Θεσσαλονικείς Άγιοι

Βιογραφία των Αγίων και Γερόντων τις Εκκλησίας μας

Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

4 ᾿Απριλίου, Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν


ΘΕΩΝΑΣ Α¢, “ὁ ἀπὸ ἡγουμένων”,

ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης


῾Ο ἅγιος Θεωνᾆς “τίνα μὲν εἶχε πατρίδα ἐπὶ τῇ γῇ, ἢ τίνας γονεῖς, ἢ μὲ ποῖον τρόπον ἐγένετο ἀρχιερεὺς τῆς Θεσ¬σαλονίκης, ἀπὸ ἱστορίαν ἔγγραφον ἢ παράδοσιν τίνα, δὲν ἐμάθομεν” μαρτυρεῖ ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, συγγραφέας τοῦ Βίου τοῦ ἁγίου. Μία παράδοση θέλει τὸν Θεωνᾆ Μυτιληναῖο καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλοὶ νεώτεροι ἐρευνητὲς τὸν ἀποκαλοῦν Λέσβιο, εἴτε γιατὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ Λέσβο, εἴτε γιατὶ παρέμεινε ἐκεῖ ὡς πνευματικός, στὸ Πλωμάρι.

᾿Απὸ ὅσα εἶναι γνωστά, ὁ Θεωνᾆς πρέπει νὰ γεννήθηκε περίπου κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 15ου αἰ. ᾿Αγνοοῦνται ὅλα τὰ σχετικὰ μὲ τὴ ζωή του πρὶν ἀπὸ τὴ μετάβασή του στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Καταρχὴν ἀσκήτευσε στὴ μονὴ Παντοκράτορος, ὡς ἱερέας μάλιστα, ἀλλὰ ἀργότερα τὴν ἐγκατέλειψε γιὰ νὰ προσκολληθεῖ στὴ συνοδεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, τοῦ Νεομάρτυρος (1 Νοεμβρίου 1519), ὁ ὁποῖος μόναζε σὲ μία τοποθεσία πάνω ἀπὸ τὴ μονὴ ᾿Ιβήρων, στὸ μονύδριο τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Κατὰ τὸ 1518 ὁ ᾿Ιάκωβος μὲ τὴν συνοδεία ἕξι μαθητῶν του, μεταξὺ αὐτῶν καὶ τοῦ Θεωνᾆ, ἐγκατέλειψε τὴν Σκήτη τοῦ Προδρόμου καὶ κατέφυγε στὰ ἐνδότερα τοῦ ῎Αθωνα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ μία ὀπτασία ὁ γέροντας ἀποφάσισε νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὸ ῎Ορος. Τὴν Παρασκευὴ τῆς Διακαινησίμου τοῦ 1518, ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ ἡ συνοδεία του ἐγκατέλειψαν τὸ ῞Αγιο ῎Ορος· ἀφοῦ διῆλθαν ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἀκολούθησαν τὴν ὁδὸ πρὸς τὴ Θεσσαλία, πέρασαν ἀπὸ τὸ κάστρο τῆς Πέτρας (Πλαταμώνα), τὰ Μετέωρα καὶ ἐγκαταστάθησαν στὴ μονὴ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ Δερβεκίστα (᾿Ανάληψη) τῆς Αἰτωλίας, ὅπου καὶ διέμειναν ἐπὶ ἕνα ἔτος.

῾Ο Θεωνᾆς ἦταν ὁ πιστότερος καὶ καλύτερος μαθητὴς τοῦ ᾿Ιακώβου· γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἐστάλη πρὸς τὸν ἐπίσκοπο ῎Αρτης ᾿Ακάκιο, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐνταλτήριο γράμμα γιὰ τὴν ἀπρόσκοπτη πνευματικὴ ἐργασία στοὺς χριστιανοὺς τῆς περιοχῆς. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ἅγιος ᾿Ιάκωβος σύντομα κατέστη δημοφιλὴς καὶ σημειοφόρος, ὁ ῎Αρτης ᾿Ακάκιος τὸν φθόνησε. Φοβήθηκε μήπως ἀποκαλυφθοῦν οἱ παρανομίες του, ἀποδέχθηκε τὶς συκοφαντίες κάποιων ψευδομοναχῶν καὶ διέβαλε τὸν ᾿Ιάκωβο στοὺς Τούρκους ὡς ἐπαναστάτη. ῾Ο μπέης τῶν Τρικάλων ἀπέστειλε στρατιῶτες, οἱ ὁποῖοι συνέλαβαν τὸν ᾿Ιάκωβο καὶ δύο μαθητές του, τὸ διάκονο ᾿Ιάκωβο καὶ τὸ μοναχὸ Διονύσιο καὶ τοὺς μετέφεραν στὰ Τρίκαλα, ὅπου παρέμειναν στὴ φυλακὴ γιὰ σαράντα ἡμέρες. ᾿Εκεῖ ἐπισκέφθηκαν τὸν ᾿Ιάκωβο δύο ἄλλοι μαθητές του, ὁ Θεωνᾆς καὶ ὁ Μαρκιανός, καὶ τὸν ρώτησαν γιὰ τὴν τύχη τῆς μονῆς καὶ τῶν ἀδελφῶν μετὰ τὸ θάνατό του. Τότε ὁ ᾿Ιάκωβος προφήτευσε ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐγκαταλείψουν τὴ μονὴ καὶ θὰ συγκεντρωθοῦν σὲ κάποιο μοναστήρι κοντὰ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀπέστειλε μάλιστα καὶ ἐπιστολὴ στοὺς μαθη¬τές, μὲ τὴν ὁποία ὅριζε τὸ Θεωνᾆ ὡς διάδοχο καὶ ἡγούμενο τῆς μονῆς Προδρόμου.

Τὴν 1η Νοεμβρίου τοῦ 1519 ὁ ᾿Ιάκωβος καὶ οἱ δύο μαθητές του, ᾿Ιάκωβος καὶ Διονύσιος, ἀφοῦ βασανίσθηκαν φρικτὰ στὸ Διδυμότειχο καὶ στὴν ᾿Αδριανούπολη ἀντίστοιχα, ἀπαγχονίσθηκαν. Τὰ σώματα τῶν τριῶν νεομαρτύρων ἀγοράσθηκαν ἀπὸ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τάφηκαν στὸ χωριὸ ᾿Αρβανιτοχώρι, πέντε χιλιόμετρα ἔξω ἀπὸ τὴν ᾿Αδριανούπολη.

Σύμφωνα μὲ τὴν προφητεία τοῦ ἁγίου ᾿Ιακώβου, μετὰ τὸ θάνατό του ὁ Θεωνᾆς καὶ ἡ συνοδεία τῆς Δερβεκίστας ἐγκατέλειψαν τὸ ἑπόμενο ἔτος τὴ μονὴ καὶ μετέβησαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, στὴ μονὴ Σίμωνος Πέτρας. ᾿Απὸ κάποιο ᾿Αρτηνὸ ἱερέα πληροφορήθηκαν γιὰ τοὺς τάφους τῶν ἁγίων καὶ φρόντισαν γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τῶν λειψάνων τους. Μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ 1522, “οἱ μαθηταὶ τοῦ ἁγίου καὶ διὰ τὴν ἔνδειαν τῶν ἀναγκαίων, καὶ μᾆλλον διὰ τὴν προφητείαν τοῦ ἁγίου ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴν Σιμωνόπετραν”, μαζὶ μὲ τὰ λείψανα τῶν τριῶν νεομαρτύρων καὶ ἦλθαν στὰ περίχωρα τῆς Θεσσαλονίκης. ᾿Εγκαταστάθηκαν στὸ μοναστήρι τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας, “τὸ ὁποῖον ἦτο τότε, μονύδριον μικρότατον, παλαιότατον καὶ σεσαθρωμένον, ἀνοικοδομήσαν ἐκ βάθρων καὶ ἱκανὰ κελλία ἔκτισαν διὰ τοὺς ἀδελφούς, χάριτι Θεοῦ συνήχθησαν ἕως ἑκατὸν πεντήκοντα ἀδελφοί, οἵτινες διῆγον κοινοβιακὴν ζωήν”.

῾Ως ἡγούμενος τῆς μονῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας μαρτυρεῖται ὁ Θεωνᾆς σὲ διάφορες πηγές, μέχρι τὸ 1535. ῾Η ἀνάρρηση τοῦ Θεωνᾆ στὸ μητροπολιτικὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης θὰ πρέπει νὰ συνέβη μετὰ τὸ ἔτος αὐτό, διότι μέχρι τὸ 1535 μητροπολίτης Θεσσαλονίκης ἦταν ὁ ᾿Ιωάσαφ καὶ σὲ ἔγγραφο τοῦ 1538 ἀναφέρεται ὁ Θεωνᾆς ὡς μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

῾Η παρουσία του στὸ θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης δὲν ἦταν πολύχρονη, διότι μαρτυρεῖται ὡς μητροπολίτης τὸν Μάϊο τοῦ 1541, ἐνῶ τὸν ᾿Απρίλιο τοῦ 1542 ἀναφέρεται ὡς μακαρίτης πλέον· συνεπῶς θὰ πρέπει νὰ πέθανε στὰ μέσα τοῦ 1541.

Τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του, μεταφέρθηκε μὲ τρόπο θαυμαστὸ καὶ ἐνταφιάσθηκε στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας. Τὸ ἔτος 1821 μεταφέρθηκε στὴ Σκόπελο καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴ μονὴ ᾿Εσφιγμένου τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους καὶ ἐκ νέου στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας, ὅπου καὶ φυλάσσεται σήμερα. ῾Η μνήμη του ἑορ¬άζεται τὴν 4η ᾿Απριλίου καὶ στὴ μονὴ τῆς ἁγίας ᾿Αναστασίας τὴν Δ¢ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

῾Ο ὅσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης συνέγραψε τὸ Βίο τοῦ ἁγίου Θεωνᾆ, ὁ ὁποῖος συμπεριελήφθη στὸ Νέον ᾿Εκλόγιον καθὼς καὶ τὴν ᾿Ασματικὴν ᾿Ακολουθίαν πρὸς τιμήν του.


ΘΕΟΔΟΥΛΟΣ καὶ ΑΓΑΘΟΠΟΥΣ, μάρτυρες

Στὸ Συναξάριο τῶν μαρτύρων ᾿Αγαθόποδος καὶ Θεοδούλου δὲν ἀναφέρεται ὁ χρόνος τοῦ μαρτυρίου, ἔχοντας ὅμως ὑπόψη μας κάποια στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἐκτενὲς Μαρτύριο ποὺ ἕπεται τοῦ Συναξαρίου συμπεραίνουμε ὅτι οἱ δύο μάρτυρες ἐτελειώθησαν στὶς ἀρχὲς τοῦ διοκλητιάνειου διωγμοῦ ἐπὶ Καίσαρος Μαξιμιανοῦ (286-305) καὶ ἄρχοντος Φαυστίνου.

Στὸ Μαρτυρολόγιό τους τονίζεται ἰδιαίτερα τὸ θάρρος, ἡ παρρησία, καὶ ἡ ἐμμονὴ τῶν δύο μαρτύρων στὴν ἀληθινὴ πίστη, ποὺ προκάλεσαν τὸ θαυμασμὸ ὅλων τῶν παρισταμένων.

Καὶ οἱ δύο μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη· ὁ Θεόδουλος, νεαρὸς στὴν ἡλικία, ἦταν ἀναγνώστης καὶ προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανῆ οἰκογένεια. Οἱ ἀδελφοί του, Καπίτων, Μητρόδωρος καὶ Φιλόστοργος, ἦταν εὐσεβέστατοι νέοι καὶ στὶς δύσκολες ὧρες ποὺ πέρασε ὁ Θεόδουλος μετὰ τὴ σύλληψή του, στάθηκαν δίπλα του, ἐνισχύοντάς τον καὶ τονώνοντάς του τὸ φρόνημα. Σημειώνεται δέ, στὸ Συναξάριό του, ὅτι λίγο πρὶν ἐξαπολυθεῖ ὁ διωγμὸς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ὕπνου του, ὁ Θεόδουλος δέχθηκε ὡς δῶρο ἕνα πρωτότυπο δαχτυλίδι, σύμβολο τοῦ δωρητοῦ Θεοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ περιστατικὸ ὁ Θεόδουλος ἀπέκτησε θεραπευτικὲς ἰδιότητες καὶ ἐπιτελοῦσε ἰάσεις.

῾Ο ᾿Αγαθόπους (Agathoponus ἢ Agathopolus ἢ Agathonis στὰ ἀρχαῖα λατινικὰ συναξάρια), γέροντας στὴν ἡλικία, εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ διακόνου ὅταν συνελήφθη μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο καὶ ὁδηγήθηκαν στὸν Φαυστῖνο, ἡγεμόνα τῆς Θεσσαλονίκης, μὲ σκοπὸ ἢ νὰ ἀρνηθοῦν τὴν πίστη τους καὶ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα ἢ διαφορετικὰ νὰ θανατωθοῦν. Καὶ οἱ δύο ὅμως ἔχοντας μιὰ ψυχὴ καὶ ἕνα φρόνημα δήλωσαν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου πὼς δὲν πρόκειται νὰ ὑποχωρήσουν καὶ νὰ ἀρνηθοῦν τὸν ῞Ενα καὶ μοναδικὸ Θεό.

῾Ο Φαυστῖνος βλέποντας μὲ πόση παρρησία καὶ γενναιότητα ἀντιμετώπιζαν καὶ οἱ δύο τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου, ἀποφάσισε νὰ ἐπιχειρήσει νὰ τοὺς μεταπείσει χωριστὰ τὸν ἕναν ἀπὸ τὸν ἄλλον. Γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀπομάκρυνε ὅλους καὶ κράτησε κοντά του μόνο τὸν Θεόδουλο μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἴσως μπορέσει νὰ τὸν κάμψει εὐκολότερα, ἐξαιτίας τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας του. Δὲν πέτυχε ὅμως τὸ σκοπό του, γιατὶ οὔτε οἱ ὑποσχέσεις ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἀπειλὲς κλόνισαν τὸ φρόνημα τοῦ Θεοδούλου· ἀπεναντίας μάλιστα ἐπέδειξε τέτοια γενναιότητα ποὺ ἄφησε ἔκπληκτο τὸν Φαυστῖνο, ὁ ὁποῖος, βλέποντας τὴν ἀποτυχία του, διέταξε νὰ ἀπομακρύνουν τὸν Θεόδουλο καὶ νὰ ὁδηγήσουν ἐνώπιόν του τὸν ᾿Αγαθόποδα, τὸν ὁποῖο προέτρεψε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, τονίζοντάς του τὴν ἡλικία του καὶ τὴ σύνεση ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιδείξει σ᾿ αὐτή. ᾿Επιπλέον, γιὰ νὰ τὸν κάμψει ἀκόμη περισσότερο, τοῦ εἶπε ὅτι καὶ ὁ Θεόδουλος θυσίασε ἐνωρίτερα ἀπ᾿ αὐτόν. ῾Ο ᾿Αγαθόπους, ποὺ ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τὴν ἀπάτη τοῦ ἀπάντησε ἀναλόγως, λέγοντάς του ὅτι, “προθύμως καὶ ἐγὼ τὴν διὰ λόγων θυσίαν θὰ προσφέρω πρὸς τὸν Θεόν μου καὶ τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Διότι πρὸς τούτους καὶ ὁ Θεόδουλος ὑπεσχέθη νὰ προσφέρη εὔοσμον θυσίαν”.

Στὴ συνέχεια ἔδωσε μιὰ σθεναρὴ ὁμολογία τῆς πίστεώς του, τέτοια ποὺ πολλοί, φοβούμενοι μήπως κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἐνδυναμωθοῦν ὅσοι ἀνέμεναν νὰ ἀνακριθοῦν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα, κατηγορούμενοι γιὰ τὸν ἴδιο λόγο μὲ τὸν ᾿Αγαθόποδα, προέτρεψαν τὸν Φαυστῖνο νὰ διατάξει τὴ φυλάκισή του μαζὶ μὲ τὸν Θεόδουλο. ᾿Αρκετοὶ τότε ἀπὸ τὸ παριστάμενο πλῆθος, ἐμφορούμενοι ἀπὸ δειλία, προσπάθησαν νὰ τοὺς μεταπείσουν, προβάλλοντας ὡς ἐπιχείρημα στὸν μὲν Θεόδουλο τὴ νεότητά του, τὴν ὁποία ἔπρεπε νὰ λυπηθεῖ, στὸν δὲ ᾿Αγαθόποδα τὴ λευκασμένη κεφαλή του. ᾿Αλλὰ οἱ δύο ὑποψήφιοι μάρτυρες ἔμειναν ἀνυποχώρητοι· γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁδηγήθηκαν στὴ φυλακή, ὅπου διανυκτέρευσαν προσευχόμενοι. Κατὰ τὸ μεσονύκτιο ἐνδυναμώθηκαν μὲ αἴσια ὄνειρα· μετὰ δὲ ἀπὸ αὐτὸ συνέχισαν νὰ προσεύχονται καὶ νὰ δοξολογοῦν τὸ Θεὸ ποὺ τοὺς στήριξε κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο. Μέσα στὴν ἡσυχία τῆς νύκτας οἱ ὑμνωδίες τῶν δύο ἁγίων ξεχύθηκαν σ᾿ ὅλη τὴ φυλακὴ καὶ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς φυλακισμένους κακοποιοὺς βλέποντας τὸ θάρρος καὶ τὴν ἠρεμία τῶν δύο μαρτύρων, συγκλονισμένοι δήλωναν μετάνοια, ἀψηφώντας κι αὐτὸν ἀκόμη τὸ θάνατο, ἐνῶ ἀπὸ τὸν προκαλούμενο θόρυβο εἰσῆλθε στὴ φυλακὴ ὁ ὄχλος ποὺ εἶχε συγκεντρωθεῖ ἀπ᾿ ἔξω καὶ θαύμαζε γιὰ τὰ γεγονότα.

Κάποιος Οὐρβανὸς ποὺ παρακολούθησε ὅλα ὅσα εἶχαν συμβεῖ στὴ φυλακή, ἔσπευσε νὰ καταγγείλει τὰ γενόμενα στὸν Φαυστῖνο· ἐπιπλέον τοῦ συνέστησε νὰ θανατώσει ὅσο τὸ δυνατὸν γρηγορότερα τὸν Θεόδουλο καὶ τὸν ᾿Αγαθόποδα, γιατὶ ὅσο περισσότερο παρέμεναν στὴ φυλακὴ τόσο περισσότερους ἀνθρώπους θὰ προσέλκυαν στὴ χριστιανικὴ πίστη.

῾Ο Φαυστῖνος, ταραγμένος ἀπὸ ὅσα ἄκουσε, διέταξε νὰ τοῦ παρουσιάσουν ἀμέσως τοὺς δύο συλληφθέντες, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακρίνει γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. Πρῶτα ἀνέκρινε τὸν Θεόδουλο· γρήγορα ὅμως παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ τὸν μεταπείσει μὲ λόγια καὶ διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. ῾Ο Θεόδουλος ὑπέμενε ὅλα τὰ βασανιστήρια μὲ καρτερία καὶ γενναιότητα· πολλοὶ ὅμως ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἄντεξαν οὔτε κἂν στὴ θέα τῶν φοβερῶν τιμωριῶν καὶ δείλιασαν καὶ προτίμησαν νὰ φάγουν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα. Τέλος, ὁ Φαυστῖνος διέταξε νὰ τὸν ἀποκεφαλίσουν, ἐλπίζοντας πὼς θὰ λιποψυχοῦσε ὁ μάρτυς καὶ θὰ ὑποχωροῦσε ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀπειλή, ἀλλὰ καὶ πάλι ἀστόχησε.

Στὴ συνέχεια κάλεσε τὸν ᾿Αγαθόποδα, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τὴν ἴδια γενναία συμπεριφορὰ μὲ τὸν Θεόδουλο· γι᾿ αὐτὸ διέταξε καὶ πάλι νὰ τοὺς φυλακίσουν. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς νύκτας οἱ δύο μάρτυρες ἐνδυναμώθηκαν μὲ μία ὀπτασία· εἶδαν ὅτι βρίσκονταν μέσα σ᾿ ἕνα πλοῖο ποὺ καταποντίσθηκε καὶ οἱ μόνοι ποὺ διασώθηκαν ἦταν αὐτοί. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτό, δοξολόγησαν τὸ Θεὸ καὶ ἔτσι προετοιμασμένους καὶ ἐνδυναμωμένους τοὺς παρέλαβαν οἱ φύλακες γιὰ νὰ τοὺς παρουσιάσουν ἐνώπιον τοῦ Φαυστίνου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξέδιδε τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση. Γιὰ τελευταία φορὰ ὁ Φαυστῖνος ἐπιχείρησε νὰ τοὺς μεταπείσει ἀλλὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ ἔλαβε ἦταν ὅτι, “εἴμεθα χριστιανοὶ καὶ ὑπὲρ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ προτιμῶμεν νὰ ὑποστῶμεν τὰ πάντα”. Κατόπιν τούτου διέταξε νὰ τοὺς ρίξουν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πνιγοῦν. Οἱ δύο μάρτυρες, ὁδηγούμενοι στὸν τόπο τῆς καταδίκης, συνοδεύονταν ἀπὸ ὁρισμένους εἰδωλολάτρες ποὺ προσπαθοῦσαν ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμὴ νὰ τοὺς μεταπείσουν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μία ὁμάδα χριστιανῶν ποὺ τοὺς μακάριζαν γιατὶ παρέμειναν πιστοὶ ὡς τὸ τέλος. ῞Υστερα ἀπὸ ἀρκετὴ ὥρα οἱ δύο μάρτυρες ρίφθηκαν στὴ θάλασσα, ἀλλὰ τὰ δεσμά τους λύθηκαν μὲ ἀποτέλεσμα νὰ παραλάβουν τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων οἱ χριστιανοί. Σημειώνεται μάλιστα στὸ Συναξάριό τους, ὅτι ὁ μάρτυς Θεόδουλος ἐμφανίσθηκε σὲ κάποιους χριστιανοὺς μετὰ τὸ μαρτυρικὸ θάνατό του φορώντας μιὰ μεγαλοπρεπῆ στολὴ καὶ τοὺς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ μοιράσουν τὴν περιουσία του στὶς χῆρες καὶ τὰ ὀρφανὰ καὶ σ᾿ ὅποιον ἄλλο εἶχε ἀνάγκη, ἀποκαλύπτοντας κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ φιλάνθρωπη καὶ ἐλεήμονα φύση του ἀκόμη καὶ μετὰ θάνατον.

Μία σημαντικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὸν τόπο ἀθλήσεως τῶν μαρτύρων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος μᾆς παρέχει ὁ Βίος τοῦ ὁσίου Δαυὶδ τοῦ δενδρίτη. Συγκεκριμένα, κατὰ τὴ διήγηση τῆς διὰ θαλάσσης ἐπιστροφῆς του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Θεσσαλονίκη, ὁπότε καὶ ἐκοιμήθη, γίνεται ἀναφορὰ στὸν τόπο ὅπου εἶχαν ριφθεῖ τὰ σώματα τῶν δύο μαρτύρων. Σημειώνεται λοιπὸν ὅτι, “καὶ λοιπὸν πλησίασαν τὸ πλοῖον τῇ πόλει (ἐνν. τὴ Θεσσαλονίκη), οὐ προσώρμησε τῷ λιμένι, ἀλλὰ πρὸς δυσμὰς τῆς πόλεως ὥρμησεν ἐν ᾧ τόπῳ ἐρρίφθησαν τὰ σώματα τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος ὑπὸ τῶν ἀσεβεστάτων καὶ ἀθεωτάτων Μαξιμιανοῦ Καίσαρος καὶ Φαυστίνου ἡγεμόνος”.

Σὲ Μαρτύριό τους, ποὺ σώζεται σὲ κώδικα τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, σημειώνεται ἡ ὕπαρξη ναοῦ πρὸς τιμὴν τῶν δύο μαρτύρων στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης.
Κανόνα πρὸς τιμὴν τῶν ἁγίων Θεοδούλου καὶ ᾿Αγαθόποδος συνέταξε ὁ ὅσιος ᾿Ιωσὴφ ὁ ῾Υμνογράφος, ὁ ὁποῖος ὡς γνωστὸν εἶχε διέλθει καὶ παραμείνει γιὰ κάποιο χρονικὸ διάστημα στὴ Θεσσαλονίκη. ῾Η μνήμη τῶν δύο μαρτύρων τιμᾆται στὶς 4 ᾿Απριλίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

16 ᾿Απριλίου

ΑΓΑΘΩΝ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΚΑΣΙΑ, ΦΙΛΙΠΠΑ,

Θεσσαλονικεῖς ὁμολογηταὶ (ἀρχὲς 4ου αἰῶνος)


Οἱ τέσσερις αὐτοὶ νεαροὶ χριστιανοὶ ὁδηγήθηκαν στὸ γραφεῖο τοῦ ἀστυνόμου τῆς Θεσσαλονίκης Κασσάνδρου τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ 304, κι ἐκεῖ συναντήθηκαν μὲ τὴν ὁμάδα ἄλλων τριῶν νεανίδων (᾿Αγάπη, Χιόνη, Εἰρήνη), ἐκ τῶν ὁποίων οἱ δύο ἐμαρτύρησαν τὴν ἴδια ἡμέρα καὶ ἡ τρίτη μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες, ὅπως περιγράφεται στὸ σωζόμενο αὐθεντικὸ Μαρτυρολόγιό τους. Εἶναι πιθανὸ ὅτι οἱ ὁμάδες αὐτὲς ἀποτελοῦνταν ἀπὸ μαθητὰς δύο διαφορετικῶν διδασκάλων τῆς χριστιανικῆς πίστεως. ῍Αν καὶ τὸ σωζόμενο Μαρτυρολόγιο ἀναφέρεται στὴν ὁμάδα τῶν τριῶν νεανίδων μόνο, στὴν πρώτη δίκη μετέχουν καὶ οἱ τέσσερις ἄλλοι, γι᾿ αὐτὸ καὶ μνημονεύονται καὶ οἱ ἐρωταποκρίσεις ποὺ ἀφοροῦν σ᾿ αὐτούς.

῞Ολοι οἱ νέοι ἀπεστάλησαν στὸν διοικητὴ Δουλκίτιο ὡς δικαστὴ μαζὶ μὲ ἀναφορὰ τοῦ ἀστυνόμου. “Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν ἱερόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”. ῾Η ἀναφορὰ δείχνει ὅτι ἡ σύλληψις καὶ κατηγορία ἐναντίον τους εἶναι γιὰ παράβασι τοῦ τετάρτου διατάγματος τοῦ Διοκλητιανοῦ ποὺ προέβλεπε τὴν ὑποχρέωσι ὅλων τῶν πολιτῶν νὰ προσφέρουν θυσία στὰ εἴδωλα καὶ νὰ τρώγουν εἰδωλόθυτα.

῾Ο Δουλκίτιος ἀρχίζει τὴν ἐξέτασι ἀπὸ τὸν ᾿Αγάθωνα, τὸν μόνο ἄρρενα στὶς δύο ὁμάδες νέων.

- Γιατί, ὅταν ἔφθασες στὰ ἱερά, δὲν ἐχρησιμοποίησες τὰ ἱερόθυτα, ὅπως οἱ εὐλαβεῖς;

- Διότι εἶμαι χριστιανός.

- ᾿Ακόμη καὶ σήμερα ἐπιμένεις στὰ ἴδια;

- Ναί.

- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Κασία;

- Θέλω νὰ σώσω τὴν ψυχή μου.

- Θέλεις νὰ φάγης ἱερόθυτα;

- Δὲν θέλω.

- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Φιλίππα;

- Λέγω τὸ ἴδιο.

- Ποιὸ εἶναι τὸ ἴδιο;

- Προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω παρὰ νὰ φάγω.

- ᾿Εσὺ τὶ λέγεις, Εὐτυχία;

- Λέγω τὸ ἴδιο, προτιμῶ ν᾿ ἀποθάνω.

Τελικὰ οἱ τέσσερις καταδικάσθηκαν νὰ ἐγκλεισθοῦν “πρὸς τὸ παρόν” στὸ δεσμωτήριο λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, ἰδιαιτέρως ὅμως ἡ Εὐτυχία, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος εἶχε ἀποθάνει πρὸ ἑπταμήνου, καὶ λόγω τῆς ἐγκυμοσύνης της. Απὸ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἡ τύχη τῶν τεσσάρων ἐγκλείστων ἐγκαταλείπεται. ῍Αν μετὰ τὴν ἐνηλικίωσί των ἐμαρτύρησαν, τὸ μαρτύριό τους ἀπετέλεσε ἐνδεχομένως θέμα ἑνὸς εἰδικοῦ κειμένου, τὸ ὁποῖο βέβαια ἐχάθηκε. ῍Αν λόγω τῆς ταχείας ἐξελίξεως τῶν γεγονότων ἐλευθερώθηκαν, παραμένουν ὁμολογηταί. ᾿Εγγραφή των στὰ μαρτυρολόγια ἢ τὰ μηναῖα δὲν ὑφίσταται.


ΑΓΑΠΗ, ΕΙΡΗΝΗ, ΧΙΟΝΙΑ,

νεάνιδες τῆς Θεσσαλονίκης, ποὺ ἐμαρτύρησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ († 304)

Γιὰ τὸ μαρτύριο τῶν τριῶν αὐτῶν κοριτσιῶν σώζεται τὸ κείμενο τοῦ συγχρόνου τους Μαρτυρολογίου, ποὺ ἀποτελέσθηκε ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μιᾆς σύνθετης δίκης μὲ τὴν προσθήκη ἑνὸς συντόμου διαφωτιστικοῦ γενικοῦ προλόγου, ὀλίγων στίχων στὴν κάθε μία ἀπὸ τὶς ἐπαναληπτικὲς δίκες γιὰ τὴν Εἰρήνη καὶ ἑνὸς πολὺ συντόμου ἐπιλόγου.

Φαίνεται ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐπεισοδίου στὸ ὁποῖο ἀρχικῶς ἦσαν ἐμπεπλεγμένες δύο ὁμάδες νέων χριστιανῶν, ποὺ προφανῶς συνέπεσε νὰ συλληφθοῦν ταυτοχρόνως καὶ συναντήθηκαν μεταξύ τους ἴσως τυχαίως στὸ γραφεῖο τῆς ἀστυνομίας καὶ μέχρις ἑνὸς σημείου συμπορεύθηκαν στὴν πρώτη ὁμάδα ἀνῆκαν οἱ τρεῖς νέες ποὺ ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τούτου τοῦ ἄρθρου, στὴ δεύτερη ἀνῆκαν τέσσερις ἀνήλικοι νέοι, οἱ ᾿Αγάθων, Κασία, Φιλίππα, Εὐτυχία. ῾Ο πρόλογος ἀναφέρεται μόνο στὶς τρεῖς νέες, οἱ ὁποῖες σὲ σημεῖα τοῦ κειμένου ὀνομάζονται ἀδελφές, ἐνῶ τὰ μέλη τῆς δεύτερης ὁμάδας παρουσιάζονται μόνο στὴν πρώτη δίκη καὶ ἡ παραπέρα τύχη τους ἀγνοεῖται.

῾Η διήγησις προϋποθέτει τόσο τὸ πρῶτο διάταγμα τοῦ Διοκλητιανοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ποὺ ἀπαγόρευε τὴ χρῆσι καὶ κατοχὴ χριστιανικῶν βιβλίων (τοῦ Φεβρου¬αρίου 303), ὅσο καὶ τὸ τέταρτο ποὺ διέτασσε τὴν προσφορὰ θυσιῶν στὰ εἴδωλα ἢ τουλάχιστο τὴν βρῶσι εἰδωλοθύτου ἐπὶ ποινῆ θανάτου σὲ περίπτωση ἀρνήσεως (ἀρχῶν τοῦ 304). ᾿Αφοῦ δὲ στὸν ἐπίλογο σαφῶς ὁρίζεται χρόνος τελέσεως τοῦ μαρτυρίου ἡ ἐνάτη ὑπατεία τοῦ Διοκλητιανοῦ καὶ ἡ ὀγδόη τοῦ Μαξιμιανοῦ, καὶ συγκεκριμένως ἡ πρώτη ᾿Απριλίου, εὑρισκόμαστε στὸ ἔτος 304.

᾿Απὸ τὴν ἔκθεσι μαρτυρεῖται ὅτι οἱ τρεῖς ἀδελφές, πιθανῶς ἐνεργὰ μέλη μιᾆς ἀδελφότητος νέων χριστιανῶν μὲ πλουσία βιβλιοθήκη, ἔφυγαν εὐθὺς μετὰ τὴν ἔκρηξι τοῦ διωγμοῦ, σὲ ὑψηλὸ ὄρος πλησίον τῆς Θεσσαλονίκης, πιθανῶς τὸν Χορτιάτη, ἀφοῦ ἔκρυψαν στὸ σπίτι τους τὰ βιβλία. ῾Η Εἰρήνη σ᾿ ἐρώτησι τοῦ δικαστοῦ ἀπαντᾆ ὅτι ὁ πατέρας τους δὲν ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξι τῶν βιβλίων, ἀλλὰ δὲν καθίσταται σαφές, ἂν ὁ ἴδιος ἦταν εἰδωλολάτρης ἢ χριστιανός. Τὸ ἑπόμενο ἔτος οἱ τρεῖς κόρες συνελήφθηκαν, ἐπάνω στὸ βουνὸ ἢ στὴν πόλι ὅπου εἶχαν ἐπιστρέψει, ταυτοχρόνως περίπου μὲ τὰ μέλη τῆς ἄλλης ὁμάδος κι ἐστάλθηκαν ἀπὸ τὸν ἀστυνόμο -τὸν βενεφικιάριο- Κάσσανδρο στὸν διοικητὴ τῆς πόλεως μὲ ἀναφορὰ του περὶ τῆς ἀρνήσεώς των νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα.

“Πρὸς σὲ τὸν κύριό μου, ὁ ἀστυνόμος Κάσσανδρος. Γνώριζε, κύριε, ὅτι ὁ ᾿Αγάθων, ἡ Εἰρήνη, ἡ ᾿Αγάπη, ἡ Χιόνη, ἡ Κασία, ἡ Φιλίππα καὶ ἡ Εὐτυχία δὲν θέλουν νὰ φάγουν εἰδωλόθυτα γι᾿ αὐτὸ τοὺς ἀναφέρω στὴν ἐντιμότητά σου”.

Καὶ ἀρχίζει ἡ διαδικασία μὲ τὶς ἐρωταποκρίσεις. ῾Η περιγραφὴ τῆς ἀνακρίσεως, ποὺ ἔχει ἐξαχθεῖ ἀπὸ τὰ πρακτικὰ μὲ ἐλαφρὲς προσθαφαιρέσεις ἀπὸ τὸν συντάκτη, ἂν καὶ εἶναι ἐντελῶς τυπική, περικλείει ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῶν νεαρῶν τούτων χριστιανικῶν ψυχῶν. ῾Ο διοικητὴς Δουλκίτιος ξεκινᾆ μὲ τὴν γενικὴ παρατήρησι πρὸς ὅλους.

