Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Το "Νησί της Ουρανίτσας" είναι ένα γνωστό διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη που δημοσιεύτηκε το 1902, όπου μια νεαρή κοπέλα αυτοκτονεί εξαιτίας συκοφαντιών για την τιμιότητά της, ταφικά τοποθετείται σε ένα μικρό ερημονήσι, το οποίο στη συνέχεια ευωδιάζει και παίρνει το όνομά της, δικαιώνοντας την αθωότητά της, χωρίς ομως κηδεία καν τρισάγιο . Παράλληλα, ο Παπαδιαμάντης τονίζει δια στόματος πνευματικού ' ότι έτσι έπρεπε να γίνει, για να μην δίδει το κακό παραδειγμα '. Τονίζει και την σκληρότητα και την κατάκριση των ανθρώπων για το τόλμημα της, με μια υφέρπουσα πίκρα και θλίψη για την υφαρπαγή της θεϊκής κρισης. Λοιπόν, ο μεγάλος ορθόδοξος φιλόσοφος λογοτέχνης μας δινει την χρυσή μεσότητα του ορθόδοξου ήθους σε αυτή την περιπτωση. Κάπου αλλού, στην Φόνισσα , μιλάει ' περί θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης'. Υπαρχει λοιπον μια διακριτότητα. Ούτε ο Θεός ερωτά τους ανθρώπους για να αποδώσει κρίση,ούτε οι άνθρωποι υποτάσσονται στο θέλημα το δικό τους και της απαιτήσεις για συγκατάβαση οπου δεν πρέπει. Ο Θεός δεν ζητάει από την Εκκλησία να κατατάξει κάποιον στους αγίους ή τους αμαρτωλούς. Ποιμαντική διάκριση και ακριβεια ζηταει. Να μην παρασυρθούν αυτοί που μένουν πίσω, από το αποτολμημα του ενός. Η Εκκλησία διαχωριζει την θεση της από την απονενοημένη πράξη, διακηρύσσοντας ότι δεν ειναι ουτε φυσική , ούτε αξιομιμητη, ούτε νόμιμη ακολουθία η εκούσια αυτοπαραίτηση από την ζωή. Ο Θεός πάλι επιτελεί τα θεϊκά , χωρίς να επηρεάζεται αλλά χωρίς και να παρεμβαινει θετικά ή αρνητικά στα επίγεια. Τα εκκλησιαστικά.
"Τα παπαδιαμαντικά σύνορα μεταξύ της θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης τα προσδιόρισε, μια για πάντα, με την πνευματική φρονιμάδα του, ο Αγιορείτης ασκητής Παΐσιος,
όταν τού ζητήθηκε, από τους ενδιαφερόμενους, η γνώμη του για την απόφαση ενός παπά, σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας,
να μη διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία σε ένα κοριτσάκι που κρεμάστηκε από ένα δέντρο,
επειδή σκοινιάστηκε η γίδα τους
-εκεί που τη βόσκαγε τη βρήκε πνιγμένη-
και την είχε φοβερίσει από το πρωί ο πατέρας της πώς, αν δεν πρόσεχε και πάθαινε τίποτα το ζωντανό, θα την κρεμούσε:
-"Καλά έκανε ο παπάς,
είπε ο πάτερ Παΐσιος,
που δεν το διάβασε (το κοριτσάκι).
Καλά έκανε και ο Θεός που το πήρε στον Παράδεισο!"
(ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΆΤΟΣ
Collectaneum 459)
Πιστεύω το ίδιο ισχύει με την αποτέφρωση ή καύση. Η Εκκλησία οφειλει να ακολουθεί την ταφική της Παράδοση χωρίς εξαιρέσεις, παρενθέσεις και αστερίσκους. Στην Εκκλησία δεν πρέπει βέβαια να συζητάμε για την μεταθανάτια κατάληξη κάποιου, αν και καποιοι πνευματικοί την προδιαγράφουν με βάση τον πνευματικό τους οφθαλμό και τα δεδομένα της περιστασης. Θέλει ομως η κριση φειδώ ή σιωπή. Εκεί ομως που πρέπει να φωνάζουμε και να παραμένουμε αμευακίνητοι είναι στα ταφικά και τα επίγεια. Γιατί η μεταθανάτια κατάληξη μπορεί να μην προκρίνεται αλλά απο δω οικοδομείται. Ειναι υποκριτικό να το αγνοούμε. Είναι εντελώς αστοχη λοιπόν η παρατήρηση οτι υιοθετουμε τον ρόλο του Κριτή απαγορευοντας την ακολουθία. Όχι του Κριτή βέβαια , αλλά του καλού οικονόμου. Και ας μην ξεχνάνε κάποιοι οτι φυσικά οι καλοί ή οι κακοί δούλοι κρινονται και αυτοί από τον Θεό.Και έχει ήσσονα έως και ανύπαρκτη σημασία η γνώμη των ανθρωπων για εμάς και τις αποφάσεις μας. Μόνο οι σκλάβοι ή οι υπόλογοι στους άλλους , τα σταθμίζουν και τα ψιλολογούν αυτά.
π. Παντ. Κρούσκος
"Τα παπαδιαμαντικά σύνορα μεταξύ της θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης τα προσδιόρισε, μια για πάντα, με την πνευματική φρονιμάδα του, ο Αγιορείτης ασκητής Παΐσιος,
όταν τού ζητήθηκε, από τους ενδιαφερόμενους, η γνώμη του για την απόφαση ενός παπά, σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας,
να μη διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία σε ένα κοριτσάκι που κρεμάστηκε από ένα δέντρο,
επειδή σκοινιάστηκε η γίδα τους
-εκεί που τη βόσκαγε τη βρήκε πνιγμένη-
και την είχε φοβερίσει από το πρωί ο πατέρας της πώς, αν δεν πρόσεχε και πάθαινε τίποτα το ζωντανό, θα την κρεμούσε:
-"Καλά έκανε ο παπάς,
είπε ο πάτερ Παΐσιος,
που δεν το διάβασε (το κοριτσάκι).
Καλά έκανε και ο Θεός που το πήρε στον Παράδεισο!"
(ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΆΤΟΣ
Collectaneum 459)
Πιστεύω το ίδιο ισχύει με την αποτέφρωση ή καύση. Η Εκκλησία οφειλει να ακολουθεί την ταφική της Παράδοση χωρίς εξαιρέσεις, παρενθέσεις και αστερίσκους. Στην Εκκλησία δεν πρέπει βέβαια να συζητάμε για την μεταθανάτια κατάληξη κάποιου, αν και καποιοι πνευματικοί την προδιαγράφουν με βάση τον πνευματικό τους οφθαλμό και τα δεδομένα της περιστασης. Θέλει ομως η κριση φειδώ ή σιωπή. Εκεί ομως που πρέπει να φωνάζουμε και να παραμένουμε αμευακίνητοι είναι στα ταφικά και τα επίγεια. Γιατί η μεταθανάτια κατάληξη μπορεί να μην προκρίνεται αλλά απο δω οικοδομείται. Ειναι υποκριτικό να το αγνοούμε. Είναι εντελώς αστοχη λοιπόν η παρατήρηση οτι υιοθετουμε τον ρόλο του Κριτή απαγορευοντας την ακολουθία. Όχι του Κριτή βέβαια , αλλά του καλού οικονόμου. Και ας μην ξεχνάνε κάποιοι οτι φυσικά οι καλοί ή οι κακοί δούλοι κρινονται και αυτοί από τον Θεό.Και έχει ήσσονα έως και ανύπαρκτη σημασία η γνώμη των ανθρωπων για εμάς και τις αποφάσεις μας. Μόνο οι σκλάβοι ή οι υπόλογοι στους άλλους , τα σταθμίζουν και τα ψιλολογούν αυτά.
π. Παντ. Κρούσκος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ἐνθυμούμενος τήν συνομιλίαν αὐτοῦ μετά τινος ἐρημίτου ὅστις ἔλεγεν: -Ὁ Θεός θά τιμωρήση ὅλους τούς ἀθέους. Θα καίωνται εἰς τό αἰώνιον πῦρ. Ὀφθαλμοφανῶς ἡ ἰδέα ὅτι οἱ ἄθεοι θά ἐτιμωροῦντο εἰς τό αἰώνιον πῦρ προεξένει εἰς αὐτόν ἱκανοποίησιν … Μετά καταφανοῦς συγκινήσεως ὁ Γέρων ἀπήντησε: -Λοιπόν εἰπέ εἰς ἐμέ παρακαλῶ ἐάν σέ βάλουν εἰς τόν παράδεισον καί ἴδης ἐκεῖθεν ὅτι καίεταί τις ἐν τῇ φλογί τοῦ ἄδου, θά εἶσαι ἄραγε ἀναπεπαυμένος; -Ἀλλά τί δύναται γενέσθαι; Αὐτοί οἱ ἴδιοι εἶναι ἔνοχοι λέγει ἐκεῖνος. Τότε ὁ Γέρων μετά τεθλιμμένου βλέμματος ἀπεκρίθη: -Ἡ ἀγάπη δέν δύναται νά ὑποφέρη τοῦτο … Πρέπει νά προσευχώμεθα ὑπέρ πάντων».
Ο Άγιος Σωφρονιος για τον Άγιο Σιλουανό.
[Στην πραγματικότητα κανείς, ο οποίος βρίσκεται στον παράδεισο δεν θα βλέπει τις κολασεις για να μην οδυνάται. Ενώ οι κολασμένοι θα βλέπουν την δόξα αυτών που αδικήσανε εν ζωή και των αγίων. Πλην όμως δείτε πόσο ελεήμων ήταν η καρδιά του Αγίου... ]
π. Παντ. Κρούσκος
Ο Άγιος Σωφρονιος για τον Άγιο Σιλουανό.
[Στην πραγματικότητα κανείς, ο οποίος βρίσκεται στον παράδεισο δεν θα βλέπει τις κολασεις για να μην οδυνάται. Ενώ οι κολασμένοι θα βλέπουν την δόξα αυτών που αδικήσανε εν ζωή και των αγίων. Πλην όμως δείτε πόσο ελεήμων ήταν η καρδιά του Αγίου... ]
π. Παντ. Κρούσκος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Πιστεύουμε επίσης και στην ανάσταση των νεκρών. Θα γίνει πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε ανάσταση, εννοούμε την ανάσταση των σ ω μ ά τ ω ν. Διότι ανάσταση είναι το δεύτερο ζωντάνεμα αυτού που έχει πεθάνει· διότι οι ψυχές, που είναι αθάνατες, πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν ως θάνατο το χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τότε οπωσδήποτε ανάσταση είναι η ένωση της ψυχής πάλι με το σώμα και δεύτερη ανόρθωση της υπάρξεως που πέθανε και διαλύθηκε. Το ίδιο, λοιπόν, σώμα που φθάρθηκε και διαλύθηκε, θα αναστηθεί άφθαρτο. Διότι αυτός που το έπλασε στην αρχή από το χώμα της γης μπορεί και πάλιν να το αναστήσει, παρόλο που λύθηκε στα στοιχεία του και επέστρεψε στη γη, από την οποία πλάσθηκε με απόφαση του Δημιουργού.
Διότι, αν δεν υπάρχει ανάσταση, «ας φάμε και πιούμε», ας επιδιώξουμε τη ζωή των ηδονών και των απολαύσεων. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, σε τί διαφέρουμε από τα άλογα ζώα; Εάν δεν υπάρχει ανάσταση, ας μακαρίσουμε τα θηρία του δάσους που η ζωή τους κυλά χωρίς λύπη. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε Θεός υπάρχει, ούτε η πρόνοιά του, και όλα γίνονται στην τύχη. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πάρα πολλούς δίκαιους να είναι φτωχοί, ν’ αδικούνται και να μην έχουν στον παρόντα βίο καμιά βοήθεια· αντίθετα, αμαρτωλοί και άδικοι να ευημερούν μέσα στον πλούτο και κάθε απόλαυση.
Και ποιός λογικός άνθρωπος θα το θεωρούσε αυτό δίκαιη και σοφή πράξη; Θα γίνει, λοιπόν, θα γίνει η ανάσταση. Διότι ο Θεός είναι δίκαιος και βραβεύει με μισθό αυτούς που τον υπακούν. Αν βέβαια η ψυχή αγωνίσθηκε μόνη στον αγώνα των αρετών, και μόνη αυτή θα βραβευθεί. Κι αν μόνη της έπεσε στο βούρκο των ηδονών, θα ήταν δίκαιο μόνη αυτή να τιμωρούνταν. Αλλά, επειδή ούτε η ανθρώπινη ύπαρξη έχει δύο χωριστά μέρη, ούτε η ψυχή εργάσθηκε την αρετή ή την κακία ξεχωριστά από το σώμα, είναι δίκαιο και τα δύο, ψυχή και σώμα, να λάβουν τις αμοιβές.
Μάλιστα, η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι θα γίνει ανάσταση των σωμάτων. Λέει, λοιπόν, ο Θεός στο Νώε μετά τον κατακλυσμό: «Σας τα επιτρέπω όλα έως τα λάχανα και τα χόρτα. Ωμό όμως κρέας, με τη ζωή και το αίμα του, δεν θα φάτε· και οπωσδήποτε το αίμα και τη ζωή σας θα τα ζητήσω πίσω από τα θηρία που τα κατασπάραξαν, όπως τη ζωή κάθε ανθρώπου θα τη ζητήσω πίσω από το χέρι του αδελφού του. Όποιος χύσει αίμα ανθρώπου, από άνθρωπο θα χυθεί το αίμα του, διότι έπλασα τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού». Πώς θα ζητήσει πίσω το αίμα του ανθρώπου από τα θηρία που τον κατασπάραξαν, παρά μόνον με το ότι θα αναστήσει τα σώματα των ανθρώπων που πέθαναν; Διότι δεν είναι δυνατόν να πεθάνουν θηρία σε αντάλλαγμα των ανθρώπων.
Και πάλι λέει στο Μωϋσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός των νεκρών», δηλαδή αυτών που πέθαναν και δεν θα υπάρχουν πια, αλλά των ζωντανών, των οποίων οι ψυχές βρίσκονται στα χέρια του, ενώ τα σώματά τους θα ζήσουν πάλι με την ανάστασή τους. Και ο θεοπάτορας Δαβίδ λέει στο Θεό: «Θ’ αφαιρέσεις το πνεύμα τους και θα χαθούν, και θα επιστρέψουν στη γη τους». Να, εδώ γίνεται λόγος για τα σώματα. Έπειτα προσθέτει: «Θ’ αποστείλεις το πνεύμα σου και θα πλασθούν και θα ανανεώσεις τους κατοίκους της γης».
Και ο Ησαΐας πάλι λέει: «Οι νεκροί θ’ αναστηθούν και θα βγουν έξω από τους τάφους». Είναι γνωστό ότι στους τάφους εναποτίθενται τα σώματα και όχι οι ψυχές. Και ο μακάριος Ιεζεκιήλ λέει: «Και μόλις προφήτευσα, να, έγινε σεισμός και συναρμολογήθηκαν τα οστά, ένα προς ένα, το καθένα στη θέση του. Και παρατήρησα, αμέσως προστέθηκαν νεύρα σ’ αυτά, φύτρωσαν σάρκες και σχηματίσθηκε και τα περιέβαλε από παντού δέρμα». Στη συνέχεια αναφέρει πώς με την προσταγή επανήλθε η ζωή σ’ αυτά.
Και ο θείος Δανιήλ λέει: «Τον καιρό εκείνο θα σηκωθεί ο Μιχαήλ, ο μεγάλος άρχοντας, ο οποίος στέκεται για τους γιους του λαού σου· και θα είναι καιρός θλίψεως, τέτοια θλίψη που ποτέ δεν έγινε έως τότε, αφότου εμφανίσθηκαν οι λαοί της γης. Και τον καιρό εκείνο θα σωθεί ο λαός σου, καθένας που θα βρεθεί γραμμένος στο βιβλίο. Και πολλοί απ’ αυτούς που κοιμούνται μέσα στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν, άλλοι για αιώνια ζωή και άλλοι για καταδίκη και αιώνια ντροπή. Και οι συνετοί θα λάμψουν όπως η λαμπρότητα του έναστρου ουρανού, και αυτοί που είναι πολύ δίκαιοι θα λάμψουν στην αιωνιότητα ακόμη περισσότερο από τα άστρα». Με τη φράση «πολλοί που κοιμούνται στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν», είναι φανερό ότι εννοεί την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ποτέ δεν θα έλεγε κάποιος ότι οι ψυχές κοιμούνται στο χώμα της γης.
