Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Eκκλησιαστική γιορτή σήμερα Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023 – Σήμερα γιορτάζουμε τη Σύναξη της Υπεραγίας Θεοτόκου της Γαλακτοτροφούσης.
Η εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσης, πάντα σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις που βρίσκονται στη Μονή Χιλανδαρίου, βρισκόταν αρχικά στη Λαύρα του Όσιου Σάββα του Ηγιασμένου.
Πρίν πεθάνει ο Όσιος Σάββας είπε σ’ αυτούς που ήταν γύρω από το κρεβάτι του, ότι κάποτε θα επισκεφθεί τη Λαύρα κάποιο βασιλοπαίδι, Σάββας ονομαζόμενος και αυτός. Να του δοθεί λοιπόν η εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σαν ευλογία.
Γεγονός που έγινε τον 13ο αιώνα μ.Χ., όταν τη Λαύρα επισκέφθηκε ο Άγιος Σάββας ο Σέρβος, κτήτορας της Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους.
Αυτός μετέφερε την Αγία αυτή εικόνα στο Άγιο Όρος, και συγκεκριμένα στη μονή την οποία ο ίδιος ίδρυσε.
Σήμερα, η εικόνα, βρίσκεται σε εκκλησία των Καρυών του Αγίου Όρους, που υπόκειται στη Μονή Χιλανδαρίου, και είναι τοποθετημένη στο δεξιό μέρος του τέμπλου, όπου κανονικά θα έπρεπε να ήταν ο Κύριος, που βρίσκεται στο αριστερό μέρος του τέμπλου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θείαν σου Εἰκόνα ὡς τῆς δόξης σου σκήνωμα, Γαλακτοτροφοῦσα Παρθένε, προσκυνοῦντες δοξάζομεν· ἐκ ταύτης γὰρ πηγάζεις μυστικῶς, τὸ γάλα τῶν ἀΰλων δωρεῶν, καὶ ἐκτρέφεις τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου ἀφάτῳ χρηστότητι.
Η εικόνα της Παναγίας της Γαλακτοτροφούσης, πάντα σύμφωνα με προφορικές παραδόσεις που βρίσκονται στη Μονή Χιλανδαρίου, βρισκόταν αρχικά στη Λαύρα του Όσιου Σάββα του Ηγιασμένου.
Πρίν πεθάνει ο Όσιος Σάββας είπε σ’ αυτούς που ήταν γύρω από το κρεβάτι του, ότι κάποτε θα επισκεφθεί τη Λαύρα κάποιο βασιλοπαίδι, Σάββας ονομαζόμενος και αυτός. Να του δοθεί λοιπόν η εικόνα της Παναγίας Γαλακτοτροφούσης σαν ευλογία.
Γεγονός που έγινε τον 13ο αιώνα μ.Χ., όταν τη Λαύρα επισκέφθηκε ο Άγιος Σάββας ο Σέρβος, κτήτορας της Μονής Χιλανδαρίου του Αγίου Όρους.
Αυτός μετέφερε την Αγία αυτή εικόνα στο Άγιο Όρος, και συγκεκριμένα στη μονή την οποία ο ίδιος ίδρυσε.
Σήμερα, η εικόνα, βρίσκεται σε εκκλησία των Καρυών του Αγίου Όρους, που υπόκειται στη Μονή Χιλανδαρίου, και είναι τοποθετημένη στο δεξιό μέρος του τέμπλου, όπου κανονικά θα έπρεπε να ήταν ο Κύριος, που βρίσκεται στο αριστερό μέρος του τέμπλου.
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν θείαν σου Εἰκόνα ὡς τῆς δόξης σου σκήνωμα, Γαλακτοτροφοῦσα Παρθένε, προσκυνοῦντες δοξάζομεν· ἐκ ταύτης γὰρ πηγάζεις μυστικῶς, τὸ γάλα τῶν ἀΰλων δωρεῶν, καὶ ἐκτρέφεις τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχάς, τῶν πίστει ἐκβοώντων σοι· δόξα τοῖς μεγαλείοις σου Ἁγνή, δόξα τοῖς θαυμασίοις σου, δόξα τῇ πρὸς ἡμᾶς σου ἀφάτῳ χρηστότητι.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: Η ΓΚΡΙΝΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΓΚΡΙΝΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΚΟΜΟΙΡΙΑ ΦΕΡΝΕΙ ΚΑΚΟΜΟΙΡΙΑ
Άγιος Παΐσιος: -Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ τα έχουν όλα, νιώθουν άγχος και στενοχώρια;
-Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός.
Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό, έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος.
Σκέφτεται τι του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος, γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει…. Δεν θέλει την λιακάδα, θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.
-Γέροντα, τι θέλετε να πήτε μ’ αυτό;
-Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό, την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι, αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.
-Δηλαδή, Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος.
Ενώ όποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται την θεική χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός, τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του.
Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα που;» είπε στον λεπρό που επέστρεψε να Τον ευχαριστήση. Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του, αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.
Άγιος Παΐσιος: -Γέροντα, γιατί πολλοί άνθρωποι, ενώ τα έχουν όλα, νιώθουν άγχος και στενοχώρια;
-Όταν βλέπετε έναν άνθρωπο να έχη μεγάλο άγχος, στενοχώρια και λύπη, ενώ τίποτε δεν του λείπει, να ξέρετε ότι του λείπει ο Θεός.
Όποιος τα έχει όλα, και υλικά αγαθά και υγεία, και, αντί να ευγνωμονή τον Θεό, έχει παράλογες απαιτήσεις και γκρινιάζει, είναι για την κόλαση με τα παπούτσια. Ο άνθρωπος, όταν έχη ευγνωμοσύνη, με όλα είναι ευχαριστημένος.
Σκέφτεται τι του δίνει ο Θεός κάθε μέρα και χαίρεται τα πάντα. Όταν όμως είναι αχάριστος, με τίποτε δεν είναι ευχαριστημένος, γκρινιάζει και βασανίζεται με όλα. Αν, ας πούμε, δεν εκτιμάη την λιακάδα και γκρινιάζει, έρχεται ο Βαρδάρης και τον παγώνει…. Δεν θέλει την λιακάδα, θέλει το τουρτούρισμα που προκαλεί ο Βαρδάρης.
-Γέροντα, τι θέλετε να πήτε μ’ αυτό;
-Θέλω να πω ότι, αν δεν αναγνωρίζουμε τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός και γκρινιάζουμε, έρχονται οι δοκιμασίες και μαζευόμαστε κουβάρι. Όχι, αλήθεια σας λέω, όποιος έχει αυτό το τυπικό, την συνήθεια της γκρίνιας, να ξέρη ότι θα του έρθη σκαμπιλάκι από τον Θεό, για να ξοφλήση τουλάχιστον λίγο σ’ αυτήν την ζωή. Και αν δεν του έρθη σκαμπιλάκι, αυτό θα είναι χειρότερο, γιατί τότε θα τα πληρώση όλα μια και καλή στην άλλη ζωή.
-Δηλαδή, Γέροντα, η γκρίνια μπορεί να είναι συνήθεια;
-Γίνεται συνήθεια, γιατί η γκρίνια φέρνει γκρίνια και η κακομοιριά φέρνει κακομοιριά. Όποιος σπέρνει κακομοιριά, θερίζει κακομοιριά και αποθηκεύει άγχος.
Ενώ όποιος σπέρνει δοξολογία δέχεται την θεική χαρά και την αιώνια ευλογία. Ο γκρινιάρης, όσες ευλογίες κι αν του δώση ο Θεός, δεν τις αναγνωρίζει. Γι’ αυτό απομακρύνεται η Χάρις του Θεού και τον πλησιάζει ο πειρασμός, τον κυνηγάει συνέχεια ο πειρασμός και του φέρνει όλο αναποδιές, ενώ τον ευγνώμονα τον κυνηγάει ο Θεός με τις ευλογίες Του.
Η αχαριστία είναι μεγάλη αμαρτία, την οποία ήλεγξε ο Χριστός. «Ουχ οι δέκα εκαθαρίσθησαν; οι δε εννέα που;» είπε στον λεπρό που επέστρεψε να Τον ευχαριστήση. Ο Χριστός ζήτησε την ευγνωμοσύνη από τους δέκα λεπρούς όχι για τον εαυτό Του, αλλά για τους ίδιους, γιατί η ευγνωμοσύνη εκείνους θα ωφελούσε.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Πορφύριος: Τα γνωρίζει ο Θεός όλα με ακρίβεια, σε όλο το βάθος και το πλάτος τους. Ο Κύριος γνωρίζει εμάς, πριν γνωρίσομε εμείς τον εαυτό μας.
Γνωρίζει τις διαθέσεις μας και την παραμικρή μας σκέψη, τους λογισμούς, τις αποφάσεις μας, πριν να τις πάρομε. Αλλά και προ της συλλήψεώς μας και προ καταβολής κόσμου μας γνώριζε καλά.
Γιαυτό ο Δαβίδ θαυμάζει και φωνάζει: «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με …»
Το Πνεύμα το Άγιον εισχωρεί παντού. Γιαυτό εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώση του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον.
Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα. Τίποτα δεν είναι άγνωστο στον Θεό απ’ τις πράξεις μας, αλλά γράφονται όλα. Γράφονται κι όμως δεν γράφονται. Γεννιούνται και υπάρχου, αλλά δεν γεννιούνται. Αυτό που ξέρετε εσείς τώρα, το ξέρει ο Θεός προ καταβολής κόσμου. Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στην Ευχή προ της Θείας Μεταλήψεως.
Ακούστε: «Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί Σου· επί το βιβλίον δε Σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει».
Αυτά τα λόγια κάποιοι τα παρεξηγούν και τα μπερδεύουν. «Αφού ο Θεός τα έχει όλα γραμμένα, έχομε μοίρα, λένε, έχομε τύχη, έχομε πεπρωμένο. Άρα ήταν γραμμένο και πεπρωμένο να κάνεις, για παράδειγμα, φόνο· σε είχε προορίσει γι’ αυτό ο Θεός».
Θα μου πεις:«Αν είναι γραμμένο ότι εγώ επρόκειτο να σκοτώσω εσένα, είμαι εγώ υπεύθυνος ή ανεύθυνος; Αφού και τα «μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει», γιατί να είμαστε υπεύθυνοι οι άνθρωποι; Τώρα πες μου εσύ, που λέεις ότι ο Θεός είναι αγαθός, γιατί το έγραφε και δεν με απέτρεπε να το κάνω;»
Εδώ είναι το μυστήριο. Ο Θεός εν τη παντοδυναμία Του και παγγνωσία Του γνωρίζει τα πάντα, και τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά δεν είναι Εκείνος υπαίτιος για το κακό. Ο Θεός προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει. Για τον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιόν Του.
Πως το λέει ο απόστολος Παύλος;
«Πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ως παντογνώστης γνωρίζει και το αγαθό και το κακό. Συνεργάζεται με το αγαθό ως φύσει αγαθός και είναι ξένος του κακού. Αφού είναι ξένος του κακού, πώς είναι δυνατόν να μας προορίζει γι’ αυτό;
Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα καλά λίαν και έδωσε σε όλα αγαθό άγιο προορισμό.
Το κακό είναι πρόβλημα, το οποίο η θρησκεία μας το εξηγεί μ’ ένα θαυμάσιο τρόπο, που καλύτερος δεν υπάρχει. Η εξήγηση που του δίνει είναι η εξής: Το κακό υπάρχει και προέρχεται απ’ τον διάβολο. Μέσα μας έχομε και το κακό πνεύμα και το αγαθό πνεύμα και μάχονται αλλήλους. «Ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει· ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά»
Μέσα μας δηλαδή γίνεται πάλη μεταξύ καλού και κακού. Σ’ αυτήν όμως την πάλη ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ν’ αποφασίσει τι θα διαλέξει. Άρα δεν είναι ο Θεός που προορίζει κι αποφασίζει αλλά η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.
Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
Γνωρίζει τις διαθέσεις μας και την παραμικρή μας σκέψη, τους λογισμούς, τις αποφάσεις μας, πριν να τις πάρομε. Αλλά και προ της συλλήψεώς μας και προ καταβολής κόσμου μας γνώριζε καλά.
Γιαυτό ο Δαβίδ θαυμάζει και φωνάζει: «Κύριε, εδοκίμασάς με και έγνως με …»
Το Πνεύμα το Άγιον εισχωρεί παντού. Γιαυτό εκείνος που εμφορείται υπό του Αγίου Πνεύματος έχει και αυτός τη γνώση του Θεού. Γνωρίζει το παρελθόν, το παρόν, το μέλλον.
Του τα φανερώνει το Άγιον Πνεύμα. Τίποτα δεν είναι άγνωστο στον Θεό απ’ τις πράξεις μας, αλλά γράφονται όλα. Γράφονται κι όμως δεν γράφονται. Γεννιούνται και υπάρχου, αλλά δεν γεννιούνται. Αυτό που ξέρετε εσείς τώρα, το ξέρει ο Θεός προ καταβολής κόσμου. Σας θυμίζω αυτό που λέει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στην Ευχή προ της Θείας Μεταλήψεως.