“Τί μανία εἶναι αὐτή, νὰ μὴ ὑπακούετε στὴ διαταγὴ τῶν θεοφιλεστάτων βασιλέων καὶ καισάρων μας;”.

Στὴν ἐρώτησι, γιατὶ δὲν τρώγουν εἰδωλόθυτα παίρνει ἀπὸ τὴν ᾿Αγάπη τὴν ἀπάντησι:

“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν θέλω νὰ ἀπολέσω τὴν συνείδησί μου”.

῾Ο Δουλκίτιος συνεχίζει τὶς ἐρωτήσεις πρὸς τὶς ἄλλες κόρες, γιὰ τὸν λόγο ποὺ δὲν ὑπακούουν στὶς διαταγές, γιὰ νὰ πάρῃ τὶς ἀπαντήσεις κατὰ σειρὰ ἀπὸ τὴν Εἰρήνη καὶ τὴ Χιόνη:

“Γιὰ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ”.

“῎Εχω πιστεύσει στὸν ζῶντα Θεὸ καὶ δὲν πράττω τοῦτο”.

῾Ο διοικητὴς ἐξέδωσε ἀπόφασι, ποὺ ἀναγνώσθηκε στὸ ἀκροατήριο, διὰ τῆς ὁποίας καταδικάζονταν σὲ θάνατο ἐπάνω στὴν πυρὰ οἱ δύο μεγαλύτερες ἀδελφές.

“Γιὰ τὴν ᾿Αγάπη καὶ τὴ Χιόνη, ἐπειδὴ μὲ ἀσεβῆ διάνοια ἔπραξαν ἐνάντια πρὸς τὸ θεῖο θέσπισμα τῶν αὐθεντῶν μας αὐγούστων καὶ καισάρων, ἀκολουθώντας ἀκόμα τὴν ἀνάξια καὶ σάπια καὶ μισητὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς εὐσεβεῖς θρησκεία τῶν Χριστιανῶν, διέταξα νὰ παραδοθοῦν στὴν πυρά”.

Στὴν ἀπόφασι αὐτὴ προστίθεται ὅτι ὁ ᾿Αγάθων καὶ οἱ τέσσερις ἄλλες κόρες, λόγω τοῦ νεαροῦ τῆς ἡλικίας των, δὲν καταδικάσθηκαν σὲ θάνατο, διότι κατὰ τὸ ρωμαϊκὸ δίκαιο δὲν μποροῦσε νὰ ἐπιβληθῆ τέτοια ποινὴ σὲ ἀνηλίκους, δηλαδὴ σὲ πρόσωπα κάτω τῶν 18 ἐτῶν. Καταδικάσθηκαν λοιπὸν νὰ ἐγκλεισθοῦν στὸ δεσμωτήριο.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἀπὸ τὴν τελείωσι τῶν δύο κοριτσιῶν στὴν πυρά, ἡ Εἰρήνη προσήχθηκε πάλι στὸ δικαστήριο. Εἶχε ἀνακαλυφθῆ στὸ σπίτι τους ὁλόκληρη βιβλιοθήκη χριστιανικῶν ἔργων ποὺ ἀνῆκαν σ᾿ αὐτές. Στὴ νέα δίκη ὁ Δουλκίτιος προσπαθεῖ νὰ εὕρη ἐνήλικες συνενόχους, ἀλλὰ ἡ νεαρὴ κόρη ἐκφεύγει μὲ ἀφελῆ δεξιοτεχνία τὴν εὐθεῖα ἀπάντησι.

- Ποιὸς σὲ συνεβούλευσε νὰ φυλάξης ἕως σήμερα αὐτὰ τὰ δέρματα καὶ τὰ κείμενα;

- ῾Ο Θεὸς ὁ παντοκράτωρ, ποὺ ἐζήτησε νὰ τὸν ἀγαποῦμε μέχρι θανάτου.

- Ποιὸς ἐγνώριζε ὅτι αὐτὰ εὑρίσκονταν στὸ σπίτι ποὺ κατοικοῦσες;

- Κανένας ἄλλος δὲν βλέπει παρὰ μόνο ὁ Θεὸς ὁ παντοκράτωρ ποὺ γνωρίζει τὰ πάντα.

- Τὸ περασμένο ἔτος ποῦ ἐκρυφθήκατε;

- ῞Οπου θέλησε ὁ Θεός, στὰ βουνά, στὴν ὕπαιθρο.

- Σὲ ποιὸν ἐπήγατε;

- Στὴν ὕπαιθρο, ἀπὸ βουνὸ σὲ βουνό.

- Ποιοὶ σᾆς ἔδιναν ψωμί;

- ῾Ο Θεὸς ποὺ τὸ δίνει σὲ ὅλους.

Τὸ ἦθος αὐτῶν τῶν χριστιανικῶν παιδιῶν ἦταν ἀδαμάντινο. ῎Οχι μόνο τὴ χριστιανική τους πίστι δὲν ἦσαν διατεθειμένα ν᾿ ἀπαρνηθοῦν, ἀλλ᾿ οὔτε τοὺς διδασκάλους των δὲν ἦσαν πρόθυμοι νὰ φανερώσουν οὔτε αὐτοὺς ποὺ τοὺς περιέθαλψαν, ἂν καὶ ἐγνώριζαν ὅτι τέτοια προδοσία θὰ ἐλάφρυνε σοβαρὰ τὴ θέσι τους.

Τὰ ἐπίδικα κείμενα περιέχονταν χειρογράφως σὲ ποικίλης μορφῆς γραφικὲς ὕλες διφθέρες, βιβλία, πινακίδες, κωδικέλλους, σελίδες. ῞Ολα αὐτὰ ἐκάηκαν δημοσία, ἐνῶ ἡ Εἰρήνη γιὰ σωφρονισμὸ καταδικάσθηκε νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ πορνεῖο, παίρνοντας ἡμερησίως ἕνα μόνο ἄρτο ἀπὸ τὸ διοικητήριο. Κανεὶς ὅμως δὲν ἐδέχθηκε νὰ θίξη τὴν εὐγενῆ κόρη καὶ ὅταν ὁ διοικητὴς ἔμαθε τοῦτο, τὴν ἀνακάλεσε γιὰ τρίτη κατὰ σειρὰ δίκη, κατόπιν τῆς ὁποίας εὑρῆκε τὴν τύχη τῶν ἀδελφῶν της.

Τὸ Μαρτυρολόγιο αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ οἱ παραθέσεις ἀπὸ τὴν Α¢ πρὸς Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου ὀφείλονται στὴν δικαιολογημένη προσπάθεια τοῦ συντάκτη νὰ δείξη ὅτι οἱ τρεῖς κόρες ἀποτελοῦν μιὰ νέα δόξα γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ποὺ ἦταν ἤδη δοξασμένη ἀπὸ τὴν περίσσεια πίστι καὶ ἀγάπη τῶν χριστιανῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀποστόλου.

Τὰ ὀστᾆ τῶν τριῶν κοριτσιῶν ποὺ ἀπέμειναν ἀπὸ τὴν πυρὰ εἶναι προφανὲς ὅτι συνελέγηκαν ἀπὸ μέλη τῆς χριστιανικῆς κοινότητος. ᾿Ετάφηκαν σὲ κάποιο σημεῖο δυτικῶς τῆς πόλεως, σὲ μικρὴ ἀπόστασι ἀπὸ τὰ τείχη, ὅπου ἀνεγέρθηκε ἕνας ναΐσκος στὴν ἀρχή, ποὺ ἀργότερα ἔγινε μεγαλύτερος. Στὶς Διηγήσεις τῶν θαυμάτων τοῦ ῾Αγίου Δημητρίου (Α 12, 9) ἀναφέρεται τὸ “σεβάσμιον τέμενος” τῶν τριῶν ἁγίων μαρτύρων Χιόνης, Εἰρήνης καὶ ᾿Αγάπης, ἀλλὰ ἴχνη του δὲν ἔχουν εὑρεθῆ.

Σύμφωνα μὲ αὐτὸ τὸ γνήσιο Μαρτυρολόγιο ἡ Εἰρήνη ἐμαρτύρησε τὴν 1 ᾿Απριλίου καὶ οἱ ἀδελφές της μερικὲς ἡμέρες ἐνωρίτερα. Μὲ βάσι αὐτὴ τὴν ἡμερομηνία τὰ ἀρχαῖα Μαρτυρολόγια τοποθετοῦν τὴ μνήμη τους σὲ κάποια ἀπὸ τὶς πρῶτες ἡμέρες τοῦ ᾿Απριλίου, ἀπὸ 1 ἕως 7, χωρὶς γενικὴ συμφωνία. Τὸ ἰσχῦον ὅμως ἑλληνικὸ συναξάριο τὴν τοποθετεῖ στὶς 16 ᾿Απριλίου καὶ στὶς 22 Δεκεμβρίου σὲ συνδυασμὸ μὲ τῆς ᾿Αναστασίας τῆς Φαρμακολυτρίας καὶ τοῦ Χρυσογόνου καὶ μάλιστα στὴν ᾿Ακυηλία. Αὐτὴ ἡ παράδοσις, ποὺ ἀκολουθεῖται καὶ ἀπὸ τὸ λατινικὸ Passio, εἶναι τελείως ξένη πρὸς τὰ πράγματα. ῾Η βενεδικτίνη μοναχὴ Ροσβίτα, κατὰ τὸν 10ο αἰῶνα, ἐχρησιμοποίησε τὸ ἐπεισόδιο τῶν τριῶν ἀδελφῶν ὡς θέμα τῆς κωμωδίας της Dulcitius, γραμμένης λατινικά, ὅπου παρουσιάζει τὴν ἀρετὴ τῶν ἱερῶν παρθένων νὰ θριαμβεύη ἐπὶ τοῦ κυβερνήτη, σὲ ἀντίθεσι πρὸς τὴ διαγωγὴ τῶν διεφθαρμένων γυναίων τῆς παγανικῆς λατινικῆς κωμωδίας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

29 ᾿Απριλίου

ΙΑΣΩΝ, συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου

Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων ἀπαντᾆ σὲ δύο ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης. Στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων (17, 5) καὶ στὴν Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ τοῦ Παύλου (16, 21).

῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος μετὰ τοὺς Φιλίππους ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπου δίδαξε ἐπὶ τρεῖς ἑβδομάδες. ῾Η διδασκαλία του ἐπέσυρε τὸ μῖσος τῶν ᾿Ιουδαίων, οἱ ὁποῖοι στράφηκαν ἐναντίον του παρακινώντας καὶ τοὺς ἀγοραίους τῆς πόλεως. ᾿Επειδὴ φιλοξενοῦνταν στὸ σπίτι τοῦ ᾿Ιάσονα, οἱ ᾿Ιουδαῖοι τὸν ἀναζήτησαν ἐκεῖ· δὲν τὸν βρῆκαν ὅμως, γι᾿ αὐτὸ ἔσυραν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἄλλους ἀδελφοὺς στοὺς πολιτάρχες, δηλ. στοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντες. Στὴν ἀφήγηση αὐτὴ τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ἀναφέρεται γιὰ πρώτη φορὰ τὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ιάσονα. Στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ Παῦλος ἀναφέρει τὸν ᾿Ιάσονα μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀπηύθυναν χαιρετισμοὺς στοὺς παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς.

᾿Απὸ τὴν ῾Αγία Γραφή, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔχουμε τὶς πρῶτες πληροφορίες καὶ συγκεκριμένως στὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολὴ ὁ ᾿Ιάσων καὶ ὁ Σωσίπατρος χαρακτηρίζονται “συγγενεῖς” τοῦ Παύλου. ῾Ο χαρακτηρισμὸς αὐτὸς δημιούργησε ὁρισμένα ἐρωτήματα. Κατὰ πᾆσα πιθανότητα σημαίνει “ὅτι ὁ Παῦλος καὶ ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ὁμότεχνοι, πάντως ὄχι συγγενεῖς ἐξ αἵματος”. ᾿Εντούτοις, ὅπως δέχονται οἱ ἐρευνητές, ὁ ἀναφερόμενος στὶς Πράξεις τῶν ᾿Αποστόλων καὶ στὴν ἐπιστολή, εἶναι ἕνα καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπο. “Τούτου τοῦ ᾿Ιάσονος”, λέγει ὁ ῾Ιερὸς Χρυσόστομος, “καὶ Λουκᾆς μέμνηται. Οὐ γὰρ ἁπλῶς συγγενῆν μέμνηται, εἰ μὴ καὶ τὴν εὐσέβειαν εἶεν ἑοικότως αὐτῷ”. Μὲ τὸ ἴδιο πνεῦμα μιλάει καὶ ὁ Θεοφύλακτος: “Εἰ μὴ γὰρ τοιοῦτοι ἦσαν, οὐκ ἂν αὐτῶν ἐμνήσθη”. Στὸ ἴδιο συμπέρασμα καταλήγουν ὁ Θεοδώρητος Κύρου, ὁ Οἰκουμένιος καὶ ὅλοι οἱ νεώτεροι ἑρμηνευτές, δέχονται δηλαδὴ ταυτισμὸ τοῦ ᾿Ιάσονα τῶν Πράξεων μὲ τὴν ἐπιστολή.

῾Ο ᾿Ιάσων φαίνεται ὅτι διατηροῦσε μικρὸ ἐργαστήριο ὑφαντουργίας, στὸ ὁποῖο ὁ Παῦλος βρῆκε ἐργασία. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ συνεργάτης τοῦ ᾿Αποστόλου ἦταν ἐγκατεστημένος στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ἴσως μονίμως. Τὸ Μηναῖο τῆς ᾿Εκκλησίας φέρει τὸν ᾿Ιάσονα Ταρσέα τὴν καταγωγή. “Τούτων ὁ μὲν ᾿Ιάσων Ταρσεὺς ἦν, ὃς καὶ πρῶτος ἐκεῖθεν ζωγρεῖται πρὸς τὴν εὐσέβειαν”. ῎Ισως ἡ γνώμη αὐτὴ σχηματίσθηκε ἀπὸ τὴ φράση τοῦ Παύλου “οἱ συγγενεῖς μου” καὶ κυρίως ἀπὸ παρερμηνεία σχετικῆς φράσεως τῶν λεγομένων “Πράξεων τῶν ῾Αγίων”, ἔργο κατὰ πᾆσα πιθανότητα τοῦ ἐνάτου αἰώνα. Οἱ “Πράξεις τῶν ῾Αγίων” ἀναφέρουν ὅτι ὁ ᾿Ιάσων καταστάθηκε ἀπὸ τὸν Παῦλο ἐπίσκοπος Ταρσοῦ. “᾿Εξ ἀρχῆς”, λέγει τὸ κείμενο τῶν “Πράξεων τῶν ῾Αγίων” “ὁμοῦ ᾿Ιάσων τῆς Ταρσοῦ μητρόπολιν κυβερνῶν ἐμπεπίστευτο παρὰ Παύλου ὡς οἰκείαν πατρίδα”. ᾿Αλλὰ τὸ “οἰκείαν πατρίδα” δὲν ἀναφέρεται στὸν ᾿Ιάσονα, ἀλλὰ στὸν Ταρσέα Παῦλο, ποὺ ἐμπιστεύθηκε τὴν πατρίδα του στὸν ᾿Ιάσονα. ᾿Αλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη καταγόταν ἀπὸ τὴν Ταρσό, δὲν θὰ ἦταν Χριστιανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἐγκατάστασή του στὴ Θεσσαλονίκη. Τοῦτο εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἰσχυρισθοῦμε, διότι ἐὰν εἶχε γνωρίσει τὴ χριστιανικὴ πίστη στὴν Ταρσό, εὑρισκόμενος στὴ Θεσσαλονίκη ἔπρεπε τουλάχιστον νὰ εἶχε προλειάνει τὸ ἔδαφος. Τὸ μόνο βέβαιο εἶναι ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ζοῦσε στὴ Θεσσαλονίκη καὶ ὅτι ἔγινε μαθητὴς τοῦ Παύλου.

Τὸ συναξάριο τῆς λατινικῆς ᾿Εκκλησίας Martyrologium Romanum φέρει τὸν ᾿Ιάσονα καταγόμενο ἀπὸ τὴν Κύπρο. Μᾆλλον πρόκειται γιὰ λάθος, ὅπως ἤδη δέχονται οἱ εἰδικοί, ἐπειδὴ γίνεται σύγχυση ἀπὸ τὴν παρονομασία Μνά¬σωνος μὲ τὸν ᾿Ιάσονα.

῾Η γνώμη τοῦ Holzner ὅτι ὁ Παῦλος ἦλθε ἀπὸ τοὺς Φιλίππους στὴ Θεσσαλονίκη κομίζοντας ἐπιστολὲς πρὸς τὸν ᾿Ιάσονα, συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀπόψεως ἐκείνης ὅτι ὁ Παῦλος δὲ γνώριζε τὸν ᾿Ιάσονα καὶ ὅτι ὁ ᾿Ιάσων γνώρισε τὸ Χριστιανισμὸ ἀπὸ τὸν Παῦλο. ῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος στὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱεραποστολικῆς δράσεώς του ἐπισκεπτόταν κατ᾿ ἀρχὴν τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἔπειτα ἀπευθυνόταν στοὺς ᾿Εθνικούς. Στὴ Θεσσαλονίκη, ὅπως εἶναι γνωστό, ἐπισκέφθηκε τὴ συναγωγή, ὅπου καὶ μίλησε. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ᾿Ιουδαῖος. Τὸ ὄνομα ᾿Ιάσων εἶναι συνηθισμένο στοὺς ῞Ελληνες, τὸ ἔπαιρναν ὅμως καὶ πολλοὶ ῾Ελληνιστὲς ᾿Ιουδαῖοι. ῾Η πληροφορία τοῦ Δωροθέου Τύρου ὅτι ὁ ᾿Ιάσων ἦταν ἕνας ἀπὸ τοὺς Ο¢ μαθητὲς τοῦ Κυρίου, ἔχει ἀποκρουσθεῖ.

῾Η δράση τοῦ ᾿Ιάσονα ἀρχίζει ἀμέσως μετὰ τὴ μεταστροφή του στὸ Χριστό. Φιλοξενεῖ τὸν Παῦλο στὸ σπίτι του, προσφέρει στὸ δάσκαλο καὶ τοὺς πρώτους χριστιανοὺς τὴ βοήθειά του, διαθέτει τὸ ἴδιο του τὸ σπίτι γιὰ τὶς συγκεντρώσεις καὶ ὑφίσταται διώξεις χάρη τοῦ Εὐαγγελίου. ῾Η ἀναζήτηση τοῦ Παύλου ἀπὸ τοὺς ᾿Ιουδαίους καὶ ἡ σύλληψη τοῦ ᾿Ιάσονα στὴ Θεσσαλονίκη ἦταν πράξη ἀνεύθυνη. ῍Αν πράγματι οἱ κατηγορίες ὅτι ἐνεργοῦσε κατὰ τοῦ Καίσαρα ἦταν ἐπιβεβαιωμένες, τότε ἔπρεπε νὰ γίνει ἔρευνα ὄχι ἀπὸ τὸν ὄχλο, ἀλλὰ ἀπὸ τὶς ἀρχές. Οἱ Πολιτάρχες ὕστερα ἀπὸ ἐξέταση στὴν ὁποία ὑπέβαλαν τὸν ᾿Ιάσονα καὶ τοὺς ἀδελφούς, τοὺς ἄφησαν ἐλεύθερους καὶ τοὺς διαβεβαίωσαν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐνοχληθοῦν. Παρόλα αὐτὰ ἡ θέση τοῦ ᾿Ιάσονα δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἐπισφαλής.

῞Ολα αὐτὰ ἀποτελοῦν προοίμιο ἄλλων διώξεων ποὺ ἐπρόκειτο νὰ ὑποστεῖ ὁ ᾿Ιάσων. ῾Ο ἱερὸς Χρυσόστομος, ἐπαινώντας τὸν ᾿Ιάσονα, τὸν χαρακτηρίζει θαυμαστό: “Θαυμαστὸς ὁ ἀνὴρ εἰς κινδύνους ἑαυτὸν ἐκδοὺς καὶ ἐκπέμψας αὐτούς”.

Μετὰ τὰ συμβάντα στὴ Θεσσαλονίκη ὁ Παῦλος ἀναχωρεῖ γρήγορα-γρήγορα γιὰ τὴ Βέροια. “Οἱ δὲ ἀδελφοὶ διὰ νυκτὸς ἐξέπεμψαν τόν τε Παῦλον καὶ Σίλαν εἰς Βέροιαν”. Πρωτοστάτης γιὰ τὴ φυγάδευση τοῦ διδασκάλου τους ἦταν ὁ ᾿Ιάσων.

Μετὰ τὴν ἀναχώρηση τοῦ Παύλου γιὰ τὴ Βέροια καὶ ἀπ᾿ ἐκεῖ γιὰ τὴ λοιπὴ ῾Ελλάδα, ὁ ᾿Ιάσων ἔμεινε στὴ Θεσσαλονίκη, διοργανώνοντας τὴν πρώτη ᾿Εκκλησία. ῞Οταν ὁ Τιμόθεος καὶ ὁ Σίλας πῆγαν στὴν Κόρινθο, ὁ ᾿Ιάσων τοὺς ἔδωσε χρήματα γιὰ τὸν Παῦλο.

῞Οπως εἴπαμε λίγο παραπάνω ὁ ᾿Ιάσων δὲν συνόδευσε ἀμέσως τὸν Παῦλο, τὸν ἀκολούθησε ὅμως κατὰ πᾆσα πιθανότητα στὴν τρίτη πορεία του ἢ ἦλθε ὡς ἀπεσταλμένος τῶν Μακεδόνων κομίζοντας τὴ λογία. ῞Οταν ὁ Παῦλος ἔγραφε τὴν πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή, ὁ ᾿Ιάσων ἦταν στὴν Κόρινθο καὶ ἀπηύθυνε χαιρετισμοὺς στοὺς Χριστιανοὺς τῆς κοινότητος τῆς Ρώμης.

Μία παράδοση φέρει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο τῆς γενέτειρας τοῦ διδασκάλου του, τὸν δὲ Σωσίπατρο ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου. ῎Αλλη πάλι παράδοση θέλει τὸν ᾿Ιάσονα ἐπίσκοπο ᾿Ικονίου, τὴν ὁποία ὅμως ἀποκρούουν οἱ ἑρμηνευτές. Τόσο ὁ ᾿Ιάσων ὅσο καὶ ὁ Σωσίπατρος ἦλθαν στὴν Κέρκυρα, ὅπου ἀνέπτυξαν πλούσια δράση.

῾Η δραστηριότητα τῶν δύο ἀποστόλων στὴν Κέρκυρα ἐξιστορεῖται ἀπὸ μεταγενέστερα κείμενα. ῾Ο ἑρμηνευτὴς ὅμως εὔκολα κατανοεῖ ὅτι ἡ εὐσεβὴς φαντασία προσέθεσε πολλά. ῾Ωστόσο μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε τὸν πυρήνα τῶν ἀφηγήσεων.

Οἱ δύο συνεργάτες τοῦ Παύλου, ᾿Ιάσων καὶ Σωσίπατρος, ἀνέπτυξαν ἀξιόλογη δράση στὴν Κέρκυρα. Καταρχὴν λέγεται ὅτι ἔκτισαν ναὸ ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη πρὸς τιμὴ τοῦ πρωτομάρτυρος Στεφάνου, πρᾆγμα ποὺ δὲν ἐπαληθεύεται γιὰ τὸν πρῶτο αἰώνα.

Καὶ οἱ δύο συνεργάτες τοῦ ᾿Απ. Παύλου, ἐξαιτίας τῆς ἱεραποστολικῆς τους δραστηριότητας, συκοφαντήθηκαν, συνελήφθηκαν καὶ ρίφθηκαν στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα Κερκυλλίνο. Στὴ φυλακὴ μετέστρεψαν ἑπτὰ ληστὲς στὸ Χριστό, οἱ ὁποῖοι ἀργότερα μαρτύρησαν γιὰ τὴν πίστη τους. Οἱ δύο ἀπόστολοι παραδόθηκαν ἀπὸ τὸν ἡγεμόνα στὸν ἔπαρχο Καπριανό, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν μπόρεσε νὰ τοὺς μεταπείσει, τοὺς ἔρριψε στὴ φυλακή.

Τὰ βασανιστήρια ποὺ ὑπέστησαν οἱ δύο ἀπόστολοι ἀπὸ τὸν ἔπαρχο, συνεκίνησαν τὴ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνα, Κέρκυρα, ἡ ὁποία ἀσπάσθηκε τὸ Χριστιανισμό. Οἱ δύο ἀπόστολοι ρίφθηκαν σὲ μιὰ “παραβούτα σιδηρά”, ὅπου ὑπῆρχε πίσσα καὶ ριτίνη. ῾Ο ᾿Ιάσων ἐξῆλθε ἀβλαβής, ἐνῶ ὁ Σωσίπατρος πέθανε. ᾿Απὸ τὴ δοκιμασία αὐτὴ τῶν δύο ἀποστόλων, μετενόησε ὁ ἡγεμόνας, κατηχήθηκε, βαπτίσθηκε καὶ μετονομάστηκε Σεβαστιανός.

῾Ο ᾿Ιάσων, ὅπως ἀναφέρουν οἱ “Πράξεις ῾Αγίων”, ἔζησε μέχρι βαθυτάτου γήρατος, διακονώντας τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Κερκύρας καὶ κτίζοντας ναούς. Οἱ Κερκυραῖοι γιὰ τὴν προσφορὰ τῶν δύο ἀποστόλων, τοὺς τιμοῦν καὶ πρὸς τιμή τους ὑπάρχει περικαλὴς ναός, ποὺ θεωρεῖται ὁ ἀρχαιότερος στὴν πόλη. ῾Η μνήμη τους τιμᾆται στὶς 29 ᾿Απριλίου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

1 Μαΐου


ΑΚΑΚΙΟΣ, ὁσιομάρτυς († 1.5.1816)

῾Ο ὁσιομάρτυς ᾿Ακάκιος ἀνήκει σὲ μιὰ ὁμάδα νεομαρτύρων, οἱ ὁποῖοι ἂν καὶ εἶχαν ἐξομώσει σὲ νεαρὴ ἡλικία καὶ εἶχαν καταστεῖ ἀρνησίχριστοι, ἀργότερα συνειδητοποίησαν τὸ βαρὺ ἁμάρτημά τους, μετανόησαν καὶ κατέφυγαν στὸ ῞Αγιο ῎Ορος μὲ σκοπὸ τὴν προετοιμασία τους γιὰ τὸ ἑκούσιο μαρτύριο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ ἐπιβεβαίωναν καὶ ἔμπρακτα τὴν ἐπιστροφή τους στὴν ὀρθόδοξη πίστη.

῾Ο ᾿Αθανάσιος, αὐτὸ ἦταν τὸ κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ᾿Ακακίου, καταγόταν ἀπὸ τὸ Νεοχώρι -σημερινὸ ᾿Ασβεστοχώρι- Θεσσαλονίκης. Οἱ γονεῖς του εἶχαν ἀναγκασθεῖ γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους νὰ μετακομίσουν στὶς Σέρρες, ὅπου παρέδωσαν τὸν ἐννεάχρονο ᾿Αθανάσιο σὲ κάποιον ὑποδηματοποιὸ γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὴν τέχνη του. ῞Ομως ἡ σκληρὴ συμπεριφορά του καὶ ἡ κακομεταχείριση ἐξώθησαν τὸν ᾿Αθανάσιο στὴν ἐξόμωση γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὰ βάσανα. Στὴν πράξη του αὐτὴ τὸν προέτρεψαν καὶ δύο ὀθωμανές, οἱ ὁποῖες παρακολουθοῦσαν τὴν ἀπάνθρωπη συμπεριφορὰ τοῦ ἀφεντικοῦ του, καὶ ὑποσχόμενες μιὰ καλύτερη ζωὴ στὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο τὸν ἔπεισαν τὴν ἡμέρα τῆς Μ. Παρασκευῆς νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανὸς πλέον ὁ ᾿Αθανάσιος, υἱοθετήθηκε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο ἡγεμόνα τῆς περιοχῆς ᾿Ισοὺφ Μπέη, στὸ σπίτι τοῦ ὁποίου παρέμεινε ἐπὶ ἐννέα χρόνια. Σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν ὁ ᾿Αθανάσιος δέχθηκε τὴν πονηρὴ ἐπίθεση τῆς μητριᾆς του, ἡ ὁποία καθὼς ἔβλεπε τὸν μικρὸ ᾿Αθανάσιο νὰ μεγαλώνει καὶ νὰ ἀνδρώνεται τὸν ἐρωτεύθηκε. ᾿Επειδὴ ὅμως αὐτὸς δὲν ὑποχώρησε καὶ δὲν ὑπέκυψε στὸ πάθος τῆς μητριᾆς του συκοφαντήθηκε ἀπ᾿ αὐτὴν στὸ θετὸ πατέρα του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐκδιωχθεῖ ἀπὸ αὐτόν. ᾿Εκμεταλλευόμενος αὐτὴν τὴν εὐκαιρία κατέφυγε στὴ Θεσσαλονίκη κοντὰ στοὺς γονεῖς του, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἐγκαταλείψει τὶς Σέρρες μόλις πληροφορήθηκαν τὴν ἐξόμωσή του. Στὸ πατρικό του σπίτι δὲν παρέμεινε γιὰ μεγάλο χρονικὸ διάστημα, φοβούμενος μήπως καταστεῖ γνωστὸ στὴ Θεσσαλονίκη τὸ γεγονὸς τῆς ἀρνήσεώς του καὶ τῆς προσχωρήσεώς του στὸ μωαμεθανισμὸ καὶ γίνει κατ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ αἰτία νὰ τιμωρηθοῦν καὶ οἱ γονεῖς του καὶ αὐτός. Γι᾿ αὐτό, ἀκολουθώντας τὶς συμβουλὲς τῶν γονέων του μετέβηκε στὸ ῞Αγιο ῎Ορος, ὅπου, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ ἀρκετὲς μονές, κατέληξε τελικὰ στὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου, στὴ συνοδεία τοῦ γέροντος Νικηφόρου, ὁ ὁποῖος τὸν παρέδωσε ὡς ὑποτακτικὸ στὸ γέροντα ᾿Ακάκιο γιὰ νὰ τὸν προετοιμάσει γιὰ τὸ μαρτύριο, ὅπως εἶχε κάνει καὶ προηγουμένως μὲ τοὺς ὁσιομάρτυρες Εὐθύμιο καὶ ᾿Ιγνάτιο. Μετὰ ἀπὸ ἕνα διάστημα ἔντονης ἀσκήσεως, ὁ ᾿Αθανάσιος, ὁ ὁποῖος στὸ μεταξὺ διάστημα ἐκάρη μοναχὸς καὶ μετονομάσθηκε ᾿Ακάκιος, ἔχοντας τὶς εὐλογίες τῶν λοιπῶν γερόντων ξεκίνησε συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν μοναχὸ Γρηγόριο, ὁ ὁποῖος εἶχε συνοδεύσει ἐνωρίτερα καὶ τοὺς δύο παραπάνω ὁσιομάρτυρες, γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη στὶς 10 ᾿Απριλίου. ῾Ο πλοίαρχος, ἄνθρωπος εὐλαβής, ὅταν ἔμαθε τὸ σκοπὸ τοῦ ταξιδιοῦ τοῦ ᾿Ακακίου ὑποσχέθηκε στὸν Γρηγόριο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τοῦ λειψάνου του μετὰ τὸ μαρτυρικό του τέλος καὶ νὰ τὸ ἐπανακομίσει ὁ ἴδιος στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. ῞Υστερα ἀπὸ δεκατρεῖς ἡμέρες ἔφθασαν αἰσίως στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου φιλοξενήθηκαν ἀπὸ κάποιον παντοπώλη, γνώριμο τοῦ Γρηγορίου. Τὸ Σάββατο 29 ᾿Απριλίου ὁ ᾿Ακάκιος, ἀφοῦ προετοιμάστηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τὰ ῎Αχραντα μυστήρια, ντύθηκε μὲ ροῦχα τουρκικὰ καὶ μὲ τὴν καθοδήγηση τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ καπετάνιου ἔφθασε στὸ κριτήριο, ὅπου ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τῶν παρισταμένων τὴν ἐπάνοδό του στὴν πρώτη του πίστη. ᾿Εξαιτίας αὐτῆς του τῆς ὁμολογίας κλείσθηκε στὴ φυλακή καθ᾿ ὅλη δὲ τὴ διάρκεια τῆς φυλακίσεώς του προσπάθησαν ἐπανειλημμένα εἴτε μὲ κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις, εἴτε μὲ βασανιστήρια καὶ ἐκφοβισμοὺς νὰ τὸν μεταπείσουν. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν κατάφεραν νὰ τὸν κλονίσουν ἰδιαίτερα μάλιστα ἐνισχύθηκε καὶ προετοιμάσθηκε γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσει τὸ μαρτύριο ὅταν ἔλαβε τὴ θεία Κοινωνία ποὺ τοῦ μετέφερε κρυφὰ στὴ φυλακὴ ὁ ἀδελφὸς τοῦ καπετάνιου. Οἱ Τοῦρκοι προύχοντες βλέποντας τὸ σταθερὸ φρόνημα τοῦ ᾿Ακακίου κατάλαβαν πὼς μάταια κοπιάζουν, γι᾿ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισαν τὴ θανάτωσή του. ῎Ετσι, τὴν 1 Μαΐου, ἡμέρα Δευτέρα καὶ ώρα πέμπτη “εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν” ὁ ᾿Ακάκιος παρέδωσε διὰ τοῦ ξίφους τὸ πνεῦμα του. Τὴν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπικρατοῦσα συνήθεια, ὁ Γρηγόριος ἐξαγόρασε τὸ λείψανο τοῦ μάρτυρος μὲ χρήματα ποὺ συγκέντρωσε ἀπὸ τοὺς παντοπῶλες τοῦ Γαλατᾆ καὶ τὸ μετέφερε στὴ νῆσο Πρίγκηπο, ὅπου ἐπιβιβάστηκαν στὸ πλοῖο μὲ τὸ ὁποῖο εἶχαν ἔρθει στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ προορισμὸ τὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Στὶς 9 Μαΐου ἀποβιβάστηκαν στὸ λιμενίσκο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων καὶ ἀπὸ ἐκεῖ μετέφεραν τὸ λείψανο στὴν Καλύβη τοῦ ἁγ. Νικολάου, ὅπου τὸ ἐνταφίασαν στὸ παρεκκλήσιο τῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου καὶ ᾿Ιγνατίου μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ὁσιομάρτυρος.

