Ψυχοφελή μηνύματα...
Συντονιστής: Συντονιστές
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Το ζήτημα του όρκου, αγαπητοί μου αδελφοί, απασχολεί συχνά
την συνείδηση των ανθρώπων που, εμφορούμενοι από τις αρχές της πίστεως στον Χριστό, έρχονται σε δύσκολη θέση, όταν καλούνται να ορκιστούν, στο πλαίσιο της δικαστικής, υπηρεσιακής, ακαδημαϊκής ή άλλης παράδοσης.
Αυτό το ζήτημα τίθεται στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, όπου ο Απόστολος απευθύνεται στους Εβραίους και αναφέρεται στον όρκο που έδωσε ο Θεός στον εαυτό του, προκειμένου
να πειστεί ο Αβραάμ, για τις Θεϊκές επαγγελίες και υποσχέσεις.
Είναι αλήθεια πως ο όρκος στην ζωή της Παλαιάς Διαθήκης
ήταν συνηθισμένη υπόθεση. Επρόκειτο για εποχή κατά την οποία ο κόσμος δεν είχε δεχθεί ακόμα και ευλογηθεί από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ζούσε μέσα στο πλαίσιο του νόμου. Το γεγονός αυτό προκαλούσε δυσπιστία στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, συχνά, όμως και στη σχέση τους με τον Θεό, οπότε ο όρκος προβαλλόταν ως ο μόνος ασφαλής τρόπος για την υπέρβασή της.
Τα πράγματα, όμως, αλλάζουν άρδην στο πλαίσιο της Καινής
Διαθήκης, όπου ο Κύριος προσωποποιεί όλες τις επαγγελίες και
υποσχέσεις του Θεού προς τον λαό Του, οπότε ο όρκος καθίσταται, πλέον, περιττός. Μάλιστα, στηλιτεύεται έντονα από τον ίδιο τον Κύριο και τίθεται εκτός του πλαισίου της Εκκλησιαστικής ηθικής και της πνευματικής ζωής. «Εγώ σάς λέγω να μην ορκίζεσθε καθόλου» και «να είναι ο λόγος σας ένα ξεκάθαρο ναι ή ένα ξεκάθαρο όχι»1, διδάσκει ο Ιησούς.
Στην ίδια λογική και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος επιτακτικά
προτρέπει τους Χριστιανούς: «Προ πάντων, αδελφοί μου, μην
ορκίζεσθε ούτε στον ουρανό, ούτε στη γη, ούτε σε οτιδήποτε άλλο. Να είναι το ναι που θα πείτε ναι και το όχι να είναι όχι, για να μη τεθείτε υπό την κρίση του Θεού»2
Την διδασκαλία του Κυρίου περί του όρκου παραλαμβάνουν και
οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι την αναλύουν και την
αιτιολογούν. Ο κορυφαίος της Πατερικής χορείας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τον όρκο με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο: «Ο όρκος είναι φοβερός και επιβλαβής, φάρμακο ολέθριο, δηλητήριο χαλεπό, βέλος σατανικό, ισχυρή παγίδα… Είναι το πιο φοβερό από όλα
1 Ματθ. 5, 34 & 37
2 Ιάκ. 5,12
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Οι Πατέρες της Εκκλησίας περί του όρκου EK ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
την συνείδηση των ανθρώπων που, εμφορούμενοι από τις αρχές της πίστεως στον Χριστό, έρχονται σε δύσκολη θέση, όταν καλούνται να ορκιστούν, στο πλαίσιο της δικαστικής, υπηρεσιακής, ακαδημαϊκής ή άλλης παράδοσης.
Αυτό το ζήτημα τίθεται στο σημερινό Αποστολικό ανάγνωσμα, όπου ο Απόστολος απευθύνεται στους Εβραίους και αναφέρεται στον όρκο που έδωσε ο Θεός στον εαυτό του, προκειμένου
να πειστεί ο Αβραάμ, για τις Θεϊκές επαγγελίες και υποσχέσεις.
Είναι αλήθεια πως ο όρκος στην ζωή της Παλαιάς Διαθήκης
ήταν συνηθισμένη υπόθεση. Επρόκειτο για εποχή κατά την οποία ο κόσμος δεν είχε δεχθεί ακόμα και ευλογηθεί από την Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ζούσε μέσα στο πλαίσιο του νόμου. Το γεγονός αυτό προκαλούσε δυσπιστία στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, συχνά, όμως και στη σχέση τους με τον Θεό, οπότε ο όρκος προβαλλόταν ως ο μόνος ασφαλής τρόπος για την υπέρβασή της.
Τα πράγματα, όμως, αλλάζουν άρδην στο πλαίσιο της Καινής
Διαθήκης, όπου ο Κύριος προσωποποιεί όλες τις επαγγελίες και
υποσχέσεις του Θεού προς τον λαό Του, οπότε ο όρκος καθίσταται, πλέον, περιττός. Μάλιστα, στηλιτεύεται έντονα από τον ίδιο τον Κύριο και τίθεται εκτός του πλαισίου της Εκκλησιαστικής ηθικής και της πνευματικής ζωής. «Εγώ σάς λέγω να μην ορκίζεσθε καθόλου» και «να είναι ο λόγος σας ένα ξεκάθαρο ναι ή ένα ξεκάθαρο όχι»1, διδάσκει ο Ιησούς.
Στην ίδια λογική και ο Αδελφόθεος Ιάκωβος επιτακτικά
προτρέπει τους Χριστιανούς: «Προ πάντων, αδελφοί μου, μην
ορκίζεσθε ούτε στον ουρανό, ούτε στη γη, ούτε σε οτιδήποτε άλλο. Να είναι το ναι που θα πείτε ναι και το όχι να είναι όχι, για να μη τεθείτε υπό την κρίση του Θεού»2
Την διδασκαλία του Κυρίου περί του όρκου παραλαμβάνουν και
οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι οποίοι την αναλύουν και την
αιτιολογούν. Ο κορυφαίος της Πατερικής χορείας Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος χαρακτηρίζει τον όρκο με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο: «Ο όρκος είναι φοβερός και επιβλαβής, φάρμακο ολέθριο, δηλητήριο χαλεπό, βέλος σατανικό, ισχυρή παγίδα… Είναι το πιο φοβερό από όλα
1 Ματθ. 5, 34 & 37
2 Ιάκ. 5,12
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ Οι Πατέρες της Εκκλησίας περί του όρκου EK ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Διὰ τὴν ἄφθαρτον ἁγνείαν καὶ σωφροσύνην, τὴν ὁποία κατακτοῦν φθαρτοὶ ἄνθρωποι διὰ καμάτων καὶ ἱδρώτων:
«Ἁγνεία σημαίνει ἀπόκτηση τῆς ἀσωμάτου φύσεως. Ἁγνεία σημαίνει ὑπερφυσικὴ ἀπάρνηση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μία ἀληθινὰ παράδοξη ἅμιλλα σώματος θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ πρὸς τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους. Ἁγνὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἔρωτα ἀπέκρουσε τὸν ἄλλο ἔρωτα, καὶ ἔσβησε τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία ὡς πρὸς τὴν διαφορὰ τοῦ φύλου.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ ὁ ὅρος τῆς τελείας καὶ πανάγνου ἁγνείας, τὸ νὰ συμπεριφέρεται κανεὶς παρόμοια καὶ πρὸς τὰ ἔμψυχα καὶ πρὸς τὰ ἄψυχα σώματα, καὶ πρὸς τὰ λογικὰ καὶ πρὸς τὰ ἄλογα. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους ἄσκησαν τὴν ἁγνεία ἂς μὴ θεωρεῖ δικό του κατόρθωμα τὴν ἀπόκτησή της. Διότι τὸ νὰ νικήσει κανεὶς τὴν φύση του εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνέλπιστα. Ὅπου πραγματοποιήθηκε ἧττα τῆς φύσεως, ἐκεῖ φανερώθηκε ἡ παρουσία τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Ἁγνὸς δὲν θεωρεῖται ἐκεῖνος ποὺ ἐφύλαξε ἀρρύπωτο τὸ πήλινο σῶμα του, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ποὺ ὑπέταξε τὰ σωματικὰ μέλη στὴν ψυχὴ εἶναι ὁ τελείως ἁγνός.
Ὅποιος πολεμᾶ τοῦτον τὸν ἀντίδικο μὲ ἱδρῶτες καὶ μόχθους, εἶναι σὰν νὰ ἔδεσε τὸν ἐχθρό του μὲ ἕνα βοῦρλο. Ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀγρυπνία, εἶναι σὰν νὰ τοῦ πέρασε ἁλυσίδες. Καὶ ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἀοργησία καὶ τὴν δίψα, εἶναι σὰν νὰ τὸν ἐφόνευσε καὶ τὸν ἔκρυψε στὴν ἄμμο. Μὴν προσπαθεῖς μὲ εὔλογα ἐπιχειρήματα καὶ ἀντιρρήσεις νὰ ἀποκρούσεις τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, γιατὶ ἐκεῖνος ἔχει μὲ τὸ μέρος του τὶς εὐλογοφανεῖς προφάσεις, ἀφοῦ μᾶς πολεμεῖ μὲ σύμμαχο τὴν φύση μας. Ἀνάθεσε στὸν Κύριο τὴν ἀσθένεια τῆς φύσεώς σου, ἀναγνωρίζοντας πλήρως τὴν δική σου ἀδυναμία, καὶ τότε θὰ λάβεις τὸ χάρισμα τῆς σωφροσύνης, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις.
Φιλάνθρωπο ὀνομάζει τὸν Θεὸ ὁ ἀπάνθρωπος ἐχθρός, ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς πορνείας, καὶ ὅτι συγχωρεῖ εὔκολα τὸ πάθος αὐτό, σὰν κάτι τὸ φυσικό. Ἂς παρατηρήσουμε δὲ τὴν δολιότητα τῶν δαιμόνων καὶ θὰ δοῦμε ὅτι μετὰ τὴν διάπραξη Τὸν ὀνομάζουν δικαιοκρίτη καὶ αὐστηρό. Προηγουμένως ἐνήργησαν ἔτσι, γιὰ νὰ μᾶς σπρώξουν στὴν ἁμαρτία. Τώρα διαφορετικά, γιὰ νὰ μᾶς καταποντίσουν στὴν ἀπελπισία. Μὴν ξεγελασθεῖς, ὦ νέε! Μοῦ ἔτυχε νὰ δῶ μερικοὺς νὰ προσεύχονται ὁλόψυχα γιὰ πρόσωπα ποὺ τὰ ἀγαποῦσαν πολύ. Καὶ ἐνῷ τοὺς κινοῦσε τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας, ἐνόμιζαν ὅτι ἐκπληρώνουν τὸν νόμο τῆς ἀγάπης!».
(Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ’, ἀποσπάσματα)
«Ἁγνεία σημαίνει ἀπόκτηση τῆς ἀσωμάτου φύσεως. Ἁγνεία σημαίνει ὑπερφυσικὴ ἀπάρνηση τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μία ἀληθινὰ παράδοξη ἅμιλλα σώματος θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ πρὸς τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους. Ἁγνὸς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὸν ἕνα ἔρωτα ἀπέκρουσε τὸν ἄλλο ἔρωτα, καὶ ἔσβησε τὸ ὑλικὸ μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία ὡς πρὸς τὴν διαφορὰ τοῦ φύλου.
Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ ὁ ὅρος τῆς τελείας καὶ πανάγνου ἁγνείας, τὸ νὰ συμπεριφέρεται κανεὶς παρόμοια καὶ πρὸς τὰ ἔμψυχα καὶ πρὸς τὰ ἄψυχα σώματα, καὶ πρὸς τὰ λογικὰ καὶ πρὸς τὰ ἄλογα. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους ἄσκησαν τὴν ἁγνεία ἂς μὴ θεωρεῖ δικό του κατόρθωμα τὴν ἀπόκτησή της. Διότι τὸ νὰ νικήσει κανεὶς τὴν φύση του εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνέλπιστα. Ὅπου πραγματοποιήθηκε ἧττα τῆς φύσεως, ἐκεῖ φανερώθηκε ἡ παρουσία τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Ἁγνὸς δὲν θεωρεῖται ἐκεῖνος ποὺ ἐφύλαξε ἀρρύπωτο τὸ πήλινο σῶμα του, ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ποὺ ὑπέταξε τὰ σωματικὰ μέλη στὴν ψυχὴ εἶναι ὁ τελείως ἁγνός.
Ὅποιος πολεμᾶ τοῦτον τὸν ἀντίδικο μὲ ἱδρῶτες καὶ μόχθους, εἶναι σὰν νὰ ἔδεσε τὸν ἐχθρό του μὲ ἕνα βοῦρλο. Ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀγρυπνία, εἶναι σὰν νὰ τοῦ πέρασε ἁλυσίδες. Καὶ ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἀοργησία καὶ τὴν δίψα, εἶναι σὰν νὰ τὸν ἐφόνευσε καὶ τὸν ἔκρυψε στὴν ἄμμο. Μὴν προσπαθεῖς μὲ εὔλογα ἐπιχειρήματα καὶ ἀντιρρήσεις νὰ ἀποκρούσεις τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, γιατὶ ἐκεῖνος ἔχει μὲ τὸ μέρος του τὶς εὐλογοφανεῖς προφάσεις, ἀφοῦ μᾶς πολεμεῖ μὲ σύμμαχο τὴν φύση μας. Ἀνάθεσε στὸν Κύριο τὴν ἀσθένεια τῆς φύσεώς σου, ἀναγνωρίζοντας πλήρως τὴν δική σου ἀδυναμία, καὶ τότε θὰ λάβεις τὸ χάρισμα τῆς σωφροσύνης, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβεις.
Φιλάνθρωπο ὀνομάζει τὸν Θεὸ ὁ ἀπάνθρωπος ἐχθρός, ὁ ἐπικεφαλῆς τῆς πορνείας, καὶ ὅτι συγχωρεῖ εὔκολα τὸ πάθος αὐτό, σὰν κάτι τὸ φυσικό. Ἂς παρατηρήσουμε δὲ τὴν δολιότητα τῶν δαιμόνων καὶ θὰ δοῦμε ὅτι μετὰ τὴν διάπραξη Τὸν ὀνομάζουν δικαιοκρίτη καὶ αὐστηρό. Προηγουμένως ἐνήργησαν ἔτσι, γιὰ νὰ μᾶς σπρώξουν στὴν ἁμαρτία. Τώρα διαφορετικά, γιὰ νὰ μᾶς καταποντίσουν στὴν ἀπελπισία. Μὴν ξεγελασθεῖς, ὦ νέε! Μοῦ ἔτυχε νὰ δῶ μερικοὺς νὰ προσεύχονται ὁλόψυχα γιὰ πρόσωπα ποὺ τὰ ἀγαποῦσαν πολύ. Καὶ ἐνῷ τοὺς κινοῦσε τὸ πνεῦμα τῆς πορνείας, ἐνόμιζαν ὅτι ἐκπληρώνουν τὸν νόμο τῆς ἀγάπης!».
(Ἰωάννου Σιναΐτου, Κλῖμαξ, Λόγος ΙΕ’, ἀποσπάσματα)
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Οι υποσχέσεις του Θεού
Ο Αβραάμ και οι δύο επαγγελίες
Το αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει στη συγκλονιστική εκείνη στιγμή που ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη έδωσε τις μεγάλες υποσχέσεις του στον Αβραάμ και του είπε: Θα σε ευλογήσω πλούσια και θα σου δώσω πάρα πολλούς απογόνους. Και ο Αβραάμ αφού περίμενε υπομονετικά πάρα πολλά χρόνια, πέτυχε την εκπλήρωση της ευλογίας που του υποσχέθηκε ο Θεός. Απέκτησε δηλαδή παιδί από τη Σάρρα, τον Ισαάκ. Κι απ’ αυτόν πληθύνθηκαν οι απόγονοί του σε μεγάλο έθνος. Για να τον βεβαιώσει όμως ο Θεός γι’ αυτές τις επαγγελίες, έδωσε όρκο ότι θα τις πραγματοποιήσει. Κι επειδή δεν υπήρχε τίποτε μεγαλύτερο στο οποίο να ορκισθεί, ορκίσθηκε στον εαυτό του.
Ο Αβραάμ λοιπόν δέχθηκε ένορκη υπόσχεση του Θεού. Την αποδέχθηκε, την πίστεψε, αλλά πραγματοποίηση δεν έβλεπε! Πόσα χρόνια περίμενε; Πόσες φορές δοκιμάστηκε η πίστη του; Του μίλησε ο Θεός για απογόνους, κι αυτός είχε μία γυναίκα στείρα. Του είπε για μεγάλο έθνος που θα δημιουργούσε, κι αυτός γέρασε και παιδί δεν είχε από τη Σάρρα! Όλα φαίνονταν αντίξοα, αντίθετα με την υπόσχεση του Θεού! Όλα έμοιαζαν ουτοπικά και απραγματοποίητα. Ο Αβραάμ όμως δεν έχασε την πίστη του. Κι όταν χάθηκε κάθε ελπίδα, τότε ήλθε η απάντηση του Θεού.
Τι έχει να πει αυτό για μας; Έχει να πει ότι ο Θεός δεν αναιρεί τις υποσχέσεις του. Δεν τις αλλάζει. Μας αφήνει όμως να περιμένουμε και να δοκιμαζόμαστε. Αυτή η περίοδος της προσμονής βέβαια μας φαίνεται συχνά πως είναι ένα μαρτύριο. Ζητούμε από τον Θεό να φέρει στη ζωή μας αυτό που ποθούμε, κι αντί για απάντηση κάποιες φορές τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Γιατί άραγε; Διότι κατά την περίοδο της προσμονής εξαγιαζόμαστε, εξαγνιζόμαστε, πλουτίζουμε σε αρετές. Μαθαίνουμε να εξαρτιόμαστε από τον Θεό. Μαθαίνουμε στην πράξη τι θα πει πίστη και δοκιμασία. Κάποτε φαίνεται ότι ο Θεός αργεί πολύ, κι εμείς κουραζόμαστε. Όσο όμως περισσότερο αργεί ο Θεός, τόσο μεγαλύτερες ευλογίες μας ετοιμάζει. Αρκεί εμείς να πιστεύουμε, να ελπίζουμε, να περιμένουμε, να προσευχόμαστε.
Η ελπίδα μας
Ο θείος Παύλος στη συνέχεια μας λέει ότι οι υποσχέσεις του Θεού δεν δόθηκαν μόνο στον Αβραάμ και στους απογόνους του, τους Ισραηλίτες, αλλά και στον νέο Ισραήλ, σ’ όλους δηλαδή τους Χριστιανούς. Κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού ήταν για τα επίγεια ο λαός του Ισραήλ, όμως για τα επουράνια και τα αιώνια ο νέος Ισραήλ, η Εκκλησία του Χριστού. Σ’ όλους λοιπόν τους πιστούς που θα κληρονομήσουμε τις θείες επαγγελίες ο Θεός ήθελε να δείξει καθαρά και με μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι ήταν αμετάκλητη η απόφασή του να εκτελέσει όσα υποσχέθηκε. Έτσι ώστε όλοι οι πιστοί να έχουμε μεγάλη ενθάρρυνση για να κρατούμε την ελπίδα που βρίσκεται μπροστά μας. Αυτήν την ελπίδα ο απόστολος Παύλος την παρομοιάζει με άγκυρα της ψυχής μας. Και λέει ότι αυτή μας ασφαλίζει από τους πνευματικούς κινδύνους επειδή είναι αμετακίνητη. Κι αυτό διότι δεν αγκυροβολεί στη θάλασσα αλλά στον ουρανό, στα Άγια των Αγίων· εκεί στο θρόνο του Θεού, όπου μπήκε ο Κύριός μας πριν από μας και για χάρη μας ως πρόδρομος, για να μας ανοίξει το δρόμο και να μας ετοιμάσει τόπο. Κι έτσι αναδείχθηκε Αρχιερέας αιώνιος κατά την τάξη του Μελχισεδέκ.
