Διάφοροι βίοι Αγίων
Συντονιστές: ntinoula, Συντονιστές
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Σεβαστείας
Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 349 μ.Χ. Ο πατέρας του Βασίλειος, ήταν ρήτορας, εγκατεστημένος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και ήταν υιός της Μακρίνης, η οποία υπέστη πολλά μετά του συζύγου της κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου για την πίστη τους στον Χριστό.
Η μητέρα του Αγίου Πέτρου ονομαζόταν Εμμέλεια, καταγόταν από την Καππαδοκία, ήταν θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη και πολύ φιλάνθρωπη.
Από τον γάμο της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία τα τέσσερα ήταν αγόρια. Το πρωτότοκο παιδί τους ήταν η Μακρίνα η οποία μετά τον θάνατο του μνηστήρα της, επιδόθηκε στην άσκηση. Προ του Πέτρου γεννήθηκε η Θεοσεβία. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι, ο Βασίλειος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία. Ο Ναυκράτιος πέθανε νέος, σε ηλικία 27 ετών.
Ο Άγιος Πέτρος έγινε ηγούμενος της μονής που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος το έτος 370 μ.Χ. τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και το 380 μ.Χ., Επίσκοπο Σεβαστείας της Μ. Αρμενίας. Έλαβε μέρος στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο και κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 392 μ.Χ.
Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππαδοκίας το 349 μ.Χ. Ο πατέρας του Βασίλειος, ήταν ρήτορας, εγκατεστημένος στη Νεοκαισάρεια του Πόντου και ήταν υιός της Μακρίνης, η οποία υπέστη πολλά μετά του συζύγου της κατά τον διωγμό του Μαξιμίνου για την πίστη τους στον Χριστό.
Η μητέρα του Αγίου Πέτρου ονομαζόταν Εμμέλεια, καταγόταν από την Καππαδοκία, ήταν θυγατέρα Μάρτυρος, ευλαβέστατη και πολύ φιλάνθρωπη.
Από τον γάμο της με τον Βασίλειο γεννήθηκαν εννέα παιδιά, από τα οποία τα τέσσερα ήταν αγόρια. Το πρωτότοκο παιδί τους ήταν η Μακρίνα η οποία μετά τον θάνατο του μνηστήρα της, επιδόθηκε στην άσκηση. Προ του Πέτρου γεννήθηκε η Θεοσεβία. Από τα τέσσερα αγόρια, τρεις έγιναν Επίσκοποι, ο Βασίλειος στην Καισάρεια, ο Γρηγόριος στη Νύσσα και ο Πέτρος στη Σεβαστεία. Ο Ναυκράτιος πέθανε νέος, σε ηλικία 27 ετών.
Ο Άγιος Πέτρος έγινε ηγούμενος της μονής που ίδρυσε ο Μέγας Βασίλειος, ο οποίος το έτος 370 μ.Χ. τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και το 380 μ.Χ., Επίσκοπο Σεβαστείας της Μ. Αρμενίας. Έλαβε μέρος στην Β’ Οικουμενική Σύνοδο και κοιμήθηκε ειρηνικά το έτος 392 μ.Χ.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
ΑΓΙΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΣΧΑΣ
Γεννήθηκε στη Βαλλύνια κατά το δεύτερο ήμιση του 13ου αιώνα από τους ευσεβείς γονείς Θεόδωρο και Ευπραξία.Όταν ήταν μικρός δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά κατά θαυματουργική παρέμβαση έγινε καλά.Στα 12 του χρόνια μπήκε στο μοναστήρι και έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας.Με την ευλογία του ηγουμένου του έζησε απομονωμένος στις όχθες του ποταμού Ράτα.Εκεί σιγά-σιγά διαμορφώθηκε μια μοναστική αδελφότητα και χτίστηκε μια μονή προς τιμήν του Σωτήρος Χριστού.Η φήμη του είχε εξαπλωθεί παντού.
Ανεδείχθηκε Μητροπολίτης Ρωσίας υποστηριζόμενος από τόν ηγεμόνα τῆς Γαλικίας Γεώργιο Λβόβιχ καί χειροτονήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Πατριάρχη Αθανάσιο Α’. Η Πρωθιεραρχεία του σημαδεύθηκε ἀπό τήν μεταφορά της Μητροπολιτικής έδρας ἀπό τό Κίεβο στή Μόσχα, χωρίς καί πάλι νά αλλάξει ὁ τίτλος του Μητροπολίτη Ρωσίας, γεγονός πού ἐνίσχυσε τήν θέση της Ἡγεμονίας απέναντι στίς άλλες.Κατά τήν εμφύλια διαμάχη μεταξύ των ηγεμόνων Μιχαήλ Γιαροσλάβιτς του Τβέρ καί Γεωργίου Ντανίλοβιτς της Μόσχας, υποστήριξε ανοικτά τόν δεύτερο, διότι διέβλεπε τήν ἀνάγκη ἑνώσεως τῶν μικρών Ρωσικών Ἡγεμονιών κάτω ἀπό μία πολιτική έδρα καί ἕναν ηγεμόνα. Τελικά ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ηγεμόνα κατακτήθηκε ἀπό τόν Ηγεμόνα της Μόσχας Ιωάννη Α’ Ντανίλοβιτς Καλιτά (1326), από τόν ὁποῖο ὁ Μητροπ. Πέτρος ζήτησε τήν ανέγερση του Καθεδρικού Ναού Κοιμ.Θεοτόκου Κρεμλίνου (Ουσπένσκυ Σομπόρ), στον οποίο καί ενταφιάσθηκε.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα γραπτά που έχουν διασωθεί απ'αυτόν και στα οποία εκφράζει την ανυσηχια και την φροντίδα του για τον πιστό λαό.Την εποχή εκείνη η Ρωσία υπέφερε από τους Τατάρους.
Το 1313 επισκέφθηκε τον Τατάρο Χαν Ουζμπέκ στο στρατόπεδο της Χρυσής Ορδής και πέτυχε την έκδοση ενός διατάγματος ευνοικού για την εκκλησία
Εκοιμήθη στις 21 Δεκεμβρίου 1326.
Το άφθαρτο λείψανό του βρίσκεται στο Κρεμλίνο στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Γεννήθηκε στη Βαλλύνια κατά το δεύτερο ήμιση του 13ου αιώνα από τους ευσεβείς γονείς Θεόδωρο και Ευπραξία.Όταν ήταν μικρός δεν μπορούσε να μιλήσει αλλά κατά θαυματουργική παρέμβαση έγινε καλά.Στα 12 του χρόνια μπήκε στο μοναστήρι και έμαθε και την τέχνη της αγιογραφίας.Με την ευλογία του ηγουμένου του έζησε απομονωμένος στις όχθες του ποταμού Ράτα.Εκεί σιγά-σιγά διαμορφώθηκε μια μοναστική αδελφότητα και χτίστηκε μια μονή προς τιμήν του Σωτήρος Χριστού.Η φήμη του είχε εξαπλωθεί παντού.
Ανεδείχθηκε Μητροπολίτης Ρωσίας υποστηριζόμενος από τόν ηγεμόνα τῆς Γαλικίας Γεώργιο Λβόβιχ καί χειροτονήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη ἀπό τόν Πατριάρχη Αθανάσιο Α’. Η Πρωθιεραρχεία του σημαδεύθηκε ἀπό τήν μεταφορά της Μητροπολιτικής έδρας ἀπό τό Κίεβο στή Μόσχα, χωρίς καί πάλι νά αλλάξει ὁ τίτλος του Μητροπολίτη Ρωσίας, γεγονός πού ἐνίσχυσε τήν θέση της Ἡγεμονίας απέναντι στίς άλλες.Κατά τήν εμφύλια διαμάχη μεταξύ των ηγεμόνων Μιχαήλ Γιαροσλάβιτς του Τβέρ καί Γεωργίου Ντανίλοβιτς της Μόσχας, υποστήριξε ανοικτά τόν δεύτερο, διότι διέβλεπε τήν ἀνάγκη ἑνώσεως τῶν μικρών Ρωσικών Ἡγεμονιών κάτω ἀπό μία πολιτική έδρα καί ἕναν ηγεμόνα. Τελικά ὁ τίτλος τοῦ Μεγ. Ηγεμόνα κατακτήθηκε ἀπό τόν Ηγεμόνα της Μόσχας Ιωάννη Α’ Ντανίλοβιτς Καλιτά (1326), από τόν ὁποῖο ὁ Μητροπ. Πέτρος ζήτησε τήν ανέγερση του Καθεδρικού Ναού Κοιμ.Θεοτόκου Κρεμλίνου (Ουσπένσκυ Σομπόρ), στον οποίο καί ενταφιάσθηκε.
Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα γραπτά που έχουν διασωθεί απ'αυτόν και στα οποία εκφράζει την ανυσηχια και την φροντίδα του για τον πιστό λαό.Την εποχή εκείνη η Ρωσία υπέφερε από τους Τατάρους.
Το 1313 επισκέφθηκε τον Τατάρο Χαν Ουζμπέκ στο στρατόπεδο της Χρυσής Ορδής και πέτυχε την έκδοση ενός διατάγματος ευνοικού για την εκκλησία
Εκοιμήθη στις 21 Δεκεμβρίου 1326.
Το άφθαρτο λείψανό του βρίσκεται στο Κρεμλίνο στον Καθεδρικό Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Πέτρος ὁ Ἱερομάρτυρας ἐκ Καπιτωλίων
Ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς πόλης τῶν Καπιτωλίων (ἀρχαία πόλη τῆς ἀνατολικῆς Ἰορδανίας, στὸ δρόμο γιὰ τὴ Δαμασκό), μεγάλος σοφὸς καὶ πολὺ συνετός.
Ὑπῆρξε παντρεμένος μὲ τρία παιδιὰ καὶ κατόπιν ἔγινε μοναχός. Τιμήθηκε μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα τῆς Μητρόπολης Βόστρων (ἀρχαία πόλη τῆς Συρίας στὴ Χωρᾶν, 80 χλμ. ἀνατολικά της λίμνης Γενησαρὲτ καὶ 90 χλμ νότια της Δαμασκοῦ).
Καταγγέλλεται στὸν ἐθνάρχη τῶν Ἀγαρηνῶν, ὅτι εἶναι διδάσκαλος τῶν Χριστιανῶν. Ἐπειδὴ ὁ Πέτρος καὶ μπροστὰ στὸν Ἀγαρηνὸ ἐθνάρχη ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του, γι’ αὐτὸ τοῦ κόβουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. Κατόπιν τοῦ βγάζουν τὰ μάτια, τὸν σταυρώνουν καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφαλίζουν.
Τὸ δὲ μαρτυρικό του σῶμα, ἀφοῦ τὸ ἔκαψαν στὴ φωτιά, κατόπιν τὸ ἔριξαν στὸ ποτάμι.
Ἦταν γέννημα καὶ θρέμμα τῆς πόλης τῶν Καπιτωλίων (ἀρχαία πόλη τῆς ἀνατολικῆς Ἰορδανίας, στὸ δρόμο γιὰ τὴ Δαμασκό), μεγάλος σοφὸς καὶ πολὺ συνετός.
Ὑπῆρξε παντρεμένος μὲ τρία παιδιὰ καὶ κατόπιν ἔγινε μοναχός. Τιμήθηκε μὲ τὸ ἀξίωμα τῆς ἱεροσύνης ἀπὸ τὸν Ἀρχιερέα τῆς Μητρόπολης Βόστρων (ἀρχαία πόλη τῆς Συρίας στὴ Χωρᾶν, 80 χλμ. ἀνατολικά της λίμνης Γενησαρὲτ καὶ 90 χλμ νότια της Δαμασκοῦ).
Καταγγέλλεται στὸν ἐθνάρχη τῶν Ἀγαρηνῶν, ὅτι εἶναι διδάσκαλος τῶν Χριστιανῶν. Ἐπειδὴ ὁ Πέτρος καὶ μπροστὰ στὸν Ἀγαρηνὸ ἐθνάρχη ὁμολόγησε μὲ θάρρος τὴν πίστη του, γι’ αὐτὸ τοῦ κόβουν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια. Κατόπιν τοῦ βγάζουν τὰ μάτια, τὸν σταυρώνουν καὶ στὸ τέλος τὸν ἀποκεφαλίζουν.
Τὸ δὲ μαρτυρικό του σῶμα, ἀφοῦ τὸ ἔκαψαν στὴ φωτιά, κατόπιν τὸ ἔριξαν στὸ ποτάμι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Πέτρος ο Τελώνης
Ο Άγιος Πέτρος είχε το αξίωμα του πατρικίου κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.) και ήταν διοικητής της Αφρικής. Δυστυχώς ήταν άνθρωπος άσπλαχνος, ανελεήμων, πλεονέκτης και φιλάργυρος.
Κάποτε προσήλθε σε αυτόν ένας φτωχός, για να τον δοκιμάσει και του ζητούσε ελεημοσύνη. Τότε εκείνος άρπαξε έναν άρτο, από εκείνους που εκείνη την στιγμή του είχε φέρει ο αρτοποιός και σαν πέτρα τον πέταξε κατά του φτωχού ανθρώπου.
Με την χάρη του Θεού, κάποια στιγμή κράτησε στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο. Από περιέργεια το άνοιξε, αλλά η ανάγνωσή του δεν τον άφησε αδιάφορο. Τότε άνοιξαν τα μάτια του. Και με ειλικρίνεια είδε τον πραγματικό του εαυτό.
Με θλίψη είδε την αληθινή εικόνα της ψυχικής του καταστάσεως. Αμέσως ήλθε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τον λόγο των Πατέρων: «Είσελθε στον εαυτό σου.
Εκεί η χαρά και η βασιλεία». Στη μνήμη του και στη συνείδησή του έρχονταν οι φυσιογνωμίες των τελώνων του Ευαγγελίου, τους οποίους ο Χριστός έσωσε. Και, όπως εκείνοι, μετανόησε.
Τότε, σε ώρα ασθένειας, είδε όνειρο.
Του φάνηκε ότι παρίστατο στην κρίση του Θεού, ο Οποίος άλλου δικαίωνε και άλλους καταδίκαζε. Εκείνη την ώρα της κρίσεως είδε κοντά του μια ζυγαριά.
Στο αριστερό μέρος της ζυγαριάς έβλεπε να συγκεντρώνονται δαίμονες και να εναποθέτουν πολλές κακές του πράξεις, ενώ στο δεξιό του έβλεπε Αγγέλους να μην βρίσκουν κάποιο άλλο καλό να εναποθέσουν προς ισορροπία της ζυγαριάς, παρά μόνο τον άρτο εκείνο που πέταξε με θυμό κατά του φτωχού.
Αφού ξύπνησε, έλαβε τη μεγάλη και σωτήρια απόφασή του. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και έκανε έργο του να ανευρίσκει τους πάσχοντες και τους ενδεείς.
Αλλά η χαρακτηριστικότερη απόδειξη της τέλειας και καλής αλλοιώσεώς του και της αυταπαρνήσεώς του είναι, ότι πούλησε σαν δούλο τον ίδιο του τον εαυτό και έδωσε τα χρήματα που πήρε στους φτωχούς.
Αφού ανέκτησε την ελευθερία του πήγε στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου.
Και τέλος, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και οσίως κοιμήθηκε και ενταφιάσθηκε στην τοποθεσία του Βοός, στο πατρικό του σπίτι, πτωχός κατά κόσμον, αλλά πλούσιος σε αιώνιους θησαυρούς.
Ο Άγιος Πέτρος είχε το αξίωμα του πατρικίου κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565 μ.Χ.) και ήταν διοικητής της Αφρικής. Δυστυχώς ήταν άνθρωπος άσπλαχνος, ανελεήμων, πλεονέκτης και φιλάργυρος.
Κάποτε προσήλθε σε αυτόν ένας φτωχός, για να τον δοκιμάσει και του ζητούσε ελεημοσύνη. Τότε εκείνος άρπαξε έναν άρτο, από εκείνους που εκείνη την στιγμή του είχε φέρει ο αρτοποιός και σαν πέτρα τον πέταξε κατά του φτωχού ανθρώπου.
Με την χάρη του Θεού, κάποια στιγμή κράτησε στα χέρια του το Ιερό Ευαγγέλιο. Από περιέργεια το άνοιξε, αλλά η ανάγνωσή του δεν τον άφησε αδιάφορο. Τότε άνοιξαν τα μάτια του. Και με ειλικρίνεια είδε τον πραγματικό του εαυτό.
Με θλίψη είδε την αληθινή εικόνα της ψυχικής του καταστάσεως. Αμέσως ήλθε στον εαυτό του εφαρμόζοντας τον λόγο των Πατέρων: «Είσελθε στον εαυτό σου.