Αλλά και ο Κύριος στα ιερά Ευαγγέλια ολοφάνερα κήρυξε την ανάσταση των σωμάτων. Λέει, για παράδειγμα: «Όσοι κείτονται πεθαμένοι στους τάφους θ’ ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού και θ’ αναστηθούν· όσοι έκαναν τα καλά έργα θ’ αναστηθούν για τη ζωή, ενώ όσοι έκαναν τα κακά θ’ αναστηθούν για την καταδίκη». Κανένας, λοιπόν, λογικός άνθρωπος δεν λέει ποτέ ότι στους τάφους κείτονται οι ψυχές.
Και ο Κύριος πιστοποίησε την ανάσταση των σωμάτων όχι μόνον με λόγια αλλά και με έργα. Πρώτα, βέβαια, με την τετραήμερη έγερση του Λαζάρου, που ήδη είχε διαλυθεί και μύριζε· μάλιστα, δεν ανάστησε ψυχή χωρίς σώμα, αλλά και το σώμα μαζί με την ψυχή· και όχι άλλο σώμα, αλλά το ίδιο που είχε διαλυθεί. Διότι, πώς θα γινόταν γνωστή και πιστευτή η ανάσταση του πεθαμένου, αν δεν διατηρούσε τα χαρακτηριστικά ιδιώματα που συνιστούν την υπόστασή της; Και το Λάζαρο βέβαια τον ανάστησε, για ν’ αποδείξει τη θεότητά του και να βεβαιώσει τη δική του και δική μας ανάσταση, αν και επρόκειτο πάλι να επιστρέψει στο θάνατο.
Ο ίδιος όμως ο Κύριος έγινε η πρώτη αρχή της τελείας αναστάσεως, η οποία δεν υποπίπτει στο θάνατο. Γι’ αυτό και ο θείος απόστολος Παύλος έλεγε: «Εάν οι νεκροί δεν θ’ αναστηθούν, ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Επομένως, η πίστη μας είναι μάταιη και βρισκόμαστε ακόμη μέσα στις αμαρτίες μας». Και λέει ακόμη: «Αναστήθηκε ο Χριστός, η αρχή για την έγερση των νεκρών». Επίσης: «Πρώτος βγήκε από τους νεκρούς». Και ακόμη: «Αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, με τον ίδιο τρόπο ο Θεός με τον Ιησού θα εγείρει και τους νεκρούς μαζί του».
Και είναι φανερό ότι η ανάσταση του Κυρίου ήταν ένωση του σώματος, που έγινε άφθαρτο, και της ψυχής. Είπε μάλιστα: «Γκρεμίστε το ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα τον ξανακτίσω». Και το ιερό Ευαγγέλιο αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα ότι εννοούσε το σώμα του. Λέει, επίσης, ο Κύριος στους μαθητές του, που νόμιζαν πως βλέπουν φάντασμα: «Αγγίξτε με και γνωρίστε ότι εγώ ο ίδιος είμαι και δεν έχω αλλάξει· διότι το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Και αφού είπε τα λόγια αυτά, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του και καλεί το Θωμά να τον αγγίξει. Επομένως, αυτά δεν είναι αρκετά για να βεβαιώσουν την ανάσταση των σωμάτων;
Λέει, επίσης, ο θείος απόστολος: «Πρέπει αυτό το φθαρτό σώμα να γίνει άφθαρτο και το ίδιο το θνητό σώμα να γίνει αθάνατο». Και πάλι: «Πεθαίνει φθαρτό και ανασταίνεται άφθαρτο· πεθαίνει ασθενικό και ανασταίνεται δυνατό· πεθαίνει άσημο και ανασταίνεται ένδοξο· πεθαίνει σώμα ψυχικό και ανασταίνεται σώμα πνευματικό». Το «πνευματικό» σώμα έχει αυτή την έννοια, όπως είναι το σώμα του Κυρίου, το οποίο μετά την ανάστασή του διαπερνά κλειστές πόρτες, δεν κουράζεται και δεν έχει ανάγκη από τροφή, ύπνο και ποτό. Βεβαιώνει ο Κύριος: «Θα είναι σαν άγγελοι του Θεού»· ούτε γάμος ούτε παιδιά.
Και λέει ο θείος απόστολος: «Η αληθινή ζωή μας είναι στον ουρανό, απ’ όπου περιμένουμε τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού, ο οποίος θα αλλάξει τη μορφή του ταπεινού σώματός μας, για να ομοιάσει στο ένδοξο σώμα του». Δεν εννοεί αλλαγή σε άλλη μορφή, αλλά την αλλαγή από τη φθορά στην αφθαρσία.
Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί; Πω, πω, απιστία και ανοησία! Αυτός που μετέβαλε το χώμα σε σώμα μόνο με τη βούλησή του, αυτός που έδωσε εντολή σε μια μικρή σταγόνα του σπέρματος να αυξηθεί μέσα στη μήτρα και να σχηματίσει αυτό το πολύμορφο όργανο του σώματος, δεν θα μπορέσει να αναστήσει αυτό που δημιουργήθηκε και στη συνέχεια διαλύθηκε;
«Με ποιό σώμα θ’ αναστηθούν; Ανόητε!». Αν δεν πιστεύεις στα λόγια του Θεού, τουλάχιστον πίστευε στα έργα του. Αυτό που σπείρεις δεν φυτρώνει αν δεν θαφτεί· και δεν σπείρεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά γυμνό σπόρο. Ο Θεός όμως δίνει στο καθένα το δικό του σώμα. Δες, λοιπόν, πως οι σπόροι παραχώνονται σαν σε τάφους και ανασταίνονται σε ζωή. Παρόμοια πίστευε ότι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών με τη θεία βούληση.
Θ’ αναστηθούμε, λοιπόν, με την ένωση πάλι των ψυχών με τα σώματα, τα οποία θα γίνουν άφθαρτα και θ’ αποβάλουν τη φθορά· και θα παρουσιασθούμε στο φοβερό κριτήριο του Χριστού. Τότε ο Διάβολος, οι δαίμονές του, ο Αντίχριστος, και όλοι οι ασεβείς και οι αμαρτωλοί θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ, ενώ όσοι έκαναν τα καλά έργα θα λάμψουν σαν τον ήλιο στην αιώνια ζωή μαζί με τους αγγέλους και με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον οποίο θα βλέπουν συνεχώς, απολαμβάνοντας την ατελείωτη χαρά που προσφέρει, δοξολογώντας τον μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στην άπειρη αιωνιότητα. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
Διότι, αν δεν υπάρχει ανάσταση, «ας φάμε και πιούμε», ας επιδιώξουμε τη ζωή των ηδονών και των απολαύσεων. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, σε τί διαφέρουμε από τα άλογα ζώα; Εάν δεν υπάρχει ανάσταση, ας μακαρίσουμε τα θηρία του δάσους που η ζωή τους κυλά χωρίς λύπη. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε Θεός υπάρχει, ούτε η πρόνοιά του, και όλα γίνονται στην τύχη. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πάρα πολλούς δίκαιους να είναι φτωχοί, ν’ αδικούνται και να μην έχουν στον παρόντα βίο καμιά βοήθεια· αντίθετα, αμαρτωλοί και άδικοι να ευημερούν μέσα στον πλούτο και κάθε απόλαυση.
Και ποιός λογικός άνθρωπος θα το θεωρούσε αυτό δίκαιη και σοφή πράξη; Θα γίνει, λοιπόν, θα γίνει η ανάσταση. Διότι ο Θεός είναι δίκαιος και βραβεύει με μισθό αυτούς που τον υπακούν. Αν βέβαια η ψυχή αγωνίσθηκε μόνη στον αγώνα των αρετών, και μόνη αυτή θα βραβευθεί. Κι αν μόνη της έπεσε στο βούρκο των ηδονών, θα ήταν δίκαιο μόνη αυτή να τιμωρούνταν. Αλλά, επειδή ούτε η ανθρώπινη ύπαρξη έχει δύο χωριστά μέρη, ούτε η ψυχή εργάσθηκε την αρετή ή την κακία ξεχωριστά από το σώμα, είναι δίκαιο και τα δύο, ψυχή και σώμα, να λάβουν τις αμοιβές.
Μάλιστα, η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι θα γίνει ανάσταση των σωμάτων. Λέει, λοιπόν, ο Θεός στο Νώε μετά τον κατακλυσμό: «Σας τα επιτρέπω όλα έως τα λάχανα και τα χόρτα. Ωμό όμως κρέας, με τη ζωή και το αίμα του, δεν θα φάτε· και οπωσδήποτε το αίμα και τη ζωή σας θα τα ζητήσω πίσω από τα θηρία που τα κατασπάραξαν, όπως τη ζωή κάθε ανθρώπου θα τη ζητήσω πίσω από το χέρι του αδελφού του. Όποιος χύσει αίμα ανθρώπου, από άνθρωπο θα χυθεί το αίμα του, διότι έπλασα τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού». Πώς θα ζητήσει πίσω το αίμα του ανθρώπου από τα θηρία που τον κατασπάραξαν, παρά μόνον με το ότι θα αναστήσει τα σώματα των ανθρώπων που πέθαναν; Διότι δεν είναι δυνατόν να πεθάνουν θηρία σε αντάλλαγμα των ανθρώπων.
Και πάλι λέει στο Μωϋσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός των νεκρών», δηλαδή αυτών που πέθαναν και δεν θα υπάρχουν πια, αλλά των ζωντανών, των οποίων οι ψυχές βρίσκονται στα χέρια του, ενώ τα σώματά τους θα ζήσουν πάλι με την ανάστασή τους. Και ο θεοπάτορας Δαβίδ λέει στο Θεό: «Θ’ αφαιρέσεις το πνεύμα τους και θα χαθούν, και θα επιστρέψουν στη γη τους». Να, εδώ γίνεται λόγος για τα σώματα. Έπειτα προσθέτει: «Θ’ αποστείλεις το πνεύμα σου και θα πλασθούν και θα ανανεώσεις τους κατοίκους της γης».
Και ο Ησαΐας πάλι λέει: «Οι νεκροί θ’ αναστηθούν και θα βγουν έξω από τους τάφους». Είναι γνωστό ότι στους τάφους εναποτίθενται τα σώματα και όχι οι ψυχές. Και ο μακάριος Ιεζεκιήλ λέει: «Και μόλις προφήτευσα, να, έγινε σεισμός και συναρμολογήθηκαν τα οστά, ένα προς ένα, το καθένα στη θέση του. Και παρατήρησα, αμέσως προστέθηκαν νεύρα σ’ αυτά, φύτρωσαν σάρκες και σχηματίσθηκε και τα περιέβαλε από παντού δέρμα». Στη συνέχεια αναφέρει πώς με την προσταγή επανήλθε η ζωή σ’ αυτά.
Και ο θείος Δανιήλ λέει: «Τον καιρό εκείνο θα σηκωθεί ο Μιχαήλ, ο μεγάλος άρχοντας, ο οποίος στέκεται για τους γιους του λαού σου· και θα είναι καιρός θλίψεως, τέτοια θλίψη που ποτέ δεν έγινε έως τότε, αφότου εμφανίσθηκαν οι λαοί της γης. Και τον καιρό εκείνο θα σωθεί ο λαός σου, καθένας που θα βρεθεί γραμμένος στο βιβλίο. Και πολλοί απ’ αυτούς που κοιμούνται μέσα στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν, άλλοι για αιώνια ζωή και άλλοι για καταδίκη και αιώνια ντροπή. Και οι συνετοί θα λάμψουν όπως η λαμπρότητα του έναστρου ουρανού, και αυτοί που είναι πολύ δίκαιοι θα λάμψουν στην αιωνιότητα ακόμη περισσότερο από τα άστρα». Με τη φράση «πολλοί που κοιμούνται στο χώμα της γης θ’ αναστηθούν», είναι φανερό ότι εννοεί την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ποτέ δεν θα έλεγε κάποιος ότι οι ψυχές κοιμούνται στο χώμα της γης.
Αλλά και ο Κύριος στα ιερά Ευαγγέλια ολοφάνερα κήρυξε την ανάσταση των σωμάτων. Λέει, για παράδειγμα: «Όσοι κείτονται πεθαμένοι στους τάφους θ’ ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού και θ’ αναστηθούν· όσοι έκαναν τα καλά έργα θ’ αναστηθούν για τη ζωή, ενώ όσοι έκαναν τα κακά θ’ αναστηθούν για την καταδίκη». Κανένας, λοιπόν, λογικός άνθρωπος δεν λέει ποτέ ότι στους τάφους κείτονται οι ψυχές.
Και ο Κύριος πιστοποίησε την ανάσταση των σωμάτων όχι μόνον με λόγια αλλά και με έργα. Πρώτα, βέβαια, με την τετραήμερη έγερση του Λαζάρου, που ήδη είχε διαλυθεί και μύριζε· μάλιστα, δεν ανάστησε ψυχή χωρίς σώμα, αλλά και το σώμα μαζί με την ψυχή· και όχι άλλο σώμα, αλλά το ίδιο που είχε διαλυθεί. Διότι, πώς θα γινόταν γνωστή και πιστευτή η ανάσταση του πεθαμένου, αν δεν διατηρούσε τα χαρακτηριστικά ιδιώματα που συνιστούν την υπόστασή της; Και το Λάζαρο βέβαια τον ανάστησε, για ν’ αποδείξει τη θεότητά του και να βεβαιώσει τη δική του και δική μας ανάσταση, αν και επρόκειτο πάλι να επιστρέψει στο θάνατο.
Ο ίδιος όμως ο Κύριος έγινε η πρώτη αρχή της τελείας αναστάσεως, η οποία δεν υποπίπτει στο θάνατο. Γι’ αυτό και ο θείος απόστολος Παύλος έλεγε: «Εάν οι νεκροί δεν θ’ αναστηθούν, ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Επομένως, η πίστη μας είναι μάταιη και βρισκόμαστε ακόμη μέσα στις αμαρτίες μας». Και λέει ακόμη: «Αναστήθηκε ο Χριστός, η αρχή για την έγερση των νεκρών». Επίσης: «Πρώτος βγήκε από τους νεκρούς». Και ακόμη: «Αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, με τον ίδιο τρόπο ο Θεός με τον Ιησού θα εγείρει και τους νεκρούς μαζί του».
Και είναι φανερό ότι η ανάσταση του Κυρίου ήταν ένωση του σώματος, που έγινε άφθαρτο, και της ψυχής. Είπε μάλιστα: «Γκρεμίστε το ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα τον ξανακτίσω». Και το ιερό Ευαγγέλιο αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα ότι εννοούσε το σώμα του. Λέει, επίσης, ο Κύριος στους μαθητές του, που νόμιζαν πως βλέπουν φάντασμα: «Αγγίξτε με και γνωρίστε ότι εγώ ο ίδιος είμαι και δεν έχω αλλάξει· διότι το φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». Και αφού είπε τα λόγια αυτά, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του και καλεί το Θωμά να τον αγγίξει. Επομένως, αυτά δεν είναι αρκετά για να βεβαιώσουν την ανάσταση των σωμάτων;
Λέει, επίσης, ο θείος απόστολος: «Πρέπει αυτό το φθαρτό σώμα να γίνει άφθαρτο και το ίδιο το θνητό σώμα να γίνει αθάνατο». Και πάλι: «Πεθαίνει φθαρτό και ανασταίνεται άφθαρτο· πεθαίνει ασθενικό και ανασταίνεται δυνατό· πεθαίνει άσημο και ανασταίνεται ένδοξο· πεθαίνει σώμα ψυχικό και ανασταίνεται σώμα πνευματικό». Το «πνευματικό» σώμα έχει αυτή την έννοια, όπως είναι το σώμα του Κυρίου, το οποίο μετά την ανάστασή του διαπερνά κλειστές πόρτες, δεν κουράζεται και δεν έχει ανάγκη από τροφή, ύπνο και ποτό. Βεβαιώνει ο Κύριος: «Θα είναι σαν άγγελοι του Θεού»· ούτε γάμος ούτε παιδιά.
Και λέει ο θείος απόστολος: «Η αληθινή ζωή μας είναι στον ουρανό, απ’ όπου περιμένουμε τον Σωτήρα μας, τον Κύριο Ιησού, ο οποίος θα αλλάξει τη μορφή του ταπεινού σώματός μας, για να ομοιάσει στο ένδοξο σώμα του». Δεν εννοεί αλλαγή σε άλλη μορφή, αλλά την αλλαγή από τη φθορά στην αφθαρσία.
Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Πώς θ’ αναστηθούν οι νεκροί; Πω, πω, απιστία και ανοησία! Αυτός που μετέβαλε το χώμα σε σώμα μόνο με τη βούλησή του, αυτός που έδωσε εντολή σε μια μικρή σταγόνα του σπέρματος να αυξηθεί μέσα στη μήτρα και να σχηματίσει αυτό το πολύμορφο όργανο του σώματος, δεν θα μπορέσει να αναστήσει αυτό που δημιουργήθηκε και στη συνέχεια διαλύθηκε;
«Με ποιό σώμα θ’ αναστηθούν; Ανόητε!». Αν δεν πιστεύεις στα λόγια του Θεού, τουλάχιστον πίστευε στα έργα του. Αυτό που σπείρεις δεν φυτρώνει αν δεν θαφτεί· και δεν σπείρεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά γυμνό σπόρο. Ο Θεός όμως δίνει στο καθένα το δικό του σώμα. Δες, λοιπόν, πως οι σπόροι παραχώνονται σαν σε τάφους και ανασταίνονται σε ζωή. Παρόμοια πίστευε ότι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών με τη θεία βούληση.
Θ’ αναστηθούμε, λοιπόν, με την ένωση πάλι των ψυχών με τα σώματα, τα οποία θα γίνουν άφθαρτα και θ’ αποβάλουν τη φθορά· και θα παρουσιασθούμε στο φοβερό κριτήριο του Χριστού. Τότε ο Διάβολος, οι δαίμονές του, ο Αντίχριστος, και όλοι οι ασεβείς και οι αμαρτωλοί θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ, ενώ όσοι έκαναν τα καλά έργα θα λάμψουν σαν τον ήλιο στην αιώνια ζωή μαζί με τους αγγέλους και με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον οποίο θα βλέπουν συνεχώς, απολαμβάνοντας την ατελείωτη χαρά που προσφέρει, δοξολογώντας τον μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα στην άπειρη αιωνιότητα. Αμήν.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
https://www.youtube.com/watch?v=ar6yGlWcddw
"Η Φωτεινή πτυχή της Ζωής μας!" | π. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος
"Η Φωτεινή πτυχή της Ζωής μας!" | π. Εφραίμ Τριανταφυλλόπουλος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«Ο Χριστός χθες και σήμερα ο Αυτός,
αλλά εμείς εκλείσαμεν τα μάτια μας και βλέπομεν σκοτεινά. Αφού προχωρούμε έτσι, άλλοι λασπώνονται και άλλοι σκοτώνονται».
Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής ( ♰ 16 Απριλίου 1970)
αλλά εμείς εκλείσαμεν τα μάτια μας και βλέπομεν σκοτεινά. Αφού προχωρούμε έτσι, άλλοι λασπώνονται και άλλοι σκοτώνονται».
Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής ( ♰ 16 Απριλίου 1970)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Γνώρισε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!
Όταν αναγνωρίστηκε Άγιος, ο Άγιος Νεκτάριος το 1961 σε μια Μονή του Αγίου Όρους, δημιουργήθηκαν 2 παρατάξεις Μοναχών. Οι μεν παραδέχονταν την Αγιότητά του, οι δε, την αμφισβητούσαν. Ο Ηγούμενος της Μονής, βλέποντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Μοναστήρι, κάλεσε μια μέρα τους Μοναχούς και τους είπε:
- Δεν θα γίνει το θέμα της Αγιοσύνης του Νεκταρίου, αιτία να χάσουμε τις ψυχές μας, αντιμαχώντας μεταξύ μας. Κηρύττω τριήμερη Νηστεία και με την προσευχή μας, να ζητήσουμε από το Θεό να μας αποκαλύψει, αν ο Γέροντας Νεκτάριος είναι Άγιος ή όχι.
Πράγματι αυτό και έκαναν. Την τρίτη ημέρα και ενώ ετοιμαζόταν ο Ηγούμενος να κατέβει στην Εκκλησία, χτυπάει διακριτικά η πόρτα του Κελιού του και μπαίνει μέσα ο Άγιος Νεκτάριος! Όταν μπήκε μέσα, ο Ηγούμενος αμέσως τον αναγνώρισε και έπεσε να τον προσκυνήσει. Του λέει τότε ο Άγιος Νεκτάριος:
- Αδερφέ Αθανάσιε (έτσι έλεγαν τον Ηγούμενο), πήγαινε και πες τους Πατέρες να μην κουράζονται. Ο Κύριος με αγίασε και είμαι Άγιος, Θαυματουργός και Μυροβλύτης. Γνώρισε δε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.
Όταν αναγνωρίστηκε Άγιος, ο Άγιος Νεκτάριος το 1961 σε μια Μονή του Αγίου Όρους, δημιουργήθηκαν 2 παρατάξεις Μοναχών. Οι μεν παραδέχονταν την Αγιότητά του, οι δε, την αμφισβητούσαν. Ο Ηγούμενος της Μονής, βλέποντας την κατάσταση που δημιουργήθηκε στο Μοναστήρι, κάλεσε μια μέρα τους Μοναχούς και τους είπε:
- Δεν θα γίνει το θέμα της Αγιοσύνης του Νεκταρίου, αιτία να χάσουμε τις ψυχές μας, αντιμαχώντας μεταξύ μας. Κηρύττω τριήμερη Νηστεία και με την προσευχή μας, να ζητήσουμε από το Θεό να μας αποκαλύψει, αν ο Γέροντας Νεκτάριος είναι Άγιος ή όχι.
Πράγματι αυτό και έκαναν. Την τρίτη ημέρα και ενώ ετοιμαζόταν ο Ηγούμενος να κατέβει στην Εκκλησία, χτυπάει διακριτικά η πόρτα του Κελιού του και μπαίνει μέσα ο Άγιος Νεκτάριος! Όταν μπήκε μέσα, ο Ηγούμενος αμέσως τον αναγνώρισε και έπεσε να τον προσκυνήσει. Του λέει τότε ο Άγιος Νεκτάριος:
- Αδερφέ Αθανάσιε (έτσι έλεγαν τον Ηγούμενο), πήγαινε και πες τους Πατέρες να μην κουράζονται. Ο Κύριος με αγίασε και είμαι Άγιος, Θαυματουργός και Μυροβλύτης. Γνώρισε δε, ότι ο Κύριος δεν με αγίασε για κανένα άλλο λόγο, παρά μόνο επειδή συγχωρούσα!
Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ὅταν κλαῖς, ἀτενίζεις τόν Σταυρό.
-«Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν».
-«Ἅπλωσα τά χέρια μου καί ἀφιερώθηκα στόν Κύριο, γιατί τό ἅ-πλωμα τῶν χεριῶν μου εἶναι τό σημεῖο του, ἡ ἐπέκταση τοῦ ξύλου, ἐπί τοῦ ὁποίου κρεμάσθηκε καθ' ὁδόν ὁ δίκαιος».
-«Ὁ σταυρός σου Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου».
Ασκητικά στίγματα στο βίο μας...
Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου,Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
-«Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σὺ μετ᾿ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου, αὗταί με παρεκάλεσαν».
-«Ἅπλωσα τά χέρια μου καί ἀφιερώθηκα στόν Κύριο, γιατί τό ἅ-πλωμα τῶν χεριῶν μου εἶναι τό σημεῖο του, ἡ ἐπέκταση τοῦ ξύλου, ἐπί τοῦ ὁποίου κρεμάσθηκε καθ' ὁδόν ὁ δίκαιος».
-«Ὁ σταυρός σου Κύριε, ζωή καί ἀνάστασις ὑπάρχει τῷ λαῷ σου».
Ασκητικά στίγματα στο βίο μας...
Μητροπολίτου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου,Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Ημιονηγός (π. Δημητρίου Μπόκου)
Ὄουουου!… Σηηηη!… (στάση δηλαδή).
Ἡ ἀδύναμη φωνή του ὑψώθηκε ἐπιτακτική, μὰ ἦταν ὡστόσο ἀρκετὴ γιὰ νὰ κάνει τὸ ἀνήσυχο τετράποδο νὰ σταθεῖ ἀκίνητο μπροστά του. Ὁ γκριζομάλλης ἄντρας ἔπιασε χαλαρὰ τὸ καπίστρι, χάιδεψε τὸ μαῦρο κούτελο τοῦ φορτωμένου ζώου ἁπαλά, στήριξε μὲ τὸ διχαλωτὸ ραβδί του ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ τὸ βαρὺ φορτίο, χαλάρωσε προσεκτικὰ καὶ κατέβασε τὸ φόρτωμα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἔκανε τὸ ἴδιο καὶ στὴν πρώτη πλευρά, ἔλυσε κατόπιν τὴ φαρδιὰ ἴγκλα (ἱμάντα) ποὺ ἔσφιγγε τὴν κοιλιὰ τοῦ μουλαριοῦ, σήκωσε τὸ σαμάρι ἀπὸ τὴν καταπονημένη του πλάτη καὶ ἄφησε τὸ ζωντανὸ νὰ ξεμουδιάσει στὸ πράσινο χορτάρι. Ἐπανέλαβε τὰ ἴδια ἀκριβῶς καὶ στὸ δεύτερο ὑποζύγιο, ποὺ περίμενε ὑπομονητικὰ τὴ σειρά του.
Κουβάλησε τὰ μεγάλα σακιὰ σιγά-σιγὰ στὴν ἀποθήκη, φώναξε ξανὰ τὰ ζωντανά, τὰ ἔσυρε πρὸς τὸν σταῦλο. Τὸν ἀκολούθησαν πρόθυμα. Κοντοστάθηκε νὰ τὰ ποτίσει στὸ μακρὺ ξύλινο κανάλι ἀπὸ κορμὸ ἔλατου ποὺ μάζευε καθαρὸ κρυστάλλινο νερὸ ἀπ’ τὴν πηγή, τὰ ἔδεσε στὰ παχνιά τους, ἔφερε ταγή. Μπόλικο ξερὸ χορτάρι καὶ λιγοστὸ καρπό-κριθάρι. Ξεθεωμένα ἀπὸ τὴν κούραση ἐκεῖνα ἔσκυψαν μὲ βουλιμία στὴν τροφή. Ἄλλα τέσσερα τετράποδα, ἡμίονοι καὶ ὄνοι, ἡσύχαζαν ἤδη στὴ γωνιά τους. Θὰ εἶχαν αὔριο τὴ σειρά τους γιὰ δύσκολο ταξίδι καὶ φόρτωμα. Ἡ ματιά του ἀγκάλιασε ζεστὴ τὰ ταπεινὰ ὑποζύγια, τὸ χέρι του πέρασε φευγαλέα μ’ ἕνα γρήγορο χάδι στὸ καθένα. Ἀγαποῦσε τὰ καταπονημένα ζωντανά. Καὶ κεῖνα τό ’νιωθαν.
Τὸ ξύλινο τάλαντο σήμανε γιὰ τὴ μακρὰ ἀγρυπνία τῶν Μεγάλων Βασιλικῶν Ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Βασιλείου, μὰ ὁ νέος δόκιμος δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμα. Τὸ διακόνημά του ἦταν δύσκολο, κουραστικὸ καὶ πολύωρο. Ἔπιασε τὸ δικράνι καὶ τράβηξε στὴν ἄκρη πατημένα ἄχυρα καὶ κοπριές. Καθάρισε τὸν σταῦλο καλά, ἔριξε ροκανίδι, φρύγανα καὶ καθαρὸ ἄχυρο στὸ χωμάτινο δάπεδο, ἔφτιαξε ὅσο γινόταν στεγνὴ τὴ στρωμνή τους νὰ κοιμηθοῦν στὰ ζεστά. Τὸ κρύο ἦταν δυνατό, τὰ ζῶα ἤθελαν τὴ φροντίδα τους γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸ ἀντέξουν. Ἦταν πολύτιμα γιὰ νὰ τὰ ἀφήσουν στὴν τύχη τους.
Ἔκρουσε τὸ σιδηροῦν ὁ ἐκκλησιάρχης, μὰ αὐτὸς εἶχε ἀκόμη δουλειά. Ὅταν δυνάμωνε ὁ τσουχτερὸς ἀέρας, ἔφτανε ὣς τὸν ἀπόμερο σταῦλο ἡ κατανυκτικὴ ψαλμωδία τῶν μοναχῶν, ἀνακατεμένη κάπου-κάπου μὲ τὶς χαρούμενες τρίλιες τῶν θυμιατῶν. «Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου, εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη… Ἡ ἀλήθεια ἦλθεν, ἡ σκιὰ παρέδραμε καὶ Θεὸς ἀνθρώποις ἐκ Παρθένου πεφανέρωται». Πόσο τοῦ ἄρεσαν οἱ θαυμάσιες χριστουγεννιάτικες ὑμνωδίες!
Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος διάκονος τῆς μονῆς θυμίαζαν ποὺ καὶ ποὺ τὸν ναὸ κατὰ τὴν τάξη. Καί, πράγμα παράξενο, σὰν νὰ καθοδηγοῦσε κάποιος ἀοράτως τὸ χέρι τους, θυμίαζαν ἄδεια στασίδια μοναχῶν ποὺ ἀπουσίαζαν ἀκόμα στὰ διακονήματα, ἐνῶ προσπερνοῦσαν μοναχοὺς ποὺ βρίσκονταν ἤδη ἐκεῖ, μπροστά τους, παρόντες τῷ σώματι, ἀπόντες ὅμως τῷ πνεύματι. Θυμίασαν ἔτσι καὶ τὸ κενὸ στασίδι τοῦ γηραιοῦ δόκιμου, ποὺ πάλευε ἀκόμα νὰ φέρει βόλτα τὰ ζωντανά, μὰ ἡ ψυχή του ἦταν ἐκεῖ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μοναχούς, συμπροσευχόταν μαζί τους ταπεινά.
Ἔπλυνε κάποτε τὰ χέρια του, ἄλλαξε τὸ ζωστικὸ τῆς δουλειᾶς, ἔριξε πάνω του ἕνα τριμμένο μὰ καθαρὸ κοντόρασο, ἔτρεξε νὰ προλάβει κι αὐτὸς τὴ νυχτερινὴ γιορτινὴ ἀκολουθία. Προχώρησε στὸ μισοφωτισμένο καθολικό, ἔβαλε στὸν ἡγούμενο μετάνοια, πῆρε θέση στὰ τελευταῖα στασίδια, μισοκρυμμένος πίσω ἀπ’ τὴν τελευταία κολόνα τοῦ ναοῦ.
Ὁ πολιὸς ἡγούμενος ἀπὸ τὸν μικρό του θρόνο ὅλο καὶ ἔριχνε τὴ ματιά του, διακριτικὰ βέβαια, ἀλλὰ συχνά, πάνω στὸν δόκιμο. Τὸν ἔβλεπε κάποιες στιγμὲς νὰ γέρνει τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος νικημένος ἀπὸ τὴν κούραση. Μὰ ἦταν καὶ ἄλλες στιγμὲς ποὺ ἔλαμπε στὸ πρόσωπό του ὑπερκόσμιο φῶς. Ἔβλεπε τότε τὰ χείλη του νὰ κινοῦνται, σὰ νὰ μιλοῦσε σὲ ἀόρατους ἐπισκέπτες. Πότε ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του, πότε τὰ χείλη του χαράζονταν ἀπὸ ἕνα φωτεινὸ χαρούμενο χαμόγελο. Τὸ θέαμα παραξένεψε πολὺ τὸν ἡγούμενο καὶ ἔδωσε περισσότερη προσοχή. Ναί, δὲν γελιόταν. Κάτι παράξενο συνέβαινε μὲ τὸν γηραιὸ δόκιμο.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν τὸν ἤξερε καὶ τόσο καλά. Τρεῖς μῆνες εἶχε ποὺ ἦρθε στὸ μοναστήρι τους καὶ ζήτησε νὰ καταταγεῖ στοὺς δόκιμους. Καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸν παραξένεψε λίγο, γιατὶ ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης εἶχε τὴν ἡλικία του. Ὁ νέος δόκιμος δὲν ἦταν καθόλου νεαρός. Τὰ γένια του, οἱ κρόταφοι, εἶχαν γκριζάρει γιὰ τὰ καλά. Ὁ γέρο-ἡγούμενος εἶχε τὶς ἐπιφυλάξεις του νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ τόσο μεγάλη ἡλικία. Μὰ τὰ παρακάλια καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἄγνωστου τὸν ἔκαμψαν.