Πόσο παραστατική, αλήθεια, είναι η εικόνα που μας παρουσιάζει εδώ ο απόστολος Παύλος! Παρομοιάζει την ελπίδα μας προς τον Κύριο με μία άγκυρα. Μια άγκυρα όμως που δεν βυθίζεται στον πυθμένα κάποιας θάλασσας αλλά στον ιερότερο μέρος του σύμπαντος, στον ουρανό, στα επουράνια Άγια των Αγίων, στο θρόνο του Θεού. Κι εμείς οδοιπόροι και ουρανοδρόμοι, πορευόμαστε καθημερινά με το πλοίο της ζωής μας και οραματιζόμαστε τον προορισμό μας. Οι τρικυμίες πολλές, οι ανεμοθύελλες, οι πειρασμοί. Τα κύματα ορμητικά παλεύουν να μας αφανίσουν, να μας οδηγήσουν στο ναυάγιο αυτής της ζωής και στο σκοτάδι της άλλης. Ο αιώνιος εχθρός μας καιροφυλακτεί να βουλιάξει το πλοιάριο της ζωής μας. Κι εμείς παλεύουμε, αντιστεκόμαστε, προχωρούμε. Δεν απογοητευόμαστε. Διότι μπορεί να μην έχουμε φτάσει ακόμη στον προορισμό μας, έχουμε όμως εκεί κάτι δικό μας. Έχουμε εκεί αγκυροβολημένη την ελπίδα μας. Γύρω μας όλα μας απογοητεύουν, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, οι πειρασμοί, οι δυσκολίες. Όλα μας απελπίζουν και θέλουν να μας κάνουν να λιγοψυχούμε. Εμείς όμως οι πιστοί, λέει ο απόστολος Παύλος, δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας. Διότι όλη μας τη ζωή και την ελπίδα μας την έχουμε εμπιστευθεί στον Κύριό μας. Αυτός κρατά γερά στα παντοδύναμα χέρια του την άγκυρα της ελπίδας μας. Αυτός είναι η ίδια η ελπίδα μας. Η προσδοκία μας, αυτός είναι η χαρά μας και η ζωή μας. Μην το ξεχνάμε αυτό ποτέ. Αυτός μόνο μας απομένει στο ταξίδι της ζωής αμετακίνητος σύντροφος και συμπαραστάτης.
Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, αριθ. 1996
Ο Αβραάμ και οι δύο επαγγελίες
Το αποστολικό Ανάγνωσμα μας μεταφέρει στη συγκλονιστική εκείνη στιγμή που ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη έδωσε τις μεγάλες υποσχέσεις του στον Αβραάμ και του είπε: Θα σε ευλογήσω πλούσια και θα σου δώσω πάρα πολλούς απογόνους. Και ο Αβραάμ αφού περίμενε υπομονετικά πάρα πολλά χρόνια, πέτυχε την εκπλήρωση της ευλογίας που του υποσχέθηκε ο Θεός. Απέκτησε δηλαδή παιδί από τη Σάρρα, τον Ισαάκ. Κι απ’ αυτόν πληθύνθηκαν οι απόγονοί του σε μεγάλο έθνος. Για να τον βεβαιώσει όμως ο Θεός γι’ αυτές τις επαγγελίες, έδωσε όρκο ότι θα τις πραγματοποιήσει. Κι επειδή δεν υπήρχε τίποτε μεγαλύτερο στο οποίο να ορκισθεί, ορκίσθηκε στον εαυτό του.
Ο Αβραάμ λοιπόν δέχθηκε ένορκη υπόσχεση του Θεού. Την αποδέχθηκε, την πίστεψε, αλλά πραγματοποίηση δεν έβλεπε! Πόσα χρόνια περίμενε; Πόσες φορές δοκιμάστηκε η πίστη του; Του μίλησε ο Θεός για απογόνους, κι αυτός είχε μία γυναίκα στείρα. Του είπε για μεγάλο έθνος που θα δημιουργούσε, κι αυτός γέρασε και παιδί δεν είχε από τη Σάρρα! Όλα φαίνονταν αντίξοα, αντίθετα με την υπόσχεση του Θεού! Όλα έμοιαζαν ουτοπικά και απραγματοποίητα. Ο Αβραάμ όμως δεν έχασε την πίστη του. Κι όταν χάθηκε κάθε ελπίδα, τότε ήλθε η απάντηση του Θεού.
Τι έχει να πει αυτό για μας; Έχει να πει ότι ο Θεός δεν αναιρεί τις υποσχέσεις του. Δεν τις αλλάζει. Μας αφήνει όμως να περιμένουμε και να δοκιμαζόμαστε. Αυτή η περίοδος της προσμονής βέβαια μας φαίνεται συχνά πως είναι ένα μαρτύριο. Ζητούμε από τον Θεό να φέρει στη ζωή μας αυτό που ποθούμε, κι αντί για απάντηση κάποιες φορές τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Γιατί άραγε; Διότι κατά την περίοδο της προσμονής εξαγιαζόμαστε, εξαγνιζόμαστε, πλουτίζουμε σε αρετές. Μαθαίνουμε να εξαρτιόμαστε από τον Θεό. Μαθαίνουμε στην πράξη τι θα πει πίστη και δοκιμασία. Κάποτε φαίνεται ότι ο Θεός αργεί πολύ, κι εμείς κουραζόμαστε. Όσο όμως περισσότερο αργεί ο Θεός, τόσο μεγαλύτερες ευλογίες μας ετοιμάζει. Αρκεί εμείς να πιστεύουμε, να ελπίζουμε, να περιμένουμε, να προσευχόμαστε.
Η ελπίδα μας
Ο θείος Παύλος στη συνέχεια μας λέει ότι οι υποσχέσεις του Θεού δεν δόθηκαν μόνο στον Αβραάμ και στους απογόνους του, τους Ισραηλίτες, αλλά και στον νέο Ισραήλ, σ’ όλους δηλαδή τους Χριστιανούς. Κληρονόμοι της υποσχέσεως του Θεού ήταν για τα επίγεια ο λαός του Ισραήλ, όμως για τα επουράνια και τα αιώνια ο νέος Ισραήλ, η Εκκλησία του Χριστού. Σ’ όλους λοιπόν τους πιστούς που θα κληρονομήσουμε τις θείες επαγγελίες ο Θεός ήθελε να δείξει καθαρά και με μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι ήταν αμετάκλητη η απόφασή του να εκτελέσει όσα υποσχέθηκε. Έτσι ώστε όλοι οι πιστοί να έχουμε μεγάλη ενθάρρυνση για να κρατούμε την ελπίδα που βρίσκεται μπροστά μας. Αυτήν την ελπίδα ο απόστολος Παύλος την παρομοιάζει με άγκυρα της ψυχής μας. Και λέει ότι αυτή μας ασφαλίζει από τους πνευματικούς κινδύνους επειδή είναι αμετακίνητη. Κι αυτό διότι δεν αγκυροβολεί στη θάλασσα αλλά στον ουρανό, στα Άγια των Αγίων· εκεί στο θρόνο του Θεού, όπου μπήκε ο Κύριός μας πριν από μας και για χάρη μας ως πρόδρομος, για να μας ανοίξει το δρόμο και να μας ετοιμάσει τόπο. Κι έτσι αναδείχθηκε Αρχιερέας αιώνιος κατά την τάξη του Μελχισεδέκ.
Πόσο παραστατική, αλήθεια, είναι η εικόνα που μας παρουσιάζει εδώ ο απόστολος Παύλος! Παρομοιάζει την ελπίδα μας προς τον Κύριο με μία άγκυρα. Μια άγκυρα όμως που δεν βυθίζεται στον πυθμένα κάποιας θάλασσας αλλά στον ιερότερο μέρος του σύμπαντος, στον ουρανό, στα επουράνια Άγια των Αγίων, στο θρόνο του Θεού. Κι εμείς οδοιπόροι και ουρανοδρόμοι, πορευόμαστε καθημερινά με το πλοίο της ζωής μας και οραματιζόμαστε τον προορισμό μας. Οι τρικυμίες πολλές, οι ανεμοθύελλες, οι πειρασμοί. Τα κύματα ορμητικά παλεύουν να μας αφανίσουν, να μας οδηγήσουν στο ναυάγιο αυτής της ζωής και στο σκοτάδι της άλλης. Ο αιώνιος εχθρός μας καιροφυλακτεί να βουλιάξει το πλοιάριο της ζωής μας. Κι εμείς παλεύουμε, αντιστεκόμαστε, προχωρούμε. Δεν απογοητευόμαστε. Διότι μπορεί να μην έχουμε φτάσει ακόμη στον προορισμό μας, έχουμε όμως εκεί κάτι δικό μας. Έχουμε εκεί αγκυροβολημένη την ελπίδα μας. Γύρω μας όλα μας απογοητεύουν, οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, οι πειρασμοί, οι δυσκολίες. Όλα μας απελπίζουν και θέλουν να μας κάνουν να λιγοψυχούμε. Εμείς όμως οι πιστοί, λέει ο απόστολος Παύλος, δεν πρέπει να χάνουμε την ελπίδα μας. Διότι όλη μας τη ζωή και την ελπίδα μας την έχουμε εμπιστευθεί στον Κύριό μας. Αυτός κρατά γερά στα παντοδύναμα χέρια του την άγκυρα της ελπίδας μας. Αυτός είναι η ίδια η ελπίδα μας. Η προσδοκία μας, αυτός είναι η χαρά μας και η ζωή μας. Μην το ξεχνάμε αυτό ποτέ. Αυτός μόνο μας απομένει στο ταξίδι της ζωής αμετακίνητος σύντροφος και συμπαραστάτης.
Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, αριθ. 1996
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ
Το επεισόδιο που μας αφηγείται το σημερινό ανάγνωσμα από το Ευαγγέλιο του Μάρκου (9,17-31) τοποθετείται ευθύς μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος όπου μεταμορφώθηκε μπροστά σε τρεις από τους μαθητές του. Μετά τη δόξα της Μεταμορφώσεως συναντά ο Ιησούς την ανθρώπινη αθλιότητα σ’ όλη της την τραγική εκδήλωση: Ένας πονεμένος πατέρας παρακαλεί τον Ιησού να γιατρέψει το άρρωστο παιδί του, που οι μαθητές του προηγουμένως, οι υπόλοιποι δηλ. εννέα, στάθηκαν ανίσχυροι να το θεραπεύσουν. Βρίσκει λοιπόν ο Ιησούς μπροστά του από την μια μεριά την πονεμένη και πάσχουσα ανθρωπότητα, από την άλλη τους εκπροσώπους του που δεν μπορούν να βοηθήσουν. Και σαν να μη φθάνουν αυτά, βλέπει και τους γραμματείς, τους θεολόγους δηλ. του ιουδαϊσμού, να συζητούν με τους μαθητές και να προσπαθούν ίσως να κλονίσουν την πίστη τους στον Χριστό. Όλα αυτά θα κάνουν σε λίγο τον Ιησού να εκστομίσει την φράση «ω γενεά άπιστος, εώς πότε προς υμάς έσομαι;».
Δεν μένει όμως σ’ αυτό το ξέσπασμα της οργής, δεν κατακρίνει κανένα· προσφέρει την θεραπεία στον άρρωστο άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του και ο οποίος «παιδιόθεν» υφίσταται τις οδυνηρές συνέπειες της τρομερής αρρώστειας του. Πριν όμως κάνει το θαύμα, ρωτά τον πατέρα του νέου εάν μπορεί να πιστεύσει, γιατί τα πάντα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει. Και ο δυστυχής πατέρας με δάκρυα στα μάτια αφήνει να εκδηλωθεί η πάλη που γίνεται μέσα του λέγοντας: «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία». Ομολογεί την πίστη στην δύναμη του Μεσσία με τον οποίον συνομιλεί, συγχρόνως όμως αναγνωρίζει και την απιστία που τον συνδέει με όλη την αμαρτωλή γενεά του. Παλεύει μεταξύ πίστεως και απιστίας, μεταξύ της έντονης επιθυμίας του να παρουσιαστεί όσο γίνεται με περισσότερη πίστη και της ειλικρινούς διαπιστώσεως ότι η πίστη του αυτή είναι ελλιπής.
Κι’ ο Ιησούς προσφέρει τη θεραπεία. Δεν ήλθε για να καταδικάσει τους ανθρώπους που με τα έργα τους έγιναν υπόδουλοι στο κακό, στην φθορά και στον θάνατο, δεν ήλθε για να κατακρίνει, αλλά για να διακονήσει και να σώσει. Ο Σταυρός, με το προανάκρουσμα του οποίου τελειώνει η διήγησή μας, είναι το σύμβολο της διακονίας και της προσφοράς στην ανθρωπότητα.
Τα πρόσωπα της διηγήσεως υποχωρούν στο τέλος και χάνονται· εκείνο που θέλει να τονίσει ο ευαγγελιστής τελειώνοντας είναι η απάντηση του Ιησού στους μαθητές που ρώτησαν γιατί δεν μπόρεσαν αυτοί να θεραπεύσουν τον ασθενή: γιατί «τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία».
Πολλές είναι οι δαιμονικές εκδηλώσεις του κόσμου σε κάθε εποχή· κι’ αν ακόμη δεχθεί κανείς ότι οι αρρώστειες έχουν άλλη αιτία κι’ όχι την κατοχή των ανθρώπων από τους δαίμονες, μένουν τόσες άλλες πολυάριθμες εκδηλώσεις της ζωής που μαρτυρούν την υποταγή των ανθρώπων στην δύναμη του κακού, ώστε να προβάλλει επιτακτικό το αγωνιώδες ερώτημα: Γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να θεραπεύσει το κακό; Λείπει μήπως η πίστη, η προσευχή, η νηστεία;
Είμαστε πολλές φορές τόσο έτοιμοι να κατακρίνουμε, να επισημάνουμε τους ενόχους, να γενικεύσουμε. Ξεχνούμε ότι αυτό που δεν γίνεται στο σύνολο, γίνεται στις επιμέρους περιπτώσεις, στις οποίες συντρίβεται η δύναμη του κακού και αναδεικνύονται μορφές αγίων αγωνιστών και φωτεινών παραδειγμάτων πίστεως. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο εάν έχει η Εκκλησία την πίστη που απαιτείται για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από τα δαιμονικά δεσμά, αλλ’ εάν αυτοί μπορούν να πιστεύσουν. Ο Ιησούς, στη διήγησή μας, λέγει πρός τον πατέρα του άρρωστου νέου: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Η πίστη κάνει κατορθωτά τα ακατόρθωτα, αυτά δηλ. που η ανθρώπινη λογική θεωρεί σαν τόσο σταθερά καθιερωμένα, ώστε η αλλαγή τους να φαίνεται αδύνατη· «μετακινεί βουνά», κατά την παροιμιακή έκφραση που χρησιμοποιεί ο Ιησούς σε άλλη περίπτωση· μεταμορφώνει την ανθρώπινη αθλιότητα σε δόξα.
Εκτός από την καταπληκτική αυτή δύναμη που εκλύεται από την πίστη, και σ’ ένα άλλο χαρακτηριστικό της μπορεί να μας οδηγήσει το σημερινό ανάγνωσμα: Η πίστη του πονεμένου πατέρα γίνεται αιτία θεραπείας του παιδιύ του· κι’ από την άλλη μεριά η έλλειψη δυνατής πίστεως στους μαθητές έχει σαν αποτέλεσμα να παραμένει το κακό και η ασθένεια στον κόσμο και να χαίρουν οι πολέμιοι του Χριστιανισμού για την αδυναμία του. Η πίστη λοιπόν υπερβαίνει τα όρια του πιστεύοντος ατόμου και αποβαίνει εστία σωτηρίας και για τον διπλανό μας, ή από την άλλη μεριά η απιστία έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις της.
Τέλος, μπορεί η πίστη να ισχυροποιηθεί με την προσευχή και την νηστεία. Μ’ αυτά τα δύο διοχετεύεται η δύναμη του Θεού στον πιστεύοντα άνθρωπο, ώστε η πίστη του να γίνεται ολοένα και πιο ζωντανή και ως εκτούτου θαυματουργική μέσα στη κοινωνία.
(Ι. Δ. Καραβιδόπουλου, Οδός Ελπίδος, Αθήνα 1979 σ. 96-99).
Το επεισόδιο που μας αφηγείται το σημερινό ανάγνωσμα από το Ευαγγέλιο του Μάρκου (9,17-31) τοποθετείται ευθύς μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος όπου μεταμορφώθηκε μπροστά σε τρεις από τους μαθητές του. Μετά τη δόξα της Μεταμορφώσεως συναντά ο Ιησούς την ανθρώπινη αθλιότητα σ’ όλη της την τραγική εκδήλωση: Ένας πονεμένος πατέρας παρακαλεί τον Ιησού να γιατρέψει το άρρωστο παιδί του, που οι μαθητές του προηγουμένως, οι υπόλοιποι δηλ. εννέα, στάθηκαν ανίσχυροι να το θεραπεύσουν. Βρίσκει λοιπόν ο Ιησούς μπροστά του από την μια μεριά την πονεμένη και πάσχουσα ανθρωπότητα, από την άλλη τους εκπροσώπους του που δεν μπορούν να βοηθήσουν. Και σαν να μη φθάνουν αυτά, βλέπει και τους γραμματείς, τους θεολόγους δηλ. του ιουδαϊσμού, να συζητούν με τους μαθητές και να προσπαθούν ίσως να κλονίσουν την πίστη τους στον Χριστό. Όλα αυτά θα κάνουν σε λίγο τον Ιησού να εκστομίσει την φράση «ω γενεά άπιστος, εώς πότε προς υμάς έσομαι;».
Δεν μένει όμως σ’ αυτό το ξέσπασμα της οργής, δεν κατακρίνει κανένα· προσφέρει την θεραπεία στον άρρωστο άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά του και ο οποίος «παιδιόθεν» υφίσταται τις οδυνηρές συνέπειες της τρομερής αρρώστειας του. Πριν όμως κάνει το θαύμα, ρωτά τον πατέρα του νέου εάν μπορεί να πιστεύσει, γιατί τα πάντα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει. Και ο δυστυχής πατέρας με δάκρυα στα μάτια αφήνει να εκδηλωθεί η πάλη που γίνεται μέσα του λέγοντας: «Πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία». Ομολογεί την πίστη στην δύναμη του Μεσσία με τον οποίον συνομιλεί, συγχρόνως όμως αναγνωρίζει και την απιστία που τον συνδέει με όλη την αμαρτωλή γενεά του. Παλεύει μεταξύ πίστεως και απιστίας, μεταξύ της έντονης επιθυμίας του να παρουσιαστεί όσο γίνεται με περισσότερη πίστη και της ειλικρινούς διαπιστώσεως ότι η πίστη του αυτή είναι ελλιπής.
Κι’ ο Ιησούς προσφέρει τη θεραπεία. Δεν ήλθε για να καταδικάσει τους ανθρώπους που με τα έργα τους έγιναν υπόδουλοι στο κακό, στην φθορά και στον θάνατο, δεν ήλθε για να κατακρίνει, αλλά για να διακονήσει και να σώσει. Ο Σταυρός, με το προανάκρουσμα του οποίου τελειώνει η διήγησή μας, είναι το σύμβολο της διακονίας και της προσφοράς στην ανθρωπότητα.
Τα πρόσωπα της διηγήσεως υποχωρούν στο τέλος και χάνονται· εκείνο που θέλει να τονίσει ο ευαγγελιστής τελειώνοντας είναι η απάντηση του Ιησού στους μαθητές που ρώτησαν γιατί δεν μπόρεσαν αυτοί να θεραπεύσουν τον ασθενή: γιατί «τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία».
Πολλές είναι οι δαιμονικές εκδηλώσεις του κόσμου σε κάθε εποχή· κι’ αν ακόμη δεχθεί κανείς ότι οι αρρώστειες έχουν άλλη αιτία κι’ όχι την κατοχή των ανθρώπων από τους δαίμονες, μένουν τόσες άλλες πολυάριθμες εκδηλώσεις της ζωής που μαρτυρούν την υποταγή των ανθρώπων στην δύναμη του κακού, ώστε να προβάλλει επιτακτικό το αγωνιώδες ερώτημα: Γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να θεραπεύσει το κακό; Λείπει μήπως η πίστη, η προσευχή, η νηστεία;
Είμαστε πολλές φορές τόσο έτοιμοι να κατακρίνουμε, να επισημάνουμε τους ενόχους, να γενικεύσουμε. Ξεχνούμε ότι αυτό που δεν γίνεται στο σύνολο, γίνεται στις επιμέρους περιπτώσεις, στις οποίες συντρίβεται η δύναμη του κακού και αναδεικνύονται μορφές αγίων αγωνιστών και φωτεινών παραδειγμάτων πίστεως. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο εάν έχει η Εκκλησία την πίστη που απαιτείται για να ελευθερώσει τους ανθρώπους από τα δαιμονικά δεσμά, αλλ’ εάν αυτοί μπορούν να πιστεύσουν. Ο Ιησούς, στη διήγησή μας, λέγει πρός τον πατέρα του άρρωστου νέου: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι». Η πίστη κάνει κατορθωτά τα ακατόρθωτα, αυτά δηλ. που η ανθρώπινη λογική θεωρεί σαν τόσο σταθερά καθιερωμένα, ώστε η αλλαγή τους να φαίνεται αδύνατη· «μετακινεί βουνά», κατά την παροιμιακή έκφραση που χρησιμοποιεί ο Ιησούς σε άλλη περίπτωση· μεταμορφώνει την ανθρώπινη αθλιότητα σε δόξα.