Ακούστε: «Το μεν ακατέργαστόν μου έγνωσαν οι οφθαλμοί Σου· επί το βιβλίον δε Σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει».
Αυτά τα λόγια κάποιοι τα παρεξηγούν και τα μπερδεύουν. «Αφού ο Θεός τα έχει όλα γραμμένα, έχομε μοίρα, λένε, έχομε τύχη, έχομε πεπρωμένο. Άρα ήταν γραμμένο και πεπρωμένο να κάνεις, για παράδειγμα, φόνο· σε είχε προορίσει γι’ αυτό ο Θεός».
Θα μου πεις:«Αν είναι γραμμένο ότι εγώ επρόκειτο να σκοτώσω εσένα, είμαι εγώ υπεύθυνος ή ανεύθυνος; Αφού και τα «μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα Σοι τυγχάνει», γιατί να είμαστε υπεύθυνοι οι άνθρωποι; Τώρα πες μου εσύ, που λέεις ότι ο Θεός είναι αγαθός, γιατί το έγραφε και δεν με απέτρεπε να το κάνω;»
Εδώ είναι το μυστήριο. Ο Θεός εν τη παντοδυναμία Του και παγγνωσία Του γνωρίζει τα πάντα, και τα μέλλοντα να συμβούν, αλλά δεν είναι Εκείνος υπαίτιος για το κακό. Ο Θεός προγνωρίζει αλλά δεν προορίζει. Για τον Θεό δεν υπάρχει παρελθόν, παρόν και μέλλον. Όλα είναι γυμνά και τετραχηλισμένα ενώπιόν Του.
Πως το λέει ο απόστολος Παύλος;
«Πάντα δε γυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς Αυτού». Ως παντογνώστης γνωρίζει και το αγαθό και το κακό. Συνεργάζεται με το αγαθό ως φύσει αγαθός και είναι ξένος του κακού. Αφού είναι ξένος του κακού, πώς είναι δυνατόν να μας προορίζει γι’ αυτό;
Ο Θεός εδημιούργησε τα πάντα καλά λίαν και έδωσε σε όλα αγαθό άγιο προορισμό.
Το κακό είναι πρόβλημα, το οποίο η θρησκεία μας το εξηγεί μ’ ένα θαυμάσιο τρόπο, που καλύτερος δεν υπάρχει. Η εξήγηση που του δίνει είναι η εξής: Το κακό υπάρχει και προέρχεται απ’ τον διάβολο. Μέσα μας έχομε και το κακό πνεύμα και το αγαθό πνεύμα και μάχονται αλλήλους. «Ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει· ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά»
Μέσα μας δηλαδή γίνεται πάλη μεταξύ καλού και κακού. Σ’ αυτήν όμως την πάλη ο άνθρωπος είναι ελεύθερος ν’ αποφασίσει τι θα διαλέξει. Άρα δεν είναι ο Θεός που προορίζει κι αποφασίζει αλλά η ελεύθερη βούληση του ανθρώπου.
Βίος και Λόγοι Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο κυρ Μανώλης ήταν ήσυχος άνθρωπος. αγαθός και λιγάκι αφελής. Είχε δέκα τέσσερα χρόνια νεωκόρος στους Αγίους Ταξιάρχες.
Πριν ήταν σε άλλη επαρχία κι ήταν κι εκεί νεωκόρος, έτσι είχε πει. Όχι πως ένοιαζε και κανένα… Ήταν κι ο εφημέριος που τον προσέλαβε, ο παπα-Θεοδόσης, άνθρωπος άδολος. Κάποια Κυριακή, ξεκίνησε ο νεωκόρος πρωί-πρωί για τον ναό. Θα είχαν μουσαφιραίους παπάδες από άλλη Μητρόπολη. Ο Δεσπότης είχε ζητήσει από τον παπα-Θεοδόση να τους φιλοξενήσει συλλειτουργούς στον ναό του.
Ο αγαθός νεωκόρος έφτασε αξημέρωτα στον ναό. Το κρύο τσουχτερό. Καθώς έκανε να βάλει το κλειδί στην είσοδο, διέκρινε λίγο απόμερα στο σκοτάδι κάτι να κινείται. Τον πλησίασε ένα παλληκάρι στο μπόι του. Ήταν διπλωμένος από τη στέρηση και μελανιασμένος από το κρύο. Φορούσε μονάχα τα εσώρουχά του! Κύριος οίδε σε τι είχε μπλεχτεί η από τι είχε ξεμπλέξει… Ο κυρ Μανώλης τρόμαξε αρχικά, αλλά μετά σάστισε.
«Τι συνέβη ρε παιδί; Γιατί είσαι έτσι;».
«Άστα μπάρμπα… Έχεις τίποτα να μου δώσεις να φορέσω;». «Που να βρω ρε παιδί;… Κάτσε, στάσου. Έλα μέσα…».
Μπήκαν στον πρόναο. Ο κυρ Μανώλης, χωρίς δεύτερη κουβέντα, βγάζει πανωφόρι, πουλόβερ, πουκάμισο, παντελόνι και του τα δίνει. Σάστισε τώρα ο νεαρός. «Τι κάνεις εκεί ρε μπάρμπα;».
«Μη σε νοιάζει… Εγώ φοράω το ρασάκι μου πάνω από τα ρούχα κι είναι μακρύ, δεν θα φαίνεται… Κι ύστερα εδώ μέσα θα έχει ζέστη σε λίγο… Μη σε νοιάζει… Δεν κάθεσαι κι εσύ; Θα ζεσταθείς…».
Ο νεαρός είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του και κατέβαινε τα σκαλιά με τα ξένα ρούχα φορεμένα.
Η Λειτουργία προχωρούσε. Ο παπα-Θεοδόσης και άλλοι τρεις ιερείς, με τα άμφιά τους, συλλειτουργούσαν όρθιοι γύρω από την αγία Τράπεζα. Κάποια στιγμή, εκεί γύρω από το «πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις…», ο παπα-Θεοδόσης σήκωσε το κεφάλι και πρόσεξε σε μια γωνιά του ιερού τον κυρ Μανώλη, που μόλις είχε μπει, εμπερίστατος και αγχωμένος όπως πάντα, για να τα προλάβει όλα.
«Βρε σε καλό του… », είπε από μέσα του ο καλόβουλος ιερέας, «σήμερα βρήκε ο ευλογημένος να κάνει τις κορδέλες του; Σήμερα που έχουμε κόσμο;… Αντί να βάλει το κλασικό του μαύρο ρασάκι, πήγε κι έβαλε αυτή τη λευκή κελεμπία; Σήμερα βρήκε;… Ίσα δηλαδή να τον δουν οι ξένοι και να βρούμε κάνα μπελά με τέτοια καμώματα… Θες να φτάσει και στ’ αυτιά του Δεσπότη κάνα τέτοιο: “Στους Ταξιάρχες το ρίξανε στα παρδαλά…”». Μέχρι το τέλος της ακολουθίας, ο παπα-Θεοδόσης δεν μπορούσε να ηρεμήσει. «Ρε πειρασμός που μας βρήκε Κυριακάτικα… Κι από κει που δεν το περιμέναμε…».
Κήρυξε ένας από τους φιλοξενούμενους ιερείς. Κοινώνησαν τον κόσμο. Έβαλαν απόλυση.
Ο παπα-Θεοδόσης πήγαινε να σκάσει. Κάθε που έβλεπε τον κυρ Μανώλη να πηγαινοέρχεται μπροστά στους ξένους παπάδες, δαγκωνόταν… Οι ιερείς έβγαλαν τα άμφιά τους, ετοιμάστηκαν.
«Πατέρες, θέλετε να κατεβείτε στο υπόγειο; Θα ᾽χουμε καφέδες και κέρασμα. Θα χαρούμε να μείνετε… Να, κυρ Μανώλη», έκανε να φωνάξει τον νεωκόρο, «η μάλλον άσε», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. «Αντώνη, Αντώνη», φώναξε τον ψάλτη, «πάρε τους πατέρες κάτω, μέχρι να τελειώσω κι εγώ εδώ… Πατέρες, τελειώνω κι έρχομαι… ».
Οι ιερείς φύγανε. Έμεινε στο ιερό μονάχος του. Και να σου κι ο κυρ Μανώλης, φουριόζος, με χέρια φορτωμένα.
«Έλα δω, βρε Μανώλη, έλα δω… Τι σου ᾽ρθε βρε ευλογημένε και μου σημαιοστολίστηκες σήμερα;».
«Πως;», έκανε ο κυρ Μανώλης με το χαρακτηριστικό βλέμμα του ανθρώπου που σε κοιτάει από το βάθος της αφέλειας.
«Που πήγες και το βρήκες βρε άνθρωπέ μου αυτό το ράσο; Μα ρεζίλι θέλεις να μας κάνεις;».
«Πάτερ μου εσείς μου το δώσατε… Είναι λίγο άπλυτο βέβαια… αλλά κεριά είναι, μη νομίζετε ότι φεύγουν και εύκολα…».
«Εγώ σου το ᾽δωσα; Πότε μωρέ σου το ᾽δωσα εγώ;».
«Όταν πρωτοήρθα βρε πάτερ μου, πριν δεκατέσσερα χρόνια… Μπάααα, τι πάθατε σήμερα;».
Θόλωσε ο παπα-Θεοδόσης. «Θα με τρελάνεις μωρέ; Δεν σου μιλάω για το μαύρο σου το ράσο… Για τούτο ᾽δω σου μιλάω… », και κάνει μια με θυμό και αρπάζει το ράσο του κυρ Μανώλη…
Σαν λέπι έπεσε απ’ τα μάτια του η αστραφτερή λευκάδα κι είδε στα χέρια του ένα μαύρο τριμμένο ρασάκι, θαμπό από τη χρήση και τα κεριά. Κι έτσι όπως το ανασήκωσε, βλέπει γυμνά τα πόδια του κυρ Μανώλη, σαν να φορούσε από μέσα κοντό παντελονάκι.
«Τι έγινε βρε Μανώλη;», ρώτησε με φωνή ξεψυχισμένη, σαν να του ᾽χε έρθει ζαλάδα.
Ο αφελής νεωκόρος του τα είπε όλα με απλότητα. Ο παπα-Θεοδόσης είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Ένιωθε μέσα του κάτι σαν ταπείνωση που εντούτοις τον γλύκαινε…
Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων “Όσο μπορείς”, του Βασίλη Αργυριάδη
Πριν ήταν σε άλλη επαρχία κι ήταν κι εκεί νεωκόρος, έτσι είχε πει. Όχι πως ένοιαζε και κανένα… Ήταν κι ο εφημέριος που τον προσέλαβε, ο παπα-Θεοδόσης, άνθρωπος άδολος. Κάποια Κυριακή, ξεκίνησε ο νεωκόρος πρωί-πρωί για τον ναό. Θα είχαν μουσαφιραίους παπάδες από άλλη Μητρόπολη. Ο Δεσπότης είχε ζητήσει από τον παπα-Θεοδόση να τους φιλοξενήσει συλλειτουργούς στον ναό του.
Ο αγαθός νεωκόρος έφτασε αξημέρωτα στον ναό. Το κρύο τσουχτερό. Καθώς έκανε να βάλει το κλειδί στην είσοδο, διέκρινε λίγο απόμερα στο σκοτάδι κάτι να κινείται. Τον πλησίασε ένα παλληκάρι στο μπόι του. Ήταν διπλωμένος από τη στέρηση και μελανιασμένος από το κρύο. Φορούσε μονάχα τα εσώρουχά του! Κύριος οίδε σε τι είχε μπλεχτεί η από τι είχε ξεμπλέξει… Ο κυρ Μανώλης τρόμαξε αρχικά, αλλά μετά σάστισε.
«Τι συνέβη ρε παιδί; Γιατί είσαι έτσι;».
«Άστα μπάρμπα… Έχεις τίποτα να μου δώσεις να φορέσω;». «Που να βρω ρε παιδί;… Κάτσε, στάσου. Έλα μέσα…».
Μπήκαν στον πρόναο. Ο κυρ Μανώλης, χωρίς δεύτερη κουβέντα, βγάζει πανωφόρι, πουλόβερ, πουκάμισο, παντελόνι και του τα δίνει. Σάστισε τώρα ο νεαρός. «Τι κάνεις εκεί ρε μπάρμπα;».
«Μη σε νοιάζει… Εγώ φοράω το ρασάκι μου πάνω από τα ρούχα κι είναι μακρύ, δεν θα φαίνεται… Κι ύστερα εδώ μέσα θα έχει ζέστη σε λίγο… Μη σε νοιάζει… Δεν κάθεσαι κι εσύ; Θα ζεσταθείς…».
Ο νεαρός είχε ήδη γυρίσει την πλάτη του και κατέβαινε τα σκαλιά με τα ξένα ρούχα φορεμένα.
Η Λειτουργία προχωρούσε. Ο παπα-Θεοδόσης και άλλοι τρεις ιερείς, με τα άμφιά τους, συλλειτουργούσαν όρθιοι γύρω από την αγία Τράπεζα. Κάποια στιγμή, εκεί γύρω από το «πρόσχωμεν τα άγια τοις αγίοις…», ο παπα-Θεοδόσης σήκωσε το κεφάλι και πρόσεξε σε μια γωνιά του ιερού τον κυρ Μανώλη, που μόλις είχε μπει, εμπερίστατος και αγχωμένος όπως πάντα, για να τα προλάβει όλα.
