Άπαντα - Γ. Βερίτη
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΔΟΞΑ ΕΝ ΥΨΙΣΤΟΙΣ!
Χρυσή βραδιά, γεμάτη θάμπη
σκιρτούν στο φως βουνά και κάμποι.
Μάγοι περνάνε βιαστικοί,
στην άγια γη τη βιβλική.
Τ’ άστρο τους φέρνει προς τον Ήλιο
που λάμπει μ’ άρρητη λαμπή,
(οι ήλιοι μπρος του όλοι θαμποί)
στης Χάρης τ’ άφθαρτο βασίλειο.
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί
με μια γλυκιά μαρμαρυγή.
Μέσα η καρδιά χτυπά να σπάση
κι απ’ την λαχτάρα κι απ’ τη βιάση!
Μα να η ενσάρκωση του πόθου
και να η ελπίδα ζωντανή.
Όση χαρά οι ψυχές του νιώθουν,
ποια θα την έλεγε φωνή;
Αγγέλων ύμνοι αντιλαλούνε
κι από βοσκούς δοξαστικά.
Κάποιες φτωχές ψυχές τ’ ακούνε
και προσκυνάνε μυστικά.
Κάποιες ψυχές που σ’ αγαπήσαν
- κι είν’ οι ψυχές μας, Λυτρωτή! –
Ω , τι δρολάπια μας χτυπήσαν
ως νάρθουμε στη Φάτνη αυτή!
Γύρω μας κύκλωναν οι λύκοι
κι άγρια μα δέρναν τα στοιχειά,
της αμαρτίας η προστυχιά,
του αίματος η άχνα, τ’ Άδη η φρίκη.
Μα στο σκοτάδι, στο χαλάζι,
στη συμφορά και την οργή,
ξάφνου η γλυκιά Σου αυγή χαράζει
και πλέει στο φως της όλ’ η γη.
Και μείς στο φως της στρατολάτες,
και με τους Μάγους συντροφιά,
μ’ ελπίδα τις καρδιές γεμάτες
που τρυπήσαν σκληρά καρφιά,
τ’ άγια σου σπάργανα φιλούμε
μπροστά σου εδώ γονατισμένοι,
και ταπεινά παρακαλούμε,
σε Σένα ολόψυχα δοσμένοι.
Δώσε γαλήνη, Βασιλειά μας,
παντού και μέσα στην καρδιά μας.
Στείλε γλυκιά παρηγοριά
σε πολιτείες και χωριά.
Δέξου, Χριστέ, την προσευχή μας,
κι ας γίνη Φάτνη σου η ψυχή μας.
Κάνε ν’ ανθίσουν άσπροι κρίνοι,
όπου περίσσεψαν οι θρήνοι.
Μεσ’ στις ψυχές να φέξη η Πίστις,
πεντάκτινο άστρο της αυγής,
κι ας πουν το δόξα εν υψίστοις
γλώσσες, λαοί, φυλές της γης.
Χρυσή βραδιά, γεμάτη θάμπη
σκιρτούν στο φως βουνά και κάμποι.
Μάγοι περνάνε βιαστικοί,
στην άγια γη τη βιβλική.
Τ’ άστρο τους φέρνει προς τον Ήλιο
που λάμπει μ’ άρρητη λαμπή,
(οι ήλιοι μπρος του όλοι θαμποί)
στης Χάρης τ’ άφθαρτο βασίλειο.
Άστρο λαμπρό τους οδηγεί
με μια γλυκιά μαρμαρυγή.
Μέσα η καρδιά χτυπά να σπάση
κι απ’ την λαχτάρα κι απ’ τη βιάση!
Μα να η ενσάρκωση του πόθου
και να η ελπίδα ζωντανή.
Όση χαρά οι ψυχές του νιώθουν,
ποια θα την έλεγε φωνή;
Αγγέλων ύμνοι αντιλαλούνε
κι από βοσκούς δοξαστικά.
Κάποιες φτωχές ψυχές τ’ ακούνε
και προσκυνάνε μυστικά.
Κάποιες ψυχές που σ’ αγαπήσαν
- κι είν’ οι ψυχές μας, Λυτρωτή! –
Ω , τι δρολάπια μας χτυπήσαν
ως νάρθουμε στη Φάτνη αυτή!
Γύρω μας κύκλωναν οι λύκοι
κι άγρια μα δέρναν τα στοιχειά,
της αμαρτίας η προστυχιά,
του αίματος η άχνα, τ’ Άδη η φρίκη.
Μα στο σκοτάδι, στο χαλάζι,
στη συμφορά και την οργή,
ξάφνου η γλυκιά Σου αυγή χαράζει
και πλέει στο φως της όλ’ η γη.
Και μείς στο φως της στρατολάτες,
και με τους Μάγους συντροφιά,
μ’ ελπίδα τις καρδιές γεμάτες
που τρυπήσαν σκληρά καρφιά,
τ’ άγια σου σπάργανα φιλούμε
μπροστά σου εδώ γονατισμένοι,
και ταπεινά παρακαλούμε,
σε Σένα ολόψυχα δοσμένοι.
Δώσε γαλήνη, Βασιλειά μας,
παντού και μέσα στην καρδιά μας.
Στείλε γλυκιά παρηγοριά
σε πολιτείες και χωριά.
Δέξου, Χριστέ, την προσευχή μας,
κι ας γίνη Φάτνη σου η ψυχή μας.
Κάνε ν’ ανθίσουν άσπροι κρίνοι,
όπου περίσσεψαν οι θρήνοι.
Μεσ’ στις ψυχές να φέξη η Πίστις,
πεντάκτινο άστρο της αυγής,
κι ας πουν το δόξα εν υψίστοις
γλώσσες, λαοί, φυλές της γης.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΕΝ ΤΑΙΣ ΝΥΞΙ…
Βαθιά προχώρησε η νυχτιά,
και μεσ’ στον οίκο του Θεού μου
ούτε ψυχή δεν είναι πιά.
Ακίνητη ειν’ η σιγαλιά,
τόσο που ακούω και την ανάσα
του καντηλιού μπρος στο σταυρό.
Έξω φυσά ο βοριάς στα πεύκα
ένα σκοπό λυπητερό.
Μεσ’ στα σκοτάδια κάποιο ορνίθι
μεσάνυχτα στριγγολαλεί,
και μια βραχνή σκουξιάν αφήνει
ένα κλαψιάρικο πουλί.
Είν’ η ψυχή βαριά απ’ τη λύπη
για την ειρήνη που μας λείπει.
Στην άκρη εδώ γονατισμένος
- αντίκρυ μου ειν’ ο Σταυρωμένος -
στη μισοσκότεινη γωνία,
ακούω τις σκέψεις μου, μια-μια,
να πέφτουν σαν σταγόνες μύρου
στην άπειρη έκταση του απείρου.
Αντίκρυ μου ειν’ ο Σταυρωμένος
κι απ’ τις πληγές του ω, πως πονά!
Μια προσευχή ειν’ ο λογισμός μου
για την ειρήνη όλου του κόσμου.
Βαθιά προχώρησε η νυχτιά,
και μεσ’ στον οίκο του Θεού μου
ούτε ψυχή δεν είναι πιά.
Ακίνητη ειν’ η σιγαλιά,
τόσο που ακούω και την ανάσα
του καντηλιού μπρος στο σταυρό.
Έξω φυσά ο βοριάς στα πεύκα
ένα σκοπό λυπητερό.
Μεσ’ στα σκοτάδια κάποιο ορνίθι
μεσάνυχτα στριγγολαλεί,
και μια βραχνή σκουξιάν αφήνει
ένα κλαψιάρικο πουλί.
