ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Εδώ μπορείτε να συζητήσετε σχετικά με τους Αγιορείτες Πατέρες που έχετε επισκεφθεί στο Αγιον Όρος

Συντονιστής: Συντονιστές

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΝΗ': ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΤΟΥ ΖΗΛΟΥ ΤΟΥ ΜΩΡΟΥ
ΤΟΥ ΩΣ ΕΝ ΠΡΟΣΩΠΩ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. ΠΕΡΙ ΤΕ ΤΗΣ ΒΟΗΘΕΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΑΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΟΠΩΝ

Άνθρωπος ζηλωτής ουδέποτε φθάνει την ειρήνην της διανοίας, ο δε αλλότριος της ειρήνης, αλλότριος εστί της χαράς. Εάν γαρ λέγηται η ειρήνη της διανοίας υγεία τελεία, ο δε ζήλος ενάντιος της ειρήνης, λοιπόν νόσον μεγάλην νοσεί ο έχων ζήλον πονηρόν. Ω άνθρωπε, ο εξ εναντίας των αλλοτρίων νοσημάτων δοκών εκφέρειν τον ζήλον σου,
την υγείαν της ψυχής σου εδίωξας. Προς υγείαν ούν της ψυχής σου φιλοπόνησον. Εάν δε τους ασθενείς επιθυμείς θεραπεύσαι, γνώθι ότι οι άρρωστοι επιμελείας χρήζουσι μάλλον ή του επιτιμίου. Πάλιν επειδάν άλλοις συ ου βοηθής, σεαυτόν εις μεγάλην νόσον εμβάλλεις οδυνηρώς. Ουκ εκ των ειδών της σοφίας ψηφίζεται ο ζήλος εν ανθρώποις, άλλ' εκ των νοσημάτων της ψυχής, όπερ εστί στένωσις φρονήματος και πολλή άγνοια.
Αρχή σοφίας Θεού επιείκεια και πραότης, ήτις εκ μεγάλης ψυχής γίνεται και βαστάζει τάς ασθενείας των ανθρώ¬πων. «Ημείς», γαρ φησίν, «οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζετε», και τον πταίοντα «διορθώσασθε εν πνεύματι πραότητος». Εκ των καρπών του Πνεύματος του αγίου αριθμεί ο Απόστολος την ειρήνην και την υπομονήν.
Καρδία πεπληρωμένη λύπης υπέρ της ασθενείας και αδυναμίας της υπέρ των σωματικών πράξεων των φανερών αναπληροί τον τόπον πάντων των σωματικών έργων. Αι πρά¬ξεις του σώματος εκτός της λύπης της διανοίας, ώσπερ σώμα άψυχον εστίν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού απολελυμένος, ώσπερ άρρωστος εστίν, ο πονών σωματικώς και το στόμα αυτού λελυμένον έχων εις πάν βρώμα βλάπτον αυτόν. Ό τη καρδία περίλυπος και ταίς αισθήσεσιν αυτού λελυμένος, ως άνθρωπος εστίν έχων μονογενη υίόν και θύων αυτόν ταίς χερσίν αυτού κατά μικρόν και μικρόν. Η λύπη της διανοίας δόσις τίμια παρά τω Θεώ, και ο βαστάζων αυτήν κα¬θώς πρέπει, ώσπερ άνθρωπος εστί βαστάζων εν τοις μέλεσιν αυτού αγιότητα. Άνθρωπος ο απολύσας την γλώσσαν αυτού κατά των ανθρώπων, εν αγαθοίς η κακοίς πράγμασιν, ουκ εστίν άξιος της χάριτος ταύτης. Μετάνοια μετά συντυχιών πί¬θος τετριμμένος. Φιλοτιμία μετά κολαφισμών μάχαιρα βεβαμμένη εν μέλιτι.
Σωφροσύνη και ομιλία μετά γυναικός ως λέαινα μετά προβάτου εν οίκω ενί. Έργα μετά ανελεημοσύνης ενώπιον του Θεού, ως άνθρωπος θύων υιόν ενώπιον του πατρός αυτού. Ό τη ψυχή ασθενών, και διορθούμενος τους εταίρους αυτού, ώσπερ άνθρωπος εστί τυφλός τοις οφθαλμοίς και δεικνύων άλλοις την οδόν.
Η ελεημοσύνη και η δικαιοκρισία εν μιά ψυχή, ως άνθρωπος προσκυνών τω Θεώ και τοις ειδώλοις εν ενί οίκω. Η ελεημοσύνη εναντία εστί τη δικαιοκρισία. Η δικαιοκρισία εστίν ισότης του μέτρου του ίσου εκάστω γαρ ως εστίν άξιον δίδωσι, και ουκ εκκλίνει εις εν μέρος ή προσωποληπτεί εν ανταποδώ¬σει. Η ελεημοσύνη δε λύπη εστί κινούμενη εκ της χάριτος και τοις πάσιν εκκλίνει συμπαθώς, και τον άξιον της κακώσεως ουκ ανταποδίδοι και τον άξιον του αγαθού υπερεμπιπλά αυτόν. Και εάν αύτη εκ του μέρους της δικαιοσύνης εστί, λοιπόν εκείνη εκ του μέρους της κακίας. Ώσπερ χόρτος και πυρ ούχ υπομένουσιν εν ενί οίκω, ούτως ουδέ η δικαιοκρισία και η ελεημοσύνη εν μια ψυχή. Ώσπερ ου συσταθμίζεται κόκκος ψάμμου προς βάρος πολύ χρυσίου, ούτως η χρεία της δικαιοκρισίας του Θεού ου συσταθμίζεται προς ομοίωσιν της ελεημοσύνης αυτού.
Ώσπερ δράξ ψάμμου πίπτουσα εις μεγάλην θάλασσαν, ούτω τα πταίσματα πάσης σαρκός προς ομοίωσιν της προνοίας και του ελέους του Θεού. Και ώσπερ ου φράττεται πηγή πηγάζουσα πλουσίως εις δράκα χοός, ούτως ου νικάται η ελεημοσύνη του δημιουργού υπό της κακίας των κτισμάτων. Ώσπερ τις σπείρων εν τη θαλάσση και προσδοκών θερίσαι, ούτως ο μνησικακών και προσευχόμενος. Ώσπερ ου δυνατόν την λαμπηδόνα του πυρός αποκλείσαι του μη ανελθείν άνω, ού¬τως ουκ εμποδίζονται αί ευχαί των ελεημόνων του ανελθείν εις ουρανόν. Ώσπερ η ρύσις του ύδατος εις τον κατωφερή τόπον, ούτως η δύναμις του θυμού όταν εύρη τόπον εν τη διανοία ημών. Ό κτησάμενος την ταπείνωσιν εν τη εαυτού καρδία, ού¬τος νεκρός τω κόσμω γέγονε. Και ο νεκρωθείς τω κόσμω, ενεκρώθη τοις πάθεσιν, ο δε νεκρωθείς τη καρδία εκ των ιδίων αυτού, ο διάβολος. Ό ευρών τον φθόνον, εύρε μετ' αυτού τον διάβολον.
Έστι ταπείνωσις εκ του φόβου του Θεού, και εστί ταπείνωσις εκ της αγάπης του Θεού. Και εστίν ο δια τον φόβον του Θεού ταπεινούμενος, και εστίν ο δια την χαράν ταπεινούμενος. Και εκείνω μεν τω δια τον φόβον του Θεού ταπεινουμένω ακολουθεί επιείκεια των μελών μετά ευτάκτων αιθήσεων και καρδία συντετριμμένη εν παντί καιρώ • τούτω δε τω δια την χαράν ταπεινουμένω ακολουθεί απλότης πολλή και καρδία αυξάνουσα και ακράτητος.
Η αγάπη ου γινώσκει την αιδώ, δια τούτο ου γινώσκει δού¬ναι σχημα εις εύταξίαν των μελών αυτής. Η αγάπη φυσικώς έχει το μη αιδείσθαι και λαθείν το μέτρον αυτής.
Μακάριος ο ευρών σε τον λιμένα πάσης χαράς. Αγαπητόν εστίν υπό του Θεού το άθροισμα των ταπεινών ως το άθροισμα των Σεραφίμ. Τίμιον εστί παρά τω Θεώ σώμα σώφρον πλείον θυσίας καθαράς. Τα δύο γαρ, ήγουν η ταπείνωσις και η σωφροσύνη, ενέχυρον εκ της Τριάδος ετοιμάζουσιν εν τη ψυχή.
Προς τους φίλους σου εν ευλαβεία πορεύθητι, και όταν ποίησης τούτο, και σαυτόν και αυτούς ωφελήσεις. Ότι πολλάκις προφάσει της αγάπης αποβάλλει η ψυχή τον χαλινόν της παραφυλακής. Εκ των συντυχιών παραφύλαξαι, ότι ουκ εν παντί καιρώ ωφελούσιν. Εν συναθροίσματι τίμα την σιωπήν ζημίαν γαρ πολλήν κωλύει αύτη.
Την κοιλίαν τήρει, ούχ ως την όρασιν πόλεμος γαρ οικείος αδιστάκτως κουφότερος του εξωτέρου. Μη πιστεύσης, ώ αδελφέ, ότι κωλύονται οι εσωτικοί λογισμοί, εκτός του καλώς και ευτάκτως το σώμα καταστήσαι.
Φοβήθητι τάς συνηθείας πλείω των εχθρών. Ό τρέφων παρ εαυτώ συνήθειαν, ως άνθρωπος εστί τρέφων πυρ. Το γαρ μέτρον της δυνάμεως των δύο εν ύλη συνίσταται. Η συνήθεια εάν ζητήση άπαξ και κωλυθή το αίτημα αυτής, άλλοτε ευρίσκεις αυτήν ασθενή. Και εάν ποίησης το θέλημα αυτής προσάπαξ, το δεύτερον πλείον ευρήσεις αυτήν ισχυροτέραν κατά σου.
Περι παντός πράγματος αύτη η μνήμη εμμεινάτω εν σοί. κρείττων γαρ εστίν η βοήθεια εκ της παραφυλακής υπέρ της βοήθειαν την εξ έργων. Του αγαπώντος τον γέλωτα και αγαπώντος θεατρίσαι τους ανθρώπους, φίλος μη γίνου- οδηγεί γαρ σε εις συνήθειαν χαυνώσεως.
Μετά του λελυμένου εν τη πολιτεία αυτού μη ιλαρύνης το πρόσωπον σου, φυλάττου δε του μη μισήσαι αυτόν. Και εάν βουλευθή αναστήναι, δός αυτώ χείρα και έως θανάτου μερίμνησον ευρείν αυτόν. Εάν δε ασθενής ακμήν, μισεί και την ιατρείαν. «Την γαρ αρχήν της ράβδου σου δός αυτώ», φησί, και τα εξης.
Ενώπιον υψηλόφρονος και νοσούντος φθόνον μετά παρατηρήσεως λαλεί. Ως γαρ συ λαλείς, αυτός ποιεί εν καρδία αυτού εξήγησιν των λόγων σου καθώς αγαπά και εκ των άγα•θών των εν σοι λαμβάνει ύλην εις το ποιήσαι άλλους προσκόψαι, και αλλάσονται οι λόγοι σου εν τη διανοία αυτόν προς την ύλην της αρρωστίας αυτού.
Επί του προηγουμένου καταλαλήσαι τον αδελφόν αυτού έμπροσθεν σου, στύγνασον το πρόσωπον σου. Και ότε τούτο ποιήσεις, ευρίσκη τω Θεώ και αυτώ παραφυλαττόμενος.
Εάν δώς τι τω χρήζοντι, προλαβέτω την δόσιν σου η ιλαρότης του προώπου σου, και λόγοις αγαθοίς παρακαλεί την θλίψιν αυτού. Και όταν ποίησης τούτο, νικά την δόσιν σου η ιλαρότης εν τη διανοία αυτού πλέον της χρείας του σώματος. Εν ημέρα, όταν ανοίξης το στόμα σου και λαλήσης τι κατά τί¬νος, λογίζου σαυτόν τω Θεώ νεκρόν και μάταιον εν πάσι τοις έργοις σου, καν δοκή ότι εν ευθύτητι και προς οίκοδομην ηρεθισέ σε ο λογισμός σου λαλήσαι. Τις γαρ ανάγκη καταλύσαι τίνα την ιδίαν οικοδομήν και διορθώσασθαι την του εταίρου αυτού;
Εν ημέρα, εν η λύπην έχεις περί τίνος εις τίνα τρόπον ασθενούντος υπέρ των αγαθών ή πονηρών, σωματικώς ή εννοία, μάρτυρα λογίζου σεαυτόν εν εκείνη τη ημέρα και ως παθών υπέρ του Χριστού διάκεισο, και αξιωθείς ομολογίας. Μνήσθητι γαρ, ότι ο Χριστός υπέρ των αμαρτωλών απέθανεν, ουχί υπέρ των δικαίων. Βλέπε πόσον εστί το πράγμα τούτο μέγα, το λυπείσθαι υπέρ των πονηρών και ευεργετείν τους αμαρ¬τωλούς υπέρ τους δικαίους. Ο Απόστολος, ως θαύματος άξιον, μνημονεύει τούτου.