῾Η μνήμη τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου τιμᾆται τὴν 1η Μαΐου, ἡμέρα τοῦ μαρτυρίου του. Αὐτὴ τὴν ἡμέρα ὅμως ἐπιτελεῖται καὶ ἡ κοινὴ μνήμη τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων Εὐθυμίου τοῦ ἐκ Δημητσάνης, ᾿Ιγνατίου τοῦ ἐκ Παλαιᾆς Ζαγορᾆς καὶ τοῦ ᾿Ακακίου. ῾Ο καθορισμὸς κοινῆς μνήμης τῶν τριῶν ὁσιομαρτύρων δικαιολογεῖται ὡς ἑξῆς καὶ οἱ τρεῖς προῆλθαν ἀπὸ τὴ σκήτη τοῦ Τιμίου Προδρόμου τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων, ἦταν πνευματικὰ τέκνα τοῦ πατρὸς Νικηφόρου τοῦ Προδρομίτη καὶ ὑποτακτικοὶ τοῦ ἴδιου γέροντα, τοῦ ᾿Ακακίου, καὶ τέλος μαρτύρησαν μὲ διαφορὰ πολὺ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος μεταξύ τους. ᾿Επίσης τὰ λείψανα καὶ τῶν τριῶν βρίσκονται θησαυρισμένα στὸ παρεκκλήσιο ποὺ τιμᾆται στὸ ὄνομά τους, στὴν Καλύβη τοῦ ἁγίου Νικολάου στὸ ῞Αγιο ῎Ορος. Τὰ Μαρτύρια καὶ τῶν τριῶν, τῶν ὁποίων τὸ κείμενο εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπιμελημένο χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἐξεζητημένο, συνέταξε ὁ λόγιος μοναχὸς ᾿Ονούφριος ὁ ᾿Ιβηρίτης. ῾Ο ἴδιος μοναχὸς συνέθεσε καὶ ᾿Ακολουθία πρὸς τιμήν τους τὰ κείμενα αὐτὰ ἐκδόθηκαν τὸ 1862 στὴν ᾿Αθήνα ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη. Τρεῖς Κανόνες ποὺ συνέθεσε πρὸς τιμήν τους ὁ γνωστὸς ἁγιορείτης ὑμνογράφος τοῦ περασμένου αἰώνα, μοναχὸς ᾿Ιάκωβος ὁ Νεασκητιώτης, σώζονται στὸν ὑπ᾿ ἀριθμ. 139 κώδικα τοῦ Κυριακοῦ τῆς Σκήτης τῶν Καυσοκαλυβίων, ἐνῶ τὸ ἰδιαίτερο μαρτύριο τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου συνέγραψε ὁ μητροπολίτης Καισαρείας Μελέτιος.

Τέλος, ὁ ᾿Ακάκιος ὁ Προδρομίτης δημοσίευσε μία ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Ακακίου μαζὶ μὲ ἄλλα πέντε γράμματα τοῦ Εὐθυμίου τοῦ ᾿Ιβηροσκητιώτη, καθὼς καὶ ἕνα πιστοποιητικὸ τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αργυρουπόλεως Γρηγορίου πρὸς τὸν συνοδίτη Γρηγόριο, ὅπου τοῦ ἔδινε τὴν ἄδεια γιὰ τὴν ἀνακομιδὴ τοῦ λειψάνου τοῦ ὁσιομάρτυρος Εὐθυμίου. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ βρίσκονται ἐντὸς εἰδικῆς θήκης στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς μονῆς ᾿Ιβήρων δυστυχῶς ὅμως δὲν σώζεται τὸ πρωτότυπο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Ακακίου στὸ ᾿Αρχεῖο τῆς Μονῆς, ἀλλὰ κάποιο ἀντίγραφό του. ῞Οτι πρόκειται περὶ ἀντιγράφου, διαπιστώνεται εὔκολα ἀπὸ τὴν ἀντιπαραβολὴ τοῦ κειμένου τῆς ἐπιστολῆς τοῦ ᾿Αρχείου καὶ τοῦ κειμένου ποὺ δημοσιεύθηκε ἀπὸ τὸν ᾿Ακάκιο τὸν Προδρομίτη, τὸ ὁποῖο εἶναι πλῆρες ἐνῶ ἀπὸ τὸ πρῶτο ἀπουσιάζει κάποια παράγραφος. Τὴν ἐπιστολὴ αὐτὴ παραθέτουμε στὸ τέλος ὁλοκληρωμένη θέτοντας μέσα σὲ ἀγκύλες τὸ κείμενο ποὺ ἀπουσιάζει στὸ ἀντίγραφο τοῦ ᾿Αρχείου. ῾Η ἐπιστολὴ αὐτή, πού γράφηκε λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ μαρτύριό του, ἀπευθύνεται στὸ γέροντά του Νικηφόρο καὶ ἔχει ὡς θέμα της τὴν ἐνημέρωσή του περὶ τῆς ἀφίξεώς τους στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴ συνέχεια ὁ ᾿Ακάκιος ζητᾆ τὶς προσευχὲς τοῦ γέροντά του καθὼς καὶ τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν γιὰ τὴν εὐόδωση τοῦ σκοποῦ του καὶ τέλος ἀπευθύνει τοὺς χαιρετισμούς του πρὸς ὅλους.

῞Ενα πρόβλημα ποὺ δημιουργήθηκε ἐξαιτίας τῆς ἐπιστολῆς σχετίζεται μὲ τὸ χρόνο τοῦ μαρτυρίου τοῦ ᾿Ακακίου, καθὼς σ᾿ ὅλα τὰ συναξάρια μνημονεύεται ὡς χρόνος ἀθλήσεώς του τὸ ἔτος 1815 πλὴν τῆς ἐπιστολῆς ποὺ μνημονεύει τὸ ἔτος 1816, τὸ ὁποῖο πρέπει νὰ θεωρηθεῖ καὶ τὸ ἀκριβέστερο. Καὶ αὐτὸ γιατὶ σύμφωνα μὲ τὴν πληροφορία ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἐπιστολή, “Αὔριον λοιπὸν Παρασκευῇ, 28ῃ ᾿Απριλίου”, πρέπει νὰ ἀναφέρεται στὸ ἔτος 1816 ἐφ᾿ ὅσον ἡ 28η ᾿Απριλίου συνέπιπτε μὲ τὴν ἡμέρα Παρασκευὴ κατὰ τὸ ἔτος αὐτό.


᾿Επιστολὴ τοῦ ὁσιομάρτυρος ᾿Ακακίου

Πανοσιώτατέ μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.

Τὸ παρόν μου ταπεινὸν γράμμα δὲν εἶν᾿ εἰς ἄλλο τι εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατευώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τῇ 24ῃ τοῦ ᾿Απριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰν ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.

Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴ μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἡμῶν ᾿Ιησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσαν καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι᾿ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾆς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾆς ἀντιβραβεύση ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾆς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμοῦ. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸ μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιο βασιλέα μου.

᾿Ακόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾆς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα ᾿Ονούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, ᾿Ακάκιον, ᾿Ιάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. [Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπᾆ ᾿Αγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπᾆ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδίαν του. ᾿Ασπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ μὲ τὴν συνοδίαν του]. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 ᾿Απριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. ᾿Αμήν.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

5 Μαΐου

ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ, ΠΕΡΕΓΡΙΝΟΣ καὶ ΕΙΡΗΝΗ, μάρτυρες

Οἱ μάρτυρες Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη συνιστοῦν μία ἄγνωστη τριάδα ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης, ἀφοῦ ἡ μνήμη τους, καταγεγραμμένη στὶς παλαιὲς Συναξαριακὲς συλλογὲς τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας, διέλαθε τῆς προσοχῆς ὅσων συνέταξαν καταλόγους τῶν ἁγίων τῆς Θεσσαλονίκης.

῾Η ἀναγραφὴ τῶν ὀνομάτων τους τόσο στὸ ῾Ιερωνυμικὸ ὅσο καὶ στὸ Ρωμαϊκὸ Μαρτυρολόγιο, ἐμφανίζει ἀρκετὲς παραλλαγὲς στοὺς λατινικοὺς κώδικες αὐτῶν τῶν συναξαρίων, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ διατυπώνονται ἀπὸ τοὺς ἐκδότες τους ποικίλες ὑποθέσεις, ποὺ ἀμφισβητοῦν τὸ μαρτύριο τοῦ Εἰρηναίου καὶ τοῦ Περεγρίνου στὴ Θεσσαλονίκη ἢ ταυτίζουν τὴν Εἰρήνη μὲ τὴ μεγαλομάρτυρα Εἰρήνη, τῆς ὁποίας ἡ μνήμη ἀναγράφεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξάριο τὴν προηγούμενη ἡμέρα, ἢ μὲ τὴν Εἰρήνη ποὺ μαρτύρησε στὴ Θεσσαλονίκη μαζὶ μὲ τὶς μάρτυρες ᾿Αγάπη καὶ Χιονία (16 ᾿Απριλίου).

῾Ωστόσο ἡ πλειοψηφία τῶν κωδίκων, καθὼς καὶ δυτικὰ ἁγιολογικὰ ὑπομνήματα ποὺ συντάχθηκαν γιὰ τοὺς τρεῖς μάρτυρες, τοὺς χαρακτηρίζουν ρητὰ ὡς ἁγίους τῆς Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα μὲ τὰ στοιχεῖα ποὺ ἀντλοῦμε ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα, οἱ ἅγιοι Εἰρηναῖος, Περεγρῖνος καὶ Εἰρήνη ἡ παρθένος ἄθλησαν ἐπὶ Διοκλητιανοῦ, ἀρνούμενοι νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα· μαρτύρησαν διὰ πυρὸς καὶ χαρακτηρίζονται ὡς “ἔνδοξοι μάρτυρες τῆς Θεσσαλονίκης τῆς Μακεδονίας”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

11 Μαΐου

ΚΥΡΙΛΛΟΣ καὶ ΜΕΘΟΔΙΟΣ,

αὐτάδελφοι, (827-869), (820-886)

φωτισταὶ τῶν σλαβικῶν λαῶν, ἰσαπόστολοι



῾Η Θεσσαλονίκη κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα μ.Χ. ἦταν μιὰ με­γαλόπολις, γεμάτη ἐμπορικὴ κίνησι, κοινωνικὴ ζωὴ καὶ πνευ­ματικὴ ἄνθησι. Περιβαλλόταν ἀπὸ ἀπρόσβλητα τείχη καὶ δυ­νατοὺς προβόλους. Πλήθη λαοῦ κατέκλυζαν τὴ μεγά­λη λεω­φόρο ποὺ ἐχώριζε τὴν πόλι σὲ δύο τμήματα, αὐτὴν ποὺ συμ­πίπτει σχεδὸν μὲ τὴν ᾿Εγνατία ὁδὸ τῆς σημερινῆς πόλεως. Μὲ τὴν οἰκονομική της ἄνθησι εἶχε καταστῆ κέντρο ἕλξεως τοῦ ἐνδιαφέροντος τῶν ἐμπόρων καὶ τῆς ἁρπακτι­κῆς διαθέ­σεως τῶν πειρατῶν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς.

Μεγαλοπρεπεῖς ναοὶ καὶ ἐπιβλητικὰ δημόσια κτίρια ἐστόλιζαν τὶς πλατεῖες της κι ἐδέχονταν τὰ πλήθη ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς θρησκευτικὲς καὶ κοινωνικές τους ἀνάγκες. Τὸ πρῶτο ἥμισυ τοῦ ἐνάτου αἰῶνος εἶχαν τι­μήσει τὸν ἀρχιεπισκοπικό της θρόνο δυὸ διάσημοι ἄνδρες ἀπὸ ξέ­νες ἐπαρχίες· ὁ ᾿Ιωσὴφ ὁ Στουδίτης καὶ ὁ Λέων ὁ Μαθη­μα­τικός, ὁ ἐν συνεχείᾳ πρύτανις τοῦ πανεπιστημίου Κων­σταν­τινουπόλεως. ᾿Ανῆκαν σὲ διαφορετικὰ θρησκευτικὰ στρα­­τό­πε­δα, ὁ ἕνας εἰκονόφιλος κι ὁ ἄλλος εἰκονομάχος, ἀλλὰ ἦσαν κι οἱ δυὸ ἐξ ἴσου διαπρεπεῖς στὶς πνευματικὲς κι ἐπι­στημο­νικὲς ἀσχολίες τους.

᾿Αλλὰ βέβαια τὸν φωτεινὸ στέφανο δόξας τῆς Θεσσα­λονίκης ἔπλεξαν τότε τὰ δύο δικά της τέκνα: ὁ Κύριλλος καὶ ὁ Μεθόδιος.


ΤΟ ΝΕΑΝΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ

Οἱ γονεῖς τῶν δύο ἀδελφῶν, τῶν ὁποίων τὰ κοσμικὰ ὀνόματα ἦσαν Μιχαὴλ καὶ Κωνσταντῖνος, ἦσαν εὐγενοῦς καὶ ἐπίσημης καταγωγῆς. ῾Ο πατέρας τους Λέων ὑπηρετοῦ­σε στὴ Θεσσαλονίκη ὡς δρουγγάριος, δηλαδὴ ὡς χιλίαρχος, καὶ φαίνεται ὅτι ἀργότερα προήχθηκε σὲ στρατηγό. ῍Αν αὐτὸ συνέβηκε πραγματικά, τότε συγκέντρωσε στὰ χέρια του τὴν πολιτικὴ καὶ στρατιωτικὴ ἐξουσία τῆς Μακεδονίας. Εἶ­χαν ἑπτὰ παιδιά, τῶν ὁποίων τελευταῖο ἦταν ὁ Κωνσταν­τῖ­νος ποὺ ἐγεννήθηκε τὸ 827. ῾Ο Μιχαήλ, ποὺ ἀργότερα ἐ­πρόκειτο νὰ πάρη τὸ ὄνομα Μεθόδιος, εἶχε γεννηθῆ ἴσως τὸ 820. ῾Η ἀτμόσφαιρα εὐσεβείας, ἡ ὁποία ἐπικρατοῦσε στὸν οἶκο τοῦ Λέοντος, ἔδωσε στοὺς δύο ἀδελφοὺς τὴν πρώτη ὤ­θησι πρὸς τὶς πνευματικὲς ἐνασχολήσεις. ῾Η συμμετοχή τους στὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς ᾿Εκκλησίας ἐκαλλιέργησε κι ἐξευγέ­νισε τὸν χαρακτῆρα τους.

῾Ο Μιχαὴλ εἶχε τελειώσει τὶς σπουδές του, ὅταν ἀπέ­θανε ὁ πατέρας τους. Εἶχε παρακολουθήσει πρόγραμμα μα­θημάτων, ἐγκυκλίων ἀλλὰ καὶ εἰδικῶν, τὰ ὁποῖα προωρί­ζον­ταν γιὰ τοὺς καταρτιζομένους μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιδιώξουν θέσι στὴν ἀνώτερη κρατικὴ ὑπαλληλία. ᾿Απὸ τὴν αὐτοκρά­τει­ρα Θεοδώρα, ποὺ σύμφωνα μὲ κάποια ἄποψη ἦταν συγ­γενὴς τῶν γονέων του, διωρίσθηκε ἔπαρχος σὲ μιὰ “Σκλα­βηνία”, πιθανῶς γύρω στὸ 845.

῞Οπως εἶναι γνωστό, ὁμάδες Σλάβων εἶχαν ἀρχίσει νὰ διεισδύουν στὰ ἐδάφη τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος. ᾿Ωργανωμένοι σὲ πατρι­ὲς κατέ­βαιναν πρὸς τὰ κάτω, γιὰ νὰ ἐγκατασταθοῦν σὲ μέ­ρη θερ­μότερα, ποὺ θὰ εὕρισκαν ἀκατοίκητα ἢ ὀλιγοκατοί­κητα. Οἱ ῞Ελληνες κάτοικοι, διακρινόμενοι ἀπὸ τότε γιὰ τὴν ἀστυφι­λία, ἦσαν συγκεντρωμένοι μέσα στὶς ὠχυρωμένες πόλεις καὶ στοὺς παραλιακοὺς οἰκισμούς, κι ἔτσι ἀπέφευ­γαν τὶς ἐπιδρο­μές, ἀλλὰ καὶ τὶς βαρειὲς γεωργικὲς ἐργασίες. ῾Η ὕπαιθρος χώρα λοιπὸν ἦταν πολὺ ἀραιοκατοικημένη, καὶ οἱ Σλάβοι μποροῦσαν νὰ ἐγκατασταθοῦν μὲ τὰ ποίμνιά τους σὲ ἀρκε­τὲς περιοχές. ῾Η βυζαντινὴ ἐξουσία τοὺς ἔθεσε κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχό της πολὺ ἐνωρίς, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς περιοχὲς ποὺ εὑρί­σκονται βορείως τῆς γραμμῆς Δυρραχίου, Στόβων καὶ Φι­λιπ­πουπόλεως. Τοὺς κατηύθυνε σὲ τόπους ποὺ αὐτὴ ἤ­θελε, κυρίως σ᾿ ἐρημωμένους χώρους ἢ σὲ πε­ρά­σματα. ᾿Ωρ­γάνωσε γι᾿ αὐτοὺς ἰδιαίτερες διοικήσεις, ποὺ ὠ­νομάσθηκαν Σκλαβη­νίες, καὶ διώριζε σ᾿ αὐτὲς βυζαντινοὺς ἀξιωματούχους.

Σὲ μιὰ τέτοια ἐπαρχία τῆς αὐτοκρατορίας, κατοικού­μενη ἀπὸ ἀνάμικτους, ἑλληνικοὺς καὶ σλαβικοὺς πληθυ­σμούς, μὲ ἰδιαίτερη ὅμως συγκέντρωση τῶν τελευταίων, διωρίσθηκε διοικητὴς ὁ Μιχαήλ, ὁ ὁποῖος ἐκεῖ ἐπιδόθηκε στὴν ἐκμά­θησι τῆς σλαβικῆς γλώσσας τῆς ὁποίας στοιχεῖα ἐγνώριζε κιόλας ἀπὸ ὑπηρέτες του σλαβικῆς καταγωγῆς. ῎Επειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια ἐγκατέλειψε τοῦτο τὸ ἀξίωμα, γιὰ ν᾿ ἀπο­συρ­θῆ στὸν ῎Ολυμπο τῆς Βιθυνίας, τὸ ὄρος ποὺ κατὰ τὸν ἔνα­το αἰῶνα ἦταν ὅ,τι ἐπρόκειτο νὰ γίνη λίγο ἀργότερα ὁ ῎Αθως· ὄρος τῶν μοναχῶν ἱερό. ᾿Εγκατα­στά­θηκε λοιπὸν σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ μοναστήρια του κι ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὴν ἄσκη­σι, τὴν προσευχὴ καὶ τὴ μελέτη τῆς θεο­λογίας. ᾿Απὸ τότε εἶναι γνωστὸς μὲ τὸ μοναχικό του ὄνομα· Μεθόδιος.

῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἐπρόκειτο νὰ μετονομασθῆ σὲ Κύριλλο μόλις κατὰ τὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς ζωῆς του, ἐ­π­έ­δειξε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀξιόλογη ἱκανότητα στὴ μάθηση. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, ὅσο ἦταν ὅταν ἐπέθανε ὁ πατέρας του, ἐ­γνώριζε ἀπὸ μνήμης τὰ συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. ῏Ηταν τὸ ἔτος 841. ᾿Αργότερα μετέβηκε στὴν πρω­τεύουσα, τὴν Κωνσταντινούπολι, γιὰ νὰ συνεχίση τὶς σπου­δές του στὸ ἐκεῖ πανεπιστήμιο, τὸ ὁποῖο μόλις πρὸ ὀ­λίγου εἶχε ἀναδιοργανωθῆ καὶ ἐλειτουργοῦσε ὑπὸ τὴ διεύ­θυνσι τοῦ διακεκριμένου ἐπιστήμονος Λέοντος τοῦ Μαθη­μα­τικοῦ, πρώην ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ὅπως εἴδαμε. Εἶχε προσκληθῆ ἀπὸ τὸν λογοθέτη τοῦ δρόμου, δηλαδὴ πρωθυπουργό, Θεό­κτιστο, ποὺ τὸν ἐφιλοξένησε στὸν οἶκο του καὶ τὸν προστά­τευσε ἕως τὸ τέλος τῶν σπουδῶν του, καθὼς καὶ στὰ πρῶ­τα χρόνια τῆς σταδιοδρομίας του.

Κοντὰ στὸν Λέοντα καὶ τὸν Φώτιο ἐσπούδασε τὰ μα­θηματικὰ καὶ τὴ φιλοσοφία μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα συγγενῆ μαθή­ματα, ἀλλὰ εἶχε ἰδιαίτερη ἐπίδοσι στὴ γλωσσομάθεια, ὥστε ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ ἐξέμαθε τὴ σλαβική, συριακή, ἑ­βραϊκή, σαμαρειτική, ἀραβική, χαζαρικὴ (τουρκική), λατι­νι­κή, πιθανῶς ὅμως καὶ ἄλλες γλῶσσες.

᾿Αντίθετα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του, ὁ Κωνσταντῖνος δὲν ἐγκατέλειψε τὴν πρωτεύουσα, ἂν καὶ κάποια στιγμὴ ἐσκέ­φθηκε νὰ τὸν μιμηθῆ ἀναχωρώντας σὲ ἀσκητήριο τοῦ Βο­σπόρου. ῾Ο Θεόκτιστος, ποὺ εἶχε ἀπογοητευθεῖ ἀπὸ τὴν ἄρ­νησι τοῦ νεαροῦ ἐπιστήμονος νὰ δεχθῆ σὲ γάμο τὴ θετή του θυγατέρα, ἐφοβόταν μήπως χάσουν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τους ἕνα πρόσωπο τέτοιας ἀξίας. Εἶπε λοιπὸν πρὸς τὴν αὐ­το­κρά­τειρα Θεοδώρα. “Αὐτὸς ὁ νεαρὸς φιλόσοφος περιφρο­νεῖ τὸν κόσμο. ᾿Αλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμε νὰ φύγη ἀπὸ κοντά μας. ῍Ας τὸν χειροτονήσωμε λοιπόν, γιὰ νὰ τοῦ δώσωμε τὸ ἀξίωμα τοῦ πατριαρχικοῦ βιβλιοφύλακος στὸ ναὸ τῆς ῾Αγί­ας Σοφίας” (Βίος Κωνσταντίνου, 4).

Πρέπει νὰ ἐπῆρε αὐτὴ τὴ θέσι, μαζὶ μὲ τὸν βαθμὸ τοῦ διακόνου, τὸ 850. Τὸ ἑπόμενο ἔτος ἀναδείχθηκε σὲ κα­θη­γη­τὴ τῆς φιλοσοφίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Κωνσταντι­νουπό­λεως, ὡς διάδοχος τοῦ διδασκάλου του Φωτίου, ποὺ παραι­τήθηκε ὅταν ἀνέλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἀρχιγραμματέως τοῦ κράτους, πρωτασηκρῆτις.


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Τὸ ἑλληνικὸ Βυζάντιο ἐδῶ καὶ διακόσια χρόνια, εὑρι­σκόταν σὲ κατάστασι συμπτύξεως, ἡ ὁποία ὀφειλόταν σὲ τρεῖς λόγους. Πρῶτον, στὶς ἀδιάκοπες ἐπιθέσεις βαρβαρικῶν φύλων, ἰδίως ἀπὸ τὸ νότο καὶ τὸ βορρᾆ, ποὺ ἀποτελοῦ­σαν αἰτίες συνεχοῦς αἱμορραγίας. Δεύτερον, στὴ μόνιμη ἀπο­φυ­γὴ τοῦ Βυζαντίου νὰ κατακτήση ξένα ἐδάφη, προερχόμε­νη ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ μὴ εἶναι μόνο διατηρητὴς τῆς πατρο­γονικῆς πολιτιστικῆς καὶ θρησκευτικῆς κληρονομίας, ἀλλὰ καὶ εἰρηνικὸς μεταδότης πρὸς τὰ ἔξω· καὶ κυρίως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τηρῆ τὴν χριστιανικὴ ἐντολὴ περὶ τῆς εἰ­ρή­νης. Τρίτον, στὴν ἑκατονταετῆ ἐσωτερικὴ ἔριδα ᾿Εκκλη­σίας καὶ πολιτείας γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τῶν εἰκόνων.

Τὴν κατάστασι αὐτὴ ἐκμεταλλεύθηκαν, ὅπως εἶναι εὔ­λογο, οἱ ξένοι λαοί, κυρίως οἱ βαρβαρικοί, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ μὲν αὐτοκρατορία νὰ συρρικνωθῆ, ὁ δὲ Χριστιανισμὸς νὰ χά­ση σημαντικὸ ἔδαφος στὴν ᾿Αφρικὴ καὶ τὴν ᾿Ασία.

Σύμφωνα μὲ τὸν Βίο τοῦ Κωνσταντίνου, οἱ ῎Αραβες μὲ τὴν προκλητικότητά τους εἶχαν διαμηνύσει στοὺς Βυζαν­τινοὺς ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ συζητήσουν τὸ θέμα τῆς τρια­δι­κότητος τοῦ Θεοῦ. ῾Η βυζαντινὴ ἀποστολὴ ἀνατέθηκε στὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἀπέβλεπε στὴ βελτίωση τῆς θέσεως τῶν ἐκεῖ χριστιανῶν διὰ συζητήσεων ἐμπρὸς στὸν χαλίφη Μου­ταβακήλ.

Πρέπει ὅμως νὰ σημειώσωμε ὅτι ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν μόνο θρησκευτική· διότι στὸν Βίο σημειώνεται ὅτι ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Κωνσταντῖνο καὶ ἕνας ἀσηκρῆτις, δηλαδὴ γραμμα­τεὺς τῆς αὐτοκρατορίας, ὁ Γεώργιος, ἢ κατὰ μία ἄλλη παραλ­λαγὴ τοῦ κειμένου τοῦ Βίου ἕνας ἀσηκρῆτις, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἦταν ὁ πρωτασηκρῆτις Φώτιος, καὶ κάποιος Γεώρ­γιος. ᾿Επρό­κειτο λοιπὸν γιὰ μιὰ ἀποστολὴ ποὺ θὰ συζητοῦ­σε γενικὰ τὰ προβλήματα τῶν σχέσεων μεταξὺ Βυζαντίου καὶ ἀραβικοῦ Χαλιφάτου· ὁ Κωνσταντῖνος θὰ ἐκάλυπτε τὰ θρησκευτικὰ θέματα, ὁ Γεώργιος θὰ εἶχε τὴν εὐθύνη γιὰ τὰ σχετικὰ μὲ τοὺς αἰχμαλώτους καὶ ὁ Φώτιος θὰ συντόνιζε ὅλο τὸ ἔργο. Πρωτεύουσα τοῦ Χαλιφάτου γιὰ πολλὰ χρόνια ἦταν ἡ Βαγ­δάτη, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ 836 ἡ ἕδρα εἶχε μεταφερθῆ στὴ Σα­μάρρα, ποὺ εὑρισκόταν 100 χιλιόμετρα βορείως τῆς Βαγ­δά­της. ῾Ο χαλίφης ὅμως μερικὲς φορὲς ἔμενε καὶ στὴν παλαιὰ πρωτεύουσα κι ἔτσι μποροῦμε νὰ δεχθοῦμε μὲ βάσι ὡρισμέ­νες ἐνδείξεις, ὅτι ἐκεῖ τὸν συνάντησε ἡ ἀποστολή, στὴ Βαγδάτη.

῾Ο βιογράφος σημειώνει ἀρχικὰ ἕνα μέτρο καταπιέσε­ως ποὺ εἶχαν ἐφαρμόσει οἱ μουσουλμανικὲς ἀρχές. ᾿Ανάμε­σα στὰ ἄλλα εἶχαν ὑποχρεώσει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ ζω­γρα­φή­σουν στὶς θύρες τῶν σπιτιῶν τους, ἀπὸ τὸ ἔξω μέρος, τὴ μορφὴ τοῦ Διαβόλου, κάτι ποὺ ὁ Κωνσταντῖνος ἑρμήνευ­σε καταλλήλως μὲ εἰρωνία λέγοντας· “Βλέπω ἔξω στὶς θύ­ρες παραστάσεις διαβόλου καὶ συμπεραίνω ὅτι στὸ ἐσωτε­ρι­κὸ τῶν σπιτιῶν τούτων κατοικοῦν χριστιανοί, ἀφοῦ οἱ δια­βόλοι ἀναγκάσθηκαν νὰ βγοῦν ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια. ῞Οπου δὲν βλέ­πω αὐτὲς τὶς παραστάσεις, ἐκεῖ προφανῶς οἱ δια­βόλοι κατοι­κοῦν μέσα”. Στὴ συνέχεια οἱ ἀξιωματοῦχοι τοῦ Χαλιφάτου περιέφεραν τοὺς ἀπεσταλμένους αὐτοὺς τοῦ Βυ­ζαντίου στὰ ἀξιοθέατα τῆς πρωτεύουσάς των, γιὰ νὰ τοὺς καταπλήξουν, καὶ τοὺς ἔδειξαν ἀνάμεσα στὰ ἄλλα κήπους γεμάτους ἐξωτι­κὰ δένδρα, ποὺ ποτίζονταν μὲ τεχνητὰ μέσα ἀπὸ τὸν ποτα­μὸ Τίγρητα. ῾Ο Κωνσταντῖνος τοὺς ἐτόνισε πόσο θαυμαστὰ εἶναι τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ ἀγαθὰ ποὺ προσφέρει στοὺς ἀνθρώπους.

Σὲ συζήτησι μὲ μουσουλμάνους θεολόγους κατὰ τὴ διάρ­κεια συμποσίου, ὁ Κωνσταντῖνος ἔθιξε ἕνα ἀπὸ τὰ σπου­δαιότερα σημεῖα διαφορῶν μεταξὺ τῶν δύο θρησκειῶν. Οἱ χριστιανοί, εἶπε, βαδίζουν πρὸς τὴν ἀπόκτησι τῆς τελειό­τη­τος μὲ ἠθικοὺς ἀγῶνες καὶ δοκιμάζουν μεταπτώσεις στὸ δρό­μο τους, δὲν ἀκολουθοῦν μάλιστα ὅλοι τὸν ἴδιο δρόμο· ἀλλὰ τὰ ἐπιτεύγματά τους εἶναι πνευματικώτερα. Οἱ μου­σουλ­μᾆ­νοι δὲν ἀγωνίζονται ἠθικῶς, διότι ὁ θρησκευτικὸς νόμος τους δὲν ἔχει ἀπαγορεύσεις· δὲν ὑπάρχει σ᾿ αὐτοὺς δυνατότης νὰ περιπέσουν σὲ ἁμαρτία, διότι ὅλα εἶναι εὔκο­λα· γι᾿ αὐτὸ δὲν μποροῦν νὰ προκόψουν στὸ ἦθος.

Τὸ τριαδικὸ θέμα ἦταν τὸ κυριώτερο ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ συζητήθηκαν κατὰ τὶς συναντήσεις μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Μωαμεθανισμοῦ. Τόσο σ᾿ αὐτὸ ὅσο καὶ σὲ ὅλα τὰ ἄλλα θέματα ὁ Κωνσταντῖνος ἀπαντοῦσε μὲ εὐκολία καὶ πειστι­κότητα. ῞Ολοι τὸν ἐθαύμασαν γι᾿ αὐτό. Αὐτὸς τὸ ἐδικαιολό­γησε μὲ μιὰ γενίκευσι: “῞Ολες οἱ τέχνες ἔχουν τὴν προέλευ­σί τους σ᾿ ἐμᾆς τοὺς ῞Ελληνες”.

῾Ο Βίος τοῦ Κωνσταντίνου σημειώνει ὅτι τὸ ταξίδι τοῦτο ἔγινε ὅταν ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν, καὶ εἶχε αὐτὴ τὴν ἡλικία τὸ 851. ῍Αν ἔγινε αὐτὸ τὸ ἔτος, τότε ἡ ἀ­πο­στο­λὴ δὲν εἶχε σοβαρὰ ἀποτελέσματα, διότι τίποτε δὲν ἀνα­φέ­ρεται σὲ ἄλλες πηγὲς σχετικά. ᾿Αντιθέτως μνημονεύ­ε­ται μιὰ ἀποστολὴ τοῦ Φωτίου, ποὺ ἦταν διδάσκαλος καὶ συνάδελ­φος τοῦ Κωνσταντίνου, γιὰ τὸ ἔτος 856 στοὺς Σα­ρακηνούς. Αὐτὸ τὸ ταξίδι εἶχε σημαντικὰ ἀποτελέσματα· ὑ­πογράφηκε συνθήκη εἰρήνης, ἐλευθερώθηκαν οἱ αἰχμάλωτοι καὶ ἐλαφρύν­θηκε σοβαρὰ ἡ θέσις τῶν χριστιανῶν τοῦ Χαλι­φάτου. ῎Αν, ὅπως εἶναι πιθανό, ἔγινε κάποιο λάθος ἀριθ­μοῦ στὴν χειρό­γραφη παράδοσι τῆς βιογραφίας κι ἐγράφη­κε ὅτι ὁ Κων­σταντῖνος ἦταν 24 ἐτῶν ἀντὶ τοῦ κανονικοῦ 29 ἐτῶν, τότε καὶ αὐτὸ τὸ ταξίδι μπορεῖ νὰ ἔγινε τὸ 856, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ τοῦ Φωτίου, ὅπως ἐσημειώθηκε παρα­πάνω.

Τὸ ἔτος 856 ἀποτελεῖ νέο ὁρόσημο στὴ ζωὴ τῶν δύο ἀδελφῶν, ἡ ὁποία μεταβάλλει κατεύθυνσι· ὁ Μιχαὴλ ἀπαλ­λάσσεται ἀπὸ τὴν διοίκησι τῆς Σκλαβηνίας καὶ ὁ Κωνσταν­τῖνος χάνει τὴν ἕδρα του στὸ Πανεπιστήμιο. Τοῦτο φαίνε­ται ὅτι συνέβηκε ἐξ αἰτίας τῆς ἐξοντώσεως τοῦ προστάτη τους λογοθέτη Θεοκτίστου ἀπὸ τὸν Βάρδα, ποὺ ἐπέφερε ἀλ­λαγὴ καθεστῶτος στὴν αὐτοκρατορία. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ αὐτοκράτορος Θεοφίλου (842) ἐβασίλευε οὐσιαστικὰ ἡ σύζυγός του Θεοδώρα, ἔχοντας πρωθυπουργὸ τὸν Θεόκτι­στο. Μιὰ συνωμοσία μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν θεῖο του Βάρδα, ἀ­δελφὸ τῆς Θεοδώρας, εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα ἡ μὲν Θεοδώρα νὰ ἐγκλεισθῆ σὲ μοναστήρι, ὁ Θεόκτιστος νὰ φονευθῆ καὶ ὁ νεαρὸς Μιχαὴλ Γ¢ ν᾿ ἀναλάβη ὅλη τὴν ἐξουσία μὲ πρωθυ­πουργὸ τὸ Βάρδα. Αὐτὸ ἔγινε στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 855.