Είν’ η ψυχή βαριά απ’ τη λύπη
για την ειρήνη που μας λείπει.
Στην άκρη εδώ γονατισμένος
- αντίκρυ μου ειν’ ο Σταυρωμένος -
στη μισοσκότεινη γωνία,
ακούω τις σκέψεις μου, μια-μια,
να πέφτουν σαν σταγόνες μύρου
στην άπειρη έκταση του απείρου.
Αντίκρυ μου ειν’ ο Σταυρωμένος
κι απ’ τις πληγές του ω, πως πονά!
Μια προσευχή ειν’ ο λογισμός μου
για την ειρήνη όλου του κόσμου.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΒΡΑΔΥ
Μείνε μαζί μας Κύριε μου η νύχτα απλώνεται γοργά,
πηχτό σκοτάδι ολόγυρά μου
μοναχό κι έρμο όλοι μ’ αφήνουν, δίχως καμιά παρηγοριά
ω Κύριε, μείνε Συ κοντά μου,
προστάτη των απροστάτευτων και βοηθέ των ταπεινών.
Η λίγη της ζωής μας μέρα γρήγορα χάνεται και σβήνει
της γης η δόξα κι η χαρά
φεύγει και χάνεται και κείνη.
Παντού το θάνατο αντικρύζω, την αλλαγή και τη φθορά
όπου κι αν στρέψω ολόγυρά μου.
Μα Εσύ που πάντα ο ίδιος μένεις, Εσύ Χριστέ, μείνε κοντά μου.
Σε κάθε μια στιγμή της μέρας Εσέν’ αποζητά η καρδιά μου,
γιατί μονάχα η δύναμή Σου συντρίβει και νικά και σπάζει
τη δύναμη του πειρασμού.
Ποιος άλλος από Σε να γίνη μπορεί οδηγός και στήριγμά μου;
Όταν η μαύρη καταχνιά τη δόλια μου ψυχή σκεπάζη,
κι όταν το φως την πλημμυρίζη, μείνε, Χριστέ μου Εσύ, κοντά μου!
Σαν έχω δίπλα στο πλευρό μου τη θεϊκή Σου ευλογία,
ποιος θα μπορή να με φοβίση;
Τι θα μου κάνουν οι εχθροί μου, του κόσμου ο πόνος κι η κακία;
Και τι θα μου φανή πικρό; Τα δάκρυα; Ο θάνατος; Το μνήμα;
- την πίκρα τους την έχεις σβήσει.
Σαν είσαι Συ, Χριστέ, μαζί μου,
νιώθω στα στήθια μου σαν κύμα
της νίκης την τρανή χαρά να πλημμυρίζη την ψυχή μου.
Πριν τα φτωχά μου μάτια κλείσουν, κράτα μπροστά τους το Σταυρό Σου
και με τ’ ολόλαμπρο το φως Σου
φέγγε στο σκοτεινό μου δρόμο κι οδήγα με στον ουρανό.
Να, στον ορίζοντ’ αχνοφέγγει γλυκοχαράζοντας η μέρα,
και μεσ’ στη φωτεινή ατμόσφαιρα
οι άχαρες σκιές της γης σκορπούν και χάνονται και σβήνουν…
Χριστέ μου, σ’ όλη τη ζωή μου
και στις στερνές μου τις στιγμές, ας ειν’ η χάρη Σου μαζί μου.
Μείνε μαζί μας Κύριε μου η νύχτα απλώνεται γοργά,
πηχτό σκοτάδι ολόγυρά μου
μοναχό κι έρμο όλοι μ’ αφήνουν, δίχως καμιά παρηγοριά
ω Κύριε, μείνε Συ κοντά μου,
προστάτη των απροστάτευτων και βοηθέ των ταπεινών.
Η λίγη της ζωής μας μέρα γρήγορα χάνεται και σβήνει
της γης η δόξα κι η χαρά
φεύγει και χάνεται και κείνη.
Παντού το θάνατο αντικρύζω, την αλλαγή και τη φθορά
όπου κι αν στρέψω ολόγυρά μου.
Μα Εσύ που πάντα ο ίδιος μένεις, Εσύ Χριστέ, μείνε κοντά μου.
Σε κάθε μια στιγμή της μέρας Εσέν’ αποζητά η καρδιά μου,
γιατί μονάχα η δύναμή Σου συντρίβει και νικά και σπάζει
τη δύναμη του πειρασμού.
Ποιος άλλος από Σε να γίνη μπορεί οδηγός και στήριγμά μου;
Όταν η μαύρη καταχνιά τη δόλια μου ψυχή σκεπάζη,
κι όταν το φως την πλημμυρίζη, μείνε, Χριστέ μου Εσύ, κοντά μου!
Σαν έχω δίπλα στο πλευρό μου τη θεϊκή Σου ευλογία,
ποιος θα μπορή να με φοβίση;
Τι θα μου κάνουν οι εχθροί μου, του κόσμου ο πόνος κι η κακία;
Και τι θα μου φανή πικρό; Τα δάκρυα; Ο θάνατος; Το μνήμα;
- την πίκρα τους την έχεις σβήσει.
Σαν είσαι Συ, Χριστέ, μαζί μου,
νιώθω στα στήθια μου σαν κύμα
της νίκης την τρανή χαρά να πλημμυρίζη την ψυχή μου.
Πριν τα φτωχά μου μάτια κλείσουν, κράτα μπροστά τους το Σταυρό Σου
και με τ’ ολόλαμπρο το φως Σου
φέγγε στο σκοτεινό μου δρόμο κι οδήγα με στον ουρανό.
Να, στον ορίζοντ’ αχνοφέγγει γλυκοχαράζοντας η μέρα,
και μεσ’ στη φωτεινή ατμόσφαιρα
οι άχαρες σκιές της γης σκορπούν και χάνονται και σβήνουν…
Χριστέ μου, σ’ όλη τη ζωή μου
και στις στερνές μου τις στιγμές, ας ειν’ η χάρη Σου μαζί μου.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΑΓΑΠΗΣ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ
Γλυκοκοιμούνται σιγαλά της Βηθλεέμ οι κάμποί
κάτω απ’ το Συριακό ουρανό που αστροσπαρμένος λάμπει,
χλωμές ακτίνες ρίχνοντας στ’ ατάραχα κοπάδια,
κι εκείνα βόσκουν ξέγνοιαστα σε χλοερά λιβάδια.
Μα ξάφνου, εκεί, μεσ’ στης νυχτιάς τη νεκρική σιγή,
της θείας Αγάπης άνοιξεν η αστείρευτη πηγή.
Εκεί που ο βασιλιάς Δαβίδ σε χρόνους περασμένους,
τα πρόβατά του βόσκοντας σε λόφους ανθισμένους,
ωραίο τσοπανόσκυλο με τη γλυκιά φλογέρα
ύμνους ετόνιζε γλυκούς στον Πλάστη νύχτα-μέρα.
Η αγάπη αντάλλαξε ασπασμό με την Ταπείνωση.
Ω εμείς κακόμοιροι θνητοί, που δίχως καλοσύνη
πλανιώμαστε στης ερημιές τ’ άχαρα μονοπάτια,
αν ξέραμε πως τόσο απλά η Αγάπη κατοικεί
και πως μια φάτνη ταπεινή διαλέγει για να γείρη,
στη Βηθλεέμ θα στρέφαμε στοχαστικά τα μάτια
και σταθερά θα φέρναμε το βήμα προς τα κει.