Τὸν ἔβαλε στὴν τάξη τῶν δοκίμων καὶ ἀρχαρίων, τοῦ διάβασε μάλιστα καὶ εὐχὴ ρασοφορίας. Ὁ νέος δόκιμος, κατὰ τὴν πάγια τακτικὴ τῆς μονῆς, θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ βαρὺ διακόνημα τοῦ ἡμιονηγοῦ. Ἀπ’ τὴν εὐδόκιμη ὑπηρεσία του σ’ αὐτό, θὰ ἐξαρτιόταν ἡ περαιτέρω πορεία του στὴ μονή. Μὰ ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ εἶχαν ὅλοι νὰ λένε γιὰ τὴν ὑπακοή, τὴν προθυμία, τὴν εὐσυνειδησία του, ἂν καὶ ποτὲ δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ καλοθελητὲς ἐκεῖνοι, ποὺ εὐκαίρως ἀκαίρως δημιουργοῦσαν δυσκολίες καὶ προβλήματα, τόσο στὸν δόκιμο, ὅσο καὶ σὲ ἄλλους πατέρες τῆς μονῆς.
Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος μὲ τὴν ὅλη του συμπεριφορά. Ὁ γέρο-δόκιμος εἶχε ἤδη κερδίσει τὸν σεβασμὸ καὶ τὴ συμπάθειά του. Ὁ ἴδιος ἦταν λιγομίλητος, ἀπέφευγε συστηματικὰ κάθε κουβέντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, μὰ ἡ ὅλη βιοτή του ἀπέπνεε κάτι βαθὺ ἀπὸ τὴν ψυχή του. Βλέποντας καὶ τὸ ἀποψινὸ παράδοξο ὁ ἡγούμενος, κατάλαβε ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ πνευματικὸ ἀνάστημα μεγάλο. Μὲ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας φώναξε κατ’ ἰδίαν κοντά του τὸν δόκιμο.
– Τί ἔβλεπες ὅλη νύχτα, ἀδελφέ;
Μὰ ὁ δόκιμος σιωποῦσε. Δὲν ἤθελε νὰ φανερώσει τίποτε ἀπὸ τὶς ὑπερφυεῖς του ὁράσεις. Ὁ ἡγούμενος πῆρε ὕφος αὐστηρό.
– Δὲν ξέρεις ὅτι ὁ πονηρὸς ἐμπαίζει μὲ ψεύτικα ὁράματα τὸν μοναχό; Θέλεις νὰ γίνεις παίγνιο στὰ χέρια του; Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κρατᾶς κρυφὲς ἀπὸ τὸν γέροντά σου τὶς πνευματικές σου ἐμπειρίες.
Ὁ γέρο-δόκιμος κόμπιασε. Ἤξερε πολὺ καλὰ πὼς ὁ γέροντάς του εἶχε δίκιο. Ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει χωρὶς δεύτερη κουβέντα.
– Συχώρεσέ με, γέροντα, ἀλλὰ νά, τὴν ὥρα τῆς ἀγρυπνίας ἄνοιξαν τὰ οὐράνια ξαφνικά. Ὅ,τι ψέλνατε, τὸ ἔβλεπα κι ἐγὼ ζωντανὰ μπροστά μου, ὁ ἁμαρτωλός. Τὸ σπήλαιο, τὴ φάτνη, τὸν μικρὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ποιμένες, τοὺς μάγους, τὰ ἀρνάκια, τὰ ζῶα τοῦ σταύλου, τοὺς ἀγγέλους ποὺ γέμιζαν τοὺς αἰθέρες μὲ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ». Μὰ ἀκόμα παραμένει ἀνεξήγητο μέσα μου, πῶς εὐδόκησε ὁ Θεὸς νὰ φανερώσει σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ τέτοια θαυμαστὰ πράγματα!
Ὁ ἡγούμενος συγκλονίστηκε. Τί θησαυρὸς κρυβόταν κάτω ἀπ’ τὸ φτωχὸ ροῦχο τοῦ ἡμιονηγοῦ; Ποιὸς μεγάλος ἅγιος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔσκυβε μπροστά του ταπεινά; Θυμήθηκε τὰ συναξάρια ποὺ διάβαζε γιὰ τοὺς παλιοὺς ἁγίους. Αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ ἄκρα ταπείνωση ἔκρυβαν προσεκτικὰ τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχαν καὶ κατηγοροῦσαν εὔκολα τὸν ἑαυτό τους γιὰ ἐλαττώματα ποὺ δὲν εἶχαν. Μὰ ἔκρυψε τὴ μεγάλη του ἔκπληξη. Δὲν ἔπρεπε νὰ ρίξει στὸν πειρασμὸ τῆς οἴησης, στὴν ὕπουλη ὑπερηφάνεια, τὸν γέρο-δόκιμο.
– Δῶσε δόξα στὸν Θεό, ἀδελφέ! εἶπε μονάχα. Μὴν ξεχνᾶς πόσο βαρὺ φορτίο εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως νὰ σοῦ χαρίζει ταπείνωση.
– Μὲ τὶς εὐχές σου, ἅγιε γέροντα! Νά ’ναι εὐλογημένο!
Ξημέρωνε σχεδὸν ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης γιορτῆς, ὅταν ὁ δόκιμος ἀποσύρθηκε στὸ κελλί του γιὰ λίγη ἀνάπαυση. Τὸν περίμενε πολλὴ δουλειὰ ἀργότερα. Θὰ ἔκανε σήμερα τὸ τελευταῖο δρομολόγιο ἐν ὄψει τῶν ἑορτῶν μὲ τὰ ἀγαπημένα του ὑποζύγια. Ἡ μονὴ εἶχε πολλοὺς μοναχοὺς καὶ περισσότερους προσκυνητές. Οἱ ἀνάγκες γιὰ προμήθειες ἦταν πολὺ μεγάλες.
Ἔβαλε στὴ σειρὰ τέσσερα ὑποζύγια γιὰ σήμερα, δένοντας τὸ χαλινάρι τοῦ καθενὸς στὸ σαμάρι τοῦ μπροστινοῦ του. Πῆρε τὴν εὐλογία καὶ τὶς παραγγελίες ἀπὸ τὸν γέροντα. Μὰ τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ γέρο-ἡγούμενος κοντοστάθηκε.
– Ἄντε, ἀδελφέ, τελευταία φορὰ ποὺ σὲ ταλαιπωροῦμε ἔτσι. Σκέφτομαι πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ σὲ βάλω σὲ ἄλλο διακόνημα πιὸ ἐλαφρό.
Σὰ νὰ ξαφνιάστηκε λίγο ὁ δόκιμος, δὲν μίλησε ἀμέσως. Βάζοντας κατόπιν μετάνοια εἶπε:
– Ἂν εἶναι εὐλογημένο, γέροντα, ἀφῆστε με ἐδῶ ποὺ εἶμαι. Ὅσο εἶμαι μὲ αὐτὰ τὰ εὐλογημένα ζωντανά, ζῶ τὴ μεγαλύτερη χαρὰ καὶ ἀνάπαυση στὴ ζωή μου. Ἡ ψυχή μου εἶναι ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη πραγματικὰ ἀπὸ κάθε πρόβλημα καὶ στενοχώρια.
– Καλά, καλά! βιάστηκε νὰ κόψει τὴν κουβέντα ὁ ἡγούμενος. Ἔχουμε καιρὸ νὰ τὰ κουβεντιάσουμε αὐτά. Ἄντε τώρα στὸ καλό, γιατὶ θὰ σὲ πάρει σίγουρα ἡ νύχτα μέχρι νὰ γυρίσεις.
Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο σίγουρο. Ἡ χειμωνιάτικη μέρα ἦταν μικρὴ καὶ εἶχε μεγάλη γύρα νὰ κάνει, μὲ ἀτέλειωτες ὧρες πεζοπορίας σὲ δύσβατους δρόμους καὶ ἐπικίνδυνα μέρη, ἀπόκρημνα. Δὲν τοῦ ἔλειψαν καὶ τὰ ἀπρόοπτα. Σὲ μιὰ κωμόπολη ποὺ μπῆκε γιὰ κάποια ψώνια, ὁ μαγαζάτορας τὸν κοίταζε ἐπίμονα. Δὲν ἔπαιρνε τὰ μάτια ἀπὸ πάνω του. Τελειώνοντας μὲ τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν, τοῦ λέει ἐμπιστευτικά:
– Πάτερ, θὰ μποροῦσες νὰ περάσεις λίγο ἀπὸ τὸ σπίτι μου; Ἐδῶ κοντὰ μένω. Ἔχω ἕνα δῶρο γιὰ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς σας.
Ὁ γέρο-δόκιμος συγκατένευσε ἀνύποπτος. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε τὸν σκοπό του. Ἐδῶ καὶ χρόνια βρισκόταν σὲ μεγάλη δοκιμασία. Ἡ κόρη του εἶχε «πνεῦμα ἀσθενείας». Εἶχε δαιμονιστεῖ. Τὴν ἔτρεξε σ’ ὅλους τοὺς γιατρούς, ἀλλὰ μάταια. Δὲν ὀφείλονται ὅλες οἱ ἀρρώστιες σὲ φυσικὰ αἴτια. Οὔτε πάλι ὅλες σὲ δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ἀλλὰ αὐτὸ μόνο οἱ διακριτικοὶ ἅγιοι μποροῦσαν νὰ τὸ ξεχωρίσουν.
Μὲς στὴν ἀπελπισία του ὁ ἄνθρωπος ἄκουσε κάποτε ἕνα θρησκευόμενο φίλο του νὰ τοῦ λέει:
– Θὰ γίνει καλὰ ἡ κόρη σου, μόνο ἂν κάποιος μοναχὸς κάνει εὐχὴ γι’ αὐτήν.
– Καὶ πῶς θὰ καταφέρω κάτι τέτοιο; Οἱ μοναχοὶ εἶναι τόσο ταπεινοί, ποὺ τὰ ἀποφεύγουν αὐτά.
– Ἔ, προσπάθησε μὲ κάποια πρόφαση νὰ φέρεις ἕνα μοναχὸ στὸ σπίτι σου. Καὶ ἐκεῖ πές του, ἀδιάφορα τάχα, «δὲν κάνεις καὶ μιὰ εὐχὴ γιὰ τὴν κόρη μου ποὺ εἶναι ἄρρωστη;»
Ὁ δυστυχισμένος πατέρας ἅρπαξε τὴ συμβουλὴ σὰν σωσίβιο καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία. Μὲ τὸ μικρό του κόλπο πέτυχε νὰ παρασύρει τὸν δόκιμο ὣς τὸ σπίτι του. Μὰ πρὶν ἀκόμα φτάσουν, καθὼς ἀνηφορίζανε, ὁ πονηρὸς κατάλαβε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ τὰ «μαζεύει». Ἐξαγριώθηκε. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ δρασκέλισε τὴν πόρτα ὁ δόκιμος, ἡ κόρη σηκώνεται ἀμέσως καὶ τοῦ δίνει ἕνα ἠχηρὸ χαστούκι στὸ μάγουλο. Ὁ δόκιμος δὲν ἀντιστάθηκε. Γυρίζει ἀμέσως κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο. Ὁ πονηρὸς τὸν ραπίζει καὶ ἀπὸ αὐτό. Μὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἡ κόρη σωριάστηκε κάτω ἀφρίζοντας. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἐξῆλθε ἀμέσως καταδιωκόμενο ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας δυνατὴ κραυγή.
– Ἀλλοίμονό μου! Δὲν βρίσκω τόπο νὰ σταθῶ! Μὲ διώχνει ἡ ταπείνωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ κόρη θεραπεύτηκε ἀμέσως. Σηκώθηκε καὶ φίλησε εὐλαβικὰ τὸ χέρι τοῦ δόκιμου.
– Συχώρεσέ με, πάτερ, ποὺ σὲ ξεγέλασα, εἶπε τρισχαρούμενος τώρα ὁ πατέρας. Ἡ ἀπελπισία μου μ’ ἔσπρωξε. Ἔλα νὰ σοῦ δώσω πίσω ὅλα τὰ χρήματα ποὺ πῆρα γιὰ τὰ ψώνια σου. Καὶ νὰ σοῦ δώσω γιὰ τὸ μοναστήρι ἕνα σωρὸ πράγματα ἀκόμα.
– Ὄχι, ἀδελφέ μου, εἶπε ἁπλὰ ὁ δόκιμος. Δὲν ἔχω εὐλογία νὰ παίρνω τίποτε δωρεάν. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀδικοῦμε κανένα.
Μὰ ἡ μέρα ἐκείνη ἐπιφύλασσε ἐκπλήξεις καὶ στὸν γέρο-ἡγούμενο. Δὲν εἶχε περάσει μιὰ ὥρα ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση τοῦ δόκιμου, ὅταν φάνηκαν στὴ μονὴ τρεῖς ἐπισκέπτες. Ὅπως ἀποδείχτηκε, ἦταν ἀνώτεροι κληρικοὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ ἡγούμενος ἔσπευσε νὰ τοὺς ὑποδεχτεῖ καὶ νὰ τοὺς φιλοξενήσει. Οἱ ἐπισκέπτες ἐξήγησαν τὸν λόγο τῆς ἀποστολῆς τους. Ἀπὸ πολὺν καιρὸ ὁ πατριάρχης τους, ἄνθρωπος ἅγιος καὶ ταπεινός, εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν θρόνο του γιὰ νὰ μονάσει ἄγνωστος καὶ ἀφανής, μακριὰ ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὶς ἐγκόσμιες τιμές. Μὰ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ δὲν σταμάτησαν νὰ τὸν ἀναζητοῦν παντοῦ. Καὶ τώρα περνοῦσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μοναστήρια, μήπως καὶ τὸν ἀνακαλύψουν κάπου γιὰ νὰ τὸν ξαναφέρουν στὸν θρόνο του.
Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἐξεπλάγη μὲ ὅσα ἄκουσε. Μάζεψε ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς. Μὰ οἱ ἐπισκέπτες δὲν εἶδαν πουθενὰ ἀνάμεσά τους τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη.
– Μήπως λείπει κανένας; ρώτησαν μὲ ἀπογοήτευση.
– Ὄχι, ἀδελφοί μου, εἶπε ὁ ἡγούμενος. Ἕνας δόκιμος μόνο ποὺ τὸν στείλαμε γιὰ τὰ ψώνια τῆς γιορτῆς.
Φανερὰ στενοχωρημένοι οἱ τρεῖς ἐπισκέπτες ἀναχώρησαν.
Περασμένο μεσημέρι πιά, ὁ γέροντας ἀποσύρθηκε λιγάκι νὰ ξεκουραστεῖ. Βαθιὰ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ πρόσφατο συμβὰν ἔπεσε σὲ ὕπνο ἐλαφρύ. Μὰ καὶ ἐκεῖ δὲν βρῆκε ἡσυχία. Ἕνα παράξενο ὄνειρο, ὅραμα μᾶλλον, ἦρθε νὰ τὸν ἀναστατώσει ξανά. Εἶδε πὼς βρισκόταν στὴν ἐκκλησία τους, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς θείας Γέννησης. Ἡ Παναγία κρατώντας στὴν ἄχραντη ἀγκαλιά της τὸ θεῖο Βρέφος, ζωντάνεψε, κατέβηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα της καὶ τὸν πλησίασε. Ὁ γέροντας τὰ ἔχασε γιὰ τὰ καλά.
– Σηκωθεῖτε ὅλοι! πρόσταξε μὲ αὐστηρὴ λίγο τὴ φωνὴ ἡ Παναγία. Συγκεντρωθεῖτε γιὰ νὰ ὑποδεχτεῖτε τὸν ἅγιο πατριάρχη ποὺ ἔρχεται.
Ὁ ἡγούμενος ξύπνησε, μὰ γιὰ πολλὴ ὥρα δὲν μποροῦσε νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν πολλή του ἔκσταση. Ὅταν κατάφερε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του ξανά, διάταξε τὸν ἐκκλησιάρχη νὰ χτυπήσει ἐκτάκτως τὸ τάλαντο. Οἱ πατέρες μαζεύτηκαν, τοὺς φανέρωσε τὴν ὀπτασία του καὶ ὅλοι συγκλονισμένοι ξεχύθηκαν νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ πατριάρχη. Μὲ λαμπάδες, ἑξαπτέρυγα, λάβαρα καὶ θυμιατά, παρατάχτηκαν ἐπιτέλους ὅλοι στὴν πύλη τῆς μονῆς. Μαζί τους καὶ ἡ πληθώρα τῶν προσκυνητῶν, ποὺ ὅπως πάντα εἶχαν συρρεύσει γιὰ τὴ νυχτερινὴ χριστουγεννιάτικη Λειτουργία. Καιρὸς ἦταν! Καὶ νά!
