Mοναχή Θεοκτίστη


( 1919 – 2001 )
Ως ελάχιστο μνημόσυνο ευχαριστίας
Γιώργος Κουτσοδιάκος
Θυμάμαι ήμουνα ακόμα μικρό παιδί όταν με έπαιρναν μαζί τους οι γονείς μου για να δούμε τους συγγενείς μας στο Μαρκόπουλο. Στις επισκέψεις αυτές, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ευφροσύνης και χαράς άκουγα τους θείους και τις θείες μου να διηγούνται συχνά ιστορίες για την γερόντισσα Θεοκτίστη όπου κυριαρχούσε ένα από τα πιο δημοφιλή αποφθέγματα της : «Κρατηθείτε να κρατηθούμε!»
Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς σήμαιναν τα λόγια της αυτά , καθώς επίσης και σε πια στιγμή της κουβέντας τους το εκφράζανε οι ντόπιοι…
Μετά από χρόνια, μεγάλος πλέον, συνέχισα να ακούω αυτά τα ίδια λόγια και εξακολουθούσα να μένω με την απορία.
Μια μέρα όμως, ο μακαρίτης π. Αγαθάγγελος (από τον Αγ. Αθανάσιο Κουβαρά ) που γνώριζε και αυτός χρόνια την Θεοκτίστη και την αγαπούσε ιδιαίτερα, μου έκανε οικεία- με τρόπο παραστατικότατο και με το έμφυτο καλλιτεχνικό ταλέντο που διέθετε- αυτά τα λόγια της γερόντισσας Θεοκτίστης. Μιμούμενος την χαρακτηριστική της φωνή, πιάνει τα δικά μου χέρια, τα τοποθετεί στα δικά του, και μου λέει : « Κρατηθείτε….»΄ αμέσως μετά, με αγκαλιάζει, και μου φωνάζει : « …να κρατηθούμε!». Έτσι -μου έκανε με νόημα- έλεγε συχνά η αείμνηστη Θεοκτίστη.
Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα τι εννοούσε η γερόντισσα. Αυτά τα λόγια της μ. Θεοκτίστης ήταν η λειτουργική έκφραση της συνοδικότητας της Εκκλησίας. Φαίνεται αδιανόητο για την μ.Θεοκτίστη ότι μπορούμε να πάμε μόνοι μας στον Παράδεισο. Μόνο βοηθώντας και κρατώντας ο ένας τον άλλον σφιχτά μεν από το χέρια…αλλά όχι πνιγηρά, θα καταφέρουμε να συναντήσουμε τον Χριστό στα έσχατα, στην βασιλεία Του.
Για την μ.Θεοκτίστη το να πορευόμαστε από κοινού τον πορισμό των θλίψεων και των χαρών, σήμαινε την καθολική άρνηση οποιασδήποτε τρικλοποδιάς για την ανάβαση στο όρος του Κυρίου. Κοντολογίς, όταν, και αν τελικά θα φτάσουμε στην κορυφή, δεν θα μπορούμε να παρουσιαστούμε μόνοι μας και με άδεια χέρια, αλλά θα κουβαλάμε επάνω μας ( στα χέρια, στην αγκαλιά μας, στους ώμους μας…) και αυτόν που μπορεί να τον κλώτσησαν, να τον αφήσανε ημιθανή ή «κατά λάθος» να πατήσανε επάνω στο κεφάλι του για να φτάσουν ποιο γρήγορα στην κορυφή της «μισθαποδοσίας» τους.
Πριν προχωρήσω όμως σε βασικές πληροφορίες της βιογραφία της, επιτρέψτε μου να αναφέρω δυο από τις διηγήσεις που άκουσα και συγκράτησα με πολύ σεβασμό : Στην μ. Θεοκτίστη υπήρχε η πληροφορία ότι είχε εμφανιστεί η κυρία Θεοτόκος. Ας μην βιαστούμε να βγάλουμε συμπεράσματα για το αν πράγματι την είδε ή όχι… γιατί η ουσία του θέματός μας βρίσκεται αλλού, στις προϋποθέσεις, δηλαδή κάπου ανάμεσα στο πού, το πότε και στο πώς την είδε. Πολύ συχνά πήγαινε στην Ευαγγελίστρια ( ένα μικρό ιδιωτικό εκκλησάκι αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου ) όπου καθάριζε, σκούπιζε και διακονούσε με πολύ χαρά, μεράκι και ψαλμούς. Ξαφνικά εμφανίζεται μπροστά της μια γυναίκα που έδειχνε να την παρακολουθεί. Σε κάποια στιγμή τα μάτια της Θεοκτίστης συνάντησαν τα μάτια της γυναίκας, όπου και της είπε: « Θεοκτίστη σε ευχαριστώ που κρατάς καθαρή την εκκλησία μου…», η Θεοκτίστη χαμογέλασε και μέχρι να γυρίσει να την ξανακοιτάξει η γυναίκα είχε εξαφανιστεί από τα μάτια της… η Θεοκτίστη συμπέρανε ότι την επισκέφθηκε η Θεοτόκος.