Μεσ’ στης αγάπης το τρανό κι ακούραστο εργαστήρι
οι στενοχώριες της ζωής, λύπες, χαμένοι πόθοι,
μια ταπεινή και πένθιμη στολή για μας ας πλέξουν.
Αυτή ταιριάζει πιο πολύ σ’ όσους ποθούν να τρέξουν
κοντά σ’ Εκείνου το πλευρό που τόσο εταπεινώθη.
Μα τόσο ταπεινώνεται για μας και τώρα Εκείνος,
σαν έρχεται με τ’ Άχραντα Μυστήρια κι αγιασμένα,
σε Δείπνο θείο και μυστικό μαζί μας να καθίση,
καθώς, φορώντας άλλοτε τ’ ανθρώπινο Του σκήνος
επήγαινε σ’ αμαρτωλών τα σπίτια να δειπνήση
τα περιφρονημένα!
Κι έτσι – ω ταπείνωση Θεού, που νους δεν την χωρεί
κι αγάπη θεία!- η Βηθλεέμ κι ο Γολγοθάς Του σμίγουν
και διάπλατα των ουρανών την πύλη μας ανοίγουν,
να μπούμε κει που υμνολογούν αγγελικοί χοροί.
Γλυκοκοιμούνται σιγαλά της Βηθλεέμ οι κάμποί
κάτω απ’ το Συριακό ουρανό που αστροσπαρμένος λάμπει,
χλωμές ακτίνες ρίχνοντας στ’ ατάραχα κοπάδια,
κι εκείνα βόσκουν ξέγνοιαστα σε χλοερά λιβάδια.
Μα ξάφνου, εκεί, μεσ’ στης νυχτιάς τη νεκρική σιγή,
της θείας Αγάπης άνοιξεν η αστείρευτη πηγή.
Εκεί που ο βασιλιάς Δαβίδ σε χρόνους περασμένους,
τα πρόβατά του βόσκοντας σε λόφους ανθισμένους,
ωραίο τσοπανόσκυλο με τη γλυκιά φλογέρα
ύμνους ετόνιζε γλυκούς στον Πλάστη νύχτα-μέρα.
Η αγάπη αντάλλαξε ασπασμό με την Ταπείνωση.
Ω εμείς κακόμοιροι θνητοί, που δίχως καλοσύνη
πλανιώμαστε στης ερημιές τ’ άχαρα μονοπάτια,
αν ξέραμε πως τόσο απλά η Αγάπη κατοικεί
και πως μια φάτνη ταπεινή διαλέγει για να γείρη,
στη Βηθλεέμ θα στρέφαμε στοχαστικά τα μάτια
και σταθερά θα φέρναμε το βήμα προς τα κει.
Μεσ’ στης αγάπης το τρανό κι ακούραστο εργαστήρι
οι στενοχώριες της ζωής, λύπες, χαμένοι πόθοι,
μια ταπεινή και πένθιμη στολή για μας ας πλέξουν.
Αυτή ταιριάζει πιο πολύ σ’ όσους ποθούν να τρέξουν
κοντά σ’ Εκείνου το πλευρό που τόσο εταπεινώθη.
Μα τόσο ταπεινώνεται για μας και τώρα Εκείνος,
σαν έρχεται με τ’ Άχραντα Μυστήρια κι αγιασμένα,
σε Δείπνο θείο και μυστικό μαζί μας να καθίση,
καθώς, φορώντας άλλοτε τ’ ανθρώπινο Του σκήνος
επήγαινε σ’ αμαρτωλών τα σπίτια να δειπνήση
τα περιφρονημένα!
Κι έτσι – ω ταπείνωση Θεού, που νους δεν την χωρεί
κι αγάπη θεία!- η Βηθλεέμ κι ο Γολγοθάς Του σμίγουν
και διάπλατα των ουρανών την πύλη μας ανοίγουν,
να μπούμε κει που υμνολογούν αγγελικοί χοροί.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ
Μακριά το κρασί!
Όποιος φλόγες δεν πετά,
δεν του αξίζουν τα φιλιά του
κι όπου απ’ τη φωτιά κρατά η γενιά του
είναι κιόλα από καιρόν όλος φωτιά.
Ένας πόθος μοναχά σε σας ταιριάζει,
ένας δρόμος μεσ’ στην μόρα, στην νυχτιά,
κείνος που απ’ τα σκοτεινά σας στήθη βγάζει
ουρανό γεμάτον άστρα λαμπερά.
ΛΟΓΕ ΚΥΡΙΟΥ…
Λόγε Κυρίου, φως εσύ τ’ ανέσπερου φωτός,
μεσ’ απ’ το μισοσκόταδο της ταπεινής της γης μας,
μεσ’ από την κοιλάδα μας, ταιριάζει προς Εσένα
για προσευχή να στέλλωνται οι μαύροι στεναγμοί μας;
Από του βασιλείου σου τις σφαίρες τις ουράνιες,
ασίγητη και μυστική, γλυκιά δοξολογία
κυλάει σ’ άγνωστη τροχιά. Μπροστά της πόσο αξίζουν
ύμνοι κι ευχές φτωχών θνητών κι ανθρώπινη σοφία;
Σπίθα μπροστά στην άβυσσο του θεϊκού φωτός Σου
ο νους μας. Ότι νιώθουμε, Λόγε, απ’ τα πλάσματά Σου,
είναι μια φλούδα: τίποτα δε ξέρουμε απ’ το βάθος
των όντων. Σκόνη, στάχτη εμείς μπροστά στα πέλματά Σου.
Κι όταν με φλόγες και φωτιές χτυπάς κι ορμάς για κάτω,
με των αγγέλων τάγματα περιτριγυρισμένος,
τρέμ’ η καρδιά μας η φτωχή σαν το χορτοκαλάμι,
που το χτυπάει αλύπητα αγέρας αγριεμένος.
Ω Λόγε παντοδύναμε, θεία πηγή του κόσμου,
γεμάτη τρυφερή στοργή κι αγάπη πατρική,
Εσύ παντού και πάντοτε, στο σήμερα στο αύριο,
Εσύ παντού και πάντοτε στο εδώ και στο εκεί.
Θαύμα θαυμάτων! Άνοιγε στους θείους θησαυρούς σου.
Όπως το κάθε πλάσμα σου, κι εμείς μ’ Εσένα ζούμε,
κινούμαστε, αναπνέουμε μεσ’ στην ατμόσφαιρά σου,
κι Εσέ δοξολογούμε.
Κι αν αλήθεια, ω Λόγε, πως κάποιες θαμπές μονάχα
σκιές του μεγαλείου Σου να νιώσουμε μπορούμε,
μα πάντα την αλήθεια Σου, την Αποκάλυψη Σου,
Τρανή, μεγάλη, ονειρευτή, πανώρια τη θωρούμε.
Άξιε, ακριβέ, πολύτιμε, ασάλευτε, γερέ,
Εσύ, ζωή και θάνατο, τον κόσμο και τον Άδη,
μεγαλοδύναμε, κρατάς στα χέρια Σου και δίνεις
το φως κληρονομιά σε μας που ζούμε στο σκοτάδι.
Αιώνιος ύμνος προς Εσέ κι ευγνωμοσύνη αιώνια
σε Σένα κι η αγάπη μας – η φλόγα της ψυχής μας.
Είσαι το «φως εκ του φωτός» και δόξα και τιμή μας,
κι είσαι για μας κορώνα!
Έγινες δούλος ο Υιός κι έκαμες γιό τον δούλο.
Στις τόσες καλοσύνες Σου τι να Σ’ ανταποδώση
το πλασμα Σου; Τα θαύματα μονάχα μ’ άλλο θαύμα
θα μπόρειε, αν ήταν δυνατό, να σου τα ξεπληρώση.