«Βρε σε καλό του… », είπε από μέσα του ο καλόβουλος ιερέας, «σήμερα βρήκε ο ευλογημένος να κάνει τις κορδέλες του; Σήμερα που έχουμε κόσμο;… Αντί να βάλει το κλασικό του μαύρο ρασάκι, πήγε κι έβαλε αυτή τη λευκή κελεμπία; Σήμερα βρήκε;… Ίσα δηλαδή να τον δουν οι ξένοι και να βρούμε κάνα μπελά με τέτοια καμώματα… Θες να φτάσει και στ’ αυτιά του Δεσπότη κάνα τέτοιο: “Στους Ταξιάρχες το ρίξανε στα παρδαλά…”». Μέχρι το τέλος της ακολουθίας, ο παπα-Θεοδόσης δεν μπορούσε να ηρεμήσει. «Ρε πειρασμός που μας βρήκε Κυριακάτικα… Κι από κει που δεν το περιμέναμε…».
Κήρυξε ένας από τους φιλοξενούμενους ιερείς. Κοινώνησαν τον κόσμο. Έβαλαν απόλυση.
Ο παπα-Θεοδόσης πήγαινε να σκάσει. Κάθε που έβλεπε τον κυρ Μανώλη να πηγαινοέρχεται μπροστά στους ξένους παπάδες, δαγκωνόταν… Οι ιερείς έβγαλαν τα άμφιά τους, ετοιμάστηκαν.
«Πατέρες, θέλετε να κατεβείτε στο υπόγειο; Θα ᾽χουμε καφέδες και κέρασμα. Θα χαρούμε να μείνετε… Να, κυρ Μανώλη», έκανε να φωνάξει τον νεωκόρο, «η μάλλον άσε», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. «Αντώνη, Αντώνη», φώναξε τον ψάλτη, «πάρε τους πατέρες κάτω, μέχρι να τελειώσω κι εγώ εδώ… Πατέρες, τελειώνω κι έρχομαι… ».
Οι ιερείς φύγανε. Έμεινε στο ιερό μονάχος του. Και να σου κι ο κυρ Μανώλης, φουριόζος, με χέρια φορτωμένα.
«Έλα δω, βρε Μανώλη, έλα δω… Τι σου ᾽ρθε βρε ευλογημένε και μου σημαιοστολίστηκες σήμερα;».
«Πως;», έκανε ο κυρ Μανώλης με το χαρακτηριστικό βλέμμα του ανθρώπου που σε κοιτάει από το βάθος της αφέλειας.
«Που πήγες και το βρήκες βρε άνθρωπέ μου αυτό το ράσο; Μα ρεζίλι θέλεις να μας κάνεις;».
«Πάτερ μου εσείς μου το δώσατε… Είναι λίγο άπλυτο βέβαια… αλλά κεριά είναι, μη νομίζετε ότι φεύγουν και εύκολα…».
«Εγώ σου το ᾽δωσα; Πότε μωρέ σου το ᾽δωσα εγώ;».
«Όταν πρωτοήρθα βρε πάτερ μου, πριν δεκατέσσερα χρόνια… Μπάααα, τι πάθατε σήμερα;».
Θόλωσε ο παπα-Θεοδόσης. «Θα με τρελάνεις μωρέ; Δεν σου μιλάω για το μαύρο σου το ράσο… Για τούτο ᾽δω σου μιλάω… », και κάνει μια με θυμό και αρπάζει το ράσο του κυρ Μανώλη…
Σαν λέπι έπεσε απ’ τα μάτια του η αστραφτερή λευκάδα κι είδε στα χέρια του ένα μαύρο τριμμένο ρασάκι, θαμπό από τη χρήση και τα κεριά. Κι έτσι όπως το ανασήκωσε, βλέπει γυμνά τα πόδια του κυρ Μανώλη, σαν να φορούσε από μέσα κοντό παντελονάκι.
«Τι έγινε βρε Μανώλη;», ρώτησε με φωνή ξεψυχισμένη, σαν να του ᾽χε έρθει ζαλάδα.
Ο αφελής νεωκόρος του τα είπε όλα με απλότητα. Ο παπα-Θεοδόσης είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Ένιωθε μέσα του κάτι σαν ταπείνωση που εντούτοις τον γλύκαινε…
Απόσπασμα από το Μικρό Γεροντικό Πόλεων “Όσο μπορείς”, του Βασίλη Αργυριάδη
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος: Σας συκοφάντησαν. Δεν είστε ένοχος. Οφείλετε, ωστόσο, να υπομείνετε τη συκοφαντία μεγαλόψυχα.
Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θεραπευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το οποίο είστε ένοχος.
Μέσα στη συκοφαντία, επομένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού… Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς.
Γι΄αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη. Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται η συκοφαντία.
Είναι λάσπη, μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει η δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα… Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. 11:19). «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται» (Ιω. 10:20).
Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού! Σηκώστε ταπεινά κι αγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε.
Αν η συνείδησή σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;…
Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πώς σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη.
Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά‐καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου, Εκδ. ε΄, 2005, σ. 18‐19
Και η υπομονή σας αυτή θα είναι ο κανόνας, το θεραπευτικό επιτίμιο, για παράπτωμα που διαπράξατε και για το οποίο είστε ένοχος.
Μέσα στη συκοφαντία, επομένως, είναι κρυμμένο το έλεος του Θεού… Μολονότι δεν είναι εύκολο, πρέπει οπωσδήποτε να συμφιλιωθείτε με τους συκοφάντες σας. Με μίσος στην καρδιά, δεν μπορεί να σωθεί κανείς.
Γι΄αυτό οφείλουμε να αντιδρούμε με αυταπάρνηση στα εμπαθή αισθήματά μας. Έτσι εξαφανίζονται και οι θλίψεις. Η εμπάθεια, βλέπετε, είναι που γεννάει τη θλίψη. Γνωρίζω πόσο δύσκολα υποφέρεται η συκοφαντία.
Είναι λάσπη, μα λάσπη ιαματική. Υπομονή! Αργά ή γρήγορα θα λήξει η δοκιμασία. Ο Γιατρός των ψυχών θα αφαιρέσει το τσουχτερό κατάπλασμα… Συκοφαντούσαν και τον Κύριο: «Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, τελωνών φίλος και αμαρτωλών» (Ματθ. 11:19). «Δαιμόνιον έχει και μαίνεται» (Ιω. 10:20).
Τι μεγάλη δόξα, να μετέχουμε στα παθήματα του Χριστού! Σηκώστε ταπεινά κι αγόγγυστα το σταυρό σας. Μη λιποψυχείτε.
Αν η συνείδησή σας δεν σας κατακρίνει, μπορείτε να υψώνετε πάντα με θάρρος το βλέμμα σας στο Θεό και να στέκεστε με παρρησία μπροστά Του. Τι πιο σπουδαίο απ’ αυτό;…
Να ζείτε και να φέρεστε φυσιολογικά. Το πώς σας βλέπουν οι άλλοι να μην το λογαριάζετε. Μόνο του Θεού η κρίση έχει βαρύτητα, ως αλάθητη.
Εμείς οι άνθρωποι δεν γνωρίζουμε καλά‐καλά ούτε τον ίδιο μας τον εαυτό, πολύ περισσότερο τον πλησίον.
Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή, Ι. Μ. Παρακλήτου, Εκδ. ε΄, 2005, σ. 18‐19
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
‘’Υπάρχουν μερικοί υπέρμετρα ενθουσιώδεις ή φανατικοί που έχουν μπερδέψει τα πράγματα..
Νομίζουν ότι τους έχει εξουσιοδοτήσει ο Θεός να ελέγχουν με τόλμη αγίων προφητών τους ανθρώπους και να αλλάξουν τον κόσμο..
Στο όνομα της Αληθείας, της Πίστεως, της Ορθοδοξίας συμπορεύονται συχνά με το παράλογο, όχι με την λογική και το θέλημα του Θεού...
Όποιος έχει αίσθηση της αμαρτωλότητός του, ζει σε συνεχή σιωπή, δεν έχει θάρρος να ομιλεί και πολύ περισσότερο να ασκεί κριτική στους άλλους..
Ο χριστιανός είναι προτιμότερο να προσπαθεί να γεφυρώνει το χάσμα που χωρίζει τον ίδιο από τον Κύριο, από το θέλημα του Θεού, αντί να αυτοανακηρύσσεται σε κριτή άλλων ανθρώπων και να ελέγχει με ύφος αγίου την συμπεριφορά τους.’:-*:-*
:+Όσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης+:
Νομίζουν ότι τους έχει εξουσιοδοτήσει ο Θεός να ελέγχουν με τόλμη αγίων προφητών τους ανθρώπους και να αλλάξουν τον κόσμο..
Στο όνομα της Αληθείας, της Πίστεως, της Ορθοδοξίας συμπορεύονται συχνά με το παράλογο, όχι με την λογική και το θέλημα του Θεού...
Όποιος έχει αίσθηση της αμαρτωλότητός του, ζει σε συνεχή σιωπή, δεν έχει θάρρος να ομιλεί και πολύ περισσότερο να ασκεί κριτική στους άλλους..
Ο χριστιανός είναι προτιμότερο να προσπαθεί να γεφυρώνει το χάσμα που χωρίζει τον ίδιο από τον Κύριο, από το θέλημα του Θεού, αντί να αυτοανακηρύσσεται σε κριτή άλλων ανθρώπων και να ελέγχει με ύφος αγίου την συμπεριφορά τους.’:-*:-*
:+Όσιος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης+:
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Αποσπάσματα από άρθρα του μακαριστού Γέροντος
Α. «ΠΕΡΙ ΕΦΗΜΕΡΙΩΝ ΕΝ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ» (απόσπασμα από ομιλία σε κληρικούς)
……Ο νους μου πετά προς την Κωνσταντινούπολη την αγαπημένη. Εκεί θέλω να μεταφέρω και την αγάπη σας. Δε θα σας μιλήσω για τους ναούς της, ούτε για τ’ αγιάσματά της, ούτε για τα κάστρα της. Δεν θα σας μιλήσω ούτε για τον Πατριάρχη και την Πατριαρχική Αυλή. Γι’ αυτά μιλούν πολλοί και έχουν γράψει πολλά και γράφουν εισέτι. Θα σας απασχολήσω με κάτι που κανείς μέχρι τώρα δεν καταπιάστηκε. Θα σας μιλήσω για συναδέλφους. Για τους παπάδες της Πόλης. Γι’ αυτούς τους ήρωες για τους οποίους κανείς δεν ομιλεί, κανείς δεν γράφει. Θα σας μιλήσω για όσα έχω ακούσει, για όσα έχω δει, για όσα οι ίδιοι μου έχουν διηγηθεί. Ιερείς με οικογένειες, σε μακρινές ξεχασμένες ενορίες χωρίς ενορίτες, σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό. Ιστορίες άγνωστες, άλλες συγκινητικές, άλλες ηρωικές, αλλά όλες ενδιαφέρουσες. Φυσικά, θα αναφερθώ ενδεικτικά, σε πολύ λίγα, διότι δεν θα ήτο δυνατόν να αναφέρω στην αγάπη σας όλα όσα γνωρίζω. Για να κάνουμε και μια σύγκρισι μεταξύ αυτών και ημών. Διότι παραπονούμεθα πολλάκις αλλά χωρίς λόγο και αιτία. Ζουν οι ταπεινοί λευίτες της Κωνσταντινουπόλεως σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν γνωρίζουν από πού και από ποιόν θα έρθει η βρισιά, η πέτρα, το φτύσιμο. Λίγο να διαταραχθούν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αυτοί πληρώνουν τα σπασμένα. Επίσης γνωρίζουν ότι εκεί είναι μόνιμοι. Κάθε φυγή προς τα εδώ ή το εξωτερικό σημαίνει καθαίρεση. Κι όμως μένουν εκεί «από του χρέους μη κινούντες». Ωσάν τον στρατιώτη μιας πύλης στην Πομπηΐα. Η λάβα του Βεζούβιου ήρθε και τον κάλυψε, μα εκείνος έμεινε ακίνητος φρουρός μιας διαταγής· να μην εγκατάλειψη την πύλη. Και στις ανασκαφές βρέθηκε πετρωμένος απ’ την λάβα με το δόρυ στο χέρι, στην πύλη.
