Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
*«Ἐὰν φυλάξωμε τὶς ἐντολὲς τῶν πατέρων μας, ἐγὼ σᾶς ἐγγυῶμαι ὅτι βάρβαροι δὲν θὰ ἔλθουν ἐδῶ. Ἐὰν ὅμως δὲν τὶς φυλάξωμε ὁ τόπος αὐτὸς ὁπωσδήποτε θὰ ἐρημωθεῖ».*
*ἀββᾶς Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοπας,
https://proskynitis.blogspot.com/2020/0 ... st_70.html
*ἀββᾶς Μωϋσῆς ὁ Αἰθίοπας,
https://proskynitis.blogspot.com/2020/0 ... st_70.html
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἀδελφὸς εἶπε στὸν ἀββᾶ Ποιμένα:
«Ἐὰν δώσω στὸν ἀδελφό μου λίγο ψωμὶ ἢ κάτι ἄλλο, οἱ δαίμονες μολύνουν τὴν πράξη αὐτὴ σὰν νὰ γίνεται ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια».
Ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας:
«Κι ἂν ἀκόμη γίνεται ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, ἐμεῖς θὰ δώσουμε στὸν ἀδελφὸ ὅ,τι χρειάζεται».
Καὶ τοῦ εἶπε τὴν ἑξῆς παραβολή:
«Δυὸ ἄνθρωποι ἦσαν γεωργοὶ καὶ κατοικοῦσαν στὴν ἴδια πόλη. Ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἔσπειρε καὶ εἶχε λίγη σοδειὰ καὶ ἀκάθαρτη. Ὁ ἄλλος ἀμέλησε καὶ δὲν ἔσπειρε, γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶχε καθόλου σοδειά. Ἂν ἔπεφτε πεῖνα, ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ εἶχε νὰ ζήσει;»
«Αὐτὸς ποὺ ἔβγαλε τὴ λίγη καὶ ἀκάθαρτη σοδειὰ» ἀποκρίθηκε ὁ ἀδελφός.
«Ἔτσι λοιπὸν κι ἐμεῖς -λέει ὁ Γέροντας- ἂς σπέρνουμε λίγα, ἔστω καὶ ἀκάθαρτα, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα».
Από το Γεροντικό
Π. Σπυρίδων Σκουτής.
«Ἐὰν δώσω στὸν ἀδελφό μου λίγο ψωμὶ ἢ κάτι ἄλλο, οἱ δαίμονες μολύνουν τὴν πράξη αὐτὴ σὰν νὰ γίνεται ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια».
Ἀπαντᾷ ὁ Γέροντας:
«Κι ἂν ἀκόμη γίνεται ἀπὸ ἀνθρωπαρέσκεια, ἐμεῖς θὰ δώσουμε στὸν ἀδελφὸ ὅ,τι χρειάζεται».
Καὶ τοῦ εἶπε τὴν ἑξῆς παραβολή:
«Δυὸ ἄνθρωποι ἦσαν γεωργοὶ καὶ κατοικοῦσαν στὴν ἴδια πόλη. Ὁ ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἔσπειρε καὶ εἶχε λίγη σοδειὰ καὶ ἀκάθαρτη. Ὁ ἄλλος ἀμέλησε καὶ δὲν ἔσπειρε, γι᾿ αὐτὸ δὲν εἶχε καθόλου σοδειά. Ἂν ἔπεφτε πεῖνα, ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυὸ θὰ εἶχε νὰ ζήσει;»
«Αὐτὸς ποὺ ἔβγαλε τὴ λίγη καὶ ἀκάθαρτη σοδειὰ» ἀποκρίθηκε ὁ ἀδελφός.
«Ἔτσι λοιπὸν κι ἐμεῖς -λέει ὁ Γέροντας- ἂς σπέρνουμε λίγα, ἔστω καὶ ἀκάθαρτα, γιὰ νὰ μὴν πεθάνουμε ἀπὸ τὴν πείνα».
Από το Γεροντικό
Π. Σπυρίδων Σκουτής.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
"Ο Θεός θέλει να ήμαστε στην καθημερινή μας ζωή τέτοιοι, ώστε να μας αγαπούν οι άλλοι και να μας νοιώθουν ευχάριστους.
Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν την χαρά τους, την λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον."
~ Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης (†2019)
Να μπορούν να επικοινωνούν μαζί μας, να πουν την χαρά τους, την λύπη τους, τα προβλήματά τους. Να νοιώθουν ότι είμαστε καρδιές που ζούμε κοντά η μία στην άλλη και μπορούμε να βοηθούμε ο ένας τον άλλον."
~ Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης (†2019)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ντουμάνισε το σπίτι σου με λιβάνι.
Αναψε χιλιάδες κεριά.
Διάβασε ατελείωτες προσευχές.
Ακουσε εκατοντάδες ύμνους.
Κάνε δεκάδες παρακλήσεις.
Λιώσε αναρίθμητα κομποσχοίνια...
Δεν Τον ξεγελάς με όλα αυτά.
Αν δεν θυσιάσεις το θέλημα σου, τα ονειρα, τις επιθυμίες, τις ανάγκες σου, τις σχέσεις σου, τον εαυτό σου για Τον Χριστό, όλα τα προηγούμενα πάνε στα άχρηστα..
Αναψε χιλιάδες κεριά.
Διάβασε ατελείωτες προσευχές.
Ακουσε εκατοντάδες ύμνους.
Κάνε δεκάδες παρακλήσεις.
Λιώσε αναρίθμητα κομποσχοίνια...
Δεν Τον ξεγελάς με όλα αυτά.
Αν δεν θυσιάσεις το θέλημα σου, τα ονειρα, τις επιθυμίες, τις ανάγκες σου, τις σχέσεις σου, τον εαυτό σου για Τον Χριστό, όλα τα προηγούμενα πάνε στα άχρηστα..
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Αλήθεια εάν ξέραμε το «γιατί» του πόνου θα υποφέραμε λιγότερο; Σαφέστατα κι όχι. Δεν πονάμε επειδή δεν ξέρουμε αλλά γιατί δεν αντέχουμε. Υπάρχουν άνθρωποι που έχασαν τα παιδιά τους ή κάποιο πολύ δικό τους άνθρωπο, κι είναι άνθρωποι πιστοί, της εκκλησίας κι όμως πονάνε. Και πονάνε όχι γιατί δεν πιστεύουν στο Θεό ή στην Ανάσταση του Χριστού, αλλά γιατί τους λείπει ο άνθρωπος τους. Ο ίδιος ο Χριστός έκλαψε για τον φίλο του Λάζαρο ενώ ήξερε ότι θα τον Αναστήσει. Άλλο η πίστη κι άλλο η απουσία. Η πίστη στον Θεό δεν καταργεί την ανθρωπινότητα μας. Εάν ξεχάσουμε να είμαστε άνθρωποι δεν θα φτάσουμε ποτέ στον Θεό. Η πίστη θα μας κρατήσει στις δύσκολες στιγμές ναι, αλλά μια πίστη που δεν ενοχοποιεί και δεν καταργεί την ανθρώπινη υπόσταση μας αλλά την μεταμορφώνει.
Ας σταματήσουμε να ενοχοποιούμε τους ανθρώπους, τα ανθρώπινα συναισθήματα, τις άδειες και ορφανές αγκαλιές. Οι άνθρωποι πονάνε και κλαίνε όχι επειδή δεν πιστεύουν αλλά γιατί τους λείπει ο άνθρωπος τους. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Γιατί τόση ενοχοποίηση στα ανθρώπινα συναισθήματα, στον ανθρώπινο πόνο, στο ανθρώπινο "γιατί" που αγιάστηκε από τον Χριστό επάνω στον Γολγοθά «Θεέ μου, Θεέ μου ΓΙΑΤΙ με εγκατέλειψες…».
Δεν πονάει η έλλειψη ερμηνείας αλλά η απουσία του αγαπημένου μας. Δεν είναι ότι δεν το καταλαβαίνει το μυαλό αλλά ότι δεν αντέχει η καρδιά. Αισθανόμαστε κενό, όχι στο μυαλό αλλά στην καρδιά, στην ψυχή, στο κορμί. Η αγκαλιά μας είναι άδεια όχι ο νους μας.