Η ομορφιά δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην επίσκεψη , γιατί πιστεύω ότι μια τέτοια καρδιά σαν της Θεοκτίστης – που ευλαβείτο ιδιαίτερα την Θεοτόκο - προφανώς θα είχε και άλλες παρόμοιες επισκέψεις που μπορεί να μην τις έκανε ευρύτερα γνωστές. Αυτό που εντυπωσιάζει λοιπόν στην εν λόγω επίσκεψη είναι η στιγμή που επιλέχθηκε από την Θεοτόκο για την συνάντηση. Η Θεοκτίστη λοιπόν δεν βρισκότανε σε «εκστατική» προσευχή την ώρα της επισκέψεως , αλλά διακονούσα στην εκκλησία που ήταν αφιερωμένη στην χάρη της Θεοτόκου. Δεν της λέει πολλά λόγια , παρά μόνο την ευχαριστεί που διακονεί την εκκλησία και το κάνει με τόση επιμέλεια και χαρά δεν εμφανίζεται μπροστά της όπως αγιογραφείτε στις εκκλησίες μας , αλλά εν ετέρα μορφή, όχι σε όραμα ή ενύπνιο , αλλά ζωντανά - πραγματικά μπροστά της! Να λοιπόν που η διακονία κατευθύνετε σαν προσευχητικό θυμίαμα στον Τριαδικό Θεό και σαν ευωδία συναντιέται αγαπητικά με την Μητέρα του Θεού και τους αγίους Του.
Η κ. Β.Κ. θυμάται ότι δεν την είχε δει για ένα μικρό χρονικό διάστημα, και όταν την συνάντησε την ρώτησε: « τι γίνεσαι Θεοκτίστη, που χάθηκες; » και εκείνη απάντησε αυθόρμητα « έχω γίνει λάστιχο αδελφούλα μου…». Η μοναχή Θεοκτίστη σαν τον Παύλο, ζούσε με τρόπο απόλυτο τον ευαγγελικό Λόγο στην καθημερινή της ζωή, γ’ αυτό και «με όσους ήταν αδύνατοι στην πίστη, γινόταν το ίδιο, για να κερδίσει τους αδύνατους στην πίστη. Για τους πάντες γινόταν τα πάντα…».1
Η μοναχή Θεοκτίστη Φ. Σκοπελίτη λοιπόν γεννήθηκε στις 11 Ιουνίου 1919 (παλαιό εορτολόγιο) στο Μαρκόπουλο Μεσογείων Αττικής. Ήταν το δεύτερο, κατά σειρά, παιδί του Φωτίου και της Μαρίας Σκοπελίτη ( το γένος Ισιδώρου- Σιδέρη Γιαννάκη ).
Η οικογένεια αποτελούνταν συνολικά από έξι μέλη : Τρείς θυγατέρες ( Σταματίνα – μοναχή Ιουλιανή, Ασπασία, και Όρσα- μοναχή Θεοκτίστη ) και έναν γιό, τον Στυλιανό, και του δυο γονείς.
Τέκνο μια τυπικής αγροτικής οικογένειας των Μεσογείων, η Θεοκτίστη ανατράφηκε με τις παραδοσιακές αρχές και αξίες της οικογενείας της, με κυριότερη ισως την πίστη και την Θεοσέβεια.
Παρακολούθησε τις έξι πρώτες τάξεις του οκταταξίου σχολαρχείου, όπου και επέδειξε ικανότητα μάθησης, επιμέλεια και δεξιότητες, σε σημείο που- παρά το μικρόσωμο δέμας της – διακρινόταν μεταξύ των συμμαθητών της και ετύγχανε εκτιμήσεως από τους δασκάλους της.
Αργότερα, παρακολούθησε μαθήματα μοδιστρικής σε φημισμένη σχολή των Αθηνών, όπου και πάλι διακρίθηκε για την οξύνοια και την αντίληψη της, δουλεύοντας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα σε ατελιέ των Αθηνών.
Στη διάρκεια της ζωής της άσκησε την τέχνη της μοδιστρικής, εκπαιδεύοντας αρκετές νεαρές κοπέλες στο Μαρκόπουλο, στην τέχνη της μοδιστρικής.
Λίγο έπειτα από την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο (1941-1948), στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, αποφάσισε ν’ ακολουθήσει το μοναχικό βίο, μεταβαίνοντας στη μονή Παναγίας Πευκοβουνογιάτρισσας στην Κακή Θάλασσα (σημ. εκεί ασκήτεψε και η γερόντισσα Ταρσώ η δια Χριστόν σαλή ), ακολουθώντας τα βήματα της μεγαλύτερης – κατά κόσμο - αδελφής της, που ήδη είχε μεταβεί εκεί. Στη μονή ενδύθηκε ρασοφόρα και παρέμεινε περίπου τρία χρόνια.
Η πνευματική της αναζήτηση, ωστόσο, την οδήγησε στο να αποχωρήσει από τη μονή και να προσφέρει, ουσιαστικά, κοινωνική στήριξη, παρηγοριά, ενθάρρυνση και νουθεσίες, ζώντας εφεξής και ως το τέλος του βίου της στο Μαρκόπουλο, δραστηριοποιούμενη ως διακόνισσα στην εκκλησία της Υπαπαντής του Χριστού - πλάι στον εργατικότατο και σοφό γέροντα Γερμανό- για περίπου τρείς δεκαετίες.