Εκεί η χαρά και η βασιλεία». Στη μνήμη του και στη συνείδησή του έρχονταν οι φυσιογνωμίες των τελώνων του Ευαγγελίου, τους οποίους ο Χριστός έσωσε. Και, όπως εκείνοι, μετανόησε.
Τότε, σε ώρα ασθένειας, είδε όνειρο.
Του φάνηκε ότι παρίστατο στην κρίση του Θεού, ο Οποίος άλλου δικαίωνε και άλλους καταδίκαζε. Εκείνη την ώρα της κρίσεως είδε κοντά του μια ζυγαριά.
Στο αριστερό μέρος της ζυγαριάς έβλεπε να συγκεντρώνονται δαίμονες και να εναποθέτουν πολλές κακές του πράξεις, ενώ στο δεξιό του έβλεπε Αγγέλους να μην βρίσκουν κάποιο άλλο καλό να εναποθέσουν προς ισορροπία της ζυγαριάς, παρά μόνο τον άρτο εκείνο που πέταξε με θυμό κατά του φτωχού.
Αφού ξύπνησε, έλαβε τη μεγάλη και σωτήρια απόφασή του. Μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και έκανε έργο του να ανευρίσκει τους πάσχοντες και τους ενδεείς.
Αλλά η χαρακτηριστικότερη απόδειξη της τέλειας και καλής αλλοιώσεώς του και της αυταπαρνήσεώς του είναι, ότι πούλησε σαν δούλο τον ίδιο του τον εαυτό και έδωσε τα χρήματα που πήρε στους φτωχούς.
Αφού ανέκτησε την ελευθερία του πήγε στα Ιεροσόλυμα, για να προσκυνήσει τους Άγιους Τόπους, όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε ο Σωτήρας του κόσμου.
Και τέλος, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και οσίως κοιμήθηκε και ενταφιάσθηκε στην τοποθεσία του Βοός, στο πατρικό του σπίτι, πτωχός κατά κόσμον, αλλά πλούσιος σε αιώνιους θησαυρούς.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Οἱ Ἅγιοι Πιόνιος ὁ Πρεσβύτερος καὶ Σαβίνα οἱ Μάρτυρες
Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Πιόνιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Ἔλεγχε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικοὺς καὶ τοὺς ἔπειθε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ὅτι ἕνας μόνο εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ ὁ μονογενής Του Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ κήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο.
Ἔτσι συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ πρῶτα παραδόθηκε ἁλυσοδεμένος στὸν Πολέμωνα, τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Ἐλπίδιο. Ἔπειτα ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας, ἀνθύπατο Κοντυλιανό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὸν κτύπησαν ἀνηλεῶς μέχρι θανάτου καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, κατέκαψαν τὰ πλευρά του μὲ ἀναμμένες δᾴδες φωτιᾶς. Στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι καὶ ὁ Ἅγιος προσευχόμενος μέσα σὲ αὐτό, τελείωσε μαρτυρικὰ τὸν βίο του.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Λιθόστρωτο, ὅπου ὑπῆρχε ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Σαβίνας εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Ἡ κοινὴ μνήμη τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα. Φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετὰ τοῦ Ἁγίου Πιονῖου. Στοὺς δυὸ αὐτοὺς Μάρτυρες τῆς πίστεως συνέθεσε Κανόνα ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης.
Ὁ Ἅγιος Μάρτυρας Πιόνιος ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ.) καὶ ἦταν πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης. Ἔλεγχε τοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Ἐθνικοὺς καὶ τοὺς ἔπειθε ἀπὸ τὶς θεῖες Γραφὲς ὅτι ἕνας μόνο εἶναι ὁ Θεὸς ὁ ἀληθινός, ὁ Δημιουργὸς τῶν πάντων καὶ ὁ μονογενής Του Υἱὸς Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον καὶ κήρυττε ὅτι ὅλοι οἱ ἁμαρτωλοὶ καὶ οἱ ἄπιστοι θὰ τιμωρηθοῦν καὶ θὰ παραδοθοῦν στὸ πῦρ τὸ αἰώνιο.
Ἔτσι συνελήφθη ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες μαζὶ μὲ ἄλλους Χριστιανούς. Καὶ πρῶτα παραδόθηκε ἁλυσοδεμένος στὸν Πολέμωνα, τὸν ἱερέα τῶν εἰδώλων καὶ στὸν ἄρχοντα τῆς πόλεως Ἐλπίδιο. Ἔπειτα ὁδηγήθηκε στὸν ἡγεμόνα τῆς χώρας, ἀνθύπατο Κοντυλιανό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν βασανίσουν. Τὸν κτύπησαν ἀνηλεῶς μέχρι θανάτου καὶ ἀφοῦ τὸν κρέμασαν σὲ ξύλο, κατέκαψαν τὰ πλευρά του μὲ ἀναμμένες δᾴδες φωτιᾶς. Στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν μέσα σὲ καμίνι καὶ ὁ Ἅγιος προσευχόμενος μέσα σὲ αὐτό, τελείωσε μαρτυρικὰ τὸν βίο του.
Ἡ Σύναξή του ἐτελεῖτο στὸ Λιθόστρωτο, ὅπου ὑπῆρχε ναὸς ἀφιερωμένος στὸν Ἅγιο.
Ἡ μνήμη τῆς Ἁγίας Σαβίνας εἶναι ἄγνωστη στοὺς Συναξαριστές. Ἡ κοινὴ μνήμη τῶν Ἁγίων ἀναφέρεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα. Φαίνεται ὅτι ἡ Ἁγία Μάρτυς Σαβίνα συνεμαρτύρησε μετὰ τοῦ Ἁγίου Πιονῖου. Στοὺς δυὸ αὐτοὺς Μάρτυρες τῆς πίστεως συνέθεσε Κανόνα ὁ ὑμνογράφος Θεοφάνης.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Πλάτωνας
Ὁ Ἅγιος Πλάτωνας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ μάρτυρα Ἀντιόχου.
Σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες, διότι διακήρυττε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα Ἀγριππίνο. Ὁ Ἀγριππίνος βλέποντας τὴν ὡραιότητα τοῦ νέου καὶ γνωρίζοντας ὅτι κατεῖχε περιουσία, προσπάθησε νὰ τὸν ἑλκύσει μὲ κολακεῖες. Ὅμως ὁ Ἅγιος Πλάτων ἀρνήθηκε καὶ συνέχισε νὰ διακηρύττει τὴν πίστη του στὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ Θεό. Ἀφοῦ ὁ ἡγεμόνας εἶδε ὅτι δὲν κατάφερε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει δελεάζοντάς τον, τὸν ἀπείλησε μὲ μαρτύρια.
Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ Ἅγιος Πλάτων παρέμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Ἔτσι ὁ Ἀγριππίνας διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀνελέητα καὶ ὕστερα νὰ τὸν βασανίσουν μὲ πυρωμένες ράβδους. Ὁ Ἅγιος διατήρησε ὅλη του τὴν πίστη καὶ δὲν ἔπαψε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτὸ διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός του.
Ἔτσι λοιπὸν ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Πλάτωνας παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πλατυνόμενος, ἀγάπῃ θείᾳ, τὴν φερώνυμον, κλῆσίν σου Μάρτυς, τῇ ἀθλήσει ἀληθεύουσαν ἔδειξας· καὶ μαρτυρίου ἀνύσας τὸν δίαυλον, μαρτυρικῆς ἠξιώθης λαμπρότητος. Πλάτων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Δυὰς ἡ εὐκλεής, τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων, ἐδόξασε λαμπρῶς, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ Πλάτων ὁ ἔνδοξος, Ρωμανός τε ὁ ἔνθεος, ἐναθλήσαντες, καὶ τὸν ἐχθρὸν καθελόντες· ὅθεν πάντοτε, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωποῦσι, τὸν μόνον Φιλάνθρωπον.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ πλάτει Ἄγιε, τῶν σῶν ἀγώνων, τοῦ ἐχθροῦ ἐστένωσας, πᾶσαν ὀλέθριον ἰσχύν, καὶ χάριν νέμεις τοῖς ψάλλουσι· χαίροις ὦ Πλάτων Μαρτύρων ὡράϊσμα.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ὁπλῖται ἄριστοι, τῆς ἀληθείας, τὸν τοῦ ψεύδους ἄρχοντα, κατετροπώσασθε στερρῶς, σὺν Ῥωμανῷ Πλάτων ἔνδοξε, τῆς εὐσεβείας τὸν λόγον κηρύξαντες.
Μεγαλυνάριον.
Πλάτος εὐσεβείας διατρανοῖ, Πλάτων ὁ θεόφρων, τῇ στενώσει τῶν αἰκισμῶν, πίστεως δὲ ῥώμην, ὁ Ῥωμανὸς ἐκλάμπει, καὶ ἄμφω τὸ τοῦ Λόγου, πάθος δοξάζουσι.
Ὁ Ἅγιος Πλάτωνας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ μάρτυρα Ἀντιόχου.
Σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν συνέλαβαν οἱ εἰδωλολάτρες, διότι διακήρυττε τὴν πίστη του στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸν ὁδήγησαν μπροστὰ στὸν ἡγεμόνα Ἀγριππίνο. Ὁ Ἀγριππίνος βλέποντας τὴν ὡραιότητα τοῦ νέου καὶ γνωρίζοντας ὅτι κατεῖχε περιουσία, προσπάθησε νὰ τὸν ἑλκύσει μὲ κολακεῖες. Ὅμως ὁ Ἅγιος Πλάτων ἀρνήθηκε καὶ συνέχισε νὰ διακηρύττει τὴν πίστη του στὸν ἕναν καὶ μοναδικὸ Θεό. Ἀφοῦ ὁ ἡγεμόνας εἶδε ὅτι δὲν κατάφερε νὰ τὸν ἀλλαξοπιστήσει δελεάζοντάς τον, τὸν ἀπείλησε μὲ μαρτύρια.
Παρ’ ὅλα ταῦτα ὁ Ἅγιος Πλάτων παρέμεινε σταθερὸς στὴν πίστη του. Ἔτσι ὁ Ἀγριππίνας διέταξε νὰ τὸν μαστιγώσουν ἀνελέητα καὶ ὕστερα νὰ τὸν βασανίσουν μὲ πυρωμένες ράβδους. Ὁ Ἅγιος διατήρησε ὅλη του τὴν πίστη καὶ δὲν ἔπαψε νὰ ὁμολογεῖ τὸν Ἰησοῦ Χριστό, γι’ αὐτὸ διατάχθηκε ὁ ἀποκεφαλισμός του.
Ἔτσι λοιπὸν ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυρας Πλάτωνας παρέδωσε τὸ πνεῦμα του στὸν Κύριο καὶ τιμήθηκε μὲ τὸ ἀμάραντο στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Πλατυνόμενος, ἀγάπῃ θείᾳ, τὴν φερώνυμον, κλῆσίν σου Μάρτυς, τῇ ἀθλήσει ἀληθεύουσαν ἔδειξας· καὶ μαρτυρίου ἀνύσας τὸν δίαυλον, μαρτυρικῆς ἠξιώθης λαμπρότητος. Πλάτων ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Δυὰς ἡ εὐκλεής, τῶν κλεινῶν Ἀθλοφόρων, ἐδόξασε λαμπρῶς, τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὁ Πλάτων ὁ ἔνδοξος, Ρωμανός τε ὁ ἔνθεος, ἐναθλήσαντες, καὶ τὸν ἐχθρὸν καθελόντες· ὅθεν πάντοτε, ὑπὲρ ἡμῶν δυσωποῦσι, τὸν μόνον Φιλάνθρωπον.
Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἐν τῷ πλάτει Ἄγιε, τῶν σῶν ἀγώνων, τοῦ ἐχθροῦ ἐστένωσας, πᾶσαν ὀλέθριον ἰσχύν, καὶ χάριν νέμεις τοῖς ψάλλουσι· χαίροις ὦ Πλάτων Μαρτύρων ὡράϊσμα.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὡς ὁπλῖται ἄριστοι, τῆς ἀληθείας, τὸν τοῦ ψεύδους ἄρχοντα, κατετροπώσασθε στερρῶς, σὺν Ῥωμανῷ Πλάτων ἔνδοξε, τῆς εὐσεβείας τὸν λόγον κηρύξαντες.
Μεγαλυνάριον.
Πλάτος εὐσεβείας διατρανοῖ, Πλάτων ὁ θεόφρων, τῇ στενώσει τῶν αἰκισμῶν, πίστεως δὲ ῥώμην, ὁ Ῥωμανὸς ἐκλάμπει, καὶ ἄμφω τὸ τοῦ Λόγου, πάθος δοξάζουσι.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Πολύδωρος ὁ Νεομάρτυρας
Τὸ ὄνομά του δὲν εἶναι γνωστὸ στοὺς πολλούς. Κι ὅμως ἀποτελεῖ ἕνα πραγματικὸ στολίδι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνα ἡρωικὸ μαχητὴ καὶ νέο μάρτυρα τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.
Γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τῆς Κύπρου τὸ 1794. Χρόνια δύσκολα. Χρόνια σκοτεινά. Χρόνια μαύρης σκλαβιᾶς.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως οἱ γονεῖς του Χατζηλουκᾶς καὶ Λουρδανοῦ, ἄνθρωποι θεοφοβούμενοι κι εὐσεβεῖς φρόντισαν νὰ δώσουν στὸ παιδί τους μόρφωση χριστιανική.
Καὶ ἡ μόρφωση αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ κάνει κάθε ἄνθρωπο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο. Φρόνιμο, σοφό, ἄνθρωπο ἀρετῆς.Ὅταν ὁ Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση ἔξυπνη καὶ δημιουργική, ἐπιδόθηκε στὸ ἐμπόριο. Γιὰ τὶς δουλειὲς του μάλιστα ἄρχισε νὰ ταξιδεύει σὲ διάφορα μέρη καὶ στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ ἕνα διάστημα οἱ συμβουλὲς τῶν γονιῶν του, νὰ προσέχει στὶς συναναστροφές του, ἀντηχοῦσαν διαρκῶς στὰ αὐτιά του καὶ τὸν συγκρατοῦσαν.
Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως ἡ προσοχὴ χαλαρώθηκε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε καὶ γι’ αὐτὸν τραγικό. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ταξίδια του στὴν χώρα τοῦ Νείλου γνωρίστηκε μ’ ἕναν πλούσιο ἐξωμότη ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία του.
Στὴν ἐργασία αὐτὴ συνδέθηκε καὶ μὲ διάφορους τύπους τῆς ἡλικίας του. Τύπους ἄμυαλους καὶ διεφθαρμένους, τύπους ἀνήθικους καὶ αἰσχρούς. Στὴν ἀρχὴ ἀγωνίστηκε νὰ κρατηθεῖ. Ὅμως δὲν τὸ κατόρθωσε.
Καὶ ὁ λόγος; Εὔκολος καὶ ἁπλός. Τὰ μέσα, ποὺ θὰ τὸν συγκρατοῦσαν καὶ θὰ τὸν ἐνίσχυαν στὸν ἀγῶνα του, εἶχαν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλειφθεῖ. Στὴν ἀρχὴ ἐγκαταλείφθηκε ἡ προσευχή. Ὕστερα ἀκολούθησε ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ οἱ ἐπισκέψεις του σὲ πρόσωπα ποὺ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ᾖλθε ἡ σειρὰ τοῦ πνευματικοῦ του.
Τὸν παράτησε καὶ αὐτόν. Καὶ σ’ ἐπίμετρο ἄρχισε νὰ ξενυχτᾷ, νὰ πίνει καὶ νὰ μεθᾷ, νὰ χαρτοπαίζει καὶ νὰ νυχτοξημερώνεται στὰ διάφορα καταγώγια.
Μιὰ βράδια σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ κέντρα αὐτὰ τῆς ἀκολασίας παρασύρθηκε καὶ ἤπιε τόσο ποὺ μέθυσε. Καὶ στὸ μεθύσι ἐπάνω, ἀλίμονο! Ἀλλαξοπίστησε. Ναί! ὁ Πολύδωρος μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος μὲ τὴ δυνατὴ πίστη καὶ τὸ θάρρος γιὰ τὴ ζωὴ λύγισε, νικήθηκε, ἔπεσε. Ἐγκατέλειψε τὸν πολύτιμο θησαυρό του, τὴν χαρὰ τῆς ψυχῆς του, τὴν χριστιανική του πίστη, τὴν πίστη τῶν γονιῶν του καὶ ἀσπάσθηκε τὸν μωαμεθανισμό.
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὅμως τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν ἱκανοποίησαν. Ἡ νέα θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε καμιὰ χαρά. Ἐκεῖνος ποὺ ἔζησε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τὸ φῶς τῶν πυγολαμπίδων. Ἔτσι καὶ ἡ καινούργια θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε, δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει καὶ τὴν ἐλάχιστη ψυχικὴ ἱκανοποίηση.