Εκτός από την καταπληκτική αυτή δύναμη που εκλύεται από την πίστη, και σ’ ένα άλλο χαρακτηριστικό της μπορεί να μας οδηγήσει το σημερινό ανάγνωσμα: Η πίστη του πονεμένου πατέρα γίνεται αιτία θεραπείας του παιδιύ του· κι’ από την άλλη μεριά η έλλειψη δυνατής πίστεως στους μαθητές έχει σαν αποτέλεσμα να παραμένει το κακό και η ασθένεια στον κόσμο και να χαίρουν οι πολέμιοι του Χριστιανισμού για την αδυναμία του. Η πίστη λοιπόν υπερβαίνει τα όρια του πιστεύοντος ατόμου και αποβαίνει εστία σωτηρίας και για τον διπλανό μας, ή από την άλλη μεριά η απιστία έχει τις κοινωνικές προεκτάσεις της.
Τέλος, μπορεί η πίστη να ισχυροποιηθεί με την προσευχή και την νηστεία. Μ’ αυτά τα δύο διοχετεύεται η δύναμη του Θεού στον πιστεύοντα άνθρωπο, ώστε η πίστη του να γίνεται ολοένα και πιο ζωντανή και ως εκτούτου θαυματουργική μέσα στη κοινωνία.
(Ι. Δ. Καραβιδόπουλου, Οδός Ελπίδος, Αθήνα 1979 σ. 96-99).
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Δέν ὑφίσταται χειρότερη τυραννία, ἀπό αὐτή πού ἐπιφέρει ὁ ἐχθρός, ὁ διάβολος, στά θύματά του.
Καί δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀφέλεια, ἀπό τό νά ἰσχυρίζεται κανείς ὅτι δέν ὑπάρχει διάβολος.
Αὐτή ἀκριβῶς τήν πραγματικότητα, τοῦ φοβεροῦ μίσους τοῦ ἐχθροῦ μας, ἀλλά καί τήν ἀντιμετώπιση αὐτοῦ, βλέπουμε στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν νηστειῶν.
Ὁ τραγικός πατέρας, ἀπελπισμένος ἀπό τήν ἀνίατη κατάσταση καί τόν δαιμονικό βασανισμό τοῦ τέκνου του, προστρέχει στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί ὅμως, οἱ μαθητές, παρά τήν προσπάθειά τους, δέν κατόρθωσαν νά ἐκβάλουν τόν φοβερό δαιμόνιο ἀπό τήν ταλαίπωρη νεανική ὕπαρξη, καί τελικῶς ἡ θεραπεία ἐπέρχεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ.
Νά σταθοῦμε γιά λίγο ἀδελφοί μου, στό μεγάλο θέμα τοῦ δαιμονισμοῦ. Τῆς τυραννίας δηλαδή πού ἐπιβάλει ὁ ἐχθρός, ὅταν γιά διαφόρους λόγους, κατορθώσει νά κυριεύσει τήν ἀνθρωπίνη ὕπαρξη.
Ὄντως, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χειρότερος βασανισμός γιά ἕναν ἄνθρωπο, ἀπό τό νά πέσει στά νύχια τοῦ διαβόλου, καί τό ἀκάθαρτο ἤ τά ἀκάθαρτα πνεύματα νά κυριεύουν τό σῶμα.
Ὅσοι δέ ἔχουν γνώση…
καί ἐμπειρία τέτοιων φρικτῶν καταστάσεων, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατά τίς στιγμές τῆς δαιμονικῆς κρίσεως, στήν κυριολεξία ὑφίσταται μαρτύριο.
Καί εἶναι ἀλήθεια ἡ γνώμη τῶν Ἁγίων της Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος πού ὑφίσταται τόν δαιμονικό βασανισμό, ἔχει πίστη καί κάνει ὑπομονή (ὅταν βεβαίως βρίσκεται σέ ἠρεμία καί νηφαλιότητα) , ὁ Θεός, αὐτόν τόν βασανισμό πού προκαλοῦν τά ἀκάθαρτα πνεύματα, τόν ἐκλαμβάνει ὡς μαρτύριο!
Ἀλλ’ ὅσο κι ἄν ἀκούγεται παράδοξος ὁ λόγος μας, ἐκτός αὐτοῦ του ἀκουσίου δαιμονισμοῦ, ὑφίστανται καί δύο ἄλλες περιπτώσεις, ἑκουσίου, δυστυχῶς, δαιμονισμοῦ!
Ὑπάρχουν δήλ. οἱ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν θέλησή του ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ ἐχθροῦ, καί ἔτσι δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στίς περιπτώσεις αὐτές, ὁ δαιμονισμός εἶναι χειρότερος ἀπό τήν πρώτη περίπτωση, ἔστω καί ἄν ὁ ἄνθρωπος φαίνεται ἤρεμος καί ἥσυχος ἤ συμπεριφέρεται μέ κατά κόσμον, ἄψογη συμπεριφορά.
Μέ τό δίκιο τοῦ τώρα, ὁ καθένας θά ρωτήσει, ποιές ἀκριβῶς εἶναι οἱ μορφές αὐτές τοῦ δαιμονισμοῦ στίς ὁποῖες ἀναφερόμαστε.
Ά) Εἶναι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος, μέ τή θέλησή του ξεπέφτει στά πάθη τῆς ἀτιμίας καί στά ἁμαρτήματα, πού μετά βεβαιώτητος, ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἀπώλεια.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ γνωρίζει ὅτι ὡς πιστός Χριστιανός, θά πρέπει νά ἀγωνίζεται τόν καλόν ἀγώνα τῆς πίστεως καί τῆς ἀρετῆς, αὐτός ὀλισθαίνει σέ πάθη πού ἀποδιώκουν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε περιέρχεται σέ κατάσταση ἐκκουσίου δαιμονισμοῦ. Τό ἀποτέλεσμα βεβαίως, κάποιες φορές, εἶναι, αὐτός ὁ κακός δρόμος νά καταντᾶ τόν ἄνθρωπο, ὅπως καί στήν πρώτη περίπτωση. Δήλ. στόν καθ’ αὐτό δαιμονισμό τῆς ὅλης ὑπάρξεως.
Εἶναι οἱ περιπτώσεις πού ὁ ἄνθρωπος παίζει μέ τήν ἁμαρτία, ὅπως ἀκριβῶς καί τό μικρό παιδί πού βάζει τό σύρμα μέσα στήν ἠλεκτρική πρίζα, μέ ἀποτέλεσμα φυσικά τραγικό.
Ἔτσι λοιπόν χαλαρώνει ὁ ἄνθρωπος καί νομίζει ὅτι τά πάθη καί ἡ ἁμαρτία εἶναι μία «ἀπόλαυση».
Τό ἀποτέλεσμα δέ αὐτῆς τῆς ζοφερῆς καταστάσεως, προϊόντως τοῦ χρόνου, εἶναι νά δένεται ἡ ὕπαρξη ὁλοένα καί περισσότερο, μέ τελικό ἀποτέλεσμα, νά χάνει ὁ ἄνθρωπος τήν ψυχή του. Νά «κερδίζει» δήλ. τελικῶς αὐτό τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ἐντελῶς ἐλεύθερα ἐπέλεξε. Νά «ἀπολαμβάνει» τά πάθη καί τήν ἁμαρτία στόν χῶρο τῆς αἰωνιότητας. Πράγμα τό ὁποῖο συνεπάγεται τήν αἰώνια, ἀλλοίμονο, κόλαση.
Ἀλλ’ ἐκτός της περιπτώσεως αὐτῆς πού ἤδη ἀναφέραμε, ὑπάρχει καί μία ἄλλη κατάσταση δαιμονισμοῦ, περισσότερο τραγική. Καί ποιά εἶναι τώρα αὐτή;
Β) Εἶναι ἡ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, ὁ βαπτισμένος Χριστιανός, αὐτός πού ἔχει γνώση ὅλου του φάσματος, τόσο τῶν θετικῶν, ὅσο καί τῶν ἀρνητικῶν δυνάμεων, ἐπιλέγει συνειδητά νά πέσει ἀπό τήν Κιβωτό τῆς Σωτηρίας (τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία), καί νά καταποντιστεῖ στά μανιασμένα κύματα τῶν αἱρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, καί ἰδίως νά συνθλιβεῖ μέσα στά γρανάζια τῶν μυστικιστικῶν ὀργανώσεων. Τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν πού ὑπόσχονται στόν ἄνθρωπο, δόξα καί πλοῦτο. Τῶν φοβερῶν δήλ. αὐτῶν καταστάσεων πού συνεπάγονται τόν τρίτο πειρασμό τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν ἔρημο.(Λουκᾶ Δ΄5-8).
Πόσοι ἀλήθεια, Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας, μᾶλλον πρώην Ὀρθόδοξοι, ὑπέκυψαν τελικῶς στόν φοβερό αὐτόν πειρασμό, γιά νά λάβουν δῆθεν κάποιο ἀξίωμα στήν ὑπηρεσία τους ἤ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ; Πόσοι, στήν κυριολεξία ἀφελεῖς, γιά νά κερδίσουν τόν χρυσό, ἀρνοῦνται τόν Χριστό;
Πόσοι καί πόσοι δένουν τήν ὅλη ὕπαρξή τους μέ φρικτούς ὅρκους, ὑπογράφοντας στήν κυριολεξία μέ τό ἴδιο τους τό αἷμα, στόν ἴδιο τόν διάβολο, γιά νά πετύχουν οἱ ταλαίπωροι, μία δῆθεν κοινωνική καταξίωση; Ὁμολογουμένως, οἱ καταστάσεις αὐτές, ἀποτελοῦν τήν χειρότερη περίπτωση τοῦ δαιμονισμοῦ. Καί τοῦτο, διότι συνειδητά πλέον ὁ ἄνθρωπος, ἀρνεῖται, προδίδει καί ξανασταυρώνει τόν Χριστό, γιά πρόσκαιρες ἀπολαύσεις πού κάνουν τό θύμα τους νά προγεύεται τήν κόλαση…
Ἀδελφοί μου. Ἐάν δέν εἴμαστε στήν πρώτη περίπτωση, δήλ. στήν δαιμονοπληξία πού κατασπαράσσει στήν κυριολεξία τόν ἄνθρωπο, ἐάν, Θεός φυλάξοι, δέν ἀνήκουμε στίς ἀκραῖες καί στίς ποικίλες στοές μέ τά πολύπλοκα παρακλάδια τους, ἐάν ἀποφεύγουμε τά θανάσημα καί φρικτά ἀμρτήματα, ἐλλοχεύει ὅμως μεγάλος, θανάσιμος θά λέγαμε κίνδυνος, δίχως βεβαίως νά τό συνειδητοποιοῦμε τίς περισσότερες φορές, νά βρισκόμαστε ἤδη στήν πλέον ὕπουλη παγίδα τοῦ ἐχθροῦ. Στήν παγίδα πού ὀνομάζεται χλιαρότητα, μέ ἀποτέλεσμα σιγά σιγά νά ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τά σωστικά μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας καί γενικῶς ἀπό τήν ὀρθόδοξη βιωτή πού ἐκφράζεται μέ τό ὀρθό δόγμα καί τό ἀκέραιο χριστιανικό ἦθος.
Κι ἄς μιλήσουμε μέ δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, πού φωτογραφίζουν τήν ἐποχή μας καί ἀποδεικνύουν τό πού μπορεῖ νά καταντήσει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σιγά-σιγά, ἀφήνει νά ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ. Τί μεγαλύτερη πτώση, ἀπό τό νά ἀρνεῖται κανείς τό εὐλογημένο μυστήριο τοῦ Γάμου τῆς Ἐκκλησίας μας, καί νά συζεῖ παράνομα μέ τόν λεγόμενο “πολιτικό γάμο”; Ἤ τί πνευματική διαστροφή, ἀπό τό νά ἀρνοῦνται ὁρισμένοι νέοι γονεῖς, νά βαπτίσουν τά τέκνα τους, διότι δῆθεν τούς στεροῦν τήν ἐλευθερία; Ὄντως,οἱ παγίδες αὐτές τῶν δαιμόνων τρελαίνουν στήν κυριολεξία τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνουν ἕρμαιο τῶν παθῶν καί τῶν διαφόρων πλανῶν πού καθημερινῶς βλέπουμε νά αὐξάνουν στήν ἀλλοπρόσαλλη κοινωνία μας, ἡ ὁποία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά κοινωνία ἀποστασίας, ἠθικοῦ ἐκτραχηλισμοῦ καί τέλος δαιμονισμοῦ.
Καί τώρα, ποιόν νά πονέσει ἀλήθεια, κανείς πιό πολύ, καί γιά ποιόν νά θρηνήσει περισσότερο; Γί αὐτόν πού ἐνοχλεῖται ἀπό τά ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀλλά ἀγωνίζεται νά τά ἀποδιώξει μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ὕπαρξή του, ἤ γί αὐτόν πού συνειδητά ἀνοίγει τήν πόρτα στόν ἐχθρό καί μέ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ὁδηγεῖται στό “πῦρ τό αἰώνιον τῷ ἠτοιμασμένω τῷ διαβόλω καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»(Μάτθ. ΚΕ΄ 41).
Ἀγαπητοί μου. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μᾶς εἶναι ξεκάθαρος: «τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχή καί νηστεία» (Μάρκ. Θ΄ 29). Δήλ. Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου, δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνοδεύεται μέ νηστεία.
Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μᾶς χαλυβδώνει στόν ἀγώνα μας ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μᾶς προφυλάσσει ἀπό τόν μακρά του Θεοῦ κόσμο, καί κυρίως μᾶς ἐνδυναμώνει στόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας.
Ἐάν ὄντως θέλουμε, καί πράγματι θέλουμε νά βγοῦμε νικητές, καθίσταται ἀνάγκη, ἐπιτακτική ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε τί ἐστί Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα. Ταυτοχρόνως δέ, ἀφοῦ ἀρνηθοῦμε ὁποιονδήποτε συμβιβασμό, νά συνεχίσουμε τόν εὐλογημένο μᾶς ἀγώνα, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Θεός τελικῶς εὐλογεῖ τίς προσπάθειες καί μᾶς χαρίζει τή Νίκη.
Καί ἄς μή λησμονοῦμε: «Κανένας δέν ἀγωνίστηκε τόσο πολύ, ὥστε νά μή μπορεῖ νά ἀγωνιστεῖ περισσότερο».
Ἀμήν.
Καί δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀφέλεια, ἀπό τό νά ἰσχυρίζεται κανείς ὅτι δέν ὑπάρχει διάβολος.
Αὐτή ἀκριβῶς τήν πραγματικότητα, τοῦ φοβεροῦ μίσους τοῦ ἐχθροῦ μας, ἀλλά καί τήν ἀντιμετώπιση αὐτοῦ, βλέπουμε στήν Εὐαγγελική περικοπή τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν νηστειῶν.
Ὁ τραγικός πατέρας, ἀπελπισμένος ἀπό τήν ἀνίατη κατάσταση καί τόν δαιμονικό βασανισμό τοῦ τέκνου του, προστρέχει στούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ. Αὐτοί ὅμως, οἱ μαθητές, παρά τήν προσπάθειά τους, δέν κατόρθωσαν νά ἐκβάλουν τόν φοβερό δαιμόνιο ἀπό τήν ταλαίπωρη νεανική ὕπαρξη, καί τελικῶς ἡ θεραπεία ἐπέρχεται ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Κύριο Ἰησοῦ.
Νά σταθοῦμε γιά λίγο ἀδελφοί μου, στό μεγάλο θέμα τοῦ δαιμονισμοῦ. Τῆς τυραννίας δηλαδή πού ἐπιβάλει ὁ ἐχθρός, ὅταν γιά διαφόρους λόγους, κατορθώσει νά κυριεύσει τήν ἀνθρωπίνη ὕπαρξη.
Ὄντως, δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει χειρότερος βασανισμός γιά ἕναν ἄνθρωπο, ἀπό τό νά πέσει στά νύχια τοῦ διαβόλου, καί τό ἀκάθαρτο ἤ τά ἀκάθαρτα πνεύματα νά κυριεύουν τό σῶμα.
Ὅσοι δέ ἔχουν γνώση…
καί ἐμπειρία τέτοιων φρικτῶν καταστάσεων, ὁμολογοῦν ὅτι ὁ ἄνθρωπος κατά τίς στιγμές τῆς δαιμονικῆς κρίσεως, στήν κυριολεξία ὑφίσταται μαρτύριο.
Καί εἶναι ἀλήθεια ἡ γνώμη τῶν Ἁγίων της Ἐκκλησίας μας, ὅτι ἐάν ὁ ἄνθρωπος πού ὑφίσταται τόν δαιμονικό βασανισμό, ἔχει πίστη καί κάνει ὑπομονή (ὅταν βεβαίως βρίσκεται σέ ἠρεμία καί νηφαλιότητα) , ὁ Θεός, αὐτόν τόν βασανισμό πού προκαλοῦν τά ἀκάθαρτα πνεύματα, τόν ἐκλαμβάνει ὡς μαρτύριο!
Ἀλλ’ ὅσο κι ἄν ἀκούγεται παράδοξος ὁ λόγος μας, ἐκτός αὐτοῦ του ἀκουσίου δαιμονισμοῦ, ὑφίστανται καί δύο ἄλλες περιπτώσεις, ἑκουσίου, δυστυχῶς, δαιμονισμοῦ!
Ὑπάρχουν δήλ. οἱ περιπτώσεις κατά τίς ὁποῖες, ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν θέλησή του ὑποτάσσεται στό θέλημα τοῦ ἐχθροῦ, καί ἔτσι δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι στίς περιπτώσεις αὐτές, ὁ δαιμονισμός εἶναι χειρότερος ἀπό τήν πρώτη περίπτωση, ἔστω καί ἄν ὁ ἄνθρωπος φαίνεται ἤρεμος καί ἥσυχος ἤ συμπεριφέρεται μέ κατά κόσμον, ἄψογη συμπεριφορά.
Μέ τό δίκιο τοῦ τώρα, ὁ καθένας θά ρωτήσει, ποιές ἀκριβῶς εἶναι οἱ μορφές αὐτές τοῦ δαιμονισμοῦ στίς ὁποῖες ἀναφερόμαστε.
Ά) Εἶναι, ὅταν ὁ ἄνθρωπος, μέ τή θέλησή του ξεπέφτει στά πάθη τῆς ἀτιμίας καί στά ἁμαρτήματα, πού μετά βεβαιώτητος, ὁδηγοῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἀπώλεια.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος, ἐνῶ γνωρίζει ὅτι ὡς πιστός Χριστιανός, θά πρέπει νά ἀγωνίζεται τόν καλόν ἀγώνα τῆς πίστεως καί τῆς ἀρετῆς, αὐτός ὀλισθαίνει σέ πάθη πού ἀποδιώκουν τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε περιέρχεται σέ κατάσταση ἐκκουσίου δαιμονισμοῦ. Τό ἀποτέλεσμα βεβαίως, κάποιες φορές, εἶναι, αὐτός ὁ κακός δρόμος νά καταντᾶ τόν ἄνθρωπο, ὅπως καί στήν πρώτη περίπτωση. Δήλ. στόν καθ’ αὐτό δαιμονισμό τῆς ὅλης ὑπάρξεως.
Εἶναι οἱ περιπτώσεις πού ὁ ἄνθρωπος παίζει μέ τήν ἁμαρτία, ὅπως ἀκριβῶς καί τό μικρό παιδί πού βάζει τό σύρμα μέσα στήν ἠλεκτρική πρίζα, μέ ἀποτέλεσμα φυσικά τραγικό.
Ἔτσι λοιπόν χαλαρώνει ὁ ἄνθρωπος καί νομίζει ὅτι τά πάθη καί ἡ ἁμαρτία εἶναι μία «ἀπόλαυση».