Ο εφημέριος της Παναγίας στο Πέραν μου έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Είμαι εδώ εφημέριος επί 54 χρόνια». Αν ζει, πρέπει να έχει ξεπεράσει τα 60 χρόνια ιερατικής διακονίας. Και είδε δόξες να περνούν και να χάνονται…Εμείς πολλές φορές έχουμε σαν όνειρο την συνταξιοδότηση. Να πάρουμε σύνταξη να γλυτώσουμε από τριμηνίες, προϋπολογισμούς και απόλογισμούς…
Γνώρισα τον π. Φιλόθεο στην ηλικία των 92 ετών. Ήτο εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Εδίρνε Καπού (στην Πύλη της Αδριανουπόλεως). Ενορίτες; Αυτός, η παπαδιά του και μία κόρη, αν δεν απατώμαι. Ψάλαμε μαζί σε μια Προηγιασμένη στο Αγίασμα των Βλαχερνών. Εθαύμασα την αντοχή του στο ψάλσιμο, παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του. Μετά την απόλυση, τον ερώτησα: «Είσθε συνταξιούχος;» Μου απήντησε: «Εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι έστι σύνταξις· πεθαίνουμε στο Θυσιαστήριο!». Μετά τρία έτη έμαθα ότι εκοιμήθη. Όμως εκοιμήθη ως λειτουργός. Στο Θυσιαστήριο, «από του χρέους μη κινών».
Ύστερα από το διάταγμα του Κεμάλ το 1934 η ρασοφορία εκτός του ναού απαγορεύεται. Οπότε οι ιερείς κυκλοφορούν με πολιτικά και εισερχόμενοι εις τον ναόν φορούν ράσο και καλυμαύχι. Διευκρινίζω πως η ρασοφορία έκτοτε απαγορεύθηκε για τους Τούρκους υπηκόους και μόνον, κι όχι δι’ όσους απλώς επισκέπτονται την Τουρκία (εξ Ελλάδος φερ’ ειπείν ή όπου αλλού). Ενθυμούμαι, λοιπόν, τον μακαριστόν π. Μελέτιο Σακκουλίδη, τον Μεγάλον Οικονόμον. Ήτο εφημέριος σε 11 ναούς της περιφερείας Υψωμαθείων. Έζησε τα δραματικά γεγονότα του ’55 στους Αγίους Θεοδώρους Βλάγκας. Αυτός ποτέ δεν κάθισε σε ώρα ακολουθίας ή Θείας Λειτουργίας. Μέχρι τέλους. Και εντύπωση μου είχε κάνει μεγάλη διότι δεν έκρυβε ποτέ την ιερωσύνη του. Και γένια έτρεφε και κόμη διατηρούσε. Μάλιστα δε ο μακάριος εκείνος στο αριστερό πέτο του σακακιού του είχε πάντοτε καρφιτσωμένο ένα χρυσό σταυρό. Και πάντα έτσι κυκλοφορούσε εν μέσω αλλογενών και αλλοθρήσκων· με τον σταυρό να λάμπει.
Αυτό το διάταγμα του Κεμάλ, έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τους εφημέριους τότε, αλλά και τους πιστούς. Έχει καταγραφεί ότι ο Πατριάρχης Φώτιος ο Β’ (επί του οποίου βγήκε το διάταγμα) ουδέποτε εξήλθε του Πατριαρχείου, αρνούμενος και μη ανεχόμενος να συνοδεύεται από παντελονοφόρους κληρικούς. Ο μακαριστός π. Γεώργιος Οκουμούσης εφημέριος στην Ίμβρο (εκοιμήθη ) μου εδιηγείτο τα εξής: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Όταν ήλθε ειδοποίησις από το Πατριαρχείο να βγάλουν οι ιερείς τα ράσα, να περιορίσουν κατά το δυνατόν τη γενειάδα και να κόψουν την κοτσίδα (για να μη δίδουν στόχο, διότι τα πράγματα τότε ήσαν πολύ άγρια και επικίνδυνα) έπεσε θρήνος στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν ιερεύς στους Αγ. Θεοδώρους και έπρεπε να συμμορφωθεί. Με κλάματα η μητέρα μου παπαδιά πήρε το ψαλίδι, έκοψε την κοτσίδα και την τοποθέτησε σ’ ένα κουτί. Την έβαλε κάτω άπ’ τα εικονίσματα, και όταν ο πατέρας μου εκοιμήθη, το μόνο κτέρισμα που τον συνώδευσε στον τάφο ήσαν τα μαλλιά του, η κοτσίδα του»…
Είπα και προηγουμένως· οι κίνδυνοι ελλοχεύουν πάντοτε. Οι ιερείς είναι στο στόχαστρο. Ας κυκλοφορούν με πολιτικά, τους διακρίνουν αμέσως. Ακόμα, θυμηθείτε, αγνοείται η τύχη του πτώματος του Ηγουμένου του Μπαλουκλή Χρύσανθου. Κάποιο πηγάδι κρατάει το μυστικό του βασανισμού του…
Ο τέως Μέγας Εκκλησιάρχης π. Σεραφείμ όταν ήτο διάκονος, λειτουργούσε σε κάποιο ναό της περιφερείας του Βοσπόρου. Θες από άγνοια του κινδύνου, θες από αφέλεια φόρεσε γαλάζια διακονική στολή. Ήταν η εποχή μετά τα Σεπτεμβριανά. Ξαφνικά εισβάλλουν στον ναό τραμπούκοι εγκάθετοι και απήτησαν με κραυγές, βρίζοντας και απειλώντας, να βγάλη τα άμφια που θύμιζαν Ελλάδα…
Μου έλεγεν ο μακαρίτης παπα-Νεόφυτος εφημέριος στο Μπαλουκλή: «Κάποιος Χριστιανός με χάρισε ένα ρολόι χειρός που είχε στο κέντρο την Παναγία. Το φόρεσα και μπήκα στο λεωφορείο, για να πάω στο σπίτι μου στα Ταταύλα. Το λεωφορείο γεμάτο ήταν, θέσεις δεν είχε και στεκόμουν όρθιος. Πιάστηκα από τη χειρολαβή να μη πέσω, τραβήχτηκε το μανίκι και φάνηκε το ρολόι. Σαν κοράκια, σαν όρνια έπεσαν επάνω μου να με γδάρουν. Είδα κι έλαβα να γλυτώσω από τα χέρια τους. Και από τότε το έχω στην τσέπη του σακακιού μου». Εκείνο, αδελφοί μου, που είναι πολλές φορές ανυπόφορο για τους ιερείς της Πόλεως είναι η μοναξιά. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ενορίτες.
Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.
Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στη διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυση, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:
—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήσει.
Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!
—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.
—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.
Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.
—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.
Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στον νου τίποτε. Μετά την απόλυση με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.
—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!
Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!
Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές. Εξαιρούνται βεβαίως οι «γκρίζοι λύκοι».
Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των όμορων Μητροπόλεων υπέστησαν διώξεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.
Το τι θα συνέβαινε εκείνη τη φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους Τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι Τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.
—Πρέπει να προστατέψουμε τη ρωμαίικη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.
—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με. Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:
—Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο Τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντάς τα φωνάζει στους ομοφύλους του:
—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό: «θα περάσετε πάνω απ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!
Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον», διό και τελειώνω εδώ.
Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών. Οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες, γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζη και θα ζη έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.
Αρχιμ. Δοσίθεος (Κανέλλος), Ηγούμενος Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
Πηγή: Περιοδικό Ανάπλασις, τ. 462-463, Ιανουάριος
Α. «ΠΕΡΙ ΕΦΗΜΕΡΙΩΝ ΕΝ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΙ» (απόσπασμα από ομιλία σε κληρικούς)
……Ο νους μου πετά προς την Κωνσταντινούπολη την αγαπημένη. Εκεί θέλω να μεταφέρω και την αγάπη σας. Δε θα σας μιλήσω για τους ναούς της, ούτε για τ’ αγιάσματά της, ούτε για τα κάστρα της. Δεν θα σας μιλήσω ούτε για τον Πατριάρχη και την Πατριαρχική Αυλή. Γι’ αυτά μιλούν πολλοί και έχουν γράψει πολλά και γράφουν εισέτι. Θα σας απασχολήσω με κάτι που κανείς μέχρι τώρα δεν καταπιάστηκε. Θα σας μιλήσω για συναδέλφους. Για τους παπάδες της Πόλης. Γι’ αυτούς τους ήρωες για τους οποίους κανείς δεν ομιλεί, κανείς δεν γράφει. Θα σας μιλήσω για όσα έχω ακούσει, για όσα έχω δει, για όσα οι ίδιοι μου έχουν διηγηθεί. Ιερείς με οικογένειες, σε μακρινές ξεχασμένες ενορίες χωρίς ενορίτες, σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό. Ιστορίες άγνωστες, άλλες συγκινητικές, άλλες ηρωικές, αλλά όλες ενδιαφέρουσες. Φυσικά, θα αναφερθώ ενδεικτικά, σε πολύ λίγα, διότι δεν θα ήτο δυνατόν να αναφέρω στην αγάπη σας όλα όσα γνωρίζω. Για να κάνουμε και μια σύγκρισι μεταξύ αυτών και ημών. Διότι παραπονούμεθα πολλάκις αλλά χωρίς λόγο και αιτία. Ζουν οι ταπεινοί λευίτες της Κωνσταντινουπόλεως σε ένα εχθρικό περιβάλλον. Δεν γνωρίζουν από πού και από ποιόν θα έρθει η βρισιά, η πέτρα, το φτύσιμο. Λίγο να διαταραχθούν οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας, αυτοί πληρώνουν τα σπασμένα. Επίσης γνωρίζουν ότι εκεί είναι μόνιμοι. Κάθε φυγή προς τα εδώ ή το εξωτερικό σημαίνει καθαίρεση. Κι όμως μένουν εκεί «από του χρέους μη κινούντες». Ωσάν τον στρατιώτη μιας πύλης στην Πομπηΐα. Η λάβα του Βεζούβιου ήρθε και τον κάλυψε, μα εκείνος έμεινε ακίνητος φρουρός μιας διαταγής· να μην εγκατάλειψη την πύλη. Και στις ανασκαφές βρέθηκε πετρωμένος απ’ την λάβα με το δόρυ στο χέρι, στην πύλη.
Ο εφημέριος της Παναγίας στο Πέραν μου έλεγε πριν μερικά χρόνια: «Είμαι εδώ εφημέριος επί 54 χρόνια». Αν ζει, πρέπει να έχει ξεπεράσει τα 60 χρόνια ιερατικής διακονίας. Και είδε δόξες να περνούν και να χάνονται…Εμείς πολλές φορές έχουμε σαν όνειρο την συνταξιοδότηση. Να πάρουμε σύνταξη να γλυτώσουμε από τριμηνίες, προϋπολογισμούς και απόλογισμούς…
Γνώρισα τον π. Φιλόθεο στην ηλικία των 92 ετών. Ήτο εφημέριος στον Άγιο Γεώργιο Εδίρνε Καπού (στην Πύλη της Αδριανουπόλεως). Ενορίτες; Αυτός, η παπαδιά του και μία κόρη, αν δεν απατώμαι. Ψάλαμε μαζί σε μια Προηγιασμένη στο Αγίασμα των Βλαχερνών. Εθαύμασα την αντοχή του στο ψάλσιμο, παρ’ όλη την προχωρημένη ηλικία του. Μετά την απόλυση, τον ερώτησα: «Είσθε συνταξιούχος;» Μου απήντησε: «Εμείς εδώ δεν γνωρίζουμε τι έστι σύνταξις· πεθαίνουμε στο Θυσιαστήριο!». Μετά τρία έτη έμαθα ότι εκοιμήθη. Όμως εκοιμήθη ως λειτουργός. Στο Θυσιαστήριο, «από του χρέους μη κινών».
Ύστερα από το διάταγμα του Κεμάλ το 1934 η ρασοφορία εκτός του ναού απαγορεύεται. Οπότε οι ιερείς κυκλοφορούν με πολιτικά και εισερχόμενοι εις τον ναόν φορούν ράσο και καλυμαύχι. Διευκρινίζω πως η ρασοφορία έκτοτε απαγορεύθηκε για τους Τούρκους υπηκόους και μόνον, κι όχι δι’ όσους απλώς επισκέπτονται την Τουρκία (εξ Ελλάδος φερ’ ειπείν ή όπου αλλού). Ενθυμούμαι, λοιπόν, τον μακαριστόν π. Μελέτιο Σακκουλίδη, τον Μεγάλον Οικονόμον. Ήτο εφημέριος σε 11 ναούς της περιφερείας Υψωμαθείων. Έζησε τα δραματικά γεγονότα του ’55 στους Αγίους Θεοδώρους Βλάγκας. Αυτός ποτέ δεν κάθισε σε ώρα ακολουθίας ή Θείας Λειτουργίας. Μέχρι τέλους. Και εντύπωση μου είχε κάνει μεγάλη διότι δεν έκρυβε ποτέ την ιερωσύνη του. Και γένια έτρεφε και κόμη διατηρούσε. Μάλιστα δε ο μακάριος εκείνος στο αριστερό πέτο του σακακιού του είχε πάντοτε καρφιτσωμένο ένα χρυσό σταυρό. Και πάντα έτσι κυκλοφορούσε εν μέσω αλλογενών και αλλοθρήσκων· με τον σταυρό να λάμπει.
