Ο Άγιος Νήφων, επίσκοπος Κωνσταντιανής – 23 Δεκεμβρίου
Γιος εύπορου αξιωματούχου της Αμιροπόλεως της Αιγύπτου, ο άγιος Νήφων εστάλη σε ηλικία οκτώ ετών στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει. Πράος, ευλαβής, με ζήλο για την μελέτη και τα του Θεού, αφέθηκε παρ’ όλα αυτά να παρασυρθεί από κακές παρέες και βυθίσθηκε σε βίο φιλήδονο και έκλυτο, όπως συνήθιζαν οι νεαροί αριστοκράτες της Βασιλεύουσας. Παρά τις τύψεις της συνειδήσεως και τις επιπλήξεις των χριστιανών φίλων του, που προσπαθούσαν να τον ξαναφέρουν στον ίσιο δρόμο υπενθυμίζοντάς του την πάλαι ποτέ αρετή του, η δύναμη της συνήθειας ήταν πιο ισχυρή και ο Νήφων παρέμενε στην αμαρτία.
Μια νύχτα ωστόσο, αποφάσισε να σηκωθεί και να προσευχηθεί στον Θεό, αλλά προς μεγάλη του σύγχυση εμφανίστηκε μπροστά του ένα μαύρο σύννεφο που τού έκλεινε τον ορίζοντα. Μη μπορώντας πλέον να κοιμηθεί, μόλις χάραξε, πήγε σε μια εκκλησία και πλήρης συντριβής δεήθηκε μπροστά στην εικόνα της Θεοτόκου, η οποία φάνηκε να κοιτάζει τον νέο με στοργή και έδωσε στην καρδιά του την διαβεβαίωση ότι δεν είχαν χαθεί όλα και ότι ήταν δυνατή η μετάνοια.
Από τότε, κάθε φορά που έπεφτε στην αμαρτία, έτρεχε με εμπιστοσύνη στην εκκλησία, εξομολογούταν το αμάρτημά του μπροστά στην εικόνα, η οποία στην αρχή φαινόταν αυστηρή, αλλά μετά έδειχνε να τού χαμογελάει, και έφευγε γεμάτος ελπίδα. Όσο πιο συχνά πήγαινε στην εκκλησία, τόσο περισσότερο επέμενε στον ανελέητο αγώνα ενάντια στα πάθη του που τού είχαν γίνει δεύτερη φύση, με την νηστεία, την αγρυπνία, την αδιάκοπη αυτομεμψία.
Στις πονηρές μηχανεύσεις των δαιμόνων απαντούσε με περιφρόνηση επικαλούμενος το Όνομα του Χριστού. Όταν οι επιθέσεις των δαιμόνων γίνονταν πιο επίμονες, έδερνε με ραβδί το σώμα του, ώστε να μην λησμονεί τις πολύ χειρότερες τιμωρίες που τον περίμεναν στην κόλαση. Στα τεχνάσματα των δαιμόνων αντιπαρέθετε τα δικά του. Έτσι, έτρωγε κάποιες φορές μέχρι κορεσμού, αλλά αμέσως σηκωνόταν νωρίτερα απ’ ό,τι τις άλλες ημέρες για να προσευχηθεί, χλευάζοντας τους δαίμονες και δείχνοντάς τους ότι δεν ήταν πλέον δούλος τους ούτε δούλος κάποιου κανόνα, αλλά ελεύθερος και μαθητής του Χριστού και τίποτε δεν μπορούσε να τον εμποδίσει να προσεύχεται στον Θεό.
Σε μια από τις ολονύκτιες δεήσεις του, το Άγιο Πνεύμα τού φανέρωσε ποια όπλα έπρεπε να προσθέσει στην αποκοπή του σαρκικού φρονήματος, για να μπορεί με ασφάλεια να αγωνίζεται: ταπείνωση, ελεημοσύνη, αυτομεμψία και αποφυγή της κατακρίσεως… Μια ημέρα παρουσιάσθηκε Άγγελος Κυρίου και, σε αναγνώριση των άθλων του, τού έδωσε μια νέα καρδιά, την “συντετριμμένη και τεταπεινωμένη καρδία” για την οποία μιλά ο ψαλμωδός (Ψαλμ. 50,19).
Έκτοτε, ο Νήφων μπόρεσε να προχωρήσει απρόσκοπτα προς τον ουρανό, θεωρώντας τον εαυτό του τον μεγαλύτερο των αμαρτωλών. Αδιάκοπα επαναλάμβανε: “Αλοίμονό μου, τον αμαρτωλό!” και όταν πήγαινε με σκυφτό το κεφάλι σε μια εκκλησία της πόλεως, οι μαύροι δαίμονες που προσπαθούσαν να τού φράξουν τον δρόμο έπεφταν καταγής όταν πλησίαζε. Θεωρούσε ότι ήταν ελαχιστότερος και από την σκόνη που οι αδελφοί τινάζουν από τα πόδια τους μπαίνοντας στο ναό· και όταν κάποιος γονάτιζε μπροστά του ζητώντας την ευλογία του, οι λογισμοί του κατέρχονταν μέχρι τα βάθη της κολάσεως. “Βάλε τον εαυτό σου κάτω από τους άλλους”, έλεγε, “και θα ζεις με τον Χριστό”.
Όταν έδινε ελεημοσύνη σε κάποιον πτωχό, επαναλάμβανε τα λόγια της θείας Λειτουργίας: “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρωμεν κατά πάντα και δια πάντα”, αποδίδοντας στον Θεό κάθε ενάρετη πράξη του. Γιατί όλοι του οι αγώνες και οι προσευχές δεν ήσαν παρά η “προσκομιδή”, η εκούσια προσφορά της συνειδήσεώς του και όλου του είναι του, με την ελπίδα ότι ο Θεός θα τον δεχθεί όπως έγινε δεκτός ο μετανοημένος άσωτος υιός από τον πατέρα του (βλ. Λουκ. 15,11 κ.ε.).
Και πράγματι ο Θεός δεν έμεινε αναίσθητος. Μια ημέρα εκεί που θρηνούσε για τις αμαρτίες του, ο Νήφων περιβλήθηκε ξαφνικά από ουράνιο φως, δυο πελώρια χέρια ήλθαν από τον ουρανό για να τον εναγκαλισθούν και άκουσε την φωνή του Θεού να επαναλαμβάνει τα λόγια του πατέρα του ασώτου: “ενέγκαντες τον μόσχον τον σιτευτόν, θύσατε, και φαγόντες ευφρανθώμεν, ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη” (Λουκ. 15,23-24). Άγγελος Κυρίου ήλθε τότε και περιέλουσε τον άγιο, του οποίο το πρόσωπο ήταν κάθυγρο από ακτινοβολούντα δάκρυα, με άρωμα ανείπωτης ευωδίας. Είχε αποκτήσει την χάρη της μετανοίας.
Ήταν ήδη επαρκώς έμπειρος, και ο Θεός έκρινε ότι ήταν έτοιμος να αντιμετωπίσει την “μεγάλη δοκιμασία”, οπότε επέτρεψε στον διάβολο να επιτεθεί στον άγιο με τα πιο φοβερά του όπλα. Μετά την εμφάνιση του διαβόλου, επί τέσερα χρόνια, η ψυχή του αγίου ήταν βαθιά αναστατωμένη: ο νους του καλύφθηκε από βαθύ γνόφο, σε βαθμό που τού ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί στην προσευχή· το σώμα του και όλες οι δυνάμεις του είχαν παραλύσει από την ακηδία, και ο δαίμων ακατάπαυστα τον παρακινούσε να αρνηθεί την ύπαρξη του Θεού.