Τότε ὁ Θεσσαλονικεὺς Μιχαήλ, ἀφοῦ διοίκησε ἐπὶ δέκα χρόνια τὴν ἐπαρχία του, μὲ πολλὲς δυσκολίες κατὰ καιρούς, ἀναγκάσθηκε νὰ παραιτηθῆ ἀπὸ τὴ θέσι καὶ ν᾿ ἀλλάξη τρό­πο ζωῆς, ἀνταλλάσσοντας τὰ πρόσκαιρα καὶ ἀν­θρώπινα μὲ τὰ ἀναλλοίωτα καὶ θεῖα. ᾿Επῆγε λοιπὸν στὸν ῎Ολυμπο τῆς Μικρᾆς ᾿Ασίας, ποὺ ὑψώνεται ἐπάνω ἀπὸ τὴν Προῦσα τῆς Βιθυνίας. Αὐτὸ τὸ ὄρος εἶχε καταστῆ τότε με­γάλο μοναχικὸ κέντρο, ποὺ φιλοξενοῦσε 30 μοναστήρια κι ἕνα πλῆθος ἐρη­μιτῶν.

῞Οπως εἴδαμε, ὁ Κωνσταντῖνος τὸ 856 ἐστάλθηκε σὲ ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Σαρακηνούς. Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἔ­γινε ἀπὸ τὴ νέα Κυβέρνησι τοῦ Μιχαὴλ Γ¢ καὶ τοῦ Βάρδα, δὲν δείχνει δυσμένεια, ἀλλὰ οὔτε εὐμενῆ μεταχείρισι φανε­ρώνει ὁπωσδήποτε. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐγνώριζε ἀραβικά, ποὺ δὲν ἐγνώριζε ὁ Φώτιος, καὶ ἡ συμμετοχή του στὴν ἀντιπρο­σωπεία ἦταν ἀπαραίτητη, ἔστω κι ἂν ἦταν προστατευόμε­νος τοῦ Θεοκτίστου. ῞Οταν ὅμως ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ Χαλι­φᾆτο δὲν φαίνεται νὰ ξαναπῆρε τὴν ἕδρα τοῦ καθηγητοῦ στὸ πανεπιστήμιο. ῎Ετσι ἀποφάσισε κι αὐτὸς ν᾿ ἀποσυρθῆ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια. ᾿Αναχώρησε μαζὶ μὲ ἕνα συνοδὸ σὲ ἄγνω­στη περιοχή, ποὺ πάντως πρέπει νὰ εὑρισκόταν κοντὰ στὴν πρωτεύουσα, κι ἔζησε μιὰ ζωὴ στερήσεως καὶ ἀσκήσε­ως, ἀφοῦ ἄλλωστε τώρα δὲν εἶχε καμμιὰ πρόσοδο. Δὲν ἄρ­γησε ὅμως νὰ μεταβῆ κι αὐτὸς στὸν ῎Ολυμπο καὶ νὰ εἰσα­χθῆ στὸ μοναστήρι, ὅπου ἐδῶ καὶ λίγον καιρὸ ἐμόναζε καὶ ὁ ἀδελ­φός του.

῾Ο Μιχαὴλ ἐπῆρε ἐδῶ τώρα τὴν κουρὰ τοῦ μοναχοῦ καὶ ἄλλαξε τὸ ὄνομά του σὲ Μεθόδιος, μὲ τὸ ὁποῖο εἶναι ἀπὸ τότε γνωστὸς στὴν ἱστορία· δὲν ἔγινε ὅμως κληρικὸς παρὰ μόνο ἔπειτα ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ Ρώμη, ὅπως θὰ ἰ­δοῦμε. ῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ ἦταν διάκονος, δὲν εἶχε πά­ρει τὸ μοναχικὸ σχῆμα οὔτε στὴν ἀναχώρησι οὔτε στὴ μο­νὴ τοῦ ᾿Ολύμπου· ἔμεινε λοιπὸν ἐκεῖ ὡς ἁπλὸς φιλοξενού­μενος.

῞Οταν ὁ Φώτιος, παλαιὸς φίλος καὶ διδάσκαλος, ἀνέ­λαβε τὸ πατριαρχικὸ ἀξίωμα, διαδεχόμενος τὸν ᾿Ιγνάτιο, τὸ 858, ὁ Κωνσταντῖνος πρέπει νὰ ἐπέστρεψε στὴν Κωνσταν­τι­νούπολι, προσκαλεσμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν διδάσκαλό του, καὶ ἀνέλαβε διδασκαλία στὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ ποὺ ἕδρευε στὸ κτιριακὸ συγκρότημα τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, ποὺ ἦταν κοντὰ στὰ ἀνάκτορα. Καὶ τότε, ἔχοντας συμπλη­ρώσει τὸ τριακοστὸ ἔτος τῆς ἡλικίας του, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

Στὸ Μεθόδιο, ποὺ ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ἐπρόκοψε τόσο πολὺ στὴν πνευματικὴ καὶ ἀσκητικὴ ζωή, στὴν αὐτα­πάρνησι καὶ τὴν ταπείνωσι, στὴν καθαρότητα καρδιᾆς καὶ τὴν ἀγάπη, ὁ Φώτιος μὲ τὴ σύμφωνη γνώμη τοῦ αὐτοκρά­τορος πρόσφερε ἀρχιεπισκοπικὴ ἕδρα σὲ μιὰ σπουδαία μη­τρόπολι, τὴν ὁποία ὅμως αὐτὸς ἀπέρριψε. Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ ἐπιμείνη στὴν ἄρνησί του ν᾿ ἀναλάβη τὴν ἡγουμε­νία τῆς πολυάνθρωπης μονῆς Πολυχρονίου, ποὺ εὑρισκό­ταν κοντὰ στὴν πόλι Σιγριανή, στὴν περιφέρεια τοῦ ᾿Ολύ­μπου τῆς Βι­θυνίας. Αὐτὸ πρέπει νὰ συνέβηκε τὸ 859.

῾Ο πατριάρχης Φώτιος ἀντιλήφθηκε ἐγκαίρως ὅτι οἱ Σλάβοι καὶ οἱ Τοῦρκοι τοῦ βορρᾆ, δηλαδὴ οἱ Χάζαροι, ἔ­χοντας ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἀπὸ πολὺν καιρό, ἦσαν πλέον ὥριμοι νὰ κερδηθοῦν καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴ χο­ρεία τῶν χριστιανικῶν λαῶν καὶ συγχρόνως στὸν κύκλο τῆς πολιτισμένης ἀνθρωπότητος.

Γιὰ τὴν ἀσφαλῆ θεμελίωσι κάθε προσπάθειας πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσι ἔπρεπε νὰ προηγηθῆ μιὰ προσεκτικὴ μελέτη τῶν θεσμῶν τῶν σλαβικῶν ἰδίως λαῶν, λογοτεχνικὴ διαμόρφωσις τῆς σλαβικῆς γλώσσης καὶ μετάφρασις τῶν ἀπα­ραιτήτων βιβλίων σ᾿ αὐτήν. Γιὰ τὴν προπαρασκευὴ τοῦ ἔρ­γου τούτου συστάθηκε στὴν Κωνσταντινούπολι ἕνα εἰδικὸ κέντρο σλαβικῶν μελετῶν, ὅπως θὰ ἐλέγαμε σήμερα, ὅπου ἐκπαιδεύονταν ἱεραπόστολοι καὶ ἐκπολιτισταί. Τὸ κέντρο ἕ­δρευε στὸ ναὸ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καὶ προϊστάμενός του ὡρίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν Φώτιο ὁ Κων­σταν­τῖνος, ὁ ὁποῖος στὸ ἑξῆς ἀναλάμβανε τὴ διοργάνωσι κάθε διαφωτιστικῆς θρησκευτικῆς ἱεραποστολῆς.

Τὸν ᾿Ιούνιο τοῦ 860 ρωσικὰ στίφη ἐνήργησαν ἀπίθα­νης ἀγριότητος εἰσβολὴ στὴν Κωνσταντινούπολι μὲ μονό­ξυ­λα, ἡ ὁποία εὐτυχῶς ἀποκρούσθηκε τόσο ἀπροσδόκητα ὅσο εἶχε ἐνεργηθῆ. Οἱ Ρῶσοι ἦσαν ἕνα σλαβικὸ ἔθνος, ὑποτε­ταγ­μένο τότε σὲ μιὰ μικρὴ πολεμοχαρῆ σκανδιναβικὴ φυλή, τοὺς Βαράγγους ποὺ εἶχαν κατέβη ἀπὸ τὴ λίμνη Λάδογα. ῍Αν καὶ οἱ Σλάβοι αὐτοὶ ἦσαν ὑπόδουλοι στοὺς Βαράγγους, ἡ γλῶσσα τους ἐπεκράτησε καὶ τελικὰ οἱ Βάραγγοι, ποὺ ὠ­νο­μάζονταν ἐπίσης Ρώς, ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτούς, ἀλλὰ τοὺς ἔδωσαν τὸ ὄνομά τους: Ρώς, Ρῶσοι.

Κατεῖχαν τότε τὸν χῶρο ἀνάμεσα στοὺς μεγάλους πο­ταμοὺς Δνείπερο καὶ Δόν. Κατὰ τὴν ἐπίθεσί τους στὴν πρω­τεύουσα τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας, τὴν πολυθρύλητη γι᾿ αὐτοὺς Τσάργραδ, εἶδαν ὅλη τὴν λάμψι της καὶ κατὰ τὴν ἀπόκρουσί τους ἔλαβαν πεῖρα ὅλης τῆς δυνάμεώς της.

᾿Αντιλήφθηκαν λοιπὸν ὅτι ἦταν προτιμότερο νὰ ἔχουν τὴ φιλία παρὰ τὴν ἔχθρα τῶν ῾Ελλήνων. Καὶ τὸ Βυζάντιο τοὺς διευκόλυνε σ᾿ αὐτό, συνδυάζοντας τὸ ἄνοιγμα πρὸς αὐτοὺς μὲ τὴν ἀποστολὴ πρὸς τοὺς Χαζάρους ποὺ εὑρίσκον­ταν νὰ δράσουν ἀνταγωνιστικῶς πρὸς ἐκείνους. Οἱ Χάζαροι ἄλλω­σ­τε τὴν εἶχαν προκαλέσει.

῾Ο αὐτοκράτωρ καὶ ὁ Φώτιος λοιπὸν ἀπεφάσισαν νὰ συγκροτήσουν ἀποστολὴ μὲ σκοπὸ πρῶτα νὰ ἔλθουν σ᾿ ἐνη­μερωτικὴ ἐπαφὴ μὲ τοὺς Χαζάρους. ῾Η ἀποστολὴ ἦταν, ὅπως καὶ ἡ προηγούμενη πρὸς τοὺς Σαρακηνούς, πολιτικὴ καὶ θρησκευτικὴ συγχρόνως. Γιὰ τὸν θρησκευτικὸ τομέα δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ εὕρουν ἄλλον καταλληλότερον ἀπὸ τὸν Κων­σταντῖνο, ποὺ ἐργαζόταν στὴ Σχολὴ τῶν ῾Αγίων ᾿Απο­στό­λων. Αὐτὸς ἐδέχθηκε χωρὶς δισταγμὸ τὴν ἐντολὴ καὶ πα­ρέ­λαβε μαζί του τὸν ἀδελφό του Μεθόδιο, ὁ ὁποῖος προ­σῆλθε ἀπὸ τὴ μονὴ Πολυχρονίου γι᾿ αὐτὸν τὸ σκοπό. Εἶ­ναι πολὺ πιθανὸ ὅτι τὸ πολιτικὸ μέρος τῆς ἀποστολῆς ἐκά­λυπτε ὁ Μεθόδιος, ποὺ εἶχε διατελέσει πολλὰ χρόνια κρατι­κὸς ἀξιω­ματοῦχος. Τὴν ἡγεσία ὅμως εἶχε ὁ Κωνσταντῖνος, διότι αὐτὸς εἶχε ἀποκτήσει καλὴ ἐμπειρία ἀπὸ τέτοιες ἀπο­στολὲς καὶ ἐχειρίζονταν ἄνετα πολλὲς γλῶσσες. Τοῦτο ἀπο­δεικνύεται καθαρὰ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι σ᾿ αὐτὸν ἔδωσε ὁ χαγᾆνος τὰ δῶρα, ποὺ τελικὰ δὲν ἐδέχθηκε, καὶ σ᾿ αὐτὸν παρέδωσε τοὺς αἰχμαλώτους.

Οἱ δύο ἀδελφοί, μαζὶ μὲ ὅλη τὴν πρεσβεία, ἀποβιβά­σθηκαν ἀπὸ τὸ βυζαντινὸ πλοῖο στὴ Χερσῶνα τῆς Κριμαί­ας. Τὸ καθεστὼς τῆς Κριμαίας ἦταν πολὺ ρευστό. ῾Ο πλη­θυσμός της ἦταν κατὰ βάσι ἑλληνικὸς καὶ ἦταν συνδεδεμέ­νος μὲ τὸ Βυζάντιο, ἂν καὶ διατηροῦσε κάποια αὐτονομία. ῾Η περιοχὴ εἶχε ἐπισκοπή, ποὺ κατὰ τὸν χρόνο ἐκεῖνον δι­ευθύνονταν ἀπὸ τὸν Γεώργιο. ᾿Ανατολικὰ τῆς Κριμαίας κυ­ριαρχοῦσαν οἱ Χάζαροι, βορείως οἱ Ρῶσοι καὶ δυτικῶς οἱ νεοφερμένοι τότε Οὗγγροι. Μερικὰ ἄτομα ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυ­λὲς εἶχαν διεισδύσει καὶ μέσα στὴν χερσόνησο αὐτή.

Στὴν Κριμαία ὁ Κωνσταντῖνος ἔδωσε δείγματα τῆς ἐπι­δόσεώς του σὲ γλωσσικὰ καὶ μεταφραστικὰ ἔργα. Συνάν­τησε μορφωμένους ραββίνους καὶ εἶχε τὴν εὐκαιρία κοντά τους νὰ βελτιώση τὶς γνώσεις του στὴν ἑβραϊκὴ γλῶσσα. ᾿Εκεῖ μετέφρασε καὶ τὴν ἑβραϊκὴ γραμματική, ἡ ὁποία κά­μνει μόλις τώρα γιὰ πρώτη φορὰ τὴν ἐμφάνισί της. Συνάν­τησε ἐπίσης ἕνα γέροντα Σαμαρείτη, ποὺ τοῦ ἐπέδειξε μιὰ βίβλο τῆς κοι­νότητός του, ποὺ ἦταν προφανῶς ἡ σαμαρει­τικὴ Πεντάτευ­χος, τὴν ὁποία αὐτὸς κατώρθωσε νὰ διαβάσει.

᾿Ανάμεσα στοὺς Ρώσους εὑρῆκαν περικοπὲς τῶν Εὐαγ­γελίων καὶ τῶν Ψαλμῶν, μεταφρασμένες στὴ σλαβικὴ γλῶσ­σα μὲ συριακοὺς χαρακτῆρες. Τότε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ ἀντι­λήφθηκαν ὅτι ἦταν ἀπαραίτητο ἕνα νέο ἀλφάβητο, ἱκα­νὸ ν᾿ ἀποδώση ὅλους τοὺς φθόγγους τῆς σλαβικῆς γλώσσας.

Πρὶν προχωρήσουν ἀνατολικά, ἀνέσυραν ἀπὸ τὴ θά­λασσα τὸ λείψανο τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ἐπισκόπου Ρώμης (88-100 μ.Χ.). Κατὰ παλαιὰ παράδοσι ὁ Κλήμης εἶχε ἐξορι­σθῆ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Τραϊανὸ στὴ Χερσῶνα, κατὰ τὸ 100 μ.Χ., καὶ εἶχε ριφθῆ ἀπὸ τοὺς δεσμῶτες του στὴ θά­λασσα μὲ μιὰ πέτρα στὸ λαιμό. ᾿Απέθεσαν τὸ λείψανο στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Χερσῶνος καὶ ὅταν ἐγύρισαν ἀπὸ τὴ Χαζαρία, τὸ ἐπῆραν μαζί τους, ἀφοῦ ἄφησαν ἕνα μέρος του ἐκεῖ. ῾Ο Κωνσταντῖνος συνέταξε πρὸς τιμὴν τοῦ Κλή­μεντος ἕνα Βίο, ἕνα πανηγυρικὸ Λόγο καὶ ῞Υμνους. Στὴ Ρώμη ἐπρό­κειτο ἀργότερα, μετὰ τὴν ἐπίσκεψι τῶν ἀδελφῶν σ᾿ αὐτήν, νὰ ἱδρυθῆ ναὸς τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, ὅπου τελι­κὰ ἀποτέ­θη­καν τὰ λείψανά του.

῍Αν καὶ ἡ ἀποστολὴ στὴ Νότια Ρωσία ἦταν ἁπλῶς προ­παρασκευαστική, εἶχε ἀξιόλογα ἀποτελέσματα. Βέβαια οἱ ἀντι­πρόσωποι δὲν προχώρησαν σὲ βάθος πρὸς τὴν καθ᾿ αὐτὸ χώ­ρα τῶν Ρώσων, ἀλλὰ ἦλθαν σ᾿ ἐπαφὴ μὲ αὐτοὺς στὴν Κρι­μαία καὶ βορειότερα. ῾Η κατοπινὴ ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων φανερώνει ὅτι ἀπὸ τότε οἱ Ρῶσοι ἐπέτρεπαν ἐ­λεύθερη εἴσο­δο τῶν ἱεραποστόλων στὴ χώρα τους κι ἐδέ­χθηκαν ἐπίσκο­πο. ῎Ετσι ἐτέθηκαν οἱ στερεὲς βάσεις γιὰ τὴν κατὰ τὸν ἑπό­μενο αἰῶνα ὁλοκληρωτικὴ ἐκχριστιάνισι τῆς χώ­ρας των, ποὺ ἐπίσημα τοποθετεῖται στὸ 988.

Αὐτὴ ἡ ἀποστολὴ δὲν ἦταν νέα, ἀλλ᾿ ἀποτελοῦσε συ­ν­έχεια τῆς προηγούμενης. Οἱ ἱεραπόστολοι μαζὶ μὲ τοὺς πο­λι­τικοὺς ἀπεσταλμένους, ἔπειτα ἀπὸ πολύμηνη παραμονὴ στὴν Κριμαία, μετέβηκαν στὴ Χαζαρία, τὴν ἄνοιξι τοῦ 861. Οἱ Χά­ζαροι, φῦλο τῆς τουρκικῆς ὁμοφυλίας, κατεῖχαν τότε τὴν περιοχὴ ἀπὸ τὴν Κριμαία ἕως τὸν Κάτω Βόλγα καὶ ἀπὸ τὸν Εὔξεινο ἕως τὴν Κασπία. ῾Ο Καύκασος ἀποτελοῦ­σε τὰ σύνορά τους πρὸς τὸν νότο. Πολυάριθμοι μικροὶ λαοὶ ἢ ἀπο­σπάσματα λαῶν εἶχαν ὑποταχθῆ σ᾿ αὐτούς· ᾿Αβασγοί, ᾿Αλα­νοί, Γότθοι, Μαγυάροι, Σλάβοι.

Σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ οἱ ῎Αραβες εἶχαν ἐπιχειρήσει ταυ­το­χρόνως νὰ διεισδύσουν βορείως τοῦ Καυκάσου καὶ νὰ κατα­λάβουν τὴν Κωνσταντινούπολι, οἱ Βυζαντινοὶ καὶ οἱ Χάζα­ροι ἦλθαν σὲ συνεννόησι γιὰ ν᾿ ἀντιμετωπίσουν μαζὶ τὸν κοι­νὸ ἐχθρό. ᾿Απὸ τότε οἱ σχέσεις τους εἶναι εἰρηνικὲς καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ φιλικές.

῾Ο ᾿Ιουστινιανὸς Β¢ κατέφυγε ἐκεῖ καὶ ἐνυμφεύθηκε θυ­γατέρα τοῦ χαγάνου, τοῦ ἡγεμόνος τους. ῎Επειτα ἀπὸ μερι­κὲς δεκαετίες ἡ θυγατέρα ἑνὸς ἄλλου χαγάνου, ποὺ μετωνο­μάσθηκε σὲ Εἰρήνη, ἔγινε σύζυγος τοῦ Κωνσταντί­νου τοῦ Ε¢.

Τώρα οἱ ἡγεμόνες των αἰσθάνονταν τὴν ἀνάγκη νὰ συν­δεθοῦν στενώτερα μὲ τοὺς Βυζαντινούς· κι ἕνα πρόσφο­ρο μέσο γι᾿ αὐτὸ ἦταν νὰ πλησιάσουν τὴ χριστιανικὴ θρη­σκεία. Εἶχαν προχωρήσει περισσότερο ἀπὸ τὰ ἄλλα τουρκι­κὰ φῦλα στὸν πολιτισμὸ καὶ ἡ χώρα τους προσείλκυε πολ­λοὺς ἐμπό­ρους, ῞Ελληνες, ᾿Ιουδαίους καὶ ῎Αραβες. ῾Υπῆρχε ὅμως ἀπὸ καιρὸ κάποια ἐμπλοκὴ σ᾿ αὐτὸ τὸ θέμα. Τὸ 730 ὁ χαγᾆνος Μπουλὰν εἶχε καλέσει ἐκπροσώπους τῶν τριῶν μονοθεϊστι­κῶν θρησκειῶν (Χριστιανισμοῦ, ᾿Ιουδαϊσμοῦ καὶ Μωαμεθα­νισμοῦ), γιὰ νὰ τοῦ ἀναπτύξουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴν διδα­σκαλία καὶ λατρεία τους, ὥστε νὰ ἐπιλέξη τὴν κα­λύτερη γιὰ τὸν λαό του. ᾿Επειδὴ παρατήρησε ὅτι καὶ οἱ τρεῖς ἀποδέ­χονταν τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ποὺ εἶναι ᾿Ιουδαϊ­κῆς προελεύ­σεως, σὰν κοινὸ παρονομαστή, ἐπέλεξε τὸν ᾿Ιου­δαϊσμό. ῾Ο λαός του ὅμως παρέμεινε διστακτικός, ἂν καὶ ὁ ᾿Ιουδαϊσμὸς κατέκτησε ἀρκετὸ ἔδαφος.

῾Ο χαγᾆνος τῆς ἐποχῆς ποὺ ἱστοροῦμε ἐζήτησε πάλι διαφώτισι γιὰ τὴν χριστιανικὴ θρησκεία, ἐμπρὸς στὸν κίν­δυ­νο τῶν Ρώσων μάλιστα. ῎Ετσι ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Με­θό­διος ποὺ εἶχαν ἀναλάβει τὴ διπλῆ ἐντολή, ἀφοῦ ἀναχώ­ρη­σαν μὲ πλοῖο ἀπὸ τὴ Χερσῶνα, ἀποβιβάσθηκαν στὶς ἀνα­το­λι­κὲς ἀκτὲς τοῦ Εὐξείνου Πόντου. Πρωτεύουσα τῆς Χα­ζαρίας ἦταν αὐτὴ τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Ιτίλ, ἀλλὰ ὁ χαγᾆνος ἔμενε μερικὲς φορὲς στὴ Σάρκελ, πόλι κοντὰ στὸν Εὔξεινο, τὴν ὁποία εἶχαν κτίσει βυζαντινοὶ ἀρχιτέκτονες. Στὴν τράπεζα τοῦ χαγάνου εἶχαν διαδοχικὲς συζητήσεις μὲ ἐκπροσώπους πρῶτα τοῦ ᾿Ιου­δαϊσμοῦ κι ἔπειτα τοῦ Μωαμεθανισμοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ Κων­σταντῖνος ἀπεστόμωσε. Οἱ συζητήσεις ἐστράφηκαν γύρω ἀπὸ τὰ θέματα ποὺ ἦταν ἀμφισβητούμε­να ἀνάμεσα στὰ τρία θρη­σκεύματα. Τὸ Τριαδικὸ δόγμα ἦ­ταν βασικὸ θέμα, διότι ἐν­διέφερε καὶ τὶς τρεῖς θρησκεῖες. Πρὸς τοὺς ᾿Ιουδαίους ἰδι­αι­τέρως ἔπρεπε νὰ ἐξηγήσουν ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς ἀπέρριψε τὸν μωσαϊκὸ νόμο, ὅπως ὁ Μωϋσῆς εἶχε ἀπορρίψει τὸν νό­μο τοῦ Νῶε. Τέλος, ἀπέναντι στοὺς Μωαμεθανοὺς ἐτόνισαν τὴν αὐστηρότητα, ἀλλὰ καὶ σταθερότητα καὶ εὐγένεια τῶν χρι­στιανικῶν ἠθῶν.

᾿Απὸ τὸ πέρασμα τῶν βυζαντινῶν ἱεραποστόλων προ­κλή­θηκε βαθειὰ ἐντύπωσις. ῾Ο χαγᾆνος ὑποσχέθηκε συνέχισι τῆς φιλίας του μὲ τοὺς Βυζαντινοὺς καὶ στρατιωτικὴ βοή­θεια, καὶ ἐπέτρεψε σὲ ὅλους ὅσοι ἤθελαν νὰ βαπτισθοῦν. Δια­κό­σιοι ἐπίσημοι ἄνδρες ἐβαπτίσθηκαν ἀμέσως ἀπὸ τοὺς ἱερα­­ποστόλους καὶ πολλοὶ ἐδήλωσαν ὅτι θὰ τοὺς μιμηθοῦν ἀρ­γότερα. Τὸ ἴδιο ἐδήλωσε καὶ ὁ χαγᾆνος μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτοκράτορα. Κατὰ τὸν ἀποχαιρετισμὸ ὁ Κων­σταντῖνος δὲν ἐδέχθηκε νὰ πάρη δῶρα ἀπὸ τὸν χαγᾆνο, ἀλλὰ παρέλα­βε 200 ῞Ελληνες αἰχμαλώτους ποὺ τοῦ παρέ­δωσε ἐκεῖνος.

Οἱ ἀπεσταλμένοι ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταντινούπολι πάλι διὰ μέσου Χερσῶνος ὅπου παρέλαβαν τὰ λείψανα τοῦ Κλήμεντος, τὸ φθινόπωρο τοῦ 861. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐπα­νέ­λαβε τὰ μαθήματά του στὴν Πατριαρχικὴ Σχολή. Συνέτα­ξε μιὰ ἔκθεσι περὶ τῶν ἐνεργειῶν τους στὶς δυὸ ἐκεῖνες πε­ριο­χές, Κριμαία καὶ Χαζαρία, καὶ ἔγραψε ἕνα ἀπολογισμὸ περὶ τῶν συζητήσεών του στὴ χώρα τῶν Χαζάρων, ποὺ ὁ Μεθό­διος ἀργότερα μετέφρασε στὰ σλαβικά.



ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΣΤΟΥΣ ΣΛΑΒΟΥΣ

Οἱ Σλάβοι ἐμφανίζονται γιὰ πρώτη φορὰ στὴν ἱστορία κατὰ τὰ τέλη τοῦ πρώτου μ.Χ. αἰῶνος. ᾿Εζοῦσαν τότε ἀνα­τολικώτερα τῶν Γερμανῶν, ὅπως καὶ σήμερα, στὴν περιοχὴ τοῦ πολωνικοῦ ποταμοῦ Βιστούλα. Τὸν ἕκτο αἰῶνα διακρί­νονταν τρεῖς ὁμοφυλίες των: Σλάβοι, Βένδες καὶ ῎Αντες. Αὐτὲς οἱ ὁμοφυλίες ἦσαν χωρισμένες σὲ μικρότερες ὁμάδες, ἀλλὰ οἱ ξένοι ἔδιναν σὲ ὅλους αὐτοὺς σὰν κοινὸ καὶ τὸ ὄ­νομα Σκλάβοι ἢ Σκλαβηνοί. Μὲ τὴ συνηθισμένη στοὺς ἀπο­λιτί­στους λαοὺς τάσι νὰ διεισδύουν πρὸς τὸν πλούσιο καὶ πολι­τισμένο κόσμο, ἄρχισαν ἀπὸ τὸν τρίτο αἰῶνα κινήσεις ποὺ διήρκεσαν ἕως τὸν ἔνατο αἰῶνα. Διασκορπίσθηκαν ἔτσι στὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς Εὐρώπης ἀπὸ τὸν Δὸν μέχρι τῶν ῎Αλ­πεων καὶ ἀπὸ τὴ Βαλτικὴ μέχρι τοῦ Αἵμου. Μπο­ροῦμε νὰ εἰποῦμε ὅτι τὴν ἐποχὴ ποὺ ἱστοροῦμε ἐδῶ, τὸν ἔ­νατο αἰῶνα, εἶχαν σταθεροποιήσει τὶς θέσεις τους στοὺς ση­μερινοὺς περίπου χώρους μὲ ὀλίγες μεταγενέστερες διαφο­ροποιήσεις. Οἱ Ρῶ­σοι, ὅπως εἴδαμε, κατεῖχαν τότε τὴν χώ­ρα ἀπὸ τὸν Δνείπε­ρο ἕως τὸν Δόν, ἐνῶ γύρω τους ἐζοῦσαν ἄλλα μικρότερα σλαβικὰ φῦλα ποὺ ἀφωμοιώθηκαν μὲ αὐτοὺς ἀργότερα. Οἱ Πολωνοὶ ἐζοῦσαν γύρω ἀπὸ τὸν ποταμὸ Βι­στούλα. Στὸν ῎Ελβα κατοικοῦσαν Βελέτες, ᾿Αβοδρῖτες καὶ Σοραβοί, ποὺ ἀργότερα συγχωνεύθηκαν μὲ γειτονικές τους φυλές. Οἱ Τσέχοι καὶ οἱ Σλοβᾆκοι κατεῖχαν ἐπίσης τὴ ση­μερινή τους περιοχή.

Οἱ Σλοβᾆκοι ἦταν φυλὴ πολυάνθρωπη· ἕνα μέρος τους ποὺ κατοικοῦσε γύρω στὸν ποταμὸ Μοράβα, ὠνομά­σθηκαν Μοραβοὶ καὶ ἔγιναν τὸ ἰσχυρότερο φῦλο αὐτὴν τὴν ἐποχή. ῞Ενα ἄλλο μέρος τους, μὲ τὸ παραλλαγμένο ὄνομα Σλοβέ­νοι, εἶχε ἐγκατασταθῆ στὴν Παννονία κάτω ἀπὸ τὸν Δού­ναβη. Τὴν βόρεια ᾿Ιλλυρία διαμοιράσθηκαν οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι, καὶ τὴ βόρεια Θράκη κατέλαβαν οἱ Βούλγα­ροι, ποὺ ἀποτελέσθηκαν ἀπὸ ἀνάμιξι μιᾆς ὀρδῆς Ταταρο­τούρ­κων εἰσβολέων, ποὺ ὀνομάζονται Πρωτοβούλγαροι, Σλά­βων ποὺ εἶχαν ἐγκατασταθῆ ἐκεῖ λίγο ἐνωρίτερα καὶ ῾Ελλή­νων Θρακῶν. Διάφορα φῦλα, ποὺ εἶχαν διασπαρῆ στὶς ἑλ­ληνικὲς χῶρες, συγχωνεύθηκαν βαθμιαίως μὲ τοὺς ῞Ελληνες ἢ μὲ τὸν καιρὸ ἀπωθήθηκαν βορειότερα.

Οἱ Σλάβοι κατὰ τὸν νομαδικό τους βίο ἐζοῦσαν σὲ πρόχειρα κατασκευασμένες καλύβες. Βαθμιαίως συγκρότη­σαν ἀγροτικοὺς καὶ ποιμενικοὺς οἰκισμούς. Γιὰ τὴν ἀσφά­λειά τους κατασκεύασαν ὀχυρὰ ποὺ ὠνομάζονταν γρὰδ καὶ μὲ τὸν καιρὸ ἐξελίχθηκαν σὲ πόλεις· ἀλλὰ βέβαια αὐτὴ ἡ ἐ­ξέ­λι­ξι παρατηρήθηκε μόλις τὸν ὄγδοο αἰῶνα. ᾿Εστεροῦνταν παι­δείας, δὲν εἶχαν γραφομένη γλῶσσα καὶ τὸ δίκαιό τους καθωρίζονταν ἀπὸ τοὺς φυλάρχους καὶ τὰ ἔθιμα.

῞Εως τότε δὲν μποροῦσαν νὰ ἔχουν ναοὺς καὶ ἀντὶ γιὰ ἱερεῖς εἶχαν μάγους, τοὺς ὁποίους προσκαλοῦσαν σὲ βοήθεια κατὰ τὶς δύσκολες στιγμὲς τῆς ζωῆς τους. Στοι­χει­ώδεις λα­τρευτικὲς πράξεις ἐτελοῦσαν οἱ ἀρχηγοὶ οἰκογενει­ῶν καὶ πα­τριῶν, οἱ ὁποῖοι ἐφύλασσαν καὶ τὰ ἱερά τους σύμβολα.

Σὲ σύγκρισι μὲ ἄλλους λαοὺς τῆς Εὐρώπης ἐβρά­δυναν νὰ ἐκχριστιανισθοῦν, πρᾆγμα ποὺ ὀφείλεται στὸ γε­γονὸς ὅτι ἐπὶ αἰῶνες ἦσαν νομάδες καί, ὅπου ἐγκαθί­σταν­το, ὑποχρέω­ναν τοὺς ἐντοπίους ἢ νὰ ἐγκαταλείψουν τὴν περιοχή τους ἢ ν᾿ ἀφομοιωθοῦν. ῞Οπου συνάντησαν τὸν Χριστιανισμό, ὅπως στὴ Θράκη, τὴν ᾿Ιλλυρία καὶ τὴν Παν­νονία, τὸν κατέστρε­ψαν τελείως ἢ τὸν ἐξάρθρωσαν, μέχρις ὅτου τὸν ἐδέχθηκαν καὶ οἱ ἴδιοι.

Τὰ πρῶτα στοιχεῖα τοῦ Χριστιανισμοῦ παρέλαβαν οἱ Σλάβοι ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν παραπάνω περιοχῶν, ποὺ παρέμειναν σ᾿ αὐτὲς μετὰ τὴν κατάληψι. Αὐτοὶ οἱ κάτοικοι, ὅσοι τυχὸν ἔμειναν, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔχασαν τὴν ἐκκλησιαστι­κή τους ὀργάνωσι, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσουν βασικὰ στοι­χεῖα τῆς θρησκευτικῆς των πίστεως, τὰ ὁποῖα διωχέ­τευσαν ἀφανῶς στοὺς εἰσβολεῖς. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ Νότιοι Σλάβοι ἐπλησίασαν πρῶτοι τὴν ἰδέα τοῦ ἑνὸς Θε­οῦ. ᾿Αλλὰ ἡ χριστιανικὴ πίστι διαδίδονταν ἐπί­σης μὲ τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς αἰχμαλώτους ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές· τέλος διαδίδονταν ἀπὸ τοὺς ἀνεπισήμους ἱεραπο­στόλους. ῞Ελληνες ἱεραπόστολοι ἐργάσθηκαν μεταξὺ ὅλων τῶν σλαβικῶν ἐθνῶν· ᾿Ιταλοὶ καὶ Γερμανοὶ περιωρίσθηκαν στοὺς δυτικοὺς Σλάβους.

