Μια διδαχτική ιστορία!!!
Συντονιστής: Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΔΑΜ.
Ένα πρωί, πολύ νωρίς, λίγο αφότου οι πατέρες είχαν μετακομίσει στην ερημική τοποθεσία, αντηχούσε σε όλο το μοναστήρι το δυνατό κελάηδημα ενός πουλιού. Οι πατέρες πετάχτηκαν πάνω και ανακάλυψαν έναν πετεινό πάνω στο τραπέζι της τράπεζας. Δεν είχαν ιδέα από που είχε έρθει ή πώς είχε μπει εκεί. Ό πετεινός συνέχισε το «έργο του» για κάμποση ώρα.
Σύντομα ένα γέλιο ακούστηκε έξω από την πύλη. Αποκαλύφθηκε πώς ό φίλος των πατέρων, ό διάκονος Νικόλαος, ενώ ταξίδευε είχε προσελκυστεί από τα φωτεινά χρώματα του πετεινού και τον είχε αγοράσει για τούς πατέρες ως δώρο. Έφτασε τη νύχτα και τοποθέτησε τον πετεινό στην τράπεζα. Όταν ό ήλιος ανέτειλε, το πρωινό φώς αποκάλυψε ότι ό πετεινός ήταν ένα πουλί απρόσμενης ομορφιάς, κάποιας εξωτικής ράτσας. Έλαμψε κυριολεκτικά και άστραψε στον ήλιο, μετά χρυσά, κόκκινα, μπλε και φωτεινά πράσινα χρώματα. Τα χρυσά φτερά του άλλαζαν κατά κάποιο τρόπο τα χρώματα τα έβλεπες από διαφορετικές πλευρές. «Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο πουλί πριν», αναφώνησε ό π. Γερμανός, «σαν να επρόκειτο για ένα πλάσμα από κάποιον άλλο κόσμο».
«Παρελαύνοντας» θαρραλέα στην μοναστηριακή έκταση ο πετεινός φάνηκε σαν να ήταν στον χώρο του. Έγινε ο πρώτος «τρίτος αδελφός» του μοναστηρίου, του οποίου η μοναχική υπακοή ήταν να ξυπνά τούς μοναχούς για προσευχή. Εκπαίδευσε τούς πατέρες να μην στηρίζονται στα ξυπνητήρια, αλλά σε αυτόν. Ή εικόνα αύτη παρακινούσε τούς ανθρώπους για προσευχή και χρησίμευε σαν μια υπενθύμιση της μετάνοιας του αποστόλου Πέτρου στο λάλημα του πετεινού. Για αυτόν τον λόγο, όλοι οι πετεινοί στην Ρωσία καλούνται «πέτια», υποκοριστικό τού Πέτρου.
Ό π. Σεραφείμ, τού οποίου ή οικογένεια είχε κοτόπουλα όταν ήταν παιδί, έχτισε ένα χώρο για τον πετεινό. Όταν ό χειμώνας πλησίασε, πήγε στην πόλη και αγόρασε τέσσερις λευκές σαν το χιόνι κότες, έτσι (ώστε οι πατέρες να έχουν δικά τους αυγά. Δεδομένου ότι το κοτέτσι παρέμεινε δίπλα στην κουζίνα κατά τη διάρκεια εκείνου του χειμώνα, μπορούσαν να παρατηρούν τις κότες από κοντά. Οι πατέρες παρατήρησαν την πειθαρχία τους ως προς τις συνήθειες του ύπνου: ότι πρόσεχαν τον ήλιο όταν έδυε και πήγαιναν στην φωλιά τους μόνο όταν είχε βασιλέψει και ότι δεν θα άφηναν το κοτέτσι τους το πρωί νωρίτερα ή αργότερα από την ανατολή. Ό π. Σεραφείμ επίσης παρατήρησε ότι οι κότες είχαν απολύτως διαφορετικές προσωπικότητες. Περπατούσαν και προμηθεύονταν τροφή με διαφορετικούς τρόπους και οι φωνές και ή συμπεριφορά τους ήταν πολύ ευδιάκριτες. Μία από αυτές, περπατούσε τριγύρω κακαρίζοντας όλη την ημέρα. Ό π. Σεραφείμ την ονόμασε «τραγουδίστρια» άλλη, πού ράμφιζε συνεχώς τις άλλες, την ονόμασε «κακό κορίτσι» το κύριο θύμα αυτής της μεταχείρισης το αποκάλεσε «σταχτοπούτα». Ακόμη και με τα κοτίστικα μυαλά τους, είχαν κάποιας μορφής προσωπική αφοσίωση. Ή αγαπημένη κότα τού π. Σεραφείμ, πού ονομαζόταν «Ρούμ-γιανέτζ» (στα ρωσικά, «ρόδινο μάγουλο») συχνά τον ακολουθούσε τριγύρω.
Για χρόνια αφότου είχαν μετακομίσει, οι πατέρες δεν είχαν γάτες ή σκύλους, σκεπτόμενοι, με τον ζήλο τους, ότι δεν άρμοζε να έχουν στην σκήτη ζώα πού αγαπούν τα χάδια. Μια ημέρα, ή Νόνα Σέκο τούς έφερε ένα δώρο. Καθώς στεκόταν κοντά στον π. Γερμανό, του είπε να κλείσει τα μάτια του και να ανοίξει τα χέρια του. Όταν τα άνοιξε, βρέθηκε να κρατά ένα γκρίζο γατάκι. Είπε ότι δεν ήθελε το γατάκι, αλλά ή Νόνα τον ρώτησε εάν υπήρχαν ενοχλητικά ποντίκια τριγύρω. «Εντάξει», είπε ό π. Γερμανός, εξετάζοντας το γατάκι. «Εάν πιάσει ένα ποντίκι μέσα σε μια ώρα, μπορεί να μείνει. Αν όχι, θα πρέπει να το πάρεις πίσω».
Το γατάκι έτρεξε μακριά, κάτω από το κτήριο. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, ενώ ό π. Γερμανός και ή Νόνα μιλούσαν ακόμα, το γατάκι έφερε ένα ποντίκι στο μέρος τους και το έβαλε στα πόδια του π. Γερμανού, έχοντας εκπληρώσει αμέσως την... πρώτη του μοναχική υπακοή. Ή γάτα έμεινε, και αργότερα προστέθηκαν και άλλες.
Προτού φθάσουν οι γάτες, οι πατέρες έβλεπαν συχνά κροταλίες στην περιοχή της σκήτης. Ό π. Γερμανός μερικές φορές έμπαινε στο κελί του και έβρισκε αυτό το θανατηφόρο ερπετό κουλουριασμένο μέσα στα σκεπάσματα ή τεντωμένο κάτω από το κρεβάτι του. Εντούτοις, με τον ερχομό των γατών αυτά τα φίδια εμφανίζονταν σπάνια. Οι πατέρες έβγαλαν το συμπέρασμα ότι τα φίδια είχαν προσελκυστεί στα κτήρια από τα ποντίκια, αλλά τώρα πού οι γάτες είχαν μειώσει τον πληθυσμό τους, τα φίδια δεν είχαν πλέον λόγο να πλησιάζουν. Οι γάτες αποτέλεσαν έτσι, αντί για τα παιχνιδιάρικα όντα πού οι πατέρες ήταν απρόθυμοι να έχουν τριγύρω από το ερημητήριο, αναντικατάστατους εργάτες για τη δημόσια ασφάλεια.
Επειδή δεν αρμόζει να δοθεί σε ένα ζώο το όνομα ενός άγιου, οι πατέρες ονόμαζαν τις γάτες τους με βάση κάτι -συνήθως μια τοποθεσία- πού συνδεόταν με τον άγιο στην ημέρα μνήμης του οποίου είχε έρθει το ζώο. Έτσι, μια γάτα ή οποία έφθασε την ήμερα του άγιου Γερμανού της Αλάσκας ονομάστηκε «Αλάσκα», μία πού ήρθε του αγίου Θεοδώρου τού Τυρωνος ονομάστηκε «Τύρων» κ.λπ. Μια λυπημένη σκούρα γκρίζα γάτα πού συνέβη να έρθει στην γιορτή της Θεοτόκου «Χαρά Πάντων των Θλιβομένων», ονομάστηκε «Θλίψη».
Ό προσωπικός «σύντροφος» του π. Σεραφείμ ήταν ή γάτα Τύρων. Αν και μικρή, αυτή ή γάτα ήταν ή γυναίκα αρχηγός της φυλής των αιλουροειδών, και καμία άλλη δεν τόλμησε να της παραβγεί. Ακόμη και στο κελί του π. Σεραφείμ ήταν κάτι σαν βασίλισσα. Καθόταν ήσυχα στα πόδια του, ενώ δακτυλογραφούσε κάποιο άρθρο και εκείνος δεν ήθελε να σηκωθεί για να μην την ενοχλήσει. Μια ημέρα μπήκε σε ένα από τα εργαστήρια του μοναστηριού για να διαπιστώσει ότι είχε γεννήσει τα γατάκια της στην μέση των εγγράφων πάνω στο γραφείο του!
Ο π. Σεραφείμ μ εκτιμούσε τα σκυλιά περισσότερο. Δεν είχε ποτέ αντικαταστήσει το αγαπημένο σκυλί της παιδικής ηλικίας του, τον Ντίττο. Μια ημέρα, εντούτοις, ένα όμορφο, πορτοκαλόμαυρο αρσενικό σκυλί -γερμανικός ποιμενικός-πέρασε τρέχοντας την πύλη της μονής. Γρήγορα απέκτησε φιλίες με τούς πατέρες. «Δεν θα ήταν καλό να είχαμε ένα σκυλί;», τόλμησε να προτείνει ό π. Σεραφείμ . Αλλά το σκυλί έφερε περιλαίμιο και προφανώς είχε ιδιοκτήτη έτσι οι πατέρες αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να βάλουν μια ειδοποίηση στο Γενικό Κατάστημα της Πλατίνα. Λίγο αργότερα, κάποιος ανέβηκε με φορτηγό στην μονή. Είχε έρθει να πάρει τον «Μάρφυ του». Το σκυλί εξέτασε τον κύριό του με έντρομα μάτια, τα όποια φάνηκε να δείχνουν ότι τον είχε κακομεταχειριστεί στο παρελθόν. Ό άνθρωπος ήταν θυμωμένος και προφανώς δεν ενδιαφερόταν για τον Μάρφυ. Ό π. Σεραφείμ λυπήθηκε πολύ πού είδε τον φίλο του να φεύγει.
Μερικές ημέρες αργότερα, ό Μάρφυ βρισκόταν ξανά στο ερημητήριο, έχοντας περπατήσει μέχρι εκεί. Πάλι ό ιδιοκτήτης ήρθε να τον πάρει. «Πήγαινε σε εκείνο το φορτηγό!», φώναξε ό άνθρωπος στο σκυλί, χτυπώντας το με το χέρι του. Εάν ξανακάνει αυτό», είπε στους πατέρες, «θα πρέπει να τον κρατήσετε»!
Αυτήν τη φορά πέρασαν μόνο δεκαπέντε λεπτά προτού Μάρφυ επιστρέψει. Ό π. Σεραφείμ χάρηκε από μέσα του. Μάρφυ ήταν το όνομα του σκυλιού στον «κόσμο», αλλά στο ερημητήριο θα καλείτο εφεξής «Σβίρ», αφού είχε φθάσει αρχικώς τη ημέρα του άγιου Αλεξάνδρου του Σβίρ. Οι πατέρες ήταν βέβαιοι ότι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ένα τέτοιο ευγενές πλάσμα. Δεν υπήρχε καμιά «σκυλίσια ανοησία» σε αυτό το ζώο! Εξέταζε τούς ανθρώπους με λαμπερά μάτια και με μια καλή, ταπεινή έκφραση. Αγάπη, παιχνίδι, συντροφικότητα, προστασία - όλα γίνονταν στην ώρα τους. Κρατούσε τις αρκούδες και τα λιοντάρια των βουνών μακριά (αλλά χωρίς άχρηστα αδιάκοπα γαβγίσματα) και βοηθούσε τούς χαμένους αδελφούς να βρουν τον δρόμο τους για το ερημητήριο.
Ό π. Σεραφείμ σπάνια χάιδευε τον Σβίρ υπήρχε μεταξύ τους ένα είδος σιωπηλής φιλίας. Όπως είχε κάνει με τον Ντίττο, θα επικοινωνούσε με τον Σβίρ κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια του.
ΒΙΒΛ. Π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ . ΤΟΜΟΣ Β.
Ένα πρωί, πολύ νωρίς, λίγο αφότου οι πατέρες είχαν μετακομίσει στην ερημική τοποθεσία, αντηχούσε σε όλο το μοναστήρι το δυνατό κελάηδημα ενός πουλιού. Οι πατέρες πετάχτηκαν πάνω και ανακάλυψαν έναν πετεινό πάνω στο τραπέζι της τράπεζας. Δεν είχαν ιδέα από που είχε έρθει ή πώς είχε μπει εκεί. Ό πετεινός συνέχισε το «έργο του» για κάμποση ώρα.
Σύντομα ένα γέλιο ακούστηκε έξω από την πύλη. Αποκαλύφθηκε πώς ό φίλος των πατέρων, ό διάκονος Νικόλαος, ενώ ταξίδευε είχε προσελκυστεί από τα φωτεινά χρώματα του πετεινού και τον είχε αγοράσει για τούς πατέρες ως δώρο. Έφτασε τη νύχτα και τοποθέτησε τον πετεινό στην τράπεζα. Όταν ό ήλιος ανέτειλε, το πρωινό φώς αποκάλυψε ότι ό πετεινός ήταν ένα πουλί απρόσμενης ομορφιάς, κάποιας εξωτικής ράτσας. Έλαμψε κυριολεκτικά και άστραψε στον ήλιο, μετά χρυσά, κόκκινα, μπλε και φωτεινά πράσινα χρώματα. Τα χρυσά φτερά του άλλαζαν κατά κάποιο τρόπο τα χρώματα τα έβλεπες από διαφορετικές πλευρές. «Δεν είχα δει ποτέ τέτοιο πουλί πριν», αναφώνησε ό π. Γερμανός, «σαν να επρόκειτο για ένα πλάσμα από κάποιον άλλο κόσμο».
«Παρελαύνοντας» θαρραλέα στην μοναστηριακή έκταση ο πετεινός φάνηκε σαν να ήταν στον χώρο του. Έγινε ο πρώτος «τρίτος αδελφός» του μοναστηρίου, του οποίου η μοναχική υπακοή ήταν να ξυπνά τούς μοναχούς για προσευχή. Εκπαίδευσε τούς πατέρες να μην στηρίζονται στα ξυπνητήρια, αλλά σε αυτόν. Ή εικόνα αύτη παρακινούσε τούς ανθρώπους για προσευχή και χρησίμευε σαν μια υπενθύμιση της μετάνοιας του αποστόλου Πέτρου στο λάλημα του πετεινού. Για αυτόν τον λόγο, όλοι οι πετεινοί στην Ρωσία καλούνται «πέτια», υποκοριστικό τού Πέτρου.
Ό π. Σεραφείμ, τού οποίου ή οικογένεια είχε κοτόπουλα όταν ήταν παιδί, έχτισε ένα χώρο για τον πετεινό. Όταν ό χειμώνας πλησίασε, πήγε στην πόλη και αγόρασε τέσσερις λευκές σαν το χιόνι κότες, έτσι (ώστε οι πατέρες να έχουν δικά τους αυγά. Δεδομένου ότι το κοτέτσι παρέμεινε δίπλα στην κουζίνα κατά τη διάρκεια εκείνου του χειμώνα, μπορούσαν να παρατηρούν τις κότες από κοντά. Οι πατέρες παρατήρησαν την πειθαρχία τους ως προς τις συνήθειες του ύπνου: ότι πρόσεχαν τον ήλιο όταν έδυε και πήγαιναν στην φωλιά τους μόνο όταν είχε βασιλέψει και ότι δεν θα άφηναν το κοτέτσι τους το πρωί νωρίτερα ή αργότερα από την ανατολή. Ό π. Σεραφείμ επίσης παρατήρησε ότι οι κότες είχαν απολύτως διαφορετικές προσωπικότητες. Περπατούσαν και προμηθεύονταν τροφή με διαφορετικούς τρόπους και οι φωνές και ή συμπεριφορά τους ήταν πολύ ευδιάκριτες. Μία από αυτές, περπατούσε τριγύρω κακαρίζοντας όλη την ημέρα. Ό π. Σεραφείμ την ονόμασε «τραγουδίστρια» άλλη, πού ράμφιζε συνεχώς τις άλλες, την ονόμασε «κακό κορίτσι» το κύριο θύμα αυτής της μεταχείρισης το αποκάλεσε «σταχτοπούτα». Ακόμη και με τα κοτίστικα μυαλά τους, είχαν κάποιας μορφής προσωπική αφοσίωση. Ή αγαπημένη κότα τού π. Σεραφείμ, πού ονομαζόταν «Ρούμ-γιανέτζ» (στα ρωσικά, «ρόδινο μάγουλο») συχνά τον ακολουθούσε τριγύρω.