Δώστε όσες καλές, έξυπνες και ωφέλιμες ερμηνείες θέλετε γι αυτό που συνέβη σε μια μάνα που έχασε το παιδί της ή μια γυναίκα που έχασε τον σύντροφο της, γενικότερα σε έναν άνθρωπο που περνάει μια σκληρή δοκιμασία, δεν θα τον αναπαύσετε, διότι ενώ πονάει η καρδιά του εσείς μιλάτε στο μυαλό του. Ενώ είναι άδεια η αγκαλιά του εσείς προσπαθείτε να γεμίσετε το νου του.
Γι’ αυτό όταν πονάει ένας φίλος μας, υποφέρει ο σύντροφος μας, πενθεί ένας δικός μας άνθρωπος, αφήστε τις έξυπνες εκ του ασφαλούς ρητορείες, τι είπε ο τάδε γέροντας ή τι διαβάσατε σε ένα ωραίο βιβλίο, αφήστε τις φλυαρίες που φανερώνουν το δικό σας άγχος κι απιστία, και προσευχηθείτε, αγκαλιάστε, γίνεται παρουσία και όχι νοητική φλυαρία. Θα έρθει και η στιγμή που το πένθος θα διαδεχθεί η ελπίδα, το φως και η πίστη. Όμως μέχρι τότε αγκαλιές και προσευχές.
Η αιώνια ζωή δεν διδάσκεται με ρητορείες αλλά με αγκαλιές, αγάπη και φως. Άλλωστε αυτό θα είναι η Βασιλεία του Θεού, μια μεγάλη αγκαλιά, μια μεγάλη επιστροφή στον κόλπο που μας Γέννησε. Επιστροφή στο Φως, Φως γεμάτο ειρήνη και χαρά.
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
Ας σταματήσουμε να ενοχοποιούμε τους ανθρώπους, τα ανθρώπινα συναισθήματα, τις άδειες και ορφανές αγκαλιές. Οι άνθρωποι πονάνε και κλαίνε όχι επειδή δεν πιστεύουν αλλά γιατί τους λείπει ο άνθρωπος τους. Τι δεν καταλαβαίνουμε; Γιατί τόση ενοχοποίηση στα ανθρώπινα συναισθήματα, στον ανθρώπινο πόνο, στο ανθρώπινο "γιατί" που αγιάστηκε από τον Χριστό επάνω στον Γολγοθά «Θεέ μου, Θεέ μου ΓΙΑΤΙ με εγκατέλειψες…».
Δεν πονάει η έλλειψη ερμηνείας αλλά η απουσία του αγαπημένου μας. Δεν είναι ότι δεν το καταλαβαίνει το μυαλό αλλά ότι δεν αντέχει η καρδιά. Αισθανόμαστε κενό, όχι στο μυαλό αλλά στην καρδιά, στην ψυχή, στο κορμί. Η αγκαλιά μας είναι άδεια όχι ο νους μας.
Δώστε όσες καλές, έξυπνες και ωφέλιμες ερμηνείες θέλετε γι αυτό που συνέβη σε μια μάνα που έχασε το παιδί της ή μια γυναίκα που έχασε τον σύντροφο της, γενικότερα σε έναν άνθρωπο που περνάει μια σκληρή δοκιμασία, δεν θα τον αναπαύσετε, διότι ενώ πονάει η καρδιά του εσείς μιλάτε στο μυαλό του. Ενώ είναι άδεια η αγκαλιά του εσείς προσπαθείτε να γεμίσετε το νου του.
Γι’ αυτό όταν πονάει ένας φίλος μας, υποφέρει ο σύντροφος μας, πενθεί ένας δικός μας άνθρωπος, αφήστε τις έξυπνες εκ του ασφαλούς ρητορείες, τι είπε ο τάδε γέροντας ή τι διαβάσατε σε ένα ωραίο βιβλίο, αφήστε τις φλυαρίες που φανερώνουν το δικό σας άγχος κι απιστία, και προσευχηθείτε, αγκαλιάστε, γίνεται παρουσία και όχι νοητική φλυαρία. Θα έρθει και η στιγμή που το πένθος θα διαδεχθεί η ελπίδα, το φως και η πίστη. Όμως μέχρι τότε αγκαλιές και προσευχές.
Η αιώνια ζωή δεν διδάσκεται με ρητορείες αλλά με αγκαλιές, αγάπη και φως. Άλλωστε αυτό θα είναι η Βασιλεία του Θεού, μια μεγάλη αγκαλιά, μια μεγάλη επιστροφή στον κόλπο που μας Γέννησε. Επιστροφή στο Φως, Φως γεμάτο ειρήνη και χαρά.
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η ζωή είναι η ανάσα του Θεού στα στήθη σου, ανέπνευσε δίχως να αφήνεις τους άλλους να μετράνε τις ανάσες σου.
Εάν στην ζωή σου διαρκώς σκέφτεσαι, ασχολείσαι και χαλιέσαι με το τι θα πει ο κόσμος τότε πίστεψε με, θα είσαι πάντα δυστυχισμένος.
Εάν στην ζωή σου ασχολείσαι με το τι θα πει ο κόσμος πολύ απλά:
Δεν θα είσαι ο εαυτός σου αλλά εκείνος που θέλουν οι άλλοι.
Θα χαθεί η αλήθεια σου για τα ψέματα των άλλων.
Θα χαθεί ο αυθορμητισμός και η παιδικότητα σου.
Θα χαθεί η αυθεντικότητα των τρόπων και σκέψεων σου.
Θα χάνεις ουσιώδη ενέργεια στο φόβο της επίκρισης των άλλων και δεν θα ασχολείσαι με τα σημαντικά θέματα της ζωής σου.
Δεν θα κάνεις αληθινές σχέσεις, διότι θα επιλέγεις ανθρώπους μέσα από το φόβο της επίκρισης.
Προσπαθώντας να αρέσεις στους άλλους θα ξεχάσεις να αρέσεις σε εσένα.
Η ζωή είναι δώρο που πρέπει να ζήσουμε και όχι απλά να παρακολουθήσουμε.
Η ζωή με την μορφή αυτή που υπάρχουμε σήμερα, είναι σύντομη, οπότε μην την σπαταλάς.
Αποφάσισε τι θα κάνεις. Θα ζήσεις για σένα ή για τους άλλους;
Θα την ζήσεις την ζωή σου ή θα την δολοφονήσεις;
Κι όπως αναφέρει ο Ξενάκης "μη φοβάσαι ότι ζωή σου θα τελειώσει να φοβάσαι ότι δεν έχει ακόμη ξεκινήσει...".
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
Εάν στην ζωή σου διαρκώς σκέφτεσαι, ασχολείσαι και χαλιέσαι με το τι θα πει ο κόσμος τότε πίστεψε με, θα είσαι πάντα δυστυχισμένος.
Εάν στην ζωή σου ασχολείσαι με το τι θα πει ο κόσμος πολύ απλά:
Δεν θα είσαι ο εαυτός σου αλλά εκείνος που θέλουν οι άλλοι.
Θα χαθεί η αλήθεια σου για τα ψέματα των άλλων.
Θα χαθεί ο αυθορμητισμός και η παιδικότητα σου.
Θα χαθεί η αυθεντικότητα των τρόπων και σκέψεων σου.
Θα χάνεις ουσιώδη ενέργεια στο φόβο της επίκρισης των άλλων και δεν θα ασχολείσαι με τα σημαντικά θέματα της ζωής σου.
Δεν θα κάνεις αληθινές σχέσεις, διότι θα επιλέγεις ανθρώπους μέσα από το φόβο της επίκρισης.
Προσπαθώντας να αρέσεις στους άλλους θα ξεχάσεις να αρέσεις σε εσένα.
Η ζωή είναι δώρο που πρέπει να ζήσουμε και όχι απλά να παρακολουθήσουμε.
Η ζωή με την μορφή αυτή που υπάρχουμε σήμερα, είναι σύντομη, οπότε μην την σπαταλάς.