Ἕνα ἀμυδρὸ διάχυτο φῶς φάνηκε μακριὰ στὸν ὁρίζοντα, ἐνῶ τὸ σκοτάδι εἶχε ἤδη σκεπάσει τὰ πάντα γιὰ τὰ καλά. Προχωροῦσε σιγά-σιγὰ πρὸς τὸ μέρος τους. Ὅσο πλησίαζε, δυνάμωνε περισσότερο, σχηματίζοντας ἕνα μεγάλο φωτεινὸ κύκλο, ποὺ σκόρπιζε λαμπερὸ γλυκύτατο φῶς στὴ σκοτεινὴ νύχτα. Ἔβλεπαν ὅλοι ἐκστατικοί. Ὁ οὐράνιος φωτεινὸς κύκλος ἔφτασε κοντὰ στὴ μονή, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ἔμειναν ὅλοι πετρωμένοι καὶ ἄφωνοι. Δυὸ ψηλοὶ λευκοντυμένοι φωτεινοὶ ἄγγελοι, κρατώντας μεγάλες ἀναμμένες λαμπάδες, φώτιζαν μὲ ὑπερκόσμιο φῶς τὸν δρόμο ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη μεριά. Στὴ μέση, ἀνάμεσά τους, βάδιζε ὁ ταπεινὸς ἡμιονηγὸς τῆς μονῆς, σέρνοντας πίσω του τὰ τέσσερα βαρυφορτωμένα ὑποζύγια.
Καὶ πίσω τους, ἄλλη ἔκπληξη. Ἕνα τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων, ὅλοι οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ τὶς κωμοπόλεις ποὺ εἶχε περάσει ἡ θεϊκὴ αὐτὴ συνοδεία, βλέποντας τὸ πρωτόγνωρο ἐξωπραγματικὸ μεγαλεῖο, ἀκολούθησαν αὐθόρμητα, θαυμάζοντας, δοξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας τὸν ὕψιστο Θεὸ καὶ τὸν ταπεινὸ μὰ θεοδόξαστο ἅγιο. Τότε φανερώθηκε σὲ ὅλους περίτρανα τὸ φοβερὸ μυστικό: Ὁ γέρο-δόκιμος ποὺ τόσον καιρὸ φρόντιζε ταπεινὰ τὰ μουλάρια καὶ τὰ ζῶα τῆς μονῆς, ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης!
Μὰ τόση ταπείνωση! Ποιὸς νὰ τὸ φανταζόταν!
Φτάνοντας στὴν πύλη τῆς μονῆς ὁ ἡμιονηγὸς καὶ βλέποντάς τους ὅλους παραταγμένους, ἔπεσε ἀμέσως στὰ γόνατα χύνοντας ἄφθονα δάκρυα. Μὰ ὁ ἡγούμενος ἔτρεξε, γονάτισε μπροστά του, ἀγκάλιασε τὰ πόδια του καὶ ἔκραξε:
– Ὣς ἐδῶ, Παναγιώτατε, ὣς ἐδῶ! Φτάνει ἡ μεγάλη σου ταπείνωση! Συχώρεσέ μας ποὺ σὲ ὑποβάλαμε σὲ τόση ταλαιπωρία, μὰ ἔγινε ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ μας. Ποῦ νὰ βάλουμε στὸ φτωχό μας μυαλὸ τέτοιο πράγμα οἱ ἐλεεινοί!
Μέσα σὲ κύμα ἰσχυροῦ συγκλονισμοῦ, μὲ δάκρυα βαθειᾶς συγκίνησης, οἱ μοναχοὶ προσκυνοῦσαν καὶ ἀσπάζονταν τὸν ταπεινὸ πατριάρχη, ζητώντας συγχώρηση γιὰ ὅποιο πρόβλημα καὶ στενοχώρια, ἠθελημένα ἢ ἄθελα, τοῦ εἶχαν προξενήσει. Καὶ σὰν νὰ εἶχαν ὅλοι συνεννοηθεῖ, μιὰ φωνὴ ἀπὸ μύρια στόματα ὑψώθηκε αὐθόρμητα στὸν ἀέρα, ψάλλοντας θριαμβευτικὰ τὴ φήμη τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη.
Γιὰ πρώτη φορὰ στὰ χρονικὰ τῆς μονῆς, στὴ λαμπρὴ χριστουγεννιάτικη νυχτερινὴ Λειτουργία χοροστατοῦσε οἰκουμενικὸς πατριάρχης. Ὁ ἴδιος προσπάθησε βέβαια νὰ τὸ ἀποφύγει. Μὰ τὸν σήκωσαν μὲ τὴ βία στὰ χέρια τους καὶ τὸν ἀνέβασαν στὸν δεσποτικὸ θρόνο, κραυγάζοντας δυνατά:
– Ἀπόλαβε τὸν θρόνον σου, πάτερ!
Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν ἀσθενική του φωνὴ ἀκούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι» καὶ ὑψώθηκε σὲ σχῆμα εὐλογίας τὸ ἁγιασμένο λιπόσαρκο χέρι του, μιὰ ἐκκωφαντικὴ ἰαχὴ ἀπὸ ὅλα τὰ στόματα συγκλόνισε τοὺς θόλους τοῦ ναοῦ:
– Εἰς πολλὰ ἔτη, Δέσποτα!
Ὅλα τὰ μάτια ἔτρεχαν, οἱ καρδιὲς σπαρταροῦσαν. Πήγαιναν νὰ σπάσουν ἀπὸ τὴ συγκίνηση. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου πατριάρχη ἔβλεπαν τὸν τέλειο μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ποὺ ἀπ’ τὸ ἄφθαστο μεγαλεῖο του κατέβηκε πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.
Χαράχτηκαν βαθιὰ ὅλα αὐτὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Ξεχνιοῦνται ποτὲ τέτοια Χριστούγεννα;
Χριστούγεννα 2025
www.orthmad.gr
Ὄουουου!… Σηηηη!… (στάση δηλαδή).
Ἡ ἀδύναμη φωνή του ὑψώθηκε ἐπιτακτική, μὰ ἦταν ὡστόσο ἀρκετὴ γιὰ νὰ κάνει τὸ ἀνήσυχο τετράποδο νὰ σταθεῖ ἀκίνητο μπροστά του. Ὁ γκριζομάλλης ἄντρας ἔπιασε χαλαρὰ τὸ καπίστρι, χάιδεψε τὸ μαῦρο κούτελο τοῦ φορτωμένου ζώου ἁπαλά, στήριξε μὲ τὸ διχαλωτὸ ραβδί του ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ τὸ βαρὺ φορτίο, χαλάρωσε προσεκτικὰ καὶ κατέβασε τὸ φόρτωμα ἀπὸ τὴν ἄλλη. Ἔκανε τὸ ἴδιο καὶ στὴν πρώτη πλευρά, ἔλυσε κατόπιν τὴ φαρδιὰ ἴγκλα (ἱμάντα) ποὺ ἔσφιγγε τὴν κοιλιὰ τοῦ μουλαριοῦ, σήκωσε τὸ σαμάρι ἀπὸ τὴν καταπονημένη του πλάτη καὶ ἄφησε τὸ ζωντανὸ νὰ ξεμουδιάσει στὸ πράσινο χορτάρι. Ἐπανέλαβε τὰ ἴδια ἀκριβῶς καὶ στὸ δεύτερο ὑποζύγιο, ποὺ περίμενε ὑπομονητικὰ τὴ σειρά του.
Κουβάλησε τὰ μεγάλα σακιὰ σιγά-σιγὰ στὴν ἀποθήκη, φώναξε ξανὰ τὰ ζωντανά, τὰ ἔσυρε πρὸς τὸν σταῦλο. Τὸν ἀκολούθησαν πρόθυμα. Κοντοστάθηκε νὰ τὰ ποτίσει στὸ μακρὺ ξύλινο κανάλι ἀπὸ κορμὸ ἔλατου ποὺ μάζευε καθαρὸ κρυστάλλινο νερὸ ἀπ’ τὴν πηγή, τὰ ἔδεσε στὰ παχνιά τους, ἔφερε ταγή. Μπόλικο ξερὸ χορτάρι καὶ λιγοστὸ καρπό-κριθάρι. Ξεθεωμένα ἀπὸ τὴν κούραση ἐκεῖνα ἔσκυψαν μὲ βουλιμία στὴν τροφή. Ἄλλα τέσσερα τετράποδα, ἡμίονοι καὶ ὄνοι, ἡσύχαζαν ἤδη στὴ γωνιά τους. Θὰ εἶχαν αὔριο τὴ σειρά τους γιὰ δύσκολο ταξίδι καὶ φόρτωμα. Ἡ ματιά του ἀγκάλιασε ζεστὴ τὰ ταπεινὰ ὑποζύγια, τὸ χέρι του πέρασε φευγαλέα μ’ ἕνα γρήγορο χάδι στὸ καθένα. Ἀγαποῦσε τὰ καταπονημένα ζωντανά. Καὶ κεῖνα τό ’νιωθαν.
Τὸ ξύλινο τάλαντο σήμανε γιὰ τὴ μακρὰ ἀγρυπνία τῶν Μεγάλων Βασιλικῶν Ὡρῶν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων, τοῦ Ἑσπερινοῦ καὶ τῆς Θείας Λειτουργίας τοῦ ἁγίου Βασιλείου, μὰ ὁ νέος δόκιμος δὲν εἶχε τελειώσει ἀκόμα. Τὸ διακόνημά του ἦταν δύσκολο, κουραστικὸ καὶ πολύωρο. Ἔπιασε τὸ δικράνι καὶ τράβηξε στὴν ἄκρη πατημένα ἄχυρα καὶ κοπριές. Καθάρισε τὸν σταῦλο καλά, ἔριξε ροκανίδι, φρύγανα καὶ καθαρὸ ἄχυρο στὸ χωμάτινο δάπεδο, ἔφτιαξε ὅσο γινόταν στεγνὴ τὴ στρωμνή τους νὰ κοιμηθοῦν στὰ ζεστά. Τὸ κρύο ἦταν δυνατό, τὰ ζῶα ἤθελαν τὴ φροντίδα τους γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸ ἀντέξουν. Ἦταν πολύτιμα γιὰ νὰ τὰ ἀφήσουν στὴν τύχη τους.
Ἔκρουσε τὸ σιδηροῦν ὁ ἐκκλησιάρχης, μὰ αὐτὸς εἶχε ἀκόμη δουλειά. Ὅταν δυνάμωνε ὁ τσουχτερὸς ἀέρας, ἔφτανε ὣς τὸν ἀπόμερο σταῦλο ἡ κατανυκτικὴ ψαλμωδία τῶν μοναχῶν, ἀνακατεμένη κάπου-κάπου μὲ τὶς χαρούμενες τρίλιες τῶν θυμιατῶν. «Βηθλεὲμ ἑτοιμάζου, εὐτρεπιζέσθω ἡ φάτνη… Ἡ ἀλήθεια ἦλθεν, ἡ σκιὰ παρέδραμε καὶ Θεὸς ἀνθρώποις ἐκ Παρθένου πεφανέρωται». Πόσο τοῦ ἄρεσαν οἱ θαυμάσιες χριστουγεννιάτικες ὑμνωδίες!
Ὁ πρῶτος καὶ ὁ δεύτερος διάκονος τῆς μονῆς θυμίαζαν ποὺ καὶ ποὺ τὸν ναὸ κατὰ τὴν τάξη. Καί, πράγμα παράξενο, σὰν νὰ καθοδηγοῦσε κάποιος ἀοράτως τὸ χέρι τους, θυμίαζαν ἄδεια στασίδια μοναχῶν ποὺ ἀπουσίαζαν ἀκόμα στὰ διακονήματα, ἐνῶ προσπερνοῦσαν μοναχοὺς ποὺ βρίσκονταν ἤδη ἐκεῖ, μπροστά τους, παρόντες τῷ σώματι, ἀπόντες ὅμως τῷ πνεύματι. Θυμίασαν ἔτσι καὶ τὸ κενὸ στασίδι τοῦ γηραιοῦ δόκιμου, ποὺ πάλευε ἀκόμα νὰ φέρει βόλτα τὰ ζωντανά, μὰ ἡ ψυχή του ἦταν ἐκεῖ μὲ τοὺς ὑπόλοιπους μοναχούς, συμπροσευχόταν μαζί τους ταπεινά.
Ἔπλυνε κάποτε τὰ χέρια του, ἄλλαξε τὸ ζωστικὸ τῆς δουλειᾶς, ἔριξε πάνω του ἕνα τριμμένο μὰ καθαρὸ κοντόρασο, ἔτρεξε νὰ προλάβει κι αὐτὸς τὴ νυχτερινὴ γιορτινὴ ἀκολουθία. Προχώρησε στὸ μισοφωτισμένο καθολικό, ἔβαλε στὸν ἡγούμενο μετάνοια, πῆρε θέση στὰ τελευταῖα στασίδια, μισοκρυμμένος πίσω ἀπ’ τὴν τελευταία κολόνα τοῦ ναοῦ.
Ὁ πολιὸς ἡγούμενος ἀπὸ τὸν μικρό του θρόνο ὅλο καὶ ἔριχνε τὴ ματιά του, διακριτικὰ βέβαια, ἀλλὰ συχνά, πάνω στὸν δόκιμο. Τὸν ἔβλεπε κάποιες στιγμὲς νὰ γέρνει τὸ κεφάλι του στὸ στῆθος νικημένος ἀπὸ τὴν κούραση. Μὰ ἦταν καὶ ἄλλες στιγμὲς ποὺ ἔλαμπε στὸ πρόσωπό του ὑπερκόσμιο φῶς. Ἔβλεπε τότε τὰ χείλη του νὰ κινοῦνται, σὰ νὰ μιλοῦσε σὲ ἀόρατους ἐπισκέπτες. Πότε ἔτρεχαν δάκρυα ἀπὸ τὰ μάτια του, πότε τὰ χείλη του χαράζονταν ἀπὸ ἕνα φωτεινὸ χαρούμενο χαμόγελο. Τὸ θέαμα παραξένεψε πολὺ τὸν ἡγούμενο καὶ ἔδωσε περισσότερη προσοχή. Ναί, δὲν γελιόταν. Κάτι παράξενο συνέβαινε μὲ τὸν γηραιὸ δόκιμο.
Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς δὲν τὸν ἤξερε καὶ τόσο καλά. Τρεῖς μῆνες εἶχε ποὺ ἦρθε στὸ μοναστήρι τους καὶ ζήτησε νὰ καταταγεῖ στοὺς δόκιμους. Καὶ αὐτὸ ἀκόμα τὸν παραξένεψε λίγο, γιατὶ ὁ ἄγνωστος ἐπισκέπτης εἶχε τὴν ἡλικία του. Ὁ νέος δόκιμος δὲν ἦταν καθόλου νεαρός. Τὰ γένια του, οἱ κρόταφοι, εἶχαν γκριζάρει γιὰ τὰ καλά. Ὁ γέρο-ἡγούμενος εἶχε τὶς ἐπιφυλάξεις του νὰ τὸν δεχθεῖ σὲ τόσο μεγάλη ἡλικία. Μὰ τὰ παρακάλια καὶ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἄγνωστου τὸν ἔκαμψαν.
Τὸν ἔβαλε στὴν τάξη τῶν δοκίμων καὶ ἀρχαρίων, τοῦ διάβασε μάλιστα καὶ εὐχὴ ρασοφορίας. Ὁ νέος δόκιμος, κατὰ τὴν πάγια τακτικὴ τῆς μονῆς, θὰ ξεκινοῦσε ἀπὸ τὸ βαρὺ διακόνημα τοῦ ἡμιονηγοῦ. Ἀπ’ τὴν εὐδόκιμη ὑπηρεσία του σ’ αὐτό, θὰ ἐξαρτιόταν ἡ περαιτέρω πορεία του στὴ μονή. Μὰ ἀπὸ τὴν πρώτη κιόλας στιγμὴ εἶχαν ὅλοι νὰ λένε γιὰ τὴν ὑπακοή, τὴν προθυμία, τὴν εὐσυνειδησία του, ἂν καὶ ποτὲ δὲν ἔλειψαν καὶ οἱ καλοθελητὲς ἐκεῖνοι, ποὺ εὐκαίρως ἀκαίρως δημιουργοῦσαν δυσκολίες καὶ προβλήματα, τόσο στὸν δόκιμο, ὅσο καὶ σὲ ἄλλους πατέρες τῆς μονῆς.
Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος μὲ τὴν ὅλη του συμπεριφορά. Ὁ γέρο-δόκιμος εἶχε ἤδη κερδίσει τὸν σεβασμὸ καὶ τὴ συμπάθειά του. Ὁ ἴδιος ἦταν λιγομίλητος, ἀπέφευγε συστηματικὰ κάθε κουβέντα γιὰ τὸν ἑαυτό του, μὰ ἡ ὅλη βιοτή του ἀπέπνεε κάτι βαθὺ ἀπὸ τὴν ψυχή του. Βλέποντας καὶ τὸ ἀποψινὸ παράδοξο ὁ ἡγούμενος, κατάλαβε ὅτι ἔχει νὰ κάνει μὲ πνευματικὸ ἀνάστημα μεγάλο. Μὲ τὸ τέλος τῆς ἀγρυπνίας φώναξε κατ’ ἰδίαν κοντά του τὸν δόκιμο.
– Τί ἔβλεπες ὅλη νύχτα, ἀδελφέ;
Μὰ ὁ δόκιμος σιωποῦσε. Δὲν ἤθελε νὰ φανερώσει τίποτε ἀπὸ τὶς ὑπερφυεῖς του ὁράσεις. Ὁ ἡγούμενος πῆρε ὕφος αὐστηρό.
– Δὲν ξέρεις ὅτι ὁ πονηρὸς ἐμπαίζει μὲ ψεύτικα ὁράματα τὸν μοναχό; Θέλεις νὰ γίνεις παίγνιο στὰ χέρια του; Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κρατᾶς κρυφὲς ἀπὸ τὸν γέροντά σου τὶς πνευματικές σου ἐμπειρίες.
Ὁ γέρο-δόκιμος κόμπιασε. Ἤξερε πολὺ καλὰ πὼς ὁ γέροντάς του εἶχε δίκιο. Ἔπρεπε νὰ ὑπακούσει χωρὶς δεύτερη κουβέντα.
– Συχώρεσέ με, γέροντα, ἀλλὰ νά, τὴν ὥρα τῆς ἀγρυπνίας ἄνοιξαν τὰ οὐράνια ξαφνικά. Ὅ,τι ψέλνατε, τὸ ἔβλεπα κι ἐγὼ ζωντανὰ μπροστά μου, ὁ ἁμαρτωλός. Τὸ σπήλαιο, τὴ φάτνη, τὸν μικρὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ποιμένες, τοὺς μάγους, τὰ ἀρνάκια, τὰ ζῶα τοῦ σταύλου, τοὺς ἀγγέλους ποὺ γέμιζαν τοὺς αἰθέρες μὲ τὸ «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ». Μὰ ἀκόμα παραμένει ἀνεξήγητο μέσα μου, πῶς εὐδόκησε ὁ Θεὸς νὰ φανερώσει σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ τέτοια θαυμαστὰ πράγματα!
Ὁ ἡγούμενος συγκλονίστηκε. Τί θησαυρὸς κρυβόταν κάτω ἀπ’ τὸ φτωχὸ ροῦχο τοῦ ἡμιονηγοῦ; Ποιὸς μεγάλος ἅγιος ἦταν αὐτὸς ποὺ ἔσκυβε μπροστά του ταπεινά; Θυμήθηκε τὰ συναξάρια ποὺ διάβαζε γιὰ τοὺς παλιοὺς ἁγίους. Αὐτοὺς ποὺ ἀπὸ ἄκρα ταπείνωση ἔκρυβαν προσεκτικὰ τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶχαν καὶ κατηγοροῦσαν εὔκολα τὸν ἑαυτό τους γιὰ ἐλαττώματα ποὺ δὲν εἶχαν. Μὰ ἔκρυψε τὴ μεγάλη του ἔκπληξη. Δὲν ἔπρεπε νὰ ρίξει στὸν πειρασμὸ τῆς οἴησης, στὴν ὕπουλη ὑπερηφάνεια, τὸν γέρο-δόκιμο.
– Δῶσε δόξα στὸν Θεό, ἀδελφέ! εἶπε μονάχα. Μὴν ξεχνᾶς πόσο βαρὺ φορτίο εἶναι ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Νὰ προσεύχεσαι ἀδιαλείπτως νὰ σοῦ χαρίζει ταπείνωση.
– Μὲ τὶς εὐχές σου, ἅγιε γέροντα! Νά ’ναι εὐλογημένο!
Ξημέρωνε σχεδὸν ἡ παραμονὴ τῆς μεγάλης γιορτῆς, ὅταν ὁ δόκιμος ἀποσύρθηκε στὸ κελλί του γιὰ λίγη ἀνάπαυση. Τὸν περίμενε πολλὴ δουλειὰ ἀργότερα. Θὰ ἔκανε σήμερα τὸ τελευταῖο δρομολόγιο ἐν ὄψει τῶν ἑορτῶν μὲ τὰ ἀγαπημένα του ὑποζύγια. Ἡ μονὴ εἶχε πολλοὺς μοναχοὺς καὶ περισσότερους προσκυνητές. Οἱ ἀνάγκες γιὰ προμήθειες ἦταν πολὺ μεγάλες.
Ἔβαλε στὴ σειρὰ τέσσερα ὑποζύγια γιὰ σήμερα, δένοντας τὸ χαλινάρι τοῦ καθενὸς στὸ σαμάρι τοῦ μπροστινοῦ του. Πῆρε τὴν εὐλογία καὶ τὶς παραγγελίες ἀπὸ τὸν γέροντα. Μὰ τὴν τελευταία στιγμὴ ὁ γέρο-ἡγούμενος κοντοστάθηκε.
– Ἄντε, ἀδελφέ, τελευταία φορὰ ποὺ σὲ ταλαιπωροῦμε ἔτσι. Σκέφτομαι πὼς εἶναι πιὰ καιρὸς νὰ σὲ βάλω σὲ ἄλλο διακόνημα πιὸ ἐλαφρό.
Σὰ νὰ ξαφνιάστηκε λίγο ὁ δόκιμος, δὲν μίλησε ἀμέσως. Βάζοντας κατόπιν μετάνοια εἶπε:
– Ἂν εἶναι εὐλογημένο, γέροντα, ἀφῆστε με ἐδῶ ποὺ εἶμαι. Ὅσο εἶμαι μὲ αὐτὰ τὰ εὐλογημένα ζωντανά, ζῶ τὴ μεγαλύτερη χαρὰ καὶ ἀνάπαυση στὴ ζωή μου. Ἡ ψυχή μου εἶναι ἀνάλαφρη, ἀπελευθερωμένη πραγματικὰ ἀπὸ κάθε πρόβλημα καὶ στενοχώρια.
– Καλά, καλά! βιάστηκε νὰ κόψει τὴν κουβέντα ὁ ἡγούμενος. Ἔχουμε καιρὸ νὰ τὰ κουβεντιάσουμε αὐτά. Ἄντε τώρα στὸ καλό, γιατὶ θὰ σὲ πάρει σίγουρα ἡ νύχτα μέχρι νὰ γυρίσεις.
Αὐτὸ ἦταν τὸ μόνο σίγουρο. Ἡ χειμωνιάτικη μέρα ἦταν μικρὴ καὶ εἶχε μεγάλη γύρα νὰ κάνει, μὲ ἀτέλειωτες ὧρες πεζοπορίας σὲ δύσβατους δρόμους καὶ ἐπικίνδυνα μέρη, ἀπόκρημνα. Δὲν τοῦ ἔλειψαν καὶ τὰ ἀπρόοπτα. Σὲ μιὰ κωμόπολη ποὺ μπῆκε γιὰ κάποια ψώνια, ὁ μαγαζάτορας τὸν κοίταζε ἐπίμονα. Δὲν ἔπαιρνε τὰ μάτια ἀπὸ πάνω του. Τελειώνοντας μὲ τὸ δοῦναι καὶ λαβεῖν, τοῦ λέει ἐμπιστευτικά:
– Πάτερ, θὰ μποροῦσες νὰ περάσεις λίγο ἀπὸ τὸ σπίτι μου; Ἐδῶ κοντὰ μένω. Ἔχω ἕνα δῶρο γιὰ τὸν ἡγούμενο τῆς μονῆς σας.
Ὁ γέρο-δόκιμος συγκατένευσε ἀνύποπτος. Ἐκεῖνος ὅμως εἶχε τὸν σκοπό του. Ἐδῶ καὶ χρόνια βρισκόταν σὲ μεγάλη δοκιμασία. Ἡ κόρη του εἶχε «πνεῦμα ἀσθενείας». Εἶχε δαιμονιστεῖ. Τὴν ἔτρεξε σ’ ὅλους τοὺς γιατρούς, ἀλλὰ μάταια. Δὲν ὀφείλονται ὅλες οἱ ἀρρώστιες σὲ φυσικὰ αἴτια. Οὔτε πάλι ὅλες σὲ δαιμονικὴ ἐνέργεια. Ἀλλὰ αὐτὸ μόνο οἱ διακριτικοὶ ἅγιοι μποροῦσαν νὰ τὸ ξεχωρίσουν.
Μὲς στὴν ἀπελπισία του ὁ ἄνθρωπος ἄκουσε κάποτε ἕνα θρησκευόμενο φίλο του νὰ τοῦ λέει:
– Θὰ γίνει καλὰ ἡ κόρη σου, μόνο ἂν κάποιος μοναχὸς κάνει εὐχὴ γι’ αὐτήν.
– Καὶ πῶς θὰ καταφέρω κάτι τέτοιο; Οἱ μοναχοὶ εἶναι τόσο ταπεινοί, ποὺ τὰ ἀποφεύγουν αὐτά.
– Ἔ, προσπάθησε μὲ κάποια πρόφαση νὰ φέρεις ἕνα μοναχὸ στὸ σπίτι σου. Καὶ ἐκεῖ πές του, ἀδιάφορα τάχα, «δὲν κάνεις καὶ μιὰ εὐχὴ γιὰ τὴν κόρη μου ποὺ εἶναι ἄρρωστη;»
Ὁ δυστυχισμένος πατέρας ἅρπαξε τὴ συμβουλὴ σὰν σωσίβιο καὶ ἔψαχνε νὰ βρεῖ τὴν εὐκαιρία. Μὲ τὸ μικρό του κόλπο πέτυχε νὰ παρασύρει τὸν δόκιμο ὣς τὸ σπίτι του. Μὰ πρὶν ἀκόμα φτάσουν, καθὼς ἀνηφορίζανε, ὁ πονηρὸς κατάλαβε ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ τὰ «μαζεύει». Ἐξαγριώθηκε. Καὶ τὴ στιγμὴ ποὺ δρασκέλισε τὴν πόρτα ὁ δόκιμος, ἡ κόρη σηκώνεται ἀμέσως καὶ τοῦ δίνει ἕνα ἠχηρὸ χαστούκι στὸ μάγουλο. Ὁ δόκιμος δὲν ἀντιστάθηκε. Γυρίζει ἀμέσως κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ ἄλλο μάγουλο. Ὁ πονηρὸς τὸν ραπίζει καὶ ἀπὸ αὐτό. Μὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ ἡ κόρη σωριάστηκε κάτω ἀφρίζοντας. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ἐξῆλθε ἀμέσως καταδιωκόμενο ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, βγάζοντας δυνατὴ κραυγή.
– Ἀλλοίμονό μου! Δὲν βρίσκω τόπο νὰ σταθῶ! Μὲ διώχνει ἡ ταπείνωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ κόρη θεραπεύτηκε ἀμέσως. Σηκώθηκε καὶ φίλησε εὐλαβικὰ τὸ χέρι τοῦ δόκιμου.
– Συχώρεσέ με, πάτερ, ποὺ σὲ ξεγέλασα, εἶπε τρισχαρούμενος τώρα ὁ πατέρας. Ἡ ἀπελπισία μου μ’ ἔσπρωξε. Ἔλα νὰ σοῦ δώσω πίσω ὅλα τὰ χρήματα ποὺ πῆρα γιὰ τὰ ψώνια σου. Καὶ νὰ σοῦ δώσω γιὰ τὸ μοναστήρι ἕνα σωρὸ πράγματα ἀκόμα.
– Ὄχι, ἀδελφέ μου, εἶπε ἁπλὰ ὁ δόκιμος. Δὲν ἔχω εὐλογία νὰ παίρνω τίποτε δωρεάν. Δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀδικοῦμε κανένα.
Μὰ ἡ μέρα ἐκείνη ἐπιφύλασσε ἐκπλήξεις καὶ στὸν γέρο-ἡγούμενο. Δὲν εἶχε περάσει μιὰ ὥρα ἀπὸ τὴν ἀναχώρηση τοῦ δόκιμου, ὅταν φάνηκαν στὴ μονὴ τρεῖς ἐπισκέπτες. Ὅπως ἀποδείχτηκε, ἦταν ἀνώτεροι κληρικοὶ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Ὁ ἡγούμενος ἔσπευσε νὰ τοὺς ὑποδεχτεῖ καὶ νὰ τοὺς φιλοξενήσει. Οἱ ἐπισκέπτες ἐξήγησαν τὸν λόγο τῆς ἀποστολῆς τους. Ἀπὸ πολὺν καιρὸ ὁ πατριάρχης τους, ἄνθρωπος ἅγιος καὶ ταπεινός, εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν θρόνο του γιὰ νὰ μονάσει ἄγνωστος καὶ ἀφανής, μακριὰ ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὶς ἐγκόσμιες τιμές. Μὰ ὁ κόσμος τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ δὲν σταμάτησαν νὰ τὸν ἀναζητοῦν παντοῦ. Καὶ τώρα περνοῦσαν ἀπὸ ὅλα τὰ μοναστήρια, μήπως καὶ τὸν ἀνακαλύψουν κάπου γιὰ νὰ τὸν ξαναφέρουν στὸν θρόνο του.
Ὁ γέρο-ἡγούμενος ἐξεπλάγη μὲ ὅσα ἄκουσε. Μάζεψε ὅλους τοὺς ἀδελφοὺς τῆς μονῆς. Μὰ οἱ ἐπισκέπτες δὲν εἶδαν πουθενὰ ἀνάμεσά τους τὸν οἰκουμενικὸ πατριάρχη.
– Μήπως λείπει κανένας; ρώτησαν μὲ ἀπογοήτευση.
– Ὄχι, ἀδελφοί μου, εἶπε ὁ ἡγούμενος. Ἕνας δόκιμος μόνο ποὺ τὸν στείλαμε γιὰ τὰ ψώνια τῆς γιορτῆς.
Φανερὰ στενοχωρημένοι οἱ τρεῖς ἐπισκέπτες ἀναχώρησαν.
Περασμένο μεσημέρι πιά, ὁ γέροντας ἀποσύρθηκε λιγάκι νὰ ξεκουραστεῖ. Βαθιὰ ἐπηρεασμένος ἀπὸ τὸ πρόσφατο συμβὰν ἔπεσε σὲ ὕπνο ἐλαφρύ. Μὰ καὶ ἐκεῖ δὲν βρῆκε ἡσυχία. Ἕνα παράξενο ὄνειρο, ὅραμα μᾶλλον, ἦρθε νὰ τὸν ἀναστατώσει ξανά. Εἶδε πὼς βρισκόταν στὴν ἐκκλησία τους, μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς θείας Γέννησης. Ἡ Παναγία κρατώντας στὴν ἄχραντη ἀγκαλιά της τὸ θεῖο Βρέφος, ζωντάνεψε, κατέβηκε ἀπὸ τὴν εἰκόνα της καὶ τὸν πλησίασε. Ὁ γέροντας τὰ ἔχασε γιὰ τὰ καλά.
– Σηκωθεῖτε ὅλοι! πρόσταξε μὲ αὐστηρὴ λίγο τὴ φωνὴ ἡ Παναγία. Συγκεντρωθεῖτε γιὰ νὰ ὑποδεχτεῖτε τὸν ἅγιο πατριάρχη ποὺ ἔρχεται.