Για χρόνια αφότου είχαν μετακομίσει, οι πατέρες δεν είχαν γάτες ή σκύλους, σκεπτόμενοι, με τον ζήλο τους, ότι δεν άρμοζε να έχουν στην σκήτη ζώα πού αγαπούν τα χάδια. Μια ημέρα, ή Νόνα Σέκο τούς έφερε ένα δώρο. Καθώς στεκόταν κοντά στον π. Γερμανό, του είπε να κλείσει τα μάτια του και να ανοίξει τα χέρια του. Όταν τα άνοιξε, βρέθηκε να κρατά ένα γκρίζο γατάκι. Είπε ότι δεν ήθελε το γατάκι, αλλά ή Νόνα τον ρώτησε εάν υπήρχαν ενοχλητικά ποντίκια τριγύρω. «Εντάξει», είπε ό π. Γερμανός, εξετάζοντας το γατάκι. «Εάν πιάσει ένα ποντίκι μέσα σε μια ώρα, μπορεί να μείνει. Αν όχι, θα πρέπει να το πάρεις πίσω».
Το γατάκι έτρεξε μακριά, κάτω από το κτήριο. Μέσα σε δεκαπέντε λεπτά, ενώ ό π. Γερμανός και ή Νόνα μιλούσαν ακόμα, το γατάκι έφερε ένα ποντίκι στο μέρος τους και το έβαλε στα πόδια του π. Γερμανού, έχοντας εκπληρώσει αμέσως την... πρώτη του μοναχική υπακοή. Ή γάτα έμεινε, και αργότερα προστέθηκαν και άλλες.
Προτού φθάσουν οι γάτες, οι πατέρες έβλεπαν συχνά κροταλίες στην περιοχή της σκήτης. Ό π. Γερμανός μερικές φορές έμπαινε στο κελί του και έβρισκε αυτό το θανατηφόρο ερπετό κουλουριασμένο μέσα στα σκεπάσματα ή τεντωμένο κάτω από το κρεβάτι του. Εντούτοις, με τον ερχομό των γατών αυτά τα φίδια εμφανίζονταν σπάνια. Οι πατέρες έβγαλαν το συμπέρασμα ότι τα φίδια είχαν προσελκυστεί στα κτήρια από τα ποντίκια, αλλά τώρα πού οι γάτες είχαν μειώσει τον πληθυσμό τους, τα φίδια δεν είχαν πλέον λόγο να πλησιάζουν. Οι γάτες αποτέλεσαν έτσι, αντί για τα παιχνιδιάρικα όντα πού οι πατέρες ήταν απρόθυμοι να έχουν τριγύρω από το ερημητήριο, αναντικατάστατους εργάτες για τη δημόσια ασφάλεια.
Επειδή δεν αρμόζει να δοθεί σε ένα ζώο το όνομα ενός άγιου, οι πατέρες ονόμαζαν τις γάτες τους με βάση κάτι -συνήθως μια τοποθεσία- πού συνδεόταν με τον άγιο στην ημέρα μνήμης του οποίου είχε έρθει το ζώο. Έτσι, μια γάτα ή οποία έφθασε την ήμερα του άγιου Γερμανού της Αλάσκας ονομάστηκε «Αλάσκα», μία πού ήρθε του αγίου Θεοδώρου τού Τυρωνος ονομάστηκε «Τύρων» κ.λπ. Μια λυπημένη σκούρα γκρίζα γάτα πού συνέβη να έρθει στην γιορτή της Θεοτόκου «Χαρά Πάντων των Θλιβομένων», ονομάστηκε «Θλίψη».
Ό προσωπικός «σύντροφος» του π. Σεραφείμ ήταν ή γάτα Τύρων. Αν και μικρή, αυτή ή γάτα ήταν ή γυναίκα αρχηγός της φυλής των αιλουροειδών, και καμία άλλη δεν τόλμησε να της παραβγεί. Ακόμη και στο κελί του π. Σεραφείμ ήταν κάτι σαν βασίλισσα. Καθόταν ήσυχα στα πόδια του, ενώ δακτυλογραφούσε κάποιο άρθρο και εκείνος δεν ήθελε να σηκωθεί για να μην την ενοχλήσει. Μια ημέρα μπήκε σε ένα από τα εργαστήρια του μοναστηριού για να διαπιστώσει ότι είχε γεννήσει τα γατάκια της στην μέση των εγγράφων πάνω στο γραφείο του!
Ο π. Σεραφείμ μ εκτιμούσε τα σκυλιά περισσότερο. Δεν είχε ποτέ αντικαταστήσει το αγαπημένο σκυλί της παιδικής ηλικίας του, τον Ντίττο. Μια ημέρα, εντούτοις, ένα όμορφο, πορτοκαλόμαυρο αρσενικό σκυλί -γερμανικός ποιμενικός-πέρασε τρέχοντας την πύλη της μονής. Γρήγορα απέκτησε φιλίες με τούς πατέρες. «Δεν θα ήταν καλό να είχαμε ένα σκυλί;», τόλμησε να προτείνει ό π. Σεραφείμ . Αλλά το σκυλί έφερε περιλαίμιο και προφανώς είχε ιδιοκτήτη έτσι οι πατέρες αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να βάλουν μια ειδοποίηση στο Γενικό Κατάστημα της Πλατίνα. Λίγο αργότερα, κάποιος ανέβηκε με φορτηγό στην μονή. Είχε έρθει να πάρει τον «Μάρφυ του». Το σκυλί εξέτασε τον κύριό του με έντρομα μάτια, τα όποια φάνηκε να δείχνουν ότι τον είχε κακομεταχειριστεί στο παρελθόν. Ό άνθρωπος ήταν θυμωμένος και προφανώς δεν ενδιαφερόταν για τον Μάρφυ. Ό π. Σεραφείμ λυπήθηκε πολύ πού είδε τον φίλο του να φεύγει.
Μερικές ημέρες αργότερα, ό Μάρφυ βρισκόταν ξανά στο ερημητήριο, έχοντας περπατήσει μέχρι εκεί. Πάλι ό ιδιοκτήτης ήρθε να τον πάρει. «Πήγαινε σε εκείνο το φορτηγό!», φώναξε ό άνθρωπος στο σκυλί, χτυπώντας το με το χέρι του. Εάν ξανακάνει αυτό», είπε στους πατέρες, «θα πρέπει να τον κρατήσετε»!
Αυτήν τη φορά πέρασαν μόνο δεκαπέντε λεπτά προτού Μάρφυ επιστρέψει. Ό π. Σεραφείμ χάρηκε από μέσα του. Μάρφυ ήταν το όνομα του σκυλιού στον «κόσμο», αλλά στο ερημητήριο θα καλείτο εφεξής «Σβίρ», αφού είχε φθάσει αρχικώς τη ημέρα του άγιου Αλεξάνδρου του Σβίρ. Οι πατέρες ήταν βέβαιοι ότι δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ένα τέτοιο ευγενές πλάσμα. Δεν υπήρχε καμιά «σκυλίσια ανοησία» σε αυτό το ζώο! Εξέταζε τούς ανθρώπους με λαμπερά μάτια και με μια καλή, ταπεινή έκφραση. Αγάπη, παιχνίδι, συντροφικότητα, προστασία - όλα γίνονταν στην ώρα τους. Κρατούσε τις αρκούδες και τα λιοντάρια των βουνών μακριά (αλλά χωρίς άχρηστα αδιάκοπα γαβγίσματα) και βοηθούσε τούς χαμένους αδελφούς να βρουν τον δρόμο τους για το ερημητήριο.
Ό π. Σεραφείμ σπάνια χάιδευε τον Σβίρ υπήρχε μεταξύ τους ένα είδος σιωπηλής φιλίας. Όπως είχε κάνει με τον Ντίττο, θα επικοινωνούσε με τον Σβίρ κοιτάζοντάς τον βαθιά μέσα στα μάτια του.
ΒΙΒΛ. Π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ. Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ . ΤΟΜΟΣ Β.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Μια διδακτική ιστορία.
Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα στην αίθουσα vip του αερολιμένα για να διαβάσει με ησυχία.
Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα. Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε: « Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε! » Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα. Αυτό την εξαγρίωνε, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή. Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο σκέφτηκε: « Α, τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα? »
Τότε ο άνδρας παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό.« Α, αυτό ήταν πάρα πολύ! Ήταν πολύ, πάρα πολύ θυμωμένη τώρα! » Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματα της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμα της μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!
Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος… Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της. Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του με αυτήν, χωρίς κανένα αίσθημα θυμού ή πίκρας.. ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ΄αυτόν.
Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει…ούτε να ζητήσει συγνώμη.
Μια νεαρή κυρία περίμενε την πτήση της στην αίθουσα αναμονής ενός μεγάλου αερολιμένα. Επειδή έπρεπε να περιμένει πολλές ώρες, αποφάσισε να αγοράσει ένα βιβλίο για να περάσει η ώρα. Αγόρασε επίσης κι ένα πακέτο μπισκότα. Κάθισε σε μια πολυθρόνα στην αίθουσα vip του αερολιμένα για να διαβάσει με ησυχία.
Δίπλα από την πολυθρόνα βάζει τα μπισκότα της, ενώ ένας άνδρας που κάθισε στο διπλανό κάθισμα άνοιξε το περιοδικό του και άρχισε να διαβάζει.
Όταν πήρε το πρώτο μπισκότο, ο άνδρας πήρε κι αυτός άλλο ένα. Αισθάνθηκε ενοχλημένη αλλά δεν είπε τίποτα. Σκέφτηκε: « Τι νεύρα έχω! Εάν ήμουν σε κατάλληλη διάθεση θα τον χτυπούσα που τόλμησε! » Για κάθε μπισκότο που έπαιρνε, ο άνδρας έπαιρνε κι αυτός άλλο ένα. Αυτό την εξαγρίωνε, αλλά δεν θέλησε να κάνει σκηνή. Όταν έμεινε μόνο ένα μπισκότο σκέφτηκε: « Α, τι θα κάνει αυτός ο καταχραστής τώρα? »
Τότε ο άνδρας παίρνει το τελευταίο μπισκότο, το κόβει στη μέση, δίνοντας της το ένα μισό.« Α, αυτό ήταν πάρα πολύ! Ήταν πολύ, πάρα πολύ θυμωμένη τώρα! » Σε μια στιγμή, πήρε το βιβλίο της, τα πράγματα της και όρμησε στην αίθουσα επιβίβασης. Όταν κάθισε στο κάθισμα της μέσα στο αεροπλάνο, έψαξε την τσάντα της για να πάρει τα γυαλιά της, και προς μεγάλη της έκπληξη, το πακέτο με τα μπισκότα της ήταν εκεί, άθικτο, κλειστό!
Αισθάνθηκε τόσο ντροπιασμένη! Συνειδητοποίησε ότι έκανε λάθος… Είχε ξεχάσει ότι τα μπισκότα της δεν τα είχε βγάλει από την τσάντα της. Ο άνδρας είχε μοιραστεί τα μπισκότα του με αυτήν, χωρίς κανένα αίσθημα θυμού ή πίκρας.. ενώ αυτή ήταν πολύ θυμωμένη, σκεπτόμενη ότι μοιραζόταν τα μπισκότα της μ΄αυτόν.
Και τώρα δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να εξηγήσει…ούτε να ζητήσει συγνώμη.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΟΤΑΝ ΕΚΛΕΙΣΕ Η ΠΟΡΤΑ.
Είδες τι μας βρήκε πάλι,Μαρία;Βρέχει,όλο βρέχει.Τι κατάρα είναι αυτή;
Πότε άρχισε αυτό το νερό να πέφτει;Κοντεύουμε να ξεχάσουμε.Είναι δύο
μέρες;Τρείς μέρες;
Και ξέρεις,Κίνια μου,παρατήρησα το λίγο που βγήκα έξω το πρωί,για να
πάω στην αγορά,η γη άρχισε να μην απορροφά το νερό,και σε διάφορα μέρη λιμνάζει.Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο.Μα,αν συνεχίσει
αυτή η κατάσταση,τότε θα κολυμπάμε όλοι σε αυτό μέσα.
Μάρα μου,αυτό δεν ξανάγινε,κάτι σοφοί δημογέροντες λένε πως επειδή
όλο αυτό το διάστημα είχαμε ξηρασία,το νερό μαζεύτηκε στον ουρανό και στη θάλασσα,και τώρα άρχισε να πέφτει.Μα πόσο είναι,να ξέραμε και
πότε θα σταματήσει;
Πρέπει μέχρι το βράδι να σταματήσει.Γιατί άμα δεν σταματήσει,θα σκου-
ρήνουν τα πράγματα.Θα ποτίσουν τα θεμέλια,και με τον πρώτο άνεμο θα
πέσουν.Βλέπεις δεν είναι πέτρινα.Που να βρούμε πέτρες εδώ στον τόπο μας;Με χρυσάφι να τις πληρώνεις δεν τις βρίσκεις.
Μα δεν είναι μόνο τα σπίτια που κινδυνεύουν.Τα ζαρζαβατικά;Το στάρι;
Θα καταστραφούν όλα.Και σε μερικούς μήνες δεν θα έχουμε ψωμί.Ωχ
Θεέ μου,βάλε το χέρι Σου.Έχεις τόσα πολλά χέρια.Ένα από αυτά βάλτο και σε αυτόν τον τόπο.
Τώρα που είπες Θεέ μου,θυμήθηκα εκείνον τον τρελό στο λόφο επάνω,
με το σπίτι που φτιάχνει μία ζωή ολόκληρη.Τι γίνεται;
Μα αυτός πρέπει να είναι χαρούμενος.Για τον τρελό Νώε θα λες.Μου
πούλησε σπίτια,χωράφια,για να φτιάξει αυτό το πλεούμενο του πάνω στο
βουνό.
Μα δεν είμαστε καλά.Εκεί ψηλά που το έφτιαξε το πλεούμενο του,θέλει πάρα πολύ νερό.Για να ανέβει το νερό εκεί ψηλά,θα πρέπει πρώτα να έ-
χουμε πνιγεί όλοι μας.Είπαμε τρελός,μα όχι και τόσο γρουσούζης.Να πνι-
γούμε όλοι μας για να κάνει αυτός το κέφι του και την φιγούρα του.
Μάρα μου,τι λες;αυτός πιστεύει σε άλλον Θεό πολύ παλιό,και λέει πως του μίλησε και του είπε:[Φτιάξε την κιβωτό να σωθείς,εσύ και τα παιδιά
σου].Χαρά στο κουράγιο του!Μία ζωή ολόκληρη,τόσα κόπια,για αυτήν
την κατάρα.
Μα να που τώρα,όλα αυτά που έλεγε,επαληθεύουν.Που να μην έσωνε να
ερχόντανε στα μέρη μας.Να ερχόντανε ο άντρας μου να μας έλεγε κανένα
νέο από αυτήν την άθλια κατάσταση.Άρχισα να φοβάμαι και να ανησυχώ.
Μα είναι να μην ανησυχείς;Βρέχει,βρέχει αδιάκοπα και έχει σκοτεινιάσει
ο ουρανός.Άλλο πράγμα.Μαυρίλα παντού.Λες και θέλει να μας θάψει ζω-
ντανούς ο Θεός αυτού του τρελό Νώε.
Δηλαδή το έδεσες στα καλά,πως συμβαίνει η καταστροφή που έλεγε αυ-
τός ο άνθρωπος;Τουλάχιστον να μας έβαζε και μας μέσα στο σπίτι του
πλοίο,κιβωτό,πως την λένε και να γλιτώναμε ώσπου να περάσει η μπόρα;
Μα ακούω θόρυβο.Ο άντρας μου θα έρχεται.
Γείας σας,κυράδες μου!