Η μοναχή Θεοκτίστη διέθετε εξαιρετική πνευματική, χριστιανική, φιλοσοφική και εγκυκλοπαιδική κατάρτιση, η οποία – συνδυαζόμενη με μια ισχυρότατη μνημονική ικανότητα – απετέλεσε το υπόβαθρο για το κοινωνικό και πνευματικό έργο που άσκησε. Παράλληλα, προσάρμοζε όλα τα αποστάγματα των μελετημάτων της στις ανάγκες και τις υπαρξιακές ανησυχίες των ανθρώπων με τους οποίους διαλεγόταν και συμβούλευε. Έτσι, η επίδρασή της θεωρούνταν ιδιαιτέρως λειτουργική και ανακουφιστική για όποιον ζητούσε τη συνδρομή της.
Υπήρξε υπόδειγμα μειλίχιου ανθρώπου, με ταπείνωση και ανοχή, ακόμη και όταν δεχόταν αρνητικά ή ειρωνικά σχόλια.
Χαρακτηριστική της προσφώνηση προς όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας, η μητρική φράση « Καρδούλα μου…» που όλοι όσοι την γνώρισαν, θα θυμούνται.
Σημαντικό, επίσης, γνώρισμά της το «ευήκοον ους», που διέθετε για όλους, το οποίο- συνδυαζόμενο με την απόλυτη διακριτικότητά της- την καθιστούσε άτομο εξαιρετικής εμπιστοσύνης, όπου ο κάθε άνθρωπος θα μπορούσε να εναποθέσει με ασφάλεια το πρόβλημά του.
Αεικίνητη, σε όλη τη διάρκεια της ζωής της, δεν αρνήθηκε ποτέ να προσφέρει όχι μόνο συμβουλές που της ζητούνταν αλλά οτιδήποτε είχε στη διάθεσή της, προς όφελος των συνανθρώπων, ακόμα και έξω από τα όρια του Μαρκοπούλου. Η προσευχή της διέθετε μεγάλη δύναμη. Χαρακτηριστικά, έλεγε : «η προσευχή για να πιάνει τόπο, πρέπει να λέγεται δυνατά για να ακούμε αυτό που αιτούμαστε και έτσι να ισχυροποιούμε το αίτημά μας προς το Θεό».
Εκτός από το «κρατηθείτε να κρατηθούμε», υπήρχαν εξίσου πολλές και σημαντικές παραινέσεις της εν είδει αποφθεγμάτων : « Έκαστος εν τη κλίσει αυτού ή έκαστος εφ΄ ω ετάχθη» , «Οι πρώτοι έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι», «Μη φοβού εσόμενος της ώρας της ενδεκάτης», «αγάπα Κύριον τον Θεόν σου» κ.τ.λ.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ ( λέει η Μ.Σ. ) την κατανυκτικότητα της ευλογίας που προσέφερε σε οποιονδήποτε την πλησίαζε και ενώ απέφευγε να της ασπάζονται το χέρι, σταύρωνε τον άνθρωπο, αναφωνώντας « Σταυρωθέντος σου Χριστέ, ανηρέθη τυραννίς, επατήθη η δύναμις του εχθρού…» κ.τ.λ
Η μοναχή Θεοκτίστη χειροτονήθηκε μεγαλόσχημη στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και από Όρσα μετονομάστηκε σε Θεοκτίστη. Τίμησε το μοναχικό της όνομα στην ουσία του, διότι ενέσπειρε και έκτισε Θεό στις καρδιές των ανθρώπων που την συναναστράφηκαν όχι μόνο δια των λόγων, αλλά κυρίως δια των έργων της. Απεβίωσε εν ειρήνη, έπειτα από ολιγόμηνη μάχη με τον καρκίνο, στις επτά Σεπτεμβρίου του 2001.
Αγαπητή μου γερόντισσα Θεοκτίστη μπορεί να μην είχα την ευκαιρία και την τιμή να σε γνωρίσω από κοντά… παρόλα αυτά, έχω ακούσει τόσα να διηγούνται για σένα με αγάπη οι συντοπίτες μας, που νιώθω σαν να σε γνώρισα ήδη . Και αν δεν καταφέραμε να συναντηθούμε πριν από την κοίμηση σου…εσύ γνωρίζεις πολύ καλά ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα συναντιόμαστε και καθόλου… τα ραντεβού μας ισχύουν αδιάλειπτα στο κάθε λειτουργικό - ευχαριστιακό τραπέζι της Εκκλησίας…εκεί που μνημονεύονται οι πάντες, μέχρι το τελικό μας ραντεβού στα έσχατα!
Εύχομαι η ζωή σου να ανοίξει μιμητικούς δρόμους - Αιωνία σου η μνήμη!
http://www.egolpio.com/PLOUTOS_ORTHOD/theoktisth.htm