Γαντζωμένος στην άγκυρα της πίστεως, και αποφασισμένος να επιμείνει μέχρι θανάτου, ακόμη κι αν υπέπιπτε στα πιο βαριά αμαρτήματα, ο άγιος προσευχόταν πρωί βράδυ, με δυσκολία συγκέντρωνε τις δυνάμεις του για να κάνει το σημείο του Σταυρού, και απαντούσε στον δαίμονα λέγοντας απλά: “Ναι, ο Θεός υπάρχει!’”. Έφθασε μέχρι τα όρια της απελπισίας και τέλος λυτρώθηκε μέσω ενός λαμπρού οράματος του προσώπου του Χριστού, που έδιωξε δια παντός τον διάβολο, και θριαμβευτής στον αγώνα ο Νήφων ευχαριστούσε τον Θεό με τα λόγια της Υπεραγίας Θεοτόκου: “Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον, και ηγαλλίασε το πνεύμα μου επί τω Θεώ τω σωτήρι μου…” (Λουκ. 1,47). Λίγο αργότερα ο άγιος αξιώθηκε να λάβει παρά Θεού το χάρισμα της απαθείας, κορωνίδα και επιστέγασμα των αγώνων της αρετής, και να δει σε όραμα τον θρόνο του Θεού στην κορυφή πύρινου στύλου που αναδυόταν από τα νερά της θάλασσας.
Έκτοτε, λαμβάνοντας Χάριν επί χάριτος, ο άγιος Νήφων έζησε ως άγγελος επί γης. Η Χάρις του Θεού μεταμόρφωνε την σάρκα και τις αισθήσεις του, τόσο που όταν προσευχόταν ανυψωνόταν από το έδαφος και το πρόσωπό του ακτινοβολούσε απαστράπτον φως. Για τους κατοίκους της Κωνσταντινουπόλεως ήταν κάτι σαν νέος προφήτης· μάρτυς μεγαλειωδών οραμάτων και φοβερών αποκαλύψεων για την Ημέρα της Κρίσεως και την εξέταση στην οποία θα υποβληθούν οι ψυχές μετά τον θάνατο.
Στους πολλούς επισκέπτες του δίδασκε την ουράνια διδαχή του, επιτιμούσε τους διαβόητους αμαρτωλούς και προσευχόταν με ζήλο για την μεταστροφή των Εβραίων και των εθνικών, ενώ δεόταν ιδιαιτέρως για τους ψυχορραγούντες. Οι τιμές και οι δόξα των ανθρώπων τού ήταν πιο απεχθείς και από την αμαρτία και πιο φοβερές και από τους πιο φρικτούς δαίμονες· για τον λόγο αυτό, μετά ένα ενύπνιο που τού ανήγγειλε ότι σύντομα θα χειροτονούνταν επίσκοπος, αποφάσισε να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να πάει στην Αλεξάνδρεια.
Όπως όμως και ο προφήτης Ιωνάς, έτσι και ο Νήφων εφάρμοσε την βούληση του Θεού στην προσπάθειά του να την αποφύγει. Μόλις έφθασε στην Αλεξάνδρεια, αναγνωρίσθηκε αμέσως από τον αρχιεπίσκοπο άγιος Αλέξανδρο (313-326), που είχε δει σχετικό όραμα, και αφού ανήλθε διαδοχικά όλους τους βαθμούς της ιεραρχίας, διορίσθηκε επίσκοπος της Εκκλησίας της Κωνσταντιανής. Την ημέρα της χειροτονίας του σε επίσκοπο, ο άγιος Αθανάσιος ο Μέγας, διάκονος τότε, είδε τον άγιο Νήφωνα ενδεδυμένο φως και περιστοιχισμένο από πλήθος Αγγέλων.
Τρεις ημέρες αργότερα έφθασε στην επισκοπική έδρα με την συνοδεία του και έγινε δεκτός με αγαλλίαση από το ποίμνιό του, που καυχόταν ότι απέκτησε τέτοιο ποιμενάρχη. Κατόπιν, απεδείχθη ισάξιος των πλέον οσίων ιεραρχών: κήρυττε ακατάπαυστα τον λόγο του Θεού, παρότρυνε “ευκαίρως ακαίρως” (Β΄ Τιμ. 4,2) με ακατάλυτη υπομονή και μέριμνα να σωθεί και η παραμικρότερη από τις ψυχές που τού εμπιστεύθηκαν. Όταν δεν βρισκόταν στην εκκλησία, πήγαινε να παρηγορήσει τις χήρες και τα ορφανά ή αποσυρόταν στην ησυχία για να συντάξει πνευματικές διδαχές και σχόλια στην Αγία Γραφή· είτε κατ’ ιδίαν, όμως, είτε δημοσίως, ποτέ δεν διέκοπτε την κρυφή και σιωπηλή του συνομιλία με τον αληθινό Ποιμένα, τον Χριστό.
Τρεις ημέρες πριν την εκδημία του, παρουσιάσθηκε στον όσιο Νήφωνα ο Αρχάγγελος Μιχαήλ για να τού αναγγείλει την ημέρα της μετάστασής του στους ουρανούς και να τού υποσχεθεί ότι πολύ σύντομα θα συμμετείχε στην δόξα των Αγγέλων. Ο άγιος Αθανάσιος, ο οποίος στο μεταξύ είχε γίνει πατριάρχης Αλεξανδρείας, ειδοποιήθηκε επίσης σε όραμα και έφθασε δίχως καθυστέρηση στο προσκέφαλο του οσίου ιεράρχη. Μετά μια τελευταία συνομιλία, γεμάτοι συγκίνηση αποχαιρετήθηκαν: ο Αθανάσιος ζήτησε από τον Νήφωνα να τον θυμηθεί ενώπιον του θρόνου του Θεού και ο Νήφων είπε στον αρχιερέα να μην παραλείψει να τον μνημονεύει κατά την θεία Λειτουργία. Κατόπιν, μετά μια τελευταία δέηση υπέρ σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου, με πρόσωπο που ακτινοβολούσε παρά τον πυρετό, ο άγιος Νήφων είδε τον Χριστό να έρχεται προς το μέρος του, περιστοιχισμένος από τους Αποστόλους, του Μάρτυρες και τους Προφήτες, λέγοντας: “Ελθέ προς με, ο ενδυσάμενος την εμήν ταπείνωσιν!”. Αμέσως μετά εκοιμήθη.
Πηγή: “Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας”, υπό ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, εκδ. Ίνδικτος (τόμος τέταρτος – Δεκέμβριος, σ. 260-264)
Αναδημοσίευση από:
http://vatopaidi.wordpress.com/2009/12/23/st-niphon/
Ο Άγιος Νήφων – 23 Δεκεμβρίου
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
-
angieholi
- Συντονιστής

- Δημοσιεύσεις: 3227
- Εγγραφή: Τρί Μάιος 05, 2009 5:25 pm
- Τοποθεσία: Αγγελική@Αθήνα
Ο Άγιος Νήφων – 23 Δεκεμβρίου
Δεν έχετε τα απαραίτητα δικαιώματα για να δείτε τα συνημμένα αρχεία σε αυτή τη δημοσίευση.
Φώς στους μοναχούς είναι οι Άγγελοι... και φώς στους κοσμικούς οι Μοναχοί...
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Ο βίος του Οσίου Νήφωνος Επισκόπου Κωνσταντιανής
Ο βίος του Οσίου Νήφωνος
Επισκόπου Κωνσταντιανής
της κατ’ Αλεξάνδρειαν
Από την Αίγυπτο στην Βασιλεύουσα
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ του βασιλιά είναι καλό να κρύβονται∙ τα έργα όμως του Θεού πρέπει να διακηρύσσονται με δόξα. Όποιος μάλιστα γνωρίζει τα θεία έργα και από ραθυμία δεν τα διηγείται, θα κινδυνέψει πολύ την ώρα εκείνη , που θα έρθει ο Κύριος καθισμένος πάνω στις νεφέλες, για ν’ αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.
Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, ο ελάχιστος, γνωρίζοντας με ακρίβεια τα ψυχωφελή περιστατικά της ζωής του μακαρίου Νήφωνος, που θα διαβάσετε παρακάτω, κάθισα και έγραψα –για όσους θέλουν να τα μάθουν και να ωφεληθούν – την ενάρετη πολιτεία του και τα θεία του αγωνίσματα.