Εάν δυνηθής δικαιωθήναι εν σεαυτώ κατά ψυχήν σου, μη μεριμνήσης καταδιώξαι άλλην δικαιοσύνην. Εν πάσι τοις έργοις σου προηγησάσθω εν σοι η σωφροσύνη του σώμα¬τος και η καθαρότης της συνειδήσεως. Εκτός γαρ τούτων, μάταιον εστί παρά τω Θεώ πάν πράγμα.Έκαστον έργον, ό εάν ποιής χωρίς διαλογισμού και εξετάσεως, γνώθι ότι μάταιον εστί, καν πρεπώδες η. Διότι ο Θεός προς την διάκρισιν λογίζε¬ται την δικαιοσυνην και ουχί προς την ενέργειαν την αδιάκριτον
Λύχνος εν ηλίω δίκαιος ου σοφός.
Σπόρος επί πέτρας ευχη μνησίκακου.
Δένδρον άκαρπον, ασκητής ανελεήμων.
Βέλος ιώδες, έλεγχος από φθόνου.
Παγίς κεκρυμμένη, έπαινος δολίου.
Σύμβουλος μωρός, σκοπός τυφλός.
Καρδίας κλάσις, κάθισμα μετά ασυνέτων.
Πηγή γλυκεία, ομιλία συνετών.
Σύμβουλος σοφός, τείχος ελπίδος.
Φίλος μωρός και ασύνετος, ταμείον εστί ζημίας.
Κρείσσον εστί πενθούσαις οίκουντα ιδείν ή σοφόν ακολουθούντα μωρώ.
Κρείσσον εστίν οικήσαι μετά θηρίων, ή οικήσαι μετά των κακώς.
Κάθου μετά γυπών ή μετά πλεονέκτου και απλήστου.
Γίνου εταίρος τω φονευτή ή τω φιλονείκω.
Μετά χοίρου η μετά γαστριμάργου συλλαλεί' κρείσσον γαρ δεξαμενή χοίρων ή στόμα φάγων.
Κάθου μεταξύ των λωβών ή μεταξύ των υπερηφάνων.
Καταδιώχθητι συ, και μη καταδίωξης.
Σταυρώθητι και μη σταυρώσης. Αδικήθητι, και μη αδικήσης.
Συκοφαντήθητι, και μη συκοφαντήσης. Γίνου επιεικής, και μη ζηλωτής εν κακώ.
Η δικαιολογία ουκ εστί της πολιτείας των Χριστιανών και ουκ εστί σεσημειωμένη εν τη διδαχή του Χριστού. Ευφραίνου μετά των ευφραινομένων, και κλαίε μετά των κλαιόν¬των. Τούτο γαρ εστί το σημείον της καθαρότητος. Μετά των αρρώστων αρρώστησον, μετά των αμαρτωλών πένθησον, μετά των μετανοούντων χάρηθι.
Φίλος γενού πάσιν ανθρώποις, και μόνος γενού εν τη διανοία σου. Κοινωνός γενού τοις παθήμασι των πάντων, και τω σώματι σου μακράν γενού εκ πάντων. Μη ελέγχε τίνα, μηδέ ονείδιζε, μηδέ τους λίαν κακούς εν τη πολιτεία αυτών.
Άπλωσον τον χιτώνα σου επί τον πταίοντα και σκέπασον αυτόν, και εάν μη δύνη επιθείναι εφ' εαυτόν τα πταίσμα¬τα και δέξασθαι την παιδείαν και την αισχύνην άντ' αυτού, καν υπόμεινον, και αυτόν μη καταισχύνης.
Γίνωσκε, ω αδελφέ, ότι δια τούτο χρη ημάς είναι εσωθεν Α της θύρας του κελλίου, ίνα μη γινώσκωμεν τα πράγματα των ανθρώπων τα κακά, και τότε θεωρούμεν πάντας αγίους και καλούς εν τη αγνεία της διανοίας ημών. Εάν δε γενώμεθα ελέγχοντες και παιδεύοντες, και κρίνοντες και εξετάζοντες, και εκδικούντες και μεμψίμοιροι, τι λοιπόν διαφέρει το κάθισμα ημών του καθίσματος των πόλεων; Και τι εστί χείρον του κα¬θίσματος της ερημου, εάν μη ταύτα εάσωμεν;
Εάν ούχ ησυχάζης τη καρδία, ησύχασον καν τη γλώσση.Και εάν ου δύνη ευτάκτους τους λογισμούς σου διαθείναι, καν τάς αισθήσεις σου ευτάκτους ποίησον. Και εάν ουκ η μόνος εν τη διανοία σου, καν μόνος γενού τω σώματι σου. Και εάν ου δύνη εργάσασθαι τω σώματι σου, λυπήθητι καν κατά διάνοιαν. Και εάν ου δύνη ιστάμενος αγρυπνησαι, αγρύπνησον καθεζόμενος επί της κλίνης σου, ή και κείμενος. Και εάν ου δύνη διπλάς νηστεύσαι, καν νήστευσον έως εσπέρας. Και εάν ου δύνη έως εσπέρας, καν φύλαξον του μη χορτασθήναι. Ει ουκ ει άγιος εν τη καρδία σου, καν γενού αγνός τω σώματι σου. Εάν ου πενθής εν τη καρδία σου, καν ένδυσαι πένθος εν τω προσώπω σου. Εάν ου δύνη ελεήσαι, λάλει ως αμαρτωλός. Ουκ ει ειρη¬νοποιός, μη γίνου φιλοτάραχος. Ου δύνη σπουδαίος γενέσθαι, γίνου καν εν τω φρονηματί σου ως άοκνος. Ουκ ει νικητης, μη υψηλοφρονήσης κατά των υπευθύνων. Ουκ ισχύεις φράξαι το στόμα του καταλαλούντος κατά του εταίρου αυτού, φύλαξαι καν σαυτόν μη κοινωνήσαι αυτώ.
Γνώθι, ότι εάν εξέλθη εκ σου πυρ και κατακαύση άλλους, τάς ψυχάς τάς καιομένας εν τω πυρί σου ο Θεός εκ των χειρών σου εκζητήσει. Και εάν συ ου βάλης το πυρ, αλλά συνευδοκείς τω ρίπτοντι και εν τούτω αρέσκη, κοινωνός ει αυτού εν τη κρίσει. Εάν αγαπάς την πραότητα, γενού εν ειρήνη, και εάν αξιωθής της ειρήνης, χαρήση εν παντί καιρώ. Ζήτησον την σύνεσιν, και μη χρυσόν. Ένδυσαι την ταπείνωσιν, και μη την βύσσον. Κτήσαι την ειρήνην, και μη την βασιλείαν.
Ούκ εστίν ο συνιών, μη έχων ταπείνωσιν, και ο μη έχων ταπείνωσιν, ου μη συνή. Ουκ εστί ταπεινόφρων ο μη ει¬ρηνικός, και ο μη ων ειρηνικός, ουδέ ταπεινόφρων. Και ουκ έστιν, ει μη χαίρων ειρηνικός. Εν πάσαις ταίς οδοίς, εν αις πορεύονται οι άνθρωποι εν τω κόσμω, ούχ ευρίσκουσιν εν αυταίς την ειρήνην, έως αν πλησιάσωσι τη ελπίδι του Θεού. Ουκ ειρη¬νεύει η καρδία εκ του κόπου και των προσκομμάτων, έως αν φθάση ταύτην η ελπίς και ειρηνεύσει την καρδίαν και εκχεεί την χαράν εν αυτή. Και αύτη εστίν, ην είπε το προσκυνητόν στόμα και πεπληρωμένον αγιότητος' «δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Έγγισον, φησίν, εις το ελπίσαι εις εμέ, και αναπαύη εκ του έργου και του φόβου.
Η ελπίς του Θεού υψοί την καρδίαν, ο δε φόβος της γεέννης συντρίβει αυτήν. Το φως της διανοίας γεννά την πίστιν, και η πίστις γεννά την παράκλησιν της ελπίδος, η δε ελπίς κρατύνει την καρδίαν. Η πίστις εστίν η αποκάλυψις της συνέσεως, Και όταν σκοτισθή η διάνοια, κρύπτεται η πίστις και κατακυ¬ριεύει ημών ο φόβος και κόπτει την ελπίδα ημών. Η πίστις η εκ της μαθήσεως ουκ ελευθεροί τον άνθρωπον εκ της υπερηφανίας και του δισταγμού, άλλ' η εν τη συνέσει ορωμένη και ανατέλλουσα, και καλείται επίγνωσις και φανέρωσις της αληθείας. Έως αν συνή ο νους τον Θεόν ως Θεόν εν φανερώσει της συνέσεως, ουκ εγγίζει ο φόβος τη καρδία. Όταν παραχωρηθώμεν εν τη σκοτώσει και απολέσωμεν ταύτην την σύνεσιν, έως άν ταπεινωθώμεν, συμβαίνει ημίν ο φόβος, έως προσπέλαση ημάς τη ταπεινώσει και τη μετάνοια.
Ο υιός του Θεού σταυρόν υπέμεινεν. Οι ούν αμαρτωλοί θαρσώμεν εν τη μετανοία. Ει γαρ το σχήμα της μετανοίας μετέβαλε την οργήν εκ του βασιλέως Αχαάβ, ουκ αχρειοί νυν ημάς η αλήθεια της μετανοίας ημών. Και ει εξ εκείνου του μη αληθεύοντος το σχήμα της ταπεινώσεως απέστρεψε την οργήν εξ αυτού, πόσω μάλλον εξ ημών των εν αληθεία λυπουμένων υπέρ των πταισμάτων ημών; Ικανή η λύπη της διανοίας αντί πάσης εργασίας σωματικής.
Ο άγιος Γρηγόριος λέγει «ναός της χάριτος εστίν ο συγκεκραμένος εν τω Θεώ και διαμένων εν φροντίδι της κρί¬σεως αυτού». Τι δε εστίν η μέριμνα της κρίσεως αυτού, ει μη το εκζητήσαι αεί την ανάπαυσιν αυτού και λυπείσθαι διηνεκώς, και φροντίζειν υπέρ του μη δύνασθαι φθάσαι την τελείωσιν δια την ασθένειαν της φύσεως ημών; Και η διηνεκής υπέρ τούτου λύπη εστί το βαστάζειν εν τη ψυχή αυτού την διηνεκή μνήμην του Θεού, καθώς είπεν ο μακάριος Βασίλειος.
Εύχη αμετεώριστός εστίν η εμποιούσα εν τη ψυχή έννοιαν Θεού εναργή. Και τούτο εστί του Θεού ενοίκησις, το δια της μνήμης ενιδρυμένον έχειν εν εαυτώ τον Θεόν. Ούτω γινόμεθα ναός Θεού. Τούτο δε εστί φροντίς και συντετριμένη καρδία εν τη ετοιμασία της αναπαύσεως αυτού.
Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΝΘ': ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΛΛΟΙΩΣΕΩΝ ΤΩΝ ΠΟΛΛΩΝ ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΣΩΝ ΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΕΥΧΗ ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΩΝ
Τό μεν προκρίνειν το αγαθόν θέλημα, του επιθυμούντος εστίν αυτό, το δε τελειώσαι την του αγαθού θελήματος εκλογήν, του Θεού, και δέεται τις της παρ' αυτού αντι¬λήψεως. Δια τούτο εν τη επιθυμία τη γενομένη εν ημίν ευχάς συνεχείς επακολουθείν ποιήσωμεν, ου μόνον δεόμενοι της αντιλήψεως αλλά και ίνα ποιήση εν αυτή διαφοράν, ει εστί προς αρέσκειαν του θελήματος αυτού ή ου. Ου γαρ πάσα επιθυμία καλή εκ του Θεού εμπίπτει εις την καρδίαν, αλλ' εκείνη η ωφε¬λούσα. Έστι γαρ ότε επιθυμεί ο άνθρωπος αγαθόν, και ου βοηθεί αυτώ ο Θεός. Πίπτει γαρ και εκ του διαβόλου όμοια τις επιθυμία ταύτης, και αύτη νομίζεται εις βοήθειαν. Και πολλά¬κις ουκ εστί του μέτρου αυτού' αυτός δε ο διάβολος την βλάβην αυτού μηχανάται και αναγκάζει τον άνθρωπον ζητήσαι αυτήν, μήπω ακμήν φθάσαντα την πολιτείαν αυτής ή αλλοτρία του σχήματος αυτού εστίν ή πάλιν ουκ εστί καιρός, εν ω δυνατόν ταύτην πληρώσαι ή κινησαι ή ουκ εστίν ικανός τω πράγματι ή τη γνώσει ή τω σώματι ή καιρός ου παρέχει ημίν χείρα, και παντί τρόπω, ως εν προσώπω εκείνου του αγαθού, ή ταράσσει αυτόν ή βλάπτει εν τω σώματι αυτού ή κρύπτει παγίδα εν τη διανοία αυτού.
Όμως, καθώς είπον, συνεχείς προσευχάς ποιήσωμεν σπουδή εν τη επιθυμία τη αγαθή τη γινομένη εν ημίν, και είπωμεν έκαστος ημών.