῾Ο Χριστιανισμὸς ἐβοήθησε τὰ σλαβικὰ ἔθνη νὰ ἰσχυ­ροποιήσουν τὴν κρατική τους ἐξουσία, νὰ ὀργανωθοῦν κοι­νωνικῶς, ν᾿ ἀναπτύξουν παιδεία καὶ νὰ εἰσέλθουν στὴν χο­ρεία τῶν πολιτισμένων λαῶν.

Τὸ 836 ὁ ἡγεμὼν τῶν Μοραβῶν Μοϊμὶρ κατέκτησε καὶ τὴν ἄλλη Σλοβακία κι ἔτσι δημιούργησε ἕνα σχετικὰ μεγάλο κράτος, ποὺ συχνὰ στὶς πηγὲς λέγεται Μεγάλη Μο­ραβία. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ Μοϊμὶρ εἶχε ἐπιδιώξει νὰ κατακτήση κι ἄλλα ἐδάφη, ὁ Βαυαρὸς βασιλεὺς Λουδοβῖκος ὁ Γερμα­νικὸς (843-876) ἐπιτέθηκε ἐναντίον του, τὸν συνέλαβε καὶ στὴ θέσι του τοποθέτησε τὸν ἀνεψιό του Ραστισλάβο (846-870), τὸν ὁποῖο ἐθεωροῦσε φίλο του, ἂν καὶ αὐτὸς δὲν ἐ­βράδυνε ν᾿ ἀποτινάξη τὸν γερμανικὸ ζυγό. Δὲν εἶναι γνω­στὸ ἀπὸ τὶς πηγές, ποῦ εἶχε τὴν πρωτεύουσά του ὁ Ραστι­σλά­βος, ἀλλὰ οἱ νεώτερες ἀνασκαφὲς ἔδειξαν ὅτι τὸ ἰσχυ­ρότερο φρούριο τῆς χώρας κατὰ τὴν ἐποχή του ἦταν τὸ Βάλυ, κοντὰ στὴ σημερινὴ πόλι Μικούλτσισε, κι ἴσως αὐτὸ ἀποτελοῦσε τὴν πρωτεύουσά του τότε. ῎Αλλα ἀξιόλογα φρού­ρια ἦταν τὸ Στάρε Μέστο καὶ τὸ Βέλεχραδ στὴ Μοραβία, ἐνῶ στὴ Σλο­βακία ἦταν ἡ Νίτρα.

῾Η δύναμη τῆς Μοραβίας ἐγίνονταν ἀπειλητικὴ καὶ γιὰ τοὺς Βουλγάρους, ποὺ κατεῖχαν τότε ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μοισία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴ σημερινὴ Ρουμανία. ᾿Εμπρὸς στὶς δυσκο­λίες ὁ Λουδοβῖκος ἀπευθύνθηκε στὸν βασιλέα τῶν Βουλγά­ρων Βόρι, ποὺ ἦταν ἀκόμη εἰδωλολάτρης, καὶ τοῦ πρότεινε νὰ ἐπιτεθοῦν συγχρόνως κι οἱ δυὸ κατὰ τοῦ Ρα­στισλάβου, γιὰ νὰ διαλύσουν τὸ κράτος του. ῾Ο Ραστισλά­βος, ἀντιλαμ­βανόμενος τὸν κίνδυνο, ἀπευθύνθηκε στὸν βυ­ζαντινὸ αὐτο­κράτορα Μιχαὴλ Γ¢, ζητώντας του βοήθεια θρησκευτικὴ καὶ πολεμική. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἀφορμὴ τῆς ἱερα­ποστολῆς τοῦ Κων­σταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου.

῾Ο πόλεμος ἐξέσπασε τὸ 864. Οἱ δυὸ σύμμαχοι ἐπιτέ­θηκαν ἐναντίον τῆς Μοραβίας, ἀλλὰ καὶ οἱ Βυζαντινοὶ ἐπι­τέθηκαν ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, καὶ ἀνάγκασαν τὸ Βόρι­δα νὰ συνθηκολογήση καὶ νὰ βαπτισθῆ χριστιανός, γιὰ ν᾿ ἀποφύγη τὶς συνέπειες τῆς ἧττας του. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πλευ­ρά, τὴ βόρεια, ὁ Ραστισλάβος παρὰ τὴν ἀνδρεία ἀντίστασί του κατὰ τῶν Βαυαρῶν, ἀναγνώρισε τὴν ἀνωτερότητά τους μὲ συνθήκη, χωρὶς ὅμως νὰ ὑποταχθῆ τελείως. Τὸ 869 ἐξέ­σπασε πάλι πόλεμος μεταξὺ Μοραβῶν καὶ Βαυαρῶν καὶ ἐ­φαίνονταν ὅτι θὰ τὸν ἐκέρδιζε ὁ Ραστισλάβος, ἀλλὰ τὸν ἐ­πρόδωσε ὁ ἀνεψιός του Σβατοπλούκ, ποὺ τὸν συνέλαβε καὶ τὸν παρέδωσε στοὺς Βαυαρούς, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐτύφλωσαν καὶ τὸν ἐφυλάκισαν.

῾Ο Σβατοπλοὺκ (870-894), ἀφοῦ ἀνέχθηκε τὴ γερμα­νικὴ κυριαρχία γιὰ μερικὰ χρόνια, ἐπαναστάτησε μὲ τὴ σει­ρά του, ἀπελευθέρωσε τὴ χώρα του καὶ μὲ μιὰ σειρὰ ἐπιτυ­χημένων ἐπιχειρήσεων τὴν ἐμεγάλωσε, κάνοντάς την αὐτο­κρα­τορία. Στὸν ἀρχικὸ πυρῆνα της, ποὺ περιελάμβανε τὴ Μο­ραβία καὶ τὴ Σλοβακία, πρόσθεσε τὴ Βοημία, τὴ Λου­σατία, τὴ Σιλεσία, τὴ Νότια Πολωνία καὶ ὅλη σχεδὸν τὴν Παννονία, νοτίως τοῦ Δουνάβεως, τὴ σημερινὴ Οὑγγαρία. ᾿Εν τούτοις ὅμως μετὰ τὸν θάνατο αὐτοῦ τοῦ δυναμικοῦ ἡ­γε­μό­νος, ὁ ὁποῖος ἔφερε πολλὰ ἐμπόδια στὸ ἔργο τοῦ Με­θοδίου, αὐτὸ τὸ μεγάλο κράτος ἄρχισε ν᾿ ἀποδυναμώνεται, γιὰ νὰ διαλυθῆ τελείως μὲ ἕνα κτύπημα τῶν Οὕγγρων, τοῦ τουρ­κο­ταταρικοῦ λαοῦ ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ τὰ ἀνατολικά.

῾Ο Ραστισλάβος τὸ 862 ἔστειλε στὴν Κωνσταντινού­πολι πρεσβεία, μὲ τὴν ὁποία ἐζητοῦσε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτο­ρα ἐπί­σκοπο καὶ διδάσκαλο, γιὰ νὰ διδάξη τὸν Χριστιανι­σμὸ στοὺς ὑπηκόους του. Τὸ Βυζάντιο καὶ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο εἶχαν ρυθμίσει τὰ πράγματα κατὰ τέτοιον τρό­πο, ὥστε οἱ ἴ­δι­οι οἱ ἡγεμόνες τῶν ἀπολιτίστων λαῶν νὰ ζη­τοῦν τὴν ἱερα­­πο­­στολή. Τὸ γράμμα ποὺ ἔφεραν οἱ ἀπεσταλ­μένοι ἔλεγε: “Εἴμα­στε Σλάβοι, ἄνθρωποι ἀγροῖκοι. ῾Ο λαός μας ἀπέρριψε τὴν εἰδω­λολατρεία καὶ τιμᾆ τὸ χριστιανικὸ νόμο, ἀλλὰ δὲν ἔχομε δι­δάσκαλο ἱκανὸ νὰ μᾆς διδάξη τὴν ἀληθινὴ πίστι στὴ γλῶσ­σα μας. ῎Αλλοι λαοὶ θὰ ἀκολουθή­σουν προφανῶς τὸ παρά­δειγμά μας. Στεῖλε μας λοιπόν, Κύριε, τέτοιον ἐπί­σκοπο καὶ δι­δάσκαλο. ᾿Απὸ σᾆς πράγματι διαδίδεται ὁ ἀγα­θὸς νόμος πρὸς ὅλες τὶς χῶρες”. ᾿Αμέσως μετὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς πρε­σβεί­ας ὑπὸ τὴν προεδρεία τοῦ αὐ­τοκράτορος Μιχαὴλ τοῦ Γ¢ συν­ῆλθε ἡ σύγκλητος σὲ σύσκε­ψι, στὴν ὁποία πλὴν ἄλλων ἔ­λα­βαν μέρος προφανῶς καὶ ὁ πρωθυπουργὸς Βάρ­δας καὶ ὁ πα­τριάρχης Φώτιος. ῞Ολοι ἀ­πέβλεψαν στὸν Κων­σταντῖνο, τὸν ὁποῖο ὁ αὐτοκράτωρ ἐ­κάλεσε, γιὰ νὰ τοῦ ἀνα­θέση τὸ ἔργο, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἐγνώρι­ζε ὅτι ἦταν ἐπιφορτι­σμένος μὲ βαρὺ ἔργο. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐβεβαίωσε ὅτι, εἴτε κουρασμένος εἴτε ἀσθενής, θὰ μεταβῆ μὲ χαρά, ἀρκεῖ οἱ ἄν­θρωποι ἐκεῖνοι νὰ ἔχουν ἀλφάβητο κατάλληλο γιὰ τὴ γλῶσ­σα τους. Βεβαίως εἶχε μεταφράσει ὁ ἴδιος κείμενα στὴ σλα­βικὴ μὲ ἑλληνικοὺς χαρακτῆρες καὶ παρατηροῦσε ὅτι δὲν ἀποδίδονταν μὲ αὐτοὺς ὅλοι οἱ φθόγ­γοι της. ῾Ο βασιλεὺς ὅμως παρατήρησε· “ἂν θέ­λης, ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ σὲ βοηθήση νὰ τὸ εὕρης ἐσύ”. ῾Ο Κων­σταντῖνος ἀποχώρησε ἀπὸ τὴ συν­εδρίασι καὶ κατὰ τὴ συν­ή­θειά του ἐ­πιδόθηκε στὴν προσευχὴ μαζὶ μὲ μερικοὺς συν­ερ­γάτες του· ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἐβράδυνε νὰ φανερωθῆ. Φωτισμέ­νος ἀπὸ τὴ θεία χάρι, συν­έθεσε τὸ πρῶτο σλαβικὸ ἀλφάβη­το κι ἔπειτα ἀσχολήθηκε μὲ τὴ μετάφρασι τοῦ εὐαγ­γελικοῦ κειμένου τοῦ ᾿Ιωάννη: “᾿Εν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος”. Αὐτὲς ἦσαν οἱ πρῶτες λέξεις ποὺ ἐγράφηκαν ποτὲ μὲ τὸ σλαβικὸ ἀλφάβητο.

῾Η γραφὴ τὴν ὁποία ἐπενόησε ὁ Κύριλλος λέγεται γλα­γολιτική. ᾿Ενῶ κατ᾿ ἀρχὴν στηρίζεται στὴ μικρόσχημη ἑλλη­νικὴ γραφή, στρογγυλοποιεῖ, περιπλέκει καὶ παραλλάσ­σει τοὺς χαρακτῆρες. Γιὰ τοὺς φθόγγους ποὺ ἀπουσιάζουν ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, χρησιμοποιεῖ παραλλαγμένους ἑλληνι­κοὺς χαρακτῆρες ἢ ἄλλους ποὺ ἐπινοήθηκαν ἀπὸ τὸν ἴδιο. Μὲ τὴ δύσκολη τούτη γραφὴ ὁ Κύριλλος ἤθελε νὰ το­νίση τὴν ἐθνικὴ καὶ γλωσσικὴ ἰδιομορφία τῶν Σλάβων.

᾿Αργότερα αὐτὴ ἡ γραφὴ μεταβλήθηκε, δηλαδὴ ἐπῆρε ὡς βάσι τὴ μεγαλόσχημη ἑλληνικὴ γραφὴ καὶ ἁπλουστεύθη­κε· ἔτσι ἐδημιουργήθηκε ἡ λεγομένη Κυρίλλειος γραφή. ῾Η δεύτερη αὐτὴ μορφὴ τοῦ ἀλφαβήτου προφανῶς ἐπινοήθηκε ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, ποὺ τὴ χαρακτήρισε Κυρίλλεια πρὸς τιμὴ τοῦ ἀδελφοῦ του ποὺ ἤδη εἶχε ἀποθάνει.

῾Η γλῶσσα στὴν ὁποία οἱ δύο ἀδελφοὶ μετέφρασαν τὰ βιβλικὰ καὶ λειτουργικὰ κείμενα ἦταν ἡ ὁμιλουμένη τότε ἀπὸ τὰ νοτιοσλαβικὰ φῦλα ποὺ εἶχαν εἰσχωρήσει στὰ ἐδά­φη τῆς ἑλληνικῆς αὐτοκρατορίας. Πολλοὶ Σλάβοι ἔρχονταν στὴ Θεσσαλονίκη γιὰ ἐμπορικοὺς λόγους κι ἀκόμη περισ­σό­τεροι ἐργάζονταν ὡς ὑπηρέτες (σκλάβοι) στὶς οἰκογένειες εὐ­γενῶν Θεσσαλονικέων, ὅπως ἦταν καὶ ἡ οἰκογένεια τοῦ Με­θοδίου καὶ τοῦ Κωνσταντίνου. Τὰ μέλη αὐτῶν, καθὼς καὶ οἱ ἔμποροι, ἐμάθαιναν πολλὲς λέξεις ἐκείνης τῆς ἀκα­τέργα­στης διαλέκτου κατ᾿ ἀνάγκην.

Φυσικὰ ἄνθρωποι ὑψηλῆς νοημοσύνης, ὅπως ὁ Κων­σταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εὐχερῶς συνελάμβαναν καὶ ὅλον τὸν μηχανισμὸ αὐτῆς τῆς γλώσσας. Δὲν πρέπει νὰ λησμο­νοῦμε ὅτι ἀργότερα ὁ Μεθόδιος ἔζησε δέκα χρόνια ἀνάμε­σα σὲ Σλάβους ὡς διοικητὴς Σκλαβηνίας καὶ ὅτι ὁ Κύριλ­λος εἶχε μεγάλη εὐχέρεια γλωσσομαθείας, ἀφοῦ ἐγνώριζε ὀ­κτὼ τουλάχιστο γλῶσσες.

᾿Επειδὴ τὰ σλαβικὰ φῦλα εἶχαν ἀποσπασθῆ τὸ ἕνα ἀπὸ τὸ ἄλλο μόλις πρὸ τριακοσίων ἐτῶν, δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμη μεγάλες διαλεκτικὲς διαφορὲς μεταξύ τους· ἑπομένως ἡ γλῶσσα τῶν νοτίων Σλάβων ἦταν κατανοητὴ ἀπὸ τοὺς δυ­τικοὺς καὶ βορείους Σλάβους. ᾿Αλλὰ ἡ γλωσσικὴ μορφή, τὴν ὁποία ἐχρη­σιμοποίησαν οἱ δυὸ ἀδελφοὶ δὲν ἦταν καθ᾿ ὅλα ὅμοια μὲ τὴν ὁμιλουμένη ἐκείνη διάλεκτο. Εἶχε ὑποστῆ με­ταμόρφωση μὲ τὴ γραφίδα τους. ᾿Απέκτησε σύνθετες λέξεις καὶ νέους γλωσσικοὺς τύπους, κατ᾿ ἐπίδραση τῆς ἑλληνικῆς, καὶ ἐπῆρε ἱεροπρεπῆ χαρακτῆρα. ῏Ηταν ἕως ἕνα σημεῖο γλῶσσα τεχνη­τὴ ποὺ ποτὲ δὲν χρησιμοποιήθηκε αὐτούσια στὸν προφορικὸ λόγο. ᾿Αλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ἀπετέλεσε τὴ βάσι τῆς ἀναπτύ­ξεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν σλαβικῶν γλωσσῶν κι ἔγινε τὸ μέσο κάποιας ἑνότητος τῶν σλαβικῶν λαῶν ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἕως σήμερα.

Πρὶν ξεκινήση γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι, ὁ Κωνσταντῖνος συμπλήρωσε τὴ μετάφραση τῶν τεσσάρων εὐαγγελίων, τῶν ἐπιστολῶν τῆς Κ. Διαθήκης καὶ μιᾆς περιωρισμένης συλλο­γῆς πατερικῶν κειμένων. Συνέταξε ἐπίσης γραμματικὴ καὶ ὁμιλίες.



ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

῾Ο Χριστιανισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ διαδίδεται ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς ἀπὸ ἱεραποστόλους ῞Ελληνες, ᾿Ιταλοὺς καὶ Γερμανοὺς (Βίος Μεθοδίου, 5), ἀλλά, ἐνῶ οἱ ἡγεμόνες τους καὶ ἀρκετοὶ εὐγενεῖς εἶχαν βαπτισθῆ, ὁ λαὸς παρέμενε ἀκό­μη στὴν εἰδωλολατρεία. ῾Η τάσις πολλῶν δυτικῶν ἱστορικῶν νὰ ἐπιβάλουν τὴν ἄποψι ὅτι ᾿Ιρλανδοσκῶτοι καὶ ἄλλοι δυ­τικοὶ ἱεραπόστολοι εἶχαν διαδώσει σὲ μεγάλη ἔκτασι τὴ χρι­στιανικὴ πίστι ἀνάμεσα στοὺς Μοραβοὺς καὶ τοὺς γειτονι­κοὺς λαοὺς εἶναι ἀβάσιμη. Τὰ ἴχνη παλαιῶν ναῶν ποὺ εὑ­ρέθηκαν μὲ τὶς ἀνασκαφὲς ἀνάγονται στὴν ἐποχὴ τοῦ Κων­σταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδίου, ἐνῶ οἱ δυὸ ἢ τρεῖς ναοὶ ποὺ ἐντοπίζονται στὴν πρὶν ἀπὸ αὐτοὺς ἐποχὴ εἶναι κτίσματα ὡρισμένων πριγκήπων ποὺ ἤθελαν νὰ ἐξευμενίσουν τοὺς Γερ­μανοὺς ἡγεμόνες.

῾Ο Ραστισλάβος ἐστράφηκε πρὸς τὸ Βυζάντιο γιὰ νὰ ζητήσει ἐπίσκοπο καὶ διδάσκαλο ὄχι γιὰ τὴν ὁλοκλήρωσι τῆς διαδόσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς σχεδὸν διάδοσί του. ῞Ο,τι εἶχε γράψει προηγουμένως καὶ στὸν πάπα Νικόλαο τῆς Ρώμης βεβαιώνεται μὲν στὴν ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αδριανοῦ Β¢, διαδόχου τοῦ Νικολάου, ἀλλὰ φαίνεται ἀνυπόστατο· διότι ὁ Ραστισλάβος ἐγνώριζε πολὺ καλὰ ὅτι στὴ Ρώμη δὲν ὑπῆρχαν διδάσκαλοι τῆς σλαβονικῆς γλώσ­σας καὶ προφανῶς ὁ ᾿Αδριανὸς ἔγραψε αὐτὸ τὸ πρᾆγμα γιὰ νὰ δικαιολογήση τὴν ἀπόφασί του νὰ δεχθῆ τὴν εἰσα­γωγὴ τῆς σλαβονικῆς καὶ ν᾿ ἀπαιτήση ὑπακοὴ τῆς σλαβονι­κῆς ᾿Εκκλη­σίας στὴ Ρώμη.

῾Η στροφὴ τοῦ Ραστισλάβου πρὸς τὸ Βυζάντιο ὀφεί­λεται σὲ δύο λόγους· πρῶτα στὴν ἀνάγκη νὰ ζητήση στὶς δύσκολες στιγμὲς ποὺ ἐπερνοῦσε βοήθεια ἀπὸ ἕνα κράτος ποὺ δὲν μποροῦσε ποτὲ νὰ ἐπέμβη σὲ βάρος του λόγω τῆς μεγάλης ἀποστάσεως· καὶ δεύτερο διότι ἐγνώριζε ὅτι ἐκεῖ ἐγίνονταν προεργασία μεταφράσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν βι­βλίων στὴ σλαβικὴ γλῶσσα.

Πρέπει σ᾿ αὐτὸ τὸ σημεῖο νὰ παρατηρηθῆ ὅτι εἶναι λα­θεμένη ἡ ἄποψις, ὅτι ὁ Μοραβὸς ἡγεμὼν ἐζήτησε δυὸ πρό­σωπα, ἕναν ἐπίσκοπο καὶ ἕνα διδάσκαλο. ᾿Εκείνη τὴν ἐ­ποχὴ ὁ ἐπίσκοπος ἐθεωρεῖτο ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν διδάσκαλος τῆς χρι­στιανικῆς πίστεως· ἄλλο βέβαια ὅτι τὸ Βυζάντιο ἔστειλε δυὸ πρόσωπα μαζὶ μὲ πολλοὺς ἀκολούθους. Τὸ Βυζάντιο δὲν ἔ­στειλε ἐπίσκοπο, ὅπως ἐζητοῦσε ὁ Μοραβός· διότι κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ὀρθόδοξη ἄποψι ὁ ἐπίσκοπος κυβερνᾆ ὡρισμέ­νη ἐ­παρχία καὶ δὲν μπορεῖ νὰ προβαίνη σὲ ἱεραποστολικὲς περι­οδεῖες. Γι᾿ αὐτὸ ἀντὶ γιὰ ἐπίσκοπο ἔστειλε ὁμάδα ἱερα­πο­στόλων. ῾Ο ἐπίσκοπος ἢ οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς ἔπρε­πε νὰ προέλθουν ἀπὸ τὸ ἔργο αὐτῶν τῶν ἱεραποστόλων.

῾Υπὸ τὴν ἡγεσία τοῦ Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Μεθοδί­ου ἐξεκίνησε αὐτὴ ἡ ὁμάδα γιὰ τὴ Μοραβία τὴν ἄνοιξι τοῦ 863. Πρέπει βέβαια νὰ σημειωθῆ ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ Ραστι­σλάβου ἐκτὸς ἀπὸ τὶς θρησκευτικὲς προτάσεις εἶχε καὶ πο­λιτικές, τὶς ὁποῖες φυσικὰ προέβαλαν οἱ πρέσβεις προφορι­κὰ καὶ ὄχι γραπτά, χάριν ἀσφαλείας. Εἶναι λοιπὸν πιθανὸ ὅτι τὰ μέλη τῆς μοραβικῆς πρεσβείας ποὺ ἦσαν ἐπιφορτι­σμένα μὲ τὴν πολιτικὴ ἀποστολὴ εἶχαν ἐπιστρέψει ἐνωρίτε­ρα στὴ χώρα τους μὲ τὴν ὑπόσχεσι τοῦ αὐτοκράτορος Μι­χαὴλ Γ¢ ὅτι θὰ βοηθήση τοὺς Μοραβοὺς στὶς διαφορές τους μὲ τοὺς Βουλ­γάρους. Τὰ ἄλλα μέλη ἔμειναν ἐπὶ τόπου στὴ βασιλεύουσα, γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὴν ἱεραποστολή. ῾Η ὁμάδα τῆς ἱεραπο­στολῆς περιελάμβανε, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς δύο ἀδελ­­φούς, τὸν Κλήμεντα, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο ᾿Αχρίδος, τὸν Κωνσταν­τῖ­νο, μετέπειτα ἀρχιεπίσκοπο Πρεσλάβας, τοὺς Να­ούμ, Σάβα, ᾿Αγγελάριο, Λαυρέντιο καὶ ἄλλους συνεργά­τες, ποὺ διακρί­θηκαν καὶ ἀργότερα στὸ ἱεραποστολικὸ ἔργο. ᾿Εφο­διασμένοι μὲ γράμμα τοῦ αὐτοκράτορος πρὸς τὸν Ραστι­σλά­βο οἱ ἱερα­πόστολοι ἐπῆραν τὸν δρόμο τῆς Εὐρώπης, φυσι­κὰ μέσω τῆς Θεσσαλονίκης, ὅπου διέμενε πάντα ἡ μητέρα τους, τὴν ὁποία δὲν εἶχαν ἰδεῖ γιὰ πολὺ καιρό. Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ ἡ μητέρα τοὺς συνέστη­σε, σὲ περίπτωσι ποὺ ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς δύο πεθάνει στὰ ξέ­να, ὁ ἄλλος νὰ μεταφέρη τὸ σκήνωμά του στὴ μονή τους. ῎Επειτα διὰ τῶν Σκοπίων, τῆς Ναϊσσοῦ, τῆς Σιγγιδόνος (Βελιγραδίου), τοῦ Σιρμίου, ἔφθασαν στὴ Μοραβία, ὅπου τοὺς ἐπερίμεναν ἐκπρόσωποι τοῦ ἡγεμόνος.

Στὴ συνέχεια οἱ κάτοικοι τῆς Μοραβίας, ἄρχοντες καὶ λαός, ἐπεφύλαξαν θερμὴ ὑποδοχὴ στοὺς ῞Ελληνες ἱερα­πο­στόλους. Πρῶτος σταθμός τους ἦταν τὸ ἀνάκτορο τοῦ Ρα­στισλάβου, ποὺ ὅπως ἐσημειώσαμε παραπάνω ἦταν στὸ Βάλυ. ῎Επειτα, ὅπως φαίνεται, ἐγκαταστάθηκαν στὴ μικρὴ πόλι Βέ­λεχραδ, ποὺ εὑρισκόταν κοντὰ στὸ σημερινὸ Στάρε Μιέστο, ὅπου ἦσαν ἀπὸ παλαιότερα ἐγκατεστημένοι οἱ πρῶ­τοι Βυ­ζαντινοὶ ἱεραπόστολοι καὶ πολλοὶ ῞Ελληνες ἔμποροι.

Οἱ Μοραβοὶ ἐζοῦσαν κατὰ πατριὲς στοὺς ἀγροτικοὺς οἰκισμούς των. Σὲ κάθε περιφέρεια ὑπῆρχαν ἕνα ἢ περισσό­τερα ὀχυρά, χρὰδ (γράδ), ὅπου ἔμεναν οἱ φύλαρχοι μὲ τὸ στρατό τους. ᾿Αλλὰ τὰ ὀχυρὰ ἐξελίχθηκαν μὲ τὸν καιρὸ σὲ πόλεις. Τὸ Βέλεχραδ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ ἴσως τὸ μόνο τότε ὀχυρὸ ποὺ εἶχε πάρει τὴ μορφὴ κωμοπόλεως.

῾Ο Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκαν στὸ ἔρ­γο τους μὲ σύστημα καὶ ἀποτελεσματικότητα. ῞Ιδρυσαν πρῶ­τα μιὰ σχολὴ στὴν ὁποία ἐφοίτησαν νέοι εὐγενῶν οἰκογε­νειῶν ἐπιλεγμένων ἀπὸ τὸν Ραστισλάβο. Οἱ νέοι αὐτοὶ ἐδι­δάσκονταν τὸ ἀλφάβητο, τὴ γραμματική, τὴν ἁγία Γραφή, τὶς ἀκολουθίες, τοὺς βυζαντινοὺς νόμους. Συγχρόνως ἐπεξέ­τειναν τὴ διδαχὴ στὸ λαὸ κι ἐβάπτιζαν ὅσους προσέρχον­ταν στὸ Χριστιανισμό. Γιὰ τὴν διδαχὴ αὐτὴ ἀπέστειλαν τοὺς συν­εργάτες των στοὺς διεσκορπισμένους οἰκισμοὺς τῆς χώ­ρας. ῎Ετσι ὁ Χριστιανισμός, ποὺ εἶχε διαδοθῆ ἕως τότε σὲ λίγα ὀχυρά, τὰ ὁποῖα εἶχαν ἀποκτήσει καὶ ξυλίνους ναούς, δια­δόθηκε πλέον ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο τῆς χώρας στὸ ἄλλο με­ταξὺ τῶν Μοραβῶν, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ τῶν Τσέχων, τῶν Σλο­βά­κων, τῶν Πολωνῶν.

Οἱ ἱεραπόστολοι ὠργάνωσαν ἀμέσως λατρεία στὴ σλα­βικὴ γλῶσσα, μεταφράζοντας γιὰ χρῆσι στὴ λατρεία τὶς ἀκο­λουθίες λίγο λίγο, σύμφωνα μὲ τὴν πορεία τοῦ ἡμερολογίου. ῾Ο Κωνσταντῖνος, βοηθούμενος ἀπὸ τὸν Μεθόδιο, μετέφρα­σε τὴ λειτουργία καὶ τὰ βασικὰ στοιχεῖα τοῦ ὄρθρου, τῶν ὡρῶν, τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ ἀποδείπνου, καὶ τοῦ εὐχολογίου, συμπληρώνοντας ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ τὴ μετάφρασι αὐτῶν τῶν ἀκολουθιῶν· μετέφρασε ἐπίσης τὸν Ψαλτῆρα. Βέβαια ἡ μετάφρασις τῶν λειτουργικῶν βιβλίων στὶς λεπτομέρειές τους, κυρίως τῶν μηναίων, συνεχίσθηκε ἐπὶ αἰῶνες.

Μέριμνα τῶν ἱεραποστόλων ἦταν ἐπίσης καὶ ἡ ἀνέ­γερ­σις λιθίνων ναῶν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἔχουν πολλοὶ ἀνι­χνευθῆ τελευταῖα μὲ τὴν ἀρχαιολογικὴ σκαπάνη. Φυσικὰ γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦτο θὰ χρησιμοποιήθηκαν ῞Ελληνες τεχνῖτες καὶ ζω­γράφοι, ποὺ προφανῶς ἔφθασαν στὸ μεταξὺ στὴ Μοραβία.

Τὸ ἔργο τῶν ῾Ελλήνων τούτων ἱεραποστόλων, ὑπὸ τὴν ἡγεσία τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν πολὺ ἐπιτυχέστερο ἀπὸ τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν. ᾿Αλλὰ πάντως οἱ ἀδελφοὶ ἀνέ­χθηκαν κι αὐτούς, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἔβλεπαν ὅτι ὄχι ἁπλῶς ἐ­πέ­τρεπαν στοὺς ὀπαδούς τους μερικὲς ἀνωμαλίες, ἀλλὰ εἶ­χαν παραλάβει οἱ ἴδιοι ὡρισμένες δεισιδαιμονίες ἀπὸ τοὺς εἰδω­λολάτρες Μοραβούς. ᾿Εκεῖνοι ὅμως ἐπετέθηκαν ἐναντί­ον τῶν ἀδελφῶν καὶ τῶν συνοδῶν τους. Εὑρῆκαν τὴν εὐ­καιρία πολὺ γρήγορα, τὸ 864, ὅταν λίγο μετὰ τὴν ἄφιξι τῶν ἀδελφῶν στὴ Μοραβία ὁ Ραστισλάβος συνθηκολόγησε μὲ τὸν Λουδο­βῖκο τὸν Γερμανικό, γιὰ ν᾿ ἀναθαρρήσουν καὶ νὰ τοὺς κατη­γορήσουν. ᾿Ισχυρίσθηκαν ὅτι ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ λατρεύεται μόνο σὲ τρεῖς γλῶσσες, ἑβραϊκή, ἑλληνική, λατινική, δηλαδὴ στὶς γλῶσσες τῆς ἐπιγραφῆς ποὺ ἔβαλε ὁ Πιλᾆτος στὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ὄχι καὶ στὴ σλαβική· ἑπομένως ὁ Κωνσταντῖνος καὶ ὁ Μεθόδιος εἶναι ἀξιοκα­τά­κριτοι ποὺ χρησιμοποιοῦσαν μιὰ ἀπηγορευ­μένη γλῶσσα, τὴ σλαβική. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἀνέτρεψε εὔκο­λα τοὺς ἰσχυρι­σμούς του καὶ τοὺς ἐχαρακτήρισε τριγλωσ­σικοὺς καὶ πιλατιανούς.

Βέβαια τὰ αἴτια τῆς ἐπιθέσεως εἶναι ἄλλα. Οἱ Γερμα­νοὶ εἶχαν ἐξοργισθῆ ἀπὸ τὴν ἐπίσημη πρόσκλησι τῶν ῾Ελλή­νων ἱεραποστόλων, διότι ἀντιπαθοῦσαν καὶ ἐπιβουλεύονταν τοὺς Βυζαντινούς. ᾿Απὸ τὴν πλευρά τους καὶ οἱ ῞Ελληνες περιφρονοῦσαν τοὺς Γερμανοὺς ὡς ἡμιπολιτίστους καὶ διεκ­δικητὰς τοῦ αὐτοκρατορικοῦ τίτλου. Καὶ οἱ Σλάβοι ἄλλωστε τοὺς ἐχαρακτήριζαν μὲ τὸ ὄνομα νέμετς, βαρβάρους. ᾿Αρχη­γὸς τοῦ Γερμανικοῦ κλήρου τῆς Μοραβίας ἦταν ὁ Βίχιγκ, τῶν ᾿Ιταλῶν ὁ ᾿Ιωάννης. ῞Ολοι αὐτοὶ οἱ δυ­τικοὶ κληρικοὶ τῆς Μοραβίας θὰ ἔφθαναν μόλις τοὺς 15. ῾Ο Ραστισλάβος, πιε­ζόμενος ἀπὸ τὶς ἐξελίξεις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, θέ­λη­σε νὰ συμβιβάση τὶς παρατάξεις, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθω­σε. Παρ᾿ ὅλα ὅμως αὐτὰ τὸ ἔργο προχωροῦσε μὲ μεγάλη ἐ­πιτυχία.

Οἱ ἱεραπόστολοι ἔμειναν αὐτὴν τὴν πρώτη περίοδο ἀπὸ τὸ φθινόπωρο τοῦ 863 ἕως τὶς ἀρχὲς τοῦ 867, δηλαδὴ τρία χρόνια καὶ τέσσερις μῆνες. Εἶχαν ἐκπαιδεύσει κιόλας πολλοὺς μαθητάς, ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦσαν ἑκατὸ περί­που θεολόγοι. Δὲν εἶχαν ὅμως ἀρκετοὺς ἱερεῖς γιὰ τὴν τέ­λεσι τῆς λατρείας. ῞Οπως εἶναι γνωστό, ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς μόνο ὁ Κωνσταντῖνος ἦταν ἱερεύς, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸ ὅτι καὶ μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συνεργάτες των ἦσαν ἐπίσης χειροτο­νημένοι, ἐνῶ προστέθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ παλαιοὶ ῞Ελλη­νες ἱεραπόστολοι τῆς περιοχῆς. Τὸ σύνολο τῶν Βυζαντινῶν κληρικῶν στὴ Μοραβία πρέπει νὰ ἐκυμαίνονταν γύρω στοὺς 20. ᾿Αλλὰ πάντως δὲν ἐπαρκοῦσαν γιὰ τὴν κάλυψι ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ αὐξανομένου ποιμνίου. ῎Επρεπε νὰ ζητή­σουν χει­ροτονία ἑνὸς ἢ δύο ἐπισκόπων γιὰ τὴ μετάδοσι τῆς ἱερω­σύ­νης σὲ ἄλλους.



