Μια διδαχτική ιστορία!!!
Συντονιστής: Συντονιστές
-
Domna
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 6151
- Εγγραφή: Τετ Μαρ 29, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γερμανία
- Επικοινωνία:
Η Τρίχα (Μικρή ἱστορία- μεγάλο δίδαγμα)
Ἕνας ἄνθρωπος εἶχε ὡραῖα καί πλούσια μαλλιά. Κάθε πρωΐ τά χτένιζε μέ προσοχή. Καί τά καμάρωνε! Ὅμως, κάποια στιγμή τά μαλλιά του ἄρχισαν νά πέφτουν! Ὄχι βέβαια ὅλα μαζί! Λίγες τρίχες κάθε φορά. Μέ ἀποτέλεσμα: Ὅλο καί λιγόστευαν. Ἔτσι μετά ἀπό λίγο καιρό, ἄρχισε νά φαίνεται ἡ φαλάκρα του. Καί τέλος τά μαλλιά του ἔπεσαν ὅλα! Καί ὁ ἄνθρωπός μας ἔμεινε μέ μία μόνο τρίχα στό κεφάλι του. Καί γιά νά παρηγορῆται, αὐτήν τήν μία τρίχα, κάθε πρωΐ τήν «χτένιζε» μέ θρησκευτική εὐλάβεια!
Μιά ἡμέρα ὅμως... ἔγινε τό κακό! Μόλις ἔβγαλε τό καπέλλο του, τί νά ἰδῆ! Ἡ μοναδική τρίχα τῆς κεφαλῆς του εἶχε μείνει μέσα. Κολλημένη στό καπέλλο! Κούνησε τό κεφάλι του πικραμένος. Καί εἶπε:
-Τί ἔπαθα! Ἔμεινα φαλακρός!
Θά ἀπορεῖτε. Μά δέν ἔβλεπε τήν φαλάκρα του τόσον καιρό;
Τήν ἔβλεπε. Ἀλλά τοῦ ἄρεσε νά ἔχει μαλλιά. Καί ἔτσι καλλιεργοῦσε μέσα του τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἔχει μαλλιά. Ἔστω καί ἄν αὐτά τά μαλλιά ἦσαν μία μόνο τρίχα!
Ἴσως γελάμε εἰς βάρος του. Ἀλλά γιατί; Μήπως τό ἴδιο δέν κάνουν καί οἱ σημερινοί ἄνθρωποι;
Ἀδιαφοροῦν οἱ γονεῖς γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Καί λοιπόν; Ὅταν οἱ νεαροί βλαστοί τους στά δεκαοκτώ τους χρόνια γίνουν ναρκομανεῖς, ὑψώνουν οἱ γονεῖς φωνή ἀπογνώσεως:
-Γιατί Θεέ μου; Ὅλα πήγαιναν καλά. Τό παιδί μεγάλωνε φυσιολογικά! Πήγαινε ὅπου ἤθελε. Διασκέδαζε ὅπως ἤθελε.
Ἀλήθεια ὅμως. «Πήγαιναν ὅλα καλά»; Ἤ ἁπλῶς αὐτοί ἀγαπώντας τό παιδί τους ἔμοιαζαν μέ τόν γέρο, πού καλοχτένιζε τίς λίγες τρίχες πρῶτα καί τήν μία καί μοναδική στό τέλος, δίνοντας κουράγιο καί παρηγοριά στόν ἑαυτό του, ὅτι εἶχε μαλλιά;
Δυστυχῶς, τά μάτια μας ἀνοίγουν μόνο:
-ὅταν τό κακό προχωρεῖ τόσο πού δέν μᾶς ἐπιτρέπει πιά, νά τά κλείνωμε· καί νά βλέπωμε νοερά ψεύτικους κόσμους ὄμορφους!
Καί λοιπόν;
Λοιπόν χρειαζόμαστε κατεπειγόντως «ἐπέμβαση» στό μυαλό! Γιά διόρθωση. Καί θεραπεία. Πῶς θά γίνει;
Νά, ὁ ἄνθρωπος προχωράει πάντοτε σιγά-σιγά. Ἀπό τά μικρά πάει στά μεγάλα. Αὐτό τό εἶχε καταλάβει πολύ καλά ἕνα δεκαπεντάχρονο παλληκάρι ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν Μονεμβασία. Βρέθηκε μέ τή μάνα του αἰχμάλωτος σ᾿ ἕνα Τοῦρκο. Καί βάλθηκε ὁ ἀγᾶς νά τόν τουρκέψει. Καί ὅταν ἔφθασε ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ὁ Τοῦρκος δέν τοῦ ἔδινε νηστίσιμα φαγητά, γιά νά χαλάσει ὁ νέος τήν νηστεία τῆς Παναγίας. Καί νά ἀρχίσει νά γίνεται πλαδαρή ἡ συνείδησή του. Ἀλλ᾿ ὁ Ἰωάννης δέν ὑποχώρησε· δέν κάμφθηκε. Ἔμεινε δυό καί τρεῖς μέρες νηστικός. Ἡ μητέρα του τοῦ ἔλεγε:
-Φάγε, παιδάκι μου! Νά μήν πεθάνεις. Ὁ Θεός συγχωρεῖ! Ἀφοῦ δέν τό κάνεις μέ τήν θέλησή σου. Ἄφησε προσωρινά τήν νηστεία. Εἶναι μικρό πρᾶγμα. Τήν πίστη νά μήν χάσωμε. Αὐτή εἶναι τό μεγάλο!
-Τί λές μάνα! Ἄν δέν κρατοῦμε τά μικρά, πῶς θά κρατήσουμε τά μεγάλα;
Μπορεῖς νά μήν θαυμάσεις τήν σοφία τοῦ μικροῦ Ἰωάννη;
Μπορεῖς νά μήν λυπηθῆς, γιά ἐκείνους πού ἔχουν τετραπλάσια τά χρόνια του, ἀλλά οὔτε τό μισό μυαλό του;
Μετά ἀπό λίγο ὁ ἀγᾶς θανάτωσε τόν Ἰωάννη (21 Ὀκτωβρίου 1773). Καί ἔτσι ἔγινε νεομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλος ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
http://hristospanagia3.blogspot.com/201 ... .html#more
Μιά ἡμέρα ὅμως... ἔγινε τό κακό! Μόλις ἔβγαλε τό καπέλλο του, τί νά ἰδῆ! Ἡ μοναδική τρίχα τῆς κεφαλῆς του εἶχε μείνει μέσα. Κολλημένη στό καπέλλο! Κούνησε τό κεφάλι του πικραμένος. Καί εἶπε:
-Τί ἔπαθα! Ἔμεινα φαλακρός!
Θά ἀπορεῖτε. Μά δέν ἔβλεπε τήν φαλάκρα του τόσον καιρό;
Τήν ἔβλεπε. Ἀλλά τοῦ ἄρεσε νά ἔχει μαλλιά. Καί ἔτσι καλλιεργοῦσε μέσα του τήν ψευδαίσθηση ὅτι ἔχει μαλλιά. Ἔστω καί ἄν αὐτά τά μαλλιά ἦσαν μία μόνο τρίχα!
Ἴσως γελάμε εἰς βάρος του. Ἀλλά γιατί; Μήπως τό ἴδιο δέν κάνουν καί οἱ σημερινοί ἄνθρωποι;
Ἀδιαφοροῦν οἱ γονεῖς γιά τήν χριστιανική ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Καί λοιπόν; Ὅταν οἱ νεαροί βλαστοί τους στά δεκαοκτώ τους χρόνια γίνουν ναρκομανεῖς, ὑψώνουν οἱ γονεῖς φωνή ἀπογνώσεως:
-Γιατί Θεέ μου; Ὅλα πήγαιναν καλά. Τό παιδί μεγάλωνε φυσιολογικά! Πήγαινε ὅπου ἤθελε. Διασκέδαζε ὅπως ἤθελε.
Ἀλήθεια ὅμως. «Πήγαιναν ὅλα καλά»; Ἤ ἁπλῶς αὐτοί ἀγαπώντας τό παιδί τους ἔμοιαζαν μέ τόν γέρο, πού καλοχτένιζε τίς λίγες τρίχες πρῶτα καί τήν μία καί μοναδική στό τέλος, δίνοντας κουράγιο καί παρηγοριά στόν ἑαυτό του, ὅτι εἶχε μαλλιά;
Δυστυχῶς, τά μάτια μας ἀνοίγουν μόνο:
-ὅταν τό κακό προχωρεῖ τόσο πού δέν μᾶς ἐπιτρέπει πιά, νά τά κλείνωμε· καί νά βλέπωμε νοερά ψεύτικους κόσμους ὄμορφους!
Καί λοιπόν;
Λοιπόν χρειαζόμαστε κατεπειγόντως «ἐπέμβαση» στό μυαλό! Γιά διόρθωση. Καί θεραπεία. Πῶς θά γίνει;
Νά, ὁ ἄνθρωπος προχωράει πάντοτε σιγά-σιγά. Ἀπό τά μικρά πάει στά μεγάλα. Αὐτό τό εἶχε καταλάβει πολύ καλά ἕνα δεκαπεντάχρονο παλληκάρι ὁ Ἰωάννης ἀπό τήν Μονεμβασία. Βρέθηκε μέ τή μάνα του αἰχμάλωτος σ᾿ ἕνα Τοῦρκο. Καί βάλθηκε ὁ ἀγᾶς νά τόν τουρκέψει. Καί ὅταν ἔφθασε ἡ νηστεία τοῦ Δεκαπενταυγούστου, ὁ Τοῦρκος δέν τοῦ ἔδινε νηστίσιμα φαγητά, γιά νά χαλάσει ὁ νέος τήν νηστεία τῆς Παναγίας. Καί νά ἀρχίσει νά γίνεται πλαδαρή ἡ συνείδησή του. Ἀλλ᾿ ὁ Ἰωάννης δέν ὑποχώρησε· δέν κάμφθηκε. Ἔμεινε δυό καί τρεῖς μέρες νηστικός. Ἡ μητέρα του τοῦ ἔλεγε:
-Φάγε, παιδάκι μου! Νά μήν πεθάνεις. Ὁ Θεός συγχωρεῖ! Ἀφοῦ δέν τό κάνεις μέ τήν θέλησή σου. Ἄφησε προσωρινά τήν νηστεία. Εἶναι μικρό πρᾶγμα. Τήν πίστη νά μήν χάσωμε. Αὐτή εἶναι τό μεγάλο!
-Τί λές μάνα! Ἄν δέν κρατοῦμε τά μικρά, πῶς θά κρατήσουμε τά μεγάλα;
Μπορεῖς νά μήν θαυμάσεις τήν σοφία τοῦ μικροῦ Ἰωάννη;
Μπορεῖς νά μήν λυπηθῆς, γιά ἐκείνους πού ἔχουν τετραπλάσια τά χρόνια του, ἀλλά οὔτε τό μισό μυαλό του;
Μετά ἀπό λίγο ὁ ἀγᾶς θανάτωσε τόν Ἰωάννη (21 Ὀκτωβρίου 1773). Καί ἔτσι ἔγινε νεομάρτυς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Μεγάλος ἐνώπιον Θεοῦ καί ἀνθρώπων.
Ἀρχιμ. Ν. Κ.
http://hristospanagia3.blogspot.com/201 ... .html#more
Ο αληθινός χριστιανός έχει τρία γνωρίσματα:
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
1. Διαβάζει τον Λόγο του Θεού (Αγία Γραφή).
2. Τον εφαρμόζει στη ζωή του.
3. Φροντίζει να τον διαδίδει για να σώζονται και οι άλλοι και να γίνονται κοινωνοί του θαύματος που έζησε.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Kύριε μη με ελεήσεις...
Πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας ένας νέος, που από μικρός είχε τον πόθο να γίνει ασκητής. Υπήρχαν όμως κάποιες δυσκολίες: Ήταν αγράμματος, βραδύγλωσσος, λίγο βραδύνους και με οικογενειακές υποχρεώσεις.
Όμως στην ηλικία των 40 περίπου ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει τη κρυφή του αγία επιθυμία. Έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπου εις τόπο κατέληξε σε ένα ερημονήσι, όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυε την καρδιά και έγινε υποτακτικός του.
Με έκπληξη λοιπόν παρατηρούσε ότι: όταν προσευχόταν ο Γέροντάς του έλαμπε ολόκληρος, και ιδιαιτέρως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε «Κύριε, ελέησόν με».
Ο Γέρων-ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος, αλλά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες και γεμάτες σοφία και όλη του η πνευματική προσπάθεια συγκεντρώνετο στο πως να μάθει να προσεύχεται και ο υποτακτικός του με το «Κύριε, ελέησόν με».
Την τελευταία ημέρα της ζωής του ο Γέροντας ασκητής χάρισε στον υποτακτικό του το τρίχινο μισοτριμμένο ράσο του, ξάπλωσε κάτω, έκανε τον σταυρό του και λέγοντας τρεις φορές «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με» η οσιακή του ψυχή πέταξε στον ουρανό.
Μετά την κοίμηση και ταφή του Γέροντος του ο εν λόγω υποτακτικός ζούσε πλέον ολομόναχος στο ερημονήσι ως ασκητής και ησυχαστής μέσα σε μια σπηλιά, ακολουθώντας το ίδιο τυπικό προσευχής και κανόνων που παρέλαβε από τον Γέροντά του. Έτσι πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δει ποτέ του άνθρωπο.
Με το πέρασμα όμως των ετών και με την βραδυγλωσσία και βραδύνοια που τον διέκρινε, μπέρδευε τα λόγια της Ευχής προσευχόμενος έλεγε «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Η καρδιά του όμως ήταν δοσμένη ολόκληρη στον Θεό, για αυτό και δάκρυα έτρεχαν άφθονα από τα γεροντικά του μάτια, όταν μέρα-νύχτα προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή, επαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορές το «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Κάποια ανοιξιάτικη μέρα ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι. Ένας από τους επιβάτες του ήταν και ο επίσκοπος της επαρχίας εκείνης και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει και να τον ευχαριστήσει τον πήρε με μια βάρκα κα πήγαν στο νησί για να περπατήσουν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησαν και έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά όπου από μέσα άκουσαν την πονεμένη προσευχή του ασκητού που έλεγε συνεχώς «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα σκελετωμένο γέροντα ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος’ να προσεύχεται και να κλαίει.
Ο δεσπότης με πολλή συστολή προσπάθησε να του πει οτι αυτή η προσευχή του δεν είναι σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Ταράχθηκε ο ασκητής πιστεύοντας, ότι 30 τόσα χρόνια έκανε κακό στη ψυχή του και ξέσπασε σε κλάμματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά την προσευχή. Κι εκείνος με δέος προσπάθησε για αρκετή ώρα να του «στρώσει» τη γλώσσα στο να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Φεύγοντας ο επίσκοπος τον συνόδευσε ο ασκητής μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «Κύριε, ελέησόν με», για να μην το ξεχάσει.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε, ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο ερημίτης ξέχασε το «Κύριε, ελέησόν με», σάστισε και ζαλίστηκε!!!
- Και τώρα τι θα γίνω; και ξέσπασε σε δάκρυα.
Στην απελπισία του πετάει στην θάλασσα το κουρελιασμένο ράσο του και βαδίζει πάνω σε αυτό προς το καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα…! φώναζαν τρομαγμένοι οι ναύτες.
Με τις φωνές ανέβηκε ο δεσπότης στο κατάστρωμα και είδε τον ασκητή να του φωνάζει:
- Τι να λέω; Τι να λέω δεσπότη μου;
Και εκείνος με συγκίνησι του απάντησε:
- Ότι έλεγες να λες παιδί μου! Αυτή είναι η καλύτερη προσευχή για την ψυχή σου. Συγχώρεσέ με και κάνε και για μένα ένα σταυρό!
Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη,
διασκευή από "Το βιβλίο της ζωής", τ. Α’ Πειραιάς 1987, σελ. 25
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου "Η «Ευχή» μέσα στον κόσμο"
Πειραιάς 2007 σελίδες 20-22
Πηγή: www.istologio.org.gr/αντιγραφη
Πριν από πολλά χρόνια ζούσε σε κάποιο χωριό της πατρίδος μας ένας νέος, που από μικρός είχε τον πόθο να γίνει ασκητής. Υπήρχαν όμως κάποιες δυσκολίες: Ήταν αγράμματος, βραδύγλωσσος, λίγο βραδύνους και με οικογενειακές υποχρεώσεις.