Τι νέα μας φέρνεις Νέμσυ;Πως είναι ο κόσμος;
Κακά,ψυχρά και ανάποδα.Πρώτο και σπουδαιότερο,έσπασε το φράγμα και τα νερά πλημμύρισαν παντού.Και τώρα πιά δεν θα έχουμε καθαρό νε-
ρό να πιούμε.Ύστερα,γέμισε ο τόπος αγρίμια.Τα δάση αδείασανε,λύκους
και τσακάλια γέμισε ο τόπος,που ήρθανε για να σωθούνε.Εκείνος ο Νώε
ο τρελός,έκλεισε την πόρτα στο πλεούμενό του.Μερικοί πήγαν και τον παρακάλεσαν να τους ανοίξει,μα δεν άνοιξε.Που ήσασταν τόσο καιρό;
τους είπε.Τώρα η πόρτα έκλεισε.
Δηλαδή,Νέμσυ,πιστεύεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει δίκιο και έτσι θα γί-
νει;Σαν να νομίζω ότι τον πιστεύεις.
Ναι,είναι αλήθεια δίκιο έχεις είμαι έντονα επηρεασμένος από αυτή την διαβολοβροχή.
Και αν είναι έτσι Νέμσυ,τι θα γίνει;Είμαστε τελείως χαμένοι.
Ναι πρέπει να κοιτάξουμε τι θα κάνουμε τώρα.Η ελπίδα μας να τρυπώ-
σουμε στην κιβωτό του Νώε εκμηδενίστηκε,μιάς και έκλεισε την πόρτα.
Μα πως να μην κλείσει την πόρτα,αφού το νερό έφτασε σε μεγάλο ύψος.
Αυτός ήταν προφήτης.Ναι ήτανε άνθρωπος του Θεού,σταλμένος για να
μας δείξει την αμαρτία μας.
Και μας την έδειξε και μας την φανέρωσε με τον καλύτερο τρόπο.Μα δεν
ωφεληθήκαμε!Και να που τώρα θα πνιγούμε όλοι μας,ενώ η σωτηρία του
Θεού,με την κιβωτό,δεν ήταν παρά δύο μονάχα βήματα.
Δεν αφήνετε αυτά τα θρησκευτικά και τα μοιρολατρικά,και να βρούμε τι
μπορούμε να κάνουμε;
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Μα αν βιαστούμε να πάμε στο βουνό;Ή να ανέβουμε πάνω σε ένα μεγάλο
δέντρο;
Μα το νερό όπως πάει σκεπάζει και τα δέντρα.
Μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει.
Σαν κάτι να ακούω,και φαίνεται πως τρίζει το σπίτι και βουλιάζουμε.
Βουλιάζουμε,Θεέ μας,βάλέ το χέρι Σου.
Και μία φωνή ακούγεται:
[Τώρα είναι αργά.Πολύ αργά για σας.Η πόρτα έκλεισε πιά].
Είδες τι μας βρήκε πάλι,Μαρία;Βρέχει,όλο βρέχει.Τι κατάρα είναι αυτή;
Πότε άρχισε αυτό το νερό να πέφτει;Κοντεύουμε να ξεχάσουμε.Είναι δύο
μέρες;Τρείς μέρες;
Και ξέρεις,Κίνια μου,παρατήρησα το λίγο που βγήκα έξω το πρωί,για να
πάω στην αγορά,η γη άρχισε να μην απορροφά το νερό,και σε διάφορα μέρη λιμνάζει.Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο.Μα,αν συνεχίσει
αυτή η κατάσταση,τότε θα κολυμπάμε όλοι σε αυτό μέσα.
Μάρα μου,αυτό δεν ξανάγινε,κάτι σοφοί δημογέροντες λένε πως επειδή
όλο αυτό το διάστημα είχαμε ξηρασία,το νερό μαζεύτηκε στον ουρανό και στη θάλασσα,και τώρα άρχισε να πέφτει.Μα πόσο είναι,να ξέραμε και
πότε θα σταματήσει;
Πρέπει μέχρι το βράδι να σταματήσει.Γιατί άμα δεν σταματήσει,θα σκου-
ρήνουν τα πράγματα.Θα ποτίσουν τα θεμέλια,και με τον πρώτο άνεμο θα
πέσουν.Βλέπεις δεν είναι πέτρινα.Που να βρούμε πέτρες εδώ στον τόπο μας;Με χρυσάφι να τις πληρώνεις δεν τις βρίσκεις.
Μα δεν είναι μόνο τα σπίτια που κινδυνεύουν.Τα ζαρζαβατικά;Το στάρι;
Θα καταστραφούν όλα.Και σε μερικούς μήνες δεν θα έχουμε ψωμί.Ωχ
Θεέ μου,βάλε το χέρι Σου.Έχεις τόσα πολλά χέρια.Ένα από αυτά βάλτο και σε αυτόν τον τόπο.
Τώρα που είπες Θεέ μου,θυμήθηκα εκείνον τον τρελό στο λόφο επάνω,
με το σπίτι που φτιάχνει μία ζωή ολόκληρη.Τι γίνεται;
Μα αυτός πρέπει να είναι χαρούμενος.Για τον τρελό Νώε θα λες.Μου
πούλησε σπίτια,χωράφια,για να φτιάξει αυτό το πλεούμενο του πάνω στο
βουνό.
Μα δεν είμαστε καλά.Εκεί ψηλά που το έφτιαξε το πλεούμενο του,θέλει πάρα πολύ νερό.Για να ανέβει το νερό εκεί ψηλά,θα πρέπει πρώτα να έ-
χουμε πνιγεί όλοι μας.Είπαμε τρελός,μα όχι και τόσο γρουσούζης.Να πνι-
γούμε όλοι μας για να κάνει αυτός το κέφι του και την φιγούρα του.
Μάρα μου,τι λες;αυτός πιστεύει σε άλλον Θεό πολύ παλιό,και λέει πως του μίλησε και του είπε:[Φτιάξε την κιβωτό να σωθείς,εσύ και τα παιδιά
σου].Χαρά στο κουράγιο του!Μία ζωή ολόκληρη,τόσα κόπια,για αυτήν
την κατάρα.
Μα να που τώρα,όλα αυτά που έλεγε,επαληθεύουν.Που να μην έσωνε να
ερχόντανε στα μέρη μας.Να ερχόντανε ο άντρας μου να μας έλεγε κανένα
νέο από αυτήν την άθλια κατάσταση.Άρχισα να φοβάμαι και να ανησυχώ.
Μα είναι να μην ανησυχείς;Βρέχει,βρέχει αδιάκοπα και έχει σκοτεινιάσει
ο ουρανός.Άλλο πράγμα.Μαυρίλα παντού.Λες και θέλει να μας θάψει ζω-
ντανούς ο Θεός αυτού του τρελό Νώε.
Δηλαδή το έδεσες στα καλά,πως συμβαίνει η καταστροφή που έλεγε αυ-
τός ο άνθρωπος;Τουλάχιστον να μας έβαζε και μας μέσα στο σπίτι του
πλοίο,κιβωτό,πως την λένε και να γλιτώναμε ώσπου να περάσει η μπόρα;
Μα ακούω θόρυβο.Ο άντρας μου θα έρχεται.
Γείας σας,κυράδες μου!
Τι νέα μας φέρνεις Νέμσυ;Πως είναι ο κόσμος;
Κακά,ψυχρά και ανάποδα.Πρώτο και σπουδαιότερο,έσπασε το φράγμα και τα νερά πλημμύρισαν παντού.Και τώρα πιά δεν θα έχουμε καθαρό νε-
ρό να πιούμε.Ύστερα,γέμισε ο τόπος αγρίμια.Τα δάση αδείασανε,λύκους
και τσακάλια γέμισε ο τόπος,που ήρθανε για να σωθούνε.Εκείνος ο Νώε
ο τρελός,έκλεισε την πόρτα στο πλεούμενό του.Μερικοί πήγαν και τον παρακάλεσαν να τους ανοίξει,μα δεν άνοιξε.Που ήσασταν τόσο καιρό;
τους είπε.Τώρα η πόρτα έκλεισε.
Δηλαδή,Νέμσυ,πιστεύεις πως αυτός ο άνθρωπος έχει δίκιο και έτσι θα γί-
νει;Σαν να νομίζω ότι τον πιστεύεις.
Ναι,είναι αλήθεια δίκιο έχεις είμαι έντονα επηρεασμένος από αυτή την διαβολοβροχή.
Και αν είναι έτσι Νέμσυ,τι θα γίνει;Είμαστε τελείως χαμένοι.
Ναι πρέπει να κοιτάξουμε τι θα κάνουμε τώρα.Η ελπίδα μας να τρυπώ-
σουμε στην κιβωτό του Νώε εκμηδενίστηκε,μιάς και έκλεισε την πόρτα.
Μα πως να μην κλείσει την πόρτα,αφού το νερό έφτασε σε μεγάλο ύψος.
Αυτός ήταν προφήτης.Ναι ήτανε άνθρωπος του Θεού,σταλμένος για να
μας δείξει την αμαρτία μας.
Και μας την έδειξε και μας την φανέρωσε με τον καλύτερο τρόπο.Μα δεν
ωφεληθήκαμε!Και να που τώρα θα πνιγούμε όλοι μας,ενώ η σωτηρία του
Θεού,με την κιβωτό,δεν ήταν παρά δύο μονάχα βήματα.
Δεν αφήνετε αυτά τα θρησκευτικά και τα μοιρολατρικά,και να βρούμε τι
μπορούμε να κάνουμε;
Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.
Μα αν βιαστούμε να πάμε στο βουνό;Ή να ανέβουμε πάνω σε ένα μεγάλο
δέντρο;
Μα το νερό όπως πάει σκεπάζει και τα δέντρα.
Μόνο ο Θεός μπορεί να μας σώσει.
Σαν κάτι να ακούω,και φαίνεται πως τρίζει το σπίτι και βουλιάζουμε.
Βουλιάζουμε,Θεέ μας,βάλέ το χέρι Σου.
Και μία φωνή ακούγεται:
[Τώρα είναι αργά.Πολύ αργά για σας.Η πόρτα έκλεισε πιά].
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Μια καταπληκτική ιστορία που συνέβη πριν πολλά χρόνια στην π
Edit: Μεταφορά στο θέμα λόγω επαναλήψεως αναδημοσίευσης. viewtopic.php?f=14&t=11641&start=10#p137890
Μια καταπληκτική ιστορία που συνέβη πριν πολλά χρόνια στην πάλαι σοβιετική ένωση...
Ερώτηση: Πάτερ, τα μνημόσυνα ωφελούν μόνο τους νεκρούς, ή ωφελούν και τους ζωντανούς;
Άκουσε κόρη μου, την εποχή του κομμουνισμού στη Ρωσία η εκκλησία του Θεού ήταν υπό διωγμό, κανένας δε μπορούσε από φόβο να πάει στην εκκλησία να βαπτισθεί ή να παντρευτεί χριστιανικά.
Σε ένα ανθρακωρυχείο της Ρωσίας δούλευαν εβδομήντα εργάτες και έβγαζαν κάρβουνο. Ένας από τους εργάτες ήταν κρυπτοχριστιανός και μαζί με τη γυναίκα του, που ήταν ευσεβής Χριστιανή, πήγαιναν σε μια εκκλησία, που ήταν σε ένα κρυφόν υπόγειον και εκεί εκκλησιάζονταν.
Μια μέρα έγινε έκρηξις και τινάχθηκεν το στόμιον του ανθρακωρυχείου και έκλεισε μέσα τους εβδομήντα εργάτες.
Οι εμπειρογνώμονες είπαν ότι όλοι σκοτώθηκαν και δεν υπάρχει πιθανότης να επέζησε κανείς, διότι κόπηκαν οι σωλήνες που τους τροφοδοτούσαν με αέρα.
Μόλις το έμαθε η γυναίκα του χριστιανού ανθρακωρύχου, άρχισε, από την ημέρα που πέθανε ο άνδρας της, να πηγαίνει στον ιερέα που λειτουργούσε στην κρυφή εκκλησία τρία πρόσφορα, ένα μπουκάλι κρασί, θυμίαμα και καρβουνάκια και τρία κεριά για να κάνει μνημόσυνο ο ιερέας για τον άνδρα της.
Την δέκατη Πέμπτη ημέρα την ανταμώνει κάποιος άνδρας στο δρόμο και της λέει: «Μην πας τα πρόσφορα στον ιερέα, διότι δεν είναι σήμερα στην εκκλησία».
Και η γυναίκα γύρισε πίσω εκείνη την ημέρα. Συνέχισε όμως να πηγαίνει τα απαραίτητα πρόσφορα όλες τις άλλες μέρες μέχρι την τεσσαρακοστή ημέρα.
Σε πολλά μέρη της Ρωσίας έχουν συνήθεια κάθε μέρα να τελούν μνημόσυνο μέχρι τις σαράντα μέρες.
Άρχισαν να διαμαρτύρονται όλες οι γυναίκες στις αρμόδιες υπηρεσίες και ζητούσαν να βγάλουν τους άνδρες τους από το ανθρακωρυχείον για να τους δούνε και να τους θάψουν σε νεκροταφείον.
Άρχισαν οι εκσκαφές και είχαν βγάλει εξήντα εννιά νεκρούς. Έμενε ακόμη ο άνδρας που πίστευε στο Χριστό.
Όταν έφτασαν στο μέρος που ήταν αυτός ακούνε τα σωστικά συνεργεία « Αδέλφια προσέξτε, διότι πάνω από μένα είναι μια ετοιμόρροπη πέτρα». Απόρησαν και είπαν: «Πως είναι δυνατόν να ζει κανείς σε τέτοιο βάθος χωρίς αέρα και νερό σαράντα μέρες;»
Όταν η γυναίκα πήγαινε τα πρόσφορα στην εκκλησία, έβλεπε ο ιερέας ότι κάθε μέρα έλειπε ένα πρόσφορο, μισό κρασί, λάδι θυμίαμα, καρβουνάκια και τα κεριά. Και είπε ο ιερέας, απόψε θα φυλάξω να δω ποιος κλέβει τα πρόσφορα της γυναίκας αυτής.
Κάποια στιγμή βλέπει μέσα στο ιερό να ανάβει μια φλόγα τρία μέτρα ύψος και μέσα στη φλόγα να σχηματίζεται ένας πανέμορφος λευκοφορεμένος άγγελος και να παίρνει το πρόσφορο, το κρασί, το λάδι, τα καρβουνάκια, το θυμίαμα και τα κεριά και πάει να φύγει! Και τότε εμφανίζεται ο ιερέας και λέει:
«Πρώτη φορά βλέπω και αγγέλους να κλέβουν».
Ο άγγελος απάντησε: «Δεν τα κλέβω, αλλά θα μάθεις αργότερα που τα πηγαίνω».
Μόλις πήραν την πέτρα οι εργάτες, τα έχασαν, διότι είδαν τριάντα εννιά πρόσφορα μισοφαγωμένα, λάδια, κεριά, μισοκαμένο θυμίαμα και μπουκάλια με κρασί.
Και του είπαν:
«Τι είναι όλα αυτά, ποιος τα έφερε εδώ;»
Και λέει ο χριστιανός: «Όταν έγινε η έκρηξις την πρώτη μέρα κόντεψα να πεθάνω.
Τη δεύτερη μέρα όμως ερχόταν ένας λευκοφορεμένος άνθρωπος, που κρατούσε στο ένα χέρι σταυρό και στο άλλο μια τσάντα με πρόσφορο, κρασί, κερί, θυμίαμα και λάδι και μου πρότεινε να φάω ψωμί και κρασί και όταν το ευλογούσε ήταν τόσο νόστιμο, που δεν είχα φάει πιο νόστιμο ψωμί.
Μετά άναβε το κερί και είχα φως και όταν άναβε το καρβουνάκι και το θυμίαμα πλημμύριζε όλο το μέρος με καθαρό αέρα και ανέπνεα.
Αυτό γινόταν κάθε μέρα και νύχτα μέχρι που με βρήκατε εσείς, κρατούσα το ωρολόγι μου και κατάλαβα ότι πέρασαν σαράντα μέρες.
Μια μέρα όμως κόντεψα να πεθάνω, διότι δεν είχε έρθει ο αόρατος αυτός άνθρωπος και όταν ήρθε την άλλη μέρα τον ρώτησα , γιατί δε μου έφερες χθες πρόσφορο; Κόντεψα να πεθάνω.
Και αυτός μου απάντησε:
Στο δρόμο παρουσιάστηκε ο διάβολος με μορφή ανθρώπου, σταμάτησε τη γυναίκα σου και της είπεν, ότι ο παπάς δεν είναι στην εκκλησία και εκείνη τον πίστεψε και γύρισεν πίσω και εγώ δεν είχα τι να σου φέρω, διότι δεν πήγε τα απαραίτητα για το μνημόσυνό σου.