Είν’ αλήθεια παράδοξη η ζωή του και θαυμαστή. Γιατί, παιδί ακόμα, κατατρόπωσε τον πονηρό διάβολο και τον αφάνισε ολότελα. Έπειτα, όταν ήταν πια νέο παλικάρι, ο σατανάς τον ξεγέλασε και τον πλήγωσε φοβερά. Πέλαγος αμαρτίας έγινε τότε! Όμως και πάλι, σαν στρατιώτης γενναίος, πετάχτηκε πάνω με ορμή και κατάφερε πλήγμα συντριπτικό στον αλαζόνα δράκοντα.
Αλλ’ ας πάρω τα πράγματα με τη σειρά και ας τα διηγηθώ με λεπτομέρειες.
Στα χρόνια που βασίλευε ο ευλαβέστατος και θεοφιλής αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη κάποιος αξιωματούχος του παλατιού με το όνομα Σαββάτιος. Ήταν άνθρωπος με ευσέβεια και φόβο Θεού, αλλά και εξαίρετος στρατιωτικός. Τον διόρισε λοιπόν ο βασιλιάς στρατηλάτη, δηλαδή στρατιωτικό διοικητή, στη χώρα «των Πλαγίων», όπως λέγεται, που βρίσκεται στην Αίγυπτο κι έχει πρωτεύουσα την Αλμυρούπολη.
Σαν έφτασε στη χώρα εκείνη και πλησίαζε στην πόλη, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν όλοι οι προύχοντες. Τον καλωσόρισαν με πολλές τιμές στην πατρίδα τους, κάνοντάς του επίσημη υποδοχή. Ανάμεσα στους άρχοντες εκείνους ήταν και ο πατέρας του, Νήφωνος που λεγόταν Αγαπητός.
Εξαρχής ο Αγαπητός συμπάθησε πολύ το Σαββάτιο . Μα και ο στρατηλάτης , εκτιμώντας τη συμπεριφορά και το ήθος του άρχοντα , τον αγάπησε πολύ. Είχαν εξάλλου ,κάτι κοινό: Ήταν κι οι δύο ευσεβείς και θεοσεβούμενοι. Κι αυτό τους ένωσε περισσότερο.
Ο στρατηλάτης ήταν υπερβολικά ταπεινός και συμπαθητικός. Δεν ήξερε τί θα πει υπερηφάνεια ή έπαρση. Ο άλλος πάλι, όνομα και πράγμα Αγαπητός, είχε το χάρισμα της αγάπης και της απλότητας.
Μια μέρα λοιπόν παίρνει ο Αγαπητός τον οκτάχρονο τότε γιο του κι έρχεται στην παραθαλάσσια έπαυλη του στρατηλάτη. Ο Σαββάτιος τους υποδέχθηκε με χαρά, και φιλόφρονα τους έβαλε να καθήσουν κοντά του. Το βλέμμα του έπεσε στον μικρό.
- Γιος σου είναι τούτος εδώ; ρωτάει τον Αγαπητό.
- Ναι, στρατηγέ , γιος μου είναι.
- Γράμματα μαθαίνει;
- Όχι, δυστυχώς… Πού να βρεθεί δάσκαλος εδώ…
- Ε, λοιπόν, δεν μου τον αφήνεις να τον στείλω στην Κωνσταντινούπολη; του προτείνει ο στρατηλάτης. Εκεί υπάρχουν πολλοί και καλοί δάσκαλοι. Μπορεί να μένει στο σπίτι μου , ώσπου να μάθει και γραφή και ό,τι άλλο θέλει.
Συγκινήθηκε ο Αγαπητός από το ενδιαφέρον του στρατηλάτη και τον ευχαρίστησε ολόψυχα.
- Αυτό ακριβώς ήθελα κι εγώ να σου ζητήσω, στρατηγέ μου. Γι’ αυτό κι έφερα το παιδί εδώ. Μα να, ο Θεός σε φώτισε και μου το πρότεινες εσύ… Λοιπόν, δικός σου είν’ ο γιος μου! Κάνε όπως νομίζεις.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση ο Σαββάτιος.
- Ό,τι ποθείς εσύ θα κάνω, είπε. Κι ας μη χάνουμε χρόνο. Μείνε εδώ λίγο καιρό, ώσπου να συνηθίσει το παιδί μακριά από το σπίτι σας, κι έπειτα φεύγεις και μου τ’ αφήνεις. Εγώ θα του δώσω ό,τι χρειαστεί για το ταξίδι.
Τρεις εβδομάδες έμεινε στην έπαυλη του στρατηγού ο Αγαπητός με τον γιο του. Ύστερα γύρισε μόνος στο σπίτι του, αφήνοντας το Νήφωνα στα έμπιστα χέρια του Σαββάτιου. Εκείνος τότε κάθισε κι έγραψε ένα γράμμα στη γυναίκα του.
- “… Κοίταξε , γυναίκα, -έγραφε- να δεχθείς αυτό το παιδί με καλοσύνη, γιατί είναι γιος πολύ αγαπητού μου φίλου. Δείξε του πολλή αγάπη, σα να ‘μουνα εγώ ο ίδιος . Στείλε το και σ’ έναν άξιο δάσκαλο, για να του μάθει τα ιερά γράμματα…”.
- Αφού συμπλήρωσε την επιστολή και με διάφορα προσωπικά του θέματα, την παρέδωσε σ’ έναν πιστό του υπηρέτη.
- Φεύγεις για την Κωνσταντινούπολη του λέει. Ετοιμάσου. Ετοίμασε και τον μικρό Νήφωνα. Θα τον παραδώσεις στη γυναίκα μου μαζί μ’ αυτό το γράμμα. Πρόσεξε! Να μην ταλαιπωρηθεί το παιδί στο μακρινό ταξίδι! Ο Θεός μαζί σας.
Δεν πέρασαν πολλές μέρες ,και επιβιβάστηκαν σ’ ένα πλοίο, που θα τους έφερνε στην Πόλη. Είχε μπει το φθινόπωρο , αλλά το ταξίδι τους έγινε κάτω από αφόρητο καύσωνα. Έτσι, ο Νήφων, που δεν είχε άλλωστε ξαναταξιδέψει με πλοίο, ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα ώσπου να φτάσουν στον προορισμό τους, όντας μάλιστα φιλάσθενος και ευαίσθητος.
Τέλος πάντων, κάποτε έφθασαν στη Βασιλεύουσα. Η γυναίκα του στρατηλάτη, ευσεβής κι εκείνη, υποδέχθηκε με χαρά το Νήφωνα. Όταν μάλιστα πληροφορήθηκε πως είναι γιος ενάρετου ανθρώπου , του έδειξε περισσή αγάπη- δεν είχε, βλέπετε ,δικά της παιδιά.
Φρόντισε να μην του λείψει τίποτα, όσο θα έμενε κοντά της. Και τακτικά τον νουθετούσε, καθοδηγώντας τον στου Θεού τον δρόμο με συμβουλές και ωφέλιμες διηγήσεις. Ο Νήφων πάλι, δεκτικός καθώς ήταν και καλοπροαίρετος , ρουφούσε σαν σφουγγάρι τις νουθεσίες της και πολιτευόταν με σεμνότητα και φρονιμάδα.
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011
Επισκόπου Κωνσταντιανής
της κατ’ Αλεξάνδρειαν
Από την Αίγυπτο στην Βασιλεύουσα
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ του βασιλιά είναι καλό να κρύβονται∙ τα έργα όμως του Θεού πρέπει να διακηρύσσονται με δόξα. Όποιος μάλιστα γνωρίζει τα θεία έργα και από ραθυμία δεν τα διηγείται, θα κινδυνέψει πολύ την ώρα εκείνη , που θα έρθει ο Κύριος καθισμένος πάνω στις νεφέλες, για ν’ αποδώσει στον καθένα κατά τα έργα του.
Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ, ο ελάχιστος, γνωρίζοντας με ακρίβεια τα ψυχωφελή περιστατικά της ζωής του μακαρίου Νήφωνος, που θα διαβάσετε παρακάτω, κάθισα και έγραψα –για όσους θέλουν να τα μάθουν και να ωφεληθούν – την ενάρετη πολιτεία του και τα θεία του αγωνίσματα.