Όμως στην ηλικία των 40 περίπου ετών μπόρεσε να πραγματοποιήσει τη κρυφή του αγία επιθυμία. Έφυγε από το χωριό του και περιπλανώμενος από τόπου εις τόπο κατέληξε σε ένα ερημονήσι, όπου βρήκε ένα γέρο ασκητή που του ανέπαυε την καρδιά και έγινε υποτακτικός του.
Με έκπληξη λοιπόν παρατηρούσε ότι: όταν προσευχόταν ο Γέροντάς του έλαμπε ολόκληρος, και ιδιαιτέρως όταν παρακλητικά και μετά δακρύων έλεγε «Κύριε, ελέησόν με».
Ο Γέρων-ασκητής ήταν και αυτός αγράμματος, αλλά οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες και γεμάτες σοφία και όλη του η πνευματική προσπάθεια συγκεντρώνετο στο πως να μάθει να προσεύχεται και ο υποτακτικός του με το «Κύριε, ελέησόν με».
Την τελευταία ημέρα της ζωής του ο Γέροντας ασκητής χάρισε στον υποτακτικό του το τρίχινο μισοτριμμένο ράσο του, ξάπλωσε κάτω, έκανε τον σταυρό του και λέγοντας τρεις φορές «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με», «Κύριε, ελέησόν με» η οσιακή του ψυχή πέταξε στον ουρανό.
Μετά την κοίμηση και ταφή του Γέροντος του ο εν λόγω υποτακτικός ζούσε πλέον ολομόναχος στο ερημονήσι ως ασκητής και ησυχαστής μέσα σε μια σπηλιά, ακολουθώντας το ίδιο τυπικό προσευχής και κανόνων που παρέλαβε από τον Γέροντά του. Έτσι πέρασαν 30 ολόκληρα χρόνια, χωρίς να δει ποτέ του άνθρωπο.
Με το πέρασμα όμως των ετών και με την βραδυγλωσσία και βραδύνοια που τον διέκρινε, μπέρδευε τα λόγια της Ευχής προσευχόμενος έλεγε «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Η καρδιά του όμως ήταν δοσμένη ολόκληρη στον Θεό, για αυτό και δάκρυα έτρεχαν άφθονα από τα γεροντικά του μάτια, όταν μέρα-νύχτα προσευχόταν με κατάνυξη και συντριβή, επαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορές το «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Κάποια ανοιξιάτικη μέρα ένα καράβι άραξε κοντά στο ερημονήσι. Ένας από τους επιβάτες του ήταν και ο επίσκοπος της επαρχίας εκείνης και ο καπετάνιος για να τον ξεκουράσει και να τον ευχαριστήσει τον πήρε με μια βάρκα κα πήγαν στο νησί για να περπατήσουν.
Αντίκρυσαν εκεί ένα μονοπάτι το οποίο ακολούθησαν και έφτασαν μπροστά σε μια σπηλιά όπου από μέσα άκουσαν την πονεμένη προσευχή του ασκητού που έλεγε συνεχώς «Κύριε, μη με ελεήσεις».
Προχώρησε ο επίσκοπος και είδε ένα σκελετωμένο γέροντα ασκητή, με μάτια βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους, να είναι γονατιστός και ολόλαμπρος’ να προσεύχεται και να κλαίει.
Ο δεσπότης με πολλή συστολή προσπάθησε να του πει οτι αυτή η προσευχή του δεν είναι σωστή και πρέπει να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Ταράχθηκε ο ασκητής πιστεύοντας, ότι 30 τόσα χρόνια έκανε κακό στη ψυχή του και ξέσπασε σε κλάμματα ικετεύοντας τον επίσκοπο να τον μάθει να λέει σωστά την προσευχή. Κι εκείνος με δέος προσπάθησε για αρκετή ώρα να του «στρώσει» τη γλώσσα στο να λέει «Κύριε, ελέησόν με».
Φεύγοντας ο επίσκοπος τον συνόδευσε ο ασκητής μέχρι την ακροθαλασσιά, επαναλαμβάνοντας μαζί του το «Κύριε, ελέησόν με», για να μην το ξεχάσει.
Το καράβι έφυγε και ο ασκητής το παρακολουθούσε με το βλέμμα του λέγοντας συνεχώς «Κύριε, ελέησόν με».
Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και ο ερημίτης ξέχασε το «Κύριε, ελέησόν με», σάστισε και ζαλίστηκε!!!
- Και τώρα τι θα γίνω; και ξέσπασε σε δάκρυα.
Στην απελπισία του πετάει στην θάλασσα το κουρελιασμένο ράσο του και βαδίζει πάνω σε αυτό προς το καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα…! φώναζαν τρομαγμένοι οι ναύτες.
Με τις φωνές ανέβηκε ο δεσπότης στο κατάστρωμα και είδε τον ασκητή να του φωνάζει:
- Τι να λέω; Τι να λέω δεσπότη μου;
Και εκείνος με συγκίνησι του απάντησε:
- Ότι έλεγες να λες παιδί μου! Αυτή είναι η καλύτερη προσευχή για την ψυχή σου. Συγχώρεσέ με και κάνε και για μένα ένα σταυρό!
Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη,
διασκευή από "Το βιβλίο της ζωής", τ. Α’ Πειραιάς 1987, σελ. 25
Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Αναγνωστόπουλου "Η «Ευχή» μέσα στον κόσμο"
Πειραιάς 2007 σελίδες 20-22
Πηγή: www.istologio.org.gr/αντιγραφη
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Κρατώντας το χριστουγεννιάτικο δέντρο από τη βάση του, η Ελίζα το γύρισε αργά και προσεκτικά, μέχρι που ήρθε το πίσω μέρος του μπροστά. Η Ρόδη κοίταξε προσεκτικά τα ψεύτικα πράσινα κλαδιά.
-Έχεις δίκιο, παρ’ όλο που είναι στο πίσω μέρος, δεν μπορούμε να τα αφήσουμε άδεια. Ίσως να κρεμάσουμε μόνο φωτάκια ώστε να φαίνονται από έξω, απ’ το τζάμι.
-Όχι, όχι. Το δέντρο πρέπει να είναι στολισμένο παντού, ακόμα κι εκεί που δεν φαίνεται.
Η Ρόδη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
Στο σπίτι της Ελίζας και της Ρόδης άρχιζαν να προετοιμάζονται για τα Χριστούγεννα από τον Οκτώβρη και τα θυμόντουσαν μετά με συγκίνηση κάθε χρόνο μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Κάποια στιγμή μέσα στο Δεκέμβρη αποφάσιζαν πως μπορούσαν να στολίσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το σπίτι χωρίς να τους πάρουν όλοι για τρελούς. Έβαζαν να ακούγεται χριστουγεννιάτικη μουσική και άρχιζαν το στόλισμα, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι αδερφούλες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Και όντως έτσι ήταν, αν βέβαια εξαιρέσουμε πόσο ψηλά σκαρφάλωνε ο μπαμπάς (κάθε χρόνο και πιο ψηλά) για να κρεμάσει φωτάκια από το μπαλκόνι μέχρι το ταβάνι της κουζίνας. Και επίσης αν εξαιρέσουμε όλο το σκούπισμα και το σιδέρωμα που έκανε η μαμά, είτε για να καθαρίσει τα κατάλοιπα των κοριτσιών αφού τελείωναν το δημιουργικό τους έργο, είτε για να εξαφανίσει τις γραμμές από τα καινούργια χριστουγεννιάτικα τραπεζομάντιλα που έβγαιναν από το ντουλάπι.
Τελοσπάντων, τελείωνε κάποτε όλο αυτό το πανηγύρι και άρχιζε η εποχή των δώρων. Κάθε μέρα κάποιος ακουμπούσε κάτω από το δέντρο ένα πακετάκι. Από τα μικρότερα και πιο συνηθισμένα αντικείμενα, όπως μολύβια ή ένα πακετάκι με μπαλόνια, μέχρι τα αγαπημένα παιχνίδια των κοριτσιών, όπως μία κόκκινη ομπρέλα για την Ελίζα και ένα μωβ αρκουδάκι, που αμέσως το λάτρεψε η Ρόδη. Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, τα πακέτα γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο πολλά, όλο και πιο φανταχτερά και «χριστουγεννιάτικα». Για την ακρίβεια, κοντά στην παραμονή των Χριστουγέννων, δεν χρειαζόταν να είναι κανείς παιδί για να ξοδεύει λίγα λεπτά πριν κοιμηθεί τη νύχτα στη σκέψη τι να ’ναι μέσα στο κίτρινο πακέτο με τον καφέ φιόγκο; ή, πόσα από αυτά είναι άραγε για μένα; ή ακόμα, θα μου αρέσει φέτος κανένα από τα δώρα μου;
Έχουμε αφήσει όμως την Ελίζα και τη Ρόδη να στολίσουν το δέντρο μόνες τους και θα μας ψάχνουν.
Το ίδιο απόγευμα λοιπόν, όταν το δέντρο στεκόταν λαμπυρίζοντας στην πιο καλή θέση του σαλονιού και η μοκέτα τριγύρω ήταν καθαρή, βάλθηκαν η Ελίζα με τη Ρόδη να το θαυμάζουν και να πλέκουν μεταξύ τους σχέδια για τις διακοπές, που θα ’ρχονταν σε δυο εβδομάδες. Όπως καταλαβαίνετε, πιο συχνά η κουβέντα τους γύριζε στο θέμα των δώρων. Και δεν εννοώ τα δώρα που περίμεναν να πάρουν. Όχι, γι’ αυτά ποτέ δεν μιλούσαν, μόνο έλπιζαν και... περίμεναν. Τώρα συζητούσαν για τα δώρα που οι ίδιες σκόπευαν να βάλουν κάτω από το δέντρο, όσο μικρά κι αν ήταν, αλλά σίγουρα σημαντικά.
Έτσι, με όνειρα που πλέκανε μέσα στην παιδική καρδούλα τους, πέρασαν οι μέρες, ήρθαν οι διακοπές. Δεν είχανε αρχίσει καλά-καλά να γιορτάζουν την ελευθερία τους από το σχολείο κα τα μαθήματα, όταν συνειδητοποίησαν ότι οι μέρες των διακοπών για κάποιο περίεργο λόγο περνούν πιο γρήγορα από τις άλλες, τις κανονικές μέρες, και ήταν ήδη παραμονή Χριστουγέννων. Αυτή ήταν μια από τις πιο αγαπημένες τους μέρες στο χρόνο, γιατί περιείχε τα κάλαντα. Δεν τα λέγανε όμως το πρωί, αλλά το βράδυ. Και δεν γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι μαζεύοντας λεφτά, αλλά πήγαιναν σε πολύ συγκεκριμένα σπίτια, όπου έψαλλαν για τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός στον κόσμο και τους δίνανε κουραμπιέδες και καρύδια. Ήταν τόσο ωραία, γιατί ερχότανε και ο μπαμπάς και η μαμά μαζί, καθώς και πολλοί αδελφοί από την εκκλησία, και στο δρόμο γελούσαν και κρυώνανε και χάνανε το δρόμο κι έπειτα τον ξαναβρίσκανε, αλλά έτσι είχαν περάσει δύο ώρες και έφτασε μιάμιση ώρα το πρωί. Όμως κανείς δεν φώναζε ότι πρέπει να πάνε στα κρεβάτια τους, ίσα-ίσα που το χαιρόντουσαν κιόλας και τρώγανε καραμέλες για το λαιμό, που τους πόνεσε τόση ώρα να ψάλλουνε μέσα στη νύχτα.
Η μέρα των Χριστουγέννων ξημέρωσε πολύ πριν από τη φυσιολογική της ώρα. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν, γιατί μπορεί να έχει πλάκα μία φορά το χρόνο να πέφτεις για ύπνο στις τρεις το πρωί, αλλά σίγουρα τα πράγματα δυσκολεύουν όταν πρέπει να σηκωθείς μετά από μόνο έξι ώρες ύπνου (ειδικά αν είσαι οχτώ και εννιά χρονών και πηγαίνεις στην Τρίτη και Τετάρτη τάξη του Δημοτικού). Όμως, μόλις ο μπαμπάς έβαλε χριστουγεννιάτικη μουσική, η Ελίζα και η Ρόδη σηκώθηκαν γρήγορα από τα κρεβάτια τους. Γιατί αυτή ήταν η μέρα που θ’ άνοιγαν τα δώρα. Καθώς έβγαιναν από την πόρτα, η Ρόδη έριξε μια τελευταία, γεμάτη λαχτάρα ματιά στη στοίβα κάτω από το δέντρο. Έπρεπε πρώτα να πάνε στην εκκλησία, μετά να φάνε με τον παππού και τη γιαγιά, κι έπειτα θα γύριζαν σπίτι και θα άνοιγαν τα δώρα. Η Ελίζα και η Ρόδη μετρούσαν τις ώρες.
Όμως κάτι περίεργο συνέβη εκείνη τη μέρα στην εκκλησία.
Σίγουρα την ιστορία των Χριστουγέννων την ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, δεν περίμεναν τώρα να την ακούσουν. Αυτό όμως που άκουσαν δεν έμοιαζε σχεδόν καθόλου με τις ζωγραφιές που έχουν οι κάρτες, ένα μωρό να παίζει ευτυχισμένο μέσα σε μια κουνίτσα με λίγα άχυρα μέσα, ενώ δίπλα του χαμογελούν με ευλάβεια ο Ιωσήφ και η Μαρία, οι βοσκοί, οι μάγοι, οι άγγελοι, τ’ αστέρια.
Καθώς άκουγαν, η εικόνα άρχιζε να αλλάζει μέσα στο μυαλό τους. Η γυναίκα δεν ήταν μια καλλονή με ένα στεφάνι γύρω από το πρόσωπό της. Ήτανε ντυμένη με τον ήλιο και τ’ αστέρια. Και πονούσε και φώναζε για να γεννήσει.
Η Ρόδη άκουγε με όλη της την προσοχή αυτήν την τόσο γνωστή και τόσο άγνωστη ιστορία, που ξαφνικά έμοιαζε με το πιο όμορφο παραμύθι που είχε ποτέ ακούσει. Και ήταν και αλήθεια, δηλαδή ακόμη καλύτερο από παραμύθι. Έριξε μια ματιά στην Ελίζα και είδε ότι και εκείνη άκουγε με προσοχή και είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν τα μάγουλά της, όπως όταν άνοιγε ένα δώρο που της άρεσε πολύ.
Πριν, πολύ πριν από τον άγγελο που εμφανίστηκε στους βοσκούς και τους προσκάλεσε στο στάβλο που γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου, ήρθε ένας άλλος επισκέπτης στη φάτνη. Ενώ φώναζε η γυναίκα πού ’ταν ντυμένη με τον ήλιο, ήρθε ένας δράκος και στάθηκε μπροστά της. Και τι δράκος ήτανε αυτός... Ήταν μεγάλος σαν βουνό και κόκκινος σαν τη φωτιά κι ήταν κακός πολύ. Κακός και επικίνδυνος. Πήγε και στάθηκε μπροστά στη φάτνη, τεράστιος κι απειλητικός. Περίμενε πότε θα γεννήσει η όμορφη γυναίκα. Και δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει το μωρό να δει τον πρωινό ήλιο. Μόλις γεννιόταν, θα το έτρωγε. Βλέπετε, ο δράκος αυτός ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του Θεού από πολύ παλιά, πριν γεννηθείτε εσείς, πριν ακόμα φτιαχτεί ο κόσμος μας. Το μωρό αυτό που θα γεννιόταν το είχε στείλει ο Θεός από τον Ουρανό για να φέρει τους ανθρώπους κοντά στον Θεό. Θα πέθαινε τελικά, αλλά όχι ως μωρό, ως άντρας, και θα πέθαινε με τη θέλησή Του παίρνοντας πάνω Του τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Αν όμως συνέβαινε αυτό, θα γίνονταν οι άνθρωποι καλοί, όσοι δηλαδή το πίστευαν αυτό πραγματικά. Τόσο καλοί, που τελικά ο Θεός θα τους έπαιρνε να ζήσουν μαζί Του. Κι αυτό καθόλου δεν συνέφερε το δράκο, γιατί είπαμε, μισούσε τον Θεό και κάθε Του προσπάθεια να σώσει τους ανθρώπους.