Ὁ ἡγούμενος ξύπνησε, μὰ γιὰ πολλὴ ὥρα δὲν μποροῦσε νὰ συνέλθει ἀπὸ τὴν πολλή του ἔκσταση. Ὅταν κατάφερε νὰ σταθεῖ στὰ πόδια του ξανά, διάταξε τὸν ἐκκλησιάρχη νὰ χτυπήσει ἐκτάκτως τὸ τάλαντο. Οἱ πατέρες μαζεύτηκαν, τοὺς φανέρωσε τὴν ὀπτασία του καὶ ὅλοι συγκλονισμένοι ξεχύθηκαν νὰ ἑτοιμαστοῦν γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ πατριάρχη. Μὲ λαμπάδες, ἑξαπτέρυγα, λάβαρα καὶ θυμιατά, παρατάχτηκαν ἐπιτέλους ὅλοι στὴν πύλη τῆς μονῆς. Μαζί τους καὶ ἡ πληθώρα τῶν προσκυνητῶν, ποὺ ὅπως πάντα εἶχαν συρρεύσει γιὰ τὴ νυχτερινὴ χριστουγεννιάτικη Λειτουργία. Καιρὸς ἦταν! Καὶ νά!
Ἕνα ἀμυδρὸ διάχυτο φῶς φάνηκε μακριὰ στὸν ὁρίζοντα, ἐνῶ τὸ σκοτάδι εἶχε ἤδη σκεπάσει τὰ πάντα γιὰ τὰ καλά. Προχωροῦσε σιγά-σιγὰ πρὸς τὸ μέρος τους. Ὅσο πλησίαζε, δυνάμωνε περισσότερο, σχηματίζοντας ἕνα μεγάλο φωτεινὸ κύκλο, ποὺ σκόρπιζε λαμπερὸ γλυκύτατο φῶς στὴ σκοτεινὴ νύχτα. Ἔβλεπαν ὅλοι ἐκστατικοί. Ὁ οὐράνιος φωτεινὸς κύκλος ἔφτασε κοντὰ στὴ μονή, ἀλλὰ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶδαν, ἔμειναν ὅλοι πετρωμένοι καὶ ἄφωνοι. Δυὸ ψηλοὶ λευκοντυμένοι φωτεινοὶ ἄγγελοι, κρατώντας μεγάλες ἀναμμένες λαμπάδες, φώτιζαν μὲ ὑπερκόσμιο φῶς τὸν δρόμο ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη μεριά. Στὴ μέση, ἀνάμεσά τους, βάδιζε ὁ ταπεινὸς ἡμιονηγὸς τῆς μονῆς, σέρνοντας πίσω του τὰ τέσσερα βαρυφορτωμένα ὑποζύγια.
Καὶ πίσω τους, ἄλλη ἔκπληξη. Ἕνα τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων, ὅλοι οἱ κάτοικοι ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ τὶς κωμοπόλεις ποὺ εἶχε περάσει ἡ θεϊκὴ αὐτὴ συνοδεία, βλέποντας τὸ πρωτόγνωρο ἐξωπραγματικὸ μεγαλεῖο, ἀκολούθησαν αὐθόρμητα, θαυμάζοντας, δοξάζοντας καὶ μεγαλύνοντας τὸν ὕψιστο Θεὸ καὶ τὸν ταπεινὸ μὰ θεοδόξαστο ἅγιο. Τότε φανερώθηκε σὲ ὅλους περίτρανα τὸ φοβερὸ μυστικό: Ὁ γέρο-δόκιμος ποὺ τόσον καιρὸ φρόντιζε ταπεινὰ τὰ μουλάρια καὶ τὰ ζῶα τῆς μονῆς, ἦταν ὁ οἰκουμενικὸς πατριάρχης!
Μὰ τόση ταπείνωση! Ποιὸς νὰ τὸ φανταζόταν!
Φτάνοντας στὴν πύλη τῆς μονῆς ὁ ἡμιονηγὸς καὶ βλέποντάς τους ὅλους παραταγμένους, ἔπεσε ἀμέσως στὰ γόνατα χύνοντας ἄφθονα δάκρυα. Μὰ ὁ ἡγούμενος ἔτρεξε, γονάτισε μπροστά του, ἀγκάλιασε τὰ πόδια του καὶ ἔκραξε:
– Ὣς ἐδῶ, Παναγιώτατε, ὣς ἐδῶ! Φτάνει ἡ μεγάλη σου ταπείνωση! Συχώρεσέ μας ποὺ σὲ ὑποβάλαμε σὲ τόση ταλαιπωρία, μὰ ἔγινε ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ μας. Ποῦ νὰ βάλουμε στὸ φτωχό μας μυαλὸ τέτοιο πράγμα οἱ ἐλεεινοί!
Μέσα σὲ κύμα ἰσχυροῦ συγκλονισμοῦ, μὲ δάκρυα βαθειᾶς συγκίνησης, οἱ μοναχοὶ προσκυνοῦσαν καὶ ἀσπάζονταν τὸν ταπεινὸ πατριάρχη, ζητώντας συγχώρηση γιὰ ὅποιο πρόβλημα καὶ στενοχώρια, ἠθελημένα ἢ ἄθελα, τοῦ εἶχαν προξενήσει. Καὶ σὰν νὰ εἶχαν ὅλοι συνεννοηθεῖ, μιὰ φωνὴ ἀπὸ μύρια στόματα ὑψώθηκε αὐθόρμητα στὸν ἀέρα, ψάλλοντας θριαμβευτικὰ τὴ φήμη τοῦ οἰκουμενικοῦ πατριάρχη.
Γιὰ πρώτη φορὰ στὰ χρονικὰ τῆς μονῆς, στὴ λαμπρὴ χριστουγεννιάτικη νυχτερινὴ Λειτουργία χοροστατοῦσε οἰκουμενικὸς πατριάρχης. Ὁ ἴδιος προσπάθησε βέβαια νὰ τὸ ἀποφύγει. Μὰ τὸν σήκωσαν μὲ τὴ βία στὰ χέρια τους καὶ τὸν ἀνέβασαν στὸν δεσποτικὸ θρόνο, κραυγάζοντας δυνατά:
– Ἀπόλαβε τὸν θρόνον σου, πάτερ!
Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν ἀσθενική του φωνὴ ἀκούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ τὸ «Εἰρήνη πᾶσι» καὶ ὑψώθηκε σὲ σχῆμα εὐλογίας τὸ ἁγιασμένο λιπόσαρκο χέρι του, μιὰ ἐκκωφαντικὴ ἰαχὴ ἀπὸ ὅλα τὰ στόματα συγκλόνισε τοὺς θόλους τοῦ ναοῦ:
– Εἰς πολλὰ ἔτη, Δέσποτα!
Ὅλα τὰ μάτια ἔτρεχαν, οἱ καρδιὲς σπαρταροῦσαν. Πήγαιναν νὰ σπάσουν ἀπὸ τὴ συγκίνηση. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου πατριάρχη ἔβλεπαν τὸν τέλειο μιμητὴ τοῦ Χριστοῦ. Ποὺ ἀπ’ τὸ ἄφθαστο μεγαλεῖο του κατέβηκε πιὸ χαμηλὰ κι ἀπὸ τὸν τελευταῖο ἄνθρωπο.
Χαράχτηκαν βαθιὰ ὅλα αὐτὰ στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.
Ξεχνιοῦνται ποτὲ τέτοια Χριστούγεννα;
Χριστούγεννα 2025
www.orthmad.gr
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Άγιος Αντώνιος ο Μέγας καθηγητής της ερήμου
Ο Άγιος Αντώνιος, λαοφιλής Άγιος της Εκκλησίας μας, έχει ονομαστεί «Μέγας» και «καθηγητής της ερήμου». Όλοι γνωρίζουμε ότι η Αγία μας Εκκλησία δεν απονέμει τίτλους εύκολα. Είναι όπως λέμε φειδωλή και τους απονέμει σε λίγους, σε ξεχωριστούς, για να τιμήσει τον υπέρ νουν και λόγον βίο τους. Ένα χαρακτηριστικό της ζωής του είναι ότι πολεμήθηκε ιδιαίτερα σκληρά από τον διάβολο.
Ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε στο χωριό Κομά της Αιγύπτου το 251 μ.Χ. από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Δεν έμαθε καθόλου γράμματα, ήταν αγράμματος. Δεν τον έστειλαν οι γονείς του στο σχολείο από τον φόβο μήπως παρασυρθεί και γίνει ειδωλολάτρης. Προτιμούσαν το παιδί τους αγράμματο στον παράδεισο, παρά γραμματισμένο στην κόλαση. Όμως, του έδωσαν την κατά Θεόν μόρφωση και παιδεία. Σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών έμεινε ορφανός από τους δυο γονείς του, με μεγάλη περιουσία και προστάτης της μικρότερης αδελφής του.
Στην εκκλησία άκουσε την ευαγγελική περικοπή με τον διάλογο του Χριστού με ένα νεαρό, στον οποίο ο Κύριος είπε: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Συγκλονίζεται και θεωρεί τα λόγια αυτά πρόσκληση του Χριστού προς τον ίδιο. Πωλεί την μεγάλη περιουσία και μοιράζει τα χρήματα στους φτωχούς. Αφού εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε ένα κοινόβιο παρθένων, όπου ζούσαν ενάρετες παρθένες ασχολούμενες με έργα αγάπης, απαρνήθηκε τον κόσμο και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Τότε άρχισε ο μακρύς δρόμος των αγώνων του στην έρημο.
Δεν υπάρχουν οργανωμένα μοναστήρια και καταφεύγει σε ένα ερημητήριο των περιχώρων, όπου κάποιος γέροντας ασκητής γίνεται ο πρώτος δάσκαλος για να τον καθοδηγήσει. Τα πάθη δεν βγαίνουν εύκολα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Συνεχώς προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ο Θεός ακούει την προσευχή του, όπως και κάθε χριστιανού που προσπαθεί και αγωνίζεται.
Αγρυπνεί συνεχώς. Τρώει ελάχιστα μια φορά την ημέρα λίγο ψωμί με νερό και αλάτι. Συχνά μένει εντελώς νηστικός για πολλές ημέρες. Αυτάρκης και λιτοδίαιτος. Προοδεύει πνευματικά. Ο διάβολος τον εντοπίζει, τον φθονά για τις επιδόσεις του και αρχίζει ο πόλεμος εναντίον του. Ξεκινά τον πόλεμο υπενθυμίζοντάς του τα πλούτη και τις ανέσεις που είχε. Του λέγει: «τι κουτός που είσαι άφησες πλούτη και ανέσεις και ήλθες εδώ να πεθάνεις από την πείνα και το κρύο. Δεν έχεις ένα στρώμα να κοιμηθείς. Θα πεθάνεις και είναι κρίμα. Έπειτα έχεις και μια αδελφή, που την άφησες;; Όλοι εμείς εκεί έξω στον κόσμο θα χαθούμε και είναι σωστό να σωθείς μόνο εσύ;;» Αυτές τις σκέψεις βάζει στο νου ο διάβολος και περιμένει. Στις δύσκολες αυτές στιγμές ο Αντώνιος καταφεύγει στον Θεό. Με προσευχή και νηστεία ζητά την βοήθεια του Θεού. Ο Θεός τον ενισχύει και ο διάβολος ηττάται.
Ο διάβολος επιμένει. Τούτη τη φορά θέλει να τον πειράξει σαρκικά και εμφανίζεται ως γυμνή γυναίκα μέσα στην έρημο. Του παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και όργια . Θέλει να τον σκανδαλίσει εκμεταλλευόμενος την νεότητά του. Προσπαθεί ο διάβολος , μα αγωνίζεται και ο Άγιος με προσευχή, αγρυπνία και τέλεια νηστεία. Παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη να αντέξει τον πειρασμό. Άλλοτε παρουσιάζεται μπροστά του με την μορφή μικρού παιδιού και του λέγει « : Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι». Το μέσο που χρησιμοποιεί τώρα ο σατανάς είναι η υπερηφάνεια. Ο Άγιος δεν υπερηφανεύτηκε, αλλά, αφού δόξασε τον Θεό για την δύναμη που του έδωσε, είπε στον διάβολο;: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά. Δεν σε φοβάμαι»
Στην Αίγυπτο το 311 ξεσπά άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Ο Αντώνιος μαζί με άλλους μοναχούς πήγε στην Αλεξάνδρεια για να στηρίξει τους διωκόμενους αδελφούς, αποφασισμένος να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Δεν φοβάται την απαγόρευση που επεβλήθη να μη μπαίνουν μοναχοί στα δικαστήρια που έσερναν τους πιστούς οι αιρετικοί. Πήγε και κάθισε σε περίοπτη θέση.
Μια ημέρα ενώ ησύχαζε στο κελί του εμφανίζεται ο Μαρτινιανός, ανώτατος αξιωματικός, και του ζητά να θεραπεύσει τη δαιμονόπληκτη κόρη του. Η απάντηση ήταν «αμαρτωλός άνθρωπος είμαι, όπως και εσύ. Εάν πιστεύεις στο Θεό πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και η κόρη σου θα γίνει καλά». Ο πατέρας προσευχήθηκε και το θαύμα έγινε.
Επειδή αποζητεί περισσότερη ησυχία σκέπτεται να πάει στην Θηβαϊδα. Με δυο ψωμιά στα χέρια του κατεβαίνει στο ποτάμι για να βρει μεταφορικό μέσο. Εκεί, από αόρατη φωνή πληροφορείται να πάει πιο βαθιά στην έρημο με οδηγούς μερικούς διερχόμενους Σαρακηνούς. Έτσι, με τους Σαρακηνούς έφτασε κοντά στην Ερυθρά θάλασσα σε εύφορη περιοχή. Τον βρήκαν οι μαθητές του από τους οποίους ζήτησε σκαπτικά μηχανήματα για να καλλιεργεί. Τα άγρια ζώα κατέστρεφαν τις καλλιέργειές του. Πιάνει ένα και του λέει: «Εγώ δεν σας ζημιώνω εσείς γιατί με ζημιώνετε. Μη πλησιάσετε, πηγαίνετε στην ευχή του Κυρίου». Τα ζώα εξαφανίστηκαν.
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας υπήρξε στενός φίλος και βιογράφος του Αγίου Αντωνίου. Το έργο του» «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», δίδει πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του Αγίου και τη θεολογική του σοφία, παρά το γεγονός της τελείας αγραμματοσύνης του.
Κοιμήθηκε οσιακά σε ηλικία 105 ετών και η μνήμη του εορτάζεται την 17η Ιανουαρίου.
Μυργιώτης Παναγιώτης, Μαθηματικός
Ο Άγιος Αντώνιος, λαοφιλής Άγιος της Εκκλησίας μας, έχει ονομαστεί «Μέγας» και «καθηγητής της ερήμου». Όλοι γνωρίζουμε ότι η Αγία μας Εκκλησία δεν απονέμει τίτλους εύκολα. Είναι όπως λέμε φειδωλή και τους απονέμει σε λίγους, σε ξεχωριστούς, για να τιμήσει τον υπέρ νουν και λόγον βίο τους. Ένα χαρακτηριστικό της ζωής του είναι ότι πολεμήθηκε ιδιαίτερα σκληρά από τον διάβολο.
Ο Άγιος Αντώνιος γεννήθηκε στο χωριό Κομά της Αιγύπτου το 251 μ.Χ. από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Δεν έμαθε καθόλου γράμματα, ήταν αγράμματος. Δεν τον έστειλαν οι γονείς του στο σχολείο από τον φόβο μήπως παρασυρθεί και γίνει ειδωλολάτρης. Προτιμούσαν το παιδί τους αγράμματο στον παράδεισο, παρά γραμματισμένο στην κόλαση. Όμως, του έδωσαν την κατά Θεόν μόρφωση και παιδεία. Σε ηλικία δεκαοκτώ χρονών έμεινε ορφανός από τους δυο γονείς του, με μεγάλη περιουσία και προστάτης της μικρότερης αδελφής του.
Στην εκκλησία άκουσε την ευαγγελική περικοπή με τον διάλογο του Χριστού με ένα νεαρό, στον οποίο ο Κύριος είπε: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί διάδος πτωχοῖς καί δεῦρο ἀκολουθεῖ μοί καί ἕξεις θησαυρόν ἐν οὐρανῶ». Συγκλονίζεται και θεωρεί τα λόγια αυτά πρόσκληση του Χριστού προς τον ίδιο. Πωλεί την μεγάλη περιουσία και μοιράζει τα χρήματα στους φτωχούς. Αφού εμπιστεύτηκε την αδελφή του σε ένα κοινόβιο παρθένων, όπου ζούσαν ενάρετες παρθένες ασχολούμενες με έργα αγάπης, απαρνήθηκε τον κόσμο και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο. Τότε άρχισε ο μακρύς δρόμος των αγώνων του στην έρημο.
