είναι σώφρων η γυναίκα, αλλά εσύ δεν ανταποδίδεις αυτό που απαιτείς; Πώς ζητάς εκείνο που δεν προσφέρεις; Πώς θεσπίζεις αλλιώτικους νόμους για σώμα ομοούσιο και ισάξιό σου; Αν όμως καλοσκεφτείς και τα χειρότερα, τότε άκουσε: Αμάρτησε η (πρώτη) γυναίκα; Το ίδιο έκανε και ο Αδάμ, αφού και τους δυό τους εξαπάτησε το φίδι (Γεν. 3,6 εξ.). Δεν παρουσιάστηκε το ένα φύλλο πιο αδύνατο και το άλλο πιο ισχυρό! Θέλεις τώρα να καλοσκεφτούμε και τα καλύτερα; Ο Χριστός με το Πάθος του έσωσε και τους δύο. Έγινε άνθρωπος για τον άντρα; Έγινε ακόμα και για τη γυναίκα. Πέθανε για τον άντρα; Με τη θυσία του σώθηκε και η γυναίκα. Λέμε ότι προέρχεται από το σπέρμα του Δαβίδ (Ρωμ.1,3). Νομίζεις ότι μ’ αυτό τιμάται ο άντρας; Αλλά γεννάται και από την Παρθένο, πράγμα που είναι υπέρ των γυναικών. Είναι γραμμένο∙ θα γίνουν και οι δύο ένα σώμα (Γεν. 2,24)∙ αυτό δε το σώμα θα έχει την ίδια τιμή…
(συνεχίζεται)
Αρετής αξία
Μακάρι να μπορούσα να εκφωνήσω στην εκκλησία πέντε λόγους με σύνεση, παρά αμέτρητους ,με ασαφή γλώσσα και φωνή σαλπίσματος , η οποία δεν παρακινεί το δικό μου στρατιώτη σε πνευματικό πόλεμο… Αυτός ο περί ου ο λόγος σοφός δεν είναι ο δικός μου σοφός, ούτε όποιος έχει γλώσσα εύστροφη, αλλά άστατη και αμόρφωτη ψυχή, όπως ακριβώς πολλοί από τους τάφους που ενώ είναι ευπαρουσίαστοι και ωραίοι εξωτερικά , όμως στο εσωτερικό σαπίζουν οι νεκροί και γεμίζουν γύρω τους το χώρο με μεγάλη δυσωδία. Αντίθετα, όποιος κηρύττει λίγα για την αρετή, αποδεικνύει όμως πολλά με όσα πράττει, προσθέτει μ’ αυτό τον τρόπο και την αξιοπιστία με τα λόγια δια της ζωής του (Λόγος ΙΣΤ΄, Εις τον πατέρα σιωπώντα δια την πληγήν της χαλάζης, Migne E.Π.35,936).
…
Γάμος/ αφιέρωση
Ο νους είναι εκείνος που καλώς επιστατεί και στο Γάμο και στην Παρθενία, και όπως ακριβώς κάποια ύλη , τα ρυθμίζει και τα κατευθύνει προς την αρετή με τον τεχνίτη Λόγο. Διότι δεν σημαίνει ότι επειδή έκανε Γάμο, χωρίστηκε από το πνεύμα. Ούτε επειδή έχει κεφαλή της τον άντρα ,γι’ αυτό το λόγο αγνόησε την πρώτη κεφαλή (το Χριστό). Αλλ’ αφού πρόσφερε λίγο στον κόσμο και στη φύση και όσα απαιτούσε ο νόμος της σάρκας, μάλλον δε εκείνος που νομοθέτησε αυτά για τη σάρκα, αφιέρωσε στον Θεό τον εαυτό της ολόκληρο…
Και όχι μόνο, αλλά και από τον καρπό του σώματος εννοώ τα τέκνα και τα παιδιά των τέκνων τα έκανε καρπό του πνεύματος ,ολόκληρη την οικογένεια και όλο το σπίτι καθαγνίζοντας στον Θεό αντί μια ψυχή και κάνοντας αξιέπαινο γάμο τόσο με την ευαρέστηση δια του γάμου, όσο και με την καλή μέσα σ’ αυτόν καρποφορία (Εις την αδελφήν εαυτού Γοργονίαν επιτάφιος , Migne Ε.Π. 35, 797).
