
Τ' αστέρια τα έκρυψε ο ουρανός και σκοτεινιά γύρω με τύλιξε.
Της αμαρτίας μου ο καρπός, των ενοχών ο κοπετός
στήθηκε μπρος μου στυγερός.
Θεέ μου, λάλημα αλέκτορος πως καρτερώ ...;
για να εξέλθω απ' τον πυλώνα
και να φωνάξω «Κύριέ μου, Σε φιλώ».
Κάθε ώρα Σε προδίδω, Χριστέ,
του ληστή τη μετάνοια, στην ψυχή δώρισε ...;
Στην αρρώστια που με λιώνει βαθιά,
φάρμακο σωτηρίας δος μου μετάνοια.
Σαν λάβαρο την κράτησαν γερά, του Παραδείσου τ' ανθολούλουδα
κι έτρεφε πάντα την καρδιά, όποιου η λαχτάρα για ψηλά,
έφτανε ως τον Γολγοθά ...;
Μετάνοια, γεύση γλυκιά στη ζωή του πιστού.
Ω! Και να ερχόσουν στην ψυχή μου
την ματωμένη απ' τα βέλη του εχθρού.
Της ελπίδος κόρη είσαι χρυσή
και κλειδί Παραδείσου, ρύστης μιας Νινευή.
Να γινόταν όλη μου η ζωή
μετανοίας σημάδι, με καρπούς της μεστή.
Μετάνοια του Θεού μου εντολή, τη χαρμολύπη σου πως ζήλεψα.
Για να φορέσει η ψυχή, λευκό χιτώνα απ' την αρχή
βάπτισμα νέο να λουστεί ...;
Θα πάρω γνώριμη στράτα της επιστροφής,
στο πατρικό το σπίτι να μπω
που με προσμένει ...;
ψυχή μου μην απελπιστείς.
Και ντυμένη η ψυχή καθαρά
στου Πατέρα το σπίτι, θα γεμίσει χαρά ...;
Γονατίζω, δάκρυα προσευχής,
Μακροθύμησε, Κύριε κι η μετάνοια θα 'ρθει.
Θεέ μου σ'αγαπώ