ΟΙ ΑΔΕΛΦΟΙ ΣΤΗ ΡΩΜΗ

Οἱ δυὸ ἀδελφοὶ ἀνεχώρησαν ἀπὸ τὴ Μοραβία, ἀφοῦ ἄφησαν ἐκεῖ μερικοὺς συνεργάτες των. ᾿Αντὶ νὰ συνεχίσουν τὸ δρόμο πρὸς τὸν προορισμό τους, ἐπέρασαν ἀπὸ τὴν πρω­τεύουσα τῆς Παννονίας, τὸ Βλάτινσκι Κοστέλ. Αὐτὴ ἡ χώ­ρα, ποὺ παλαιότερα ἀνῆκε στὴ ρωμαϊκὴ κι ἔπειτα στὴ βυ­ζαντινὴ αὐτοκρατορία, εἶχε καταληφθῆ τώρα ἀπὸ τοὺς Σλο­βένους ποὺ ἦταν ἀπόσπασμα τῶν Σλοβάκων. ῾Ο Χρι­στια­νι­σμός, ἀφοῦ πρῶτα καταστράφηκε ἀπὸ τοὺς Σλάβους, τώρα ἐπανέρχονταν σ᾿ αὐτήν. ῾Ο ἡγεμὼν Κότσελ, ποὺ ἦταν ἤδη χριστιανός, ἐζήλευε τὴν τύχη τῶν Μοραβῶν, διότι εἶ­χαν ἐπιτύχει τέτοιους διδασκάλους. Εἶχε ἔλθει σ᾿ ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἱεραποστόλους καὶ πρωτύτερα· τώρα ἔρχονταν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι στὴ χώρα του, γιὰ νὰ ἱκανοποιήσουν καὶ τὸ δικό τους αἴ­τη­μα νὰ διδάξουν τοὺς Σλοβένους. ῾Ο ἡγεμὼν τοὺς ὑποδέ­χθη­κε μὲ δικαιολογημένο ἐνθουσιασμό, ἔμαθε ὁ ἴδιος τὴ σλαβι­κὴ γραφὴ κι ἐδιάβασε τὰ βιβλία τους. Παρέμειναν στὴν Παν­νονία ἐπὶ ἕξι μῆνες, κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποί­ων ἐξεπαί­δευσαν πενήντα μαθητάς.

῎Επειτα συνέχισαν τὸ δρόμο τους. Ποιὸς ἦταν ὁ προ­ορισμός τους καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νέου ταξιδιοῦ τους; Δὲν λέ­γεται σαφῶς στοὺς Βίους. ᾿Επειδὴ τελικὰ ἐπῆγαν στὴ Ρώ­μη, ὅπου παρέμειναν ἀρκετὸ χρόνο, οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ ἱ­στο­ρι­κοὶ ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ Ρώμη ἦταν ὁ προορισμός τους καὶ σκοπός τους ἦταν νὰ ἐπιδιώξουν ἀναγνώρισι τῆς ἀπο­στολῆς των ἀπὸ τὸν πάπα. Αὐτὴ ἡ ἄποψις εἶναι ἀβάσιμη. Τὸν προ­ορισμό τους εὑρίσκομε στὰ λόγια τοῦ Βίου τοῦ Μεθοδίου, κατὰ τὰ ὁποῖα, “ἔπειτα ἀπὸ τρία χρόνια, ἀφοῦ κατάρτισαν μαθητάς, ἐπέστρεψαν ἀπὸ τὴ Μοραβία” (Βίος Μεθοδίου, 5). ᾿Επιστρέφει κανεὶς στὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖο εἶχε φύγει, κι ἐδῶ οἱ ἀδελφοὶ ἐπέστρεψαν στὴν Κωνσταν­τινούπολι.

Οἱ δύο ἀδελφοὶ εἶχαν ἀναλάβει μιὰ μεγάλη ἀποστολὴ ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ τὸν Γ¢ καὶ τὸν πατριάρχη Φώ­τιο. ᾿Ενήργησαν τὰ πάντα σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολές τους, καὶ τώρα, ποὺ ἔβλεπαν ὅτι οἱ ἐκκλησίες τῆς Μοραβίας καὶ τῆς Σλοβενίας μποροῦσαν νὰ ὀργανωθοῦν μητροπολιτικῶς, ἐπή­γαιναν στὴν πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ δώ­σουν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, νὰ χειροτονήσουν τοὺς μαθη­τάς των, ἴσως τέσσερις ἢ πέντε, ἐπισκόπους, ἀλλὰ ἐπί­σης νὰ χειροτονηθοῦν καὶ οἱ ἴδιοι σ᾿ ἐπισκόπους, γιὰ ν᾿ ἀνα­λάβουν τὶς ἀρχιεπισκοπὲς ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συσταθοῦν στὶς δυὸ ἐκεῖνες χῶρες. Εἶχαν δηλαδὴ ἀποφασίσει νὰ ἱκανοποιή­σουν τὰ αἰτήματα τῶν Σλάβων, δεχόμενοι τὴ χειροτονία τους ὁ Κωνσταντῖνος γιὰ τὴ Μοραβία, ὁ Μεθόδιος γιὰ τὴ Σλοβενία.

᾿Αλλ᾿ ὅταν εὑρίσκονταν ἀκόμα στὴ Ρώμη ἔμαθαν δυ­σ­ά­ρεστα νέα. ῾Ο Βόρις τῆς Βουλγαρίας εἶχε ἀποσπάσει τὴ βουλγαρικὴ ᾿Εκκλησία ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴ τοῦ Οἰκουμενι­κοῦ Πατριαρχείου κι ἐστρέφονταν πρὸς τὴ Δύσι. ῾Ο δρό­μος, ποὺ εἶχαν ἀκολουθήσει κατὰ τὴ μετάβασί τους στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη οἱ ἱεραπόστολοι, ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη στὸ Βελι­γράδι, ἦταν κλεισμένος. Δὲν ἦταν λοιπὸν φρόνιμο νὰ μετα­βοῦν διὰ τοῦ βουλγαρικοῦ ἐδάφους στὴν Κωνσταν­τινούπολι, ἀλλὰ ἔπρεπε ν᾿ ἀκολουθήσουν τὸ δρόμο τῆς θά­λασσας. Γι᾿ αὐτὸ κατέβηκαν στὴ Βενετία, ποὺ πολιτικῶς ἦ­ταν προτε­κτορᾆτο τοῦ Βυζαντίου, ἀλλὰ ἐκκλησιαστικῶς ὑ­παγόταν στὴ Ρώμη. Στὴν πόλι αὐτὴ ὅμως τοὺς ὑποδέχθη­καν μὲ ἄγριες διαθέσεις δυτικοὶ ἐπίσκοποι, ἱερεῖς καὶ μονα­χοί, ποὺ τοὺς κατηγοροῦσαν διότι χρησιμοποιοῦσαν τὴ σλα­βικὴ γλῶσσα στὴ λατρεία, παρὰ τὴν ἀπόφασι τῆς συνόδου τῆς Φραγκφούρτης ποὺ εἶχε συγκληθῆ ἀπὸ τὸν Μέγα Κά­ρολο καὶ εἶχε ἐπι­τρέ­ψει τὶς μεταφράσεις.

῾Ο Κωνσταντῖνος, ἀντιμετωπίζοντας τοὺς ἀντιπάλους του καὶ ἀλλοῦ καὶ στὴ Βενετία, ἐπεκαλεῖτο τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ λαοὶ ἔχουν τὸ εὐαγγέλιο καὶ ὑμνοῦν τὸ Θεὸ στὴ γλῶσσα τους: ᾿Αρμένιοι, Πέρσες, ᾿Αβασγοί, ῎Ιβηρες, Σουγ­δαῖ­οι, Γότθοι, ῎Αβαροι, Τοῦρκοι, Χάζαροι, ῎Αραβες, Αἰγύ­πτιοι, Σῦροι καὶ ἄλλοι. ᾿Αλλὰ δὲν ἔπειθε· διότι ὅλοι οἱ λαοὶ αὐτοὶ ἀνῆκαν στὸ κλῖμα τῆς ᾿Ανατολῆς καὶ ἦταν φυσικὸ νὰ χρη­σιμοποιοῦν τὴν δική τους γλῶσσα στὴ λατρεία. Στὴ Δύ­σι μόνο τρεῖς γλῶσσες ἦταν δεκτές, κι ἀπὸ αὐτὲς μόνο οἱ δύο γιὰ τὴ λατρεία· ἡ ἑλληνικὴ γιὰ τὴν ᾿Ανατολή, ἡ λατινι­κὴ γιὰ τὴ Δύσι.

Οἱ ἐπιτόπιοι παράγοντες τῆς Βενετίας φαίνεται ὅτι ἔθεσαν τοὺς ἱεραποστόλους ὑπὸ περιορισμό, κι ἔπειτα ὁ πά­πας Νικόλαος Α¢ (858-867), ποὺ εὑρίσκονταν σὲ ὀξεῖα ἀντί­θεσι μὲ τὸν Φώτιο, τοὺς ἐκάλεσε στὴ Ρώμη γιὰ ἐξέτασι. ῎Εφθασαν ἐκεῖ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 867. Τότε ὅμως εἶχε ἀλ­λάξει πλέον ἡ κατάστασις στὴ Ρώμη. ῾Ο Νικόλαος εἶχε ἀπο­θάνει· ὁ νέος πάπας ᾿Αδριανὸς Β¢ (867-872), ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς Ρώμης ἐδέχθηκαν μ᾿ ἐνθουσιασμὸ τοὺς ἱεραπο­στόλους, διότι ὅπως πληροφορήθηκαν στὸ μεταξύ, τοὺς ἔ­φεραν πολύτιμα δῶρα, τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος. ᾿Εξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπιθυμίας τοῦ πάπα ν᾿ ἀποκαταστήση τὶς διαταραγμένες σχέσεις μὲ τὴν Κωνσταν­τινούπολι, δὲν παρουσιάσθηκαν ἐμπόδια στὶς ἐπιδιώξεις τῶν δύο ἀδελφῶν. Τὰ λείψανα τοῦ ἁγίου Κλήμεντος ἀπο­τέθη­καν στὸν πρὸς τιμή του ναὸ ποὺ ὑπῆρχε στὴ Ρώμη ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰῶνα. ῎Επειτα ἀπὸ πολλὲς συζητήσεις ἐπίσης ὁ πάπας ἀποδέχθηκε καὶ τὰ σλαβικὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα ἀπέ­θε­σε στὸ Ναὸ τῆς Παναγίας, τὸν ὀνομαζόμενο Φάτνη. Εἶ­ναι ὁ ναὸς τῆς Ρώμης ποὺ σήμερα λέγεται Santa Maria Mag­giore, ῾Αγία Μαρία ἡ Μεγάλη. ῾Η ἀποδοχὴ ἔγινε σ᾿ ἐπίσημη τελετή, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Κωνσταντῖνος ἐτέλεσε τὴ λει­τουρ­γία στὴ σλαβονικὴ γλῶσσα.

Οἱ ἀδελφοὶ ἔμειναν πολὺν καιρὸ στὴ Ρώμη, μαζὶ καὶ οἱ δύο 14 μῆνες ἕως τὸ θάνατο τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἔπειτα ἄλλους 6 περίπου μῆνες μόνος ὁ Μεθόδιος μὲ τοὺς συν­οδούς του. ῍Αν τὰ πράγματα ἦσαν ὁμαλά, ἡ παραμονή τους δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπερβῆ τοὺς δυὸ ἢ τρεῖς μῆνες, ἀφοῦ μάλιστα ὁ τόπος τῆς δραστηριότητός των ἐζητοῦσε τὴν πα­ρου­σία τους.

Οἱ λόγοι γιὰ τοὺς ὁποίους ἔμειναν τόσο πολὺ στὴ Ρώμη εἶναι πολλαπλοί. Τὸ Σεπτέμβριο τοῦ 867, ὅταν πιθα­νῶς οἱ ἀδελφοὶ εὑρίσκονταν στὴ Βενετία, ἐδολοφονήθηκε ὁ αὐτοκράτωρ τοῦ Βυζαντίου Μιχαὴλ ὁ Γ¢ καὶ ἀνέλαβε τὴν ἐξουσία ὁ Βασίλειος Α¢ ὁ Μακεδών· τὸν Νοέμβριο τοῦ ἰδί­ου ἔτους ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν πατριαρχικὸ θρόνο ὁ Φώ­τιος καὶ ἐπανῆλθε σ᾿ αὐτὸν ὁ ᾿Ιγνάτιος. ῎Ετσι οἱ ἄνδρες ποὺ εἶχαν στείλει τοὺς ἱεραποστόλους στὴν Κεντρικὴ Εὐ­ρώπη ἦσαν νε­κροὶ καὶ ἐκτὸς ἐξουσίας καὶ οἱ ἴδιοι δὲν ἐ­γνώριζαν ποιὰ στάσι θὰ ἐκρατοῦσαν ἀπέναντί τους οἱ νέοι ἄρχοντες. Σὲ ποιοὺς θὰ ἔδιναν τὸν ἀπολογισμὸ τοῦ ἔργου τους, ἂν θὰ μετ­έβαιναν στὴν Κωνσταντινούπολι;

῎Ετσι ἀναγκάσθηκαν νὰ δεχθοῦν οἱ ἴδιοι τὴν μετάβα­σί τους καὶ τὴν παράτασι τῆς παραμονῆς τους στὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ Ρωμαῖοι ἄρχοντες δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀ­φήσουν τόσο ἐνωρὶς νὰ ἐπιστρέψουν στὴν Μοραβία καὶ Παν­νονία, διότι δὲν εἶχαν ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτούς· ἐφο­βῶν­ταν ὅτι θὰ παρέμεναν ἀφωσιωμένοι στὴν Κωνσταντι­νούπο­λι, καὶ εἶχαν δίκαιο. ᾿Εκεῖ ἦταν συνεχῶς ἡ σκέψις των. ῎Ισως στὸ μεταξὺ εἶχαν καθαρισθῆ τὰ πράγματα, ὥστε νὰ ἐγίνον­ταν εὐ­πρόσδεκτοι ἀπὸ τοὺς νέους ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου. ῞Ομως οἱ Ρωμαῖοι δὲν ἤθελαν νὰ τοὺς ἀφήσουν οὔτε γιὰ τὴν Κων­σταντινούπολι.

Εἴπαμε προηγουμένως ὅτι στὴ Μοραβία ὑπῆρχαν με­ρικοὶ ῞Ελληνες ἱερεῖς ἀπὸ προηγουμένως καὶ ὅτι ἐπίσης με­ρικοὶ ἀπὸ τοὺς συνοδοὺς τῶν ἀδελφῶν ἦσαν ἴσως χειροτο­νημένοι. Τώρα οἱ ἀδελφοὶ ἐπεδίωκαν νὰ μεταβοῦν στὴν Κων­σταντινούπολι, γιὰ νὰ χειροτονηθοῦν σὲ ἐπισκόπους, ποὺ θὰ ἀναλάμβαναν τὶς δύο ὑπὸ σύστασι ἀρχιεπισκοπές, καὶ νὰ χει­ροτονήσουν ἐπίσης μερικοὺς συνεργάτες τους σὲ ἐπισκόπους, ὥστε ν᾿ ἀποτελέσουν τὴν ἱεραρχία τῶν δύο πε­ριοχῶν.

Οἱ δύο ἀδελφοὶ μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς των ἔμεναν στὰ ἑλληνικὰ μοναστήρια τῆς Ρώμης, ἀναμένοντας τὶς χει­ροτο­νί­ες, ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν πάπα, ἀφοῦ ἐκείνη τὴν ἐποχὴ ἡ ᾿Εκ­κλησία, παρὰ τὶς διαφορὲς ποὺ ὑπῆρχαν, ἦταν ἑνωμέ­νη. Οἱ ἄρχοντες τῆς Ρώμης δὲν ἦσαν βέβαια διατεθειμένοι νὰ δώ­σουν τέτοιες δικαιοδοσίες· ἀλλὰ πάντως ὁ πάπας ᾿Α­δριανὸς Β¢ ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἱερέα, ἐνῶ οἱ ἐπίσκο­ποι Φορ­μῶζος Πόρτου καὶ Γαυδέριχος Βελλέτρης ἐχειροτό­νησαν μα­θητάς των σὲ ἱερεῖς καὶ διακόνους. Κατὰ τὶς χει­ροτονίες αὐτὲς ἡ λειτουργία ἐτελέσθηκε σλαβικά.

῾Ο Κωνσταντῖνος, ποὺ φαίνεται ὅτι πάντοτε εἶχε ἐπι­σφαλῆ ὑγεία, ἀσθένησε τὸν Δεκέμβριο τοῦ 868. Προαισθα­νόμενος τὸ τέλος του νὰ ἐπέρχεται, ἐφόρεσε ἄμφια κι ἔμει­νε ἐνδεδυμένος ὁλόκληρη τὴν ἡμέρα. Εἶπε χαρούμενος· “δὲν εἶμαι πλέον ὑπηρέτης οὔτε τοῦ αὐτοκράτορος, οὔτε κανενὸς ἄλλου ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ. ῎Ετσι ἤμουν πάντοτε, εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι αἰωνίως. ᾿Αμήν”.

Τὴν ἑπομένη ἡμέρα ἐφόρεσε τὸ μοναχικὸ ἔνδυμα κι ἔλα­­βε τὸ ὄνομα Κύριλλος. ῎Εμεινε 50 ἡμέρες μὲ τὸ ἔνδυμα τοῦτο, καὶ ὅταν ἀντιλήφθηκε τὴν ὥρα τῆς ἐκδημίας του προσευ­χή­θηκε ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου, στὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς τοπο­θέτησε τὸν ἴδιο ἐπὶ κεφαλῆς. Τὸ σημεῖο τοῦτο τῆς προσευ­χῆς δείχνει ὅτι ὁ Κύριλλος εἶχε ἴσως ἤδη χειροτονηθῆ ἐπί­σκοπος Μο­ραβίας, ἂν καὶ αὐτὸ δὲν μαρτυρεῖται εὐθέως ἀπὸ τὸν Βίο του. ᾿Απέθανε σὲ ἡλικία 42 ἐτῶν τὴν 14 Φε­βρουαρίου 869. ῾Ο Μεθόδιος ἀπέρριψε τὴν παραγγελία τοῦ πάπα νὰ γίνη μεγαλοπρεπὴς κηδεία. ᾿Εσκέφθηκε νὰ μεταφέ­ρη τὸ σκήνωμα στὴν Κωνσταντινούπολι, κατὰ τὴν ἐπιθυμία τῆς μητέρας τους, ἀλλὰ οἱ Ρωμαῖοι τὸν ἀπέτρεψαν. ῎Ετσι ὁ Κύριλλος ἐτάφηκε στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Κλήμεντος, δεξιὰ τῆς ἁγίας Τράπεζας.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

...συνέχεια



ΣΥΝΕΧΙΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΕΘΟΔΙΟ

Μοραβοὶ καὶ Σλοβένοι ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τοὺς ἀδελφούς, ἀλλ᾿ αὐτοὶ δὲν ἐφαίνονταν. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλοβε­νίας ἐζήτησε μ᾿ ἐπιστολή του πρὸς τὸν πάπα τὸν Με­θόδιο καὶ ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς τὸν ἔστειλε τὸ καλοκαίρι τοῦ 869. Στὴν ἐπιστολή του πρὸς τὸν Κότσελ καὶ τὸν Ραστι­σλάβο ὁ ᾿Αδριανὸς ἐπαινοῦσε τὸ ὀρθόδοξο φρόνημα τοῦ Μεθοδίου, ὥριζε νὰ τελοῦνται οἱ ἀκολουθίες στὴ σλαβικὴ γλῶσσα καὶ ἐχαρακτήριζε λύκους ἐκείνους ποὺ περιφρονοῦ­σαν τὰ βιβλία ποὺ ἦσαν γραμμένα στὴ γλῶσσα αὐτή.

῾Η δυσαρέσκεια τῶν Σλοβένων ἦταν μεγάλη· διότι, ἐνῶ ἐζητοῦσαν ἐπίσκοπο, ὁ πάπας εἶχε διστάσει νὰ χειρο­τονήση τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο. ᾿Εφοβοῦνταν προφανῶς, μήπως τυ­χὸν ὁ Μεθόδιος ἀνακηρύξη ἀνεξάρτητη τὴν ᾿Εκκλησία τῆς Σλοβενίας καὶ τῆς Μοραβίας, ὅπως πράγματι ἐπεδίωκε. ῾Ο Κότσελ ἐνήργησε τότε ἀποφασιστικῶς. ῎Εστειλε πάλι τὸν Με­θόδιο στὴ Ρώμη μὲ συνοδεία 20 εὐγενῶν Σλοβένων, γιὰ ἐπί­δειξι δυνάμεως, καὶ ἀπαίτησε τὴ χειροτονία του σ᾿ ἐπίσκο­πο, διαμηνύοντας ὅτι ἀλλοιῶς θὰ ἐζητοῦσε τὴ χειρο­τονία ἀπὸ τὸ Βυζάντιο. Καὶ ἡ ἀποφασιστικότης τοῦ ἡγεμό­νος ἐνί­κησε. ῾Ο πάπας ἐχειροτόνησε τὸν Μεθόδιο ἐπίσκοπο Παννο­νίας στὸ θρόνο τοῦ ἁγίου ᾿Ανδρονίκου, τῶν ἑβδο­μήντα ᾿Απο­στόλων, καὶ αὐτὸς ἐγκαταστάθηκε στὴν πρωτεύ­ουσα τῆς Σλο­βενίας Βλατίνσκυ Κόστελ, φέροντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπι­σκόπου Σιρμίου, τῆς παλαιᾆς πρωτεύουσας τοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ ποὺ εὑρισκόταν ὀλίγο νοτίως τοῦ Δουνάβεως.

῾Ο ἐκκλησιαστικὸς ὀργανισμός, ποὺ συστάθηκε κατό­πιν τῆς δράσεως τῶν δύο ἀδελφῶν, ἦταν αὐτοκέφαλος, σύμ­φωνα μὲ τὶς βυζαντινὲς ἀντιλήψεις. Τὰ δύο μεγάλα τμή­ματα τῆς ἡνωμένης τότε ᾿Εκκλησίας διακρίνονταν ὡς πρὸς τὸ ση­μεῖο τοῦτο λόγω τῆς διαφορᾆς παραδόσεως καὶ νοο­τροπίας. Στὴ Δύσι τὸ ἰδεῶδες τῆς ἀπόλυτης συγκεντρώσεως καὶ ἑνό­τητος, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἀρχαία Ρώμη, ἀπαι­τοῦσε στὶς ἐκχριστιανιζόμενες περιοχὲς νὰ ὀργανώνωνται μο­νάδες τῆς μιᾆς ἀδιάσπαστης ᾿Εκκλησίας, μὲ γλῶσσα τὴ λατινικὴ καί, κατὰ τὴν ὑπ᾿ ὄψι περίοδο, ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ γερμανικοῦ κράτους. Στὴν ᾿Ανατολὴ τὸ ἰδεῶδες τῆς ὁ­μόσπονδης συνδέ­σεως, κληρονομημένο ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ ἀρχαιότητα, συντελοῦσε ὥστε στὶς ἐκχρι­στιανιζόμενες περιο­χὲς νὰ ὀργανώνωνται αὐτοκέφαλες ᾿Εκ­κλησίες μὲ ὄργανα τὴν ἐπιτόπια γλῶσσα καὶ ὑπὸ τὴν πολι­τικὴ ἐξουσία τῶν ἐπι­τοπίων ἀνεξαρτήτων κρατῶν.

῎Ετσι ἡ ᾿Εκκλησία ἐκείνη δὲν ἐξαρτῶνταν διοικητικῶς οὔτε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι οὔτε ἀπὸ τὴ Ρώμη, ἀλλ᾿ εὑ­ρισκόταν σὲ κοινωνία καὶ μὲ τὶς δυό, ἐνῶ ἡ καρδιά της ἦταν στὴν πρώτη. Εἶχε ἱδρυθῆ σύμφωνα πρὸς τὶς ὁδηγίες ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι καὶ κατὰ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα τῆς αὐτοτέλειας. Καὶ ἀπετέλεσε πρότυπο μὲ βάσι τὸ ὁποῖο ὠρ­γανώθηκαν καὶ οἱ ἄλλες σλαβικὲς ᾿Εκκλησίες, μὲ τὴ δια­φο­ρὰ ὅτι αὐτὲς ἦταν εὐτυχέστερες ἀπὸ ἄποψι παρεμβάσεως ξέ­νων παραγόντων.

῾Η δραστηριότης τοῦ Μεθοδίου ἦταν τώρα πολὺ ἐντο­νώτερη καὶ ἀποτελεσματικώτερη, διότι κατεῖχε μιὰ περισσό­τερο ὑπεύθυνη θέσι. ᾿Εχειροτόνησε πλῆθος μαθητῶν του, Σλο­βένων, Κροατῶν καὶ Σέρβων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐκτεινό­ταν ἡ δικαιοδοσία του. Οἱ Κροᾆτες καὶ οἱ Σέρβοι εἶχαν δε­χθῆ τοὺς πρώτους ἱεραποστόλους ἀπὸ τὶς βυζαντινὲς κτή­σεις τῆς ᾿Α­δριατικῆς μὲ φροντίδα τῆς κυβερνήσεως τοῦ Βυ­ζαντίου. Τώρα ὁ Χριστιανισμὸς προχωρεῖ μεταξὺ αὐτῶν σ᾿ ἔκτασι καὶ βά­θος. Οἱ τρεῖς ᾿Εκκλησίες ἔλαβαν σλαβικὸ χα­ρακτῆρα, ἀλλὰ ἡ κροατικὴ ἐστράφηκε ἀργότερα πρὸς τὴ Ρώμη διὰ τοῦ ἡγε­μό­νος τῆς Κροατίας Βρανιμίρου, ποὺ τὸ 879 ἐδολοφό­νη­σε τὸν Ζδεσλάβ. Στὴν Σλοβενία ὁ χαρακτὴρ αὐτὸς διατηρή­θη­κε με­ρι­κῶς μέχρι τῶν χρόνων μας, παρ᾿ ὅλο ποὺ καὶ ἐκεῖ μετα­γενεστέρως ἐπεκράτησε ὁ Ρωμαιοκα­θολικισμός. Μάλιστα ἐκεῖ διατηρήθηκε γι᾿ ἀρκετὸ χρόνο καὶ ἡ πρώτη σλαβικὴ γρα­φή, ἡ γλαγολιτική.

Τὴν ἴδια ἐποχὴ ὁ Μεθόδιος ἐχειροτόνησε καὶ πλῆθος μαθητῶν ἀπὸ τὴ Μοραβία, τοὺς ὁποίους ἔστειλε στὴν χώρα τους, γιὰ νὰ συνεχίσουν τὸ ἔργο. ᾿Αλλὰ τὸ ἔργο τοῦτο δια­κόπηκε ἐνωρίς. Οἱ Γερμανοὶ ἐκκλησιαστικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἄρχοντες δυσαρεστήθηκαν ἀπὸ τὰ ἀποτελέσματα τῆς δρα­στηριότητας τοῦ Μεθοδίου, ποὺ ἐματαίωναν τὰ γερμανικὰ σχέδια κυριαρχίας ἐπὶ τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης ὁλόκληρης.

Τὴν ἐποχὴ αὐτὴ ἀκριβῶς ὁ Λουδοβῖκος ὁ Γερμανικὸς εἶχε εἰσβάλει μὲ τρεῖς στρατιὲς στὴ Μοραβία καί, ἔπειτα ἀπὸ τὴν προδοσία τοῦ Σβατοπλούκ, τὴν ὑπέταξε πάλι. ῾Ο Ραστι­σλάβος, ποὺ εἶχε μετακαλέσει τοὺς ῞Ελληνες ἱεραπο­στόλους, εἶχε ἐκθρονισθῆ καὶ τυφλωθῆ. ῾Ο Κότσελ τῆς Σλο­βενίας ἄρ­χισε νὰ φοβῆται τὸ ἴδιο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Γι᾿ αὐτό, ὅταν ἄνθρωποι τῶν Γερμανῶν κληρικῶν συνέλαβαν τὸν Μεθόδιο καὶ τὸν ὡδήγησαν στὴ Σουαβία, δὲν ἀντέδρα­σε. Τὸ Νοέμ­βριο τοῦ 870 ὁ Μεθόδιος ἐδικάστηκε ἀπὸ Βαυα­ροὺς ἐπι­σκόπους στὸ Ρέγενσβουργ, διότι δῆθεν εἶχε καταλά­βει ἐκκλη­σιαστικὴ ἐπαρχία ποὺ ἀνῆκε στὴν ἀρχιεπι­σκοπὴ τοῦ Σάλτ­σ­βουργ. ῾Υπῆρχε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη ἔντονη τάσις ἀνάμεσα στοὺς παράγοντες τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Γερ­μανίας ν᾿ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴ Ρώμη, τὴν ὁποία παρατηροῦ­με καὶ στὴν παροῦσα περί­πτωσι, ὅπου ἀμφισβητεῖται κι ἡ ἐνέργεια τοῦ πάπα νὰ διο­ρίση ἀρχιεπίσκοπο στὴ Σλοβενία. ῾Ο Μεθόδιος ὡμίλησε πρὸς τοὺς διῶκτες του μὲ σκληρὴ γλῶσσα, ἐνώπιον τοῦ Λουδο­βί­κου, κι ἐδήλωσε ὅτι δὲν φο­βεῖται, ἐφ᾿ ὅσον λέ­γει τὴν ἀλή­θεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ βυζαντινοῦ αὐτο­κράτορος. ᾿Αφοῦ καταδικάσθηκε, ἐκλεί­σθηκε στὴ φυλακὴ τῆς μονῆς ᾿Ελ­λβάγγεν τῆς Σουαβίας. Δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἔλθει σὲ καμμιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸν πάπα καὶ μάλιστα ἐφόνευσαν τὸν ἀγγε­λιοφόρο τοῦ πάπα μοναχὸ Λάζαρο. ᾿Απὸ τοὺς μα­θητάς του ἄλλοι διέφυγαν στὴ Μοραβία, τὴν Κροατία καὶ τὴ Σερβία, ἐνῶ ἄλλοι παρέμει­ναν κρυφὰ στὴ Σλοβενία. Δὲν εἶναι γνω­στό, ἂν ὁ πάπας ᾿Αδριανὸς ἀπέθανε τὸν Δεκέμ­βριο τοῦ 872, δηλαδὴ περισ­σότερο ἀπὸ δυὸ χρόνια ἀφ᾿ ὅτου ὁ Μεθόδιος ἐγκλείσθηκε στὴ φυλακή. ῾Η ἀδιαφορία του εἶναι παράδοξη. ῾Ο διάδο­χός του ᾿Ιωάννης Η¢, ἀφοῦ ἔμα­θε γι᾿ αὐτές, κάπως ἀργά, ἔ­γραψε πρὸς τὸν βασιλέα Λουδο­βῖκο, παραπονού­με­νος διότι ἕνας ἀρχιεπίσκοπος, ποὺ κατεῖ­χε ἕδρα ὑπαγομένη κατὰ τὴ γνώμη του ἀνέκαθεν στὴ Ρώμη, καὶ πάντως ὄχι στὴ Γερμα­νία, ἐδιώχθηκε. ῎Εγραψε ἐπίσης πρὸς τὸν ἀρχιεπί­σκοπο τοῦ Σάλτσβουργ ᾿Αδαλβῖνο καὶ πρὸς διαφόρους Γερ­μανοὺς ἐπι­σκόπους μὲ αὐστηρότητα.

Οἱ διῶκτες τοῦ Μεθοδίου, θέλοντας νὰ ξεκαθαρίσουν τὰ πράγματα ριζικῶς, ἀπέβλεπαν σὲ ἰσόβια κάθειρξι τοῦ Με­θοδίου, ἀλλ᾿ αὐτὸς μετὰ δυόμισυ ἔτη ἐλευθερώθηκε. ῾Η ἐπέμ­βασις τοῦ πάπα δὲν ἦταν ὁ μόνος λόγος γιὰ τὴν ἀπε­λευ­θέ­ρωσί του. Συνετέλεσε σ᾿ αὐτὴν καὶ ἡ μεσολάβησι τοῦ αὐτο­κράτορος τοῦ Βυζαντίου Βασιλείου Α¢ Μακεδόνος, τὴν ὁποία διενήργησαν πρεσβεῖες πρὸς τὸν Λουδοβῖκο δυὸ φο­ρὲς στὴ Ρατισβόννη, τὸν ᾿Ιανουάριο καὶ τὸν Νοέμβριο τοῦ 873. Τὴ δεύτερη φορὰ ὀνομάζεται καὶ ὁ πρεσβευτής, “᾿Α­γάθων ἀρχι­επίσκοπος”, ποὺ χωρὶς ἀμφιβολία εἶναι ὁ ᾿Αγά­θων Μορά­βων ποὺ ἔλαβε μέρος στὴ σύνοδο τοῦ 879. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ ᾿Αγάθων ἐστάλθηκε τὴν πρώτη φορὰ ὡς πρεσβευτής, γιὰ νὰ συγκεντρώση πληροφορίες περὶ τῆς τύ­χης τοῦ Μεθο­δίου ποὺ εἶχε ἐξαφανισθῆ. ῞Οταν ἔμαθε γιὰ τὴν φυλάκισι καὶ τὴν πιθανὴ ἐκτέλεσί του, χειροτονήθηκε αὐτὸς ἐπίσκο­πος Μοραβίας· ἐνῶ ὅμως μετέβαινε γιὰ δεύτε­ρη φορὰ στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη, γιὰ ν᾿ ἀναλάβει τὰ καθή­κοντά του, εὑρῆ­κε τὸν Μεθόδιο ἐλεύθερο πλέον κι ἐγύρισε στὴν Κωνσταντι­νούπολι, ὅπου ἐκράτησε τὸν τίτλο του “Μοράβων”, ἐνῶ ὁ Με­­­θόδιος τὸν τίτλο τῆς Παννονίας.

Στὴν ἀλλαγὴ κλίματος συνετέλεσε, ἐπίσης, καὶ ἡ μετα­βολὴ τῆς καταστάσεως στὴ Μοραβία. ῾Ο νέος ἐκεῖ ἡγεμών, Σβατοπλούκ, ἀνεψιὸς τοῦ Ραστισλάβου, ὅπως ἐλέχθηκε, ἀ­πέ­κτησε ἀνεξαρτησία, ἔπειτα ἀπὸ νέα ἐπανάστασι. ᾿Ανάμεσα στοὺς ἡγέτες αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως ἦταν καὶ ὁ ἱερεὺς Σλα­­βομίρ. Εἶναι εὔλογο ὅτι οἱ κληρικοὶ τῆς σλαβικῆς ᾿Εκ­κλη­σί­ας τῆς Μοραβίας ἐργάζονταν πάντοτε ὑπὲρ τῆς πολι­τικῆς ἀν­εξαρτησίας τῆς χώρας των.