Και συνέχισε να μου λέει: Είμαι άγγελος Κυρίου Θεού Παντοκράτορος και απεστάλην να σε κρατήσω στη ζωή, γιατί έχεις ευσεβή σύζυγο και για να μάθουν οι κομμουνιστές, που έδιωξαν τον Θεό απ’ την πατρίδα σου ότι ο Θεός είναι η Ζωή και η Ανάστασις και ο πιστεύων εις Αυτόν ου μη αποθάνει εις τον αιώνα τον άπαντα».
Αυτό το γεγονός το έγραψαν οι ευρωπαϊκές εφημερίδες και το διάβασα όταν ήμουν στην Ευρώπη.
Οι ρωσικές αθεϊστικές εφημερίδες το αποσιώπησαν σαν να μη έγινε τίποτα.
Αλλά από στόμα σε στόμα διαδόθηκε σε πολλούς και άρχισαν να πηγαίνουν ξανά οι θαρραλέοι στις εκκλησίες, διότι κατάλαβαν ότι καλύτερα να είσαι με τον Θεό παρά με ατελείς και επιζήμιες θεωρίες.
Εδώ, αγαπητοί μου Χριστιανοί βλέπουμε ότι τα μνημόσυνα δεν ωφελούν μόνο τις ψυχές, που βρίσκονται στον ουρανό, αλλά ωφελούν και τους ζώντας.
Διότι, όποιος κάνει μνημόσυνα στους αποδημήσαντες συγγενείς των, πιστοποιεί ότι πιστεύει στον Θεόν και στην ύπαρξιν της ψυχής και θα έρθει η μέρα που θα βρει μεγάλο έλεος από τον Θεό.
Για αυτό πάντα να κάνετε μνημόσυνα, δεν χρειάζεται να είναι πολυτελή, φτάνει ένα πιάτο σιτάρι. Και στο πολυτελές και στο απλό οι ευχές θα διαβασθούν.
Αν διαβάσετε τα πατερικά συγγράμματα, θα δείτε ότι σε πολλούς πατέρες έδειξεν ο Θεός δι’ οράματος ότι τα μνημόσυνα ωφελούν τις ψυχές που βρίσκονται στον ουρανό.
Εάν μια ψυχή βρίσκεται στην κόλαση, σταματούν τα βασανιστήρια όση ώρα διαρκεί το μνημόσυνο και καλυτερεύει η κατάστασή της. Εάν μια ψυχή βρίσκεται στον παράδεισον, τότε ο Θεός μετατρέπει τις ευχές του ιερέως και των Χριστιανών σε δώρα.
Και στεφανώνει την ψυχή με χαρά και ευφροσύνη και αυτός που κάνει το μνημόσυνο, το όνομά του γράφεται στο βιβλίον της ζωής για να ανταμειφθεί την ημέρα της κρίσεως και της ανταποδόσεως.
http://katixitikoinois.blogspot.com/201 ... _5844.html
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η ιστορία του γαϊδαράκου
Ήταν μία από αυτές τις μέρες που τρέμει κάθε γονιός. Όχι βέβαια ότι ήταν άρρωστο κάποιο από τα κορίτσια, ευτυχώς. Η κατάσταση όμως για τους γονείς της Ελίζας και της Ρόδης ήταν από λίγο έως πολύ, απελπιστική. Για κάποιο λόγο ήταν κλειστά τα σχολεία, το οποίο συμβαίνει συχνά, όπως θα ξέρετε όσοι έχετε σχέσεις με αυτά. Αυτό δεν προβλημάτιζε συνήθως τους γονείς των κοριτσιών, γιατί ήταν η θεία Ευτυχία εκεί. Όμως αυτή τη φορά δεν μπορούσε η θεία Ευτυχία να τα κρατήσει όλη μέρα, δε θυμάμαι γιατί.
Έτσι, η λύση ήταν αναπόφευκτα η εξής: η Ελίζα και η Ρόδη θα πήγαιναν μαζί μα το μπαμπά ή τη μαμά, στη δουλειά, και θα προσπαθούσαν να βαρεθούν όσο το δυνατόν λιγότερο. Τώρα δεν ξέρω πόση εμπειρία έχετε στο θέμα αυτό, μέχρι τώρα, αλλά πρέπει να σας πω ότι όλη αυτή την περιπέτεια «πηγαίνουμε στη δουλειά της μαμάς, όλοι μας χαϊδεύουν στο κεφάλι και λένε πόσο μεγάλωσαν τα κορίτσια σου, πηγαίνουμε κάθε τρία λεπτά στην τουαλέτα, γιατί δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε, πού και πού αναγκάζουμε τη μαμά να μας πει να κάτσουμε ήσυχα, αλλά όχι και πολύ συχνά και φεύγοντας χαρίζουμε ζωγραφιές μόνο όμως σε όσους συναδέλφους της μας έδωσαν έστω και λίγη σημασία» πολύ συναρπαστική. Ήταν κάτι το διαφορετικό από την καθημερινότητά τους και τους κινούσε την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Δεν ήταν βέβαια και η πρώτη επιλογή τους, αλλά τελικά το ευχαριστιόντουσαν πάρα πολύ. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη μαμά τους,
Τελοσπάντων, εκείνη τη μέρα αποφασίστηκε να πάει η Ρόδη μαζί με τη μαμά. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πω κάποιες λεπτομέρειες για τη δουλειά της μαμάς της Ελίζας και της Ρόδης. Καταρχάς, η μαμά τους ήταν γιατρός, άρα δούλευε σε ένα νοσοκομείο. Είχε το γραφείο της σε ένα δωμάτιο όπου βρίσκονταν ακόμα άλλα δύο γραφεία, στα οποία δούλευαν άλλες δύο κυρίες. Η μία από αυτές ήταν η διευθύντρια και ήδη δουλεύανε αρκετό καιρό μαζί, ώστε είχανε γίνει και οι τρεις τους φίλες. Όπως φαντάζεστε, η μαμά, εκτός από την παρέα που έκανε μαζί τους, τους είχε μιλήσει για τα πράγματα του Θεού.
Έτσι, την ημέρα που ήταν να πάρει μαζί της τη Ρόδη στη δουλειά, η μαμά σκέφτηκε έξυπνα. Της είπε να διαλέξει λίγα παιχνιδάκια για να πάρει μαζί της, και η ίδια πήγε να βρει κάποια από τα αγαπημένα της βιβλιαράκια, μια που της Ρόδης της άρεσε πάρα πολύ να βάζει τους άλλους να της τα διαβάζουν (η ίδια δεν ήξερε να διαβάζει ακόμη). Τώρα, κατά πόσο αυτό άρεσε σε οποιονδήποτε είχαν καλέσει οι γονείς στο σπίτι, είναι άλλη ιστορία. Τελοσπάντων, η μαμά σκέφτηκε να πάρει ένα βιβλιαράκι που να λέει για το Χριστό μέσα, ώστε όποιος το διάβαζε στη Ρόδη να άκουγε και τίποτα χρήσιμο για τον εαυτό του….. Το βιβλίο που διάλεξε, τελικά, ήταν «ο φίλος μου ο γαϊδαράκος». Έλεγε για έναν γαϊδαράκο ο οποίος ζούσε στο στάβλο όπου γεννήθηκε ο Χριστός, εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα και τον είδε με τα ίδια του τα μάτια. Και όχι μόνο τότε, αλλά και πολλές άλλες φορές στη ζωή του ο γαϊδαράκος συνάντησε από κοντά τον Ιησού Χριστό, όπως, για παράδειγμα, τότε που χρειάστηκε ο Χριστός ένα γαϊδαράκι για να πάει κάπου, τελικά βρέθηκε ο ίδιος ο γαϊδαράκος της ιστορίας να κουβαλάει το Χριστό στην πλάτη του. Κοντά στο τέλος της ιστορίας ο γαϊδαράκος στέκεται γεμάτος απορία μπροστά στο σταυρό όπου πεθαίνει ο Χριστός. Μα γιατί τον σκοτώνουν; Σκέφτεται. Αυτός ήταν τόσο καλός με όλους, τι κακό έκανε;
Όμως, μετά από λίγες μέρες ο γαϊδαράκος βλέπει μια γυναίκα να περνά μπροστά του τρέχοντας. Είναι η γυναίκα εκείνη που είδε πρώτη τον άδειο τάφο του Χριστού και τρέχει να πει σε όλους ότι αναστήθηκε! Ο γαϊδαράκος τρελαίνεται από τη χαρά του. Και είναι κι εκείνος εκεί όταν ο Χριστός ανεβαίνει στον ουρανό.
Τελικά, η Ρόδη πέρασε πάρα πολύ ωραία εκείνη τη μέρα στη δουλειά της μαμάς. Η συνάδελφος της μαμάς της διάβασε δυο-τρεις φορές ολόκληρο το βιβλίο του γαϊδαράκου και η διευθύντρια τις έβγαλε φωτογραφία καθώς διαβάζανε. Και τώρα την έχουν βάλει σε μια ωραία ξύλινή κορνίζα πάνω στο περβάζι και την βλέπουν κάθε μέρα. Και τους θυμίζει ότι αν Τον αφήσουμε, ο Θεός χρησιμοποιεί κάθε μικρή ευκαιρία, κάθε μικρό πράγμα, όπως ένα παιδικό βιβλίο με απλές λεξούλες, για να δείξει στους ανθρώπους ότι υπάρχει και ότι τους αγαπάει.
Ήταν μία από αυτές τις μέρες που τρέμει κάθε γονιός. Όχι βέβαια ότι ήταν άρρωστο κάποιο από τα κορίτσια, ευτυχώς. Η κατάσταση όμως για τους γονείς της Ελίζας και της Ρόδης ήταν από λίγο έως πολύ, απελπιστική. Για κάποιο λόγο ήταν κλειστά τα σχολεία, το οποίο συμβαίνει συχνά, όπως θα ξέρετε όσοι έχετε σχέσεις με αυτά. Αυτό δεν προβλημάτιζε συνήθως τους γονείς των κοριτσιών, γιατί ήταν η θεία Ευτυχία εκεί. Όμως αυτή τη φορά δεν μπορούσε η θεία Ευτυχία να τα κρατήσει όλη μέρα, δε θυμάμαι γιατί.
Έτσι, η λύση ήταν αναπόφευκτα η εξής: η Ελίζα και η Ρόδη θα πήγαιναν μαζί μα το μπαμπά ή τη μαμά, στη δουλειά, και θα προσπαθούσαν να βαρεθούν όσο το δυνατόν λιγότερο. Τώρα δεν ξέρω πόση εμπειρία έχετε στο θέμα αυτό, μέχρι τώρα, αλλά πρέπει να σας πω ότι όλη αυτή την περιπέτεια «πηγαίνουμε στη δουλειά της μαμάς, όλοι μας χαϊδεύουν στο κεφάλι και λένε πόσο μεγάλωσαν τα κορίτσια σου, πηγαίνουμε κάθε τρία λεπτά στην τουαλέτα, γιατί δεν έχουμε τίποτα καλύτερο να κάνουμε, πού και πού αναγκάζουμε τη μαμά να μας πει να κάτσουμε ήσυχα, αλλά όχι και πολύ συχνά και φεύγοντας χαρίζουμε ζωγραφιές μόνο όμως σε όσους συναδέλφους της μας έδωσαν έστω και λίγη σημασία» πολύ συναρπαστική. Ήταν κάτι το διαφορετικό από την καθημερινότητά τους και τους κινούσε την περιέργεια και το ενδιαφέρον. Δεν ήταν βέβαια και η πρώτη επιλογή τους, αλλά τελικά το ευχαριστιόντουσαν πάρα πολύ. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη μαμά τους,
Τελοσπάντων, εκείνη τη μέρα αποφασίστηκε να πάει η Ρόδη μαζί με τη μαμά. Σε αυτό το σημείο πρέπει να σας πω κάποιες λεπτομέρειες για τη δουλειά της μαμάς της Ελίζας και της Ρόδης. Καταρχάς, η μαμά τους ήταν γιατρός, άρα δούλευε σε ένα νοσοκομείο. Είχε το γραφείο της σε ένα δωμάτιο όπου βρίσκονταν ακόμα άλλα δύο γραφεία, στα οποία δούλευαν άλλες δύο κυρίες. Η μία από αυτές ήταν η διευθύντρια και ήδη δουλεύανε αρκετό καιρό μαζί, ώστε είχανε γίνει και οι τρεις τους φίλες. Όπως φαντάζεστε, η μαμά, εκτός από την παρέα που έκανε μαζί τους, τους είχε μιλήσει για τα πράγματα του Θεού.
Έτσι, την ημέρα που ήταν να πάρει μαζί της τη Ρόδη στη δουλειά, η μαμά σκέφτηκε έξυπνα. Της είπε να διαλέξει λίγα παιχνιδάκια για να πάρει μαζί της, και η ίδια πήγε να βρει κάποια από τα αγαπημένα της βιβλιαράκια, μια που της Ρόδης της άρεσε πάρα πολύ να βάζει τους άλλους να της τα διαβάζουν (η ίδια δεν ήξερε να διαβάζει ακόμη). Τώρα, κατά πόσο αυτό άρεσε σε οποιονδήποτε είχαν καλέσει οι γονείς στο σπίτι, είναι άλλη ιστορία. Τελοσπάντων, η μαμά σκέφτηκε να πάρει ένα βιβλιαράκι που να λέει για το Χριστό μέσα, ώστε όποιος το διάβαζε στη Ρόδη να άκουγε και τίποτα χρήσιμο για τον εαυτό του….. Το βιβλίο που διάλεξε, τελικά, ήταν «ο φίλος μου ο γαϊδαράκος». Έλεγε για έναν γαϊδαράκο ο οποίος ζούσε στο στάβλο όπου γεννήθηκε ο Χριστός, εκείνα τα πρώτα Χριστούγεννα και τον είδε με τα ίδια του τα μάτια. Και όχι μόνο τότε, αλλά και πολλές άλλες φορές στη ζωή του ο γαϊδαράκος συνάντησε από κοντά τον Ιησού Χριστό, όπως, για παράδειγμα, τότε που χρειάστηκε ο Χριστός ένα γαϊδαράκι για να πάει κάπου, τελικά βρέθηκε ο ίδιος ο γαϊδαράκος της ιστορίας να κουβαλάει το Χριστό στην πλάτη του. Κοντά στο τέλος της ιστορίας ο γαϊδαράκος στέκεται γεμάτος απορία μπροστά στο σταυρό όπου πεθαίνει ο Χριστός. Μα γιατί τον σκοτώνουν; Σκέφτεται. Αυτός ήταν τόσο καλός με όλους, τι κακό έκανε;
Όμως, μετά από λίγες μέρες ο γαϊδαράκος βλέπει μια γυναίκα να περνά μπροστά του τρέχοντας. Είναι η γυναίκα εκείνη που είδε πρώτη τον άδειο τάφο του Χριστού και τρέχει να πει σε όλους ότι αναστήθηκε! Ο γαϊδαράκος τρελαίνεται από τη χαρά του. Και είναι κι εκείνος εκεί όταν ο Χριστός ανεβαίνει στον ουρανό.
Τελικά, η Ρόδη πέρασε πάρα πολύ ωραία εκείνη τη μέρα στη δουλειά της μαμάς. Η συνάδελφος της μαμάς της διάβασε δυο-τρεις φορές ολόκληρο το βιβλίο του γαϊδαράκου και η διευθύντρια τις έβγαλε φωτογραφία καθώς διαβάζανε. Και τώρα την έχουν βάλει σε μια ωραία ξύλινή κορνίζα πάνω στο περβάζι και την βλέπουν κάθε μέρα. Και τους θυμίζει ότι αν Τον αφήσουμε, ο Θεός χρησιμοποιεί κάθε μικρή ευκαιρία, κάθε μικρό πράγμα, όπως ένα παιδικό βιβλίο με απλές λεξούλες, για να δείξει στους ανθρώπους ότι υπάρχει και ότι τους αγαπάει.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ.