Είν’ αλήθεια παράδοξη η ζωή του και θαυμαστή. Γιατί, παιδί ακόμα, κατατρόπωσε τον πονηρό διάβολο και τον αφάνισε ολότελα. Έπειτα, όταν ήταν πια νέο παλικάρι, ο σατανάς τον ξεγέλασε και τον πλήγωσε φοβερά. Πέλαγος αμαρτίας έγινε τότε! Όμως και πάλι, σαν στρατιώτης γενναίος, πετάχτηκε πάνω με ορμή και κατάφερε πλήγμα συντριπτικό στον αλαζόνα δράκοντα.
Αλλ’ ας πάρω τα πράγματα με τη σειρά και ας τα διηγηθώ με λεπτομέρειες.
Στα χρόνια που βασίλευε ο ευλαβέστατος και θεοφιλής αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος, ζούσε στην Κωνσταντινούπολη κάποιος αξιωματούχος του παλατιού με το όνομα Σαββάτιος. Ήταν άνθρωπος με ευσέβεια και φόβο Θεού, αλλά και εξαίρετος στρατιωτικός. Τον διόρισε λοιπόν ο βασιλιάς στρατηλάτη, δηλαδή στρατιωτικό διοικητή, στη χώρα «των Πλαγίων», όπως λέγεται, που βρίσκεται στην Αίγυπτο κι έχει πρωτεύουσα την Αλμυρούπολη.
Σαν έφτασε στη χώρα εκείνη και πλησίαζε στην πόλη, βγήκαν να τον προϋπαντήσουν όλοι οι προύχοντες. Τον καλωσόρισαν με πολλές τιμές στην πατρίδα τους, κάνοντάς του επίσημη υποδοχή. Ανάμεσα στους άρχοντες εκείνους ήταν και ο πατέρας του, Νήφωνος που λεγόταν Αγαπητός.
Εξαρχής ο Αγαπητός συμπάθησε πολύ το Σαββάτιο . Μα και ο στρατηλάτης , εκτιμώντας τη συμπεριφορά και το ήθος του άρχοντα , τον αγάπησε πολύ. Είχαν εξάλλου ,κάτι κοινό: Ήταν κι οι δύο ευσεβείς και θεοσεβούμενοι. Κι αυτό τους ένωσε περισσότερο.
Ο στρατηλάτης ήταν υπερβολικά ταπεινός και συμπαθητικός. Δεν ήξερε τί θα πει υπερηφάνεια ή έπαρση. Ο άλλος πάλι, όνομα και πράγμα Αγαπητός, είχε το χάρισμα της αγάπης και της απλότητας.
Μια μέρα λοιπόν παίρνει ο Αγαπητός τον οκτάχρονο τότε γιο του κι έρχεται στην παραθαλάσσια έπαυλη του στρατηλάτη. Ο Σαββάτιος τους υποδέχθηκε με χαρά, και φιλόφρονα τους έβαλε να καθήσουν κοντά του. Το βλέμμα του έπεσε στον μικρό.
- Γιος σου είναι τούτος εδώ; ρωτάει τον Αγαπητό.
- Ναι, στρατηγέ , γιος μου είναι.
- Γράμματα μαθαίνει;
- Όχι, δυστυχώς… Πού να βρεθεί δάσκαλος εδώ…
- Ε, λοιπόν, δεν μου τον αφήνεις να τον στείλω στην Κωνσταντινούπολη; του προτείνει ο στρατηλάτης. Εκεί υπάρχουν πολλοί και καλοί δάσκαλοι. Μπορεί να μένει στο σπίτι μου , ώσπου να μάθει και γραφή και ό,τι άλλο θέλει.
Συγκινήθηκε ο Αγαπητός από το ενδιαφέρον του στρατηλάτη και τον ευχαρίστησε ολόψυχα.
- Αυτό ακριβώς ήθελα κι εγώ να σου ζητήσω, στρατηγέ μου. Γι’ αυτό κι έφερα το παιδί εδώ. Μα να, ο Θεός σε φώτισε και μου το πρότεινες εσύ… Λοιπόν, δικός σου είν’ ο γιος μου! Κάνε όπως νομίζεις.
Χαμογέλασε με ικανοποίηση ο Σαββάτιος.
- Ό,τι ποθείς εσύ θα κάνω, είπε. Κι ας μη χάνουμε χρόνο. Μείνε εδώ λίγο καιρό, ώσπου να συνηθίσει το παιδί μακριά από το σπίτι σας, κι έπειτα φεύγεις και μου τ’ αφήνεις. Εγώ θα του δώσω ό,τι χρειαστεί για το ταξίδι.
Τρεις εβδομάδες έμεινε στην έπαυλη του στρατηγού ο Αγαπητός με τον γιο του. Ύστερα γύρισε μόνος στο σπίτι του, αφήνοντας το Νήφωνα στα έμπιστα χέρια του Σαββάτιου. Εκείνος τότε κάθισε κι έγραψε ένα γράμμα στη γυναίκα του.
- “… Κοίταξε , γυναίκα, -έγραφε- να δεχθείς αυτό το παιδί με καλοσύνη, γιατί είναι γιος πολύ αγαπητού μου φίλου. Δείξε του πολλή αγάπη, σα να ‘μουνα εγώ ο ίδιος . Στείλε το και σ’ έναν άξιο δάσκαλο, για να του μάθει τα ιερά γράμματα…”.
- Αφού συμπλήρωσε την επιστολή και με διάφορα προσωπικά του θέματα, την παρέδωσε σ’ έναν πιστό του υπηρέτη.
- Φεύγεις για την Κωνσταντινούπολη του λέει. Ετοιμάσου. Ετοίμασε και τον μικρό Νήφωνα. Θα τον παραδώσεις στη γυναίκα μου μαζί μ’ αυτό το γράμμα. Πρόσεξε! Να μην ταλαιπωρηθεί το παιδί στο μακρινό ταξίδι! Ο Θεός μαζί σας.
Δεν πέρασαν πολλές μέρες ,και επιβιβάστηκαν σ’ ένα πλοίο, που θα τους έφερνε στην Πόλη. Είχε μπει το φθινόπωρο , αλλά το ταξίδι τους έγινε κάτω από αφόρητο καύσωνα. Έτσι, ο Νήφων, που δεν είχε άλλωστε ξαναταξιδέψει με πλοίο, ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα ώσπου να φτάσουν στον προορισμό τους, όντας μάλιστα φιλάσθενος και ευαίσθητος.
Τέλος πάντων, κάποτε έφθασαν στη Βασιλεύουσα. Η γυναίκα του στρατηλάτη, ευσεβής κι εκείνη, υποδέχθηκε με χαρά το Νήφωνα. Όταν μάλιστα πληροφορήθηκε πως είναι γιος ενάρετου ανθρώπου , του έδειξε περισσή αγάπη- δεν είχε, βλέπετε ,δικά της παιδιά.
Φρόντισε να μην του λείψει τίποτα, όσο θα έμενε κοντά της. Και τακτικά τον νουθετούσε, καθοδηγώντας τον στου Θεού τον δρόμο με συμβουλές και ωφέλιμες διηγήσεις. Ο Νήφων πάλι, δεκτικός καθώς ήταν και καλοπροαίρετος , ρουφούσε σαν σφουγγάρι τις νουθεσίες της και πολιτευόταν με σεμνότητα και φρονιμάδα.
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: Ο Άγιος Νήφων – 23 Δεκεμβρίου
Τα πρώτα γράμματα
Η ΚΑΛΗ εκείνη γυναίκα τον άφησε λίγες μέρες να ξεκουραστεί, να συνέλθει από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και να συνηθίσει τον τόπο. Γιατί από τη μια το μακρύ θαλασσινό ταξίδι κι από την άλλη η λύπη για το χωρισμό από τους γονείς, τον είχαν καταβάλει πολύ. Ύστερα αποφάσισε να τον αναθέσει σ’ έναν καλό κι ενάρετο δάσκαλο για να του μάθει τα ιερά γράμματα, όπως της είχε παραγγείλει ο σύζυγός της. Σαν πιο κατάλληλο σκέφτηκε τον πρεσβύτερο Πέτρο, που ήταν εφημέριος στο ναό του αρχοντικού της. Του πήγε λοιπόν το παιδί και τον παρακάλεσε να το διδάξει ό,τι έπρεπε, και πρώτα-πρώτα το Ψαλτήρι- αυτό συνηθιζόταν τότε.