(συνεχίζεται)
…Το να κατανοήσει κανείς τον Θεό είναι δύσκολο. Αλλά το να τον περιγράψει είναι αδύνατο, όπως κάποιος από τους εθνικούς θεολόγους φιλοσόφησε ,όχι κατά τη γνώμη μου ανεπιτυχώς… Εγώ όμως πιστεύω ότι το να περιγράψεις τον Θεό είναι αδύνατο και το να τον κατανοήσεις αδυνατότερο. Διότι αυτό που κατανοείται, θα μπορούσε ίσως να περιγραφεί με το λόγο, έστω και μέτρια και αμυδρά, από εκείνον του οποίου δεν έχουν τελείως διαφθαρεί τα αυτιά και δεν είναι νωθρός στη διάνοια. Το να χωρέσει όμως στη διάνοια ένα τόσο μεγάλο πράγμα (όπως ο Θεός) είναι εντελώς αδύνατο και ακατόρθωτο, όχι μόνο από τους πέρα για πέρα βλάκες και εκείνους που ενδιαφέρονται μόνο για τα γήινα, αλλά και από τους πολύ ανεπτυγμένους και αγαπώντες τον Θεό, όπως και από κάθε γεννητή φύση, στους οποίους ο ζόφος περισσεύει και επιβαρύνονται στην κατανόηση του αληθινού από το παχύ αυτό σαρκίο (σώμα). Δεν γνωρίζω μάλιστα μήπως αυτό συμβαίνει και με τις ανώτερες και νοερές φύσεις (τον αγγελικό κόσμο). Οι οποίες , εξαιτίας του ότι βρίσκονται πλησίον του Θεού και είναι λουσμένες με το θεϊκό φως , ίσως και να μπορούν –έστω και εν μέρει- αλλά σίγουρα καλύτερα και καθαρότερα από μας, να κατανοούν τον Θεό, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο, ανάλογα με την τάξη στην οποία ανήκουν (Λόγος ΚΗ΄, Θεολογικός Δεύτερος, §Δ΄, Migne Ε.Π.36,29 εξ.).
Ελεημοσύνη
Είναι μακάριοι όσοι δείχνουν έλεος στους άλλους, γιατί σ’ αυτούς θα δείξει ο Θεός το έλεός του (Ματθ. 5,7). Δεν είναι πολύς στους μακαρισμούς ο έλεος. Και ,μακάριος είναι όποιος βοηθά τον φτωχό (Ψαλμ. 11,1) . Και ,καλός είναι ο άνθρωπος που συμπονεί και δανείζει (Ψαλμ.111,5) . Και ,όλη την ημέρα κάνει ελεημοσύνη και δανείζει ο δίκαιος (Ψαλμ.36,26) . Ας αξιοποιήσουμε τον μακαρισμό, ας βοηθήσουμε για να γίνουμε χρήσιμοι. Μη σταματάς να ελεείς ούτε τη νύχτα. Μη πεις∙ έλα πάλι αύριο, για να σου δώσω (Παροιμ. 3,28) . Τίποτα να μη παρεμβληθεί ανάμεσα σε σένα και την επιθυμία για
ευεργεσία. Να ξέρεις ότι η φιλανθρωπία δεν επιδέχεται αναβολή. Μοίρασε με τον πεινασμένο το ψωμί σου και βάλε στο σπίτι σου άστεγους φτωχούς. (Ησ. 58,7) με προθυμία. Διότι πρέπει να παραδέχεται η ελεημοσύνη με γλυκύτητα (πρβλ. Ρωμ. 12,8) . Η δε ετοιμότητα για βοήθεια διπλασιάζει τα αγαθά του ελεούντος. Όταν δίνεις με στενοχώρια ή από ανάγκη , η ελεημοσύνη χάνει την μορφιά και τη χάρη της. Όταν ευεργετείς πρέπει να χαίρεσαι κι όχι να θρηνείς για την καλοσύνη που έκανες. Αν καταστρέψεις ,λέει, τη χάρη και την απλοχεριά (Ησ. 58,6) –μικροπρέπεια και δοκιμασία το θεωρώ αυτό –τί θα γίνει αν έπειτα βαρυγκομήσεις και αμφισβητήσεις; Ο μισθός σου θα είναι όπως κάτι μεγάλο και θαυμαστό∙ θα ανοίξει γρήγορα το φως σου και θα ιαθείς τελείως (Ησ. 58,8) . Και ποιός δε θέλει φως και γιατρειά; (Λόγος Δ΄, § ΙΔ΄38, Migne Ε.Π.35,532 εξ.).
