ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ ΚΑΙ ΕΡΗΜΙΤΗΣ
Ενθυμούμεθα αξιόλογον επίσκεψιν μοναχού ερημίτη, προβεβηκότος της ηλικίας. Έζη εις χαράδραν δασώδους τόπου, πλησίον χειμάρρου.
Είχεν πρόσωπον καταπονεμένον, από πολλού χρόνου άπλυτον.
Άραγε είναι πολλοί εξ ημών οι σωζόμενοι;;;
Εγώ πρώτος απόλλυμαι; Έχυσα πολλά δάκρυα εκ της σκέψεως ότι, εάν ημείς, οι μοναχοί, οι απαρνηέντες τον κόσμον δεν σωζώμεθα τότε τι γίνεται γενικώς εις τον κόσμον;
Ούτω βαθμηδόν ηύξανε η θλίψις μου, και άρχισα να χέω δάκρυα απογνώσεως. Και ιδού πέρυσι, ότε ήμην εν τη απελπισία ταύτη, εξαντλημένος εκ του κλαυθμού, ενεφανίσθη ο Κύριος και ηρώτησεν εμέ;
Δια τι ούτω θρηνείς; Εγώ εσιώπησα μη δυνάμενος να ατενίσω εις τον εμφανισθέντα,
Δεν γνωρίζεις ότι Εγώ θα κρίνω τον κόσμον; Εγώ πάλιν εσιώπησα, παραμένων πρημνής. Ο Κύριος λέγει. Θα ελεήσω πάντα άνθρωπον, όστις έστω και άπαξ εν τη ζωή αυτού επικαλέσθη τον Θεόν.
Ήλθεν εις εμέ η σκέψης: Τότε, διά τι ημείς πάσχωμεν ούτω καθ εκάστην; Ο Κύριος εις την κίνησιν αυτήν της σκέψεως μου, απήντησεν: Εκείνοι, οίτινες πάσχουν δια την εντολήν Μου, εν τη Βασιλεία των ουρανών θα είναι φίλοι Μου, τους άλλους δε μόνον θα ελεήσω
Χάρης
Σιλουανός κι ερημίτης
Συντονιστής: Συντονιστές
- Harrys1934
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 1041
- Εγγραφή: Πέμ Σεπ 28, 2006 5:00 am
- Τοποθεσία: ¨οπου γη και Πατρις
- Επικοινωνία:
Σιλουανός κι ερημίτης
[Αλλά ;ώς ο ληστής ομολογώ Σοι,
Μνύσθητί μου, Κύριε,
Εν τη Βασιλεία Σου.
Μνύσθητί μου, Κύριε,
Εν τη Βασιλεία Σου.