Έτσι και έγινε. Μέρα με τη μέρα ο Νήφων πρόκοβε στα θεία μαθήματα, ενώ βοηθούσε και τον πρεσβύτερο στην εκκλησία, εκτελώντας πρόθυμα κάθε διακονία.
Ο ζήλος του για μάθηση ήταν πολύ μεγάλος∙ τόσος, που και τις νύχτες συχνά τις περνούσε μελετώντας μέσα στην ησυχία, με το φως του κεριού ή του λυχναριού. Κι έτσι μέσα σε λίγο καιρό έμαθε πολλά.
Στο δάσκαλό του- μα και σ’ όλους- φερόταν με βαθύ σεβασμό , ευλάβεια και συστολή.
Για ένα πράγμα όμως λυπόταν πολύ ο Νήφων: Γιατί ήταν μικρός ακόμα και δεν μπορούσε να κατανοήσει πολλά χωρία της Γραφής, παρόλο που πήγαινε στους όρθρους και άκουγε το δάσκαλό του να διαβάζει. Καταλάβαινε πάντως τα πιο απλά και εύκολα. Τότε η ψυχή του φλογιζόταν και ποθούσε να μοιάσει στους αγίους.
Σύντομα έμαθε το Ψαλτήρι. Έπειτα έβαλε τα δυνατά του να μάθει και την τάξη των εκκλησιαστικών ακολουθιών.
Μια μέρα, ενώ στεκόταν στην εκκλησία, του δίνει κάποιος ένα βιβλίο και του λέει:
- Πάρε, και μάθε να κανοναρχείς τους ψάλτες.
Ο Νήφων όμως, από επήρεια του δαίμονα, δεν έπαιρνε στα χέρια του το βιβλίο. Του λέει τότε ένας άλλος που στεκόταν δίπλα του:
- Γιατί, παιδί μου, κάνεις παρακοή; Πάρε και μάθε ό,τι σου λένε. Κι αν σου φαίνεται δύσκολο ακόμα να μάθεις, θα έρθει καιρός που θα ευγνωμονείς αυτούς που σε διδάσκουν τώρα.
Στα λόγια αυτά ο Νήφων πήρε αμέσως το βιβλίο. Από τότε του δόθηκε το χάρισμα να μελετάει με τόσο ζήλο, που, ό,τι διάβαζε το αποστήθιζε με ευκολία.
Πιο πολύ όμως τον έθελγαν οι βίοι των αγίων. Όταν άκουγε να διαβάζονται στις ιερές συνάξεις τα κατορθώματα και τα μαρτύριά τους, θαύμαζε τη φλογερή πίστη, την υπομονή και την γενναιοψυχία τους. Αν πάλι έβρισκε ο ίδιος κάπου σχετικά κείμενα, τα έπαιρνε και τα διάβαζε άπληστα.
Οι πρώτες αρετές
ΧΑΡΗ στον πνευματικό του ζήλο, έφτασε σε βαθειά ταπείνωση και πραότητα. Κι ήταν μόλις δώδεκα χρόνων! Ξεχώριζε επίσης για την ελεημοσύνη του. Όποτε έβλεπε φτωχό , τον σπλαχνιζόταν και του έδινε ψωμί ή χρήματα ή ό,τι άλλο είχε πρόχειρο.
Μια φορά, χειμώνα καιρό, είδε στο δρόμο έναν φτωχό ,γυμνό και πεινασμένο. Δεν είχε τίποτα να του δώσει … Πήγε τότε σε μιαν άκρη και ξέσπασε σε λυγμούς.
- Αλίμονο σ’ εμένα ,τον αμαρτωλό! έλεγε. Πώς υποφέρει γυμνός ο Χριστός μέσα στην παγωνιά! Και δεν του φτάνει αυτό∙ μα και πεινάει και διψάει και στέγη δεν έχει!...
Από τότε το ‘βαλε σκοπό να φροντίζει , όσο μπορούσε ,τους ανθρώπους της ανάγκης.
Κάποτε άκουσε στην εκκλησία κάποιον σεβάσμιο ιερέα να διδάσκει το λαό ότι όποιος δεν έχει ελεημοσύνη και αγνεία μάταια κοπιάζει, γιατί δεν πρόκειται να μπει στη βασιλεία των ουρανών.
Ταράχθηκε ο Νήφων απ’ αυτά τα λόγια. Στο τέλος πήγε και συνάντησε τον ιερέα.
- Γέροντα , τον ρώτησε ,τί είναι αυτή η αγνεία , για την οποία μίλησες;
- Αγνεία, παιδί μου, είναι η αποφυγή της πορνείας και του ρύπου της.
- Αγαπάει λοιπόν ο Θεός εκείνον που αποφεύγει μια τέτοια πράξη;
- Ναι, παιδί μου. Γιατί λέει ο απόστολος Παύλος: «πόρνους και μοιχούς κρινεί ο Θεός». Και αλλού: «το σώμα ου τη πορνεία ,αλλά τω Κυρίω».
Φεύγοντας από την εκκλησία ο Νήφων συλλογιζόταν :
“ Θα μπορέσω εγώ άραγε να κατορθώσω αυτή την αρετή; Γιατί χρειάζεται σκληρός αγώνας για να ξεφύγει κανείς από την πύρωση της σάρκας. Και γιατί οι δαίμονες γκρεμίζουν τους ανθρώπους στα βάραθρα της σαρκικής αμαρτίας ευκολότερα απ’ ό,τι σε άλλα παραπτώματα . Τί να κάνω, που είμαι αδύνατος;…
Αλλά με τη βοήθεια του Θεού , ποτέ δεν θα κοιτάξω στο πρόσωπο γυναίκα! Στα χέρια του Κυρίου αφήνομαι , κι ας γίνει το θέλημά Του…”.
Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο σπίτι. Κι όλη εκείνη τη μέρα ήταν σιωπηλός και σκεφτικός- μάλλον ολότελα εκστατικός και σαν αλλοπαρμένος. Κουβέντα δεν έβγαζε από το στόμα του. Σε κανένα δεν μιλούσε.
Από τότε πήγαινε συχνότερα στην εκκλησία και είχε κυριολεκτικά απορροφηθεί από τη μελέτη των ιερών βιβλίων. Γι’ αυτό πάντα επιζητούσε τη μόνωση, τη σιωπή και την ησυχία . Τα γήινα τον άφηναν αδιάφορο. Μόνο τα ουράνια στοχαζόταν . Όλοι όσοι τον έβλεπαν , απορούσαν κι έλεγαν:
- Τι συμβαίνει μ’ αυτόν το νεαρό; Σαν άγγελος ζει πάνω στη γη!...
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011
Η ΚΑΛΗ εκείνη γυναίκα τον άφησε λίγες μέρες να ξεκουραστεί, να συνέλθει από την ταλαιπωρία του ταξιδιού και να συνηθίσει τον τόπο. Γιατί από τη μια το μακρύ θαλασσινό ταξίδι κι από την άλλη η λύπη για το χωρισμό από τους γονείς, τον είχαν καταβάλει πολύ. Ύστερα αποφάσισε να τον αναθέσει σ’ έναν καλό κι ενάρετο δάσκαλο για να του μάθει τα ιερά γράμματα, όπως της είχε παραγγείλει ο σύζυγός της. Σαν πιο κατάλληλο σκέφτηκε τον πρεσβύτερο Πέτρο, που ήταν εφημέριος στο ναό του αρχοντικού της. Του πήγε λοιπόν το παιδί και τον παρακάλεσε να το διδάξει ό,τι έπρεπε, και πρώτα-πρώτα το Ψαλτήρι- αυτό συνηθιζόταν τότε.
Έτσι και έγινε. Μέρα με τη μέρα ο Νήφων πρόκοβε στα θεία μαθήματα, ενώ βοηθούσε και τον πρεσβύτερο στην εκκλησία, εκτελώντας πρόθυμα κάθε διακονία.
Ο ζήλος του για μάθηση ήταν πολύ μεγάλος∙ τόσος, που και τις νύχτες συχνά τις περνούσε μελετώντας μέσα στην ησυχία, με το φως του κεριού ή του λυχναριού. Κι έτσι μέσα σε λίγο καιρό έμαθε πολλά.