Ω! νάταν νάφτανε ως Εσέ και να Σ’ ευχαριστούσε,
Λόγε Κυρίου, απαύγασμα τ’ ανεσπέρου φωτός,
ετούτ’ η ταπεινή κραυγή που στέλνει προς Εσένα
μεσ’ απ’ το μισοσκόταδο της γης κάθε θνητός!
Ω! Λόγε , σκύψε προς εμάς και νιώσε μας βαθιά!
Αλήθεια, πόσο αρμονικά, πόσο γλυκά θα ηχούσε
κι απ’ τα θνητά μας στόματα ο ύμνος των αγγέλων,
των Σεραφείμ η ψαλμουδιά! πόσο γλυκά θα ηχούσε…
Μακριά το κρασί!
Όποιος φλόγες δεν πετά,
δεν του αξίζουν τα φιλιά του
κι όπου απ’ τη φωτιά κρατά η γενιά του
είναι κιόλα από καιρόν όλος φωτιά.
Ένας πόθος μοναχά σε σας ταιριάζει,
ένας δρόμος μεσ’ στην μόρα, στην νυχτιά,
κείνος που απ’ τα σκοτεινά σας στήθη βγάζει
ουρανό γεμάτον άστρα λαμπερά.
ΛΟΓΕ ΚΥΡΙΟΥ…
Λόγε Κυρίου, φως εσύ τ’ ανέσπερου φωτός,
μεσ’ απ’ το μισοσκόταδο της ταπεινής της γης μας,
μεσ’ από την κοιλάδα μας, ταιριάζει προς Εσένα
για προσευχή να στέλλωνται οι μαύροι στεναγμοί μας;
Από του βασιλείου σου τις σφαίρες τις ουράνιες,
ασίγητη και μυστική, γλυκιά δοξολογία
κυλάει σ’ άγνωστη τροχιά. Μπροστά της πόσο αξίζουν
ύμνοι κι ευχές φτωχών θνητών κι ανθρώπινη σοφία;
Σπίθα μπροστά στην άβυσσο του θεϊκού φωτός Σου
ο νους μας. Ότι νιώθουμε, Λόγε, απ’ τα πλάσματά Σου,
είναι μια φλούδα: τίποτα δε ξέρουμε απ’ το βάθος
των όντων. Σκόνη, στάχτη εμείς μπροστά στα πέλματά Σου.
Κι όταν με φλόγες και φωτιές χτυπάς κι ορμάς για κάτω,
με των αγγέλων τάγματα περιτριγυρισμένος,
τρέμ’ η καρδιά μας η φτωχή σαν το χορτοκαλάμι,
που το χτυπάει αλύπητα αγέρας αγριεμένος.
Ω Λόγε παντοδύναμε, θεία πηγή του κόσμου,
γεμάτη τρυφερή στοργή κι αγάπη πατρική,
Εσύ παντού και πάντοτε, στο σήμερα στο αύριο,
Εσύ παντού και πάντοτε στο εδώ και στο εκεί.
Θαύμα θαυμάτων! Άνοιγε στους θείους θησαυρούς σου.
Όπως το κάθε πλάσμα σου, κι εμείς μ’ Εσένα ζούμε,
κινούμαστε, αναπνέουμε μεσ’ στην ατμόσφαιρά σου,
κι Εσέ δοξολογούμε.
Κι αν αλήθεια, ω Λόγε, πως κάποιες θαμπές μονάχα
σκιές του μεγαλείου Σου να νιώσουμε μπορούμε,
μα πάντα την αλήθεια Σου, την Αποκάλυψη Σου,
Τρανή, μεγάλη, ονειρευτή, πανώρια τη θωρούμε.
Άξιε, ακριβέ, πολύτιμε, ασάλευτε, γερέ,
Εσύ, ζωή και θάνατο, τον κόσμο και τον Άδη,
μεγαλοδύναμε, κρατάς στα χέρια Σου και δίνεις
το φως κληρονομιά σε μας που ζούμε στο σκοτάδι.
Αιώνιος ύμνος προς Εσέ κι ευγνωμοσύνη αιώνια
σε Σένα κι η αγάπη μας – η φλόγα της ψυχής μας.
Είσαι το «φως εκ του φωτός» και δόξα και τιμή μας,
κι είσαι για μας κορώνα!
Έγινες δούλος ο Υιός κι έκαμες γιό τον δούλο.
Στις τόσες καλοσύνες Σου τι να Σ’ ανταποδώση
το πλασμα Σου; Τα θαύματα μονάχα μ’ άλλο θαύμα
θα μπόρειε, αν ήταν δυνατό, να σου τα ξεπληρώση.
Ω! νάταν νάφτανε ως Εσέ και να Σ’ ευχαριστούσε,
Λόγε Κυρίου, απαύγασμα τ’ ανεσπέρου φωτός,
ετούτ’ η ταπεινή κραυγή που στέλνει προς Εσένα
μεσ’ απ’ το μισοσκόταδο της γης κάθε θνητός!
Ω! Λόγε , σκύψε προς εμάς και νιώσε μας βαθιά!
Αλήθεια, πόσο αρμονικά, πόσο γλυκά θα ηχούσε
κι απ’ τα θνητά μας στόματα ο ύμνος των αγγέλων,
των Σεραφείμ η ψαλμουδιά! πόσο γλυκά θα ηχούσε…
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
-
vasilisalt
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6177
- Εγγραφή: Παρ Ιουν 19, 2009 12:19 pm
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
Αχ βρε Σώτο...
Χαράς το κουράγιο σου!!!
Πρόσφατα σε μια ωραία χριστιανική συνάντηση ο ιερέας μας διάβαζε συγκινημένος ένα ποίημα.
Με ένα χαμόγελο μέχρι τ αυτιά, βροντοφώναξα. Αυτό είναι Βερίτης!
Ω ρε καμάρι...
Που να ήξεραν πως μέχρι εκεί φτάνω (και αυτό λόγω Σωτήρη)...
Χαράς το κουράγιο σου!!!
Πρόσφατα σε μια ωραία χριστιανική συνάντηση ο ιερέας μας διάβαζε συγκινημένος ένα ποίημα.
Με ένα χαμόγελο μέχρι τ αυτιά, βροντοφώναξα. Αυτό είναι Βερίτης!
Ω ρε καμάρι...
Που να ήξεραν πως μέχρι εκεί φτάνω (και αυτό λόγω Σωτήρη)...
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ
Πόσο γλυκύ ‘ ναι να ζω με Σένα, Πολυαγαπημένε μου!
Η καρδιά μου λέγοντάς το μέσα της γεμίζει βάλσαμο!
Ω αγάπη μου, Σε ξαναβρίσκω με χαρά
στον ώριμο καρπό, το άνθος ανοίγει, ο γαλάζιος ουρανός γυαλοκοπά!
Αναταράζεις τη σκιά των φύλλων. Αγαπημένη συγκίνηση
να σε νιώθω πάνταπως βρίσκεσαι γύρω μου!
Μόλις ένας πόθος γεννιέται μέσα μου, ζητώ τη συμβουλή Σου.
Σαν παιδάκι κρατάω το χέρι Σου κι αγάλλομαι
να βλέπω, ν’ αναπνέω, ν’ ακούω και να σκέπτωμαι
πόσο το χρέος μου είναι φανερό κι αλαφρό το φορτίο μου!