Παρὰ τὰ χρήματα ποὺ κέρδιζε καὶ τὶς θέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα ποὺ ἐξασφάλισε μὲ τὴ νέα του ζωή, καμιὰ χαρὰ δὲν εἶδε. Ἀντίθετα οἱ τύψεις ποὺ ἄρχισαν νὰ ξυπνοῦν μέσα του καὶ ποὺ μεγάλωναν μέρα μὲ τὴν ἡμέρα καὶ πλήθαιναν δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἡσυχάσει. Ἡ συνείδησή του, μαστίγιο σκληρὸ καὶ ἀνελέητο, τὸν ἔδερνε φρικτὰ καὶ χωρὶς οἶκτο.
Κάποια βραδιὰ σὲ μία τέτοια ψυχικὴ ἀναστάτωση, θυμήθηκε μὲ γλυκιὰ νοσταλγία τὸ σπίτι του. Ἀγράμματοι ἦταν οἱ γονεῖς του. Μὰ εἶχαν τὴ μόρφωση τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν μόρφωση ἀγωνίστηκαν νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτόν. Στὴν ἀθῴα παιδικὴ ψυχή του φρόντισαν νὰ σταλάζουν καθημερινὰ τῆς χάριτος τὴν δροσιὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ ἔργα. Πόση εἰρήνη ἦταν τότε χυμένη στὶς καρδιές! Πόση γαλήνη!
Καὶ ἡ προσευχὴ πόσο συγκινοῦσε καὶ ξεκούραζε! Πρὶν νὰ πᾶνε γιὰ ὕπνο τὸ βράδυ καὶ ὑστέρα ἀπὸ τὴν σκληρὴ δουλειὰ καὶ τοὺς κινδύνους τῆς κάθε ἡμέρας, τοὺς κινδύνους ποὺ δημιουργοῦσε ἡ βαρβαρότητα τοῦ Τούρκου δυνάστη καὶ ἡ μαύρη σκλαβιά, γονάτιζαν ὅλοι μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Μεγαλόχαρης καὶ τοῦ ἀφέντη, τοῦ Χριστοῦ. Γονάτιζαν καὶ ἄκουαν μὲ εὐλάβεια τὴ μανοῦλα νὰ λέει ἀργὰ καὶ κατανυχτικὰ μιὰ τέτοια περίπου προσευχή:
— Σ’ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, ποὺ μᾶς φύλαξες καλὰ καὶ τούτη τὴν ἡμέρα. Σ’ εὐχαριστοῦμε καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἡ ἀγάπη σου μᾶς χάρισε. Σὲ παρακαλοῦμε, Κύριε, φύλαξέ μας καὶ τούτη τὴ νύχτα. Φύλαξέ μας ἀπὸ τοῦ Τούρκου τὴν μανία καὶ τὸ μαχαῖρι. Φύλαξέ μας ἀπὸ κάθε κακό.
Φύλαξέ μας ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴ μανία!... Ἀλίμονο! Αὐτοῦ τοῦ Τούρκου τὴ θρησκεία ἀσπάσθηκε τώρα. Κι αὐτοῦ τὴ συντροφιὰ διάλεξε. Ὢ Θεέ μου! Τί συμφορά! Τί τραγῳδία! Κάποια στιγμὴ ἐκεῖ ποὺ ὁ πόνος σὰν δίκοπο μαχαῖρι τοῦ τρυποῦσε τὴν καρδιά, μιὰ ἀχτίδα ἐλπίδας πέρασε ἀπὸ τὸ κουρασμένο μυαλό του κι ἕνα παρήγορο φῶς πρόβαλε καὶ φώτισε τὰ δακρυσμένα μάτια του. Ἦταν τὰ λόγια καὶ πάλι τῆς καλῆς του μάνας.
Τοῦ τὰ εἶπε σὲ μία περίπτωση, ποὺ ἔκανε κάτι ποὺ δὲν ἔπρεπε καὶ ἦταν ἀνήσυχος καὶ στενοχωρημένος, Παιδί μου, τοῦ εἶχε πεῖ, τὴν ταραγμένη συνείδηση ἕνα πρᾶγμα μόνο τὴν καθησυχάζει καὶ τὴν γαληνεύει: Ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς μάνας του θυμήθηκε ἐκείνη τὴν στιγμή. Καὶ ἡ θύμηση αὐτὴ τὸν ἐνίσχυσε κάπως.
Μὰ καὶ τὸν ἔσπρωξε χωρὶς καμιὰ καθυστέρηση ἢ ἀναβολὴ νὰ ἀφήσει τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ φύγει γιὰ τὴ Βηρυτό. Σὰν ἔφτασε, μὲ λαχτάρα ἔτρεξε νὰ ἰδεῖ τὸν Δεσπότη. Καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, μὲ βαθιὰ συντριβὴ ἔπεσε μπροστά του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ δεχθεῖ τὴν ἐξομολόγησή του.
-Δέσποτά μου! Πατέρα μου! Ψέλλισε μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα. Εἶμαι ἕνας ἄθλιος ἁμαρτωλός. Συγχώρεσέ με. Ναί! Συγχώρεσέ με, πατέρα... Τὰ εἶπε ὅλα. Τίποτα δὲν ἀπέκρυψε. Ὁ Δεσπότης ἕνας εὐλαβὴς κληρικός, τὸν ἄκουσε μὲ συμπόνια καὶ δάκρυα στοργῆς. Στὸ τέλος, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε καὶ τὸν ἐνίσχυσε, τὸν συμβούλεψε γιὰ ἀσφάλειά του καὶ γιὰ ξεκούρασμα νὰ καταφύγει σὲ κανένα μοναστῆρι.
Ἐκεῖ μὲ τὸ πρόγραμμα ψυχικῆς περισυλλογῆς καὶ τὴν ὅλη πνευματικὴ ζωή, τὴν τακτικὴ προσευχή, τὴ λιτὴ τροφή, τὴν ἀποκοπή σου ἀπὸ τὶς παλιὲς συναναστροφὲς καὶ τὴν ὅλη εἰρηνικὴ ἀτμόσφαιρα, θὰ ξεκουραστεῖς. Θὰ γαληνέψεις. Θὰ ἠρεμήσεις.
Ὁ Πολύδωρος τὸν ἄκουσε μὲ προσοχή. Ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν καλὸ γέροντα ἔφυγε. Ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσει τὴν συμβουλή του. Κατέφυγε σ’ ἕνα μοναστῆρι. Λίγο καιρὸ ὅμως ἔμεινε ἐκεῖ. Ἀπὸ φόβο μήπως ἐκθέσει τὸν πνευματικό του πατέρα ἔφυγε νωρίς. Περιῆλθε διάφορους τόπους καὶ κατέληξε στὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου.
Ἐδῶ ἐπισκέφθηκε κάποιο ἄλλο πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ πάλι μὲ πόνο ψυχὴς καὶ ζήτησε νὰ ξαναγίνει δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ πνευματικὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά του. Τοῦ διάβασε τὴ συγχωρητικὴ εὐχή, τὸν ἔχρισε μὲ ἅγιο μύρο καὶ τὸν κοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια.
Μετὰ τὴν ἀποκατάστασή του αὐτὴ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πολύδωρος ἀναχώρησε γιὰ τὴ Νέα Ἔφεσο.
Ὁ πόθος του νὰ ἐπανορθώσει πραγματικὰ τὸ ἁμάρτημά του, δὲν τὸν ἀφήνει ἥσυχο. Μιὰ σκέψη στριφογυρίζει ἀδιάκοπα στὸ μυαλό του. Ἡ σκέψη νὰ ἐπισκεφθεῖ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ μὲ παρρησία νὰ διακηρύξει μπροστὰ σ’ αὐτοὺς τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ θέλημά του. Καὶ τὸ ἔκαμε.
Μιὰ μέρα παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν μουφτὴ καὶ χωρὶς περιστροφὲς τὸν ρώτησε:
-Πές μου, ἀφέντη. Εἶναι νόμιμο καὶ σωστὸ νὰ δώσω πίσω ἕνα πρᾶγμα κάλπικο, ποὺ μοῦ ἔδωκαν πρὶν λίγο καιρὸ μὲ ἀπάτη;
Ὁ μουφτὴς ἀπήντησε καταφατικά. «Ναί, τοῦ εἶπε. Εἶναι νόμιμο».
Τότε ὁ ἀθλητὴς πρόσθεσε:
— Δῶσε μου, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴ τὴν ἀπόφαση γραπτῶς.
Ὁ μουφτὴς ἔγραψε τὴν ἀπόφαση καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε. Μόλις ὁ ἡρωικὸς ἀγωνιστῆς πῆρε στὸ χέρι τὴν ἀπόφαση (τὸν φετφά), χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔτρεξε στὸν ἱεροδικαστὴ (Καδή) καὶ δείχνοντας τὴν ἀπόφαση τοῦ μουφτῆ τοῦ εἶπε:
— Πρὶν δέκα χρόνια μὲ ξεγελάσατε καὶ μὲ κάματε νὰ ἀρνηθῶ τὴν πίστη μου. Πέταξα τὸ χρυσάφι ποὺ κρατοῦσα γιὰ νὰ πάρω τὸ χῶμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπᾶμαι γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαμα καὶ στενοχωροῦμαι καὶ κλαίω. Πᾶρτε τὸ χῶμα σας καὶ ἐγὼ ξαναπαίρνω τὸ χρυσάφι μου. Ἤμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω χριστιανός!
Στὰ λόγια τοῦ ὁμολογητῆ ὁ καδὴς μὲ κόπο συγκράτησε τὸν θυμό του. Δοκίμασε κάτι νὰ πεῖ. Ἄρχισε τὶς κολακεῖες. Προχώρησε στὶς ὑποσχέσεις. Προσπάθησε νὰ μεταπείσει τὸν Πολύδωρο τάζοντας χρήματα καὶ θέσεις καὶ τιμές... Καὶ κατέληξε.
— Ἕναν καιρὸ ἤσουν χριστιανός. Τώρα ὅμως εἶσαι μωαμεθανός.
— Ὄχι! Ὄχι! Διαμαρτυρήθηκε ἔντονα ὁ ἀθλητής. Εἶμαι χριστιανός. Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός. Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ νὰ πεθάνω.
Ὁ καδὴς δὲν ἀπογοητεύθηκε. Συνέχισε τὶς ὑποσχέσεις. Ὑποσχέσεις δελεαστικές. Ἀπίθανες. Μὰ τίποτα. Στὸ τέλος, σὰν ἀντιλήφθηκε, πὼς οἱ προσπάθειες τοῦ ἦταν χαμένες, διέταξε νὰ ἁρπάξουν τὸν Πολύδωρο, νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακὴ καὶ νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.
Βασανιστήρια! Νὰ μία λέξη ποὺ προκαλεῖ ἀσυναίσθητα τὴν φρίκη. Βασανιστήρια! Μιὰ λέξη τόσο γνωστὴ καὶ στὴν ἐποχή μας. Θεέ μου! Ποῦ καταντᾷ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπ’ τὴν καρδιὰ του φύγει ὁ αὐτοσεβασμός.
Ὅλη νύχτα οἱ δήμιοι βασάνιζαν τὸν μάρτυρα. Νὰ ἀριθμήσει κανεὶς τὰ βασανιστήρια; Εἶναι ἀδύνατο. Τοῦτο μόνο λέγουμε. Τὴν ἑπομένη ὁ μακάριος ἀθλητὴς μὲ τὸ πρόσωπο ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὶς ὁλονύχτιες κακώσεις καὶ τὸ κορμὶ τσακισμένο ἀπὸ τοὺς ἀλύπητους ξυλοδαρμοὺς ὁδηγήθηκε μπροστὰ σ’ ἕνα συμβούλιο ἀπὸ Τούρκους ἄρχοντες.
Γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ συντετριμμένος ἀγωνιστὴς τῆς ἀλήθειας μὲ σταθερότητα καὶ παρρησία ζηλευτὴ διακήρυξε πάλι τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή του νὰ πεθάνει γι’ Αὐτόν. Σ' ὅλες τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἔκαμναν ἡ ἀπάντησή του ἦταν:
— Εἶμαι χριστιανός! Θὰ μείνω χριστιανός! Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός.
Ἡ ἄκαμπτη ἐπιμονή του εἶχε ἐξοργίσει ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ποὺ γιὰ νὰ δώσουν μία διέξοδο στὸ ἀδιέξοδο, διέταζαν νὰ ρίξουν καὶ πάλι τὸν ἅγιο στὴν φυλακὴ καὶ νὰ ἐπαναλάβουν τὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι μὲ ἀσυγκράτητη μανία ἅρπαξαν τὸ θῦμα ξανὰ καὶ τὸ πέταξαν σ’ ἕνα σκοτεινὸ κελί.
Ἐκεῖ μὲ καννιβαλίστικο πάθος, τόσο γνωστὸ καὶ στὴν ἐποχή μας, ἄρχισαν τὸ μακάβριο ἔργο τους. Ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ μετακινηθεῖ καὶ μὲ μαστίγια τὸν κτυποῦσαν συνέχεια παντοῦ. Τὸ ἅγιο κορμὶ ἔγινε μία πληγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ αἷμα ἔτρεχε ἄφθονο. Ὕστερα τοῦ ἔβαλαν σίδερα καυτὰ καὶ τοῦβλα πυρωμένα στοὺς ὤμους καὶ τὶς μασχάλες καὶ ἄλλοι τὴν ἴδια ὥρα τοῦ φοροῦσαν στὸ κεφάλι ἕνα πυρακτωμένο τάσι γιὰ σκοῦφο.
Δὲν θὰ ἀναφέρουμε ἄλλα βασανιστήρια. Μᾶς εἶναι ἀδύνατο. Ἄλλωστε καὶ νὰ τ’ ἀκούει κανεὶς δυσκολεύεται. Τοῦτο μόνο σημειώνουμε. Ὁ καρτερόψυχος ὁμολογητὴς τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ θάρρος καὶ καρτερία μοναδική. Τὰ ὑπέμεινε προφέροντας μὲ πίστη: «Κύριε, συγχώρησέ με». Εἶχε πιὰ ἀποφασίσει τὸν θάνατο καὶ ἔτσι ὁ πόνος δὲν τὸν φόβιζε.
Τὸν φόβιζε μονάχα μήπως λυπήσει ξανὰ τὸν Χριστό μας. Ἀκόμη λίγο σκεφτόταν καὶ τὸ μαρτύριο θὰ μεταβληθεῖ σὲ πηγὴ χαρὰς καὶ ἀγαλλίασης. Θὰ γίνει ἡ σκάλα ποὺ θὰ μὲ ἀνεβάσει κοντὰ στὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου. «Βαρὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος. Ἀλγεινὴ ἡ ψῦξις ἀλλ’ ἠδεία ἡ ἀπόλαυσις». Αὐτὰ μποροῦσε νὰ λέει κι ὁ Πολύδωρος μαζὶ μὲ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες τῆς Σεβάστειας.
Μὲ τὰ μαρτύρια πέρασε ὅλη ἡ νύχτα. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Χριστοῦ νὰ στέκεται μπροστά του. Νὰ τὸν κοιτάζει μὲ εἰρηνικὸ χαμόγελο. Νὰ τοῦ δροσίζει τὰ καμένα ἀπ’ τὸν πόνο χείλη του. Νὰ τοῦ δείχνει τὸν Παράδεισο. Ὅταν ξημέρωσε, μερικοὶ δήμιοι πῆραν τὸν μάρτυρα καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ φωνὲς καὶ βρισιὲς στὴν πλατεῖα, μπροστὰ στὸν κριτή, ποὺ περίμενε καθισμένος σὲ μία ψηλὴ ἐξέδρα ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἐπίσημους μωαμεθανούς.
Λίγο πιὸ κάτω ἦταν στημένη μία ἀγχόνη. Ὁ μάρτυρας κοίταξε πρῶτα τὴν ἀγχόνη καὶ ὑστέρα τὸν κριτή. Ἕνα αἴσθημα παρηγοριὰς ἔνοιωσε βλέποντας τὴν πρώτη. Μιὰ ἀηδία σὰν ἀντίκρισε τὸν δεύτερο.