Η γυναίκα λοιπόν πονούσε, ο άντρας που είχε βάλει ο Θεός να την προσέχει προσευχόταν και τη βοηθούσε και ο δράκος περίμενε. Όπως θα έχετε ήδη μαντέψει, ο Θεός μας, που ήταν και είναι πολύ πιο δυνατός από τον δράκο, δεν το άφησε το μωρό να πάθει τίποτα. Ο δράκος εξοργίστηκε ακόμα πιο πολύ, που του πήραν την μπουκιά από το στόμα, αλλά και επειδή για άλλη μια φορά τα σχέδιά του δεν έφεραν αποτέλεσμα. Αλλά στον Ουρανό, στους αγγέλους του Θεού, υπήρχε μεγάλη χαρά και μεγάλη γιορτή για τη νίκη του Θεού εναντίον του διαβόλου. Και μέσα στις καρδιές των νέων γονιών, του Ιωσήφ και της Μαρίας, υπήρχε χαρά και συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη. Κι έπειτα ήρθαν οι βοσκοί να προσκυνήσουν τον Γιο του Θεού, γιατί από όλους τους μεγάλους του κόσμου κανείς δεν πήρε είδηση για τη μάχη, για το θαύμα που μόλις έγινε μέσα σ’ ένα στάβλο στη Βηθλεέμ.
Ο δράκος έφυγε εκείνη τη μέρα, αλλά δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να ματαιώσει τα σχέδια του Θεού. Κι εμείς ξέρουμε ότι ο Χριστός μεγάλωσε κι έγινε αγοράκι, έπειτα νέος άντρας. Και δίδαξε στον κόσμο τα πράγματα του Θεού κι έκανε θαύματα για να τους βοηθήσει να πιστέψουν αυτά που τους έλεγε και τέλος σταυρώθηκε και πέθανε για τις δικές μας αμαρτίες. Ξέρουμε ότι αναστήθηκε και τώρα είναι στον Ουρανό και μας περιμένει να πάμε να Τον συναντήσουμε. Έγινε ολόκληρο το έργο της σωτηρίας, όπως το είχε ετοιμάσει ο Θεός με υπερβολικά μεγάλη αγάπη για μας. Και ακόμα και σήμερα όποιος πιστέψει στον Χριστό λυτρώνεται από την αμαρτία κι αλλάζει η ζωή του ολόκληρη και ζει μόνο για τον Χριστό.
Δηλαδή εντάξει, νικήθηκε ο δράκος, δεν κατάφερε να σταματήσει τον Θεό. Όντως δεν κατάφερε να νικήσει τον Θεό και ούτε ποτέ θα τα καταφέρει, όμως δεν έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια. Τη μέρα που αναστήθηκε ο Χριστός μας και ολοκληρώθηκε το έργο της σωτηρίας μας, ο διάβολος αποφάσισε, έτσι όπως κυνηγούσε την έγκυο γυναίκα τότε, έτσι να κυνηγάει όλους όσοι θα πιστέψουν σ’ Αυτόν, στο Γιο του Θεού. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε να μην αφήνουμε την καρδιά μας αφύλακτη, γιατί μπορεί να μας πιάσει στον ύπνο και να μας την κλέψει. Αλλά πάνω απ’ όλα ξέρουμε ότι ο Θεός προσέχει και φυλάει την καρδιά μας καλύτερα από μας, όταν τη δώσουμε σ’ Αυτόν.
Η Ρόδη ούτε που κατάλαβε τι έφαγε στο πλούσιο τραπέζι που είχε ετοιμάσει η γιαγιά, ούτε πότε σηκώθηκαν να φύγουν. Στο μυαλό της γύριζαν εικόνες από τη γυναίκα που είχε στα μαλλιά της τ’ αστέρια και στα πόδια το φεγγάρι, τον πελώριο δράκο, που περίμενε με μίσος στα μάτια του, και έναν άντρα στα κατάλευκα ντυμένο, που κρατούσε στο χέρι Του ένα πελώριο σπαθί και σκότωνε το δράκο, για να τη σώσει. Για να σώσει ένα ασήμαντο, μικρό κορίτσι.
Έφτασαν στο σπίτι. Οι γονείς είναι ενθουσιασμένοι, περιμένοντας με ανυπομονησία τα χαρούμενα γέλια των κοριτσιών, καθώς θα ανακάλυπταν το κάθε ένα δωράκι. Η Ρόδη γυρνάει το βλέμμα της στη βάση του δέντρου, όπως ακριβώς είχε κάνει το πρωί την ώρα που έφευγαν. Κοιτάζει με προσοχή, όμως το μόνο που βλέπει είναι ένα μικρό σπιτάκι στη Βηθλεέμ πού ’χει στο πλάι ένα στάβλο. Και πάνω από το στάβλο, ο νυχτερινός ουρανός είναι γεμάτος από την εικόνα μιας φοβερής μάχης, ο δράκος από τη μία μεριά, οι φωτεινοί άγγελοι, το στράτευμα του Θεού από την άλλη. Φωνές, σκόνη, αίμα. Οι φωνές ενώνονται με τις κραυγές της Μαρίας που γεννάει. Και γίναν όλα για μένα, σκέφτεται.
Δίπλα της, η Ελίζα σκέφτεται ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ξαφνικά αισθάνονται ότι τα δώρα μπορούν να περιμένουν μέχρι το απόγευμα. Μπορούν ίσως και να περιμένουν για πάντα. Το μεγαλύτερο δώρο το έχουμε πάρει, σκέφτονται. Εδώ και χρόνια. Καιρός να το ανοίξουμε.
Κρατώντας το χριστουγεννιάτικο δέντρο από τη βάση του, η Ελίζα το γύρισε αργά και προσεκτικά, μέχρι που ήρθε το πίσω μέρος του μπροστά. Η Ρόδη κοίταξε προσεκτικά τα ψεύτικα πράσινα κλαδιά.
-Έχεις δίκιο, παρ’ όλο που είναι στο πίσω μέρος, δεν μπορούμε να τα αφήσουμε άδεια. Ίσως να κρεμάσουμε μόνο φωτάκια ώστε να φαίνονται από έξω, απ’ το τζάμι.
-Όχι, όχι. Το δέντρο πρέπει να είναι στολισμένο παντού, ακόμα κι εκεί που δεν φαίνεται.
Η Ρόδη κούνησε το κεφάλι της καταφατικά.
Στο σπίτι της Ελίζας και της Ρόδης άρχιζαν να προετοιμάζονται για τα Χριστούγεννα από τον Οκτώβρη και τα θυμόντουσαν μετά με συγκίνηση κάθε χρόνο μέχρι το τέλος του καλοκαιριού. Κάποια στιγμή μέσα στο Δεκέμβρη αποφάσιζαν πως μπορούσαν να στολίσουν το χριστουγεννιάτικο δέντρο και το σπίτι χωρίς να τους πάρουν όλοι για τρελούς. Έβαζαν να ακούγεται χριστουγεννιάτικη μουσική και άρχιζαν το στόλισμα, στο οποίο πρωταγωνιστούσαν οι αδερφούλες. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Και όντως έτσι ήταν, αν βέβαια εξαιρέσουμε πόσο ψηλά σκαρφάλωνε ο μπαμπάς (κάθε χρόνο και πιο ψηλά) για να κρεμάσει φωτάκια από το μπαλκόνι μέχρι το ταβάνι της κουζίνας. Και επίσης αν εξαιρέσουμε όλο το σκούπισμα και το σιδέρωμα που έκανε η μαμά, είτε για να καθαρίσει τα κατάλοιπα των κοριτσιών αφού τελείωναν το δημιουργικό τους έργο, είτε για να εξαφανίσει τις γραμμές από τα καινούργια χριστουγεννιάτικα τραπεζομάντιλα που έβγαιναν από το ντουλάπι.
Τελοσπάντων, τελείωνε κάποτε όλο αυτό το πανηγύρι και άρχιζε η εποχή των δώρων. Κάθε μέρα κάποιος ακουμπούσε κάτω από το δέντρο ένα πακετάκι. Από τα μικρότερα και πιο συνηθισμένα αντικείμενα, όπως μολύβια ή ένα πακετάκι με μπαλόνια, μέχρι τα αγαπημένα παιχνίδια των κοριτσιών, όπως μία κόκκινη ομπρέλα για την Ελίζα και ένα μωβ αρκουδάκι, που αμέσως το λάτρεψε η Ρόδη. Καθώς πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, τα πακέτα γίνονταν όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο πολλά, όλο και πιο φανταχτερά και «χριστουγεννιάτικα». Για την ακρίβεια, κοντά στην παραμονή των Χριστουγέννων, δεν χρειαζόταν να είναι κανείς παιδί για να ξοδεύει λίγα λεπτά πριν κοιμηθεί τη νύχτα στη σκέψη τι να ’ναι μέσα στο κίτρινο πακέτο με τον καφέ φιόγκο; ή, πόσα από αυτά είναι άραγε για μένα; ή ακόμα, θα μου αρέσει φέτος κανένα από τα δώρα μου;
Έχουμε αφήσει όμως την Ελίζα και τη Ρόδη να στολίσουν το δέντρο μόνες τους και θα μας ψάχνουν.
Το ίδιο απόγευμα λοιπόν, όταν το δέντρο στεκόταν λαμπυρίζοντας στην πιο καλή θέση του σαλονιού και η μοκέτα τριγύρω ήταν καθαρή, βάλθηκαν η Ελίζα με τη Ρόδη να το θαυμάζουν και να πλέκουν μεταξύ τους σχέδια για τις διακοπές, που θα ’ρχονταν σε δυο εβδομάδες. Όπως καταλαβαίνετε, πιο συχνά η κουβέντα τους γύριζε στο θέμα των δώρων. Και δεν εννοώ τα δώρα που περίμεναν να πάρουν. Όχι, γι’ αυτά ποτέ δεν μιλούσαν, μόνο έλπιζαν και... περίμεναν. Τώρα συζητούσαν για τα δώρα που οι ίδιες σκόπευαν να βάλουν κάτω από το δέντρο, όσο μικρά κι αν ήταν, αλλά σίγουρα σημαντικά.
Έτσι, με όνειρα που πλέκανε μέσα στην παιδική καρδούλα τους, πέρασαν οι μέρες, ήρθαν οι διακοπές. Δεν είχανε αρχίσει καλά-καλά να γιορτάζουν την ελευθερία τους από το σχολείο κα τα μαθήματα, όταν συνειδητοποίησαν ότι οι μέρες των διακοπών για κάποιο περίεργο λόγο περνούν πιο γρήγορα από τις άλλες, τις κανονικές μέρες, και ήταν ήδη παραμονή Χριστουγέννων. Αυτή ήταν μια από τις πιο αγαπημένες τους μέρες στο χρόνο, γιατί περιείχε τα κάλαντα. Δεν τα λέγανε όμως το πρωί, αλλά το βράδυ. Και δεν γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι μαζεύοντας λεφτά, αλλά πήγαιναν σε πολύ συγκεκριμένα σπίτια, όπου έψαλλαν για τη νύχτα που γεννήθηκε ο Χριστός στον κόσμο και τους δίνανε κουραμπιέδες και καρύδια. Ήταν τόσο ωραία, γιατί ερχότανε και ο μπαμπάς και η μαμά μαζί, καθώς και πολλοί αδελφοί από την εκκλησία, και στο δρόμο γελούσαν και κρυώνανε και χάνανε το δρόμο κι έπειτα τον ξαναβρίσκανε, αλλά έτσι είχαν περάσει δύο ώρες και έφτασε μιάμιση ώρα το πρωί. Όμως κανείς δεν φώναζε ότι πρέπει να πάνε στα κρεβάτια τους, ίσα-ίσα που το χαιρόντουσαν κιόλας και τρώγανε καραμέλες για το λαιμό, που τους πόνεσε τόση ώρα να ψάλλουνε μέσα στη νύχτα.
Η μέρα των Χριστουγέννων ξημέρωσε πολύ πριν από τη φυσιολογική της ώρα. Ή τουλάχιστον έτσι φαινόταν, γιατί μπορεί να έχει πλάκα μία φορά το χρόνο να πέφτεις για ύπνο στις τρεις το πρωί, αλλά σίγουρα τα πράγματα δυσκολεύουν όταν πρέπει να σηκωθείς μετά από μόνο έξι ώρες ύπνου (ειδικά αν είσαι οχτώ και εννιά χρονών και πηγαίνεις στην Τρίτη και Τετάρτη τάξη του Δημοτικού). Όμως, μόλις ο μπαμπάς έβαλε χριστουγεννιάτικη μουσική, η Ελίζα και η Ρόδη σηκώθηκαν γρήγορα από τα κρεβάτια τους. Γιατί αυτή ήταν η μέρα που θ’ άνοιγαν τα δώρα. Καθώς έβγαιναν από την πόρτα, η Ρόδη έριξε μια τελευταία, γεμάτη λαχτάρα ματιά στη στοίβα κάτω από το δέντρο. Έπρεπε πρώτα να πάνε στην εκκλησία, μετά να φάνε με τον παππού και τη γιαγιά, κι έπειτα θα γύριζαν σπίτι και θα άνοιγαν τα δώρα. Η Ελίζα και η Ρόδη μετρούσαν τις ώρες.
Όμως κάτι περίεργο συνέβη εκείνη τη μέρα στην εκκλησία.
Σίγουρα την ιστορία των Χριστουγέννων την ήξεραν απ’ έξω κι ανακατωτά, δεν περίμεναν τώρα να την ακούσουν. Αυτό όμως που άκουσαν δεν έμοιαζε σχεδόν καθόλου με τις ζωγραφιές που έχουν οι κάρτες, ένα μωρό να παίζει ευτυχισμένο μέσα σε μια κουνίτσα με λίγα άχυρα μέσα, ενώ δίπλα του χαμογελούν με ευλάβεια ο Ιωσήφ και η Μαρία, οι βοσκοί, οι μάγοι, οι άγγελοι, τ’ αστέρια.
Καθώς άκουγαν, η εικόνα άρχιζε να αλλάζει μέσα στο μυαλό τους. Η γυναίκα δεν ήταν μια καλλονή με ένα στεφάνι γύρω από το πρόσωπό της. Ήτανε ντυμένη με τον ήλιο και τ’ αστέρια. Και πονούσε και φώναζε για να γεννήσει.
Η Ρόδη άκουγε με όλη της την προσοχή αυτήν την τόσο γνωστή και τόσο άγνωστη ιστορία, που ξαφνικά έμοιαζε με το πιο όμορφο παραμύθι που είχε ποτέ ακούσει. Και ήταν και αλήθεια, δηλαδή ακόμη καλύτερο από παραμύθι. Έριξε μια ματιά στην Ελίζα και είδε ότι και εκείνη άκουγε με προσοχή και είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν τα μάγουλά της, όπως όταν άνοιγε ένα δώρο που της άρεσε πολύ.
Πριν, πολύ πριν από τον άγγελο που εμφανίστηκε στους βοσκούς και τους προσκάλεσε στο στάβλο που γεννήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου, ήρθε ένας άλλος επισκέπτης στη φάτνη. Ενώ φώναζε η γυναίκα πού ’ταν ντυμένη με τον ήλιο, ήρθε ένας δράκος και στάθηκε μπροστά της. Και τι δράκος ήτανε αυτός... Ήταν μεγάλος σαν βουνό και κόκκινος σαν τη φωτιά κι ήταν κακός πολύ. Κακός και επικίνδυνος. Πήγε και στάθηκε μπροστά στη φάτνη, τεράστιος κι απειλητικός. Περίμενε πότε θα γεννήσει η όμορφη γυναίκα. Και δεν είχε σκοπό ν’ αφήσει το μωρό να δει τον πρωινό ήλιο. Μόλις γεννιόταν, θα το έτρωγε. Βλέπετε, ο δράκος αυτός ήταν ο μεγαλύτερος εχθρός του Θεού από πολύ παλιά, πριν γεννηθείτε εσείς, πριν ακόμα φτιαχτεί ο κόσμος μας. Το μωρό αυτό που θα γεννιόταν το είχε στείλει ο Θεός από τον Ουρανό για να φέρει τους ανθρώπους κοντά στον Θεό. Θα πέθαινε τελικά, αλλά όχι ως μωρό, ως άντρας, και θα πέθαινε με τη θέλησή Του παίρνοντας πάνω Του τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Αν όμως συνέβαινε αυτό, θα γίνονταν οι άνθρωποι καλοί, όσοι δηλαδή το πίστευαν αυτό πραγματικά. Τόσο καλοί, που τελικά ο Θεός θα τους έπαιρνε να ζήσουν μαζί Του. Κι αυτό καθόλου δεν συνέφερε το δράκο, γιατί είπαμε, μισούσε τον Θεό και κάθε Του προσπάθεια να σώσει τους ανθρώπους.