Μετὰ δυόμισυ ἐτῶν φυλάκισι ὁ Μεθόδιος ἀφέθηκε ἐ­λεύθερος. Τώρα πλέον δὲν ἐπέστρεψε στὴ Σλοβενία, ἀλλὰ στὴ Μοραβία, διατηρώντας τὸν τίτλο τοῦ ἀρχιεπισκόπου τοῦ Σιρ­μίου. Οἱ πολυάριθμοι μαθηταί του τὸν ἐδέχθηκαν μὲ ἐνθου­σιασμὸ τὸ καλοκαίρι τοῦ 873, ἔπειτα ἀπὸ ἑξαετῆ ἀνα­μονή.

᾿Απὸ τότε ἀρχίζει περίοδος ἀκμῆς γιὰ τὴν νεοϊδρυμέ­νη ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας. ῾Ο μεγάλος ἱεραπόστολος ἀνέ­λαβε τώρα διπλὸ ἔργο. ᾿Απὸ τὸ ἕνα μέρος συνέχισε τὸν κα­ταρτισμὸ θεολόγων, κληρικῶν καὶ διδασκάλων, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο ἐπεξέτεινε τὸ κήρυγμά του καὶ στὶς πλατειὲς λαϊκὲς μάζες. ᾿Επισκέφθηκε ὅλες τὶς περιοχὲς ποὺ περιελαμβάνον­ταν τότε στὸ κράτος τοῦ Σβατοπλούκ, δηλαδὴ τῆς Μοραβί­ας, Βοημίας, Σλοβακίας, Παννονίας, Πολωνίας, Λουσατίας. ᾿Εβάπτισε ὁ ἴδιος τὸν πρῶτο τσέχο χριστιανὸ ἡγεμόνα Μπο­ριβάϊ. ῎Εφθασε μέχρι τῆς περιοχῆς τοῦ Κιέβου, ὅπου ἐκήρυ­ξε μεταξὺ τῶν Ρώσων.

Τὸ ἔργο του ἐπετελεῖτο κάτω ἀπὸ δύσκολες συνθῆκες γιὰ τὴ Μοραβία. Διότι ὁ Σβατοπλοὺκ τὸ 874 ἀναγκάσθηκε ἔπειτα ἀπὸ νέο σκληρὸ ἀγῶνα νὰ δεχθῆ ὡρισμένους ὅρους τῶν Γερμανῶν. Οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ ἐνθαρρύνθηκαν πάλι, ἐνῶ ὁ ἡγεμόνας, γιὰ νὰ μὴ τοὺς ἐρεθίζη, εὑρῆκε τὴν ἑξῆς συμβιβαστικὴ μέθοδο ἰσορροπίας· αὐτὸς μὲν ἀκολουθοῦσε τὴ λατινικὴ λατρεία, ἄφηνε ὅμως τὸν λαὸ ν᾿ ἀκολουθῆ τὴ σλα­βική. ῎Ετσι ὁ Μεθόδιος ἀποξενώθηκε βαθμιαίως ἀπὸ τὸν ἡγε­μόνα, καὶ ἰδίως ἀφ᾿ ὅτου ὁ τελευταῖος μετέφερε τὴν πρω­τεύουσά του στὴν ἀπομακρυσμένη Νίτρα, στὴ Σλοβα­κία. Τε­λικὰ ἡ ἑλληνικὴ ἱεραποστολὴ ἐτέθηκε ὑπὸ δυσμένεια.

Τὸ ἔτος 879 ἡ σύγκρουσις ἐκορυφώθηκε. ῾Ο Σβατο­πλούκ, πιεζόμενος ἀπὸ δύο δυτικοὺς ἱερεῖς, τὸν γερμανὸ Βί­χιγκ καὶ τὸν ἰταλὸ ᾿Ιωάννη, ἀπευθύνθηκε πρὸς τὸν πάπα ᾿Ιω­άννη Η¢. ᾿Επεδίωκε νὰ μεταθέση σὲ ἄλλον τὸ βάρος ὁποιασ­δήποτε ἐνεργείας. Τότε ὁ πάπας ἔγραψε δυὸ ἐπιστο­λὲς μὲ τὴν ἴδια ἡμερομηνία, μιὰ πρὸς τὸν Σβατοπλοὺκ καὶ μιὰ πρὸς τὸν Μεθόδιο, ποὺ μαρτυροῦν νέα στροφὴ τῆς ρω­μαϊκῆς πο­λιτικῆς στὸ θέμα τῆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας κι ἐπάνοδο στὴ γραμμὴ τοῦ Νικολάου Α¢. ᾿Ανάμεσα σὲ ἄλλα, ἀπαγόρευε στὸν Μεθόδιο νὰ τελῆ τὴ λατρεία στὴ σλαβικὴ γλῶσσα, ἐπι­βάλλοντας ἀποκλειστικῶς τὴ χρῆσι τῆς λατινι­κῆς καὶ τῆς ἑλ­ληνικῆς.

῾Ο Μεθόδιος ἐκβιάσθηκε νὰ μεταβῆ στὴ Ρώμη, ὅπου θὰ εἰσέρχονταν σὲ δίκη τὸ 880. Συγχρόνως ἐστάλθηκε ἀπὸ τὸν Σβατοπλοὺκ στὴ Ρώμη ὁ ἱερεὺς Βίχιγκ, τὸν ὁποῖο ὁ μοραβὸς ἡγεμὼν προώριζε ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ Μεθοδίου σὲ περίπτωσι καθαιρέσεώς του, ποὺ τὴν ἐθεωροῦσε βεβαία. ᾿Εκεῖ ὅμως τὰ πράγματα ἄλλαξαν. Εἶναι φανερὸ ὅτι οἱ πά­πες αὐτῆς τῆς ἐποχῆς δὲν εἶχαν σταθερὴ πολιτικὴ σὲ παρό­μοια θέματα, ποὺ ἄλλωστε γιὰ πρώτη φορὰ παρουσιάζονταν· ἔτσι ἄλλα ἔλεγε ὁ προηγούμενος καὶ ἄλλα ὁ ἑπόμενος, συ­χνὰ μάλιστα ἡ πολιτικὴ ἑνὸς καὶ τοῦ ἴδιου πάπα ἦταν ἀλ­λο­πρό­σ­αλλη. ῾Η ἀλλαγὴ τῆς πολιτικῆς ὀφείλεται πρῶτα στὴν ἰσχυ­ρὴ προσωπικότητα τοῦ Μεθοδίου, ποὺ μὲ μόνη τὴν παρου­σία του ἐπηρέαζε τὶς καταστάσεις. ᾿Οφείλεται ὅμως ἐπί­σης καὶ στὸ φόβο τῆς Ρώμης μὴ τυχὸν οἱ δυτικοὶ Σλάβοι ἀπο­μακρυνθοῦν ἀπὸ τὴ ρωμαϊκὴ ἐπιρροή, ὅπως εἶχε συμβῆ στὸ μεταξὺ μὲ τοὺς Βουλγάρους.

῎Ετσι ὁ ᾿Ιωάννης Η¢ μὲ νέα ἐπιστολή του παραγγέλ­λει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἐζητοῦσε μὲ τὴν προηγού­μενη. Λέγει ὅτι ἐξήτασε τὸ Μεθόδιο ἐμπρὸς στὴν σύνοδο τῶν ἐπι­σκόπων καὶ διαπίστωσε ὅτι ἔχει τὴν πίστι τοῦ συμ­βόλου τῆς ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο βεβαίως τότε ἦ­ταν ἀπα­ράλ­λακτο μὲ τὸ τῆς ἑλληνικῆς. ῾Η προσθήκη τοῦ Φιλιόκβε (Fi­lioque), τοῦ ὅτι δηλαδὴ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα ἐκ­πορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, δὲν εἶχε ἀκόμη εἰσαχθῆ στὸ σύμβολο, ἀλλὰ ὑπῆρχε ὡς διδασκαλία, κυρίως μεταξὺ τοῦ Γερμανῶν θεο­λόγων. Παράγγειλε ἐπίσης νὰ διακηρύσσονται καὶ στὴ σλα­βικὴ γλῶσσα τὰ ἔργα τοῦ Κυρίου, διότι ἡ ῾Α­γία Γραφὴ δί­νει ἐντολὴ νὰ αἰνοῦμε τὸν Κύριο, ὄχι σὲ τρεῖς μόνο, ἀλλὰ σὲ ὅλες τὶς γλῶσσες. Γιὰ ν᾿ ἀποδείξη ὁ Μεθόδι­ος ὅτι δὲν ἔχει σημασία ἡ παραλλαγὴ σὲ τέτοια θέματα, μετέφρασε στὰ σλαβικὰ καὶ τὴ λατινικὴ λειτουργία ποὺ ἦταν τότε σὲ χρῆσι στὴ Δύσι, ὥστε στὴν ᾿Εκκλησία του νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ τέλε­σις τόσο τῆς ἀνατολικῆς ὅσο καὶ τῆς δυτικῆς λειτουργίας. ῎Ετσι ἀποφεύγονταν μιὰ βασικὴ ἀφορ­μὴ δυσαρεσκείας τῶν ᾿Ιταλῶν καὶ τῶν Γερμανῶν.

῾Ο Μεθόδιος ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴ Ρώμη δικαιωμένος ὡς ἀρχιεπίσκοπος στὴ Μοραβία. Γιὰ νὰ ἱκανοποιήση καὶ τὸν ἡγεμόνα ὁ πάπας, ἐχειροτόνησε τὸν Βίχιγκ ἐπίσκοπο Νίτρας ὑπὸ τὸν Μεθόδιο· ἐζήτησε δὲ καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη πρόσω­πο, γιὰ νὰ γίνουν τρεῖς οἱ ἐπίσκοποι τῆς περιοχῆς κι ἀπο­τελέ­σουν ἔτσι ἀνεξάρτητη μητρόπολι.



ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ

ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΕΥΡΩΠΗ

Εἶχαν περάσει πολλὰ χρόνια, ἀφ᾿ ὅτου οἱ διακεκριμέ­νοι αὐτοὶ ἀδελφοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Κωνσταντινούπολι, τὸ 863. ῾Η πρόθεσίς των νὰ τὴν ἐπισκεφθοῦν τὸ 867 κι ἐκεῖ νὰ λάβουν χειροτονία δὲν ἐπραγματοποιήθηκε, ὅπως εἴδαμε. ῎Ετσι ὑποχρεώθηκαν ὑπὸ τὴν ἀνάγκη τῶν πραγμάτων νὰ συνδεθοῦν μὲ τὴ Ρώμη. ῾Ο Μεθόδιος, ἐργαζόμενος ἀκατά­παυ­στα ἀνάμεσα ἀπὸ μύρια ἐμπόδια, δὲν εὑρῆκε τὴν εὐκαι­ρία γιὰ τέτοια ἐπίσκεψι. ᾿Αλλὰ εἶχε πάντοτε στὴ σκέψι τὰ πα­τρικὰ μέρη καὶ τὸν πόθο νὰ ἐπιχειρήση τὸ μακρινὸ ταξί­δι, ἀκόμη κι ὅταν ἡ μητέρα του ἀπέθανε. Τὸ εἶχε ὑπ᾿ ὄψι γιὰ πολλοὺς λόγους καὶ κυρίως διότι ἦταν ἀνάγκη ν᾿ ἀνταλ­λάξη σκέψεις μὲ τοὺς ἄρχοντες τοῦ Βυζαντίου γιὰ τὴν πο­ρεία τοῦ ἔργου του καὶ διότι οἱ Γερμανοὶ κληρικοὶ διέδιδαν ἀβάσιμα ὅτι εἶχε χάσει τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ ῞Ελληνος αὐ­τοκράτορος, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι δὲν ἀκουόταν κανένα ἐν­διαφέρον γι᾿ αὐτόν.

Τὸ ἔτος 877 ὁ Φώτιος ἀνέβηκε γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν πατριαρχικὸ θρόνο. Συγκάλεσε τότε μεγάλη σύνοδο (879), ἐπέτυχε τὴν εἰρήνευσι τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἔθεσε τέρ­μα στὴν καταστρεπτικὴ ἀντιδικία μὲ τὴ Ρώμη. ᾿Απὸ τότε οἱ ὁμαλὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο ᾿Εκκλησιῶν διατηρήθηκαν ἐπὶ δυὸ περίπου αἰῶνες, ἕως τὴν ὁριστικὴ ρῆξι κατὰ τὸ 1054. Μέσα σ᾿ αὐτὸ τὸ νέο κλῖμα πρέπει νὰ τοποθετηθῆ καὶ ἡ ἀλλαγὴ τῆς στάσεως τοῦ πάπα ᾿Ιωάννη Η¢ κατὰ τὸ 880.

᾿Εξ ἄλλου ὁ Φώτιος ἤθελε νὰ ἐνημερωθῆ γιὰ τὶς λε­πτομέρειες τῆς καταστάσεως στὴν Κεντρικὴ Εὐρώπη ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Μεθόδιο, τὸν παλαιὸ γνώριμο, τὸν ὁποῖο αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν αὐτοκράτορα Μιχαὴλ Γ¢ ἔστειλαν στὴν Μορα­βία πρὶν ἀπὸ εἴκοσι σχεδὸν χρόνια. Τὴν ἴδια ἐπιθυμία εἶχε καὶ ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος Α¢. ῾Ο Βασίλειος μάλιστα τοῦ ἔγραψε σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του νὰ τὸν ἰδῆ καὶ νὰ πά­ρη τὴν εὐλογία του.

Τὸ 881 ὁ πάπας ᾿Ιωάννης Η¢ τὸν ἐκάλεσε στὴ Ρώμη καὶ πάλι γιὰ νέες διαβουλεύσεις, ἐπειδὴ οἱ διαβολὲς τοῦ Βί­χιγκ συνεχίζονταν. ᾿Αλλ᾿ αὐτὴ τὴ φορὰ ὁ Μεθόδιος ἀρνήθη­κε νὰ συμμορφωθῆ πρὸς τὴν πρόσκλησι, διότι τὸ ἐθεώρησε πολὺ ἀστεῖο νὰ συνεχίζωνται ἐπ᾿ ἄπειρον οἱ προσκλήσεις καὶ οἱ ἀνακρίσεις. Τοῦτο ἀπετέλεσε ἕνα ἀκόμη λόγο, γιὰ νὰ ἐπι­σπεύση τὴ μετάβασί του στὴν Κωνσταντινούπολι.

Τὸ ταξίδι ἐπραγματοποιήθηκε τὸ 881. Στὴν πρωτεύ­ου­σα τοῦ Βυζαντίου ἄρχοντες, κλῆρος καὶ λαὸς τὸν ὑποδέ­χθη­καν μ᾿ ἐνθουσιασμό. ῏Ησαν ὅλοι ἐνήμεροι τῶν θαυμαστῶν ἐπι­τευγμάτων του στὶς μακρινὲς χῶρες τῆς Κεντρικῆς Εὐ­ρώ­πης, σὲ γενικὲς γραμμές, καὶ ἡ χαρά τους ποὺ ἔβλεπαν κοντά τους τὸν μεγάλο ἱεραπόστολο ἦταν ἀπερίγραπτη. Οἱ ἐνέρ­γειές του στὶς χῶρες ἐκεῖνες δὲν ἦταν δυνατὸ παρὰ νὰ ἐγ­κριθοῦν ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα καὶ τὸν πατριάρχη. Φυσι­κὰ συζητήθηκε καὶ τὸ μέλλον τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν Σλάβων τῆς Δύσεως. ῾Η παρεμβολὴ τῶν Βουλγάρων ἀνάμεσα στὸ Βυ­ζάν­τιο καὶ τὴ Μοραβία δὲν ἐπέτρεπε δυναμικὴ πρὸς αὐ­τὸν βοή­θεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι. Τοῦ ἐδόθηκε ὅμως τέ­τοια βοήθεια ἄμεσα μὲ τὸ κῦρος τῆς αὐτοκρατορίας καὶ μὲ τὴν ἀναγνώρισι τοῦ ἔργου του. Τοῦ συστήθηκε νὰ δια­τηρή­ση ἀν­­υποχωρήτως καὶ ἀνενδότως τὸ αὐτοκέφαλο τῆς ᾿Εκ­κλησίας του καὶ νὰ μὴ δέχεται ἀπὸ πουθενὰ παρεμβά­σεις.

Μὲ αὐτὴν τὴν εὐκαιρία ὁ Μεθόδιος κατατόπισε τὸν Φώτιο περὶ τῆς διαδόσεως τῆς διδασκαλίας γιὰ τὴν ἐκπό­ρευσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Η διδασκα­λία αὐτὴ ἐκφράζεται μὲ τὸν τύπο "Filioque" λατινικά, “καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ” ἑλληνικά, ποὺ δὲν ὑπῆρχε ἀρχικὰ στὸ σύμβο­λο, ἀλλὰ γιὰ πρώτη φορὰ προστέθηκε ἀπὸ τὰ μέλη τῆς τρίτης Συνόδου τοῦ Τολέδο (589), γιὰ νὰ πολεμηθῆ ἡ ἐπι­κίνδυνη στὴν ῾Ισπανία ἀρειανικὴ αἵρεσις ποὺ ἐμείωνε τὴν ἀξία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ᾿Αργότερα ἀπετέλεσε τὸ κύριο ση­μεῖο τῆς δογματικῆς διαφωνίας μεταξὺ ᾿Ορθοδόξων καὶ Ρωμαιοκαθο­λικῶν. ᾿Απὸ τὸ 800 καὶ ἔπειτα τὸ Filioque εἶχε ἰδιαιτέρως μεγάλη διάδοσι στὸ φραγκικὸ κράτος καὶ οἱ Φράγκοι ἦσαν ἐκεῖνοι ποὺ μὲ τὸν καιρὸ τὴν ἐπέβαλαν δυ­ναμικὰ σὲ ὅλη τὴ Δύσι. ῾Ο Μεθόδιος ἀντέδρασε μὲ τὸν τρό­πο του στὴ διδα­σκαλία αὐτή, ἀλλὰ πάντως εἰρηνικά, ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἀντι­ποίνων ἐκ μέρους τῶν Ρωμαίων. Παρα­κινούμενος ἀπὸ τὴν ἔκθεσι τοῦ Μεθοδίου, ὁ Φώτιος ἔγρα­ψε τὸ γνωστὸ σύγγραμ­­μα, στὸ ὁποῖο πρῶτος αὐτὸς κατα­πολεμεῖ συστηματικὰ αὐτὴν τὴ διδασκαλία, τὸ Περὶ τῆς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος Μυστα­γωγίας.

Φεύγοντας ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος, ἄφησε ἐκεῖ ἕνα ἱερέα καὶ ἕνα διάκονο, γιὰ νὰ ἐκτελοῦν τὰ ἔργα τῶν ἀποκρισιαρίων καὶ νὰ ἐργάζωνται στὸ κέντρο σλα­βικῶν σπουδῶν. ῎Αφησε ἐπίσης ἀντίτυπα μεταφρασμένων στὰ σλαβικὰ βιβλίων. ῾Η ἀνάγκη σλαβικῶν βιβλίων ἦταν πλέον πολὺ αὐξημένη, διότι τώρα ὁ αὐτοκράτωρ Βασίλειος μὲ τὴν συνεργασία τοῦ Φωτίου εἶχε ἀναλάβει καὶ τὸ ἔργο τοῦ ὁρι­στικοῦ προσηλυτισμοῦ τῶν Σέρβων.

Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του στὴ Μοραβία διὰ μέσου τῆς Βουλγαρίας ὁ Μεθόδιος συναντήθηκε μὲ τὸν βασιλέα Βόρι στὴν πρωτεύουσά του Πρεσθλάβα καὶ τοῦ ἔδωκε συμβουλὲς καὶ ὁδηγίες γιὰ τὴν ὀργάνωσι τῆς βουλγαρικῆς ᾿Εκκλησίας.
Τοῦ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ στείλη μαθητὰς γιὰ τὸ ἔργο του. Καὶ πράγματι μαθηταί του μετέβηκαν στὴ Βουλγαρία, ἀλλὰ μετὰ τὸν θάνατό του. Τότε ἴσως ἦταν ποὺ συναντήθηκε καὶ μὲ τὸν Οὗγγρο βασιλέα στὴν περιοχὴ τοῦ Δουνάβεως. ῾Ο βασι­λεὺς τὸν ὑποδέχθηκε μὲ τιμὲς ἡγεμόνος κι ἐφάνηκε πολὺ εὐ­μενὴς πρὸς τὴν χριστιανικὴ πίστι.

Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολι ὁ Μεθόδιος ἐπιδόθηκε μὲ νέο ζῆλο στὴ μετάφρασι κειμένων ποὺ ἦσαν ἀπαραίτητα στὴν ᾿Εκκλησία του. Φαίνεται ὅτι στὴ βυζαντινὴ πρωτεύουσα τοῦ εἶχε ἐπιστηθῆ ἡ προσοχὴ στὸ ἔρ­γο τοῦτο, ποὺ καθυστεροῦσε λόγω τῶν περιπετειῶν καὶ τῶν πολλαπλῶν καθηκόντων τοῦ ἀρχιεπισκόπου. Μέσα στὸ ἔτος 883 μετέφρασε ὅλη τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς Ψαλμούς, ποὺ ἦσαν ἤδη μεταφρασμένοι ἀπὸ τὸν Κύ­ριλλο, καὶ τῶν βιβλίων τῶν Μακκαβαίων. ῎Αρχισε τὴ μετά­φρασι τὸν Μάρτιο καὶ τὴν ἐτελείωσε σ᾿ ἑπτὰ μῆνες, τὴν πα­ραμονὴ τῆς ἑορτῆς τοῦ προστάτη του ἁγίου Δημητρίου. Μετέφρασε ἐπίσης ὡρισμένα πατερικὰ κείμενα καὶ τὸν Νο­μοκάνονα. ῎Ετσι ἐχά­ρισε στοὺς Μοραβοὺς καὶ στοὺς λοιποὺς λαοὺς τοὺς πρώ­τους γραπτοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπέτρεψαν τὴν ὀργάνωσι τοῦ κοινωνικοῦ βίου μὲ βάσι ἀντικειμενικὲς καὶ γενικὲς δια­τάξεις, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴ θέλησι τῶν φυ­λάρχων.

Τὸ 884 ἐσημειώθηκε νέα σύγκρουσις στὴ Μοραβία, αὐτὴ τὴ φορὰ δογματική. Φαίνεται ὅτι ἀφορμὴ ἔδωσε ἡ γνῶ­σις τοῦ συγγράμματος τοῦ Φωτίου Περὶ ῾Αγίου Πνεύμα­τος στὴ Δύσι. ῞Οπως ὁ Φώτιος, ἔτσι καὶ ὁ Μεθόδιος ὠνό­μαζε αἱρετικοὺς ὅλους ἐκείνους ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὸν ὅρο Φι­­λιόκβε καὶ ἐδέχονταν τὴν ἐκπόρευσι τοῦ ῾Αγίου Πνεύ­ματος καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό. ῾Ο Βίχιγκ ἀντέδρασε ζωηρὰ καὶ προ­κά­λεσε ζητήματα στὸν Μεθόδιο. Τότε πλέον ὁ ἀρχιεπί­σκο­πος ἀνα­­γκά­σθηκε νὰ καταφύγη στὸ ἔσχατο μέσο τοῦ ἀνα­θεματι­σμοῦ, τὸ ὁποῖο ἐξέφερε μαζὶ μὲ τὴ συνέλευσι τῶν ἱε­ρέων. ῾Ο Σβατοπλοὺκ ἐντυπωσιάσθηκε κι ἐφοβήθηκε τόσο πολύ, ὥστε ἀπὸ τότε ἔγινε φίλος τοῦ Μεθοδίου. ῎Ετσι ἐπε­τεύχθηκε ἡ ἑνό­της τῆς Μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλὰ δυστυ­χῶς γιὰ ὀλίγον καιρό.

῾Ο Μεθόδιος ἦταν 65 περίπου ἐτῶν, ὅταν αἰσθάνθηκε νὰ προσεγγίζη τὸ τέλος του. Οἱ μαθηταί του, συγκινημένοι καὶ ἀνήσυχοι, τὸν ἐρώτησαν σχετικὰ μὲ τὴν ἐπιθυμία του γιὰ τὸν διάδοχό του. Αὐτὸς ἐπέδειξε ἕνα γνωστότατο μεταξὺ τῶν μαθητῶν του, τὸν ἐντόπιο Γοράσδο, τὸν ὁποῖο φαίνε­ται ὅτι εἶχε χειροτονήσει ἐπίσκοπο Νίτρας μετὰ τὸν ἀναθε­ματισμὸ τοῦ Βίχιγκ.

Τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων τοῦ 885 ὁ Μεθόδιος μετέ­βηκε στὸν καθεδρικὸ ναὸ τοῦ Βέλεχραδ, ὅπου ἦταν συγκε­ν­τρωμένος ὁ λαός. ῏Ηταν βαρύτατα ἀσθενής· εὐχαρίστησε τὸν αὐτοκράτορα τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὸν ἡγεμόνα τῆς Μο­ραβίας, τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό του. Τέλος εἶπε· “Τέκνα μου, νὰ μὲ περιμένετε ἕως τὴν τρίτη ἡμέρα”. Κι ἔτσι ἔπρα­ξαν. Τὴν αὐγὴ τῆς τρίτης ἡμέρας ἐπρόφερε τὶς τε­λευταῖες του λέξεις· “Κύριε, στὰ χέρια σου παραθέτω τὸ πνεῦμα μου” κι ἀπέθανε στὰ χέρια τῶν ἱερέων του, τὴν 6η ᾿Απριλίου, ᾿Ιν­­δικτιῶνος γ¢, τοῦ ἔτους 6393 ἀπὸ τὴν κτίσι τοῦ κόσμου, δηλαδὴ τὴν 6η ᾿Απριλίου 885.

Οἱ μαθηταί του ἐτέλεσαν τὴ νεκρώσιμη ἀκολουθία στὴν ἑλληνική, τὴ λατινικὴ καὶ τὴν σλαβικὴ συγχρόνως, γιὰ νὰ δείξουν τὸ ἀδιάφορο τῆς γλωσσικῆς ἐπενδύσεως τοῦ χρι­στια­νικοῦ πνεύματος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα μέσα στὴν ποι­κιλία. ᾿Ακολούθως ἀπέθεσαν τὴ σορό του στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς πόλεως. ᾿Αναρίθμητος λαὸς ἀκολούθησε τὴν κηδεία.

῾Ο Γοράσδος ἀνέλαβε μὲ ἔνθερμο ζῆλο τὴ διακυβέρ­νη­σι τῆς ᾿Εκκλησίας του. ᾿Αλλὰ οἱ ἐχθροὶ δὲν τὸν ἄφησαν νὰ μείνη στὸ πηδάλιο πολὺν καιρό. ῾Ο Βίχιγκ, ἔπεισε τὸν πάπα Στέφανο Ε¢ νὰ λάβη πάλι ἐχθρικὴ θέσι κατὰ τῆς ἑλ­ληνο­σλαβικῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Μοραβίας· κι αὐτὸς μ᾿ ἐπιστο­λή του ἀπήτησε ἀποδοχὴ τῆς διδασκαλίας περὶ ἐκπορεύσε­ως τοῦ ῾Α­γίου Πνεύματος καὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ ἀπὸ τὸν Υἱό, ἀνα­γνώρισε τὸν Βίχιγκ ὡς κανονικὸ ποιμενάρχη τῆς ᾿Εκκλησίας Μοραβίας, ἀπαγόρευσε στὸ Γοράσδο ν᾿ ἀνα­λάβη ἐπισκοπικὰ καθήκοντα, πρὶν ἔλθη στὴ Ρώμη καὶ ἀνα­γνωρισθῆ ἀπ᾿ αὐτὸν κι ἐπίσης ἀπαγόρευσε τὴν χρῆσι τῆς σλαβικῆς γλώσσας στὴ λατρεία, τὴν ὁποία δῆθεν ὁ Με­θό­διος εἶχε εἰσαγάγει παρα­νόμως.

῾Ο Σβατοπλούκ, πρὸς τὸν ὁποῖο ἀπευθυνόταν ἡ ἐπι­στολὴ τοῦ πάπα Στεφάνου, ἐθυμήθηκε τὴν παλαιά του συ­μ­πάθεια πρὸς τὴ λατινικὴ λατρεία, ἐλησμόνησε τὸ ἀνάθεμα τοῦ Βίχιγκ καὶ ἀναθάρρησε. Παρέδωσε τοὺς ἡγέτες καὶ τοὺς ἄλλους κληρικοὺς τῆς ἑλληνοσλαβικῆς ᾿Εκκλησίας στὴ διάθε­σι τῶν Γερμανῶν. ῏Ησαν συνολικὰ 200. ᾿Επρόκειτο βέ­βαια γιὰ ἐκείνους ποὺ εὑρίσκονταν τότε στὴ Νίτρα, ποὺ ἦ­ταν ἡ πρωτεύουσα τοῦ Σβατοπλούκ, καθὼς καὶ γιὰ τοὺς ὑ­πη­ρε­τοῦντας στὸ Βέλεχραδ καὶ στὰ ἄλλα σχετικῶς μεγάλα κέν­τρα τῆς Μοραβίας αὐτὴν τὴν ἐποχή, Μικούλτσισε καὶ ῎Ολο­μουκ. Οἱ ἐργαζόμενοι σὲ ἀπομακρυσμένες ἐπαρχίες, καὶ ἰδίως στὴν Κρακοβία τῆς Πολωνίας καὶ τὴν Ντεμπράβα τῆς Παν­νονίας, δὲν ἐθίχθηκαν τουλάχιστο ἀμέσως. Τὸ ἴδιο καὶ ἐκεῖ­νοι ποὺ ἐργάζονταν σὲ μικροὺς οἰκισμούς.

Οἱ ἀτυχεῖς αὐτοὶ κληρικοὶ ἐβασανίσθηκαν ἀρχικά, καὶ ἔπειτα, οἱ μὲν νεώτεροι ἐπουλήθηκαν ὡς δοῦλοι σ᾿ ῾Εβραί­ους ἐμπόρους, οἱ δὲ ἡλικιωμένοι ἀνάμεσα στοὺς ὁποίους ἦ­σαν καὶ οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἡγέτες των, ἐρρίφθηκαν στὶς φυλακές. ᾿Εκεῖνοι ποὺ εἶχαν πουληθῆ, ἐλευθερώθηκαν μετὰ ἀπὸ λίγους μῆνες ἀπὸ ἀντιπροσώπους τοῦ βυζαντινοῦ αὐτοκράτορος διὰ τῆς καταβολῆς λύτρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ἦλθαν στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ διασπάρθηκαν σὲ σλαβικὲς κυ­ρίως χῶρες. ᾿Ανάμεσα σ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Κωνσταντῖνος ποὺ ἀργότερα τοποθετήθηκε ἀρχιεπίσκοπος τῆς Πρεσλάβας, πρω­τεύουσας τῆς Βουλγαρίας.

Οἱ ἔγκλειστοι πάλι, ἀφοῦ παραδόθηκαν σὲ ἄγριους στρατιῶτες, ἐγκαταλείφθηκαν στὶς ὄχθες τοῦ Δουνάβεως σὲ περίοδο ψύχους, ποὺ φανερώνει ὅτι τοῦτο συνέβηκε τὸ χει­μῶνα τοῦ ἔτους 885-886. Μερικοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀπέθαναν, ἐνῶ ὅσοι ἐπέζησαν, ἀκολούθησαν διαφόρους δρόμους. Οἱ βυ­ζαντινῆς προελεύσεως, ῞Ελληνες καὶ Σλάβοι, ἐβάδισαν κατὰ μῆ­κος τοῦ Δουνάβεως, ἕως ὅτου ἔφθασαν στὸ Βελι­γράδι, ποὺ ἀνῆκε τότε στὸ Κράτος τῶν Βουλγάρων. ᾿Απὸ ἐκεῖ ὡδηγή­θηκαν σὲ σπουδαῖα κέντρα ὀργανώσεως καὶ παιδείας τοῦ βαλκανικοῦ σλαβικοῦ χώρου. ῾Ο Κλήμης ὡρίσθηκε ἀρ­χιεπί­σκοπος τῆς Βελίτσας, ποὺ πρέπει νὰ εὑρισκόταν στὶς ὄχθες τῆς λίμνης ᾿Αχρίδας. ῾Ο Ναούμ, ποὺ ἀκολούθησε τὸν Κλή­μεντα, ἵδρυσε μοναστήρι στὶς νότιες ἀκτὲς τῆς λίμνης αὐτῆς καὶ συνέστησε ἀξιόλογη σχολή. ῏Ηταν ἐπίσης μαζί τους καὶ ὁ ᾿Αγγελάριος, ποὺ ἀπέθανε πολὺ γρήγορα.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ἐντοπίους κατὰ τὸν διωγμὸ τῆς Μο­ραβίας ἐκρύβηκαν σὲ σπίτια συγγενῶν καὶ φίλων ἢ μετέβη­καν σ᾿ ἐπαρχίες ποὺ ἔμειναν ἄθικτες ἀπὸ τὸν διωγμό, ὅπως ἡ Βοημία καὶ ἡ Πολωνία. ᾿Ανάμεσά τους ἦταν καὶ ὁ Γο­ράσδος, ποὺ διασώθηκε ἀπὸ τὸ ψῦχος στὸ Δούναβι.

῎Επειτα ἀπὸ αὐτὰ ἡ ᾿Εκκλησία τῆς Μοραβίας ἐκυριαρ­χήθηκε ἀπὸ τὴ Γερμανικὴ ἱεραρχία μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Βί­χιγκ καὶ ἐπιβλήθηκε σ᾿ αὐτὴν ἡ λατινικὴ λατρεία. Τὸ 894 ὅμως, ἀφοῦ τὴν ἐξουσία μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Σβατοπλοὺκ ἀνέλαβε ὁ Μοϊμὶρ Β¢, ἀποκαταστάθηκε πάλι ἡ βυζαντινο­σλαβικὴ ἱεραρχία καὶ λατρεία, μὲ ἀρχιεπίσκοπο τὸν Γοράσ­δο καὶ μὲ ἄλλους τρεῖς ἐπισκόπους.

Στὶς ἀρχὲς πάντως τοῦ δεκάτου αἰῶνος (907) τὸ κρά­τος τῆς Μοραβίας καταλύθηκε ἀπὸ νέο εἰσβολέα, τοὺς Οὕγ­γρους. Μαζὶ μὲ τὴν πολιτεία διαλύθηκε καὶ ἡ ᾿Εκκλησία. ᾿Αργότερα οἱ Οὗγγροι ἐδέχθηκαν τὸν Χριστιανισμὸ στὴ λα­τινική του μορφή, μαζὶ μὲ τοὺς ἐντοπίους Σλάβους. Λείψα­να μόνο τῆς παλαιᾆς μοραβικῆς ᾿Εκκλησίας παρέμειναν ἕως σήμερα. ῾Ο Γοράσδος κατέφυγε στὴν Πολωνία μαζὶ μὲ τὸν ἐπίσκοπο Σάβα.