— Ἄϊ! τί λές; τοῦ φώναξε ὁ κριτὴς μὲ ἕνα γέλιο σαρδόνιο. Ἔβαλες μυαλὰ ἢ ἀκόμα ἐπιμένεις στὶς ἀπόψεις σου;
— Τὰ μυαλά μου τὰ ἔχασα μόνο, ὅταν παρασύρθηκα καὶ ἀντάλλαξα τὴν πίστη μου μὲ τὴ δική σας. Τρέλα εἶναι νὰ πετᾶ κανεὶς τὸ χρυσάφι, γιὰ νὰ πάρει τὸ χῶμα. Τώρα τὰ ἔχω τετρακόσια τὰ μυαλά μου. Τώρα ποὺ ξαναγύρισα στὸν Χριστό μου. Στὰ λόγια τοῦ μάρτυρα ὁ κριτὴς ἔχασε τὴν ὑπομονὴ καὶ φώναξε:
— Κρεμᾶστε τὸν γκιαούρη νὰ γλυτώσουμε. Κρεμάστε τον. Εἶναι ἀγύριστο κεφάλι. Οἱ δήμιοι ὁδήγησαν τὸν Πολύδωρο πρὸς τὴν ἀγχόνη. Καὶ αὐτὸς ἀφοῦ μὲ σταθερὸ βῆμα πλησίασε, ἀσπάστηκε μὲ σεβασμὸ τὸ σχοινί της, ἔκαμε μὲ εὐλάβεια τὸν σταυρό του καὶ γαλήνιος δέχτηκε τὸ σχοινὶ στὸν λαιμό του.
Δοξολόγησε ξανὰ τὸν Κύριο γιὰ τὴν τιμὴ καὶ στὰ λίγα δευτερόλεπτα ποὺ μεσολάβησαν προσευχήθηκε θερμὰ γιὰ τοὺς ἐκτελεστές του καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους. Κύριε, εἶπε. Συγχώρησε τοὺς βασανιστές μου! Χριστέ μου! Δῶσε τὴ λευτεριὰ στὴ Ρωμιοσύνη! Ὁ δήμιος ἔσυρε τὸ σχοινί. Τὸ κορμὶ ὑψώθηκε μετέωρο, ἐνῷ ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ μάρτυρα πέταξε στὰ γαλανὰ χάη τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό μας.
Τὸ ἅγιο λείψανο ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στὴν ἀγχόνη. Τὴν τρίτη μέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τὸ θάψουν. Μερικὲς ἁγνὲς ψυχὲς κατέβασαν τὸ ἅγιο σκήνωμα ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, τὸ ξέπλυναν μὲ καθαρὸ νερὸ καὶ τὸ ἔθαψαν ραίνοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης τους.
Σὲ κάποια στιγμὴ πειρασμοῦ καὶ ἀπροσεξίας ὁ νεαρὸς Πολύδωρος γλίστρησε κι ἔπεσε. Ἀρνήθηκε ὅτι πολυτιμότερο ἔχει ὁ ἄνθρωπος στὸν κόσμο τοῦτο. Τὴν πίστη του. Παράξενο; Ὄχι! Φυσικὸ τὸ πρᾶγμα κι ἀνθρώπινο. «Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητας αὐτοῦ» λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως μὲ μία εἰλικρινὴ μετάνοια, ἀλλὰ καὶ σταθερὴ ὁμολογία καὶ αὐτὸ τὸ μαρτύριο τοῦ θανάτου ζήτησε καὶ θέλησε ὁ καρτερόψυχος ἀθλητὴς γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὸ σφάλμα του. Καὶ τὸ πέτυχε.
Τὸ μαρτυροῦν τὰ πολλὰ θαύματά του.
Θὰ ἀναφέρομε δυό:
α) Στὴ Ν. Ἔφεσο ζοῦσε κάποιος χριστιανὸς ποὺ λεγόταν Νικόλαος. Ὁ δυστυχισμένος εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ δαιμόνιο, ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα του καὶ σὰν τὴν παιδίσκη τῶν Φιλίππων φανέρωνε πολλὲς φορὲς καὶ τὰ μυστικὰ ἐκείνων ποὺ κατέφευγαν σ’ αὐτόν. Κάποια μέρα γνώρισε τὸν ἄρρωστο ἕνας κληρικός, ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του λείψανα τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης καὶ τὸν λυπήθηκε. Πῆρε τὰ ἱερὰ κειμήλια καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Μόλις ἔφτασε στὴν πόρτα καὶ τὸν εἶδε ὁ δαιμονισμένος ἔβαλε τὶς φωνές:
-Ἐσὺ ἐδῶ; Ἐσὺ ἐδῶ; Τί ᾖρθες νὰ κάμεις; Τί θέλεις ἀπὸ μένα;
Ὁ ἱερέας χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του τὰ ἅγια λείψανα κι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πρὸς τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἱερέας πλησίασε. Ἔβαλε πάνω στὸν ἄρρωστο τὰ λείψανα καὶ τὸ κομμάτι τοῦ σχοινιοῦ ποὺ κρατοῦσε καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Ὁ ἄρρωστος ἔβγαλε μία δυνατὴ κραυγὴ κι ὕστερα ἠρέμησε. Τὸ δαιμόνιο ἔφυγε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε πιὰ καλά.
β) Τὶς θλιβερὲς καὶ μαῦρες ἐκεῖνες μέρες ποὺ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας ξεριζωνόταν ἀπὸ τὴν κοιτίδα του, τὴν Μ. Ἀσία καὶ ἔφευγε κυνηγημένος, ἕνας Ἱερομόναχος, ὁ Πρωτοσύγκελος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἐφέσου Κύριλλος Ψύλλος ἅρπαξε τὴν ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ τὴν σώσει. Ἡ μανία τῶν Τούρκων ἐνάντια στοὺς κληρικοὺς καὶ ὁ ἔλεγχός τους γιὰ τὴν ἀνεύρεσή τους ἦταν ἀπίστευτος. Ἡ μανία τους στρεφόταν ἀκόμη καὶ ἐνάντια στοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια. Ὅταν ἀνακάλυπταν κληρικοὺς ἢ ἄλλα πρόσωπα νὰ κρατᾶνε εἰκόνες, λείψανα κ.ἄ. τοὺς ἔσφαζαν χωρὶς καμιὰ κουβέντα. Ἡ πράξη τοῦ Πρωτοσύγκελου ἦταν πολὺ τολμηρή. Ἂν τὸν ἀνακάλυπταν, θὰ πλήρωνε ἀμέσως μὲ τὴ ζωή του αὐτὸ ποὺ πήγαινε νὰ κάμει. Ὁ εὐλαβὴς ὅμως ἐργάτης τοῦ Χριστοῦ τὸ ἀποφάσισε. Ντύθηκε σὰν γερόντισσα, πῆρε μαζί του τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸν σταυρό του καὶ προχώρησε.
Ἀτέλειωτη σειρὰ περίμενε μπροστὰ του γιὰ ἔλεγχο. Σὰν ἔφτασε στὸ τούρκικο φυλάκιο γιὰ τὴν ἔρευνα, οἱ Τοῦρκοι ἦσαν μανιασμένοι. Εἶχαν ἀνακαλύψει μερικοὺς μεταμφιεσμένους καὶ εἶχαν γίνει ἔξαλλοι. Τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ οἱ ἄπιστοι βρίζανε καὶ κτυποῦσαν τὰ θύματά τους καὶ οὔρλιαζαν σὰν θεριὰ ᾖρθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ μεταμφιεσμένου Κύριλλου γιὰ ἔλεγχο.
Ὁ πιστὸς κληρικός, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία του, ἕσφιξε στὰ στήθη τὸν θησαυρό του, τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ ψιθύρισε μέσα του:
-Ἅγιε Πολύδωρε, σῶσέ με. Καὶ τὸν ἔσωσε.
- Γκὶτ πὲ χανοὺμ (γκρεμίσου χανούμισσα) φώναξε ὁ Τοῦρκος καὶ τὸν ἔσπρωξε μπροστά. Σὲ λίγο ὁ ἱερομόναχος βρισκόταν πεταγμένος στὴ βάρκα σωτηρίας μὲ τὸν θησαυρό του. Πῶς ἔγινε τοῦτο; Ὁ ἴδιος δὲν θυμᾶται. Δὲν κατάλαβε.
Ἕνα εἶναι τὸ γεγονός: Σώθηκε. Σώθηκε καὶ αὐτὸς κι ἡ ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀθῆνα, τὴν κατέθεσε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς Πλάκας. Ἐκεῖ βρίσκεται καὶ σήμερα. Δεκάδες πιστῶν περνᾶνε κάθε μέρα γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Καὶ χιλιάδες κάθε χρόνο στὶς 3 τοῦ Σεπτέμβρη, ποὺ εἶναι ἡ μέρα τῆς γιορτῆς του, τρέχουν νὰ τιμήσουν τὸν μάρτυρα, τὸν ἐξωμότη, ποὺ μετανόησε, καὶ νὰ ζητήσουν τὴν χάρη του.
Τρομερὸ κακὸ στὸν ἄνθρωπο ἡ πτώση. Πολὺ τρομερό! Μεγάλη ἡ ἀξία τῆς μετάνοιας. Πολὺ μεγάλη. Ἡ πτώση καταστρέφει, ἐξευτελίζει. Ἡ μετάνοια ἀποκαθιστᾷ, σῴζει. Ἀποκαθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο στὸ πατρικὸ σπίτι. Καὶ τὸν σῴζει. Τὸν κάνει «συμπολίτην τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖον τοῦ θεοῦ».
Ναί! συμπολίτη τῶν ἁγίων καὶ οἰκιακό τοῦ Θεοῦ.
Πραγματικά! Τί ὡραία νὰ θυμόντουσαν συχνὰ οἱ ἄνθρωποι τούτη τὴν ἀλήθεια!.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Μέγα καύχημα τῆς Λευκωσίας, μέγα στήριγμα πόλει Ἐφέσου, μέγα κλέος τε τῶν δυὸ πόλεων τῆς μὲν γὰρ γόνος σεπτὸς ἐχρημάτισας τὴν δὲ τὰ σὰ ἐπορφύρωσαν αἵματα, ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πολύδωρε, ἶνα ρυσθῶμεν κινδύνων καὶ θλίψεων.
Τὸ ὄνομά του δὲν εἶναι γνωστὸ στοὺς πολλούς. Κι ὅμως ἀποτελεῖ ἕνα πραγματικὸ στολίδι τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἕνα ἡρωικὸ μαχητὴ καὶ νέο μάρτυρα τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως.
Γεννήθηκε στὴν Λευκωσία τῆς Κύπρου τὸ 1794. Χρόνια δύσκολα. Χρόνια σκοτεινά. Χρόνια μαύρης σκλαβιᾶς.
Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως οἱ γονεῖς του Χατζηλουκᾶς καὶ Λουρδανοῦ, ἄνθρωποι θεοφοβούμενοι κι εὐσεβεῖς φρόντισαν νὰ δώσουν στὸ παιδί τους μόρφωση χριστιανική.
Καὶ ἡ μόρφωση αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ κάνει κάθε ἄνθρωπο, ἀληθινὸ ἄνθρωπο. Φρόνιμο, σοφό, ἄνθρωπο ἀρετῆς.Ὅταν ὁ Πολύδωρος μεγάλωσε, φύση ἔξυπνη καὶ δημιουργική, ἐπιδόθηκε στὸ ἐμπόριο. Γιὰ τὶς δουλειὲς του μάλιστα ἄρχισε νὰ ταξιδεύει σὲ διάφορα μέρη καὶ στὴν Αἴγυπτο. Γιὰ ἕνα διάστημα οἱ συμβουλὲς τῶν γονιῶν του, νὰ προσέχει στὶς συναναστροφές του, ἀντηχοῦσαν διαρκῶς στὰ αὐτιά του καὶ τὸν συγκρατοῦσαν.
Μὲ τὸν καιρὸ ὅμως ἡ προσοχὴ χαλαρώθηκε καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε καὶ γι’ αὐτὸν τραγικό. Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ταξίδια του στὴν χώρα τοῦ Νείλου γνωρίστηκε μ’ ἕναν πλούσιο ἐξωμότη ἀπὸ τὴν Ζάκυνθο καὶ προσλήφθηκε στὴν ὑπηρεσία του.
Στὴν ἐργασία αὐτὴ συνδέθηκε καὶ μὲ διάφορους τύπους τῆς ἡλικίας του. Τύπους ἄμυαλους καὶ διεφθαρμένους, τύπους ἀνήθικους καὶ αἰσχρούς. Στὴν ἀρχὴ ἀγωνίστηκε νὰ κρατηθεῖ. Ὅμως δὲν τὸ κατόρθωσε.
Καὶ ὁ λόγος; Εὔκολος καὶ ἁπλός. Τὰ μέσα, ποὺ θὰ τὸν συγκρατοῦσαν καὶ θὰ τὸν ἐνίσχυαν στὸν ἀγῶνα του, εἶχαν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλειφθεῖ. Στὴν ἀρχὴ ἐγκαταλείφθηκε ἡ προσευχή. Ὕστερα ἀκολούθησε ὁ ἐκκλησιασμὸς καὶ οἱ ἐπισκέψεις του σὲ πρόσωπα ποὺ μποροῦσαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μετὰ ᾖλθε ἡ σειρὰ τοῦ πνευματικοῦ του.
Τὸν παράτησε καὶ αὐτόν. Καὶ σ’ ἐπίμετρο ἄρχισε νὰ ξενυχτᾷ, νὰ πίνει καὶ νὰ μεθᾷ, νὰ χαρτοπαίζει καὶ νὰ νυχτοξημερώνεται στὰ διάφορα καταγώγια.
Μιὰ βράδια σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ κέντρα αὐτὰ τῆς ἀκολασίας παρασύρθηκε καὶ ἤπιε τόσο ποὺ μέθυσε. Καὶ στὸ μεθύσι ἐπάνω, ἀλίμονο! Ἀλλαξοπίστησε. Ναί! ὁ Πολύδωρος μὲ τὴ χριστιανικὴ ἀνατροφὴ καὶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ὁ νέος μὲ τὴ δυνατὴ πίστη καὶ τὸ θάρρος γιὰ τὴ ζωὴ λύγισε, νικήθηκε, ἔπεσε. Ἐγκατέλειψε τὸν πολύτιμο θησαυρό του, τὴν χαρὰ τῆς ψυχῆς του, τὴν χριστιανική του πίστη, τὴν πίστη τῶν γονιῶν του καὶ ἀσπάσθηκε τὸν μωαμεθανισμό.
Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ὅμως τὰ ξυλοκέρατα τῆς ἁμαρτίας δὲν τὸν ἱκανοποίησαν. Ἡ νέα θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε καμιὰ χαρά. Ἐκεῖνος ποὺ ἔζησε μέσα στὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ ἱκανοποιηθεῖ μὲ τὸ φῶς τῶν πυγολαμπίδων. Ἔτσι καὶ ἡ καινούργια θρησκεία δὲν τοῦ πρόσφερε, δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει καὶ τὴν ἐλάχιστη ψυχικὴ ἱκανοποίηση.
Παρὰ τὰ χρήματα ποὺ κέρδιζε καὶ τὶς θέσεις καὶ τὰ μεγαλεῖα ποὺ ἐξασφάλισε μὲ τὴ νέα του ζωή, καμιὰ χαρὰ δὲν εἶδε. Ἀντίθετα οἱ τύψεις ποὺ ἄρχισαν νὰ ξυπνοῦν μέσα του καὶ ποὺ μεγάλωναν μέρα μὲ τὴν ἡμέρα καὶ πλήθαιναν δὲν τὸν ἄφηναν νὰ ἡσυχάσει. Ἡ συνείδησή του, μαστίγιο σκληρὸ καὶ ἀνελέητο, τὸν ἔδερνε φρικτὰ καὶ χωρὶς οἶκτο.
Κάποια βραδιὰ σὲ μία τέτοια ψυχικὴ ἀναστάτωση, θυμήθηκε μὲ γλυκιὰ νοσταλγία τὸ σπίτι του. Ἀγράμματοι ἦταν οἱ γονεῖς του. Μὰ εἶχαν τὴ μόρφωση τῆς πίστεως καὶ τῆς ἀρετῆς. Αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν μόρφωση ἀγωνίστηκαν νὰ δώσουν καὶ σ’ αὐτόν. Στὴν ἀθῴα παιδικὴ ψυχή του φρόντισαν νὰ σταλάζουν καθημερινὰ τῆς χάριτος τὴν δροσιὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τοῦ Θεοῦ τὰ ἔργα. Πόση εἰρήνη ἦταν τότε χυμένη στὶς καρδιές! Πόση γαλήνη!