Αποφάσισε τι θα κάνεις. Θα ζήσεις για σένα ή για τους άλλους;
Θα την ζήσεις την ζωή σου ή θα την δολοφονήσεις;
Κι όπως αναφέρει ο Ξενάκης "μη φοβάσαι ότι ζωή σου θα τελειώσει να φοβάσαι ότι δεν έχει ακόμη ξεκινήσει...".
π. Χαρ. λίβυος Παπαδόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
"Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον με”
Η Θεοτόκος είναι το σπουδαιότερο και αγιώτερο πρόσωπο, που παρουσίασε η γη. Ποία άλλη ξεπέρασε στην αγιότητα όλους τους Αγίους, τους Προφήτες, τους Πατέρες, τους Ασκητές, τους Μάρτυρες, τους Αποστόλους; Πρώτη μετά τον Ένα είναι η Παναγία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος, αυτή είναι, κατά τον θεολόγο Άγιο Γρηγόριο, η «μετά Θεόν, Θεός». Γι’ αυτό και δεν ονομάζεται απλώς Αγία, αλλά Παναγία.
Η Αειπάρθενος είναι η γυνή, «εξ ης πηγάζει τα κρείττω». Διότι είναι η ευεργέτις όλου του ανθρωπίνου Γένους. Χάρις στην ιδική Της αρετή, επισκέφθηκε την γη ο Ύψιστος Θεός και σώθηκε ο κόσμος. Κανένας άλλος απόγονος της Εύας δεν ευεργέτησε τόσο την ανθρωπότητα όσο η στοργική Αυτή Μητέρα του Θεού. Υπέφερε Αυτή και ταλαιπωρήθηκε για την σωτηρία ολοκλήρου της ανθρωπότητος.
Αυτή είναι και ευεργέτις του κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού προσωπικά. Ποιός πιστός Ορθόδοξος δεν ωφελήθηκε από την Θεοτόκο; Ποιός Χριστιανός στα βάσανά του δεν έτρεξε σε Αυτήν και δεν βοηθήθηκε θαυματουργικά; Σ’ Αυτή δεν καταφεύγουμε περισσότερο και από την μητέρα μας; Στα βάσανα που μας κτυπούν, «Παναγιά μου»! δεν φωνάζουμε;
Ποιά άλλη απόγονος της Εύας κατόρθωσε να Την πλησιάσει στην απροσμέτρητη δόξα;
Αυτή είναι η «ευλογημένη εν γυναιξί», η «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Είναι η «αγιωτέρα πάντων των Αγγέλων» και η Βασίλισσα των Ουρανών!
«Θέλω να με φωνάζετε…»
Μία νεαρά σχετικώς κυρία είχε υποστή κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύση τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου… Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επεκαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με».
«Παναγία μου, σώσέ με, είμαι αμαρτωλή».
Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της. Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο, ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.
Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει.
– Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου; – Μαρία την έλεγαν.
Και η άρρωστη αλλά ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.
Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:
– Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και ’γώ ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζης, της είπε. Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί.
Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινή το σώμα της, και να γυρίζη πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.
Ας μη μείνουμε στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά ας ενθυμούμεθα αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; «Θέλω να με φωνάζετε». «Θέλω να με επικαλήσθε. Και ’γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε. »
«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε το παιδί μου», και ο,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξετε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.
orthodoxostypos
Η Θεοτόκος είναι το σπουδαιότερο και αγιώτερο πρόσωπο, που παρουσίασε η γη. Ποία άλλη ξεπέρασε στην αγιότητα όλους τους Αγίους, τους Προφήτες, τους Πατέρες, τους Ασκητές, τους Μάρτυρες, τους Αποστόλους; Πρώτη μετά τον Ένα είναι η Παναγία, η Αειπάρθενος Θεοτόκος, αυτή είναι, κατά τον θεολόγο Άγιο Γρηγόριο, η «μετά Θεόν, Θεός». Γι’ αυτό και δεν ονομάζεται απλώς Αγία, αλλά Παναγία.
Η Αειπάρθενος είναι η γυνή, «εξ ης πηγάζει τα κρείττω». Διότι είναι η ευεργέτις όλου του ανθρωπίνου Γένους. Χάρις στην ιδική Της αρετή, επισκέφθηκε την γη ο Ύψιστος Θεός και σώθηκε ο κόσμος. Κανένας άλλος απόγονος της Εύας δεν ευεργέτησε τόσο την ανθρωπότητα όσο η στοργική Αυτή Μητέρα του Θεού. Υπέφερε Αυτή και ταλαιπωρήθηκε για την σωτηρία ολοκλήρου της ανθρωπότητος.
Αυτή είναι και ευεργέτις του κάθε Ορθοδόξου Χριστιανού προσωπικά. Ποιός πιστός Ορθόδοξος δεν ωφελήθηκε από την Θεοτόκο; Ποιός Χριστιανός στα βάσανά του δεν έτρεξε σε Αυτήν και δεν βοηθήθηκε θαυματουργικά; Σ’ Αυτή δεν καταφεύγουμε περισσότερο και από την μητέρα μας; Στα βάσανα που μας κτυπούν, «Παναγιά μου»! δεν φωνάζουμε;
Ποιά άλλη απόγονος της Εύας κατόρθωσε να Την πλησιάσει στην απροσμέτρητη δόξα;
Αυτή είναι η «ευλογημένη εν γυναιξί», η «τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ». Είναι η «αγιωτέρα πάντων των Αγγέλων» και η Βασίλισσα των Ουρανών!
«Θέλω να με φωνάζετε…»
Μία νεαρά σχετικώς κυρία είχε υποστή κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο με αποτέλεσμα να παραλύση τελείως από τη μέση και κάτω, έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω, και ελαφρά από τη δεξιά της πλευρά. Το μυαλό της, όμως, και η ομιλία της δεν πειράχτηκαν καθόλου… Από τη γερόντισσα Μακρίνα, αυτή η συγκεκριμένη κυρία είχε μάθει, πριν από τέσσερα – πέντε χρόνια, την ευχή και επεκαλείτο συνεχώς, όχι μόνο το όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, αλλά και της Υπεραγίας Θεοτόκου. Έτσι, κατάκοιτη και ακίνητη, όπως ήταν, με το ελεύθερο αριστερό της χέρι, έκαμε συνέχεια κομποσχοίνι στο όνομα της Παναγίας, λέγοντας και φωνάζοντας με πόνο και θέρμη «Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθει μοι».
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσόν με».
«Παναγία μου, σώσέ με, είμαι αμαρτωλή».
Ύστερα από αρκετές ημέρες συνεχών επικλήσεων, ω του θαύματος θα ανακράζαμε όλοι μαζί, παρουσιάστηκε ένα βράδυ την ώρα που ήτο ξυπνητή, και απευθυνόταν προς την Παναγία με το κομποσχοινάκι της, παρουσιάστηκε Εκείνη ολόλαμπρη μπροστά της. Φωτεινή σαν τον ήλιο. Και είχε τέτοια ομορφιά που θαμπώθηκε, όχι μόνον από την θεϊκή ακτινοβολία της, αλλά και από την απερίγραπτη ωραιότητά της. Το ανάστημά της ήτο μεγαλοπρεπέστατο, ουράνιο και ακατάληπτο, ενώ πίσω της εφαίνοντο πολύ καθαρά ένα πλήθος από τάγματα αγγέλων και αρχαγγέλων. Ταυτόχρονα είχε την ορατή αίσθηση ότι με τη θεία της παρουσία η Παναγία σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο.
Και μέσα στο ιερό δέος της, τον θαυμασμό και την κατάπληξή της, άκουσε την ουράνια φωνή Της να την ρωτάει.
– Τι θέλεις να σου κάνω, Μαρία, παιδί μου; – Μαρία την έλεγαν.
Και η άρρωστη αλλά ευλαβής εκείνη χριστιανή, χωρίς δισταγμό, Της απάντησε:
Θέλω να γυρίζω από το ένα πλευρό στο άλλο, γιατί είμαι παράλυτη απ’ τη μέση και κάτω, και δεν μπορώ. Κουράστηκε η πλάτη μου απ’ την ακινησία. Ιδιαιτέρως, όμως, θέλω να σωθώ. Τη σωτηρία μου ποθώ, γι’ αυτό και Σε φωνάζω.