Η γυναίκα λοιπόν πονούσε, ο άντρας που είχε βάλει ο Θεός να την προσέχει προσευχόταν και τη βοηθούσε και ο δράκος περίμενε. Όπως θα έχετε ήδη μαντέψει, ο Θεός μας, που ήταν και είναι πολύ πιο δυνατός από τον δράκο, δεν το άφησε το μωρό να πάθει τίποτα. Ο δράκος εξοργίστηκε ακόμα πιο πολύ, που του πήραν την μπουκιά από το στόμα, αλλά και επειδή για άλλη μια φορά τα σχέδιά του δεν έφεραν αποτέλεσμα. Αλλά στον Ουρανό, στους αγγέλους του Θεού, υπήρχε μεγάλη χαρά και μεγάλη γιορτή για τη νίκη του Θεού εναντίον του διαβόλου. Και μέσα στις καρδιές των νέων γονιών, του Ιωσήφ και της Μαρίας, υπήρχε χαρά και συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη. Κι έπειτα ήρθαν οι βοσκοί να προσκυνήσουν τον Γιο του Θεού, γιατί από όλους τους μεγάλους του κόσμου κανείς δεν πήρε είδηση για τη μάχη, για το θαύμα που μόλις έγινε μέσα σ’ ένα στάβλο στη Βηθλεέμ.
Ο δράκος έφυγε εκείνη τη μέρα, αλλά δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να ματαιώσει τα σχέδια του Θεού. Κι εμείς ξέρουμε ότι ο Χριστός μεγάλωσε κι έγινε αγοράκι, έπειτα νέος άντρας. Και δίδαξε στον κόσμο τα πράγματα του Θεού κι έκανε θαύματα για να τους βοηθήσει να πιστέψουν αυτά που τους έλεγε και τέλος σταυρώθηκε και πέθανε για τις δικές μας αμαρτίες. Ξέρουμε ότι αναστήθηκε και τώρα είναι στον Ουρανό και μας περιμένει να πάμε να Τον συναντήσουμε. Έγινε ολόκληρο το έργο της σωτηρίας, όπως το είχε ετοιμάσει ο Θεός με υπερβολικά μεγάλη αγάπη για μας. Και ακόμα και σήμερα όποιος πιστέψει στον Χριστό λυτρώνεται από την αμαρτία κι αλλάζει η ζωή του ολόκληρη και ζει μόνο για τον Χριστό.
Δηλαδή εντάξει, νικήθηκε ο δράκος, δεν κατάφερε να σταματήσει τον Θεό. Όντως δεν κατάφερε να νικήσει τον Θεό και ούτε ποτέ θα τα καταφέρει, όμως δεν έχει παραιτηθεί από την προσπάθεια. Τη μέρα που αναστήθηκε ο Χριστός μας και ολοκληρώθηκε το έργο της σωτηρίας μας, ο διάβολος αποφάσισε, έτσι όπως κυνηγούσε την έγκυο γυναίκα τότε, έτσι να κυνηγάει όλους όσοι θα πιστέψουν σ’ Αυτόν, στο Γιο του Θεού. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε να μην αφήνουμε την καρδιά μας αφύλακτη, γιατί μπορεί να μας πιάσει στον ύπνο και να μας την κλέψει. Αλλά πάνω απ’ όλα ξέρουμε ότι ο Θεός προσέχει και φυλάει την καρδιά μας καλύτερα από μας, όταν τη δώσουμε σ’ Αυτόν.
Η Ρόδη ούτε που κατάλαβε τι έφαγε στο πλούσιο τραπέζι που είχε ετοιμάσει η γιαγιά, ούτε πότε σηκώθηκαν να φύγουν. Στο μυαλό της γύριζαν εικόνες από τη γυναίκα που είχε στα μαλλιά της τ’ αστέρια και στα πόδια το φεγγάρι, τον πελώριο δράκο, που περίμενε με μίσος στα μάτια του, και έναν άντρα στα κατάλευκα ντυμένο, που κρατούσε στο χέρι Του ένα πελώριο σπαθί και σκότωνε το δράκο, για να τη σώσει. Για να σώσει ένα ασήμαντο, μικρό κορίτσι.
Έφτασαν στο σπίτι. Οι γονείς είναι ενθουσιασμένοι, περιμένοντας με ανυπομονησία τα χαρούμενα γέλια των κοριτσιών, καθώς θα ανακάλυπταν το κάθε ένα δωράκι. Η Ρόδη γυρνάει το βλέμμα της στη βάση του δέντρου, όπως ακριβώς είχε κάνει το πρωί την ώρα που έφευγαν. Κοιτάζει με προσοχή, όμως το μόνο που βλέπει είναι ένα μικρό σπιτάκι στη Βηθλεέμ πού ’χει στο πλάι ένα στάβλο. Και πάνω από το στάβλο, ο νυχτερινός ουρανός είναι γεμάτος από την εικόνα μιας φοβερής μάχης, ο δράκος από τη μία μεριά, οι φωτεινοί άγγελοι, το στράτευμα του Θεού από την άλλη. Φωνές, σκόνη, αίμα. Οι φωνές ενώνονται με τις κραυγές της Μαρίας που γεννάει. Και γίναν όλα για μένα, σκέφτεται.
Δίπλα της, η Ελίζα σκέφτεται ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ξαφνικά αισθάνονται ότι τα δώρα μπορούν να περιμένουν μέχρι το απόγευμα. Μπορούν ίσως και να περιμένουν για πάντα. Το μεγαλύτερο δώρο το έχουμε πάρει, σκέφτονται. Εδώ και χρόνια. Καιρός να το ανοίξουμε.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Κάποτε τα Χριστούγεννα
Μια φορά και έναν καιρό, πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, σε μια πόλη που την έλεγαν Βηθλεέμ , μέσα σε μια φτωχική σπηλιά, δίπλα σε μια φάτνη αλόγων, γεννήθηκε ο μικρός Χριστός μας. Δίπλα του η Παναγία σαν καλή μαμά τον προστάτευε και έξω χιλιάδες καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα.
Είχε έλθει η θεϊκή πνοή του Χριστού κάτω στη γη, για να χαμογελάσει στον πόνο και στην δυστυχία. Οι προφήτες είχαν προαναγγείλει χιλιάδες χρόνια πριν τον ερχομό του. Κι ήταν η γλυκειά απαντοχή μέσα στο σκοτάδι της ζωής.
Έλαμψε φως από την Ανατολή και φώτισε κάθε σκοτεινή γωνιά του κόσμου. Ο Πλάστης μας έγινε άνθρωπος και τα ουράνια έσκυψαν στη γη και άστραψε ο κόσμος από το άπλετο φως της λύτρωσης. Ήταν βαριά και πυκνά τα σύννεφα. Το χιόνι είχε σκεπάσει την πλάση. Το ξεροβόρι λυσσομανούσε και εκείνη την νυχτιά του Δεκέμβρη ο Χριστός μας σαν αστραπόμορφος Ήλιος ήλθε να ζεστάνει τις παγωμένες καρδιές και να φτιάξει έναν καινούριο κόσμο.
Έστησε το θρόνο του στη γη και σαν ουράνιος μαγνήτης μας ‘έφερε κοντά του, θέλοντας να μας γνωρίσει την μεγάλη μας καταγωγή. Ήλθε για να γράψει στις καρδιές μας τον νόμο «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου» να μας βοηθήσει στην δύσκολη ανηφοριά.
Να αφήσουμε τα ερειπωμένα μονοπάτια της ζωής που οδηγούν στον πόνο και την δυστυχία, ώστε να αντικρίσουμε τον δρόμο της Βηθλεέμ που είναι η χαρά και η ευτυχία.
Τι κι αν πέρασαν 2000 χρόνια από την γέννησή του, οι άνθρωποι πάντα οδοιπόροι ακολουθούν τους μάγους για να φτάσουν στην Βηθλεέμ να εναποθέσουν τους θησαυρούς της αγάπης τους και της καρδιάς τους και να καταυγάσουν το θείο φως.
Ω! Τι επίσκεψη χαρούμενη ήταν η γέννηση του Λυτρωτή! Θεός ταπεινώθηκε και Θεός γεννήθηκε πάνω στην γη για να μας σώσει.
Αλησμόνητη νύχτα…Νύχτα ένδοξη, ξεχωριστή. Ο ουρανός εσκίρτησε. Έλαμψε και χιλιάδες άγγελοι κατέβηκαν και στάθηκαν έκθαμποι να δουν το Θείο βρέφος μέσα στη φτωχική φάτνη των αλόγων.
Μπροστά σ’αυτό το θαύμα της θείας αγάπης, έφτιαξαν ύμνους αγγελικούς, νικητήριους για να αντηχούν στις καρδιές όλων των ανθρώπων και μαζί τους να υμνούν τον Λυτρωτή ψάλλοντας «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Κάθε Χριστουγεννιάτικη νύχτα ανά τους αιώνες επαναλαμβάνεται, ώστε κανείς να μην μείνει δίχως την πληροφόρηση του χαρμόσυνου μηνύματος. Εμείς πως δεχτήκαμε το μήνυμα; Ποιο δρόμο πήραμε για την αχυρένια φάτνη;
Εκεί μέσα γεννήθηκε ένας Θεός. Πρέπει να τον προσκυνήσουμε μαζί με τους χιλιάδες αγγέλους, ακολουθώντας τα βήματα των απλοϊκών βοσκών και τα αχνάρια των μάγων, βαδίζοντας κάτω από το φως του λαμπερού αστεριού για να μας δείξει από που ερχόμαστε και που θα πάμε, όταν μια μέρα τα βλέφαρά μας κλείσουν για πάντα.
Το ανέσπερο φως της Βηθλεέμ θα μας στέλνει τις ακτίνες του και μαζί με τον μικρό μας Χριστό θα μας οδηγεί σε καλύτερες μέρες, που τόσο ποθεί η πολυβασανισμένη μας ανθρωπότητα.
Εμπρός λοιπόν, όλοι, μικροί και μεγάλοι στα ουράνια μηνύματα και τα σήμαντρα των καμπαναριών, ενωμένοι με του Χριστού την πίστη την Αγία, ας ξεκινήσουμε να προσκυνήσουμε το Θείο Βρέφος και ας ζητήσουμε μαζί σαν μια ψυχή, σαν μια δύναμη να επικρατήσει στον κόσμο η «επί γης ειρήνη».
Και μην ξεχνάμε, ότι δεν υπάρχει καμία χαρά στη ζωή που να μπορεί να συγκριθεί με την χαρά που δίνει το μυστικό της μεγάλης αγάπης και της Ειρήνης στα Έθνη.
Μικρέ Χριστέ της Βηθλεέμ με την άπειρη αγάπη σου, αναγέννησε τις καρδιές μας και ας επικρατήσει μεταξύ των λαών η δικαιοσύνη σου, για να διδάξει στις κοινωνίες την λύτρωση για μια γνήσια ευτυχία.
Μια φορά και έναν καιρό, πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, σε μια πόλη που την έλεγαν Βηθλεέμ , μέσα σε μια φτωχική σπηλιά, δίπλα σε μια φάτνη αλόγων, γεννήθηκε ο μικρός Χριστός μας. Δίπλα του η Παναγία σαν καλή μαμά τον προστάτευε και έξω χιλιάδες καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα.
Είχε έλθει η θεϊκή πνοή του Χριστού κάτω στη γη, για να χαμογελάσει στον πόνο και στην δυστυχία. Οι προφήτες είχαν προαναγγείλει χιλιάδες χρόνια πριν τον ερχομό του. Κι ήταν η γλυκειά απαντοχή μέσα στο σκοτάδι της ζωής.
Έλαμψε φως από την Ανατολή και φώτισε κάθε σκοτεινή γωνιά του κόσμου. Ο Πλάστης μας έγινε άνθρωπος και τα ουράνια έσκυψαν στη γη και άστραψε ο κόσμος από το άπλετο φως της λύτρωσης. Ήταν βαριά και πυκνά τα σύννεφα. Το χιόνι είχε σκεπάσει την πλάση. Το ξεροβόρι λυσσομανούσε και εκείνη την νυχτιά του Δεκέμβρη ο Χριστός μας σαν αστραπόμορφος Ήλιος ήλθε να ζεστάνει τις παγωμένες καρδιές και να φτιάξει έναν καινούριο κόσμο.
Έστησε το θρόνο του στη γη και σαν ουράνιος μαγνήτης μας ‘έφερε κοντά του, θέλοντας να μας γνωρίσει την μεγάλη μας καταγωγή. Ήλθε για να γράψει στις καρδιές μας τον νόμο «αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου» να μας βοηθήσει στην δύσκολη ανηφοριά.
Να αφήσουμε τα ερειπωμένα μονοπάτια της ζωής που οδηγούν στον πόνο και την δυστυχία, ώστε να αντικρίσουμε τον δρόμο της Βηθλεέμ που είναι η χαρά και η ευτυχία.
Τι κι αν πέρασαν 2000 χρόνια από την γέννησή του, οι άνθρωποι πάντα οδοιπόροι ακολουθούν τους μάγους για να φτάσουν στην Βηθλεέμ να εναποθέσουν τους θησαυρούς της αγάπης τους και της καρδιάς τους και να καταυγάσουν το θείο φως.
Ω! Τι επίσκεψη χαρούμενη ήταν η γέννηση του Λυτρωτή! Θεός ταπεινώθηκε και Θεός γεννήθηκε πάνω στην γη για να μας σώσει.
Αλησμόνητη νύχτα…Νύχτα ένδοξη, ξεχωριστή. Ο ουρανός εσκίρτησε. Έλαμψε και χιλιάδες άγγελοι κατέβηκαν και στάθηκαν έκθαμποι να δουν το Θείο βρέφος μέσα στη φτωχική φάτνη των αλόγων.
Μπροστά σ’αυτό το θαύμα της θείας αγάπης, έφτιαξαν ύμνους αγγελικούς, νικητήριους για να αντηχούν στις καρδιές όλων των ανθρώπων και μαζί τους να υμνούν τον Λυτρωτή ψάλλοντας «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία».
Κάθε Χριστουγεννιάτικη νύχτα ανά τους αιώνες επαναλαμβάνεται, ώστε κανείς να μην μείνει δίχως την πληροφόρηση του χαρμόσυνου μηνύματος. Εμείς πως δεχτήκαμε το μήνυμα; Ποιο δρόμο πήραμε για την αχυρένια φάτνη;
Εκεί μέσα γεννήθηκε ένας Θεός. Πρέπει να τον προσκυνήσουμε μαζί με τους χιλιάδες αγγέλους, ακολουθώντας τα βήματα των απλοϊκών βοσκών και τα αχνάρια των μάγων, βαδίζοντας κάτω από το φως του λαμπερού αστεριού για να μας δείξει από που ερχόμαστε και που θα πάμε, όταν μια μέρα τα βλέφαρά μας κλείσουν για πάντα.
Το ανέσπερο φως της Βηθλεέμ θα μας στέλνει τις ακτίνες του και μαζί με τον μικρό μας Χριστό θα μας οδηγεί σε καλύτερες μέρες, που τόσο ποθεί η πολυβασανισμένη μας ανθρωπότητα.
Εμπρός λοιπόν, όλοι, μικροί και μεγάλοι στα ουράνια μηνύματα και τα σήμαντρα των καμπαναριών, ενωμένοι με του Χριστού την πίστη την Αγία, ας ξεκινήσουμε να προσκυνήσουμε το Θείο Βρέφος και ας ζητήσουμε μαζί σαν μια ψυχή, σαν μια δύναμη να επικρατήσει στον κόσμο η «επί γης ειρήνη».
Και μην ξεχνάμε, ότι δεν υπάρχει καμία χαρά στη ζωή που να μπορεί να συγκριθεί με την χαρά που δίνει το μυστικό της μεγάλης αγάπης και της Ειρήνης στα Έθνη.