Αυτό το διάταγμα του Κεμάλ, έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τους εφημέριους τότε, αλλά και τους πιστούς. Έχει καταγραφεί ότι ο Πατριάρχης Φώτιος ο Β’ (επί του οποίου βγήκε το διάταγμα) ουδέποτε εξήλθε του Πατριαρχείου, αρνούμενος και μη ανεχόμενος να συνοδεύεται από παντελονοφόρους κληρικούς. Ο μακαριστός π. Γεώργιος Οκουμούσης εφημέριος στην Ίμβρο (εκοιμήθη ) μου εδιηγείτο τα εξής: «Ο πατέρας μου ήταν παπάς. Όταν ήλθε ειδοποίησις από το Πατριαρχείο να βγάλουν οι ιερείς τα ράσα, να περιορίσουν κατά το δυνατόν τη γενειάδα και να κόψουν την κοτσίδα (για να μη δίδουν στόχο, διότι τα πράγματα τότε ήσαν πολύ άγρια και επικίνδυνα) έπεσε θρήνος στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν ιερεύς στους Αγ. Θεοδώρους και έπρεπε να συμμορφωθεί. Με κλάματα η μητέρα μου παπαδιά πήρε το ψαλίδι, έκοψε την κοτσίδα και την τοποθέτησε σ’ ένα κουτί. Την έβαλε κάτω άπ’ τα εικονίσματα, και όταν ο πατέρας μου εκοιμήθη, το μόνο κτέρισμα που τον συνώδευσε στον τάφο ήσαν τα μαλλιά του, η κοτσίδα του»…
Είπα και προηγουμένως· οι κίνδυνοι ελλοχεύουν πάντοτε. Οι ιερείς είναι στο στόχαστρο. Ας κυκλοφορούν με πολιτικά, τους διακρίνουν αμέσως. Ακόμα, θυμηθείτε, αγνοείται η τύχη του πτώματος του Ηγουμένου του Μπαλουκλή Χρύσανθου. Κάποιο πηγάδι κρατάει το μυστικό του βασανισμού του…
Ο τέως Μέγας Εκκλησιάρχης π. Σεραφείμ όταν ήτο διάκονος, λειτουργούσε σε κάποιο ναό της περιφερείας του Βοσπόρου. Θες από άγνοια του κινδύνου, θες από αφέλεια φόρεσε γαλάζια διακονική στολή. Ήταν η εποχή μετά τα Σεπτεμβριανά. Ξαφνικά εισβάλλουν στον ναό τραμπούκοι εγκάθετοι και απήτησαν με κραυγές, βρίζοντας και απειλώντας, να βγάλη τα άμφια που θύμιζαν Ελλάδα…
Μου έλεγεν ο μακαρίτης παπα-Νεόφυτος εφημέριος στο Μπαλουκλή: «Κάποιος Χριστιανός με χάρισε ένα ρολόι χειρός που είχε στο κέντρο την Παναγία. Το φόρεσα και μπήκα στο λεωφορείο, για να πάω στο σπίτι μου στα Ταταύλα. Το λεωφορείο γεμάτο ήταν, θέσεις δεν είχε και στεκόμουν όρθιος. Πιάστηκα από τη χειρολαβή να μη πέσω, τραβήχτηκε το μανίκι και φάνηκε το ρολόι. Σαν κοράκια, σαν όρνια έπεσαν επάνω μου να με γδάρουν. Είδα κι έλαβα να γλυτώσω από τα χέρια τους. Και από τότε το έχω στην τσέπη του σακακιού μου». Εκείνο, αδελφοί μου, που είναι πολλές φορές ανυπόφορο για τους ιερείς της Πόλεως είναι η μοναξιά. Χωρίς οικογένεια, χωρίς ενορίτες.
Γνωρίζω, όμως, και μια εντελώς αντίθετη ιστορία. Την έζησα προσωπικώς. Μια ιστορία μεγάλης μετανοίας. Φυσικά, δεν θα αναφερθώ σε ονόματα ή ναούς.
Βρίσκομαι σ’ ένα πανηγυρίζοντα ιερό ναό κάπου στην Πόλι. Μέσα στο ιερό βήμα βλέπω ένα (για νεωκόρος μου φάνηκε) που εγνώριζε τα πάντα από τάξη. Άριστος στη διακονία του. Στο τέλος, με την απόλυση, τον πλησιάζω και τον συγχαίρω:
—Μπράβο! Είσαι ο καλύτερος νεωκόρος που έχω συναντήσει.
Αμέσως αυτός άρχισε να κλαίη!
—Μήπως σε προσέβαλα, ζητώ συγγνώμη, του λέγω.
—Όχι, πάτερ. Αλλά δεν είμαι νεωκόρος. Είμαι καθηρημένος διάκονος, και μένω στην Ελλάδα χρόνια τώρα, δουλεύοντας ως καθηγητής.
Συζητήσαμε επ’ αρκετόν. Κατάλαβα ότι δεν υπήρχαν ηθικοί λόγοι. Μόνον λόγοι ανυπακοής.
—Άκου, του λέγω, αν διετηρήθης καθαρός, πήγαινε στον Πατριάρχη. Βάλε μετάνοια. Ζήτησε συγγνώμη. Αυτός θα σε δεχθή και θα σε επαναφέρη.
Είπαμε κι άλλα πολλά. Σκορπίσαμε. Μετά από 2-3 χρόνια βρέθηκα πάλι στην Πόλι σε κάποιον άλλο ναό. Διακονούσε ένας διάκονος. Δεν μου πήγε στον νου τίποτε. Μετά την απόλυση με πλησιάζει, με αγκαλιάζει, με φιλάει, δακρύζει.
—Δεν με θυμάσαι; Είμαι ο τάδε, κι όλα έγιναν όπως μου είπες!
Τώρα πλέον ως ιερεύς άμισθος υπηρετεί με ζήλο πολύ σε εκκλησία της Πόλης! Καλή του ώρα!
Έχω δε διαπιστώσει ότι καλοί εφημέριοι διεμβολίζουν τους αλλόθρησκους και πολλάκις οι σχέσεις τους είναι φιλικές. Εξαιρούνται βεβαίως οι «γκρίζοι λύκοι».
Στα Σεπτεμβριανά όλες οι εκκλησίες της Πόλεως και των όμορων Μητροπόλεων υπέστησαν διώξεις, καταστροφές και ιεροσυλίες αφάνταστες. Μια, όμως, εγλύτωσε. Ποιά; Οι Άγιοι Απόστολοι στο Φερίκιοϊ.
Το τι θα συνέβαινε εκείνη τη φοβερή αποφράδα νύχτα, στους λεγάμενους (στους Τούρκους δηλαδή) ήταν γνωστό από ημερών πολλών. Έγινε θέμα συζητήσεως στους θαμώνες του απέναντι του ιερού ναού καφενείου. Ψιλοκουβεντιάζουν οι Τούρκοι μεταξύ τους. Άλλοι υπέρ, άλλοι κατά. Κάποιος επεμβαίνει.
—Πρέπει να προστατέψουμε τη ρωμαίικη εκκλησία, διότι σ’ αυτήν, το ξέρετε όλοι, είναι ένας παπάς που μας βοηθάει στις ανάγκες μας, στις αρρώστιες μας, στην ανέχειά μας.
—Πάψε, ρέ! Παραμύθια! λένε οι φωνασκούντες αντιτιθέμενοι.
—Θα σας το αποδείξω! Αμέσως κιόλας. Δεν έχω ούτε μια λίρα πάνω μου, ψάξτε με. Θα πάω στο σπίτι του παπά και θα σας φέρω 500 λίρες!
Πάει, λοιπόν, και χτυπάει την πόρτα. Ζητάει τα χρήματα παρακαλώντας, λέγοντας πως έχει μεγάλη ανάγκη, άρρωστη γυναίκα και άλλα τέτοια. Ο παπάς απαντά:
—Βρε παιδί μου, δεν έχω τόσα χρήματα πάνω μου, και μάλιστα τέτοια ώρα. Θα ζητήσω και από τις αδελφές μου, όμως. Περίμενε!
Συγκεντρώνει το ποσόν και του το δίδει. Τότε ο Τούρκος τρέχει στο καφενείο και κρατώντας τα χρήματα στα χέρια του ψηλά και δείχνοντάς τα φωνάζει στους ομοφύλους του:
—Βλέπετε, όλοι; Αυτός είναι ο παπάς!
Έτσι, λοιπόν, εκείνο το φρικτό βράδυ του 1955, όλοι οι τούρκοι γείτονες περικύκλωσαν την εκκλησία των Αγίων Αποστόλων και όταν άρχισαν να έρχονται οι παρακρατικοί τραμπούκοι και ο μαινόμενος όχλος με ρόπαλα και μαχαίρια, βρήκαν τους ομοθρήσκους τους να προασπίζονται αποφασισμένοι τον ιερό ναό: «θα περάσετε πάνω απ’ τα πτώματά μας και ύστερα θα πειράξετε τον ναό και τον παπά»!
Υπάρχουν, αδελφοί συλλειτουργοί, και άλλα πολλά. Ενθυμούμαι όμως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που λέγει ότι ο λόγος δεν πρέπει να γίνεται «αηδής διά τον κόρον», διό και τελειώνω εδώ.
Αυτοί οι πρεσβύτεροι αξίζουν τον θαυμασμό μας. Χωρίς ποίμνιο, χωρίς «τυχερά», χωρίς κρατική ενίσχυσι, χωρίς καμμιά εξουσία (σημειωτέον πως η κρατική εξουσία εκεί δεν αναγνωρίζει καθόλου τους κληρικούς παρά μόνον τους εφοροεπιτρόπους των βακουφιών. Οι ιερείς και οι επίσκοποι είναι ως μη υπάρχοντες, γαντζωμένοι σαν τα στρείδια στον βράχο της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, χτυπούν καμπάνα και μ’ αυτήν διαλαλούν ότι υπάρχουν, ότι η Ρωμηοσύνη ζη και θα ζη έως ότου έλθη ο Ευλογημένος. Αμήν.
Αρχιμ. Δοσίθεος (Κανέλλος), Ηγούμενος Ι.Μ. Παναγίας Τατάρνης Ευρυτανίας
Πηγή: Περιοδικό Ανάπλασις, τ. 462-463, Ιανουάριος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο μακαριστός Γέροντας Δοσίθεος Κανέλλος(+ 4 Ιανουαρίου 2023) για την εκκοσμίκευση στην Εκκλησία κ.α.
Το μήνυμα της αναστάσεως το έχει η ίδια η λέξη Ανάσταση που σημαίνει σηκώνομαι όρθιος. Ο Κύριος το θάνατο πατήσας κι αναστήθηκε. Ο σταυρός δεν είναι ποτέ σημείο θανάτου. Όταν βάζουμε σταυρό στον τάφο σημαίνει ότι αυτός δεν πέθανε αλλά θ’ αναστηθεί. Ο σταυρός είναι σύμβολο της Αναστάσεως.
Ένας μοναχός δεν πρέπει να πιστεύει ότι είναι καλύτερος και αγιότερος από τον υπόλοιπο κόσμο. Μάλιστα η πραγματική θεολογία λέει ότι ο μοναχός είναι κάτω πάντων. Γι αυτό οι πιστοί δεν πρέπει να φιλάνε χέρι μοναχού ή μοναχής. Μόνο αν είναι ιερομόναχος, γιατί έχει ιεροσύνη. Ο μοναχός είναι από τη φύση του συντηρητικός. Πρέπει να είναι. Όχι φανατικός· συντηρητικός. Και δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτό. «Συντηρητικός», είναι αυτός που έχει σύνεση. Αυτός που δέκα φορές μετράει και μία κόβει. Συνεχίζει τη ζωή των μαρτύρων, ζει το μαρτύριο της συνειδήσεως, γίνεται μάρτυρας με την προαίρεσή του. Προσπαθεί να ζήσει ζωή αγγελική («φῶς γὰρ μοναχοῖς ἄγγελοι»). Αντιδιαστέλλεται με οξύτητα σε κάθε τι το κοσμικό. Το Μοναστήρι είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος προσευχής και άσκησης. Η προσευχή του μοναχού γίνεται μοχλός που ακόμη και τη γη μπορεί να κινήσει. Ο Μέγας Αντώνιος, «τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν εὐχαῖς αὐτοῦ». Ακόμη και βασιλείς πίστευαν (και είχαν δίκαιο!) πως οι προσευχές των μοναχών βοηθούν όλο το Κράτος (Ιουστινιανού Νεαρά 135, κεφ. 5).
«Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως «πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή «παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξη «πάπας» που τόσον έχει παρεξηγηθή εξαιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης. Τονίζω ότι ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος». Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι. Δεν υπάρχει στην Εκκλησία του Χριστού διάκριση μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω: «Τί εννοείτε;». Μου απαντά: «Θα λειτουργήσουμε μόνον εμείς οι άγαμοι». «Συγγνώμη, μα εγώ δεν θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω». «Γιατί;», ερωτά. Και του απαντώ: «Πρώτον, διότι αυτό είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την διάκριση μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι εγώ δεν είμαι παρθένος». Εκεί τινάχτηκε! Λέει: «Τί εννοείς;». «Εννοώ πως αν ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «Και γυναίκα ού γινώσκω και παρθένος ούκ ειμί», εγώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως είμαι παρθένος». Εξάλλου η Εκκλησία του Χριστού, εκ των ανδρών μόνον ένα ονόμασε Παρθένο∙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Οι υπόλοιποι είμαστε καθ’ υπόνοιαν «παρθένοι». Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου, αισθάνομαι πολλήν την οικειότητα ανάμεσά σας. Άλλωστε να ξέρετε πως οι καλύτεροί μου φίλοι είναι οι έγγαμοι κληρικοί. Και χαίρω ιδιαιτέρως, όταν έρχονται στο Μοναστήρι μας και λειτουργούν. Διότι δεν είναι σωστό κάποιοι αρχιμανδρίτες των 20-25 χρόνων να περιφρονούν κληρικούς έγγαμους 80-85 χρόνων. (απόσπασμα ομιλίας σε κληρικούς).