Καὶ ἡ προσευχὴ πόσο συγκινοῦσε καὶ ξεκούραζε! Πρὶν νὰ πᾶνε γιὰ ὕπνο τὸ βράδυ καὶ ὑστέρα ἀπὸ τὴν σκληρὴ δουλειὰ καὶ τοὺς κινδύνους τῆς κάθε ἡμέρας, τοὺς κινδύνους ποὺ δημιουργοῦσε ἡ βαρβαρότητα τοῦ Τούρκου δυνάστη καὶ ἡ μαύρη σκλαβιά, γονάτιζαν ὅλοι μπροστὰ στὸ εἰκόνισμα τῆς Μεγαλόχαρης καὶ τοῦ ἀφέντη, τοῦ Χριστοῦ. Γονάτιζαν καὶ ἄκουαν μὲ εὐλάβεια τὴ μανοῦλα νὰ λέει ἀργὰ καὶ κατανυχτικὰ μιὰ τέτοια περίπου προσευχή:
— Σ’ εὐχαριστοῦμε, Κύριε, ποὺ μᾶς φύλαξες καλὰ καὶ τούτη τὴν ἡμέρα. Σ’ εὐχαριστοῦμε καὶ γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἡ ἀγάπη σου μᾶς χάρισε. Σὲ παρακαλοῦμε, Κύριε, φύλαξέ μας καὶ τούτη τὴ νύχτα. Φύλαξέ μας ἀπὸ τοῦ Τούρκου τὴν μανία καὶ τὸ μαχαῖρι. Φύλαξέ μας ἀπὸ κάθε κακό.
Φύλαξέ μας ἀπ’ τοῦ Τούρκου τὴ μανία!... Ἀλίμονο! Αὐτοῦ τοῦ Τούρκου τὴ θρησκεία ἀσπάσθηκε τώρα. Κι αὐτοῦ τὴ συντροφιὰ διάλεξε. Ὢ Θεέ μου! Τί συμφορά! Τί τραγῳδία! Κάποια στιγμὴ ἐκεῖ ποὺ ὁ πόνος σὰν δίκοπο μαχαῖρι τοῦ τρυποῦσε τὴν καρδιά, μιὰ ἀχτίδα ἐλπίδας πέρασε ἀπὸ τὸ κουρασμένο μυαλό του κι ἕνα παρήγορο φῶς πρόβαλε καὶ φώτισε τὰ δακρυσμένα μάτια του. Ἦταν τὰ λόγια καὶ πάλι τῆς καλῆς του μάνας.
Τοῦ τὰ εἶπε σὲ μία περίπτωση, ποὺ ἔκανε κάτι ποὺ δὲν ἔπρεπε καὶ ἦταν ἀνήσυχος καὶ στενοχωρημένος, Παιδί μου, τοῦ εἶχε πεῖ, τὴν ταραγμένη συνείδηση ἕνα πρᾶγμα μόνο τὴν καθησυχάζει καὶ τὴν γαληνεύει: Ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς μάνας του θυμήθηκε ἐκείνη τὴν στιγμή. Καὶ ἡ θύμηση αὐτὴ τὸν ἐνίσχυσε κάπως.
Μὰ καὶ τὸν ἔσπρωξε χωρὶς καμιὰ καθυστέρηση ἢ ἀναβολὴ νὰ ἀφήσει τὴν Αἴγυπτο καὶ νὰ φύγει γιὰ τὴ Βηρυτό. Σὰν ἔφτασε, μὲ λαχτάρα ἔτρεξε νὰ ἰδεῖ τὸν Δεσπότη. Καὶ ὅταν τὸν βρῆκε, μὲ βαθιὰ συντριβὴ ἔπεσε μπροστά του καὶ τὸν παρακάλεσε νὰ δεχθεῖ τὴν ἐξομολόγησή του.
-Δέσποτά μου! Πατέρα μου! Ψέλλισε μὲ στεναγμοὺς καὶ δάκρυα. Εἶμαι ἕνας ἄθλιος ἁμαρτωλός. Συγχώρεσέ με. Ναί! Συγχώρεσέ με, πατέρα... Τὰ εἶπε ὅλα. Τίποτα δὲν ἀπέκρυψε. Ὁ Δεσπότης ἕνας εὐλαβὴς κληρικός, τὸν ἄκουσε μὲ συμπόνια καὶ δάκρυα στοργῆς. Στὸ τέλος, ἀφοῦ τὸν παρηγόρησε καὶ τὸν ἐνίσχυσε, τὸν συμβούλεψε γιὰ ἀσφάλειά του καὶ γιὰ ξεκούρασμα νὰ καταφύγει σὲ κανένα μοναστῆρι.
Ἐκεῖ μὲ τὸ πρόγραμμα ψυχικῆς περισυλλογῆς καὶ τὴν ὅλη πνευματικὴ ζωή, τὴν τακτικὴ προσευχή, τὴ λιτὴ τροφή, τὴν ἀποκοπή σου ἀπὸ τὶς παλιὲς συναναστροφὲς καὶ τὴν ὅλη εἰρηνικὴ ἀτμόσφαιρα, θὰ ξεκουραστεῖς. Θὰ γαληνέψεις. Θὰ ἠρεμήσεις.
Ὁ Πολύδωρος τὸν ἄκουσε μὲ προσοχή. Ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν καλὸ γέροντα ἔφυγε. Ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσει τὴν συμβουλή του. Κατέφυγε σ’ ἕνα μοναστῆρι. Λίγο καιρὸ ὅμως ἔμεινε ἐκεῖ. Ἀπὸ φόβο μήπως ἐκθέσει τὸν πνευματικό του πατέρα ἔφυγε νωρίς. Περιῆλθε διάφορους τόπους καὶ κατέληξε στὸ μυροβόλο νησὶ τῆς Χίου.
Ἐδῶ ἐπισκέφθηκε κάποιο ἄλλο πνευματικό, ἐξομολογήθηκε καὶ πάλι μὲ πόνο ψυχὴς καὶ ζήτησε νὰ ξαναγίνει δεκτὸς ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ὁ πνευματικὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά του. Τοῦ διάβασε τὴ συγχωρητικὴ εὐχή, τὸν ἔχρισε μὲ ἅγιο μύρο καὶ τὸν κοινώνησε τὰ ἄχραντα Μυστήρια.
Μετὰ τὴν ἀποκατάστασή του αὐτὴ στοὺς κόλπους τῆς Ἐκκλησίας ὁ Πολύδωρος ἀναχώρησε γιὰ τὴ Νέα Ἔφεσο.
Ὁ πόθος του νὰ ἐπανορθώσει πραγματικὰ τὸ ἁμάρτημά του, δὲν τὸν ἀφήνει ἥσυχο. Μιὰ σκέψη στριφογυρίζει ἀδιάκοπα στὸ μυαλό του. Ἡ σκέψη νὰ ἐπισκεφθεῖ τὶς τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ μὲ παρρησία νὰ διακηρύξει μπροστὰ σ’ αὐτοὺς τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀφοσίωσή του στὸ θέλημά του. Καὶ τὸ ἔκαμε.
Μιὰ μέρα παρουσιάστηκε μπροστὰ στὸν μουφτὴ καὶ χωρὶς περιστροφὲς τὸν ρώτησε:
-Πές μου, ἀφέντη. Εἶναι νόμιμο καὶ σωστὸ νὰ δώσω πίσω ἕνα πρᾶγμα κάλπικο, ποὺ μοῦ ἔδωκαν πρὶν λίγο καιρὸ μὲ ἀπάτη;
Ὁ μουφτὴς ἀπήντησε καταφατικά. «Ναί, τοῦ εἶπε. Εἶναι νόμιμο».
Τότε ὁ ἀθλητὴς πρόσθεσε:
— Δῶσε μου, σὲ παρακαλῶ, αὐτὴ τὴν ἀπόφαση γραπτῶς.
Ὁ μουφτὴς ἔγραψε τὴν ἀπόφαση καὶ τοῦ τὴν ἔδωσε. Μόλις ὁ ἡρωικὸς ἀγωνιστῆς πῆρε στὸ χέρι τὴν ἀπόφαση (τὸν φετφά), χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔτρεξε στὸν ἱεροδικαστὴ (Καδή) καὶ δείχνοντας τὴν ἀπόφαση τοῦ μουφτῆ τοῦ εἶπε:
— Πρὶν δέκα χρόνια μὲ ξεγελάσατε καὶ μὲ κάματε νὰ ἀρνηθῶ τὴν πίστη μου. Πέταξα τὸ χρυσάφι ποὺ κρατοῦσα γιὰ νὰ πάρω τὸ χῶμα. Τώρα μετανιώνω. Λυπᾶμαι γι’ αὐτὸ ποὺ ἔκαμα καὶ στενοχωροῦμαι καὶ κλαίω. Πᾶρτε τὸ χῶμα σας καὶ ἐγὼ ξαναπαίρνω τὸ χρυσάφι μου. Ἤμουνα χριστιανός! Μένω χριστιανός! Κι εἶμαι ἕτοιμος νὰ πεθάνω χριστιανός!
Στὰ λόγια τοῦ ὁμολογητῆ ὁ καδὴς μὲ κόπο συγκράτησε τὸν θυμό του. Δοκίμασε κάτι νὰ πεῖ. Ἄρχισε τὶς κολακεῖες. Προχώρησε στὶς ὑποσχέσεις. Προσπάθησε νὰ μεταπείσει τὸν Πολύδωρο τάζοντας χρήματα καὶ θέσεις καὶ τιμές... Καὶ κατέληξε.
— Ἕναν καιρὸ ἤσουν χριστιανός. Τώρα ὅμως εἶσαι μωαμεθανός.
— Ὄχι! Ὄχι! Διαμαρτυρήθηκε ἔντονα ὁ ἀθλητής. Εἶμαι χριστιανός. Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός. Ἐγὼ Γραικὸς γεννήθηκα, Γραικὸς θὲ νὰ πεθάνω.
Ὁ καδὴς δὲν ἀπογοητεύθηκε. Συνέχισε τὶς ὑποσχέσεις. Ὑποσχέσεις δελεαστικές. Ἀπίθανες. Μὰ τίποτα. Στὸ τέλος, σὰν ἀντιλήφθηκε, πὼς οἱ προσπάθειες τοῦ ἦταν χαμένες, διέταξε νὰ ἁρπάξουν τὸν Πολύδωρο, νὰ τὸν κλείσουν στὴ φυλακὴ καὶ νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια.
Βασανιστήρια! Νὰ μία λέξη ποὺ προκαλεῖ ἀσυναίσθητα τὴν φρίκη. Βασανιστήρια! Μιὰ λέξη τόσο γνωστὴ καὶ στὴν ἐποχή μας. Θεέ μου! Ποῦ καταντᾷ ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀπ’ τὴν καρδιὰ του φύγει ὁ αὐτοσεβασμός.
Ὅλη νύχτα οἱ δήμιοι βασάνιζαν τὸν μάρτυρα. Νὰ ἀριθμήσει κανεὶς τὰ βασανιστήρια; Εἶναι ἀδύνατο. Τοῦτο μόνο λέγουμε. Τὴν ἑπομένη ὁ μακάριος ἀθλητὴς μὲ τὸ πρόσωπο ἀλλοιωμένο ἀπὸ τὶς ὁλονύχτιες κακώσεις καὶ τὸ κορμὶ τσακισμένο ἀπὸ τοὺς ἀλύπητους ξυλοδαρμοὺς ὁδηγήθηκε μπροστὰ σ’ ἕνα συμβούλιο ἀπὸ Τούρκους ἄρχοντες.
Γιὰ δεύτερη φορὰ ὁ συντετριμμένος ἀγωνιστὴς τῆς ἀλήθειας μὲ σταθερότητα καὶ παρρησία ζηλευτὴ διακήρυξε πάλι τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καὶ τὴν ἀμετάκλητη ἀπόφασή του νὰ πεθάνει γι’ Αὐτόν. Σ' ὅλες τὶς ἀπειλὲς καὶ τὶς πιέσεις ποὺ τοῦ ἔκαμναν ἡ ἀπάντησή του ἦταν:
— Εἶμαι χριστιανός! Θὰ μείνω χριστιανός! Καὶ θὰ πεθάνω χριστιανός.
Ἡ ἄκαμπτη ἐπιμονή του εἶχε ἐξοργίσει ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου, ποὺ γιὰ νὰ δώσουν μία διέξοδο στὸ ἀδιέξοδο, διέταζαν νὰ ρίξουν καὶ πάλι τὸν ἅγιο στὴν φυλακὴ καὶ νὰ ἐπαναλάβουν τὰ βασανιστήρια. Οἱ δήμιοι μὲ ἀσυγκράτητη μανία ἅρπαξαν τὸ θῦμα ξανὰ καὶ τὸ πέταξαν σ’ ἕνα σκοτεινὸ κελί.
Ἐκεῖ μὲ καννιβαλίστικο πάθος, τόσο γνωστὸ καὶ στὴν ἐποχή μας, ἄρχισαν τὸ μακάβριο ἔργο τους. Ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ μὴ μπορεῖ νὰ μετακινηθεῖ καὶ μὲ μαστίγια τὸν κτυποῦσαν συνέχεια παντοῦ. Τὸ ἅγιο κορμὶ ἔγινε μία πληγὴ ἀπὸ τὴν ὁποία τὸ αἷμα ἔτρεχε ἄφθονο. Ὕστερα τοῦ ἔβαλαν σίδερα καυτὰ καὶ τοῦβλα πυρωμένα στοὺς ὤμους καὶ τὶς μασχάλες καὶ ἄλλοι τὴν ἴδια ὥρα τοῦ φοροῦσαν στὸ κεφάλι ἕνα πυρακτωμένο τάσι γιὰ σκοῦφο.
Δὲν θὰ ἀναφέρουμε ἄλλα βασανιστήρια. Μᾶς εἶναι ἀδύνατο. Ἄλλωστε καὶ νὰ τ’ ἀκούει κανεὶς δυσκολεύεται. Τοῦτο μόνο σημειώνουμε. Ὁ καρτερόψυχος ὁμολογητὴς τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ θάρρος καὶ καρτερία μοναδική. Τὰ ὑπέμεινε προφέροντας μὲ πίστη: «Κύριε, συγχώρησέ με». Εἶχε πιὰ ἀποφασίσει τὸν θάνατο καὶ ἔτσι ὁ πόνος δὲν τὸν φόβιζε.
Τὸν φόβιζε μονάχα μήπως λυπήσει ξανὰ τὸν Χριστό μας. Ἀκόμη λίγο σκεφτόταν καὶ τὸ μαρτύριο θὰ μεταβληθεῖ σὲ πηγὴ χαρὰς καὶ ἀγαλλίασης. Θὰ γίνει ἡ σκάλα ποὺ θὰ μὲ ἀνεβάσει κοντὰ στὸν Χριστό μου, τὸν Σωτῆρα καὶ Λυτρωτή μου. «Βαρὺς ὁ χειμών, ἀλλὰ γλυκὺς ὁ Παράδεισος. Ἀλγεινὴ ἡ ψῦξις ἀλλ’ ἠδεία ἡ ἀπόλαυσις». Αὐτὰ μποροῦσε νὰ λέει κι ὁ Πολύδωρος μαζὶ μὲ τοὺς Σαράντα Μάρτυρες τῆς Σεβάστειας.
Μὲ τὰ μαρτύρια πέρασε ὅλη ἡ νύχτα. Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸ ὅραμα τοῦ Χριστοῦ νὰ στέκεται μπροστά του. Νὰ τὸν κοιτάζει μὲ εἰρηνικὸ χαμόγελο. Νὰ τοῦ δροσίζει τὰ καμένα ἀπ’ τὸν πόνο χείλη του. Νὰ τοῦ δείχνει τὸν Παράδεισο. Ὅταν ξημέρωσε, μερικοὶ δήμιοι πῆραν τὸν μάρτυρα καὶ τὸν ὁδήγησαν μὲ φωνὲς καὶ βρισιὲς στὴν πλατεῖα, μπροστὰ στὸν κριτή, ποὺ περίμενε καθισμένος σὲ μία ψηλὴ ἐξέδρα ἀνάμεσα σὲ πολλοὺς ἐπίσημους μωαμεθανούς.
Λίγο πιὸ κάτω ἦταν στημένη μία ἀγχόνη. Ὁ μάρτυρας κοίταξε πρῶτα τὴν ἀγχόνη καὶ ὑστέρα τὸν κριτή. Ἕνα αἴσθημα παρηγοριὰς ἔνοιωσε βλέποντας τὴν πρώτη. Μιὰ ἀηδία σὰν ἀντίκρισε τὸν δεύτερο.