Γενηθήτω το θέλημα σου, έως ου τελειώσω το έργον το αγαθόν, όπερ ποιήσαι επεθύμησα, εάν περ αρέσκη τω θεληματί σου. Το θελήσαι γαρ εν αυτώ ευχερές μοί εστί, το ποιήσαι δε αυτό, εκτός χαρίσματος εκ σου γινομένου, ου δύναμαι, και εάν τα δύο εκ σου ώσι, το τε θέλειν και το ενεργείν. Ου γαρ χωρίς της χάριτος σου ταυτήν την επιθυμίαν την κινηθείσαν εν εμοί δέξασθαι επείσθην ή επτοήθην εξ αυτής. Τούτο γαρ το έθος τω επιθυμούντι το αγαθόν εν τη διακρίσει του νου εργάζεσθαι δια προσευχής προς βοήθειαν της εργασίας αυτής και σοφίαν την διαιρούσαν την αληθειαν εκ του νόθου. Εν προσευχαίς γαρ πολλαίς και εργασία και φυλακή και πόθω απαύστω το αγαθόν διακρίνεται, εν συνεχέσι τε δάκρυσι και εν ταπεινώσει και ουρανίω αντιλήψει, μάλιστα ότε έχει εναντίους λογισμούς της υπερηφανείας. Ούτε γαρ κωλύουσι την βοήθειαν του Θεού εξ ημών, καταργούμεν δε τούτους δια προσευχής.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ Ξ': ΠΕΡΙ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΠΟΝΗΡΩΝ ΑΚΟΥΣΙΩΝ
ΤΩΝ ΕΚ ΤΗΣ ΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΑΜΕΛΕΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟ ΑΥΤΩΝ ΓΕΝΟΜΕΝΩΝ

Εισί τινες, οι ερείδοντες το σώμα και επιθυμούντες αναπαύσαι αυτό δια το έργον του Θεού μικρόν, έως αν ενδυναμωθώσι και πάλιν στρέφονται εις το έργον αυ¬τών. Εν ταίς ολίγαις ούν ημέραις της αναπαύσεως ημών μη λύσωμεν τελείως την φυλακήν ημών και δώμεν όλην την ψυχήν ημών εις λύσιν, ως άνθρωποι μη βουλόμενοι στραφήναι πάλιν εις το έργον αυτών. Οι τίνες εν καιρώ ειρήνης τοις βέλεσι του εχθρού τύπτονται, ούτοι εισίν οι εκ της παρρησίας του θε¬λήματος ύστερον θησαυριζοντες ταίς ψυχαίς αυτών και ένδυμα ρυπαρόν εν τη χώρα τη αγία, ήγουν εν τη ευχή, θεωρούσιν ότι ενδεδυμένοι εισί. Τούτο δε εστίν, όπερ εν τη ώρα της εννοίας του Θεού και της ευχής εν τη ψυχή αυτών κινείται. Ταύτα είσιν, άπερ εκτησάμεθα εν τω καιρώ της αμελείας ημών και αυτά καταισχύνουσιν ημάς εν τω καιρώ της προσευχής ημών.
Βοηθεί τω ανθρώπω η νηψις πλείον του έργου και βλάπτει αυτόν η λύσις πλέον της αναπαύσεως. Εκ της ανα¬παύσεως γαρ πόλεμοι οικείοι γίνονται και ενοχλούσι τω ανθρώπω, αλλ' εξουσίαν έχει λύσαι αυτούς. Όταν γαρ αφή άνθρωπος την ανάπαυσιν και στραφή εις τον τόπον του έργου, αί¬ρονται εξ αυτού και φεύγουσιν. Ούχ ούτω το εκ της λύσεως τικτόμενον, ως εκ της χαυνώσεως και της αναπαύσεως. Όσον γαρ ακμήν εστίν εν τη χώρα της ελευθερίας αυτού εν τη αναπαύ¬σει, δύναται πάλιν στραφήναι και κυβερνήσαι εαυτόν εν τη καταστάσει του κανόνος αυτού. Διότι ακμήν εν τη χώρα της ελευ¬θερίας αυτού, εν δε τη λύσει εξέρχεται εκ της χώρας της ελευ¬θερίας αυτού. Ει γαρ μη ο άνθρωπος τελείως απέρριψεν εξ αυ¬τού την φυλακήν, ουκ αν εν τω μέσω της βίας ακουσίως ηναγκάσθη πεισθήναι τοις μη αναπαύουσιν αυτόν. Ει τον όρον της ελευθερίας εξ εαυτού παντελώς μη αφήκεν, ουκ αν συνέβη αυτώ συναντήματα, τα δεσμούντα αυτόν εξ ανάγκης, οίσπερ αντιστήναι ούκ ηδυνήθη.
Μη αφής την ελευθερίαν τινός των αισθήσεων σου, ώ άνθρωπε, μήπως πάλιν επανελθείν έπ' αυτήν ου δυνήση. Ημεν ανάπαυσις τους νέους μόνον βλάπτει, η λύσις δε και τουςτελείους και τους γέροντας* οι μεν εκ της αναπαύσεως, εις τουςπονηρούς λογισμούς ερχόμενοι, δύνανται πάλιν στραφήναι εν τηφυλακή και στήναι εν τη υψηλή αυτών πολιτεία, οι δε εν τη ελπίδι του έργου αμελήσαντες εις την φυλακήν, εκ της υψηλήςπολιτείας προς λύσιν της ζωής ηχμαλωτίσθησαν.
Έστιν ο εν τη χώρα των εχθρών τυφθείς και εν καιρώ της ειρήνης αποθνήσκων, και εστίν ο εν προφάσει εμπορίας της ζωής εξερχόμενος και σκόλοπα τη ψυχή αυτού λαμβάνων. Μη όταν ολισθήσωμεν εν τινι, τότε λυπηθώμεν, άλλ' όταν εμμείνωμεν εν αυτώ. Το γαρ ολίσθημα συμβαίνει πολλάκις και τοις τελείοις, το δε εμμείναι εν αυτώ νέκρωσις εστί τελεία. Η λύπη δε, ην λυπούμεθα υπέρ των ίδιων ολισθημάτων, εις τό¬πον εργασίας καθαράς λογίζεται ημίν εκ της χάριτος. Ο εν ελπίδι μετανοίας ολισθαίνων εκ δευτέρου, ούτος μετά πανουργίας πορεύεται μετά του Θεού. Τούτω αγνώστως επιπίπτει ο θάνα¬τος και ου φθάνει τον καιρόν της ελπίδος αυτού τα έργα της αρετής πληρώσαι. Έκαστος λελυμένος τάς αισθησεις, εστί και τη καρδία λελυμένος.
Η εργασία της καρδίας δεσμός εστί των εξωτέρων μελών, και εάν εν διακρίσει ποιή τις ταύτην, κατά τάς τους προ ημών πατέρας, έκδηλος εστίν εκ των αλλοτρίων των φαινομέ¬νων εν αυτώ, ότι ουκ εστί δεδεμένος εν τω κέρδει τω σωματικώ, ουδέ αγαπά την γαστριμαργίαν, και ο θυμός απέχει εξ αυτού παντελώς. Όπου γαρ τα τρία ταύτα, το κέρδος το σωματικόν, κάν σμικρόν η ή μέγα, και η οξυχολία και η ήττα της γαστριμαργίας, καν φαίνηταί τις όμοιος των παλαιών αγίων, γνώθι ότι εκ της ανυπομονησίας των έσω εστίν η λύσις των έξω αυτού, και ουχί από διαφοράς καταφρονήσεως της ψυχής αυτού. Ει δε μη, πώς κατεφρόνησε των σωματικών και την πραότητα ουκ εκτήσατο;
Τη με διακρίσεως καταφρονήσει ακολουθεί το μη δεσμείσθαι εν τινι, και η καταφρόνησις της αναπαύσεως και του πόθου των ανθρώπων. Και εάν εν ετοιμασία δέχηται τις ζημίας δια τον Θεόν χαίρων, καθαρός εστίν έσωθεν. Και εάν μη καταφρονήση τινός, δια τάς πηρώσεις τάς εν αυτώ, εν αληθεία ελεύθερος εστί, και εάν μη προσίεται προς τον τιμώντα αυτόν ή και αηδιάζεται προς τον ατιμάζοντα, ούτος νενέκρωται τω κόσμω εν τη ζωή ταύτη. Η φυλακή της διακρίσεως κρειττοτέρα εστίν υπέρ πάσαν πολιτείαν, την ενεργουμένην εν παντί τρόπω και παντί μέτρω των ανθρώπων.
Μη μισήσης τον αμαρτωλόν. Πάντες γαρ εσμέν υπεύθυνοι. Και εάν δια τον Θεόν κινήσαι κατ' αυτού, κλαύσον υπέρ αυτού. Και διατί μισείς αυτόν; Τάς αμαρτίας αυτού μίσησον και εύξαι υπέρ αυτού, ίνα ομοιωθής τω Χριστώ όστις ουκ ηγανάκτει κατά των αμαρτωλών, αλλ υπερηύχετο. Ούχ οράς πώς έκλαυσεν υπέρ της Ιερουσαλήμ; Εν πολλοίς καταγελώμεθα και ημείς υπό του διαβόλου. Και διατί τον καταγελασθέντα καθ' ημάς εκ του καταγελώντος ημών διαβόλου μισούμεν; Και διατί μισείς τον αμαρτωλόν, ώ άνθρωπε; Άρα, ότι ουκ εστί δίκαιος κατά σε; Και που εστίν η δικαιοσύνη σου, ότι ουκ έχεις αγάπην; Διατί ουκ έκλαυσας επ' αυτώ, αλλά συ καταδιώκεις αυτόν; Εν αγνοία γαρ κινούνται τίνες οργιζόμενοι, οι δοκούντες είναι διακριτικοί, εις τα έργα των αμαρτωλών.
Γίνου κήρυξ της αγαθότητος του Θεού, ότι ανάξιόν σε όντα κυβερνή, και ότι χρεωστείς χρέος πολύ και η εκδίκησις αυτού ου φανερούται εν σοι, και αντί των μικρών έργων, ων ποιείς, αντιπαρέχει σοι τα μεγάλα. Μη καλέσης τον Θεόν δίκαιον, ότι η δικαιοσύνη αυτού ου γνωρίζεται εν τοις πράγμασι σου. Και εάν ο Δαβίδ καλή αυτόν δίκαιον και ευθύν, αλλά ο υιός αυτού εφανέρωσεν ημίν ότι μάλλον αγαθός εστί και χρηστός. «Αγαθός εστί», φησί, «τοις πονηροίς και ασεβέσι». Και πώς ονομάζεις τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήσης τω κεφαλαίω, τω περί του μισθού των εργατών; «εταίρε, ουκ αδικώ σε, θέλω δούναι τούτω τω εσχάτω, ως και σοι. Ή ο οφθαλμός σου πονηρός εστίν, ότι εγώ αγαθός ειμί;».
Πως πάλιν καλεί άνθρωπος τον Θεόν δίκαιον, όταν απαντήση τω κεφαλαίω του ασώτου υιού, ός εσκόρπισε τον πλούτον εν ασωτεία, ότε εν τη κατανύξει μόνη, εν η έδειξε, πώς έδραμε και έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και εξουσίαν έδωκεν αυτώ επί πάντα τον πλούτον αυτού; Ουδείς γαρ άλλος είπε περί αυτού ταύτα, ίνα διστάσωμεν εις αυτόν, αλλ ' αυτός ο Υιός αυτού, αυτός εμαρτύρησε περί αυτού ταύτα. Που εστίν η δικαιοσύνη του Θεού, ότι ημεν αμαρτωλοί και ο Χριστός απέθανεν υπέρ ημών; Ει δε ώδε εστίν ελεημων, πιστεύσωμεν, ότι αλλοίωσιν ου δέχεται.
Μη γένοιτο ημάς λογίσασθαι ποτέ τούτο το ανόμημα, ίνα ποτέ είπωμεν τον Θεόν ανελεήμονα' ότι ουκ αλλοιούται το ίδιον του Θεού, ώσπερ οι νεκροί, και ου κτάται τι όπερ ουκ έχει, ή όπερ έχει υστερεί ή προσθήκην λαμβάνει, καθάπερ τα κτίσματα. Άλλ' όπερ έχει ο Θεός εξ αρχής, έξει αεί έως ατε¬λευτήτου τέλους, και έχει, καθάπερ ο μακάριος Κύριλλος είπεν εν τη ερμηνεία της γενέσεως. Φοβού, φησί, εκ της αγάπης αύτον, και μη εκ του ονόματος του σκληρού του τεθέντος επ' αυ¬τόν. Αγάπησον αυτόν, ως χρεωστείς αγαπήσαι αυτόν, και μη δια τα μέλλοντα δίδοσθαι υπ' αυτού, αλλ' όπερ ων ελάβομεν. Και δια τον κόσμον τούτον μόνον, ον εποίησε δι' ημάς, τις γαρ εστίν ο δυνάμενος ανταμείψασθαι αυτόν; Που εστί η ανταπόδοσις αυτού εν τοις έργοις ημών; Τις έπεισεν αυτόν εξ αρχής παραγαγείν ημάς εις την κτίσιν; Και τις εστίν ο παρακαλών αυτόν υπέρ ημών, όταν γινώμεθα αμνήμονες; Ότε δε ουκ ήμεν ποτέ, τις εστίν ο εξυπνίσας το σώμα ημών εκείνο προς την ζωήν; Και πάλιν πόθεν πίπτει η έννοια της γνώσεως εις τον χουν;
Ω της θαυμαστής ελεημοσύνης του Θεού. Η έκπληξις της χάριτος του Θεού και κτίστου ημών. Ω δύναμις η ικανούσα εις πάντα. Ω της χρηστότητος της αμέτρου, ης την φύσιν ημών των αμαρτωλών πάλιν εισάγει προς ανάπλασιν αυτών. Τις ικανοί προς την δόξαν αυτού; Τον παραβάντα αυτόν και βλασφημήσαντα εγείρει, τον χουν τον αλόγιστον καινίζει, και συνετόν και λογικόν ποιεί, και τον διεσκορπισμένον νουν και αναίσθητον και τάς διεσκορπισμένας αισθήσεις, φύσιν λογικήν και αξίαν εννοίας εμποιεί. Ουχ ικανοί γαρ ο αμαρτωλός εννοήσαι την χάριν της αναστάσεως αυτού. Που εστίν η γέεννα, η δυναμένη λυπήσαι ημάς; Και που εστίν η κόλασις, η εκφοβούσα ημάς πολυμερώς και νικώσα την ευφροσύνην της αγά-πης αυτού; Και τι εστίν η γέεννα προς την χάριν της αναστάσε¬ως αυτού, όταν εγείρη ημάς εκ του άδου και ποιήση το φθαρτόν τούτο ενδύσασθαι την αφθαρσίαν, και τον εις άδην πεσόντα εγείρη εν δόξη;
Ω διακριτικοί, δεύτε και θαυμάσατε. Τις έχων σοφήν διάνοιαν και θαυμαστήν θαυμάσει κατ αξίαν την χάριν του δημιουργού ημών; Η ανταπόδοσις των αμαρτωλών εστί, και αντί της ανταποδόσεως της δικαίας, αυτός ανάστασιν ανταποδίδωσιν αυτοίς και αντί των σωμάτων των καταπατησάντων τον νόμον αυτού, αφθαρσίας δόξαν τελείαν ενδύει αυτούς. Αύτη η χάρις εστίν η μειζοτέρα, η μετά το αμαρτήσαι ημάς αναστήσασα, υπέρ έκείνην, ότε ουκ ήμεν, και παρήγαγεν ημάς εις κτίσιν.