Τό ἀποτέλεσμα δέ αὐτῆς τῆς ζοφερῆς καταστάσεως, προϊόντως τοῦ χρόνου, εἶναι νά δένεται ἡ ὕπαρξη ὁλοένα καί περισσότερο, μέ τελικό ἀποτέλεσμα, νά χάνει ὁ ἄνθρωπος τήν ψυχή του. Νά «κερδίζει» δήλ. τελικῶς αὐτό τό ὁποῖο ὁ ἴδιος ἐντελῶς ἐλεύθερα ἐπέλεξε. Νά «ἀπολαμβάνει» τά πάθη καί τήν ἁμαρτία στόν χῶρο τῆς αἰωνιότητας. Πράγμα τό ὁποῖο συνεπάγεται τήν αἰώνια, ἀλλοίμονο, κόλαση.
Ἀλλ’ ἐκτός της περιπτώσεως αὐτῆς πού ἤδη ἀναφέραμε, ὑπάρχει καί μία ἄλλη κατάσταση δαιμονισμοῦ, περισσότερο τραγική. Καί ποιά εἶναι τώρα αὐτή;
Β) Εἶναι ἡ περίπτωση κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, ὁ βαπτισμένος Χριστιανός, αὐτός πού ἔχει γνώση ὅλου του φάσματος, τόσο τῶν θετικῶν, ὅσο καί τῶν ἀρνητικῶν δυνάμεων, ἐπιλέγει συνειδητά νά πέσει ἀπό τήν Κιβωτό τῆς Σωτηρίας (τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία), καί νά καταποντιστεῖ στά μανιασμένα κύματα τῶν αἱρέσεων καί τῆς παραθρησκείας, καί ἰδίως νά συνθλιβεῖ μέσα στά γρανάζια τῶν μυστικιστικῶν ὀργανώσεων. Τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν πού ὑπόσχονται στόν ἄνθρωπο, δόξα καί πλοῦτο. Τῶν φοβερῶν δήλ. αὐτῶν καταστάσεων πού συνεπάγονται τόν τρίτο πειρασμό τοῦ Κυρίου μᾶς Ἰησοῦ Χριστοῦ στήν ἔρημο.(Λουκᾶ Δ΄5-8).
Πόσοι ἀλήθεια, Ὀρθόδοξοι ἀδελφοί μας, μᾶλλον πρώην Ὀρθόδοξοι, ὑπέκυψαν τελικῶς στόν φοβερό αὐτόν πειρασμό, γιά νά λάβουν δῆθεν κάποιο ἀξίωμα στήν ὑπηρεσία τους ἤ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ; Πόσοι, στήν κυριολεξία ἀφελεῖς, γιά νά κερδίσουν τόν χρυσό, ἀρνοῦνται τόν Χριστό;
Πόσοι καί πόσοι δένουν τήν ὅλη ὕπαρξή τους μέ φρικτούς ὅρκους, ὑπογράφοντας στήν κυριολεξία μέ τό ἴδιο τους τό αἷμα, στόν ἴδιο τόν διάβολο, γιά νά πετύχουν οἱ ταλαίπωροι, μία δῆθεν κοινωνική καταξίωση; Ὁμολογουμένως, οἱ καταστάσεις αὐτές, ἀποτελοῦν τήν χειρότερη περίπτωση τοῦ δαιμονισμοῦ. Καί τοῦτο, διότι συνειδητά πλέον ὁ ἄνθρωπος, ἀρνεῖται, προδίδει καί ξανασταυρώνει τόν Χριστό, γιά πρόσκαιρες ἀπολαύσεις πού κάνουν τό θύμα τους νά προγεύεται τήν κόλαση…
Ἀδελφοί μου. Ἐάν δέν εἴμαστε στήν πρώτη περίπτωση, δήλ. στήν δαιμονοπληξία πού κατασπαράσσει στήν κυριολεξία τόν ἄνθρωπο, ἐάν, Θεός φυλάξοι, δέν ἀνήκουμε στίς ἀκραῖες καί στίς ποικίλες στοές μέ τά πολύπλοκα παρακλάδια τους, ἐάν ἀποφεύγουμε τά θανάσημα καί φρικτά ἀμρτήματα, ἐλλοχεύει ὅμως μεγάλος, θανάσιμος θά λέγαμε κίνδυνος, δίχως βεβαίως νά τό συνειδητοποιοῦμε τίς περισσότερες φορές, νά βρισκόμαστε ἤδη στήν πλέον ὕπουλη παγίδα τοῦ ἐχθροῦ. Στήν παγίδα πού ὀνομάζεται χλιαρότητα, μέ ἀποτέλεσμα σιγά σιγά νά ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τά σωστικά μυστήρια τῆς ἐκκλησίας μας καί γενικῶς ἀπό τήν ὀρθόδοξη βιωτή πού ἐκφράζεται μέ τό ὀρθό δόγμα καί τό ἀκέραιο χριστιανικό ἦθος.
Κι ἄς μιλήσουμε μέ δύο πολύ χαρακτηριστικά παραδείγματα, πού φωτογραφίζουν τήν ἐποχή μας καί ἀποδεικνύουν τό πού μπορεῖ νά καταντήσει ὁ ἄνθρωπος ὅταν σιγά-σιγά, ἀφήνει νά ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη του πρός τόν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ. Τί μεγαλύτερη πτώση, ἀπό τό νά ἀρνεῖται κανείς τό εὐλογημένο μυστήριο τοῦ Γάμου τῆς Ἐκκλησίας μας, καί νά συζεῖ παράνομα μέ τόν λεγόμενο “πολιτικό γάμο”; Ἤ τί πνευματική διαστροφή, ἀπό τό νά ἀρνοῦνται ὁρισμένοι νέοι γονεῖς, νά βαπτίσουν τά τέκνα τους, διότι δῆθεν τούς στεροῦν τήν ἐλευθερία; Ὄντως,οἱ παγίδες αὐτές τῶν δαιμόνων τρελαίνουν στήν κυριολεξία τόν ἄνθρωπο καί τόν κάνουν ἕρμαιο τῶν παθῶν καί τῶν διαφόρων πλανῶν πού καθημερινῶς βλέπουμε νά αὐξάνουν στήν ἀλλοπρόσαλλη κοινωνία μας, ἡ ὁποία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά κοινωνία ἀποστασίας, ἠθικοῦ ἐκτραχηλισμοῦ καί τέλος δαιμονισμοῦ.
Καί τώρα, ποιόν νά πονέσει ἀλήθεια, κανείς πιό πολύ, καί γιά ποιόν νά θρηνήσει περισσότερο; Γί αὐτόν πού ἐνοχλεῖται ἀπό τά ἀκάθαρτα πνεύματα, ἀλλά ἀγωνίζεται νά τά ἀποδιώξει μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ ἀπό τήν ὕπαρξή του, ἤ γί αὐτόν πού συνειδητά ἀνοίγει τήν πόρτα στόν ἐχθρό καί μέ τόν τρόπο ζωῆς τοῦ ὁδηγεῖται στό “πῦρ τό αἰώνιον τῷ ἠτοιμασμένω τῷ διαβόλω καί τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ»(Μάτθ. ΚΕ΄ 41).
Ἀγαπητοί μου. Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μᾶς εἶναι ξεκάθαρος: «τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχή καί νηστεία» (Μάρκ. Θ΄ 29). Δήλ. Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμονίου, δέν βγαίνει μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ προσευχή πού συνοδεύεται μέ νηστεία.
Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μᾶς χαλυβδώνει στόν ἀγώνα μας ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, μᾶς προφυλάσσει ἀπό τόν μακρά του Θεοῦ κόσμο, καί κυρίως μᾶς ἐνδυναμώνει στόν ἀγώνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ ἑαυτοῦ μας.
Ἐάν ὄντως θέλουμε, καί πράγματι θέλουμε νά βγοῦμε νικητές, καθίσταται ἀνάγκη, ἐπιτακτική ἀνάγκη νά συνειδητοποιήσουμε τί ἐστί Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα. Ταυτοχρόνως δέ, ἀφοῦ ἀρνηθοῦμε ὁποιονδήποτε συμβιβασμό, νά συνεχίσουμε τόν εὐλογημένο μᾶς ἀγώνα, γνωρίζοντας ὅτι ὁ Θεός τελικῶς εὐλογεῖ τίς προσπάθειες καί μᾶς χαρίζει τή Νίκη.
Καί ἄς μή λησμονοῦμε: «Κανένας δέν ἀγωνίστηκε τόσο πολύ, ὥστε νά μή μπορεῖ νά ἀγωνιστεῖ περισσότερο».
Ἀμήν.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ἡ ἐν Χριστῷ ἄσκηση
Μέσα στό Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, στό ὁποῖο κτυπᾶ ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκαλύπτεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τιμᾶμε καί γεραίρουμε πάντοτε τήν ἱερά μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, γιά νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν αἰωνόβια πεῖρα του περί τοῦ ὄντως Ὄντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στό βάθος τῆς μεγαλουργίας τοῦ Θεοῦ, πού σοφά τόν ἐνέπνευσε γιά τήν οὐσιαστική ἀξία τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως.
Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως
Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ταυτίζεται καί ἐκφράζεται μέ τήν ὀρθόδοξη ἄσκηση. Γιατί ἡ ἄσκηση μέσα στή χάρη, πού μεταμορφώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο γιά νά ἀρχίσει συνομιλία μέ τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί του, εἶναι ἡ πιό γνήσια καί αὐθεντική καί ἀδιάφθορη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἤ γιατί ἡ αὐθεντική ἐσωτερική ζωή δέν εἶναι κάποια παθητική-ψυχολογική κατάσταση, ἀλλά πρόοδος πνευματική καί ἀγώνας γιά τήν ἐργασία ὅλων τῶν θεανθρώπινων ἀρετῶν.
Ἡ πίστη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελοῦν τό μοναδικό νόημα καί σκοπό τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως. Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ φανερή προσπάθεια καί ὁ ἐλεύθερος συνειδητός ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ τελειότητος. Ἐπειδή ἡ τελειότης δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο καί δέν μπορεῖ νά ἀναπτυχθῆ καί νά ἀποκτηθῆ μόνον ἀπό τίς προσπάθειες τῶν φυσικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄσκηση καθ’ ἑαυτήν ποτέ δέν ἀποβαίνει σκοπός, ἀλλά μόνο μέσον πρός ἀπόκτηση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἡ δυνατότητα νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση καί τή χάρη τῶν μυστηρίων, τόν ἑαυτό του καί τόν προορισμό του, νά γίνει δηλαδή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ χριστιανισμός σάν ὀρθόδοξο δόγμα καί ἦθος εἶναι ἕνα στάδιο ἀσκήσεως. Τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι ἡ κλίση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄσκηση τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα αὐτό πού καλοῦμε Ἠθική, δέν εἶναι ἔκθεση τῶν ἀντικειμενικῶν ἠθικῶν ἀρχῶν καί κανόνων, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους πρέπει νά πράττει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἀσκητική ἐργασία, φύλαξη τῶν ἐντολῶν καί ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν Χριστιανῶν δέ νοεῖται σάν ἕνα κλειστό τεχνικό σύστημα αὐξήσεως τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀλλά εἶναι προσπάθεια μεταμορφώσεως καί αὐξήσεως τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς, πού ὁ Θεός χάρισε στούς ἀνθρώπους.
Μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση ἐπιστρέφουμε στήν πληρότητα τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς καί χάρης, στή θεόνομη καί χαριτωμένη ζωή, στό πλήρωμα τῆς θείας ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης, στήν εὐαγγελική κλήση καί ἐργασία μας, γεγονός πού ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους μας αὐτογνωσία καί ἐπίγνωση, ἐλευθερία καί εὐθύνη. Πρόκειται γιά μιά ἐπίπονη καί μακρυνή πορεία, στήν ὁποία καί μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνει καί ἐλευθερώνει πραγματικά τόν ἑαυτό του.
Ἡ ἄσκηση στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά στείρα καθηκοντολογία, μιά πιστή τήρηση ἑνός ἄκαμπτου τυπικοῦ, ἕνας τακτικός καθωσπρεπισμός, μιά ὑποκριτική εὐσεβοφάνεια. Ἄσκηση εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἄσκηση εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄσκηση σημαίνει ὑπακοή στήνἘκκλησία.
Ἄσκηση καί αὐτόνομη ἠθική
Ἡ καθολικότητα τῆς ἀσκήσεως ἀποκλείει κάθε ταύτισή της μέ τήν ἠθικολογία ἤ ἀρετολογία τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς. Ἡ ἄσκηση ὅπως ὁρίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀρετῶν ἤ μία ἠθική φιλοσοφία. Ἡ ἄσκηση δέν ἀποβλέπει σέ ἠθικά πρότυπα, δηλαδή σέ ἀντικειμενικά πιστοποιημένες ἀρετές, πού μπορεῖ νά εἶναι μόνο φυσικά προτερήματα. Ἀποβλέπει στήν δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας πού ἐπιμένει νά στρέφεται πρός τό Θεό παρά τήν ἐπαναστατημένη ἀντίπραξη τῆς ἴδιας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄσκηση εἶναι ἕνα προσωπικό γεγονός, ὅπως ἰδιαίτερα ἐκφράζεται στήν πάλη μέ τίς δαιμονικές δυνάμεις καί στόν ἀγώνα γιά τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἄθλημα πού δέ σχετίζεται μέ κάποιο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν καί μαρτυρεῖ τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό, πού κινητοποιεῖται ἀπό τή φιλάνθρωπη παρουσία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ σημασία της ἀσκήσεως στήν ἐποχή μας
Εἶναι γεγονός πώς οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τό νόημα τῆς ἀσκήσεως στή ζωή μας. Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅλος σῶμα, ὑποδουλωμένος σέ ἰδεολογήματα καί προκατασκευασμένες θεωρίες. Τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς γιά καταναλωτική πεῖρα, πού περιώρισε στό ἐλάχιστο τήν ἄσκηση τοῦ ἀνθρώπου, ἐγκλώβισε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου στήν φυλακή τῆς αἰσθητικῆς ζωῆς, καί δημιούργησε μιά κατ’ ὄνομα ὀρθόδοξη ζωή, ἡ ὁποία δέν πληροφορεῖ τόν ἄνθρωπο περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί στόν μοναχικό βίο παρατηροῦνται φαινόμενα πού ἀποκαλύπτουν τήν βασική ἀπόκλιση τῆς νεωτέρας πνευματικῆς ἐκπτώσεως: τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό ἀσκητικό ἦθος.
Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία πολύ σοφά μέσα στόν χρόνο προβάλλει καί τά ἀθλήματα τῶν Ἁγίων Της καί ὁρίζει τρόπους ἀσκήσεως πού παιδαγωγοῦν τίς θελήσεις τῶν ἀνθρώπων, τῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν, τῶν Λαϊκῶν καί τίς μεταστρέφουν ἀπό τά χείρονα στά κρείττονα καί μᾶς ἐνισχύουν, σήμερα πού καθημερινά δοκιμά-ζεται ἡ ἐλευθερία μας, νά διασώζουμε τήν αὐτογνωσία μας καί τήν αὐτογνωσία τῆς μοναχικῆς μας κλήσης.
Τό ἔργο δέν εἶναι εὔκολο. Ἀπαιτεῖ πόνο καί αἷμα. Ἄρση τοῦ Σταυροῦμας μέσα στήν ἔμπονη καθημερινή μας πορεία. Ὅμως ὑπάρχει ὁ Χριστός “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ… ὅτι ὁ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι” (Ματθ. 11, 30). Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου σημαίνει τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό κινητοποιημένο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν πρόκειται γιά κανένα ἀξιόμισθο ἔργο. “Οὐκ ἔστι μισθός ἔργων ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά χάρις Δεσπότου πιστοῖς δούλοις ἡτοιμασμένη” (Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἐρημίτης, P.G. 65, 929).
Ἡ ἄσκηση, μέ τήν ποικιλία τῶν μορφῶν καί τῶν κανόνων της, εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἴδια τή ζωή καί τίς ἱστορικές συνθῆκες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή στή βαθύτερή της ἔννοια εἶναι ἄσκηση, καί ἡ ἄσκηση στή δυναμική της ἔκφραση ζωή. Ἄν χωρίσουμε τή ζωή ἀπό τήν ἄσκηση, τότε ἡ ζωή ἐκπίπτει σ’ ἕνα καθαρά βιολογικό ἤ ἐνστικτῶδες ἤ στατικό φαινόμενο. Καί ἄν χωρίσουμε τήν ἄσκηση ἀπό τήν ζωή τότε ἡ ἄσκηση καταντᾶ ἕνας καθαρά ἀντικειμενικός ἤ τυραννικός κανόνας, ἕνας ἐξωτερικός ἤ νεκρός τύπος. Ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν ἀρνεῖται τή ζωή, ἀλλά τή μεταμορφώνει καί τήν ὁλοκληρώνει μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Στό Γεροντικό διασώζεται ἡ μαρτυρία ὅτι ὁ ἀββᾶς Σισώης, ἐνῶ βρισκόταν στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, δέν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τό ἔργο τῆς ἀσκήσεως καί γιά τοῦτο καί παρακαλοῦσε νά μείνει μόνος, ἔστω γιά ἕνα σύντομο ἀναστεναγμό. Πρόκειται γιά τήν μόνιμη ἐμπειρία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ἄσκησης: “Ἀπέρχομαι πρός τόν Θεόν, ὡς μηδέ ἀρξάμενος Θεῷ δουλεύειν”.
π. Α.Χ
Μέσα στό Μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας, στό ὁποῖο κτυπᾶ ἡ καρδιά τῆς Ἐκκλησίας καί ἀποκαλύπτεται ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τιμᾶμε καί γεραίρουμε πάντοτε τήν ἱερά μνήμη τοῦ Ὁσίου Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, γιά νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν αἰωνόβια πεῖρα του περί τοῦ ὄντως Ὄντος Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί νά εἰσέλθουμε στό βάθος τῆς μεγαλουργίας τοῦ Θεοῦ, πού σοφά τόν ἐνέπνευσε γιά τήν οὐσιαστική ἀξία τῆς ἐν Χριστῷ ἀσκήσεως.
Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως
Ἡ ὀρθόδοξη πνευματικότητα ταυτίζεται καί ἐκφράζεται μέ τήν ὀρθόδοξη ἄσκηση. Γιατί ἡ ἄσκηση μέσα στή χάρη, πού μεταμορφώνει τό ἀνθρώπινο πρόσωπο γιά νά ἀρχίσει συνομιλία μέ τό Θεό καί νά ἑνωθεῖ μαζί του, εἶναι ἡ πιό γνήσια καί αὐθεντική καί ἀδιάφθορη ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Ἤ γιατί ἡ αὐθεντική ἐσωτερική ζωή δέν εἶναι κάποια παθητική-ψυχολογική κατάσταση, ἀλλά πρόοδος πνευματική καί ἀγώνας γιά τήν ἐργασία ὅλων τῶν θεανθρώπινων ἀρετῶν.
Ἡ πίστη, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τοῦ Θεοῦ καί ὁ Θεός τοῦ ἀνθρώπου, ἀποτελοῦν τό μοναδικό νόημα καί σκοπό τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως. Τό νόημα τῆς ἀσκήσεως μέσα στήν Ἐκκλησία εἶναι ἡ φανερή προσπάθεια καί ὁ ἐλεύθερος συνειδητός ἀγώνας γιά τήν ἀπόκτηση τῆς ἐν Χριστῷ τελειότητος. Ἐπειδή ἡ τελειότης δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινο καί δέν μπορεῖ νά ἀναπτυχθῆ καί νά ἀποκτηθῆ μόνον ἀπό τίς προσπάθειες τῶν φυσικῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά εἶναι δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὡς ἐκ τούτου ἡ ἄσκηση καθ’ ἑαυτήν ποτέ δέν ἀποβαίνει σκοπός, ἀλλά μόνο μέσον πρός ἀπόκτηση τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ.