Και η Υπεραγία Θεοτόκος, η γλυκυτάτη Παναγία μας, που συμπονάει με τους πόνους μας και τα βάσανά μας, της απάντησε:
– Αυτά θα σου τα δώσω. Και, γι’ αυτό ήλθα, επειδή με φωνάζεις κάθε μέρα, απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ. Γιατί θέλω να με φωνάζετε! Να με φωνάζετε συνεχώς. Και ’γώ ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζης, της είπε. Θέλω να με φωνάζετε όλοι σας, όλοι οι χριστιανοί.
Πλημμύρισε, όχι μόνον το δωμάτιο από την υπέρλαμπρη φωτοχυσία της, και το ουράνιο άρωμά της, αλλά και ολόκληρο το σπίτι της. Όλα τα μέλη της οικογένειάς της, κατά την μαρτυρία της αείμνηστης γερόντισσας, έζησαν αυτό το ολοζώντανο θαύμα. Η δε ουράνια αυτή ευωδία παρέμεινε διάχυτη για μέρες μέσα στο σπίτι, και ιδιαίτερα στο δωμάτιο της άρρωστης. Το πρόσωπο της Μαρίας έλαμπε από την πολλή χάρη που έλαβε. Και όχι μόνον άρχιζε να κινή το σώμα της, και να γυρίζη πλευρό με ευκολία, αλλά σε λίγες μέρες έγινε τελείως καλά και σηκώθηκε υγιεστάτη.
Ας μη μείνουμε στο καταπληκτικό αυτό θαύμα της θείας παρουσίας της Υπεραγίας Θεοτόκου, ούτε στο θαύμα της θεραπείας της άρρωστης. Αλλά ας ενθυμούμεθα αυτά που είπε η Παναγία μας, η Μητέρα όλων μας. Τι είπε; «Θέλω να με φωνάζετε». «Θέλω να με επικαλήσθε. Και ’γω ακούω και έρχομαι. Θέλω να με φωνάζετε. »
«Υπεραγία Θεοτόκε, βοήθησέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσέ με»,
«Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε το παιδί μου», και ο,τι άλλο νομίζετε ότι μπορείτε να φωνάξετε απ’ το βάθος της καρδιάς σας, αυτό που μας πονάει συνήθως περισσότερο.
orthodoxostypos
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
"Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;"...
Να ζείς σε αυτόν τον άχαρο βίο, ταπεινός, άσημος, διωγμένος, με θυσίες, στερήσεις, συκοφαντίες, με ευαγγελικό ζήλο, αγάπη για τον πλησίον, ανεξικακία, απλότητα, πτωχεία αποστολική, θείες αποκαλύψεις, αλλοιωμένος από έρωτα θεϊκό,με προσευχή αδιάλειπτη, με εξ ύψους διαβεβαιώσεις για την πνευματική σου πορεία, και την ύστατη επιθανάτια ώρα να μην σε έχει εγκαταλείψει ακόμα ο φόβος του θανάτου και της κρίσης, και να θεωρείς τον εαυτό σου, ως τον έσχατο και πλέον περιφρονημένο αμαρτωλό!
Πνευματικά μέτρα δυσθεώρητα...
Όταν έφτασε η ώρα να παραδώσει το πνεύμα του ο άγιος της υπομονής, κατήλθε να τον παραλάβει ο ίδιος ο Κύριος.
Τα τελευταία λόγια του αγίου Νεκταρίου ήταν τα εξής:
"Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;"...
Προφανώς, έβλεπε εκείνη την στιγμή ανεωγμένους τους ουρανούς και δόξα ανεκλάλητη και λάμβανε εκείνη την στιγμή πρόσκληση από τον Κύριο στην αιώνια βασιλεία Του και μέχρι εκείνη την έσχατη επιθανάτια στιγμή, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο όχι μόνον να τον προσκαλεί ο Ίδιος ο Κύριος, αλλά και να του απευθύνει καν τον λόγο.
Ταπείνωση, θύρα του παραδείσου.
proskynitis
Να ζείς σε αυτόν τον άχαρο βίο, ταπεινός, άσημος, διωγμένος, με θυσίες, στερήσεις, συκοφαντίες, με ευαγγελικό ζήλο, αγάπη για τον πλησίον, ανεξικακία, απλότητα, πτωχεία αποστολική, θείες αποκαλύψεις, αλλοιωμένος από έρωτα θεϊκό,με προσευχή αδιάλειπτη, με εξ ύψους διαβεβαιώσεις για την πνευματική σου πορεία, και την ύστατη επιθανάτια ώρα να μην σε έχει εγκαταλείψει ακόμα ο φόβος του θανάτου και της κρίσης, και να θεωρείς τον εαυτό σου, ως τον έσχατο και πλέον περιφρονημένο αμαρτωλό!
Πνευματικά μέτρα δυσθεώρητα...
Όταν έφτασε η ώρα να παραδώσει το πνεύμα του ο άγιος της υπομονής, κατήλθε να τον παραλάβει ο ίδιος ο Κύριος.
Τα τελευταία λόγια του αγίου Νεκταρίου ήταν τα εξής:
"Εις εμέ το λέγεις Κύριε; Εις εμέ;"...
Προφανώς, έβλεπε εκείνη την στιγμή ανεωγμένους τους ουρανούς και δόξα ανεκλάλητη και λάμβανε εκείνη την στιγμή πρόσκληση από τον Κύριο στην αιώνια βασιλεία Του και μέχρι εκείνη την έσχατη επιθανάτια στιγμή, δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο όχι μόνον να τον προσκαλεί ο Ίδιος ο Κύριος, αλλά και να του απευθύνει καν τον λόγο.
Ταπείνωση, θύρα του παραδείσου.
proskynitis
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Σπάζοντας τα δεσμά του θανάτου
+ Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος +
(στη μνήμη του πατέρα μου)
Κάθε Κυριακή, δια μέσου των αιώνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύττει την Ανάσταση του Χριστού.[1] Κάθε Κυριακή ξαναζούμε για άλλη μια φορά τη χαρά ότι «Χριστὸς Ἀνέστη». Και αυτή η χαρά μας είναι τόσο βαθειά και διάχυτη, ώστε μαρτυρείται αφ’ εαυτής:
ευφραινόμαστε όχι μόνο επειδή ο Χριστός αναστήθηκε, αλλά και επειδή η Ανάστασή Του είναι για μας η αρχή μιας νέας, πρωτοφανέρωτης ζωής. Στον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που διαβάζεται στους ναούς μας τη νύχτα της Αναστάσεως, λέει ότι «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι…», και εμείς συνεχίζουμε να μεταδίδουμε το μήνυμα αυτό από γενιά σε γενιά. Είναι όμως το μήνυμα αυτό αληθινό; Δεν βλέπουμε ότι ο θάνατος θερίζει γύρω μας; Δεν υπάρχουν μνήματα και δίπλα στις χριστιανικές εκκλησίες; Πώς μπορούμε να λέμε «νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι;», ότι ο Χριστός «ἐπάτησε τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον»;
Μπορούμε να το λέμε, επειδή ο θάνατος έχει δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες, και οι τάφοι είναι όντως αδειανοί. Μέχρι την Ενσάρκωση του Χριστού, κάθε άνθρωπος, δίκαιος ή όχι, εστερείτο της χαράς να συναντήσει τον Θεό. Σύμφωνα με τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης περί της πρώτης Πτώσεως των προπατόρων μας, του Αδάμ και της Εύας, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος στερήθηκε το φως, τη χαρά και τη δόξα του Θεού. Από τότε, όποιος πέθαινε έμπαινε σε μία άβυσσο φρίκης, χωρισμού από τον Θεό και, κατά συνέπεια, χωρισμού και από τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα. Ο θάνατος αυτός είχε δύο όψεις –δεν ήταν απλώς ο επίγειος θάνατος, κατά τον οποίο η ψυχή χωριζόμενη από το σώμα ανεβαίνει στον Θεό και προσκυνά τον θρόνο Του, ενώ Εκείνος σκουπίζει τα δάκρυα των επίγειων θλίψεών της. Υπήρχε και ένας άλλος θάνατος, ένας δεύτερος χωρισμός. Όσο κάποιος ζούσε σ’ αυτή τη γη, μπορούσε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έστω και με την ακρούλα της ψυχής του, να αγγίξει τα κράσπεδα του ιματίου του Κυρίου. Μετά τον θάνατο όμως, ο κάθε χωρισμός γινόταν οριστικός, τελικός, φοβερός. Επί γενεές γενεών οι άνθρωποι περίμεναν τον Σωτήρα, ως εκείνον που θα μπορούσε να ενώσει γη και ουρανό, τον Θεό και την Κτίση. Πάντως, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος, ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, ο χωρισμός παρέμενε σκοτεινός και φρικτός.