Μικρέ Χριστέ της Βηθλεέμ με την άπειρη αγάπη σου, αναγέννησε τις καρδιές μας και ας επικρατήσει μεταξύ των λαών η δικαιοσύνη σου, για να διδάξει στις κοινωνίες την λύτρωση για μια γνήσια ευτυχία.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Βράδυ παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Γύρω από το μεγάλο τραπέζι στο κεντρικό σαλόνι του σπιτιού, μαζεμένα όλα τα μέλη, τελευταίοι απόγονοι της μεγάλης και ένδοξης οικογένειας «Ανοητίδου». Όλο το ρετιρέ της επί της οδού Πλουτάρχου πολυκατοικίας, που κρατούσε ο μεγαλέμπορας Ανοητίδης, αστραποβολούσε. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βλέπεις. Ο καινούργιος χρόνος να μας βρει φωτισμένους. Γύρω από το τραπέζι από τα δεξιά προς τα αριστερά ο κ. Ανοητίδης πατήρ, μεγαλέμπορας της Κεντρικής αγοράς, με το απαραίτητο για κάθε σοβαρό άνθρωπο προκοίλι, με το εξίσου χαριτωμένο προγουλάκι του και με ύφος ανθρώπου, που έφαγε τη ζωή με τη σέσουλα. Δίπλα του το έτερο ήμισυ, με πέρλες στον πληθωρικό λαιμό της, με υπερβολικό ντεκολτέ – μόδα 52 – , με νύχια που θα τα ζήλευε κάθε αρπακτικό πουλί, καμάρωνε. Παραδίπλα, η νεαρά θυγάτηρ Ανοητίδου, μια αραχνοΰφαντη ύπαρξη, ένα κοκτέιλ διαφόρων σταρ του Χόλιγουντ και με ύφος κουρασμένης από τις απολαύσεις της ζωής. Εν συνεχεία ο νεαρός βλαστός, καμάρι και ελπίδα της οικογένειας, με το τσιμπούκι στο στόμα φιλοσοφούσε. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, θαυμαστής της τζαζ και της σάμπας. Είχε τάξει στον τρόπο της ζωής του να οινοπνευματοποιήσει τον ιδρώτα των άλλων, που μάζευε ο πατέρας του. Και τέλος η γιαγιά Ανοητίδου, με τα πρεσβυωπικά γυαλιά της, καμάρωνε τη φαμίλια.
Η οικογένεια είχε σουπάρει από νωρίς και κατά τη συνήθεια – καινούργια χρονιά βλέπεις – το ρίξανε στα χαρτιά. Το ποκεράκι είχε φουντώσει. Αφού και η γιαγιά είχε πάρει κοντά της την υπηρέτρια να της ξεχωρίζει τους βαλέδες από τις ντάμες, γιατί δεν την βοηθούσαν τα μάτια της. Σε λίγο έσβησε το παιχνίδι. Ήπιανε μερικά λικέρ, μα καθόλου κέφι. Τότε ο νεαρός βλαστός της οικογένειας ανάβοντας ξανά την πίπα του – έτσι έκανε σαν έπαιρνε μεγάλες αποφάσεις – γύρισε και στοχαστικά είπε στον πατέρα του.
- Καλέ πατέρα, σκέφτομαι, καινούργιος χρόνος. Χρόνος… τι είναι ο χρόνος; Παράξενο αλήθεια μυστήριο.
- Μπα, χρόνος, είπε ο κύριος Ανοητίδης. Χρόνος είπες; Α, ναι, χρόνος. Ο χρόνος είναι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, χρήμα.
Και με τη φιλοσοφία του, που τα όριά της είχανε την ευρύτητα του μπεζαχτά του, συμπλήρωσε.
- Ναι, χρόνος, χρήμα. Χρησιμοποιείς το χρόνο και κάνεις χρήμα. Έχεις ύστερα χρήμα, έχεις και χρόνο, γιατί μπορείς να ζήσεις πολλά χρόνια.
Η κυρία Ανοητίδου χαμογέλασε για την απάντηση του συζύγου και η νεαρά κακογραφία των σταρ, η θυγάτηρ Ανοητίδου, που ήξερε μερικά σπασμένα αγγλικά, πριν τελειώσει ο πατέρας της είπε.
- Ναι, μπαμπά, the time is money.
Η μόνη που διαφώνησε ήταν η γιαγιά, γιατί έβλεπε ότι το χρήμα του γιόκα της δεν μπορούσε να ανακόψει την πορεία της στον τάφο.
Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα. Ντουκ-ντουκ-ντουκ. Όλοι κοιταχτήκανε. Δεν περιμένανε κανέναν. Ποιος ήταν που χτυπούσε; Και τόσο βαριά; Και τέτοια ώρα; Ο νεαρός Ανοητίδης είπε «εμπρός». Και η πόρτα άνοιξε σιγά-σιγά. Όλοι έντρομοι σηκωθήκανε από τις καρέκλες τους. Μα δεν μπόρεσαν και να μη γελάσουν. Τι αλλόκοτο πλάσμα ήταν αυτό που έβλεπαν!
- Καλησπέρα σας, κυρίες και κύριοι, επιτρέπεται;
- Πώς, πώς, περάστε, είπε η κυρία Ανοητίδου κρυφογελαστή.
Όλοι τον κοιτούσαν και δεν ήξεραν αν έπρεπε να γελάσουν ή να φοβηθούν. Και να μια σύντομη περιγραφή. Έμοιαζε σαν άνθρωπος, μα ήταν σκεπασμένος με χίλια δυο πράγματα. Σωστό παλιατζίδικο. Από τη μια μεριά κρεμόταν μια μεγάλη φιάλη οξυγόνου, από την άλλη κρεμόταν μια τράπουλα και μια μπάλα ποδοσφαίρου. Ένα μεγάλο ξυπνητήρι ήταν στο χέρι του. Στην μπουτουνιέρα του είχε μια μεγάλη κρεμμύδα και στο στήθος του ένα αλογοπέταλο, όπως φορούσανε στην κατοχή οι άνδρες της Γκεστάπο. Κι άλλα χίλια δυο πράγματα είχε πάνω του, που δεν τα θυμάμαι. Ακόμα και η μορφή του ήταν αλλόκοτη. Το ένα του μάτι έκλαιγε και έτρεχε το δάκρυ και το άλλο ήταν γλαρωμένο. Τα μισά του δόντια ήταν σάπια και τα άλλα μισά μόλις σκάγανε. Στο ένα του πόδι είχε φτερά και το άλλο ακουμπούσε σε πατερίτσα. Το ένα του χέρι ήταν πλαδαρό σαν άψητο ζυμάρι και το άλλο σαν ροζιάρικο ξύλο βελανιδιάς. Η οικογένεια Ανοητίδη κοίταξε τον παράξενο επισκέπτη, γεμάτη κατάπληξη, με τρόπο που ξέχασε η κυρία Ανοητίδου να πει στον ξένο να καθίσει.
- Με συγχωρείτε, αγαπητοί μου, είπε ο ξένος. Ήρθα σε ακατάλληλη ώρα και είμαι λιγάκι εκκεντρικά ντυμένος. Δεν θα αργήσω όμως. Θα φύγω. Αν δεν απατώμαι, η οικογένεια Ανοητίδου. Μάλιστα. Εγώ ονομάζομαι Χρόνος.
- Αλλό, αλλό, φώναξε ο νεαρός θαυμαστής της τζαζ. Πάνω στην ώρα.
- Με συγχωρείς νεαρέ μου. Τον διέκοψε. Δυο λογάκια θα σας πω και φεύγω. Περαστικός ήμουν και άκουσα το όνομά μου και την απορία σας και μπήκα μέσα. Εγώ πάντα γυρίζω. Ούτε στέκομαι ούτε κάθομαι.
- Καθίστε, καθίστε, είπε η κ. Ανοητίδου με όψιμη ευγένεια.
- Περιττό, είπε ο ξένος.
- Μα, πώς είστε έτσι; Πού τα βρήκατε όλα αυτά; Και γιατί τα κουβαλάτε;
- Επειδή ήξερα ότι πολλοί απόψε θα είχανε τις ίδιες με εσάς απορίες, φρόντισα και μάζεψα όλα αυτά τα πράγματα και μακιγιαρίστηκα ανάλογα, για να με νιώσετε.
- Ένα τσέρι δεν θα πάρετε; λέει ο κύριος Ανοητίδης.
- Όχι, σας ευχαριστώ πολύ, κύριε. Δεν πίνω. Και συνέχισε. Περνούσα λοιπόν και άκουσα τον νεαρό που ρωτούσε «τι είναι χρόνος». Άκουσα και τα ωραία σας κομπλιμέντα, κύριε Ανοητίδη, που με παρομοιάσετε με δεκαχίλιαρα – λαχανίδες της κατοχής. Σας ευχαριστώ. Μα πρώτα απ’ όλα να σας εξηγήσω αυτά που φέρνω πάνω μου και γιατί είμαι έτσι μακιγιαρισμένος. Περνούσα από ένα σπίτι. Μια γριά σιγοπέθαινε. (Στο άκουσμα του «σιγοπέθαινε» η γιαγιά κουνήθηκε από τη θέση της). – Να ζήσω, φώναζε η μελλοθάνατη. – Οξυγόνο, οξυγόνο, φώναζαν οι άλλοι. Και πήγαν και έφεραν έναν ασκό οξυγόνου. Μονάχα μια λίγα λεπτά ζωή. Βλέπετε πόσο ζηλευτός, ακριβός και αγαπητός είμαι. Γι’ αυτό σαν σημάδι κουβαλώ τον ασκό του οξυγόνου. Στο διπλανό σπίτι της ετοιμοθάνατης, μια φαμίλια – καλή ώρα σαν και σας – χασμουριότανε και κατέληξαν να με σκοτώσουν. Οπλιστήκανε, λες κι ήμουν εχθρός τους, μ’ αυτά τα τρομερά όπλα – κι έδειξε την τράπουλα – σπαθιά, κούπες, μπαστούνια, να με εξολοθρέψουν. Βλέπετε ότι είμαι και μισητός, άξιος ξυλοδαρμού. Μα έχετε και εσείς τέτοια όπλα, κύριε Ανοητίδη; Και έδειξε την τράπουλα.
- Μας συγχωρείτε, μας συγχωρείτε. Δεν ξέραμε πως…
- Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Αγαπητοί μου με σκότωσαν, αλλά δεν σκοτώνομαι. Όποιος με σκοτώσει, τον εαυτό του σκοτώνει. Τι έλεγα λοιπόν; Α, ναι, και αυτό το πέταλο δεν ξέρω αν είναι από άλογο ή γάιδαρο, μια κυρία το κρέμασε στην πόρτα της. Και το έβαλε για μένα, να με εξευμενίσει. Δίπλα μου έβαλε κι αυτή την κρεμμύδα. Για τι με πέρασε; Εγώ πέταλα δεν φορώ, ούτε κρεμμύδια τρώω. Αλήθεια, πόσο πλανεμένες ιδέες έχετε για μένα εσείς οι άνθρωποι και τι ανόητοι που είστε!
Ο κύριος Ανοητίδης ακούγοντας το όνομά του χαμογέλασε.
- Αυτό το ξυπνητήρι το πήρα απ’ το κρεβάτι ενός θαυμαστή μου. Όλη την ημέρα λέει: δεν έχω καιρό, δεν έχω καιρό. Πνίγομαι, οι μέρες φεύγουν. Τα χρόνια φεύγουν. Και όμως ο άνθρωπος αυτός με θέλει όχι για κάτι ωφέλιμο, μα για να βασανίζεται μαζεύοντας χρήματα και κάνοντας τα παιδιά του να εύχονται το γρήγορο θάνατό του. Για κοιτάξτε τα πόδια μου. Το ένα έχει φτερά. Να, για πολλούς φεύγω, τρέχω γρήγορα, πετάω. Ίσως και η γιαγιά να έχει την ίδια γνώμη.
- Ναι, ναι! ξέφυγε από τα τρία δόντια της γιαγιάς.
- Για άλλους πάλι είμαι ανάπηρος, σέρνομαι. Τέτοια γνώμη έχουν οι φυλακισμένοι. Για κοιτάξτε τα μάτια μου. Το ένα κλαίει. Έτσι λένε πως φέρνω το δάκρυ, τον πόνο, τη θλίψη. Μα είναι και μερικοί που με ατενίζουν γελαστοί και χαρούμενοι, ίσως να είναι λίγοι, μα είναι αρκετοί. Τα δόντια μου δείχνουν πως γι’ άλλους είμαι πολύ μικρός και γι’ άλλους πολύ μεγάλος. Γι’ αυτό λοιπόν ντύθηκα έτσι και μακιγιαρίστηκα. Για να με νιώσετε. Θα έφερνα και ένα φέρετρο στην πλάτη μου, μα για να μη σας τρομάξω το άφησα στην πόρτα. Ναι, φέρνω και το θάνατο.
Η γιαγιά ξανακουνήθηκε από τη θέση της κι έκανε και το σταυρό της.
- Τι δεν μου έχουν πει. Ποιητές. Φιλόσοφοι. Μεγάλοι και μικροί. Με είπανε οδοστρωτήρα. Όλα τα ισοπεδώνω. Με είπανε καταλύτη. Όλα τα γκρεμίζω. Με είπανε νεκροθάφτη. Και πριν από λίγο με είπατε χρήμα. Αλλά τέτοια τιμή δεν τη θέλω. Οι πρόγονοί σας, οι Αρχαίοι Έλληνες στη μυθολογία τους με ταυτίσανε με τον Κρόνο. – Κρόνος, χρόνος – που έτρωγε τα παιδιά του – Τι παρανόηση!
- Τι είσαι λοιπόν; Δεν βάσταξε πια και φώναξε ο νεαρός Ανοητίδης.
Σε μια στιγμή ο ξένος άφησε και έπεσαν από πάνω του όλα όσα κουβαλούσε. Πήρε το μαντήλι του και σκουπίστηκε κι έβγαλε το μακιγιάρισμα.
- Α, τι όμορφος που είσαι! Του είπανε όλοι.
- Αν με γνωρίσετε και αν με χρησιμοποιήσετε κατάλληλα, θα γίνω πιο γλυκός, πιο ποθητός. Είμαι δημιούργημα Κάποιου, που τα ονόματά μας έχουν ίδια αρχικά ψηφία.
- Χριστός, είπε κάποιος.
- Μάλιστα, είπε ο ξένος. Ο Θεός με δημιούργησε από πολύ παλιά, για να είμαι δικός σας υπηρέτης. Εσείς είστε λουλούδια, που για λίγο θα μείνετε κοντά μου, στην αγκαλιά μου, με σκοπό να ανοίξετε την καρδιά σας, όπως τα μπουμπούκια ανοίγουν στον ήλιο, και να γνωρίσετε και να αγαπήσετε τον Δημιουργό και Σωτήρα σας Χριστό.
- Ο χρόνος δηλαδή είναι για να διαλέξουμε τον Χριστό και να ζήσουμε κοντά Του;
- Ακριβώς αυτό. Και τότε η ζωή βρίσκει το νόημά της. Εγώ ο Χρόνος γίνομαι πολύτιμος, γιατί με χρησιμοποιείτε για τη δόξα του Θεού και για τη δική σας προκοπή και πρόοδο. Αλλά αν περιφρονήσετε τον Χριστό και θέλετε να ζήσετε μονάχα κοντά μου, τότε με γελοιοποιείτε. Γίνομαι τέρας για σας. Μου κρεμάτε κρεμμύδια και πέταλα, με λέτε οδοστρωτήρα και με σκοτώνετε με τράπουλες ή με καταδιώκετε με ασκούς οξυγόνου. Μόνο αντάμα με τον Χριστό με νιώθετε. Μόνο ο χριστιανός ξέρει τι είναι ο χρόνος.
Έτσι είπε ο ξένος και δάκρυσε και από τα δύο μάτια.
- Γιατί τώρα κλαις; Του είπε ο κ. Ανοητίδης με συμπάθεια.
- Κλαίω, γιατί ενώ εγώ έχω αποστολή να σας λέω αυτές τις αλήθειες, θα ’ρθει μια ώρα, όταν πια εσείς, εάν πιστέψετε στον Χριστό, θα μπείτε στην αιωνιότητα, ενώ εγώ δεν θα χρειάζομαι πια και θα καταργηθώ από τον Δημιουργό.
Και με δακρυσμένα τα μάτια ευχήθηκε στην οικογένεια Ανοητίδου τον καινούργιο χρόνο να γνωρίσουν τον Χριστό και αθόρυβα γλίστρησε στην πόρτα.