Δεν υπάρχουν οργανωμένα μοναστήρια και καταφεύγει σε ένα ερημητήριο των περιχώρων, όπου κάποιος γέροντας ασκητής γίνεται ο πρώτος δάσκαλος για να τον καθοδηγήσει. Τα πάθη δεν βγαίνουν εύκολα. «Ὑποπιάζω μου τό σῶμα καί δουλαγωγῶ», έλεγε ο Παύλος, «μήποτε ἄλλοις κηρύξας ἐγώ αὐτός ἀδόκιμος γένωμαι». Συνεχώς προσεύχεται στο Θεό. Του ζητάει να τον βοηθήσει στον αγώνα του, για την σωτηρία της ψυχής του. Ο Θεός ακούει την προσευχή του, όπως και κάθε χριστιανού που προσπαθεί και αγωνίζεται.
Αγρυπνεί συνεχώς. Τρώει ελάχιστα μια φορά την ημέρα λίγο ψωμί με νερό και αλάτι. Συχνά μένει εντελώς νηστικός για πολλές ημέρες. Αυτάρκης και λιτοδίαιτος. Προοδεύει πνευματικά. Ο διάβολος τον εντοπίζει, τον φθονά για τις επιδόσεις του και αρχίζει ο πόλεμος εναντίον του. Ξεκινά τον πόλεμο υπενθυμίζοντάς του τα πλούτη και τις ανέσεις που είχε. Του λέγει: «τι κουτός που είσαι άφησες πλούτη και ανέσεις και ήλθες εδώ να πεθάνεις από την πείνα και το κρύο. Δεν έχεις ένα στρώμα να κοιμηθείς. Θα πεθάνεις και είναι κρίμα. Έπειτα έχεις και μια αδελφή, που την άφησες;; Όλοι εμείς εκεί έξω στον κόσμο θα χαθούμε και είναι σωστό να σωθείς μόνο εσύ;;» Αυτές τις σκέψεις βάζει στο νου ο διάβολος και περιμένει. Στις δύσκολες αυτές στιγμές ο Αντώνιος καταφεύγει στον Θεό. Με προσευχή και νηστεία ζητά την βοήθεια του Θεού. Ο Θεός τον ενισχύει και ο διάβολος ηττάται.
Ο διάβολος επιμένει. Τούτη τη φορά θέλει να τον πειράξει σαρκικά και εμφανίζεται ως γυμνή γυναίκα μέσα στην έρημο. Του παρουσιάζει κέντρα διασκεδάσεων και όργια . Θέλει να τον σκανδαλίσει εκμεταλλευόμενος την νεότητά του. Προσπαθεί ο διάβολος , μα αγωνίζεται και ο Άγιος με προσευχή, αγρυπνία και τέλεια νηστεία. Παρακαλεί τον Θεό να του δώσει δύναμη να αντέξει τον πειρασμό. Άλλοτε παρουσιάζεται μπροστά του με την μορφή μικρού παιδιού και του λέγει « : Αχ! Αντώνιε. Πολλούς πλάνεψα, πολλούς έβαλα κάτω και τους νίκησα, αλλά εσένα κουράστηκα να σε πολεμώ! Νομίζω, πώς δεν θα επιτύχω. Είσαι δυνατός. Σε παραδέχομαι». Το μέσο που χρησιμοποιεί τώρα ο σατανάς είναι η υπερηφάνεια. Ο Άγιος δεν υπερηφανεύτηκε, αλλά, αφού δόξασε τον Θεό για την δύναμη που του έδωσε, είπε στον διάβολο;: «Ύπαγε οπίσω μου, σατανά. Δεν σε φοβάμαι»
Στην Αίγυπτο το 311 ξεσπά άγριος διωγμός εναντίον των Χριστιανών. Ο Αντώνιος μαζί με άλλους μοναχούς πήγε στην Αλεξάνδρεια για να στηρίξει τους διωκόμενους αδελφούς, αποφασισμένος να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Δεν φοβάται την απαγόρευση που επεβλήθη να μη μπαίνουν μοναχοί στα δικαστήρια που έσερναν τους πιστούς οι αιρετικοί. Πήγε και κάθισε σε περίοπτη θέση.
Μια ημέρα ενώ ησύχαζε στο κελί του εμφανίζεται ο Μαρτινιανός, ανώτατος αξιωματικός, και του ζητά να θεραπεύσει τη δαιμονόπληκτη κόρη του. Η απάντηση ήταν «αμαρτωλός άνθρωπος είμαι, όπως και εσύ. Εάν πιστεύεις στο Θεό πήγαινε, κάνε την προσευχή σου και η κόρη σου θα γίνει καλά». Ο πατέρας προσευχήθηκε και το θαύμα έγινε.
Επειδή αποζητεί περισσότερη ησυχία σκέπτεται να πάει στην Θηβαϊδα. Με δυο ψωμιά στα χέρια του κατεβαίνει στο ποτάμι για να βρει μεταφορικό μέσο. Εκεί, από αόρατη φωνή πληροφορείται να πάει πιο βαθιά στην έρημο με οδηγούς μερικούς διερχόμενους Σαρακηνούς. Έτσι, με τους Σαρακηνούς έφτασε κοντά στην Ερυθρά θάλασσα σε εύφορη περιοχή. Τον βρήκαν οι μαθητές του από τους οποίους ζήτησε σκαπτικά μηχανήματα για να καλλιεργεί. Τα άγρια ζώα κατέστρεφαν τις καλλιέργειές του. Πιάνει ένα και του λέει: «Εγώ δεν σας ζημιώνω εσείς γιατί με ζημιώνετε. Μη πλησιάσετε, πηγαίνετε στην ευχή του Κυρίου». Τα ζώα εξαφανίστηκαν.
Ο Άγιος Αθανάσιος ο Μέγας υπήρξε στενός φίλος και βιογράφος του Αγίου Αντωνίου. Το έργο του» «Βίος και πολιτεία του οσίου Αντωνίου», δίδει πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του Αγίου και τη θεολογική του σοφία, παρά το γεγονός της τελείας αγραμματοσύνης του.
Κοιμήθηκε οσιακά σε ηλικία 105 ετών και η μνήμη του εορτάζεται την 17η Ιανουαρίου.
Μυργιώτης Παναγιώτης, Μαθηματικός
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 49540
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η μοναξιά του αρρώστου (π. Δημητρίου Μπόκου)
Πορευόμενος προς τα Ιεροσόλυμα κάποτε ο Χριστός διά μέσου των ορίων Γαλιλαίας και Σαμάρειας, πέρασε από ένα χωριό όπου συναντήθηκε καθ΄ οδόν με δέκα λεπρούς. Αποκλεισμένοι από την ανθρώπινη κοινωνία οι ταλαίπωροι εκείνοι, του φώναξαν δυνατά από μακριά να τους λυπηθεί. Και ο Χριστός, ελεήμων και φιλάνθρωπος, τους θεράπευσε (Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά).
Το φαινόμενο της λέπρας ήταν τεράστιο πρόβλημα στις παλιότερες εποχές. Πέρα από την τραγικότητα της ασθένειας, υπήρχε και το ακόμη οξύτερο πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι λεπροί δεν είχαν θέση κοντά στους συνανθρώπους τους. Δεν είχαν την παρηγοριά της ανθρώπινης συμπαράστασης.
Ακόμη και ο αδάμαστος Ιώβ, όταν κορυφώθηκαν οι πρωτόγνωρες δοκιμασίες του με τη φοβερή ασθένεια (κάτι σαν λέπρα) που τον έπληξε ολοσώματο και τον απομόνωσε από την κοινωνία των ανθρώπων, λύγισε. Ήταν τόσο οικτρή η κατάστασή του, που όταν τρεις βασιλιάδες φίλοι του πήγαν να τον παρηγορήσουν και είδαν «πόρρωθεν», από μακριά, σε τί χάλι είχε καταντήσει, αρχικά δεν τον γνώρισαν καν. Κατόπιν έβγαλαν μεγάλη κραυγή, έκλαψαν, έσκισαν τις πολυτελείς τους στολές, έριξαν χώμα πάνω στα κεφάλια τους, πένθησαν. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες στάθηκαν μπροστά του άφωνοι εντελώς, σοκαρισμένοι στο έπακρο από το μέγεθος της τραγωδίας. Γιατί η πληγή του Ιώβ, η όλη του δοκιμασία, ήταν όντως «μεγάλη σφόδρα».
Μπροστά στη στάση τους αυτή λύγισε τότε και ο Ιώβ. Άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε τη μέρα που γεννήθηκε. «Μακάρι να μην είχε υπάρξει η μέρα εκείνη που γεννήθηκα και η νύχτα εκείνη που είπαν: Να, γεννήθηκε αγόρι… Γιατί να μην είχα πεθάνει στην κοιλιά της μάνας μου; Γιατί να μη χανόμουν αμέσως τη στιγμή που βγήκα απ’ αυτήν; …Γιατί να βλέπουν το φως αυτοί που θα περάσουν μια ζωή γεμάτη πίκρες; Γιατί να ζουν αυτοί που η ζωή τους θα είναι γεμάτη οδύνες; …Ούτε ειρηνεύω, ούτε ησυχάζω, ούτε αναπαύομαι. Ήλθε πάνω μου οργή Θεού»… (Ιώβ 3).
Κραυγές και αναπάντητα ερωτήματα του κάθε πονεμένου ανθρώπου! Οι τρεις φίλοι του, αντί να τον παρηγορήσουν, τον πλήγωσαν τελικά περισσότερο με τα λόγια τους, ίσως άθελά τους. Ώσπου επενέβη τελικά ο Θεός και έβαλε τα πάντα στη θέση τους.
Η λέπρα σήμερα δεν αποτελεί πια πρόβλημα όπως παλιά. Αντιμετωπίζεται ιατρικά. Παραμένει όμως το πρόβλημα της απομόνωσης, πιθανό συνακόλουθο πρόβλημα για πολλούς ασθενείς πάσης φύσεως. Συνήθως από δική μας αδιαφορία, άλλοτε όμως και για λόγους υγειονομικούς, ενίοτε υπερτιμημένους, ο ασθενής απομονώνεται. Θεωρείται επικίνδυνος. Απόβλητος. Αποκόπτεται από τη συμπάσχουσα συντροφιά των οικείων του. Μόνος διέρχεται το οδυνηρό στάδιο της ασθένειας. Μόνος οδεύει και προς τον θάνατο, χωρίς την ενισχυτική συμπαράσταση των αγαπημένων του. Κατάμονος αποτίθεται κάποιες φορές και στον τάφο, σε σάκκο φιμωμένος απορριμματικό, βδελυκτό απόρριμμα και ο ίδιος, χωρίς την παρουσία φίλων και συγγενών.
Πράγματα όλ’ αυτά που τα βιώσαμε και θα τα βιώνουμε πλέον κατά κόρον, υποταγμένοι, υποχρεωμένοι και καθοδηγούμενοι από μακράν κατευθυνόμενες πολιτικές σκοπιμότητες, που τώρα έχουν το θράσος να ενδύονται αδίστακτα, αλλά και αναίσχυντα το προσωπείο της ιατρικής δεοντολογίας.
Ο άρρωστος όμως επιμένει να μας ζητάει κοντά του. Μας θέλει συνοδίτες του στην αγωνιώδη πορεία του «εν μέσω σκιάς θανάτου», συγκοινωνούς στον πόνο, τον στεναγμό, την οδύνη του.
www.orthmad.gr
Πορευόμενος προς τα Ιεροσόλυμα κάποτε ο Χριστός διά μέσου των ορίων Γαλιλαίας και Σαμάρειας, πέρασε από ένα χωριό όπου συναντήθηκε καθ΄ οδόν με δέκα λεπρούς. Αποκλεισμένοι από την ανθρώπινη κοινωνία οι ταλαίπωροι εκείνοι, του φώναξαν δυνατά από μακριά να τους λυπηθεί. Και ο Χριστός, ελεήμων και φιλάνθρωπος, τους θεράπευσε (Κυριακή ΙΒ΄ Λουκά).
Το φαινόμενο της λέπρας ήταν τεράστιο πρόβλημα στις παλιότερες εποχές. Πέρα από την τραγικότητα της ασθένειας, υπήρχε και το ακόμη οξύτερο πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού. Οι λεπροί δεν είχαν θέση κοντά στους συνανθρώπους τους. Δεν είχαν την παρηγοριά της ανθρώπινης συμπαράστασης.
Ακόμη και ο αδάμαστος Ιώβ, όταν κορυφώθηκαν οι πρωτόγνωρες δοκιμασίες του με τη φοβερή ασθένεια (κάτι σαν λέπρα) που τον έπληξε ολοσώματο και τον απομόνωσε από την κοινωνία των ανθρώπων, λύγισε. Ήταν τόσο οικτρή η κατάστασή του, που όταν τρεις βασιλιάδες φίλοι του πήγαν να τον παρηγορήσουν και είδαν «πόρρωθεν», από μακριά, σε τί χάλι είχε καταντήσει, αρχικά δεν τον γνώρισαν καν. Κατόπιν έβγαλαν μεγάλη κραυγή, έκλαψαν, έσκισαν τις πολυτελείς τους στολές, έριξαν χώμα πάνω στα κεφάλια τους, πένθησαν. Εφτά μέρες και εφτά νύχτες στάθηκαν μπροστά του άφωνοι εντελώς, σοκαρισμένοι στο έπακρο από το μέγεθος της τραγωδίας. Γιατί η πληγή του Ιώβ, η όλη του δοκιμασία, ήταν όντως «μεγάλη σφόδρα».
Μπροστά στη στάση τους αυτή λύγισε τότε και ο Ιώβ. Άνοιξε το στόμα του και καταράστηκε τη μέρα που γεννήθηκε. «Μακάρι να μην είχε υπάρξει η μέρα εκείνη που γεννήθηκα και η νύχτα εκείνη που είπαν: Να, γεννήθηκε αγόρι… Γιατί να μην είχα πεθάνει στην κοιλιά της μάνας μου; Γιατί να μη χανόμουν αμέσως τη στιγμή που βγήκα απ’ αυτήν; …Γιατί να βλέπουν το φως αυτοί που θα περάσουν μια ζωή γεμάτη πίκρες; Γιατί να ζουν αυτοί που η ζωή τους θα είναι γεμάτη οδύνες; …Ούτε ειρηνεύω, ούτε ησυχάζω, ούτε αναπαύομαι. Ήλθε πάνω μου οργή Θεού»… (Ιώβ 3).
Κραυγές και αναπάντητα ερωτήματα του κάθε πονεμένου ανθρώπου! Οι τρεις φίλοι του, αντί να τον παρηγορήσουν, τον πλήγωσαν τελικά περισσότερο με τα λόγια τους, ίσως άθελά τους. Ώσπου επενέβη τελικά ο Θεός και έβαλε τα πάντα στη θέση τους.
Η λέπρα σήμερα δεν αποτελεί πια πρόβλημα όπως παλιά. Αντιμετωπίζεται ιατρικά. Παραμένει όμως το πρόβλημα της απομόνωσης, πιθανό συνακόλουθο πρόβλημα για πολλούς ασθενείς πάσης φύσεως. Συνήθως από δική μας αδιαφορία, άλλοτε όμως και για λόγους υγειονομικούς, ενίοτε υπερτιμημένους, ο ασθενής απομονώνεται. Θεωρείται επικίνδυνος. Απόβλητος. Αποκόπτεται από τη συμπάσχουσα συντροφιά των οικείων του. Μόνος διέρχεται το οδυνηρό στάδιο της ασθένειας. Μόνος οδεύει και προς τον θάνατο, χωρίς την ενισχυτική συμπαράσταση των αγαπημένων του. Κατάμονος αποτίθεται κάποιες φορές και στον τάφο, σε σάκκο φιμωμένος απορριμματικό, βδελυκτό απόρριμμα και ο ίδιος, χωρίς την παρουσία φίλων και συγγενών.
Πράγματα όλ’ αυτά που τα βιώσαμε και θα τα βιώνουμε πλέον κατά κόρον, υποταγμένοι, υποχρεωμένοι και καθοδηγούμενοι από μακράν κατευθυνόμενες πολιτικές σκοπιμότητες, που τώρα έχουν το θράσος να ενδύονται αδίστακτα, αλλά και αναίσχυντα το προσωπείο της ιατρικής δεοντολογίας.
Ο άρρωστος όμως επιμένει να μας ζητάει κοντά του. Μας θέλει συνοδίτες του στην αγωνιώδη πορεία του «εν μέσω σκιάς θανάτου», συγκοινωνούς στον πόνο, τον στεναγμό, την οδύνη του.
www.orthmad.gr