Ἡ χριστιανική ζωή εἶναι ἡ δυνατότητα νά βρεῖ ὁ ἄνθρωπος, μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση καί τή χάρη τῶν μυστηρίων, τόν ἑαυτό του καί τόν προορισμό του, νά γίνει δηλαδή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ὅλος ὁ χριστιανισμός σάν ὀρθόδοξο δόγμα καί ἦθος εἶναι ἕνα στάδιο ἀσκήσεως. Τό δόγμα καί τό ἦθος εἶναι ἡ κλίση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἄσκηση τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ, πού ἐκφράζεται κυρίως μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Ἰδιαίτερα αὐτό πού καλοῦμε Ἠθική, δέν εἶναι ἔκθεση τῶν ἀντικειμενικῶν ἠθικῶν ἀρχῶν καί κανόνων, σύμφωνα μέ τούς ὁποίους πρέπει νά πράττει ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά ἀσκητική ἐργασία, φύλαξη τῶν ἐντολῶν καί ἄσκηση τῶν ἀρετῶν τοῦ Χριστοῦ. Αὐτά σημαίνουν ὅτι ἡ ἄσκηση τῶν Χριστιανῶν δέ νοεῖται σάν ἕνα κλειστό τεχνικό σύστημα αὐξήσεως τῶν ἀνθρώπινων δυνατοτήτων, ἀλλά εἶναι προσπάθεια μεταμορφώσεως καί αὐξήσεως τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, κατά τό μέτρο τῆς δωρεᾶς, πού ὁ Θεός χάρισε στούς ἀνθρώπους.
Μέ τήν ἐλεύθερη ἄσκηση ἐπιστρέφουμε στήν πληρότητα τῆς Θεανθρώπινης ζωῆς καί χάρης, στή θεόνομη καί χαριτωμένη ζωή, στό πλήρωμα τῆς θείας ἀγάπης καί ἐλεημοσύνης, στήν εὐαγγελική κλήση καί ἐργασία μας, γεγονός πού ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους μας αὐτογνωσία καί ἐπίγνωση, ἐλευθερία καί εὐθύνη. Πρόκειται γιά μιά ἐπίπονη καί μακρυνή πορεία, στήν ὁποία καί μέ τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνει καί ἐλευθερώνει πραγματικά τόν ἑαυτό του.
Ἡ ἄσκηση στήν Ὀρθοδοξία δέν εἶναι μιά στείρα καθηκοντολογία, μιά πιστή τήρηση ἑνός ἄκαμπτου τυπικοῦ, ἕνας τακτικός καθωσπρεπισμός, μιά ὑποκριτική εὐσεβοφάνεια. Ἄσκηση εἶναι ἡ ἀγάπη. Ἄσκηση εἶναι ἡ ταπείνωση. Ἄσκηση σημαίνει ὑπακοή στήνἘκκλησία.
Ἄσκηση καί αὐτόνομη ἠθική
Ἡ καθολικότητα τῆς ἀσκήσεως ἀποκλείει κάθε ταύτισή της μέ τήν ἠθικολογία ἤ ἀρετολογία τῆς αὐτόνομης ἠθικῆς. Ἡ ἄσκηση ὅπως ὁρίζεται ἀπό τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἕνα σύστημα ἀρετῶν ἤ μία ἠθική φιλοσοφία. Ἡ ἄσκηση δέν ἀποβλέπει σέ ἠθικά πρότυπα, δηλαδή σέ ἀντικειμενικά πιστοποιημένες ἀρετές, πού μπορεῖ νά εἶναι μόνο φυσικά προτερήματα. Ἀποβλέπει στήν δοκιμασία τῆς ἀνθρώπινης ἐλευθερίας πού ἐπιμένει νά στρέφεται πρός τό Θεό παρά τήν ἐπαναστατημένη ἀντίπραξη τῆς ἴδιας τῆς φύσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ἄσκηση εἶναι ἕνα προσωπικό γεγονός, ὅπως ἰδιαίτερα ἐκφράζεται στήν πάλη μέ τίς δαιμονικές δυνάμεις καί στόν ἀγώνα γιά τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ἕνα ἄθλημα πού δέ σχετίζεται μέ κάποιο σύστημα ἠθικῶν ἀξιῶν καί μαρτυρεῖ τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό, πού κινητοποιεῖται ἀπό τή φιλάνθρωπη παρουσία τοῦ Θεοῦ.
Ἡ σημασία της ἀσκήσεως στήν ἐποχή μας
Εἶναι γεγονός πώς οἱ ἄνθρωποι τοῦ καιροῦ μας ἀδυνατοῦν νά κατανοήσουν τό νόημα τῆς ἀσκήσεως στή ζωή μας. Ζοῦμε σέ μιά ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος ἔγινε ὅλος σῶμα, ὑποδουλωμένος σέ ἰδεολογήματα καί προκατασκευασμένες θεωρίες. Τίς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς γιά καταναλωτική πεῖρα, πού περιώρισε στό ἐλάχιστο τήν ἄσκηση τοῦ ἀνθρώπου, ἐγκλώβισε τό μεγαλεῖο τοῦ ἀνθρώπου στήν φυλακή τῆς αἰσθητικῆς ζωῆς, καί δημιούργησε μιά κατ’ ὄνομα ὀρθόδοξη ζωή, ἡ ὁποία δέν πληροφορεῖ τόν ἄνθρωπο περί τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καί στόν μοναχικό βίο παρατηροῦνται φαινόμενα πού ἀποκαλύπτουν τήν βασική ἀπόκλιση τῆς νεωτέρας πνευματικῆς ἐκπτώσεως: τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τό ἀσκητικό ἦθος.
Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία πολύ σοφά μέσα στόν χρόνο προβάλλει καί τά ἀθλήματα τῶν Ἁγίων Της καί ὁρίζει τρόπους ἀσκήσεως πού παιδαγωγοῦν τίς θελήσεις τῶν ἀνθρώπων, τῶν Κληρικῶν, τῶν Μοναχῶν, τῶν Λαϊκῶν καί τίς μεταστρέφουν ἀπό τά χείρονα στά κρείττονα καί μᾶς ἐνισχύουν, σήμερα πού καθημερινά δοκιμά-ζεται ἡ ἐλευθερία μας, νά διασώζουμε τήν αὐτογνωσία μας καί τήν αὐτογνωσία τῆς μοναχικῆς μας κλήσης.
Τό ἔργο δέν εἶναι εὔκολο. Ἀπαιτεῖ πόνο καί αἷμα. Ἄρση τοῦ Σταυροῦμας μέσα στήν ἔμπονη καθημερινή μας πορεία. Ὅμως ὑπάρχει ὁ Χριστός “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ… ὅτι ὁ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστι” (Ματθ. 11, 30). Ὁ λόγος τοῦ Κυρίου σημαίνει τόν ἀνθρώπινο δυναμισμό κινητοποιημένο ἀπό τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Δέν πρόκειται γιά κανένα ἀξιόμισθο ἔργο. “Οὐκ ἔστι μισθός ἔργων ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλά χάρις Δεσπότου πιστοῖς δούλοις ἡτοιμασμένη” (Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἐρημίτης, P.G. 65, 929).
Ἡ ἄσκηση, μέ τήν ποικιλία τῶν μορφῶν καί τῶν κανόνων της, εἶναι συνυφασμένη μέ τήν ἴδια τή ζωή καί τίς ἱστορικές συνθῆκες τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ ζωή στή βαθύτερή της ἔννοια εἶναι ἄσκηση, καί ἡ ἄσκηση στή δυναμική της ἔκφραση ζωή. Ἄν χωρίσουμε τή ζωή ἀπό τήν ἄσκηση, τότε ἡ ζωή ἐκπίπτει σ’ ἕνα καθαρά βιολογικό ἤ ἐνστικτῶδες ἤ στατικό φαινόμενο. Καί ἄν χωρίσουμε τήν ἄσκηση ἀπό τήν ζωή τότε ἡ ἄσκηση καταντᾶ ἕνας καθαρά ἀντικειμενικός ἤ τυραννικός κανόνας, ἕνας ἐξωτερικός ἤ νεκρός τύπος. Ἡ χριστιανική ἄσκηση δέν ἀρνεῖται τή ζωή, ἀλλά τή μεταμορφώνει καί τήν ὁλοκληρώνει μέσα στή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Στό Γεροντικό διασώζεται ἡ μαρτυρία ὅτι ὁ ἀββᾶς Σισώης, ἐνῶ βρισκόταν στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του, δέν εἶχε ἀρχίσει ἀκόμη τό ἔργο τῆς ἀσκήσεως καί γιά τοῦτο καί παρακαλοῦσε νά μείνει μόνος, ἔστω γιά ἕνα σύντομο ἀναστεναγμό. Πρόκειται γιά τήν μόνιμη ἐμπειρία τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ἄσκησης: “Ἀπέρχομαι πρός τόν Θεόν, ὡς μηδέ ἀρξάμενος Θεῷ δουλεύειν”.
π. Α.Χ
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 7 Ἀπριλίου 2019, Δ΄ Νηστειῶν «Ἰωάννου τῆς Κλίμακος» (Ἑβρ. ς΄ 13-20)
1. Ο ΑΒΡΑΑΜ
Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς μεταφέρει στὴν συγκλονιστικὴ ἐκείνη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδωσε τὶς μεγάλες ὑποσχέσεις του στὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε: Θὰ σὲ εὐλογήσω πλούσια, θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης καὶ θὰ σοῦ χαρίσω τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν Παλαιστίνη. Καὶ γιὰ νὰ τὸν βεβαιώσῃ γι’ αὐτὲς τὶς ἐπαγγελίες ἔδωσε ὅρκο ὅτι θὰ τὶς πραγματοποιήσῃ. Κι ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τίποτε μεγαλύτερο στὸ ὁποῖο νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθηκε στὸν ἑαυτό του.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἄκουσε τὶς ἔνορκες θεϊκὲς ὑποσχέσεις ὁ Ἀβραὰμ περίμενε χρόνια πολλὰ μὲ ὑπομονὴ νὰ τὶς δῆ νὰ ἐκπληρώνωνται. Καὶ δοκιμάσθηκε πολὺ σκληρά. Περίμενε, καὶ ἐκπλήρωσι δὲν ἔβλεπε. Ὅμως δὲν ἔχανε τὴν πίστι του. Πίστευε ἀκλόνητα στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα σημάδι ἐλπίδος. Ἀντίθετα ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, φαινόταν ἀδύνατο αὐτὲς νὰ ἐκπληρωθοῦν. Τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ Σάρρα, ποὺ ἦταν στεῖρα, εἶχε γίνει πλέον γερόντισσα. Καὶ καθὼς δὲν ἀποκτοῦσε παιδιά, οἱ ὑποσχέσεις γιὰ ἀπογόνους φαίνονταν οὐτοπικὲς καὶ οἱ ἐλπίδες ἀνεκπλήρωτες. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀρ-γότερα στὰ γεράματά του ὁ Ἀβραὰμ εἶδε τὴν ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν θείων ἐπαγγελίων, καθὼς γεννήθηκε ὁ Ἰσαάκ, ἡ πίστι του δοκιμάσθηκε πολὺ περισσότερο. Διότι τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς νὰ θυσιάσῃ αὐτὸ τὸ μονάκριβο γυιό τους. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε καὶ προχώρησε στὴν θυσία ἔχοντας ἀκράδαντη βεβαιότητα στὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ ἀποδείκνυε αὐτὸ σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Διότι ἐνῶ ἦταν πολὺ πλούσιος, δὲν ἔμενε σὲ παλάτια ἀλλὰ σὲ σκηνές, ἀναμένοντας τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπαγγελιῶν, καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπίγεια καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπουράνια.
Ὁ Ἀβραὰμ κάποτε ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ δὲν εἶδε τὴν ἐκπλήρωσι ὅλων τῶν θείων ὑποσχέσεων. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τῆς προσμονῆς φανέρωσε μιὰ πίστι ἀξιοθαύμαστη καὶ πρωτοφανῆ. Καὶ μᾶς διδάσκει νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς κατὰ τὶς δύσκολες περιόδους τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀσφαλῶς στὴ ζωή μας, νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστι μας. Νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα μας καὶ θὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὸ θέλημά του αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε στὴν κατάλληλη στιγμὴ ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε. Μόνον μὲ τέτοια πίστι καὶ ὑπομονὴ θὰ δοῦμε τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκπληρώνωνται καὶ στὴ δική μας ζωή.
2. Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ
Ὁ θεῖος Παῦλος κατόπιν μᾶς λέγει ὅτι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ δὲν δόθηκαν μόνο στὸν Ἀβραὰμ καὶ στοὺς ἀπογόνους του, τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ καὶ στὸν νέο Ἰσραήλ, ὅλους δηλαδὴ τοὺς Χριστιανούς. Κληρονόμοι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ ἦταν γιὰ τὰ ἐπίγεια ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅμως γιὰ τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ αἰώνια ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ γεννηθήκαμε σὲ νέα ζωὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γίναμε παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ κληρονόμοι τῶν οὐρανίων ἐπαγγελιῶν. Ὁ Θεὸς ὑπόσχεται πλέον στὸν καθένα μας ὄχι τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἀλλὰ τὴν ἐπουράνια γῆ, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς καλεῖ νὰ κρατήσουμε σταθερὰ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ τοῦ Παραδείσου. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα, λέγει, τὴν ἔχουμε σὰν ἀμετακίνητη ἄγκυρα τῆς ψυχῆς μας, διότι δὲν εἶναι στερεωμένη σὲ κάποιο πυθμένα τῆς θάλασσας ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Τί ὅμως σημαίνει αὐτό;
Ὅλοι οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο αὐτὸ βρισκόμαστε σὰν πλοῖα μέσα στὸν ὠκεανὸ καὶ πορευόμαστε γιὰ τὸ αἰώνιο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ. Ὅμως ἡ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι τόσο φουρτουνιασμένη ποὺ ὧρες – ὧρες αἰσθανόμαστε τὴν τρικυμία νὰ κλυδωνίζῃ καὶ νὰ ἀναταράσσῃ τὸ σκάφος τῆς ζωῆς μας. Κι ἐμεῖς ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων τρέμουμε μὴ ναυαγήσουμε, μὴ διαλυθοῦμε πάνω στὰ βράχια, μὴ χάσουμε τὴν ψυχή μας, μὴ χάσουμε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δὲν βουλιάζουμε, δὲν ναυαγοῦμε, διότι ἔχουμε ἄγκυρα ἐλπίδας. Καὶ ἡ ἄγκυρά μας αὐτὴ δὲν κρατιέται σὲ ἀμμώδη βυθὸ τῆς θάλασσας. Ἀλλὰ ἔχει ριφθῆ καὶ στερεωθῆ στὸν πλέον ἀδιάσειστο βράχο. Εἶναι στερεωμένη ἀκλόνητα στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Διότι ὁ Χριστός μας εἰσῆλθε μὲ τὴν Ἀνάληψί του ἐκεῖ στὸ οὐράνιο λιμάνι πρῶτος γιὰ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐμᾶς ποὺ θὰ ἀκολουθήσουμε. Δὲν εἴμαστε λοιπὸν πλοῖα ἀκυβέρνητα. Ἔχουμε κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ καταποντισθοῦμε· πηδαλιουχεῖ τὴν ζωή μας καὶ θὰ μᾶς πάρη κι ἐμᾶς μαζί του στὴν Βασιλεία του.
Μὴ φοβώμαστε λοιπόν. Μπορεῖ νὰ βρισκώμαστε ἀκόμη στὴ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἔχουμε ὅμως μέσα στὸ οὐράνιο λιμάνι τὴν ἄγκυρά μας. Ὅσοι ἄνεμοι κι ἂν μᾶς ἀπειλοῦν καὶ μᾶς θαλασσοδέρνουν, ὁ Χριστὸς κρατάει καλὰ στερεωμένη τὴν ἄγκυρά μας στὸν οὐρανό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι νὰ κρατοῦμε κι ἐμεῖς γερὰ αὐτὴν τὴν ἄγκυρα σ’ ὅλη τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, νὰ τὴν ἔχουμε δεμένη στὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ μὴ μᾶς φύγῃ καὶ τὴν χάσουμε. Διότι αὐτὴ θὰ πλοηγήσῃ καὶ τὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας στὸ οὐράνιο λιμάνι.
Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 7 Ἀπριλίου 2019, Δ΄ Νηστειῶν «Ἰωάννου τῆς Κλίμακος» (Ἑβρ. ς΄ 13-20)
1. Ο ΑΒΡΑΑΜ
Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα μᾶς μεταφέρει στὴν συγκλονιστικὴ ἐκείνη στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Θεὸς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἔδωσε τὶς μεγάλες ὑποσχέσεις του στὸν Ἀβραὰμ καὶ τοῦ εἶπε: Θὰ σὲ εὐλογήσω πλούσια, θὰ πληθύνω τοὺς ἀπογόνους σου σὰν τὴν ἄμμο τῆς θαλάσσης καὶ θὰ σοῦ χαρίσω τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας, τὴν Παλαιστίνη. Καὶ γιὰ νὰ τὸν βεβαιώσῃ γι’ αὐτὲς τὶς ἐπαγγελίες ἔδωσε ὅρκο ὅτι θὰ τὶς πραγματοποιήσῃ. Κι ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε τίποτε μεγαλύτερο στὸ ὁποῖο νὰ ὁρκισθῇ, ὡρκίσθηκε στὸν ἑαυτό του.
Ἀφοῦ λοιπὸν ἄκουσε τὶς ἔνορκες θεϊκὲς ὑποσχέσεις ὁ Ἀβραὰμ περίμενε χρόνια πολλὰ μὲ ὑπομονὴ νὰ τὶς δῆ νὰ ἐκπληρώνωνται. Καὶ δοκιμάσθηκε πολὺ σκληρά. Περίμενε, καὶ ἐκπλήρωσι δὲν ἔβλεπε. Ὅμως δὲν ἔχανε τὴν πίστι του. Πίστευε ἀκλόνητα στὶς ἐπαγγελίες τοῦ Θεοῦ χωρὶς νὰ ἔχῃ κανένα σημάδι ἐλπίδος. Ἀντίθετα ὅσο περνοῦσε ὁ καιρός, φαινόταν ἀδύνατο αὐτὲς νὰ ἐκπληρωθοῦν. Τὰ χρόνια περνοῦσαν καὶ ἡ Σάρρα, ποὺ ἦταν στεῖρα, εἶχε γίνει πλέον γερόντισσα. Καὶ καθὼς δὲν ἀποκτοῦσε παιδιά, οἱ ὑποσχέσεις γιὰ ἀπογόνους φαίνονταν οὐτοπικὲς καὶ οἱ ἐλπίδες ἀνεκπλήρωτες. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀρ-γότερα στὰ γεράματά του ὁ Ἀβραὰμ εἶδε τὴν ἀρχὴ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν θείων ἐπαγγελίων, καθὼς γεννήθηκε ὁ Ἰσαάκ, ἡ πίστι του δοκιμάσθηκε πολὺ περισσότερο. Διότι τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς νὰ θυσιάσῃ αὐτὸ τὸ μονάκριβο γυιό τους. Καὶ ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε καὶ προχώρησε στὴν θυσία ἔχοντας ἀκράδαντη βεβαιότητα στὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ ἀποδείκνυε αὐτὸ σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Διότι ἐνῶ ἦταν πολὺ πλούσιος, δὲν ἔμενε σὲ παλάτια ἀλλὰ σὲ σκηνές, ἀναμένοντας τὴν ἐκπλήρωσι τῶν ἐπαγγελιῶν, καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπίγεια καὶ αὐτῶν ποὺ ἀφοροῦσαν τὰ ἐπουράνια.
Ὁ Ἀβραὰμ κάποτε ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ καὶ δὲν εἶδε τὴν ἐκπλήρωσι ὅλων τῶν θείων ὑποσχέσεων. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως τῆς προσμονῆς φανέρωσε μιὰ πίστι ἀξιοθαύμαστη καὶ πρωτοφανῆ. Καὶ μᾶς διδάσκει νὰ μάθουμε κι ἐμεῖς κατὰ τὶς δύσκολες περιόδους τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων ποὺ θὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀσφαλῶς στὴ ζωή μας, νὰ μὴ χάνουμε τὴν πίστι μας. Νὰ εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι δίπλα μας καὶ θὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὸ θέλημά του αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε στὴν κατάλληλη στιγμὴ ὅπως μᾶς ὑποσχέθηκε. Μόνον μὲ τέτοια πίστι καὶ ὑπομονὴ θὰ δοῦμε τὶς ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ νὰ ἐκπληρώνωνται καὶ στὴ δική μας ζωή.
2. Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΑΣ
Ὁ θεῖος Παῦλος κατόπιν μᾶς λέγει ὅτι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Θεοῦ δὲν δόθηκαν μόνο στὸν Ἀβραὰμ καὶ στοὺς ἀπογόνους του, τοὺς Ἰσραηλῖτες, ἀλλὰ καὶ στὸν νέο Ἰσραήλ, ὅλους δηλαδὴ τοὺς Χριστιανούς. Κληρονόμοι τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ ἦταν γιὰ τὰ ἐπίγεια ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅμως γιὰ τὰ ἐπουράνια καὶ τὰ αἰώνια ὁ νέος Ἰσραήλ, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ γεννηθήκαμε σὲ νέα ζωὴ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα γίναμε παιδιὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ κληρονόμοι τῶν οὐρανίων ἐπαγγελιῶν. Ὁ Θεὸς ὑπόσχεται πλέον στὸν καθένα μας ὄχι τὴν γῆ τῆς ἐπαγγελίας ἀλλὰ τὴν ἐπουράνια γῆ, τὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ θεῖος Παῦλος μᾶς καλεῖ νὰ κρατήσουμε σταθερὰ τὴν ἐλπίδα αὐτὴ τοῦ Παραδείσου. Αὐτὴ τὴν ἐλπίδα, λέγει, τὴν ἔχουμε σὰν ἀμετακίνητη ἄγκυρα τῆς ψυχῆς μας, διότι δὲν εἶναι στερεωμένη σὲ κάποιο πυθμένα τῆς θάλασσας ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Τί ὅμως σημαίνει αὐτό;
Ὅλοι οἱ πιστοὶ στὸν κόσμο αὐτὸ βρισκόμαστε σὰν πλοῖα μέσα στὸν ὠκεανὸ καὶ πορευόμαστε γιὰ τὸ αἰώνιο λιμάνι τοῦ οὐρανοῦ. Ὅμως ἡ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς εἶναι τόσο φουρτουνιασμένη ποὺ ὧρες – ὧρες αἰσθανόμαστε τὴν τρικυμία νὰ κλυδωνίζῃ καὶ νὰ ἀναταράσσῃ τὸ σκάφος τῆς ζωῆς μας. Κι ἐμεῖς ἀπὸ τὰ κύματα τῶν πειρασμῶν καὶ τῶν θλίψεων τρέμουμε μὴ ναυαγήσουμε, μὴ διαλυθοῦμε πάνω στὰ βράχια, μὴ χάσουμε τὴν ψυχή μας, μὴ χάσουμε τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, λέγει ὁ θεῖος Παῦλος, ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ δὲν βουλιάζουμε, δὲν ναυαγοῦμε, διότι ἔχουμε ἄγκυρα ἐλπίδας. Καὶ ἡ ἄγκυρά μας αὐτὴ δὲν κρατιέται σὲ ἀμμώδη βυθὸ τῆς θάλασσας. Ἀλλὰ ἔχει ριφθῆ καὶ στερεωθῆ στὸν πλέον ἀδιάσειστο βράχο. Εἶναι στερεωμένη ἀκλόνητα στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Διότι ὁ Χριστός μας εἰσῆλθε μὲ τὴν Ἀνάληψί του ἐκεῖ στὸ οὐράνιο λιμάνι πρῶτος γιὰ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐμᾶς ποὺ θὰ ἀκολουθήσουμε. Δὲν εἴμαστε λοιπὸν πλοῖα ἀκυβέρνητα. Ἔχουμε κυβερνήτη τῆς ζωῆς μας τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ καταποντισθοῦμε· πηδαλιουχεῖ τὴν ζωή μας καὶ θὰ μᾶς πάρη κι ἐμᾶς μαζί του στὴν Βασιλεία του.
Μὴ φοβώμαστε λοιπόν. Μπορεῖ νὰ βρισκώμαστε ἀκόμη στὴ θάλασσα τῆς ζωῆς αὐτῆς, ἔχουμε ὅμως μέσα στὸ οὐράνιο λιμάνι τὴν ἄγκυρά μας. Ὅσοι ἄνεμοι κι ἂν μᾶς ἀπειλοῦν καὶ μᾶς θαλασσοδέρνουν, ὁ Χριστὸς κρατάει καλὰ στερεωμένη τὴν ἄγκυρά μας στὸν οὐρανό. Αὐτὸ ὅμως ποὺ ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς εἶναι νὰ κρατοῦμε κι ἐμεῖς γερὰ αὐτὴν τὴν ἄγκυρα σ’ ὅλη τὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, νὰ τὴν ἔχουμε δεμένη στὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας, ὥστε νὰ μὴ μᾶς φύγῃ καὶ τὴν χάσουμε. Διότι αὐτὴ θὰ πλοηγήσῃ καὶ τὸ πλοιάριο τῆς ζωῆς μας στὸ οὐράνιο λιμάνι.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
Ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος για την Καταλαλιά
1. Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί μου χριστιανοί, λέγεται Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Τήν Κυριακή αὐτή ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε νά ἑορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἑορτή τοῦ ἁγίου αὐτοῦ εἶναι στίς 30 Μαρτίου. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἑορτή πέφτει μεσοβδόμαδα, καί τίς καθημερινές τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή δέν ἐπιτρέπεται θεία Λειτουργία, γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μή χαθεῖ ἡ ἑορτή αὐτή, τήν μετέθεσε τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἄρα, πρόκειται περί μεγάλου ἁγίου, γιά νά φροντίσει ἡ Ἐκκλησία νά μήν χαθεῖ ἡ ἑορτή του. Καί πραγματικά, ἀδελφοί, εἶναι μεγάλος ἅγιος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Εἶναι ἕνας ἀσκητικός πατέρας τοῦ ἕκτου αἰῶνος. Ἔγραψε ἕνα μόνο, ἀλλά περίφημο σύγγραμμα, πού τό ὀνόμασε «Κλῖμαξ τοῦ Παραδείσου». Ἀπό τό σύγγραμμά του αὐτό πῆρε καί αὐτός τήν ἐπωνυμία «Ἰωάννης τῆς Κλίμακος». Ἡ ἀλεπού, λέγει ἕνας μύθος, κορόϊδευε τήν λιονταρίνα, γιατί γεννάει μόνο ἕνα. Ἀλλά αὐτή τῆς εἶπε: «Ἕνα, ἀλλά λέοντα»! Γράφουν πολλοί συγγραφεῖς πολλά βιβλία. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἔγραψε μόνο ἕνα βιβλίο, ἀλλά «λέοντα»! Βιβλίο ἰσχυρό, δυνατό, γιγάντιο! Τέτοια βιβλία νά διαβάζετε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, γιά νά μορφωθεῖτε θεολογικά, ἀλλά καί γιά νά σωθεῖτε. Πραγματικά, τό βιβλίο Κλῖμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἔχει σπουδαῖα φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὀνόμασε τό βιβλίο του «Κλῖμαξ» ἀπό τό ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, πού διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Γένεσης (28,12). Ἐκεῖ διαβάζουμε ὅτι ὁ πατριάρχης εἶδε στό ὄνειρό του μία κλίμακα, ἡ ὁποία ἀπό τήν γῆ ἔφτανε στόν οὐρανό. Τό βιβλίο αὐτό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου περιέχει τριάντα κεφάλαια. Εἶναι οἱ τριάντα βαθμίδες τῆς «Κλίμακός» του, πού εἰσάγουν στόν οὐρανό. Ἐπίτηδες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔκανε τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου του τριάντα ἀπό τήν ἡλικία τῆς ὡριμότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἄρχισε τό θεῖο Του ἔργο.
2. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς πῶ λίγα, πολύ ὀλίγα λόγια ἀπό τόν 10ο λόγο τοῦ βιβλίου, πού ἀναφέρεται στό ἁμάρτημα τῆς καταλαλιᾶς καί τῆς κατακρίσεως. Εἶναι ἕνα ἁμάρτημα, στό ὁποῖο πέφτουμε ὅλοι, ἄλλος πολύ καί ἄλλος λίγο. Καί ὅμως, ὅπως μᾶς τό λέει ὁ ἅγιος, εἶναι πολύ σοβαρό τό ἁμάρτημα αὐτό, τό πάθος αὐτό, καί πρέπει ὁπωσδήποτε ὅλοι νά ἀγωνιστοῦμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά τό κόψουμε. Σᾶς λέγω μερικά ἀπό ὅσα λέει γιά τήν καταλαλιά ὁ ἅγιος Ἰωάννης, πού ἑορτάζουμε σήμερα.
(α) Ὁ ἅγιος παρομοιάζει τήν καταλαλιά μέ «παχειά βδέλλα, πού ἀπορροφάει τό αἷμα τῆς ἀγάπης» (§ 1). Πραγματικά, χριστιανοί μου, ὅποιος κατηγορεῖ τόν ἄλλο, δέν ἔχει ἀγάπη σ᾽ αὐτόν, γι᾽ αὐτό καί γιά τήν καταλαλιά βρίσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅτι «γεννᾶται ἀπό τό μίσος καί ἀπό τήν μνησικακία» (§ 1).
(β) Τήν καταλαλιά τήν λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης «ἀναιδῆ ἁρπαγή τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ» (§ 15). Ἔτσι εἶναι, χριστιανοί μου. Ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων θά γίνει τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί ὁ Θεός Πατέρας «τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ» (Ἰωάν. 5,22). Ἐκεῖνος λοιπόν πού κατηγορεῖ τόν ἄλλον παίρνει ἀπό τόν Χριστό τό θεῖο δικαίωμά Του καί γίνεται αὐτός, ὁ καταλαλῶν, γίνεται κριτής τοῦ ἄλλου. Γι᾽ αὐτό, πολύ ὡραῖα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης λέγει τήν καταλαλιά «ἀναιδῆ ἁρπαγή».
(γ) Ἀλλά γιατί νά κατηγοροῦμε τόν ἄλλο; Ναί, τόν εἴδαμε νά ἁμαρτάνει. Ξέρουμε ὅμως τό πόσο θά μετάνοιωσε αὐτός γιά τήν ἁμαρτία αὐτή πού ἔκανε, πόσους ἀναστεναγμούς θά ἔβγαλε ἀπό τά στήθη του καί πόσα δάκρυα θά ἔχυσε γιά τήν κακή ὥρα πού τόν ἔκανε νά ἁμαρτήσει; Ἐμεῖς εἴδαμε τήν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου καί τόν κατηγοροῦμε γι᾽ αὐτό. Ὁ Θεός ὅμως εἶδε τήν μετάνοιά του καί τόν δικαιώνει γι᾽ αὐτήν καί τόν κάνει ἅγιο. Δηλαδή, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στό βιβλίο του, ἐμεῖς τόν εἴπαμε «ἀνήθικο» γιά τήν ἁμαρτία του, ἀλλά ὁ Θεός κηρύσσει «ἁγνό» γιά τήν μετάνοιά του (§6·βλ. καί § 9).
δ) Τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση ὁ ἅγιος Ἰωάννης τήν θεωρεῖ ὡς τό χειρότερο ἁμάρτημα, τόσο ὥστε ὅποιος βαρύνεται καί μόνο μέ αὐτό τό ἁμάρτημα δέν σώζεται. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Φαρισαῖο τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου (βλ. Λουκ. 18,10 ἑξ.). Καί νήστευε καί προσευχόταν, ἀλλά ἐπειδή κατέκρινε τόν ἁμαρτωλό τελώνη, δέν δικαιώθηκε, δέν σώθηκε (§16).
(ε) Ἀδελφοί μου! Ἄς μή κατηγοροῦμε τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες τους, γιατί, ὅπως τό λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δέν φταῖνε αὐτοί πού ἁμαρτάνουν. Ὁ διάβολος εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, ἄν καί βέβαια δέν ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος γιά τίς ἁμαρτίες πού κάνει, ἐπειδή τόν ὑποκινεῖ ὁ διάβολος σ᾽ αὐτό. Ἀλλά τόν διάβολο κυρίως νά κατηγοροῦμε, αὐτόν νά καταριόμαστε καί ὄχι τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του (§13). Ἔπειτα πῶς κατηγοροῦμε τόν ἄλλο τίς ἁμαρτίες του, ἀφοῦ καί ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε; Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Καί ἄν, χριστιανοί μου, σκεπτόμαστε τίς ἁμαρτίες μας καί πονοῦμε γι᾽ αὐτές – αὐτό καλεῖται μετάνοια – , δέν θά ἔχουμε τότε ὄρεξη νά σηκώσουμε κεφάλι καί νά ἀνοίξουμε τό στόμα μας γιά νά κατηγορήσουμε τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του. Αὐτός πού ζεῖ πραγματικά τήν μετάνοια δέν κατηγορεῖ κανέναν. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ καταλαλιά εἶναι ἐνάντια πρός τήν μετάνοια. «Ὅπως δέν συμβιβάζεται ἡ φωτιά μέ τό νερό, ἔτσι καί ἡ κατάκρισις μέ ἐκεῖνον πού ἀγαπᾶ τήν μετάνοια» (§
. Ἄς μή κατηγοροῦμε κανέναν, ἀδελφοί, γιά τήν ἁμαρτία του, γιατί, ἄν κατηγοροῦμε τούς ἄλλους, θά μᾶς πάρει ὁ Θεός τήν Χάρη Του καί θά πέσουμε στά ἴδια καί σέ χειρότερα ἀπό αὐτά πού κατηγοροῦμε (§10).
3. Μή ἔχοντας χρόνο νά σᾶς πῶ περισσότερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, σᾶς λέω γιά τήν καταλαλιά μιά νόστιμη διήγηση πού γράφει τό Γεροντικό:
Σέ ἕνα μοναστήρι ἦταν ἕνας μοναχός πού φαινόταν ἀμελής στά καθήκοντά του. Δέν ἦταν ἐπιμελής στίς ἱερές Ἀκολουθίες καί στά ἄλλα διακονήματά του. Ἀρρώστησε κάποτε ὁ μοναχός αὐτός καί ἦταν στά τελευταῖα του. Τότε πῆγε ὁ Γέροντας τοῦ Μοναστηρίου νά τόν συμβουλεύσει γιά νά δείξει μετάνοια, γιά νά σωθεῖ ἡ ψυχή του. Τοῦ εἶπε μέ καλό τρόπο ὅτι ἦταν ἀμελής στά καθήκοντά του καί πρέπει νά μετανοήσει γι᾽ αὐτό, γιά νά βρεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ μοναχός τόν ρώτησε ἕνα περίεργο λόγο: «Γέροντα, εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο;». Ὁ Γέροντας ὑποθέτω ὅτι θά σκέφτηκε: «Ἐγώ τοῦ μιλάω γιά μετάνοια καί αὐτός μέ ρωτάει ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο…»! «Ἀληθινό εἶναι τό Εὐαγγέλιο, παιδί μου», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας. «Ἔ, Γέροντα – εἶπε πάλι ὁ μοναχός –, ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ δέν θά καταδικαστῶ ἀπό τόν Χριστό. Γιατί ὁ Χριστός εἶπε: “Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἤμουν ἀμελής στά καθήκοντά μου, ἀλλά σέ ὅλη μου τήν μοναχική ζωή, δέν κατηγόρησα κανένα ἀδελφό. Καί ἀφοῦ λοιπόν δέν ἔκρινα κανέναν, δέν θά κριθῶ ἀπό τόν Χριστό, γιατί μᾶς εἶπε “μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”». «Πώ, πώ»!, εἶπε τότε ὁ Γέροντας. «Ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε σκληρά γιά τήν σωτηρία μας καί αὐτός ὁ μοναχός, πού τόν λέμε γιά ἀμελῆ, βρῆκε ἄλλο δρόμο, εὐκολώτερο καί καλύτερο, γιά νά πετύχει τήν σωτηρία του. Καί θά τήν πετύχει»! Τότε ὅλοι οἱ ἀδελφοί θυμήθηκαν ὅτι πραγματικά ὁ ἀδελφός αὐτός, πού φαινόταν ἀμελής ὡς μοναχός, ποτέ-μά ποτέ δέν εἶχε κατηγορήσει κανέναν. Καί ὅλοι πῆραν μάθημα καί δίδαγμα ὅτι περισσότερο ἀπό ὅλα νά προσέχουν τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση· καί ὁ καθένας τους νά βλέπει τό δοκάρι πού ἔχει στό μάτι του καί νά μήν κατηγορεῖ τόν ἄλλο γιά τήν ἀκίδα τοῦ ματιοῦ του (βλ. Ματθ. 7,3). Ἀδελφοί, ἄς μήν κατηγοροῦμε κανένα, γιά νά εὕρουμε ἔλεος τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
1. Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί μου χριστιανοί, λέγεται Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Τήν Κυριακή αὐτή ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία καθόρισε νά ἑορτάζουμε τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ ἑορτή τοῦ ἁγίου αὐτοῦ εἶναι στίς 30 Μαρτίου. Ἐπειδή ὅμως ἡ ἑορτή πέφτει μεσοβδόμαδα, καί τίς καθημερινές τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή δέν ἐπιτρέπεται θεία Λειτουργία, γι᾽ αὐτό ἡ Ἐκκλησία, γιά νά μή χαθεῖ ἡ ἑορτή αὐτή, τήν μετέθεσε τήν Δ´ Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἄρα, πρόκειται περί μεγάλου ἁγίου, γιά νά φροντίσει ἡ Ἐκκλησία νά μήν χαθεῖ ἡ ἑορτή του. Καί πραγματικά, ἀδελφοί, εἶναι μεγάλος ἅγιος, ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Εἶναι ἕνας ἀσκητικός πατέρας τοῦ ἕκτου αἰῶνος. Ἔγραψε ἕνα μόνο, ἀλλά περίφημο σύγγραμμα, πού τό ὀνόμασε «Κλῖμαξ τοῦ Παραδείσου». Ἀπό τό σύγγραμμά του αὐτό πῆρε καί αὐτός τήν ἐπωνυμία «Ἰωάννης τῆς Κλίμακος». Ἡ ἀλεπού, λέγει ἕνας μύθος, κορόϊδευε τήν λιονταρίνα, γιατί γεννάει μόνο ἕνα. Ἀλλά αὐτή τῆς εἶπε: «Ἕνα, ἀλλά λέοντα»! Γράφουν πολλοί συγγραφεῖς πολλά βιβλία. Ὁ Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ἔγραψε μόνο ἕνα βιβλίο, ἀλλά «λέοντα»! Βιβλίο ἰσχυρό, δυνατό, γιγάντιο! Τέτοια βιβλία νά διαβάζετε, ἀδελφοί μου χριστιανοί, γιά νά μορφωθεῖτε θεολογικά, ἀλλά καί γιά νά σωθεῖτε. Πραγματικά, τό βιβλίο Κλῖμαξ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἔχει σπουδαῖα φάρμακα γιά τήν θεραπεία τῆς ψυχῆς μας. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὀνόμασε τό βιβλίο του «Κλῖμαξ» ἀπό τό ὅραμα τοῦ Ἰακώβ, πού διαβάζουμε στό βιβλίο τῆς Γένεσης (28,12). Ἐκεῖ διαβάζουμε ὅτι ὁ πατριάρχης εἶδε στό ὄνειρό του μία κλίμακα, ἡ ὁποία ἀπό τήν γῆ ἔφτανε στόν οὐρανό. Τό βιβλίο αὐτό τοῦ ἁγίου Ἰωάννου περιέχει τριάντα κεφάλαια. Εἶναι οἱ τριάντα βαθμίδες τῆς «Κλίμακός» του, πού εἰσάγουν στόν οὐρανό. Ἐπίτηδες ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἔκανε τά κεφάλαια τοῦ βιβλίου του τριάντα ἀπό τήν ἡλικία τῆς ὡριμότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅταν ἄρχισε τό θεῖο Του ἔργο.
2. Στό σημερινό μου κήρυγμα, ἀδελφοί χριστιανοί, θά σᾶς πῶ λίγα, πολύ ὀλίγα λόγια ἀπό τόν 10ο λόγο τοῦ βιβλίου, πού ἀναφέρεται στό ἁμάρτημα τῆς καταλαλιᾶς καί τῆς κατακρίσεως. Εἶναι ἕνα ἁμάρτημα, στό ὁποῖο πέφτουμε ὅλοι, ἄλλος πολύ καί ἄλλος λίγο. Καί ὅμως, ὅπως μᾶς τό λέει ὁ ἅγιος, εἶναι πολύ σοβαρό τό ἁμάρτημα αὐτό, τό πάθος αὐτό, καί πρέπει ὁπωσδήποτε ὅλοι νά ἀγωνιστοῦμε, μέ τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά τό κόψουμε. Σᾶς λέγω μερικά ἀπό ὅσα λέει γιά τήν καταλαλιά ὁ ἅγιος Ἰωάννης, πού ἑορτάζουμε σήμερα.