Η εκκοσμίκευση στην Εκκλησία
Είναι πολλοί αυτοί που λένε: «Πάρα είναι αυστηρή η Εκκλησία! Όχι τούτο, όχι εκείνο. Όχι στις προγαμιαίες σχέσεις, ασκητική έξω από τον γάμο, ασκητική μέσα στο γάμο, νηστείες μακρινές κι ατελείωτες, ακολουθίες ατέρμονες (μέχρι που κουνάς το ρολόι σου μήπως σταμάτησε!). Βάλτε λίγο νερό στο κρασί! Δεν ακούτε τον Κοραή και τους “διαφωτιστάς” της Δύσεως; Ακόμη στο μεσαίωνα θα ζούμε;!…», και τα εξής.
Να την, λοιπόν και η εκκοσμίκευση. Να πάει η Εκκλησία προς τον κόσμο· όχι ο κόσμος προς την Εκκλησία. Να κατεβούμε· όχι, να ανεβούμε. Από κόσμος–στολίδι, να γίνουμε υπόκοσμος–δυσωδία.
Σκοπός: ν’ ανοίξουν οι πόρτες της Μάνδρας που είναι απάτητη στους λύκους και να μπουν μέσα κάθε είδους θηρία. Μπάτε χίλιοι αλέστε, και αλεστικά μη δώσετε! Κι όποιος γλυτώσει! Αυτά τα σχέδια «αλώσεως» του εκκλησιαστικού φρονήματος και της εκκλησιαστικής ζωής ξεκινούν, βεβαίως, απ’ τον Κοραή και την ανεκδιήγητη θεωρία της «μετακενώσεως», μπαίνουν στον ελληνικό διαφωτισμό (γράφε: «σκοταδισμό»!) και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας. Κι έχουν πετύχει πολλά. Για τα όσα πέτυχαν στις ενορίες, ας γράψουν άλλοι που είναι περισσότερο ειδικοί από μένα. Εγώ θα γράψω γι’ αυτά που γνωρίζω καλά· για την εκκοσμίκευση του φρονήματος πολλών μοναχών.
Θα νόμιζε κανείς ότι μέσα σ’ αυτόν τον αναβρασμό, μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, θα έμεναν τα Μοναστήρια μας ανέπαφα. Δυστυχώς, δεν έμειναν!
….Στα νιάτα μου πήγαινα τακτικά στο Άγιον Όρος. Πήγαινα για να διδαχθώ και πράγματι έμαθα πολλά. Δάσκαλός μου ήταν ο Γέρων της Αδελφότητας των Δανιηλαίων, στα Κατουνάκια, ο μοναχός Γερόντιος (1891–1973). Σοφός καλόγηρος, με πλατειές αντιλήψεις, χωρίς φανατισμούς και παρωπίδες. Από αυτόν έμαθα να διακρίνω το εκκλησιαστικό από το κοσμικό φρόνημα. Αυτός με έμαθε να συντονίζω το βήμα μου με το βήμα της Εκκλησίας, να μετρώ με τα μέτρα της Εκκλησίας, να σταθμίζω τα πράγματα με το νήμα της στάθμης της Εκκλησίας. Αιωνία του η μνήμη!
Μου έλεγε, λοιπόν:
«Ποτέ, πάτερ μου, μη κατακρίνεις μοναχό ή κληρικό για ηθικά παραπτώματα. Γιατί, την ώρα που εσύ τον κατακρίνεις, αυτός μπορεί να έχει μετανοήσει και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Και ενώ αυτός σώζεται, εσύ όμως κατακρίνεσαι. Όμως, να είσαι αυστηρός με κληρικούς ή μοναχούς που «αἴρουν ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Αυτοί οι νεωτεριστές με το κοσμικό φρόνημα κάνουν μεγάλο κακό στην Εκκλησία. Όποιον νεωτερισμό και αν εισάγουν, γίνεται κακή παράδοση και δε διορθώνεται με τίποτα!»
Μου έλεγε και άλλα πολλά. Ήταν μία ζωντανή ιστορία του Αγίου Όρους.
«Το κοσμικό φρόνημα (δηλαδή η εκκοσμίκευση) ήλθε, πάτερ μου, από τους Ρώσους στο Άγιον Όρος. Οι χθεσινοί στρατιώτες του Τσάρου, γίνονται σήμερα καλόγηροι. Ο Τσάρος ήθελε να μεταβάλλει το Άγιο Όρος σε προωθημένο φυλάκιο του πανσλαβισμού στο Αιγαίο. Αυτοί έφεραν την πολυτέλεια, τα μεταξωτά ράσα και τα αραχνοΰφαντα κουκούλια και τις σκληρές σκούφιες. Τότε ήλθαν οι συχνές–πυκνές καταλύσεις νηστειών χάριν υποτιθέμενων αργιών. Τότε μοίραζαν τις λίρες με το σακκούλι και το χαβιάρι με το φτυάρι». Για όλα αυτά, μου έφερνε και παραδείγματα σοβαρά και φαιδρά, που όμως δεν χωρούν σ’ ένα άρθρο.
Ευτυχώς που ο Γέρων Γερόντιος εκοιμήθη και δεν βλέπει με τα σωματικά του μάτια αυτά που γίνονται σήμερα. Περικοπές ιερών Ακολουθιών, εκκοσμίκευση του Τυπικού, εισαγωγή νέων ύμνων (του τύπου «Αγνή Παρθένε…») είναι πια κάτι το συνηθισμένο. Ακούγονται διαταγές ηγουμένης, σαν και αυτή: «Απόψε θα κάνουμε δύο (!) “Χαιρετισμούς”· έναν στις τέσσερις και έναν στις έξι, γιατί θα έρθουν τέσσερα πούλμαν!» Σε ερώτησή μου σε γυναικείο Μοναστήρι με πάνω από πενήντα καλόγριες, μετά τον Εσπερινό: «γιατί παραλείψατε το Ψαλτήρι;», η απάντηση ήταν ξερή: «γιατί περιμένουμε κόσμο!». Οπότε το Μοναστήρι μεταβάλλεται σε κατάστημα πώλησης εργόχειρων και τα πάντα προσαρμόζονται πάνω στην βάση ενός και μόνου σκοπού: «Να έρχεται κόσμος»! Το Μοναστήρι, τότε, μεταβάλλεται σε ενορία. Πράγμα που, εκκλησιαστικά, είναι ανεπίτρεπτο. Και αυτό επιφέρει μία σύγχυση που δεν είναι καθόλου τυχαία. Και γι’ αυτό υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι μοναχοί. Αντί να διδάσκουμε τους χριστιανούς να έχουν ζωντανή σχέση με την ενορία τους, τους διδάσκουμε να έρχονται σ’ εμάς. Γιατί, εδώ σ’ εμάς, υπάρχει «αγιότητα», υπάρχει «κατάνυξη», υπάρχει «μισοσκόταδο». Κι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στις μέρες μας η καλογερική θεωρείται ως η αφρόκρεμα (η «ελίτ») της κοινωνίας. Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας ο μοναχός είναι κάτω απ’ όλους. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την αρχαία πράξη ο μοναχός ποτέ δεν αποσχηματιζόταν. Οτιδήποτε κι αν διέπραττε. Τώρα πια, στον τύπο του σύγχρονου μοναχού δεν ταιριάζει το «πολύθυρον τριβώνιον», το τρύπιο ράσο δηλαδή, ούτε τα χονδροπάπουτσα, ούτε οι «μαλλίνες» (=οι άσπρες μάλλινες φανέλες τις οποίες φορά κατάσαρκα ο υποψήφιος μοναχός καθώς προσάγεται για την μοναχική κουρά του), ούτε τα «τσουράπια» (=άσπρες μάλλινες κάλτσες που πρωτοφοριούνται στην μοναχική κουρά), ούτε ο τορβάς. Τώρα τον λόγο τον έχουν τα πτυχία, οι γνώσεις, οι δημόσιες σχέσεις. Και, κυρίως, ο «κοινωνικός μοναχισμός». Λίγη προσευχή (κι αυτή σε ζεστό ή δροσερό περιβάλλον, ανάλογα την εποχή!) και πολύ «δράση». Πολλή φιλοσοφία και ελάχιστη θεολογία, δηλαδή ελάχιστη πνευματική ζωή. Πολλή κριτική εναντίον πάντων και καθόλου αυτοκριτική. Απαντήσεις για όλα τα θέματα (από αντισύλληψη μέχρι σύλληψη!). Και, παρακαλώ, όχι αντιρρήσεις. Ράσο ατσαλάκωτο αρίστης ποιότητος και κουκούλι για νεράιδες. Και, κυρίως, όχι ζόρι. Και έτσι, με την παραχώρηση του Θεού, φθάσαμε σε μοναχούς «ροκάδες» που τραγουδούν λικνιζόμενοι στους αισθησιακούς ρυθμούς της rock μουσικής, παίζοντας ηλεκτρική κιθάρα «για το καλό μας» και για το «καλό» της νεολαίας. Πώς αλλιώς άλλωστε θα γνωρίσει αυτή τον Χριστό;
Ήμουν είκοσι ετών. Πριν από 54 χρόνια, όταν ήμουν λαϊκός ακόμη. Ξεκινώ απ’ τη Μονή Καρακάλου για τη Μεγίστη Λαύρα. Σύνολο πεζοπορίας, ώρες πέντε (τώρα, βέβαια, άλλαξαν τα πράγματα!). Κουρασμένος και διψασμένος, σταματώ στο Αγίασμα του Αγίου Αθανασίου, στο μέσον περίπου της πορείας. Πίνω απ’ το Αγίασμα. Βγαίνω έξω και κάθομαι σ’ ένα ξύλινο παγκάκι. Ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά μου ένας καλόγερος. Υπέργηρος, αλλά στητός και γεροδεμένος. Στα λευκά του μαλλιά και στη μακριά του γενειάδα, ζήτημα αν είχε εισχωρήσει χτένα ποτέ. Ήταν μονοχίτων. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο ζωστικό ακαθορίστου χρώματος. Μια μάλλινη χοντρή σκούφια κάλυπτε το κεφάλι του. Το λάσιον (=τριχωτό) στήθος του στόλιζε ένας παλιός ξύλινος σταυρός. Ήταν ξυπόλητος. Εντυπωσιάστηκα. Είχα ακούσει από διηγήσεις Αγιορειτών ότι υπήρχαν ασκητές μέσα στο δάσος, χωρίς καλύβη, χωρίς μόνιμη κατοικία, οι οποίοι δεν εμφανίζονταν στους ανθρώπους.
«Θα είναι ένας απ’ αυτούς!», σκέφτηκα αστραπιαία. Σηκώνομαι αμέσως. Προσπαθώ να του φιλήσω το χέρι. Δεν δέχθηκε. «Δεν είμαι παπάς», λέγει, «καλόγηρος είμαι!». Καθίσαμε. Πιάσαμε κουβέντα.
–Πόσα χρόνια έχετε στο Όρος; ρωτώ.
–Ογδόντα, μου απαντά.
Εκπλήσσομαι.
–Και πόσο ετών ήσασταν όταν ήρθατε;
–Δεκαπέντε.
–Βγήκατε ποτέ έξω; ρωτώ και πάλι.
–Όχι, ποτέ.
–Αυτοκίνητο είδατε ποτέ;
–Όχι, γιατί όταν ήλθα δεν υπήρχαν στον κόσμο.
Τότε μου ξεφεύγει μια ερώτηση για την οποία ακόμη ντρέπομαι:
–Θυμάστε πώς είναι οι γυναίκες;
Δεν θυμώνει. Μου απαντά με πολλή καλοσύνη:
–Όχι. Βλέπω την Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και συμπεραίνω πώς πρέπει να είναι!
Δεν συνεχίσαμε. Χαιρετισθήκαμε.
Εξαφανίσθηκε μέσα στο δάσος, έτσι ξαφνικά, όπως και ξαφνικά εμφανίσθηκε. Δεν εξαφανίσθηκε, όμως, ποτέ απ’ τη μνήμη μου. Όσο ζω θα θυμάμαι εκείνη την τραχειά μορφή αλλά και την τόσο ήρεμη, τη γνήσια, την ατόφια, που λες και βγήκε από κάποια τοιχογραφία της πάλαι ποτέ Μονής των Αμαλφηνών. Είχα συναντήσει τον ΚΑΛΟΓΗΡΟ! Σ’ ευχαριστώ, Κύριέ μου!…
Από ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ και ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ
Το μήνυμα της αναστάσεως το έχει η ίδια η λέξη Ανάσταση που σημαίνει σηκώνομαι όρθιος. Ο Κύριος το θάνατο πατήσας κι αναστήθηκε. Ο σταυρός δεν είναι ποτέ σημείο θανάτου. Όταν βάζουμε σταυρό στον τάφο σημαίνει ότι αυτός δεν πέθανε αλλά θ’ αναστηθεί. Ο σταυρός είναι σύμβολο της Αναστάσεως.