Και τότε ήρθε ο Κύριος και πάνω στον σταυρό πέθανε με τον ίδιο θάνατο που πέθαινε κάθε άνθρωπος, αφού πρώτα μετέσχε της φρικτής μοναξιάς και του μαρτυρίου που προηγείτο του θανάτου. Θυμηθείτε τον Κήπο της Γεθσημανή: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 39). Στη φρίκη αυτού του χωρισμού μετείχε, όταν φώναζε στον Πατέρα Του από το ύψος του Σταυρού: «Θεέ μου, Θεέ μου ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27, 46). Και κατέβηκε στον Άδη… στον Άδη!!!
Ο Άδης άνοιξε διάπλατα τις πύλες του με τη χαρά και την ελπίδα ότι τώρα, ο εχθρός που ήταν ανίκητος στη γη είχε κατατροπωθεί και είχε αιχμαλωτιστεί. Ο Άδης ορθάνοιχτος «ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν», όπως ακούμε στον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Άνοιξε τις πύλες του ο Άδης για να δεσμεύσει τον ενσαρκωμένο Υιό του Θεού – και ενώπιόν του στάθηκε, και μπήκε μέσα του ο Ζωντανός Θεός που πληροί τα πάντα· μπήκε στον Άδη και τον κατέστρεψε διά παντός. Έκτοτε ο Άδης δεν θα είναι πια η φρικτή κόλαση του χωρισμού, όπως παλιά, διότι τώρα μέσα του ήταν ο ζωντανός Θεός.
Ο προφήτης Δαβίδ μυστηριωδώς προείπε: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην πάρει» (Ψάλμ. 138, 7-8). Αυτό σ’ εμάς φαίνεται απλό, διότι για μας αυτή η αιώνια, ανέλπιδη κόλαση της απουσίας του Θεού δεν υφίσταται πια. Για τον άνθρωπο όμως της Παλαιάς Διαθήκης αυτή η φράση ήταν αινιγματική: πώς μπορεί ο Θεός να είναι εκεί που δεν είναι; Πώς μπορεί να βρίσκεται εκεί ακριβώς που είναι ο τόπος του χωρισμού από Αυτόν; Ο Δαβίδ όμως προείδε -και προφητικά προείπε- την έλευση του Κυρίου και τον τερματισμό αυτού του οριστικού χωρισμού. Σήμερα ο θάνατος έχει γίνει για μας κάτι άλλο: είναι κοίμηση. Κοιμόμαστε εδώ στη γη σωματικά ως προς τις μέριμνες αυτού του κόσμου και στο σώμα μας επέρχεται η γαλήνη. Κείται τώρα αυτό ως μια εικόνα του Χριστού που έκειτο στον τάφο εκείνο το μυστηριώδες, ευλογημένο Σάββατο, όταν ο Κύριος «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων Αὐτοῦ», από το έργο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους, από τον κόπο του πόνου Του, από τον Σταυρό Του, τη Σταύρωση. Όποιος πεθαίνει τώρα, κοιμάται εν Χριστώ, κοιμάται μέχρι την ημέρα που το σώμα του θα αναστηθεί με την τελική σάλπιγγα, την ημέρα της αναστάσεως των νεκρών. «Μακάριοι οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη.
Να γιατί για τον Χριστιανό ο θάνατος δεν είναι κάτι τρομερό. Να γιατί κάποιος που αγαπούσα πολύ μπόρεσε να μου πει: «Να περιμένεις τον θάνατό σου όπως ο νεαρός γαμπρός περιμένει τη νύφη». Με το ίδιο δέος, με την ίδια ψυχική αγαλλίαση μπορούμε να πούμε στον θάνατο: «Έλα, άνοιξε για μένα τις πύλες της αιώνιας ζωής, έτσι ώστε η επαναστατημένη σάρκα μου να μπορέσει να βρει την ειρήνη και η ψυχή μου να ανεβεί στην αιώνια κατοικία του Θεού». Γι’ αυτό έγκυρα και δικαιολογημένα μπορούμε να διακηρύξουμε «οὐδεὶς νεκρὸς ἐν τῷ μνήματι». Διότι ο θάνατος έπαψε να είναι φυλακή, τόπος οριστικής και φοβερής αιχμαλωσίας. Έγινε ο τόπος όπου το σώμα ακουμπά περιμένοντας την ανάσταση, ενώ η ψυχή προάγεται, στον βαθμό που μπορεί, στην αιώνια ζωή.
Ωστόσο ο θάνατος, ο χωρισμός του θανάτου, είναι παρ’ όλα αυτά παρών στη γη, ως ένα βαθμό. Έχει νικηθεί ακόμη και μέσα στο βασίλειό του, αλλά ο άνθρωπος, με το να αποκόπτει τους άλλους από το μυστήριο της αγάπης, προεκτείνει τον χωρισμό του θανάτου εδώ στη γη. Ρίξτε μια ματιά στην ανθρώπινη κοινωνία μας. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά· αρκεί να δούμε τι γίνεται στην οικογένειά μας, στους πιο κοντινούς μας, στους φίλους, στην ενορία, στην Εκκλησία. Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε ότι είμαστε τόσο ενωμένοι με τους δεσμούς της αγάπης, ώστε ο θάνατος, ο χωρισμός αυτός από τον Θεό, ο χωρισμός του ενός από τον άλλον, δεν υφίσταται εδώ στη γη; Δυστυχώς ο Θεός έχει νικήσει τον θάνατο παντού, αλλά στην καρδιά του ανθρώπου ο θάνατος πρέπει να νικηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο θάνατος είναι αχώριστος από την αγάπη, και γι’ αυτό ακριβώς φοβόμαστε τόσο πολύ να αγαπήσουμε. Το να αγαπάμε λίγο, το να αγαπάμε ανεύθυνα, το να αγαπάμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αρχίζουμε μία σχέση και να την αφήνουμε να τελειώνει μόλις δούμε ότι αρχίζει να γίνεται οδυνηρή, δύσκολη ή επικίνδυνη – αυτό όλοι μπορούμε να το κάνουμε. Αλλά να αγαπάμε όπως αγαπούσε ο Κύριος, αυτό δεν φαίνεται να μπορούμε να το κάνουμε. Ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «Να δέχεστε ο ένας τον άλλον, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως σας αγάπησε ο Κύριος…». Αλλά συνειδητοποιούμε πώς μας αγάπησε ο Κύριος; Μας αγάπησε τόσο πολύ, ώστε δεν θέλησε να μείνει ένας ξένος για μας και έγινε ένας από μας, ένας ανάμεσα στους πολλούς -και όχι προσωρινά, αλλά για όλη την αιωνιότητα, για πάντα- με όλο τον πόνο και όλη τη φρίκη που είχε ως συνέπεια αυτή η ένωση.