Πηγαίνω αν συναντήσω φτωχό, του δίνω•
αν ο αδελφός μου μου κάμη κακό, τον συγχωρώ•
ύστερα τραγουδώ πως Σ’ αγαπώ απέραντα,
και πως δεν μπορούν νάναι χαρούμενοι, παρά μόνο αγαπώντας Σε•
πως είσαι η ιερή φωτιά των λογισμών μου
κι η αγνότητα που λάμπει στα μάτια των αρραβωνιασμένων.
Βαδίζω• η λευκάκανθα ευωδιάζει το δρόμο,
κι εγώ σφίγγω όλο και δυνατότερα το χέρι Σου.
Όλες τις νύχτες το ίδιο κατάλυμα ξαναβρίσκουμε
ω! πόσο είν’ ωραίο όταν ο ίδιος ο Θεός σας φιλοξενεί!
Αχόρταγα θρέφομαι με τον άρτο των δυνατών,
και, σαν τον Άγιο Γιάννη, πάνω στα στήθη Σου κοιμάμαι…
Και τότες Εσύ μου μιλάς για την αγάπη και ακούγω:
μου λες για τον Ποιμένα τον Καλό, τον καλό δρόμο,
την απολησμονιά του εαυτού μου, την συκιά την καταδικασμένη να καή,
το βασίλειο που μοιάζει με σπειρί σιναπιού,
τη λαμπάδα της φρόνιμης παρθένας, την προσευχή,
το Ποτήρι, τη ζωντανή πηγή, το φως,
την αυγή που ασπρίζει, τα στάρια που θα φυτρώσουν…
Ω! πόσο γλυκύ ‘ναι να ζω με Σένα, Πολυαγαπημένε μου!
Πόσο γλυκύ ‘ ναι να ζω με Σένα, Πολυαγαπημένε μου!
Η καρδιά μου λέγοντάς το μέσα της γεμίζει βάλσαμο!
Ω αγάπη μου, Σε ξαναβρίσκω με χαρά
στον ώριμο καρπό, το άνθος ανοίγει, ο γαλάζιος ουρανός γυαλοκοπά!
Αναταράζεις τη σκιά των φύλλων. Αγαπημένη συγκίνηση
να σε νιώθω πάνταπως βρίσκεσαι γύρω μου!
Μόλις ένας πόθος γεννιέται μέσα μου, ζητώ τη συμβουλή Σου.
Σαν παιδάκι κρατάω το χέρι Σου κι αγάλλομαι
να βλέπω, ν’ αναπνέω, ν’ ακούω και να σκέπτωμαι
πόσο το χρέος μου είναι φανερό κι αλαφρό το φορτίο μου!
Πηγαίνω αν συναντήσω φτωχό, του δίνω•
αν ο αδελφός μου μου κάμη κακό, τον συγχωρώ•
ύστερα τραγουδώ πως Σ’ αγαπώ απέραντα,
και πως δεν μπορούν νάναι χαρούμενοι, παρά μόνο αγαπώντας Σε•
πως είσαι η ιερή φωτιά των λογισμών μου
κι η αγνότητα που λάμπει στα μάτια των αρραβωνιασμένων.
Βαδίζω• η λευκάκανθα ευωδιάζει το δρόμο,
κι εγώ σφίγγω όλο και δυνατότερα το χέρι Σου.
Όλες τις νύχτες το ίδιο κατάλυμα ξαναβρίσκουμε
ω! πόσο είν’ ωραίο όταν ο ίδιος ο Θεός σας φιλοξενεί!
Αχόρταγα θρέφομαι με τον άρτο των δυνατών,
και, σαν τον Άγιο Γιάννη, πάνω στα στήθη Σου κοιμάμαι…
Και τότες Εσύ μου μιλάς για την αγάπη και ακούγω:
μου λες για τον Ποιμένα τον Καλό, τον καλό δρόμο,
την απολησμονιά του εαυτού μου, την συκιά την καταδικασμένη να καή,
το βασίλειο που μοιάζει με σπειρί σιναπιού,
τη λαμπάδα της φρόνιμης παρθένας, την προσευχή,
το Ποτήρι, τη ζωντανή πηγή, το φως,
την αυγή που ασπρίζει, τα στάρια που θα φυτρώσουν…
Ω! πόσο γλυκύ ‘ναι να ζω με Σένα, Πολυαγαπημένε μου!
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΣΤΙΧΟΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΕΓΑΛΕΣ ΩΔΕΣ
…Ω ψυχή μου! Το ποιήμα δεν είναι καμωμένο απ’ τα γράμματα
αυτά που φυτεύω σαν καρφιά, μα απ’ το λευκό που μένει
πάνω στο χαρτί.
Ω ψυχή μου κανένα σχέδιο δεν πρέπει να συνταιριάζουμε! Ω ψυχή μου
άγρια, πρέπει να μένουμε λεύτεροι κι έτοιμοι,
σαν τις ατελείωτες λεπτές κορδέλες των χελιδονιών, τότε που άφωνη
αντηχεί η πρόσκληση του φθινοπώρου!
Ω ψυχή μου ανυπόμονη, όμοια με τον αετό τον δίχως τέχνη! πως
θα κάναμε για να ταιριάξουμε κανένα στίχο; Σαν το αετό
που δεν ξέρει να φτιάξη ούτε την φωλιά του;
Ας μην είν’ ο στίχος μου καθόλου σκλάβος! Μα τέτοιος σαν το
θαλασσινό αετό που ρίχτηκε σ’ ένα μεγάλο ψάρι,
και δεν βλέπει τίποτα παρά μόνο ένα ηχηρό στροβίλισμα φτερών και το
ράντισμα του αφρού.
Ω θεέ μου η ύπαρξή μου θερμά ποθεί τη δική Σου!
Λευτέρωσέ με απ’ τον εαυτό μου!...
Λευτέρωσέ με απ’ το χρόνο, και πάρε την καρδιά μου την αξιολύπητη,
πάρε, Θεέ μου, αυτή την καρδιά που χτυπά!...
Είσαι σ’ αυτόν τον κόσμο ορατός, όσο και στον άλλο.
Είσαι εδώ.
Είσαι εδώ, και δεν μπορώ νάμαι αλλού πουθενά, παρά μόνο μαζί Σου…
…Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον.
…Ω, πόσο είναι βαριά από εγκώμια η καρδιά μου και με πόσο κόπο
υψώνεται προς Εσένα,
σαν το βαρύ λιβανιστήρι το χρυσό, τ’ ολόγιομο από θράκα και λιβάνι,
που μια στιγμή πετώντας στην άκρη την ξετυλιγμένης αλυσίδας του,
ξανακατεβαίνει, αφήνοντας στην θέση του
ένα μεγάλο σύννεφο καπνού μέσα στην ηλιαχτίδα!
…Ας είσαι ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες απ’ τα είδωλα,
και κάνεις να μη λατρεύω παρά Εσένα μονάχα, και όχι την Ίσιδα
και τον Όσιρι,
ή τη Δικαιοσύνη και την Πρόοδο, ή την Αλήθεια, ή τη Θεότητα,
ή την Ανθρωπότητα, ή τους Νόμους της Φύσεως, ή την Τέχνη και
την Ομορφιά,
και δεν επέτρεψες να υπάρχη σε όλ’ αυτά τα πράγματα, τα μη όντα,
παρά μονάχα το Κενό που μένει όταν Εσύ λείπης…
Όλοι αυτοί οι λογάδες με τα παχιά λόγια, έχουνε γίνει, με τα
μπόλικα επίθετά τους ανυπόστατα τέρατα,
πιο κούφια κι απ’ τον Μολλόχ, τέρατα που τρώνε τα μικρά παιδιά,
πιο σκληρά και πιο αποτρόπαια κι απ’ τον Μολλόχ.