Ένας μοναχός δεν πρέπει να πιστεύει ότι είναι καλύτερος και αγιότερος από τον υπόλοιπο κόσμο. Μάλιστα η πραγματική θεολογία λέει ότι ο μοναχός είναι κάτω πάντων. Γι αυτό οι πιστοί δεν πρέπει να φιλάνε χέρι μοναχού ή μοναχής. Μόνο αν είναι ιερομόναχος, γιατί έχει ιεροσύνη. Ο μοναχός είναι από τη φύση του συντηρητικός. Πρέπει να είναι. Όχι φανατικός· συντηρητικός. Και δεν υπάρχει τίποτα το μεμπτό σ’ αυτό. «Συντηρητικός», είναι αυτός που έχει σύνεση. Αυτός που δέκα φορές μετράει και μία κόβει. Συνεχίζει τη ζωή των μαρτύρων, ζει το μαρτύριο της συνειδήσεως, γίνεται μάρτυρας με την προαίρεσή του. Προσπαθεί να ζήσει ζωή αγγελική («φῶς γὰρ μοναχοῖς ἄγγελοι»). Αντιδιαστέλλεται με οξύτητα σε κάθε τι το κοσμικό. Το Μοναστήρι είναι ο κατ’ εξοχήν τόπος προσευχής και άσκησης. Η προσευχή του μοναχού γίνεται μοχλός που ακόμη και τη γη μπορεί να κινήσει. Ο Μέγας Αντώνιος, «τὴν οἰκουμένην ἐστήριξεν εὐχαῖς αὐτοῦ». Ακόμη και βασιλείς πίστευαν (και είχαν δίκαιο!) πως οι προσευχές των μοναχών βοηθούν όλο το Κράτος (Ιουστινιανού Νεαρά 135, κεφ. 5).
«Παπάς» είναι λέξις τιμητική και είναι χαϊδευτικό της λέξεως «πατήρ», και μετάφρασις της αραμαϊκής λέξεως «αββάς». Και η λέξις «παπάς» ή «παπίας» δεν είναι μακρυά ετυμολογικώς από την λέξη «πάπας» που τόσον έχει παρεξηγηθή εξαιτίας της χρήσεώς της από τον επίσκοπο Ρώμης. Τονίζω ότι ιερομόναχοι και έγγαμοι πρεσβύτεροι είμεθα ένα· άνευ διακρίσεως «αγιότητος». Είμαι παπάς, είσθε παπάδες. Είμαι πρεσβύτερος, είσθε πρεσβύτεροι. Δεν υπάρχει στην Εκκλησία του Χριστού διάκριση μεταξύ έγγαμου και άγαμου κλήρου. Όπου υπάρχει διάκρισις, εκεί υπάρχει αίρεσις. Διότι μια φορά, θυμάμαι, κάποιοι αρχιερείς οι οποίοι προέρχονταν από οργανώσεις είχαν επισκεφθεί το Μοναστήρι που ήμουν καλόγηρος. Και λέγει τότε ο οικείος επίσκοπος, μακαριστός πλέον τώρα, πως την επομένη ημέρα θα ετελείτο μια «παρθενική Λειτουργία». Του λέγω: «Τί εννοείτε;». Μου απαντά: «Θα λειτουργήσουμε μόνον εμείς οι άγαμοι». «Συγγνώμη, μα εγώ δεν θα λειτουργήσω, δεν θα έρθω». «Γιατί;», ερωτά. Και του απαντώ: «Πρώτον, διότι αυτό είναι εγκρατιτική αίρεσις, δεύτερον διότι οι Κανόνες της Εκκλησίας απαγορεύουν την διάκριση μεταξύ άγαμου και έγγαμου επί ποινή αφορισμού, και τρίτον διότι εγώ δεν είμαι παρθένος». Εκεί τινάχτηκε! Λέει: «Τί εννοείς;». «Εννοώ πως αν ο Μέγας Βασίλειος λέγει ότι «Και γυναίκα ού γινώσκω και παρθένος ούκ ειμί», εγώ δεν μπορώ να ισχυρισθώ πως είμαι παρθένος». Εξάλλου η Εκκλησία του Χριστού, εκ των ανδρών μόνον ένα ονόμασε Παρθένο∙ τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και Ευαγγελιστή. Οι υπόλοιποι είμαστε καθ’ υπόνοιαν «παρθένοι». Γι’ αυτό λοιπόν, αγαπητοί μου, αισθάνομαι πολλήν την οικειότητα ανάμεσά σας. Άλλωστε να ξέρετε πως οι καλύτεροί μου φίλοι είναι οι έγγαμοι κληρικοί. Και χαίρω ιδιαιτέρως, όταν έρχονται στο Μοναστήρι μας και λειτουργούν. Διότι δεν είναι σωστό κάποιοι αρχιμανδρίτες των 20-25 χρόνων να περιφρονούν κληρικούς έγγαμους 80-85 χρόνων. (απόσπασμα ομιλίας σε κληρικούς).
Η εκκοσμίκευση στην Εκκλησία
Είναι πολλοί αυτοί που λένε: «Πάρα είναι αυστηρή η Εκκλησία! Όχι τούτο, όχι εκείνο. Όχι στις προγαμιαίες σχέσεις, ασκητική έξω από τον γάμο, ασκητική μέσα στο γάμο, νηστείες μακρινές κι ατελείωτες, ακολουθίες ατέρμονες (μέχρι που κουνάς το ρολόι σου μήπως σταμάτησε!). Βάλτε λίγο νερό στο κρασί! Δεν ακούτε τον Κοραή και τους “διαφωτιστάς” της Δύσεως; Ακόμη στο μεσαίωνα θα ζούμε;!…», και τα εξής.
Να την, λοιπόν και η εκκοσμίκευση. Να πάει η Εκκλησία προς τον κόσμο· όχι ο κόσμος προς την Εκκλησία. Να κατεβούμε· όχι, να ανεβούμε. Από κόσμος–στολίδι, να γίνουμε υπόκοσμος–δυσωδία.
Σκοπός: ν’ ανοίξουν οι πόρτες της Μάνδρας που είναι απάτητη στους λύκους και να μπουν μέσα κάθε είδους θηρία. Μπάτε χίλιοι αλέστε, και αλεστικά μη δώσετε! Κι όποιος γλυτώσει! Αυτά τα σχέδια «αλώσεως» του εκκλησιαστικού φρονήματος και της εκκλησιαστικής ζωής ξεκινούν, βεβαίως, απ’ τον Κοραή και την ανεκδιήγητη θεωρία της «μετακενώσεως», μπαίνουν στον ελληνικό διαφωτισμό (γράφε: «σκοταδισμό»!) και φθάνουν μέχρι τις μέρες μας. Κι έχουν πετύχει πολλά. Για τα όσα πέτυχαν στις ενορίες, ας γράψουν άλλοι που είναι περισσότερο ειδικοί από μένα. Εγώ θα γράψω γι’ αυτά που γνωρίζω καλά· για την εκκοσμίκευση του φρονήματος πολλών μοναχών.
Θα νόμιζε κανείς ότι μέσα σ’ αυτόν τον αναβρασμό, μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, θα έμεναν τα Μοναστήρια μας ανέπαφα. Δυστυχώς, δεν έμειναν!
….Στα νιάτα μου πήγαινα τακτικά στο Άγιον Όρος. Πήγαινα για να διδαχθώ και πράγματι έμαθα πολλά. Δάσκαλός μου ήταν ο Γέρων της Αδελφότητας των Δανιηλαίων, στα Κατουνάκια, ο μοναχός Γερόντιος (1891–1973). Σοφός καλόγηρος, με πλατειές αντιλήψεις, χωρίς φανατισμούς και παρωπίδες. Από αυτόν έμαθα να διακρίνω το εκκλησιαστικό από το κοσμικό φρόνημα. Αυτός με έμαθε να συντονίζω το βήμα μου με το βήμα της Εκκλησίας, να μετρώ με τα μέτρα της Εκκλησίας, να σταθμίζω τα πράγματα με το νήμα της στάθμης της Εκκλησίας. Αιωνία του η μνήμη!
Μου έλεγε, λοιπόν:
«Ποτέ, πάτερ μου, μη κατακρίνεις μοναχό ή κληρικό για ηθικά παραπτώματα. Γιατί, την ώρα που εσύ τον κατακρίνεις, αυτός μπορεί να έχει μετανοήσει και να κλαίει για τις αμαρτίες του. Και ενώ αυτός σώζεται, εσύ όμως κατακρίνεσαι. Όμως, να είσαι αυστηρός με κληρικούς ή μοναχούς που «αἴρουν ὅρια αἰώνια, ἃ ἔθεντο οἱ Πατέρες ἡμῶν». Αυτοί οι νεωτεριστές με το κοσμικό φρόνημα κάνουν μεγάλο κακό στην Εκκλησία. Όποιον νεωτερισμό και αν εισάγουν, γίνεται κακή παράδοση και δε διορθώνεται με τίποτα!»
Μου έλεγε και άλλα πολλά. Ήταν μία ζωντανή ιστορία του Αγίου Όρους.
«Το κοσμικό φρόνημα (δηλαδή η εκκοσμίκευση) ήλθε, πάτερ μου, από τους Ρώσους στο Άγιον Όρος. Οι χθεσινοί στρατιώτες του Τσάρου, γίνονται σήμερα καλόγηροι. Ο Τσάρος ήθελε να μεταβάλλει το Άγιο Όρος σε προωθημένο φυλάκιο του πανσλαβισμού στο Αιγαίο. Αυτοί έφεραν την πολυτέλεια, τα μεταξωτά ράσα και τα αραχνοΰφαντα κουκούλια και τις σκληρές σκούφιες. Τότε ήλθαν οι συχνές–πυκνές καταλύσεις νηστειών χάριν υποτιθέμενων αργιών. Τότε μοίραζαν τις λίρες με το σακκούλι και το χαβιάρι με το φτυάρι». Για όλα αυτά, μου έφερνε και παραδείγματα σοβαρά και φαιδρά, που όμως δεν χωρούν σ’ ένα άρθρο.
Ευτυχώς που ο Γέρων Γερόντιος εκοιμήθη και δεν βλέπει με τα σωματικά του μάτια αυτά που γίνονται σήμερα. Περικοπές ιερών Ακολουθιών, εκκοσμίκευση του Τυπικού, εισαγωγή νέων ύμνων (του τύπου «Αγνή Παρθένε…») είναι πια κάτι το συνηθισμένο. Ακούγονται διαταγές ηγουμένης, σαν και αυτή: «Απόψε θα κάνουμε δύο (!) “Χαιρετισμούς”· έναν στις τέσσερις και έναν στις έξι, γιατί θα έρθουν τέσσερα πούλμαν!» Σε ερώτησή μου σε γυναικείο Μοναστήρι με πάνω από πενήντα καλόγριες, μετά τον Εσπερινό: «γιατί παραλείψατε το Ψαλτήρι;», η απάντηση ήταν ξερή: «γιατί περιμένουμε κόσμο!». Οπότε το Μοναστήρι μεταβάλλεται σε κατάστημα πώλησης εργόχειρων και τα πάντα προσαρμόζονται πάνω στην βάση ενός και μόνου σκοπού: «Να έρχεται κόσμος»! Το Μοναστήρι, τότε, μεταβάλλεται σε ενορία. Πράγμα που, εκκλησιαστικά, είναι ανεπίτρεπτο. Και αυτό επιφέρει μία σύγχυση που δεν είναι καθόλου τυχαία. Και γι’ αυτό υπεύθυνοι είμαστε εμείς οι μοναχοί. Αντί να διδάσκουμε τους χριστιανούς να έχουν ζωντανή σχέση με την ενορία τους, τους διδάσκουμε να έρχονται σ’ εμάς. Γιατί, εδώ σ’ εμάς, υπάρχει «αγιότητα», υπάρχει «κατάνυξη», υπάρχει «μισοσκόταδο». Κι όλα αυτά συμβαίνουν γιατί στις μέρες μας η καλογερική θεωρείται ως η αφρόκρεμα (η «ελίτ») της κοινωνίας. Κατά την διδασκαλία της Εκκλησίας ο μοναχός είναι κάτω απ’ όλους. Γι’ αυτό και σύμφωνα με την αρχαία πράξη ο μοναχός ποτέ δεν αποσχηματιζόταν. Οτιδήποτε κι αν διέπραττε. Τώρα πια, στον τύπο του σύγχρονου μοναχού δεν ταιριάζει το «πολύθυρον τριβώνιον», το τρύπιο ράσο δηλαδή, ούτε τα χονδροπάπουτσα, ούτε οι «μαλλίνες» (=οι άσπρες μάλλινες φανέλες τις οποίες φορά κατάσαρκα ο υποψήφιος μοναχός καθώς προσάγεται για την μοναχική κουρά του), ούτε τα «τσουράπια» (=άσπρες μάλλινες κάλτσες που πρωτοφοριούνται στην μοναχική κουρά), ούτε ο τορβάς. Τώρα τον λόγο τον έχουν τα πτυχία, οι γνώσεις, οι δημόσιες σχέσεις. Και, κυρίως, ο «κοινωνικός μοναχισμός». Λίγη προσευχή (κι αυτή σε ζεστό ή δροσερό περιβάλλον, ανάλογα την εποχή!) και πολύ «δράση». Πολλή φιλοσοφία και ελάχιστη θεολογία, δηλαδή ελάχιστη πνευματική ζωή. Πολλή κριτική εναντίον πάντων και καθόλου αυτοκριτική. Απαντήσεις για όλα τα θέματα (από αντισύλληψη μέχρι σύλληψη!). Και, παρακαλώ, όχι αντιρρήσεις. Ράσο ατσαλάκωτο αρίστης ποιότητος και κουκούλι για νεράιδες. Και, κυρίως, όχι ζόρι. Και έτσι, με την παραχώρηση του Θεού, φθάσαμε σε μοναχούς «ροκάδες» που τραγουδούν λικνιζόμενοι στους αισθησιακούς ρυθμούς της rock μουσικής, παίζοντας ηλεκτρική κιθάρα «για το καλό μας» και για το «καλό» της νεολαίας. Πώς αλλιώς άλλωστε θα γνωρίσει αυτή τον Χριστό;
Ήμουν είκοσι ετών. Πριν από 54 χρόνια, όταν ήμουν λαϊκός ακόμη. Ξεκινώ απ’ τη Μονή Καρακάλου για τη Μεγίστη Λαύρα. Σύνολο πεζοπορίας, ώρες πέντε (τώρα, βέβαια, άλλαξαν τα πράγματα!). Κουρασμένος και διψασμένος, σταματώ στο Αγίασμα του Αγίου Αθανασίου, στο μέσον περίπου της πορείας. Πίνω απ’ το Αγίασμα. Βγαίνω έξω και κάθομαι σ’ ένα ξύλινο παγκάκι. Ξαφνικά, παρουσιάζεται μπροστά μου ένας καλόγερος. Υπέργηρος, αλλά στητός και γεροδεμένος. Στα λευκά του μαλλιά και στη μακριά του γενειάδα, ζήτημα αν είχε εισχωρήσει χτένα ποτέ. Ήταν μονοχίτων. Φορούσε ένα ξεθωριασμένο, χιλιομπαλωμένο ζωστικό ακαθορίστου χρώματος. Μια μάλλινη χοντρή σκούφια κάλυπτε το κεφάλι του. Το λάσιον (=τριχωτό) στήθος του στόλιζε ένας παλιός ξύλινος σταυρός. Ήταν ξυπόλητος. Εντυπωσιάστηκα. Είχα ακούσει από διηγήσεις Αγιορειτών ότι υπήρχαν ασκητές μέσα στο δάσος, χωρίς καλύβη, χωρίς μόνιμη κατοικία, οι οποίοι δεν εμφανίζονταν στους ανθρώπους.