(συνεχίζεται)
Ευεργεσία
Να σκέπτεσαι και να μη παραβλέπεις τις εντολές του Θεού που αναφέρονται στην ευεργεσία . Ήρθε φτωχός; Θυμήσου πόσο πλούτισες, ενώ ήσουν φτωχός. Ζητά κάποιος ψωμί ή νερό; Μήπως κάποιος Λάζαρος είναι μπροστά στην πόρτα σου; Να σεβαστείς το Μυστικό Δείπνο στον οποίο έλαβες μέρος. Τον άρτο που πήρες. Το ποτήρι με το οποίο κοινώνησες για να μετάσχεις στα πάθη του Χριστού. Βρέθηκε ξένος, άστεγος, περαστικός κοντά σου; Πρόβαλε με τον εαυτό σου εκείνον ,ο οποίος ξενιτεύθηκε για χάρη σου , κατοίκησε εντός σου δια της χάριτος και σε ανέβασε στην ουράνια κατοικία. Γίνε Ζακχαίος (Λουκ. 19,2 εξ.), που χτες ήταν τελώνης και σήμερα μεγαλόψυχος ευεργέτης. Φέρε καρπούς με την έλευση του Χριστού μέσα σου για να φανείς μεγάλος έστω κι αν είσαι μικρός σωματικά, ατενίζοντας καθαρά το Χριστό.
Βρίσκεται κοντά σου ασθενής ή τραυματίας; Σκέψου την υγεία σου και τα τραύματα από τα οποία σε απάλλαξε ο Κύριος. Αν δεις γυμνό ,ντύσε τον (Ησ. 58,7), τιμώντας έτσι το άφθαρτο ένδυμα, που είναι ο Χριστός, αφού όσοι βαπτιστήκαμε στον Χριστό, Χριστόν ενδυθήκαμε (Γαλ. 3,27). Αν κάποιος οφειλέτης πέσει στα πόδια σου επειδή δεν μπορεί να εξοφλήσει τα χρέη που σου έχει, σκίσε κάθε νόμιμο ή άδικο γραμμάτιο. Θυμήσου τα αμέτρητα τάλαντα που σου χάρισε ο Θεός. Μη γίνεις στυγνός εισπράκτορας του μικρού χρέους. Κι όλα αυτά για ποιούς; Για τους συνδούλους ,προκειμένου να σε συγχωρήσει ο Κύριος και να μη σε δικάσει ,επειδή δεν μιμήθηκες τη δική του φιλανθρωπία (Λόγος Δ΄, § Μ΄, Migne Ε.Π. 35,532 εξ.).
… Θυμός
Ας αφήσουμε στον Θεό τον άνθρωπο και τις τιμωρίες στην άλλη ζωή∙ εμείς δε ας αποκτήσουμε φιλάνθρωπο τον κριτή, με το να φανούμε οι ίδιοι φιλάνθρωποι κι ας συγχωρήσουμε για να συγχωρηθούμε…
Υπάρχουν οι ρωμαϊκοί νόμοι, υπάρχουν και οι δικοί μας (των χριστιανών) . Αλλά οι μεν είναι χωρίς μέτρο και σκληροί και φτάνουν μέχρι το αίμα. Οι δικοί μας όμως είναι δίκαιοι και φιλάνθρωποι και δεν επιτρέπουν σε κανέναν να χρησιμοποιεί το θυμό σε βάρος εκείνων που τον βλάπτουν. Σ’ αυτούς ας παραμείνουμε ,αυτούς ας ακολουθήσουμε ∙ ώστε αφού χαρίσουμε μικρά (διότι η παρούσα ζωή είναι μικρή και δεν αξίζει πολλά ), να λάβουμε σε ανταπόδοση μεγάλα από τον Θεό, την από αυτόν φιλανθρωπία και τις από εκεί ελπίδες (Επιστολή ΟΗ΄, Θεοτέκνω , Migne Ε.Π. 37,148).
Ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινούπολης (Εορτή Γρηγόριος, Γρηγορία)
Ο Άγιος Γρηγόριος έζησε κατά την εποχή του βασιλέα Ουάλεντος (364-378 μ.Χ.). Καταγόταν από τον Πόντο και γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό της περιοχής της Ναζιανζού, που λεγόταν Αριανζός, το 330 μ.Χ. Ναζιανζηνός ονομάσθηκε, επειδή έζησε τον περισσότερο χρόνο της ζωής του στη Ναζιανζό, όπου ήταν και το πατρικό του σπίτι.
Ο πατέρας του, ο Άγιος Γρηγόριος Επίσκοπος Ναζιανζού, ήταν πριν γίνει Επίσκοπος, ένας πολύ πλούσιος άρχοντας της Ναζιανζού. Κατείχε μεγάλη θέση στον δημόσιο βίο και ανήκε σε μια ιουδαίο-εθνική αίρεση που λεγόταν των «Υψισταρίων».
Η μητέρα του, η Αγία Νόννα, ήταν Ορθόδοξη. Η ευσέβεια και η αρετή της επηρέασαν τον σύζυγό της και τον έκαναν να μεταστραφεί στην αληθινή πίστη.
Οι γονείς του, Γρηγόριος και Νόννα, δεν είχαν παιδιά και ικέτευαν τον Θεό να χαρίσει σε αυτούς την χαρά της τεκνοποιίας.
Και πράγματι, η προσευχή τους εισακούσθηκε και η Νόννα γέννησε τον Άγιο Γρηγόριο, τον οποίο πριν ακόμα αυτός γεννηθεί είχε υποσχεθεί αν τον αφιερώσει στον Θεό. Πολλές φορές ο Άγιος Γρηγόριος παραβάλλει τους γονείς του με τον Αβραάμ και τη Σάρρα, οι οποίοι σε μεγάλη ηλικία απέκτησαν τον Ισαάκ.
Σπουδαίες ήταν οι προσπάθειες των γονέων αυτού να μορφώσουν και να εμφυσήσουν στον πρωτότοκο υιό τους την αγάπη προς τα γράμματα και την χριστιανική πίστη.
Από την παιδική ηλικία ενέπνευσαν σε αυτόν έντονη και βαθιά θρησκευτικότητα, ώστε αυτός από ευσέβεια και πνευματικότητα, υποσχέθηκε στον εαυτό του να ζήσει με αγνεία και παρθενία.
Ο Άγιος Γρηγόριος, χάρη στην δυνατότητα που είχε ο πατέρας του, έκανε λαμπρές σπουδές. Σπούδασε σε όλα τα τότε μεγάλα κέντρα πολιτισμού: τη Ναζιανζό, την Καισάρεια της Καππαδοκίας, την Καισάρεια της Παλαιστίνης, την Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα.
Η Κωνσταντινούπολη δεν είχε γίνει ακόμη κέντρο πολιτισμού και η Ρώμη δεν είχε τότε κάτι αξιόλογο για τους Έλληνες.
Στις πόλεις αυτές μελέτησε τις πλουσιότερες βιβλιοθήκες και άκουσε τους σοφότερους διδασκάλους, μεταξύ των οποίων τον Δίδυμο τον Τυφλό, που τότε διηύθυνε τη θεολογική σχολή της Αλεξάνδρειας και τους φιλόσοφους Θεσπέσιο στην Καισάρεια και Ιμέριο και Προαιρέσιο στην Αθήνα. Για τον Προαιρέσιο γίνεται δεκτό ότι ήταν Χριστιανός.