Δόξα Κύριε, τη χάριτί σου τη αμέτρω. Ιδού, Κύριε, τα κύ¬ματα της χάριτος σου σιωπήσαι με εποίησαν, και ουκ απελείφθη εν εμοί έννοια εξ εναντίας των ευχαριστιών σου. Ποίοις στόμασιν εξομολογησόμεθά σοι, βασιλεύ αγαθέ, ο αγαπών την ζωήν ημών; Δόξα σοι επί τοις δυσί κόσμοις, ους εδημιούργησας προς αύξησιν και τρυφήν ημών, άγων ημάς εκ πάν¬των, ων εδημιούργησας, προς γνώσιν της δόξης σου, από του νυν και έως του αιώνος. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΑ': ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΟΘΕΝ ΦΥΛΑΤΤΕΤΑΙ Η ΝΗΨΙΣ
Η ΚΡΥΠΤΗ Η ΕΣΩ ΕΝ ΤΗ ΨΥΧΗ ΓΙΝΟΜΕΝΗ ΚΑΙ ΠΟΘΕΝ ΕΙΣΕΡΧΕΤΑΙ Ο ΥΠΝΟΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΡΟΤΗΣ ΕΝ ΤΗ ΔΙΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΣΒΕΝΝΥΕΙ ΤΗΝ ΘΕΡΜΗΝ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΝΕΚΡΟΙ ΤΗΝ ΕΙΣ ΘΕΟΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΘΕΡΜΗΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΥΡΑΝΙΩΝ

Ούκ έστι δυνατόν τοις έχουσι τάς καλάς επιθυμίας υπό της ενναντιώσεως κωλυθήναι δράσαι ταύτας, εάν μη εύρη ο πονηρός χώραν καλής προφάσεως εν τοις ποθούσι το καλόν. Έστι δε το πράγμα παρά τούτο. Πάση εννοία επιθυμίας αγαθής εν τη αρχή της κινήσεως αυτής ακολουθεί ζήλος τις, όμοιος τοις του πυρός άνθραξιν εν τη εαυτού θερμότητι, και ούτος είωθε περιτειχίζειν ταύτην την έννοιαν και αποδιώκειν από των έγγιστα αυτής πάσαν εναντίωσιν και εμποδισμόν και κώλυμα γινόμενον αυτή. Ισχύν γαρ πολλήν και δύναμιν άρρητον κτάται ούτος ο ζήλος του περιτειχίζειν την ψυχήν πάσαν ώραν εκ της χαυνώσεως ή του μη πτοείσθαι τάς ορμάς των περιστάσεων απασών.
Και αύτη μεν η έννοια η πρώτη, η δύναμις εστί της αγίας επιθυμίας, η εν τη φύσει της ψυχής φυσικώς πεφυτευμένη. Ούτος δε ο ζήλος εστίν η έννοια η κινούμενη εκ της θυμικής δυνάμεως, της ούσης εν αυτή, η εκ Θεού τεθείσα ημίν συμφερόντως, του τηρήσαι τον όρον της φύσεως, του εκπέμψαι την έννοιαν της ελευθερίας αυτής, εις πλήρωσιν της φυ¬σικής επιθυμίας, της εν τη ψυχή ούσης, ήτις εστίν η αρετή, ης χωρίς αγαθόν ουκ εργάζεται. Και καλείται ζήλος, ότι αυτός εστίν ο κινών και ζηλών και εξάπτων και ενισχύων τον άνθρωπον κατά καιρόν και καιρόν καταφρονείν της σαρκός εν ταίς θλίψεσι και τοις πειρασμοίς τοις φοβεροίς τοις απαντώσιν αυτώ και του παραδιδόναι εις θάνατον αεί την εαυτού ψυχήν, και απαντάν τη αποστατική δυνάμει υπέρ της τελειώσεως εκεί¬νου του πράγματος, ου η ψυχή πόθον έσχε σφοδρόν.
Άνθρωπος γαρ τις ενδεδυμένος τον Χριστόν, κύνα τον ζήλον τούτον εκάλεσεν εν τοις λόγοις αυτού και φύλακα του νόμου του Θεού, όπερ εστίν η αρετή' η γαρ αρετή νόμος Θεού καλείται. Στερεούται δε η δύναμις αύτη του ζηλου και εξυπνίζεται και εξάπτεται εις φυλακήν του οίκου κατά δύο τρό¬πους, και ασθενεί πάλιν και νυστάζει και ραθυμεί κατά δύο τρόπους. Ήγουν, ο εξυπνισμός και η έξαψις γίνεται, όταν τω ανθρώπω εννοηθή φόβος τις, καταπτοών αυτόν υπέρ του αγα¬θού, ου εκτήσατο, ή ό μέλλει κτήσασθαι, μήπως κλαπείη, ήτοι αφανισθείη εκ τίνος των συμβαινόντων και ακολουθούντων αυτώ. Και τούτο εκ της θείας προνοίας κινείται* λέγω δη ο φό¬βος εν πάσι τοις εργαζομένοις την αρετήν εξ αληθείας εις εξυπνισμόν και ζήλον διαμένοντα εν τη ψυχή, ίνα μη νυστάξη.
Όταν δε ο φόβος ούτος κινηθή εν τη φύσει, ο ζήλος ο ρηθείς ύφ' ημών κύων, νυκτός και ημέρας ώσπερ κλίβα¬νος καιόμενος θερμαίνεται και εξυπνίζει την φύσιν, και καθ' ομοιότητα των Χερουβίμ εξυπνίζεται και προσέχει τοις περικύκλω αυτού κατά πάσαν ώραν. Και ως λέγει ο άνθρωπος, εάν όρνεον διέρχεται, κύκλω αυτού κινείται και υλακτεί εν ορμή οξυτάτη και αρρήτω.
Και αυτός ο φόβος όταν γίνηται, διότι εδίστασεν εις την πρόνοιαν του Θεού εν τη πίστει αυτού και επελάθετο πώς επιμελείται ο Θεός και προνοείται των αγωνιζομένων υπέρ της αρετής, του επισκέπτεσθαι αυτούς καθ' ώραν, ως και το Πνεύμα το άγιον, δια στόματος του Προφήτου λέγει, «οφθαλμοί Κυρίου επί δικαίους», και τα έξης. Και πάλιν, «κραταίωμα Κύ¬ριος των φοβούμενων αυτόν». Και αυτός ως εκ προσώπου αυτού είπε τοις φοβουμένοις αυτόν «ου προσελεύσεται προς σε κακά, και μάστιξ ουκ εγγιεί τω σκηνώματί σου».
Όταν δε υπέρ της ψυχής γένηται ο φόβος, δια τα συμβαίνοντα τη αρετή και ακολουθούντα, ίνα μη κλαπή η βλάβη εκ τίνος των αίτιων, ούτος ο λογισμός θεϊκός εστί, και μέριμν αγαθή και εκ της προνοίας του Θεού εστίν η λύπη αύτη και η βάσανος.
Και πάλιν ο δεύτερος τρόπος, ήγουν η ισχύς και η έξαψις του κυνός εστίν, όταν επί πλείον αυξηθή η επιθυμία της αρετής εν τη ψυχή. Καθ' όσον γαρ η επιθυμία εν τη ψυχή αυξά¬νεται, κατά τοσούτον και ούτος ο κύων εξάπτεται, ός εστίν ο φυσικός ζήλος υπέρ της αρετής.
Η δε πρώτη πρόφασις της ψυχρότητος αυτού εστίν, όταν αύτη η επιθυμία λήξη και ελαττωθή εν τη ψυχή η δευτέ¬ρα δε εστίν, όταν πεποιθήσεως και θάρσους λογισμός τις είσέλη εν τη ψυχή και καταμείνη εν αυτή και ελπίση ο άνθρωπος και ενθυμηθή και δοκήση ότι ουκ εστίν αυτώ φόβος εκ τί¬νος δυνάμεως βλάψαι αυτόν. Και εκ τούτου λύει εξ αυτού τα όπλα του ζήλου και γίνεται ώσπερ οίκος αφύλακτος. Και υπνοί ο κύων και αφίησι την φυλακήν επί πολύ.
Εκ τούτου του λογισμού κλέπτονται οι πλείστοι των νοητών οίκων. Και τούτο γίνεται, όταν αμαυρωθή το καθαρόν της ελλάμψεως εκείνης της γνώσεως της αγίας, της εν τη ψυχή. Και πόθεν αμαυρούται τόδε, ει μη λογισμός τις λεπτότατος της υπερηφανίας υπεισήλθε τη ψυχή και ενεφώλευσεν εκεί, ή εξηκολούθησεν ο άνθρωπος επί πλέον τη μερίμνη των παρερχομένων, ή τη απαντήσει τη συνέχει του κόσμου τη απατώση αυτόν, ή εκ της γαστρός της κυρίας πάντων των κακών.
Πάντοτε γαρ, όταν έλθη ο αγωνιστής προς την απάντησιν του κόσμου, ευθύς η ψυχή αυτού ατονεί. Ωσαυτώς δε, και όταν εις την απάντησιν των πολλών, των μόνων εξ ανάγ¬κης εκ της κενοδοξίας συντριβόντων την ψυχήν αυτού. Και ει δει συντόμως ειπείν, όμοιος εστίν ο νους του δραπετεύοντας, ηνίκα απαντήσει τω κόσμω, τω κυβερνήτη τω εν γαλήνη διαπορευομένω εν τη θαλάσση και εξαίφνης εμπεσόντι εν μέσω των πετρών και ναυαγούντι.
Τω δε Θεώ ημών δόξα, κράτος, τιμή και μεγαλοπρέπεια εις τους αιώνας. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΒ΄: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΡΟΠΩΝ
ΛΟΓΟΙ ΞΒ'. ΞΓ. ΞΔ'. ΞΕ'.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΑΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ.ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΟΥ ΜΥΣΤΙΚΟΥ, ΤΟΥ ΕΓΚΕΚΡΥΜΜΕΝΟΥ ΑΥΤΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΝ ΔΙΑΦΕΡΕΙ Η ΓΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ ΕΝ ΤΟΙΣ ΤΡΟΠΟΙΣ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΑΠΛΟΤΗΤΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ

Η ψυχή η εν ταίς τρίβοις της πολιτείας και εν τη οδώ της πίστεως διαπορευομένη και ταύτην πολλάκις κατορθώσασα, εάν στραφή πάλιν εις τους τρόπους της γνώσεως, ευθέως χωλαίνει εκ της πίστεως και στερείται εξ αυτής η νοερά δύναμις αυτής, η εκ των εναλλαγμάτων των αντιλήψεων φανερουμένη εν τη καθαρά ψυχή και ανεξετάστως εν αυτή ανα¬στρεφόμενη εν απλότητι εν πασι τοις εαυτής.
Ψυχή γαρ η άπαξ παραθεμένη εαυτήν τω Θεώ εν πίστει και εν πολλή πείρα δεξαμενή την γεύσιν της συνεργίας αυτού, πάλιν εαυτής ου φροντίζει, αλλά τη εκπλήξει και τη σιωπή φιμούται, και στραφήναι πάλιν εις τους τρόπους της γνώσεως αυτής και αναστρέφεσθαι εν αυτοίς ουκ έχει έξουσίαν, μήπως εν τη εναντιώσει αυτών στερηθή της προνοίας του Θεού, της κρυπτώς επισκεπτόμενης αυτήν απαύστως και επιμελουμένης αυτής και αδιαλείπτως εξακολουθούσης αυτή εν παντί τρόπω. Διότι εμωράνθη, υπονοήσασα εαυτήν ικανήν ούσαν προνοήσασθαι εαυτής εν τη δυνάμει της γνώσεως αυτής. Εν οίς γαρ το φως της πίστεως ανατέλλει, ουκ εστί πάλιν αναισχυντούσιν υπέρ εαυτών εύξασθαι, ουδέ εξαιτήσασθαι παρά του Θεού, δός ημίν τόδε ή λάβε εξ ημών τόδε, ουδέ φροντίζουσιν εαυτών κατά πάντα τρόπον. Διότι εν τοις νοεροίς οφθαλμοίς της πίστεως εν πάση ώρα θεωρούσι την πρόνοιαν την πατρικήν, επισκιάζουσαν αυτοίς εξ εκείνου του Πατρός του αληθι¬νού, του υπερέχοντος εν τη εαυτού πολλή αγάπη τη αμέτρω πάσαν πατρικήν αγάπησιν, του δυναμένου και ισχύοντος παρά πάντας συνεργήσαι ημίν υπερεκπερισσού, υπέρ ό αιτούμεθα και ενθυμούμεθα και νοούμεν.