Όταν ο Λόγος έγινε Σαρξ, η θεϊκή δόξα σβήστηκε. Κανείς δεν τον εγνώριζε. Η νίκη του φάνηκε σαν ήττα. Έγινε εκείνος τον οποίον οι Γραφές περιγράφουν «ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν» (Ησ. 53, 3). Έγινε για πάντα ένας από μας. Μπορούμε εμείς, κατά τον ίδιο τρόπο, να γίνουμε ένα με τον κάθε άλλον; Μπορούμε τόσο να αγαπούμε ο ένας τον άλλον ώστε να μπορούμε να πούμε «Για πάντα! Στη θλίψη και στη χαρά, στη δυστυχία και την ευτυχία, ό,τι κι αν συμβεί θα είμαι δίπλα σου για πάντα;». Αν ήταν έτσι, πόσο θαυμάσιος θα ήταν ο κόσμος μας, πόσο υπέροχη θα ήταν η Εκκλησία μας, τι ενορίες θα είχαμε, τι οικογένειες, τι φίλους! Αλλά οι σχέσεις μας θυμίζουν δύο πλοία που συναντώνται στη θάλασσα· διασταυρώνονται και το καθένα ακολουθεί την πορεία του. Δεν έχουμε αρκετό βάθος, ούτε αρκετή πιστότητα, ούτε αρκετή προθυμία για να κάνουμε αυτό που έκανε ο Χριστός· να κατεβούμε στον Άδη, να κατεβούμε στην κόλαση των παθημάτων κάποιου που αγαπάμε, στην κόλαση των πειρασμών του και του πόνου του, στην κόλαση της τραγωδίας του. Αντίθετα, στεκόμαστε στην ακτή και του φωνάζουμε: «Προσπάθησε να σωθείς, κολύμπα προς εμένα, θα σού απλώσω το χέρι!». Εμείς όμως οι ίδιοι δεν μπαίνουμε στη δική του κόλαση· γι’ αυτό είναι τρομερό να μιλάμε για αγάπη, όταν είναι τόσο δύσκολο ν’ αγαπήσουμε με την ίδια αγάπη που μας αγάπησε ο Θεός. Η αγάπη και ο θάνατος είναι αλληλένδετες έννοιες, επειδή αγαπώ σημαίνει ξεχνώ τον εαυτό μου μέχρι εκεί που να μην υπάρχει για μένα – κάποιος άλλος γίνεται τόσο ακριβός ώστε δεν αφήνω τον εαυτό μου να παρεμβληθεί. Χρειάζεται να λέμε στον εαυτό μας αυτό που είπε ο Χριστός στον Πέτρο όταν προσπάθησε να τον ανακόψει από την πορεία Του προς τον Γολγοθά: «Ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανά, ὅτι οὐ φρονείς τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». Μπορούμε να λησμονούμε τον εαυτό μας σε τέτοιο βαθμό, μπορούμε να αγαπάμε έτσι, να πεθαίνουμε έτσι;
Εφ’ όσον δεν μπορούμε να φθάσουμε εκεί, εγγίζουμε μόνον το κράσπεδο των ιματίων του Κυρίου, μόνο τις παρυφές του φωτός, της εκτυφλωτικής αίγλης και λαμπρότητας της Αναστάσεως του Χριστού. Την Ανάσταση μπορεί να τη ζήσει μόνον όποιος περάσει μέσα από τον θάνατο και φτάσει στην αντίπερα όχθη του θανάτου – όχι του θανάτου αυτού του κόσμου, του υλικού, του σωματικού θανάτου, αλλά του θανάτου που ονομάζεται αγάπη και που κάνει τον άνθρωπο ικανό «ἵνα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιωάν. 15, 13). Ο Μωυσής ονομάζεται «φίλος του Θεού» στις Γραφές, και τι λέει; «Κύριε, αν δεν συγχωρήσεις στον λαό μου τις αμαρτίες του, τότε ξέγραψε το όνομά μου από το βιβλίο της ζωής. Δεν θέλω να ζω εγώ, αν αυτοί πεθάνουν». Ο απόστολος Παύλος λέει ότι θα προτιμούσε ακόμη και να χωριστεί από τον Χριστό παρά να δει την καταστροφή του λαού του Ισραήλ. Αυτά τα λόγια βέβαια είναι παράλογα, με την έννοια ότι όταν κάποιος έχει τόσο αγάπη, είναι ήδη στην αντίπερα όχθη του θανάτου. Αλλά το νόημά τους είναι ότι «Ναι, θα προτιμούσα να χαθώ παρά να χρειαστεί να χωριστώ από οποιονδήποτε». Αυτό είναι το πρότυπο που μας δόθηκε από τον Σταυρό και την Ανάσταση (αυτά τα δύο είναι αχώριστα).
Έτσι λοιπόν, καθώς από Κυριακή σε Κυριακή ακούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, να θυμόμαστε τι έχουμε κληθεί να γίνουμε, σ’ αυτή τη γη: άνθρωποι αναστημένοι εκ νεκρών εν αγάπη. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον σε τέτοιο βαθμό ώστε να περνάμε τις πύλες του θανάτου, να κατεβαίνουμε διά του σταυρού στον άδη, να μετέχουμε εν αγάπη στα παθήματα των άλλων, να ξεχνάμε τον εαυτό μας- και τότε ξαφνικά να ανακαλύπτουμε ότι «Ναι, ζούμε, ζούμε διά της ζωής του Χριστού».
[1] Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lubov Vsepobedaiushchaia (Νικηφόρα Αγάπη) την άνοιξη του 1994.
Anthony Bloom, Στο φως της κρίσης του Θεού: Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση, 1η έκδοση, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, 2009
+ Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος +
(στη μνήμη του πατέρα μου)
Κάθε Κυριακή, δια μέσου των αιώνων, η Ορθόδοξη Εκκλησία διακηρύττει την Ανάσταση του Χριστού.[1] Κάθε Κυριακή ξαναζούμε για άλλη μια φορά τη χαρά ότι «Χριστὸς Ἀνέστη». Και αυτή η χαρά μας είναι τόσο βαθειά και διάχυτη, ώστε μαρτυρείται αφ’ εαυτής:
ευφραινόμαστε όχι μόνο επειδή ο Χριστός αναστήθηκε, αλλά και επειδή η Ανάστασή Του είναι για μας η αρχή μιας νέας, πρωτοφανέρωτης ζωής. Στον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, που διαβάζεται στους ναούς μας τη νύχτα της Αναστάσεως, λέει ότι «Ἀνέστη Χριστὸς καὶ νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι…», και εμείς συνεχίζουμε να μεταδίδουμε το μήνυμα αυτό από γενιά σε γενιά. Είναι όμως το μήνυμα αυτό αληθινό; Δεν βλέπουμε ότι ο θάνατος θερίζει γύρω μας; Δεν υπάρχουν μνήματα και δίπλα στις χριστιανικές εκκλησίες; Πώς μπορούμε να λέμε «νεκρὸς οὐδεὶς ἐν τῷ μνήματι;», ότι ο Χριστός «ἐπάτησε τῷ θανάτῳ τὸν θάνατον»;
Μπορούμε να το λέμε, επειδή ο θάνατος έχει δύο εντελώς διαφορετικές έννοιες, και οι τάφοι είναι όντως αδειανοί. Μέχρι την Ενσάρκωση του Χριστού, κάθε άνθρωπος, δίκαιος ή όχι, εστερείτο της χαράς να συναντήσει τον Θεό. Σύμφωνα με τη διήγηση της Παλαιάς Διαθήκης περί της πρώτης Πτώσεως των προπατόρων μας, του Αδάμ και της Εύας, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος στερήθηκε το φως, τη χαρά και τη δόξα του Θεού. Από τότε, όποιος πέθαινε έμπαινε σε μία άβυσσο φρίκης, χωρισμού από τον Θεό και, κατά συνέπεια, χωρισμού και από τα πιο αγαπημένα του πρόσωπα. Ο θάνατος αυτός είχε δύο όψεις –δεν ήταν απλώς ο επίγειος θάνατος, κατά τον οποίο η ψυχή χωριζόμενη από το σώμα ανεβαίνει στον Θεό και προσκυνά τον θρόνο Του, ενώ Εκείνος σκουπίζει τα δάκρυα των επίγειων θλίψεών της. Υπήρχε και ένας άλλος θάνατος, ένας δεύτερος χωρισμός. Όσο κάποιος ζούσε σ’ αυτή τη γη, μπορούσε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έστω και με την ακρούλα της ψυχής του, να αγγίξει τα κράσπεδα του ιματίου του Κυρίου. Μετά τον θάνατο όμως, ο κάθε χωρισμός γινόταν οριστικός, τελικός, φοβερός. Επί γενεές γενεών οι άνθρωποι περίμεναν τον Σωτήρα, ως εκείνον που θα μπορούσε να ενώσει γη και ουρανό, τον Θεό και την Κτίση. Πάντως, μέχρις ότου έρθει ο Κύριος, ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός, ο χωρισμός παρέμενε σκοτεινός και φρικτός.