Γύρω από το μεγάλο τραπέζι στο κεντρικό σαλόνι του σπιτιού, μαζεμένα όλα τα μέλη, τελευταίοι απόγονοι της μεγάλης και ένδοξης οικογένειας «Ανοητίδου». Όλο το ρετιρέ της επί της οδού Πλουτάρχου πολυκατοικίας, που κρατούσε ο μεγαλέμπορας Ανοητίδης, αστραποβολούσε. Παραμονή Πρωτοχρονιάς, βλέπεις. Ο καινούργιος χρόνος να μας βρει φωτισμένους. Γύρω από το τραπέζι από τα δεξιά προς τα αριστερά ο κ. Ανοητίδης πατήρ, μεγαλέμπορας της Κεντρικής αγοράς, με το απαραίτητο για κάθε σοβαρό άνθρωπο προκοίλι, με το εξίσου χαριτωμένο προγουλάκι του και με ύφος ανθρώπου, που έφαγε τη ζωή με τη σέσουλα. Δίπλα του το έτερο ήμισυ, με πέρλες στον πληθωρικό λαιμό της, με υπερβολικό ντεκολτέ – μόδα 52 – , με νύχια που θα τα ζήλευε κάθε αρπακτικό πουλί, καμάρωνε. Παραδίπλα, η νεαρά θυγάτηρ Ανοητίδου, μια αραχνοΰφαντη ύπαρξη, ένα κοκτέιλ διαφόρων σταρ του Χόλιγουντ και με ύφος κουρασμένης από τις απολαύσεις της ζωής. Εν συνεχεία ο νεαρός βλαστός, καμάρι και ελπίδα της οικογένειας, με το τσιμπούκι στο στόμα φιλοσοφούσε. Ήταν πνευματικός άνθρωπος, θαυμαστής της τζαζ και της σάμπας. Είχε τάξει στον τρόπο της ζωής του να οινοπνευματοποιήσει τον ιδρώτα των άλλων, που μάζευε ο πατέρας του. Και τέλος η γιαγιά Ανοητίδου, με τα πρεσβυωπικά γυαλιά της, καμάρωνε τη φαμίλια.
Η οικογένεια είχε σουπάρει από νωρίς και κατά τη συνήθεια – καινούργια χρονιά βλέπεις – το ρίξανε στα χαρτιά. Το ποκεράκι είχε φουντώσει. Αφού και η γιαγιά είχε πάρει κοντά της την υπηρέτρια να της ξεχωρίζει τους βαλέδες από τις ντάμες, γιατί δεν την βοηθούσαν τα μάτια της. Σε λίγο έσβησε το παιχνίδι. Ήπιανε μερικά λικέρ, μα καθόλου κέφι. Τότε ο νεαρός βλαστός της οικογένειας ανάβοντας ξανά την πίπα του – έτσι έκανε σαν έπαιρνε μεγάλες αποφάσεις – γύρισε και στοχαστικά είπε στον πατέρα του.
- Καλέ πατέρα, σκέφτομαι, καινούργιος χρόνος. Χρόνος… τι είναι ο χρόνος; Παράξενο αλήθεια μυστήριο.
- Μπα, χρόνος, είπε ο κύριος Ανοητίδης. Χρόνος είπες; Α, ναι, χρόνος. Ο χρόνος είναι, όπως έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, χρήμα.
Και με τη φιλοσοφία του, που τα όριά της είχανε την ευρύτητα του μπεζαχτά του, συμπλήρωσε.
- Ναι, χρόνος, χρήμα. Χρησιμοποιείς το χρόνο και κάνεις χρήμα. Έχεις ύστερα χρήμα, έχεις και χρόνο, γιατί μπορείς να ζήσεις πολλά χρόνια.
Η κυρία Ανοητίδου χαμογέλασε για την απάντηση του συζύγου και η νεαρά κακογραφία των σταρ, η θυγάτηρ Ανοητίδου, που ήξερε μερικά σπασμένα αγγλικά, πριν τελειώσει ο πατέρας της είπε.
- Ναι, μπαμπά, the time is money.
Η μόνη που διαφώνησε ήταν η γιαγιά, γιατί έβλεπε ότι το χρήμα του γιόκα της δεν μπορούσε να ανακόψει την πορεία της στον τάφο.
Εκείνη την ώρα χτύπησε η πόρτα. Ντουκ-ντουκ-ντουκ. Όλοι κοιταχτήκανε. Δεν περιμένανε κανέναν. Ποιος ήταν που χτυπούσε; Και τόσο βαριά; Και τέτοια ώρα; Ο νεαρός Ανοητίδης είπε «εμπρός». Και η πόρτα άνοιξε σιγά-σιγά. Όλοι έντρομοι σηκωθήκανε από τις καρέκλες τους. Μα δεν μπόρεσαν και να μη γελάσουν. Τι αλλόκοτο πλάσμα ήταν αυτό που έβλεπαν!
- Καλησπέρα σας, κυρίες και κύριοι, επιτρέπεται;
- Πώς, πώς, περάστε, είπε η κυρία Ανοητίδου κρυφογελαστή.
Όλοι τον κοιτούσαν και δεν ήξεραν αν έπρεπε να γελάσουν ή να φοβηθούν. Και να μια σύντομη περιγραφή. Έμοιαζε σαν άνθρωπος, μα ήταν σκεπασμένος με χίλια δυο πράγματα. Σωστό παλιατζίδικο. Από τη μια μεριά κρεμόταν μια μεγάλη φιάλη οξυγόνου, από την άλλη κρεμόταν μια τράπουλα και μια μπάλα ποδοσφαίρου. Ένα μεγάλο ξυπνητήρι ήταν στο χέρι του. Στην μπουτουνιέρα του είχε μια μεγάλη κρεμμύδα και στο στήθος του ένα αλογοπέταλο, όπως φορούσανε στην κατοχή οι άνδρες της Γκεστάπο. Κι άλλα χίλια δυο πράγματα είχε πάνω του, που δεν τα θυμάμαι. Ακόμα και η μορφή του ήταν αλλόκοτη. Το ένα του μάτι έκλαιγε και έτρεχε το δάκρυ και το άλλο ήταν γλαρωμένο. Τα μισά του δόντια ήταν σάπια και τα άλλα μισά μόλις σκάγανε. Στο ένα του πόδι είχε φτερά και το άλλο ακουμπούσε σε πατερίτσα. Το ένα του χέρι ήταν πλαδαρό σαν άψητο ζυμάρι και το άλλο σαν ροζιάρικο ξύλο βελανιδιάς. Η οικογένεια Ανοητίδη κοίταξε τον παράξενο επισκέπτη, γεμάτη κατάπληξη, με τρόπο που ξέχασε η κυρία Ανοητίδου να πει στον ξένο να καθίσει.
- Με συγχωρείτε, αγαπητοί μου, είπε ο ξένος. Ήρθα σε ακατάλληλη ώρα και είμαι λιγάκι εκκεντρικά ντυμένος. Δεν θα αργήσω όμως. Θα φύγω. Αν δεν απατώμαι, η οικογένεια Ανοητίδου. Μάλιστα. Εγώ ονομάζομαι Χρόνος.
- Αλλό, αλλό, φώναξε ο νεαρός θαυμαστής της τζαζ. Πάνω στην ώρα.
- Με συγχωρείς νεαρέ μου. Τον διέκοψε. Δυο λογάκια θα σας πω και φεύγω. Περαστικός ήμουν και άκουσα το όνομά μου και την απορία σας και μπήκα μέσα. Εγώ πάντα γυρίζω. Ούτε στέκομαι ούτε κάθομαι.
- Καθίστε, καθίστε, είπε η κ. Ανοητίδου με όψιμη ευγένεια.
- Περιττό, είπε ο ξένος.
- Μα, πώς είστε έτσι; Πού τα βρήκατε όλα αυτά; Και γιατί τα κουβαλάτε;
- Επειδή ήξερα ότι πολλοί απόψε θα είχανε τις ίδιες με εσάς απορίες, φρόντισα και μάζεψα όλα αυτά τα πράγματα και μακιγιαρίστηκα ανάλογα, για να με νιώσετε.
- Ένα τσέρι δεν θα πάρετε; λέει ο κύριος Ανοητίδης.
- Όχι, σας ευχαριστώ πολύ, κύριε. Δεν πίνω. Και συνέχισε. Περνούσα λοιπόν και άκουσα τον νεαρό που ρωτούσε «τι είναι χρόνος». Άκουσα και τα ωραία σας κομπλιμέντα, κύριε Ανοητίδη, που με παρομοιάσετε με δεκαχίλιαρα – λαχανίδες της κατοχής. Σας ευχαριστώ. Μα πρώτα απ’ όλα να σας εξηγήσω αυτά που φέρνω πάνω μου και γιατί είμαι έτσι μακιγιαρισμένος. Περνούσα από ένα σπίτι. Μια γριά σιγοπέθαινε. (Στο άκουσμα του «σιγοπέθαινε» η γιαγιά κουνήθηκε από τη θέση της). – Να ζήσω, φώναζε η μελλοθάνατη. – Οξυγόνο, οξυγόνο, φώναζαν οι άλλοι. Και πήγαν και έφεραν έναν ασκό οξυγόνου. Μονάχα μια λίγα λεπτά ζωή. Βλέπετε πόσο ζηλευτός, ακριβός και αγαπητός είμαι. Γι’ αυτό σαν σημάδι κουβαλώ τον ασκό του οξυγόνου. Στο διπλανό σπίτι της ετοιμοθάνατης, μια φαμίλια – καλή ώρα σαν και σας – χασμουριότανε και κατέληξαν να με σκοτώσουν. Οπλιστήκανε, λες κι ήμουν εχθρός τους, μ’ αυτά τα τρομερά όπλα – κι έδειξε την τράπουλα – σπαθιά, κούπες, μπαστούνια, να με εξολοθρέψουν. Βλέπετε ότι είμαι και μισητός, άξιος ξυλοδαρμού. Μα έχετε και εσείς τέτοια όπλα, κύριε Ανοητίδη; Και έδειξε την τράπουλα.
- Μας συγχωρείτε, μας συγχωρείτε. Δεν ξέραμε πως…
- Δεν πειράζει, δεν πειράζει. Αγαπητοί μου με σκότωσαν, αλλά δεν σκοτώνομαι. Όποιος με σκοτώσει, τον εαυτό του σκοτώνει. Τι έλεγα λοιπόν; Α, ναι, και αυτό το πέταλο δεν ξέρω αν είναι από άλογο ή γάιδαρο, μια κυρία το κρέμασε στην πόρτα της. Και το έβαλε για μένα, να με εξευμενίσει. Δίπλα μου έβαλε κι αυτή την κρεμμύδα. Για τι με πέρασε; Εγώ πέταλα δεν φορώ, ούτε κρεμμύδια τρώω. Αλήθεια, πόσο πλανεμένες ιδέες έχετε για μένα εσείς οι άνθρωποι και τι ανόητοι που είστε!
Ο κύριος Ανοητίδης ακούγοντας το όνομά του χαμογέλασε.
- Αυτό το ξυπνητήρι το πήρα απ’ το κρεβάτι ενός θαυμαστή μου. Όλη την ημέρα λέει: δεν έχω καιρό, δεν έχω καιρό. Πνίγομαι, οι μέρες φεύγουν. Τα χρόνια φεύγουν. Και όμως ο άνθρωπος αυτός με θέλει όχι για κάτι ωφέλιμο, μα για να βασανίζεται μαζεύοντας χρήματα και κάνοντας τα παιδιά του να εύχονται το γρήγορο θάνατό του. Για κοιτάξτε τα πόδια μου. Το ένα έχει φτερά. Να, για πολλούς φεύγω, τρέχω γρήγορα, πετάω. Ίσως και η γιαγιά να έχει την ίδια γνώμη.
- Ναι, ναι! ξέφυγε από τα τρία δόντια της γιαγιάς.
- Για άλλους πάλι είμαι ανάπηρος, σέρνομαι. Τέτοια γνώμη έχουν οι φυλακισμένοι. Για κοιτάξτε τα μάτια μου. Το ένα κλαίει. Έτσι λένε πως φέρνω το δάκρυ, τον πόνο, τη θλίψη. Μα είναι και μερικοί που με ατενίζουν γελαστοί και χαρούμενοι, ίσως να είναι λίγοι, μα είναι αρκετοί. Τα δόντια μου δείχνουν πως γι’ άλλους είμαι πολύ μικρός και γι’ άλλους πολύ μεγάλος. Γι’ αυτό λοιπόν ντύθηκα έτσι και μακιγιαρίστηκα. Για να με νιώσετε. Θα έφερνα και ένα φέρετρο στην πλάτη μου, μα για να μη σας τρομάξω το άφησα στην πόρτα. Ναι, φέρνω και το θάνατο.
Η γιαγιά ξανακουνήθηκε από τη θέση της κι έκανε και το σταυρό της.
- Τι δεν μου έχουν πει. Ποιητές. Φιλόσοφοι. Μεγάλοι και μικροί. Με είπανε οδοστρωτήρα. Όλα τα ισοπεδώνω. Με είπανε καταλύτη. Όλα τα γκρεμίζω. Με είπανε νεκροθάφτη. Και πριν από λίγο με είπατε χρήμα. Αλλά τέτοια τιμή δεν τη θέλω. Οι πρόγονοί σας, οι Αρχαίοι Έλληνες στη μυθολογία τους με ταυτίσανε με τον Κρόνο. – Κρόνος, χρόνος – που έτρωγε τα παιδιά του – Τι παρανόηση!
- Τι είσαι λοιπόν; Δεν βάσταξε πια και φώναξε ο νεαρός Ανοητίδης.
Σε μια στιγμή ο ξένος άφησε και έπεσαν από πάνω του όλα όσα κουβαλούσε. Πήρε το μαντήλι του και σκουπίστηκε κι έβγαλε το μακιγιάρισμα.
- Α, τι όμορφος που είσαι! Του είπανε όλοι.
- Αν με γνωρίσετε και αν με χρησιμοποιήσετε κατάλληλα, θα γίνω πιο γλυκός, πιο ποθητός. Είμαι δημιούργημα Κάποιου, που τα ονόματά μας έχουν ίδια αρχικά ψηφία.
- Χριστός, είπε κάποιος.
- Μάλιστα, είπε ο ξένος. Ο Θεός με δημιούργησε από πολύ παλιά, για να είμαι δικός σας υπηρέτης. Εσείς είστε λουλούδια, που για λίγο θα μείνετε κοντά μου, στην αγκαλιά μου, με σκοπό να ανοίξετε την καρδιά σας, όπως τα μπουμπούκια ανοίγουν στον ήλιο, και να γνωρίσετε και να αγαπήσετε τον Δημιουργό και Σωτήρα σας Χριστό.
- Ο χρόνος δηλαδή είναι για να διαλέξουμε τον Χριστό και να ζήσουμε κοντά Του;
- Ακριβώς αυτό. Και τότε η ζωή βρίσκει το νόημά της. Εγώ ο Χρόνος γίνομαι πολύτιμος, γιατί με χρησιμοποιείτε για τη δόξα του Θεού και για τη δική σας προκοπή και πρόοδο. Αλλά αν περιφρονήσετε τον Χριστό και θέλετε να ζήσετε μονάχα κοντά μου, τότε με γελοιοποιείτε. Γίνομαι τέρας για σας. Μου κρεμάτε κρεμμύδια και πέταλα, με λέτε οδοστρωτήρα και με σκοτώνετε με τράπουλες ή με καταδιώκετε με ασκούς οξυγόνου. Μόνο αντάμα με τον Χριστό με νιώθετε. Μόνο ο χριστιανός ξέρει τι είναι ο χρόνος.
Έτσι είπε ο ξένος και δάκρυσε και από τα δύο μάτια.
- Γιατί τώρα κλαις; Του είπε ο κ. Ανοητίδης με συμπάθεια.
- Κλαίω, γιατί ενώ εγώ έχω αποστολή να σας λέω αυτές τις αλήθειες, θα ’ρθει μια ώρα, όταν πια εσείς, εάν πιστέψετε στον Χριστό, θα μπείτε στην αιωνιότητα, ενώ εγώ δεν θα χρειάζομαι πια και θα καταργηθώ από τον Δημιουργό.
Και με δακρυσμένα τα μάτια ευχήθηκε στην οικογένεια Ανοητίδου τον καινούργιο χρόνο να γνωρίσουν τον Χριστό και αθόρυβα γλίστρησε στην πόρτα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ ΣΑΒΒΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΖΕΙΚΑ ΤΩΝ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ.
Ό μοναχός Σάββας κατήγετο από το χωριό Μαζέϊκα των Καλαβρύτων. 'Εκάρη μοναχός στο Κελί Άγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε του παρακειμένου μονυδρίου του Ραβδούχου, σήμερα της Μονής Παντοκράτορος.