(α) Ὁ ἅγιος παρομοιάζει τήν καταλαλιά μέ «παχειά βδέλλα, πού ἀπορροφάει τό αἷμα τῆς ἀγάπης» (§ 1). Πραγματικά, χριστιανοί μου, ὅποιος κατηγορεῖ τόν ἄλλο, δέν ἔχει ἀγάπη σ᾽ αὐτόν, γι᾽ αὐτό καί γιά τήν καταλαλιά βρίσκει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὅτι «γεννᾶται ἀπό τό μίσος καί ἀπό τήν μνησικακία» (§ 1).
(β) Τήν καταλαλιά τήν λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης «ἀναιδῆ ἁρπαγή τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ» (§ 15). Ἔτσι εἶναι, χριστιανοί μου. Ἡ κρίση τῶν ἀνθρώπων θά γίνει τήν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιατί ὁ Θεός Πατέρας «τήν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ» (Ἰωάν. 5,22). Ἐκεῖνος λοιπόν πού κατηγορεῖ τόν ἄλλον παίρνει ἀπό τόν Χριστό τό θεῖο δικαίωμά Του καί γίνεται αὐτός, ὁ καταλαλῶν, γίνεται κριτής τοῦ ἄλλου. Γι᾽ αὐτό, πολύ ὡραῖα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης λέγει τήν καταλαλιά «ἀναιδῆ ἁρπαγή».
(γ) Ἀλλά γιατί νά κατηγοροῦμε τόν ἄλλο; Ναί, τόν εἴδαμε νά ἁμαρτάνει. Ξέρουμε ὅμως τό πόσο θά μετάνοιωσε αὐτός γιά τήν ἁμαρτία αὐτή πού ἔκανε, πόσους ἀναστεναγμούς θά ἔβγαλε ἀπό τά στήθη του καί πόσα δάκρυα θά ἔχυσε γιά τήν κακή ὥρα πού τόν ἔκανε νά ἁμαρτήσει; Ἐμεῖς εἴδαμε τήν ἁμαρτία τοῦ ἄλλου καί τόν κατηγοροῦμε γι᾽ αὐτό. Ὁ Θεός ὅμως εἶδε τήν μετάνοιά του καί τόν δικαιώνει γι᾽ αὐτήν καί τόν κάνει ἅγιο. Δηλαδή, ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης στό βιβλίο του, ἐμεῖς τόν εἴπαμε «ἀνήθικο» γιά τήν ἁμαρτία του, ἀλλά ὁ Θεός κηρύσσει «ἁγνό» γιά τήν μετάνοιά του (§6·βλ. καί § 9).
δ) Τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση ὁ ἅγιος Ἰωάννης τήν θεωρεῖ ὡς τό χειρότερο ἁμάρτημα, τόσο ὥστε ὅποιος βαρύνεται καί μόνο μέ αὐτό τό ἁμάρτημα δέν σώζεται. Ἄς θυμηθοῦμε τόν Φαρισαῖο τῆς παραβολῆς τοῦ Κυρίου (βλ. Λουκ. 18,10 ἑξ.). Καί νήστευε καί προσευχόταν, ἀλλά ἐπειδή κατέκρινε τόν ἁμαρτωλό τελώνη, δέν δικαιώθηκε, δέν σώθηκε (§16).
(ε) Ἀδελφοί μου! Ἄς μή κατηγοροῦμε τούς ἄλλους γιά τίς ἁμαρτίες τους, γιατί, ὅπως τό λέγει καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης, δέν φταῖνε αὐτοί πού ἁμαρτάνουν. Ὁ διάβολος εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ, ἄν καί βέβαια δέν ἀπαλλάσσεται ὁ ἄνθρωπος γιά τίς ἁμαρτίες πού κάνει, ἐπειδή τόν ὑποκινεῖ ὁ διάβολος σ᾽ αὐτό. Ἀλλά τόν διάβολο κυρίως νά κατηγοροῦμε, αὐτόν νά καταριόμαστε καί ὄχι τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του (§13). Ἔπειτα πῶς κατηγοροῦμε τόν ἄλλο τίς ἁμαρτίες του, ἀφοῦ καί ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε; Ὅλοι εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Καί ἄν, χριστιανοί μου, σκεπτόμαστε τίς ἁμαρτίες μας καί πονοῦμε γι᾽ αὐτές – αὐτό καλεῖται μετάνοια – , δέν θά ἔχουμε τότε ὄρεξη νά σηκώσουμε κεφάλι καί νά ἀνοίξουμε τό στόμα μας γιά νά κατηγορήσουμε τόν ἀδελφό μας γιά τήν ἁμαρτία του. Αὐτός πού ζεῖ πραγματικά τήν μετάνοια δέν κατηγορεῖ κανέναν. Γι᾽ αὐτό καί λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος ὅτι ἡ καταλαλιά εἶναι ἐνάντια πρός τήν μετάνοια. «Ὅπως δέν συμβιβάζεται ἡ φωτιά μέ τό νερό, ἔτσι καί ἡ κατάκρισις μέ ἐκεῖνον πού ἀγαπᾶ τήν μετάνοια» (§
3. Μή ἔχοντας χρόνο νά σᾶς πῶ περισσότερα, ἀδελφοί μου χριστιανοί, σᾶς λέω γιά τήν καταλαλιά μιά νόστιμη διήγηση πού γράφει τό Γεροντικό:
Σέ ἕνα μοναστήρι ἦταν ἕνας μοναχός πού φαινόταν ἀμελής στά καθήκοντά του. Δέν ἦταν ἐπιμελής στίς ἱερές Ἀκολουθίες καί στά ἄλλα διακονήματά του. Ἀρρώστησε κάποτε ὁ μοναχός αὐτός καί ἦταν στά τελευταῖα του. Τότε πῆγε ὁ Γέροντας τοῦ Μοναστηρίου νά τόν συμβουλεύσει γιά νά δείξει μετάνοια, γιά νά σωθεῖ ἡ ψυχή του. Τοῦ εἶπε μέ καλό τρόπο ὅτι ἦταν ἀμελής στά καθήκοντά του καί πρέπει νά μετανοήσει γι᾽ αὐτό, γιά νά βρεῖ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ μοναχός τόν ρώτησε ἕνα περίεργο λόγο: «Γέροντα, εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο;». Ὁ Γέροντας ὑποθέτω ὅτι θά σκέφτηκε: «Ἐγώ τοῦ μιλάω γιά μετάνοια καί αὐτός μέ ρωτάει ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο…»! «Ἀληθινό εἶναι τό Εὐαγγέλιο, παιδί μου», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέροντας. «Ἔ, Γέροντα – εἶπε πάλι ὁ μοναχός –, ἄν εἶναι ἀληθινό τό Εὐαγγέλιο, ἐγώ δέν θά καταδικαστῶ ἀπό τόν Χριστό. Γιατί ὁ Χριστός εἶπε: “Μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἤμουν ἀμελής στά καθήκοντά μου, ἀλλά σέ ὅλη μου τήν μοναχική ζωή, δέν κατηγόρησα κανένα ἀδελφό. Καί ἀφοῦ λοιπόν δέν ἔκρινα κανέναν, δέν θά κριθῶ ἀπό τόν Χριστό, γιατί μᾶς εἶπε “μή κρίνετε, ἵνα μή κριθῆτε”». «Πώ, πώ»!, εἶπε τότε ὁ Γέροντας. «Ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε σκληρά γιά τήν σωτηρία μας καί αὐτός ὁ μοναχός, πού τόν λέμε γιά ἀμελῆ, βρῆκε ἄλλο δρόμο, εὐκολώτερο καί καλύτερο, γιά νά πετύχει τήν σωτηρία του. Καί θά τήν πετύχει»! Τότε ὅλοι οἱ ἀδελφοί θυμήθηκαν ὅτι πραγματικά ὁ ἀδελφός αὐτός, πού φαινόταν ἀμελής ὡς μοναχός, ποτέ-μά ποτέ δέν εἶχε κατηγορήσει κανέναν. Καί ὅλοι πῆραν μάθημα καί δίδαγμα ὅτι περισσότερο ἀπό ὅλα νά προσέχουν τήν καταλαλιά καί τήν κατάκριση· καί ὁ καθένας τους νά βλέπει τό δοκάρι πού ἔχει στό μάτι του καί νά μήν κατηγορεῖ τόν ἄλλο γιά τήν ἀκίδα τοῦ ματιοῦ του (βλ. Ματθ. 7,3). Ἀδελφοί, ἄς μήν κατηγοροῦμε κανένα, γιά νά εὕρουμε ἔλεος τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.
Μέ πολλές εὐχές,
† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν
Απόστολος τετάρτης Κυριακής των Νηστειών, ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν Eβρ. 6.13-20
Ἀδελφοί, τῷ ᾽Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾽ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾽ ἑαυτοῦ, λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. Ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾽Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ, Ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.
Καθώς έχουμε διανύσει την τέταρτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοσής, ο απόστολος Παύλος έρχεται σήμερα να τονώσει εκ νέου την πίστη και την ελπίδα μέσα μας, ώστε να μη αποκάμουμε από τον αγώνα μας.
Για τον λόγο αυτό μάς υπενθυμίζει την υπόσχεση που έδωσε ο θεός στον Αβραάμ, για να περάσει στη συνέχεια στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η ελπίδα μας και η ασφαλής άγκυρα της ψυχής μας. «Αδελφοί», μάς λέει, «όταν ο Θεός έδωσε υπόσχεση στον Αβραάμ, επειδή δεν είχε να ορκιστεί σε κάποιον ανώτερο ορκίστηκε στον εαυτό του λέγοντας “βεβαίως θα σε ευλογήσω και θα σε πληθύνω στο έπακρο”· κι έτσι, με την υπομονή του, πέτυχε την εκπλήρωση της υποσχέσεως. Γιατί, βέβαια, οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο, και ο όρκος δίνει τέλος σε κάθε αντιλογία και αμφισβήτηση· και ο Θεός, θέλοντας να δείξει στους κληρονόμους της επαγγελίας του το αμετάκλητο της αποφάσεώς του, εγγυήθηκε με όρκο, ούτως ώστε με δύο πράγματα αμετακίνητα, για τα οποία είναι αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, εμείς που καταφύγαμε σε αυτόν ας έχουμε ισχυρή ενθάρρυνση, ώστε να κρατήσουμε την ελπίδα που βρίσκεται ενώπιόν μας. Αυτή την ελπίδα έχουμε σαν άγκυρα της ψυχής σίγουρη και ασφαλή, και μάς οδηγεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, όπου πριν από εμάς εισήλθε ο Ιησούς, ο οποίος έγινε αρχιερέας για πάντα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ». Η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ ήταν διπλή: ότι θα τον καταστήσει κύριο της γης της Επαγγελίας και ότι θα πληθύνει τους απογόνους του επάνω στην γη, σαν την άμμο της θαλάσσης. Δεν είχε άλλο εχέγγυο ο Αβραάμ, παρά μόνο την υπόσχεση του Θεού. Ο λόγος όμως του Θεού είναι λόγος αληθείας· δεν είναι δυνατόν ο Θεός να λέει ψέματα. Από την άλλη μεριά, τα μέσα που διέθετε ο Αβραάμ ήταν πρώτα η πίστη στον Θεό, από την οποία πηγάζει η εμπιστοσύνη σε όσα υποσχέθηκε προς αυτόν ο Θεός· έπειτα η υπακοή στο θέλημα του Θεού, τού είπε να φύγει από την γη του και να πορευθεί σε άγνωστο τόπο και το έπραξε δίχως δεύτερη σκέψη· και τέλος η υπομονή, με την οποία – όπως μάς λέει ο απόστολος Παύλος – πέτυχε την εκπλήρωση της επαγγελίας. Στο πρόσωπο του Αβραάμ ο Θεός κάνει και μία επιπλέον παραχώρηση: για να καταστήσει τα λόγια του πιο πιστευτά χρησιμοποιεί όρκο, ούτως ώστε ο αποδέκτης των λόγων του να μ αμφιβάλλει. Και φυσικά, οι άνθρωποι ορκίζονται στον Θεό, δηλαδή τον καθιστούν μάρτυρα ότι αυτά που λένε είναι αληθινά· ο Θεός εδώ απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του, μιας που δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να τον φέρει ως μάρτυρα. Από την άλλη μεριά, στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός απαγορεύει να ορκιζόμαστε, και για τον λόγο αυτό αρκεί η διατύπωση των λόγων του για να βεβαιώσει την αλήθεια των λεγομένων. Αρκεί μια φράση του, ένα «η πίστις σου σέσωκέ σε» για να φανερωθεί το θαύμα, αρκεί ένα «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι» για να έλθει η λύτρωση, αρκεί ένα «σήμερον μετ’ εμού έση εν των παραδείσω» για να δικαιωθεί ο Ληστής. Επομένως, εάν η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ ήταν αληθινή – και όντως ήταν, το ίδιο αληθινά είναι και τα λόγια του Χριστού, ο οποίος μάς κάλεσε κοντά του λέγοντας «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· 30 ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. 11.28-29). Εξίσου αληθινά είναι και όσα μάς προσέφερε και μάς υποσχέθηκε, τόσο με το πάθος και την Ανάστασή του όσο και με την διδασκαλία του. Άρα, εμείς δεν έχουμε απλά ενώπιόν μας μια υπόσχεση, αλλά την εκπλήρωση της υποσχέσεως την οποία έδωσε ο Θεός στον Αδάμ την μέρα που τον έβγαλε έξω από τον παράδεισο· δεν έχουμε απλά ελπίδα, αλλά έχουμε την ελπίδα σαρκωμένη, ενώπιόν μας. Γι αυτό και δεν θα πρέπει να ολιγοψυχούμε, αλλά να παίρνουμε θάρρος στον καθημερινό μας αγώνα· ούτε πάλι να καταποντιζόμαστε από τις τρικυμίες του βίου, γιατί ο Χριστός είναι η ελπίς του κόσμου και η άγκυρα της πίστεώς μας. Κι όπως η άγκυρα συγκρατεί το πλοίο κατά την ώρα της τρικυμίας και το ασφαλίζει ακόμα και μέσα στο λιμάνι, έτσι ο Κύριός μας μάς ασφαλίζει και μάς διασώζει, αν παραμείνουμε δεμένοι με αυτόν με την αλυσίδα της πίστεως. Ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Θεός και λυτρωτής μας, αλλά και ο πρώτος άνθρωπος , ο νέος Αδάμ, που ανήλθε ενώπιον του θρόνου του Θεού και κάθισε στα δεξιά του. Μαζί με τον θεάνθρωπο Κύριο, άνοιξε ο δρόμος και για όλους εμάς. Ο αγώνας μας είναι δύσκολος, ειδικά τούτη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που προετοιμαζόμαστε να αποβάλλουμε τον παλαιόν άνθρωπο και να κοινωνήσουμε στο φώς της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Σύμμαχο στον αγώνα μας έχουμε, και μάλιστα τον πλέον ισχυρό· ελπίδα και άγκυρα έχουμε· υπόσχεση έχουμε πάλι, η οποία μάλιστα πραγματοποιήθηκε και βρίσκεται ενώπιόν μας. Γι αυτό ας μη αποκάμουμε, αλλά ας κρατήσουμε τούτη την σταθερή και βεβαία άγκυρα, ώστε να εισέλθουμε εις την χαράν του Κυρίου μας. Αμήν.
π. Χ.Β.
Απόστολος τετάρτης Κυριακής των Νηστειών, ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν Eβρ. 6.13-20
Ἀδελφοί, τῷ ᾽Αβραὰμ ἐπαγγειλάμενος ὁ Θεός, ἐπεὶ κατ᾽ οὐδενὸς εἶχε μείζονος ὀμόσαι, ὤμοσε καθ᾽ ἑαυτοῦ, λέγων· ἦ μὴν εὐλογῶν εὐλογήσω σε καὶ πληθύνων πληθυνῶ σε· καὶ οὕτω μακροθυμήσας ἐπέτυχε τῆς ἐπαγγελίας. Ἄνθρωποι μὲν γὰρ κατὰ τοῦ μείζονος ὀμνύουσι, καὶ πάσης αὐτοῖς ἀντιλογίας πέρας εἰς βεβαίωσιν ὁ ὅρκος· ἐν ᾧ περισσότερον βουλόμενος ὁ Θεὸς ἐπιδεῖξαι τοῖς κληρονόμοις τῆς ἐπαγγελίας τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ, ἐμεσίτευσεν ὅρκῳ, ἵνα διὰ δύο πραγμάτων ἀμεταθέτων, ἐν οἷς ἀδύνατον ψεύσασθαι Θεόν, ἰσχυρὰν παράκλησιν ἔχωμεν οἱ καταφυγόντες κρατῆσαι τῆς προκειμένης ἐλπίδος· ἣν ὡς ἄγκυραν ἔχομεν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν καὶ εἰσερχομένην εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος, ὅπου πρόδρομος ὑπὲρ ἡμῶν εἰσῆλθεν ᾽Ιησοῦς, κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδὲκ, Ἀρχιερεὺς γενόμενος εἰς τὸν αἰῶνα.
Καθώς έχουμε διανύσει την τέταρτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοσής, ο απόστολος Παύλος έρχεται σήμερα να τονώσει εκ νέου την πίστη και την ελπίδα μέσα μας, ώστε να μη αποκάμουμε από τον αγώνα μας.
Για τον λόγο αυτό μάς υπενθυμίζει την υπόσχεση που έδωσε ο θεός στον Αβραάμ, για να περάσει στη συνέχεια στο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος είναι η ελπίδα μας και η ασφαλής άγκυρα της ψυχής μας. «Αδελφοί», μάς λέει, «όταν ο Θεός έδωσε υπόσχεση στον Αβραάμ, επειδή δεν είχε να ορκιστεί σε κάποιον ανώτερο ορκίστηκε στον εαυτό του λέγοντας “βεβαίως θα σε ευλογήσω και θα σε πληθύνω στο έπακρο”· κι έτσι, με την υπομονή του, πέτυχε την εκπλήρωση της υποσχέσεως. Γιατί, βέβαια, οι άνθρωποι ορκίζονται σε κάποιον ανώτερο, και ο όρκος δίνει τέλος σε κάθε αντιλογία και αμφισβήτηση· και ο Θεός, θέλοντας να δείξει στους κληρονόμους της επαγγελίας του το αμετάκλητο της αποφάσεώς του, εγγυήθηκε με όρκο, ούτως ώστε με δύο πράγματα αμετακίνητα, για τα οποία είναι αδύνατο να πει ψέματα ο Θεός, εμείς που καταφύγαμε σε αυτόν ας έχουμε ισχυρή ενθάρρυνση, ώστε να κρατήσουμε την ελπίδα που βρίσκεται ενώπιόν μας. Αυτή την ελπίδα έχουμε σαν άγκυρα της ψυχής σίγουρη και ασφαλή, και μάς οδηγεί στα ενδότερα του καταπετάσματος, όπου πριν από εμάς εισήλθε ο Ιησούς, ο οποίος έγινε αρχιερέας για πάντα κατά την τάξη του Μελχισεδέκ». Η υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον Αβραάμ ήταν διπλή: ότι θα τον καταστήσει κύριο της γης της Επαγγελίας και ότι θα πληθύνει τους απογόνους του επάνω στην γη, σαν την άμμο της θαλάσσης. Δεν είχε άλλο εχέγγυο ο Αβραάμ, παρά μόνο την υπόσχεση του Θεού. Ο λόγος όμως του Θεού είναι λόγος αληθείας· δεν είναι δυνατόν ο Θεός να λέει ψέματα. Από την άλλη μεριά, τα μέσα που διέθετε ο Αβραάμ ήταν πρώτα η πίστη στον Θεό, από την οποία πηγάζει η εμπιστοσύνη σε όσα υποσχέθηκε προς αυτόν ο Θεός· έπειτα η υπακοή στο θέλημα του Θεού, τού είπε να φύγει από την γη του και να πορευθεί σε άγνωστο τόπο και το έπραξε δίχως δεύτερη σκέψη· και τέλος η υπομονή, με την οποία – όπως μάς λέει ο απόστολος Παύλος – πέτυχε την εκπλήρωση της επαγγελίας. Στο πρόσωπο του Αβραάμ ο Θεός κάνει και μία επιπλέον παραχώρηση: για να καταστήσει τα λόγια του πιο πιστευτά χρησιμοποιεί όρκο, ούτως ώστε ο αποδέκτης των λόγων του να μ αμφιβάλλει. Και φυσικά, οι άνθρωποι ορκίζονται στον Θεό, δηλαδή τον καθιστούν μάρτυρα ότι αυτά που λένε είναι αληθινά· ο Θεός εδώ απλά επιβεβαιώνει την αλήθεια των λόγων του, μιας που δεν υπάρχει κάποιος ανώτερος για να τον φέρει ως μάρτυρα. Από την άλλη μεριά, στην Καινή Διαθήκη, ο Χριστός απαγορεύει να ορκιζόμαστε, και για τον λόγο αυτό αρκεί η διατύπωση των λόγων του για να βεβαιώσει την αλήθεια των λεγομένων. Αρκεί μια φράση του, ένα «η πίστις σου σέσωκέ σε» για να φανερωθεί το θαύμα, αρκεί ένα «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι» για να έλθει η λύτρωση, αρκεί ένα «σήμερον μετ’ εμού έση εν των παραδείσω» για να δικαιωθεί ο Ληστής. Επομένως, εάν η υπόσχεση του Θεού στον Αβραάμ ήταν αληθινή – και όντως ήταν, το ίδιο αληθινά είναι και τα λόγια του Χριστού, ο οποίος μάς κάλεσε κοντά του λέγοντας «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ’ ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· 30 ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν» (Ματθ. 11.28-29). Εξίσου αληθινά είναι και όσα μάς προσέφερε και μάς υποσχέθηκε, τόσο με το πάθος και την Ανάστασή του όσο και με την διδασκαλία του. Άρα, εμείς δεν έχουμε απλά ενώπιόν μας μια υπόσχεση, αλλά την εκπλήρωση της υποσχέσεως την οποία έδωσε ο Θεός στον Αδάμ την μέρα που τον έβγαλε έξω από τον παράδεισο· δεν έχουμε απλά ελπίδα, αλλά έχουμε την ελπίδα σαρκωμένη, ενώπιόν μας. Γι αυτό και δεν θα πρέπει να ολιγοψυχούμε, αλλά να παίρνουμε θάρρος στον καθημερινό μας αγώνα· ούτε πάλι να καταποντιζόμαστε από τις τρικυμίες του βίου, γιατί ο Χριστός είναι η ελπίς του κόσμου και η άγκυρα της πίστεώς μας. Κι όπως η άγκυρα συγκρατεί το πλοίο κατά την ώρα της τρικυμίας και το ασφαλίζει ακόμα και μέσα στο λιμάνι, έτσι ο Κύριός μας μάς ασφαλίζει και μάς διασώζει, αν παραμείνουμε δεμένοι με αυτόν με την αλυσίδα της πίστεως. Ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Θεός και λυτρωτής μας, αλλά και ο πρώτος άνθρωπος , ο νέος Αδάμ, που ανήλθε ενώπιον του θρόνου του Θεού και κάθισε στα δεξιά του. Μαζί με τον θεάνθρωπο Κύριο, άνοιξε ο δρόμος και για όλους εμάς. Ο αγώνας μας είναι δύσκολος, ειδικά τούτη την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που προετοιμαζόμαστε να αποβάλλουμε τον παλαιόν άνθρωπο και να κοινωνήσουμε στο φώς της Αναστάσεως του Κυρίου μας. Σύμμαχο στον αγώνα μας έχουμε, και μάλιστα τον πλέον ισχυρό· ελπίδα και άγκυρα έχουμε· υπόσχεση έχουμε πάλι, η οποία μάλιστα πραγματοποιήθηκε και βρίσκεται ενώπιόν μας. Γι αυτό ας μη αποκάμουμε, αλλά ας κρατήσουμε τούτη την σταθερή και βεβαία άγκυρα, ώστε να εισέλθουμε εις την χαράν του Κυρίου μας. Αμήν.