Οι σπουδές δεν έκαναν τον Άγιο να επαρθεί. Αντίθετα, κατάλαβε όλη την ματαιότητα του κόσμου και της σοφίας του.
Ένιωσε, ότι η ανθρώπινη γνώση έχει ασήμαντη σημασία μπροστά στην γνώση της σοφίας του Θεού. Ο ίδιος, ο Άγιος Γρηγόριος, παραλληλίζει τον εαυτό του με τον Σαούλ που έτρεχε χωρίς να ξέρει. Αυτό που τελικά βρήκε κατά την διάρκεια των σπουδών του ήταν ένα «Βασίλειο».
Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρει το γεγονός της φιλίας του με τον Άγιο Βασίλειο, Αρχιεπίσκοπο Καισαρείας, ήταν μεγαλύτερο εύρημα και από ένα ολόκληρο βασίλειο.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του ο Άγιος, ήταν ώριμος άνδρας ηλικίας 30 ετών. Όμως δεν είχε
ακόμη βαπτισθεί.
Και αγωνιούσε να μην πεθάνει, πριν επιστρέψει στον πατέρα του και βαπτισθεί. Γι’ αυτό και όταν, ενώ μετέβαινε από την Αλεξάνδρεια στην Αθήνα, έγινε μεγάλη τρικυμία, φοβήθηκε πολύ και παρακάλεσε να τον ελεήσει ο Θεός, να βοηθήσει να μην πνιγεί, για να αξιωθεί του ενδύματος του Αγίου Βαπτίσματος.
Το βάπτισμα του Γρηγορίου το επακολούθησε συνειδητός πνευματικός αγώνας. Νηστεία, προσευχή, αγρυπνία. Αγώνας για την κάθαρση, την πνευματική πρόοδο, τη θέωση. Μαζί με τον ομόφρονα, ομότροπο και ομόψυχό του Άγιο Βασίλειο απομονώθηκαν κάπου στον Πόντο και παραδόθηκαν κυριολεκτικά στην προσευχή και την άσκηση.
Ο αγώνας τους ευλογήθηκε από Εκείνον που θέλει να γινόμαστε βιαστές της βασιλείας Του. Αξιώθηκαν και οι δύο μεγάλων πνευματικών χαρισμάτων. Μάλιστα ο Άγιος Γρηγόριος κάνει επανειλημμένως λόγο για τις πνευματικές του εμπειρίες και τα ουράνια χαρίσματα που η χάρη του Θεού του χάρισε.
Οι εμπειρίες του αυτές πρέπει να ήταν πολύ υψηλές, αφού ο ίδιος παραβάλλει αυτά που έβλεπε με αυτά του θεόπτου Προφήτου Μωυσέως και του Αποστόλου Παύλου, που «πορευόμενος εις Δαμασκόν» είδε τον Κύριο της Δόξας και ανέβηκε μέχρι τρίτου ουρανού και είδε τα άρρητα ρήματα, τη δόξα της βασιλείας του Θεού.
Γρήγορα κάλεσε ο θεός τον Γρηγόριο στην διακονία Του. Τα τέλη του έτους 360 μ.Χ. επιστρέφει στη Ναζιανζό.
Ο Γέρων, έχοντας ανάγκη από βοηθό και συνεργάτη στη «νυκτομαχία», όπως χαρακτήριζε την ιεροσύνη, θέλησε να τον χειροτονήσει Πρεσβύτερο, επειδή έβλεπε στο πρόσωπό του όχι μόνο τον αφοσιωμένο υιό, αλλά και τον ζηλωτή για την σωτηρία των ψυχών λειτουργό του Κυρίου. Ο Γρηγόριος αρνήθηκε.
Την άρνησή του όμως έκαμψε το βάρος του διπλού αξιώματος του Γέροντος Γρηγορίου (πατέρας κατά σάρκα και πνευματικός πατέρας), που ο Γρηγόριος ήξερε μόνο να ευλαβείται. Έκανε υπακοή στην εντολή του Γέροντος Επισκόπου και χειροτονήθηκε.
Αμέσως μετά την χειροτονία του ζήτησε ανακούφιση στην μόνωση και την προσευχή. Αποσύρθηκε λοιπόν στο ερημητήριό του, στη γαλήνη της νοεράς προσευχής. Και βρήκε τη γαλήνη και την πορεία του.