— Ἄϊ! τί λές; τοῦ φώναξε ὁ κριτὴς μὲ ἕνα γέλιο σαρδόνιο. Ἔβαλες μυαλὰ ἢ ἀκόμα ἐπιμένεις στὶς ἀπόψεις σου;
— Τὰ μυαλά μου τὰ ἔχασα μόνο, ὅταν παρασύρθηκα καὶ ἀντάλλαξα τὴν πίστη μου μὲ τὴ δική σας. Τρέλα εἶναι νὰ πετᾶ κανεὶς τὸ χρυσάφι, γιὰ νὰ πάρει τὸ χῶμα. Τώρα τὰ ἔχω τετρακόσια τὰ μυαλά μου. Τώρα ποὺ ξαναγύρισα στὸν Χριστό μου. Στὰ λόγια τοῦ μάρτυρα ὁ κριτὴς ἔχασε τὴν ὑπομονὴ καὶ φώναξε:
— Κρεμᾶστε τὸν γκιαούρη νὰ γλυτώσουμε. Κρεμάστε τον. Εἶναι ἀγύριστο κεφάλι. Οἱ δήμιοι ὁδήγησαν τὸν Πολύδωρο πρὸς τὴν ἀγχόνη. Καὶ αὐτὸς ἀφοῦ μὲ σταθερὸ βῆμα πλησίασε, ἀσπάστηκε μὲ σεβασμὸ τὸ σχοινί της, ἔκαμε μὲ εὐλάβεια τὸν σταυρό του καὶ γαλήνιος δέχτηκε τὸ σχοινὶ στὸν λαιμό του.
Δοξολόγησε ξανὰ τὸν Κύριο γιὰ τὴν τιμὴ καὶ στὰ λίγα δευτερόλεπτα ποὺ μεσολάβησαν προσευχήθηκε θερμὰ γιὰ τοὺς ἐκτελεστές του καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Γένους. Κύριε, εἶπε. Συγχώρησε τοὺς βασανιστές μου! Χριστέ μου! Δῶσε τὴ λευτεριὰ στὴ Ρωμιοσύνη! Ὁ δήμιος ἔσυρε τὸ σχοινί. Τὸ κορμὶ ὑψώθηκε μετέωρο, ἐνῷ ἡ ἁγία ψυχὴ τοῦ μάρτυρα πέταξε στὰ γαλανὰ χάη τοῦ οὐρανοῦ, γιὰ νὰ ἀναπαυθεῖ κοντὰ στὸν Χριστό μας.
Τὸ ἅγιο λείψανο ἔμεινε τρεῖς ἡμέρες στὴν ἀγχόνη. Τὴν τρίτη μέρα οἱ Τοῦρκοι διέταξαν τοὺς χριστιανοὺς νὰ τὸ πάρουν καὶ νὰ τὸ θάψουν. Μερικὲς ἁγνὲς ψυχὲς κατέβασαν τὸ ἅγιο σκήνωμα ἀπὸ τὴν ἀγχόνη, τὸ ξέπλυναν μὲ καθαρὸ νερὸ καὶ τὸ ἔθαψαν ραίνοντάς το μὲ τὰ δάκρυα τοῦ θαυμασμοῦ καὶ τῆς ἀγάπης τους.
Σὲ κάποια στιγμὴ πειρασμοῦ καὶ ἀπροσεξίας ὁ νεαρὸς Πολύδωρος γλίστρησε κι ἔπεσε. Ἀρνήθηκε ὅτι πολυτιμότερο ἔχει ὁ ἄνθρωπος στὸν κόσμο τοῦτο. Τὴν πίστη του. Παράξενο; Ὄχι! Φυσικὸ τὸ πρᾶγμα κι ἀνθρώπινο. «Ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἔγκειται ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητας αὐτοῦ» λέγει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως μὲ μία εἰλικρινὴ μετάνοια, ἀλλὰ καὶ σταθερὴ ὁμολογία καὶ αὐτὸ τὸ μαρτύριο τοῦ θανάτου ζήτησε καὶ θέλησε ὁ καρτερόψυχος ἀθλητὴς γιὰ νὰ ἐπανορθώσει τὸ σφάλμα του. Καὶ τὸ πέτυχε.
Τὸ μαρτυροῦν τὰ πολλὰ θαύματά του.
Θὰ ἀναφέρομε δυό:
α) Στὴ Ν. Ἔφεσο ζοῦσε κάποιος χριστιανὸς ποὺ λεγόταν Νικόλαος. Ὁ δυστυχισμένος εἶχε προσβληθεῖ ἀπὸ δαιμόνιο, ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸ στόμα του καὶ σὰν τὴν παιδίσκη τῶν Φιλίππων φανέρωνε πολλὲς φορὲς καὶ τὰ μυστικὰ ἐκείνων ποὺ κατέφευγαν σ’ αὐτόν. Κάποια μέρα γνώρισε τὸν ἄρρωστο ἕνας κληρικός, ποὺ εἶχε στὴν κατοχή του λείψανα τοῦ Ἁγίου Πολυδώρου καὶ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ σχοινὶ τῆς ἀγχόνης καὶ τὸν λυπήθηκε. Πῆρε τὰ ἱερὰ κειμήλια καὶ πῆγε στὸ σπίτι του. Μόλις ἔφτασε στὴν πόρτα καὶ τὸν εἶδε ὁ δαιμονισμένος ἔβαλε τὶς φωνές:
-Ἐσὺ ἐδῶ; Ἐσὺ ἐδῶ; Τί ᾖρθες νὰ κάμεις; Τί θέλεις ἀπὸ μένα;
Ὁ ἱερέας χωρὶς νὰ χάσει καιρό, ἔβγαλε ἀπὸ τὸν κόρφο του τὰ ἅγια λείψανα κι ἔκαμε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ πρὸς τὸν ἄρρωστο.
Ὁ ἱερέας πλησίασε. Ἔβαλε πάνω στὸν ἄρρωστο τὰ λείψανα καὶ τὸ κομμάτι τοῦ σχοινιοῦ ποὺ κρατοῦσε καὶ ὦ τοῦ θαύματος! Ὁ ἄρρωστος ἔβγαλε μία δυνατὴ κραυγὴ κι ὕστερα ἠρέμησε. Τὸ δαιμόνιο ἔφυγε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔγινε πιὰ καλά.
β) Τὶς θλιβερὲς καὶ μαῦρες ἐκεῖνες μέρες ποὺ ὁ Ἑλληνισμὸς ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν μας ξεριζωνόταν ἀπὸ τὴν κοιτίδα του, τὴν Μ. Ἀσία καὶ ἔφευγε κυνηγημένος, ἕνας Ἱερομόναχος, ὁ Πρωτοσύγκελος τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἐφέσου Κύριλλος Ψύλλος ἅρπαξε τὴν ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος γιὰ νὰ τὴν σώσει. Ἡ μανία τῶν Τούρκων ἐνάντια στοὺς κληρικοὺς καὶ ὁ ἔλεγχός τους γιὰ τὴν ἀνεύρεσή τους ἦταν ἀπίστευτος. Ἡ μανία τους στρεφόταν ἀκόμη καὶ ἐνάντια στοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἱερὰ κειμήλια. Ὅταν ἀνακάλυπταν κληρικοὺς ἢ ἄλλα πρόσωπα νὰ κρατᾶνε εἰκόνες, λείψανα κ.ἄ. τοὺς ἔσφαζαν χωρὶς καμιὰ κουβέντα. Ἡ πράξη τοῦ Πρωτοσύγκελου ἦταν πολὺ τολμηρή. Ἂν τὸν ἀνακάλυπταν, θὰ πλήρωνε ἀμέσως μὲ τὴ ζωή του αὐτὸ ποὺ πήγαινε νὰ κάμει. Ὁ εὐλαβὴς ὅμως ἐργάτης τοῦ Χριστοῦ τὸ ἀποφάσισε. Ντύθηκε σὰν γερόντισσα, πῆρε μαζί του τὸν πολύτιμο θησαυρό του, ἔκαμε τὸν σταυρό του καὶ προχώρησε.
Ἀτέλειωτη σειρὰ περίμενε μπροστὰ του γιὰ ἔλεγχο. Σὰν ἔφτασε στὸ τούρκικο φυλάκιο γιὰ τὴν ἔρευνα, οἱ Τοῦρκοι ἦσαν μανιασμένοι. Εἶχαν ἀνακαλύψει μερικοὺς μεταμφιεσμένους καὶ εἶχαν γίνει ἔξαλλοι. Τὴν ὥρα ἐκείνη ποὺ οἱ ἄπιστοι βρίζανε καὶ κτυποῦσαν τὰ θύματά τους καὶ οὔρλιαζαν σὰν θεριὰ ᾖρθε καὶ ἡ σειρὰ τοῦ μεταμφιεσμένου Κύριλλου γιὰ ἔλεγχο.
Ὁ πιστὸς κληρικός, χωρὶς νὰ χάσει τὴν ψυχραιμία του, ἕσφιξε στὰ στήθη τὸν θησαυρό του, τὴν κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ ψιθύρισε μέσα του:
-Ἅγιε Πολύδωρε, σῶσέ με. Καὶ τὸν ἔσωσε.
- Γκὶτ πὲ χανοὺμ (γκρεμίσου χανούμισσα) φώναξε ὁ Τοῦρκος καὶ τὸν ἔσπρωξε μπροστά. Σὲ λίγο ὁ ἱερομόναχος βρισκόταν πεταγμένος στὴ βάρκα σωτηρίας μὲ τὸν θησαυρό του. Πῶς ἔγινε τοῦτο; Ὁ ἴδιος δὲν θυμᾶται. Δὲν κατάλαβε.
Ἕνα εἶναι τὸ γεγονός: Σώθηκε. Σώθηκε καὶ αὐτὸς κι ἡ ἁγία κάρα τοῦ μάρτυρος. Ὅταν ἔφτασε στὴν Ἀθῆνα, τὴν κατέθεσε στὸν Ἱερὸ Ναὸ τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης τῆς Πλάκας. Ἐκεῖ βρίσκεται καὶ σήμερα. Δεκάδες πιστῶν περνᾶνε κάθε μέρα γιὰ νὰ τὴν προσκυνήσουν. Καὶ χιλιάδες κάθε χρόνο στὶς 3 τοῦ Σεπτέμβρη, ποὺ εἶναι ἡ μέρα τῆς γιορτῆς του, τρέχουν νὰ τιμήσουν τὸν μάρτυρα, τὸν ἐξωμότη, ποὺ μετανόησε, καὶ νὰ ζητήσουν τὴν χάρη του.
Τρομερὸ κακὸ στὸν ἄνθρωπο ἡ πτώση. Πολὺ τρομερό! Μεγάλη ἡ ἀξία τῆς μετάνοιας. Πολὺ μεγάλη. Ἡ πτώση καταστρέφει, ἐξευτελίζει. Ἡ μετάνοια ἀποκαθιστᾷ, σῴζει. Ἀποκαθιστᾷ τὸν ἄνθρωπο στὸ πατρικὸ σπίτι. Καὶ τὸν σῴζει. Τὸν κάνει «συμπολίτην τῶν ἁγίων καὶ οἰκεῖον τοῦ θεοῦ».
Ναί! συμπολίτη τῶν ἁγίων καὶ οἰκιακό τοῦ Θεοῦ.
Πραγματικά! Τί ὡραία νὰ θυμόντουσαν συχνὰ οἱ ἄνθρωποι τούτη τὴν ἀλήθεια!.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’.
Μέγα καύχημα τῆς Λευκωσίας, μέγα στήριγμα πόλει Ἐφέσου, μέγα κλέος τε τῶν δυὸ πόλεων τῆς μὲν γὰρ γόνος σεπτὸς ἐχρημάτισας τὴν δὲ τὰ σὰ ἐπορφύρωσαν αἵματα, ἀλλὰ πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, Πολύδωρε, ἶνα ρυσθῶμεν κινδύνων καὶ θλίψεων.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Πολύδωρος(+3 Σεπτεμβρίου 1794)
Στις 3 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας γιορτάζει και τιμά το μαρτύριο και τη μνήμη του Αγίου Πολυδώρου. Ο Άγιος γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου από γονείς θεοφοβούμενους και ευσεβείς και έζησε περίπου το 18ο αιώνα σε χρόνια δύσκολα και σκοτεινά για το αιματοβαμμένο Νησί, γιατί ήταν τα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς. Ο πατέρας του ονομάζονταν Λουκάς και η μητέρα του Λουρδανώ άνθρωποι πτωχοί και φρόντισαν από νωρίς να δώσουν στο παιδί τους, χριστιανική μόρφωση και ανατροφή. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στα Σχολεία της Λευκωσίας και γρήγορα άρχισε να τον συναρπάζει το επάγγελμα του εμπόρου, που το ασκούσε με ξεχωριστή χαρά. Έγινε ο πραματευτής ή πραγματευτής, μεταφέροντας την πραμάτεια του άλλοτε στους ώμους του και άλλοτε σε κάποιο υποζύγιο (που ήταν κατά κανόνα γάιδαρος) , προκειμένου να το διαλαλήσει καλύτερα.
Από μικρή ηλικία άρχισε να ταξιδεύει παντού φθάνοντας μέχρι και την Αίγυπτο, περίπου το 1793, όπου και γνωρίστηκε με αρκετούς συνομηλίκους του που ασκούσαν το ίδιο ή άλλο επάγγελμα. Η ζωή τους όμως ήταν εντελώς διαφορετική από τη δική του και όσο διάστημα ηχούσαν στα αυτιά του οι πατρικές συμβουλές, « να προσέχεις τις συναναστροφές σου, παιδί μου » τα πράγματα κυλούσαν ομαλά γι’ αυτόν. Όμως έπρεπε καθημερινά να δίδει μάχη, προκειμένου να ζήσει μακριά από την άσωτη και ανήθικη ζωή των συνομηλίκων του. Την ίδια επίσης περίοδο γνωρίστηκε και με τον πλούσιο και άπιστο Κιεσίφη Ζακυνθινό, που τον προσέλαβε γραμματέα του. Από τη θέση αυτή ο κύκλος με τους συνομήλικες του μεγάλωνε σιγά αλλά σταθερά, άρχισε δε να του γίνεται επικίνδυνος. Τα μέτρα αυτοπροστασίας που είχε εφαρμόσει για τον εαυτό του άρχισαν να χαλαρώνουν και οι πατρικές συμβουλές ακολουθούσαν με τη σειρά τους την ίδια πορεία
. Η προσευχή, ο εκκλησιασμός και η νηστεία που τον συγκρατούσαν κάποτε, άρχισαν να ατονούν και να εξαφανίζονται. Η ζωή του άρχισε να μη διαφέρει από την αμαρτωλή ζωή των συνομηλίκων του, που τους ακολουθούσε παντού. Το ξενύχτι, το ποτό και η μέθη, έγιναν κανόνας στη ζωή του. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά κάποια βραδιά στο μεθύσι του απάνω, αλλαξοπίστησε. Έγινε δηλαδή όπως και οι συνομήλικες του Μωαμεθανός.
Κάποια στιγμή που συνήλθε άρχισε να μην αναγνωρίζει τον εαυτόν του. Δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που του είχε συμβεί. Ήταν απαρηγόρητος και έπρεπε γρήγορα να επανορθώσει. Οι τύψεις έκαμαν την πρώτη τους εμφάνιση και άρχισαν να τον ενοχλούν παράξενα με αποτέλεσμα να μη τον αφήνουν να ησυχάσει. Η συνείδησή του και αυτή με τη σειρά της τον χτυπούσε ασταμάτητα. Μπροστά στην απελπισία του ερχόταν στο μυαλό του το πατρικό σπίτι και αναπολούσε τη ψυχική γαλήνη και ηρεμία που είχε τότε. Θυμότανε τις πατρικές συμβουλές και τα μάτια του έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα. Θυμήθηκε και τα λόγια της μάνας του που πάντα του έλεγε, ότι τις στενοχωρημένες καρδιές μόνο ένα πράγμα μπορεί να τις γαληνέψει, η μετάνοια και η εξομολόγηση. Ήταν η σπίθα που του φώτισε την πληγωμένη του καρδιά και τη γέμισε με ελπίδα. Παίρνει γρήγορα την απόφαση χωρίς καθυστέρηση να πάει να συναντήσει τον πνευματικό του, που ήταν Αρχιερέας και βρίσκονταν στη Βηρυτό.
Μόλις συναντήθηκε μαζί του έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσε να τον συγχωρέσει. Άνοιξε την καρδιά του και τα είπε όλα, περιγράφοντάς του με κάθε λεπτομέρεια αυτά που του είχαν συμβεί. Του είπε όλη την αλήθεια, όπως κάνει ο κάθε χριστιανός που προσέρχεται στο μυστήριο της Μετάνοιας ή Εξομολόγησης. Εκείνος με τη σειρά του, αφού τον άκουσε στοργικά και πατρικά τον συγχώρησε, τον έστειλε δε σε κάποιο μοναστήρι του Λιβάνου για περισσότερη άσκηση και ξεκούραση μια και πλησίαζε η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής. Μετά το Πάσχα του είχε πει, ότι θα πήγαινε ο ίδιος να τον χρίσει με το Άγιο Μύρο. Εδώ ο Πολύδωρας ασκήθηκε σε πνευματική περισυλλογή με συνεχή προσευχή και νηστεία. Όμως δεν κάθισε πολύ γιατί το γεγονός μαθεύτηκε και σύμφωνα με τις πληροφορίες που έφθαναν σ’αυτόν, κινδύνευε άμεσα η ζωή του πνευματικού του. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει την περιοχή και να πάει στην Πτολεμαίδα της Παλαιστίνης, που τότε ονομάζονταν Άκρι. Αφού συναντήθηκε με τον Αρχιερέα της περιοχής αποφάσισαν από κοινού, ότι πρέπει να κάνει την ομολογία του, συγκινημένος και επηρεασμένος πάντα από τη συμπεριφορά των μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Για το σκοπό αυτό επιλέγεται ο τόπος ομολογίας του να είναι η Αίγυπτος, σύμφωνα και με τη συμβουλή που δόθηκε από τον πνευματικό του.