Στο δάσκαλό του- μα και σ’ όλους- φερόταν με βαθύ σεβασμό , ευλάβεια και συστολή.
Για ένα πράγμα όμως λυπόταν πολύ ο Νήφων: Γιατί ήταν μικρός ακόμα και δεν μπορούσε να κατανοήσει πολλά χωρία της Γραφής, παρόλο που πήγαινε στους όρθρους και άκουγε το δάσκαλό του να διαβάζει. Καταλάβαινε πάντως τα πιο απλά και εύκολα. Τότε η ψυχή του φλογιζόταν και ποθούσε να μοιάσει στους αγίους.
Σύντομα έμαθε το Ψαλτήρι. Έπειτα έβαλε τα δυνατά του να μάθει και την τάξη των εκκλησιαστικών ακολουθιών.
Μια μέρα, ενώ στεκόταν στην εκκλησία, του δίνει κάποιος ένα βιβλίο και του λέει:
- Πάρε, και μάθε να κανοναρχείς τους ψάλτες.
Ο Νήφων όμως, από επήρεια του δαίμονα, δεν έπαιρνε στα χέρια του το βιβλίο. Του λέει τότε ένας άλλος που στεκόταν δίπλα του:
- Γιατί, παιδί μου, κάνεις παρακοή; Πάρε και μάθε ό,τι σου λένε. Κι αν σου φαίνεται δύσκολο ακόμα να μάθεις, θα έρθει καιρός που θα ευγνωμονείς αυτούς που σε διδάσκουν τώρα.
Στα λόγια αυτά ο Νήφων πήρε αμέσως το βιβλίο. Από τότε του δόθηκε το χάρισμα να μελετάει με τόσο ζήλο, που, ό,τι διάβαζε το αποστήθιζε με ευκολία.
Πιο πολύ όμως τον έθελγαν οι βίοι των αγίων. Όταν άκουγε να διαβάζονται στις ιερές συνάξεις τα κατορθώματα και τα μαρτύριά τους, θαύμαζε τη φλογερή πίστη, την υπομονή και την γενναιοψυχία τους. Αν πάλι έβρισκε ο ίδιος κάπου σχετικά κείμενα, τα έπαιρνε και τα διάβαζε άπληστα.
Οι πρώτες αρετές
ΧΑΡΗ στον πνευματικό του ζήλο, έφτασε σε βαθειά ταπείνωση και πραότητα. Κι ήταν μόλις δώδεκα χρόνων! Ξεχώριζε επίσης για την ελεημοσύνη του. Όποτε έβλεπε φτωχό , τον σπλαχνιζόταν και του έδινε ψωμί ή χρήματα ή ό,τι άλλο είχε πρόχειρο.
Μια φορά, χειμώνα καιρό, είδε στο δρόμο έναν φτωχό ,γυμνό και πεινασμένο. Δεν είχε τίποτα να του δώσει … Πήγε τότε σε μιαν άκρη και ξέσπασε σε λυγμούς.
- Αλίμονο σ’ εμένα ,τον αμαρτωλό! έλεγε. Πώς υποφέρει γυμνός ο Χριστός μέσα στην παγωνιά! Και δεν του φτάνει αυτό∙ μα και πεινάει και διψάει και στέγη δεν έχει!...
Από τότε το ‘βαλε σκοπό να φροντίζει , όσο μπορούσε ,τους ανθρώπους της ανάγκης.
Κάποτε άκουσε στην εκκλησία κάποιον σεβάσμιο ιερέα να διδάσκει το λαό ότι όποιος δεν έχει ελεημοσύνη και αγνεία μάταια κοπιάζει, γιατί δεν πρόκειται να μπει στη βασιλεία των ουρανών.
Ταράχθηκε ο Νήφων απ’ αυτά τα λόγια. Στο τέλος πήγε και συνάντησε τον ιερέα.
- Γέροντα , τον ρώτησε ,τί είναι αυτή η αγνεία , για την οποία μίλησες;
- Αγνεία, παιδί μου, είναι η αποφυγή της πορνείας και του ρύπου της.
- Αγαπάει λοιπόν ο Θεός εκείνον που αποφεύγει μια τέτοια πράξη;
- Ναι, παιδί μου. Γιατί λέει ο απόστολος Παύλος: «πόρνους και μοιχούς κρινεί ο Θεός». Και αλλού: «το σώμα ου τη πορνεία ,αλλά τω Κυρίω».
Φεύγοντας από την εκκλησία ο Νήφων συλλογιζόταν :
“ Θα μπορέσω εγώ άραγε να κατορθώσω αυτή την αρετή; Γιατί χρειάζεται σκληρός αγώνας για να ξεφύγει κανείς από την πύρωση της σάρκας. Και γιατί οι δαίμονες γκρεμίζουν τους ανθρώπους στα βάραθρα της σαρκικής αμαρτίας ευκολότερα απ’ ό,τι σε άλλα παραπτώματα . Τί να κάνω, που είμαι αδύνατος;…
Αλλά με τη βοήθεια του Θεού , ποτέ δεν θα κοιτάξω στο πρόσωπο γυναίκα! Στα χέρια του Κυρίου αφήνομαι , κι ας γίνει το θέλημά Του…”.
Μ’ αυτές τις σκέψεις έφτασε στο σπίτι. Κι όλη εκείνη τη μέρα ήταν σιωπηλός και σκεφτικός- μάλλον ολότελα εκστατικός και σαν αλλοπαρμένος. Κουβέντα δεν έβγαζε από το στόμα του. Σε κανένα δεν μιλούσε.
Από τότε πήγαινε συχνότερα στην εκκλησία και είχε κυριολεκτικά απορροφηθεί από τη μελέτη των ιερών βιβλίων. Γι’ αυτό πάντα επιζητούσε τη μόνωση, τη σιωπή και την ησυχία . Τα γήινα τον άφηναν αδιάφορο. Μόνο τα ουράνια στοχαζόταν . Όλοι όσοι τον έβλεπαν , απορούσαν κι έλεγαν:
- Τι συμβαίνει μ’ αυτόν το νεαρό; Σαν άγγελος ζει πάνω στη γη!...
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011
-
gkou
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 2629
- Εγγραφή: Τρί Μαρ 21, 2006 6:00 am
- Τοποθεσία: Γεωργία@Κόρινθος
Re: Ο Άγιος Νήφων – 23 Δεκεμβρίου
Η πτώση
ΠΕΡΑΣΕ καιρός. Ο Νήφων είχε προκόψει όχι μόνο στα γράμματα, μα και στην αρετή. Βλέποντας τα κατορθώματά του ο διάβολος , έγινε θηρίο. Λύσσαξε…
- Ακούς εκεί! Τόσο νέος και να μ’ αγνοεί! Έννοια σου, παλικαράκι μου… Θα σε περιποιηθώ εγώ…
Και πράγματι- αλίμονο! Ο Νήφων δεν είχε πείρα στον πνευματικό πόλεμο. Κι αυτό ακριβώς ήταν που εκμεταλλεύτηκε ο πονηρός. Αλλά και κάτι ακόμα: Την αστάθεια της νιότης, που εύκολα γλιστράει στην αμαρτία…
Πρώτα λοιπόν σκόρπισε το νου του σε ανώφελες μέριμνες. Ύστερα τον έσπρωξε προς τη μέθη και τη γαστριμαργία. Τέλος έσπειρε μέσα του τη νοσταλγία των γονιών και της πατρίδας. Σπάραζε η καρδιά του στη θύμηση της μάνας και του πατέρα. Οι λογισμοί άρχισαν να τον πνίγουν. Μα πού να φανταστεί κανείς πως όλα τούτα ήταν πόλεμος δαιμονικός…
Στην αρχή αντιστεκόταν γενναιόψυχα στους λογισμούς. Μα τελικά η θλίψη κι η βαρυθυμία του πλάκωσαν τελείως την καρδιά. Τον έκαναν κουρέλι.