Η γνώσις εναντία τη πίστει εστίν, η δε πίστις, λύσις εν πάσι τοις εαυτοίς των νόμων της γνώσεως, ουχί της πνευματικής δε λέγομεν. Ούτος γαρ εστίν ο ορισμός της γνώσε¬ως, ότι έκτος εξετάσεως και ερεύνης ποιήσαί τι πράγμα ουκ εξουσιάζει, αλλ ' εξετάζει ει δυνατόν γενέσθαι όπερ ενθυμείται και θέλει. Η δε πίστις τι; 'Ότε τις προσεγγίσει εν αυτή ουκ ορ¬θώς, εν αυτώ παραμείναι ου πείθεται.
Η γνώσις χωρίς εξετάσεως και τρόπων αναστροφής ουδέ Χ"1 γνωσθήναι δύναται, και τούτο εστί το σημεΐον του δι¬σταγμού περί της αληθείας. Η πίστις δε φρόνημα έν καθαρόν και απλούν επιζητεί το απέχον από πάσης πανουργίας και του ζητήσαι τρόπους. Βλέπε πώς εναντιούνται αλλήλαις ο οίκος της πίστεως έννοια νηπιώδης εστί και καρδία απλή «εν απλότητι», γαρ φησι, «καρδίας αυτών εδόξαζον τον Θεόν», και «εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία, ου μη εισέλθητε είς την βασιλείαν των ουρανών». Η γνώσις δε τοις δυσί τούτοις επίβουλος εστί και εναντία.
Η γνώσις όρος της φύσεως εστί, φυλάττουσα αυτήν εν πάσαις ταίς τρίβοις αυτής, η δε πίστις υπέρ την φύσιν ενερ¬γεί την εαυτής οδοιπορίαν. Η γνώσις πάν πράγμα καταλύον την φύσιν ου πειράται προς εαυτήν εάσαι, αλλά μακρύνεται έξ αυτού, η δε πίστις ευχερώς επιτρέπει και λέγει «επί ασπίδα», φησί, «και βασιλίσκον επιβήση, και καταπατήσεις λέοντα και δράκοντα».
Τη γνώσει φόβος εξακολουθεί, τη δε πίστει ελπίς* όσον γαρ τις εν τοις της γνώσεως τρόποις διαπορεύεται, τοσούτον υπό του φόβου δεσμεύεται και της ελευθερίας τούτου αξιωθήναι ου δύναται. Ό δε τη πίστει εξακολουθών, ευθέως ελεύθερος και αυτεξούσιος και ως υιός του Θεού εν πάσι τοις πράγμασιν εν ελευθερία χρήται εξουσιαστικώς. Άνθρωπος ευρών τάς κλείς της πίστεως ως ο Θεός χρήται ταίς φύσεσι πάσαις της κτίσεως. Τη πίστει γαρ εστίν η εξουσία κτίσιν δημιουργήσαι καινήν κατά την του Θεού ομοιότητα, «ηθέλησας», φησί, «και τα πάντα παρέστη ενώπιον σου», και πολλά¬κις εξ ουκ όντων τα πάντα δύναται ποιήσαι, η δε γνώσις χωρίς ύλης ποιήσαι τι ου δύναται. Η γνώσις το μη δοθέν τη φύσει ουκ αναισχυντεί διαπράξασθαι. Και πώς; Διότι ή ρυτή φύσις του ύδατος ου δέχεται έπι νώτων αυτής τα ίχνη του σώματος, και ο προσεγγίζων τω πυρί εαυτόν κατακαίει, και εάν απαναιδεύηται κατά τούτων, κίνδυνος αυτώ επακολουθεί.
Εκ τούτων η γνώσις εν φυλακή παραφυλάττεται και διαβήναι τον όρον τούτων παντελώς ου πείθεται, η δε πίστις εν εξουσία διαβαίνει ταύτα και λέγει ότι, «εάν διαβαίνης δια πυ¬ρός ου κατακαύσει σε, και ποταμοί ου κατακλύσουσί σε». Και ταύτα πολλάκις η πίστις ενώπιον ενήργησε πάσης της κτίσεως. Και ει εδόθη τη γνώσει τόπος εκείσε, πειρασθήναι εν τούτοις, παντελώς ουκ είχε πεισθήναι. Δια πίστεως γαρ πολλοί εις την φλόγα εισήλθον και την δύναμιν την καυστικήν του πυρός εχαλίνωσαν και αβλαβώς εν μέσω αυτής διέβαινον και επί νώτων της θαλάσσης ως επί ξηράς εβάδισαν. Και ταύτα πάντα υπέρ την φύσιν είσι και εναντία τοις τρόποις της γνώσεως και απέ¬δειξαν αυτήν ματαίαν εν πάσι τοις τρόποις αυτής και τοις νόμοις αυτής.
Είδες την γνώσιν πώς φυλάττει τους όρους της φύσεως; είδες την πίστιν πώς υπεράνω της φύσεως διαβαίνει και ποιεί την τρίβον της οδοιπορίας; Πεντακισχιλίους χρόνους, ή μικρόν έλαττον ή υπέρ τούτο, οι τρόποι της γνώσεως τον κόσμον εκυβέρνων και παντελώς άραι την κεφαλήν αυτού ο άν¬θρωπος εκ της γης και αισθέσθαι της ισχύος του κτίστου αυτού ουκ ηδυνήθη, Εως ου η πίστις ημών επανέτειλε και ηλευθέρωσεν ημάς εκ του σκότους της γηίνης εργασίας και εκ της υποτα¬γής της μετά τον μετεωρισμόν τον δωρεάν γινόμενον. Και νυν δε πάλιν ότε εύρομεν την θάλασσαν την ατάραχον και τον θησαυρόν τον ανέκλειπτον, προς πηγάς ταπεινάς επιποθούμεν εκκλίναι. Ουκ εστί γνώσις μη εν ενδεία ούσα, καν μεγάλως πλουτήση, τους δε της πίστεως θησαυρούς ο ουρανός και η γη ου χωρούσιν. Ουχ υστερείται ποτέ τίνος ο τη ελπίδι της πίστεως τη καρδία ερηρεισμένος και ότε ουδέν έχει, τη πίστει πάντα κα¬τέχει, ως γέγραπται, ότι «όσα αιτείσθε εν προσευχή και πίστει, λήψεσθε» και πάλιν, «ο Κύριος εγγύς, μηδέν μεριμνάτε».
Η γνώσις αει τρόπους ζητεί προς φυλακήν των κτώμενων αυτήν, η δε πίστις φησίν, «εάν μη Κύριος οικοδόμηση οί¬κον και φύλαξη πόλιν, εις μάτην ηγρύπνησεν ο φυλάσσων, και διακενής εκοπίασεν ο οικοδομών». Ουδέποτε ο εν πίστει προσευχόμενος εν τρόποις χρήται και αναστρέφεται. Η γνώσις γαρ εν παντί τόπω τον φόβον επαινεί, καθώς είπεν ό σοφός «ο φο¬βούμενος», φάσκων, «τη καρδία, μακάριος». Τι δε η πίστις; «Έφοβήθη», φησί, «και ήρξατο καταποντίζεσθαι»' και πάλιν, «ουκ ελάβετε», φησί, «πνεύμα δουλείας εις φόβον, άλλα πνεύμα υιοθεσίας, εις ελευθερίαν πίστεως και ελπίδος του Θεού»' και πάλιν, «μη φείση εξ αυτών», μηδέ φυγής από προσώπου αυτών.
Πάντοτε ακολουθεί τω φόβω ο δισταγμός και ο δισταγμός τη εξετάσει, και η εξέτασις τοις τρόποις και οι τρόποι τη γνώσει και εν τη εξερευνήσει και εξετάσει αεί ο φόβος και ο δι¬σταγμός γνωρίζεται. Διότι ουκ εν παντί καιρώ εις πάντα κατορθοί η γνώσις, καθώς εν πρώτοις απεδείξαμεν. Πολλάκις γαρ συναντώσιν τη ψυχή συμβάσεις και επιφοραί δυσχερείς και προφάσεις πολλοί πλήρεις κινδύνων, άπερ παντελώς η γνώσις και οι τρόποι της σοφίας βοηθήσαί τι εκείσε ου δύνανται. Παλιν δε τοις δυσχερέσι τοις μη καταβαλλομένοις πάση δυνάμει και τω όρω της ανθρωπίνης γνώσεως, η πίστις ουδέποτε νικάται υπό τίνος αυτών. Τι γαρ εξαρκεί η γνώσις η ανθρωπίνη βοηθήσαι εν τοις φανεροίς πολέμοις, ή προς τάς φύσεις τάς αό¬ρατους και προς τάς ενσωμάτους δυνάμεις συν άλλοις πολλοίς;
Είδες την ασθένειαν της δυνάμεως της γνώσεως και την ισχύν της δυνάμεως της πίστεως; Η γνώσις πάσι τοις ξένοις της φύσεως κωλύει τους μαθητάς αυτής προσπελάσαι. Όρα δε την δύναμιν ενταύθα της πίστεως και τι επιτρέπει τοις αυτή μαθητευομένοις. «Εν τω ονόματι μου», φησί, «δαιμόνια εκβαλείτε, όφεις αρείτε και, εάν τον ιόν πίητε, ου βλαβήσεσθε».
Η γνώσις πάσι τοις εν τη οδώ εαυτής πορευομένοις επιτρέπει κατά τους νόμους αυτής προ της αρχής εν πάσι το τέ¬λος εξετάσαι και ούτως άρξασθαι, μήπως δυσευρέτου του τέ¬λους του πράγματος τω όρω της ανθρωπίνης δυνάμεως ευρεθέντος τον κόπον μάτην κοπιάσωσι, και αδύνατον και δυσχερές του γενέσθαι ευρέθη το πράγμα. Η δε πίστις τι λέγει; «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Αδυνατεί γαρ ουδέν τω Θεώ.
Ο πλούτος άρρητος και θάλασσα πλούτου εν κύμασιν αυτής και εν τοις εαυτής θησαυροίς τοις θαυμαστοίς τοις υπερεκχυνομένοις εκ της δυνάμεως της πίστεως. Πόσου θάρσους έμπλεως και πόσης ηδονής και ελπίδος πλήρης η οδοιπορία η μετ' αυτής, και τα φορτία αυτής πόσον ελαφρά εισί και η εργασία αυτής πόσην ηδύτητα έχει!
Ερώτησις. Ο αξιωθείς γεύσασθαι της ηδύτητος της πίστεως και πάλιν στραφείς προς την γνώσιν της ψυχής, εν τίνι διαφέρει το πράγμα αυτού;
Απόκρισις. Τω ευρόντι μαργαρίτην πολύτιμον και αλλάξαντι αυτόν είς οβολόν χαλκού, τω εάσαντι ελευθερίαν αυτεξούσιον και στραφέντι εις τους τρόπους της πτώχειας, πεπληρωμένους φόβου και δουλείας.
Ουχί ψεκτή εστίν η γνώσις, αλλ' η πίστις υψηλοτέρα αυτής εστί. Και εάν ψέξωμεν, ουχί την γνώσιν ψέγομεν, μη γέ¬νοιτο, αλλ ' ή το διακρίναι τους τρόπους τους παρηλλαγμένους, εν οις πορεύεται εξ εναντίας φύσεως, και πώς τοις τάγμασι των δαιμόνων συγγενειάζει, άπερ μετά ταύτα μέλλομεν διακρίναι φανερώς και πόσοι βαθμοί εισιν, εν αυτοίς η γνώσις, και τις η διαφορά η γινομένη εν εκάστω αυτών, και εν ποίοις νοήμασιν εξυπνίζεται εν εκάστω τρόπω, ότε μείνη εν αυτοίς, και εν τίνι τούτων των τρόπων (όταν πορευθή εν αυτοίς) εναντιούνται τη πίστει και εξέρχεται έξωθεν της φύσεως, και ποία εστίν η δια¬φορά η εν αύτη, και εν ποία τάξει (όταν στρέψη τον σκοπόν αυ¬τής τον πρώτον) άρχεται εις την φύσιν αυτής και καθιστή τον βαθμόν έμπροσθεν της πίστεως εν αγαθή πολιτεία, και έως πότε ποιεί φθάσαι την διαφοράν της τάξεως αυτής, και πώς διαπερά από τούτων εις τα υψηλότερα αυτών, και ποίοι εισίν οι τρόποι της τάξεως εκείνης της άλλης, ήγουν της πρώτης, και πότε συνάπτεται η γνώσις τη πίστει και γίνεται μετ' αυτής μία καί ενδύεται εξ αυτής νοήματα πύρινα και εξάπτεται εν τω πνεύματι και κτάται πτέρυγας απαθείας και υψούται εκ της διακονίας των γήινων εν τη χώρα του δημιουργού εαυτής, συν άλλοις τρόποις.