Ήταν μία φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα.Το καθένα από αυτά είχε για
τον ευατό του έναν οραματισμό,μία προοπτική.Το πρώτο επιθυμούσε
να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο
όμορφα σκαλισμένο,που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυ-
ρός.Αυτό ήταν το όραμά του και η προοπτική του.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε να αξιωνόνταν να γίνει στα χέρια ενός καλού
ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι γερό σκαρί όμορφο,μαγαλόπρεπο που θα
μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα,και θα έκανε ταξίδια υψηλών
προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο έτσι ώστε οι άνθρωποι,που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου,να σκέπτωνται τον Ουρανό και τον
Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο,και ενώ σχεδίαζε και πο-
θούσε να γίνει ένα όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς,ο ξυλου-
ργός το έκανε δοχείο για την τροφή των ζώων,παχνίγια τα άχυρα των ζώ-
ων.Το δεύτερο δέντρο που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι για να μεταφέρει
βασιλιάδες,έγινε ένα μικρό ψαροκάικο,που το είχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.Το τρίτο δέντρο που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους
το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.Περνούσαν
τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων
ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μία γυναίκα ήρθαν στον σταύλο που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα ά-
χυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.Ήταν ο Ιωσήφ και η Πανα-
γία Θεοτόκος.Απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια,αλλά τον ίδιο τον Θεό,που είχε γίνει άνθρωπος για μας.Έ-
τσι αξιώθηκε αυτό το παχνί,η φάτνη να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των
θησαυρών,τον ίδιο τον Θεό.
Στο μικρό ψαροκάικο που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες και ένας από αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε
να κοιμηθεί.Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα όταν ξέσπασε μία μεγάλη τρικυ-
μία.Το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει.Οι άλλοι τό-
τε ξύπνησαν εκείνον που κοιμόνταν.Εκείνος τότε σηκώθηκε και διέταξε
την φουρτουνισμένη θάλασσα:[Σιώπα πεφίμωσο],και η θάλασσα ειρήνεψε
αμέσως.Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ
Έτσι και το δεύτερο δέντρο που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο,
που να μεταφέρει υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες,αξιώθηκε να μεταφέρει
τον Βασιλέα των βασιλέων,τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού,μία μέρα το
πήραν και έκαναν ένα σταυρό.Και σε αυτόν τον σταυρό εσταύρωσαν το
Χριστό.Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό από ότι είχε επιθυμήσει.Έφ-
θασε στον Ουρανό και στον Θεό!Έγινε όπως λέμε σε ένα τροπάριο,ου-
ρανού ισοστάσιο.
Ήταν μία φορά σε ένα δάσος τρία δέντρα.Το καθένα από αυτά είχε για
τον ευατό του έναν οραματισμό,μία προοπτική.Το πρώτο επιθυμούσε
να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο ξυλόγλυπτο
όμορφα σκαλισμένο,που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυ-
ρός.Αυτό ήταν το όραμά του και η προοπτική του.
Το δεύτερο δέντρο ήθελε να αξιωνόνταν να γίνει στα χέρια ενός καλού
ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι γερό σκαρί όμορφο,μαγαλόπρεπο που θα
μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα,και θα έκανε ταξίδια υψηλών
προσώπων.
Το τρίτο δέντρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δέντρο έτσι ώστε οι άνθρωποι,που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου,να σκέπτωνται τον Ουρανό και τον
Θεό.
Όμως πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.
Πήγαν υλοτόμοι και έκοψαν το πρώτο δέντρο,και ενώ σχεδίαζε και πο-
θούσε να γίνει ένα όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς,ο ξυλου-
ργός το έκανε δοχείο για την τροφή των ζώων,παχνίγια τα άχυρα των ζώ-
ων.Το δεύτερο δέντρο που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι για να μεταφέρει
βασιλιάδες,έγινε ένα μικρό ψαροκάικο,που το είχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.Το τρίτο δέντρο που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους
το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.Περνούσαν
τα χρόνια και τα δέντρα απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων
ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μία γυναίκα ήρθαν στον σταύλο που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα ά-
χυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δέντρο.Ήταν ο Ιωσήφ και η Πανα-
γία Θεοτόκος.Απόθεσαν σε εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια,αλλά τον ίδιο τον Θεό,που είχε γίνει άνθρωπος για μας.Έ-
τσι αξιώθηκε αυτό το παχνί,η φάτνη να δεχτεί μέσα της το θησαυρό των
θησαυρών,τον ίδιο τον Θεό.
Στο μικρό ψαροκάικο που είχε γίνει από το δεύτερο δέντρο μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες και ένας από αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε
να κοιμηθεί.Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα όταν ξέσπασε μία μεγάλη τρικυ-
μία.Το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει.Οι άλλοι τό-
τε ξύπνησαν εκείνον που κοιμόνταν.Εκείνος τότε σηκώθηκε και διέταξε
την φουρτουνισμένη θάλασσα:[Σιώπα πεφίμωσο],και η θάλασσα ειρήνεψε
αμέσως.Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ
Έτσι και το δεύτερο δέντρο που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο,
που να μεταφέρει υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες,αξιώθηκε να μεταφέρει
τον Βασιλέα των βασιλέων,τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του.
Και το τρίτο δέντρο που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού,μία μέρα το
πήραν και έκαναν ένα σταυρό.Και σε αυτόν τον σταυρό εσταύρωσαν το
Χριστό.Έτσι το δέντρο αυτό έγινε πιο ψηλό από ότι είχε επιθυμήσει.Έφ-
θασε στον Ουρανό και στον Θεό!Έγινε όπως λέμε σε ένα τροπάριο,ου-
ρανού ισοστάσιο.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η ΚΟΜΙΣΣΑ.
Η δουλειά του ντελίβερι είναι νομίζω αρκετά παρεξηγημένη. Οι περισσότεροι δεν την γνωρίζουν από κοντά και ίσως γι’ αυτό την απαξιώνουν τόσο εύκολα. Είναι όλα αυτά τα νέα παιδιά, που κάνουν διανομές φαγητών στα σπίτια. Μοιράζουν κυρίως πίτσες και άλλα έτοιμα μαγειρεμένα γεύματα, σαλάτες, κυρίως τα απογεύματα και τις βραδινές ώρες. Η αλήθεια είναι ότι κάποτε με τα μηχανάκια τους γίνονται ενοχλητικοί με τον υπερβολικό θόρυβο, την ταχύτητα, τις σφήνες. Ο Μηνάς όμως δεν ήταν απ’ αυτούς. Πρακτικά ζούσε την οικογένειά του από αυτήν τη δουλειά και πρόσεχε πολύ. Ήταν ευγενικός, σοβαρός, μα κυρίως ήταν άνθρωπος του Θεού. Δεν θα έπαιζε ποτέ με το ψωμί της οικογένειάς του, ούτε με τα νεύρα των άλλων. Ήταν ένα όμορφο ψηλόλιγνο παλικάρι ο Μηνάς, γύρω στα 30, μελαχρινός, με σγουρά μαλλιά και ευγενικό πρόσωπο.
Η δουλειά του Μηνά δεν ήταν κακή, αν σκεφτεί κανείς ότι μαζί με τα φιλοδωρήματα και τα έξτρα έβγαινε ένας καλός μισθός, που κάλυπτε τις ανάγκες της μικρής τους οικογένειας. Ζούσαν, με τη γυναίκα του και το κοριτσάκι τους, σε ένα διαμέρισμα με ενοίκιο, σε μια καλή σχετικά περιοχή της Αθήνας. Το άλλο τους παιδάκι ήταν ακόμα στην κοιλιά της μαμάς του. Στενοχωριόταν βέβαια όταν άκουγε όλα εκείνα τα υποκοριστικά για τη δουλειά του, πιτσοκουτάς, ντελιβεράς κλπ, αλλά, εδώ που τα λέμε, και ποια δουλειά δεν έχει τα υποκοριστικά της… σκεφτόταν και χαμογελούσε. Άλλωστε για το Μηνά δεν υπήρχε άλλη λύση για την ώρα, αφού για εργασία η μόνη ανοιχτή πόρτα ήταν αυτή.
Δεν ήταν άσχημα, καθόλου άσχημα. Αν ρωτήσεις τους ίδιους, μπορούν να σου πουν χίλια καλά που έχει αυτή η δουλειά. Εκτός από τα τυχερά της, βλέπεις ανθρώπους, επικοινωνείς, γνωρίζεις νέα πρόσωπα, κάνεις φίλους μερικές φορές που σε προτιμούν και σε ζητάνε εσένα προσωπικά να τους εξυπηρετήσεις και πολλά τέτοια. Κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται και η ιστορία με την κυρία Ορσαλία. Ήταν μία κυρία ευκατάστατη, γύρω στα πενήντα, που ζούσε σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα μιας ακριβής πολυκατοικίας λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Όλοι οι συνάδελφοι του Μηνά την εξυπηρετούσαν πολύ πρόθυμα, γιατί τα τυχερά στης κυρίας Ορσαλίας δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα. Στην αρχή μάλιστα, που ο Μηνάς ήταν καινούριος στη δουλειά, δεν του έδιναν καθόλου δρομολόγια στης κυρίας Ορσαλίας οι παλιοί, για τους ευνόητους λόγους. Το αφεντικό όμως, που τα πρόσεχε πολύ αυτά, προσπαθούσε να μοιράζει σωστά τα δρομολόγια στα παιδιά, αφού ήξερε ότι τα φιλοδωρήματα ήταν μέρος του μισθού τους και ήξερε επίσης πολύ καλά για τη στενότητα στα οικονομικά του Μηνά και για το μωράκι που ερχόταν.
Όταν πρωτοείδε το διαμέρισμα της κυρίας Ορσαλίας ο Μηνάς, έπαθε που λέμε. Και να σκεφτείτε ότι όσα είδε ήταν από τη μισάνοιχτη εξώπορτα την ώρα που παρέδιδε τις πίτσες και πληρωνόταν. Τι προλαβαίνεις να δεις; Και όμως. Είδε τα μάρμαρα στο πάτωμα, είδε το γκραντ φάδερ εκκρεμές στον τοίχο του σαλονιού, είδε τον πολυέλαιο με τα κρυσταλλάκια να λαμπυρίζουν στο διάδρομο και τα κατάλαβε όλα. Η κυρία Ορσαλία, καλοντυμένη και περιποιημένη, τον καλοδέχτηκε, του χαμογέλασε, τον ευχαρίστησε. Τίποτα το ιδιαίτερο δεν παρατήρησε στη συμπεριφορά της.
Πρέπει να πούμε ότι η κυρία Ορσαλία ήταν από τους καλύτερους πελάτες της πιτσαρίας και το αφεντικό την πρόσεχε ιδιαίτερα. Είχε δώσει και ειδικές οδηγίες στα παιδιά της διανομής για τη συμπεριφορά τους σε τέτοιους ξεχωριστούς πελάτες. Ο Μηνάς ποτέ του δεν είχε ασχοληθεί με το πόσο συχνά εξυπηρετούσε τον ένα ή τον άλλο πελάτη. Το οικονομικό τους θέμα ήταν με πίστη αφημένο στα χέρια του Κυρίου. Το μόνο που φρόντιζε ήταν να κάνει τη δουλειά του σωστά και με συνέπεια. Όταν τον κάλεσε το αφεντικό να πάει ξανά εκείνος την παραγγελία στο σπίτι της κυρίας Ορσαλίας, ο Μηνάς δεν υποψιάστηκε τίποτα. Ούτε την επόμενη φορά, που ήταν κι αυτή κοντά στην προηγούμενη. Τον δυσκόλευε λιγάκι βέβαια ο τρόπος που τον κοίταζε καμιά φορά, αλλά δεν έδινε σημασία. Εκείνο που τον προβλημάτισε ήταν όταν κάποιο απόγευμα, αργούτσικα, η κυρία Ορσαλία τον παρακάλεσε να περάσει μέσα στο σπίτι της και να αφήσει τα πράγματα στον πάγκο της κουζίνας. Δεν του είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, αλλά το προσπέρασε. Την επόμενη φορά η κυρία Ορσαλία του έπιασε την κουβέντα, έτσι στο όρθιο. Ήταν ευχάριστη, ομιλητική και ήταν φανερό πως είχε όρεξη για κουβέντα. Αυτήν την εξήγηση έδωσε και ο Μηνάς και πάλι δεν ενοχλήθηκε από τη συμπεριφορά της.
Οι παραγγελίες την κυρίας Ορσαλίας πύκνωναν και ζητούσε πάντοτε το Μηνά να της πάει τα πράγματα. Το αφεντικό δεν είχε καμία αντίρρηση, αφού η δουλειά πήγαινε μια χαρά και χωρίς προβλήματα. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στο Μηνά, αφού, εκτός από τα άλλα, δημιουργούσε και προβλήματα στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του. Εκείνο το βράδυ η κυρία Ορσαλία, περιποιημένη όπως πάντα, κράτησε το Μηνά παραπάνω από το συνηθισμένο. Δεν υπήρχε πολλή δουλειά που να πιέζει το μαγαζί και ο Μηνάς κάθισε μαζί της στο σαλόνι να μιλήσουν λίγο πιο άνετα. Στο μεταξύ είχε μάθει ο Μηνάς ότι η κυρία Ορσαλία ζούσε μόνη της κι ήταν αριστοκράτισσα με περιουσία. Εκείνο το βράδυ του μίλησε ανοιχτά και καθαρά. Του είπε πόσο τον είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πόσο ήθελε την παρέα του, πόσο τον σκεφτόταν όλη μέρα και ότι θα’ θελε όταν σχολάει αργά το βράδυ να περνάει να της χτυπάει το κουδούνι και να της λέει καληνύχτα, ό,τι ώρα κι αν ήταν. Του είπε ακόμα ότι δεν είχε συγγενείς και φίλους και ότι έψαχνε να βρει κάποιον άνθρωπο που να τον αγαπήσει και να του αφήσει όλη της την περιουσία. Του μιλούσε ζεστά, τρυφερά και τον κοίταζε συνεχώς στα μάτια. Ο Μηνάς τα’ χασε. Μόλις τώρα άρχισε να καταλαβαίνει πού είχε μπλέξει… Κατάφερε όμως και στάθηκε στα πόδια του. Το σωσίβιο σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα η οικογένεια. Μέχρι τώρα δεν είχε πει τίποτα για την οικογένειά του στην κυρία Ορσαλία. Τώρα ήταν ή ώρα. Της είπε για την αγαπημένη του γυναίκα, για τον αγώνα τους με τα οικονομικά τους, για το κοριτσάκι τους, για το μωράκι που περίμεναν. Είπε όσα μπορούσε παραπάνω και τόνιζε ιδιαίτερα όσα σημεία πίστευε ότι θα βοηθούσαν και εκείνον να ξεμπλέξει, αλλά και την κυρία Ορσαλία, που είχε αρχίσει πραγματικά να τη λυπάται.
Δυστυχώς δεν φάνηκε καμία από τις δύο πλευρές να βοηθιέται σημαντικά. Η κυρία Ορσαλία άκουγε προσεκτικά και ευγενικά το Μηνά να μιλάει με αγάπη και στοργή για την οικογένειά του, αλλά στο μυαλό της κρατούσε το Μηνά όπως τον είχε πλάσει στη φαντασία και στα όνειρά της απέραντης μοναξιάς της.
Την επόμενη φορά που η κυρία Ορσαλία ήταν γλυκιά και περιποιητική και προσπαθούσε να είναι όσο γίνεται πιο ελκυστική με την εμφάνισή της και τον τρόπο της, ο Μηνάς είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το υπερόπλο! Της μίλησε ανοιχτά και καθαρά για την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Της μίλησε για το θέμα της αμαρτίας, για τη θυσία του Ιησού Χριστού στο σταυρό του Γολγοθά, για την αιώνια αγάπη του Θεού για τον αμαρτωλό άνθρωπο, για την καινούρια ζωή, την καθαρή και άγια που χαρίζει ο Ιησούς Χριστός σε όσους πηγαίνουν σ’ Αυτόν με μετάνοια και πίστη. Τα είχε φτιάξει όμορφα στο μυαλό του και τα είπε όλα και συγκροτημένα. Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον απογοητευτικά. Βέβαια παρατήρησε μια κάποια πρόοδο στη συμπεριφορά της κυρίας Ορσαλίας. Την είδε να κοντοστέκεται λίγο, να τον κοιτάζει κάπως περίεργα και εξεταστικά, να τον ρωτάει μια-δυο ερωτήσεις, αλλά πέρα από αυτό καμία πρόοδος δεν σημειώθηκε. Η κυρία Ορσαλία δεν κατάλαβε τίποτα ή δεν ήθελε να καταλάβει. Το ίδιο βράδυ μίλησαν μέχρι αργά με τη γυναίκα του για το θέμα και αποφάσισαν με οποιοδήποτε κόστος να κόψει ο Μηνάς από της κυρίας Ορσαλίας, έστω κι αν αυτό σήμαινε να χάσει τη δουλειά του. Με βαριά καρδιά το άλλο απόγευμα πήγε και βρήκε το αφεντικό του. Είχε αποφασίσει να μην εκθέσει την καλύτερη πελάτισσα του μαγαζιού, αλλά τον παρακάλεσε να μην τον ξαναστείλει στης κυρίας Ορσαλίας, γιατί είχε σοβαρό πρόβλημα και δεν θα πήγαινε. Το αφεντικό μάλλον δεν πολυκατάλαβε, ούτε έδωσε σημασία εκείνη τη στιγμή. Μετά όμως δημιουργήθηκε ζήτημα, γιατί η κυρία Ορσαλία έδινε ρητές εντολές για τις παραγγελίες της και έπρεπε να εκτελεστούν ακριβώς. Το αφεντικό ζητούσε εξηγήσεις, ο Μηνάς δεν έδινε εξηγήσεις και κινδύνευε να χάσει την πολύτιμη και μοναδική δουλειά του.