Η γυναίκα του στρατηγού, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο για να τον παρηγορήσει, άρχισε να τον περιποιείται υπερβολικά και να του ετοιμάζει πλούσια γεύματα, με φαγητά ποικίλα και κρασιά εκλεκτά.
Αυτό κράτησε καιρό. Ο Νήφων συνήθισε τα φαγοπότια, που εξελίχθηκαν σιγά-σιγά σε κραιπάλες. Από τις καταχρήσεις σκοτίστηκε ο νους του. Κι έτσι το ένα κακό έφερε το άλλο, αφού ο κατήφορος της αμαρτίας , όπως ξέρουμε, σταματημό δεν έχει: Ο σιωπηλός πρώτα και ήσυχος , έγινε τώρα αυθάδης και αθυρόστομος. Όλους τους έβριζε και τους διέσυρε με το παραμικρό. Καβγάδιζε για το τίποτα. Έβαζε σκάνδαλα κι έσπερνε διχόνοιες …
- Πω πω ! Τί αδιάντροπος! Τί ταραξίας! Στην οικουμένη δεν έχει τον όμοιό του! έλεγαν οι άνθρωποι, και φρόντιζαν να τον αποφεύγουν.
Τάχα για να ξεχάσει τους γονιούς και τον καημό της ξενητιάς , άρχισε να συχνάζει και στα θέατρα και στα καπηλειά και στα κακόφημα νυχτερινά κέντρα. Το ξημέρωμα τον έβρισκε να πίνει, να χορεύει, να τραγουδάει, να αισχρολογεί…
Μα το πιο αξιοθρήνητο ήταν, πως έπεσε στο βούρκο των σαρκικών αμαρτημάτων . Έσμιξε με νέους ακόλαστους κι έφτασε στο σημείο να λερώνει, μαζί μ’ αυτούς , την καθαρότητα της ψυχής του, πέφτοντας σε πορνείες , μοιχείες, ακόμα και σε σοδομίες!...
Μέρα με τη μέρα σκοτιζόταν , καθώς βούλιαζε μέσα στην αμαρτία. Όλο και παρασυρόταν από τις πανουργίες του σατανά. Και όλο και πιο θρασύς γινόταν. Κουβέντα δεν σήκωνε. Όποιος αποτολμούσε να του πει κάτι, δεχόταν βρισιές και χτυπήματα.
- Μα την αλήθεια, ο διάβολος κι αυτός εδώ δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ τους! έλεγαν με αγανάκτηση όσοι έβλεπαν τα καμώματά του.
Και πράγματι, τόσο πολύ κυλιόταν μες στην αμαρτία, που όλα τα δαιμόνια έτρεχαν ξοπίσω του με γέλια και χαρές. Και τόσο εφευρετικός ήταν σε κάθε είδος ασωτίας, που οι νέοι τον είχαν σαν πύλη προς την απώλεια!
Σιγά-σιγά έβγαλε κακό όνομα σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι παλιοί γνωστοί του και όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί λυπόντουσαν με το κατάντημά του. Ένας απ’ αυτούς , που λεγόταν Βασιλεύς, του έλεγε συχνά-πυκνά:
- Αλίμονό σου, ταλαίπωρε Νήφωνα! Έτσι που κατάντησες , είσαι ζωντανός νεκρός! Διορθώσου πια…
Μερικές φορές , όταν άκουγε τέτοια λόγια ο Νήφων, συναισθανόταν τις αμαρτίες του. Έπεφτε σε συλλογή, αναστέναζε, ξεσπούσε σε δάκρυα. Δεν μπορούσε όμως ν’ αφήσει τα πονηρά έργα, γιατί πολύ γρήγορα η δύναμη της συνήθειας τον έσερνε στα ίδια, σαν άλογο χαλινωμένο. Και τότε η απόγνωση, το μεγαλύτερο απ’ όλα τα κακά, ερχόταν να συμπληρώσει το έργο της ψυχικής καταστροφής του νέου: «Τώρα πια δεν υπάρχει για σένα μετάνοια», του ψιθύριζε. ‘Κοίταξε να μη στερηθείς τουλάχιστον τα επίγεια…».
Τόσο σφιχτοδεμένο κοντά του τον είχε ο διάβολος, που όχι μόνο προσευχή δεν μπορούσε να ψελλίσει, μα ώρες-ώρες ένιωθε αβάσταχτη δυσφορία, σα να του είχαν ακουμπήσει μια βαρειά πλάκα πάνω στο στήθος.
Η καλή γυναίκα του στρατηλάτη , βλέποντάς τον σε τέτοια χάλια, έκλαιγε και οδυρόταν.
- Αχ ,τι έπαθα, η αμαρτωλή! Τί πειρασμός είναι τούτος που με βρήκε; έλεγε και ξανάλεγε.
Πολλές φορές τον έπιανε με το καλό και τον συμβούλευε. Άλλοτε τον έπιανε με το άγριο, κάποτε μάλιστα τον ξυλοκοπούσε! Μα όλες οι προσπάθειες έμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Ο Νήφων ήταν αδιόρθωτος.
Μια φορά πήγε να δει κάποιον παλιό γνωστό του, το Νικόδημο, άνθρωπο ευσεβή και ενάρετο.
Ο Νικόδημος τον υποδέχθηκε με φανερή αγάπη.
- Ω, καλώς ώρισε ο αδελφός μου εν Κυρίω! αναφώνησε.
- Η χάρη του Θεού να ‘ ναι μαζί σου, αποκρίθηκε ο Νήφων, κι αμέσως σκέφτηκε πως είχε καιρό να πει τέτοιο χαιρετισμό.
Μα μόλις ο Νικόδημος ήρθε κοντά του, κοντοστάθηκε . Στήλωσε το βλέμμα πάνω του κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν αφηρημένος για κάμποση ώρα. Ο Νήφων τα έχασε.
- Τί συμβαίνει; τον ρώτησε αμήχανα. Γιατί με κοιτάς έτσι αμίλητος; Πρώτη φορά με βλέπεις;
Ο άλλος τότε σαν να συνήλθε.
- Πίστεψέ με, αδελφέ μου, δεν ξέρω τί να πω… Να , το πρόσωπό σου μου φαίνεται κατάμαυρο, σαν του αράπη! Πώς να στο εξηγήσω;…
Ο Νικόδημος σώπασε πάλι, μα ο Νήφων κατάλαβε πολύ καλά, πως το πλήθος των αμαρτιών του είχαν κάνει την όψη του να φαίνεται μαύρη! Συγκλονίστηκε. Γεμάτος ντροπή και συντριβή, έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έφυγε μονολογώντας: “ Αλίμονο σ’ εμένα τον αμαρτωλό! Και σ’ αυτή τη ζωή έγινα περιγέλασμα των ανθρώπων, και στην άλλη θα καίγομαι στη γέεννα του πυρός. Ωχ, ο άθλιος! Τί θα κάνω; Θα μπορέσω τάχα να μετανοήσω και να σωθώ; … Ποιός θα με βοηθήσει; Ποιος θα με βεβαιώσει πως θα βρω πραγματικά έλεος , αν μετανοήσω; … Μα πώς να πω στο Θεό «ελέησόν με» , μετά από τόσες βρωμερές αμαρτίες, που έκανα μπροστά στα μάτια Του;…”.
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011
ΠΕΡΑΣΕ καιρός. Ο Νήφων είχε προκόψει όχι μόνο στα γράμματα, μα και στην αρετή. Βλέποντας τα κατορθώματά του ο διάβολος , έγινε θηρίο. Λύσσαξε…
- Ακούς εκεί! Τόσο νέος και να μ’ αγνοεί! Έννοια σου, παλικαράκι μου… Θα σε περιποιηθώ εγώ…
Και πράγματι- αλίμονο! Ο Νήφων δεν είχε πείρα στον πνευματικό πόλεμο. Κι αυτό ακριβώς ήταν που εκμεταλλεύτηκε ο πονηρός. Αλλά και κάτι ακόμα: Την αστάθεια της νιότης, που εύκολα γλιστράει στην αμαρτία…
Πρώτα λοιπόν σκόρπισε το νου του σε ανώφελες μέριμνες. Ύστερα τον έσπρωξε προς τη μέθη και τη γαστριμαργία. Τέλος έσπειρε μέσα του τη νοσταλγία των γονιών και της πατρίδας. Σπάραζε η καρδιά του στη θύμηση της μάνας και του πατέρα. Οι λογισμοί άρχισαν να τον πνίγουν. Μα πού να φανταστεί κανείς πως όλα τούτα ήταν πόλεμος δαιμονικός…
Στην αρχή αντιστεκόταν γενναιόψυχα στους λογισμούς. Μα τελικά η θλίψη κι η βαρυθυμία του πλάκωσαν τελείως την καρδιά. Τον έκαναν κουρέλι.