Έχουν ήχο, αλλά όχι φωνή, όνομα αλλά καθόλου πρόσωπο,
κι είν’ εκεί το ακάθαρτο πνεύμα, που γεμίζει τους έρημους τόπους κι
όλα τα κούφια πράγματα…
Ας είσ’ ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες από το θάνατο…
Ας είσ’ ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες απ’ τον εαυτό μου…
Ας είσ’ ευλογημένος, γιατί δε μ’ εγκατέλειψες στον εαυτό μου,
αλλά με δέχτηκες σαν ένα πράγμα πούναι χρήσιμο και καλό για το
σκοπό που έχεις βάλει.
…Μείνε μαζί μου, Κύριε, γιατί ζυγώνει το βράδυ, και μη μ’ εγκαταλείψης!
…Ω θεέ μου, που έχεις κάμει όλα τα πράγματα τέτοια που να δίνωνται,
δώσε μου έναν πόθο κατά το μέτρο της ευσπλαγχιά σου!
Για να δώσω και εγώ με την σειρά μου σε κείνους που μπορούν να το
δεχτούν, αυτό που είναι σε μένα τον ίδιο δοσμένο…
…Ω Θεέ μου, ξαναθυμάμαι κείνα τα σκοτάδια, όπου βρισκόμαστε οι
δυό ο ένας αντίκρυ στον άλλο, κείνα τα σκοτεινά χειμωνιάτικ’ απογεύματα,
στην Παναγία.
Εγώ ολομόναχος, κατάχαμα, φωτίζοντας την όψη του μεγάλου μπρούτζινου Χριστού, μ’ ένα κερί των εικοσιπέντε λεπτών.
Όλοι οι άνθρωποι τότε ήσαν εναντίον μας, η επιστήμη, το λογικό, και
δεν απαντούσα τίποτα.
Η πίστη μόνη ήταν μέσα μου, και Σε παρατηρούσα σιωπηλά, σαν ένας
άνθρωπος που προτιμά το φίλο του.
Κατέβηκα μέσα στον τάφο Σου μαζί Σου…
…Αινείτε, ο ουρανός κι η γη, τον Κύριο.
Αινείτε, τα έργα της αυγής και της εσπέρας τον Κύριο.
…Δεν είναι δική μου δουλειά να καταλαβαίνω, μα να προσεύχομαι μ’
αγάπη και με τρόμο.
Κάμε να σε ιδώ, Κύριε Ιησού, μ’ αυτά τα μάτια τα γιομάτα δάκρυα,
την ημέρα του δευτέρου Ερχομού Σου!
…Θάρθη κι η μέρα η πιο μακρινή, που θαν’ η μέρα του θανάτου μου,
η μέρα των σκοταδιών θάρθη, που θα περάσω το κατώφλι του θανάτου!
Κείνη τη μέρα ας μη ρουφήξουν την ψυχή μου τα τάρταρα.
…Κυττάω και βλέπω όλα μου τα χρόνια πίσω μου κι όλες τις πράξεις
τις καλές και τις κακές.
Τις κακές που μου φέρνουν ντροπή, και τις καλές που δεν τις ξέρω.
οι κακές έχουν σβηστή με το αίμα του Χριστού και τη μετάνοια,
κι αν υπάρχη και κάτι καλό, ο Θεός μακάρι να το αυξήση!
Σε υμνούμε, Κύριε, Σε ευλογούμε, Σε προσκυνούμε,
Σ’ ευχαριστούμε για τη μεγάλη Σου δόξα…
…Ω ψυχή μου! Το ποιήμα δεν είναι καμωμένο απ’ τα γράμματα
αυτά που φυτεύω σαν καρφιά, μα απ’ το λευκό που μένει
πάνω στο χαρτί.
Ω ψυχή μου κανένα σχέδιο δεν πρέπει να συνταιριάζουμε! Ω ψυχή μου
άγρια, πρέπει να μένουμε λεύτεροι κι έτοιμοι,
σαν τις ατελείωτες λεπτές κορδέλες των χελιδονιών, τότε που άφωνη
αντηχεί η πρόσκληση του φθινοπώρου!
Ω ψυχή μου ανυπόμονη, όμοια με τον αετό τον δίχως τέχνη! πως
θα κάναμε για να ταιριάξουμε κανένα στίχο; Σαν το αετό
που δεν ξέρει να φτιάξη ούτε την φωλιά του;
Ας μην είν’ ο στίχος μου καθόλου σκλάβος! Μα τέτοιος σαν το
θαλασσινό αετό που ρίχτηκε σ’ ένα μεγάλο ψάρι,
και δεν βλέπει τίποτα παρά μόνο ένα ηχηρό στροβίλισμα φτερών και το
ράντισμα του αφρού.
Ω θεέ μου η ύπαρξή μου θερμά ποθεί τη δική Σου!
Λευτέρωσέ με απ’ τον εαυτό μου!...
Λευτέρωσέ με απ’ το χρόνο, και πάρε την καρδιά μου την αξιολύπητη,
πάρε, Θεέ μου, αυτή την καρδιά που χτυπά!...
Είσαι σ’ αυτόν τον κόσμο ορατός, όσο και στον άλλο.
Είσαι εδώ.
Είσαι εδώ, και δεν μπορώ νάμαι αλλού πουθενά, παρά μόνο μαζί Σου…
…Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον.
…Ω, πόσο είναι βαριά από εγκώμια η καρδιά μου και με πόσο κόπο
υψώνεται προς Εσένα,
σαν το βαρύ λιβανιστήρι το χρυσό, τ’ ολόγιομο από θράκα και λιβάνι,
που μια στιγμή πετώντας στην άκρη την ξετυλιγμένης αλυσίδας του,
ξανακατεβαίνει, αφήνοντας στην θέση του
ένα μεγάλο σύννεφο καπνού μέσα στην ηλιαχτίδα!
…Ας είσαι ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες απ’ τα είδωλα,
και κάνεις να μη λατρεύω παρά Εσένα μονάχα, και όχι την Ίσιδα
και τον Όσιρι,
ή τη Δικαιοσύνη και την Πρόοδο, ή την Αλήθεια, ή τη Θεότητα,
ή την Ανθρωπότητα, ή τους Νόμους της Φύσεως, ή την Τέχνη και
την Ομορφιά,
και δεν επέτρεψες να υπάρχη σε όλ’ αυτά τα πράγματα, τα μη όντα,
παρά μονάχα το Κενό που μένει όταν Εσύ λείπης…
Όλοι αυτοί οι λογάδες με τα παχιά λόγια, έχουνε γίνει, με τα
μπόλικα επίθετά τους ανυπόστατα τέρατα,
πιο κούφια κι απ’ τον Μολλόχ, τέρατα που τρώνε τα μικρά παιδιά,
πιο σκληρά και πιο αποτρόπαια κι απ’ τον Μολλόχ.
Έχουν ήχο, αλλά όχι φωνή, όνομα αλλά καθόλου πρόσωπο,
κι είν’ εκεί το ακάθαρτο πνεύμα, που γεμίζει τους έρημους τόπους κι
όλα τα κούφια πράγματα…
Ας είσ’ ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες από το θάνατο…
Ας είσ’ ευλογημένος, Θεέ μου, που με λευτέρωσες απ’ τον εαυτό μου…
Ας είσ’ ευλογημένος, γιατί δε μ’ εγκατέλειψες στον εαυτό μου,
αλλά με δέχτηκες σαν ένα πράγμα πούναι χρήσιμο και καλό για το
σκοπό που έχεις βάλει.