Και επέστρεψε με ειρήνη στην καρδιά να αναλάβει το πνευματικό του έργο, που το άρχισε με τον περίφημο θεολογικό λόγο περί του Πάσχα και τη δικαιολόγηση της φυγής του.
Διακονούσε με ιερό ζήλο στο πλευρό του πατέρα του, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας της Καππαδοκίας και έξαρχος Πόντου Βασίλειος τον εξέλεξε Επίσκοπο της μικρής πόλεως Σάσιμα. Σκοπός του ήταν να περιφρουρήσει τη δικαιοδοσία της τοπικής του Εκκλησίας από τις διεκδικήσεις ενός νέου Μητροπολίτη, του Τυάνων Ανθίμου.
Το γεγονός αυτό έθλιψε ακόμη πιο πολύ τον Γρηγόριο. Αντέδρασε. Εξέφρασε την πικρία του. Τελικά όμως υπάκουσε, αλλά δεν πήγε ποτέ στα Σάσιμα. Ένα χρονικό διάστημα έμεινε στη Ναζιανζό, ως βοηθός του πατέρα του, ενδίδοντας στην παράκλησή του.
Και όταν εκείνος κοιμήθηκε, το 374 μ.Χ., ο Θεολόγος συνέχισε να ποιμαίνει την Εκκλησία των Ναζιανζών, ως τοποτηρητής, χωρίς να παύσει να τους παρακαλεί να εκλέξουν και να χειροτονήσουν τον κανονικό τους Επίσκοπο.
Και επειδή αυτό αργούσε, στεναχωρημένος εγκατέλειψε την πόλη
και κατέφυγε στην Σελεύκεια της Ισαυρίας, όπου, κοντά στο ναό της Αγίας Θέκλας, αναζήτησε την ειρήνη και την ησυχία στην προσευχή και έμεινε εκεί επί πέντε σχεδόν έτη μελετώντας και συγγράφοντας.
Την άνοιξη του έτους 379 μ.Χ. οι λίγοι Χριστιανοί τον κάλεσαν στην Κωνσταντινούπολη να αγωνισθεί για την Ορθόδοξη πίστη, αφού στην Πόλη δέσποζαν οι Αρειανοί.
Ήταν τόση η διάδοση και η επικράτησή τους, ώστε ο Άγιος Γρηγόριος δεν βρήκε ούτε ένα παρεκκλήσι στα χέρια των Ορθοδόξων.
Κατόπιν τούτου άρχισε να λειτουργεί και να κηρύττει σε ένα σπίτι που ο ίδιος διαμόρφωσε σε ναό και το ονόμασε Αγία Αναστασία, δηλαδή της Αναστάσεως της Ορθοδοξίας.
Εκεί ο Άγιος εξεφώνησε τα περίφημα θεολογικά κηρύγματά του. Η επίδρασή τους και ιδίως των πέντε Θεολογικών Λόγων του ήταν τόση, ώστε οι Αρειανοί φανατικοί, πήραν την απόφαση να τον εξολοθρεύσουν. Τον έβρισαν. Τον κακολόγησαν.
Τον κτύπησαν. Τον γρονθοκόπησαν. Τον λιθοβόλησαν. Έβαλαν μάλιστα και κάποιον να τον φονεύσει. Και θα τον σκότωνε. Αλλά νικημένος από την αγιοσύνη της πραότητάς του, ομολόγησε στον ίδιο την αλήθεια την στιγμή που είχε πάει να τον σφάξει.
Με όπλο το λόγο του Θεού, τη μάχαιρα του πνεύματος, νικούσε τους εχθρούς της πίστεως σαν τον Μωυσή. Πράγματι, οι Αρειανοί όλο και λιγόστευαν. Ο Άγιος Θεοδόσιος, ευχαριστημένος από το έργο του Γρηγορίου, τον κατέστησε το έτος 380 μ.Χ. Πατριάρχη και τον ενθρόνισε στο ναό των Αγίων Αποστόλων Κωνσταντινουπόλεως.