Ένα διάστημα κοινοβίασε ό μοναχός Σάββας στη Μονή Έσφιγμένου και είχε το διακόνημα του τυπικάρη. Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη του ευλάβεια, την αντοχή ατούς σωματικούς κόπους και την υπομονή του.' Εκείνο πού τον ξεχώριζε πολύ, ήταν ή μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κάθε μέρα διάβαζε κι από ένα βιβλίο της. Άρα ό πατήρ Σάββας κάθε μήνα μελετούσε μια φορά, ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Πολλές φορές, καθ' όν χρόνο είχε την Καινή Διαθήκη και τη διάβαζε, έβγαινε πολλή ευωδία μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Ό Ίδιος ό Κύριος του χάιδευε τις αισθήσεις, του χάριζε ειρήνη, του δώριζε αγιασμό και χαρίσματα πολλά. Κι εμείς δεν θέλουμε και βαριόμαστε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο την ήμερα... Ντροπή μας! Με συγχωρείτε, αλλά ντροπή !!!
Όταν προείδε τον θάνατο του, επέστρεψε στη μετάνοια του. Οι παραδελφοί του και ό Γέροντας του τον υποδέχθηκαν με πολλή χαρά, γιατί ποτέ δεν τους είχε στενοχωρήσει, παρά μόνο βέβαια όταν έφυγε για να ζήση ως ασκητής και ερημίτης.
Περιμένοντας τούς Αγγέλους, τούς Αγίους και την' Υπεραγία Θεοτόκο να τον πάρουν μαζί τους στον ουρανό, παρεκάλεσε τούς αδελφούς όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα ένας-ένας να του διαβάζουν Καινή Διαθήκη και Ψαλτήρι, μέχρι να «κοιμηθή». Τόση ήταν ή αγάπη του για τις Άγιες Γραφές, για τις επιστολές του ουρανού προς τον άνθρωπο! Άραγε, ό καθένας από μας, τί αγαπά περισσότερο;
Λέγει ό Κύριος κάπου: «Όπου γάρ εστίν ό θησαυρός υμών, εκεί εσταί και ή καρδιά υμών». Που είναι ό θησαυρός σου, άνθρωπε μου; Εκεί είναι και ή καρδιά σου. Του πατρός Σάββα ό θησαυρός ήταν στον λόγο του Θεού.
Μετά τρία έτη από τον όσιακό θάνατο του έγινε ή εκταφή του και ή κάρα του ευωδίαζε. Διαδόθηκε βέβαια το γεγονός και πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν.
Ένας δόκιμος μοναχός της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες, για να καυχηθούν ότι είχαν έναν άγιο μεταξύ τους, ρίχνουν άρωμα στην κάρα του. Την πήρε λοιπόν κρυφά και την έριξε στη στέρνα της Μονής βυθίζοντας την με κάποιο βάρος.
Οι Γεροντάδες έχασαν την κάρα, δεν ήξεραν ποιος την πήρε και τί έγινε.
Άνω-κάτω το μοναστήρι..., τίποτα, δεν βρέθηκε. Άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάποιος από τούς μοναχούς πού ήρθε για προσκύνηση, την πήρε και έφυγε. Στενοχωρήθηκαν οι καημένοι και έκαναν συνέχεια Παρακλήσεις.. .
Μετά από δώδεκα ήμερες έβγαλε ό δόκιμος την κάρα από την στέρνα και τον έπνιξε περισσότερο ή ευωδία! Τρόμαξε, λοιπόν, πίστεψε ότι πράγματι πρόκειται περί αγίου μοναχού και ομολογώντας την πράξη του, ζήτησε έλεος και συγγνώμη.
Μέχρι σήμερα αυτή τη φήμη έχει ό πατήρ Σάββας: ότι υπήρξε ένας άγιος μοναχός, ένας όσιος, πού αγαπούσε την μελέτη της Αγίας Γραφής μέχρι και της τελευταίας του πνοής. Ή δε κάρα του εξακολουθεί και σήμερα να ευωδιάζει!
ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΑΤΗΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ό μοναχός Σάββας κατήγετο από το χωριό Μαζέϊκα των Καλαβρύτων. 'Εκάρη μοναχός στο Κελί Άγιος Νικόλαος, εξάρτημα άλλοτε του παρακειμένου μονυδρίου του Ραβδούχου, σήμερα της Μονής Παντοκράτορος.
Ένα διάστημα κοινοβίασε ό μοναχός Σάββας στη Μονή Έσφιγμένου και είχε το διακόνημα του τυπικάρη. Διακρινόταν για το φιλακόλουθο, τη μεγάλη του ευλάβεια, την αντοχή ατούς σωματικούς κόπους και την υπομονή του.' Εκείνο πού τον ξεχώριζε πολύ, ήταν ή μελέτη της Καινής Διαθήκης. Κάθε μέρα διάβαζε κι από ένα βιβλίο της. Άρα ό πατήρ Σάββας κάθε μήνα μελετούσε μια φορά, ολόκληρη την Καινή Διαθήκη.
Πολλές φορές, καθ' όν χρόνο είχε την Καινή Διαθήκη και τη διάβαζε, έβγαινε πολλή ευωδία μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Ό Ίδιος ό Κύριος του χάιδευε τις αισθήσεις, του χάριζε ειρήνη, του δώριζε αγιασμό και χαρίσματα πολλά. Κι εμείς δεν θέλουμε και βαριόμαστε να διαβάσουμε ένα κεφάλαιο την ήμερα... Ντροπή μας! Με συγχωρείτε, αλλά ντροπή !!!
Όταν προείδε τον θάνατο του, επέστρεψε στη μετάνοια του. Οι παραδελφοί του και ό Γέροντας του τον υποδέχθηκαν με πολλή χαρά, γιατί ποτέ δεν τους είχε στενοχωρήσει, παρά μόνο βέβαια όταν έφυγε για να ζήση ως ασκητής και ερημίτης.
Περιμένοντας τούς Αγγέλους, τούς Αγίους και την' Υπεραγία Θεοτόκο να τον πάρουν μαζί τους στον ουρανό, παρεκάλεσε τούς αδελφούς όλη την ημέρα και όλη τη νύχτα ένας-ένας να του διαβάζουν Καινή Διαθήκη και Ψαλτήρι, μέχρι να «κοιμηθή». Τόση ήταν ή αγάπη του για τις Άγιες Γραφές, για τις επιστολές του ουρανού προς τον άνθρωπο! Άραγε, ό καθένας από μας, τί αγαπά περισσότερο;
Λέγει ό Κύριος κάπου: «Όπου γάρ εστίν ό θησαυρός υμών, εκεί εσταί και ή καρδιά υμών». Που είναι ό θησαυρός σου, άνθρωπε μου; Εκεί είναι και ή καρδιά σου. Του πατρός Σάββα ό θησαυρός ήταν στον λόγο του Θεού.
Μετά τρία έτη από τον όσιακό θάνατο του έγινε ή εκταφή του και ή κάρα του ευωδίαζε. Διαδόθηκε βέβαια το γεγονός και πήγαιναν πολλοί να την προσκυνήσουν.
Ένας δόκιμος μοναχός της συνοδείας νόμισε ότι οι Γεροντάδες, για να καυχηθούν ότι είχαν έναν άγιο μεταξύ τους, ρίχνουν άρωμα στην κάρα του. Την πήρε λοιπόν κρυφά και την έριξε στη στέρνα της Μονής βυθίζοντας την με κάποιο βάρος.
Οι Γεροντάδες έχασαν την κάρα, δεν ήξεραν ποιος την πήρε και τί έγινε.
Άνω-κάτω το μοναστήρι..., τίποτα, δεν βρέθηκε. Άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάποιος από τούς μοναχούς πού ήρθε για προσκύνηση, την πήρε και έφυγε. Στενοχωρήθηκαν οι καημένοι και έκαναν συνέχεια Παρακλήσεις.. .
Μετά από δώδεκα ήμερες έβγαλε ό δόκιμος την κάρα από την στέρνα και τον έπνιξε περισσότερο ή ευωδία! Τρόμαξε, λοιπόν, πίστεψε ότι πράγματι πρόκειται περί αγίου μοναχού και ομολογώντας την πράξη του, ζήτησε έλεος και συγγνώμη.
Μέχρι σήμερα αυτή τη φήμη έχει ό πατήρ Σάββας: ότι υπήρξε ένας άγιος μοναχός, ένας όσιος, πού αγαπούσε την μελέτη της Αγίας Γραφής μέχρι και της τελευταίας του πνοής. Ή δε κάρα του εξακολουθεί και σήμερα να ευωδιάζει!
ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΑΤΗΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο Θεός μεγαλύτερος όλων....(διδακτική ιστορία)
Ρώτησε ένας άνθρωπος με το "πνεύμα του κόσμου" ένα νεαρό παλικάρι:
- Καλά, βρε παιδί μου!
Συ το πιστεύεις, ότι με τη θεία Κοινωνία έρχεται μέσα σου ο Χριστός;
Σε πόσους πια...Αφού είναι ένας!
Ο νεαρός έμεινε για λίγο συλλογισμένος.
Και μετά τον ρώτησε:
- Εδώ μένεις;
- Ναι!
- Πόσα παράθυρα έχει η πόλη μας;
- Δεν τα μέτρησα.
Αλλά πολλά.
Εκατοντάδες χιλιάδες.
Εκατομμύρια!
- Από τα παράθυρα αυτά, δεν μπαίνει στα σπίτια μας ο ήλιος;
- Ναι, βέβαια!
- Μα πόσους ήλιους έχουμε;
- Ένα. Μόνον ένα!...
Τον ρώτησε το έξυπνο παλικάρι:
- Και πώς γίνεται και ο ένας ήλιος μπαίνει σε τόσες χιλιάδες σπίτια, από τόσα παράθυρα;
Κάτι πήγε να ψελλίσει.
Αλλά ο νεαρός πρόσθεσε:
- Κοίταξε.
Το λάθος είναι δικό σου.
Ο Θεός είναι πολύ πιο μεγάλος από τον ήλιο.
Και πιο σοφός.
Και πιο δυνατός.
Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.
Και δεν είναι καθόλου λογικό και σωστό κάτι που το θεωρείς τόσο φυσικό για τον ήλιο, να το βρίσκεις αδύνατο και απαράδεκτο για το Θεό.
Ο Θεός είναι ασύγκριτα πιο μεγάλος από τον ήλιο.
Ρώτησε ένας άνθρωπος με το "πνεύμα του κόσμου" ένα νεαρό παλικάρι:
- Καλά, βρε παιδί μου!
Συ το πιστεύεις, ότι με τη θεία Κοινωνία έρχεται μέσα σου ο Χριστός;
Σε πόσους πια...Αφού είναι ένας!
Ο νεαρός έμεινε για λίγο συλλογισμένος.
Και μετά τον ρώτησε:
- Εδώ μένεις;
- Ναι!
- Πόσα παράθυρα έχει η πόλη μας;
- Δεν τα μέτρησα.
Αλλά πολλά.
Εκατοντάδες χιλιάδες.
Εκατομμύρια!
- Από τα παράθυρα αυτά, δεν μπαίνει στα σπίτια μας ο ήλιος;
- Ναι, βέβαια!
- Μα πόσους ήλιους έχουμε;
- Ένα. Μόνον ένα!...
Τον ρώτησε το έξυπνο παλικάρι:
- Και πώς γίνεται και ο ένας ήλιος μπαίνει σε τόσες χιλιάδες σπίτια, από τόσα παράθυρα;
Κάτι πήγε να ψελλίσει.
Αλλά ο νεαρός πρόσθεσε:
- Κοίταξε.
Το λάθος είναι δικό σου.
Ο Θεός είναι πολύ πιο μεγάλος από τον ήλιο.
Και πιο σοφός.
Και πιο δυνατός.
Μπορεί να κάνει ό,τι θέλει.
Και δεν είναι καθόλου λογικό και σωστό κάτι που το θεωρείς τόσο φυσικό για τον ήλιο, να το βρίσκεις αδύνατο και απαράδεκτο για το Θεό.
Ο Θεός είναι ασύγκριτα πιο μεγάλος από τον ήλιο.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΧΩΡΙΚΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΑΡΛΙΚΟΒΑ.
Υπήρχε ένας χωρικός, γύρω στα 1930, πού ήταν και ψάλτης στο χωριό Καρλίκοβα. Αυτός λοιπόν πήγαινε κάθε πρωί στην Εκκλησία και το βράδυ στον Εσπερινό, μαζί με τον παπά. Άφηνε όποια δουλειά είχε είτε στα χωράφια είτε άλλου και πήγαινε. Φιλόξενος, ελεήμων και συμπονετικός. Όποιος χωρικός αρρώσταινε, πήγαινε αυτός να οργώσει το χωράφι του, να σπείρει, να θερίσει, να του μαζέψει ξύλα. Το όνομα του ήταν Νικόλας.
Αυτός λοιπόν, ένα βράδυ, όπως έκανε προσευχή, βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν τα ουράνια, να κατεβαίνουν Άγγελοι και να του βάζουν ένα στεφάνι στο κεφάλι! Βέβαια ό άνθρωπος είχε γαλήνη, ειρήνη, χαρά, ευτυχία μέσα του... αλλά είχε και απορία: τι να ήταν αυτό;
-Τέλος πάντων, ας το ξεχάσω, είπε. Ας πω ότι ήταν όνειρο.
Την άλλη νύχτα πάλι το ίδιο "όνειρο". Τρέχει λοιπόν την άλλη ήμερα στον παπά.
-Παπά-Μιχάλη, του λέει, το και το.
-Τίνα σου πω; είπε ό παπά-Μιχάλης. Ίσως είναι του Θεού, ίσως είναι και του διαβόλου. Πρόσεξε, γιατί αυτός μπορεί να σε κοροϊδέψει, να σε ρεζιλέψει και να σε κάνη "ρεντίκουλο" στον κόσμο. Ξέχασε το καλύτερα. Πήγαινε σπίτι σου και ασχολήσου με τίποτα άλλο.
Είπε μέσα του όμως ό παπάς: «Μήπως και από το πολύ το ψάλσιμο και το πολύ το διάβασμα, πού κάνει ό μπάρμπα-Νικόλας, του σάλεψε το μυαλό;»
Δεν πέρασαν μερικές ήμερες, αρρωσταίνει ό Νικόλας και το πρώτο πράγμα πού ζήτησε ήταν να εξομολογηθεί στον παπά-Μιχάλη και να κοινωνήσει των άχραντων Μυστηρίων.
Μέχρι δε την τελευταία του στιγμή έδινε τις καλές του χριστιανικές και πατρικές συμβουλές, πού ήταν γεμάτες από αγάπη και θεία ευλογία.
Όταν πέθανε, όλο το χωριό βρέθηκε στην κηδεία του, γιατί ήξεραν την καλοσύνη του και γιατί πληροφορήθηκαν τις κρυφές του ελεημοσύνες και σχεδόν όλες τις κρυφές του εργασίες, και τον έθαψαν με πολλή συγκίνηση, μακαρίζοντας την άγια του ζωή, παρά τις επιφυλάξεις του παπά-Μιχάλη.
Ύστερα από δύο χρόνια πέθανε ό πατέρας του παπά-Μιχάλη. Ό ιερεύς με δύο συγγενείς μετέβησαν στο νεκροταφείο του χωριού και άρχισαν να σκάβουν ένα λάκκο δίπλα από τον τάφο του μπάρμπα-Νικόλα. Όσο έσκαβαν και κατέβαιναν προς τα κάτω, από το πλάι και από την μεριά του τάφου του μπάρμπα-Νικόλα, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη ευωδία, πολύ γλυκεία! Σαν να υπήρχαν χιλιάδες λουλούδια με έντονη μυρωδιά. Μυρίπνοα, ουράνια άνθη. Τόση άρρητη ευωδία έβγαινε από κει μέσα!
Συγκλονίσθηκε ό παπά-Μιχάλης και είπε φωναχτά:
-Τον αδίκησα τον άνθρωπο. Αυτός πράγματι ήταν άγιος!...σάν τούς Αγίους πού προσκυνάμε στην Εκκλησία. Και φεύγοντας για το σπίτι του το διέδωσε παντού.
Άρχισαν αμέσως να καταφθάνουν οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, οι περισσότεροι όμως από περιέργεια, για να δουν τί το παράξενο συμβαίνει.
Όταν όμως έφθαναν στον τάφο, θαύμαζαν έκπληκτοι την πρωτοφανή ευωδία πού έξήρχετο τόσο άφθονη από τον τάφο του μπάρμπα-Νικόλα και δεν χόρταιναν νάτην απολαμβάνουν, δοξάζοντας τον Θεό «του διδόναι τοιαύτα τοις ανθρώποις».
ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΑΤΗΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Υπήρχε ένας χωρικός, γύρω στα 1930, πού ήταν και ψάλτης στο χωριό Καρλίκοβα. Αυτός λοιπόν πήγαινε κάθε πρωί στην Εκκλησία και το βράδυ στον Εσπερινό, μαζί με τον παπά. Άφηνε όποια δουλειά είχε είτε στα χωράφια είτε άλλου και πήγαινε. Φιλόξενος, ελεήμων και συμπονετικός. Όποιος χωρικός αρρώσταινε, πήγαινε αυτός να οργώσει το χωράφι του, να σπείρει, να θερίσει, να του μαζέψει ξύλα. Το όνομα του ήταν Νικόλας.
Αυτός λοιπόν, ένα βράδυ, όπως έκανε προσευχή, βλέπει ξαφνικά να ανοίγουν τα ουράνια, να κατεβαίνουν Άγγελοι και να του βάζουν ένα στεφάνι στο κεφάλι! Βέβαια ό άνθρωπος είχε γαλήνη, ειρήνη, χαρά, ευτυχία μέσα του... αλλά είχε και απορία: τι να ήταν αυτό;
-Τέλος πάντων, ας το ξεχάσω, είπε. Ας πω ότι ήταν όνειρο.
Την άλλη νύχτα πάλι το ίδιο "όνειρο". Τρέχει λοιπόν την άλλη ήμερα στον παπά.
-Παπά-Μιχάλη, του λέει, το και το.
-Τίνα σου πω; είπε ό παπά-Μιχάλης. Ίσως είναι του Θεού, ίσως είναι και του διαβόλου. Πρόσεξε, γιατί αυτός μπορεί να σε κοροϊδέψει, να σε ρεζιλέψει και να σε κάνη "ρεντίκουλο" στον κόσμο. Ξέχασε το καλύτερα. Πήγαινε σπίτι σου και ασχολήσου με τίποτα άλλο.
Είπε μέσα του όμως ό παπάς: «Μήπως και από το πολύ το ψάλσιμο και το πολύ το διάβασμα, πού κάνει ό μπάρμπα-Νικόλας, του σάλεψε το μυαλό;»
Δεν πέρασαν μερικές ήμερες, αρρωσταίνει ό Νικόλας και το πρώτο πράγμα πού ζήτησε ήταν να εξομολογηθεί στον παπά-Μιχάλη και να κοινωνήσει των άχραντων Μυστηρίων.
Μέχρι δε την τελευταία του στιγμή έδινε τις καλές του χριστιανικές και πατρικές συμβουλές, πού ήταν γεμάτες από αγάπη και θεία ευλογία.
Όταν πέθανε, όλο το χωριό βρέθηκε στην κηδεία του, γιατί ήξεραν την καλοσύνη του και γιατί πληροφορήθηκαν τις κρυφές του ελεημοσύνες και σχεδόν όλες τις κρυφές του εργασίες, και τον έθαψαν με πολλή συγκίνηση, μακαρίζοντας την άγια του ζωή, παρά τις επιφυλάξεις του παπά-Μιχάλη.
Ύστερα από δύο χρόνια πέθανε ό πατέρας του παπά-Μιχάλη. Ό ιερεύς με δύο συγγενείς μετέβησαν στο νεκροταφείο του χωριού και άρχισαν να σκάβουν ένα λάκκο δίπλα από τον τάφο του μπάρμπα-Νικόλα. Όσο έσκαβαν και κατέβαιναν προς τα κάτω, από το πλάι και από την μεριά του τάφου του μπάρμπα-Νικόλα, άρχισε να βγαίνει μια παράξενη ευωδία, πολύ γλυκεία! Σαν να υπήρχαν χιλιάδες λουλούδια με έντονη μυρωδιά. Μυρίπνοα, ουράνια άνθη. Τόση άρρητη ευωδία έβγαινε από κει μέσα!
Συγκλονίσθηκε ό παπά-Μιχάλης και είπε φωναχτά:
-Τον αδίκησα τον άνθρωπο. Αυτός πράγματι ήταν άγιος!...σάν τούς Αγίους πού προσκυνάμε στην Εκκλησία. Και φεύγοντας για το σπίτι του το διέδωσε παντού.
Άρχισαν αμέσως να καταφθάνουν οι χωρικοί, άνδρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι, οι περισσότεροι όμως από περιέργεια, για να δουν τί το παράξενο συμβαίνει.
Όταν όμως έφθαναν στον τάφο, θαύμαζαν έκπληκτοι την πρωτοφανή ευωδία πού έξήρχετο τόσο άφθονη από τον τάφο του μπάρμπα-Νικόλα και δεν χόρταιναν νάτην απολαμβάνουν, δοξάζοντας τον Θεό «του διδόναι τοιαύτα τοις ανθρώποις».
ΒΙΒΛΙΟΓ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ.
ΠΑΤΗΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Το σακί με τις πατάτες-Μία διδακτική ιστορία για την συγχώρηση
Οταν ακόμα πήγαινα στο σχολείο, ως μαθητής, είχα έναν υπέροχο δάσκαλο. Μια μέρα είχαμε κουβεντιάσει για το πόσο απαραίτητο είναι να μην κρατάμε θυμό μέσα μας αλλά να κοιτάμε πως θα απαλλαγούμε από αυτόν, μας έβαλε να το δούμε αυτό πρακτικά.
- Αύριο, μας είχε πει, να φέρετε όλοι στο σχολείο μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες.
Τον κοιτάξαμε έκπληκτοι αλλά είχαμε μάθει πως δεν αστειεύεται με κάτι τέτοια. Έτσι την άλλη μέρα είχε ο καθένας μας ο,τι μας είχε ζητήσει.
Τότε εκείνος λέει:
- Κάθε φορά που αποφασίζετε να μην συγχωρέστε κάποιον, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που μερικές σακούλες ήταν αρκετά βαριές.
Μας είπε επίσης αυτή την σακούλα να την κουβαλάμε μαζί μας, όπου κι αν πηγαίνουμε. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο σχολείο, στα ψώνια παντού. Καταλαβαίνεις γιατί έτσι;
Μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να μας δείξει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το βάρος που κουβαλάμε. Να έχουμε επίγνωση κάθε στιγμή. Να το έχουμε μαζί μας ακόμα και στα μέρη που είναι κάπως… καθως πρέπει. Για φαντάσου τώρα να έχεις μια σακούλα με πατάτες στην disco.
Όπως επίσης φαντάσου ότι αρκετές από αυτές τις πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Για να μας θυμίζουν το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε για τον αρνητισμό και τον πόνο μέσα μας, όταν δεν αποφασίζουμε να συγχωρούμε.
Πάρα πολλές φορές σκεφτόμαστε πως το να συγχωρήσουμε κάποιον είναι ένα δώρο που του κάνουμε. Θαρρώ πως είναι το αντίθετο. Είναι δώρο στον εαυτό μας. Απαλλασσόμαστε από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σκεφτείς πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις κάποιον θυμήσου:
Οταν ακόμα πήγαινα στο σχολείο, ως μαθητής, είχα έναν υπέροχο δάσκαλο. Μια μέρα είχαμε κουβεντιάσει για το πόσο απαραίτητο είναι να μην κρατάμε θυμό μέσα μας αλλά να κοιτάμε πως θα απαλλαγούμε από αυτόν, μας έβαλε να το δούμε αυτό πρακτικά.
- Αύριο, μας είχε πει, να φέρετε όλοι στο σχολείο μια πλαστική σακούλα και ένα μικρό σακί με πατάτες.
Τον κοιτάξαμε έκπληκτοι αλλά είχαμε μάθει πως δεν αστειεύεται με κάτι τέτοια. Έτσι την άλλη μέρα είχε ο καθένας μας ο,τι μας είχε ζητήσει.
Τότε εκείνος λέει:
- Κάθε φορά που αποφασίζετε να μην συγχωρέστε κάποιον, να παίρνετε μια πατάτα, να γράφετε πάνω της το όνομα εκείνου και την ημερομηνία και να την βάζετε μέσα στην πλαστική σακούλα. Δεν πέρασε πολύς καιρός που μερικές σακούλες ήταν αρκετά βαριές.
Μας είπε επίσης αυτή την σακούλα να την κουβαλάμε μαζί μας, όπου κι αν πηγαίνουμε. Στο δρόμο, στο αυτοκίνητο, στο σχολείο, στα ψώνια παντού. Καταλαβαίνεις γιατί έτσι;
Μ’ αυτό τον τρόπο ήθελε να μας δείξει ότι δεν πρέπει να ξεχνάμε το βάρος που κουβαλάμε. Να έχουμε επίγνωση κάθε στιγμή. Να το έχουμε μαζί μας ακόμα και στα μέρη που είναι κάπως… καθως πρέπει. Για φαντάσου τώρα να έχεις μια σακούλα με πατάτες στην disco.
Όπως επίσης φαντάσου ότι αρκετές από αυτές τις πατάτες είχαν αρχίσει να σαπίζουν. Για να μας θυμίζουν το τίμημα που έχουμε να πληρώσουμε για τον αρνητισμό και τον πόνο μέσα μας, όταν δεν αποφασίζουμε να συγχωρούμε.
Πάρα πολλές φορές σκεφτόμαστε πως το να συγχωρήσουμε κάποιον είναι ένα δώρο που του κάνουμε. Θαρρώ πως είναι το αντίθετο. Είναι δώρο στον εαυτό μας. Απαλλασσόμαστε από ένα περιττό βάρος.
Την επόμενη φορά λοιπόν που θα σκεφτείς πόσο δύσκολο είναι να συγχωρέσεις κάποιον θυμήσου:
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Μια διδαχτική ιστορία!!!
Η νύχτα της Αγίας Άννας
Ξημέρωνε της Αγίας Αννης.
Ενα ξεροβόρι μας έκανε να σηκώσουμε τον γιακά.
Η αγρυπνία άρχιζε στις δέκα.
Μπαίνοντας στην εκκλησία κατάλαβαμε το διαφορετικό....Κατέβηκαν οι γιακάδες, ξεκουμπώθηκαν πανωφόρια και καρδιές, ζεστάθηκαν τα παγωμένα μέλη, αόρατος κυκλοφορούσε ο Παπαδιαμάντης -ευτυχής που μπορούσε να ξαναγράψει- άγιοι μπαινόβγαιναν αθέατοι -ένιωθες την ελαφρά αύρα του ερχομού τους-, ταπεινές οι φωνές των ψαλτάδων, ανθοστόλιστες οι εικόνες, το λείψανο του Αγ. Ρηγίνου ασφάλεια της νύχτας, ο παπα Μιχάλης στο ψαλτήρι εγγύηση ότι όλα θα είναι σεβαστικά και παπαδιαμαντικής υφής, το σκοτάδι σπλαχνικό, το λιγοστό φως ευγενικό, σκυμένα κεφάλια, χέρια δεμένα μπροστά σε εκούσια υποταγή έρωτος προς το θείον και οι άγιοι να ανεβοκατεβαίνουν από τα εικονίσματα, άλλος στο Χερουβικό, άλλος στο Ευαγγέλιο, άλλος στο Κοινωνικό για να χαιδέψουν τα ανθρώπινα και να τα απαλύνουν σε μετάνοια και κατάνυξη.
Η μάνα μου αλλιώς κι'αυτή απόψε, έφερε το προσφοράκι που ζύμωσε, λιβάνι και καρβουνάκι για να τα καίνε οι άγγελλοι την ώρα που θα κοινωνούσε, νομίζω.
Η Ζωή δίπλα μου, έκλαιγε. Μετά μου είπε πως έβλεπε στην Ωραία Πύλη τον Γέροντα Ευμένιο με πορφυρή στολή γεμάτη χρυσούς σταυρούς....Καθόλου παράξενο να ήταν κι'αυτός εκεί. Τί είναι νάρθεις απ' τον Παράδεισο; Χόπ, ένα πήδημα και έφτασες....
Ο παπα Σπυρίδωνας έδινε το αντίδωρο, ο παπα Νικόλας τον άρτο.
Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο κόσμος αφού έπαιρνε και από τα δύο, δεν έφευγε.
Ολοι κοντοστέκονταν. Σαν να μην ήθελαν να πάψουν να αποτελούν πληθυσμό της οικίας του Κυρίου, σαν να ήταν εποχή κατακομβών και έξω περίμεναν οι διώκτες, σαν να ήταν στη μέση ενός θαύματος και δεν ήθελαν να βγούν εκτός του κάδρου των θαυμασίων......
Τελικά βγήκαμε στην κρύα νύχτα, πάλι. Μέσα μας, όλα ήταν ζεστά .
Αργότερα στις κουβέρτες, στα ενύπνια και στα χνώτα των σπιτικών μας, οσφραινόμαστε τα λιβάνια τούτης της παράξενης βραδυάς..
Εξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι. 'Η μήπως μας είχαν ακολουθήσει οι άγιοι που είχαν κατέβει να τιμήσουν την γιαγιά μας την Αννα, την μάνα της Κυράς της Παναγιάς;
http://anazhthseis-elena.blogspot.com/2 ... st_09.html
You might also like:
Ξημέρωνε της Αγίας Αννης.
Ενα ξεροβόρι μας έκανε να σηκώσουμε τον γιακά.
Η αγρυπνία άρχιζε στις δέκα.
Μπαίνοντας στην εκκλησία κατάλαβαμε το διαφορετικό....Κατέβηκαν οι γιακάδες, ξεκουμπώθηκαν πανωφόρια και καρδιές, ζεστάθηκαν τα παγωμένα μέλη, αόρατος κυκλοφορούσε ο Παπαδιαμάντης -ευτυχής που μπορούσε να ξαναγράψει- άγιοι μπαινόβγαιναν αθέατοι -ένιωθες την ελαφρά αύρα του ερχομού τους-, ταπεινές οι φωνές των ψαλτάδων, ανθοστόλιστες οι εικόνες, το λείψανο του Αγ. Ρηγίνου ασφάλεια της νύχτας, ο παπα Μιχάλης στο ψαλτήρι εγγύηση ότι όλα θα είναι σεβαστικά και παπαδιαμαντικής υφής, το σκοτάδι σπλαχνικό, το λιγοστό φως ευγενικό, σκυμένα κεφάλια, χέρια δεμένα μπροστά σε εκούσια υποταγή έρωτος προς το θείον και οι άγιοι να ανεβοκατεβαίνουν από τα εικονίσματα, άλλος στο Χερουβικό, άλλος στο Ευαγγέλιο, άλλος στο Κοινωνικό για να χαιδέψουν τα ανθρώπινα και να τα απαλύνουν σε μετάνοια και κατάνυξη.
Η μάνα μου αλλιώς κι'αυτή απόψε, έφερε το προσφοράκι που ζύμωσε, λιβάνι και καρβουνάκι για να τα καίνε οι άγγελλοι την ώρα που θα κοινωνούσε, νομίζω.
Η Ζωή δίπλα μου, έκλαιγε. Μετά μου είπε πως έβλεπε στην Ωραία Πύλη τον Γέροντα Ευμένιο με πορφυρή στολή γεμάτη χρυσούς σταυρούς....Καθόλου παράξενο να ήταν κι'αυτός εκεί. Τί είναι νάρθεις απ' τον Παράδεισο; Χόπ, ένα πήδημα και έφτασες....
Ο παπα Σπυρίδωνας έδινε το αντίδωρο, ο παπα Νικόλας τον άρτο.
Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, ο κόσμος αφού έπαιρνε και από τα δύο, δεν έφευγε.
Ολοι κοντοστέκονταν. Σαν να μην ήθελαν να πάψουν να αποτελούν πληθυσμό της οικίας του Κυρίου, σαν να ήταν εποχή κατακομβών και έξω περίμεναν οι διώκτες, σαν να ήταν στη μέση ενός θαύματος και δεν ήθελαν να βγούν εκτός του κάδρου των θαυμασίων......
Τελικά βγήκαμε στην κρύα νύχτα, πάλι. Μέσα μας, όλα ήταν ζεστά .
Αργότερα στις κουβέρτες, στα ενύπνια και στα χνώτα των σπιτικών μας, οσφραινόμαστε τα λιβάνια τούτης της παράξενης βραδυάς..
Εξω φυσούσε δυνατό ξεροβόρι. 'Η μήπως μας είχαν ακολουθήσει οι άγιοι που είχαν κατέβει να τιμήσουν την γιαγιά μας την Αννα, την μάνα της Κυράς της Παναγιάς;
http://anazhthseis-elena.blogspot.com/2 ... st_09.html
You might also like:
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.