Όμως τέως αρμόζει ημάς ειδέναι, ότι η πίστις και η εργασία αυτής υψηλοτέρα εστί της γνώσεως. Και αύτη η γνώσις εν τη πίστει τελειούται και κτάται δύναμιν ανελθείν άνω και αισθέσθαι εκείνου του υψηλοτέρου πάσης αισθήσεως, και ιδείν την αυγήν εκείνην την ακατάληπτον τω νω και τη γνώσει των κτισμάτων. Η γνώσις δε βαθμίς εστί, δι' ης ανέρ¬χεται τις εις το ύψος της πίστεως, και όταν φθάση εγγύς αυτής, ουκ έτι πάλιν χρήζει αυτής* «νυν γαρ», φησίν, «και εκ μέρους νοούμεν, όταν δε έλθη το τέλειον, το εκ μέρους καταργείται». Η πίστις λοιπόν άρτι ως εν οφθαλμοίς δεικνύει ημίν την αλήθειαν της τελειότητος και εν τη πίστει ημών μανθάνομεν εκείνα τα ακατάληπτα, και ουκ εν τη εξετάσει και τη δυνάμει της γνώσεως.
Ταύτα τα έργα της δικαιοσύνης νηστεία, ελεημοσύνη, αγρυπνία, αγιασμός και τα λοιπά τα δια του σώματος ενεργούμενα* αγάπη προς τον πλησίον, ταπεινοφροσύνη καρ¬δίας, συγχώρησις των επταισμένων, ενθύμησις των αγαθών, εξέτασις των μυστηρίων των όντων εν ταίς αγίαις γραφαίς κε¬καλυμμένων, αδολεσχία της διανοίας εν τοις έργοις τοις κρείττοσι, του φυλάξαι τους όρους των παθών της ψυχής, και αί λοιπαί αρεταί, αί εν τη ψυχή εκτελούμεναι. Ταύτα πάντα χρήζουσι της γνώσεως. Αύτη γαρ φυλάττει αυτά και διδάσκει την τάξιν αυτών. Και ταύτα πάντα ακμήν βαθμοί είσιν, εν οίς η ψυχή ανέρχεται εις το ύψος το ανώτερον της πίστεως, και αρεταί κα¬λούνται.
Η δε πολιτεία της πίστεως υπέρ την άρετήν εστίν και η εργασία αυτής ουκ έργα εστίν, αλλά ανάπαυσις τελεία και παράκλησις και εν καρδία και εν ταίς έννοίαις της ψυχής τελειούται. Και πάντες οι τρόποι οι θαυμαστοί της πνευματικής πολιτείας, ων η εργασία αίσθησις εν τη ζωή τη πνευματική και τρυφή και απόλαυσις ψυχής και πόθος και χαρά εν Θεώ, και τα λοιπά, όσα δίδονται εν εκείνη τη πολιτεία τη ψυχή τη άξια της χάριτος της εκείθεν μακαριότητος, και όσα ως εν νεύματι εν ταίς θείαις Γραφαίς εν τη πίστει τελειούνται εντεύθεν εκ του Θεού του πλουσίου εν τοις εαυτού χαρίσμασιν
Απορία. Ει δε λέγει τις, ει πάντα τα αγαθά ταύτα και τα έργα της αρετής τα προλεχθέντα και η αποχή των κακών και η διάκρισις των λεπτών λογισμών των εν τη ψυχή αναφυο¬μένων και η μετά λογισμών πάλη και ο αγών ο προς τα πάθη τα ερεθίζοντα, και τα λοιπά, ων εκτός ουδέ αύτη η πίστις δύνα¬ται δείξαί σοι την δύναμιν αυτής εν τη εργασία της ψυχής, ει ταύτα πάντα η γνώσις τελειοί, πώς νομίζεται η γνώσις τη πίστει εναντία;
Λύσις του δισταγμού. Και λέγομεν, ως τρεις τρόποι είσι νοητοί, εν οίς η γνώσις ανέρχεται και κατέρχεται, και ως αλλοίωσις τοις τρόποις, εν οίς πορεύεται, ούτω και ταύτη αλλοίωσις εγγίνεται, και παρά τούτο βλάπτει και βοηθεί. Τρεις δε τρόποι είσί' σώμα, ψυχή και πνεύμα. Και ει μία εστίν η γνώσις εν τη φύσει αυτής, αλλά προς τάς χώρας ταύτας των νοητών και των αισθητών και λεπτύνεται και επαλλάττει τους τρόπους αυτής και της εργασίας των νοημάτων αυτής.
Άκουσον δε λοιπόν και την τάξιν της εργασίας αυτής και τάς αιτίας, δι' ας βλάπτει και βοηθεί. Η γνώσις δόσις παρά Θεού εστί τη φύσει των λογικών, ήτις εκ της αρχής εδό¬θη της αυτών διαπλάσεως, και εστίν απλή και ου μερίζεται τη εαυτής φύσει, ώσπερ ουδέ του ηλίου το φως, και κατά την εργασίαν αυτής κτάται αλλοιώσεις και μερισμούς
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΓ΄: ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΠΡΩΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
Ότε τη επιθυμία τη σαρκική η γνώσις ακολουθεί, τούτους τους τρόπους συνάγει τον πλούτον, την κενοδοξίαν, την κόσμησιν, την ανάπαυσιν την του σώματος, σπουδήν σοφίας της λογικής, της αρμοζούσης εις την διοίκησιν του κόσμου τούτου και βρυούσης τας ανανεώσεις των ευρέσεων και των τεχνών και των μαθήσεων και τα λοιπά τα στεφανούντα το σώμα εν τω κοσμώ τούτω τω ορατώ. Εκ των ειδών τούτων γίνεται εναντία τη πίστει, ήπερ ειρήκαμέν τε και διετάξαμεν, ήτις γνώσις ψιλή ονομάζεται, καθότι γυμνή εστί πάσης θείας μερίμνης και αδυναμίαν άλογον εισφέρει κατά της διανοίας, δια το κεκρατήσθαι υπό του σώματος, και τελείως η μέριμνα αυτής εν τω κοσμώ τούτω εστί.
Τούτο το μέτρον της γνώσεως, ότι εστί παντελώς δύναμις νοητή και κυβερνήτης κρυπτός του ανθρώπου και επιμέλεια θεία, η επισκεπτομένη αυτόν και επιμελουμένη τελείως και τη πρόνοια του Θεού τας διοικήσεις ου λογίζεται,αλλ' έκαστον αγαθόν το όν εν τω ανθρώπω και η εκ των βλαπτόντων αυτόν αυτού σωτηρία και η εκ των δυσχερών φυσική αυτού προσοχή και η εκ των πολλών εναντιωμάτων των ακολουθούντων τη φύσει ημών κρυπτώς και φανερώς φυσική εν τη εαυτού σπουδή και εν τοις εαυτού τρόποις είναι δοκεί.
Τούτο το μέτρον της γνώσεως της αδολεσχούσης τη εαυτής πρόνοια τα πάντα είναι οίεται, κατά τους λέγοντας, ως ουκ εστί κυβέρνησις τούτων των ορωμένων. Όμως εκτός της διηνεκούς μερίμνης και του φοβείσθαι υπέρ του σώματος τυγχάνειν ου δύναται. Δια τούτο κατέχει αυτόν η μικροψυχία και η λύπη και η απόγνωσις και ο των δαιμόνων φόβος και η εκ των ανθρώπων δειλία και η των ληστών φήμη και ακοαί των θανάτων και η των νοσημάτων φροντίς και η μέριμνα της ενδείας και της λείψεως της χρείας και ο φόβος του θανάτου και ο φόβος των παθών και των πονηρών θηρίων, και τα λοιπα τα τούτοις όμοια, τα κατά την θάλασσαν την υπό των κυμά¬των ταραττομένην εν πάση ώρα της νυκτός και της ημέρας και βρύουσαν κατ’ αυτών. Διότι ουκ οίδε ρίψαι την μέριμναν αυτής επί τον Θεόν εν τη πεποιθήσει της εις αυτόν πίστεως. Δια τούτο εν μηχανήμασι και εν πανουργίαις εν άπασι τοις εαυτής ανα¬στρέφεται. Όταν δε αργήσωσιν οι τρόποι των μηχανημάτων αυτής εν μιά προφάσει τινι και μη θεώρηση την μυστικήν πρόνοιαν, μάχεται μετά των ανθρώπων των εμποδιζόντων αυτήν και εναντιουμένων αυτή.
Εν αυτή τη γνώσει πεφυτευμένον εστί το ξύλον της γνώσεως των καλών και πονηρών, το εκριζούν την αγάπην, και αύτη εξετάζει τα βραχέα εγκλήματα των άλλων ανθρώπων και τάς αίτιας και τάς ασθενείας αυτών, και παρασκευάζει τον άνθρωπον είς το δογματίζειν και αντιλέγειν τοις λόγοις και δολιεύεσθαι εν μηχανήμασι και πανουργίαις πονηραίς και εν τοις λοιποίς τρόποις τοις καθυβρίζουσι τον άνθρωπον. Αύτη εγγίνεται και ταύτη εστί φυσίωσις και υπερηφανία* ότι εαυτή ανατίθησι πάν πράγμα καλόν και ουκ επί τον Θεόν αναφέρει.
Η πίστις δε τη χάριτι λογίζεται τα έργα αυτής. Δια τούτο και επαρθήναι ου δύναται, καθώς γέγραπται «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ» • και πάλιν, «ουκ εγώ δε, άλλ' η χάρις του Θεού η συν εμοί». Και όπερ είπεν ο μακάριος Απόστολος, ότι «η γνώσις φυσιοί», περί της γνώσεως ταύτης είρηκε, της μη συγκεκραμένης τη πίστει και τη ελπίδι τη είς Θεόν, και ουχί περί της γνώσεως της αληθείας είπε. Μη γένοιτο.
Η γνώσις της αληθείας εν ταπεινώσει τελειοί την ψυχήν των κτώμενων αυτήν, ως τον Μωυσέα και τον Δαβίδ και τον Ησαίαν και τον Πέτρον και τον Παύλον και τους λοι¬πούς αγίους τους αξιωθέντας αυτής της γνώσεως της τελείας, κατά το μέτρον της ανθρωπίνης φύσεως. Και εκ των παρηλλαγμένων θεωριών και των αποκαλύψεων των θείων και εκ της θεωρίας της υψηλής των πνευματικών και εκ των αρρή¬των μυστηρίων καταπίνεται η γνώσις αυτών πάντοτε εκ των ομοίων τούτων, και σποδόν και χουν αριθμείται η ψυχή αυτών εν τοις εαυτών οφθαλμοίς
Η δε ετέρα γνώσις πρεπόντως φυσιούται ότι εν τη σκοτία πορεύεται και εκ της ομοιότητας των επί γης δοκιμάζεται τα όντα αυτή, και ου γινώσκει ότι εστί τι κρείττον αυτής. Και πάντες δε υπό της επάρσεως αρπάζονται, δια το είναι αυτούς εν τη γη και εν τη σαρκί την αυτών πολιτείαν ζυγοστατείν και εις τα έργα αυτών επερείδεσθαι, αλλά μη εις τα ακατάληπτα διαλογίζεσθαι εν τω νοΐ αυτών. 'Έως αν εν τούτοις τοις κύμασιν ώσιν εμπλέοντες, τούτο πάσχουσιν.
Οι δε άγιοι την αρετήν την ένδοξον της θεότητος εκτελούσι. Και η εργασία αυτών άνω εστί και ουκ εκκλίνει το φρό¬νημα αυτών μεριμνήσαι περί των ευρέσεων και των ματαίων. Οι γαρ εν τω φωτί πορευόμενοι ου δύνανται πλανηθήναι. Δια τούτο πάντες οι πλανηθέντες εκ του φωτός της επιγνώσεως του Υιού του Θεού και εκκλίναντες από της αληθείας, εν ταύταις ταίς τρίβοις διαπορεύονται.
Αύτη η τάξις της γνώσεως η πρώτη, εν η τις τη επιθυμία της σαρκός κατακολουθεί. Ταύτην ψέγομεν και εναντίον ου μόνον τη πίστει, αλλά και πάση αρετής εργασία, αποφαινόμεθα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΔ': ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
Ότε δε καταλείψας τις την τάξιν την πρώτην και εν τοις διαλογισμοίς και ταίς επιθυμίαις στραφή της ψυχής, ταύτα τα προγεγραμμένα καλά εργάζεται εν τοις νοήμασι, της ψυχής μετά των αισθήσεων των εν τω σώματι εν τω φωτί της φύσεως αυτής. Ταύτα δέ είσι νηστεία, ευχή, ελεημοσύνη, ανάγνωσις των θείων Γραφών, οι τρόποι της αρετής, πάλη προς τα πάθη, και τα λοιπά. Πάντα γαρ τα πράγματα τα αγαθά και τάς διαφοράς τάς καλάς τάς εν τη ψυχή θεωρουμένας και τους τρό¬πους τους θαμαυστούς, τους εν τη αυλή του Χριστού διακονουμένους, εν τη δευτέρα ταύτη τάξει της γνώσεως τελειοί το Πνεύ¬μα το άγιον εν τη εργασία της δυνάμεως αυτής. Και αύτη ευθύνει τη καρδία τρίβους, προς την πίστιν ημάς οδηγούσας και εν αυτή συνάγομεν εφόδια τω αιώνι τω αληθινώ.