π. Χ.Β.
-
toula
- Κορυφαίος Αποστολέας

- Δημοσιεύσεις: 51402
- Εγγραφή: Παρ Δεκ 11, 2009 7:29 am
- Τοποθεσία: ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ (ΤΟΥΛΑ) - ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ - ΑΘΗΝΑ
Re: Ψυχοφελή μηνύματα...
«καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ, πόσος χρόνος ἐστιν, ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῶ; ὁ δὲ εἶπε, παιδιόθεν» (Μάρκ. 9,21)
Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου παιδιοῦ ἐπαναλαμβάνει, ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Θείας Λειτουργίας, σήμερα, Κυριακὴ Δ΄ τῶν Νηστειῶν. Ἔτσι ἀκούσαμε ἀκόμη μία φορά τὴν θλιβερὴ αὐτὴ ἱστορία μὲ τὸ αἴσιο ὅμως τέλος. Πῶς δηλαδὴ ἕνας δυστυχής πατέρας ἔφερε στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου τὸ βαρειὰ ἄρρωστο παιδί του ἐξ αἰτίας τῆς δαιμονοπληξίας γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσουν. Ἐκεῖνοι ὅμως ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ ἐπήρεια, γιὰ νὰ τὸ θεραπεύση τελικὰ ὁ Διδάσκαλος των, ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπου καὶ μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν Του.
Ἀπὸ τὴν διδακτικὴ αὐτὴ ἱστορία κρατοῦμε ὑπόψη στὸ σημερινό μας κήρυγμα, τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ πατέρας στὸν Κύριό μας, ὅταν τὸν ἐρώτησε, πόσο καιρὸ εἶναι ἄρρωστο τὸ παιδί του. Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ πατέρα ἦτο «παιδιόθεν». Δηλαδή, ἀπὸ παιδί. Ἀπὸ τὴν τρυφερὴ ἤδη παιδικὴ ἡλικία ὁ γυιὸς του βασανιζόταν ἀνηλεῶς, μέχρι θανάτου, ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα.
Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ πατέρα ἐκείνου ἦτο μεγάλο καὶ δυσεπίλυτο. Ἄλλοι γονεῖς μὲ χαρὰ βλέπουν τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνη καὶ νὰ ἀνδρώνεται, ἐνῶ ἐκεῖνος μὲ πολὺ πόνο παρακολουθοῦσε τὴν πορεία τῆς ἡλικίας τοῦ παιδιοῦ του. Μεγάλωνε ἡ ἡλικία τοῦ παιδιοῦ, μεγάλωνε καὶ τὸ πρόβλημά του. Ὁ ὁρίζοντας τῆς ζωῆς του παρέμεινε σκοτεινός, χωρὶς κάποια ἀκτίνα ἐλπίδος. Τὸ μέλλον του ἐφάνταζε ζοφερό, ἀπαίσιο.
«Παιδιόθεν». Ἀλλὰ μήπως μόνο τὸ φυσικὸ κακὸ (ἡ ἀσθένεια) ριζώνει στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ παιδικὰ χρόνια; Τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἠθικὸ κακὸ; Οἱ πικρὲς ρίζες τῶν κακιῶν καὶ τῶν παθῶν, πού πνίγουν τόν ἄνθρωπο, δὲν ἀναπτύσσονται στὴ ψυχὴ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρῶτα, τὰ τρυφερὰ παιδικὰ χρόνια; Καὶ αὐτό τὸ ἀγκάθι, μὲ τὶς σκληρὲς καὶ αἰχμηρὲς ἀκίδες, στὴν ἀρχὴ μήπως δὲν ἦταν τόσο τρυφερό, ὥστε νὰ εἶναι ἀνώδυνη σχεδὸν καὶ ἀνεπαίσθητη ἡ πρόσψαυσή του, τό ἄγγιγμα του; Τὸ μικρὸ ἀγκάθι δὲν προκαλεῖ πόνο στὸ χέρι, ὅταν τὸ πιάση, οὔτε τὸ ματώνει. Αὐτὸ θὰ γίνη ἀργότερα, ὅταν σκληρυνθῆ καὶ οἱ ἀκίδες του μεγαλώσουν.
Ὅλες οἱ κακίες ποὺ ταλανίζουν καὶ ταλαιπωροῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς συνανθρώπους του δὲν φύτρωσαν ξαφνικὰ στὴ νεανικὴ ἤ τὴν ὥριμη ἡλικία. Ἄρχισαν νὰ ρίχνουν ρίζες στὸ ἔδαφος τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, παιδιόθεν, ὅπως ἀποκρίθηκε μέ πόνο στὸν Κύριό μας ὁ πατέρας τοῦ δαιμονιζομένου.
Καὶ ὁ κλέπτης καὶ ἀπατεώνας, ποὺ συγκλονίζει τὸν κόσμο μὲ τὰ «κατορθώματά» του, δὲν ἄρχισε τὸ ἔργο του τώρα. Ὄχι! Τὸ ἄρχισε ἀπὸ παιδί. Τότε κλέβοντας ἀσήμαντα καί λίγα. Τώρα, σάν μεγαλώση, πολλά. Τότε ἄρχισε μὲ πταίσματα. Τώρα κατέληξε σὲ κακουργήματα. Καὶ ἐκεῖνος πάλι, ποὺ διέλυσε τὸ σπίτι του καὶ τώρα διαλύει καὶ ἄλλα μὲ τὶς ἀτιμίες του, στὸ ἔργο τῆς διαφθορᾶς μυήθηκε ὄχι τώρα κοντά, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ταραγμένα, τά ἀνήσυχα παιδικά του χρόνια. Τότε στόν καιρό τῆς ἐφηβείας ἦσαν ἁπλὰ νεανικὰ, ἴσως συγγνωστά λάθη. Σήμερα ἔγιναν ἐγκλήματα. Ἴσως μάλιστα τὰ πρῶτα «διδάγματα» νὰ τὰ πῆρε μέσα στὸ σπίτι του, ἀπὸ τοὺς γεννήτορές του καί τό κακό των παράδειγμα.
Εἶναι γεγονὸς πανθομολογούμενο ὅτι οἱ πικρὲς καὶ δηλητηριώδεις ρίζες τῶν ἐγκλημάτων βρίσκονται στὸν ἀγρὸ τῆς παιδικῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικοὶ στὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν τους. Τίποτε, ἐπιλὴψιμο, πού παρατηροῦν στὸ χαρακτήρα τοῦ παιδιοῦ των, νὰ μὴν τό ἀφήνουν ἀνεξέταστο, χωρίς θεραπεία.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ ἐνδιαφέρθηκε τὰ μέγιστα γιὰ τὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν συμβούλευε, ὅτι τὸ κακὸ θὰ πρέπη νὰ ξεριζώνεται μόλις ἐμφανισθῆ, καί ἀπὸ τὴν μικρὴ ἡλικία νὰ θεραπεύεται τὸ πάθος καὶ ἡ ἀδυναμία. «Τάς πονηράς βοτάνας οὐκ ἄνωθεν ἀποκείρειν χρὴ μόνον, πάλιν γὰρ βλαστάνουσι τῶν ριζῶν κάτω κειμένων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν λαγόνων τῆς γῆς καὶ τῶν κόλπων ἀνασπᾶν…». Δηλαδή, ἐδίδασκε ὁ Ἅγιος Πατήρ, τά ζιζάνια δέν πρέπει νά τά κουρεύωμε, νά κόβωμε τίς κορυφές των. Ἐφόσον μένουν οἱ ρίζες στή γῆ, πάλι θά βλαστήσουν. Πρέπει τίς ρίζες νά τίς τραβοῦμε μέσα ἀπό τήν κοιλιά, τά σπλάγχνα τῆς γῆς…
«Παιδιόθεν». Σαφεστάτη, λοιπόν, προειδοποίηση, ὅτι τὸ καλὸ ἤ τὸ κακὸ στὴ ζωή μας ἔχει τὴν ἀρχή του στὴν πρώτη παιδικὴ ἡλικία. Γι’ αὐτὸ ἂς δίδωμε μεγάλη σημασία καὶ προσοχὴ καὶ ἐνδιαφέρον στὰ παιδιά μας, ὅταν βαδίζουν τὴν ἀνέμελη καὶ ἀθώα παιδικὴ ἡλικία. Σπέρμα κακοῦ νὰ μὴν πέση καὶ ριζώση στὴν ἁγνή τους ψυχή. Ἀμὴν!
Τοῦ Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου παιδιοῦ ἐπαναλαμβάνει, ἀγαπητοὶ Ἀδελφοί, τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Θείας Λειτουργίας, σήμερα, Κυριακὴ Δ΄ τῶν Νηστειῶν. Ἔτσι ἀκούσαμε ἀκόμη μία φορά τὴν θλιβερὴ αὐτὴ ἱστορία μὲ τὸ αἴσιο ὅμως τέλος. Πῶς δηλαδὴ ἕνας δυστυχής πατέρας ἔφερε στοὺς μαθητὲς τοῦ Κυρίου τὸ βαρειὰ ἄρρωστο παιδί του ἐξ αἰτίας τῆς δαιμονοπληξίας γιὰ νὰ τὸ θεραπεύσουν. Ἐκεῖνοι ὅμως ἐστάθη ἀδύνατον νὰ τὸ ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὴν δαιμονικὴ ἐπήρεια, γιὰ νὰ τὸ θεραπεύση τελικὰ ὁ Διδάσκαλος των, ὅταν κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὄρος Θαβώρ, ὅπου καὶ μετεμορφώθη ἐνώπιον τῶν τριῶν μαθητῶν Του.
Ἀπὸ τὴν διδακτικὴ αὐτὴ ἱστορία κρατοῦμε ὑπόψη στὸ σημερινό μας κήρυγμα, τὴν ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε ὁ πατέρας στὸν Κύριό μας, ὅταν τὸν ἐρώτησε, πόσο καιρὸ εἶναι ἄρρωστο τὸ παιδί του. Καὶ ἡ ἀπάντηση τοῦ πατέρα ἦτο «παιδιόθεν». Δηλαδή, ἀπὸ παιδί. Ἀπὸ τὴν τρυφερὴ ἤδη παιδικὴ ἡλικία ὁ γυιὸς του βασανιζόταν ἀνηλεῶς, μέχρι θανάτου, ἀπὸ τὰ πονηρὰ πνεύματα.
Γι’ αὐτὸ καὶ τὸ δρᾶμα τοῦ πατέρα ἐκείνου ἦτο μεγάλο καὶ δυσεπίλυτο. Ἄλλοι γονεῖς μὲ χαρὰ βλέπουν τὸ παιδί τους νὰ μεγαλώνη καὶ νὰ ἀνδρώνεται, ἐνῶ ἐκεῖνος μὲ πολὺ πόνο παρακολουθοῦσε τὴν πορεία τῆς ἡλικίας τοῦ παιδιοῦ του. Μεγάλωνε ἡ ἡλικία τοῦ παιδιοῦ, μεγάλωνε καὶ τὸ πρόβλημά του. Ὁ ὁρίζοντας τῆς ζωῆς του παρέμεινε σκοτεινός, χωρὶς κάποια ἀκτίνα ἐλπίδος. Τὸ μέλλον του ἐφάνταζε ζοφερό, ἀπαίσιο.
«Παιδιόθεν». Ἀλλὰ μήπως μόνο τὸ φυσικὸ κακὸ (ἡ ἀσθένεια) ριζώνει στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὰ παιδικὰ χρόνια; Τὸ ἴδιο δὲν συμβαίνει καὶ μὲ τὸ ἠθικὸ κακὸ; Οἱ πικρὲς ρίζες τῶν κακιῶν καὶ τῶν παθῶν, πού πνίγουν τόν ἄνθρωπο, δὲν ἀναπτύσσονται στὴ ψυχὴ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πρῶτα, τὰ τρυφερὰ παιδικὰ χρόνια; Καὶ αὐτό τὸ ἀγκάθι, μὲ τὶς σκληρὲς καὶ αἰχμηρὲς ἀκίδες, στὴν ἀρχὴ μήπως δὲν ἦταν τόσο τρυφερό, ὥστε νὰ εἶναι ἀνώδυνη σχεδὸν καὶ ἀνεπαίσθητη ἡ πρόσψαυσή του, τό ἄγγιγμα του; Τὸ μικρὸ ἀγκάθι δὲν προκαλεῖ πόνο στὸ χέρι, ὅταν τὸ πιάση, οὔτε τὸ ματώνει. Αὐτὸ θὰ γίνη ἀργότερα, ὅταν σκληρυνθῆ καὶ οἱ ἀκίδες του μεγαλώσουν.
Ὅλες οἱ κακίες ποὺ ταλανίζουν καὶ ταλαιπωροῦν τὸν ἄνθρωπο καὶ τοὺς συνανθρώπους του δὲν φύτρωσαν ξαφνικὰ στὴ νεανικὴ ἤ τὴν ὥριμη ἡλικία. Ἄρχισαν νὰ ρίχνουν ρίζες στὸ ἔδαφος τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία, παιδιόθεν, ὅπως ἀποκρίθηκε μέ πόνο στὸν Κύριό μας ὁ πατέρας τοῦ δαιμονιζομένου.
Καὶ ὁ κλέπτης καὶ ἀπατεώνας, ποὺ συγκλονίζει τὸν κόσμο μὲ τὰ «κατορθώματά» του, δὲν ἄρχισε τὸ ἔργο του τώρα. Ὄχι! Τὸ ἄρχισε ἀπὸ παιδί. Τότε κλέβοντας ἀσήμαντα καί λίγα. Τώρα, σάν μεγαλώση, πολλά. Τότε ἄρχισε μὲ πταίσματα. Τώρα κατέληξε σὲ κακουργήματα. Καὶ ἐκεῖνος πάλι, ποὺ διέλυσε τὸ σπίτι του καὶ τώρα διαλύει καὶ ἄλλα μὲ τὶς ἀτιμίες του, στὸ ἔργο τῆς διαφθορᾶς μυήθηκε ὄχι τώρα κοντά, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ ταραγμένα, τά ἀνήσυχα παιδικά του χρόνια. Τότε στόν καιρό τῆς ἐφηβείας ἦσαν ἁπλὰ νεανικὰ, ἴσως συγγνωστά λάθη. Σήμερα ἔγιναν ἐγκλήματα. Ἴσως μάλιστα τὰ πρῶτα «διδάγματα» νὰ τὰ πῆρε μέσα στὸ σπίτι του, ἀπὸ τοὺς γεννήτορές του καί τό κακό των παράδειγμα.
Εἶναι γεγονὸς πανθομολογούμενο ὅτι οἱ πικρὲς καὶ δηλητηριώδεις ρίζες τῶν ἐγκλημάτων βρίσκονται στὸν ἀγρὸ τῆς παιδικῆς ψυχῆς. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ καλοὶ γονεῖς πρέπει νὰ εἶναι προσεκτικοὶ στὴν συμπεριφορὰ τῶν παιδιῶν τους. Τίποτε, ἐπιλὴψιμο, πού παρατηροῦν στὸ χαρακτήρα τοῦ παιδιοῦ των, νὰ μὴν τό ἀφήνουν ἀνεξέταστο, χωρίς θεραπεία.
Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ποὺ ἐνδιαφέρθηκε τὰ μέγιστα γιὰ τὴν καλὴ ἀνατροφὴ τῶν παιδιῶν συμβούλευε, ὅτι τὸ κακὸ θὰ πρέπη νὰ ξεριζώνεται μόλις ἐμφανισθῆ, καί ἀπὸ τὴν μικρὴ ἡλικία νὰ θεραπεύεται τὸ πάθος καὶ ἡ ἀδυναμία. «Τάς πονηράς βοτάνας οὐκ ἄνωθεν ἀποκείρειν χρὴ μόνον, πάλιν γὰρ βλαστάνουσι τῶν ριζῶν κάτω κειμένων, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τῶν λαγόνων τῆς γῆς καὶ τῶν κόλπων ἀνασπᾶν…». Δηλαδή, ἐδίδασκε ὁ Ἅγιος Πατήρ, τά ζιζάνια δέν πρέπει νά τά κουρεύωμε, νά κόβωμε τίς κορυφές των. Ἐφόσον μένουν οἱ ρίζες στή γῆ, πάλι θά βλαστήσουν. Πρέπει τίς ρίζες νά τίς τραβοῦμε μέσα ἀπό τήν κοιλιά, τά σπλάγχνα τῆς γῆς…
«Παιδιόθεν». Σαφεστάτη, λοιπόν, προειδοποίηση, ὅτι τὸ καλὸ ἤ τὸ κακὸ στὴ ζωή μας ἔχει τὴν ἀρχή του στὴν πρώτη παιδικὴ ἡλικία. Γι’ αὐτὸ ἂς δίδωμε μεγάλη σημασία καὶ προσοχὴ καὶ ἐνδιαφέρον στὰ παιδιά μας, ὅταν βαδίζουν τὴν ἀνέμελη καὶ ἀθώα παιδικὴ ἡλικία. Σπέρμα κακοῦ νὰ μὴν πέση καὶ ριζώση στὴν ἁγνή τους ψυχή. Ἀμὴν!
Τοῦ Μητροπολίτου Ἐλευθερουπόλεως ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