Και τότε ήρθε ο Κύριος και πάνω στον σταυρό πέθανε με τον ίδιο θάνατο που πέθαινε κάθε άνθρωπος, αφού πρώτα μετέσχε της φρικτής μοναξιάς και του μαρτυρίου που προηγείτο του θανάτου. Θυμηθείτε τον Κήπο της Γεθσημανή: «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τό ποτήριον τοῦτο» (Ματθ. 26, 39). Στη φρίκη αυτού του χωρισμού μετείχε, όταν φώναζε στον Πατέρα Του από το ύψος του Σταυρού: «Θεέ μου, Θεέ μου ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» (Ματθ. 27, 46). Και κατέβηκε στον Άδη… στον Άδη!!!
Ο Άδης άνοιξε διάπλατα τις πύλες του με τη χαρά και την ελπίδα ότι τώρα, ο εχθρός που ήταν ανίκητος στη γη είχε κατατροπωθεί και είχε αιχμαλωτιστεί. Ο Άδης ορθάνοιχτος «ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν», όπως ακούμε στον Κατηχητικό Λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Άνοιξε τις πύλες του ο Άδης για να δεσμεύσει τον ενσαρκωμένο Υιό του Θεού – και ενώπιόν του στάθηκε, και μπήκε μέσα του ο Ζωντανός Θεός που πληροί τα πάντα· μπήκε στον Άδη και τον κατέστρεψε διά παντός. Έκτοτε ο Άδης δεν θα είναι πια η φρικτή κόλαση του χωρισμού, όπως παλιά, διότι τώρα μέσα του ήταν ο ζωντανός Θεός.
Ο προφήτης Δαβίδ μυστηριωδώς προείπε: «Ποῦ πορευθῶ ἀπὸ τοῦ πνεύματός σου; Ἐὰν ἀναβῶ εἰς τὸν οὐρανόν, σὺ ἐκεῖ εἶ, ἐὰν καταβῶ εἰς τὸν ᾅδην πάρει» (Ψάλμ. 138, 7-8). Αυτό σ’ εμάς φαίνεται απλό, διότι για μας αυτή η αιώνια, ανέλπιδη κόλαση της απουσίας του Θεού δεν υφίσταται πια. Για τον άνθρωπο όμως της Παλαιάς Διαθήκης αυτή η φράση ήταν αινιγματική: πώς μπορεί ο Θεός να είναι εκεί που δεν είναι; Πώς μπορεί να βρίσκεται εκεί ακριβώς που είναι ο τόπος του χωρισμού από Αυτόν; Ο Δαβίδ όμως προείδε -και προφητικά προείπε- την έλευση του Κυρίου και τον τερματισμό αυτού του οριστικού χωρισμού. Σήμερα ο θάνατος έχει γίνει για μας κάτι άλλο: είναι κοίμηση. Κοιμόμαστε εδώ στη γη σωματικά ως προς τις μέριμνες αυτού του κόσμου και στο σώμα μας επέρχεται η γαλήνη. Κείται τώρα αυτό ως μια εικόνα του Χριστού που έκειτο στον τάφο εκείνο το μυστηριώδες, ευλογημένο Σάββατο, όταν ο Κύριος «κατέπαυσεν ἀπὸ πάντων τῶν ἔργων Αὐτοῦ», από το έργο της σωτηρίας του ανθρώπινου γένους, από τον κόπο του πόνου Του, από τον Σταυρό Του, τη Σταύρωση. Όποιος πεθαίνει τώρα, κοιμάται εν Χριστώ, κοιμάται μέχρι την ημέρα που το σώμα του θα αναστηθεί με την τελική σάλπιγγα, την ημέρα της αναστάσεως των νεκρών. «Μακάριοι οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες», όπως λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος στην Αποκάλυψη.
Να γιατί για τον Χριστιανό ο θάνατος δεν είναι κάτι τρομερό. Να γιατί κάποιος που αγαπούσα πολύ μπόρεσε να μου πει: «Να περιμένεις τον θάνατό σου όπως ο νεαρός γαμπρός περιμένει τη νύφη». Με το ίδιο δέος, με την ίδια ψυχική αγαλλίαση μπορούμε να πούμε στον θάνατο: «Έλα, άνοιξε για μένα τις πύλες της αιώνιας ζωής, έτσι ώστε η επαναστατημένη σάρκα μου να μπορέσει να βρει την ειρήνη και η ψυχή μου να ανεβεί στην αιώνια κατοικία του Θεού». Γι’ αυτό έγκυρα και δικαιολογημένα μπορούμε να διακηρύξουμε «οὐδεὶς νεκρὸς ἐν τῷ μνήματι». Διότι ο θάνατος έπαψε να είναι φυλακή, τόπος οριστικής και φοβερής αιχμαλωσίας. Έγινε ο τόπος όπου το σώμα ακουμπά περιμένοντας την ανάσταση, ενώ η ψυχή προάγεται, στον βαθμό που μπορεί, στην αιώνια ζωή.
Ωστόσο ο θάνατος, ο χωρισμός του θανάτου, είναι παρ’ όλα αυτά παρών στη γη, ως ένα βαθμό. Έχει νικηθεί ακόμη και μέσα στο βασίλειό του, αλλά ο άνθρωπος, με το να αποκόπτει τους άλλους από το μυστήριο της αγάπης, προεκτείνει τον χωρισμό του θανάτου εδώ στη γη. Ρίξτε μια ματιά στην ανθρώπινη κοινωνία μας. Δεν χρειάζεται να πάμε μακριά· αρκεί να δούμε τι γίνεται στην οικογένειά μας, στους πιο κοντινούς μας, στους φίλους, στην ενορία, στην Εκκλησία. Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε ότι είμαστε τόσο ενωμένοι με τους δεσμούς της αγάπης, ώστε ο θάνατος, ο χωρισμός αυτός από τον Θεό, ο χωρισμός του ενός από τον άλλον, δεν υφίσταται εδώ στη γη; Δυστυχώς ο Θεός έχει νικήσει τον θάνατο παντού, αλλά στην καρδιά του ανθρώπου ο θάνατος πρέπει να νικηθεί από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ο θάνατος είναι αχώριστος από την αγάπη, και γι’ αυτό ακριβώς φοβόμαστε τόσο πολύ να αγαπήσουμε. Το να αγαπάμε λίγο, το να αγαπάμε ανεύθυνα, το να αγαπάμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να αρχίζουμε μία σχέση και να την αφήνουμε να τελειώνει μόλις δούμε ότι αρχίζει να γίνεται οδυνηρή, δύσκολη ή επικίνδυνη – αυτό όλοι μπορούμε να το κάνουμε. Αλλά να αγαπάμε όπως αγαπούσε ο Κύριος, αυτό δεν φαίνεται να μπορούμε να το κάνουμε. Ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «Να δέχεστε ο ένας τον άλλον, να αγαπάτε ο ένας τον άλλον, όπως σας αγάπησε ο Κύριος…». Αλλά συνειδητοποιούμε πώς μας αγάπησε ο Κύριος; Μας αγάπησε τόσο πολύ, ώστε δεν θέλησε να μείνει ένας ξένος για μας και έγινε ένας από μας, ένας ανάμεσα στους πολλούς -και όχι προσωρινά, αλλά για όλη την αιωνιότητα, για πάντα- με όλο τον πόνο και όλη τη φρίκη που είχε ως συνέπεια αυτή η ένωση.