Ακμήν δε και έως τούτων σωματική εστίν η γνώσις και σύνθετος, και εν αύτη οδός εστίν η οδηγούσα ημάς και παραπέμπουσα τη πίστει. Άλλ' εστί και τάξις υψηλότερα αυτής και, εάν τις προκόψη, ευρίσκει αναβιβασθήναι εν αυτή εν τη βοηθεία του Χριστού. Ότε θήσει το θεμέλιον της εργασίας αυ¬τής εν τη ησυχία τη εκ των ανθρώπων και εν τη αναγνώσει των Γραφών και τη ευχή και τοις λοιποίς αγαθοίς, εν οίς τελειούται τα της δευτέρας γνώσεως, και εν αυτή ενεργείται πάν¬τα τα καλά, ήτις καλείται γνώσις των πραγμάτων, διότι εν τοις αισθητοίς πράγμασι δια των σωματικών αισθήσεων τελειοί το εαυτής έργον εν τη τάξει τη εξωτέρα. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΕ': ΠΕΡΙ ΤΑΞΕΩΣ ΤΡΙΤΗΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΗΤΙΣ ΕΣΤΙ ΤΑΞΙΣ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ
Πως ούν λεπτύνεται τις και κτάται το πνευματικόν και ομοιούται τη πολιτεία των αοράτων δυνάμεων, των λει¬τουργουσών μη τη αισθητή ενεργεία των έργων, αλλά τη τελειουμένη εν τη της διανοίας φροντίδι, άκουσον όταν η γνώσις υψωθή εκ των γηίνων και εκ της μερίμνης της εργασίας αυτών, και άρξηται απόπειραν ποιείσθαι των διαλογισμών εαυ¬τής εν τοις κεκαλυμμένοις έσωθεν των οφθαλμών και τρόπω τινι καταφρονήση των πραγμάτων, εξ ων η σκολιότης των πα¬θών γίνεται, και απλώση εαυτήν άνω και ακολουθήση τη πίστει εν τη μερίμνη του μέλλοντος αιώνος και εν ταίς επιθυμίαις ταίς επαγγελθείσαις ημίν και εν τη εξετάσει των κρυπτών μυ¬στηρίων, τότε αύτη η πίστις καταπίνει ταύτην την γνώσιν και στρέφεται και τίκτει αυτήν εξ αρχής, ως γενέσθαι αυτήν όλην έξ όλου πνεύμα.
Τότε δύναται πετασθήναι εν ταίς χώραις των ασωμάτων πτέρυξι και άψασθαι του βάθους της θαλάσσης της αναφούς, διανοούσα τάς θείας και θαυμαστάς κυβερνήσεις, τάς εν ταίς φύσεσι των νοητών και αισθητών, και εξετάσαι τα μυστήρια τα πνευματικά, τα εν διανοία απλή και λεπτή καταλαμβανό¬μενα. Τότε αι αισθήσεις αι έσω εξυπνίζονται εις εργασίαν του πνεύματος, κατά την τάξιν την γινομένην εν εκείνη τη διαγωγή της αθανασίας και της αφθαρσίας, διότι την ανάστασιν την νοητήν, ως εν μυστηρίω, εκ των ώδε εδέξατο, προς μαρτυρίαν αληθινήν της ανακαινίσεως των πάντων
Ούτοι εισίν οι τρεις τρόποι της γνώσεως, εν οίς συνάπτεται πάς ο δρόμος του ανθρώπου εν τω σώματι, και εν τη ψυχή, και τω πνεύματι. Όθεν και τις άρχεται διακρίνειν μέσον του κακού και του αγαθού, και έως του εξελθείν αυτόν εκ του κόσμου τούτου, εν τοις τρισι μέτροις τούτοις η γνώσις τής ψυχής αυτού εισέρχεται και το πλήρωμα πάσης αδικίας και ασε¬βείας και το της δικαιοσύνης και του άψασθαί τε του βάθους πάντων των μυστηρίων του πνεύματος* μία γνώσις εργάζεται εν τοις ρηθείσι τρισι μέτροις και εν αυτή εστί πάσα κίνησις νοός, ότε ανέρχεται ή κατέρχεται εν τοις αγαθοίς ή κακοίς ή μέσοις.
Ταύτα δε τα μέτρα καλούσιν οι πατέρες φύσιν, παρά φύσιν, και υπέρ φύσιν, και ταύτα είσι τα τρία πλάγια, εν οίς ανά¬γεται και κατάγεται η μνήμη της ψυχής της λογικής, καθώς ερρέθη. Ότι, όταν εν τη φύσει εργάζηται τις την δικαιοσύνην ή υπεράνωθεν της φύσεως αρπάζεται εν τη μνήμη αυτής, εν τη θεωρία του Θεού έσωθεν της φύσεως ή εξέρχεται βοσκήσαι χοίρους, ως ο απολέσας τον πλούτον της διακρίσεως αυτού, ός ειργάζετο μετά του πλήθους των δαιμόνων.

ΑΝΑΚΑΙΦΑΛΕΩΣΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΓΝΩΣΕΩΝ
Η τάξις η πρώτη της γνώσεως ψυχραίνει την ψυχήν εκ των έργων του δρόμου οπίσω του Θεού. Η δευτέρα θερ¬μαίνει αυτήν εις τον δρόμον τον ταχύν τοις εν τω βαθμώ της πίστεως. Η τρίτη δε η της εργασίας ανάπαυσις, όπερ εστί τύπος του μέλλοντος, εν τη αδολεσχία μόνη της διανοίας τρυφώσα εν τοις μυστηρίοις των μελλόντων. Αλλά τω μηδέπω ύψωθήναι την φύσιν τελείως εκ της τάξεως της νεκρώσεως και του βάρους της σαρκός και τελειωθήναι εν εκείνη τη πνευματική τη υψηλοτέρα της άλλης της εκκλινούσης, αδυνατεί και προς την τελείωσιν την μη έχουσαν λείψιν λειτουργήσαι και εν τω κόσμω της νεκρώσεως είναι, και αφείναι την της σαρκός φύσιν τε¬λείως, έως αν ακμήν εν αυτή αναστρέφηται.
Εν μεταβολή γίνεται εν τούτω και εν εκείνω. Και άπαξ ως πτωχός και πένης η ψυχή αυτού λειτουργεί εν τη δευτέρα τάξει τη μέση, εν τη αρετή τη εν τη φύσει τεθείση ενεργηθήναι δια της του σώματος φύσεως. Και εν καιρώ, κατά τους λαβόντας το πνεύμα της υιοθεσίας εν μυστηρίω της ελευθερίας, απο¬λαύει της χάριτος του Πνεύματος, κατά την άξίαν του δόντος αυτήν. Και πάλιν υποστρέφει εις ταπείνωσιν των έργων αυτής, ταύτα δε είσι τα δια του σώματος. Και αύτη διαφυλάττει αυτά, μήπως αιχμαλώτιση αυτήν ο εχθρός εν τοις δελεάσμασι τοις ευρισκομένοις εν τω αίώνι τούτω τω πονηρώ και εν τοις διαλογισμοίς τοις τεταραγμένοις και εκκλινομένοις. Διότι, όσον εστίν ο άνθρωπος κάτωθεν του καλύμματος της θύρας της σαρκός εγκεκλεισμένος, ουκ έχει πεποίθησιν. Διότι ουκ εστί τε¬λεία ελευθερία εν τω αιώνι τω ατελεί.
Πάσα γαρ εργασία της γνώσεως, εις εργασίαν και διατριβήν εστίν, η δε εργασία της πίστεως, ουκ εν τοις έργοις ενεργείται, άλλ' εν ταίς εννοίαις ταίς πνευματικαίς, εν εργασία γυμνή της ψυχής πληρούται και υπεράνωθεν εστί των αισθήσεων. Η γαρ πίστις λεπτότερα της γνώσεως, καθώς η γνώσιςτων πραγμάτων των αισθητών. Πάντες γαρ οι άγιοι την πολιτείαν ταύτην καταξιωθέντες ευρείν, όπερ εστίν έκπληξις εις Θεόν, εν τη δυνάμει της πίστεως διάγουσιν εν τη τροφή της πο¬λιτείας εκείνης της υπέρ φύσιν.
Πίστιν δε λέγομεν, ουκ εν ή πιστεύει τις εν τη διαφορά των προσκυνητών υποστάσεων τε και θείων και εν τη οικονομία τη θαυμαστή τη εν τη ανθρωπότητι εν τη προσλήψει της φύσεως ημών, ει και αυτή υψηλή εστί λίαν, αλλά την πίστιν την εκ του φωτός της χάριτος ανατέλλουσαν εν τη ψυχή, εν τη μαρτυρία της διανοίας στηρίζουσαν την καρδίαν αδίστακτον εί¬ναι εν τη πληροφορία της ελπίδος τη απεχούση από πάσης οιήσεως και ουκ εν τη επιδόσει της ακοής των ώτων εαυτήν δει¬κνύει, αλλ’ εν τοις πνευματικοίς οφθαλμοίς τα μυστήρια τα κεκρυμμένα εν τη ψυχή, και τον κρυπτόν και θείον πλούτον, τον κεκρυμμένον εκ των οφθαλμών των υιών της σαρκός και αποκαλυπτόμενον εν τω Πνεύματι τοις εν τη τραπέζη του Χριστού διαιτωμένοις εν τη αδολεσχία των νόμων αυτού, καθώς είπεν «εάν τηρήσητε τάς εντολάς μου, αποστελώ υμίν τον Παράκλητον, το Πνεύμα της αληθείας, όπερ ο κόσμος ου δύναται δέξασθαι», κακείνος διδάσκει υμάς πασάν την αλήθειαν.
Ούτος δεικνύει τω ανθρώπω την δύναμιν την αγίαν, την ενοικούσαν εν αυτώ εν παντί καιρώ, την σκέπην, την ισχύν την νοητήν την σκεπάζουσαν τον άνθρωπον πάντοτε και αποδιώκουσαν άπ' αυτού πάσαν βλάβην, του μη προσεγγίσαι τη ψυχή αυτού ή τω σώματι. Ης τίνος ο νους ο φωτεινός και νοητός αοράτως τοις οφθαλμοίς αισθάνεται της πίστεως, ήτις τοις αγίοις τη πείρα αυτής πλέον γινώσκεται.
Εκείνη δε η δύναμις αυτός εστίν ο Παράκλητος, εν τη ισχύι της πίστεως κατακαίων τα μέρη της ψυχής, ως εν πυρί. Και ορμά και καταφρονεί παντός κινδύνου τη ελπίδι του Θεού, και εν τοις πτεροίς της πίστεως υψούται εκ της ορατής κτίσεως και ως μεθύουσα γίνεται αεί εν τη εκπλήξει της μερίμνης της κατά Θεόν, και εν τη θεωρία τη ασυνθέτω και εν τη κατανοή¬σει τη αοράτω της θείας φύσεως εθίζουσα την διάνοιαν προσέχειν τη αδολεσχία των κρυφίων αυτής. Έως γαρ αν έλθη εκεί¬νο, όπερ εστίν η τελείωσις των μυστηρίων, και αξιωθώμεν φα¬νερώς της αποκαλύψεως αυτών, η πίστις λειτουργεί μεταξύ του Θεού και των άγιων μυστήρια άρρητα.
Ων αξιωθείημεν, δια της χάριτος αυτού του Χριστού, εν¬ταύθα μεν ως αρραβώνος, εκεί δε εν υποστάσει της αληθείας, εν τη βασιλεία των ουρανών μετά των αγαπώντων αυτόν. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΣΤ': ΠΕΡΙ ΑΛΛΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΦΟΡΑΣ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
Η γνώσις αναστρεφομένη εν τοις ορατοίς, η εν ταίς αισθήσεσι δεχόμενη την διδαχήν αυτών, φυσική ονομάζεται, η δε εν τη δυνάμει των νοητών και έσωθεν εαυτής εν ταίς φύσεσι των ασωμάτων, πνευματική ονομάζεται, διότι την αίσθησιν εν τω πνεύματι δέχεται και ουκ εν ταίς αισθήσεσι. Και ταύταις ταίς δυσί γνώσεσιν έξωθεν γίνονται τη ψυχή είς κατανόησιν αυτών. Η δε εν τη θεία γενομένη υπέρ την φυσιν ονομάζεται και άγνωστος μάλλον και ανωτέρα της γνώσεως.
Ταυτής δε θεωρίαν ουκ εν ύλη τη έξωθεν αυτής κατά τάς πρώτας δέχεται η ψυχή, αλλ' αύλως εαυτής έσωθεν εν δωρεά ευθέως και ανελπίστως φανερούται, και αποκαλύπτεται εκ των ένδον, διότι «η βασιλεία των ουρανών εντός υμών εστί»' και ουκ εστίν εν τόπω ελπιζομένη, «ουδέ εν παρατηρήσει έρχεται», κατά τον λόγον του Χριστού, αλλ' έσωθεν της ει¬κόνος της διανοίας της κρυπτής αποκαλύπτεται αναιτίως, χωρίς της υπέρ αυτής μελέτης. Διότι ουχ ευρίσκει εν αυτή ύλην η διάνοια.