Τη λύση την έδωσε μία έμπνευση του Κυρίου στη γυναίκα τού Μηνά ένα πρωί. «Θα πάμε μαζί να την βρούμε να της μιλήσουμε», είπε η Νάντια στο Μηνά. «Θα πάρουμε και την Καιτούλα μας μαζί. Θα βάλουμε τα καλά μας, θα αγοράσω ένα περιποιημένο κουτί σοκολατάκια από το LIDL, θα τα τυλίξω όμορφα και θα της κάνουμε μία επίσκεψη όλοι μαζί. Ίσως να μας λυπηθεί έτσι που θα μας δει». «Θα της χαρίσουμε και μία Καινή Διαθήκη στη Δημοτική», πρόσθεσε η Νάντια με απλότητα και πίστη στον Κύριο. Ο Μηνάς ήταν λίγο μαγκωμένος με την ιδέα, αλλά δεν είχε σοβαρή αντίρρηση, ούτε βέβαια και άλλη λύση. Την Πέμπτη είχε ρεπό. Έβαλαν τα καλά τους όλοι οικογενειακώς και ετοιμάστηκαν για της κυρίας Ορσαλίας. Πριν ξεκινήσουν από το σπίτι τους, έκαναν προσευχή και οι δύο τους γονατιστοί, μαζί και η Καιτούλα, το κοριτσάκι τους, που δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά.
Η υποδοχή της κυρίας Ορσαλίας ήταν προσεγμένη. Ήταν αδιανόητο για μια τέτοια κυρία να τους φερθεί άπρεπα. Αντίθετα μάλιστα ήταν εγκάρδια μαζί τους, περιποιητική και έπαιξε κάποια στιγμή και με την Καιτούλα. Το πρόβλημα του Μηνά ήταν ότι έπρεπε να βρει μια ευκαιρία να της μιλήσει ανοιχτά για το θέμα τους και για το ενδεχόμενο της ανεργίας που αντιμετώπιζαν αν συνέχιζε αυτή η κατάσταση. Δεν χρειάστηκε όμως. Η κυρία Ορσαλία με τον τρόπο της τους έδωσε να καταλάβουν ότι είχε καταλάβει τα πάντα και ότι θα διόρθωνε και μάλιστα αμέσως. Τους είπε να ξαναπεράσουν όποτε θέλουν και έκλεισε όμορφα η επίσκεψή τους. Ήταν αλήθεια. Πρακτικά τελείωσαν όλες οι ενοχλήσεις και διαλύθηκαν όλα τα μαύρα σύννεφα γύρω από τη δουλειά του Μηνά. Ούτε το αφεντικό είχε προβλήματα και η κατάσταση είχε ομαλοποιηθεί πλήρως.
Πέρασε πολύς καιρός, χάθηκαν τα ίχνη της κυρίας Ορσαλίας από το σπίτι και τη ζωή του Μηνά. Όχι όμως από την προσευχή και την αγάπη της Νάντιας και του Μηνά. Ήταν μια πολύτιμη ψυχή, που την έφερε ο Κύριος στο δρόμο τους για την υπηρετήσουν με αλήθεια και αγάπη, και αυτό έκαναν. Το μωράκι τους γεννήθηκε και ήταν κάμποσων μηνών, όταν το νέο έσκασε σα βόμβα στο μαγαζί. Η κυρία Ορσαλία σε σοβαρή κατάσταση, με βαριά λοίμωξη στο αναπνευστικό. Την έτρεξαν οι γείτονες με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο που εφημέρευε. Ο Μηνάς κατάλαβε το κάλεσμα του Κυρίου. Την άλλη μέρα η μητέρα της Νάντιας πρόθυμα τους βοήθησε με το μωράκι και ξεκίνησαν οι δυο τους για το νοσοκομείο. Ήταν το μόνο που δεν περίμενε η κυρία Ορσαλία. Την βρήκαν σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,,τι έλεγαν οι φήμες, αλλά φανερά καταβεβλημένη και το σπουδαιότερο, με την Καινή Διαθήκη στα χέρια να διαβάζει. Το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά όταν τους είδε και τα κουρασμένα της μάτια δάκρυσαν χωρίς να μπορεί να πει λέξη. Τους κράτησε τα χέρια μέσα στα δικά της, έκλεισε τα μάτια της για κάμποση ώρα και όταν μπόρεσε να μιλήσει είπε μόνο, «ο Θεός σε έστειλε, ο Θεός σας έστειλε..»
Η Νάντια πήγε πολλές φορές στο νοσοκομείο. Ξενύχτησε κάποια βράδια που τα πράγματα φαίνονταν κρίσιμα και οι γιατροί ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι. Μαζί έκαναν προσευχή, μαζί διάβαζαν από την Καινή Διαθήκη και μαζί καταλάβαιναν ότι το έργο του Ιησού Χριστού εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά στην καρδιά της κυρίας Ορσαλίας. Πρώτη η Νάντια άκουσε την ομολογία μετάνοιας και ταπείνωσης της κυρίας Ορσαλίας και την βοήθησε στα πρώτα της βήματα με τον Ιησού Χριστό. «Είναι κάτι που πρέπει να το πω πρώτα σε σένα με πολύ πόνο, αλλά έτσι μου λέει ο Κύριος να κάνω. Νάντια μου, τίποτα από όσα μου έφερναν από την πιτσαρία δεν έτρωγα, ούτε μία φορά για δείγμα. Τάιζα τις γάτες της πολυκατοικίας. Ντρέπομαι που σου το λέω, αλλά αυτή ήταν η παλιά Ορσαλία. Έκανα παραγγελίες, γιατί είχα ανάγκη από παρέα, είχα ανάγκη από συντροφιά, κάποιον να μιλήσω, ν’ ανοίξω την καρδιά μου. Όταν είδα το Μηνά, ήξερα ότι μπορεί να κάνω κακό στο σπίτι σας, αλλά δεν είχα τη δύναμη να σταματήσω…». Αυτά και άλλα πολλά είπε στη Νάντια ανοίγοντας την αμαρτωλή καρδιά της στον Κύριο για να την πλύνει και να την κάνει καινούρια. Η Νάντια την παρηγορούσε, την στήριζε, την άκουγε με απέραντη χαρά και κατανόηση.
Όταν γύρισε σπίτι της η κυρία Ορσαλία ήταν φανερά γερασμένη και καταβεβλημένη. Δεν είχε πολλές δυνάμεις. Ήταν σα να της είχαν προστεθεί ξαφνικά πολλά χρόνια μαζί στην πλάτη της. Με το Μηνά άρχισε μια μικρή συντροφιά μελέτης της Αγίας Γραφής στο σπίτι της, που το άνοιγε με πολλή χαρά και περιποίηση. Από το πλουσιόσπιτο της κυρίας Ορσαλίας άρχισαν να ακούγονται ύμνοι με κιθάρα και ακορντεόν και η γειτονιά τσιμπιόταν απορημένη. Τι έπαθε η κόμισσα; ρωτούσαν με το χαϊδευτικό της.
Η κόμισσα δεν έζησε πολύ ακόμα. Ο οργανισμός της δεν ανέκαμψε μετά την τελευταία της σοβαρή ασθένεια. Πρόλαβε όμως να φωνάξει μια μέρα το Μηνά, τη Νάντια και ένα συμβολαιογράφο στο σπίτι της. Τους παρακάλεσε να δεχτούν μετά το θάνατό της να γίνει δικό τους το όμορφο διαμέρισμά της, γιατί ήταν το μόνο που προλάβαινε να κάνει για τον Κύριο και Σωτήρα της, αφού Τον γνώρισε τόσο αργά στη ζωή της. Τους παρακάλεσε να συνεχίσουν τη μελέτη της Αγίας Γραφής στο σπίτι της, όπως είχε αρχίσει, για να έχει να εισπράξει κάποιους «τόκους» στον Ουρανό από αυτό το μικρό έργο που θα γίνεται στο σπίτι της. Ο συμβολαιογράφος δεν κατάλαβε λέξη, αλλά ο Μηνάς και η Νάντια κοιτάχτηκαν με νόημα και την ευχαρίστησαν με δάκρυα ευγνωμοσύνης, και την έσφιξαν στην αγκαλιά τους. Σε μια βδομάδα μέσα έγιναν μαζί και οι δύο μετακομίσεις. Η κυρία Ορσαλία έφυγε από το διαμέρισμα για το σπίτι της, το γεμάτο δόξα και ομορφιά στον Ουρανό, και ο Μηνάς με τη Νάντια μετακόμισαν στο οροφοδιαμέρισμα με τα μαρμάρινα πατώματα, τους πολυέλαίους και το σκαλιστό εκκρεμές στο σαλόνι.
Όταν έχει διανομή στην περιοχή ο Μηνάς περνάει από το καινούριο σπίτι τους να φιλήσει τα παιδάκια τους πριν πάνε για ύπνο. Καληνυχτίζει και την κουρασμένη Νάντια, που θα πάει κι εκείνη σε λίγο για ύπνο, και μαζί ευχαριστούν τον Κύριο για το θαύμα Του στη ζωή της αδελφής τους Ορσαλίας, αλλά και στη δική τους τη ζωή.
Η δουλειά του ντελίβερι είναι νομίζω αρκετά παρεξηγημένη. Οι περισσότεροι δεν την γνωρίζουν από κοντά και ίσως γι’ αυτό την απαξιώνουν τόσο εύκολα. Είναι όλα αυτά τα νέα παιδιά, που κάνουν διανομές φαγητών στα σπίτια. Μοιράζουν κυρίως πίτσες και άλλα έτοιμα μαγειρεμένα γεύματα, σαλάτες, κυρίως τα απογεύματα και τις βραδινές ώρες. Η αλήθεια είναι ότι κάποτε με τα μηχανάκια τους γίνονται ενοχλητικοί με τον υπερβολικό θόρυβο, την ταχύτητα, τις σφήνες. Ο Μηνάς όμως δεν ήταν απ’ αυτούς. Πρακτικά ζούσε την οικογένειά του από αυτήν τη δουλειά και πρόσεχε πολύ. Ήταν ευγενικός, σοβαρός, μα κυρίως ήταν άνθρωπος του Θεού. Δεν θα έπαιζε ποτέ με το ψωμί της οικογένειάς του, ούτε με τα νεύρα των άλλων. Ήταν ένα όμορφο ψηλόλιγνο παλικάρι ο Μηνάς, γύρω στα 30, μελαχρινός, με σγουρά μαλλιά και ευγενικό πρόσωπο.
Η δουλειά του Μηνά δεν ήταν κακή, αν σκεφτεί κανείς ότι μαζί με τα φιλοδωρήματα και τα έξτρα έβγαινε ένας καλός μισθός, που κάλυπτε τις ανάγκες της μικρής τους οικογένειας. Ζούσαν, με τη γυναίκα του και το κοριτσάκι τους, σε ένα διαμέρισμα με ενοίκιο, σε μια καλή σχετικά περιοχή της Αθήνας. Το άλλο τους παιδάκι ήταν ακόμα στην κοιλιά της μαμάς του. Στενοχωριόταν βέβαια όταν άκουγε όλα εκείνα τα υποκοριστικά για τη δουλειά του, πιτσοκουτάς, ντελιβεράς κλπ, αλλά, εδώ που τα λέμε, και ποια δουλειά δεν έχει τα υποκοριστικά της… σκεφτόταν και χαμογελούσε. Άλλωστε για το Μηνά δεν υπήρχε άλλη λύση για την ώρα, αφού για εργασία η μόνη ανοιχτή πόρτα ήταν αυτή.
Δεν ήταν άσχημα, καθόλου άσχημα. Αν ρωτήσεις τους ίδιους, μπορούν να σου πουν χίλια καλά που έχει αυτή η δουλειά. Εκτός από τα τυχερά της, βλέπεις ανθρώπους, επικοινωνείς, γνωρίζεις νέα πρόσωπα, κάνεις φίλους μερικές φορές που σε προτιμούν και σε ζητάνε εσένα προσωπικά να τους εξυπηρετήσεις και πολλά τέτοια. Κάπως έτσι άρχισε να ξετυλίγεται και η ιστορία με την κυρία Ορσαλία. Ήταν μία κυρία ευκατάστατη, γύρω στα πενήντα, που ζούσε σε ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα μιας ακριβής πολυκατοικίας λίγα τετράγωνα πιο κάτω. Όλοι οι συνάδελφοι του Μηνά την εξυπηρετούσαν πολύ πρόθυμα, γιατί τα τυχερά στης κυρίας Ορσαλίας δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητα. Στην αρχή μάλιστα, που ο Μηνάς ήταν καινούριος στη δουλειά, δεν του έδιναν καθόλου δρομολόγια στης κυρίας Ορσαλίας οι παλιοί, για τους ευνόητους λόγους. Το αφεντικό όμως, που τα πρόσεχε πολύ αυτά, προσπαθούσε να μοιράζει σωστά τα δρομολόγια στα παιδιά, αφού ήξερε ότι τα φιλοδωρήματα ήταν μέρος του μισθού τους και ήξερε επίσης πολύ καλά για τη στενότητα στα οικονομικά του Μηνά και για το μωράκι που ερχόταν.
Όταν πρωτοείδε το διαμέρισμα της κυρίας Ορσαλίας ο Μηνάς, έπαθε που λέμε. Και να σκεφτείτε ότι όσα είδε ήταν από τη μισάνοιχτη εξώπορτα την ώρα που παρέδιδε τις πίτσες και πληρωνόταν. Τι προλαβαίνεις να δεις; Και όμως. Είδε τα μάρμαρα στο πάτωμα, είδε το γκραντ φάδερ εκκρεμές στον τοίχο του σαλονιού, είδε τον πολυέλαιο με τα κρυσταλλάκια να λαμπυρίζουν στο διάδρομο και τα κατάλαβε όλα. Η κυρία Ορσαλία, καλοντυμένη και περιποιημένη, τον καλοδέχτηκε, του χαμογέλασε, τον ευχαρίστησε. Τίποτα το ιδιαίτερο δεν παρατήρησε στη συμπεριφορά της.
Πρέπει να πούμε ότι η κυρία Ορσαλία ήταν από τους καλύτερους πελάτες της πιτσαρίας και το αφεντικό την πρόσεχε ιδιαίτερα. Είχε δώσει και ειδικές οδηγίες στα παιδιά της διανομής για τη συμπεριφορά τους σε τέτοιους ξεχωριστούς πελάτες. Ο Μηνάς ποτέ του δεν είχε ασχοληθεί με το πόσο συχνά εξυπηρετούσε τον ένα ή τον άλλο πελάτη. Το οικονομικό τους θέμα ήταν με πίστη αφημένο στα χέρια του Κυρίου. Το μόνο που φρόντιζε ήταν να κάνει τη δουλειά του σωστά και με συνέπεια. Όταν τον κάλεσε το αφεντικό να πάει ξανά εκείνος την παραγγελία στο σπίτι της κυρίας Ορσαλίας, ο Μηνάς δεν υποψιάστηκε τίποτα. Ούτε την επόμενη φορά, που ήταν κι αυτή κοντά στην προηγούμενη. Τον δυσκόλευε λιγάκι βέβαια ο τρόπος που τον κοίταζε καμιά φορά, αλλά δεν έδινε σημασία. Εκείνο που τον προβλημάτισε ήταν όταν κάποιο απόγευμα, αργούτσικα, η κυρία Ορσαλία τον παρακάλεσε να περάσει μέσα στο σπίτι της και να αφήσει τα πράγματα στον πάγκο της κουζίνας. Δεν του είχε ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, αλλά το προσπέρασε. Την επόμενη φορά η κυρία Ορσαλία του έπιασε την κουβέντα, έτσι στο όρθιο. Ήταν ευχάριστη, ομιλητική και ήταν φανερό πως είχε όρεξη για κουβέντα. Αυτήν την εξήγηση έδωσε και ο Μηνάς και πάλι δεν ενοχλήθηκε από τη συμπεριφορά της.