Ξεκίνησε ο δρόμος της επιστροφής, που ήταν ατελείωτος. Η σφοδρή θαλασσοταραχή που τον έπληξε, τον ανάγκασε να βρει απάνεμο λιμάνι στο νησί της Χίου και προκειμένου να βρει και τη γαλήνη της ψυχής του επισκέπτεται κάποιο γέροντα πνευματικό της περιοχής. Αφού του διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όλα εκείνα που του είχαν συμβεί του έδωσε την συγχώρηση, τον έχρισε με το Άγιο Μύρο και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι αποκαταστάθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας μας και αμέσως αναχώρησε για τη Σμύρνη. Ο πόθος του να επανορθώσει πραγματικά το αμάρτημα του, δεν τον αφήνει ήσυχο. Μια σκέψη στριφογυρίζει αδιάκοπα στο μυαλό του. Η σκέψη να επισκεφθεί τις τουρκικές αρχές και με παρρησία να διακηρύξει μπροστά σ' αυτούς την πίστη του στον Χριστό και την αφοσίωση του στο θέλημά Του. Για το σκοπό αυτό μετακινείται στη Νέα Έφεσο και επισκέπτεται το δικαστή της περιοχής προκειμένου να κάνει μπροστά του την ομολογία. Ήταν η 1η Σεπτεμβρίου του 1794. Ο δικαστής έκπληκτος τον άκουγε σε όσα του έλεγε. Όσες φορές μπόρεσε να τον διακόψει προκειμένου να τον πείσει να αλλάξει άποψη, έπαιρνε πάντα την απάντηση. Είμαι Χριστιανός, θα μείνω Χριστιανός και θέλω να πεθάνω Χριστιανός. Προσπάθησε σε ήπιους τόνους και με πολλές υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Όμως έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση, ώσπου το ποτήρι ξεχείλισε από θυμό. Άρχισαν οι απειλές και μια σειρά από απάνθρωπα βασανιστήρια αφού προηγουμένως δόθηκε η άδεια στο πλήθος να τον βασανίσει όπως εκείνο ήθελε. Η θηριωδία και η βαρβαρότητά τους, βρήκε πολλούς τρόπους βασανισμού. Άλλοι του έβαζαν πυρακτωμένα κεραμίδια στις μασχάλες και άλλοι του φορούσαν στο κεφάλι πυρακτωμένο στεφάνι. Κάποιοι τον χτυπούσαν χωρίς έλεος και κάποιοι του γέμιζαν με πληγές το κορμί του, αφήνοντάς τον για πολλές ώρες λιπόθυμο.
Εκείνος με υπερβολικό θάρρος και καρτερία τα υπόμενε όλα. Δε σταματούσε λεπτό να προσεύχεται και να παρακαλεί το Χριστό να τον συγχωρέσει. Τον έριχναν στη φυλακή εφαρμόζοντας κάθε φορά και σκληρότερα βασανιστήρια. Τον έβγαζαν από τη φυλακή για να ελέγξουν, μήπως λιποψύχησε και μετάνιωσε. Έτσι το πρωί της Κυριακής 3 Σεπτεμβρίου 1794 όταν τον έβγαλαν από τη φυλακή τον οδήγησαν στην πλατεία, που του είχαν ετοιμάσει την αγχόνη. Δίπλα της ακριβώς βρίσκονταν η εξέδρα του δικαστή για να ζήσει και εκείνος με τη σειρά του από κοντά το θέαμα και να ανακρίνει για τελευταία φορά το Μάρτυρα. Κοίταξε πρώτα την αγχόνη και ένοιωσε ένα αίσθημα ανακούφισης να γεμίζει την καρδιά του και όταν κοίταξε την εξέδρα ένοιωσε μια πρωτοφανή αηδία για τα πρόσωπα που παρακάθονταν σ’ αυτήν. Οι διαδικασίες στη συνέχεια ήταν γρήγορες. Ρώτησαν τυπικά το Μάρτυρα μήπως έχει μετανιώσει και έλαβαν με βροντερή φωνή, όση τουλάχιστον δύναμη του είχε απομείνει, ότι και γεννήθηκα και θα πεθάνω Χριστιανός. Σαν λυσσασμένα σκυλιά όρμησαν να τον κατασπαράξουν και αφού τον έδεσαν χειροπόδαρα και αφού πέρασαν τη θηλιά της αγχόνης στο λαιμό του, τράβηξαν το σχοινί. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ίσα που πρόλαβε να προσευχηθεί, βρέθηκε το Άγιο σώμα του αιωρούμενο και η Αγία του ψυχή πέταξε στα ύψη του Ουρανού στεφανωμένη με το στεφάνι της Αγίας Δόξας, για να αναπαυτεί κοντά στο Χριστό μας.
Το Άγιο λείψανό του έμεινε στην αγχόνη τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα δόθηκε εντολή στους Χριστιανούς να το παραλάβουν και να το κάνουν ότι εκείνοι θέλουν. Έτσι στο νέφος των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας προστέθηκε και ένας ακόμη Νεομάρτυρας ο Άγιος Πολύδωρος, που τον γιορτάζει στις 3 Σεπτεμβρίου. Η Αγία του κάρα φυλάσσεται σήμερα στον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα της Αθήνας.
Στις 3 Σεπτεμβρίου η Εκκλησία μας γιορτάζει και τιμά το μαρτύριο και τη μνήμη του Αγίου Πολυδώρου. Ο Άγιος γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου από γονείς θεοφοβούμενους και ευσεβείς και έζησε περίπου το 18ο αιώνα σε χρόνια δύσκολα και σκοτεινά για το αιματοβαμμένο Νησί, γιατί ήταν τα χρόνια της μαύρης σκλαβιάς. Ο πατέρας του ονομάζονταν Λουκάς και η μητέρα του Λουρδανώ άνθρωποι πτωχοί και φρόντισαν από νωρίς να δώσουν στο παιδί τους, χριστιανική μόρφωση και ανατροφή. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στα Σχολεία της Λευκωσίας και γρήγορα άρχισε να τον συναρπάζει το επάγγελμα του εμπόρου, που το ασκούσε με ξεχωριστή χαρά. Έγινε ο πραματευτής ή πραγματευτής, μεταφέροντας την πραμάτεια του άλλοτε στους ώμους του και άλλοτε σε κάποιο υποζύγιο (που ήταν κατά κανόνα γάιδαρος) , προκειμένου να το διαλαλήσει καλύτερα.
Από μικρή ηλικία άρχισε να ταξιδεύει παντού φθάνοντας μέχρι και την Αίγυπτο, περίπου το 1793, όπου και γνωρίστηκε με αρκετούς συνομηλίκους του που ασκούσαν το ίδιο ή άλλο επάγγελμα. Η ζωή τους όμως ήταν εντελώς διαφορετική από τη δική του και όσο διάστημα ηχούσαν στα αυτιά του οι πατρικές συμβουλές, « να προσέχεις τις συναναστροφές σου, παιδί μου » τα πράγματα κυλούσαν ομαλά γι’ αυτόν. Όμως έπρεπε καθημερινά να δίδει μάχη, προκειμένου να ζήσει μακριά από την άσωτη και ανήθικη ζωή των συνομηλίκων του. Την ίδια επίσης περίοδο γνωρίστηκε και με τον πλούσιο και άπιστο Κιεσίφη Ζακυνθινό, που τον προσέλαβε γραμματέα του. Από τη θέση αυτή ο κύκλος με τους συνομήλικες του μεγάλωνε σιγά αλλά σταθερά, άρχισε δε να του γίνεται επικίνδυνος. Τα μέτρα αυτοπροστασίας που είχε εφαρμόσει για τον εαυτό του άρχισαν να χαλαρώνουν και οι πατρικές συμβουλές ακολουθούσαν με τη σειρά τους την ίδια πορεία
. Η προσευχή, ο εκκλησιασμός και η νηστεία που τον συγκρατούσαν κάποτε, άρχισαν να ατονούν και να εξαφανίζονται. Η ζωή του άρχισε να μη διαφέρει από την αμαρτωλή ζωή των συνομηλίκων του, που τους ακολουθούσε παντού. Το ξενύχτι, το ποτό και η μέθη, έγιναν κανόνας στη ζωή του. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά κάποια βραδιά στο μεθύσι του απάνω, αλλαξοπίστησε. Έγινε δηλαδή όπως και οι συνομήλικες του Μωαμεθανός.
Κάποια στιγμή που συνήλθε άρχισε να μην αναγνωρίζει τον εαυτόν του. Δε μπορούσε να πιστέψει αυτό που του είχε συμβεί. Ήταν απαρηγόρητος και έπρεπε γρήγορα να επανορθώσει. Οι τύψεις έκαμαν την πρώτη τους εμφάνιση και άρχισαν να τον ενοχλούν παράξενα με αποτέλεσμα να μη τον αφήνουν να ησυχάσει. Η συνείδησή του και αυτή με τη σειρά της τον χτυπούσε ασταμάτητα. Μπροστά στην απελπισία του ερχόταν στο μυαλό του το πατρικό σπίτι και αναπολούσε τη ψυχική γαλήνη και ηρεμία που είχε τότε. Θυμότανε τις πατρικές συμβουλές και τα μάτια του έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα. Θυμήθηκε και τα λόγια της μάνας του που πάντα του έλεγε, ότι τις στενοχωρημένες καρδιές μόνο ένα πράγμα μπορεί να τις γαληνέψει, η μετάνοια και η εξομολόγηση. Ήταν η σπίθα που του φώτισε την πληγωμένη του καρδιά και τη γέμισε με ελπίδα. Παίρνει γρήγορα την απόφαση χωρίς καθυστέρηση να πάει να συναντήσει τον πνευματικό του, που ήταν Αρχιερέας και βρίσκονταν στη Βηρυτό.
Μόλις συναντήθηκε μαζί του έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια τον παρακαλούσε να τον συγχωρέσει. Άνοιξε την καρδιά του και τα είπε όλα, περιγράφοντάς του με κάθε λεπτομέρεια αυτά που του είχαν συμβεί. Του είπε όλη την αλήθεια, όπως κάνει ο κάθε χριστιανός που προσέρχεται στο μυστήριο της Μετάνοιας ή Εξομολόγησης. Εκείνος με τη σειρά του, αφού τον άκουσε στοργικά και πατρικά τον συγχώρησε, τον έστειλε δε σε κάποιο μοναστήρι του Λιβάνου για περισσότερη άσκηση και ξεκούραση μια και πλησίαζε η περίοδος της Μ. Τεσσαρακοστής. Μετά το Πάσχα του είχε πει, ότι θα πήγαινε ο ίδιος να τον χρίσει με το Άγιο Μύρο. Εδώ ο Πολύδωρας ασκήθηκε σε πνευματική περισυλλογή με συνεχή προσευχή και νηστεία. Όμως δεν κάθισε πολύ γιατί το γεγονός μαθεύτηκε και σύμφωνα με τις πληροφορίες που έφθαναν σ’αυτόν, κινδύνευε άμεσα η ζωή του πνευματικού του. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει την περιοχή και να πάει στην Πτολεμαίδα της Παλαιστίνης, που τότε ονομάζονταν Άκρι. Αφού συναντήθηκε με τον Αρχιερέα της περιοχής αποφάσισαν από κοινού, ότι πρέπει να κάνει την ομολογία του, συγκινημένος και επηρεασμένος πάντα από τη συμπεριφορά των μαρτύρων της Εκκλησίας μας. Για το σκοπό αυτό επιλέγεται ο τόπος ομολογίας του να είναι η Αίγυπτος, σύμφωνα και με τη συμβουλή που δόθηκε από τον πνευματικό του.
Ξεκίνησε ο δρόμος της επιστροφής, που ήταν ατελείωτος. Η σφοδρή θαλασσοταραχή που τον έπληξε, τον ανάγκασε να βρει απάνεμο λιμάνι στο νησί της Χίου και προκειμένου να βρει και τη γαλήνη της ψυχής του επισκέπτεται κάποιο γέροντα πνευματικό της περιοχής. Αφού του διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όλα εκείνα που του είχαν συμβεί του έδωσε την συγχώρηση, τον έχρισε με το Άγιο Μύρο και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Έτσι αποκαταστάθηκε στους κόλπους της Εκκλησίας μας και αμέσως αναχώρησε για τη Σμύρνη. Ο πόθος του να επανορθώσει πραγματικά το αμάρτημα του, δεν τον αφήνει ήσυχο. Μια σκέψη στριφογυρίζει αδιάκοπα στο μυαλό του. Η σκέψη να επισκεφθεί τις τουρκικές αρχές και με παρρησία να διακηρύξει μπροστά σ' αυτούς την πίστη του στον Χριστό και την αφοσίωση του στο θέλημά Του. Για το σκοπό αυτό μετακινείται στη Νέα Έφεσο και επισκέπτεται το δικαστή της περιοχής προκειμένου να κάνει μπροστά του την ομολογία. Ήταν η 1η Σεπτεμβρίου του 1794. Ο δικαστής έκπληκτος τον άκουγε σε όσα του έλεγε. Όσες φορές μπόρεσε να τον διακόψει προκειμένου να τον πείσει να αλλάξει άποψη, έπαιρνε πάντα την απάντηση. Είμαι Χριστιανός, θα μείνω Χριστιανός και θέλω να πεθάνω Χριστιανός. Προσπάθησε σε ήπιους τόνους και με πολλές υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Όμως έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση, ώσπου το ποτήρι ξεχείλισε από θυμό. Άρχισαν οι απειλές και μια σειρά από απάνθρωπα βασανιστήρια αφού προηγουμένως δόθηκε η άδεια στο πλήθος να τον βασανίσει όπως εκείνο ήθελε. Η θηριωδία και η βαρβαρότητά τους, βρήκε πολλούς τρόπους βασανισμού. Άλλοι του έβαζαν πυρακτωμένα κεραμίδια στις μασχάλες και άλλοι του φορούσαν στο κεφάλι πυρακτωμένο στεφάνι. Κάποιοι τον χτυπούσαν χωρίς έλεος και κάποιοι του γέμιζαν με πληγές το κορμί του, αφήνοντάς τον για πολλές ώρες λιπόθυμο.
Εκείνος με υπερβολικό θάρρος και καρτερία τα υπόμενε όλα. Δε σταματούσε λεπτό να προσεύχεται και να παρακαλεί το Χριστό να τον συγχωρέσει. Τον έριχναν στη φυλακή εφαρμόζοντας κάθε φορά και σκληρότερα βασανιστήρια. Τον έβγαζαν από τη φυλακή για να ελέγξουν, μήπως λιποψύχησε και μετάνιωσε. Έτσι το πρωί της Κυριακής 3 Σεπτεμβρίου 1794 όταν τον έβγαλαν από τη φυλακή τον οδήγησαν στην πλατεία, που του είχαν ετοιμάσει την αγχόνη. Δίπλα της ακριβώς βρίσκονταν η εξέδρα του δικαστή για να ζήσει και εκείνος με τη σειρά του από κοντά το θέαμα και να ανακρίνει για τελευταία φορά το Μάρτυρα. Κοίταξε πρώτα την αγχόνη και ένοιωσε ένα αίσθημα ανακούφισης να γεμίζει την καρδιά του και όταν κοίταξε την εξέδρα ένοιωσε μια πρωτοφανή αηδία για τα πρόσωπα που παρακάθονταν σ’ αυτήν. Οι διαδικασίες στη συνέχεια ήταν γρήγορες. Ρώτησαν τυπικά το Μάρτυρα μήπως έχει μετανιώσει και έλαβαν με βροντερή φωνή, όση τουλάχιστον δύναμη του είχε απομείνει, ότι και γεννήθηκα και θα πεθάνω Χριστιανός. Σαν λυσσασμένα σκυλιά όρμησαν να τον κατασπαράξουν και αφού τον έδεσαν χειροπόδαρα και αφού πέρασαν τη θηλιά της αγχόνης στο λαιμό του, τράβηξαν το σχοινί. Μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ίσα που πρόλαβε να προσευχηθεί, βρέθηκε το Άγιο σώμα του αιωρούμενο και η Αγία του ψυχή πέταξε στα ύψη του Ουρανού στεφανωμένη με το στεφάνι της Αγίας Δόξας, για να αναπαυτεί κοντά στο Χριστό μας.