…Μείνε μαζί μου, Κύριε, γιατί ζυγώνει το βράδυ, και μη μ’ εγκαταλείψης!
…Ω θεέ μου, που έχεις κάμει όλα τα πράγματα τέτοια που να δίνωνται,
δώσε μου έναν πόθο κατά το μέτρο της ευσπλαγχιά σου!
Για να δώσω και εγώ με την σειρά μου σε κείνους που μπορούν να το
δεχτούν, αυτό που είναι σε μένα τον ίδιο δοσμένο…
…Ω Θεέ μου, ξαναθυμάμαι κείνα τα σκοτάδια, όπου βρισκόμαστε οι
δυό ο ένας αντίκρυ στον άλλο, κείνα τα σκοτεινά χειμωνιάτικ’ απογεύματα,
στην Παναγία.
Εγώ ολομόναχος, κατάχαμα, φωτίζοντας την όψη του μεγάλου μπρούτζινου Χριστού, μ’ ένα κερί των εικοσιπέντε λεπτών.
Όλοι οι άνθρωποι τότε ήσαν εναντίον μας, η επιστήμη, το λογικό, και
δεν απαντούσα τίποτα.
Η πίστη μόνη ήταν μέσα μου, και Σε παρατηρούσα σιωπηλά, σαν ένας
άνθρωπος που προτιμά το φίλο του.
Κατέβηκα μέσα στον τάφο Σου μαζί Σου…
…Αινείτε, ο ουρανός κι η γη, τον Κύριο.
Αινείτε, τα έργα της αυγής και της εσπέρας τον Κύριο.
…Δεν είναι δική μου δουλειά να καταλαβαίνω, μα να προσεύχομαι μ’
αγάπη και με τρόμο.
Κάμε να σε ιδώ, Κύριε Ιησού, μ’ αυτά τα μάτια τα γιομάτα δάκρυα,
την ημέρα του δευτέρου Ερχομού Σου!
…Θάρθη κι η μέρα η πιο μακρινή, που θαν’ η μέρα του θανάτου μου,
η μέρα των σκοταδιών θάρθη, που θα περάσω το κατώφλι του θανάτου!
Κείνη τη μέρα ας μη ρουφήξουν την ψυχή μου τα τάρταρα.
…Κυττάω και βλέπω όλα μου τα χρόνια πίσω μου κι όλες τις πράξεις
τις καλές και τις κακές.
Τις κακές που μου φέρνουν ντροπή, και τις καλές που δεν τις ξέρω.
οι κακές έχουν σβηστή με το αίμα του Χριστού και τη μετάνοια,
κι αν υπάρχη και κάτι καλό, ο Θεός μακάρι να το αυξήση!
Σε υμνούμε, Κύριε, Σε ευλογούμε, Σε προσκυνούμε,
Σ’ ευχαριστούμε για τη μεγάλη Σου δόξα…
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΠΡΟΣΕΥΧΉ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ
Με την αυγή, απλός κι εγώ σαν τα ήσυχα παιδιά,
που δε θα κάμουνε ποτέ πράξη απαγορευμένη,
με την αυγή, ολοκαίνουργος κι αγνός, μεσ’ στη δροσιά,
Σε προσκυνώ με μια ψυχή, Θεέ μου, αναπαυμένη.
Πολύ μ’ αρέσει την πρωινή μου κλήση να Σου στέλνω:
Δεν είχα ακόμα τον καιρό να κάμω το κακό,
και νιώθω για τον δύστυχο μα κι άδολο εαυτό μου,
νιώθω λιγότερη ντροπή κι όλο τη σκέψη φέρνω
στο πώς να κάμω πιο καλά λόγο, έργα, λογισμό μου.
Ω, τουτ’ η ανέκφραστη δροσιά, η πρωϊνή, Πατέρα,
σαν πανωφόρι διάφανον από λεπτό μετάξι!
Παρακαλώ, Πατέρα μου, μ’ αυτό να με σκεπάσης
για όλη μου τη μέρα!
Να, τώρα, πριν καλά-καλά τελειώση η προσευχή μου,
στον κόσμο και στην ταραχή και πάλι θα γυρίσω.
Ω, κάμε, ανάμεσα σ’ αυτούς κι ως νάρθη η νύχτα πίσω,
να νιώθω αγνή και δροσερή σαν όρθρο την ψυχή μου,
και να την νιώθω αδιάκοπα να υψώνεται αγνοσμένη,
και πάντα ν’ ανεβαίνη!
Με την αυγή, απλός κι εγώ σαν τα ήσυχα παιδιά,
που δε θα κάμουνε ποτέ πράξη απαγορευμένη,
με την αυγή, ολοκαίνουργος κι αγνός, μεσ’ στη δροσιά,
Σε προσκυνώ με μια ψυχή, Θεέ μου, αναπαυμένη.
Πολύ μ’ αρέσει την πρωινή μου κλήση να Σου στέλνω:
Δεν είχα ακόμα τον καιρό να κάμω το κακό,
και νιώθω για τον δύστυχο μα κι άδολο εαυτό μου,
νιώθω λιγότερη ντροπή κι όλο τη σκέψη φέρνω
στο πώς να κάμω πιο καλά λόγο, έργα, λογισμό μου.
Ω, τουτ’ η ανέκφραστη δροσιά, η πρωϊνή, Πατέρα,
σαν πανωφόρι διάφανον από λεπτό μετάξι!
Παρακαλώ, Πατέρα μου, μ’ αυτό να με σκεπάσης
για όλη μου τη μέρα!
Να, τώρα, πριν καλά-καλά τελειώση η προσευχή μου,
στον κόσμο και στην ταραχή και πάλι θα γυρίσω.
Ω, κάμε, ανάμεσα σ’ αυτούς κι ως νάρθη η νύχτα πίσω,
να νιώθω αγνή και δροσερή σαν όρθρο την ψυχή μου,
και να την νιώθω αδιάκοπα να υψώνεται αγνοσμένη,
και πάντα ν’ ανεβαίνη!
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
- inaf
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 471
- Εγγραφή: Παρ Νοέμ 14, 2008 10:35 pm
- Τοποθεσία: Σωτήρης@Αγ. Παρασκευή
Re: Άπαντα - Γ. Βερίτη
ΑΥΓΕΣ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
Μια μέρα, καινούργια κι ολόδροση, τούτο το πρωινό ξαναρχίζει,
μια μέρα που έχει τη δροσιά του κρύσταλλου και τη διαύγεια.
Τα δέντρα σχεδιάζονται λίγο-λίγο μέσα στο φως που τρέμει.
Κύττα, τ’ απαλά γκρίζα φυλλώματα στις ιτιές που σαλεύουν,
στις φουντωτές και τις τρεμόφυλλες λεύκες.
Ένας λευκός ατμός κυματίζει πάνω απ’ τα νερά της μεγάλης πηγής.
Δροσιά, φρεσκάδα και διαύγεια απλώνονται στην ήσυχη κοιλάδα μας.
Ακόμα μια μέρα ολοκαίνουργια δοσμένη στ’ ανθρώπινα!
Η γη είναι παρθένα, όπως εκείνη του Αδάμ, κάθε νέαν αυγή,
η μέρα βγαίνει απ’ της νύχτας τις σκιές,
σαν από διήγημα για νεράϊδες.
Γέψου το άρωμα τούτου του δροσερού αγέρα,
πρόβαλε στο παράθυρο τ’ αχτένιστο κεφάλι,
Κανείς δεν θα σε δη, μόνο Εκείνος
που δεν λογαριάζει παρά τις ορμές του πνεύματος.