Οι παραγγελίες την κυρίας Ορσαλίας πύκνωναν και ζητούσε πάντοτε το Μηνά να της πάει τα πράγματα. Το αφεντικό δεν είχε καμία αντίρρηση, αφού η δουλειά πήγαινε μια χαρά και χωρίς προβλήματα. Αυτό όμως δεν άρεσε καθόλου στο Μηνά, αφού, εκτός από τα άλλα, δημιουργούσε και προβλήματα στις σχέσεις του με τους συναδέλφους του. Εκείνο το βράδυ η κυρία Ορσαλία, περιποιημένη όπως πάντα, κράτησε το Μηνά παραπάνω από το συνηθισμένο. Δεν υπήρχε πολλή δουλειά που να πιέζει το μαγαζί και ο Μηνάς κάθισε μαζί της στο σαλόνι να μιλήσουν λίγο πιο άνετα. Στο μεταξύ είχε μάθει ο Μηνάς ότι η κυρία Ορσαλία ζούσε μόνη της κι ήταν αριστοκράτισσα με περιουσία. Εκείνο το βράδυ του μίλησε ανοιχτά και καθαρά. Του είπε πόσο τον είχε συμπαθήσει από την πρώτη στιγμή που τον είδε, πόσο ήθελε την παρέα του, πόσο τον σκεφτόταν όλη μέρα και ότι θα’ θελε όταν σχολάει αργά το βράδυ να περνάει να της χτυπάει το κουδούνι και να της λέει καληνύχτα, ό,τι ώρα κι αν ήταν. Του είπε ακόμα ότι δεν είχε συγγενείς και φίλους και ότι έψαχνε να βρει κάποιον άνθρωπο που να τον αγαπήσει και να του αφήσει όλη της την περιουσία. Του μιλούσε ζεστά, τρυφερά και τον κοίταζε συνεχώς στα μάτια. Ο Μηνάς τα’ χασε. Μόλις τώρα άρχισε να καταλαβαίνει πού είχε μπλέξει… Κατάφερε όμως και στάθηκε στα πόδια του. Το σωσίβιο σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι πάντα η οικογένεια. Μέχρι τώρα δεν είχε πει τίποτα για την οικογένειά του στην κυρία Ορσαλία. Τώρα ήταν ή ώρα. Της είπε για την αγαπημένη του γυναίκα, για τον αγώνα τους με τα οικονομικά τους, για το κοριτσάκι τους, για το μωράκι που περίμεναν. Είπε όσα μπορούσε παραπάνω και τόνιζε ιδιαίτερα όσα σημεία πίστευε ότι θα βοηθούσαν και εκείνον να ξεμπλέξει, αλλά και την κυρία Ορσαλία, που είχε αρχίσει πραγματικά να τη λυπάται.
Δυστυχώς δεν φάνηκε καμία από τις δύο πλευρές να βοηθιέται σημαντικά. Η κυρία Ορσαλία άκουγε προσεκτικά και ευγενικά το Μηνά να μιλάει με αγάπη και στοργή για την οικογένειά του, αλλά στο μυαλό της κρατούσε το Μηνά όπως τον είχε πλάσει στη φαντασία και στα όνειρά της απέραντης μοναξιάς της.
Την επόμενη φορά που η κυρία Ορσαλία ήταν γλυκιά και περιποιητική και προσπαθούσε να είναι όσο γίνεται πιο ελκυστική με την εμφάνισή της και τον τρόπο της, ο Μηνάς είχε αποφασίσει να χρησιμοποιήσει το υπερόπλο! Της μίλησε ανοιχτά και καθαρά για την πίστη του στον Ιησού Χριστό. Της μίλησε για το θέμα της αμαρτίας, για τη θυσία του Ιησού Χριστού στο σταυρό του Γολγοθά, για την αιώνια αγάπη του Θεού για τον αμαρτωλό άνθρωπο, για την καινούρια ζωή, την καθαρή και άγια που χαρίζει ο Ιησούς Χριστός σε όσους πηγαίνουν σ’ Αυτόν με μετάνοια και πίστη. Τα είχε φτιάξει όμορφα στο μυαλό του και τα είπε όλα και συγκροτημένα. Τα αποτελέσματα ήταν μάλλον απογοητευτικά. Βέβαια παρατήρησε μια κάποια πρόοδο στη συμπεριφορά της κυρίας Ορσαλίας. Την είδε να κοντοστέκεται λίγο, να τον κοιτάζει κάπως περίεργα και εξεταστικά, να τον ρωτάει μια-δυο ερωτήσεις, αλλά πέρα από αυτό καμία πρόοδος δεν σημειώθηκε. Η κυρία Ορσαλία δεν κατάλαβε τίποτα ή δεν ήθελε να καταλάβει. Το ίδιο βράδυ μίλησαν μέχρι αργά με τη γυναίκα του για το θέμα και αποφάσισαν με οποιοδήποτε κόστος να κόψει ο Μηνάς από της κυρίας Ορσαλίας, έστω κι αν αυτό σήμαινε να χάσει τη δουλειά του. Με βαριά καρδιά το άλλο απόγευμα πήγε και βρήκε το αφεντικό του. Είχε αποφασίσει να μην εκθέσει την καλύτερη πελάτισσα του μαγαζιού, αλλά τον παρακάλεσε να μην τον ξαναστείλει στης κυρίας Ορσαλίας, γιατί είχε σοβαρό πρόβλημα και δεν θα πήγαινε. Το αφεντικό μάλλον δεν πολυκατάλαβε, ούτε έδωσε σημασία εκείνη τη στιγμή. Μετά όμως δημιουργήθηκε ζήτημα, γιατί η κυρία Ορσαλία έδινε ρητές εντολές για τις παραγγελίες της και έπρεπε να εκτελεστούν ακριβώς. Το αφεντικό ζητούσε εξηγήσεις, ο Μηνάς δεν έδινε εξηγήσεις και κινδύνευε να χάσει την πολύτιμη και μοναδική δουλειά του.
Τη λύση την έδωσε μία έμπνευση του Κυρίου στη γυναίκα τού Μηνά ένα πρωί. «Θα πάμε μαζί να την βρούμε να της μιλήσουμε», είπε η Νάντια στο Μηνά. «Θα πάρουμε και την Καιτούλα μας μαζί. Θα βάλουμε τα καλά μας, θα αγοράσω ένα περιποιημένο κουτί σοκολατάκια από το LIDL, θα τα τυλίξω όμορφα και θα της κάνουμε μία επίσκεψη όλοι μαζί. Ίσως να μας λυπηθεί έτσι που θα μας δει». «Θα της χαρίσουμε και μία Καινή Διαθήκη στη Δημοτική», πρόσθεσε η Νάντια με απλότητα και πίστη στον Κύριο. Ο Μηνάς ήταν λίγο μαγκωμένος με την ιδέα, αλλά δεν είχε σοβαρή αντίρρηση, ούτε βέβαια και άλλη λύση. Την Πέμπτη είχε ρεπό. Έβαλαν τα καλά τους όλοι οικογενειακώς και ετοιμάστηκαν για της κυρίας Ορσαλίας. Πριν ξεκινήσουν από το σπίτι τους, έκαναν προσευχή και οι δύο τους γονατιστοί, μαζί και η Καιτούλα, το κοριτσάκι τους, που δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά.
Η υποδοχή της κυρίας Ορσαλίας ήταν προσεγμένη. Ήταν αδιανόητο για μια τέτοια κυρία να τους φερθεί άπρεπα. Αντίθετα μάλιστα ήταν εγκάρδια μαζί τους, περιποιητική και έπαιξε κάποια στιγμή και με την Καιτούλα. Το πρόβλημα του Μηνά ήταν ότι έπρεπε να βρει μια ευκαιρία να της μιλήσει ανοιχτά για το θέμα τους και για το ενδεχόμενο της ανεργίας που αντιμετώπιζαν αν συνέχιζε αυτή η κατάσταση. Δεν χρειάστηκε όμως. Η κυρία Ορσαλία με τον τρόπο της τους έδωσε να καταλάβουν ότι είχε καταλάβει τα πάντα και ότι θα διόρθωνε και μάλιστα αμέσως. Τους είπε να ξαναπεράσουν όποτε θέλουν και έκλεισε όμορφα η επίσκεψή τους. Ήταν αλήθεια. Πρακτικά τελείωσαν όλες οι ενοχλήσεις και διαλύθηκαν όλα τα μαύρα σύννεφα γύρω από τη δουλειά του Μηνά. Ούτε το αφεντικό είχε προβλήματα και η κατάσταση είχε ομαλοποιηθεί πλήρως.
Πέρασε πολύς καιρός, χάθηκαν τα ίχνη της κυρίας Ορσαλίας από το σπίτι και τη ζωή του Μηνά. Όχι όμως από την προσευχή και την αγάπη της Νάντιας και του Μηνά. Ήταν μια πολύτιμη ψυχή, που την έφερε ο Κύριος στο δρόμο τους για την υπηρετήσουν με αλήθεια και αγάπη, και αυτό έκαναν. Το μωράκι τους γεννήθηκε και ήταν κάμποσων μηνών, όταν το νέο έσκασε σα βόμβα στο μαγαζί. Η κυρία Ορσαλία σε σοβαρή κατάσταση, με βαριά λοίμωξη στο αναπνευστικό. Την έτρεξαν οι γείτονες με το ασθενοφόρο στο νοσοκομείο που εφημέρευε. Ο Μηνάς κατάλαβε το κάλεσμα του Κυρίου. Την άλλη μέρα η μητέρα της Νάντιας πρόθυμα τους βοήθησε με το μωράκι και ξεκίνησαν οι δυο τους για το νοσοκομείο. Ήταν το μόνο που δεν περίμενε η κυρία Ορσαλία. Την βρήκαν σε καλύτερη κατάσταση απ’ ό,,τι έλεγαν οι φήμες, αλλά φανερά καταβεβλημένη και το σπουδαιότερο, με την Καινή Διαθήκη στα χέρια να διαβάζει. Το πρόσωπό της έλαμψε από χαρά όταν τους είδε και τα κουρασμένα της μάτια δάκρυσαν χωρίς να μπορεί να πει λέξη. Τους κράτησε τα χέρια μέσα στα δικά της, έκλεισε τα μάτια της για κάμποση ώρα και όταν μπόρεσε να μιλήσει είπε μόνο, «ο Θεός σε έστειλε, ο Θεός σας έστειλε..»
Η Νάντια πήγε πολλές φορές στο νοσοκομείο. Ξενύχτησε κάποια βράδια που τα πράγματα φαίνονταν κρίσιμα και οι γιατροί ήταν ιδιαίτερα ανήσυχοι. Μαζί έκαναν προσευχή, μαζί διάβαζαν από την Καινή Διαθήκη και μαζί καταλάβαιναν ότι το έργο του Ιησού Χριστού εισχωρούσε όλο και πιο βαθιά στην καρδιά της κυρίας Ορσαλίας. Πρώτη η Νάντια άκουσε την ομολογία μετάνοιας και ταπείνωσης της κυρίας Ορσαλίας και την βοήθησε στα πρώτα της βήματα με τον Ιησού Χριστό. «Είναι κάτι που πρέπει να το πω πρώτα σε σένα με πολύ πόνο, αλλά έτσι μου λέει ο Κύριος να κάνω. Νάντια μου, τίποτα από όσα μου έφερναν από την πιτσαρία δεν έτρωγα, ούτε μία φορά για δείγμα. Τάιζα τις γάτες της πολυκατοικίας. Ντρέπομαι που σου το λέω, αλλά αυτή ήταν η παλιά Ορσαλία. Έκανα παραγγελίες, γιατί είχα ανάγκη από παρέα, είχα ανάγκη από συντροφιά, κάποιον να μιλήσω, ν’ ανοίξω την καρδιά μου. Όταν είδα το Μηνά, ήξερα ότι μπορεί να κάνω κακό στο σπίτι σας, αλλά δεν είχα τη δύναμη να σταματήσω…». Αυτά και άλλα πολλά είπε στη Νάντια ανοίγοντας την αμαρτωλή καρδιά της στον Κύριο για να την πλύνει και να την κάνει καινούρια. Η Νάντια την παρηγορούσε, την στήριζε, την άκουγε με απέραντη χαρά και κατανόηση.
Όταν γύρισε σπίτι της η κυρία Ορσαλία ήταν φανερά γερασμένη και καταβεβλημένη. Δεν είχε πολλές δυνάμεις. Ήταν σα να της είχαν προστεθεί ξαφνικά πολλά χρόνια μαζί στην πλάτη της. Με το Μηνά άρχισε μια μικρή συντροφιά μελέτης της Αγίας Γραφής στο σπίτι της, που το άνοιγε με πολλή χαρά και περιποίηση. Από το πλουσιόσπιτο της κυρίας Ορσαλίας άρχισαν να ακούγονται ύμνοι με κιθάρα και ακορντεόν και η γειτονιά τσιμπιόταν απορημένη. Τι έπαθε η κόμισσα; ρωτούσαν με το χαϊδευτικό της.
Η κόμισσα δεν έζησε πολύ ακόμα. Ο οργανισμός της δεν ανέκαμψε μετά την τελευταία της σοβαρή ασθένεια. Πρόλαβε όμως να φωνάξει μια μέρα το Μηνά, τη Νάντια και ένα συμβολαιογράφο στο σπίτι της. Τους παρακάλεσε να δεχτούν μετά το θάνατό της να γίνει δικό τους το όμορφο διαμέρισμά της, γιατί ήταν το μόνο που προλάβαινε να κάνει για τον Κύριο και Σωτήρα της, αφού Τον γνώρισε τόσο αργά στη ζωή της. Τους παρακάλεσε να συνεχίσουν τη μελέτη της Αγίας Γραφής στο σπίτι της, όπως είχε αρχίσει, για να έχει να εισπράξει κάποιους «τόκους» στον Ουρανό από αυτό το μικρό έργο που θα γίνεται στο σπίτι της. Ο συμβολαιογράφος δεν κατάλαβε λέξη, αλλά ο Μηνάς και η Νάντια κοιτάχτηκαν με νόημα και την ευχαρίστησαν με δάκρυα ευγνωμοσύνης, και την έσφιξαν στην αγκαλιά τους. Σε μια βδομάδα μέσα έγιναν μαζί και οι δύο μετακομίσεις. Η κυρία Ορσαλία έφυγε από το διαμέρισμα για το σπίτι της, το γεμάτο δόξα και ομορφιά στον Ουρανό, και ο Μηνάς με τη Νάντια μετακόμισαν στο οροφοδιαμέρισμα με τα μαρμάρινα πατώματα, τους πολυέλαίους και το σκαλιστό εκκρεμές στο σαλόνι.
Όταν έχει διανομή στην περιοχή ο Μηνάς περνάει από το καινούριο σπίτι τους να φιλήσει τα παιδάκια τους πριν πάνε για ύπνο. Καληνυχτίζει και την κουρασμένη Νάντια, που θα πάει κι εκείνη σε λίγο για ύπνο, και μαζί ευχαριστούν τον Κύριο για το θαύμα Του στη ζωή της αδελφής τους Ορσαλίας, αλλά και στη δική τους τη ζωή.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
"Απλά και ωφέλιμα..."
Edit: Μεταφορά στο συγκεκριμένο θέμα, λόγω επανάληψης δημοσίευσης
viewtopic.php?f=14&t=11641&start=60#p179165
Σάλλυ αναπήδησε και έτρεξε προς το μέρος του γιατρού μόλις τον είδεviewtopic.php?f=14&t=11641&start=60#p179165
να βγαίνει από το χειρουργείο.Πως είναι το αγόρι μου;ρώτησε το γιατρό.
Θα γίνει καλά το παιδί μου γιατρέ,αναφώνισε,πότε θα μπορέσω να το δώ;
Λυπάμαι κυρία,κάναμε ότι μπορούσαμε,απάντησε ο γιατρός.