῾Η πορεία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀνάμεσα στὰ σλαβικὰ ἔθνη ὑπῆρξε ραγδαία, ἀποτελεσματικὴ καὶ μεγαλειώδης. Τὰ ἐπεισόδια ποὺ ἡ ἱστορία ἀναφέρει σὲ σχέσι μὲ τὴν ἐκχρι­στιάνισι αὐτῶν τῶν λαῶν δὲν ἦσαν ἀσυνάρτητα, ἀλλὰ συν­τονίζονταν ἀπὸ μία κεντρικὴ ἑστία, τὸ Οἰκουμενικὸ Πατρι­αρχεῖο, ποὺ ἐπρογραμμάτισε τὸ ὅλο ἔργο ὑπὸ τὴν καθοδή­γησι τοῦ Φωτίου. ᾿Εκτελεσταὶ αὐτοῦ τοῦ προγράμματος ὑ­πῆρξαν οἱ δύο ἀδελφοὶ ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη Κύριλλος καὶ Μεθόδιος, ποὺ ἐργάσθηκαν ἀκούραστα ἀνάμεσα σὲ ὅλους τοὺς σλαβικοὺς λαούς· Ρώσους, Μοραβούς, Σλοβένους, Κροά­τες, Σέρβους, Σλοβάκους, Τσέχους, Πολωνοὺς καὶ Βουλ­γάρους.

Τὸ ἔργο τους ἦταν βασικὰ θρησκευτικό. Μὲ τὶς ἐνέρ­γειες αὐτῶν καὶ τῶν μαθητῶν τους ὅλοι οἱ σλαβικοὶ λαοὶ εἰσῆλθαν στὴ χορεία τῶν χριστιανικῶν ἐθνῶν. ᾿Αλλὰ μαζὶ μὲ τὸν Χριστιανισμὸ παραδόθηκαν σ᾿ αὐτοὺς καὶ ὅλες οἱ ἐ­ξ­ημε­ρωτικὲς δυνάμεις. Μαζὶ μὲ τὰ ἰδεώδη τῆς πίστεως οἱ ἀπό­στολοι ἐδίδαξαν στοὺς Σλάβους τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὐ­γέ­νεια, καὶ τοὺς ἐμφύσησαν τὸ πνεῦμα τῆς θυσίας. Τοὺς ἐ­χά­ρισαν τοὺς πρώτους γραπτοὺς νόμους, μὲ τοὺς ὁποίους ὠρ­γάνωσαν καθεστὼς εὐνομίας καὶ εὐταξίας. Τοὺς προσέ­φεραν γλῶσσα γραπτὴ καὶ ἕτοιμη νὰ χρησιμοποιηθῆ στὴ θεολογία, τὴ λογοτεχνία, τὴν παιδεία καὶ τὴν ἐπιστήμη. Αὐτὴ ἡ γλῶσ­σα ἀπετέλεσε τὸν κρίκο ποὺ συνέδεσε ὅλα τὰ μέλη τοῦ σλα­βικοῦ κόσμου.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

11 Μαΐου

ΑΡΓΥΡΟΣ ὁ ἐξ ΑΠΑΝΟΜΗΣ,

νεομάρτυς († 11.5.1806)


Τὸ Μαρτύριο τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ, τὸ ὁποῖο συν­έγραψε ὁ Νικηφόρος ὁ Χῖος καὶ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Λειμω­νάριον, παρουσιάζει μία ἐμφανῆ ὁμοιότητα μὲ τὸ Μαρ­τύριο τοῦ νεομάρτυρος Χριστοδούλου τοῦ ἐκ Κασσάνδρας, ποὺ ἐκδόθηκε στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νικο­δήμου. ῾Η ὁμοιότητα αὐτὴ ἐκτείνεται τόσο στὰ βιογραφικὰ στοι­χεῖα τῶν δύο νεομαρτύρων ὅσο καὶ στὴν αἰτία καὶ τὸν τρό­πο τοῦ μαρτυρίου τους, καὶ μπορεῖ νὰ δι­καιολογηθεῖ ὡς ἑξῆς: Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα καὶ οἱ δύο κατά­γον­ταν ἀπὸ χωριὰ τοῦ νομοῦ Χαλκιδικῆς κοντὰ στὴ Θεσσα­λονίκη. ᾿Επίσης ἡ χρονι­κὴ ἀπόσταση ποὺ τοὺς χωρίζει εἶναι πολὺ μικρή, καθὼς ἀπέ­χουν μόνο μία γενεὰ μεταξύ τους καὶ ἀσφαλῶς τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου θὰ εἶχε προκαλέσει ἔντονη αἴσθηση στοὺς κατοίκους τῆς Θεσσαλονίκης. Εἶναι φυσικὸ λοιπὸν νὰ δια­τηροῦνταν ζωντανὴ ἡ παράδοση περὶ τοῦ μαρτυρίου του, καθὼς μάλιστα πολλοὶ ἀπὸ τοὺς αὐτό­πτες μάρτυρες θὰ ζοῦ­σαν ἀκόμη. ῎Ισως καὶ νὰ κυκλοφοροῦσε μεταξὺ τῶν χριστιανῶν τῆς πόλεως κάποια καταγραφὴ τοῦ μαρτυ­ρίου του. ῎Εχον­τας λοιπὸν κανεὶς ὑπόψη του ὅλα αὐτὰ μπορεῖ νὰ ὑποθέσει ὅτι ὁ νεαρὸς ᾿Αργυρός, ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ μαρτύριο τοῦ Χριστοδούλου καὶ ἐνθουσιώδης καθὼς ἦταν λόγω τῆς ἡλικί­ας του, μιμήθηκε τὴ γενναία πράξη τοῦ Χριστοδούλου, ποὺ εἶχε φυσικὰ τὸ ἴδιο ἀποτέλεσμα.

῾Ο ᾿Αργυρὸς ἢ ᾿Αργύρης γεννήθηκε στὸ χωριὸ ᾿Απα­νομὴ (τὴ σημερινὴ ᾿Επανομή) τοῦ νομοῦ Θεσσαλονίκης κατὰ τὸ ἔτος 1788. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ἦρθε στὴ Θεσσαλο­νίκη, ὅπου προσλήφθηκε ἀπὸ κάποιον ράπτη ὡς ὑπηρέτης. ῾Ο συντά­κτης τοῦ Μαρτυρίου του δὲν μᾆς παρέχει κάποια ἄλλα βιο­γρα­φικὰ στοιχεῖα· ἀναφέρεται μόνο στὸ γεγονὸς ποὺ ὑπῆρξε ἡ αἰτία γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὸ μαρτύριο, τὸ ὁποῖο, ὅπως ἀνα­φέρει καὶ ὁ ἴδιος, πληροφορήθηκε ἀπὸ κάποιους ἀξιόπιστους αὐτόπτες μάρτυρες ποὺ γνώριζαν τὸν ᾿Αργυρὸ προτοῦ μαρ­τυ­ρήσει, γεγονὸς συνηθισμένο σὲ πολλὰ βυζαντινὰ ἁγιολογι­κὰ κεί­μενα, ἀλλὰ καὶ σὲ νεομαρτυρολο­γικὰ (βλ. π.χ. καὶ τὸ Μαρ­τύριο τοῦ νεομάρτυρος Μιχαὴλ τοῦ ἐκ Γρανίτσης ᾿Αγράφων).

Αἰτία τῆς προσαγωγῆς τοῦ ᾿Αργυροῦ στὸ μαρτύριο ὑπ­ῆρξε ἕνας χριστιανός, ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὸν Σο­χὸ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ εἶχε φυλακισθεῖ γιὰ κάποιο ἀδί­κημα ποὺ εἶχε διαπράξει. Μὴ ἔχοντας ὅμως χρήματα γιὰ τὴν ἐξαγορὰ τῆς ποινῆς του καὶ φοβούμενος τὴ θανα­τικὴ καταδίκη, ἀπο­φάσισε νὰ ἐξωμόσει, φαινόμενο ποὺ συναν­τοῦ­με πολὺ συχνὰ κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τουρκο­κρα­τίας. Μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ δήλωσή του, ἀφέθηκε ἐλεύθερος καὶ εἰσῆλθε σ᾿ ἕνα καφενεῖο μαζὶ μὲ μερικοὺς γενίτσαρους ποὺ ἀνέλαβαν νὰ τὸν κατη­χήσουν στὴ μουσουλμανικὴ θρησκεία.

῾Ο ᾿Αργυρός, ποὺ εἶχε πληροφορηθεῖ τὸ γεγονός, εἰσῆλ­θε καὶ αὐτὸς στὸ καφενεῖο καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ παράπτωμά του καὶ ταυτοχρόνως νὰ τὸν παρακινεῖ γιὰ νὰ ἐπιστρέψει καὶ πάλι στὴν ὀρθόδοξη πίστη. ᾿Αλλὰ ἡ στά­ση του αὐτὴ προκάλεσε τόσο πολὺ τοὺς γενίτσαρους, ποὺ ὅρ­μη­σαν ἐπάνω του καὶ ἄρχισαν νὰ τὸν γρονθοκοποῦν τόσο ἄ­γρια, ὥστε θὰ τὸν σκότωναν, ἐὰν δὲν ἀνέστελλε τὴν ὀργή τους ἡ ἐλπίδα μήπως καὶ μπορέσουν νὰ τὸν προσελ­κύσουν στὴ δική τους πίστη. Προσπάθησαν, λοιπόν, ἀπει­λώντας τον ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν, νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ ἐξωμόσει. ᾿Επειδὴ ὅμως ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν ὑποχωροῦσε στὶς πιέσεις τους, οἱ γενί­τσαροι τὸν ὁδήγησαν στὸν κριτὴ ἐνώ­πιον τοῦ ὁποίου προσ­πάθησαν καὶ πάλι νὰ τὸν μεταπεί­σουν, μεταχειριζόμενοι πότε ἀπειλὲς καὶ πότε κολακεῖες καὶ ὑποσχέσεις γιὰ δῶρα καὶ ἀξιώματα. ῞Ολα αὐτὰ ὅμως δὲν στάθηκαν ἱκανὰ νὰ κλονί­σουν τὸ ἑδραῖο φρόνημά του καὶ τὴν ἀπόφασή του νὰ παρα­μείνει ἕως τὸ τέλος πιστὸς στὴν πατρώα πίστη του· γι᾿ αὐτὸ καὶ διατάχθηκε ἡ φυλά­κισή του.

Μετὰ ἀπὸ δύο ἡμέρες οἱ γενίτσαροι ἐπανέλαβαν καὶ πάλι τὶς προσπάθειές τους, χωρὶς ὅμως ἀποτέλεσμα. Ζήτησαν λοιπὸν ἀπὸ τὸν κριτὴ νὰ δια­τά­ξει τὴν ἐκτέλεσή του· αὐτὸς ὅμως βλέποντας ὅτι ὁ ᾿Αργυρὸς δὲν εἶχε διαπράξει κάποιο ἀδίκημα ἄξιο θανάτου, προσπά­θησε νὰ κατευνάσει τὴν ὀργὴ τῶν ἐξαγριωμένων Τούρκων καὶ νὰ τοὺς πείσει πὼς δὲν εἶναι δίκαιο νὰ σκοτώσουν ἕναν ἀθῶο ἄνθρωπο. ᾿Αλλὰ ἐμπρὸς στὴν ἐπιμονὴ καὶ τὴν ὀργὴ τῶν Τούρκων ὑποχώρησε καὶ διέταξε τὴν δι᾿ ἀπαγχονισμοῦ θανάτωσή του.

῎Ετσι, σὲ ἡλικία μόλις δεκαοκτὼ ἐτῶν, στὶς 11 Μαΐου τοῦ ἔτους 1806 καὶ ἡμέρα Παρασκευή, ὁ ᾿Αργυ­ρὸς ὁδηγή­θηκε σὲ ἕναν τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημ. Καπά­νι), στὴν κεν­τρικὴ ἀγορὰ τῆς πόλεως, ὅπου καὶ ἀπαγχο­νί­σθηκε. Τὸ σῶ­μα τοῦ μάρτυρος δὲν ἔφερε κανένα σημάδι ἀπὸ αὐτὰ ποὺ συνήθως παρουσιάζουν τὰ νεκρὰ σώματα, ἀλλὰ ἀπεναντίας φαινόταν σὰν ζωντανό, ὁ δὲ μάρτυς ἔμοιαζε σὰν νὰ κοιμό­ταν, γεγονὸς ποὺ προκάλεσε τὸ θαυμασμὸ ὅλων. ῎Ισως αὐτὸς νὰ ἦταν καὶ ὁ λόγος ποὺ τὴν ἑπόμενη ἡμέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν νὰ κατέλθει τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος ἀπὸ τὴν ἀγχό­νη, παρὰ τὴν ἐπικρατοῦσα σ᾿ αὐτοὺς συνήθεια νὰ ἀφήνουν ἐκτεθειμένα τὰ νεκρὰ σώματα ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες πρὸς ὀνει­δισμό.

῾Η μνήμη τοῦ νεομάρτυρος ᾿Αργυροῦ τιμᾆται τὴν ἡμέ­ρα τῆς τελειώσεώς του, τὴν 11η Μαΐου. ῾Η πρώτη ᾿Ακο­λου­θία πρὸς τιμή του εἶναι πόνημα ἀγνώστου συνθέτη καὶ ἐκ­δόθηκε τὸ ἔτος 1933 στὴ Θεσσαλονίκη. Στὴν ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀναφέρονται καὶ τὰ ὀνόματα τῶν γονέων τοῦ ᾿Αργυ­ροῦ· ση­μειώνεται λοιπὸν ὅτι ἦταν υἱὸς τοῦ ᾿Αστερίου καὶ τῆς Βασι­λικῆς Ντογιούδη.

῾Η ᾿Ακολουθία αὐτὴ ἀντικαταστάθηκε ὡς ἐλλειπὴς ἀπὸ νεώτερη ποὺ συνέθεσε ὁ μοναχὸς Γεράσιμος Μικραγιαν­να­νίτης τὸ 1978.

᾿Απεικονίσεις τοῦ νεομάρτυρος συναντοῦμε στὸ κεντρι­κὸ βημόθυρο τοῦ ναοῦ τῆς Παναγίας στὴν ᾿Επανομή, μὲ χρο­νο­λογία 1853, καὶ σὲ κάποια ἄλλη εἰκόνα τοῦ ἔτους 1884.

᾿Αναφορικὰ μὲ τὴν τιμὴ τοῦ νεομάρτυρος στὴ γενέτει­ρά του, πρέπει νὰ σημειωθεῖ πὼς ἡ μνήμη του εἶχε λησμο­νηθεῖ· μετὰ τὸ 1931 ὅμως ἐπῆλθε κάποια ἀναζω­πύ­ρωση. Αἰ­τία στάθηκε ἡ ἐπίσκεψη μιᾆς ἀντιπροσωπείας κατοίκων τοῦ χωριοῦ στὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ συγκεκριμένα στὴ μονὴ Βατο­πεδίου, ὅπου τοὺς δόθηκε ὁ Βίος καὶ ἡ ᾿Ακολουθία τοῦ ᾿Αρ­γυροῦ. ᾿Απὸ τότε πλέον ἄρχισε νὰ ἑορτάζεται ὁ νεο­μάρτυς μὲ ἰδι­αίτερη λαμπρότητα.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

26 Μαΐου

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ὁ ΔΕΡΒΙΣΗΣ,

νεομάρτυς († 26.5.1794)



῾Ο νεομάρτυς ᾿Αλέξανδρος προέρχεται ἀπὸ τοὺς “ἐξ ἀρνησιχρίστων” νεομάρτυρες. ῾Ο συντάκτης τοῦ Βίου του, ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Νέον Μαρτυρολόγιον τοῦ ὁσίου Νι­-κοδήμου τοῦ ῾Αγιορείτου, δὲν ἀναφέρει τὸ λόγο ποὺ ὁδή­γη­σε τὸν ᾿Αλέξανδρο στὴν ἐξωμοσία ἀλλὰ καὶ στὴν ἀπό­φα­σή του νὰ γίνει δερβίσης. ῞Οπως ὅμως φαίνεται καὶ ἀπὸ τὸ Μαρτύ­ριό του ἡ συνείδηση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου τὸν ἔλεγχε ἔν­τονα γι᾿ αὐτή του τὴν πρά­ξη, τόσο μάλιστα žστε ἀποφάσι­σε νὰ ζήσει πλέον ὡς διὰ Χρι­στὸν σαλός, -αὐτὸ δηλώνει ἡ ὅλη συμπεριφορά του-, καὶ τέλος νὰ μαρτυρήσει γιὰ νὰ ἐξαλείψει τὸ ἁμάρτημά του.

῾Ο ᾿Αλέξανδρος, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὴν Θεσσαλο­νί­κη, ἔμενε στὴν περιοχὴ τῆς Λαοδηγίας ἢ Λαγωδιανῆς (ση­μερινὴ Λαοδηγήτρια). Οἱ γονεῖς του θέλοντας νὰ δια­φυλά­ξουν τὴν σωφροσύνη τοῦ γιοῦ τους ἀπὸ τὶς κακό­βουλες ἐπι­θυμίες κάποιου Τούρκου, ἀναγκάσθηκαν νὰ τὸν φυγαδεύσουν στὴ Σμύρνη. ᾿Εκεῖ ὁ ᾿Αλέξανδρος βρῆκε ἐργα­σία στὸ σπίτι ἑνὸς Τούρκου πασᾆ, ὁ ὁποῖος εἴτε δι᾿ ἀπάτης εἴτε μὲ τὴ βία, κατόρθωσε νὰ τὸν πείσει νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ γεγονός, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἐγκατέλειψε τὴ Σμύρνη καί, ἀφοῦ περιπλανήθηκε σὲ διά­φορα μέρη, ἔφθασε στὴ Μέκκα, ὅπου προσκύνησε τὸν τά­φο τοῦ Μωάμεθ καὶ ἔλαβε τὸ σχῆ­μα τοῦ δερβίση.

῾Ως δερβίσης πλέον περιόδευσε πόλεις καὶ χωριὰ τῆς ᾿Οθωμανικῆς αὐτοκρατορίας κηρύττοντας τὴ μωαμεθανικὴ θρησκεία. ῾Η συνείδησή του ὅμως, ποὺ δὲν εἶχε νε­κρωθεῖ τε­λείως, ἄρχισε νὰ τὸν ἐλέγχει γιὰ τὸ ἁμάρτημά του, žσπου τέλος ἀνένηψε καὶ ἄρχισε νὰ κυοφορεῖ μέσα του τὴν ἰδέα τοῦ μαρτυρίου. ῎Ετσι ὁ ᾿Αλέξανδρος, ἔχοντας ἐξωτερικὰ τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση, ἐσωτερικὰ ὅμως νιώθον­τας χριστιανός, ζοῦσε ὡς διὰ Χριστὸν σαλὸς καὶ ἔλεγχε μὲ σκληρὰ λόγια τοὺς Τούρκους. Αὐτὴ ἡ συμπεριφορά του προβλημάτισε καὶ ἐξόργισε τόσο πολὺ τοὺς Τούρκους στὸ Ραχῆτι τῆς Αἰγύ­πτου, žστε ἀποφάσισαν νὰ τὸν φονεύσουν, κάτι τὸ ὁποῖο θὰ ἔκαμαν, ἂν ὁ ᾿Αλέξανδρος δὲν πληροφοροῦνταν τὸ γεγο­νὸς ἔγκαιρα καὶ δὲν δραπέτευε ἀπὸ ἐκεῖ.

Τὸ ἔτος 1784 ἐπισκέφθηκε τὴν πατρίδα του, τὴ Θεσ­σαλονίκη, χωρὶς ὅμως νὰ δώσει σημεῖα ἀναγνωρίσεως. ᾿Εκεῖ παρέμεινε γιὰ μικρὸ χρονικὸ διάστημα καὶ κατόπιν συνέ­χισε τὴν περιπλάνησή του σὲ διάφορα μέρη. Δέκα χρόνια ἀργό­τερα, τὸ ἔτος 1794, κατὰ τὴν περίοδο τῆς Μ. Τεσσα­ρακο­στῆς, ὁ ᾿Αλέξανδρος ἔφθασε στὴ Χίο καὶ πῆγε σὲ κάποια ἐκκλησία γιὰ νὰ συμμετάσχει σὲ μία ἀκολουθία. ῎Εχοντας τὸ σχῆμα τοῦ δερβίση περι­φερόταν ἄνετα ἀνάμεσα στοὺς Τούρ­κους, τοὺς ὁποίους ἔλεγχε γιὰ τὴν σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη συμπεριφορά τους, ἐνῶ συγ­χρόνως τοὺς κήρυττε τὴ φιλαν­θρωπία, τὴ σωφρο­σύνη καὶ τὴν ἀρετή. ᾿Απὸ τὴν ἄλλη πάλι φερόταν μὲ πολλὴ γλυκύ­τητα καὶ πραότητα ἀπέναντι στοὺς χριστια­νοὺς μὲ τοὺς ὁποίους ἐρχόταν σὲ ἐπαφή.

Στὴ Χίο δὲν παρέμεινε γιὰ πολύ πέρασε λοιπὸν ἀπέναντι στὴ Σμύρνη μὲ σκοπό, στὸν τόπο ὅπου ἀρνήθηκε τὴν πίστη του ἐκεῖ νὰ ἀποπλύνει καὶ τὸ ἁμάρτημά του μὲ τὴν ὁμο­λο­γία του. Μία ἑβδομάδα πρὶν ἀπὸ τὴν Πεντηκοστὴ καὶ ἡμέ­ρα Τρίτη, παρουσιάσθηκε μπροστὰ στὸν κριτὴ τῆς πόλεως, ὅπου ὁμολόγησε μὲ παρρησία τὴν πίστη του στὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεὸ καὶ κατόπιν πέταξε τὸ δερβίσικο κάλυμμα τῆς κεφαλῆς του καὶ φόρεσε τὸ χριστιανικό. Τὸ θέαμα αὐτὸ προ­κάλεσε τὴν ἔκπληξη καὶ συνάμα τὴν ὀργὴ τῶν παρισταμέ­νων Τούρκων, οἱ ὁποῖοι στὴν ἀρχὴ ἐξέλαβαν τὸν ᾿Αλέξαν­δρο ὡς τρελλὸ καὶ προσπάθησαν μὲ τὰ λόγια νὰ τὸν μετα­πείσουνÿ ὅταν ὅμως εἶδαν τὴν ἐμμονή του διέταξαν τὴ φυ­λάκισή του.

Τὴν ἑπόμενη ἡμέρα ὁ ᾿Αλέξανδρος ὁδηγήθηκε γιὰ δεύ­­τερη φορὰ στὸ κριτήριο ὅπου παρ᾿ ὅλες τὶς ἀπειλὲς τῶν Τούρ­­κων ἐμυκτήρισε καὶ πάλι τὴν πίστη στὸν Μωάμεθ καὶ ἐπειδὴ οὔτε μὲ τὶς κολακεῖες μπόρεσαν νὰ τὸν δελεάσουν τὸν ξαναοδήγησαν στὴ φυλακή.

῾Η ἡμέρα τῆς Παρασκευῆς θεωρεῖται ἀπὸ τοὺς Τούρκους ὡς ἐπίσημη καὶ σεβάσμια ἡμέρα, γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκεν­τρώ­νονταν ὅλοι οἱ προύχοντες στὸν κριτὴ τῆς πόλεως καὶ μετέβαιναν ὅλοι μαζὶ στὸ τζαμὶ γιὰ νὰ προσευχηθοῦν. Αὐτὴν τὴν ἡμέρα λοιπὸν διάλεξαν γιὰ νὰ ὁδηγήσουν τὸν ᾿Αλέ­ξαν­δρο καὶ πάλι στὸ κριτήριο γιὰ νὰ τὸν ἀνα­κρίνουν. ῾Ο ᾿Αλέ­ξανδρος γιὰ τρίτη φορὰ ὁμολόγησε ἐνώπιον ὅλων τὴν πίστη του καὶ τὴν διάθεσή του νὰ μείνει σταθε­ρὸς σ᾿ αὐτήνÿ μετὰ ἀπ᾿ αὐτὸ ἀποφασίσθηκε ἡ θανάτωσή του.

Καθ᾿ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς πορείας πρὸς τὸν τόπο τῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς του ποινῆς, οἱ θρησκευτικοὶ ἀρ­χη­γοὶ τῶν Τούρκων δὲν ἔπαυσαν νὰ τὸν συμβουλεύουν καὶ νὰ προσπαθοῦν νὰ τὸν ἑλκύσουν καὶ νὰ τὸν πείσουν νὰ ἀλ­λα­ξοπιστήσει ἔστω καὶ τὴν τελευταία στιγμή. Κάθε προ­σπά­θειά τους ὅμως παρέμεινε ἄκαρπη γιατὶ ἡ σκέψη καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου ἦταν προσηλωμένη καὶ προσκολ­λη­μένη στὸ Χρι­στὸ καὶ τίποτε δὲν ἦταν ἱκανὸ νὰ τὴν ἀπο­σπάσει ἀπ᾿ Αὐτόν. Μάλιστα ἐπέδειξε θαυμαστὸ θάρρος καὶ γενναιότητα, διότι παρ᾿ ὅλη τὴ χρονοτριβὴ ποὺ σημειώ­θηκε ἐξαιτίας τῆς ἀναμονῆς τοῦ γιοῦ τοῦ κριτῆ, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ παρακολουθήσει τὸ θέαμα, ἐντούτοις τὸ φρόνημά του παρέμεινε ἀκμαῖο καὶ οὔτε γιὰ μιὰ στιγμὴ δὲν φάνηκε νὰ δειλιάζει καὶ νὰ ὀλιγο­ψυχεῖ.

Στὶς 26 Μαΐου λοιπὸν τοῦ 1794 ὁ ᾿Αλέξανδρος ἀποκε­φαλίσθηκε καὶ συγκαταριθμήθηκε στὸ χορὸ τῶν νεομαρ­τύρων.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Άβαταρ μέλους
paulina
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 1074
Εγγραφή: Δευ Νοέμ 22, 2010 5:57 pm

Re: Θεσσαλονικείς Άγιοι

Δημοσίευση από paulina »

28 Μαΐου καὶ Ζ¢ Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ,

ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης (ἀρχές 4ου αἰ.)

[ἐκ τῶν πατέρων τῆς Α¢ Οἰκουμενικῆς Συνόδου]



Μεταξὺ τῶν πατέρων ποὺ μετεῖχαν στὴν Α¢ Οἰκου­με­νικὴ Σύνοδο, στὴν ὁποία καταδικάστηκε ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρεί­ου, συγκαταριθμεῖται καὶ ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέ­ξανδρος, ὁ ὁποῖος, ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὶς σωζόμενες μαρ­τυρίες γιὰ τὸ πρόσωπό του, μετεῖχε ἐνεργὰ στὸν ἀγώνα τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν καὶ διεδραμάτισε σημαί­νοντα ρόλο “ἀπολαύων ἰδιαιτέρας τιμῆς καὶ κύρους ὡς ἡγέ­της, ἐκπρόσωπος τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ ᾿Ανατολικοῦ ᾿Ιλλυρικοῦ”.

Σύμφωνα μὲ τὸν Γελάσιο Κυζίκου, ὁ ᾿Αλέξανδρος ὑπο­­γράφει στὴ Σύνοδο τῆς Νικαίας ὡς “᾿Αλέξανδρος Θεσ­σαλο­νί­κης διὰ τῶν ὑπ᾿ αὐτὸν τελούντων, ταῖς κατὰ Μακε­δονίαν πρώτην καὶ δευτέραν σὺν τῇ ῾Ελλάδι, τήν τε Εὐρώ­πην πᾆσαν, Σκυθίαν ἑκατέραν, καὶ ταῖς κατὰ τὸ ᾿Ιλλυρικὸν ἁπάσαις, Θεσ­­σαλίαν τε καὶ ᾿Αχαΐαν” (PG 85, 1312A). Στὸ ἔργο τοῦ Μ. ᾿Αθανασίου, ᾿Απολογητικὸς κατὰ ᾿Αρειανῶν, συμπεριλαμ­βάνον­ται δύο ἐπιστολὲς ποὺ ἀνήκουν στὸν ἐπί­σκοπο ᾿Αλέ­ξανδρο, ὅπως πιστοποιεῖ ὁ ἴδιος ὁ Μ. ᾿Αθανά­σιος (“ἵνα μὴ ταῖς παρὰ τῶν πολλῶν γραφείσαις ἐπιστο­λαῖς χρήσομαι, ἀρ­κεῖ μόνον τὴν ᾿Αλεξάνδρου τοῦ ἐπισκό­που Θεσσαλονίκης παρα­θέσθαι”). Πρό­κειται α) γιὰ μία ἐπιστολὴ ποὺ ἀπέστειλε στὸν Μ. ᾿Αθανάσιο τὸ ἔτος 322 (“Κυρίῳ ἀγαπητῷ υἱῷ καὶ ὁμοψύχῳ συλλειτουρ­γῷ ᾿Αθανα­σίῳ ᾿Αλεξανδρείας”), στὴν ὁποία ἐκφράζει τὴ χαρά του, διότι οἱ κατηγορίες ὅτι ὁ Μ. ᾿Αθα­νά­σιος ὑπῆρξε ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς γιὰ τὴ δολοφονία τοῦ μελι­τιανοῦ ἐπισκόπου ᾿Αρσε­νίου, ἀποδείχθηκαν ψευδεῖς, καὶ β) γιὰ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν αὐτοκρατορικὸ ἐπίτροπο κό­μητα Διονύσιο (“Ταῦτα δεξάμενος ᾿Αλέξανδρος ὁ ἐπίσκοπος τῆς Θεσ­σαλο­νίκης, ἔγραψε Διονυσίῳ τῷ κόμητι ταῦτα”), στὴν ὁποία καταγγέλλει τὶς σκευωρίες τῶν αἱρετικῶν ἐπισκόπων ποὺ μετεῖχαν στὴ σύνοδο τῆς Τύ­ρου (335) κατὰ τοῦ Μ. ᾿Α­θανασίου.

Στὸ ἴδιο ἔργο του ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος ψέγει τοὺς ᾿Α­ρει­α­νούς, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσαν νὰ ἐμφανίσουν τὸν ᾿Αλέ­ξαν­δρο ὡς συναυτουργὸ σὲ ἐγκληματικὲς ἐνέργειες ποὺ εἶ­χαν διαπρά­ξει ὁμόφρονές τους: “Ταῦτα καὶ ᾿Αλέξανδρος ἐν νῷ λαβὼν ὁ τῆς Θεσσαλονίκης ἐπίσκοπος, γράφει πρὸς τοὺς ἐκεῖ μείναν­τας τὴν σκευωρίαν ἐλέγχων, καὶ τὴν ἐπι­βουλὴν μαρτυ­ρόμενοςÿ ὃν κἂν συναριθμῶσιν ἑαυτοῖς, καὶ τῆς ἐπιβου­λῆς με­τρῶσιν ἕνα, οὐδὲν ἄλλο ἢ κατ᾿ ἐκεῖνον τὴν βίαν δει­κνύ­ουσι”.

Τὴ συμμετοχὴ τοῦ ᾿Αλεξάνδρου Θεσσαλονίκης στὴ σύν­ο­δο τῆς Τύρου, ἀλλὰ καὶ στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ τῆς ᾿Ανα­στά­σεως στὰ ῾Ιεροσόλυμα στὶς 17 Σεπτεμβρίου 335, ἐπιβε­βαιώνει ἔμμεσα καὶ ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας στὸ Βίο τοῦ Μ. Κωνσταν­τίνου (4, 23): “Μακεδόνες τὸν παρ᾿ αὐτοῖς μητρο­πόλεως παρέπεμπον”.

Σχετικὰ μὲ τὴν οἰκουμενικῶν διαστάσεων δραστηριό­τη­τα τοῦ ἐπισκόπου ᾿Αλεξάνδρου, πρέπει νὰ σημειωθεῖ καὶ ἡ ἄ­ποψη ὁρισμένων ἐρευνητῶν ὅτι ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ᾿Αλε­ξάν­δρου ᾿Αλεξανδρείας, τὴν ὁποία συμπεριέλαβε ὁ Θεοδώ­ρη­τος Κύρου στὴν ᾿Εκκλησιαστικὴ ῾Ιστορία του, καὶ στὴν ὁποία στιγματίζε­ται ἡ αἵρεση τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ, ἀπευθύ­νεται στὸν ᾿Αλέξανδρο Θεσσαλονίκης καὶ ὄχι στὸν ᾿Αλέξαν­δρο Κωνσταν­τινουπόλεως.

Τέλος, δύο ἰδιαίτερα σημαντικὲς ἀπὸ ἁγιολογικῆς πλευ­­ρᾆς πληροφορίες σχετίζονται μὲ τὴν ἐπισκοπικὴ δράση τοῦ ᾿Αλεξάνδρου στὴ Θεσσαλονίκη: στὴ Διήγηση τοῦ ἡγουμένου τῆς μονῆς ᾿Ακαπνίου, ᾿Ιγνατίου, γιὰ τὸ περίφημο ψηφιδωτὸ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ στὴ μονὴ Λατόμου, ἐξ­ιστορεῖται διεξο­­δικῶς ἡ κατήχηση καὶ ἡ βάπτιση τῆς Θεο­δώρας, κόρης τοῦ Μαξιμιανοῦ (βλ. λῆμμα) ἀπὸ τὸν ἐπί­σκοπο τῆς πόλεως ᾿Αλέ­­ξανδρο (“᾿Ετελεῖτο δὲ τότε ἄρα τῷ ἀρχιερεῖ τῶν πιστῶν -᾿Α­λέξανδρος δὲ οὗτος ἦν ὁ ἱερός- θυσία ἡ ἀναίμακτος”).

῾Η δεύτερη μαρτυρία προέρχεται ἀπὸ τὸ συναξάριο τῆς ἁγίας μάρτυρος Ματρώνης τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ (βλ. λῆμ­μα), ποὺ περιλαμβάνεται στὸ Κωνσταντινουπολιτικὸ Συναξά­ριο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλα βυζαντινὰ συναξάρια. Μετὰ τὸ τέλος τῶν διωγμῶν, ὁ ἐπίσκοπος Θεσσαλονίκης ᾿Αλέξαν­δρος, πρῶ­τος ἐπίσκοπος τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης μετὰ τὸ διά­ταγ­μα τῶν Μεδιολάνων (313), μετέφερε τὸ μαρτυρικό της λείψα­νο μέσα στὴν πόλη καὶ “ἐκκλησίαν κτίσας ἐκεῖσε ἀπέ­θετο τὴν μακαρίαν καὶ ἀοίδιμον ὁσίως καὶ εὐσεβῶς”.
«Πάροικος εγώ εἰμι ἐν τῇ γῇ. Μὴ ἀποκρύψῃς ἀπ᾿ ἐμοῦ τὰς ἐντολάς Σου»
Απάντηση

Επιστροφή στο “Βίοι Αγίων και Γερόντων”