Η γυναίκα του στρατηγού, μη βρίσκοντας άλλο τρόπο για να τον παρηγορήσει, άρχισε να τον περιποιείται υπερβολικά και να του ετοιμάζει πλούσια γεύματα, με φαγητά ποικίλα και κρασιά εκλεκτά.
Αυτό κράτησε καιρό. Ο Νήφων συνήθισε τα φαγοπότια, που εξελίχθηκαν σιγά-σιγά σε κραιπάλες. Από τις καταχρήσεις σκοτίστηκε ο νους του. Κι έτσι το ένα κακό έφερε το άλλο, αφού ο κατήφορος της αμαρτίας , όπως ξέρουμε, σταματημό δεν έχει: Ο σιωπηλός πρώτα και ήσυχος , έγινε τώρα αυθάδης και αθυρόστομος. Όλους τους έβριζε και τους διέσυρε με το παραμικρό. Καβγάδιζε για το τίποτα. Έβαζε σκάνδαλα κι έσπερνε διχόνοιες …
- Πω πω ! Τί αδιάντροπος! Τί ταραξίας! Στην οικουμένη δεν έχει τον όμοιό του! έλεγαν οι άνθρωποι, και φρόντιζαν να τον αποφεύγουν.
Τάχα για να ξεχάσει τους γονιούς και τον καημό της ξενητιάς , άρχισε να συχνάζει και στα θέατρα και στα καπηλειά και στα κακόφημα νυχτερινά κέντρα. Το ξημέρωμα τον έβρισκε να πίνει, να χορεύει, να τραγουδάει, να αισχρολογεί…
Μα το πιο αξιοθρήνητο ήταν, πως έπεσε στο βούρκο των σαρκικών αμαρτημάτων . Έσμιξε με νέους ακόλαστους κι έφτασε στο σημείο να λερώνει, μαζί μ’ αυτούς , την καθαρότητα της ψυχής του, πέφτοντας σε πορνείες , μοιχείες, ακόμα και σε σοδομίες!...
Μέρα με τη μέρα σκοτιζόταν , καθώς βούλιαζε μέσα στην αμαρτία. Όλο και παρασυρόταν από τις πανουργίες του σατανά. Και όλο και πιο θρασύς γινόταν. Κουβέντα δεν σήκωνε. Όποιος αποτολμούσε να του πει κάτι, δεχόταν βρισιές και χτυπήματα.
- Μα την αλήθεια, ο διάβολος κι αυτός εδώ δεν έχουν καμία διαφορά μεταξύ τους! έλεγαν με αγανάκτηση όσοι έβλεπαν τα καμώματά του.
Και πράγματι, τόσο πολύ κυλιόταν μες στην αμαρτία, που όλα τα δαιμόνια έτρεχαν ξοπίσω του με γέλια και χαρές. Και τόσο εφευρετικός ήταν σε κάθε είδος ασωτίας, που οι νέοι τον είχαν σαν πύλη προς την απώλεια!
Σιγά-σιγά έβγαλε κακό όνομα σ’ ολόκληρη την πόλη. Οι παλιοί γνωστοί του και όλοι οι ευσεβείς χριστιανοί λυπόντουσαν με το κατάντημά του. Ένας απ’ αυτούς , που λεγόταν Βασιλεύς, του έλεγε συχνά-πυκνά:
- Αλίμονό σου, ταλαίπωρε Νήφωνα! Έτσι που κατάντησες , είσαι ζωντανός νεκρός! Διορθώσου πια…
Μερικές φορές , όταν άκουγε τέτοια λόγια ο Νήφων, συναισθανόταν τις αμαρτίες του. Έπεφτε σε συλλογή, αναστέναζε, ξεσπούσε σε δάκρυα. Δεν μπορούσε όμως ν’ αφήσει τα πονηρά έργα, γιατί πολύ γρήγορα η δύναμη της συνήθειας τον έσερνε στα ίδια, σαν άλογο χαλινωμένο. Και τότε η απόγνωση, το μεγαλύτερο απ’ όλα τα κακά, ερχόταν να συμπληρώσει το έργο της ψυχικής καταστροφής του νέου: «Τώρα πια δεν υπάρχει για σένα μετάνοια», του ψιθύριζε. ‘Κοίταξε να μη στερηθείς τουλάχιστον τα επίγεια…».
Τόσο σφιχτοδεμένο κοντά του τον είχε ο διάβολος, που όχι μόνο προσευχή δεν μπορούσε να ψελλίσει, μα ώρες-ώρες ένιωθε αβάσταχτη δυσφορία, σα να του είχαν ακουμπήσει μια βαρειά πλάκα πάνω στο στήθος.
Η καλή γυναίκα του στρατηλάτη , βλέποντάς τον σε τέτοια χάλια, έκλαιγε και οδυρόταν.
- Αχ ,τι έπαθα, η αμαρτωλή! Τί πειρασμός είναι τούτος που με βρήκε; έλεγε και ξανάλεγε.
Πολλές φορές τον έπιανε με το καλό και τον συμβούλευε. Άλλοτε τον έπιανε με το άγριο, κάποτε μάλιστα τον ξυλοκοπούσε! Μα όλες οι προσπάθειες έμεναν χωρίς αποτέλεσμα. Ο Νήφων ήταν αδιόρθωτος.
Μια φορά πήγε να δει κάποιον παλιό γνωστό του, το Νικόδημο, άνθρωπο ευσεβή και ενάρετο.
Ο Νικόδημος τον υποδέχθηκε με φανερή αγάπη.
- Ω, καλώς ώρισε ο αδελφός μου εν Κυρίω! αναφώνησε.
- Η χάρη του Θεού να ‘ ναι μαζί σου, αποκρίθηκε ο Νήφων, κι αμέσως σκέφτηκε πως είχε καιρό να πει τέτοιο χαιρετισμό.
Μα μόλις ο Νικόδημος ήρθε κοντά του, κοντοστάθηκε . Στήλωσε το βλέμμα πάνω του κι έμεινε να τον κοιτάζει σαν αφηρημένος για κάμποση ώρα. Ο Νήφων τα έχασε.
- Τί συμβαίνει; τον ρώτησε αμήχανα. Γιατί με κοιτάς έτσι αμίλητος; Πρώτη φορά με βλέπεις;
Ο άλλος τότε σαν να συνήλθε.
- Πίστεψέ με, αδελφέ μου, δεν ξέρω τί να πω… Να , το πρόσωπό σου μου φαίνεται κατάμαυρο, σαν του αράπη! Πώς να στο εξηγήσω;…
Ο Νικόδημος σώπασε πάλι, μα ο Νήφων κατάλαβε πολύ καλά, πως το πλήθος των αμαρτιών του είχαν κάνει την όψη του να φαίνεται μαύρη! Συγκλονίστηκε. Γεμάτος ντροπή και συντριβή, έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του κι έφυγε μονολογώντας: “ Αλίμονο σ’ εμένα τον αμαρτωλό! Και σ’ αυτή τη ζωή έγινα περιγέλασμα των ανθρώπων, και στην άλλη θα καίγομαι στη γέεννα του πυρός. Ωχ, ο άθλιος! Τί θα κάνω; Θα μπορέσω τάχα να μετανοήσω και να σωθώ; … Ποιός θα με βοηθήσει; Ποιος θα με βεβαιώσει πως θα βρω πραγματικά έλεος , αν μετανοήσω; … Μα πώς να πω στο Θεό «ελέησόν με» , μετά από τόσες βρωμερές αμαρτίες, που έκανα μπροστά στα μάτια Του;…”.
(συνεχίζεται)
Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2011