Τι θάναι τούτ’ η καινούργια μέρα
που σε λίγο θα λερωθή απ’ το θόρυβο;
Σκέψου τους βρόντους των τετράτροχων,
το βουητό των εργοστασίων, τις γοερές κραυγές των σειρήνων.
Μέσα σ’ αυτή την πρωινή γαλήνη, σκέψου όλα αυτά
τα φριχτά παιχνίδια που καμαρώνει η ανθρώπινη επιστήμη.
Υψώνουν άραγε τις ψυχές τους προς τον Κύριο,
όλοι αυτοί που σέρνουν τώρα πέδιλα και παπούτσια,
αυτοί που δουλεούν τη γη κι αυτοί που τους λεν μ’ ένα όνομα
τόσο όμορφο: οι εργάτες;
Κι όλα τα όντα τα έμψυχα, που όπου νάναι θ’ ανοίξουν τα μάτια,
θα σκεφθούν άραγε να προσφέρουν την καινούργια μέρα τους
στον ουράνιο Πατέρα;
Ω Θεέ μου, ευλόγησε την αυτή την άγνωστη μέρα,
γιατί είσαι καλός.
Κι ευλόγησε μας όλους όσοι αναπνέουμε ακόμα-
αυτούς που Σ’ αγαπούν
κι αυτούς που δεν ξέρουν ούτε το νόημα του ονόματός Σου!
Ο ΚΥΡΙΟΣ
Ο Κύριος ειν’ που απ’ την αρχή τάχει όλα τεχνουργήσει,
ποιητής μαζί και πρότυπο, για αυτό μέσα στην κτίση
κανένα από τα πλάσματα δεν είναι τιποτένιο.
Μέσ’ στον αγέρα το πουλί πετάει, και το λιθάρι
στο χώμα ξεκουράζεται στο νερό ζη το ψάρι
και μεσ’ στο χέρι στου Θεού ζει το δικό μου πνεύμα.
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΓΑΜΩΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Κι εγώ είμαι μόνον άνθρωπος. Τι χάσκετε σεις όλοι
μπροστά στα μεγαλεία μου και μπρος στη δύναμή μου
που μονάχα για πρόσκαιρη χρήση την έχω πάρει,
καθώς και πιο μπροστά από με τόσοι άλλοι βασιλιάδες;
Αν πλατιές χώρες σκύβουνε και δοξασμένα κράτη
μπρος στη δική μου δυνατή μα κι αγαθή εξουσία,
όμως το χάρο δεν μπορούν μακριά μου να κρατήσουν;
Όπως στου ώμους του άτλαντα των ουρανών η σφαίρα,
έτσι κι η γη στηρίζεται από μιαν άκρη ως άλλη
πάνω στο μεγάλο όνομα και στις διαταγές μου.
Και την στιγμή που προσκαλώ τους άνδρες μου στα όπλα
τις θάλασσες και τις στεριές περνά μια ανατριχίλα.
Μα εγώ τρέμω ολομόναχος στην όψη του θανάτου.
Μια μέρα, καινούργια κι ολόδροση, τούτο το πρωινό ξαναρχίζει,
μια μέρα που έχει τη δροσιά του κρύσταλλου και τη διαύγεια.
Τα δέντρα σχεδιάζονται λίγο-λίγο μέσα στο φως που τρέμει.
Κύττα, τ’ απαλά γκρίζα φυλλώματα στις ιτιές που σαλεύουν,
στις φουντωτές και τις τρεμόφυλλες λεύκες.
Ένας λευκός ατμός κυματίζει πάνω απ’ τα νερά της μεγάλης πηγής.
Δροσιά, φρεσκάδα και διαύγεια απλώνονται στην ήσυχη κοιλάδα μας.
Ακόμα μια μέρα ολοκαίνουργια δοσμένη στ’ ανθρώπινα!
Η γη είναι παρθένα, όπως εκείνη του Αδάμ, κάθε νέαν αυγή,
η μέρα βγαίνει απ’ της νύχτας τις σκιές,
σαν από διήγημα για νεράϊδες.
Γέψου το άρωμα τούτου του δροσερού αγέρα,
πρόβαλε στο παράθυρο τ’ αχτένιστο κεφάλι,
Κανείς δεν θα σε δη, μόνο Εκείνος
που δεν λογαριάζει παρά τις ορμές του πνεύματος.
Τι θάναι τούτ’ η καινούργια μέρα
που σε λίγο θα λερωθή απ’ το θόρυβο;
Σκέψου τους βρόντους των τετράτροχων,
το βουητό των εργοστασίων, τις γοερές κραυγές των σειρήνων.
Μέσα σ’ αυτή την πρωινή γαλήνη, σκέψου όλα αυτά
τα φριχτά παιχνίδια που καμαρώνει η ανθρώπινη επιστήμη.
Υψώνουν άραγε τις ψυχές τους προς τον Κύριο,
όλοι αυτοί που σέρνουν τώρα πέδιλα και παπούτσια,
αυτοί που δουλεούν τη γη κι αυτοί που τους λεν μ’ ένα όνομα
τόσο όμορφο: οι εργάτες;
Κι όλα τα όντα τα έμψυχα, που όπου νάναι θ’ ανοίξουν τα μάτια,
θα σκεφθούν άραγε να προσφέρουν την καινούργια μέρα τους
στον ουράνιο Πατέρα;
Ω Θεέ μου, ευλόγησε την αυτή την άγνωστη μέρα,
γιατί είσαι καλός.
Κι ευλόγησε μας όλους όσοι αναπνέουμε ακόμα-
αυτούς που Σ’ αγαπούν
κι αυτούς που δεν ξέρουν ούτε το νόημα του ονόματός Σου!
Ο ΚΥΡΙΟΣ
Ο Κύριος ειν’ που απ’ την αρχή τάχει όλα τεχνουργήσει,
ποιητής μαζί και πρότυπο, για αυτό μέσα στην κτίση
κανένα από τα πλάσματα δεν είναι τιποτένιο.
Μέσ’ στον αγέρα το πουλί πετάει, και το λιθάρι
στο χώμα ξεκουράζεται στο νερό ζη το ψάρι
και μεσ’ στο χέρι στου Θεού ζει το δικό μου πνεύμα.
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΤΩΝ ΓΑΜΩΝ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Κι εγώ είμαι μόνον άνθρωπος. Τι χάσκετε σεις όλοι
μπροστά στα μεγαλεία μου και μπρος στη δύναμή μου
που μονάχα για πρόσκαιρη χρήση την έχω πάρει,
καθώς και πιο μπροστά από με τόσοι άλλοι βασιλιάδες;
Αν πλατιές χώρες σκύβουνε και δοξασμένα κράτη
μπρος στη δική μου δυνατή μα κι αγαθή εξουσία,
όμως το χάρο δεν μπορούν μακριά μου να κρατήσουν;
Όπως στου ώμους του άτλαντα των ουρανών η σφαίρα,
έτσι κι η γη στηρίζεται από μιαν άκρη ως άλλη
πάνω στο μεγάλο όνομα και στις διαταγές μου.
Και την στιγμή που προσκαλώ τους άνδρες μου στα όπλα
τις θάλασσες και τις στεριές περνά μια ανατριχίλα.
Μα εγώ τρέμω ολομόναχος στην όψη του θανάτου.
«Ιδού βαδίζω…» Κύριε, δέξου με
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.
ξεχνώντας τον πολύ μου ρύπο…
Εσύ που ακούς τον κρυφό πόθο μου
και της καρδιά μου κάθε χτύπο.