Ερμηνείαι αυτών. Η πρώτη γνώσις εκ της διηνεκούς μελέτης και εκ της σπουδής της μαθήσεως εγγίνεται, η δευτέ¬ρα δε εκ της αγαθής πολιτείας και της πίστεως της διανοίας η τρίτη δε τη πίστει και μόνη κεκλήρωται, διότι εν αυτή καταργείται η γνώσις και τα έργα περαίωσιν λαμβάνει και αί αισθή¬σεις γίνονται περισσοί εις χρείαν. Όσον ουν εκ τούτου του όρου η γνώσις κατέρχεται, τιμάται, και καθ' όσον κατέρχεται, πλέον τιμάται μάλλον. Και όταν φθάση την γήν και τα γήϊνα, ή γνώσις εστίν ή δεσπόζουσα των πάντων και έκτος αυτής έκαστον πράγμα χωλόν εστί και αργόν. Ότε δε υψώσει η ψυχή την θεωρίαν αυτής άνω και απλώσει τάς εννοίας αυτής εν τοις επουρανίοις και επιθυμήσει τα μη τοις του σώματος οφθαλμοίς δρώμενα και ων ουκ εν εξουσία η σαρξ, τότε εν τη πίστει συνί-στανται πάντα.
Ήν και δωρήσαιτο ημίν ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας. Αμήν.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Άβαταρ μέλους
fotis
Κορυφαίος Αποστολέας
Κορυφαίος Αποστολέας
Δημοσιεύσεις: 4712
Εγγραφή: Δευ Σεπ 12, 2011 7:01 am
Τοποθεσία: ΑΓ.ΙΩΑΝΝΗΣ ΡΕΝΤΗΣ

Re: ΑΒΒΑΣ ΙΣΑΑΚ Ο ΣΥΡΟΣ. Αποφθέγματα

Δημοσίευση από fotis »

ΛΟΓΟΣ ΞΖ': ΠΕΡΙ ΥΠΟΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΗΣ ΖΗΤΟΥΣΗΣ ΤΗΝ ΒΑΘΕΙΑΝ ΘΕΩΡΙΑΝ
ΤΟΥ ΒΥΘΙΣΘΗΝΑΙ ΕΝ ΑΥΤΗ ΑΠΟ ΤΩΝ ΣΑΡΚΙΚΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Παν πράγμα υψηλότερον άλλον, εγκέκρυπται εξ εκείνου, ου εστίν ανώτερον. Και τούτο, ουχί παραπέτασμα τι άλ¬λου σώματος, κέκτηται εν τη φύσει, τουτέστιν εις το δύνασθαι αποκαλύψαι την κρυφιότητα αυτου. Πάσα ουσία νοητή τάς διαφοράς των ίδιων πραγμάτων ουκ έξωθεν αυτής κέκτη¬ται, άλλ' ένδοθεν των κινήσεων αυτής περιωρισμένας έχει* τουτέστιν εις το τηλαυγέστερον δύνασθαι αμέσως υπεισδύναι προς υποδοχήν του πρώτου φωτός, ή κατά ετέραν τάξιν, ήτις ου κέκτηται δηλονότι διαφοράν εν τόπω, αλλά κατά την της υποδοχής τε και υπεροχής καθαρότητα, η κατά το μέτρον των νοών προς δύναμιν της υποδοχής των άνω διανύξεων και δυ¬νάμεων.
Νοητή πάσα ουσία εξ εκείνων κέκρυπται των υποκάτω αυτής, ουχί δε τη φύσει απ' αλλήλων, αλλά ταίς των αρετών κινήσεσι. Και τουτο λέγω, εκ των περί των αγίων Δυνάμε¬ων και των ψυχικών Ταγμάτων και των δαιμόνων. Τα πρώτα από των μέσων και ταύτα από των τρίτων τη τε φύσει και τω τόπω και ταίς κινήσεσιν, έκαστον των ταγμάτων άφ' εαυτού και προς αυτό τη γνώσει απ' αλλήλων κεκρυμμένα είσιν, είτε ορώνται είτε μη από δε των κάτω, τη φύσει. Διότι η δράσις των ασωμάτων ουκ εστίν έξωθεν αυτών, ως των σωματικών, αλλά το οράν αυτούς αλλήλους έσωθεν των κινήσεων αυτών λέγεται είναι ταίς τε αρεταίς και τω μέτρω των κινήσεων. Του¬του ένεκεν εάν ισομοιρία τετιμημένοι ώσι, καν απώσιν απ' αλ¬λήλων, ορώσιν αλλήλους, ουχί φαντασία, αλλά αψευδεί οράσει και φύσει αληθινή, πλην της αιτίας των πάντων, ήτις υπέρκειται ταύτης της διαφοράς, αύτη μόνη η προσκυνητή.
Οι μέντοι δαίμονες, ει και λίαν εισίν εναγείς, ουκ είσιν απ' αλλήλων κεκρυμμένοι εν ταίς εαυτών τάξεσι, τάς δε δυο τάξεις, τάς ουσας υπεράνω αυτών, ουχ ορώσι. Διότι η πνευμα¬τική δράσις το φως εστί της κινήσεως, και αυτό τουτο εστίν αυτοίς έσοπτρον τε και όμμα. Όταν δε σκοτισθώσιν αι κινήσεις, ουχ ορώσι τάς υπερκειμένας τάξεις. Αλλήλους μεν γαρ, καθότι παχυτεροι εισί των πνευματικών ταγμάτων, κατά την ιδίαν τάξιν ορώσι. Και τα των μεν δαιμόνων ουτως έχει.
Αι ψυχαί δε, εν όσω μεμολυσμέναι και σκοτειναί είσιν, οράν ου δύνανται, ουτε αλλήλαις ούτε εαυτάς. Εάν γαρ καθαρθείσαι προς την αρχαίαν πλάσιν επανέλθωσι, τηλαυγώς ορώσι τας τρεις τάξεις ταυτας, φημί την τε υποκάτω αυτών, και την επάνω, και αύται αλλήλαις. Ουχ ότι αλλοιούνται σχήματι σωματικώ και τότε καθορώσιν, είτε αγγέλους είτε δαί¬μονας είτε αλλήλας, αλλ' αύτη τη φύσει εισορώσι και πνευματική τάξει.
Εάν δε είπης αδύνατον εστί τουτο, το οραθήναι δαίμονα ή άγγελον, εάν μη αλλοιωθώσι και σχηματισθώσι, λοιπόν ουχί η ψυχή ορά, αλλά το σώμα και ούτως εάν η, τις χρεία της καθάρσεως; ιδού γαρ και τοις μη καθαροίς εν καιρώ φαίνονται οι δαίμονες, ωσαύτως και οι άγγελοι, αλλ όμως τοις σωματικοίς οφθαλμοίς βλέπουσιν, όταν βλέπωσιν, ένθα ουκ εστί χρεία της καθάρσεως. Όμως ουχ ουτως εστίν η ψυχή η καθαρθείσα, αλλά πνευματικώς βλέπει εν τω οφθαλμώ της φυσεως, τουτέ¬στιν εν τω διορατικώ, ήτοι διανοητικώ.
Και ότι αι ψυχαί αλλήλας ορώσι και εν σώματι ούσαι, μη θαυμάσης. Εγώ γαρ απόδειξίν σοι εναργή αποδείκνυμι δια την του μαρτυρούντος αλήθειαν, λέγω δη του μακαρίου Αθανασίου του μεγάλου, ειπόντος εν τω περί του μεγάλου Αντωνίου συγγράμματι, ότι, φησί, ποτέ ιστάμενος ο μέγας Αντώνιος εν προσευχή, είδε ψυχήν τίνος υψουμένην μετά πολλής τι¬μής, και τον καταξιωθέντα τυχείν της τοιαύτης δόξης εμακάρισεν. Ην δε ουτος ο μακάριος Αμμούν από της Νιτρίας. Απείχε δε το όρος εκείνο, εν ω διέτριβεν ο άγιος Αντώνιος, από Νιτρίας διάστημα δεκατριών ημερών.
Δέδεικται λοιπόν εκ τούτου του υποδείγματος επί των τριών τάξεων των προειρημένων ότι κάν αφιστώνται απ’ αλλήλων, ορώσι αλλήλας αι πνευματικαί φύσεις, και ότι ου κωλύουσι τα διαστήματα και αι των σωμάτων αισθήσεις του καθοράν αλλήλας. Ομοίως και αι ψυχαί, όταν καθαρθώσιν, ου σωματικώς βλέπουσιν, αλλά πνευματικώς- διότι η σωματική θέα φανερά εστί και τα έμπροσθεν ορά, τα μέντοι μακράν όντα, άλλης δείται οράσεως.
Αι ανωτάτω τάξεις πολλαί εισί κατά την ύπαρξιν αναριθμήτως, και κατά διαφοράν και τάξιν ονομάζονται. Δια τι γαρ εκλήθησαν Αρχαί και Εξουσίαι και Δυνάμεις και Κυριότη¬τες; Ίσως ως τετιμημέναι. Και μην ολιγώτεραι εισί των υποτεταγμένων αυταίς, ως έφησεν ο άγιος Διονύσιος, ο Αθηνών επίσκοπος. Τη εξουσία και τη γνώσει μέγιστοι εισί και μερικώτατοι προς το μέγεθος των οικείων ταγμάτων. Επεί επεκτείνονται από τάξεως εις τάξιν, έως αν καταντήσωσι εις την ενότητα του μεγάλου και δυνατού παρά πάντας, του κεφαλής υπάρχοντος και θεμελίου πάσης της κτίσεως.
Κεφαλήν δε λέγω ουχί τον κτίστην, αλλά τον προηγούμενον των θαυμάτων των έργων του Θεού. Πολύ γαρ υπο¬δεέστεροι εισί της προνοίας της σοφίας του Θεού, του πλάστου αυτών τε και ημών. Και τοσούτον εισίν υποδεέστεροι όσον οι τούτοις υποκείμενοι τούτων υποδεέστεροι. Υποδεεστέρους δε λέγω τη τε υψηλότητι και ταπεινότητα ουκ εν τω τόπω, αλλά τη δυνάμει και τη γνώσει, κατά το μέτρον ο κέκτηνται, ακολου¬θούσης της μείζονος και της ελάττονος γνώσεως.
Πάσας γαρ ταύτας τας νοεράς ουσίας η θεία Γραφή εννέα προσηγορίαις πνευματικαίς ωνόμασε, και ταύτας μεν εις τρεις αφώρισε. Πρώτην μεν εις τους θρόνους τους μεγάλους και υψηλούς και αγιωτάτους και τα πολυόμματα Χερουβίμ και τα εξαπτέρυγα Σεραφίμ* δευτέραν δε τη τάξει εις τας Κυριότη¬τας και τας Δυνάμεις και τας Εξουσίας- και τρίτην εις τας Αρ¬χάς και Αρχαγγέλους και Αγγέλους. Διερμηνεύοντα δε ταύτα τα τάγματα εκ της εβραΐδος, τα μεν Σεραφίμ θερμαντικά και καυ¬στικά, τα δε Χερουβίμ τα πολλά τη γνώσει και τη σοφία, θρόνοι υποδοχή Θεού και ανάπαυσις.
Ωνομάσθησαν δε τούτοις τοις ονόμασι ταύτα τα τάγματα εκ των ενεργειών αυτών. Οι θρόνοι, οι τίμιοι λέγονται αι Κυριότητες, οι έχοντες εξουσίαν κατά πάσης βασιλείας- Αρχαί, οι τον αιθέρα διοικούντες Εξουσίαι, οι εξουσιάζοντες των εθνών και εκάστου ανθρώπου' Δυνάμεις, οι ισχυροί εν δυνάμει και φοβεροί εν τη θεωρία αυτών Σεραφίμ, οι αγιάζοντες Χε¬ρουβίμ, οι βαστάζοντες Αρχάγγελοι, οι γρηγόριοι φύλακες Άγγελοι, οι αποστελλόμενοι.
Εν τη πρώτη ημέρα εκτίσθησαν αι εννέα νοεροί φύσεις εν σιωπή, και μία εν φωνή, όπερ εστί το φως εν δε τη δευτέρα ημέρα το στερέωμα, και εν τη τρίτη ημέρα την συναγωγήν των υδάτων εποίησεν ο Θεός και την βλάστησιν των βοτάνων και τη τετάρτη, τον μερισμόν του φωτός και τη πέμπτη, τα πετεινά και ερπετά και τους ιχθύας και τη έκτη, τα ζώα και τον άνθρωπον.
Η θέσις του κόσμου όλου, το μήκος και το πλάτος. Η αρχή, η ανατολή,το τέλος, η δύσις τα δεξιά, ο βορράς, τα αρι¬στερά, ο νότος. Και ως κλίνην την γήν όλην έθηκε, και τον ανώτερον ουρανόν ως δέρριν και καμάραν και κύβον τον δε δεύτερον ουρανόν, ως τροχόν κεκολλημένον τω πρώτω και τα άκρα του ουρανού και της γης κεκολλημένα τον δε ωκεανόν, ως ζώνην περικυκλούντα τον ουρανόν και την γήν, και έσωθεν αυτού υψηλά όρη φθάνοντα έως του ουρανού' και τον ήλιον οπίσω των ορέων, διελθείν όλην την νύκτα' και την θάλασσαν την μεγάλην έσωθεν των ορέων τούτων, ήτις κρατεί ως το ήμισυ και τέταρτον της ξηράς γης.
Τω δε Θεώ ημών είη δόξα.
Ο υπομείνας,εις τέλος ούτος,σωθήσεται.
Απάντηση

Επιστροφή στο “Αγιορείται Πατέρες”