Το Άγιο λείψανό του έμεινε στην αγχόνη τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα δόθηκε εντολή στους Χριστιανούς να το παραλάβουν και να το κάνουν ότι εκείνοι θέλουν. Έτσι στο νέφος των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας προστέθηκε και ένας ακόμη Νεομάρτυρας ο Άγιος Πολύδωρος, που τον γιορτάζει στις 3 Σεπτεμβρίου. Η Αγία του κάρα φυλάσσεται σήμερα στον Ιερό Ναό της Αγίας Αικατερίνης στην Πλάκα της Αθήνας.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ο Άγιος Πολύευκτος
Ο Άγιος Μάρτυς Πολύευκτος έζησε κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Δεκίου (249-251 μ.Χ.) και Ουαλεριανού (251-259 μ.Χ.). Όταν κηρύχθηκε ο διωγμός κατά των Χριστιανών και αυτοί διετάχθησαν να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία, υπήρξε ο πρώτος που μαρτύρησε για τον Χριστό στη Μελιτηνή της Αρμενίας, όπου εκτελούσε τα στρατιωτικά του καθήκοντα.
Ο Άγιος Πολύευκτος, χωρίς να δειλιάσει, διεκήρυξε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό και με Πνευματική ανδρεία συνέτριψε τα είδωλα που λάτρευαν οι εθνικοί. Οι παραινέσεις του πεθερού του, καθώς και οι θρηνώδεις κραυγές της γυναίκας του, δεν τον κλόνισαν καθόλου. Παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του, γεγονός που επιβεβαίωσε και στον Μάρτυρα Νέαρχο, το φίλο του, που φοβόταν μήπως από τα βασανιστήρια αρνηθεί τον Χριστό. Έτσι, λοιπόν, ο Άγιος Πολύευκτος μαρτύρησε διά ξίφους.
Η Σύναξη του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου ετελείτο στο σεπτό ναό που ανήγειραν οι πιστοί στον τόπο του μαρτυρίου του, που έκειτο κοντά στην περιοχή του Φιλαδελφίου και του Ταύρου Κωνσταντινουπόλεως.
Άπολυτίκιον. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Μυηθείς ουρανόθεν ευσέβειας την έλλαμψιν, ώφθης στρατιώτης γενναίος, του Σωτήρος Πολύευκτε και ξίφει εκτμηθείς την κεφαλήν, Μαρτύρων
ηριθμήθης τοις χοροίς, μεθ' ων πρέσβευε θεόφρον δια παντός, υπέρ των εκβοώντων σοι, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δωρουμένω διά σού, πάσι τα κρείττονα.
Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Ο Δεσπότης κλίνας μεν εν Ιορδάνη, κεφαλήν συνέτριψε, τας των δρακόντων κεφαλάς, του Αθλοφόρου η κάρα δε, αποτμηθείσα τον δόλιον ήσχυνεν.
Ο Άγιος Μάρτυς Πολύευκτος έζησε κατά την εποχή των αυτοκρατόρων Δεκίου (249-251 μ.Χ.) και Ουαλεριανού (251-259 μ.Χ.). Όταν κηρύχθηκε ο διωγμός κατά των Χριστιανών και αυτοί διετάχθησαν να επιστρέψουν στην ειδωλολατρία, υπήρξε ο πρώτος που μαρτύρησε για τον Χριστό στη Μελιτηνή της Αρμενίας, όπου εκτελούσε τα στρατιωτικά του καθήκοντα.
Ο Άγιος Πολύευκτος, χωρίς να δειλιάσει, διεκήρυξε με παρρησία την πίστη του στον Χριστό και με Πνευματική ανδρεία συνέτριψε τα είδωλα που λάτρευαν οι εθνικοί. Οι παραινέσεις του πεθερού του, καθώς και οι θρηνώδεις κραυγές της γυναίκας του, δεν τον κλόνισαν καθόλου. Παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του, γεγονός που επιβεβαίωσε και στον Μάρτυρα Νέαρχο, το φίλο του, που φοβόταν μήπως από τα βασανιστήρια αρνηθεί τον Χριστό. Έτσι, λοιπόν, ο Άγιος Πολύευκτος μαρτύρησε διά ξίφους.
Η Σύναξη του Αγίου Μάρτυρος Πολυεύκτου ετελείτο στο σεπτό ναό που ανήγειραν οι πιστοί στον τόπο του μαρτυρίου του, που έκειτο κοντά στην περιοχή του Φιλαδελφίου και του Ταύρου Κωνσταντινουπόλεως.
Άπολυτίκιον. Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης.
Μυηθείς ουρανόθεν ευσέβειας την έλλαμψιν, ώφθης στρατιώτης γενναίος, του Σωτήρος Πολύευκτε και ξίφει εκτμηθείς την κεφαλήν, Μαρτύρων
ηριθμήθης τοις χοροίς, μεθ' ων πρέσβευε θεόφρον δια παντός, υπέρ των εκβοώντων σοι, δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι, δόξα τω δωρουμένω διά σού, πάσι τα κρείττονα.
Κοντάκιον. Ήχος δ’. Επεφάνης σήμερον.
Ο Δεσπότης κλίνας μεν εν Ιορδάνη, κεφαλήν συνέτριψε, τας των δρακόντων κεφαλάς, του Αθλοφόρου η κάρα δε, αποτμηθείσα τον δόλιον ήσχυνεν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
- fotis
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 4712
- Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
- Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ
Re: Διάφοροι βίοι Αγίων
Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ὁ Ἱερομάρτυρας Ἐπίσκοπος Σμύρνης (Ἑορτὴ Πολύκαρπος)
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία.
Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτῆρα του.
Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος.
Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσᾶν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόιντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο.
Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόιντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.
Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρῴδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ
καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό,…».
Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν τοὶς ἔρνοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἔλαια κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικὴ εὐκαρπία, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι' ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοὶς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, δοξάζοντες Κύριον.
Ὁ Ἅγιος Ἱερομάρτυς Πολύκαρπος γεννήθηκε περὶ τὸ 80 μ.Χ. ἀπὸ εὐσεβεῖς καὶ φιλόθεους γονεῖς, τὸν Παγκράτιο καὶ τὴ Θεοδώρα, ποὺ εἶχαν ἐγκλειστεῖ στὴ φυλακὴ γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, καὶ βαπτίσθηκε Χριστιανὸς σὲ νεαρὴ ἡλικία.
Ὑπῆρξε μαζὶ μὲ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο μαθητὴς τοῦ Εὐαγγελιστῆ Ἰωάννη. Λίγο πρὶν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὸν πρόσκαιρο αὐτὸ βίο ὁ Ἅγιος Βουκόλος, Ἐπίσκοπος Σμύρνης (τιμᾶται 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετὰ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὡς διάδοχό του, τὸν Ἅγιο Πολύκαρπο καὶ μετὰ κοιμήθηκε μὲ εἰρήνη.
Ὁ Ἅγιος παρακολούθησε μὲ ἀγωνία καὶ προσευχὴ τὴ σύλληψη τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου τοῦ Θεοφόρου, Ἐπισκόπου Ἀντιοχείας καὶ τὰ μαρτύρια αὐτοῦ. Ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν θεοφόρο Πατέρα μαρτυρεῖται καὶ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ τὴν ὁποία ἔγραψε πρὸς τοὺς Φιλιππησίους. Σὲ αὐτὴ τὴν ἐπιστολὴ τοὺς συγχαίρει γιὰ τὴν φιλοξενία, τὴν ὁποία παρεῖχαν στὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο, ὅταν αὐτὸς διῆλθε ἀπὸ τὴν πόλη τους. Τὸ κείμενο αὐτὸ τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου διακρίνεται γιὰ τὸν ἀποστολικό, θεολογικὸ καὶ ποιμαντικὸ χαρακτῆρα του.
Ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, διακρινόταν γιὰ τὴν σωφροσύνη, τὴ θεολογικὴ κατάρτιση καὶ τὴν ἀφοσίωση στὴ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, καθὼς μιλοῦσε πάντα σύμφωνα μὲ τὶς Γραφές. Ἦταν ὁ γνησιότατος ἐκπρόσωπος τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας σὲ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας.
Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος παρέχει τὴν πληροφορία ὅτι ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος μετέστρεψε πολλοὺς ἀπὸ τὶς αἱρέσεις τοῦ Βαλεντίνου καὶ τοῦ Μαρκίωνος στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διηγεῖται μάλιστα καὶ ἕνα ἐπεισόδιο ἀναφερόμενο στὴ στάση τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἔναντι τοῦ Μαρκίωνος.
Ὅταν ὁ αἱρεσιάρχης αὐτὸς τὸν πλησίασε κάποτε καὶ τοῦ ἀπηύθυνε τὴν παράκληση: «ἐπεγίνωσκε ἠμᾶς», δηλαδὴ ἀναγνώρισέ μας, ὁ Ἅγιος ἀπάντησε: «ἐπιγινώσκω, ἐπιγινώσκω σὲ τὸν πρωτότοκον τοῦ Σατανᾶ».
Ἕνα ἄλλο ἐπεισόδιο ἀνάγεται στὴ γεροντικὴ ἡλικία τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου. Ὅπως εἶναι γνωστό, οἱ Ἐκκλησίες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας ἑόρταζαν τὸ Πάσχα στὶς 14 τοῦ μηνὸς Νισσᾶν, σὲ ὁποιαδήποτε ἡμέρα καὶ ἂν τύχαινε αὐτό. Ἀντίθετα οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες δὲν ἑόρταζαν καθόλου τὸ Πάσχα, ἀλλὰ ἀρκοῦνταν στὸν ἑβδομαδιαῖο κατὰ Κυριακὴ ἑορτασμὸ τῆς Ἀναστάσεως, τονίζοντας ἀσφαλῶς περισσότερο τὸν ἑορτασμὸ τῆς πρώτης Κυριακῆς μετὰ τὴν πανσέληνο τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας. Ἐπειδὴ λόγω τῆς διαφορᾶς αὐτῆς ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης τηροῦσε αὐστηρὴ στάση ἔναντι τῶν Μικρασιατῶν, ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος ἀναγκάσθηκε νὰ μεταβεῖ στὴ Ρώμη, γιὰ νὰ διευθετήσει τὸ ζήτημα καὶ ἄλλα δευτερεύοντα θέματα, μὲ τὸν Ἐπίσκοπο Ρώμης Ἀνίκητο.
Μετὰ τὴν ἐπιστροφή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὑπέργηρος πλέον, συνέχισε τὴν ἀποστολικὴ δράση του μὲ τόση ἐπιτυχία, ὥστε προκάλεσε τὴν ὀργὴ τῶν εἰδωλολατρῶν. Αὐτὴ ἡ προδιάθεση ἦταν φυσικὸ νὰ προκαλέσει τὸ μαρτύριό του, ποὺ ἀκολούθησε τὴν ἑξῆς πορεία. Ὁ Κόιντος, ζηλωτὴς Χριστιανός, ὁ ὁποῖος ᾖλθε στὴ Σμύρνη ἀπὸ τὴ Φρυγία, παρακίνησε ὁμάδα Φιλαδελφέων Χριστιανῶν νὰ προσέλθουν στὸν ἀνθύπατο Στάτιο Κοδράτο, γιὰ νὰ δηλώσουν σὲ αὐτὸν τὴν ἰδιότητά τους καὶ τὴν πίστη τους στὸν Χριστό, πρᾶγμα τὸ ὁποῖο φυσικὰ προοιώνιζε θάνατο.
Τελικὰ μαρτύρησαν ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Κόιντο, ὁ ὁποῖος δειλιάσας τὴν τελευταία στιγμή, θυσίασε στὰ εἴδωλα. Ὁ ὄχλος, ἂν καὶ θαύμασε τὴν γενναιότητα τῶν Μαρτύρων, ἀπαιτοῦσε νὰ ἐκτελεσθοῦν οἱ «ἄθεοι» καὶ νὰ ἀναζητηθεῖ ὁ Ἅγιος Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος πιεζόμενος ἀπὸ τοὺς Χριστιανοὺς εἶχε ἀναχωρήσει σὲ κάποιο ἀγρόκτημα. Τελικὰ ὁ Ἅγιος συνελήφθη τὸ ἔτος 167 καὶ ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τοῦ ἀνθυπάτου.
Ὁ γηραιὸς Ἐπίσκοπος δὲν ταράχθηκε. Τὸ πρόσωπό του ἦταν γαλήνιο καὶ λαμπερό. Ὁ ἀστυνόμος Ἡρῴδης καὶ ὁ πατέρας του Νικήτας προσπάθησαν νὰ πείσουν τὸν Ἅγιο νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. Ὁ Ἅγιος ὅμως, μὲ πνευματικὴ ἀνδρεία ἀπάντησε ὅτι ὑπηρετεῖ τὸν Χριστὸ ἐπὶ 86 ἔτη χωρὶς καθόλου νὰ Τὸν ἐγκαταλείψει. Πῶς μποροῦσε λοιπὸν τώρα νὰ Τὸν βλασφημήσει καὶ νὰ Τὸν ἀρνηθεῖ; Ὁ ἀνθύπατος τότε διέταξε νὰ τὸν ρίξουν στὴν φωτιά. Ὁ Γέρων Πολύκαρπος ἀποδύθηκε μόνος τὰ ἱμάτιά του καὶ περίμενε προσευχόμενος λέγοντας: «Κύριε, ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, ὁ τοῦ ἀγαπητοῦ καὶ εὐλογητοῦ παιδός Σου Ἰησοῦ Χριστοῦ Πατήρ, δι’ Οὐ τὴν περὶ Σοῦ ἐπίγνωσιν εἰλήφαμεν, ὁ Θεὸς τῶν ἀγγέλων καὶ δυνάμεων, καὶ πάσης τῆς κτίσεως, καὶ παντὸς τοῦ γένους τῶν δικαίων, οἱ ζώσιν ἐνώπιόν Σου, εὐλογῶ Σε, ὅτι ἠξίωσας μὲ ἧς ἡμέρας καὶ ὥρας ταύτης τοῦ λαβεῖν μὲ μέρος ἐν ἀριθμῷ τῶν μαρτύρων Σου, ἐν τῷ ποτηρίῳ τοῦ Χριστοῦ Σου, εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου, ψυχῆς τε καὶ σώματος, ἐν ἀφθαρσίᾳ Πνεύματος Ἁγίου, ἐν οἲς προσδεχθείην ἐνώπιόν Σου σήμερον ἐν θυσίᾳ πίονι καὶ προσδεκτή, καθὼς προητοίμασας καὶ προσεφανέρωσας καὶ ἐπλήρωσας ὁ ἀφευδὴς καὶ ἀληθινὸς Θεός. Διὰ τοῦτο καὶ περὶ πάντων αἰνῶ Σε, εὐλογῶ Σε, δοξάζω Σε, σὺν τῷ αἰωνίῳ
καὶ ἐπουρανίω Ἰησοῦ Χριστό,…».
Ἡ φωτιὰ σχημάτισε γύρω ἀπὸ τὸ σῶμα τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου καμάρα χωρὶς νὰ τὸν ἀγγίζει. Τότε στρατιώτης ἐκτελεστὴς τελείωσε τὸν Ἅγιο Μάρτυρα διὰ τοῦ ξίφους. Ἔπειτα τὸ Ἱερὸ λείψανο ρίφθηκε στὴν φωτιά, οἱ δὲ πιστοὶ συνέλεξαν τὰ ἱερὰ λείψανα αὐτοῦ.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Πολυκάρπου ἐτελεῖτο στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία.
Ἀπολυτίκιο. Ἦχος δ'. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τὴν κλῆσιν τοὶς ἔρνοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἔλαια κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε, σὺ γὰρ ὡς Ἱεράρχης, καὶ στερρὸς Ἀθλοφόρος, τρέφεις τὴν Ἐκκλησίαν, λογικὴ εὐκαρπία, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικὸς.
Καρποὺς τοὺς λογικούς, τῷ Κυρίῳ προσφέρων, Πολύκαρπε σοφέ, ἀρετῶν δι' ἐνθέων, ἐδείχθης ἀξιόθεος, Ἱεράρχα μακάριε, ὅθεν σήμερον, οἱ φωτισθέντες σοὶς λόγοις, ἀνυμνοῦμέν σου, τὴν ἀξιέπαινον μνήμην, δοξάζοντες Κύριον.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.