Γιατί τόσο μικρά παιδάκια να παθαίνουν καρκίνο,δε φροντίζει πιά ο Θε-
ός,δεν ενδιαφέρεται πιά;Θεέ!φώναξε η Σάλλυ που ήσουν όταν το μικρό
μου αγόρι Σε χρειάστηκε….που ήσουν Θεέ;…
Ο γιατρός είπε απλά ότι μία νοσοκόμα θα την οδηγούσε στο θάλαμο να
περάσει λίγα λεπτά δίπλα στο σωματάκι του παιδιού της,πριν το μεταφέ-
ρουν στο Πανεπιστήμιο.Το μόνο που ζήτησε η Σάλλυ ήταν να μείνει μαζί της η νοσοκόμα,όσο θα αποχαιρετούσε το αγοράκι της.Κάθισε δίπλα του,
χάιδεψε αργά τα μαύρα σγουρά μαλλάκια βουβή,πονεμένη και ανήμπορη
ακόμα και να κλάψει.Η νοσοκόμα τη ρώτησε αν θάθελε μία τουφίτσα από
τα μαλλάκια του να πάρει μαζί της και η Σάλλυ απάντησε ναι.Ήταν ιδέα
του Τζίμ να δωρίσουμε το σώμα του στο Πανεπιστήμιο για έρευνα είπε
η Σάλλυ στη νοσοκόμα.Ίσως να βοηθήσει κάποιο άλλο αγοράκι να περά-
σει λίγες περισσότερες μέρες με τη μανούλα του,εξήγησε η Σάλλυ στη νο-
σοκόμα.Με αυτά τα λόγια άφησε η Σάλλυ αργά το παιδιατρικό νοσοκο-
μείο για τελευταία φορά ύστερα από 6 ολόκληρους μήνες περίπου που
πέρασε μέσα σε αυτό.
Έβαλε την τσάντα του Τζίμ με τα πραγματά του δίπλα της στο αυτοκίνη-
το και ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής στο σπίτι.Το ένιωθε ότι θα της
ήταν πολύ δύσκολο να μπεί μέσα στο άδειο πια σπίτι της.Πήρε την τσά-
ντα με τα πράγματα του Τζίμ,την άδειασε και άρχισε να βάζει τα αυτοκι-
νητάκια του στις ίδιες ακριβώς θέσεις που τα έβαζε πάντα ο Τζίμ.Κάποια
στιγμή δεν άντεξε.Έπεσε πάνω στο μικρό κρεβατάκι,αγκάλιασε το μικρό
μαξιλαράκι και άρχισε να κλαίει ασταμάτητα με λυγμούς μέχρι που από-
κοιμήθηκε.Θα ήταν περίπου μεσάνυχτα όταν ξύπνησε και δίπλα της πά-
νω στο κρεβάτι πρόσεξε ένα γράμμα διπλωμένο.Το άνοιξε και διάβασε:
Αγαπημένη μου μανούλα,
Ξέρω πόσο πολύ θα σου λείψω,αλλά μη σκεφτείς ποτέ ότι σε ξέχασα ή ό-
τι σταμάτησα να σε αγαπώ επειδή δεν θα είμαι κοντά σου να σου λέω [μανούλα σε αγαπώ].Θα σε σκέφτομαι κάθε μέρα και θα σε αγαπώ κάθε
μέρα και περισσότερο.Κάποτε θα ξαναιδωθούμε στον Ουρανό.
Αν θέλεις να υιοθετήσεις ένα αγοράκι για να μη νιώθεις τόσο μόνη,να του δώσεις το δωματιό μου και τα παιχνίδια μου να παίζει.Μη λυπάσαι για μένα μανούλα,γιατί εδώ είναι ένα θαυμάσιο μέρος.Η γιαγιά και ο πα-
πούς έτρεξαν να με συναντήσουν μόλις έφτασα εδώ και μου έδειξαν λίγα
μέρη,αλλά για να τα δω όλα θα μου πάρει πολύ χρόνο.Οι άγγελοι είναι ό-
λοι πολύ καλοί μαζί μου και μου αρέσει τόσο να τους βλέπω να πετούν
γύρω.
Ο Ιησούς δε μοιάζει με καμία από τις φωτογραφίες που είχα δει,αλλά α-
μέσως μόλις τον είδα,κατάλαβα ότι ήταν Αυτός.Με πήρε και με πήγε να
δω το Θεό Πατέρα.Μάντεψε τι έγινε τότε μαμά.Με πήρε στα γόνατά Του
ο Θεός και μου μίλησε σαν να ήμουν κάποιος πολύ σπουδαίος.Τότε ήταν
που είπα στο Θεό ότι δεν πρόλαβα να σε αποχαιρετήσω και ότι θάθελα αν μπορούσα να σου στείλω ένα γράμμα,αλλά το ήξερα ότι αυτό δεν επι-
τρέπεται.Τότε ο Θεός μου έδωσε ένα χαρτί και το δικό Του το μολύβι για να σου γράψω αυτό το γράμμα.
Μου φαίνεται ότι άκουσα το όνομα του αγγέλου που θα σου φέρει το γράμμα είναι Γαβριήλ,αν άκουσα καλά το όνομά του.
Την ώρα που σου έγραφα,ο Θεός μου είπε να σου γράψω την απάντηση
σε μία από τις ερωτήσεις σου που Του έκανες τελευταία.Τον ρώτησες:
[Που ήσουν Θεέ όταν σε χρειάστηκε ο Τζίμ;]Ο Θεός μου είπε να σου γράψω ότι ήταν στο ίδιο μέρος που βρισκόνταν όταν σταύρωναν τον Ιη-
σού Χριστό στο σταυρό,και είναι πάντα στο ίδιο μέρος για όλα τα δικά
Του παιδιά.
Και να μην το ξεχάσω μαμά.Κανένας άλλος δεν μπορεί να διαβάσει αυτό
το γράμμα.Σε όποιον και αν το δείξεις θα είναι σαν ένα κομμάτι λευκό χαρτί.Πρέπει να δώσω πίσω τώρα το μολύβι στο Θεό γιατί έχει να γράψει
κάτι και Αυτός και το χρειάζεται.Νομίζω πως θέλει να γράψει μερικά και-
νούργια ονόματα στο βιβλίο της Ζωής.Σήμερα το βράδι είμαι καλεσμένος
στο τραπέζι του Ιησού για δείπνο.Πιστεύω θα είναι όλα θαυμάσια.
Παραλίγω να ξεχάσω να σου πω ότι δεν πονάω πια, ο καρκίνος και όλα έχουν περάσει.Είμαι τόσο χαρούμενος για αυτό γιατί είχα φτάσει στο ση-
μείο να μην αντέχω άλλο τους πόνους.Κατάλαβα ότι ο Κύριος δεν άντε-
χε να με βλέπει άλλο να υποφέρω μέσα στους πόνους και έστειλε έναν
άγγελο Του να με πάρει επάνω.Στο δρόμο ο άγγελος μου είπε ότι έγινε
για μένα μία ειδική αποστολή.
Σε φιλώ με αγάπη από το Θεό,τον Ιησού και εμένα.
http://anaplastiki.blogspot.com/search? ... -results=5
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΎ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ.
Ένας ηλικιωμένος σοφός καθόνταν στην άκρη του δρόμου,με κλει-
στά τα μάτια και τα χέρια στα γόνατά του.Ξαφνικά η προσευχή του
διακόπηκε από την τραχεία φωνή ενός πολεμιστή σαμουράι.
Εσύ γέρο,δίδαξέ με για τον ουρανό και την Κόλαση.Άνοιξε σιγά σιγά
τα μάτια του.Ο σαμουράι στεκόνταν εκεί ανυπόμονος,όλο και πιό εκ-
νευρισμένος από την σιωπή του.
Θες να μάθεις τα μυστικά του Ουρανού και της Κόλαση;Εσύ που εί-
σαι τόσο ατημέλητος,με χέρια και πόδια γεμάτη λάσπη.Που τα μαλλιά
σου είναι αχτένιστα,η ανάσα σου βρώμικη και το σπαθί σου σκουριασμέ-
νο.Ο σαμουράι ξεστόμισε μία βρισιά.Τράβηξε το σπαθί του και το ύψωσε
πάνω από το κεφάλι του σοφού.Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και οι φλέβες στο λαιμό του είχαν πεταχτεί έξω.
Αυτό είναι Κόλαση,είπε ο γέρος ήρεμα,καθώς το σπαθί άρχισε να κατε-
βαίνει.Ο σαμουράι εντυπωσιάστηκε από αυτόν τον άνθρωπο,που τόλμη-
σε να κινδυνέψει την ίδια του την ζωή για να του δώσει ένα τέτοιο μάθη-
μα.Τα μάτια του γέμισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης.Και αυτό,είπε ο σο-
φός είναι ο Ουρανός.
Ο Χριστός με την αναγέννηση βγάζει κάθε κακία και πικρία από την κα-
ρδιά μας,και τότε όλος ο Παράδεισος φέγγει μέσα μας.Και τότε γινόμα-
στε κατάλληλοι για τη Βασιλεία Του.
Ένας ηλικιωμένος σοφός καθόνταν στην άκρη του δρόμου,με κλει-
στά τα μάτια και τα χέρια στα γόνατά του.Ξαφνικά η προσευχή του
διακόπηκε από την τραχεία φωνή ενός πολεμιστή σαμουράι.
Εσύ γέρο,δίδαξέ με για τον ουρανό και την Κόλαση.Άνοιξε σιγά σιγά
τα μάτια του.Ο σαμουράι στεκόνταν εκεί ανυπόμονος,όλο και πιό εκ-
νευρισμένος από την σιωπή του.
Θες να μάθεις τα μυστικά του Ουρανού και της Κόλαση;Εσύ που εί-
σαι τόσο ατημέλητος,με χέρια και πόδια γεμάτη λάσπη.Που τα μαλλιά
σου είναι αχτένιστα,η ανάσα σου βρώμικη και το σπαθί σου σκουριασμέ-
νο.Ο σαμουράι ξεστόμισε μία βρισιά.Τράβηξε το σπαθί του και το ύψωσε
πάνω από το κεφάλι του σοφού.Το πρόσωπό του ήταν κατακόκκινο και οι φλέβες στο λαιμό του είχαν πεταχτεί έξω.
Αυτό είναι Κόλαση,είπε ο γέρος ήρεμα,καθώς το σπαθί άρχισε να κατε-
βαίνει.Ο σαμουράι εντυπωσιάστηκε από αυτόν τον άνθρωπο,που τόλμη-
σε να κινδυνέψει την ίδια του την ζωή για να του δώσει ένα τέτοιο μάθη-
μα.Τα μάτια του γέμισαν από δάκρυα ευγνωμοσύνης.Και αυτό,είπε ο σο-
φός είναι ο Ουρανός.
Ο Χριστός με την αναγέννηση βγάζει κάθε κακία και πικρία από την κα-
ρδιά μας,και τότε όλος ο Παράδεισος φέγγει μέσα μας.Και τότε γινόμα-
στε κατάλληλοι για τη Βασιλεία Του.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Κάποιος που θα καταλαβαίνει…
Πήγε κάποτε ένας πιτσιρίκος να αγοράσει ένα σκυλάκι από petshop. Μπαίνει, λοιπόν, στο μαγαζί και ρωτάει τον ιδιοκτήτη πόσο στοιχίζει ένα κουταβάκι. «100 ευρώ» του λέει εκείνος. «Τι κρίμα», λέει ο μικρός, «δεν έχω τόσα χρήματα.» Ψάχνει τις τσέπες του και βλέπει ότι έχει 7,58 ευρώ. «Έχω μόνο τόσα», λέει. «Μπορώ με αυτά να δω τουλάχιστον τα κουτάβια και να τα χαϊδέψω λιγάκι;
Ο καταστηματάρχης το σκέφτεται λίγο, σφυρίζει, και τα κουτάβια έρχονται τρέχοντας κοντά του. Ένα από τα κουτάβια κούτσαινε λίγο και ήρθε τελευταίο στην παρέα. Μόλις το είδε ο μικρός, είπε: «Αυτό θέλω να αγοράσω!» «Μα, αυτό είναι ανάπηρο ξέρεις και δε θα μπορέσει ποτέ να παίξει μαζί σου όπως τα άλλα», του λέει ο κύριος. «Εγώ δε σου συνιστώ να πάρεις αυτό, διάλεξε κανένα άλλο.» «Όχι», λέει ο μικρός, «εγώ αυτό θα αγοράσω όταν μαζέψω τα χρήματα.»
Αφού με τα πολλά ο καταστηματάρχης βλέπει ότι ο μικρός δεν αλλάζει γνώμη, του λέει: «Εντάξει, μπορείς να πάρεις αυτό το κουτάβι δωρεάν, δε θέλω χρήματα.» Έξαλλος ο μικρός τού αποκρίνεται: «Όχι, αυτό το κουτάβι αξίζει τα ίδια χρήματα με τα άλλα, έχει την ίδια αξία.» Βγάζει, λοιπόν, τα 7,58 ευρώ που είχε πάνω του, τα δίνει στον κύριο και του λέει: «Τα υπόλοιπα θα σου τα δίνω ένα ευρώ την ημέρα, ώσπου να σε ξεχρεώσω.»
Ο καταστηματάρχης δεν κατάλαβε την εμμονή του μικρού να αγοράσει ένα ανάπηρο ζώο και τότε ο μικρός σηκώνει το παντελόνι του και δείχνει το πόδι του που ήταν τεχνητό (πρόσθετο μεταλλικό) και λέει: «Δε χρειάζομαι ένα σκύλο να τρέχει γιατί και εγώ δεν μπορώ να τρέξω βλέπετε, και νομίζω ότι ο σκύλος χρειάζεται κάποιον που θα τον καταλαβαίνει!»
Πήγε κάποτε ένας πιτσιρίκος να αγοράσει ένα σκυλάκι από petshop. Μπαίνει, λοιπόν, στο μαγαζί και ρωτάει τον ιδιοκτήτη πόσο στοιχίζει ένα κουταβάκι. «100 ευρώ» του λέει εκείνος. «Τι κρίμα», λέει ο μικρός, «δεν έχω τόσα χρήματα.» Ψάχνει τις τσέπες του και βλέπει ότι έχει 7,58 ευρώ. «Έχω μόνο τόσα», λέει. «Μπορώ με αυτά να δω τουλάχιστον τα κουτάβια και να τα χαϊδέψω λιγάκι;
Ο καταστηματάρχης το σκέφτεται λίγο, σφυρίζει, και τα κουτάβια έρχονται τρέχοντας κοντά του. Ένα από τα κουτάβια κούτσαινε λίγο και ήρθε τελευταίο στην παρέα. Μόλις το είδε ο μικρός, είπε: «Αυτό θέλω να αγοράσω!» «Μα, αυτό είναι ανάπηρο ξέρεις και δε θα μπορέσει ποτέ να παίξει μαζί σου όπως τα άλλα», του λέει ο κύριος. «Εγώ δε σου συνιστώ να πάρεις αυτό, διάλεξε κανένα άλλο.» «Όχι», λέει ο μικρός, «εγώ αυτό θα αγοράσω όταν μαζέψω τα χρήματα.»
Αφού με τα πολλά ο καταστηματάρχης βλέπει ότι ο μικρός δεν αλλάζει γνώμη, του λέει: «Εντάξει, μπορείς να πάρεις αυτό το κουτάβι δωρεάν, δε θέλω χρήματα.» Έξαλλος ο μικρός τού αποκρίνεται: «Όχι, αυτό το κουτάβι αξίζει τα ίδια χρήματα με τα άλλα, έχει την ίδια αξία.» Βγάζει, λοιπόν, τα 7,58 ευρώ που είχε πάνω του, τα δίνει στον κύριο και του λέει: «Τα υπόλοιπα θα σου τα δίνω ένα ευρώ την ημέρα, ώσπου να σε ξεχρεώσω.»
Ο καταστηματάρχης δεν κατάλαβε την εμμονή του μικρού να αγοράσει ένα ανάπηρο ζώο και τότε ο μικρός σηκώνει το παντελόνι του και δείχνει το πόδι του που ήταν τεχνητό (πρόσθετο μεταλλικό) και λέει: «Δε χρειάζομαι ένα σκύλο να τρέχει γιατί και εγώ δεν μπορώ να τρέξω βλέπετε, και νομίζω ότι ο σκύλος χρειάζεται κάποιον που θα τον καταλαβαίνει!»
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.