Όμως οι Ορθόδοξοι Επίσκοποι δεν είχαν όλοι την ορθή κρίση. Μερικοί μεθυσμένοι από φθόνο κάκιζαν τον Άγιο, διότι δεν πίεζε τον βασιλέα να αφαιρέσει τις εκκλησίες από τους αιρετικούς και να τους απαγορεύσει να τελούν την λατρεία τους.
Σε απάντηση ο Άγιος Γρηγόριος τόνιζε, ότι ο Χριστός δεν έχει ανάγκη τις λόγχες του Καίσαρος και ότι του είναι αρκετή σαν όπλο η αλήθεια. Και πράγματι, η αλήθεια νίκησε.
Το έτος 381 μ.Χ. συνήλθε η Β’ Οικουμενική Σύνοδος. Πρόεδρος ήταν ο Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας. Αυτή η Οικουμενική Σύνοδος ολοκλήρωσε το έργο της Α’ Οικουμενικής Συνόδου. Καταδίκασε τους Αρειανούς και τους Πνευματομάχους – Ευνομιανούς και συμπλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως. Το διαμόρφωσε στην σημερινή του μορφή.
Έτσι έλαμψε η δόξα της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη, η Σύνοδος καταδίκασε τον Απολλιναρισμό, που διαιρούσε τον άνθρωπο σε τρία μέρη (σώμα, ψυχή και νου) και δίδασκε ότι ο Χριστός δεν έχει λάβει ανθρώπινο πνεύμα, παρουσιάζοντας τον Χριστό ατελή και όχι τέλειο άνθρωπο.
Έτσι όμως κατέστρεφε το σωτηριολογικό έργο του Κυρίου και την ανθρωπότητά Του, διότι καθετί που δεν προσλαμβάνεται υπό του Χριστού μένει αθεράπευτο και ανίατο. Τρίτον, η Β’ Οικουμενική Σύνοδος καταδίκασε τον απόλυτο προορισμό, τον οποίο δίδαξαν αργότερα ο Καλβίνος, ο Αυγουστίνος και ο Λούθηρος και όλος ο Προτεσταντισμός. Τέλος αναγνώρισε τον Άγιο Γρηγόριο ως κανονικό Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως.
Ο Πρόεδρος της Συνόδου, Άγιος Μελέτιος, κοιμήθηκε ενώ διαρκούσε η Σύνοδος. Η Σύνοδος τον τίμησε ως Απόστολο.
Ο Άγιος Γρηγόριος εξεφώνησε τότε λαμπρό επικήδειο, λόγο που άρχιζε με τα λόγια: «ηύξησεν ημίν τον αριθμόν των Αποστόλων». Διάδοχός του στην προεδρία της Συνόδου έγινε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά μετά από λίγο το κλίμα άλλαξε.
Έφθασε στην Κωνσταντινούπολη για να συμμετάσχει στην Σύνοδο, ο Πέτρος ο Β’, ο Πατριάρχης Αλεξάνδρειας, με τους Αιγυπτίους και Μακεδόνες Επισκόπους. Αυτοί ήδη είχαν πάρει θέση εχθρική έναντι του Αγίου Γρηγορίου.
Δεν τον αναγνώριζαν σαν κανονικό Αρχιεπίσκοπο, επειδή τάχα είχε μετατεθεί από τα Σάσιμα. Και είχαν εντελώς αντικανονικά και παράνομα χειροτονήσει Πατριάρχη τον Μάξιμο τον Κυνικό, που ήταν μεν Ορθόδοξος αλλά έμεινε στην ιστορία σαν ένα αινιγματικό πρόσωπο. Ο Πέτρος έθεσε στην Σύνοδο το θέμα της κανονικότητας.
Ο Άγιος Γρηγόριος, ενώ είχε την δύναμη να συντρίψει κάθε αντίσταση, διότι παράλληλα προς την υποστήριξη των Επισκόπων είχε και την συμπαράσταση του αυτοκράτορα, αηδίασε και παραιτήθηκε με τούτα τα λόγια: «Δεν είμαι σεμνότερος του Προφήτη Ιωνά. Αν εγώ είμαι αιτία ταραχής στην Εκκλησία, ρίχνω τον εαυτό μου στη θάλασσα».