«Θα είναι ένας απ’ αυτούς!», σκέφτηκα αστραπιαία. Σηκώνομαι αμέσως. Προσπαθώ να του φιλήσω το χέρι. Δεν δέχθηκε. «Δεν είμαι παπάς», λέγει, «καλόγηρος είμαι!». Καθίσαμε. Πιάσαμε κουβέντα.
–Πόσα χρόνια έχετε στο Όρος; ρωτώ.
–Ογδόντα, μου απαντά.
Εκπλήσσομαι.
–Και πόσο ετών ήσασταν όταν ήρθατε;
–Δεκαπέντε.
–Βγήκατε ποτέ έξω; ρωτώ και πάλι.
–Όχι, ποτέ.
–Αυτοκίνητο είδατε ποτέ;
–Όχι, γιατί όταν ήλθα δεν υπήρχαν στον κόσμο.
Τότε μου ξεφεύγει μια ερώτηση για την οποία ακόμη ντρέπομαι:
–Θυμάστε πώς είναι οι γυναίκες;
Δεν θυμώνει. Μου απαντά με πολλή καλοσύνη:
–Όχι. Βλέπω την Εικόνα της Κυρίας Θεοτόκου και συμπεραίνω πώς πρέπει να είναι!
Δεν συνεχίσαμε. Χαιρετισθήκαμε.
Εξαφανίσθηκε μέσα στο δάσος, έτσι ξαφνικά, όπως και ξαφνικά εμφανίσθηκε. Δεν εξαφανίσθηκε, όμως, ποτέ απ’ τη μνήμη μου. Όσο ζω θα θυμάμαι εκείνη την τραχειά μορφή αλλά και την τόσο ήρεμη, τη γνήσια, την ατόφια, που λες και βγήκε από κάποια τοιχογραφία της πάλαι ποτέ Μονής των Αμαλφηνών. Είχα συναντήσει τον ΚΑΛΟΓΗΡΟ! Σ’ ευχαριστώ, Κύριέ μου!…
Από ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ και ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ο Χριστιανισμός είναι το αναποδογύρισμα της θρησκείας. Στις διάφορες θρησκείες οι άνθρωποι προσφέρουν θυσίες στο θεό. Στο Χριστιανισμό γίνεται ακριβώς το αντίθετο, ο Θεός προσφέρει θυσία στους ανθρώπους και μάλιστα τον Γιό του. Ο Θεός Πατέρας προσφέρει θυσία το Γιό του στους ανθρώπους για να τους αποδείξει ότι τους αγαπάει πραγματικά, για να τους συμφιλιώσει με τον Εαυτό Του. Ο Απόστολος Παύλος το λέει αυτό με έναν υπέροχο τρόπο: «Ὑπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι’ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·» Και σε μετάφραση: «Εμείς ενεργούμε ως πρεσβευτές του Χριστού. Μέσα από τα δικά μας λόγια είναι σαν να σας παρακαλεί ο Θεός. Στο όνομα του Χριστού, λοιπόν, σας παρακαλούμε: Συμφιλιωθείτε με το Θεό!» Ποια θρησκεία μπορεί να παρουσιάσει κάτι τέτοιο; Είναι τελείως αντίθετο προς τις θρησκείες αυτό. Μας παρακαλεί ο Θεός, να συμφιλιωθούμε μαζί Του. Είναι σαν ερωτική ιστορία όλο αυτό. Ο Χριστός έρχεται στη γη, λέει σε όλους σας αγαπώ, η ανθρωπότητα αδιαφορεί και ο Χριστός για να «αποδείξει» την μεγάλη Του αγάπη προς τον άνθρωπο…αυτοκτονεί! Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας παρομοιάζει τον Χριστό με έναν μανικό εραστή που στο τέλος, για να αποδείξει τον έρωτά του θυσιάζει και τη ζωή Του. Αυτό είναι ο Χριστιανισμός, είναι κάτι τελείως διαφορετικό από τις θρησκείες, δεν είναι τυπολατρία. Ο αληθινός Χριστιανισμός είναι μια αληθινή και διαρκής επανάσταση, δεν είναι θρησκεία. ΟΙ στόχοι της επανάστασης του Χριστιανισμού είναι τόσο μακρινοί, είναι τόσο μεγάλοι, με αποτέλεσμα η επανάσταση αυτή θα τελειώσει μόνον με την Δευτέρα Παρουσία. Όποιος βλέπει το Χριστιανισμό σαν κάτι στατικό, σαν κάτι ακίνητο, αυτός δεν έχει καταλάβει τίποτε.»
π. Ειρηναίος Δεληδήμος
π. Ειρηναίος Δεληδήμος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51382
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντριβή - συσσεισμός (η σημασία του σκληρού λόγου)
π.Ζαχαρίας Ζάχαρου
Στο Ευαγγέλιο η οδός του Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά με «σκληρούς λόγους». Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής αποκαλούσε τα τέκνα των Εβραίων «γεννήματα εχιδνών» (Λουκ. 3,7). Η φράση αυτή ερμηνευόταν από τον Γέροντα Σωφρόνιο ως εξής: Με τον βαρύ αυτό χαρακτηρισμό ο Τίμιος Πρόδρομος παρηγορούσε (Λουκ. 3,18) τον λαό μέσα από τη συντριβή που του προξενούσε. Η συντριβή ταπεινώνει την καρδιά του ανθρώπου, και η ταπείνωση την διευρύνει, ώστε να μπορεί να δεχθεί το Πνεύμα το Άγιο, τη χάρη του Παρακλήτου, που είναι και η μόνη αληθινή παρηγοριά.
Όλοι οι σκληροί λόγοι, τότε, μπορούν να εννοηθούν μέσω των λόγων του αποστόλου Παύλου: «Τις εστιν ο ευφραίνων με, ει μη ο λυπούμενος εξ εμού;» (Β’ Κορ. 2,2) Με τον ίδιο τρόπο, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Απόστολος φέρνει τα πνευματικά του τέκνα σε συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τη συναίσθηση ότι η ζωή τους δεν είναι, όπως θα όφειλε. Τους οδηγεί στην ταπείνωση, και, με τη βοήθεια της, στη χάρη. Γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6· Α’ Πετρ. 5,5). Στη συνέχεια, όπως λέγεται στην πρώτη ευχή της χειροτονίας πρεσβυτέρου, ακολουθεί «η θεία χάρις, η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα».
Στη ζωή του χριστιανού ένας σκληρός λόγος ισοδυναμεί με τη «βιαία πνοή». Εκδιηγείται τα θαυμάσια του Θεού και προξενεί στην καρδιά του ανθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Η συντριβή αυτή είναι ο πρόδρομος της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος.
Οι «σκληροί λόγοι» των αγίων Γραφών προκαλούν στην καρδιά προφητικό «συσσεισμό». Όπως κατά την ήμερα της Πεντηκοστής έπνευσε πρώτα η βίαιη πνοή και ύστερα ξεχύθηκε το Άγιο Πνεύμα «επί πάσαν σάρκα», έτσι και τώρα ο πνευματικός συσσεισμός κάνει να αναφανεί η καινή καρδιά• όχι η λίθινη, αλλά η ευαίσθητη που είναι ικανή να προσλάβει το χάρισμα της Πεντηκοστής. Η καρδιά αυτή είναι τόσο πολύτιμη ενώπιον του Κυρίου, ώστε κάθε κραυγή ή επίκληση της συγκεντρώνει όλη την προσοχή Του και ελκύει τη χάρη Του.
π.Ζαχαρίας Ζάχαρου
Στο Ευαγγέλιο η οδός του Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά με «σκληρούς λόγους». Για παράδειγμα, ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής αποκαλούσε τα τέκνα των Εβραίων «γεννήματα εχιδνών» (Λουκ. 3,7). Η φράση αυτή ερμηνευόταν από τον Γέροντα Σωφρόνιο ως εξής: Με τον βαρύ αυτό χαρακτηρισμό ο Τίμιος Πρόδρομος παρηγορούσε (Λουκ. 3,18) τον λαό μέσα από τη συντριβή που του προξενούσε. Η συντριβή ταπεινώνει την καρδιά του ανθρώπου, και η ταπείνωση την διευρύνει, ώστε να μπορεί να δεχθεί το Πνεύμα το Άγιο, τη χάρη του Παρακλήτου, που είναι και η μόνη αληθινή παρηγοριά.
Όλοι οι σκληροί λόγοι, τότε, μπορούν να εννοηθούν μέσω των λόγων του αποστόλου Παύλου: «Τις εστιν ο ευφραίνων με, ει μη ο λυπούμενος εξ εμού;» (Β’ Κορ. 2,2) Με τον ίδιο τρόπο, όπως ο άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, ο Απόστολος φέρνει τα πνευματικά του τέκνα σε συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τη συναίσθηση ότι η ζωή τους δεν είναι, όπως θα όφειλε. Τους οδηγεί στην ταπείνωση, και, με τη βοήθεια της, στη χάρη. Γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6· Α’ Πετρ. 5,5). Στη συνέχεια, όπως λέγεται στην πρώτη ευχή της χειροτονίας πρεσβυτέρου, ακολουθεί «η θεία χάρις, η πάντοτε τα ασθενή θεραπεύουσα και τα ελλείποντα αναπληρούσα».
Στη ζωή του χριστιανού ένας σκληρός λόγος ισοδυναμεί με τη «βιαία πνοή». Εκδιηγείται τα θαυμάσια του Θεού και προξενεί στην καρδιά του ανθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Η συντριβή αυτή είναι ο πρόδρομος της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος.
Οι «σκληροί λόγοι» των αγίων Γραφών προκαλούν στην καρδιά προφητικό «συσσεισμό». Όπως κατά την ήμερα της Πεντηκοστής έπνευσε πρώτα η βίαιη πνοή και ύστερα ξεχύθηκε το Άγιο Πνεύμα «επί πάσαν σάρκα», έτσι και τώρα ο πνευματικός συσσεισμός κάνει να αναφανεί η καινή καρδιά• όχι η λίθινη, αλλά η ευαίσθητη που είναι ικανή να προσλάβει το χάρισμα της Πεντηκοστής. Η καρδιά αυτή είναι τόσο πολύτιμη ενώπιον του Κυρίου, ώστε κάθε κραυγή ή επίκληση της συγκεντρώνει όλη την προσοχή Του και ελκύει τη χάρη Του.