Όταν ο Λόγος έγινε Σαρξ, η θεϊκή δόξα σβήστηκε. Κανείς δεν τον εγνώριζε. Η νίκη του φάνηκε σαν ήττα. Έγινε εκείνος τον οποίον οι Γραφές περιγράφουν «ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὤν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν» (Ησ. 53, 3). Έγινε για πάντα ένας από μας. Μπορούμε εμείς, κατά τον ίδιο τρόπο, να γίνουμε ένα με τον κάθε άλλον; Μπορούμε τόσο να αγαπούμε ο ένας τον άλλον ώστε να μπορούμε να πούμε «Για πάντα! Στη θλίψη και στη χαρά, στη δυστυχία και την ευτυχία, ό,τι κι αν συμβεί θα είμαι δίπλα σου για πάντα;». Αν ήταν έτσι, πόσο θαυμάσιος θα ήταν ο κόσμος μας, πόσο υπέροχη θα ήταν η Εκκλησία μας, τι ενορίες θα είχαμε, τι οικογένειες, τι φίλους! Αλλά οι σχέσεις μας θυμίζουν δύο πλοία που συναντώνται στη θάλασσα· διασταυρώνονται και το καθένα ακολουθεί την πορεία του. Δεν έχουμε αρκετό βάθος, ούτε αρκετή πιστότητα, ούτε αρκετή προθυμία για να κάνουμε αυτό που έκανε ο Χριστός· να κατεβούμε στον Άδη, να κατεβούμε στην κόλαση των παθημάτων κάποιου που αγαπάμε, στην κόλαση των πειρασμών του και του πόνου του, στην κόλαση της τραγωδίας του. Αντίθετα, στεκόμαστε στην ακτή και του φωνάζουμε: «Προσπάθησε να σωθείς, κολύμπα προς εμένα, θα σού απλώσω το χέρι!». Εμείς όμως οι ίδιοι δεν μπαίνουμε στη δική του κόλαση· γι’ αυτό είναι τρομερό να μιλάμε για αγάπη, όταν είναι τόσο δύσκολο ν’ αγαπήσουμε με την ίδια αγάπη που μας αγάπησε ο Θεός. Η αγάπη και ο θάνατος είναι αλληλένδετες έννοιες, επειδή αγαπώ σημαίνει ξεχνώ τον εαυτό μου μέχρι εκεί που να μην υπάρχει για μένα – κάποιος άλλος γίνεται τόσο ακριβός ώστε δεν αφήνω τον εαυτό μου να παρεμβληθεί. Χρειάζεται να λέμε στον εαυτό μας αυτό που είπε ο Χριστός στον Πέτρο όταν προσπάθησε να τον ανακόψει από την πορεία Του προς τον Γολγοθά: «Ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανά, ὅτι οὐ φρονείς τὰ τοῦ Θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων». Μπορούμε να λησμονούμε τον εαυτό μας σε τέτοιο βαθμό, μπορούμε να αγαπάμε έτσι, να πεθαίνουμε έτσι;
Εφ’ όσον δεν μπορούμε να φθάσουμε εκεί, εγγίζουμε μόνον το κράσπεδο των ιματίων του Κυρίου, μόνο τις παρυφές του φωτός, της εκτυφλωτικής αίγλης και λαμπρότητας της Αναστάσεως του Χριστού. Την Ανάσταση μπορεί να τη ζήσει μόνον όποιος περάσει μέσα από τον θάνατο και φτάσει στην αντίπερα όχθη του θανάτου – όχι του θανάτου αυτού του κόσμου, του υλικού, του σωματικού θανάτου, αλλά του θανάτου που ονομάζεται αγάπη και που κάνει τον άνθρωπο ικανό «ἵνα τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ιωάν. 15, 13). Ο Μωυσής ονομάζεται «φίλος του Θεού» στις Γραφές, και τι λέει; «Κύριε, αν δεν συγχωρήσεις στον λαό μου τις αμαρτίες του, τότε ξέγραψε το όνομά μου από το βιβλίο της ζωής. Δεν θέλω να ζω εγώ, αν αυτοί πεθάνουν». Ο απόστολος Παύλος λέει ότι θα προτιμούσε ακόμη και να χωριστεί από τον Χριστό παρά να δει την καταστροφή του λαού του Ισραήλ. Αυτά τα λόγια βέβαια είναι παράλογα, με την έννοια ότι όταν κάποιος έχει τόσο αγάπη, είναι ήδη στην αντίπερα όχθη του θανάτου. Αλλά το νόημά τους είναι ότι «Ναι, θα προτιμούσα να χαθώ παρά να χρειαστεί να χωριστώ από οποιονδήποτε». Αυτό είναι το πρότυπο που μας δόθηκε από τον Σταυρό και την Ανάσταση (αυτά τα δύο είναι αχώριστα).
Έτσι λοιπόν, καθώς από Κυριακή σε Κυριακή ακούμε το μήνυμα της Αναστάσεως, να θυμόμαστε τι έχουμε κληθεί να γίνουμε, σ’ αυτή τη γη: άνθρωποι αναστημένοι εκ νεκρών εν αγάπη. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να αγαπάμε ο ένας τον άλλον σε τέτοιο βαθμό ώστε να περνάμε τις πύλες του θανάτου, να κατεβαίνουμε διά του σταυρού στον άδη, να μετέχουμε εν αγάπη στα παθήματα των άλλων, να ξεχνάμε τον εαυτό μας- και τότε ξαφνικά να ανακαλύπτουμε ότι «Ναι, ζούμε, ζούμε διά της ζωής του Χριστού».
[1] Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Lubov Vsepobedaiushchaia (Νικηφόρα Αγάπη) την άνοιξη του 1994.
Anthony Bloom, Στο φως της κρίσης του Θεού: Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση, 1η έκδοση, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, 2009
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51720
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Συγχώρεση καί ἀνάπαυση ἀπό αὐτή τή ζωή...!
Κανείς ἀπό τούς πενθούντας γιά τίς ἀμαρτίες του ἄς μή περιμένει τήν πληροφορία τῆς συγχωρήσεως τήν στιγμή τοῦ θανάτου. Διότι κάτι πού εἶναι ἄγνωστο εἶναι καί ἀβέβαιο!
Γι’ αὐτό καί κάποιος ἔλεγε: «Ἄφησέ με νά αἰσθανθῶ ἀναψυχή μέ τήν πληροφορία τῆς συγχωρήσεως, πρίν ἀποθάνω καί πρίν ἀπέλθω ἀπό τὴν ζωή αὐτή ἀπληροφόρητος» (Ψαλμ. λη΄ 14).
Ὅπου ἐμφανισθεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου, ὁ δεσμός γιά τίς ἀμαρτίες ἐλύθηκε. Ὅπου ἐμφανισθεῖ ἀπέραντη ταπείνωσις, ὁ δεσμός γιά τίς ἀμαρτίες ἐλύθηκε. Ὅσοι τυχόν ἔφυγαν ἀπό τὴν ζωή χωρίς αὐτά τά δύο, ἄς μή πλανώνται. Εἶναι δεμένοι!
Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, «Λόγος Ε΄, Περί Μετανοίας»
Κανείς ἀπό τούς πενθούντας γιά τίς ἀμαρτίες του ἄς μή περιμένει τήν πληροφορία τῆς συγχωρήσεως τήν στιγμή τοῦ θανάτου. Διότι κάτι πού εἶναι ἄγνωστο εἶναι καί ἀβέβαιο!
Γι’ αὐτό καί κάποιος ἔλεγε: «Ἄφησέ με νά αἰσθανθῶ ἀναψυχή μέ τήν πληροφορία τῆς συγχωρήσεως, πρίν ἀποθάνω καί πρίν ἀπέλθω ἀπό τὴν ζωή αὐτή ἀπληροφόρητος» (Ψαλμ. λη΄ 14).
Ὅπου ἐμφανισθεῖ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου, ὁ δεσμός γιά τίς ἀμαρτίες ἐλύθηκε. Ὅπου ἐμφανισθεῖ ἀπέραντη ταπείνωσις, ὁ δεσμός γιά τίς ἀμαρτίες ἐλύθηκε. Ὅσοι τυχόν ἔφυγαν ἀπό τὴν ζωή χωρίς αὐτά τά δύο, ἄς μή πλανώνται. Εἶναι δεμένοι!
Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος, «Λόγος Ε΄, Περί Μετανοίας»