Ευθύς μετά την παραίτησή του λειτούργησε στον καθεδρικό ναό της Κωνσταντινουπόλεως, για να αποχαιρετίσει το ποίμνιό του.
Και έφυγε χωρίς να περιμένει να λήξουν οι εργασίες της Συνόδου. Επέστρεψε στη Ναζιανζό και για λίγο έμεινε απομονωμένος εκεί για να γαληνεύσει.
Ο Άγιος, σε κείμενά του, διεκτραγωδεί την εκκλησιαστική κατάσταση, όταν επιχειρεί να κάνει σύγκριση των όσων συμβαίνουν εντός της Εκκλησίας με τα όσα συμβαίνουν εκτός αυτής. Έτσι λέγει, πρέπει να οδύρεται κανείς, όταν διαπιστώνει την ύπαρξη ενότητας στους κοσμικούς οργανισμούς, στις πόλεις, στους οίκους, στο στράτευμα και όμως να απουσιάζει από τον κατ’ εξοχήν κήρυκα και θεματοφύλακα της ειρήνης, την Εκκλησία και τους πιστούς της.
Βεβαίως η αποχώρησή του δεν σήμαινε ότι θα έπαυε να ενδιαφέρεται για την επίτευξη ενότητας και για την επικράτηση της ειρήνης στην Εκκλησία, για τα δύο αυτά υπέρτατα αγαθά.
Το έτος 383 μ.Χ. η υγεία του υπέστη σοβαρό κλονισμό. Πρότεινε ως Επίσκοπο τον Πρεσβύτερο Ευλάλιο και αποσύρθηκε οριστικά στην ησυχία της Αριανζού, όπου και κοιμήθηκε με ειρήνη το 390 μ.Χ. Η Σύναξη του Αγίου Γρηγορίου ετελείτο στην αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία και στο μαρτυρικό ναό της Αγίας Αναστασίας, η οποία βρίσκεται στην είσοδο της τοποθεσίας που ονομάζεται Δομνίνου, καθώς επίσης και στο ναό των Αγίων Αποστόλων, όπου ο φιλόχριστος βασιλέας Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος εναπέθεσε το ιερό λείψανο του Αγίου, όταν το μετέφερε από τη Ναζιανζό της Καππαδοκίας στην Κωνσταντινούπολη.
Κατά την δεύτερη μέρα του Πάσχα οι αυτοκράτορες μετέβαιναν, για να εκκλησιασθούν, στο ναό των Αγίων Αποστόλων και εύχονταν ενώπιον του ιερού λειψάνου του Αγίου Γρηγορίου.
Τα έργα του Αγίου Γρηγορίου είναι σχετικώς λίγα. Δεν έχουν την έκταση των έργων άλλων Πατέρων. Παρά ταύτα έχουν βάθος και δύναμη περισσότερο από κάθε άλλου. Τα έργα του υπήρξαν πάντοτε η μεγαλύτερη πηγή των δογμάτων. Γι’ αυτό έγινε και ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Εκκλησίας και η πηγή της εκφράσεως της λατρείας.
Απολυτίκιον. Ήχος α’.
Ο ποιμενικός αυλός της θεολογίας σου, τας των ρητόρων ενίκησε σάλπιγγας, ως γάρ τα βάθη του Πνεύματος εκζητήσαντι, και τα κάλλη του φθέγματος προσετέθη σοι. Αλλά πρέσβευε Χριστώ τω Θεώ, Πάτερ Γρηγόριε, σωθήναι τας ψυχάς ημών.
Κοντάκιον. Ήχος γ’. Η Παρθένος σήμερον
Θεολόγω γλώττη σου, τας συμπλοκάς των ρητόρων, διαλύσας ένδοξε, ορθοδοξίας χιτώνα, άνωθεν εξυφανθέντα την Εκκλησίαν, εστόλισας, ον και φορούσα, ισύν ημίν κράζει, τοις σοις τέκνοις. Χαίροις Πάτερ, θεολογίας ο νους ο ακρότατος.